Γεράσιμος Δενδρινός: Νίνου ἀπελευθέρωσις

 

 

Γε­ρά­σι­μος Δεν­δρι­νός

 

Νί­νου ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σις

 

Α ΠΑΝΤΑ ΗΤΑΝ ΕΤΟΙΜΑ γιὰ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­ση. Ὅ­μως τὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς πα­ρα­μο­νῆς μὲ βα­ριὰ καρ­διὰ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σα τὸν Νί­νο, τὸ περ­δι­κο­κά­να­ρο, ποὺ εἶ­χα πρὶν τρί­α χρό­νια ἀ­γο­ρά­σει ἀ­πὸ τὸ πα­ζά­ρι τοῦ Σχι­στοῦ. Μὲ γο­ή­τευ­σε τό­τε τὸ κε­λά­η­δη­μά του γι’ αὐ­τὸ καὶ στά­θη­κα νὰ τὸ χα­ζέ­ψω. Δὲν ὑ­πο­ψι­ά­στη­κα για­τί ὁ τσιγ­γά­νος τὸ ἔ­δι­νε σὲ ἐ­ξευ­τε­λι­στι­κὴ τι­μή: Συ­νε­παρ­μέ­νος κα­θὼς ἤ­μουν ἀ­πὸ τὸ τρα­γού­δι του, δὲν πρό­σε­ξα πὼς τὰ δά­χτυ­λα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ του πο­διοῦ ἦ­ταν ἀ­τρο­φι­κά, ἴ­σως ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ του. Τὸ ἀ­να­κά­λυ­ψα τυ­χαῖ­α ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τρεῖς μέ­ρες κα­θὼς ἔ­βα­ζα καν­να­βού­ρι στὶς τα­ΐ­στρες. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ὁ Νί­νο ἦ­ταν ἀ­πὸ τὶς πιὸ ζων­τα­νὲς πα­ρου­σί­ες ποὺ πα­ρη­γο­ροῦ­σαν κά­πως τὴ μο­νό­το­νη καὶ ἄ­χα­ρη ζω­ή μου.

       Οἱ δυ­ό μας εἴ­χα­με ἀ­να­πτύ­ξει μιὰ πε­ρί­ερ­γη σχέ­ση ἐμ­πι­στο­σύ­νης καὶ ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τας, κά­τι ποὺ συμ­βαί­νει μο­νά­χα ἀ­νά­με­σα σὲ σκυ­λιὰ καὶ ἀν­θρώ­πους. Ἄ­φη­να τὴν πόρ­τα τοῦ κλου­βιοῦ του ἀ­νοι­χτή, ἀ­φοῦ πρῶ­τα σφά­λι­ζα κα­λὰ τὴν πόρ­τα καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δω­μα­τί­ου μου. Ἐ­κεῖ­νο, χα­ρού­με­νο ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη καὶ πά­λι ἐ­λευ­θε­ρί­α, πε­τοῦ­σε γιὰ κα­μιὰ ὥ­ρα πε­ρί­που ἀ­ρά­ζον­τας παν­τοῦ. Εἶ­χε ἀ­δυ­να­μί­α στὸ πλαί­σιο μιᾶς φω­το­γρα­φί­ας τοῦ πα­τέ­ρα, βγαλ­μέ­νη στὰ χρό­νια τῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς του θη­τεί­ας, ἐ­κεῖ στὰ τέ­λη δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­40, στὴ χι­ο­νι­σμέ­νη τό­τε Κα­μά­ρα τοῦ Γα­λέ­ριου, στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα ποὺ ὁ Νί­νο εἰ­σχω­ροῦ­σε στὴν ἄ­νε­τη καὶ ἀ­κύ­μαν­τη τά­χα ζω­ή μας, αὐ­τὴ ποὺ ὄ­φει­λα νὰ τοῦ προ­σφέ­ρω κά­ποι­α μέ­ρα, ἔ­στω καὶ ἂν γνώ­ρι­ζα πὼς δὲν εἶ­χε κα­μί­α πι­θα­νό­τη­τα νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει ἀ­φοῦ δὲν εἶ­χε μά­θει νὰ βρεῖ μο­νά­χο τὴν τρο­φή του. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν κα­θι­ε­ρω­μέ­νη ὥ­ρα τοῦ ἐ­λεύ­θε­ρου πε­τάγ­μα­τος, ἐ­πέ­στρε­φε πί­σω στὸ κλου­βί του μὲ ἠ­χη­ρὸ κε­λά­η­δη­μα.

 

       Πῆ­ρα, θυ­μᾶ­μαι, τὸν Νί­νο στὴν πα­λά­μη μου καὶ βγῆ­κα στὸ μπαλ­κό­νι. Μιὰ ἔν­το­νη πορ­το­κα­λιὰ ἀ­πό­χρω­ση ἔ­βα­φε τὸ γυ­μνὸ ὄ­ρος Αἰ­γά­λε­ω καὶ στὸν κόλ­πο τοῦ Σκα­ρα­μαγ­κᾶ τὰ πλοῖ­α ἦ­ταν βυ­θι­σμέ­να στὴν ἀν­τη­λιά. Ἡ θά­λασ­σα ἀ­πὸ τὸν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸ λαμ­πο­κο­ποῦ­σε. Πρώ­τη μου φο­ρὰ ἀν­τί­κρι­ζα τέ­τοι­α λάμ­ψη στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο τῶν πλοί­ων. Αἰ­σθάν­θη­κα ἄ­σχη­μα ποὺ δὲν εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ τὸν ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σω ἔ­ξω στὸ ὕ­παι­θρο, μα­κριὰ ἀ­πὸ κα­τοι­κη­μέ­νη πε­ρι­ο­χή. Ἡ λί­μνη Κου­μουν­δού­ρου ἴ­σως ἦ­ταν ἡ πλέ­ον ἰ­δα­νι­κὴ ἰ­δέ­α. Εὐ­τυ­χῶς ποὺ ὁ και­ρὸς ἦ­ταν κα­λός. Ἔ­νι­ω­σα στὴ φού­χτα μου τοὺς ἀ­συν­τό­νι­στους σφυγ­μοὺς τῆς καρ­διᾶς του καὶ μιὰ ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὴ θέρ­μη συ­νέ­παιρ­νε τὸ κορ­μά­κι του γι’ αὐ­τὸ ποὺ θὰ τοῦ συ­νέ­βαι­νε: Τὴν πο­θη­τὴ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση ποὺ θὰ εἶ­χε ὅ­μως ἀ­τυ­χὴ κα­τά­λη­ξη.

       Ἔ­γει­ρε τὸ χνου­δω­τὸ κε­φα­λά­κι του ἀρ­γὰ πρὸς τὸν ἀν­τί­χει­ρά μου ὡς ἐκ­δή­λω­ση κά­ποι­ας ἐν­στι­κτώ­δους στορ­γῆς. Μὲ μιὰ ἀ­πό­το­μη κί­νη­ση πρὸς τὰ πά­νω, τὸ ἄ­φη­σα. Ἐ­κεῖ­νο, πε­τών­τας πρὸς τὴν ἀν­τι­κρι­νὴ τα­ρά­τσα, στά­θη­κε στὸ σύρ­μα τοῦ ἁ­πλώ­μα­τος τῶν ρού­χων καὶ κοι­τοῦ­σε γιὰ ὥ­ρα πρὸς τὸ σπί­τι μας. Ἀ­νεί­πω­τη συγ­κί­νη­ση μὲ πλημ­μύ­ρι­σε. Σκέ­φτη­κα πὼς ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α θὰ ἦ­ταν γι’ αὐ­τὸν καὶ κά­ποι­α μορ­φὴ κα­τα­δί­κης, ὅ­πως συμ­βαί­νει καὶ σὲ μᾶς, μὲ τὴ μό­νη δι­α­φο­ρὰ πὼς ὁ Νί­νο —εὐ­τυ­χῶς γι’ αὐ­τόν—, δὲν εἶ­χε συ­νεί­δη­ση. Πάν­τως, θὰ κα­τέρ­ρε­α ἂν ἐ­πέ­στρε­φε.

       Τε­λι­κὰ στὸ σπί­τι ποὺ τοῦ πρό­σφε­ρε ἐ­πὶ τρί­α χρό­νια ἀ­γά­πη, ἀν­τα­πο­δί­δον­τάς την μὲ τὸ ὑ­πέ­ρο­χο μου­σι­κό του κε­λά­η­δη­μα ἀ­κό­μα καὶ τὶς πιὸ ἀ­δι­ά­φο­ρες ὧ­ρες, δὲν γύ­ρι­σε. Πέ­τα­ξε πρῶ­τα πρὸς τὰ δέν­τρα τοῦ κον­τι­νοῦ πάρ­κου ποὺ χρη­σι­μεύ­ει ὡς ἀ­φε­τη­ρί­α τῶν το­πι­κῶν λε­ω­φο­ρεια­κῶν γραμ­μῶν, καὶ ἀ­πὸ κεῖ, κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α, ἀ­φή­νον­τας τὴ ζω­ή του στὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ καὶ τῆς νύ­χτας ποὺ πλη­σί­α­ζε.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σα πὼς ἡ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τοῦ Νί­νου ἦ­ταν καὶ δι­κή μου ἀ­πο­δέ­σμευ­ση ἀ­πὸ ἀ­δι­έ­ξο­δους ἔ­ρω­τες, ἀ­πὸ ἐ­χθροὺς καί, τολ­μῶ νὰ πῶ, ἀ­πὸ λο­γο­τέ­χνες φί­λους, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ζω­ὴ ἦ­ταν στα­θε­ρὰ προ­σα­να­το­λι­σμέ­νη στὴν ἀ­ναγ­κα­στι­κὴ προ­βο­λὴ τοῦ ἔρ­γου τους, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ μό­νη τους ἔ­γνοι­α, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση βι­βλί­ου, ἦ­ταν τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ φυλ­λο­μέ­τρη­μα τῶν ἐν­τύ­πων, οἱ πα­ρου­σιά­σεις, οἱ ἐ­να­γώ­νι­ες δη­μο­σι­εύ­σεις, οἱ ἐκ­δη­λώ­σεις καὶ τὰ πλα­τιὰ χα­μό­γε­λα, κα­μιὰ φο­ρὰ θλι­βε­ρὰ κι αὐ­τὰ στὰ φῶ­τα τῶν φω­το­γρά­φων – ἴ­σως τε­λι­κὰ ἡ φή­μη νὰ κα­τα­κτι­έ­ται μὲ τὴ σι­ω­πή.

       «Ἐ­νῶ κα­θά­ρι­ζα τὸ κλου­βί, μοῦ γλί­στρη­σε, ἔ­πε­σε κά­τω, κι ὁ Νί­νο τὴν κο­πά­νη­σε ἀ­π’ τὴ βά­ση ποὺ ξε­χαρ­βα­λώ­θη­κε», εἶ­πα στὴ μη­τέ­ρα μπαί­νον­τας στὸ κα­θι­στι­κό.

       «Ἄχ, ξε­μυ­α­λι­σμέ­νε, τὰ κα­τά­φε­ρες πά­λι!­.­.. Κρί­μα μω­ρέ! Ἦ­ταν κα­λὴ συν­τρο­φιὰ τὸ κα­η­μέ­νο…­», ἀ­να­φώ­νη­σε καὶ στρά­φη­κε πρὸς τὴν ὀ­θό­νη τῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Γιὰ νὰ μὴν συ­νε­χί­σει τὰ σχό­λιά της, σή­μαι­νε πὼς τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της κα­νά­λι ἔ­παι­ζε πά­λι κά­τι σα­χλὸ ποὺ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε με­τὰ μα­νί­ας. Τὸ ἴ­διο βρά­δυ, ἐ­νῶ ἐ­πι­θε­ω­ροῦ­σα τὴν βα­λί­τσα μή­πως καὶ εἶ­χα ξε­χά­σει κά­τι, μπῆ­κε ἀ­θό­ρυ­βα στὸ δω­μά­τιό μου. Στη­ριγ­μέ­νη στὴ μαγ­κού­ρα της, ἀ­φοῦ μὲ κοί­τα­ξε πε­ρί­ερ­γα σὰν νὰ ἤ­ξε­ρε τί ἀ­κρι­βῶς εἶ­χε συμ­βεῖ, εἶ­πε: «Πάν­τως, ἐ­δῶ ποῦ τὰ λέ­με, κα­λύ­τε­ρα ποὺ σοῦ ξέ­φυ­γε… Ποι­ός, μω­ρέ, θὰ τὸ πε­ρι­ποι­ό­ταν τώ­ρα ποὺ θὰ ἔ­λει­πες; Ἐ­γὼ ἡ σα­κά­τισ­σα ἢ ὁ ἀ­δερ­φός σου ποὺ σι­χαί­νε­ται τὰ ζῶ­α; Ἦ­ταν ἐκ Θε­οῦ ποὺ σοῦ ’­φυ­γε, ἄ­κου ποὺ σοῦ λέ­ω… Μό­νο μὴν ξε­χά­σεις νὰ πε­τά­ξεις τὸ κλου­βὶ γιὰ νὰ μὴν τὸ βλέ­πω καὶ θυ­μᾶ­μαι…»

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γε­ρά­σι­μος Δεν­δρι­νός (Πει­ραι­ᾶς, 1955). Διήγημα, μυθιστόρημα. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ὑ­πη­ρε­τεῖ στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἕ­να πα­κέ­το Ἄ­ρω­μα (Ρό­πτρον, 1992 & καὶ Κέ­δρος, 1995), τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Χαι­ρε­τί­σμα­τα ἀ­πὸ τὸ νό­το (Ὀ­δυσ­σέ­ας, 1994 & Κέ­δρος, 2003), στὸ ὁ­ποῖ­ο βα­σί­στη­κε τὸ σε­νά­ριο τῆς ται­νί­ας τοῦ Δη­μή­τρη Μα­κρῆ Χαι­ρέ­τα μας τὸν πλά­τα­νο, ποὺ δι­α­γω­νί­στη­κε τὸ 2004 στὸ 54ο φε­στι­βὰλ Θεσ­σα­λο­νί­κης, τὸ τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ κεί­με­νο Μα­τί­ας ντὲλ Ρί­ος – Ἡ­με­ρο­λό­για (Ὀ­δυσ­σέ­ας, 1995 & Κέ­δρος, 2006), τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἀ­πέ­ραν­τες συ­νοι­κί­ες (Κέ­δρος, 2001), τὴ νου­βέ­λα Ἄλ­κης (Με­ταίχ­μιο, 2003) καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Φρα­γὴ εἰ­σερ­χο­μέ­νων κλή­σε­ων (Με­ταίχ­μιο, 2006). Ἀ­πὸ τὸ 2004 εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑταιρείας Ἑλλήνων Συγγραφέων.

 

Advertisements

Τζὸν Ἀπντάικ (John Updike): Πυγμαλίων

 

 

Τζὸν Ἀπντάικ (John Updike)

 

Πυγμαλίων

(Pygmalion)

 

ΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟΥ ΑΡΕΣΕ στὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα ἦ­ταν τὸ τα­λέν­το της στὶς μι­μή­σεις: Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κά­θε συ­νά­θροι­ση, στὸ σπί­τι τὸ δι­κό τους ἢ σὲ κά­ποι­ου ἄλ­λου ζευ­γα­ριοῦ, ἀ­να­πα­ρι­στοῦ­σε γιὰ χά­ρη του ὅ­σα εἶ­χαν δεῖ, τὰ πρό­σω­πα, τὶς φω­νές, στρα­βώ­νον­τας τὸ στο­μα­τά­κι της μὲ μι­κροὺς μορ­φα­σμοὺς ποὺ γιὰ μί­α ἐκ­πλη­κτι­κὴ στιγ­μὴ ξα­νά­φερ­ναν κον­τά τους ἕ­ναν ἀ­πόν­τα γνω­στό. «Ποὺ λέ­τε, ἐ­ὰν μὲ ἐν­δι­έ­φε­γε —πῶς τὸ λέ­ει ἡ Γκου­έν; — ἐ­ὰν μὲ ἐν­δι-έ­φε­γε ἡ συν­τή­γη­ση–»  Κι ἐ­κεῖ­νος, ὁ σύ­ζυ­γος, γε­λοῦ­σε μὲ τὴν καρ­διά του, πα­ρό­τι ἡ Γκου­ὲν ἦ­ταν στὰ κρυ­φὰ ἐ­ρω­μέ­νη του καὶ ἔ­μελ­λε νὰ γί­νει ἡ δεύ­τε­ρη σύ­ζυ­γός του. Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε σ’ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἡ ζω­η­ρά­δα της στὸ κρε­βά­τι, κι αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πε­χθα­νό­ταν στὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα ἦ­ταν τὸ ὅ­τι τοῦ ζη­τοῦ­σε νὰ τῆς τρί­ψει τὴν πλά­τη κι ὕ­στε­ρα, κά­τω ἀ­π’ τὰ χέ­ρια του ποὺ μο­χθοῦ­σαν, τὴν ἔ­παιρ­νε, κά­θε νύ­χτα, ὁ ὕ­πνος.

       Τὰ πρῶ­τα χρό­νια τοῦ νέ­ου γά­μου, κά­θε ποὺ ἐ­πέ­στρε­φαν στὸ σπί­τι μὲ τὴν Γκου­ὲν με­τὰ ἀ­πὸ συ­νά­θροι­ση, ἐ­κεῖ­νος πε­ρί­με­νε, ἀ­συ­νεί­δη­τα, ν’ ἀρ­χί­σουν οἱ μι­μή­σεις, ἡ ἀ­να­κε­φα­λαί­ω­ση. Μά­λι­στα τὴν πα­ρό­τρυ­νε: «Πῶς εἶ­δες τὸν ἀ­δελ­φὸ τῆς οἰ­κο­δέ­σποι­νάς μας;»

       «Ἄ», ἀ­παν­τοῦ­σε ἁ­πλὰ ἡ Γκου­έν, «πο­λὺ εὐ­χά­ρι­στος μοῦ φά­νη­κε». Καὶ ἐ­πει­δὴ ἔ­νι­ω­θε μὲ τὴ γυ­ναι­κεί­α της δι­αί­σθη­ση ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος πε­ρί­με­νε πε­ρισ­σό­τε­ρα, ἴ­σως νὰ πρό­σθε­τε «Ἄ­κα­κος. Λί­γο στε­νό­μυα­λος ἴ­σως.». Τὰ μά­τια της ἄ­στρα­φταν, ἐ­νῶ ἄ­κου­γε στὴν ἀ­να­με­νό­με­νη σι­ω­πή του μιὰ ἄρ­ρη­τη ἀ­παί­τη­ση, καὶ μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ συγ­κι­νη­τι­κό, παι­δι­κὸ ψεύ­δι­σμά της τοῦ ἔ­λε­γε «Τί πγαγ­μα­τι­κὰ θέ­λεις;»

       «Ἄ, τί­πο­τα. Τί­πο­τα. Ἁ­πλῶς – τὸν εἶ­χε συ­ναν­τή­σει μιὰ φο­ρὰ ἡ Μαρ­γκε­ρὶτ πρὶν ἀ­πὸ λί­γα χρό­νια καὶ τῆς εἶ­χε κά­νει ἐν­τύ­πω­ση τί πομ­πώ­δης βλά­κας ποὺ εἶ­ναι. Ἔ­τσι ποὺ ρου­φά­ει τὴν ἄ­κρη τῆς πί­πας του καὶ τε­λει­ώ­νει κά­θε δή­λω­σή του λέ­γον­τας “Μὲ πα­ρα­κο­λου­θεῖ­τε;”»

       «Ἐ­γὼ τὸν βρῆ­κα ἀ­πο­λύ­τως εὐ­χά­ρι­στο», εἶ­πε πα­γε­ρὰ ἡ Γκου­ὲν καὶ τοῦ γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη γιὰ νὰ βγά­λει τὸ ἀ­ση­μί, ἐ­φαρ­μο­στὸ φου­στά­νι της. Ἐ­νῶ τὸ τρα­βοῦ­σε τι­νά­ζον­τας τοὺς γο­φούς της δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρὰ γιὰ νὰ τὸ κα­τε­βά­σει, γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι της καὶ πρό­σθε­σε προ­κλη­τι­κὰ «Εἶ­χε πολ­λὰ νὰ πεῖ γιὰ τοὺς φο­ρο­λο­γι­κοὺς πα­ρά­δει­σους».

       «Εἶ­μαι σί­γου­ρος», σάρ­κα­σε ξε­ψυ­χι­σμέ­να ὁ Πυγ­μα­λί­ων, ναρ­κω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ θέ­α­μα τῆς γυ­ναί­κας του ποὺ προ­έ­λαυ­νε, γυ­μνή, πρὸς τὸ μέ­ρος του καὶ τὴ συ­ζυ­γι­κή τους κλί­νη. «Εἶ­ναι πο­λὺ ἀρ­γά», τὴν προ­ει­δο­ποί­η­σε.

       «Ἄχ, ἔ­λα τώ­ρα», εἶ­πε ἐ­κεί­νη, σβή­νον­τας τὸ φῶς.

       Ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος ποὺ μι­μή­θη­κε ἡ Γκου­ὲν ἦ­ταν ὁ δεύ­τε­ρος σύ­ζυ­γος τῆς Μαρ­γκε­ρίτ, ὁ Ἔντ· εἶ­χαν συ­ναν­τη­θεῖ ὅ­λοι ἀ­να­πάν­τε­χα σ’ ἕ­ναν φι­λαν­θρω­πι­κὸ χο­ρὸ γιὰ τὴ δι­ά­σω­ση τῶν φα­λαι­νῶν, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν στα­λεῖ προ­σκλή­σεις ἀ­δι­α­κρί­τως. «Ὄ-χὸ-χό», βρον­το­φώ­να­ξε ὕ­στε­ρα ὅ­ταν βρέ­θη­καν μό­νοι τους στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά τους, «ὥ­στε ἐ­σὺ εἶ­σαι ὁ εὐ­γε­νὴς προ­κά­το­χός μου!» Κι ἔ­πει­τα πρό­σθε­σε «Νὰ χα­ρῶ ἐ­γὼ εὐ­γε­νῆ. Σὲ μι­σεῖ τό­σο πο­λὺ ποὺ τὸν ἐ­ρέ­θι­σες».

       «Ἀ­λή­θεια;» εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος. «Ἐ­μέ­να μοῦ φά­νη­κε ἀ­πο­λύ­τως εὐ­χά­ρι­στος, σὲ μιὰ συ­νάν­τη­ση ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν πο­λὺ ἀ­μή­χα­νη».

       «Ναί, ἀ­μέ­ε­ε», συμ­φώ­νη­σε ἐ­κεί­νη, μι­μού­με­νη τὸν ἐγ­κάρ­διο Ἔντ, ἀ­φή­νον­τας γιὰ μιὰ ἐκ­πλη­κτι­κὴ στιγ­μὴ τὸ ἐ­λα­φρῶς ἀ­νέκ­φρα­στο καὶ ἄ­ψυ­χο ὕ­φος βε­βι­α­σμέ­νης ἀ­γα­θο­σύ­νης τοῦ Ἒντ νὰ εἰ­σβά­λει στὰ συ­νή­θως μι­κρο­σκο­πι­κὰ καὶ στρογ­γυ­λε­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της.

       «Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­θό­λου ἀ­μη­χα­νί­α με­τα­ξύ μας, χό, χό», συ­νέ­χι­σε, ἐν­θαρ­ρυ­μέ­νη. «Καί, γιὰ πές μου, φί­λε μου, για­τί δὲν ἔρ­χε­ται πο­τὲ πιὰ στὴν ὥ­ρα της ἡ δι­α­τρο­φὴ γιὰ τὰ παι­διά;»

       Κι αὐ­τὸς γε­λοῦ­σε μὲ τὴν καρ­διά του, ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νος ποὺ ἔ­βλε­πε τὴ σύ­ζυ­γό του νὰ φτά­νει σ’ αὐ­τὸ ποὺ ἐ­κεῖ­νος θε­ω­ροῦ­σε σω­στὴ γυ­ναι­κεί­α συμ­πε­ρι­φο­ρὰ – μιὰ εὔ­πλα­στη, ἀ­κοί­μη­τη εὐ­αι­σθη­σί­α στὸ ἀν­θρώ­πι­νο πε­ρι­βάλ­λον, μιὰ εὐ­ά­γω­γη αἰ­σθαν­τι­κό­τη­τα ποὺ πα­ρα­συ­ρό­ταν ἀ­πὸ τὰ ρεύ­μα­τα τῆς Φύ­σης αὐ­το­προ­σώ­πως. Ὁ ἴ­διος δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γνω­ρί­σει τὸν κό­σμο, αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ φό­βος του, ἐ­ὰν δὲν τοῦ τὸν με­τέ­φρα­ζε μιὰ γυ­ναί­κα. Τώ­ρα, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­φαν ἀ­πὸ μιὰ συγ­κέν­τρω­ση, καὶ τὴ ρω­τοῦ­σε πῶς τῆς εἶ­χε φα­νεῖ ὁ τά­δε, ἡ Γκου­ὲν στε­κό­ταν ὄρ­θια φο­ρών­τας τὰ ἐ­σώ­ρου­χά της καὶ συλ­λο­γι­ζό­ταν, σὰ νὰ βρι­σκό­ταν πά­νω στὴ σκη­νή. «Ἐ­μεῖς – νὰ πά­ρει, ἀ­γα­πη­τέ μου», ἀ­να­κοί­νω­νε σὲ μιὰ ξαφ­νι­κή, με­λω­δι­κὴ πα­ρω­δί­α, «ἂν δὲν ἦ­ταν ἡ Πορ­το­γα­λί­α, εἰ­λι­κρρρ­ι­νά, δὲν θά ’­χε μεί­νει οὔ­τε μί­α χώ­ρα στὴν Εὐ­ρώ­πη!»

       «Ἄχ, ἔ­λα τώ­ρα», δι­α­μαρ­τυ­ρό­ταν ἐ­κεῖ­νος, κα­τευ­χα­ρι­στη­μέ­νος ποὺ ἔ­βλε­πε τὰ ὄ­μορ­φα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της νὰ ἀλ­λοι­ώ­νον­ται σὲ μιὰ πα­ρά­ξε­νη, ἀ­λα­ζο­νι­κὴ χον­τρο­κο­πιά.

       «Πῶς τὸ κά­νει;» ρω­τοῦ­σε ἡ Γκου­έν, σὰν ἀ­πὸ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. «Κά­πως κά­νει τὸ σα­γό­νι της, σὰ νὰ τὸ στρί­βει δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρὰ χω­ρὶς νὰ ξε­σφίγ­γει τὰ δόν­τια.»

       «Τό ’­πια­σες!» ἐ­πι­κρο­τοῦ­σε αὐ­τός.

       «Φυ­σι­κά, ξέρρ­ρε­τε», συ­νέ­χι­ζε ἐ­κεί­νη μὲ τὴν προ­σποι­η­τὴ φω­νή, «κά­πο­τε ἦ­ταν ἡ Ἑλ­λά­δα, ἀλ­λὰ τώ­ρα ὅ­λοι αὐ­τοὶ οἱ ἀ­παί­σιοι Ἄ­ρα­βες…»

       «Ἄχ, ναί, ναί», ἔ­λε­γε ἐ­κεῖ­νος, ἐ­νῶ τὸ πρό­σω­πό του πο­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ δυ­να­τά, γε­μά­τα πε­ρη­φά­νια, γέ­λια. Εἶ­χε γί­νει τέ­λεια γιὰ ἐ­κεῖ­νον.

       Στὸ κρε­βά­τι ἐ­κεί­νη τοῦ τό­νι­ζε «Εἶ­ναι πο­λὺ ἀρ­γά».

       «Θέ­λεις νὰ σοῦ τρί­ψω τὴν πλά­τη;»

       «Μμμ. Αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν πγαγ­μα­τι­κὰ ὡ­ραῖ­ο». Ἐ­νῶ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι μο­χθοῦ­σε μα­λά­ζον­τας τὴ λεί­α, ζε­στή, εὔ­πλα­στη ἐ­πι­φά­νεια, ἡ σύ­ζυ­γός του —αὐ­τὸ τὸ μι­κρὸ κα­τι­τὶς μέ­σα της ποὺ ἦ­ταν ὅ­λο δι­κό της— βυ­θι­ζό­ταν μα­κριά του· τὴν ἔ­παιρ­νε, κά­θε νύ­χτα, ὁ ὕ­πνος.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Τζὸν Ἀπντάικ (John Updike) (Ρέν­τινγκ, Πεν­σιλ­βά­νια, 1932-Ντάνβερς, Μα­σα­χουσέτης, 2009). Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς σπου­δαι­ό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Ἔ­χει γρά­ψει πάμ­πολ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς. Βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φερ­θεῖ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Κέρ­δι­σε δύ­ο βρα­βεῖ­α Πού­λι­τζερ.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Νί­να Μπού­ρη (1983). Σπού­δα­σε στὸ τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ ΜΜΕ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν, με­τα­φρά­ζει βι­βλί­α —κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνι­κὰ καὶ δο­κί­μια γιὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά— καὶ ὑ­πο­τι­τλί­ζει ται­νί­ες γιὰ φε­στι­βὰλ κι­νη­μα­το­γρά­φου.

 

Σοφία Μούτση: Ἀλεξάνδρα

 

  

Σο­φί­α Μούτση

 

Ἀλεξάνδρα

 

ΓΟΡΑΖΕΙ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ καὶ μπαί­νει στὴν σκο­τει­νὴ αἴ­θου­σα. Με­τρά­ει τέσ­σε­ρις σει­ρὲς ἀ­πὸ τὸ τέ­λος καὶ τὸν βλέ­πει. Βγά­ζει τὸ παλ­τὸ γιὰ νὰ μὴν ἐ­νο­χλή­σει καὶ κά­θε­ται δί­πλα του. Ἀ­μέ­σως τὸ χέ­ρι του σκε­πά­ζει τὸ δι­κό της. Σκύ­βει καὶ τῆς ψι­θυ­ρί­ζει πὼς τοῦ ἔ­λει­ψε. Σι­γο­τρέ­μει. Τὴν ρω­τά­ει ἂν θά­ ‘χει χρό­νο με­τά. Θὰ ἔ­χει, ἀ­παν­τά­ει. Ἀ­πό­ψε εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη.

        Τὸ ἔρ­γο προ­χω­ρᾶ, προ­χω­ρά­ει καὶ τὸ χέ­ρι του. Τὸν ἀ­φή­νει. Κά­θε­ται στη­τή, ἀ­σά­λευ­τη. Τὰ δά­χτυ­λά του μα­λά­ζουν τὴν σάρ­κα της, καῖ­νε. Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ της κοι­τά­ζει γύ­ρω, γλι­στρά­ει λί­γο πιὸ κά­τω στὴν κα­ρέ­κλα. Τὸν δι­ευ­κο­λύ­νει. Στὴν ὀ­θό­νη ξε­τυ­λί­γον­ται το­πί­α ἀ­πὸ τὴν Αὐ­στρα­λί­α, τώ­ρα ἀ­νοί­γει λί­γο τὰ πό­δια. Ἐ­κεῖ­νος σὰ νὰ τρε­λαί­νε­ται, σπρώ­χνει, ἀ­νοί­γει, τρέ­μει κι ἄλ­λο, σκύ­βει, ψά­χνει νὰ τὴ φι­λή­σει. Τὸν ἀ­φή­νει.

        Ἀ­κού­ει τὴν ἀ­να­πνο­ή του. Περ­νᾶ­νε με­ρι­κὰ λε­πτά. Ἀλ­λά­ζει λί­γο τὴ στά­ση της στὸ κά­θι­σμα. Ξαφ­νι­κά, σκέ­φτε­ται πὼς ἀρ­κε­τά, τώ­ρα πρέ­πει νὰ τὸν στα­μα­τή­σει. «Φτά­νει», τοῦ λέ­ει. Κλεί­νει τὰ πό­δια καὶ τοῦ ἐ­πι­στρέ­φει τὸ χέ­ρι, στρώ­νει τὴ φού­στα της, τοῦ λέ­ει νὰ πε­ρι­μέ­νει, ἔ­χουν ὅ­λο τὸ βρά­δυ δι­κό τους.

        Στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο δη­λώ­νουν κύ­ριος καὶ κυ­ρί­α Ζ., ἀ­νε­βαί­νουν.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη τὸ πρω­ὶ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸ χα­σά­πη. Τὰ παι­διὰ θέ­λουν κρέ­ας μὲ πα­τά­τες γιὰ βρα­δι­νό. Τὰ κομ­μά­τια τὸ μο­σχά­ρι, τὸ χοι­ρι­νό, κρέ­μον­ται στὰ τσιγ­κέ­λια. Ἀ­πὸ κά­ποι­α στά­ζει αἷ­μα. Θ’ ἀλλάξει χα­σά­πη, ἀ­πο­φα­σί­ζει, βα­ρέ­θη­κε τὸ πα­λο­μο­δί­τι­κο σκη­νι­κό. Φορ­τώ­νε­ται τὶς τσάν­τες καὶ φτά­νει σπί­τι.

        Ἀ­νοί­γει τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὸ νε­ρὸ στὴ μπα­νι­έ­ρα. Χρει­ά­ζε­ται νὰ πλυ­θεῖ. Θὰ μου­λιά­σει νὰ κα­θα­ρί­σει. Με­τὰ φο­ρά­ει μο­σχο­μυ­ρι­στὰ ροῦ­χα καὶ τὴ μά­σκα τῆς κυ­ρί­ας Ἀ­λε­ξάν­δρας, συ­ζύ­γου, μη­τέ­ρας, κό­ρης, ἐγ­γο­νῆς καὶ στρώ­νει τρα­πέ­ζι.

        Προ­σπα­θεῖ νὰ θυ­μη­θεῖ τὸν τίτ­λο τοῦ ἔρ­γου ποὺ εἶ­δε χτές. Ἀ­δύ­να­τον. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α κιόλας. Σὲ κα­νέ­ναν δὲν θὰ δώ­σει λο­γα­ρια­σμό. Καὶ κα­νέ­νας δὲν θὰ ρω­τή­σει. Μα­γει­ρεύ­ει καὶ ἀ­κού­ει τὸ τη­λέ­φω­νο ποὺ χτυ­πᾶ. Τὸ ση­κώ­νει. Εἶ­ναι αὐ­τὸς στὴν ἄλ­λη με­ριά, θέ­λει νὰ τὴ δεῖ, τὴν λα­τρεύ­ει, τὴν ἀ­γα­πά­ει, πε­θαί­νει, τοῦ λεί­πει, καί­γε­ται. Κλεί­νει τὸ τη­λέ­φω­νο.

        Μπαί­νουν τὰ παι­διά, πει­νᾶ­νε, για­τί δὲν ἔ­χει σερ­βί­ρει ἀ­κό­μη; Βά­ζει ἕ­να πο­τή­ρι κρα­σὶ καὶ δι­ορ­θώ­νει λί­γο τὰ μαλ­λιά της. Ἀ­κού­ει τὴν πόρ­τα τοῦ γκα­ράζ. Ἦρ­θε καὶ ὁ πα­τέ­ρας τους. Βά­ζει λί­γο ἄ­ρω­μα πί­σω ἀ­πὸ τ’ ­αὐ­τιὰ καὶ τὸ πιά­το του στὸ τρα­πέ­ζι. Τ’ ἀγόρια τσα­κώ­νον­ται, τὸ τη­λέ­φω­νο χτυ­πά­ει. «Λά­θος κά­νε­τε», τοῦ λέ­ει, «μὴ ξα­να­πά­ρε­τε αὐ­τὸ τὸν ἀ­ριθ­μό». Κλεί­νει τὴ γραμ­μὴ καὶ τὸ ἀ­φή­νει ἀ­νοι­χτό. Ἰ­σι­ώ­νει τὶς πι­έ­τες τῆς φού­στας καὶ προ­τεί­νει τὸ μά­γου­λο γιὰ τὸν βρα­δι­νὸ χαι­ρε­τι­σμό.

        «Πῶς πέ­ρα­σες χτές;» τὴν ρω­τά­ει καὶ κά­θε­ται στὸ τρα­πέ­ζι. Ἀ­νοί­γει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα συγ­χρό­νως. Ψά­χνει τὰ νέ­α, τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ στή­λη, κά­τι γιὰ με­το­χὲς καὶ ντά­ουν-τζό­ουνς μουρ­μου­ρί­ζει, τ’ ­ἀ­γό­ρια ἔ­χουν κιό­λας κα­τα­πι­εῖ τὸ φα­γη­τό τους, ρί­χνουν πί­σω τὶς κα­ρέ­κλες, τρέ­χουν στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο, στὴν ἄλ­λη τη­λε­ό­ρα­ση, «Πῆ­γα μὲ κά­ποι­ον στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο» ἀ­παν­τά­ει. Κα­νεὶς δὲν προ­σέ­χει, δὲν ἀ­κού­ει. «Πά­λι κοκ­κι­νι­στὸ ἔ­χου­με;» τὴ ρω­τᾶ καὶ τὴν κοι­τά­ει αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. «Δὲν σοῦ εἶ­πα πὼς ἤ­θε­λα λα­χα­νι­κὰ ἀ­πό­ψε;»

        Ἡ Ἀ­λε­ξάν­δρα στρί­βει, βγαί­νει ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο, ξε­κρε­μά­ει καὶ φο­ρά­ει τὸ παλ­τό της, βγαί­νει στὸ δρό­μο, πά­ει στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, κα­τε­βαί­νει τὰ σκα­λιά, ὑ­πό­γεια εἶ­ναι συ­νή­θως αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους οἱ κι­νη­μα­το­γρά­φοι, ἀ­γο­ρά­ζει εἰ­σι­τή­ριο, μπαί­νει, με­τρά­ει τέσ­σε­ρις σει­ρές, κά­θε­ται.

        Εἶ­ναι Μάρ­της, ἄ­νοι­ξη, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ κρυ­ώ­νει τό­σο ποὺ χτυ­πᾶ­νε τὰ δόν­τια της. Σφίγ­γει κα­λὰ τὸ σα­γό­νι.

 

 

Πη­γὴ: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Σο­φί­α Μούτση (Ἀ­θή­να, 1957). Σπού­δα­σε Δη­μό­σια Δι­οί­κη­ση στὸ Πάν­τει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ Νη­πι­α­γω­γὸς στὸ παι­δα­γω­γι­κὸ τμῆ­μα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν.

 

Γιῶργος Ἀράγης: Ὁ γείτονας

 

 

Γιῶργος Ἀράγης    

 

Ὁ γείτονας

 

ΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ τοῦ γρα­φεί­ου μου ρί­χνω πό­τε-πό­τε μα­τι­ὲς κά­τω στὴν πλα­τει­ού­λα. Ἔ­χει σχῆ­μα ρομ­βο­ει­δὲς καὶ στὸ κέν­τρο της δὲν εἶ­ναι πλα­τύ­τε­ρη ἀ­πὸ 45 μέ­τρα. Εἶ­ναι σχε­δὸν γυ­μνὴ ἀ­πὸ δέν­τρα, ἀλ­λὰ τ’ ἀ­πο­γέ­μα­τα γε­μί­ζει ἀ­πὸ μι­κρὰ παι­διά. Στὴ μέ­ση της, ἀ­πέ­ναν­τι, εἶ­ναι ἕ­να δι­ό­ρο­φο σπι­τά­κι. Ἐ­κεῖ μέ­νει ἕ­νας γεί­το­νας μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του, τὴ γυ­ναί­κα του, τὶς δυ­ὸ κό­ρες καὶ τὸ μι­κρὸ ἐγ­γο­νό του. Κά­θε πρω­ὶ ὁ με­σό­κο­πος γεί­το­νας βγαί­νει στὴν εἴ­σο­δο τοῦ σπι­τιοῦ του καὶ πε­ρι­μέ­νει λί­γο, ὥ­σπου οἱ γυ­ναῖ­κες νὰ τοῦ φέ­ρουν τὸν ἐγ­γο­νό του. Ἔ­πει­τα πιά­νει μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι τὸ δε­ξὶ χέ­ρι τοῦ παι­διοῦ καὶ παίρ­νουν τὸ δρό­μο γιὰ τὸ νη­πι­α­γω­γεῖ­ο. Ἡ πλα­τει­ού­λα εἶ­ναι λί­γο κα­τη­φο­ρι­κὴ καὶ βα­δί­ζουν προ­σε­κτι­κά.

       Ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φει ὁ γεί­το­νας, με­τὰ ἀ­πὸ κάμ­πο­ση ὥ­ρα, εἶ­ναι φορ­τω­μέ­νος πλα­στι­κὲς σακ­κοῦ­λες, μὲ ψώ­νια. Ἀ­νη­φο­ρί­ζει τὴν πλα­τει­ού­λα μὲ ἀρ­γὰ βή­μα­τα, σκύ­βον­τας κά­τω ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τῶν πραγ­μά­των ποὺ κου­βα­λά­ει. Στὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του, ἀ­φή­νει κά­να δυ­ὸ σακ­κοῦ­λες στὸ θυ­ρο­στό­μι, ση­κώ­νει τὸ κορ­μί του καὶ παίρ­νει μιὰ ἀ­νά­σα. Ἔ­πει­τα πα­τά­ει τὸ κου­δού­νι κι ἡ πόρ­τα ἀ­νοί­γει, ση­κώ­νει τὰ βά­ρη καὶ χά­νε­ται σκυ­φτὸς στὸ σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο. Ἡ πόρ­τα κλεί­νει.

       Κά­ποι­ες Κυ­ρια­κὲς ὁ γεί­το­νας ἀ­νη­φο­ρί­ζει τὴν πλα­τει­ού­λα χω­ρὶς τὰ κα­θη­με­ρι­νά του ροῦ­χα. Κα­λον­τυ­μέ­νος, θά ‘λε­γε κα­νείς, τοῦ κου­τιοῦ. Μαῦ­ρα γυ­α­λι­σμέ­να πα­πού­τσια, στα­χτὶ σκοῦ­ρο κο­στού­μι, ἄ­σπρο που­κά­μι­σο, βα­θιὰ γα­λά­ζια γρα­βά­τα, μαλ­λὶ κα­λο­χτε­νι­σμέ­νο. Τὸ βά­δι­σμά του εἶ­ναι κά­πως ἐ­πί­ση­μο, ὁ δι­α­σκε­λι­σμός του ὄ­χι βι­α­στι­κός, ἀλ­λὰ στα­θε­ρός, τὸ κορ­μὶ στη­τό, τὸ βλέμ­μα εὐ­θὺ καὶ μα­κρυ­νό, σὰν νὰ βλέ­πει κά­που πά­νω ἀ­πὸ τὶς στέ­γες τῶν σπι­τι­ῶν. Ἔ­τσι φαν­τά­ζει πιὸ ψη­λὸς καὶ πιὸ στι­βα­ρὸς ἀ­πὸ τὶς ἄλ­λες μέ­ρες. Κοι­τών­τας τον τέ­τοι­ες στιγ­μὲς μοῦ φαί­νε­ται πὼς ἡ γει­το­νιά μας κά­τι παίρ­νει ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σί­α του. Τὰ σπί­τια σὰν νὰ ψη­λώ­νουν λι­γά­κι κι οἱ δρό­μοι σὰν νὰ πλα­ταί­νουν. Ἴ­σως κι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ πό­λη. Δύ­σκο­λό μοῦ φαί­νε­ται νὰ βρί­σκε­ται τέ­τοι­ες στιγ­μές, στὴν ἴ­δια γει­το­νιά. Πιὸ ται­ρια­στὸ θὰ ἦ­ταν νὰ βρίσ­κε­ται κά­που ἀλ­λοῦ. Κά­που μὲ σπί­τια μέ­σα σὲ κή­πους γε­μά­τους λου­λού­δια καὶ δέν­τρα. Σπί­τια με­γά­λα μὲ σι­δε­ρέ­νι­ες καγ­κε­λω­τὲς αὐ­λό­θυ­ρες, μὲ φα­νά­ρια πά­νω στὶς πέ­τρι­νες κο­λό­νες τους. Ὅ­που περ­νών­τας κα­νεὶς μπο­ρεῖ νὰ βλέ­πει τὰ παι­διὰ νὰ παί­ζουν μέ­σα στὶς αὐ­λές, ν’ ἀ­κού­ει τὶς νό­τες ποὺ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὰ πλῆ­κτρα ἑ­νὸς πιά­νου, ἢ νὰ βλέ­πει τοὺς νε­α­ροὺς ἔ­νοι­κους νὰ μπαί­νουν στὰ λαμ­πε­ρὰ αὐ­το­κί­νη­τά τους καὶ νὰ φεύ­γουν πά­νω στοὺς ἀ­νοι­χτοὺς δρό­μους. Ἀ­φοῦ τὰ φαν­τά­ζε­ται κα­νείς, μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χουν ὅ­λα αὐ­τά. Κι ἴ­σως ὁ κυ­ρι­α­κά­τι­κος γεί­το­νας νὰ τό ‘χει στὸ νοῦ του νὰ φτά­σει μέ­σα στὴ μέ­ρα σ’ ἕ­ναν τέ­τοι­ο τό­πο.­..

       Ὅ­μως κα­θὼς δι­α­σχί­ζει τὴν πλα­τει­ού­λα καὶ χά­νε­ται, χά­νε­ται σι­γὰ-σι­γὰ ἡ ὅ­λη ἐν­τύ­πω­ση καὶ τὰ πράγ­μα­τα ἔρ­χον­ται στὴ θέ­ση τους. Τὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες, τὸν βλέ­πω πά­λι νὰ βγαί­νει τὸ πρω­ὶ στὴν ἐ­ξώ­θυ­ρα τοῦ σπι­τιοῦ του καὶ πε­ρι­μέ­νει νὰ φέ­ρουν οἱ γυ­ναῖ­κες τὸν ἐγ­γο­νό του. Τὸ πιά­νει ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ παίρ­νουν τὸ δρό­μο γιὰ τὸ νη­πι­α­γω­γεῖ­ο. Μέ­τα ἀ­πὸ κάμ­πο­ση ὥ­ρα ὁ γεί­το­νας γυ­ρί­ζει φορ­τω­μέ­νος πλα­στι­κὲς σακ­κοῦ­λες μὲ ψώ­νια. Στὸ κα­τώ­φλι παίρ­νει μιὰ ἀ­νά­σα κι ὅ­ταν ἀ­νοί­γει ἡ ἐ­ξώ­θυ­ρα μπαί­νει σκυ­φτὸς στὸ σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γι­ῶρ­γος Ἀ­ρά­γης (Με­γά­λο Πε­ρι­στέ­ρι Ἰ­ω­αν­νί­νων, 1936). Κρι­τι­κή, δο­κί­μιο, με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς Δερ­μα­το­λό­γος. Βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Ἐν­δο­χώ­ρα, Δο­κι­μα­σί­α, Πλα­νό­διον. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ζη­τή­μα­τα λο­γο­τε­χνι­κῆς κρι­τι­κῆς (1980). Τε­λευ­ταῖ­ο: Γιὰ τὸν Γι­ῶρ­γο Ἰ­ω­άν­νου (ἐκδ. Ἴ­δι­κτος, 2007).

 

Τζένιφερ Κάρ (Jennifer Carr): Ἡ Φωτογραφία Δίπλα στὸ Κρεβάτι

 

 

Τζένιφερ Κάρ (JenniferCarr)

 

Ἡ Φωτογραφία Δίπλα στὸ Κρεβάτι

(Photo by the Bed)

 

ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΥ μοῦ δί­νει νὰ δῶ φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κή σου ἡ­λι­κί­α σὰν νὰ πρό­κει­ται γιὰ δο­κι­μα­σί­α. «Ποιός εἶ­ναι ὁ Ἄ­λεκ;» ρω­τά­ει, χτυ­πών­τας τὴν ἄ­κρη μὲ τὸ δά­χτυ­λό της. Πε­ρι­ερ­γά­ζο­μαι τὰ πρό­σω­πά σας, τὸ δι­κό σου καὶ τοῦ δί­δυ­μου ἀ­δελ­φοῦ σου, στρογ­γυ­λὰ καὶ τὰ δύο, καὶ πλαι­σι­ω­μέ­να ἀ­πὸ μαῦ­ρα μαλ­λιά, μά­τια μι­σό­κλει­στα καὶ χα­μό­γε­λο. Τὸ πρό­σω­πό σου μοιά­ζει πιὸ πλα­τύ, ἡ μύ­τη σου ὄ­χι τό­σο μα­κριά, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ποὺ μοῦ δί­νει τὴν ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ὅ­τι πάν­τα γέρ­νεις πρὸς τὰ ἐμ­πρός. Εἶ­σαι αὐ­τὸς ποὺ τεν­τώ­νε­ται πρὸς τὴ φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νή, ἢ εἶ­σαι ἕ­τοι­μος νὰ πη­δή­ξεις ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν κορ­νί­ζα. Εἶ­σαι τρί­α λε­πτὰ καὶ σα­ράν­τα πέν­τε δευ­τε­ρό­λε­πτα με­γα­λύ­τε­ρος καὶ τὸ ἤ­ξε­ρες ἀ­κό­μα καὶ τό­τε. Σὲ δεί­χνω μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ ἡ μέ­ρα συ­νε­χί­ζε­ται, Πά­σχα ἢ γε­νέ­θλια, ἡ μέ­ρα συ­νε­χί­ζε­ται.

       Ὅ­ταν μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτε­ται, παίρ­νει στὰ χέ­ρια της τὴν κορ­νί­ζα στὸ κο­μο­δί­νο. Σ’ ἐ­κεί­νη τὴ φω­το­γρα­φί­α ὁ πα­τέ­ρας σου γε­λά­ει. Ἔ­χει μού­σι, γυα­λιὰ σὰν τοῦ Τζὸν Λέ­νον, μιὰ μπαν­τά­να ποὺ τοῦ σπρώ­χνει τὰ μαλ­λιὰ πρὸς τὰ πί­σω καὶ στὸ φόν­το σκο­τά­δι. Εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­τρας μὲ δύο νε­α­ρὰ ἀ­γό­ρια, ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ ἀ­κό­μα δὲν γνω­ρί­ζει τὸν πό­νο ποὺ θὰ τοῦ προ­κα­λοῦ­σε ὁ δε­σμὸς τῆς γυ­ναί­κας του μὲ κά­ποι­ον ἄλ­λο, τὸν πό­νο ποὺ θὰ τοῦ προ­κα­λοῦ­σε τὸ νὰ εἶ­ναι πα­τέ­ρας μό­νος σὲ ἕ­να σπί­τι. Οἱ γο­νεῖς του ἔ­μελ­λε νὰ πε­θά­νουν σὲ δύο χρό­νια. Ἔ­χει τὴν τω­ρι­νὴ ἡ­λι­κί­α μας.

       Στὴ φω­το­γρα­φί­α αὐ­τή, ἐ­σὺ στέ­κε­σαι μπρο­στά του μα­ζὶ μὲ τὸν δί­δυ­μο ἀ­δελ­φό σου, σὲ ἡ­λι­κί­α πέν­τε ἐ­τῶν. Φο­ρᾶ­τε καὶ οἱ δυ­ὸ ἐ­κεῖ­να τὰ ρι­γὲ σι­δη­ρο­δρο­μι­κὰ κα­πέ­λα ποὺ φο­ρού­σα­με ὅ­λοι – κι ἐ­γὼ φο­ροῦ­σα ἕ­να, πεν­τα­κό­σια μί­λια καὶ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια πιὸ μα­κριά. Μοῦ δί­νει τὴ φω­το­γρα­φί­α καὶ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν πρό­κει­ται γιὰ δο­κι­μα­σί­α, πρό­κει­ται γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α δί­πλα στὸ κρε­βά­τι. Σὲ δεί­χνω καὶ ἡ μη­τέ­ρα σου κου­νά­ει ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι της καὶ δεί­χνει τὸν ἀ­δελ­φό σου. Ἐ­σὺ γνέ­φεις κα­τα­φα­τι­κὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­τάς τη. «Ὄ­χι», τῆς λέ­ω καὶ με­τὰ σω­παί­νω ἀ­μέ­σως, τρο­μά­ζον­τας πὼς ἀ­γα­ποῦ­σα τὸ λά­θος πρό­σω­πο τό­σο και­ρό, ἔ­ψα­χνα τὸ λά­θος πρό­σω­πο, ἔ­ψα­χνα αὐ­τὸν μὲ τὸ λευ­κὸ που­κά­μι­σο γιὰ νὰ βρῶ τὰ δι­κά σου ση­μά­δια.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Bre­vi­ty & E­cho, An An­tho­lo­gy of Short Short Sto­ri­es, Be­ckel, A­bi­gail and Kath­leen Roo­ney, eds. Brook­line, MA: Ro­se Me­tal Press, 2006.

 

Τζέ­νι­φερ Κάρ (Jennifer Carr) Συγ­γρα­φέ­ας, μπλόγ­κερ, ὁ­μι­λή­τρια καὶ ὑ­πέρ­μα­χος κά­θε εἴ­δους δι­α­φυ­λι­κῶν ἀ­τό­μων. Ἡ ἀ­να­τρο­φὴ τοῦ δι­α­φυ­λι­κοῦ παι­διοῦ της ἐμ­πνέ­ει τὸ τα­ξί­δι αὐ­τε­πι­στα­σί­ας της ποὺ τὸ μοι­ρά­ζε­ται στὸ δι­ε­θνοῦς ἀ­κτι­νο­βο­λί­ας ἱ­στο­λό­γιό της, ὅ­που ψευ­δω­νυ­μο­γρα­φεῖ γιὰ τὴν προ­στα­σί­α τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας της (www.todayyouareyou.com).

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νος (Ἐκ­δό­σεις Πλα­νό­διον, 2009) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (Ἐκ­δό­σεις Ἀντ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

 

Μάνθος Ἀγγέλης: Ἡ ξένη

 

 

Μάν­θος Ἀγ­γέ­λης

 

Ἡ ξέ­νη

                                                                                                                                                   

ΤΥΠΗΣΑ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ τῆς πόρ­τας. Ξε­φλου­δι­σμέ­νη μπο­γιὰ καὶ μιὰ ξι­νὴ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ μα­γει­ρε­μέ­νο λά­χα­νο. Πι­α­νό­μουν ἀ­πὸ τὰ μι­κρο­πράγ­μα­τα τῶν ἤ­χων καὶ τῆς ὄ­σφρη­σης νὰ μὴ τὸ βά­λω στὰ πό­δια.     

       Στ’ αὐ­τιά μου ὁ ἦ­χος τοῦ κου­δου­νιοῦ ἀ­κού­στη­κε σὰ συ­να­γερ­μός. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἑνὸς λε­πτοῦ χτυ­πο­κάρ­δι, ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε. Μιὰ γυ­ναί­κα γύ­ρω στὰ ἑ­ξήν­τα. Λί­πος δι­πλω­μέ­νο στὴν κοι­λιά. Σκόρ­πια ρό­λε­ϊ στὰ θαμ­πὰ κόκ­κι­να μαλ­λιά της. Ἄ­σπρες ρί­ζες μέ­χρι τὴ μέ­ση. Τὸ τσι­γά­ρο ξε­χα­σμέ­νο στὸ στρα­βω­μέ­νο της στό­μα. Ἡ τσί­τι­νη ρόμ­πα μι­σά­νοι­χτη. Ἡ μη­τέ­ρα μου.

       Χρη­σι­μο­ποί­η­σα τὸ ἄλ­λο­θι τῆς στα­τι­στι­κῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας, ὅ­που δού­λευ­α γιὰ λί­γες ὧ­ρες τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ πέ­ρα­σα μέ­σα.

       Κα­νέ­να μη­τρι­κὸ ἔν­στι­κτο, ξε­πη­δών­τας σὰ χεί­μα­ρος, δὲν τὴν προ­έ­τρε­ψε νὰ μ’ ἀ­να­γνω­ρί­σει. Κα­θι­στι­κὸ μα­ζὶ μὲ κου­ζί­να. Μιὰ πα­λιὰ τη­λε­ό­ρα­ση στὴ δι­α­πα­σὼν – τὴ χα­μή­λω­σε χω­ρὶς νὰ τὴν κλεί­σει. Κά­θι­σα στὴ ξε­φτι­σμέ­νη πο­λυ­θρό­να ποὺ μοῦ ὑ­πέ­δει­ξε. Τί­πο­τα δὲ μὲ εἶ­χε προ­ε­τοι­μά­σει γι’ αὐ­τό. Ἀ­να­κά­τευ­ε κά­τι στὴν κα­τσα­ρό­λα καὶ φώ­να­ξε ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας ἂν ἤ­θε­λα κα­φέ. «Ναί, εὐ­χα­ρι­στῶ­», ψέλ­λι­σα γιὰ νὰ κερ­δί­σω χρό­νο. Ἡ ἴ­δια δι­και­ο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι ἔ­πι­νε πάν­τα λί­γο τζὶν πρὶν τὸ με­ση­με­ρια­νό, ἀλ­λὰ τὰ ἄ­δεια μπου­κά­λια τοῦ μπέρ­μπον πά­νω στὸν πάγ­κο δὲ συ­νη­γο­ροῦ­σαν σ’ αὐ­τό…

       «Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ κα­τά­στα­ση;»  Ἄρ­χι­σα τὶς ἐ­ρω­τή­σεις μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ἔν­τυ­πα ποὺ κρα­τοῦ­σα. Φω­νὴ στα­θε­ρή. Χέ­ρια ποὺ ἔ­τρε­μαν κά­τω ἀ­π’ τὰ χαρ­τιά. «Δια-δια-ζευγ­μέ­νη­», εἶ­πε τραυ­λί­ζον­τας. Τὸ πο­τή­ρι γε­μά­το στὸ χέ­ρι. «Τέ­κνα­;», «Τρί­α­», ἀ­πάν­τη­σε με­τὰ ἕ­να σύν­το­μο δι­σταγ­μὸ καὶ σή­κω­σε τὸ πο­τή­ρι. «Στὰ τέ­κνα… στὰ τε­κνά!…»  μοῦ ἔ­τει­νε τὸ δεί­κτη. «Νὰ ἐ­κεῖ πά­νω­», ρού­φη­ξε μὲ θό­ρυ­βο μιὰ γου­λιά.  Πνί­γη­κε στὸ βή­χα της. Ἔ­στρε­ψα τὸ βλέμ­μα στὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ ἔ­δει­χνε. Πά­νω στὴ σκο­νι­σμέ­νη ἐ­τα­ζέ­ρα. Τρί­α ἄ­γνω­στα παι­δι­κὰ πρό­σω­πα χα­μο­γε­λοῦ­σαν στὸ φα­κό.  Μα­κα­ρι­ό­τη­τα τῆς πρώ­της ἡ­λι­κί­ας. Τὴν κοί­τα­ξα ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὰ φαί­νε­ται, για­τί ἀ­μέ­σως ἀ­πάν­τη­σε θυ­μω­μέ­να. «Δὲ λεί­πει κα­νείς!» Σχε­δὸν πί­στε­ψα πὼς προ­δό­θη­κα. Θυ­μή­θη­κε τὸ κρε­μα­σμέ­νο τσι­γά­ρο στὸ στό­μα της. Τρά­βη­ξε μιὰ γε­ρὴ ρου­φη­ξιά. Κα­τά­πι­ε τὸν κα­πνό. Γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα νό­μι­σα πὼς θὰ σκά­σει.  Ἄλ­λα­ξε κου­βέν­τα. «Εἶ­σαι παν­τρε­μέ­νη;» Στὴν ἀρ­νη­τι­κή μου ἀ­πάν­τη­ση σχο­λί­α­σε «Κα­λύ­τε­ρα. Οὔ­τε παι­διὰ νὰ κά­νεις. Τὰ παι­διὰ εἶ­ναι μπε­λά­ς». Συ­νέ­χι­σα τὶς τυ­πι­κὲς ἐ­ρω­τή­σεις τῶν φυλ­λα­δί­ων. «Ἄ­νερ­γη­», «συν­τη­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν πρό­νοια». «Παι­διά ἐ­κτὸς γά­μου;»

       Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ στρι­φο­γύ­ρι­ζε σὰ τρε­λὴ στὸ μυα­λό μου, ἐ­πι­τέ­λους, βρῆ­κε τὸ δρό­μο της. «Εί­ναι πο­λὺ ἀ­δι­ά­κρι­τοι ἐ­κεῖ στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α». Ἔ­κα­να εἴ­κο­σι χρό­νια νὰ τὴ βρῶ. Δὲ θὰ ἔ­χα­να τώ­ρα τὴν εὐ­και­ρί­α. Νὰ τὴν κά­νω νὰ μι­λή­σει. Νὰ σπά­σει. Νὰ τὸ πα­ρα­δε­χτεῖ. Μό­νο αὐ­τὸ μ’ ἔ­νοια­ζε. Ὅ­μως, συ­νε­χῶς ξε­γλι­στροῦ­σε. Ἀ­νέ­βα­λ­λε. Ἄλ­λα­ζε. Μα­γι­κὴ εἰ­κό­να.

       Τὸ μά­τι μου ἔ­πε­σε σὲ μί­α ἀ­κό­μα φω­το­γρα­φί­α. Στὸ κου­τσὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα μου. Τὴν πῆ­ρα στὰ χέ­ρια. Τὸ τρα­πε­ζά­κι ἔ­γει­ρε. Ἕ­τοι­μο νὰ πέ­σει. Ἡ κι­τρι­νι­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α μὲ τὰ ξε­βαμ­μέ­να χρώ­μα­τα κρα­τοῦ­σε τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α. «Ποι­ό εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ μω­ρὸ στὸ κα­ρό­τσι;» εἶ­πα δῆ­θεν ἀ­δι­ά­φο­ρα. «Ε­γὼ μω­ρό. Στὴν πα­ρα­λί­α.» Κοί­τα­ξε λο­ξὰ μα­κριά. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὴν εἶ­δα μι­κρή. Εἶ­χα μιὰ ἴ­δια στὸ δω­μά­τιό μου. Ἡ ὁ­μοι­ό­τη­τα ἦ­ταν ἡ ἀ­πό­δει­ξη. «Δὲ ζεῖς ἂν ζεῖς σὰ σκιὰ ἀ­νά­με­σα σὲ ἄλ­λες σκι­ὲς καὶ κυ­νη­γᾶς τὴ σκιά σου…», ἔ­λε­γε ἕ­να πα­λιὸ γαλ­λι­κὸ τρα­γού­δι. Ἡ μη­τέ­ρα μου ἦ­ταν σί­γου­ρα μιὰ σκιά. Μιὰ ἀ­ναι­μι­κὴ σκιά, μα­κριὰ ἀ­πὸ ὅ,τι εἶ­χα φαν­τα­στεῖ. Κα­θό­ταν ἀ­πέ­ναν­τί μου στὴν ἄ­κρη τῆς κα­ρέ­κλας καὶ κοί­τα­ζε τὸ πά­τω­μα. Κα­τη­γο­ρού­με­νη σὲ μιὰ δί­κη ποὺ ἀ­γνο­οῦ­σε. Πο­λε­μοῦ­σα νὰ τὴ λυ­πη­θῶ, νὰ τὴ συγ­χω­ρή­σω, μὰ συγ­κρου­ό­μουν κα­τὰ μέ­τω­πο μὲ τὴν ἀ­νάγ­κη μου γιὰ δι­και­ο­σύ­νη.  Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἔ­με­νε ἀ­νοι­χτὴ νὰ παί­ζει. Χω­ρὶς ἦ­χο. Ἐ­κεί­νη κοί­τα­ζε χω­ρὶς νὰ βλέ­πει. Οἱ ἐ­ρω­τή­σεις μου εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει. Ση­κώ­θη­κα νὰ φύ­γω. Μὲ συ­νό­δε­ψε ὣς τὴν πόρ­τα. Ἀ­να­πάν­τε­χα γύ­ρι­σε. Μὲ κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Τρό­μα­ξα. Ἔ­κα­να ἕ­να βῆ­μα πί­σω. Χα­μο­γέ­λα­σα ἀ­μή­χα­να. «Ἔ­χεις μὲ τὴν κό­ρη μου τὸ ἴ­διο…»,  συλ­λά­βι­σε, «…χα­μό­γε­λο­», συμ­πλή­ρω­σα ἔν­τρο­μη, μέ­σα μου. «Στυ­λό­», εἶ­πε καὶ πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ πα­γω­μέ­νο μου χέ­ρι τὸ στυ­λὸ νὰ ὑ­πο­γρά­ψει τὸ ἔν­τυ­πο.   

       Χαι­ρέ­τη­σα. Βγῆ­κα ἔ­ξω στὸ ἡ­λι­ό­λου­στο με­ση­μέ­ρι, κα­τε­βαί­νον­τας τρο­χά­δην τὶς βρό­μι­κες σκά­λες τῆς ἐρ­γα­τι­κῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας τοῦ 17ου το­μέ­α. Κά­θι­σα σ’ ἕ­να παγ­κά­κι στὸ κον­τι­νὸ πάρ­κο κι ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο. Τὰ χέ­ρια μου συ­νέ­χι­σαν νὰ τρέ­μουν. Δὲν ἤ­μουν σί­γου­ρη ὅ­τι δὲ μ’ ἀ­να­γνώ­ρι­σε. Ξαφ­νι­κὰ δὲ μ’ ἔ­νοια­ζε πιά. Σκέ­φτη­κα ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ ὅ­τι, μά­να εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ σὲ με­γα­λώ­νει. Δὲν τὴν ἀ­να­ζή­τη­σα ξα­νά. Με­ρι­κὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­μα­θα τυ­χαῖ­α πὼς εἶ­χε πε­θά­νει ἀ­πὸ καρ­κί­νο στοὺς πνεύ­μο­νες. Δὲ ξα­να­κά­πνι­σα πο­τέ.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Μάν­θος Ἀγ­γέ­λης  (Καρ­δί­τσα). Σπού­δα­σε στὴν Ἱ­σπα­νί­α καὶ τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ σή­με­ρα ἀ­σκεῖ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ Δι­κη­γό­ρου στὴν Ἀ­θή­να.

 

Σανφλερύ (Champfleury): Τὸ μῆλο

 

 

Σαν­φλερύ (Champfleury)

 

Τὸ μῆ­λο

 

ΟΤΕ ΒΕΒΑΙΩΘΗΚΑ πὼς τὸ πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου εἶ­χε φτά­σει. Δέν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ τὸ ἀρ­νη­θῶ, οὔ­τε νά θρη­νή­σω. Μὲ τὸ κε­φά­λι ψη­λά, ὅ­πως ται­ριά­ζει στο­ὺς πρω­τό­πλα­στους, προ­χω­ρή­σα ὣς τὸν τό­πο τῶν ἀ­παν­τή­σε­ων. Ὁ Ἑ­ω­σφό­ρος (ἀ­να­γνώ­ρι­σα τὴ φω­νή του) ρώ­τη­σε ποιά ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α μου. «Ἕ­να μῆ­λο», εἶ­πα. Ἤ­ξε­ρα πῶς νὰ τὸ δαγ­κώ­σω, ὥ­στε νὰ μὴ στα­θεῖ στὸ λαι­μό μου. Πρό­λα­βα νά ἀ­κού­σω τὴν ὀρ­γή τοῦ Θε­οῦ: μέ ἔ­δι­ω­χνε ἀ­πό τόν Πα­ρά­δει­σο, ἐ­πει­δὴ εἶ­χα ὑ­πο­κύ­ψει στό ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ Ὄ­φε­ως. Ἡ Εὔ­α μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε. Κρα­τοῦ­σε τὸ μῆ­λο της στὸ χέ­ρι της. Μοῦ τὸ πρό­σφε­ρε, ἀ­φοῦ τὸ δάγ­κω­σε καί ἔ­κο­ψε ἕ­να κομ­μά­τι. Τί ἄλ­λο εἶ­χα νὰ κά­νω; Τὸ ἀ­πό­λαυ­σα. Καί, ὣς σή­με­ρα, δὲν ἔ­χω ἀ­παν­τή­σει σὲ καμ­μί­α ἐ­ρώ­τη­ση.

  

 

Σαν­φλε­ρύ (Champfleury) (1820-1889). Ὁ Γάλ­λος Ζὺλ Φραν­σου­ὰ Φε­λὶξ Φλε­ρὺ-Ὕσ­σον, γνω­στός μὲ τὸ φι­λο­λο­γι­κό ψευ­δώ­νυ­μο Σαν­φλε­ρύ, ὑ­πῆρ­ξε ὑ­πο­στη­ρι­κτὴς τοῦ κι­νή­μα­τος τοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ στὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Γνώ­ρι­σε τὸν Μπων­τλαίρ (1843) καί, με­ρι­κοὺς μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, ἐμ­φα­νί­στη­κε ὡς τε­χνο­κρι­τι­κὸς στὴν ἔγ­κυ­ρη ἐ­φη­με­ρί­δα LArtiste. Τὸ σύν­το­μο κεί­με­νο «Τὸ μῆ­λο» εἶ­ναι ση­μεί­ω­μα ποὺ ἔ­στει­λε στὸν Μπων­τλαὶρ με­τὰ τὴν ἀ­νά­γνω­ση τῆς συλ­λο­γῆς «Τὰ Ἄν­θη τοῦ Κα­κοῦ».

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Φί­λιπ­πος Δρα­κον­τα­ει­δῆς (Χαλ­κί­δα, 1940). Πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, με­τά­φρα­ση. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸν Ὀρ­γα­νι­σμὸ Οἰ­κο­νο­μι­κῆς Συ­νερ­γα­σί­ας καὶ Ἀ­νά­πτυ­ξης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ση­μει­ώ­μα­τα 1956-1963 (Ἐκδ. Φέ­ξης, Ἀ­θή­να, 1963). Τε­λευ­ταῖ­α του: Κρε­μά­στρα (Μυ­θι­στό­ρη­μα, ἐκδ. Τό­πος, Ἀ­θή­να, 2010) καὶ Λό­γος ἐ­ρει­πί­ων (Δο­κί­μια, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2010).