Γιάννης Παλαβός: Ὁ Ἄμπροουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύθοι

 

 

Γιάννης Παλαβός

 

«Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α»:

ὁ Ἄμπροουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φανταστικοὶ μύθοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή.

 

ΠΟΙ­Η­ΤΗΣ ΚΑΙ ΠΕ­ΖΟ­ΓΡΑ­ΦΟΣ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913) ὑ­πῆρ­ξε ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20ου. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α του στὰ γράμ­μα­τα, ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὶς Η­ΠΑ – ἰ­δί­ως στὴ Δυ­τι­κὴ Ἀ­κτή, ὅ­που τα ἄρ­θρα του ἀ­σκοῦ­σαν ση­μαν­τι­κὴ ἐ­πιρ­ρο­ή. Τὰ ἴ­χνη του χά­θη­καν τὸ 1913, ὅ­ταν πέ­ρα­σε τὰ ἀ­με­ρι­κα­νο-με­ξι­κα­νι­κὰ σύ­νο­ρα γιὰ νὰ συν­δρά­μει —ὅ­πως του­λά­χι­στον εἰ­κά­ζε­ται— τὶς δυ­νά­μεις τῆς με­ξι­κα­νι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης ὑ­πὸ τὸν Πάν­τσο Βί­για.

       Τὸ ἔρ­γο τοῦ Μπὴρς συν­τί­θε­ται ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἀ­πό: (α) Δι­η­γή­μα­τα σὲ ρε­α­λι­στι­κὸ ὕ­φος ποὺ ἀν­τλοῦν ἀ­πὸ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του ὡς στρα­τι­ώ­τη καὶ με­τέ­πει­τα ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοῦ στὸν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ ἐμ­φύ­λιο. Στὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τὰ οὐ­δέ­πο­τε δο­ξο­λο­γεῖ­ται ὁ πό­λε­μος· κυ­νι­κὰ καὶ με­λαγ­χο­λι­κά, τὰ κεί­με­να τοῦ Μπὴρς πα­ρου­σιά­ζουν τὸν πό­λε­μο ὡς μιὰ ὀ­δυ­νη­ρὴ καὶ μά­ται­η ἄ­σκη­ση στὴ βία καὶ τὸ θά­να­το. (β) Δι­η­γή­μα­τα τρό­μου· ἐ­δῶ τὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν κα­τα­βο­λῶν γοτ­θι­κὸ στοι­χεῖ­ο μπο­λι­ά­ζε­ται μὲ τὴν το­πο­γρα­φί­α καὶ ἀν­θρω­πο­γε­ω­γρα­φί­α τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς Δύ­σης, ἐ­νῶ δί­νε­ται ἔμ­φα­ση στὶς ψυ­χο­λο­γι­κὲς πτυ­χὲς τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες φο­ρὲς στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α —τὸ δρό­μο ἄ­νοι­ξε ὁ Ἔν­τγκαρ Ἄ­λαν Πό­ε— ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἡ ὑ­παρ­ξια­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. (γ) Ἀλ­λη­γο­ρι­κοὺς μύ­θους· στὴν κα­τη­γο­ρί­α αὐ­τὴ ἐν­τάσ­σον­ται οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι, στοὺς ὁ­ποί­ους θὰ ἀ­να­φερ­θοῦ­με ἐ­κτε­νέ­στε­ρα στὴ συ­νέ­χεια. (δ) Ποι­ή­μα­τα· πρό­κει­ται γιὰ ἔμ­με­τρα ποι­ή­μα­τα, συ­χνὰ ὀ­λι­γό­στι­χα, ποὺ κα­τα­πι­ά­νον­ται μὲ τὰ ἴ­δια θέ­μα­τα ποὺ ἀ­πα­σχό­λη­σαν ἐν γέ­νει τὸν Μπήρς. Ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α τῶν πε­ζο­γρα­φη­μά­των του ἔ­χει ἐ­πι­σκιά­σει αὐ­τὴ τὴν πλευ­ρὰ τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς του δρα­στη­ρι­ό­τη­τας. (ε) Ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κή του ἐρ­γα­σί­α ἢ δι­α­σκευ­ὴ αὐ­τῆς σε λο­γο­τέ­χνη­μα· εἶ­ναι ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ δη­μο­φι­λέ­στε­ρου πο­νή­μα­τός του, τοῦ Ἀλ­φα­βη­τα­ρί­ου τοῦ Δι­α­βό­λου, ἑ­νὸς ἰ­δι­ό­τυ­που ἀν­τι-λε­ξι­κοῦ ποὺ ξε­κί­νη­σε ὡς στή­λη σὲ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ κα­τό­πιν ἐκ­δό­θη­κε ὑ­πὸ μορ­φὴ βι­βλί­ου.

       Ὁ Μπὴρς εἶ­ναι πε­ρί­φη­μος κυ­ρί­ως γιὰ τὸ ὕ­φος του: πι­κρός, εἴ­ρων, ἱ­κα­νό­τα­τος στὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κὴ σά­τι­ρα, τα­γὸς τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου. Στό­χοι του ἦ­ταν τὸ πο­λι­τι­κὸ καὶ δι­κα­στι­κὸ σύ­στη­μα, οἱ δι­πλω­μά­τες, ἡ ὀρ­γα­νω­μέ­νη θρη­σκεί­α, ὁ Τύ­πος, οἱ συγ­γρα­φεῖς καὶ τὸ σι­νά­φι τους ἀλ­λὰ καὶ οἱ δι­ά­φο­ρες «Ἑ­νώ­σεις Γυ­ναι­κῶν» (ὁ Μπὴρς ἔ­γρα­φε κα­τὰ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς πρώ­της γυ­ναι­κεί­ας χει­ρα­φέ­τη­σης). Τὰ ἐ­πί­θε­τα ποὺ συ­νο­δεύ­ουν τὸ ἔρ­γο του κω­δι­κο­ποι­οῦν­ται εὔ­κο­λα: κυ­νι­κό, σαρ­κα­στι­κό, πνευ­μα­τῶ­δες, ἀλ­λό­κο­το, μα­κά­βριο, ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο, μι­σαν­θρω­πι­κό. Ἡ φρά­ση ποὺ λέ­γε­ται πὼς ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τὸ μό­το του εἶ­ναι «No­thing mat­ters»: «Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α».

       Ἡ κρι­τι­κὴ ὑ­περ­τό­νι­σε τὸν μη­δε­νι­στι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῶν κει­μέ­νων τοῦ Μπήρς. Ὡ­στό­σο, πρό­κει­ται γιὰ πα­ρε­ξή­γη­ση. Ἡ πε­ρί­πτω­σή του φέρ­νει στὸ νοῦ ἕ­ναν ἄλ­λον, νε­ό­τε­ρο ὁ­μό­τε­χνό του ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­χουν γρα­φτεῖ πε­ρί­που τὰ ἴ­δια: τὸν αὐ­στρια­κὸ Τό­μας Μπέρ­νχαρντ. Ἡ ἀ­στο­χί­α τῶν κα­τη­γό­ρων ἀμ­φό­τε­ρων τῶν συγ­γρα­φέ­ων ἔγ­κει­ται στὸ ὅ­τι δὲν ἀν­τι­λή­φθη­καν ὅ­τι ἡ πι­κρὴ αὐ­τὴ στά­ση εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἀ­νε­στραμ­μέ­νης τρυ­φε­ρό­τη­τας. Τό­σο ὁ Μπὴρς ὅ­σο καὶ ὁ Μπέρ­νχαρντ δι­ῆλ­θαν βί­ο συ­χνὰ μο­νή­ρη καὶ πλή­ρη ἀ­πο­γο­η­τεύ­σε­ων. Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει γιὰ τὸν Μπέρ­νχαρντ ὁ με­τα­φρα­στής του Σπύ­ρος Μο­σκό­βου «­[­…] Ἡ ἀ­δυ­να­μί­α τῆς προ­σω­πι­κῆς εὐ­τυ­χί­ας καὶ ἡ ἄ­πω­ση γιὰ τὸν κοι­νω­νι­κὸ πε­ρί­γυ­ρο δι­ο­χε­τεύ­θη­καν σὲ μιὰ λο­γο­τε­χνί­α γε­μά­τη σαρ­κα­σμὸ καὶ ὑ­παρ­ξια­κὴ με­λαγ­χο­λί­α. Τὰ πε­ζὰ καὶ τὰ θε­α­τρι­κά του Μπέρ­νχαρντ μοιά­ζουν ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως μὲ ἔρ­γα “μι­σαν­θρώ­που”. Μέ­χρι νὰ ἀ­φουγ­κρα­στεῖς πί­σω τους τὸ ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὸ κλά­μα γιὰ τὴ χα­ρὰ ποὺ δὲν ἦρ­θε πο­τὲ» (στὸ Τὰ βρα­βεῖ­α μου, Ἑ­στί­α, 2010).

 

Ὁ Μπὴρς στὰ ἑλ­λη­νι­κά

 

       Ἂν κι ἕ­να μᾶλ­λον ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το πο­σο­τι­κὰ μέ­ρος του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, τὸ ἔρ­γο τοῦ Μπὴρς δὲν ἔ­χει τύ­χει ἀ­κό­μη τῆς δέ­ου­σας ὑ­πο­δο­χῆς στὴν Ἑλ­λά­δα. Μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὸ Ἀλ­φα­βη­τά­ρι τοῦ δι­α­βό­λου, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἔρ­γο ἀ­να­φο­ρᾶς καὶ εἶ­ναι πιὰ ἐν­ταγ­μέ­νο στὸν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να, ὁ Μπὴρς δὲν φαί­νε­ται νὰ ἔ­χει ἀ­πα­σχο­λή­σει ἰ­δι­αί­τε­ρα τοὺς δι­α­μορ­φω­τὲς τοῦ ἐγ­χώ­ριου κα­νό­να. Αὐ­τὸ ἐν­δε­χο­μέ­νως ὀ­φεί­λε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὰ κα­θ’ ἡ­μᾶς ἀ­νέ­λα­βαν συ­χνὰ ἐ­λάσ­σο­νες ἐκ­δο­τι­κοὶ οἶ­κοι ποὺ εἰ­δι­κεύ­ον­ται στὴν πα­ρα­λο­γο­τε­χνί­α τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. Πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας κεί­με­νά του σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ εἴ­δους —ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς πρό­χει­ρα με­τα­φρα­σμέ­νες καὶ ἐ­πὶ τῆς οὐ­σί­ας χω­ρὶς ἐ­πι­μέ­λεια— προ­σέ­δε­σαν, λό­γω τῆς ἀ­τυ­χοῦς αὐ­τῆς με­ρί­κευ­σης, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπὴρς στὸ ἅρ­μα μιᾶς λο­γο­τε­χνί­ας εἰ­δι­κῶν ἐν­δι­α­φε­ρόν­των καὶ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ἀν­το­χῆς. Σ΄ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο, ἡ πρό­σφα­τη ἔκ­δο­ση μιᾶς συλ­λο­γῆς τεσ­σά­ρων δι­η­γη­μά­των τοῦ Μπὴρς ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Λέ­σχη γο­νε­ο­κτό­νων (2010) ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα καὶ ἡ σχε­τι­κὴ κρι­τι­κο­γρα­φί­α δη­μι­ουρ­γοῦν ἴ­σως τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ ἀ­νά­σχε­ση τοῦ κλί­μα­τος.

 

Οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι

 

       Οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι (F­a­n­t­a­s­t­ic f­a­b­l­es, G.P. P­u­t­n­a­m­’s S­o­ns, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1899) ἀν­τλοῦν ἀ­πὸ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που: κα­τὰ τὸ πρό­τυ­πο τῶν αἰ­σώ­πει­ων ἀ­φη­γή­σε­ων, ὁ Μπὴρς πα­ρα­δί­δει σύν­το­μες, ἐν εἴ­δει ἀ­νεκ­δό­του ἱ­στο­ρί­ες, συ­χνό­τα­τα δι­α­λο­γι­κές, μὲ δι­δα­κτι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο (ἂν καὶ κα­τὰ κα­νό­να ἀ­νορ­θό­δο­ξο)· ὅ­πως καὶ στὸν Αἴ­σω­πο, πρω­τα­γω­νι­στὲς εἶ­ναι πολ­λὲς φο­ρὲς ζῶ­α ἀλ­λὰ καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νες ἔν­νοι­ες, ὅ­πως ἡ Ἀ­ρε­τὴ ἢ ἡ Μοί­ρα. Ἡ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι στοὺς μύ­θους τοῦ Μπήρς, ποὺ ἀ­πευ­θύ­νον­ται σὲ ἐ­νή­λι­κες, κυ­ρί­αρ­χο στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι ἡ κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ σά­τι­ρα, πάν­τα ἀ­πὸ τὸ με­τε­ρί­ζι μιᾶς παι­γνι­ώ­δους ἀλ­λὰ ἄ­τεγ­κτα ὀρ­θο­λο­γι­κῆς με­τρι­ο­πά­θειας. Δι­ά­χυ­το εἶ­ναι ἐ­πί­σης τὸ οἰ­κεῖ­ο καυ­στι­κὸ καὶ κα­τὰ κα­νό­να ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο βλέμ­μα τοῦ συγ­γρα­φέα ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση.

       Τὸ βι­βλί­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει 245 σύν­το­μα ἀ­φη­γή­μα­τα. Τὰ 181 ἐξ αὐ­τῶν εἶ­ναι πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να τοῦ Μπήρς, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι δι­α­σκευ­ὲς αἰ­σώ­πει­ων καὶ ἄλ­λων μύ­θων, τοὺς ὁ­ποί­ους πα­ραλ­λάσ­σει κα­τὰ τὸ δο­κοῦν προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σει τὴν προ­σω­πι­κή του κο­σμο­αν­τί­λη­ψη. Ἂν καὶ δὲν εἶ­ναι ὅ­λα τὰ κεί­με­να τῆς συλ­λο­γῆς τὸ ἴ­διο ἀ­ξι­ό­λο­γα καὶ ἡ στα­θε­ρὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη δο­μή τους κα­τα­λή­γει κου­ρα­στι­κή, ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἀ­ξί­ζουν τὴν προ­σο­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη· ἂν μὴ τί ἄλ­λο δι­ό­τι τὸ βι­βλί­ο συ­νι­στᾶ μιά, κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, σύ­νο­ψη —αἰ­σθη­τι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κά— τῆς πνευ­μα­τώ­δους γρα­φῆς τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει γιὰ τοὺς Φαν­τα­στι­κοὺς μύ­θους ὁ R­o­b­e­rt L. G­a­le στὸ An A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce c­o­m­p­a­n­i­on (G­r­e­e­n­w­o­od P­r­e­ss, 2001, σέλ. 94), «­[­…] Τὸ τε­λι­κὸ συμ­πέ­ρα­σμα τοῦ Μπὴρς εἶ­ναι ὅ­τι τὰ χρή­μα­τα ἐ­πι­κρα­τοῦν ἔ­ναν­τι τῆς ἠ­θι­κῆς, ἡ φι­λαρ­γυ­ρί­α ἔ­ναν­τι τοῦ ἰ­δε­α­λι­σμοῦ, ἡ κα­κί­α ἔ­ναν­τι τῆς κα­λο­σύ­νης, ἡ ἀ­χα­ρι­στί­α ἔ­ναν­τι τῆς εὐ­γνω­μο­σύ­νης, ἡ δι­α­φθο­ρὰ ἔ­ναν­τι τῆς ἀ­κε­ραι­ό­τη­τας χα­ρα­κτή­ρα, ἡ ἀ­πά­θεια ἔ­ναν­τι τῆς δρά­σης – κον­το­λο­γίς, ὁ θά­να­τος, σὲ ὅ­λες του τὶς μορ­φές, ἔ­ναν­τι τῆς ζω­ῆς.» Ὅ,τι δη­λα­δὴ ἐν συ­νό­λῳ ὑ­πεν­θυ­μί­ζει συ­νε­χῶς τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἄμ­προ­ουζ Μπήρς.

       Ἐ­πι­ση­μαί­νε­ται ὅ­τι οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι πα­ρου­σι­ά­στη­καν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ τὸ 1983 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γράμ­μα­τα, σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Θέ­μη Μι­χα­ήλ, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ βι­βλί­ο αὐ­τὸ εἶ­ναι δυ­σεύ­ρε­το σή­με­ρα. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι δὲν συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸν βι­βλι­ο­γρα­φι­κὸ κα­τά­λο­γο τῆς Ἐ­θνι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης. Ἔ­τσι δὲν μπο­ρέ­σα­με νὰ ἔ­χου­με τὴν σχε­τι­κὴ αὐ­το­ψί­α.

       Mιὰ μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ δέ­κα κει­μέ­νων ἀ­πὸ τοὺς Φαν­τα­στι­κοὺς μύ­θους θὰ πα­ρου­σια­στεῖ στὶς προ­σε­χεῖς ἀ­ναρ­τή­σεις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου.

  

 

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Φωτογραφία: Ὁ Ἀμβρόσιος Μπὴρς πενήντα ἐτῶν, στὶς 7 Ὀκτωβρίου 1892.

 

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: