Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#7]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος


κῆ­πος


Ὁ Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ στὸ ὑ­περ­σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μά του «Ὁ Κῆ­πος» (Τὸ βά­ραθρο, 1984) γρά­φει: «Κα­θὼς ἀ­νε­βαί­νω τὸν ἄ­θλιο χω­μα­τό­δρο­μο, ποὺ ὅ­λο στε­νεύ­ει κι ἀ­νη­φο­ρί­ζει, φα­νε­ρώ­νε­ται μπρο­στά μου ὁ κῆ­πος. Μιὰ σκά­λα φέρ­νει στὸ καγ­κε­λω­τὸ κι­ό­σκι μὲ τὰ με­γά­λα μα­βιὰ λου­λού­δια. Τὰ σκα­λο­πά­τια της εἶ­ναι ἀ­πὸ πέ­τρα δι­ά­φα­νη, καὶ μέ­σα τους πλέ­ουν φύλ­λα, ὡ­ραῖ­α χρώ­μα­τα καὶ λί­γα γράμ­μα­τα τοῦ ἀλ­φα­βή­του». Στὴν κο­ρυ­φαί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Ἀλληλουχία τῶν κήπων (1964) τοῦ Cortázar τὰ γράμ­μα­τα γί­νον­ται λέ­ξεις καὶ πο­τα­μὸς ποὺ σβή­νει τὰ ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴ μυ­θο­πλα­σί­α. Στὸ δι­ή­γη­μα Ὁ κῆ­πος μὲ τὰ δι­α­κλα­δω­τὰ μο­νο­πά­τια (1941) τοῦ Borges ξε­τυ­λί­γε­ται ἕ­να δι­ά­φα­νο μυ­στή­ριο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν Τσού­ι Πέν, τὸν πρό­γο­νο τοῦ κεν­τρι­κοῦ ἥ­ρω­α. Ὁ Τσού­ι Πὲν ἀ­παρ­νή­θη­κε τὰ πάν­τα, κλεί­στη­κε γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια στὸ Πε­ρί­πτε­ρο τῆς Λα­γα­ρῆς Μο­να­ξιᾶς, «στὴ μέ­ση ἑ­νὸς σχε­δὸν ἀ­δι­έ­ξο­δου κή­που», ὅ­που πά­λε­ψε μὲ «τὸ ἀ­βυσ­σα­λέ­ο πρό­βλη­μα τοῦ χρό­νου» κι ἔ­γρα­ψε μὲ τὸ πι­νε­λά­κι του ἕ­να βι­βλί­ο-ἰ­δέ­α μὲ τί­τλο Ὁ κῆ­πος μὲ τὰ δι­α­κλα­δω­τὰ μο­νο­πά­τια καὶ θέ­μα τὸ χρό­νο, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ τὸν ἀ­να­φέ­ρει πο­τέ. Σὲ αὐ­τὸ συ­νέ­λα­βε τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ζω­ῆς καὶ τὴν εἰ­κό­να τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου ὡς ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ λα­βύ­ριν­θο.



μη­τέ­ρα φύ­ση, ἄν­θρω­πος, ζῶ­α


«Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, ὁ δει­νό­σαυ­ρος ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ»[1], εἶ­ναι ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο «Ὁ δει­νό­σαυ­ρος» (1959) τοῦ Augusto Mon­ter­ro­so. Στὸ βι­βλί­ο Varia­cio­nes sobre «El dinosaurio» (Mi­cro­po­lis, 2016) τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ Lauro Zavala ἐ­ξε­τά­ζον­ται ἐν­δε­λε­χῶς ὅ­λες οἱ κα­τα­γε­γραμ­μέ­νες πα­ραλ­λα­γές της. Τεκ­μη­ρι­ώ­νε­ται τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἔχει μείνει στὴν ἱστορία γιὰ τὶς πο­λυ­ά­ριθ­μες με­λέ­τες ποὺ ἔ­χουν γί­νει πά­νω σε αὐ­τὴ καὶ ἀ­φο­ροῦν ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς καὶ ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις ὡς πρὸς τὴν πύ­κνω­ση νο­ή­μα­τος, τὴν καφ­κι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ ἀ­να­πό­δρα­στου, τὴν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ ἑ­νό­τη­τα –χώ­ρου –χρό­νου –δρά­σης, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λοῦν συ­νή­θη εἰ­δο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως Τὸ ραντεβοῦ μου μὲ μιὰ Νε­ά­ντερ­ταλ τοῦ David Galef ποὺ ἑ­νώ­νει τὸ μα­κρι­νὸ πα­ρελ­θὸν τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους μὲ τὸ σή­με­ρα, ἀλ­λὰ καὶ τὸ μέλ­λον. Εἰ­δι­κά, ὅ­μως, ὁ δει­νό­σαυ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ ἂν δι­α­βα­στεῖ στὸ ἀ­πώ­τε­ρο μέλ­λον, φαί­νε­ται ὅ­τι δὲ θὰ ἀλ­λοι­ω­θεῖ ἡ δυ­να­μι­κή του, δι­ό­τι φέ­ρει στὸ dna του τὴν ἀ­να­τρε­πτι­κὴ ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει καὶ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α «Τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­άν…». Ἐ­πι­πλέ­ον, κα­θὼς ἡ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἀ­να­γνω­στῶν θε­ω­ρεῖ ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ ξυ­πνά­ει εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος, κω­δι­κο­ποι­εῖ τε­λι­κὰ ἕ­να ἐλ­πι­δο­φό­ρο μή­νυ­μα: ἡ ζω­ὴ συ­νε­χί­ζε­ται καὶ μὲ αὐ­τὸ τὸ δε­δο­μέ­νο θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει καὶ νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ ὅ­τι πε­ρι­κλεί­ει τὰ πάν­τα καὶ εἶναι καὶ ἀγρίως ἀπίθανη, συμ­φω­νών­τας μὲ τὴν Καραπάνου.


Τὸ 2013 δη­μο­σι­εύ­θη­κε μέ­ρος τοῦ ἀρχείου τοῦ Πανεπιστημίου Cornell ἀ­πὸ ἤ­χους πτη­νῶν, στὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη ἡ διαδικτυακὴ πρόσβαση καὶ μπο­ροῦ­με νὰ συμ­βάλ­λου­με στὸν ἐμ­πλου­τι­σμό του. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὅ­μως, ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σπά­νι­ες ἠ­χο­γρα­φή­σεις πτη­νῶν, νὰ ἀ­κού­σει κα­νεὶς τυ­χαῖ­ες ἐ­πι­λο­γὲς ποὺ προ­τεί­νον­ται ἀ­πὸ τὴ βά­ση δε­δο­μέ­νων ἐ­ὰν ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα γιὰ τὸ εἶ­δος human-homo sapiens (π.χ. ἄντρας, ἐ­νή­λικας ποὺ ρο­χα­λίζει, ντου­έτο δύο ἔφη­βων κορι­τσιῶν, παραδοσιακά τρα­γού­δια ἀπὸ τὴ Γουα­δελού­πη, λειτουρ­γία σὲ μονα­στήρι στὴν Αἰ­θι­ο­πί­α, κ.ἄ.)


Ὁ Ἄγ­γλος Nicholas Royle μὲ τὴ συλλογὴ διηγημάτων του Ornithology (Confingo Publishing, 2017) πε­ρι­γρά­φει τὴν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὶς ἀλ­λό­κο­τες συ­νή­θει­ες δι­ά­φο­ρων πτη­νῶν, ἀλ­λὰ μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀλ­λη­γο­ρι­κὴ πε­ρι­γρα­φή, ἀ­νι­χνεύ­ει τὸ μυ­στή­ριο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­πι­θυ­μί­ας μὲ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, κα­θὼς ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι κι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θεωρητικοὺς τοῦ είδους. Στὸ ἴ­διο πνεῦ­μα κι­νοῦν­ται καὶ οἱ συγ­γρα­φεῖς ἀ­πὸ τὴν Κί­να, τὸ Χὸνγκ Κὸνγκ καὶ τὴν Τα­ϊ­βάν, ὅ­πως φαί­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α μὲ 91 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μὲ τί­τλο Loud Sparrows (Columbia University Press, 2006), ἀλ­λὰ καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι δι­ε­θνῶς, μὲ πρό­σφα­το πα­ρά­δειγ­μα τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ στὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α Flash Frontier μὲ θέ­μα Birds. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο, ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς Ἀγ­γλί­δας Jude Higgins μὲ τί­τλο Bird life, μὲ θέ­μα τὴν τραυ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τοῦ χω­ρι­σμοῦ ἑ­νὸς ζευ­γα­ριοῦ ἀ­πὸ τὴν ὀ­πτι­κὴ τοῦ ἐγ­κα­τα­λε­λει­μέ­νου συ­ζύ­γου, ἡ ὁ­ποί­α με­τὰ τὴν ἐ­πα­νέ­νω­ση τοῦ ζευ­γα­ριοῦ δὲ συ­ζη­τή­θη­κε, ἀλ­λὰ προ­βλη­μα­τί­ζει τὴ γυ­ναί­κα μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν εὕ­ρε­ση ἑ­νὸς νε­κροῦ που­λιοῦ στὸ κα­τώ­φλι τους.


Ὁ Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς στὸ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα «Εὕ­ρη­μα» (στὸ Βάραθρο) ξυ­πνά­ει ἀ­νή­συ­χος ἀ­πὸ μιὰ φω­νὴ ποὺ ἀ­κού­ει νὰ τὸν κα­λεῖ. Ντύ­νε­ται βι­α­στι­κὰ καὶ φτά­νει σ’ ἕ­να βρά­χο στὴ θά­λασ­σα, πε­λε­κά­ει τὴν πέ­τρα μὲ τὸν κα­σμά του ἀ­γω­νι­ών­τας νὰ βρεῖ ἀ­πὸ ποῦ προ­έρ­χον­ται τὰ βογ­κη­τά, ὥ­σπου ξε­προ­βάλ­λει ἕ­να ἀ­δύ­να­μο που­λὶ ποὺ τρί­φτη­κε σὰν δυ­ό­σμος ξε­ρὸς στὸ ἄγ­γιγ­μά του. Ὁ Γιάννης Παλαβὸς στὸ δι­ή­γη­μα «Ζῆ­νος» (συλ­λο­γὴ Τὸ Παιδί) γρά­φει γιὰ δύ­ο ἀ­δέλ­φια τὰ ὁ­ποῖ­α ἕ­να πρω­ῒ φτιά­χνουν χι­ο­νάν­θρω­πο στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ τους. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φὸς πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴ μη­τέ­ρα τους μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας νὰ τη­λε­φω­νεῖ μὲ ἀ­γω­νί­α, προ­κει­μέ­νου νὰ μά­θει ποῦ εἶ­ναι ὁ πα­τέ­ρας τους, ὁ Ζῆ­νος, ποὺ δὲ γύ­ρι­σε τὸ βρά­δυ στὸ σπί­τι τους. Στὸ με­τα­ξύ, ἔ­χει πα­γι­δεύ­σει ἕ­να σπουρ­γί­τι ἐν ἀ­γνοί­ᾳ τῆς μι­κρῆς ἀ­δελ­φῆς του καὶ ὅ­ταν τε­λει­ώ­νουν τὸν χι­ο­νάν­θρω­πο ὁ ἀ­δελ­φὸς σκο­τώ­νει κρυ­φὰ τὸ που­λί, ἀ­νοί­γει βι­α­στι­κὰ μιὰ τρύ­πα στὸ κε­φά­λι τοῦ χι­ο­ναν­θρώ­που καὶ τὸ χώ­νει μέ­σα.


Tὸ 2016 ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε ὅ­τι γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς φυ­σι­κῆς ἀ­νι­χνεύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο LIGO σῆ­μα τῶν βαρυτικῶν κυμάτων, ἐ­πα­λη­θεύ­ον­τας τὴ θε­ω­ρί­α ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξε πε­ρί­που ἑ­κα­τὸ χρό­νια πρὶν ὁ Ein­stein πε­ρὶ τῆς ὕ­παρ­ξής τους. Τὸ σῆ­μα, διάρκειας ελάχιστων δευ­τε­ρο­λέ­πτων, ἀ­πο­κα­λεῖ­ται δι­ε­θνῶς τι­τί­βι­σμα ἐ­πει­δὴ μοιά­ζει μὲ ἦ­χο που­λι­ῶν (chirp).



κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή


Τὸ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τί­τλο Other House­hold to­xins τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Christopher Allen, συν­τά­κτη τοῦ Smokelong Quarterly, τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ποὺ εἰ­δι­κεύ­ε­ται στὸ εἶ­δος ἀ­πὸ τὸ 2003. Στὴ συλ­λο­γὴ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του μὲ τί­τλο «Target Practice» ποὺ θὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α Best Small Fictions 2019 (ὑπὸ ἔκδοση). Ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τῆς συλ­λο­γῆς δὲν κρύ­βει ἐκ­πλή­ξεις ἀ­να­λο­γι­κὰ μὲ τὸν τί­τλο. Οἱ 48 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες φω­τί­ζουν το­ξι­κὲς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς σχέ­σεις ποὺ κρύ­βουν πολ­λὰ φαι­νο­με­νι­κὰ εὐ­υ­πό­λη­πτα σπι­τι­κά. «Ὅ­ταν σὲ ἀ­γα­ποῦν, σὲ τρῶ­νε;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ἕ­νας ἥ­ρω­άς του. «Ζων­τα­νό;»

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Rita Bullwinkel μὲ τί­τλο Belly up[2]. Ἡ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη Bullwinkel δι­α­κρί­θη­κε καὶ γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της μὲ τί­τλο «Phylum», ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πί­σης θὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α Best Small Fictions 2019, κι ἔ­χει ξε­χω­ρί­σει γιὰ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, τὴ φαν­τα­σί­α καὶ πρω­τό­τυ­πη μα­τιά της στὶς σύγ­χρο­νες ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις. Ἂν καὶ ὡς πρὸς τὴ θε­μα­το­λο­γί­α της καὶ τὴν ἐ­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση τῆς με­τω­νυ­μί­ας θυ­μί­ζει τὸν Raymond Carver, συγ­κα­τα­λέ­χθη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ πα­ρά­ξε­νου καὶ φαν­τα­στι­κοῦ (weird fiction) δι­ό­τι, ὅ­πως ὁ κλα­σι­κὸς Ἄγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εἴ­δους Robert Aickman ἔ­τσι καὶ ἡ Bullwinkel, κά­νει αὐ­το­ψί­α στὰ μι­κρά, σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τα, ἀ­τι­μώ­ρη­τα ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ δι­α­πράτ­του­με κα­θη­με­ρι­νὰ ὅ­λοι.

       Τό­σο στὴν Bullwinkel ὅ­σο καὶ στὸν Aickman εἶ­ναι προ­φα­νεῖς οἱ ἀ­να­γω­γὲς στὸν Edgar Alan Poe[3], ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὴ δε­ξι­ο­τε­χνί­α τοῦ ὁ­ποί­ου στὴν ἀ­πό­δο­ση ατμόσφαιρας μυστηρίου ἐ­ξέ­λι­ξε ὁ Borges, ἀλ­λὰ καὶ στὸν H. P. Lovecraft. Σύμ­φω­να μὲ τὸν ἴ­διο καὶ τοὺς με­λε­τη­τές του ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πη­γὴ ἔμ­πνευ­σής του ἦ­ταν οἱ ἐ­φιά­λτες του.

       Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Aickman ποὺ ἐ­πα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2018 μὲ τί­τλο Compulsory Games ἐν­το­πί­ζον­ται συγχρω­τι­σμοὶ μὲ δύ­ο κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸν Franz Kafka, ὡς πρὸς τὸ χι­οῦ­μορ, τὸ πα­ρά­ξε­νο καὶ ἀλ­λό­κο­το ὡς συν­θή­κη καὶ ὡς πρὸς τὴ δο­μὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης μὲ τὸν Anton Chekhov, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὶς Elizabeth Bowen καὶ Flannery O’Connor. Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ ἡ ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς ἔκ­δο­σης Victoria Nelson, οἱ ἥ­ρω­ές του εἶ­ναι κα­θη­με­ρι­νοὶ ἄν­θρω­ποι. Μέ­χρι τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ Aickman ξύ­νει τὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κή τους ἐ­πι­φά­νεια, εἰ­σχω­ρεῖ στὸν ἰ­δι­ω­τι­κό τους βί­ο καὶ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὸν με­γα­λύ­τε­ρο τρό­μο ποὺ κρύ­βει ἡ ἀ­νί­α τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς.

       Σᾶς φαί­νο­μαι πα­ρά­ξε­νη, ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον εἶ­μαι ζων­τα­νή, συ­νή­θι­ζε νὰ λέ­ει ἡ Carson McCullers. Ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει τὰ ἄρ­τια δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης στὴ συλ­λο­γὴ τῆς Κα­να­δῆς Damhnait Monaghan μὲ τί­τλο The Neverlands (V Press, 2019), στὴ σπον­δυ­λω­τὴ νου­βέ­λα τοῦ Justin Torres, Εμεῖς τὰ θηρία, ἀλ­λὰ καὶ στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ David James Poissant, Ὁ παράδεισος τῶν ζώων.


Tὸ 2008 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ πε­ζῶν ποι­η­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ν. Ἀ­φρι­κα­νὴς Liesl Jobson μὲ τί­τλο 100 Papers (Botsotso), ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α τοῦ εἴ­δους. Ὁ Barry Yourgrau, ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ περ­φόρ­μερ ποὺ ἔ­χει γεν­νη­θεῖ στὴ Ν. Ἀ­φρι­κή, εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος δυ­τι­κὸς σύγ­χρο­νος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες συμ­πε­ρι­λή­φθη­σαν στὴ σει­ρὰ τῶν σύν­το­μων ἀ­φη­γή­σε­ων (keitai sosetsu) σὲ ἰ­α­πω­νι­κὴ πλατ­φόρ­μα κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας. Τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­φη­γή­μα­τα εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα δη­μο­φι­λῆ στὴν Ἰ­α­πω­νί­α καὶ γε­νι­κὰ στὴν Ἀ­σί­α καὶ δι­α­βά­ζον­ται ἀ­πὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀν­θρώ­πους κα­τὰ τὴ διά­ρκεια με­τα­κί­νη­σής τους μὲ τὰ μέ­σα μα­ζι­κῆς με­τα­φο­ρᾶς. Γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ ἀ­πο­τε­λοῦν μιὰ σύγ­χρο­νη ἐκ­δο­χὴ τῶν Ἱστοριῶν τῆς παλάμης τοῦ Kawabata, ἐ­νῶ με­λε­τῶν­ται συγ­κρι­τι­κὰ καὶ μὲ τὸ δι­η­γη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Murakami, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι δι­α­πο­τι­σμέ­νο ἀ­πὸ σου­ρε­α­λι­στι­κὰ πα­ρά­δο­ξα, ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ φαί­νε­ται στὴ συλ­λο­γή του ὁ Ἐλέφαντας ἐ­ξα­φα­νίζεται.

       Οἱ Jobson καὶ Yourgrau, μα­ζὶ μὲ τοὺς δύ­ο Ἰσ­ρα­η­λι­νοὺς Etgar Keret καὶ Alex Epstein, θε­ω­ροῦν­ται κύ­ριοι ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς καὶ συ­νέ­βαλ­λαν στὴ δι­ά­δο­σή του στὴν Ἀ­φρι­κή, ἂν καὶ ἀ­να­κα­λύ­πτον­ται δια­ρκῶς νέ­οι συγ­γρα­φεῖς ποὺ τὴν καλ­λι­ερ­γοῦν, ὅ­πως ἡ Αἰ­γύ­πτια Riham Adly, ἢ οἱ συμ­με­τέ­χον­τες στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα Africa τοῦ Flash Frontier τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2018. Ὡ­στό­σο, κομ­βι­κὴ γιὰ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ εἴ­δους εἶ­ναι ἡ συμ­βο­λὴ τῆς Miriam Tlali, τῆς πρώ­της ἔγ­χρω­μης Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­α ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ 1975 καὶ ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους γη­γε­νεῖς ποὺ καταδίκασε δημοσίως τὸ Ἀ­παρ­τχά­ιντ. Στὴ συλ­λο­γὴ (μι­κρο)δι­η­γη­μά­των της, μὲ τί­τλο Soweto Stories (Pandora Press, 1989), ποὺ ἔ­χει τὴ μορ­φὴ σύν­το­μων καὶ πε­ρι­ε­κτι­κῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν, γυ­ναι­κῶν κυ­ρί­ως, μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ ἀ­σφυ­κτιᾶ στρι­μωγ­μέ­νη στὸ τρέ­νο ποὺ με­τέ­φε­ρε ὑ­πὸ ἄ­θλι­ες συν­θῆ­κες μαύ­ρους ἐρ­γα­ζό­με­νους στὸ κέν­τρο τοῦ Γι­ο­χά­νεσ­μπουργκ, πα­ρε­νο­χλεῖ­ται σε­ξου­α­λι­κὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν συ­νε­πι­βά­τη της. Στὴν προ­σπά­θειά της ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὸ βια­σμό της, στὸ πιὸ ἀ­πί­θα­νο ση­μεῖ­ο, ἀ­νά­με­σά σε ἑ­κα­τον­τά­δες συ­ναν­θρώ­πους της, σφίγ­γει ὅ­λους τοὺς μύ­ες της προ­κει­μέ­νου νὰ κρα­τή­σει ἑ­νω­μέ­νους τοὺς μη­ρούς της καὶ οὐρ­λιά­ζει ἀ­πὸ πό­νο κι ἀ­πελ­πι­σί­α, ἀλ­λὰ μέ­σα στὴν ὀ­χλα­γω­γί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ στὰ κα­τά­με­στα βα­γό­νια, κα­νεὶς δὲ δί­νει ση­μα­σί­α στὶς φω­νές της· ἑ­κα­τον­τά­δες ζευ­γά­ρια μά­τια τὴν κοι­τοῦν, ἀλ­λὰ δὲν τὴ βλέ­πουν. Ὅ­ταν φτά­νει στὸν προ­ο­ρι­σμό της, ἀ­πο­βι­βά­ζε­ται «σι­ω­πη­λή, τό­σο πλη­γω­μέ­νη καὶ τό­σο ντρο­πι­α­στι­κὰ κα­κο­ποι­η­μέ­νη». Σ’ ἕ­να ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ἡ Tlali γρά­φει: «Εἶ­χε ἕ­να δυ­να­τό, στω­ϊ­κὸ καὶ ἀ­νέκ­φρα­στο πρό­σω­πο, τὸ ὁ­ποῖ­ο, στὰ μά­τια καὶ τῶν δύ­ο παι­δι­ῶν της, φαι­νό­ταν ἀ­πρό­σβλη­το ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες τῆς ζω­ῆς καὶ τοὺς ἀ­να­πό­φευ­κτους κιν­δύ­νους τῆς γή­ραν­σης.»



μη­τέ­ρα


Ὁ Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς στὸν «Φυ­λα­κι­σμέ­νο» (στὸ Βάραθρο) γρά­φει: «Φυ­λα­κι­σμέ­νος μὲς στὸ γυα­λί, δὲν ἔ­βλε­πα πα­ρὰ τὰ πα­χου­λὰ χέ­ρια τῆς μη­τέ­ρας μου ποὺ ξα­να­βού­λω­νε σφι­χτά το κα­πά­κι. Ὕ­στε­ρα κόλ­λη­σε μιὰ ἐ­τι­κέ­τα στὸ μπου­κά­λι καὶ μ’ ἀ­πό­θε­σε ψη­λά, σ’ ἕ­να ρά­φι τῆς κου­ζί­νας, ἀ­νά­με­σα στὰ ἄλ­λα βά­ζα μὲ τὶς μαρ­με­λά­δες». Στὰ Μεγαλώματα τῆς Cristina Peri Rosi, μά­να καὶ κό­ρη πα­ρα­μέ­νουν ἀ­χώ­ρι­στες ἀλ­λὰ σὲ σύγ­κρου­ση ὣς τὸ τέ­λος, ἐ­νῶ στὸ «Slam» τῆς Liesl Jobson ἡ μη­τρι­κὴ στορ­γὴ καὶ ἡ ἀ­νι­δι­ο­τε­λὴς ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σά σε μη­τέ­ρα-κό­ρη ἀμ­φι­σβη­τεῖ πλή­ρως τὸ οἰ­δι­πό­δει­ο σύμ­πλεγ­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς πα­ρά­δειγ­μα πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴ καὶ στὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ «Κορίτσι» τῆς Jamaica Kincaid, ἀλ­λὰ καὶ στὴν πρω­τό­τυ­πη ἐκ­δο­χή του ἀ­πὸ τὴν Riham Adly. Στὸ δι­ή­γη­μα «Τὸ ἀ­γό­ρι καὶ ὁ σκύ­λος» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πρώιμα βάσανα τοῦ Danilo Kis ἡ ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νη μη­τέ­ρα τοῦ μι­κροῦ ἥ­ρω­α ἐ­πι­στρέ­φει ἕ­να βρά­δυ μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ πε­θά­νει δί­πλα του, ἐ­νῶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «We see our mother go to bed» τῆς Δα­νῆς Josefine Klougart τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα ἀ­πο­σύ­ρε­ται αἰφ­νί­δια ἀ­πὸ τὸ βρα­δι­νὸ τρα­πέ­ζι καὶ πη­γαί­νει γιὰ ὕ­πνο τὰ παι­διά της συ­νει­δη­το­ποι­οῦν τὸ δυ­σα­να­πλή­ρω­το κε­νὸ ποὺ θὰ αἰ­σθά­νον­ται πάν­τα μα­κριά της. Στὴ Σημαδεμένη τῆς Σο­φί­ας Νι­κο­λα­ΐ­δου, τὸ οἰ­δι­πό­δει­ο ἀ­να­χαι­τί­ζε­ται προ­σω­ρι­νά: ἕ­νας ἄ­σω­τος πα­τέ­ρας, ὅ­ταν ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει σύ­ζυ­γο καὶ παι­δί, ση­μα­δεύ­ει τὸ μπρά­τσο τῆς μι­κρού­λας μὲ τὸ σου­γιά του, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀ­να­γνω­ρί­σει ἂν πέ­σει μελ­λον­τι­κὰ στὸ κρε­βά­τι του. Στὸ «Mother» τῆς Grace Paley, ἡ κό­ρη ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴ μνή­μη τῆς μη­τέ­ρας της ζων­τα­νή, πα­ρὰ τὴν ἔλ­λει­ψη ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας ποὺ εἶ­χαν με­τα­ξύ τους: τὴ βλέ­πει νὰ στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας καὶ νὰ ἀ­νη­συ­χεῖ ἀ­κό­μα γιὰ τὸ γε­ρα­σμέ­νο πιὰ παι­δί της. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α δι­α­τή­ρη­σης ζων­τα­νῆς τῆς μνή­μης τῆς μη­τέ­ρας ἄγ­γι­ξε τὰ ὅ­ρια τῆς ἐμ­μο­νῆς στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς Virginia Woolf, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πέ­στη στὰ δε­κα­τρί­α της τὸν πρῶ­το νευ­ρι­κὸ κλο­νι­σμὸ με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς μη­τέ­ρας της, Julia Stephens (Μά­ι­ος, 1895).


.

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Στὸ Σο­νέ­το 27[4]δημοφιλέστερος συγγραφέας William Shakespeare (ἔ­ρευ­να Instagram & Google, 2018) γρά­φει: Τρέ­χει τὸ σῶ­μα τὸ πρω­ί, τὸ βρά­δυ ἡ φαν­τα­σί­α. Ὁ Shakespeare ἀ­σχο­λή­θη­κε ἐλάχιστα μὲ τὴ μητρότητα ὅ­πως τὴν ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε σή­με­ρα καὶ ὅ­πως πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σὲ πολ­λὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[5]. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ πολ­λὲς με­λέ­τες τοῦ εἴ­δους, τό­σο γιὰ τὴ ση­μα­σί­α ποὺ ἔ­χουν στὸ ἔρ­γο του ἡ φαν­τα­σί­α καὶ τὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­σο καὶ γιὰ τὶς δύ­ο κομ­βι­κὲς φρά­σεις του στὸν Ἄμ­λετ, ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι ἡ ψυ­χὴ τοῦ πνευ­μα­τώ­δους λό­γου καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι σι­ω­πή, κα­θὼς φαν­τα­σί­α, συν­το­μί­α καὶ σι­ω­πὴ ἀ­πο­τε­λοῦν θε­μέ­λιους λί­θους στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη, τὴ δο­μή, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης.

       Σύμ­φω­να μὲ τὴν πα­ρα­πά­νω ἔ­ρευ­να, ὅ­μως, τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο δρά­μα τοῦ Shakespeare εἶ­ναι Ὁ Ρω­μαῖ­ος καὶ ἡ Ἰ­ου­λι­έ­τα. Ἡ τρα­γι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῶν δύ­ο νέ­ων ποὺ πα­ρέκ­κλι­ναν ἀ­πὸ τὶς κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις καὶ ὕ­μνη­σαν τὸν ἔ­ρω­τα καὶ τὴν ἀ­γά­πη θυ­σι­ά­ζον­τας τὴ ζω­ή τους. Ἡ Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα τοῦ Perrault, ἐ­πί­σης πα­ρά­κου­σε τὶς ἐν­το­λὲς τῆς μη­τέ­ρας της κι ἔ­τσι ξε­κί­νη­σε ἡ πε­ρι­πέ­τεια τῆς ἀ­να­ζή­τη­σής της στὸ δά­σος. Πα­ρό­τι ἦ­ταν γιὰ αἰ­ῶ­νες τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο πα­ρα­μύ­θι δι­ε­θνῶς ἐ­κτο­πί­στη­κε τὸν 20ο αἰ. ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα (1943) τοῦ Saint-Exupery. Ὅ­μως, εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ Ἡ Ἀ­λί­κη στὴ χώ­ρα τῶν θαυ­μά­των (1865) τοῦ Lewis Caroll, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­πε­σε μέ­σα σὲ μιὰ λα­γό­τρυ­πα καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἕ­ναν θαυ­μα­στὸ κό­σμο καὶ ὁ Πῆ­τερ Πάν του James Barrie ποὺ ξε­πή­δη­σε ὡς ἥ­ρω­ας ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του The little white bird (1902), ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἑ­στί­α καὶ συ­νε­χί­ζει τὶς πε­ρι­πέ­τει­ές του μα­ζὶ μὲ τὴν πα­ρέ­α του στὴ χώ­ρα τοῦ Πο­τέ, ἀ­γέ­ρα­στος καὶ ἀ­θά­να­τος.

       Ὁ Ἄγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας Paul Kavanagh στὴν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ κι ἐ­φι­αλ­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Ἀντουὰν ντὲ Σὲντ Ἐξιπερί ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν ὀ­πτι­κή του Borges, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­πέμ­πει στὴν ἰ­δέ­α τοῦ Πλάτωνα γιὰ τὸ παι­χνί­δι: «Ἡ λο­γο­τε­χνί­α εἶ­ναι ἕ­να παι­χνί­δι, τὸ ὁ­ποῖ­ο, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ τὸ παί­ζου­με μὲ τὴ σο­βα­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­πο­δί­δουν στὸ παι­χνί­δι τους τὰ παι­διά.» [6] Ἀ­να­ρω­τι­έ­ται κα­νεὶς τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­ὰν στὴ σά­λα τοῦ Kavanagh μὲ τὸν πε­ρί­τε­χνο πο­λυ­έ­λαι­ο, ἢ στὸ Πε­ρί­πτε­ρο τῆς Λα­γα­ρῆς Μο­να­ξιᾶς στὸν κῆ­πο τοῦ Borges, συ­ναν­τι­οῦν­ταν τὰ παι­διὰ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ κρε­μά­σουν τὸν Ἄλ­φρεντ, δι­α­βά­ζον­τάς του ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, μα­ζὶ μὲ τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, τὴν Ἀ­λί­κη, τὸν Πῆ­τερ Πάν, τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, τὴ Μικρὴ Μπιζού τοῦ Modiano, τὸ Γερασμένο κορίτσι  τῆς Erpenbeck, τὸν Μαρτίνο τοῦ Le Clézio (ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς ἔ­χει πεῖ ὅ­τι ὅ­λα ἔ­χουν γρα­φτεῖ, ἀρ­κεῖ νὰ τὰ δι­α­βά­σει κα­νείς), τὴν Κασσάνδρα τῆς Καραπάνου καὶ τὸν Θε­άν­θρω­πο μὲ τὴ μορ­φὴ βρέ­φους ἀ­πὸ τὸ Παιδί τοῦ Παλαβοῦ. Τί βι­βλί­ο θὰ γρα­φό­ταν καὶ τί μορ­φὴ θὰ εἶ­χε;


.

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Μικρή μυθολογία τοῦ Σταμάτη Δαγδελένη.

       Τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Τετράδια ὀνείρων τῆς Ζυράννας Ζατέλη, Ἀλφαβητάρι ἐντόμων τῆς Δήμητρας Κολλιάκου καὶ Τὸ παιδί τοῦ Γιάννη Παλαβοῦ.


Ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα γραφήματα μὲ τὴ μορφή δικτύων ἀ­πὸ τὴ με­λέ­τη τῆς πλο­κῆς τῶν κυ­ρι­ό­τε­ρων σαιξ­πη­ρι­κῶν δρα­μά­των καὶ τῶν σχέ­σε­ων τῶν ἡ­ρώ­ων με­τα­ξύ τους.


Μάϊος 2019
[1]. Πα­λαι­ο­λό­γος Κων­σταν­τῖ­νος (ἐ­πιμ.)· Mini71cuentos, Ἀνθολογία ἱσπανόφωνου μικροδιηγήματος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2014, σελ. 45.
[2] . Ἀ­να­μέ­νε­ται προ­σε­χῶς (Μά­ϊ­ος 2019) καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, Ἐκ­δό­σεις Χα­ρα­μά­δα.
[3]. Ἡ τε­λευ­ταί­α δε­κα­ε­τί­α τοῦ 19ου αἰ. θε­ω­ρεῖ­ται ἡ κο­ρυ­φαί­α πε­ρί­ο­δος γιὰ τὸ ἀγ­γλό­φω­νο δι­ή­γη­μα. Καί­ρια ὑ­πῆρ­ξε ἡ συμ­βο­λὴ τῶν Nathaniel Hawthorne καὶ Edgar Allan Poe, στὰ ἔρ­γα τῶν ὁ­ποί­ων τὸ πα­ρά­δο­ξο, ἡ ἀμ­φι­ση­μί­α καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ ἔ­δω­σαν νέ­ες δι­α­στά­σεις στὸ Ρο­μαν­τι­σμό. O Poe πί­στευ­ε ὅ­τι τὰ ἀόρατα πράγματα εἶναι ἡ μόνη πραγματικότητα. Τὰ δι­η­γή­μα­τά του μα­γνη­τί­ζουν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἕ­ως σή­με­ρα ὡς πρὸς τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη μορ­φὴ καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους. Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας γε­νι­κὰ (καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τοῦ ὑ­πο­εί­δους τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ) δι­ό­τι σύμ­φω­να μὲ τὸν Poe ὁ συγ­γρα­φέ­ας ὀ­φεί­λει νὰ δί­νει τὸν κα­λύ­τε­ρό του ἑ­αυ­τὸ λέ­γον­τας ὅ,τι ἔ­χει νὰ πεῖ στὴ μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τὴ ἔ­κτα­ση: ἐ­φό­σον τὸ δι­ή­γη­μα ἀ­φη­γεῖ­ται μί­α στιγ­μή, ἕ­να ἐ­πει­σό­διο, μί­α σκη­νή, αὐ­τὴ πρέ­πει νὰ συλ­λαμ­βά­νει καὶ νὰ ἀ­να­με­τα­δί­δει στὴν ὁ­λό­τη­τά της ὥ­στε τὸ κεί­με­νο «νὰ μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­ζε­ται σὲ μία κα­θι­σιά». Κεν­τρι­κὴ ἔν­νοι­α στὸ βι­βλί­ο του The Philosophy of Composition (1846) καὶ πλέ­ον κα­νο­νι­στι­κὴ ἀρ­χὴ στὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὴν προ­έ­κτα­ση «καὶ νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι ἢ τὴν ὀ­θό­νη» (Lee Rourke, Lauro Zavala, κλ.π).
[4]. Shakespeare William, Τὰ σο­νέ­τα, Εἰ­σα­γω­γὴ–Με­τά­φρα­ση Λ. Ζα­φει­ρο­πού­λου, Gutenberg 2016.
[5] . Στὸ α­να­γεν­νη­σια­κὸ καὶ προ­τε­σταν­τι­κὸ πα­τρι­αρ­χι­κὸ πνεῦ­μα ποὺ κυ­ρι­αρ­χού­σε τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Shakespeare ἡ μη­τρι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ πα­ρου­σί­α πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν ἐν­τὸς τοῦ ἰ­δι­ω­τι­κοῦ καὶ αὐ­στη­ρὰ ὣς τὴ λή­ξη τῆς πε­ρι­ό­δου γα­λού­χη­σης, ἐ­νῶ σὲ σχέ­ση μὲ τὴ δη­μό­σια, ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ ἡ μη­τρι­κὴ πα­ρου­σί­α θε­ω­ροῦν­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νη, κα­τώ­τε­ρη ἢ πε­ρι­φε­ρεια­κή. Αὐ­τὲς οἱ ἐκ­δο­χὲς ἐν­το­πί­ζον­ται στὸ σαιξ­πη­ρι­κὸ ἔρ­γο, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­νά­γον­ται στὴν οἰ­δι­πό­δεια πλο­κή, ὅ­που, σὲ σχέ­ση μὲ τὸν ἥ­ρω­α, ἡ ἰ­δα­νι­κὴ μη­τέ­ρα εἶ­ναι ἡ ἀ­ποῦ­σα ἢ νε­κρὴ μη­τέ­ρα καὶ ἡ ἰ­δα­νι­κὴ κοι­νω­νί­α βα­σί­ζε­ται στὴν κα­τα­στο­λὴ τῆς μη­τρι­κῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας.
[6] . Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ὁ Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης στὴ Μικρή Περιοχή.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#6: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μι­κροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pe­la­yo, San­tander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Φωτογραφία: Ἕλενα Παπαδοπούλου.

Διαφημίσεις

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#6]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ τοῦ 2019 κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἡ ἐνδια­φέ­ρουσα συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Samanta Schweblin μὲ τί­τλο Mouthful of birds. Μελε­τη­τές της ἐντοπίζουν συσχε­τισμοὺς μὲ προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως οἱ Raymond Carver καὶ Franz Kafka, ἀλ­λὰ καὶ μὲ δύ­ο κλα­σι­κὲς δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ νό­του, τὶς Eudora Welty καὶ Flannery O’ Connor. Ἡ Schweblin ἑ­στιά­ζει στὰ μι­κρά, κα­θη­με­ρι­νὰ θέ­μα­τα καὶ στὰ σκο­τει­νὰ ὑ­πο­στρώ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ συ­νή­θως λε­κτι­κὰ σχή­μα­τα ποὺ δι­ευ­κο­λύ­νουν τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α σὲ ὅ­ποι­ο θέ­μα πραγ­μα­τεύ­ε­ται (πα­ρα­βο­λή, με­τα­φο­ρά, ἀλ­λη­γο­ρί­α καὶ εἰ­κό­να), χωρὶς λυρισμό, μὲ σχε­δὸν παι­δι­κὴ φαν­τα­σί­α, ἐλ­λειπτι­κότητα καὶ χιοῦμορ. Συν­δυά­ζει τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνι­κῆς πα­ρά­δο­σης μὲ καφ­κι­κὰ στοι­χεῖ­α: τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­στεί­ου στὴν ἐ­φι­αλ­τι­κὴ καὶ ἀ­να­πό­δρα­στη ἀ­γω­νί­α τῆς ὕ­παρ­ξης, τὴν ὑ­πο­νό­μευ­ση τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ καὶ τὴν ἀ­πό­δο­ση τοῦ ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κοῦ ὡς συν­θή­κη καὶ τοῦ ἀλ­λό­κο­του ὡς δε­δο­μέ­νο. Τὸ πρῶ­το δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς (μὲ τί­τλο «Highlights»[1]), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς νε­α­ρῆς γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τα­λεί­πει ὁ σύ­ζυ­γός της σὲ μιὰ ἔ­ρη­μη πε­ρι­ο­χὴ τὸ βρά­δυ ποὺ βρί­σκον­ται κα­θ’ ὁ­δὸν τοῦ γα­μή­λιου τα­ξι­διοῦ τους. Τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι σύν­το­μα ἀ­να­κα­λύ­πτει ὅ­τι ἡ πε­ρι­ο­χὴ εἶ­ναι γε­μά­τη ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νες νύ­φες καὶ τό­σο ἡ δο­μὴ ὅ­σο καὶ ἡ πλο­κὴ τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος ἀ­πο­κτᾶ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ δι­α­στά­σεις ἀρ­χαί­ας τρα­γω­δί­ας.

       Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ πε­ρι­ο­ρι­σμὸς τῶν λέ­ξε­ων ἀ­πὸ ἐ­πι­λο­γή, ποὺ εἶ­ναι ἕ­νας μό­νο ἀ­πὸ τοὺς πολ­λοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν καὶ τὰ μέ­λη τοῦ Oulipo. Ἡ χρή­ση ὅ­μως τῶν ψη­φια­κῶν μέ­σων ἀ­πὸ πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ Lou Beach ἢ ἡ Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, ἔ­χει συμ­βάλ­λει στὴ δι­ά­δο­ση καὶ καλ­λι­έρ­γεια τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δὲ στο­χεύ­ει ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴ δο­κι­μὴ τῶν ὁ­ρί­ων τῆς γλώσ­σας, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως στὴ δη­μι­ουρ­γί­α κει­μέ­νων μὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα, πα­ρὰ τὴ συμ­πύ­κνω­σή τους. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α, ὅ­ταν ἐ­ξε­τά­ζον­ται συ­σχε­τι­σμοὶ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὸ Oulipo, συ­νή­θως ἡ ἔ­ρευ­να ἑ­στιά­ζει στοὺς Raymond Queneau, Italo Calvino καὶ Anne Garréta. Ἡ τε­λευ­ταί­α εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη βρα­βευ­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Oulipo μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Prix Medicis τὸ 2002 γιὰ τὸ βι­βλί­ο της Pas un jour (Not one day) με­τὰ τὸν George Perec (γιὰ τὸ Ζωή: Ὁ­δη­γίες χρή­σε­ως, τὸ 1978) καὶ ἡ πρώ­τη γυ­ναί­κα μέ­λος τοῦ κι­νή­μα­τος ποὺ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, μὲ τί­τλο Sphinx (1986), στὰ ἀγ­γλι­κὰ γιὰ τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀ­νά­με­σά σε ἕ­να ζευ­γά­ρι ἀ­προσ­δι­ο­ρί­στου γέ­νους.

       Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν πε­ρι­ο­ρι­σμῶν κα­τ’ ἐ­πι­λο­γή, βρί­σκε­ται ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Behrouz Boochani, τοῦ Κούρ­δου-Ἰ­ρα­νοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου καὶ συγ­γρα­φέ­α ποὺ κρα­τεῖ­ται σὲ κέν­τρο με­τα­να­στῶν στὴ Νέ­α Γου­ϊ­νέ­α τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἕ­ξι χρό­νια καὶ φέ­τος κέρ­δι­σε τὰ δύ­ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρα βρα­βεῖ­α γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Αὐ­στρα­λί­α. Κα­τά­φε­ρε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει καὶ τὰ δύ­ο βι­βλία του στέλ­νον­τάς τα τμη­μα­τι­κὰ μέ­σῳ ἐ­φαρ­μο­γῆς κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας σὲ φί­λους ποὺ τὰ συγ­κέν­τρω­σαν σὲ ἑ­νια­ῖα κεί­με­να, χω­ρὶς ὁ ἴ­διος νὰ ἔ­χει εἰ­κό­να τοῦ συ­νό­λου τοῦ κει­μέ­νου του. Ὑ­πὸ τὶς συν­θῆ­κες κρά­τη­σής του, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του, θὰ κιν­δύ­νευ­αν μὲ κα­τα­στρο­φὴ ἢ κλο­πὴ καὶ τὰ χει­ρό­γρα­φά του. Πα­ρὰ τὴν ὁ­μό­φω­νη ἀ­πό­φα­ση τῶν κρι­τῶν γιὰ τὴ δι­ά­κρι­σή του, τοῦ ἀ­πα­γο­ρεύ­θη­κε νὰ πα­ρα­στεῖ στὴν τε­λε­τὴ ἀ­πο­νο­μῆς τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 2019, κι ἔ­τσι τὰ ἀ­πο­δέ­χτη­κε μὲ μιὰ σύν­το­μη μαγνη­τοσκο­πη­μένη ὁμι­λία του ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο κρά­τη­σης.

       Ἡ μπα­λάντα τοῦ λυ­πη­μένου κα­φε­νείου (1951) τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Car­son McCul­lers πραγ­μα­τεύ­ε­ται πα­ρό­μοι­ο θέ­μα μὲ τὴ νου­βέ­λα τοῦ Tho­mas Mann (1939) Ἡ Λό­τε στὴ Βαϊ­μά­ρη, στὴν ὁ­ποί­α ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ­ρω­ΐδα κα­τα­λύ­ει σὲ ἕ­να ἐ­παρ­χια­κὸ παν­δο­χεῖ­ο καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς πα­ρα­μο­νῆς της ἀ­να­στα­τώ­νε­ται ἐκ βά­θρων ὁ μι­κρό­κο­σμος τῆς πό­λης. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers, ἡ συγ­κρο­τη­μέ­νη, δύ­στρο­πη δε­σποι­νὶς Ἀ­μέ­λια, ἰ­δι­ο­κτή­τρια τοῦ κα­φε­νεί­ου, ἐ­ρω­τεύ­ε­ται μὲ ἀ­πρό­σμε­νη παι­δι­κὴ ἀ­φέ­λεια τὸν μι­κρό­σω­μο, καμ­πού­ρη, συμ­πλεγ­μα­τι­κὸ ἐ­ξά­δελ­φο Λά­ι­μον ποὺ φτά­νει στὴ μι­κρή τους πό­λη καὶ τὴν τα­ρά­ζει κι ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει μιὰ μι­κρὴ ὀ­δύσ­σεια ποὺ βι­ώ­νει ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα. Οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ Mann εἶ­ναι φω­τει­νοὶ κι εὐ­χά­ρι­στοι: ἡ ἀρ­τί­στα Λό­τε καὶ ὁ (γνω­στὸς) Γκαῖ­τε, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὑ­πο­νο­εῖ­ται ὅ­τι «παί­ζει» ἡ Λό­τε σὲ μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα εὐ­ω­χί­ας ποὺ θυ­μί­ζει κω­μω­δί­α γιὰ ὄ­πε­ρα. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers «ἀ­κού­γε­ται» μιὰ χα­μη­λό­φω­νη μπα­λάν­τα ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ François Villon, ἀλ­λὰ μὲ ἥ­ρω­ες συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἐ­παρ­χί­ας. Καὶ στὶς δύ­ο σύν­το­μες νου­βέ­λες, ὅ­μως, κα­τα­δει­κνύ­ε­ται ἡ κα­τα­λυ­τι­κὴ ἀλ­λη­λο­δρά­ση ἑ­νὸς ξέ­νου μὲ τὰ μέ­λη μιὰ μι­κρῆς κοι­νω­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἰ­δέ­α ὅ­τι ἡ ζω­ὴ ὀ­ξυ­γο­νώ­νε­ται ὅ­ταν ἀ­να­δεύ­ε­ται, ὅ­πως καὶ ἡ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν οἱ ἥ­ρω­ες καὶ οἱ μι­κρό­κο­σμοί τους βι­ώ­νουν ὅ,τι πε­ρι­γρά­φει ἡ με­ξι­κα­νι­κὴ πα­ροι­μί­α: Pu­eblo chi­co, in­fier­ne gran­de (Μι­­κρὴ πό­­λη, με­­γά­­λη κό­­λα­­ση).


Τὸ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο The collected stories τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Diane Williams, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­νή­κει στοὺς ζων­τα­νοὺς θρύ­λους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς avant-garde κι ἔ­χει δι­α­δρα­μα­τί­σει κα­τα­λυ­τι­κὸ ρό­λο στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ ἀ­πο­δο­χὴ κυ­ρί­ως τῆς ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Μα­ζὶ μὲ τὴν Lydia Davis, πα­ρέ­μει­ναν γιὰ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς κρι­τι­κῆς, εἴ­τε ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νου ὕ­φους τους (ἀ­κραί­α ἀ­φαί­ρε­ση στὴ γλώσ­σα, ἐμ­μο­νὴ μὲ τὴν ὑ­παι­νι­κτι­κὴ ἀ­φή­γη­ση κι ἐ­πι­μο­νὴ στὴν ἀ­νά­δει­ξη τῆς πα­ρα­δο­ξό­τη­τας φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σή­μαν­των θε­μά­των), ἢ λό­γῳ τῆς δυ­σκο­λί­ας τα­ξι­νό­μη­σης τῶν κει­μέ­νων τους σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἡ μὲν Davis βρα­βεύ­θη­κε μὲ τὸ Booker Pri­ze τὸ 2013, ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὴν ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σια­κὴ φω­νή της στὴ συλ­λογὴ δι­ηγη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σιῶν της, ἡ δὲ Williams, ἵ­δρυ­σε τὸ 2000 τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Noon, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται ὁ­δο­δεί­κτης νέ­ων, πρω­το­πο­ρια­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν φω­νῶν καὶ καλ­λι­τε­χνῶν.


Ἡ Ἐλ­βε­τί­δα συγ­γρα­φέ­ας Fleur Jaeg­gy ἀ­πα­σχο­λεῖ τε­λευ­ταί­α τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἐ­ξε­τά­ζε­ται τὸ λα­κω­νι­κὸ ὕ­φος στὰ (ὑ­περ)σύν­το­μα πε­ζά της, καὶ ἡ λο­ξὴ μα­τιά της στὸν τρό­πο ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ θά­να­το καὶ τὴ ζω­ὴ ὑ­πὸ τὴ μό­νι­μη σκιά του. Στὸ ἔρ­γο της ἐν­το­πί­ζον­ται ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κές του Ἄν­τον Τσέ­χωφ, ἑ­νὸς ἀ­κό­μα προ­δρό­μου τοῦ εἴ­δους. Ἡ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο I’m the bro­ther of XX (2017) βρίθει δι­α­κει­με­νι­κῶν ἀ­να­φο­ρῶν, ποὺ ἐν­το­πί­ζον­ται συ­χνὰ σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, μὲ ἥ­ρω­ες ἀ­πὸ τὸν Cal­vino  ἕ­ως τὴν In­ge­borg Bach­mann καὶ τὸν Jo­seph Brod­sky. Τὰ τρί­α δο­κί­μια-μι­κρο­γρα­φί­ες γιὰ τὴ ζω­ὴ τῶν Tho­mas De Quin­cey, John Keats καὶ Mar­cel Schwob ἀ­παρ­τί­ζουν τὸ βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο The­se Pos­sible li­ves (2017) καὶ ἡ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας κι ἐ­δῶ, ὀ­φεί­λει πολ­λὰ στὴ συ­στη­μα­τι­κὴ καλ­λι­έρ­γειά της τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας. Ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς Jaeggy κα­τα­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἔ­χει ἀρ­χί­σει ἡ δι­ε­θνὴς κρι­τι­κὴ νὰ ἀ­να­θε­ω­ρεῖ τὸ αὐ­το­νό­η­το, ὅ­τι δη­λα­δὴ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­φο­ρᾶ μό­νο ἀγ­γλό­φω­να καὶ ἱ­σπα­νό­φω­να κεί­με­να. Ἰ­δί­ως με­τὰ καὶ τὰ πρόσ­φατα διε­θνῆ συ­νέ­δρια, πλη­θαί­νουν ἀ­να­φο­ρές στὸν Pie­rre Betten­court, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, τὸν ὁ­ποῖ­ο μᾶς εἶ­χε συ­στή­σει ὁ Ἐ.Χ.Γο­νατᾶς, ἀλ­λὰ καὶ στὸν I­talo Svevo, ἕ­ναν ἀ­κό­μα κορυ­φαῖο ἐκπρό­σωπο τοῦ δυτι­κοῦ μο­ντερ­νι­σμοῦ. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος, σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἄγ­γλο θε­ω­ρη­τι­κὸ Lee Rourke, ἀ­νή­κει ἐ­πί­σης στοὺς προδρό­μους τῆς σύγ­χρονης μικρο­μυθο­πλασίας, μα­ζὶ μὲ τοὺς Ka­fka καὶ Ro­bert Wal­ser.


Τὸ 1919 ἡ Virginia Woolf στὸ δο­κί­μιό της «Modern Fiction», (δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸ 1921, ὅ­πως καὶ τὰ πο­λὺ σύν­το­μα πε­ζά της Blue and Green), ἀ­να­ζη­τᾶ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ ἐκ­φρά­ζει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του ἀ­νε­πη­ρέ­α­στος ἀ­πὸ τὶς κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Lee Rourke δὲ χρει­α­ζό­ταν νὰ ψά­ξει πο­λὺ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Robert Walser. Ἡ ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔργο του, «Νὰ εἶ­σαι μι­κρὸς καὶ νὰ πα­ρα­μέ­νεις μι­κρός» ζων­τα­νεύ­ει μὲ μο­να­δι­κὸ τρό­πο στὰ κεί­με­να ποὺ ἔ­γρα­ψε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ του σὲ νευ­ρο­λο­γι­κὲς κλι­νι­κὲς ἀ­πὸ τὸ 1933 ἕ­ως τὸ θά­να­τό του (1956). Ὁ ἴ­διος ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι εἶ­χε ἐγκα­τα­λείψει τὴ συγ­γρα­φὴ καὶ ὅ­τι δὲν εἶ­χε ἐγ­κλει­στεῖ ἑ­κου­σί­ως γιὰ νὰ γρά­ψει, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ τρε­λα­θεῖ. Ἔ­τσι, ὅ­ταν πέ­θα­νε, τὰ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἡ­με­ρο­λό­για ποὺ βρέ­θη­καν στὴν κα­το­χή του καὶ ἦ­ταν κα­τά­στι­κτα μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ γράμ­μα­τα σὲ μιὰ ἀ­δι­ά­λει­πτη καὶ ἀ­κα­τά­λη­πτη γρα­φὴ μὲ ἀ­χνὸ μο­λύ­βι, πι­θα­νο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἀ­συ­νάρ­τη­τες ση­μει­ώ­σεις σὲ μιὰ κω­δι­κο­ποι­η­μέ­νη γλώσ­σα ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­νο­ή­σει. Τὸ 1972, ὅ­μως, ἀ­να­κα­λύ­φθη­κε ὅ­τι ἦ­ταν σύν­το­μα, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­να ἀ­φη­γή­μα­τα, μὲ τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος καὶ τὸ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ του, γραμ­μέ­να μὲ τὴ με­σαι­ω­νι­κή, γερ­μα­νι­κὴ γρα­φὴ Alte Deu­tsche Schrift, ποὺ ἐν­δεί­κνυ­ται ἂν θέ­λει κά­ποι­ος νὰ γρά­ψει ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα στὸ πί­σω μέ­ρος μιᾶς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς κάρ­τας. Ὁ Walser τὴν εἶ­χε δι­δα­χθεῖ ὡς μα­θη­τὴς καὶ τὴν τε­λει­ο­ποί­η­σε ὡς ἔγ­κλει­στος. Τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα αὐ­τὰ κυ­κλο­φό­ρη­σαν συγ­κεν­τρω­μέ­να μό­λις τὸ 2012 μὲ τὸν τί­τλο Micro­scripts. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ συ­ναρ­πα­στική ὀδύσ­σεια ἐσω­τε­ρικῆς δια­μά­χης καὶ πει­ρα­μα­τι­σμοῦ, γραμ­μέ­νη στὴ μικρό­τερη δυ­να­τή κλί­μακα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­χθεῖ χει­ρο­γρα­φως καὶ νὰ τὴ δι­α­κρί­νει τὸ ἀν­θρώ­πι­νο μά­τι.

       Στὶς 6 Νο­εμ­βρί­ου 1915, ὁ Franz Kafka ση­μει­ώ­νει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο του[2]: «Τὸ θέ­α­μα τοῦ κό­σμου ποὺ κι­νεῖ­ται σὰν τὰ μυρ­μήγ­κια μπρο­στὰ στὸ χα­ρά­κω­μα καὶ μέ­σα του.» Ἡ λα­κω­νι­κὴ αὐ­τὴ κα­τα­χώ­ρι­σή του συ­νο­ψί­ζει τὴν ἐν­τύ­πω­ση ποὺ τοῦ εἶ­χε κά­νει τὸ ὁ­μοί­ω­μα χα­ρα­κώ­μα­τος ποὺ εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες σὲ προ­ά­στιο τῆς Πρά­γας, ὡς ψυ­χα­γω­γι­κὸ θέ­α­μα ἐ­πὶ πλη­ρω­μῇ, προ­κει­μέ­νου νὰ συγ­κεν­τρω­θοῦν χρή­μα­τα γιὰ τὸν Ἐ­ρυ­θρὸ Σταυ­ρό. Μὲ τὴ λή­ξη τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου, τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1918, ση­μει­ώ­νει: «Τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου εἶ­ναι ἡ προ­σω­ρι­νό­τη­τά του. Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α μπρο­στὰ στὴ φευ­γα­λέ­α στιγ­μὴ οἱ αἰ­ῶ­νες δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα», καὶ πα­ρα­κά­τω, «Ζω­ὴ ση­μαί­νει νὰ βρί­σκε­σαι στὸ κέν­τρο τῆς ζω­ῆς· μὲ μιὰ μα­τιὰ νὰ βλέ­πεις τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­χεις δη­μι­ουρ­γή­σει[3]».


Ἂν δι­α­βά­σει κα­νεὶς τὶς Τρεῖς γυναῖ­κες, τὶς τρεῖς σύν­το­μες νου­βέ­λες τοῦ Robert Musil, θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ἀ­παν­τά­ει στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ δι­α­τέ­μνει ὅ­λο το ἔρ­γο του: «πῶς γί­νε­ται νὰ ζή­σου­με πλη­ρέ­στε­ρα; μὲ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ ἑ­νὸς κιν­δύ­νου[4].» Ἐ­πι­πλέ­ον, στὴ Γκρί­τζα (1921) ἐν­το­πί­ζε­ται μιὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κή, συ­νή­θης, πλέ­ον, στὴ μικρομυθοπλασία: πε­τυ­χαί­νει μιὰ δι­α­νο­η­τι­κὴ ἀ­να­τρο­πὴ τῆς ἀν­τι­λη­πτι­κῆς πα­ρά­στα­σης μέ­σῳ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὅ­ρα­σης. Ἐ­νῶ πε­ρι­γρά­φει τί ἔ­βλε­παν ἐρ­γά­τες, μη­χα­νι­κοὶ καὶ χω­ρι­κοὶ ὅ­ταν περ­πα­τοῦ­σαν πρὸς τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ἀν­τι­στρέ­φει τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νία 180ο: «Ὅ­ταν βρί­σκον­ταν [τὰ ἄ­λο­γα] σὲ κά­ποι­α σπη­λιὰ τοῦ βου­νοῦ, δε­μέ­να ἀ­νὰ τρί­α ἢ ἀ­νὰ τέσ­σε­ρα σὲ κά­ποι­ο πε­σμέ­νο δέν­τρο καὶ περ­νοῦ­σες στὶς τεσ­σε­ρά­μι­σι ἀ­πὸ μπρο­στά τους, ἀ­φοῦ εἶ­χες ξε­κι­νή­σει μὲ φεγ­γα­ρό­φω­το στὶς τρεῖς το πρω­ί, τό­τε γύ­ρι­ζαν ὅ­λα μα­ζὶ τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ με­ριά σου· ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, μέ­σα στὸ ἄ­ψυ­χο φῶς τῆς χα­ραυ­γῆς, ἔ­νι­ω­θες σὰν κά­ποι­α σκέ­ψη ἑ­νὸς πο­λὺ ἀρ­γοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ.»

       Ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὸς σὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους τε­χνι­κὲς καὶ ὁ Jorge Luis Bor­ges, ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους προ­δρό­μους τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Νό­τος», ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο Τε­χνά­σμα­τα (1944), ὁ Ντάλ­μαν, ὁ κεν­τρι­κὸς ἥ­ρω­ας, τα­ξι­δεύ­ει μὲ τὸ τρέ­νο πρὸς τὴν πα­τρί­δα του: […] «εἶ­δε ρε­μα­τι­ὲς καὶ λι­μνο­θά­λασ­σες καὶ ζων­τα­νά· εἶ­δε με­γά­λα, φεγ­γο­βό­λα σύν­νε­φα, ποὺ θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν μαρ­μά­ρι­να – κι ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­με­θό­δευ­τα καὶ σκόρ­πια, σὰ νά ‘ταν ὄ­νει­ρα τοῦ κάμ­που». Κο­ρυ­φαῖ­ο πα­ρά­δειγ­μα ἀ­παν­τᾶ­ται καὶ στὴ συλ­λο­γή του Τὸ Ἄ­λεφ (1949). Στὴν ἀρ­χὴ τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου δι­η­γή­μα­τος ση­μει­ώ­νε­ται τὸ ἐ­δά­φιο ἀ­πὸ τὸν Ἄμ­λετ, «Ὤ, Θε­έ μου, θὰ μπο­ροῦ­σα νά ’μαι κλει­σμέ­νος σ’ ἕ­να κα­ρυ­δό­τσου­φλο καὶ νὰ θε­ω­ρῶ τὸν ἑ­αυ­τό μου βα­σι­λιὰ τῆς ἀ­πε­ραν­το­σύ­νης» καὶ ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἥ­ρω­ες, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Μπόρ­­χες, βλέ­πει στὸ σκο­τει­νὸ ὑ­πό­γει­ο ἑ­νὸς σπι­τιοῦ σὲ μιὰ γι­γαν­τια­ία στιγ­μὴ τὸν σύμ­παν­τα κό­σμο μέ­σα σὲ μιὰ φω­τει­νή, ἰ­ρι­δί­ζου­σα σφαί­ρα δι­α­μέ­τρου δύ­ο-τρι­ῶν ἑ­κα­το­στῶν. «[…] εἶ­δα τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ σκο­τει­νοῦ μου αἵ­μα­τος, εἶ­δα τὸ πλέγ­μα τοῦ ἔ­ρω­τα καὶ τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ θα­νά­του, εἶ­δα τὸ Ἄ­λεφ ἀ­π’ ὅ­λα τὰ πρί­σμα­τα, εἶ­δα τὴ Γῆ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ καί, ξα­νά, μέ­σα στὴ Γῆ τὸ Ἄ­λεφ καὶ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ τὴ Γῆ, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὰ σω­θι­κά μου, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό σου καὶ ζα­λί­στη­κα κι ἔ­κλα­ψα, για­τὶ τὰ μά­τια μου εἶ­χαν δεῖ αὐ­τὸ τὸ μυ­στι­κὸ καὶ ἐ­πα­γω­γι­κὸ πράγ­μα ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κα­πη­λευ­θεῖ τ’ ὄ­νο­μά του, μὰ ποὺ κα­νέ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς δὲν τό ’χει δεῖ πο­τέ: τὸ ἀ­σύλ­λη­πτο συμ­παν[5]».

       Ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ ὁ Ju­lio Cor­tá­zar, ἐ­πί­σης κύ­ριος πρό­δρο­μος τοῦ εἴ­δους. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιὰ»[6] (1966), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἡ ἀ­φή­γη­ση ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ πα­ράλ­λη­λους χρό­νους, δι­α­πλέ­κον­τας ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὰ δύ­ο ἐ­ρω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, μί­α ἀ­πὸ τὴ ρω­μα­ϊ­κὴ καὶ μί­α ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ καὶ ἡ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α ἀλ­λά­ζει δια­ρκῶς. Ἐ­πι­πλέ­ον, στὸ ὑ­περ­σύν­το­μο «Χε­λῶ­νες καὶ κρο­νό­πιο» (1962)[7], δι­ε­γεί­ρει ἀ­κα­ρια­ῖα καὶ ταυ­τό­χρο­να σκέ­ψη καὶ συ­ναί­σθη­μα καὶ ἀ­πο­γει­ώ­νει τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἐν­συ­ναί­σθη­σης μὲ μί­α μό­νο κί­νη­ση: «Εἶ­ναι γε­γο­νὸς πὼς οἱ χε­λῶ­νες ἀ­γα­ποῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ τὴν τα­χύ­τη­τα, πράγ­μα πο­λὺ φυ­σι­κό. Οἱ ἐ­σπε­ράν­σα τὸ ξέ­ρουν ἀλ­λὰ δὲν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται. Οἱ φά­μα τὸ ξέ­ρουν καὶ τὶς κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν. Οἱ κρο­νό­πιο τὸ ξέ­ρουν καί, κά­θε φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τοῦν μιὰ χε­λώ­να, βγά­ζουν τὸ κου­τὶ μὲ τὶς χρω­μα­τι­στὲς κι­μω­λί­ες καὶ πά­νω στὸν στρογ­γυ­λὸ πί­να­κα τῆς χε­λώ­νας ζω­γρα­φί­ζουν ἕ­να χε­λι­δό­νι.» Ἐ­τού­τη τὴν ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μὴ βα­θιᾶς ἐν­συ­ναί­σθη­σης τῶν φαν­τα­στι­κῶν πλα­σμά­των τοῦ Cortazar θὰ μπο­ροῦ­σε θε­ω­ρη­τι­κὰ νὰ αἰ­τι­ο­λο­γεῖ ὁ Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, ὅ­ταν, τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1957 στὸ Πα­ρί­σι, ση­μεί­ω­νε: «Κα­τὰ βά­θος εἶ­μαι ζή­τη­μα φω­τός[8]». Ἀλ­λὰ νὰ τὰ ἐ­ξαν­θρω­πί­ζει ὁ Ferna­ndo Pes­soa, ἐ­πί­σης πρό­δρο­μος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­ταν στὸ Βι­βλίο τῆς ἀνη­συ­χίας (1913-35) γρά­φει: «Ὅ­ταν θέ­λω νὰ σκε­φτῶ, βλέ­πω», «Για­τί ἐ­γὼ ἔ­χω τὸ μέ­γε­θος αὐ­τοῦ ποὺ βλέ­πω κι ὄ­χι τὸ μέ­γε­θος τοῦ ὕ­ψους μου», ἐ­φό­σον πί­στευ­ε ὅ­τι «Ὁ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸς κό­σμος εἶ­ναι μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα» καὶ πὼς τε­λι­κὰ «Εἴ­μα­στε δύ­ο ἄ­βυσ­σοι-ἕ­να πη­γά­δι ποὺ κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νό».


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

μον­τερ­νι­σμός, Bauhaus, ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


ΦΕΤΟΣ, συμ­πλη­ρώ­νε­ται ἕ­νας αἰ­ώ­νας ἀ­πὸ τὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Βα­ϊ­μά­ρης καὶ ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τῆς σχο­λῆς τέ­χνης τοῦ Bauhaus (1919) ποὺ εὐ­δο­κί­μη­σε μέ­σα στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο τοῦ δυ­τι­κοῦ μοντερ­νι­σμοῦ. Ἡ σχο­λὴ τοῦ Bau­haus, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἐπί­δραση ὑπῆρ­ξε ἐντο­νό­τερη στὴν Ἀμερική, ἐ­πει­δὴ μὲ τὴν ἀ­νά­δυ­ση τοῦ να­ζι­σμοῦ δι­α­λύ­θη­κε τὸ 1933 καὶ δι­έ­φυ­γαν ἐ­κεῖ πολ­λὰ μέ­λη της, ἱ­δρύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Wal­ter Gro­pius, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὁ­ρα­μα­τί­στη­κε μί­α τέ­χνη προ­σι­τὴ στὸ εὐ­ρὺ κοι­νό. Ἡ (ἀ­κραί­α) ἀ­φαί­ρε­ση, ἡ κα­θα­ρό­τη­τα στὴ φόρ­μα, ὁ συν­δυα­σμὸς τοῦ αὐ­στη­ροῦ μὲ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος τοῦ Bau­haus ἐμ­φύ­ση­σαν νέ­ες ἰ­δέ­ες στὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ 20οῦ αἰ. Τὸ 1922, ὁ Gropius, προ­σκα­λεῖ στὴ Βα­ϊ­μά­ρη τὸν Was­sily Kandin­sky, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­λαμ­βά­νει κα­θή­κον­τα κα­θη­γη­τῆ καὶ ἀν­τι­προ­έ­δρου στὴ σχο­λὴ μέ­χρι τὸ 1933. Ὁ Kandinsky στὴν πραγ­μα­τεί­α του Γιὰ τὸ πνευματικὸ στὴν τέχνη (1912) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι «τὴ στιγ­μὴ τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης ὅ­λες οἱ τέ­χνες τεί­νουν σὲ μιὰ ἀ­να­με­τα­ξύ τους προ­σέγ­γι­ση, μὲ βά­ση τὴν κοι­νὴ τά­ση τους πρὸς τὴν ἀ­φαί­ρε­ση (πνευ­μα­τι­κό­τη­τα)».

       Ὁ μον­τερ­νι­σμός, στὸ πλαί­σιο τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται ἀρ­κε­τοὶ πρό­δρο­μοι τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἐκ­φρά­στη­κε καὶ μέ­σῳ τῆς δυ­τικῆς λογο­τε­χνίας καὶ εὐ­νό­η­σε τὸ δι­ή­γη­μα. Ἐ­πέ­φε­ρε δο­μι­κὲς ἀλ­λα­γὲς στὴν ἀ­φή­γη­ση, ὅ­πως τὴν ἀ­πο­φυ­γὴ πραγ­μά­τευ­σης χα­ρα­κτή­ρων ἢ ζη­τη­μά­των ἠ­θι­κῆς, τὴν ἑ­στί­α­ση στὰ γε­γο­νό­τα, χω­ρὶς ἀ­πα­ραί­τη­τα χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρά, καὶ τὴν ἐ­νί­σχυ­ση τῆς συ­νειρ­μι­κῆς καὶ μνη­μο­νι­κῆς ἀ­φή­γη­σης. Χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος, ἐ­νί­ο­τε μὲ τὴν παι­γνι­ώ­δη σο­βα­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ὁ Πλά­τω­νας[9], τὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ Ἐ­αυ­τοῦ, τοῦ Ἄλ­λου, τῶν δι­α­προ­σω­πι­κῶν σχέ­σε­ων, τοῦ λό­γου ὕ­παρ­ξης, σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἄλ­λα­ζε μὲ ἀ­σύλ­λη­πτη τα­χύ­τη­τα.

       Στὸ βι­βλί­ο γιὰ τοὺς μύ­θους τοῦ Niko­lai Leskov ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ γερ­μα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τὸ 1936, ὁ Walter Benja­min στὴν εἰσα­γωγή του συ­νο­ψί­ζει μὲ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἀ­πο­σταγ­μα­τι­κό του λό­γο τὴν ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου: «Μιὰ γε­νιὰ ποὺ εἶ­χε μά­θει νὰ πη­γαί­νει σχο­λεῖ­ο μὲ ἅ­μα­ξες, τώ­ρα στε­κό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἀ­νοι­χτὸ οὐ­ρα­νὸ στὴν ἐ­ξο­χή, ὅ­που τί­πο­τε δὲν εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα, καὶ κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τά, σ’ ἕ­να πε­δί­ο μά­χης καὶ ρα­γδαί­ας κα­τα­στρο­φῆς, βρι­σκό­ταν τὸ μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα.» Ἀν­τί­στοι­χα, οἱ γε­νι­ὲς τῶν δε­κα­ε­τι­ῶν ’70–’90 ποὺ ἀ­να­τρά­φη­καν ἀ­πὸ γο­νεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς πε­ρι­ό­δου πέ­ρα­σαν τα­χύ­τα­τα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­λο­γι­κὴ στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή, ἀ­πέ­κτη­σαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ βλέ­πουν ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο στὸ κε­φά­λι μιᾶς καρ­φί­τσας[10] καὶ βί­ω­σαν τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου, τὸ ἀ­δι­α­νό­η­το κύ­μα βί­ας καὶ μί­σους ποὺ ἄλ­λα­ξε τὴ σε­λί­δα τῆς ἱ­στο­ρί­ας.


Πολ­λοὶ με­λε­τη­τὲς στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ ἀ­πέ­δω­σαν τὴν ἐ­ξά­πλω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ σὲ αὐ­τὸ τὸ κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νός, ὅ­μως ἡ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου εἶ­ναι πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κή. Ἀρ­κεῖ νὰ σκε­φτοῦ­με ὅ­τι βι­ώ­νου­με τὴν «κο­ρύ­φω­ση τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας» στὴν Ἀνθρωπόκαινο ἐ­πο­χή μας, μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη νὰ ἀ­να­ζη­τά­ει τρό­πους με­τοί­κη­σής μας σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες. Στὸ ἴ­διο πνεῦ­μα ἀ­να­ζή­τη­σης βρί­σκε­ται καὶ ἡ τέ­χνη. Ἕ­να μό­νο ἐν­δει­κτι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ ἰ­δέ­α τοῦ Ἀρ­γεν­τι­νοῦ εἰ­κα­στι­κοῦ Tomás Saraceno, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρου­σί­α­σε τὸ 2011 στὴ Γερ­μα­νί­α τὴν ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἐγ­κα­τά­στα­ση με­γά­λης κλί­μα­κας Cloud Cities καὶ στὸ δι­ε­θνὲς ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πρό­γραμ­μά του προ­τεί­νει τὴ με­τά­βα­ση στὴν Ἀερόκαινο ἐ­πο­χή[11].

       Σή­με­ρα ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ὄν, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ ἴ­δια τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά του, ἔ­χον­τας δεῖ ἀ­πεί­ρως πε­ρισ­σό­τε­ρα καὶ πιὸ ἀ­πί­θα­να πράγ­μα­τα ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­γρά­φει ὁ Benjamin, ὁ ὁ­ποῖ­ος μά­λι­στα ὁ­δη­γή­θη­κε στὴν αὐ­το­κτο­νί­α γιὰ νὰ μὴν πέ­σει στὰ χέ­ρια τῆς Γκε­στά­πο. Γιὰ πολ­λοὺς κρι­τι­κούς, ὁ ὑψη­λός βαθ­μὸς ὀπτι­κότη­τας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ ὡς κα­λει­δο­σκο­πι­κὴ κα­τα­γρα­φὴ τῆς ρέ­ου­σας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῶν πολ­λα­πλῶν καὶ ἀν­τι­φα­τι­κῶν εἰ­κό­νων, μὲ τὴν ἀ­ρω­γὴ καὶ ὑπὸ τὴν ἐπί­δρα­ση τῆς ραγ­δαίας ἐπι­στη­μονικῆς καὶ τε­χνο­λο­γικῆς ἐξέλιξης, ποὺ τῆς πα­ρέ­χει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ δί­νει τὴν αἴ­σθη­ση τῆς συγ­χρο­νί­ας, τῆς ἀ­πευ­θεί­ας ἀν­τα­πό­κρι­σης ἀ­πὸ τὴ σκέ­ψη (τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α) τῶν συγ­γρα­φέ­ων.

       Ὁ David Sless[12] (1981) θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι ἡ ὀ­πτι­κὴ σκέ­ψη εἶ­ναι ἕ­νας μη­χα­νι­σμὸς χει­ρι­σμοῦ τοῦ ὀ­πτι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος μὲ σκο­πὸ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α συγ­κε­κρι­μέ­νων νο­η­μά­των καὶ ὅ­τι ἡ ὅ­ρα­ση εἶ­ναι ἡ ἕ­δρα τῆς εὐ­φυΐ­ας καὶ ὁ Rudolf Arnheim (1999) ὅ­τι ὅ­ρα­ση καὶ σκέ­ψη εἶ­ναι ἀλ­λη­λέν­δε­τες λει­τουρ­γί­ες. Δι­α­πι­στώ­σεις ποὺ ὑ­πο­φώ­σκουν στὶς κυ­ρι­ό­τε­ρες με­λέ­τες τοῦ φαι­νο­μέ­νου (W. Nelles, O. Ette, L. Zavala, κ.λπ.), ὅ­που ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸ δι­ή­γη­μα ποὺ βρῆ­κε γό­νι­μο ἔ­δα­φος στὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ πλαί­σιο τοῦ ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ (π.χ. V. Woolf), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἴ­τε βρί­σκε­ται στὸ με­ταίχ­μιο ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ–ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ ἢ ἀν­τλεῖ δο­μι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο[13], ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν ὁ Kafka. Ἔ­τσι, ἐ­λέγ­χε­ται ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμὸ ποὺ ἀ­να­πα­ρι­στᾶ τὴ ση­με­ρι­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (τὸ «ἐ­πι­κα­λού­με­νο κί­νη­τρο» τῆς [μι­κρο]μυ­θο­πλα­σί­ας) καὶ ὡς ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ τὴν ἀλ­λά­ξει, δι­ε­γεί­ρον­τας τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ἐ­ξε­ρευ­νών­τας νέ­ες δυ­να­τό­τη­τες σὲ τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο.

       Ἡ ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ αὐ­τὴ προ­σέγ­γι­ση δὲ λύ­νει τὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ πρό­βλη­μα εὕ­ρε­σης ἑ­νὸς ὁ­ρι­σμοῦ γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δι­χά­ζει τοὺς κρι­τι­κοὺς δι­ε­θνῶς, ὅ­πως τοὺς εἶ­χε δι­χά­σει καὶ τὸν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ώ­να γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χουν κα­τα­λή­ξει. Οὔ­τε ἀ­παν­τά­ει στὴ θε­ω­ρη­τι­κὴ δι­α­μά­χη γιὰ τὸ ἂν εἶ­ναι ἢ δὲν εἶ­ναι νέ­ο εἶ­δος, ἀλ­λὰ φω­τί­ζει τὸ κύ­ριο ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα: κο­μί­ζει κά­τι και­νού­ριο καὶ ἂν ναί, πῶς καὶ γιατί ἀνανεώνει τὴν τέχνη τοῦ λόγου, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὴ σύν­θε­τη σκέ­ψη, ἡ ὁ­ποί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη δι­ά­νοι­α καὶ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ Δι­α­φω­τι­σμὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς γνώ­σης;

       Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α θέ­τει ἐ­ρω­τή­μα­τα, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὅ­λα δεί­χνουν ὅ­τι ἀ­να­βι­ώ­νει ὁ ἠ­θι­κὸς προ­βλη­μα­τι­σμὸς καὶ ὅ­τι ἔ­χει πα­ρέλ­θει ὁ πει­ρα­μα­τι­σμὸς τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Ἡ ἀλ­λα­γὴ τοῦ τρό­που ζω­ῆς κι ἑ­πο­μέ­νως σκέ­ψης ποὺ ση­μα­το­δο­τεῖ τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, δι­κτυ­ώ­νει συγ­γρα­φεῖς καὶ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ συμ­βο­λι­κὴ συ­νο­χὴ ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τει βα­θιὰ γνώ­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τῶν εἰ­δῶν της καὶ σε­βα­σμὸ στὶς το­πι­κὲς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες. Ἀ­πο­τε­λεῖ δί­κτυ­ο καὶ μέ­σο δι­κτύ­ω­σης καὶ χρή­ζει ad hoc με­λέ­της στὸ πλαί­σιο τῆς σύγ­χρο­νης κουλ­τού­ρας μας ποὺ δι­α­μορ­φώ­νε­ται στα­δια­κά, μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας ἡ ὁ­ποί­α «εἰ­σά­γει κα­τευ­θεί­αν στὴ συμ­βο­λι­κὴ τά­ξη, σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἀγ­γί­ζει τὸ νό­η­μα, δη­λα­δὴ σὲ ὅ,τι δυ­σκο­λεύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ συ­νεν­νό­η­ση μας[14]». Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο, τὸ ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ σχῆ­μα κί­νη­ση-συ­ναί­σθη­μα (mocion–emocion) τῆς Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Ottmar Ette ὡς πο­λι­τι­σμι­κὴ θε­ω­ρί­α, φαί­νε­ται νὰ προ­σφέ­ρει μιὰ πρώ­τη πρα­κτι­κὴ ἐ­φαρ­μο­γή.

       Τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­χαν δι­α­κρί­νει οἱ ἐ­πι­με­λη­τὲς τῶν πρώ­των ἀγ­γλό­φω­νων ἀν­θο­λο­γι­ῶν τοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘80. Ὁ Irving Howe ἀ­νέ­φε­ρε τὸ πό­σο τολ­μη­ροὶ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­πι­χει­ροῦν νὰ ἐ­κτε­θοῦν σὲ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο, ὅ­που κα­μί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀ­δυ­να­μί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρυ­φτεῖ. Καὶ οἱ Robert Shapard καὶ James Thomas στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοὺς Sudden Fiction: American Short-Short Stories, ση­μεί­ω­ναν: «Ἡ συμ­πύ­κνω­ση προ­κα­λεῖ κά­τι θε­με­λι­ῶ­δες στὴ μορ­φὴ τῆς γρα­φῆς, ποὺ ἀλ­λά­ζει τὸ dna της», καὶ «Ἡ πρω­ταρ­χι­κὴ ποι­ό­τη­τα, ὅ­πως λέ­νε οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ συγ­γρα­φεῖς μας, εἶ­ναι ἡ ζω­ή. Ἰ­δι­αί­τε­ρα συμ­πυ­κνω­μέ­να, ἰ­δι­αί­τε­ρα φορ­τι­σμέ­να, ὑ­πο­νο­μευ­τι­κά, πρω­τε­ϊ­κά, ἐκ­πλη­κτι­κά, ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ δε­λε­α­στι­κά, αὐ­τὰ τὰ ὑ­περ­μι­κρὰ πε­ζὰ δί­νουν μορ­φὴ σὲ ἀ­πό­με­ρα ση­μεῖ­α τοῦ χά­ους καὶ σὲ μί­α σε­λί­δα κά­νουν ὅ,τι κά­νει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα σὲ δι­α­κό­σι­ες. Ἐ­ὰν κα­τα­φέρ­νουν νὰ στα­μα­τοῦν τὸ χρό­νο […], βρί­σκον­ται ἐ­δῶ γιὰ σᾶς, πρω­τί­στως, ὡς ζων­τα­νὲς φω­νές.»

       Ἡ πε­ρι­πλά­νη­ση στὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ κό­σμο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ δαι­δα­λώ­δης δι­α­δι­κτυα­κὸς κι ἔν­τυ­πος μι­κρό­κο­σμος σφύ­ζει ἀ­πὸ κί­νη­ση, δι­ά­νοι­α καὶ ζω­ή, ὡς ἕ­να πε­δί­ο συ­νάν­τη­σης, ὄ­χι μό­νο εἰδῶν ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δε­ῶν ποὺ μᾶς ἔ­χουν ἐμ­φυ­σή­σει, στο­χα­στές, ἐ­πι­στή­μο­νες, καλ­λι­τέ­χνες, πε­ζο­γρά­φοι καὶ ποι­η­τές, πρό­δρο­μοι καὶ μὴ τοῦ εἴ­δους. «Κι­νοῦ­μαι εἶ­ναι ζῶ», ἔ­γρα­φε ὁ Pessoa καὶ ὁ Σε­φέ­ρης τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1949, ση­μεί­ω­νε: «Τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὄ­χι ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι sil est question d’être relu, ἀλ­λὰ νὰ λές: ἐ­γὼ θὰ γρά­ψω, κι ὅ,τι θέ­λει ἂς γί­νει, γιὰ νὰ κρα­τή­σω ζων­τα­νό το πράγ­μα ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὴ ζων­τά­νια μου.» Ἰ­δέ­ες ποὺ δὲν ἀ­πέ­χουν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πὸ τὶς γνω­στὲς προ­τρο­πὲς τῆς ἐ­πο­χῆς μας: «ἄ­δρα­ξε τὴ μέ­ρα», «ζῆ­σε τὸ τώ­ρα», «ἐκφράσου ελεύθερα», κ.λπ.

       Συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ὅ­πως τὸ ρε­α­λι­στι­κὸ δι­ή­γη­μα ὡς μί­α «φέ­τα ζω­ῆς»[15]. Θε­ω­ρῶ ὅ­τι λει­τουρ­γεῖ μᾶλ­λον ὡς ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἕ­να ἀ­κα­ρια­ῖο ἐ­ρέ­θι­σμα, ποὺ σπά­ει τὴν «πα­γω­μέ­νη θά­λασ­σα μέ­σα μας», ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ Kafka γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, μὲ μι­κρὲς καὶ συ­χνὲς δό­σεις. Ὅ­πως σὲ ὅ­λα τα εἴ­δη λό­γου, ἔ­τσι καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὑ­πάρ­χουν δι­α­κυ­μάν­σεις ὡς πρὸς τὸ ποι­ο­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να, ὅ­μως, ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ ἀ­πό­λαυ­ση προ­κα­λεῖ ἀ­ναγ­κα­στι­κὴ στά­ση στὸν ἀ­σύλ­λη­πτο ρυθ­μὸ τῆς ζω­ῆς μας, ἐ­φό­σον συ­χνὰ ὁ χρό­νος ἀ­νά­γνω­σης εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρος τοῦ χρό­νου ἐγ­κε­φα­λι­κῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας, λό­γῳ πυ­κνῶν νο­η­μά­των, ὑ­ψη­λοῦ βαθ­μοῦ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας, ἔκ­πλη­ξης ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ δει­νό­τη­τα (τό­σο μι­κρὸ καὶ τό­σο κα­λό), ποὺ ὁ­δη­γοῦν σὲ πολ­λα­πλὲς ἀ­να­γνώ­σεις. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο, μιὰ μα­τιὰ στὸ ἀ­έ­να­ο καὶ ἄ­χρο­νο της Ζω­ῆς καὶ στὴ συσ­σω­ρευ­μέ­νη γνώ­ση μας τό­σων αἰ­ώ­νων. Μί­α νύξη γιὰ τὸ τί εἶναι μικρὸ καὶ τί μεγάλο καὶ στὸ πῶς μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἐκ­φρά­σει καὶ νὰ παί­ξει κα­νεὶς μὲ αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ G. Bachelard, ἀλ­λὰ μᾶς δί­δα­ξε κα­λὰ ὁ δυ­τι­κὸς μον­τερ­νι­σμός.


 

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: γρα­φή­μα­τα


ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ τῆς Google Books NGram Viewer μπο­ρεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα γρα­φι­κὰ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἀ­να­ζη­τή­σεις του στὴ βά­ση δε­δο­μέ­νων τῶν βι­βλί­ων στὴν Google, ἂν καὶ σὲ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες γλῶσ­σες κι ἐ­θνι­κὲς γραμ­μα­τεῖ­ες ἀ­κό­μα (στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ἰ­α­πω­νι­κή, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, δὲν πα­ρέ­χε­ται ἡ δυ­να­τό­τη­τα).


Ὡ­στό­σο τί μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με:

Game (παι­χνί­δι) = στα­θε­ρὴ ἀ­πὸ τὸ 1850 ἕ­ως τὸ 1920 ποὺ ἔ­χου­με μιὰ πρώ­τη κο­ρύ­φω­ση ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, μι­κρὴ ὕ­φε­ση ἕ­ως τὸ 1964 καὶ ἀ­νο­δι­κὴ πο­ρεί­α ἕ­ως τὸ 2008.

Life,death (ζω­ή, θά­να­τος) = ἀ­να­ζή­τη­ση γιὰ τὴν πε­ρί­ο­δο 1500-2008: ἀ­πὸ τὸ 1750 στα­θε­ρὰ ἀ­νο­δι­κὰ ἡ ζω­ή.

minificción (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ) = ἀ­πὸ τὸ 1981 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

microcuento (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα στὰ ἱ­σπα­νι­κά) = 1961-1987 στα­θε­ρὴ πο­ρεί­α καὶ ἀ­πὸ τό­τε κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

short-short story (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα) 1905-1912 ἐμ­φα­νί­ζε­ται, 1928-1945 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση στὴ χρή­ση τοῦ ὅ­ρου, ἔν­το­νες δι­α­κυ­μάν­σεις μέ­χρι τὸ 1960 κι ἔ­κτο­τε μιὰ στα­θε­ρὴ ἐμ­φά­νι­ση ἕ­ως τὸ 2008.

microfiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ αὔ­ξη­ση χρή­σης τοῦ ὅ­ρου ἀ­πὸ τὰ μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.

flash fiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ὁ­μοί­ως, ἂν κι ἐ­δῶ κα­τα­γρά­φον­ται καὶ κά­ποι­ες ἐν­δι­ά­με­σες κο­ρυ­φώ­σεις (1892-1926, 1934-1942 καὶ 1981-2008 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

micronarratives (μι­κρο­α­φη­γή­σεις)= ἡ αὔ­ξη­ση εἶ­ναι ρα­γδαί­α ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὸ τρα­γού­δι τοῦ Jaques Brel (1967) La chanson des vieux amants (Τὸ τρα­γού­δι τῶν πα­λι­ῶν ἐ­ρα­στῶν), γιὰ τὸν στί­χο «τε­λι­κὰ χρει­ά­στη­κε πο­λὺ τα­λέν­το γιὰ νὰ γε­ρά­σου­με χω­ρὶς πο­τὲ νὰ ἐ­νη­λι­κι­ω­θοῦ­με» («Finalement, Il nous fallut bien du talent Pour être vieux sans être adultes»).


Τὸ βι­βλί­ο The storyteller τοῦ Walter Benjamin (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Τὸ βι­βλί­ο Ἡ ἱστο­ρία τοῦ ματιοῦ τοῦ Geor­ges Ba­tail­le.


Τὸ βι­βλί­ο Καβου­ρη­δὸν καὶ Παρα­δρόμως. Μικρὲς σπου­δὲς γιὰ τὸ ἄθλη­μα τῆς γραφῆς τοῦ Δη­μή­­τρη Δη­μη­­ρού­λη.


Ὁ ὁ­δη­γὸς συγ­γρα­φῆς (στὰ ἀγ­γλι­κὰ) γιὰ δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῶν Hum­mel H.K. καὶ Le­nox Ste­pha­nie μὲ τί­τλο ShortForm Crea­tive Wri­ting: A Wri­ters Gui­de and Antho­lo­gy, στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φουν συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως o­ι: Matt Bell, Lydia Davis, Nata­lie Diaz, Amy Hem­pel, Ja­mai­ca Kin­caid, Ada Limon, Justin Torres, and O­cean Vuong. Γιὰ ἐ­νη­με­ρώ­σεις ἀγ­γλό­φω­νων βι­βλί­ων μὲ συμ­βου­λὲς γιὰ πε­ζο­γρά­φους ἢ ποι­η­τὲς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Poets & Writers.


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο 83 Ἱ­στο­­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­­μεῖ­ο Μη­δέν, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῶν Βασίλη Μα­νου­σά­κη, Ἡρῶς Νι­κο­πού­λου καὶ Ἕλενας Σταγ­κου­ρά­κη.


Διαδίκτυο


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὰ 100 χρό­νια τοῦ Bau­haus τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Da­zeen γιὰ τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη.


Τὰ δύ­ο ἐκ­παι­δευ­τι­κά, δω­ρε­ὰν προ­γράμ­μα­τα ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Harvard γιὰ τὴ Μον­τέρ­να καὶ τὴν Παγ­κό­σμια Λο­γο­τε­χνί­α, Mo­dern Master­pie­ces of World Li­tera­ture & Master­pieces of World Li­terature.

Διά­ρκεια: 8 καὶ 12 ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τί­στοι­χα

Διά­ρκεια πρό­σβα­σης στὸ πρό­γραμ­μα: Φε­βρουά­ριος-Αὔ­γου­στος 2019.

Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή.


Διαγωνισμοί


Οἱ δύ­ο δι­α­γω­νι­σμοὶ τῆς Na­tional Flash Fiction Day ποὺ δι­ορ­γα­νώ­νε­ται στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α κά­θε Κα­λο­καί­ρι ἀ­πὸ τὸ 2012:

  1. The 2019 Anthology: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 500 λέ­ξεις μὲ θέ­μα «Πόρ­τες» γιὰ τὴν ἐ­τή­σια δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἐκ­δί­δει. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.50 γιὰ ἕ­να, £4.00 γιὰ δύ­ο καὶ £6.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.
  2. The 2019 Micro Fiction Competition: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 100 λέ­ξεις, ἐ­λεύ­θε­ρο θέ­μα. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.00 γιὰ ἕ­να, £3.50 γιὰ δύ­ο καὶ £5.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.

Ὁ δι­α­γω­νι­σμὸς Winter 2019, μὲ κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 31 Μαρ­τί­ου 2019, στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Narrative. Γιὰ ἄλ­λους δι­α­γω­νι­σμούς του γιὰ δι­ά­φο­ρες κα­τη­γο­ρί­ες καὶ προ­θε­σμί­ες ποὺ τρέ­χουν, δεῖ­τε εδώ.


Μάρ­τιος 2019


[1]. Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε ἕ­να ἀ­πό­σπα­σμα στὰ ἀγ­γλι­κὰ εδώ.
[2]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ ἡ­με­ρο­λό­για, μτφρ. Ἄ. Βε­ρυ­κο­κά­κη, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1998, σελ. 367.
[3]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ μπλὲ τε­τρά­δια, μτφρ. Γ. Βαμ­βα­λῆς, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1982, σελ. 58.
[4]. Ρόμ­περτ Μού­ζιλ, Τὸ Μαγεμένο Σπίτι, Ἡ Γκρίτζα, μτφρ.- εἰ­σα­γω­γὴ Ἀλ. Ἴ­σα­ρης, Ἠ­ρι­δα­νός, Ἀ­θή­να (δὲν ἀ­να­γρά­φε­ται ἔ­τος ἔκ­δο­σης), σελ.19.
[5]. Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Ἅ­παν­τα πε­ζά, μτφρ. –ἐ­πι­μέ­λεια- σχό­λια Ἀχ. Κυ­ρι­α­κί­δης, 7η ἔκ­δο­ση, Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2009, σσ. 220, 343-5.
[6]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιά, μτφρ. Γ.Δ.Χουρ­μου­ζιά­δης, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1984, τὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μα σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη.
[7]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἱ­στο­ρί­ες τῶν Κρο­νό­πιο καὶ τῶν Φά­μα, μτφρ. Ἑλ. Χα­ρά­τση, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1983.
[8]. Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, Ζή­τη­μα Φω­τός, Ὁ Θα­νά­σης Χα­τζό­που­λος ἀν­θο­λο­γεῖ τὶς Μέ­ρες τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, Μπά­στας – Πλέσ­σας, Ἀ­θή­να, 1995.
[9]. Στὴ Διάκριση (1979) ὁ Pier­re Bour­dieu με­λε­τᾶ ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κὰ πλῆ­θος κοι­νω­νι­κῶν ὁ­μά­δων, ἀ­να­λύ­ει τὸ γοῦ­στο κι ἐ­πα­να­φέ­ρει τὸν homo aestheticus στὸ κέν­τρο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἐ­πι­στή­μης. Μέ­σῳ μιᾶς σχε­σια­κῆς προ­σέγ­γι­σης ὅ­λων των ἐκ­φάν­σε­ων τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς τῆς ἐ­πο­χῆς του ἀ­να­λύ­ει τε­λι­κὰ τὸ σύν­θε­το δε­σμὸ με­τα­ξὺ κουλ­τού­ρας, ἐ­ξου­σί­ας καὶ ταυ­τό­τη­τας. Ἡ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὸν κό­σμο (καὶ ἀ­πὸ τὸ ρό­λο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Goffman) ποὺ παίρ­νει κα­νεὶς ὅ­ταν, χω­ρὶς πνεῦ­μα σο­βα­ρό­τη­τας, παίρ­νει στὰ σο­βα­ρά το παι­χνί­δι, μὲ τὴν πλα­τω­νι­κὴ ἔν­νοι­α, ὁ­δη­γεῖ σὲ μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση καὶ συ­νι­στᾶ τὴν ἀρ­χὴ τῆς ἀ­στι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ κό­σμου. Προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ τὴ βι­ώ­σει κα­νείς, ὅ­μως, εἶ­ναι, ἂν ὄ­χι νὰ «κα­τα­στή­σει τὴν ὕ­παρ­ξή του κά­τι σὰν παι­δι­κὸ παι­χνί­δι, ὅ­πως ὁ καλ­λι­τέ­χνης, του­λά­χι­στον νὰ πα­ρα­τεί­νει πο­λύ, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ή, τὴ σχέ­ση μὲ τὸν κό­σμο τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας» (σελ. 96). Ἔ­τσι μπο­ρεῖ νὰ δι­α­τη­ρη­θεῖ ἡ ἀ­πό­λαυ­σή του νὰ παί­ζει κα­λὰ τὸ (πο­λι­τι­στι­κὸ) καὶ κά­θε παι­χνί­δι, μὲ τὴ δι­κή του τέ­χνη τοῦ παί­ζειν, μὲ κα­νό­νες ποὺ ὀ­φεί­λει νὰ γνω­ρί­ζει κα­λά, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ καὶ νὰ τοὺς σπά­ει. Μιὰ ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ τρέ­φε­ται μὲ λε­πτὲς νύ­ξεις καὶ συ­σχε­τι­σμοὺς καὶ καί­ει ἀ­σί­γα­στα. Ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ­ται καὶ ἡ ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση αἴ­σθη­ση τῆς δι­ά­κρι­σης, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ «ἐ­πί­κτη­τη δι­ά­θε­ση καὶ λει­τουρ­γεῖ μὲ τὴ σκο­τει­νὴ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τοῦ ἐν­στί­κτου» (σελ. 538).
       Ἰ­δέ­α τοῦ Γάλ­λου στο­χα­στῆ ἡ ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ —ἐ­κτός των ὁ­ρί­ων τοῦ μι­κρο­α­στι­σμοῦ ποὺ τὴν ἐν­τάσ­σει συ­χνὰ στὴ Δι­ά­κρι­ση— σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὸν homo ludens τοῦ Johan Huizinga τοῦ δυ­τι­κοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ.
[10]. Doreen Massey and John Allen (eds), Geography matters – A reader, Cambridge University Press, N. York, 1984.
[11]. Ο Richard Boyd Hauck συγ­κα­τα­λέ­γει στὸ βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο A Cheer­ful Ni­hi­lism (1971), τὸν ἐ­πί­σης πρό­δρο­μο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Do­nald Bar­thelme, στοὺς κο­ρυ­φαί­ους Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ πα­ρά­δο­ξου καὶ τοῦ ἀ­να­τρε­πτι­κοῦ χι­οῦ­μορ, ὡς «εὐδιάθετο μηδενιστή», μα­ζὶ μὲ τοὺς Melville, Mark Twain καὶ James Thurber καὶ τὸν συν­δέ­ει μὲ τὸν Kafka καὶ τὸν Camus. Στὸ δι­ή­γη­μά του μὲ τί­τλο «The Balloon»(πρώ­τη ἔκ­δο­ση 1968) ὁ Barthelme πε­ρι­γρά­φει τὶς ἀν­τι­δρά­σεις τῶν Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζων τῆς ἐ­πο­χῆς ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να τε­ρά­στιο μπα­λό­νι στὸν οὐ­ρα­νὸ τῆς πό­λης καὶ πῶς κά­ποι­οι ἐκ­δη­λώ­νουν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τους νὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι μέ­σα σὲ αὐ­τὸ καὶ νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βα­στεῖ σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν Μειω­μένη Βαρύ­τη­τα τῆς Kara Oakleaf.
[12]. David Sless, Learning and Visual Communication, Halsted Press, N. York –London, 1981.
[13] . Ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός: καλ­λι­τε­χνι­κὸ κί­νη­μα ποὺ πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴ Γερ­μα­νί­α στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ἀ­νή­κει στὴν καλ­λι­τε­χνι­κὴ πρω­το­πο­ρί­α καὶ συν­δέ­ε­ται μὲ τὸ μον­τερ­νι­στι­κὸ κί­νη­μα. Στὴ λο­γο­τε­χνί­α προ­κύ­πτει ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμό, τὸ να­του­ρα­λι­σμὸ καὶ τὸ συμ­βο­λι­σμό. Ἡ ἐ­πα­να­στα­τι­κό­τη­τά του ἔγ­κει­ται στὴν ἄρ­νη­ση τῆς ἀ­λη­θο­φά­νειας καὶ τῆς πι­στῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Προ­βάλ­λει τὴν ἐμ­πει­ρι­κὴ γνώ­ση μέ­σῳ τῆς φαν­τα­σί­ας, ἐκ­φρά­ζει τὴν ἔκ­στα­ση καὶ τὴν ἀ­πό­γνω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὶς με­γα­λου­πό­λεις καὶ στὶς μη­χα­νές. Ἡ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­στι­κὴ δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς δι­ά­λυ­σης καὶ τῆς ἀ­να­γέν­νη­σης τῆς κοι­νω­νί­ας ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἀν­τι­πο­λε­μι­κὴ ὀ­ξύ­τα­τη κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κή.
[14]. Denys Cuche, Ἡ ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας στὶς κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, μτφρ. Φ. Σι­ά­τι­στας, Τυ­πω­θή­τω, Ἀ­θή­να, 2001, σελ. 13.
[15]. Θα­νά­σης Θ. Νιά­ρχος (ἐ­πι­μέ­λεια), Ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Δι­η­γή­μα­τος, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pe­la­yo, San­tander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Ἡ πο­ρεία τοῦ ὅ­ρου micro­fiction στὴν βι­βλιο­πα­­ρα­γωγὴ τῆς ἀγ­γλικῆς γλώσ­σας ἀ­νά­μεσα στὰ ἔ­τη 1850-2000. Γρά­φη­μα ἀ­πὸ τὸ Google Books NGram Viewer.

Κατηγορίες: Χριστοδούλου Δήμητρα Ἰ., Μικρομυθοπλασία, Ἀναφορές.


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hershman


[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#5]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Ta­nia Hershman: Ἡ μικρομυθοπλασία

κλονίζει τὶς βεβαιότητες

καὶ ἀπελευθερώνει τὴ δημιουργικότητά μας


* Συνέντευξη μὲ τὴν Tania Hershman *


Ἡ συ­νέν­τευ­ξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἑ­νὸς τρι­ε­τοῦς ἐ­ποι­κο­δο­μη­τι­κοῦ δι­α­λό­γου κι ἀν­ταλ­λα­γῆς ἀ­πό­ψε­ων στὴ διάρ­κεια τῆς ἔ­ρευ­νάς μας ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­φε­τη­ρί­ες καὶ προ­ο­ρι­σμούς. Ξε­κί­νη­σε μέ­σω ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου τὸ 2015, ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τὸ Νο­­έμ­βριο τοῦ 2018 κι ἐ­πι­και­ρο­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ κοι­νοῦ, ὅ­ταν πλέ­ον ἡ Hersh­man εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Bath Spa University, μὲ τὴ δια­τρι­βή της νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α γιὰ τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ Σω­μα­τι­δια­κῆς Φυ­σι­κῆς.

       Ἡ συ­νέν­τευ­ξη ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν κοι­νή μας πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α κι­νεῖ­ται δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ συγ­χρο­νι­κὰ πρὸς τὸν ἄ­ξο­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Σή­με­ρα σχε­τί­ζε­ται καὶ μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη, μὲ τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ μα­κρο-ἐ­πί­πε­δο στὸ μι­κρο-ἐ­πί­πε­δο, ἐ­νῶ, ἐ­πι­πλέ­ον ἡ με­λέ­τη της εἶ­ναι δι­ε­πι­στη­μο­νι­κή, σύμ­φω­να μὲ τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ θε­ω­ρη­τι­κῶν ποὺ συμ­με­τέ­χουν στὸν πρό­σφα­το συλ­λο­γι­κὸ τό­μο κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο Mini­fic­ción y nano­fi­lo­lo­gía. La­ti­tu­des de la hi­per­bre­ve­dad (2017), ἀλ­λὰ καὶ τῶν πρό­σφα­των δι­ε­θνῶν συ­νε­δρί­ων (2018).

Δ.Χ.: Δή­μη­τρα Χρι­στο­δού­λου.

T.H.: Tania Hershman.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ὁ­ρο­λο­γί­α


Δ.Χ. Ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80 ἔ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ δι­ά­φο­ροι ὅ­ροι γιὰ τὴν πο­λὺ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα, ὅ­πως sudden fiction, microfiction, minificción, flash fiction, hint fiction, short-shorts, postcard stories, minute stories, bonsai stories, κ.ἄ. Σή­με­ρα σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες κα­τα­γρά­φον­ται προ­σπά­θει­ες νὰ ἐ­πι­νο­η­θοῦν ὅ­ροι συμ­βα­τοὶ μὲ αὐ­τὸ τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο καὶ τὴν ἐ­θνι­κή τους λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­πως kortprosa,  f­i­c­t­i­on é­c­l­a­ir,  r­e­l­a­to m­i­n­i­mo, b­r­at f­i­k­t­i­on, p­l­u­d­s­e­l­ig f­i­k­t­i­on, l­y­n­f­i­k­t­i­on, m­а­л­ая п­р­о­за,  l­y­n­f­i­k­s­j­on, μικρομυθοπλασία, chō tanpen shōsetsu, κ.ἄ. Ἐ­σεῖς, ποιόν ὅ­ρο (ἢ ὅ­ρους) χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε συ­νή­θως γιὰ τὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Συ­νή­θως τὶς ἀ­πο­κα­λῶ ἁ­πλῶς «μυ­θο­πλα­σί­ες» (fictions), ἂν καὶ ὅ­σο περ­νά­ει ὁ και­ρὸς ἀ­πο­φεύ­γω ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸν τὸν ὅ­ρο ἐ­πει­δὴ γρά­φω καὶ ποί­η­ση καὶ δὲν ξέ­ρω ποῦ τε­λει­ώ­νουν καὶ ποῦ ἀρ­χί­ζουν τὰ ὅ­ρια πιά!


Δ.Χ. Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι μό­λις πρό­σφα­τα ἐ­ρευ­νη­τὲς ἔ­χουν ξε­κι­νή­σει νὰ ἑ­στιά­ζουν σὲ αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο, θὰ ἀ­πο­δε­χό­σα­σταν, του­λά­χι­στον προ­σω­ρι­νά, τὸν ὅ­ρο microfiction (μικρομυθοπλασία[1]) ὡς τὸν πιὸ ἀ­να­γνω­ρί­σι­μο δι­ε­θνῶς κι εὔ­στο­χο μέ­χρι στιγ­μῆς;


T.H. Ἀ­σφα­λῶς!


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: εἶ­δος δι­κτύ­ου, δεί­κτης ἀλ­λα­γῆς σκέ­ψης καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο


Δ.Χ. Κά­ποι­οι κρι­τι­κοὶ δι­α­τεί­νον­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι νέ­ο εἶ­δος, ἀλ­λὰ ἕ­να ὑ­βρί­διο ποὺ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ προ­σμεί­ξεις μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ὅ­πως ἡ νου­βέ­λα, τὸ δι­ή­γη­μα, ἡ πε­ζο­ποί­η­ση, κ.λπ. Ἄλ­λοι ση­μει­ώ­νουν ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἐ­φή­με­ρη ἔ­κρη­ξη τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­πό­σπα­σης τῆς προ­σο­χῆς τῶν ἀ­να­γνω­στῶν στὴν ἐ­πο­χή μας, τῆς προ­ηγ­μέ­νης ψη­φια­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τῆς κα­τα­κό­ρυ­φης αὔ­ξη­σης προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς δι­ε­θνῶς. Ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἄ­πο­ψή σας γιὰ τὸ θέ­μα;


T.H. Δὲν πι­στεύ­ω ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­τι και­νού­ριο, ἔ­χου­με πολ­λὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που ἕ­ως τὸν Κάφ­κα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, κι ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους μου συγ­γρα­φεῖς τοῦ εἴ­δους, τὸν Ri­chard Brau­ti­gan, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Revenge of the Lawn μὲ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «ὑ­περ- σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1970. Αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πό­σπα­ση προ­σο­χῆς μὲ ἐ­ξορ­γί­ζει, δι­ό­τι μιὰ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α —καὶ ἰ­δί­ως ἡ μι­κρό­τε­ρη σὲ ἔ­κτα­ση— ἀ­παι­τεῖ τὴν ἀ­πό­λυ­τη προ­σο­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ἂν καὶ γιὰ πο­λὺ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Συμ­φω­νῶ, ὡ­στό­σο, ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἕ­να χρή­σι­μο ἐρ­γα­λεῖ­ο γιὰ τὰ ἐρ­γα­στή­ρια γρα­φῆς.


Δ.Χ. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἔ­ρευ­νάς μου πα­ρα­τή­ρη­σα ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συ­νι­στᾶ ἕ­να εἶ­δος (γλωσ­σι­κοῦ) δικτύου[2] καὶ λει­τουρ­γεῖ ὡς τέ­τοι­ο: προ­σπά­θεια σύ­στα­σης ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς καὶ κοι­νω­νι­κῆς ὑ­πό­στα­σης, οἰ­κου­με­νι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὅ­πως λ.χ. τυ­πο­ποί­η­ση καὶ ὁ­μο­γε­νο­ποί­η­ση τῶν ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­κτε­τα­μέ­νη ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν βα­σι­κῶν κα­νό­νων ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, κ.ἄ. Ἐ­πί­σης, δι­α­φαί­νε­ται ἡ πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­σή της, ὅ­πως τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου στὶς ἀρ­χές του καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο: γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ δη­μο­φι­λὴς συγ­κρι­τι­κὰ μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο πα­ρα­δο­σια­κὸ εἶ­δος στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, δι­ό­τι ἐ­ξε­λίσ­σε­ται σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ταυ­τό­χρο­να σὲ ψη­φια­κὴ μορ­φή. Ὡς ἐκ τού­του ἐκ­δη­μο­κρα­τί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ λο­γο­τε­χνί­α —ἀ­νοι­χτὴ πρό­σβα­ση, δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα, ἐμ­βά­θυν­ση— καὶ δη­μι­ουρ­γεῖ πα­νο­μοι­ό­τυ­πες γλωσ­σι­κὲς δο­μὲς σ’ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Ὡ­στό­σο, πα­ρα­μέ­νει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πο­λύ­πλο­κη: δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸς ὅ­ρος, τυ­πο­λο­γί­α, με­θο­δο­λο­γί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Φαί­νε­ται, λοι­πόν, ὅ­τι τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­ναι δεί­κτης ἀλ­λα­γῆς τῆς σκέ­ψης ἀλ­λὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο, ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νει ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο καὶ ἀ­τα­ξι­νό­μη­το εἶ­δος, μὴ ἀ­πο­δε­κτὸ εὐ­ρέ­ως ὡς πε­ζο­γρά­φη­μα. Θε­ω­ρεῖ­τε αὐ­τὴ τὴν ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση δε­λε­α­στι­κὴ καὶ ρε­α­λι­στι­κὴ ἢ ἀ­δι­ά­φο­ρη καὶ πλα­σμα­τι­κή;


T.H. Λα­τρεύ­ω τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι δὲ δύ­να­ται νὰ προσ­δι­ο­ρι­στεῖ, νὰ κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­η­θεῖ καὶ αὐ­τὸ ται­ριά­ζει μὲ τὴ θε­ω­ρί­α μου ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι, ἂν θέ­λε­τε, ἕ­να «ἀ­σφα­λὲς πέ­ρα­σμα» ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, ποὺ ἀ­κρο­βα­τεῖ στὶς πα­ρυ­φὲς καὶ τῶν δύ­ο. Ἔ­τσι λει­τουρ­γεῖ γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον, δι­ό­τι μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ ξε­γλι­στρῶ πρὸς τὴν ποί­η­ση, τὴν ὁ­ποία θαυ­μά­ζω, καὶ βλέ­πω πολ­λοὺς κα­τα­ξι­ω­μέ­νους ποι­η­τὲς νὰ δη­μο­σι­εύ­ουν πλέ­ον ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὅ­πως τὸ Na­no­fi­ction στὶς ΗΠΑ. Βλέ­πω ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές – ἔ­χω ἀ­κού­σει καὶ τὶς δύ­ο πλευ­ρὲς νὰ μι­λοῦν ἀρ­νη­τι­κὰ γιὰ τὸ εἶ­δος, λὲς καὶ τοὺς ἀ­πει­λεῖ. Γε­γο­νὸς ποὺ θε­ω­ρῶ συ­ναρ­πα­στι­κὸ καὶ ση­μαν­τι­κό. Εἶ­ναι κα­λὸ νὰ κλο­νί­ζον­ται οἱ βε­βαι­ό­τη­τες, νὰ ἀ­να­μο­χλεύ­ον­ται τὰ πράγ­μα­τα.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς


Δ.Χ. Δι­δά­σκε­τε τα­κτι­κὰ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή, ὅ­πως στὸ Ἵ­δρυ­μα Αrvon. Ἔ­χε­τε πα­ρα­τη­ρή­σει με­τα­ξὺ τῶν σπου­δα­στῶν σας τυ­χὸν προ­τι­μή­σεις τους στὶς ὑ­περ-μι­κρὲς φόρ­μες;


T.H. Ὄ­χι, του­λά­χι­στον ὄ­χι στὶς συγ­γρα­φι­κὲς ἐ­πι­λο­γές τους, γρά­φουν σὲ ὅ­λες τὶς κα­τη­γο­ρί­ες κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης. Ὅ­μως αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­σοι δὲν ἔ­χουν κὰν δι­α­νο­η­θεῖ στὸ πα­ρελ­θὸν νὰ προ­σπα­θή­σουν νὰ γρά­ψουν μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ λι­γό­τε­ρες ἀ­πὸ 5000 λέ­ξεις, ἢ ἀ­κό­μα καὶ 500, ὅ­ταν τὸ κα­τα­φέρ­νουν τὸ θε­ω­ροῦν σχε­δὸν πάν­το­τε ἀ­πί­στευ­τα ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό. Πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε πε­ρι­ο­ρι­σμὸς  —στὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν λέ­ξε­ων ἢ σὲ ὁτι­δή­πο­τε ἄλ­λο— ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νει τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τά μας. Πι­στεύ­ω ἐ­πί­σης ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ γρά­ψεις μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τα­χύ­τε­ρα, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ γρά­ψεις κα­λά. Ἁ­πλῶς ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ προ­σπα­θή­σεις νὰ γρά­ψεις πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες, νὰ ἀ­πορ­ρί­ψεις ὅ­σες δὲ λει­τουρ­γοῦν καὶ νὰ ξα­να­προ­σπα­θή­σεις. Εἶ­ναι μιὰ δε­ξι­ό­τη­τα, ὅ­πως ὅ­λες, τὴν ὁ­ποία μπο­ρεῖ νὰ καλ­λι­ερ­γή­σει κα­νείς.


Δ.Χ. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε συγ­κε­κρι­μέ­να δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὡς δι­δα­κτι­κὰ ἐρ­γα­λεῖ­α; Ἀ­πὸ σύγ­χρο­νους ἢ ἀ­πὸ κλα­σι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς;


T.H. Χρη­σι­μο­ποι­ῶ καὶ ἀ­πὸ τὶς δύ­ο κα­τη­γο­ρί­ες. Προ­σπα­θῶ νὰ βρί­σκω σύγ­χρο­να ἔρ­γα κά­θε φο­ρά, ψά­χνω ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως τὰ Nanofiction, Smokelong Quarterly, Wigleaf, κ.λπ., ἀλ­λὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ἐ­πί­σης καὶ κλα­σι­κὰ δείγ­μα­τα γρα­φῆς ἀ­πὸ συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Richard Brautigan, Grace Paley καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Flash Fiction Forward καὶ Sudden Fiction, ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­κε ὁ Robert Shapard καὶ ἀ­γα­πῶ.


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε ἀ­να­κα­λύ­ψει ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, συλ­λο­γὲς ἢ ἀν­θο­λο­γί­ες ἀ­πὸ μὴ ἀγ­γλό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς ποὺ θὰ συ­νι­στού­σα­τε;


T.H. Πολ­λά! Τὰ πρῶ­τα ποὺ μοῦ ἔρ­χον­ται στὸ μυα­λὸ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Barnes, τοῦ Βο­λι­βια­νοῦ Edmundo Paz Soldán, ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana María Shua καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Egg τῆς Κύ­πριας Νόρας Νατζιαριάν. Συ­νι­στῶ, δέ, ἀ­νε­πι­φύ­λα­κτα τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Flash Fiction International[3] καὶ New Micro[4].


Δ.Χ. Γνω­ρί­ζε­τε κά­ποι­ους Ἕλ­λη­νες πε­ζο­γρά­φους ἢ ποι­η­τές;


T.H. Ὄ­χι, δυ­στυ­χῶς, καὶ ντρέ­πο­μαι γι’ αὐ­τό. Θὰ προ­σπα­θή­σω, ὅ­μως, νὰ κα­λύ­ψω αὐ­τὸ τὸ κε­νό το συν­το­μό­τε­ρο δυ­να­τόν!


Δ.Χ. Πῶς πα­ρα­κι­νεῖ­τε συ­νή­θως τοὺς σπου­δα­στές σας;


T.H. Μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους – ἄλ­λω­στε, πολ­λοὶ ἐξ αὐ­τῶν ἐρ­γά­ζον­ται σὲ συγ­κε­κρι­μέ­να εἴ­δη, ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρα. Προ­σπα­θῶ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ποι­κί­λους τρό­πους γιὰ νὰ δι­ε­γεί­ρω τὶς αἰ­σθή­σεις —λέ­ξεις, φρά­σεις, ὀ­πτι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα, ἠ­χη­τι­κά, βίν­τε­ο— καὶ πο­λὺ συ­χνὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ τὴν ἐ­πι­στή­μη ὡς ἔμ­πνευ­ση, ἐ­πί­σης. Θέ­λω νὰ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­ο­χὲς ποὺ νι­ώ­θουν ἀ­σφά­λεια, δί­νον­τάς τους, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, χαρ­τιὰ μὲ πα­ρά­ξε­νο σχῆ­μα γιὰ νὰ γρά­ψουν τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους. Ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ἡ ἀ­κα­ρια­ία συγ­γρα­φὴ εἶ­ναι κα­λὴ ἐ­πει­δὴ πα­ρα­κάμ­πτει τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ κρι­τι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀρ­χί­ζει (ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη λέ­ξη) νὰ σοῦ λέ­ει ὅ­τι τὸ γρά­ψι­μό σου εἶ­ναι ἀ­παί­σιο!


Δ.Χ. Ποιά συμ­βου­λὴ(ὲς) θὰ δί­να­τε στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες σας γιὰ νὰ βο­η­θή­σε­τε τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους νὰ ξε­χω­ρί­σουν;


T.H. Ἀρ­χι­κά, δι­α­βά­στε πολ­λὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, δι­α­βά­στε πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­λα – ὄ­χι γιὰ νὰ δεῖ­τε πῶς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἕ­να δι­ή­γη­μα ἢ μιὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξε­τε τὸ μυα­λό σας σὲ ὅ­λα ὅ­σα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι. Καὶ τό­τε προ­σπα­θῆ­στε νὰ γρά­ψε­τε. Πρό­κει­ται πε­ρὶ πρα­κτι­κῆς ἐ­ξά­σκη­σης, εἶ­ναι ἕ­νας μῦς ὅ­πως κά­θε ἄλ­λος: ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις, τό­σο πιὸ εὐ­έ­λι­κτος γί­νε­σαι. Παῖ­ξε. Δι­α­σκέ­δα­σε τὸν ἑ­αυ­τό σου. Δι­ά­βα­σε τὶς ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἄλ­λων γιὰ νὰ δεῖς τί κά­νουν μὲ τὴ γλώσ­σα καὶ πῶς ἐ­πι­τρέ­πουν στοὺς ἑ­αυ­τούς τους νὰ μπερ­δεύ­ουν τὸν ἀ­να­γνώ­στη, νὰ μὴ φα­νε­ρώ­νουν πά­ρα πολ­λά. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δι­α­τη­ρεῖ τὸ πλε­ο­νέ­κτη­μα ὅ­τι ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν ἀ­να­μέ­νει πολ­λὰ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, ὅ­τι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Ἐμ­πι­στευ­τεῖ­τε τὸν ἀ­να­γνώ­στη, θὰ κά­νει ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται.


Δ.Χ. Τί πυ­ρο­δο­τεῖ τὸ γρά­ψι­μό σας;


T.H. Τό­σα πολ­λὰ πράγ­μα­τα – τὰ πάν­τα, γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής! Μοῦ ἔρ­χον­ται οἱ πρῶ­τες γραμ­μές, ἔρ­χε­ται ἡ φω­νή, ἔ­τσι ξε­κι­νᾶ. Πο­λὺ συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ο­μαι δι­α­βά­ζον­τας ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἀλ­λὰ ὅ­πως σᾶς ἔ­χω πεῖ, ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις. Δὲν εἶ­χα πο­τὲ πρό­βλη­μα στὸ νὰ βρί­σκω ἰ­δέ­ες.


Δ.Χ. Κρα­τᾶ­τε ἡ­με­ρο­λό­γιο ἢ ση­μει­ω­μα­τά­ριο; Πῶς με­τα­σχη­μα­τί­ζε­τε τὶς ἰ­δέ­ες σὲ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Τη­ρῶ ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο, πλέ­ον ὄ­χι γιὰ ἰ­δέ­ες ἀλ­λὰ γιὰ ἱ­στο­ρί­ες ὅ­πως ἔρ­χον­ται, καὶ γιὰ ποι­ή­μα­τα ἐ­πί­σης, ἂν καὶ αὐ­τὰ μοῦ προ­κύ­πτουν μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο. Τη­ρῶ ἐ­δῶ καὶ λί­γα χρό­νια μιὰ λί­στα μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες ἐ­να­σχο­λή­σεις καὶ ὅ­ταν κολ­λή­σω, δι­α­λέ­γω μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς καὶ τὴ βά­ζω νὰ ‘συγ­κρου­στεῖ’ μὲ μιὰ ἰ­δέ­α γιὰ ἱ­στο­ρί­α, ἴ­σως κά­τι ποὺ ἔ­χω δι­α­βά­σει πρό­σφα­τα. Ἡ σύγ­κρου­ση δύ­ο πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κῶν θε­μά­των εἶ­ναι σπου­δαί­α στὴ δη­μι­ουρ­γί­α σπιν­θή­ρων.


Δ.Χ. Με­τα­κο­μί­σα­τε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994 καὶ ἐ­νῶ ξε­κι­νή­σα­τε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν θε­μά­των, ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος πε­ρι­ο­δι­κῶν ὅ­πως τὸ Wi­red καὶ τὸ New Sci­entist, τὰ πα­ρα­τή­σα­τε ὅ­λα καὶ ἀ­φο­σι­ω­θή­κα­τε στὴ λο­γο­τε­χνί­α. Μι­λῆ­στε μας γι’ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­λο­γή σας.


T.H. Ἀ­νέ­κα­θεν ἔ­γρα­φα, ὅ­μως ἐ­πει­δὴ σπού­δα­σα ἐ­πι­στή­μη, αὐ­τὴ ἀ­κο­λού­θη­σα. Ἀλ­λὰ ἤ­μουν ἀ­παί­σια ἐ­πι­στή­μων καὶ ἔ­τσι ἔ­γι­να δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν θε­μά­των! Ἡ λο­γο­τε­χνί­α ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ κά­νω, ἔ­τσι ξε­κί­νη­σα ἀρ­γά, πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἐρ­γα­στή­ρια συγ­γρα­φῆς στὶς ΗΠΑ καὶ τὴ Βρε­τα­νί­α, καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἕξι πε­ρί­που χρό­νια, ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, ἐ­πει­δὴ ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν ἀ­σκῶ ταυ­τό­χρο­να.


Δ.Χ. Πῶς ἐ­πη­ρε­ά­ζουν οἱ ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γὲς τῆς ζω­ῆς τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα; Ἢ πῶς τὰ δη­μι­ουρ­γι­κὰ μυα­λὰ ἐ­πι­τυγ­χά­νουν ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γὲς σὲ προ­σω­πι­κὸ καὶ συλ­λο­γι­κὸ ἐ­πί­πε­δο;


T.H. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α! Ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας φί­λος μου ποι­η­τής, ὅ­λα εἶ­ναι πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὸ γρά­ψι­μό μας! Ξέ­ρω ὅ­τι ἡ ἀ­πό­φα­ση νὰ γί­νω ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πη­ρέ­α­σε τὶς δι­α­θέ­σεις μου, ὑ­πῆρ­ξα ἀρ­κε­τὰ στα­θε­ρὴ καὶ ἤ­ρε­μη μέ­χρι ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο, ὅ­μως ὅ­ταν, ἀν­τὶ νὰ γρά­φω γιὰ τὶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἀ­να­κα­λύ­ψεις ἄλ­λων, στρά­φη­κα πρὸς τὸν ἑ­αυ­τό μου, ἀ­πο­στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κα. Καὶ πι­στεύ­ω ὅ­τι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­βαί­νει προ­κει­μέ­νου ἡ συγ­γρα­φὴ νὰ πη­γά­ζει ἀ­πὸ μέ­σα σου, νὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή, ὅ­σο κι ἂν μοιά­ζει σου­ρε­α­λι­στι­κὴ καὶ ἀλ­λό­κο­τη στὴν ἐ­πι­φά­νεια.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα

 

Δ.Χ. Ἡ μο­νο­γρα­φί­α σας, στὸ πλαί­σιο τῆς ἐκ­πό­νη­σης τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ σας (2018, PhD on Creative Writing, Bath Spa University) ἐ­λέγ­χει τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ Σω­μα­τι­δια­κῆς Φυ­σι­κῆς. Πό­σο πο­λὺ σᾶς ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει ἡ τε­λευ­ταί­α καὶ ὁ τρό­πος σκέ­ψης ποὺ βα­σί­ζε­ται στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἀ­κρί­βεια;


T.H. Πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἐ­ρώ­τη­ση. Ξέ­ρω ὅ­τι ἔ­χω τὴν τά­ση νὰ ἀ­να­ζη­τῶ τοὺς κα­νό­νες πί­σω ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα, τὴν ‘ἐ­πι­στή­μη’ τοῦ πῶς λει­τουρ­γεῖ ἡ ζω­ή, πῶς δου­λεύ­ει ὁ ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς. Τὸ ὁ­ποῖ­ο, βε­βαί­ως, εἶ­ναι συ­χνὰ μά­ται­η προ­σπά­θεια. Ἀλ­λὰ στὰ πε­ζά μου —καὶ στὴν ποί­η­σή μου— ὁ­δη­γοῦ­μαι ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἀ­να­κρί­βεια ὑ­πη­ρε­τών­τας τὴν ἀ­σά­φεια, τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα. Αὐ­τὸ πραγ­μα­τι­κὰ δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐμ­πό­διο ἐ­πει­δὴ ὅ­ποι­ος ἔ­χει δι­α­βά­σει λί­γη φυ­σι­κὴ γνω­ρί­ζει ὅ­τι ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κὴ ἐ­πι­μέ­νει στὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα καὶ τὴ δυ­σκο­λί­α μέ­τρη­σης τῶν βα­θύ­τε­ρων ἐ­πι­πέ­δων της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἐ­πι­στή­μη, συ­ναν­τῶ ἐ­πι­στή­μο­νες, μα­θαί­νω πῶς κά­νου­με ἐ­πι­στή­μη, δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι δὲ βα­σί­ζε­ται μό­νο στὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­ναι ἀ­κα­τά­στα­τη, δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐκ φύ­σε­ως καὶ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει πο­λὺ συ­χνὰ τὴν ἀ­πο­τυ­χί­α, καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πο­τυ­χί­α, κι ἔ­τσι βλέ­πω τί μπο­ροῦ­με νὰ μά­θου­με ὅ­ταν τὰ πράγ­μα­τα δὲ δου­λεύ­ουν, ὅ­ταν δὲν εἶ­ναι ὅ­πως τὰ πε­ρι­μέ­νου­με. Αὐ­τὸ τὸ δε­δο­μέ­νο φτιά­χνει σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες – ἂν ἀ­πο­δε­χτεῖ­τε τὸ ἄ­γνω­στο κι ἐκ­πλα­γεῖ­τε καὶ σεῖς οἱ ἴ­διοι ὅ­ταν γρά­φε­τε, θὰ ἔ­χε­τε με­γα­λύ­τε­ρες πι­θα­νό­τη­τες νὰ ἐκ­πλα­γεῖ καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης σας ἐ­πί­σης.


Δ.Χ. Πό­σο δύ­σκο­λο σᾶς ἦ­ταν νὰ συν­δυ­ά­σε­τε ἐ­πι­στή­μη καὶ λο­γο­τε­χνί­α;


T.H. Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου δύ­σκο­λο. Ἀ­νέ­κα­θεν ἀ­γα­ποῦ­σα ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα κι ἐ­νῶ ἦ­ταν μιὰ πρό­κλη­ση ὅ­ταν πή­γαι­να σχο­λεῖ­ο, ἐ­πει­δὴ ἐ­δῶ στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ βρεῖς θε­μα­τι­κὲς ἑ­νό­τη­τες ποὺ τὰ συν­δυά­ζουν, δὲν ἔ­χα­σα πο­τὲ τὸ πά­θος μου γιὰ ὅ­λα αὐ­τά. Πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἕ­να σε­μι­νά­ριο στὸ Arvon τὸ 2002 μὲ θέ­μα Ἐ­πι­στή­μη καὶ Συγ­γρα­φὴ τὸ ὁ­ποῖ­ο μοῦ ἄλ­λα­ξε τὴ ζω­ή, ἄρ­χι­σα νὰ μα­θαί­νω πῶς νὰ ἀ­φή­νω τὴν ἐ­πι­στή­μη νὰ γλι­στρᾶ μέ­σα στὶς ἱ­στο­ρί­ες μου καὶ δὲν ἔ­χω κοι­τά­ξει ξα­νὰ πί­σω. Ἴ­σως μὲ ἔ­χει βο­η­θή­σει τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο ποὺ ἔ­χω, αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­τι μοῦ ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ῶ μὲ τὸν τρό­πο μου, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζο­μαι —ὅ­πως πολ­λοὶ ἄλ­λοι, ὅ­πως δι­α­πι­στώ­νω— ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α νὰ τὸ «γρά­ψω σω­στά». Ἐ­πι­τρέ­πω στὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ παί­ξει. Καὶ δι­α­βά­ζω τὰ πάν­τα, ἐ­πι­στή­μη, λο­γο­τε­χνί­α, κ.λπ.


Δ.Χ. Πῶς θὰ ὁ­ρί­ζα­τε τὴ «δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα» ὡς συγ­γρα­φέ­ας;


T.H. Δὲν θὰ τὸ ἔ­κα­να! Εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­δύ­να­το. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲ μοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ λέ­ξη. Προ­τι­μῶ τὸ «παί­ζω» καὶ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς προ­σπα­θῶ κι ἐν­θαρ­ρύ­νω τὸν κα­θέ­να νὰ κά­νει. Παῖξ­τε κι ἐ­πι­τρέψ­τε στὸν ἑ­αυ­τό σας νὰ ρι­σκά­ρει.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ (με­τα)ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α


Δ.Χ. Σύμ­φω­να μὲ πολ­λοὺς θε­ω­ρη­τι­κοὺς οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ποὺ εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρες ἀ­πὸ 700 λέ­ξεις φαί­νε­ται ὅ­τι δι­α­φέ­ρουν ὄ­χι μό­νο πο­σο­τι­κὰ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ποι­ο­τι­κὰ ἀ­πὸ τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ ὑ­περ­βαί­νουν αὐ­τὸ τὸ ὅ­ριο. Ὁ William Nelles, συγ­κε­κρι­μέ­να, προ­τεί­νει μιὰ γε­νε­α­λο­γι­κὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὴ βά­ση ἕ­ξι κομ­βι­κῶν ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν στοι­χεί­ων: δρά­ση, χα­ρα­κτή­ρας, σκη­νι­κό, γραμ­μι­κὴ χρο­νι­κό­τη­τα, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ κλεί­σι­μο. Δου­λεύ­ε­τε ὄν­τως πά­νω σε τέ­τοι­α εἰ­δι­κὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν γρά­φε­τε σύν­το­μα καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν γρά­φε­τε ἐ­κτε­νῆ κεί­με­να;


T.H. Ὄ­χι. Πο­τὲ δὲ σκέ­φτο­μαι τέ­τοι­α στοι­χεῖ­α ὅ­ταν γρά­φω. Δι­α­συν­δέ­ον­ται ὅ­λα σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ὅ­τι εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ τὰ δι­α­χω­ρί­σου­με. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι τί χρει­ά­ζε­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­πί­σης, δὲ βλέ­πω κα­μί­α τέ­τοι­α ἰ­σχυ­ρὴ δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση ἀ­νά­με­σα σὲ «πα­ρα­δο­σια­κὰ» δι­η­γή­μα­τα (δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ὅ­τι γνω­ρί­ζω τί εἶ­ναι πα­ρα­δο­σια­κό, ἀ­φοῦ οἱ ὑ­περ-μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­πί­σης κά­τι σὰν πα­ρά­δο­ση) καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, δι­α­βά­ζω συ­στη­μα­τι­κὰ τὰ πάν­τα καὶ θε­ω­ρῶ ὅ­τι οἱ κα­λύ­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νες ποὺ ἑ­λίσ­σον­ται, οἱ ἀ­σύλ­λη­πτες, οἱ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στες, ὅ­ποι­α καὶ ἂν εἶ­ναι ἡ ἔ­κτα­σή τους.

       Ἔ­χω τὴν τά­ση νὰ γρά­φω μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες τα­χύ­τε­ρα, μὲ μιὰ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­δη­μο­νί­α, ἐ­νῶ συ­νή­θως μοῦ παίρ­νει πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο νὰ γρά­ψω με­γα­λύ­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες. Ξε­κι­νῶ νὰ γρά­φω κι ἔ­πει­τα ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ πε­ρι­μέ­νω μέ­χρι νὰ δῶ τί θὰ γί­νει στὴ συ­νέ­χεια. Σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις χρει­ά­ζε­ται νὰ πε­ρι­μέ­νω γιὰ χρό­νια.


Δ.Χ. Πολ­λοὶ ἐ­ρευ­νη­τὲς τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ τῆς ποι­η­τι­κῆς της, προ­κει­μέ­νου νὰ τὴν ἑρ­μη­νεύ­σουν, ἀ­να­φέ­ρoν­ται σὲ ἀρ­χὲς τῆς με­τα-ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­ας (π.χ. στὶς με­λέ­τες τῆς Marie-Laurie Ryan). Δι­α­τεί­νον­ται πὼς σὲ ὅ,τι ἀ­φο­ρᾶ τὸ κεί­με­νο, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μιὰ ση­μαν­τι­κὴ στρο­φή: φαί­νε­ται ὅ­τι με­τα­κι­νού­μα­στε ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ ὡς παι­γνί­δι, στὸ κεί­με­νο-κό­σμο τῆς ψη­φια­κῆς ἐ­πο­χῆς μας. Ὁ κα­θη­γη­τὴς Ottmar Ette στὸ Potsdam γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, θε­ω­ρεῖ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (minificcion) ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­δί­ο, ὅ­τι προ­σφέ­ρει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ χω­ρέ­σει κά­ποι­ος ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο (μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου) σὲ μιὰ φρά­ση («to­do el u­ni­ver­so en u­na so­la frase»). Πα­ρο­μοί­ως, ἡ πα­νε­πι­στη­μια­κὸς Irene Andres Suárez ἐ­πι­ση­μαί­νει τὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς ἔλ­λει­ψης ἐ­πι­πρό­σθε­τα τῆς ὑ­περ-συμ­πύ­κνω­σης ὡς εἰ­δο­λο­γι­κὰ εὑ­ρή­μα­τα στὸ ἱ­σπα­νό­φω­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα (microrrelato). Ὁ Lee Rourke ἐν­το­πί­ζει μὲ ποι­ό τρό­πο ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (flash fic­tion, mi­cro­fic­tion) προ­σι­διά­ζει στοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που καὶ ἀν­τί­στρο­φα, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι καὶ νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τῆς ζω­ῆς μὲ μο­να­δι­κὸ τρό­πο. Ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἡ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πρέ­πει νὰ συ­νι­στᾶ ἀ­φ’ ἑ­αυ­τῆς ἕ­να μυ­θο­πλα­στι­κὸ κεί­με­νο-κό­σμο. Τί θὰ λέ­γα­τε σχε­τι­κὰ μὲ αὐ­τό;


T.H. Νο­μί­ζω πὼς ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ στα­θοῦν μό­νες τους, δη­μι­ουρ­γών­τας τοὺς δι­κούς τους κό­σμους, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἔ­κτα­σης. Δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ἂν οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ξε­χω­ρί­ζουν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἄ­πο­ψη. Τὴν ἴ­δια δυ­να­μι­κὴ φέ­ρει καὶ ἡ ποί­η­ση ἐ­πί­σης.


Δ.Χ. Ἡ σύν­θε­τη πλο­κὴ ἀ­παι­τεῖ με­γα­λύ­τε­ρη ἔ­κτα­ση γιὰ νὰ τὴν κα­τα­νο­ή­σου­με. Ὡ­στό­σο, οἱ συν­το­μό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο σας Mymo­therwasanup­rightpia­no[5] ἔ­χουν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρο βά­θος ἀ­πὸ τὴ σύν­το­μη κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­σή τους. Στὴν ὁ­μό­τι­τλη ἱ­στο­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α δὲν ξε­περ­νᾶ τὶς 250 λέ­ξεις, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου καὶ τοῦ τί­τλου, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­τε σὲ μιὰ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μὴ ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα τῆς ἡ­ρω­ί­δας, ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ νέ­α καὶ παν­τρε­μέ­νη, δι­α­τη­ροῦ­σε κρυ­φὴ ἐ­ρω­τι­κὴ σχέ­ση, χω­ρὶς νὰ δί­νε­τε πε­ραι­τέ­ρω στοι­χεῖ­α. Στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή, προ­κα­λεῖ­τε τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ μαν­τέ­ψει, ἢ ἀ­κό­μα καὶ νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τῆς ἱ­στο­ρί­ας γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ ἀ­φή­γη­ση. Εἶ­ναι ἡ δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα, ἢ μὲ ὅ­ρους δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας, ἡ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κοὺς στό­χους σας ὡς δι­α­κε­κρι­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εἴ­δους;


T.H. Δὲν εἶ­μαι εἰ­δι­κός! Ὅ­μως εἶ­ναι μιὰ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση καὶ εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς συγ­γρα­φι­κὲς προ­τι­μή­σεις, γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον. Ἀ­πο­λαμ­βά­νω νὰ δι­α­βά­ζω ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­παι­τοῦν ἀ­πὸ μέ­να νὰ ἐρ­γά­ζο­μαι πο­λὺ σκλη­ρά, νι­ώ­θω πὼς ἐμ­πλέ­κο­μαι στὴ δη­μι­ουρ­γί­α τέ­τοι­ων ἱ­στο­ρι­ῶν, ὅ­τι δὲν εἶ­μαι πα­θη­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­στρια. Καὶ συ­νε­πῶς αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ εἴ­δη τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ γρά­φω. Ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ἀ­να­γνῶ­στες ποὺ δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ δι­α­βά­ζουν μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο καὶ ὡς ἐκ τού­του γνω­ρί­ζω ὅ­τι οἱ ἱ­στο­ρί­ες μου δὲν θὰ τοὺς προ­σέλ­κυ­αν.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἱ­στο­ρί­ες 6 λέ­ξε­ων (ἢ πε­ρί­που)


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε ὑ­πό­ψη σας τὶς πα­ρα­κά­τω ἱ­στο­ρί­ες;

Πρὸς πώ­λη­ση: Βρε­φι­κὰ πα­πού­τσια. Ἀ­φό­ρε­τα. E. Hemingway.

Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, ὁ δει­νό­σαυ­ρος ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ. A. Monterroso.

Τὸ Φάν­τα­σμα (μό­νο τί­τλος). G. Samperio.

Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος στὴ γῆ κά­θη­σε μό­νος σ’ ἕ­να δω­μά­τιο. Ἕ­νας χτύ­πος ἀ­κού­στη­κε στὴν πόρ­τα. F. Brown.

Πῶς θὰ τὶς χα­ρα­κτη­ρί­ζα­τε;


T.H. Γνω­ρί­ζω μό­νο τὶς δύ­ο πρῶ­τες. Δὲ μ’ ἐν­θου­σιά­ζουν ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἱ­στο­ρί­ες 6 λέ­ξε­ων, γιὰ μέ­να δὲν εἶ­ναι ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες. Εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο «ὑ­παι­νι­κτι­κὴ μυ­θο­πλα­σί­α» (hint fiction).


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε πο­τὲ προ­σπα­θή­σει ἢ γρά­ψει τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Ὄ­χι, οὐ­δέ­πο­τε ἔ­χω γρά­ψει κά­τι τό­σο σύν­το­μο.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


Δ.Χ. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἔ­χε­τε ἐ­πί­σης ἱ­δρύ­σει κι ἐ­πι­με­λεῖ­στε τὸ ShortStops, τὸ ἱ­στο­λό­γιο ποὺ κα­τα­γρά­φει τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῶν Βρε­τα­νῶν καὶ Ἰρ­λαν­δῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὴ σχε­τι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ πα­ρα­γω­γή, ὑ­πήρ­ξα­τε μέ­λος τοῦ Royal Literary Fund Writing στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Bristol καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ἔ­χε­τε βρα­βευ­θεῖ σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς ποί­η­σης, δι­η­γή­μα­τος καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Πό­σο θε­τι­κὴ εἶ­στε ἀ­πέ­ναν­τι σὲ δι­ε­θνεῖς ἢ ἐ­θνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς, φε­στι­βὰλ καὶ δι­ορ­γα­νώ­σεις ὅ­πως ἡ UK National Day of Flash Fiction, Flash Mob International, κ.ἄ.;


Τ.Η. Ὑ­περ­βο­λι­κὰ θε­τι­κή! Λα­τρεύ­ω ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, ὁτι­δή­πο­τε πα­ρα­κι­νεῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ γρά­φουν, νὰ δι­α­βά­ζουν, κ.λπ. Προ­σω­πι­κὰ δὲ δε­σμεύ­ο­μαι μὲ τοὺς ὁ­ρι­σμούς, αὐ­τὸ εἶ­ναι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἐ­κεῖ­νο εἶ­ναι ποί­η­ση – καὶ θὰ ἤ­θε­λα νὰ δῶ με­γα­λύ­τε­ρη δι­α­πε­ρα­τό­τη­τα ἐ­δῶ, ὅ­μως ἐ­πι­κρο­τῶ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες καὶ τὶς προ­ω­θῶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ρῶ.


Δ.Χ. Μὲ ποι­ό τρό­πο νο­μί­ζε­τε ὅ­τι τὰ πα­ρα­πά­νω δι­α­σφα­λί­ζουν τὴν ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἐ­φό­σον πολ­λοὶ κρι­τι­κοὶ ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι τέ­τοι­ες δρά­σεις, μα­ζὶ μὲ τὴν πρω­το­φα­νῆ αὔ­ξη­ση τῶν προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς παγ­κο­σμί­ως, ἀ­να­πα­ρά­γουν στε­ρε­ό­τυ­πα καὶ εὐ­τε­λῆ δείγ­μα­τα γρα­φῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας;


T.H. Στὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Writing Short Stories: A Writers’ and Artists’ Companion[6], ἔ­γρα­ψα κι ἕ­να κε­φά­λαι­ο γιὰ τὴν «Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δι­η­γή­μα­τος» καὶ μπό­ρε­σα νὰ δι­α­πι­στώ­σω ὅ­τι τὴν ἴ­δια ἀ­νη­συ­χί­α ἐ­ξέ­φρα­ζαν κρι­τι­κοὶ σὲ ὅ­λη τὴν διά­ρκεια τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ δι­η­γή­μα­τος. Ὑ­πάρ­χει πάν­τα κά­ποι­ος ἕ­τοι­μος νὰ ἀ­πορ­ρί­ψει, νὰ ὑ­πο­βι­βά­σει. Βε­βαί­ως ὑ­πάρ­χει πάν­τα πλού­σια μέ­τρια πα­ρα­γω­γὴ γιὰ κά­θε εἶ­δος, ὅ­πως ὑ­πάρ­χει γιὰ κά­θε ἀν­θρώ­πι­νο ἐγ­χεί­ρη­μα. Ἐ­γώ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­παι­ζα πο­δό­σφαι­ρο γιὰ πολ­λὰ χρό­νια πα­ρό­λο ποὺ δὲν ἤ­μουν κα­θό­λου κα­λὴ σὲ αὐ­τό. Ὁ σκο­πός μας εἶ­ναι νὰ δι­α­τη­ροῦ­με τὴν ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἢ μή­πως νὰ ἐν­θαρ­ρύ­νου­με τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ ἐκ­φρά­ζουν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους, μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἐ­κεῖ­νοι θε­ω­ροῦν κα­λύ­τε­ρο; Δὲν εἶ­μαι ὁ φύ­λα­κας κα­μιᾶς πύ­λης, ἔ­χου­με πολ­λοὺς κρι­τι­κοὺς ποὺ ὁ­ρί­ζουν τί εἶ­ναι «δη­μο­σι­εύ­σι­μο», τί εἶ­ναι «κάλ­λι­στο» στὶς λί­στες τους, μὲ τὰ βρα­βεῖ­α τους. Δὲν μ’ ἐν­δι­α­φέ­ρει ὁ ἀν­τα­γω­νι­σμός. Τὸ νὰ εἶ­μαι μέ­λος κρι­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς σὲ δι­α­γω­νι­σμούς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, μὲ κά­νει νὰ νι­ώ­θω ἐν­τε­λῶς ἄ­βο­λα δι­ό­τι γνω­ρί­ζω τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ τί­θε­ται σὲ κρί­ση. Θὰ προ­τι­μοῦ­σα μᾶλ­λον νὰ δι­α­τη­ρῶ ρό­λο ἐμ­ψυ­χω­τὴ – προ­σπά­θη­σε, συ­νέ­χι­σε νὰ προ­σπα­θεῖς, συ­νέ­χι­σε νὰ ἀ­πο­τυγ­χά­νεις, συ­νέ­χι­σε νὰ κι­νεῖ­σαι.


Δ.Χ. Πεῖ­τε μας με­ρι­κὰ πλε­ο­νε­κτή­μα­τα καὶ μει­ο­νε­κτή­μα­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


T.H. To με­γα­λύ­τε­ρο πλε­ο­νέ­κτη­μα γιὰ μέ­να καὶ τοὺς σπου­δα­στὲς τῶν ἐρ­γα­στη­ρί­ων εἶ­ναι ὅ­τι οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μπο­ροῦν νὰ γρα­φτοῦν πο­λὺ γρή­γο­ρα – τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρες, οὔ­τε ση­μαί­νει ὅ­τι ὅ­λες οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες γρά­φον­ται μὲ τέ­τοι­ες τα­χύ­τη­τες. Ἁ­πλῶς μπο­ροῦν νὰ πα­ρα­χθοῦν πολ­λὲς καὶ συ­νε­πῶς ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ μὴν προσ­δέ­νε­ται πο­λὺ σὲ κά­θε μί­α, λι­γό­τε­ρο ἀ­ξι­ό­λο­γη. Ἐ­ὰν μιὰ ἱ­στο­ρί­α στὶς δέ­κα τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ, αὐ­τὸ εἶ­ναι σπου­δαῖ­ο. Ἄλ­λο ἕ­να πλε­ο­νέ­κτη­μα, γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον, εἶ­ναι ὅ­τι μπο­ρῶ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ἰ­δέ­ες μου, ἀ­φοῦ μπο­ρῶ νὰ γρά­ψω πε­ρισ­σό­τε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Ἐ­πί­σης, πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ ἀ­να­γνώ­στης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν ἤ­δη γνω­ρί­ζει ὅ­τι δὲ θὰ πρέ­πει νὰ δο­θεῖ πολ­λὴ «πλη­ρο­φό­ρη­ση», ἐ­φό­σον ὑ­πάρ­χει τό­σο μι­κρὸς κει­με­νι­κὸς χῶ­ρος, καὶ ἴ­σως νὰ εἶ­ναι πιὸ ἕ­τοι­μος νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ τοὺς ὑ­περ­ρε­α­λι­στι­κούς, ἀλ­λό­κο­τους κό­σμους χω­ρὶς νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται δια­ρκῶς «πῶς δου­λεύ­ει αὐ­τό;» καὶ συ­νε­πῶς ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λη γι’ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο ἱ­στο­ρί­ας.

       Τὰ μει­ο­νε­κτή­μα­τα εἶ­ναι λί­γα, ὅ­μως ἴ­σως τὸ με­γα­λύ­τε­ρο νὰ εἶ­ναι ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­βάλ­λει τὴν ἐ­σφαλ­μέ­νη ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ μι­κρό­τε­ρη ἔ­κτα­ση εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο οὐ­σι­ώ­δης, ὅ­τι μιὰ κα­λὴ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α μπο­ρεῖ ἁ­πλὰ νὰ γρα­φτεῖ βι­α­στι­κὰ μὲ λί­γη σκέ­ψη. Ὅ­λα χρει­ά­ζον­ται ἐ­ξά­σκη­ση. Κι ἐ­πί­σης ἐ­ὰν οἱ συγ­γρα­φεῖς αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἡ ἀ­γο­ρὰ τώ­ρα ἀ­πευ­θύ­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ἴ­σως προ­σπα­θή­σουν νὰ στρι­μώ­ξουν μιὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἱ­στο­ρί­α σὲ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο, ἐ­νῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει νὰ ἔ­χει τό­ση ἔ­κτα­ση ὅ­ση χρει­ά­ζε­ται.


Δ.Χ. Κα­τὰ πό­σο συμ­φω­νεῖ­τε μὲ τὴν ὑ­πό­θε­ση τοῦ Lauro Ζavala ὅ­τι «ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πι­θα­νὸν νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὴ χιλιετία»[7];


T.H. Κα­θό­λου! Δὲν προ­συ­πο­γρά­φω τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας συγ­κέ­ντρω­σης[8], οἱ ἀ­να­γνῶ­στες θὰ δι­α­βά­σουν σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες κά­θε ἔ­κτα­σης καὶ εἰ­δι­κὰ οἱ συν­το­μό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ἀ­παι­τοῦν με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή. Δὲ μοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ με­γά­λες δι­α­κη­ρύ­ξεις, οἱ γε­νι­κό­τη­τες. Τὸ ζη­τού­με­νο εἶ­ναι ἁ­πλὰ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες, οἱ λέ­ξεις, ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὴ γλώσ­σα. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ση­μαν­τι­κὸ γιὰ μέ­να.


Συ­νέν­τευ­ξη-Ἐ­πι­μέ­λεια: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου.

[1]. Ἀ­πο­δί­δω τὸν σύν­θε­το ἀγ­γλι­κὸ ὅ­ρο microfiction, τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρῶ πι­θα­νό­τε­ρο νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σει δι­ε­θνῶς γι’ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος κει­μέ­νων, μὲ τὸν ἐ­ξί­σου σύν­θε­το ἑλ­λη­νι­κὸ «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» ὡς ἀ­κρι­βέ­στε­ρο καὶ πλη­ρέ­στε­ρο καὶ τὸν δι­α­τη­ρῶ καὶ γιὰ τὸν ἀγ­γλι­κὸ ὅ­ρο flash fiction καὶ τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ minificción.

[2]. Περισσότερα στὸ Χριστοδούλου Δήμητρα Ι., Ἡ μικρο­μυθο­πλασία (micro­fiction, flash fi­ction, mini­ficción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­μενο: με­λέ­τη γιὰ ἕνα νέο δι­εθνές κι ἐθνι­κὸ εἶ­δος λό­γου, Κεφ. 2, σελ. 34-50.

[3]. Σὲ αὐτὴ τὴ διεθνῆ ἀνθο­λο­γία (2015) περιλαμβάνεται τὸ σύντομο διήγημα μὲ τίτλο «Ἀ­στεῖo»Joke»), τοῦ Γιάν­νη Πα­λα­βοῦ, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Karen Van Dyck.

[4]. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α (2018) συμ­με­τέ­χει ἡ Tania Hershman καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀγ­γλό­φω­νων συγ­γρα­φέ­ων, πολ­λῶν κα­τα­ξι­ω­μέ­νων (π.χ. Lou Beach, Stuart Dybek, Joyce Carol Oates), καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρων νέ­ων. Ἐ­ξαί­ρε­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ συμ­με­το­χὴ τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana Maria Shua, τῆς ὁ­ποί­ας τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Hermit» («Ἐ­ρη­μί­της») μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐδῶ, ὅ­πως καὶ τῶν Stuart Dybek καὶ Pamela Painter ἐ­δῶ.

[5]. Hershman Tania, My mo­ther was an up­right piano – Fi­ctions, Tangent Books, Bristol, (1η ἔκδοση) 2012 καὶ (2η ἔκδοση) 2014.

[6]. Hershman Tania and Newland Courttia (Series eds. Carole Angier and Sally Cline), Writing Short Sto­ries: A Wri­ters’ and Artists’ Compa­nion, Bloomsburry, London, 2015.

[7]. Zavala Lauro, Seis proble­mas para la mini­ficción, un géne­ro del tercer mi­le­nio : Bre­ve­dad, Di­ver­si­dad, Compli­ci­dad, Fra­cta­li­dad, Vir­tu­a­li­dad, 2010.

[8]. Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι ὁ Zavala δὲν ἀ­πο­δί­δει τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν ἀ­δυ­να­μί­α συγ­κέν­τρω­σης καὶ δὲ βα­σί­ζει σὲ αὐ­τὴ τὴν ὑ­πό­θε­σή του ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πι­θα­νὸν νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὴ χι­λι­ε­τί­α.  Πα­ρό­λα αὐ­τά, πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πο­λὺ δι­α­δε­δο­μέ­νη ἄ­πο­ψη, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­νι­σχύ­ει ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῶν ψη­φια­κῶν μέ­σων στὴ σύγ­χρο­νη κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή μας. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἄρ­θρο ὁ Zavala ἀ­πο­δί­δει σὲ αὐ­τὴν τὴν ἐ­πί­δρα­ση τὴ ρα­γδαί­α ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου δι­ε­θνῶς καὶ τὴν ἀλ­λα­γὴ στὴ σκέ­ψη.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman). Βρε­τα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1970 στὸ Λον­δί­νο καὶ με­τα­κό­μι­σε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια, τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὴ συγ­γρα­φή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος Μα­θη­μα­τι­κὸς καὶ Φυ­σι­κός, ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε πρό­σφα­τα καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό. Ἡ δι­α­τρι­βή της πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση Σω­μα­τι­δια­κὴς Φυ­σι­κῆς καὶ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Κυ­κλο­φο­ροῦν στὰ ἀγ­γλι­κὰ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ πο­λὺ σύν­το­μων πε­ζῶν της (Some Of Us Glow More Than Others, My Mother Was An Upright Piano, καὶ The White Road and Other Stories) καὶ ἡ πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή της, μὲ τί­τλο Terms & Conditions, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 (Nine Arches Press). Ἵ­δρυ­σε κι ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὸ ἱ­στο­λό­γιο ShortStops (www.shortstops.info)

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: http://www.taniahershman.com/wp/

Ἐδῶ δι­α­βά­ζει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες της στὰ ἀγ­γλι­κά.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Φι­λι­ὼ Χα­τζημ­πε­κιά­ρη (Ἀ­θήνα, 1960). Πτυ­­χίο (ΒΑ) στὸν Εὐρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ (EΑΠ), Μετα­πτυ­χια­κὴ εἰδίκευ­ση (M.Sc) στὴν Ἱστο­ρία & Φιλο­σο­φία τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ Τε­χνο­λο­γί­ας (ΕΚΠΑ). Ἐ­ρευ­νη­τι­κά ἐνδι­α­φέ­ρον­τα: Ἱστο­ρία τοῦ Δαρ­βι­νι­σμοῦ, Βι­ο­λο­γί­ας καὶ σχο­λι­κῶν βιβλίων, Φε­μι­νι­στι­κὲς Θε­ω­ρί­ες στὴν Ἐπι­στή­μη, Di­gi­tal Hu­ma­ni­ti­es.



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#4]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου

(ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)




Τὸ κβαν­τι­κὸ(1) μι­κρο­σύμ­παν μας


ΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ τοῦ 2018 ἡ ζω­γρά­φος Ὄλγα Αλεξοπούλου δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ «Κβαντικό Μπλέ» σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ Ἕλ­λη­νες καὶ ξέ­νους ἐ­πι­στή­μο­νες συν­δυ­ά­ζον­τας τὴ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α(2) μὲ τὴν τέ­χνη κι ἐμ­πνε­ό­με­νη ἀ­πὸ τὴν μπλὲ ὥρα (λυ­καυ­γὲς καὶ λυ­κό­φως) τῆς Αἴ­γι­νας. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να κα­θα­ρὸ χρῶ­μα ποὺ αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴν ἔν­τα­ση καὶ τὸ βά­θος τοῦ δυ­σκο­λο­τε­ρου χρώ­μα­τος ποὺ μπο­ρεῖ νὰ συλ­λά­βει στὴν ὁ­λό­τη­τά του ὁ ἄν­θρω­πος καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο χρει­ά­ζε­ται ὑ­πε­ρι­ῶ­δες φῶς γιὰ νὰ ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ. Ἡ πρώ­τη πα­ρου­σί­α­σή του θὰ γί­νει τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2019 στὴν γκα­λε­ρὶ Ultra Super New στὸ Τό­κιο.


Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα πῶς πλο­η­γοῦν­ται τὰ πτη­νὰ μὲ τό­ση ἀ­κρί­βεια δὲν ἔ­χει ἀ­παν­τη­θεῖ πλή­ρως. Τὸ 1978 ὁ Klaus Schulten ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι δι­α­θέ­τουν κρυ­πτο­χρώ­μα­τα, εἰ­δι­κὲς χρω­μο­πρω­τε­ΐνες ποὺ λει­τουρ­γοῦν ὡς αἰ­σθη­τῆ­ρες γιὰ νὰ δι­α­κρί­νουν τὰ μα­γνη­τι­κὰ πε­δί­α τῆς γῆς καὶ νὰ δι­α­τη­ροῦν τὸ μα­γνη­τι­κὸ προ­σα­να­το­λι­σμό τους στὶς ἀ­πο­δη­μη­τι­κὲς ἢ ἁ­πλὲς πτή­σεις τους. Τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2018 ἔ­ρευ­νες ἀπέδειξαν ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ μη­χα­νι­σμὸς εἶ­ναι κα­θα­ρὰ ὀ­πτι­κὸς καὶ εἰ­δι­κά το κρυ­πτό­χρω­μα Cry4 εὐ­αι­σθη­το­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ τὰ μπλὲ φω­τό­νια τῶν μα­γνη­τι­κῶν πε­δί­ων.


Τὸ 2017 ἀ­να­κοι­νώ­θη­καν ση­μαν­τι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ (IBM) καὶ στὴν Κίνα στὴν κα­τα­σκευ­ὴ τοῦ κβαντικοῦ ὑπολογιστῆ ποὺ ὁ­ρα­μα­τι­ζό­ταν ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ κοι­νό­τη­τα ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 20οῦ αἰ. Τὸ Νόμ­πελ Χη­μεί­ας ἀ­πο­νε­μή­θη­κε σὲ τρεῖς ἐ­πι­στή­μο­νες γιὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς κρυ­ο-ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς μι­κρο­σκο­πί­ας, τὴν ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ μέ­θο­δο ποὺ ἁ­πλο­ποι­εῖ καὶ βελ­τι­ώ­νει τὴν ἀ­πει­κό­νι­ση τῶν βι­ο­μο­ρί­ων καὶ βο­η­θά­ει στὴν κα­τα­νό­η­ση τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης τῆς ζω­ῆς καὶ τὸ 2016 σὲ ἄλ­λους τρεῖς ἐ­πι­στή­μο­νες γιὰ τὶς ἀ­να­κα­λύ­ψεις τους στὶς μικροσκοπικὲς μοριακὲς μηχανές.

       Τὸ 2017 πα­ρου­σι­ά­στη­κε καὶ ἡ και­νο­τό­μος τεχνολογία ἀ­ο­ρα­τό­τη­τας ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν Ἕλ­λη­νες, μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν ἐ­πί­κου­ρο κα­θη­γη­τὴ Κων­σταν­τῖ­νο Μα­κρῆ, Αὐ­στρια­κοὶ καὶ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες, κα­τὰ τὴν ὁ­ποία ἡ χρή­ση συγ­κε­κρι­μέ­νων ὑ­λι­κῶν καὶ εἰ­δι­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας κυ­μά­των, μπο­ρεῖ νὰ «ἐ­ξα­φα­νί­σει» ἕ­να ὑ­παρ­κτὸ ἀν­τι­κεί­με­νο, δί­νον­τας τὴν ψευ­δαί­σθη­ση ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­ό­ρα­το.

       Ἐ­πί­σης τὸ 2017 δι­ορ­γα­νώ­θη­κε δι­ε­θνὴς δι­α­γωνι­σμὸς φω­το­μι­κρο­γρα­φί­ας τῆς Nikon (Small World Competition 2017) ποὺ συγ­κέν­τρω­σε 2.000 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 88 χῶ­ρες καὶ στὸν ὁ­ποῖ­ο δι­α­κρί­θη­καν ἡ Αἰκατερίνη Σεγκλιὰ καὶ ὁ Χάρης Αντωνόπουλος.

       Τὴν ἴ­δια τε­χνι­κὴ ψη­φια­κῆς φω­το­μι­κρο­γρα­φί­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ καὶ ἡ Bioart, ὅ­ρος ποὺ εἰ­σή­γα­γε τὸ 1997 ὁ Βρα­ζι­λιά­νος εἰ­κα­στι­κὸς Eduardo Kac γιὰ τὸ ἔρ­γο ποὺ πα­ρά­γε­ται μὲ τὴ χρή­ση μι­κρο­σκο­πι­κῶν βι­ο­λο­γι­κῶν μο­νά­δων. Στὸ καλ­λι­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα τῆς Bioart, χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται τε­χνο­λο­γί­ες ὅ­πως ἡ γε­νε­τι­κὴ μη­χα­νι­κή, ἡ καλ­λι­έρ­γεια ἱ­στῶν, κ.ἄ. Στὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ Bioart τοῦ 2017 τὴ 2η ἀ­πὸ τὶς 15 πρῶ­τες θέ­σεις πῆ­ραν τέσσερις Ἑλ­λη­νί­δες ἐ­ρευ­νή­τρι­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες με­λέ­τη­σαν τύ­πους τοῦ λι­πώ­δους ἱ­στοῦ καὶ τρό­πους νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με κα­λύ­τε­ρα τὴ λει­τουρ­γί­α τους ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὸ δι­α­βή­τη, τὸ με­τα­βο­λι­κὸ σύν­δρο­μο, κ.ἄ.

       Tὸν Μά­ϊ­ο τοῦ 2016 ἐγ­και­νι­ά­στη­κε ἡ πρώ­τη ἔκ­θε­ση τοῦ Βρε­τα­νοῦ φω­το­γρά­φου Levon Biss μὲ τί­τλο Microsculpture (Μι­κρο­γλυ­πτι­κή) σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Oxford University Museum of Natural History, στὴν ὁ­ποί­α ἐ­κτέ­θη­καν  οἱ συγκλονιστικὲς φωτογραφίες του ἐντόμων στὴν ὑ­ψη­λό­τε­ρη δυ­να­τὴ ψη­φια­κὴ ἀ­νά­λυ­ση κι ἑ­στί­α­ση. Αὐ­τὲς οἱ φω­το­γρα­φί­ες χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται σή­με­ρα καὶ γιὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κοὺς σκο­ποὺς σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο.


Τὸ Νο­έμ­βριο τοῦ 2017 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ro­che­ster ἕ­να ἀ­κό­μα Δι­εθνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­ϊ­στο­ρίας, μὲ ὑ­πό­τι­τλο τὸ γνω­στὸ στί­χο τοῦ William Blake «Γιὰ νὰ δεῖς τὸν κό­σμο σ’ ἕναν κόκκο ἄμ­μου». Ἡ Laurel Thatcher Urlich, ἱ­στο­ρι­κός τοῦ Harvard, πα­ρου­σί­α­σε πτυ­χὲς τῆς ἔ­ρευ­νάς της γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τοῦ πολυβραβευμένου βιβλίου της μὲ τί­τλο A Midwife’s Tale: The Life of Martha Ballard Based on Her Diary, 1785–1812(3). Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν τε­λευ­ταί­ων 27 ἐ­τῶν τῆς ζω­ῆς τῆς Mar­tha Bal­lard (1734 -1812) ὅ­πως τὴν κα­τέ­γρα­ψε σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 1.400 σε­λί­δες στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της, τὸ ὁ­ποῖ­ο ξε­κί­νη­σε τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 1785. Ἡ Ballard ἦ­ταν μαί­α, θε­ρα­πεύ­τρια, καὶ μη­τέ­ρα ἐν­νέ­α παι­δι­ῶν (τρί­α ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α πέ­θα­ναν σὲ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α), στὴν Ἀ­ουγ­κού­στα, τὴν πρω­τεύ­ου­σα τῆς Πο­λι­τεί­ας τοῦ Μέ­ιν τῶν ΗΠΑ, τὴν ὁ­ποί­α δι­αρ­ρέ­ει ὁ πο­τα­μὸς Κέ­νεμ­πεκ ποὺ ἐκ­βάλ­λει στὸν Ἀ­τλαν­τι­κό.

       Ἀρ­κε­τοὶ ἱ­στο­ρι­κοὶ πρὶν ἀ­πὸ τὴν Urlich εἶ­χαν θε­ω­ρή­σει ἀ­σή­μαν­τες τὶς οἰ­κια­κὲς ἀ­σχο­λί­ες, τὰ ὀ­νό­μα­τα ἀ­σθε­νῶν, τὰ χρη­μα­τι­κὰ πο­σὰ καὶ τὶς σύν­το­μες ἡ­με­ρή­σι­ες κα­τα­γρα­φὲς τῆς Ballard. Ἡ Urlich μὲ τὴ με­θο­δο­λο­γί­α τῆς Μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ας(4) ἀ­ξι­ο­ποί­η­σε τὰ τεκ­μή­ρια τοῦ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου καὶ ἀ­νέ­δει­ξε τὰ κοι­νω­νι­κο­ϊ­στο­ρι­κὰ συγ­κεί­με­να τῆς ἐ­πο­χῆς, τὴν ἀν­θρω­πο­γε­ω­γρα­φί­α τῆς πε­ρι­ο­χῆς ποὺ ἐ­ξε­λί­χθη­κε σὲ ἐμ­πο­ρι­κὸ κόμ­βο καὶ τὴ φω­νὴ μιᾶς γυ­ναί­κας στὴν πρώ­τη γραμ­μὴ πα­ρα­γω­γῆς κοι­νω­νι­κοῦ ἔρ­γου. Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ βι­βλί­ου της (σελ. 9) ἡ πραγ­μα­τι­κὴ δύ­να­μη τῆς Ballard βρί­σκε­ται στὶς φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­νού­σι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες καὶ στὴν ἐ­ξου­θε­νω­τι­κή, ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα ποὺ κα­τέ­γρα­φε μὲ ἐντυ­πω­σι­ακὴ οἰ­κο­νο­μία λό­γου. Ἄλ­λο­τε ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σει πε­ζὴ τὸν πα­γω­μέ­νο Κέ­νεμ­πεκ, ἄλ­λο­τε νὰ φτά­σει ἐγ­καί­ρως δι­α­μέ­σου τῶν ὑ­περ­χει­λι­σμέ­νων πα­ρα­πο­τά­μων σὲ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες πε­ρι­ο­χὲς τῆς πε­ρι­φέ­ρειας μὲ ξύ­λι­να πλοιά­ρια τύ­που κα­νό. Κρα­τοῦ­σε ἀ­νελ­λι­πῶς ση­μει­ώ­σεις σὲ σε­λί­δες κομ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της καὶ κα­τέ­γρα­φε μὲ ρε­α­λι­στι­κὸ ὕ­φος καὶ ἁ­πλὸ λό­γο τὶς ἐμ­πει­ρί­ες της. Ἡ Ballard πα­ρεῖ­χε θε­ρα­πευ­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες κα­τ’ οἶ­κον, δι­εκ­πε­ραί­ω­σε 816 γέν­νες καὶ βο­ή­θη­σε σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 1.000.

       Στὶς 31 Δε­κεμ­βρί­ου 1800 ἔ­γρα­φε: «Καὶ τώ­ρα κλεί­νει αὐ­τὴ ἡ χρο­νιὰ καὶ εἴ­θε νὰ ἔ­χου­με κά­νει σο­φὴ χρή­ση τοῦ χρό­νου.» Σύμ­φω­να μὲ τὴν Urlich, «Γιὰ τὴν Ballard ἡ ζω­ὴ με­τρι­ό­ταν σὲ πρά­ξεις. Τί­πο­τα δὲν ἦ­ταν ἀ­σή­μαν­το» καὶ κυ­ρί­ως τὰ ὅ­σα δὲν κα­τέ­γρα­ψε.


Ὁ Da Vinci μὲ τὴν ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ προ­ο­πτι­κὴ (κα­τάλ­λη­λο χει­ρι­σμὸ τοῦ χρώ­μα­τος) καὶ τὴν τε­χνι­κὴ τοῦ σφου­μά­το (λε­πτό­τα­τη φω­το­σκί­α­ση ποὺ θαμ­πώ­νει τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα), ἄ­φη­νε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ὁ­λο­κλή­ρω­σης τῆς εἰ­κό­νας στὴ φαν­τα­σί­α τοῦ θε­α­τῆ. Τὸ 2013 ἡ NASA με­τέ­δω­σε μέ­σῳ λέ­ι­ζερ σὲ σε­λη­νια­κὸ δο­ρυ­φό­ρο τὴν εἰ­κό­να τῆς Μό­να Λί­ζα ὡς τὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρο δεῖγ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δι­ά­νοι­ας. Μὲ τὴ νέ­α δυ­να­τό­τη­τα ποὺ πα­ρέ­χει ἡ ὀ­πτι­κὴ τε­χνο­λο­γί­α ἐ­πι­τεύ­χθη­κε ἡ ἀ­πο­στο­λὴ δε­δο­μέ­νων αὐ­τῆς τῆς εἰ­κό­νας ἀ­πὸ τὴ Γῆ σὲ ἀ­πό­στα­ση πε­ρί­που 384.000 χλμ.

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος τὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ κέν­τρο CERN ἀ­να­κοί­νω­σε τὸν ἐντο­πι­σμὸ τοῦ ἀό­ρα­του μποζονίου Higgs, ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ ὁ­ποί­ου εἶ­χε ὑ­πο­τε­θεῖ ἀ­πὸ τὸ 1960 καὶ ἡ με­λέ­τη του εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὴ γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση τῆς λει­τουρ­γί­ας τοῦ σύμ­παν­τος σὲ ὑ­πο­α­το­μι­κὸ ἐ­πί­πε­δο.


Τὸ 2012 κα­τα­σκευ­ά­στη­κε στὴ Βαρ­σο­βί­α τὸ μι­κρό­τε­ρο σπί­τι στὸν κό­σμο πρὸς τι­μὴ τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Etgar Keret. Ἡ παγ­κό­σμια τά­ση στὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ γιὰ μα­ζι­κὴ κα­τα­σκευ­ὴ μι­κρῶν κα­τοι­κι­ῶν (mi­cro­ho­mes) ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’90 ὡς κοι­νω­νι­κὸ κί­νη­μα. Τὸ Tiny House Movement ση­μα­το­δό­τη­σε τὴν ἀν­τί­δρα­ση στὴ New Age ἐ­πο­χὴ καὶ στὸ δυ­τι­κὸ κα­πι­τα­λι­στι­κὸ πρό­τυ­πο ζω­ῆς καὶ πρό­τει­νε τὴν ἁ­πλό­τη­τα, τὴν αὐ­τάρ­κεια καὶ τὴ δυ­να­τό­τη­τα με­τα­κί­νη­σης (ρο­ὴ στὸ χῶ­ρο καὶ στὸ χρό­νο). Πα­ρό­λα αὐ­τά, σή­με­ρα, ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κές, πε­ρι­βαλ­λον­τι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες ἀ­πὸ τὸ Τό­κιο, ποὺ ἔ­χει μα­κρὰ πα­ρά­δο­ση (π.χ. Na­ga­kin Ca­psu­le Tow­er, 1972), καὶ τὴ Σε­οὺλ (Songpa Micro-Housing), ἕ­ως τὶς δυ­τι­κές μη­τρο­πό­λεις, τεκ­μη­ρι­ώ­νουν ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ πρό­τα­ση γιὰ τὴν ἀ­ποσυμ­φό­ρηση τῶν με­γά­λων ἀστι­κῶν κέν­τρων καὶ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς ρα­γδαί­ας κλι­μα­τι­κῆς ἀλ­λα­γῆς.


Τὸ 1993 ὁ Jean Baudrillard ἀ­νέ­φε­ρε στὴ Δι­α­φά­νεια τοῦ κα­κοῦ(5), ὅ­τι ἡ μι­κρο­μο­ρια­κὴ γε­νε­τι­κὴ εἶναι ἡ λο­γι­κὴ συ­νέπεια τῆς βι­ο-φυ­σιο-ανα­το­μι­κῆς ἐ­πι­στήμης ποὺ ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ρα­γδαῖα σὲ ἕνα πο­λύ ἀ­νώτε­ρο ἐ­πίπε­δο ἀ­φαίρε­σης καὶ προ­σο­μοί­ω­σης: τὸ πυ­ρη­νι­κὸ ἐ­κεῖνο ἐ­πίπε­δο τοῦ κυτ­τάρου καὶ τοῦ γε­νε­τι­κοῦ κώδι­κα, ὅπου ὀρ­γα­νώνε­ται μιὰ φαν­τα­σμα­γο­ρία. Ὅ­ροι ὅ­πως να­νο­χει­ρουρ­γι­κή, να­νο­τε­χνο­λο­γί­α, μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α, μι­κρο­οι­κο­νο­μί­α, μι­κρο­κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α εἶ­χαν ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ δι­α­δί­δον­ται ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80. Τὸ 1989 ἱ­δρύ­θη­κε ἡ ἑ­ται­ρεί­α Microchip Technology, τὸ 1975 ἡ Μicrosoft καὶ τὸ 1959 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ Mini Cooper τῆς BMC, τὸ αὐ­το­κί­νη­το σύμ­βο­λο τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’60.


Τὸ 1957 ὁ Gaston Bachelard ἔ­γρα­φε στὴν Ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου(6): «Στὴν πραγ­μα­τι­κότη­τα νι­ώθω πιὸ οἰ­κεῖα στοὺς μι­κρο­σκο­πι­κοὺς κόσμους οἱ ὁ­ποῖοι γιὰ μένα εἶναι κυ­ριάρ­χοι κόσμοι», καὶ «οἱ ἀ­ξίες συμ­πυ­κνώνον­ται κι ἐμ­πλου­τίζον­ται στὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἐ­πίπε­δο. Ἡ πλα­τω­νι­κή δι­α­λε­κτι­κὴ γιὰ τὸ μέ­γαλο καὶ τὸ μι­κρό δὲν ἀρ­κεῖ γιὰ ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦμε τὶς δυ­να­μι­κὲς ἀ­ρε­τὲς τοῦ σκέπτε­σθαι μι­κρά. Πρέπει κα­νεὶς νὰ πάει πέρα ἀ­πὸ τὴ λο­γι­κὴ γιὰ νὰ βιώ­σει τί εἶναι με­γάλο καὶ τί εἶναι μι­κρό». Ὁ Bachelard δι­έ­κρι­νε πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ πα­ρα­δο­ξό­τη­τα στὴ φύ­ση καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ἀ­πο­λυ­τό­τη­τας στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ γνώ­ση. Σύν­το­νος μὲ τὶς ἀρ­χὲς τὶς κβαν­το­μη­χα­νι­κῆς καὶ τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς σχε­τι­κό­τη­τας, πρό­τει­νε τὴν ἀ­νάπτύυξη ἑ­νὸς τρόπου σκέψης μὲ φαι­νο­με­νο­λο­γι­κὴ δι­ά­στα­ση ὁ ὁ­ποῖ­ος, πέ­ραν τῆς τρισ­δι­ά­στα­της στε­ρε­ο­σκο­πι­κῆς ἀν­τί­λη­ψής μας στὸ μα­κρό­κο­σμο, νὰ ἐμ­βα­θύ­νει καὶ στὴ μι­κρο­σκο­πι­κὴ κλίμα­κα, προ­κει­μέ­νου νὰ δι­α­τη­ρή­σει ζων­τα­νὴ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς δια­ύγειας τῶν πραγ­μά­των καὶ τῆς ζω­ῆς. Ὁ Ba­che­lard(7) κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ δι­α­νο­η­τι­κὸ ἅλ­μα, τὴ δύ­να­μη τῆς εἰ­κό­νας νὰ κα­θο­ρί­ζει τὴ σκέ­ψη στὶς φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες καὶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου νὰ συγ­κρο­τεῖ. Ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν θε­τι­κι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἐ­πα­γω­γι­κὴ σκέ­ψη κι αἰ­σθη­τι­κο­ποί­η­σε τὴν ἐ­πι­στή­μη, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι στὸ αἰ­σθη­τι­κὸ πε­δί­ο μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με συν­θε­τι­κὲς ἀ­ξί­ες συγ­κρι­νό­με­νες μὲ τὰ μα­θη­μα­τι­κὰ σύμ­βο­λα, τὰ ὁ­ποῖ­α τοῦ θύ­μι­ζαν πρω­τί­στως τὶς εἰ­κό­νες τῆς ποί­η­σης τοῦ Mallarmé. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μὲ τὸ Un Coup de dés (Μιὰ ζα­ριά, 1897) ἐγ­και­νί­α­σε τὴν τυ­πο­γρα­φι­κὴ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­σε τὶς πρω­το­πο­ρί­ες τοῦ 20οῦ αἰ. καὶ ὑ­λο­ποί­η­σε τὴν ἰ­δέ­α τοῦ Baudelaire, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἰ­σή­γα­γε τὸν ὅ­ρο πε­ζο­ποί­η­ση καὶ στὸ Μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζὸ ἢ ἡ Με­λαγ­χο­λί­α τοῦ Πα­ρι­σιοῦ (1862) ἔ­γρα­φε: «Ψι­λο­κόψ­τε [τὸ ἔρ­γο] σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα κομ­μα­τά­κια καὶ θὰ δεῖ­τε ὅ­τι τὸ κα­θέ­να μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει ἀ­πὸ μό­νο του.»


Τὸ 1927 o Werner Karl Heisenberg δι­α­τύ­πω­σε τὴν «Ἀρ­χὴ τῆς Ἀ­προσ­δι­ο­ρι­στί­ας» δί­νον­τας μιὰ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α γιὰ τὸ φυ­σι­κὸ κό­σμο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πρί­σμα τῆς Κβαν­τι­κῆς Μη­χα­νι­κῆς. Ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὴν αἰ­τι­ό­τη­τα ποὺ δι­έ­πει τὴ Νευ­τώ­νεια Φυ­σι­κὴ μὲ τὴν τυ­χαι­ό­τη­τα κι ἑ­στί­α­σε στὰ ὑ­πο­α­το­μι­κά σω­μα­τίδια τοῦ μι­κρόκο­σμου, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ἀ­δύνα­το νὰ γνω­ρίζου­με μὲ ἀ­πόλυ­τη βέ­βαι­οτη­τα τὴ θέση καὶ τὴν ὁρ­μή τους.

       Ἀ­κρι­βῶς πρὶν ἀ­πὸ ἕ­ναν αἰ­ώ­να, τὸ 1918, τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Φυ­σι­κῆς ἀ­πο­νε­μή­θη­κε στὸν Max Planck, τὸν θε­με­λι­ω­τή τῆς κβαν­τι­κής θε­ω­ρί­ας.



Στρο­φὴ στὴ σκέ­ψη


Τὸ 1614 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ὁ τό­μος μὲ τὶς εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νες μι­κρο­γρα­φί­ες ποὺ συ­νο­δεύ­ον­ταν ἀ­πὸ πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να τοῦ Sir Thomas Overbury μὲ τί­τλο Characters (Χα­ρα­κτῆ­ρες). Τὸ εἶ­δος αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ δι­α­δε­δο­μέ­νο στὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴ Γαλ­λί­α τὸν 17ο αἰ., καὶ ἀ­νά­γε­ται στοὺς Χαρακτῆρες τοῦ Θεόφραστου. Τὸ 1978 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ πο­λὺ σύν­το­μων ἱ­στο­ρι­ῶν δι­α­φό­ρων τύ­πων ἀν­θρώ­πων μέ­σα ἀ­πὸ τὸ λοξό βλέμμα τοῦ Thomas Bernhard μὲ τί­τλο Μί­μος τῶν φω­νῶν, ἐ­νῶ εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ τὸ 1956 οἱ Παραδειγματικοὶ Φόνοι τοῦ Max Aub καὶ τὸ 1946 οἱ Φωνές τοῦ Antonio Porchia. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες με­λε­τή­θη­καν ὡς ἀ­φο­ρι­σμοί, ἀλ­λὰ σή­με­ρα ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζον­ται καὶ στὴ θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


Οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες Blue and Green τῆς Virginia Woolf (1921) καὶ The story of an hour τῆς Kate Chopin (1894), κα­θὼς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι (1899) τοῦ Ambrose Bierce δι­δά­σκον­ται συ­στη­μα­τι­κὰ στὶς ΗΠΑ ὡς προ­δρο­μι­κὰ κεί­με­να τῆς ἀγ­γλό­φω­νης σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Τὸ ση­μεῖ­ο καμ­πῆς, ὅ­μως, θε­ω­ρεῖ­ται ἡ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α Στὴν Κίρκη (1917) τοῦ Julio Torri.


Τὸ 1948 δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Thrilling Wonder Stories ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Fredric Brown «Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος στὸν κό­σμο κά­θι­σε μό­νος σ’ ἕ­να δω­μά­τιο. Ἕ­νας χτύ­πος ἀ­κού­στη­κε στὴν πόρ­τα», τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἀγ­γλό­φω­νοι κρι­τι­κοὶ θε­ω­ροῦν ὁ­ρό­ση­μο γιὰ τὴν ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­α τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη κρι­τι­κή, ὅ­μως, ὁ «δει­νό­σαυ­ρος» τοῦ Augusto Monterroso θε­ω­ρεῖ­ται ἱ­δρυ­τι­κὸς αὐ­τῆς τῆς ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­ας. Πα­ρό­λα αὐ­τά, καὶ στὶς δύ­ο αὐ­τὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ κι­νοῦν­ται στὴν κλί­μα­κα τοῦ ἐ­λά­χι­στου τῶν «βρε­φι­κῶν πα­που­τσι­ῶν» τοῦ Hemingway, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ὅ­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα ποὺ ἀ­παι­τοῦν ὡς πρὸς τὴ σύμ­πρα­ξη συγ­γρα­φέ­α – ἀ­να­γνώ­στη γιὰ τὴ συγ­κρό­τη­ση μιᾶς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νης ἀ­φή­γη­σης, κυ­ρί­ως ἀ­να­δει­κνύ­ουν τὸν κρί­σι­μο ρό­λο τῆς φαν­τα­σί­ας σὲ αὐ­τὴ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­κραί­ας ἀ­φαί­ρε­σης. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα «τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­άν…;» ποὺ τὶς δι­α­τέ­μνει ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας ὡς λο­γο­τε­χνι­κὸ/κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ εἶ­δος, ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς σκέ­ψης, ὅ­ταν πραγ­μα­το­ποι­εῖ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα δι­α­νο­η­τι­κὰ ἅλ­μα­τα γιὰ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξή της.

       Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ δεύ­τε­ρη ἀν­θο­λο­γί­α τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης σει­ρᾶς Por favor, Sea Breve(8) (Νὰ εἶ­στε σύν­το­μοι, πα­ρα­κα­λῶ), στὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­λή­φθη­κε ἡ «ἱ­στο­ρί­α» μὲ τί­τλο Τὸ φάν­τα­σμα (El fantasma) τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ Guillermo Samperio. Ὁ Samperio, πί­στευ­ε ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ δὲ φαί­νον­ται. Αὐ­τὴ ἡ κομ­βι­κὴ πε­ποί­θη­σή του στὸ σύ­νο­λο τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ ἔρ­γου ποὺ ἄ­φη­σε πί­σω του ἀν­τα­να­κλᾶ­ται μὲ τὸ σα­φέ­στε­ρο τρό­πο ὄ­χι μό­νο στὴν ἐν λό­γῳ ἱ­στο­ρί­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται μό­νο ἀ­πὸ τὸν τί­τλο καὶ μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα, ἀλ­λὰ καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐν γέ­νει.


Τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α(9) ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ 200 κεί­με­να ἕ­ως 300 λέ­ξεις μὲ τί­τλο Bonsai: best small stories from Aotearoa New Zealand κι ἐ­πι­με­λη­τὲς δύ­ο δι­ε­θνῶς γνω­στὲς συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὶς Michelle Elvy, Frankie McMillan καὶ τὸν ποι­η­τὴ James Norcliffe. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πὸ 165 Μα­ο­ρὶ συγ­γρα­φεῖς ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει προ­κα­λέ­σει δι­ε­θνὲς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ ἕ­να ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πε­δί­ο ποὺ κα­τα­κλύ­ζε­ται ἀ­πὸ ἱ­σπα­νό­φω­νες καὶ ἀγ­γλό­φω­νες συλ­λο­γὲς κι ἀν­θο­λο­γί­ες. Ἡ εὐ­ρεί­α ἀ­πο­δο­χή της φαί­νε­ται νὰ ἀ­νοί­γει τὸ δρό­μο καὶ γιὰ ἄλ­λες ἐ­λάσ­σο­νες λο­γο­τε­χνί­ες ποὺ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­χαρ­το­γρά­φη­τες. Μιὰ πα­ρό­μοι­α ἀν­θο­λο­γί­α κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2016 μὲ τί­τλο La minificcion en Santo Domingo (ἐκ­δό­σεις Ministerio De Cultura, Editora Nacional) μὲ 182 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀ­πὸ 33 σύγ­χρο­νους συγ­γρα­φεῖς τῆς Δο­μη­νι­κα­νῆς Δη­μο­κρα­τί­ας σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ Lauro Zavala. Ἂν καὶ δὲν ὑ­στε­ρεῖ σὲ ἀ­ξί­α δὲν προ­βλή­θη­κε στὸ βαθ­μὸ τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τῶν Μα­ο­ρὶ καὶ πα­ρέ­μει­νε ἄ­γνω­στη.

       Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν Μα­ο­ρὶ τὸν ἴ­διο μή­να κυ­κλο­φό­ρη­σε καὶ ἡ ἀγ­γλό­φω­νη ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο Best Small Fictions 2018 κι ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Aimee Bender, μὲ 53 δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Lydia Davis. Στὴν ὁ­μι­λία τῆς βρά­βευ­σής της τὸ 2013 μὲ τὸ Man Booker Prize γιὰ τὴ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο Can’t and won’t (Penguin, 2014), δή­λω­σε ὅ­τι δὲν πε­ρί­με­νε πο­τὲ ὅ­τι θὰ δι­α­κρι­νό­ταν γιὰ τὴν ἐν­τα­τι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­σή της μὲ κεί­με­να τό­σο σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας (τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­κα­λεῖ pieces [κομ­μά­τια]), κα­θὼς τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα κυ­ρια­ρχεῖ ἀ­κό­μα στὴ δι­ε­θνῆ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γή. Στοὺς 101 συγγραφείς ποὺ προ­κρί­θη­καν στὴ με­γά­λη λί­στα τῆς σει­ρᾶς Best Small Fictions 2018 ἦ­ταν ἡ Kara Oakleaf, μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α της Μειωμένη Βαρύτητα καὶ ἡ Ναταλία Θεοδωρίδου.

 

Τὸ 2017 τὸ Ἱ­σπα­νι­κὸ ἵ­δρυ­μα César Egido Serrano Foundation δι­ορ­γά­νω­σε τὸν 5ο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ τὴν ἔ­ρευ­να τοῦ εἴ­δους καὶ δεί­κτη τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης καὶ δι­ά­δο­σής του. Αὐ­τὸς ὁ δι­α­γω­νι­σμὸς συγ­κέν­τρω­σε 43.185 κεί­με­να ἕ­ως 100 λέ­ξεις ἀ­πὸ 172 χῶ­ρες, ἐ­νῶ ὁ πρῶ­τος (2009) εἶ­χε συγ­κεν­τρώ­σει 3.682 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 44 χῶ­ρες καὶ εἶ­χε ἤ­δη προ­τα­θεῖ γιὰ βρα­βεῖ­ο Guinness.


Τὸ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο MicroBerlin – De minificciones y microrrelatos(10), μὲ ἐ­πι­με­λη­τὲς τὸν Ottmar Ette, τὸν ἱ­δρυ­τή τοῦ Τμή­μα­τος Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας (Potsdam, 2007) καὶ ἄλ­λους θε­ω­ρη­τι­κούς. Ἐμ­βα­θύ­νει στὸ πῶς φτά­σα­με ἀ­πὸ τοὺς προ­δρό­μους τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας καὶ τὸν Δη­μή­τριο τὸν Σκή­ψιο (2ος αἰ. π.Χ.) ἕ­ως τὴ Μο­ρια­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Αἰ­τι­ο­λο­γεῖ για­τί ἀ­ξί­ζει νὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖ κα­νεὶς στὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ κό­σμο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­φοῦ πε­ρά­σει ἀ­πὸ φω­τει­νὲς στά­σεις ὅ­πως τῶν Poe, Τσέχωφ, Bor­ges, Kaf­ka, Vir­gi­nia Woolf, Wa­lser, He­ming­way, Ya­su­na­ri Ka­wa­ba­ta, Cor­ta­zar, Brau­ti­gan, Car­ver, Ly­dia Da­vis, Ja­mai­ca Kin­caid, A­na Ma­ria Shua, Di­a­ne Wil­li­ams, κ.ἄ., στοὺς ἄ­πει­ρους ἄ­γνω­στους συγ­γρα­φεῖς τῆς ἐ­πο­χῆς μας ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­να νέ­ο ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­το ἔν­τυ­πο καὶ δι­α­δι­κτυα­κὸ γα­λα­ξί­α ἀ­πὸ ἐκ­θαμ­βω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες.

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ στὴ Ν. Ζη­λαν­δί­α Flash Fron­tier ἔ­κα­νε ἕ­να πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἀ­φι­έ­ρω­μα σὲ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μὲ θέ­μα τὴν ἐ­πι­στή­μη μὲ ἐπι­με­λή­τριες τὶς δι­ε­θνῶς δι­α­κε­κρι­μέ­νες συγ­γρα­φεῖς στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Ka­thy Fish καὶ Ta­nia Hersh­man. Ἡ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ (2018) τῆς τε­λευ­ταί­ας πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση μι­κρο­φυ­σι­κῆς καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Microphysics and microfiction).


Roland Barthes τὸ 1966(11) ἀ­πο­μό­νω­σε τὰ ἐ­πί­πε­δα τῆς ἀ­φή­γη­σης κι ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ ὁ­ρί­σει τὶς πρω­τεύ­ου­σες λει­τουρ­γί­ες τους ἰ­δω­μέ­νες ὡς κέν­τρα, πυ­ρῆ­νες, κα­τα­λύ­τες κι ἐ­λά­χι­στες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς μο­νά­δες ποὺ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ ἀ­πα­λει­φθοῦν χω­ρὶς νὰ κα­τα­στρα­φεῖ ἡ χρο­νι­κο­αι­τι­ο­λο­γι­κὴ συ­νο­χὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης(12) καὶ εἶ­ναι ἀ­δι­ά­στα­τες (ὅ­πως τὰ κβάν­τα).


Τὸ 1998 Ο Lauro Zavala δι­ορ­γά­νω­σε τὸ 1ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Με­ξι­κό. Τὸ 1984 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Κου­βα­νέ­ζας θε­ω­ρη­τι­κοῦ Dolores Mercedes Koch, ἡ πρώ­τη δι­ε­θνῶς ποὺ ἑ­στί­α­σε στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὸ 2007 ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Ἑ­λέ­νης Κε­φά­λα, ἡ μο­να­δι­κὴ στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α ποὺ ἐ­λέγ­χει τοὺς συγ­χρω­τι­σμοὺς στὰ ἔρ­γα τῶν Bor­ges, Pi­glia, Κα­λο­κύ­ρη καὶ Κυ­ρια­κί­δη.

       Τὸ 2007 ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Maggie Nelson κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Red Parts: A Memoir. Συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται, ὅ­μως, πλέ­ον στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο Bluets (Wave Books, 2009). Σὲ αὐ­τὸ συγ­κεν­τρώ­νει 240 ἀ­ριθ­μη­μέ­να πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α, πα­ρό­τι εἶ­ναι ἄ­τι­τλα, γε­γο­νὸς ποὺ δὲ συ­νά­δει μὲ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, κι­νοῦν­ται μὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση, τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ στο­χα­σμὸ καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α.



Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

τὸ μπλὲ καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


Ἡ Ἀρ­γεν­τι­νὴ συγ­γρα­φέ­ας Luisa Va­len­zu­e­la ἔ­χει δι­α­τυ­πώ­σει ἀ­πὸ τὸ 2010 μί­α ἀ­πὸ τὶς πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νες με­τα­φο­ρὲς γιὰ τὸ νέο εἶ­δος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: «Συ­νή­θως συγ­κρί­νω τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ θη­λα­στι­κό, ἄ­γριο σὰν τί­γρη ἢ ἤ­ρε­μο σὰν ἀ­γε­λά­δα· τὸ δι­ή­γη­μα μὲ πτη­νὸ ἢ ψά­ρι· καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α σὰν ἕ­να ἔν­το­μο (ἰ­ρι­δί­ζον στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση)», ἐν­νο­ών­τας ὅ­τι μα­γνη­τί­ζει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ κεν­τρί­ζει τὴ σκέ­ψη καὶ τὸ συ­ναί­σθη­μα, ὅ­πως ἔ­χει ἐ­ξη­γή­σει. Συ­χνὰ δι­ευ­κρι­νί­ζε­ται σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά ἄρ­θρα ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ «ἰ­ρι­δί­ζον­τος» ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἐ­νέρ­γεια ποὺ ἐ­κλύ­ει, τὴ στιγ­μια­ία λάμ­ψη της, στοὺς μη­χα­νι­σμούς της ποὺ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­σα­φεῖς καὶ στὴ μορ­φή της ποὺ με­ταλ­λάσ­σε­ται, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α πα­ρα­τή­ρη­σης, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τη ἡ σύλ­λη­ψη καὶ ἡ τα­ξι­νό­μη­σή της ἀ­νά­με­σα στὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη λό­γου.

       Πα­ρὰ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­σπά­θει­ες τῆς δι­ε­θνοῦς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 γιὰ κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὁ­ρι­σμὸ καὶ ὄ­νο­μα, τὸ ζή­τη­μα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας πα­ρα­μέ­νει ἀ­νοι­κτὸ μὲ δύ­ο εὔ­λο­γες στα­θε­ρές: ὅ­τι ἀ­να­νε­ώ­νει τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἐ­πί­τευγ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης νό­η­σης καὶ ὄ­χι γιὰ ἐ­φή­με­ρη τά­ση. Ἐν μέ­ρει ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ τὴν αἰχ­μα­λω­τί­σου­με ὀ­φεί­λε­ται στὶς ἄ­τα­κτες δι­α­κτι­νώ­σεις της σὲ δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο καὶ στὸ δι­α­χρο­νι­κὸ καὶ συγ­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κὴ μορ­φή της προ­κύ­πτει ἡ πρω­τε­ϊ­κὴ καὶ σύν­θε­τη φύ­ση της, ἰ­δέ­α ἀ­πο­δε­κτὴ τό­σο στὴν Ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἁ­πλού­στε­ρη ἀ­φή­γη­ση μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι πο­λὺ σύν­θε­τη, ὅ­σο καὶ στὴν Κβαν­τι­κὴ Φυ­σι­κή, ποὺ δι­ε­ρευ­νᾶ καὶ αὐ­τὴ τὴ σκο­τει­νή, ἀ­ό­ρα­τη ὕ­λη, κα­τα­γρά­φον­τας τὴν ἐ­νέρ­γειά της .

       Ὑ­πὸ αὐ­τὸ τὸ πρί­σμα ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐμ­φα­νί­ζει πολ­λὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ μπλέ. Ἂν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­χε χρῶ­μα συμ­φω­νῶ ὅ­τι θὰ ἦ­ταν ἰ­ρι­δί­ζον, θε­ω­ρῶ ὅ­μως ὅ­τι θὰ ἦ­ταν συγ­κε­κρι­μέ­να μπλέ, τὸ ὁ­ποῖ­ο σύμ­φω­να μὲ τὸν Pastoureau(13) συμ­βο­λί­ζει τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα.

       Ὁ Goethe στὴ Θε­ω­ρί­α τῶν Χρω­μά­των ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι τὸ μπλὲ ἔ­χει τὴ μο­να­δι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τα νὰ μᾶς μα­γνη­τί­ζει νὰ τὸ ἀ­κο­λου­θή­σου­με ἐ­πει­δὴ ἀ­σκεῖ μί­α ἀ­πε­ρί­γρα­πτη ἐ­πί­δρα­ση στὸ μά­τι: εἶ­ναι δυ­να­μι­κό, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­νη­τι­κὴ πλευ­ρὰ καὶ στὴν ἀ­πό­λυ­τη κα­θα­ρό­τη­τά του ἡ ἀρ­νη­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι ἐ­ρε­θι­στι­κή. Τὸ μπλὲ ἀ­που­σί­α­ζε ἀ­πὸ τὰ ὀ­μη­ρι­κὰ ἔ­πη, ἀλ­λὰ ἀ­νέ­τρε­ψε τὴν πρω­το­κα­θε­δρί­α τοῦ κόκ­κι­νου ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἕ­ως καὶ τὸν Με­σαί­ω­να. Ὁ Μι­κρὸς Πρίγ­κη­πας ἐ­πι­σκί­α­σε τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, τὸ θρυ­λι­κὸ μπλὲ Orient Express, ὅ­πως καὶ τὰ Train Bleu καὶ Blue Train, τὸ ὁ­ποῖ­ο συ­νέ­δε­ε τὴν Πρε­τό­ρια μὲ τὸ Κέ­ιπ Τά­ουν στὴ Ν. Ἀ­φρι­κή, ἔ­γρα­ψαν ἱ­στο­ρί­α. Κα­τὰ τὸν 19ο καὶ 20ο αἰ. ση­μει­ώ­θη­κε μιὰ φω­το­χυ­σί­α τοῦ μπλὲ σὲ ὅ­λες τί δι­α­βαθ­μί­σεις του σὲ ἔρ­γα καὶ κι­νή­μα­τα ση­μαν­τι­κῶν ζω­γρά­φων (C.D.Friedrich, Seaurat, Kandinsky, Matisse, Shagall, Cezanne, Picasso, Klein, O’ Keeffe, κ.ἄ.) ποὺ κα­θό­ρι­σαν τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­στο­ρί­ας τῆς τέ­χνης. Τὸ μπλὲ ὡς φόρ­μα, ὡς εἰ­κα­στι­κὴ γλώσ­σα ἢ ὡς σύμ­βο­λο πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, φαί­νε­ται ὅ­τι δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἰ­δι­ό­τη­τες ποὺ πρῶ­τος ὁ Goethe πα­ρα­τή­ρη­σε: «εἶ­ναι ἕ­να χρῶ­μα γε­μά­το μυ­στή­ριο, σα­γη­νευ­τι­κὸ καὶ ἀ­πό­κο­σμο μα­ζί. Μα­γνη­τί­ζει τὸ βλέμ­μα καὶ πα­ρα­σύ­ρει τὸν θε­α­τὴ σὲ μιὰ ἀ­να­ζή­τη­ση χω­ρὶς σα­φῆ ὅ­ρια, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι μιὰ πα­γί­δα στὴν ἐ­σω­στρέ­φεια, ἢ μιὰ γέ­φυ­ρα ποὺ ἑ­νώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο μὲ τὸν Θε­ό.»

       Ὁ T.S.Eliot πί­στευ­ε ὅ­τι σκο­πὸς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­ναι νὰ με­τα­τρέ­ψει τὸ αἷ­μα σὲ με­λά­νι καὶ ὁ Θ. Βαλ­τι­νὸς μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὅ­τι «αὐ­τὸ ποὺ σὲ τρα­βά­ει σὲ κά­ποι­ον εἶ­ναι τὸ ἄ­γνω­στο. Ἐ­κεῖ­νο τὸ στοι­χεῖ­ο ποὺ δὲν τὸ πιά­νεις πο­τέ» (14).



Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Δευ­τέ­ρα ἢ Τρί­τη, τῆς Βιρ­τζί­νια Γούλφ, μτφ. Γ. Μπα­ρου­ξῆς, Ποι­κί­λη Στο­ά, Ἀ­θή­να 2016, στὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ δι­ή­γη­μα Γα­λά­ζιο καὶ πρά­σι­νο (Blue and Green).


Ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Tania Hershman μὲ τί­τλο My mother was an upright piano, Tangent Books, Bristol, 2014 (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες Γαλάζιο πουλί τῆς Ana Maria Shua καὶ Antoine de Saint-Exupéry τοῦ Paul Kavanagh (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τῆς Maria Popova στὴ σχέ­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὸ χρῶμα μπλέ τὰ τε­λευ­ταῖ­α 200 χρό­νια στὸ ἱ­στο­λό­γιό της Brain Pickings (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Ἰ­δέ­α συγ­γρα­φῆς: μιὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐμ­πνε­ό­με­νη ἀ­πὸ τὸ Ὄ­ρος Φού­τζι* καὶ τὸ Κύμα του Kα­τσού­σι­κα Χο­κου­σάι (1760-1869).


* 富士山 Τὸ Ὄ­ρος Φού­τζι στὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ


Νο­έμ­βριος 2018


Ση­μει­ώ­σεις
       (1) Ὁ ὅ­ρος κβάντο ἢ κβάν­τουμ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μιὰ ἀ­δι­ά­στα­τη μο­νά­δα πο­σό­τη­τας.
       (2) Στὸν πρό­λο­γο τοῦ ἐ­νη­με­ρω­τι­κοῦ φυλ­λα­δί­ου τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ 2007 ἀ­να­φέ­ρε­ται: «Ἡ να­νο­τε­χνο­λο­γία εἶ­ναι μιὰ νέα προ­σέγ­γι­ση γιὰ τὴν κα­τα­νόη­ση καὶ τὴν ἄρτια γνώση τῶν ἰ­δι­ο­τήτων τῆς ὕλης σὲ να­νο­κλιμά­κα: ἕνα να­νομέ­τρο (ἕνα δι­σε­κα­τομ­μυ­ρι­ο­στὸ τοῦ μέτρου) εἶναι τὸ μῆκος ἑ­νὸς μι­κροῦ μο­ρίου. Στὸ ἐ­πίπε­δο αὐ­τό ἀ­πο­κα­λύπτον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὲς καὶ συ­χνὰ κα­τα­πλη­κτι­κὲς ἰ­διότη­τες τῆς ὕλης καὶ εἶναι δυσ­διακρι­τὰ τὰ ὅρια με­τα­ξὺ τῶν κα­θι­ε­ρω­μένων ἐ­πι­στη­μῶν καὶ τε­χνι­κῶν κλάδων. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ χα­ρα­κτήρας τῆς να­νο­τε­χνο­λο­γί­ας εἶναι ἄκρως δι­ε­πι­στη­μο­νι­κός.»
       (3) Urlich, Laurel Thatcher, A Midwife’s Tale: The Life of Martha Ballard Based on Her Diary, 1785–1812, Alfred A. Knopf, N. York, 1990.
       (4) Ἡ Μικροϊστορία ξε­κί­νη­σε τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 ἀ­πὸ ἕ­ναν κύ­κλο Ἰ­τα­λῶν ἱ­στο­ρι­κῶν τοῦ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Quaderni storici, τοὺς Carlo Ginzburg, Edoardo Grendi, Giavani Levi, Carlo Poni. Ὁ Ginzburg θε­ω­ρεῖ­ται ὁ κύ­ριος ἐκ­φρα­στὴς αὐ­τῆς τῆς ἑρ­μη­νευ­τι­κῆς προ­σέγ­γι­σης ποὺ ἀν­τέ­δρα­σε στοὺς κύ­κλους τῶν Annales, πρό­τει­νε ἀλ­λα­γὴ κλί­μα­κας κι ἐ­ξε­τά­ζει τὴν ἱ­στο­ρί­α σὰν μὲ μι­κρο­σκό­πιο. Ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ εἶ­ναι τὸ βι­βλί­ο του (1976) μὲ τί­τλο Τὸ τυ­ρὶ καὶ τὰ σκου­λή­κια. Ὁ κό­σμος ἑ­νὸς μυ­λω­νᾶ τοῦ 16ου αἰ. (μτφ. Κ. Κου­ρε­μέ­νος, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­λε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να, 2008). Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἡ ἀ­πό­δο­ση τοῦ ὄ­ρου microfiction μὲ τὸ σύν­θε­το ὅ­ρο μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ δὲν ἐν­δεί­κνυ­ται εἶ­ναι ἡ ἀ­να­πό­φευ­κτη νο­η­μα­τι­κὴ σύγ­χυ­ση μὲ αὐ­τὸν τὸ ση­μαν­τι­κὸ κλά­δο τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­ας.
       (5) Baudrillard Jean, Ἡ δι­α­φά­νεια τοῦ κα­κοῦ. Δο­κί­μιο πά­νω στὰ ἀ­κραῖα φαι­νό­με­να, μτφ. Ζ. Σα­ρί­κα, Ἑ­ξάν­τας –Νή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1996.
       (6) Gaston Bachelard, Ἡ ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου, μτφ. Ἑ. Βέλ­τσου – Ἰ. Δ.Χα­τζη­νι­κο­λῆ, Ἐκ­δό­σεις Χα­τζη­νι­κο­λῆ, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2014.
       (7) Μπε­νι­έ, Ζὰν-Μι­σέλ, Ἱ­στο­ρί­α τῆς νε­ω­τε­ρι­κῆς καὶ σύγ­χρο­νης φι­λο­σο­φί­ας, μτφ. Κω­στῆς Πα­πα­γι­ώρ­γης, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2001, σελ. 563-577.
       (8) Ἡ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α εἶ­ναι ἐ­πί­σης γνω­στὴ ὡς Ἀ­ο­τε­α­ρό­α στὴ Μα­ο­ρὶ γλώσ­σα, ἢ ἡ Γῆ τοῦ Μα­κριοῦ Λευ­κοῦ Σύν­νε­φου.
       (9) Ette Ottmar, Ingenschay Dieter, Schmidt-Welle Friedhelm, Valls Fernando (eds.), MicroBerlín: de minificciones y microrrelatos, Iberoamericana –Vervuert, Μα­δρί­τη, 2015.
       (10) Obligado Clara (ed.), Por favor, sea breve 2, Páginas de Espuma, Madrid, 2009.
       (11) Barthes Roland, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ δο­μι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση τῶν ἀ­φη­γη­μά­των, στὸ Εἰ­κό­να-μου­σι­κὴ-κεί­με­νο, μτφ. Γ. Σπα­νός, Πλέ­θρον, Ἀ­θή­να, 1988, σελ. 93-136.
       (12) Selden Raman (ἐ­πιμ.), Ἀ­πὸ τὸν φορ­μα­λι­σμὸ στὸν με­τα­δο­μι­σμό, Ἱ­στο­ρί­α τῆς Θε­ω­ρί­ας τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας/8, The Cambridge History of Literary Criticism, θε­ώ­ρη­ση μτφ. Πε­χλι­βά­νος Μ.-Χρυ­σαν­θό­που­λος Μ., 2η ἀ­να­τύ­πω­ση, Ἐκ­δό­σεις Ἰνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν Σπουδῶν (Ἵ­δρυ­μα Μα­νό­λη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δη), Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2008, σελ. 175-6.
       (13) Πα­στου­ρὼ Μι­σέλ, Μπλὲ – Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς χρώ­μα­τος, με­τά­φρα­ση κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἐ­πι­μέ­λεια Ἄν­να Κα­ρα­κα­τσού­λη, Με­λά­νι, Ἀ­θή­να 2007.
       (14) Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Μπλὲ βα­θύ, σχε­δὸν μαῦ­ρο, Ἑ­στί­α, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να 2008, σελ. 25.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα.

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να.

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Micro Universe ἔργο τῆς Lejla Ahmedspahić.



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#3]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου

 

Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(1) στὸ μι­κρο­σκό­πιο:

ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν(*)

καὶ τὴ Λι­σα­βό­να


            In vivo


Μπραγ­κάν­ζα, Πορτογαλία


ΤΙΣ 7-8 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 δι­ε­ξή­χθη στὴν Μπραγ­κάν­ζα τῆς Πορ­το­γα­λί­ας τὸ Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ Instituto Politécnico de Bragança μὲ τί­τλο Pequenos Transatlânticos: Microrrelatos nas duas franjas do oceano μὲ 39 συμ­με­τέ­χον­τες κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὴν Ἱ­σπα­νί­α (22) καὶ τὴν Πορ­το­γα­λί­α (12). Στὸ συ­νέ­δριο ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε ἡ θε­ω­ρη­τι­κὴ κι ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας(2) ὅ­πως αὐ­τὴ δι­α­μορ­φώ­νε­ται καὶ στὶς δύ­ο ὄ­χθες τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἑ­στί­α­σαν στὴ γλωσ­σο­κεν­τρι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τὴ σχέ­ση δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας/μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ τὴν ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς τε­λευ­ταί­ας.

            Ἡ Maria Pilar Valero (Ἱ­σπα­νί­α) πα­ρου­σί­α­σε τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρα χρή­σι­μη, κρα­τι­κή, ψη­φια­κὴ πλατ­φόρ­μα NABEA, ἡ ὁ­ποί­α συγ­κεν­τρώ­νει σύγ­χρο­να ἱ­σπα­νι­κὰ κεί­με­να καὶ δι­ευ­κο­λύ­νει σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἐκ­παι­δευ­τι­κοὺς σκο­ποὺς καὶ συγ­κρι­τι­κὲς με­λέ­τες γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, χά­ρη στὴ δη­μι­ουρ­γί­α μιᾶς ἀ­νοι­χτῆς ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς βά­σης δε­δο­μέ­νων. Ο Xa­quín Nú­ñez Sa­ba­rís (Πορ­το­γα­λί­α), κα­θη­γη­τὴς στὸ Universidade do Minho, ἵ­δρυ­σε μὲ δι­κή του πρω­το­βου­λί­α μί­α πα­ρό­μοι­α πλατφόρμα ὅ­που κα­τα­γρά­φει καὶ συγ­κεν­τρώ­νει κεί­με­να, ἀλ­λὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, στη­ρί­ζον­τας δι­ε­θνεῖς συ­νέρ­γει­ες ἱ­σπα­νό­φω­νων με­λε­τη­τῶν, ἐκ­δο­τῶν, ἀν­θο­λό­γων καὶ συγ­γρα­φέ­ων.

            Ἡ ἕ­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας νὰ συ­νά­πτει σχέ­σεις μὲ ἄλ­λα κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη ἀ­πα­σχό­λη­σε ὁ­μι­λη­τὲς ὅ­πως ἡ Alexia Dotras Bravo (Πορ­το­γα­λί­α), ἡ ὁ­ποί­α σκι­α­γρά­φη­σε τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας – με­τα­μον­τερ­νι­σμοῦ – ὑ­βρι­δι­σμοῦ. Ἡ Ra­quel de la Var­ga Lla­ma­za­res (Ἱ­σπα­νί­α), ἀ­νέ­δει­ξε τὰ ρευ­στὰ ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση, τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὸ δι­ή­γη­μα πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ Anto­nio Pe­re­ira (1923-2009).

            Ἐ­πι­χει­ρή­θη­καν δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις ἀ­νά­με­σα στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ στὶς ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους, ὅ­πως τοῦ Alberto Garcia Agui­lar (Ἱ­σπα­νί­α), ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φέρ­θη­κε στὰ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ μι­κρο­σε­νά­ρια τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ σου­ρε­α­λι­στῆ Ramón Gómez de la Serna (1888-1963). Στὸ πλαί­σιο πα­ρου­σί­α­σης ἐ­πι­φα­νῶν ἱ­σπα­νό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν, οἱ Ἱ­σπα­νί­δες Lucía Lean­dro Her­nán­dez καὶ A­na Sanz Tor­de­sil­las προ­έ­βα­λαν τὴν πλού­σια ἐρ­γο­γρα­φί­α τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana Maria Shua καὶ τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ Millás Juan José, ἀν­τί­στοι­χα.

            Στὴν πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐν­τρύ­φη­σε ἡ Ἱ­σπα­νὴ Sara Losada Coca, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ ¡Basta! (3) (Ὣς ἐ­δῶ!), τὸ κοι­νω­νι­κὸ πρό­γραμ­μα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ποὺ ξε­κί­νη­σε στὴ Χι­λὴ τὸ 2009, μὲ σκο­πὸ οἱ συμ­με­τέ­χου­σες γυ­ναῖ­κες νὰ γρά­ψουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 150 λέ­ξεις προ­κει­μέ­νου νὰ κα­ταγ­γεί­λουν καὶ νὰ κα­τα­πο­λε­μή­σουν τὴν ἐν­δο­οι­κο­γε­νεια­κὴ καὶ σε­ξι­στι­κὴ βί­α. Τὸ πρό­γραμ­μα κρί­θη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸ κι ἀ­πέ­κτη­σε με­γά­λη δη­μο­τι­κό­τη­τα. Ἔ­κτο­τε συμ­με­τέ­χουν κι ἄλ­λες χῶ­ρες τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς (Πε­ροῦ, Ἀρ­γεν­τι­νή, Βρα­ζι­λί­α κ.ἄ.), ἔ­χει δι­ευ­ρυν­θεῖ θε­μα­τι­κὰ στο­χεύ­ον­τας στὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς βί­ας τό­σο στοὺς ἄν­τρες ὅ­σο καὶ στὰ παι­διὰ κι ἔ­χουν προ­κύ­ψει πολ­λὲς ἀ­ξι­ό­λο­γες ἀν­θο­λο­γί­ες.

           Τέ­λος, ἀρ­κε­τὲς ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἀ­φο­ροῦ­σαν τὴν πα­ρου­σί­α­ση ἰ­δι­αί­τε­ρων φω­νῶν, ὅ­πως αὐ­τὴ τῆς Ἰ­σπα­νί­δας Patricia Esteban Erlés. Τὴν πρω­τό­τυ­πη συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν της μὲ τί­τλο Casa de Muñecas (Κου­κλό­σπι­το), ἀ­νέ­λυ­σε ἡ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Micro­textua­li­da­des καὶ κα­θη­γή­τρια, Ana Calvo Revilla (Universidad San Pablo CEU, Μα­δρί­τη), ἡ ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χε καὶ στὸ ἑ­πό­με­νο συ­νέ­δριο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν Ἐλ­βε­τί­α.

.

Σὲν Γκά­λεν, Ἑλβετία


ΣΤΙΣ 21-23 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 10ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο St. Gallen στὴν Ἐλ­βε­τί­α μὲ θέ­μα Vivir lo breve: na­no­fi­lo­lo­gía y mi­cro­for­matos en obras de arte, μὲ τὴ συν­δι­ορ­γά­νω­ση τοῦ Universität Potsdam (Γερ­μα­νί­α), στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ 32 συμ­με­τέ­χον­τες ἀ­πὸ 13 χῶ­ρες ἐ­πί­σης ἑ­στί­α­σαν στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη πα­ρα­γω­γή. Ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε ἐν­δε­λε­χὴς πα­ρου­σί­α­ση τῶν συ­σχε­τι­σμῶν τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης μὲ τὶς γρα­φι­κὲς τέ­χνες, τὴ μου­σι­κή, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, ἀλ­λὰ καὶ τῆς πρω­το­φα­νοῦς βρα­χύ­τη­τας ποὺ ἐ­πι­βάλ­λουν καὶ καλ­λι­ερ­γοῦν στὴ γρα­πτὴ ἔκ­φρα­ση τὰ ψη­φια­κὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης.

            Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να τοῦ συ­νε­δρί­ου Yvette Sánchez στὴν ἐ­ναρ­κτή­ρια ὁ­μι­λί­α της ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι σύμ­φω­να μὲ πρό­σφα­τη ἔ­ρευ­να τῆς Mi­cro­soft (Κα­να­δᾶς, 2015) ἡ νέ­α γε­νιὰ (18-24 ἐ­τῶν) ἔ­χει ση­μει­ώ­σει μεί­ω­ση τοῦ χρό­νου προ­σο­χῆς στὰ 8 δευ­τε­ρό­λε­πτα ἀ­πὸ 12 ποὺ ἦ­ταν τὸ 2000 καὶ ἀ­πὸ 9 ποὺ ἰ­σχύ­ει γιὰ τὸ θα­λάσ­σιο γέ­νος Κα­ράσ­σιος (τὸ εἶ­δος Carassius auratus), τὰ γνω­στά μας ὡς χρυ­σό­ψα­ρα. Οἱ ἀ­να­γνω­στι­κές μας συ­νή­θει­ες ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει σὲ με­γά­λο βαθ­μό. Ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῆς πλη­θώ­ρας τῶν ὑ­πέρ­μι­κρων ἀ­φη­γη­μά­των ποὺ ἀ­παν­τῶν­ται τό­σο στὸ ἔν­τυ­πο ὅ­σο καὶ στὸ ψη­φια­κὸ πε­ρι­βάλ­λον ἀ­πο­τε­λεῖ δε­δο­μέ­νο δι­ε­πι­στη­μο­νι­κῶν ἐ­ρευ­νῶν ποὺ με­λε­τοῦν τὸ με­τα­βα­τι­κὸ στά­διο ποὺ δι­α­νύ­ου­με πρὸς μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κὴ τρο­πι­κό­τη­τα τοῦ νοῦ.

            Ὁ Με­ξι­κα­νὸς Lauro Zavala, στὴν πρώ­τη, καὶ ἀ­μι­γῶς θε­ω­ρη­τι­κὴ ἀ­να­κοί­νω­ση τοῦ συ­νε­δρί­ου, ἑ­στί­α­σε στὴ γε­νε­α­λο­γι­κὴ φύ­ση καὶ τὴν πι­θα­νὴ τυ­πο­λο­γί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι ἡ τε­λευ­ταῖ­α δι­α­μορ­φώ­νε­ται καὶ με­λε­τᾶ­ται ἐν τῷ γί­γνε­σθαι, σὲ μί­α ἱ­στο­ρι­κὴ πε­ρί­ο­δο πού, του­λά­χι­στον στὶς δυ­τι­κὲς κοι­νω­νί­ες, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται γιὰ τὰ δυσ­δι­ά­κρι­τα ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­λή­θεια, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ νό­η­μα ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὰ πο­λι­τι­σμι­κὰ συγ­κεί­με­να καὶ τὰ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης φαί­νε­ται πὼς κα­τα­να­λώ­νει ἢ πι­στεύ­ει εὐ­κο­λό­τε­ρα τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­λή­θεια (ἢ/καὶ ἁ­πλῶς ἀ­πο­δέ­χε­ται τὴν ὕ­παρ­ξή της εἰς γνώ­σιν τοῦ ὅ­τι εἶ­ναι ἐ­πί­πλα­στη), τὶς ψευ­δεῖς εἰ­δή­σεις, τὶς ἀ­νυ­πό­στα­τες καὶ ἀ­νού­σι­ες πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ κα­τα­κλύ­ζουν τὸ δι­α­δί­κτυο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς του.

            Στὸ πα­ρα­πά­νω πλαί­σιο μὲ τὸν ὅ­ρο minificción πρό­τει­νε νὰ ἀ­να­φε­ρό­μα­στε στὸ νέ­ο εἶ­δος λό­γου τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ ἕ­να εὐ­ρὺ πε­δί­ο (εἰ­κό­να 1) καὶ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει τὰ βρα­χέ­α καὶ ὑ­περ­βρα­χέ­α ρη­μα­τι­κὰ ἀ­φη­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὡς μέ­σο ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τους με­μο­νω­μέ­να ἢ/καὶ συν­δυ­α­στι­κὰ μὲ τὸ λό­γο (discourse), τὴν εἰ­κό­να, τὸν ἦ­χο, τὸ θέ­α­τρο, τὴ μου­σι­κή, τὸ χο­ρό, ἢ/καὶ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο μέ­σο ἀ­πὸ τὶς κα­λὲς κι ἐ­φαρ­μο­σμέ­νες τέ­χνες, σὲ φυ­σι­κή, ἔν­τυ­πη καὶ ψη­φια­κὴ μορ­φή. Αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος φέ­ρει μί­α ἢ πολ­λὲς μυ­θο­πλα­στι­κὲς ἀ­λή­θει­ες, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς προσ­λαμ­βά­νου­σες τοῦ ἀ­να­γνώ­στη.

            Ἀ­πο­δε­χό­με­νοι αὐ­τὸν τὸν ὁ­ρι­σμὸ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σου­με τρεῖς τύ­πους minificción: (α) τὰ σύν­το­μα εἴ­δη ποὺ ἀ­να­πτύ­χθη­καν πρὶν τὸν 20ο αἰ. (ὅ­πως ἡ πε­ζο­ποί­η­ση ἢ τὸ χα­ϊ­κού), (β) τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να ὡς δι­α­κρι­τὰ εἴ­δη, ὅ­πως τὸ δο­κί­μιο καὶ τὸ δι­ή­γη­μα, ἀλ­λὰ στὶς (ὑ­περ)βρα­χεῖ­ες ἐκ­δο­χές τους, καὶ (γ) τὶς ὑ­περ­μι­κρὲς ἀ­φη­γή­σεις ποὺ ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἐμ­πί­πτουν στὸ (δυ­τι­κὸ) λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να. Τὸ σύ­νο­λο αὐ­τῶν τῶν τε­λευ­ταί­ων μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει ἐ­πι­γράμ­μα­τα, ὁ­δη­γί­ες, ὁ­ρι­σμοὺς καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ μὴ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη λό­γου, κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α δυ­νά­μει μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να ἐ­ὰν ἐγ­γρα­φεῖ ἐκ νέ­ου δη­λώ­νον­τας ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ δι­ά­θε­ση (ἔ­στω μὲ στοι­χει­ώ­δη πλο­κή, δρά­ση, χα­ρα­κτῆ­ρες) ἢ/καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ὅ­πως τὸ παι­χνί­δι, ἡ εἰ­ρω­νεί­α, ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α(4).

            Ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρε ὁ Zavala ὁ ὅ­ρος microficción (τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ συ­νώ­νυ­μό του ἀγ­γλι­κοῦ microfiction) μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ κεί­με­να, ἐ­νῶ ὁ ὅ­ρος minificción (προ­τεί­νει τὸν ὅ­ρο minifiction καὶ στὴν ἀγ­γλι­κὴ) σὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ὑ­πέρ­μι­κρο κεί­με­νο. Ἡ βρα­χύ­τη­τα μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μέ­σο (π.χ. γλώσ­σα) ἢ μορ­φὴ (π.χ. φι­λο­σο­φι­κὸς στο­χα­σμὸς) ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ ὅ­ρους σύν­θε­σης, νύ­ξης κι ἔλ­λει­ψης, οὖ­σα ταυ­τό­χρο­να με­τα­φο­ρι­κὴ καὶ με­τω­νυ­μι­κὴ καὶ ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐν­θυ­μη­τι­κὴ φύ­ση τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν μέ­σων ἢ μορ­φῶν, ἐ­φό­σον αὐ­τὰ δευ­κο­λύ­νουν τὴν πα­ρά­λει­ψη τῶν εὐ­κό­λως ἐν­νο­ου­μέ­νων. Στὶς πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­κραί­ας ἀ­φαί­ρε­σης ὁ βαθ­μὸς ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας τεί­νει νὰ εἶ­ναι ἀν­τι­στρό­φως ἀ­νά­λο­γος μὲ τὴν (κει­με­νι­κὴ) ἔ­κτα­ση καὶ τὴν πα­ρου­σί­α τῶν πα­ρα­πά­νω ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν τε­χνι­κῶν, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ὑ­βρι­δι­σμοῦ.


Εἰκόνα 1. ‘Aπὸ τὴν ἀνακοίνωση τοῦ Lauro Zavala


            Ὁ Με­ξι­κα­νὸς Fernando Sánchez Clelo, πα­ρου­σί­α­σε μί­α τυ­πο­λο­γί­α τῆς ὑ­βρι­δι­κῆς, εἰ­ρω­νι­κῆς, μὴ μυ­θο­πλα­στι­κῆς γρα­φῆς. Ὁ Πε­ρου­βια­νὸς Ary Malaver, ἑ­στί­α­σε στὴ με­τε­ξέ­λι­ξη τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης στὶς ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους. Ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι ὅ­σο δὲ δι­α­τα­ράσ­σε­ται ἡ σχέ­ση ση­μαί­νον­τος/ση­μαι­νο­μέ­νου καὶ τὸ μή­νυ­μα δι­α­βι­βά­ζε­ται ἔ­στω καὶ μὲ πρω­το­φα­νῆ βρα­χύ­τη­τα, παύ­ει ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­να­λυ­τι­κῆς δι­α­τύ­πω­σης μιᾶς ἰ­δέ­ας. Ὁ Karlos Linazasoro, ἀ­πὸ τὴ Βα­σκι­κὴ Guipuzkoa, δι­ά­βα­σε με­ρι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα μικροθεάτρου. Ὁ Jordi Masó Rahola, ἀ­πὸ τὴ Βαρ­κε­λώ­νη, ἐν­τό­πι­σε τὴν ἰ­δέ­α τῆς βρα­χύ­τη­τας ἀ­κό­μα καὶ στὸ ἔρ­γο τοῦ Μπε­τό­βεν. Ἡ Ana Merino, Ἱ­σπα­νί­δα ὑ­πό­τρο­φος στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Iowa, πα­ρου­σί­α­σε χι­ου­μο­ρι­στι­κὰ γρα­φι­κά, κό­μικς, γε­λοι­ο­γρα­φί­ες καὶ δείγ­μα­τα ὀ­ξύ­πνο­ου δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κοῦ λό­γου μὲ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας. Στὸν πα­ρα­κά­τω πί­να­κα συγ­κέν­τρω­σε με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ἀμ­φι­λε­γό­με­να εἴ­δη ἐλ­λει­πτι­κοῦ λό­γου ποὺ συ­ναν­τᾶ­με κα­θη­με­ρι­νά: ἀ­πὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, τοὺς ἀ­φο­ρι­σμοὺς καὶ τὰ μη­νύ­μα­τα κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας καὶ κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης ἕ­ως τὶς φω­νη­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις τοῦ ὀρ­γα­σμοῦ (fonética del orgasmo).


Εἰκόνα 2. Ἀπὸ τὴν ἀνακοίνωση τῆς Ana Merino.


            Δείγ­μα­τα γρα­φῆς τους ἀ­νέ­γνω­σαν συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Azucena Ro­drí­guez (Με­ξι­κό), Lorena Escudero (Ἀγ­γλί­α), Diego Muñoz Valenzuela (Χι­λή), Ju­lia Otxoa (Ἱ­σπα­νί­α), Maria Gu­tiér­rez (Κα­νά­ριοι Νῆ­σοι), Rafael Ángel Her­ra (Κό­στα Ρί­κα), Teresa Ro­drí­guez Roca (Βο­λι­βί­α), Esther Andra­di (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες καὶ Βε­ρο­λί­νο), Raúl Bras­ca (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες) καὶ Gem­ma Pel­licer (Ἱ­σπα­νί­α). Πα­ρου­σι­ά­στη­καν πο­λυ­σχι­δεῖς καλ­λι­τέ­χνες ποὺ δι­α­κρί­νον­ται γιὰ τὶς λα­κω­νι­κὲς μου­σι­κὲς συν­θέ­σεις τους, τὴ στι­χουρ­γί­α καὶ τὴ σκη­νι­κὴ πα­ρά­στα­ση, ὅ­πως ἡ Ajo (Μα­δρί­τη), ἡ DJ Judit Farrés (Βαρ­κε­λώ­νη) καὶ οἱ Clara Brunet καὶ Victor Soares (Βα­σι­λεί­α), οἱ ὁ­ποῖ­οι τρα­γού­δη­σαν πο­λὺ σύν­το­μες ἄ­ρι­ες.

            Ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νες ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἑ­στί­α­σαν στὸ εἶ­δος λό­γου ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται μέ­σω τοῦ Τwitter (Paulo Gatica), στὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τας (Ana Calvo Revilla), στὴν ἐ­ξοι­κεί­ω­σή μας μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ πρόσ­λη­ψη τῶν δι­α­δι­κτυα­κῶν μι­μι­δί­ων (Javier Ferrer) καὶ στοὺς συγ­χρω­τι­σμοὺς τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης-γαλ­λό­φω­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Laura Eugenia Tudoras). Ὑ­πῆρ­ξαν ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἔρ­γο ἱ­σπα­νό­φω­νων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως ἡ Marina Colosanti, ὁ Pablo García Casado, ὁ Eduardo Scala, ἡ Cristina Peri-Rossi καὶ ἡ Julia Otxoa.

            Ὁ Camilo Franco πα­ρου­σί­α­σε τὴ δι­κή του Ποι­η­τι­κὴ τῆς βρα­χύ­τη­τας. Οἱ Stella Maris Poggian καὶ Ricardo Haye (Ἀρ­γεν­τι­νή), ἀ­να­φε­ρό­με­νοι στὰ graffiti ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­καν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Μά­η τοῦ ΄68 στὸ Πα­ρί­σι, τό­νι­σαν τὸ συν­δυα­σμὸ βρα­χύ­τη­τας – εὐ­φυί­ας – κρι­τι­κῆς κοι­νω­νι­κῆς πρα­κτι­κῆς καὶ τὴ δυ­να­μι­κὴ ποὺ ἀ­πο­κτᾶ μὲ τὴν εἰ­κό­να. Ἡ Irene An­drés-Su­á­rez (Ἑλ­βε­τί­α) ἀ­νέ­δει­ξε μι­κρο­α­φη­γή­σεις αὐ­τό­νο­μων Βά­σκων, ἐ­νῶ ἡ Francisca Noguerol (Σα­λα­μάν­κα) τὴν ἐ­πι­στη­μο­λο­γί­α τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας.

            Τὸν κύ­κλο ἐρ­γα­σι­ῶν ἔ­κλει­σε ὁ Ottmar Ette ὡς ἐκ­πρό­σω­πος τῶν συν­δι­ορ­γα­νω­τῶν τοῦ συ­νε­δρί­ου καὶ ἱ­δρυ­τὴς τοῦ Τμή­μα­τος Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας(5). Ἀ­να­φέρ­θη­κε στὴν ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη πα­ρα­γω­γὴ βλα­κεί­ας στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ ψη­φια­κὴ σφαί­ρα (Intelligent Production of Stupid ThinkingiIPST) κι ἑ­στί­α­σε στὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς σχέ­σης πο­λι­τι­κῆς/να­νο­φι­λο­λο­γί­ας: ἐ­ὰν δε­χτοῦ­με ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α πάν­το­τε δι­έ­θε­τε τὴν ἀ­παι­τού­με­νη ὀν­τό­τη­τα ὥ­στε νὰ ἐκ­φέ­ρει καὶ νὰ ἐ­ξε­τά­ζει τὸν πο­λι­τι­κὸ λό­γο καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ πρα­κτι­κή, στὸν 21ο αἰ., κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­κλυ­ζό­μα­στε ἀ­πὸ ὀ­ξύ­μω­ρα συμ­πλέγ­μα­τα ὅ­πως ὑ­πέρ­με­τρη εὐ­φυί­α καὶ ὑ­πέρ­με­τρη ἀ­νο­η­σί­α, εὐ­ή­θεια, μω­ρί­α, ἢ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἀ­λή­θεια καὶ ψεῦ­δος σὲ ἕ­να ἀρ­κε­τὰ ἐ­πί­πλα­στο δη­μο­κρα­τι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὀ­φεί­λου­με νὰ ἐ­πα­νε­ξε­τά­σου­με τὶς δυ­να­τό­τη­τες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ νὰ τὴν ὠ­θή­σου­με πρὸς τὴ Να­νο­φι­λο­λο­γί­α.

            Κα­τὰ τὸ κλεί­σι­μο τοῦ συ­νε­δρί­ου ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε ἡ ἐ­πι­κεί­με­νη ἔκ­δο­ση τῶν πρα­κτι­κῶν του κα­θὼς καὶ οἱ δύ­ο ἑ­πό­με­νοι σταθ­μοί του: Λί­μα (2020) καὶ Μα­δρί­τη (2022).

.

            In vitro


Λισαβόνα, Πορτογαλία


ΣΤΙΣ 27-30 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 15ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Ἀγ­γλό­φω­νου Δι­η­γή­μα­τος στὴ Λι­σα­βό­να μὲ τί­τλο Beyond History: The Ra­di­ance of the Short Sto­ry. Συμ­με­τεῖ­χαν πε­ρὶ τοὺς 150 ἐ­ρευ­νη­τές, πα­νε­πι­στη­μια­κοὶ καὶ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἠ­πεί­ρους. Οἱ ἀ­να­κοι­νώ­σεις καὶ οἱ στρογ­γυ­λὲς τρά­πε­ζες ξε­πέ­ρα­σαν τὶς 300, μὲ με­λέ­τες πε­ρί­πτω­σης ἀ­πὸ τὴν Τα­ϊ­βάν, τὸ Ἀφ­γα­νι­στάν, τὴ Βρα­ζι­λί­α, τὴν Καμ­πό­τζη, ἕ­ως τὴ Σκαν­δι­να­βί­α καὶ τὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α(6). Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ δι­η­γή­μα­τος (short story στὴν ἀγ­γλι­κὴ) ὡς κα­θι­ε­ρω­μέ­νο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὰ καὶ δι­α­πο­λι­τι­σμι­κὰ κα­λύ­πτον­τας σχε­δὸν τὸ σύ­νο­λο τῶν ἐ­ρευ­νη­τι­κῶν πε­δί­ων κι ἐ­ρω­τη­μά­των, σὲ δι­α­χρο­νι­κὸ καὶ συγ­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να. Πα­ρου­σι­ά­στη­καν ἀ­πὸ κει­με­νο­κεν­τρι­κές, ἱ­στο­ρι­κὲς καὶ φι­λο­σο­φι­κὲς κρι­τι­κές, ἕ­ως καὶ συ­ζη­τή­σεις γιὰ τὴν καλ­λι­έρ­γεια πε­ρι­βαλ­λον­τι­κῆς συ­νεί­δη­σης τῶν πο­λι­τῶν τοῦ κό­σμου, τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ εὐ­νο­ή­σει τὸ δι­ή­γη­μα χά­ρη στὴ συν­το­μί­α καὶ τὴ δη­μο­τι­κό­τη­τά του.

            Τὸ storytelling πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ πλῆ­θος ὁ­μι­λη­τῶν ὡς μιὰ ἀ­στεί­ρευ­τη πη­γὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Rebecca Hill (UCLA), ἐ­ξέ­τα­σε τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­τι­κὴ ἔν­δει­ξη τῆς ἀλ­λα­γῆς τοῦ ρό­λου τῆς ἀ­φή­γη­σης σή­με­ρα (ἀ­πὸ τὴν ἀ­φή­γη­ση, στὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα ὡς κα­τά­στα­ση) καὶ τὴ μο­να­δι­κὴ ἀν­θρώ­πι­νη ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­σώ­σει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μέ­σα στὸ συ­νε­χῶς με­τα­βαλ­λό­με­νο κό­σμο μας μὲ τὴ ρομ­πο­τι­κὴ καὶ τὴ μο­να­δι­κό­τη­τα (Singularity) τῆς τε­χνη­τῆς νο­η­μο­σύ­νης νὰ τεί­νουν νὰ ξε­πε­ρά­σουν τὴν ἀν­θρώ­πι­νη.

            Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(7) πα­ρου­σι­ά­στη­κε πλή­ρως ἐν­σω­μα­τω­μέ­νη στὸ δι­ε­θνῆ δι­ά­λο­γο ὡς νέο εἶδος, πι­στὸ στὴν ἀ­φή­γη­ση, τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμούς, τὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὶς ἀ­να­προ­σαρ­μο­γές της ἀ­νὰ ἐ­πο­χὴ καὶ μὲ ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἐ­ξε­τά­στη­καν οἱ ἔν­νοι­ες τῆς βρα­χύ­τη­τας, τῆς συ­νο­χῆς καὶ τῆς κί­νη­σης τὶς ὁ­ποῖ­ες θέ­τει ὑ­πὸ νέ­α ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α τὸ δι­ε­θνὲς αὐ­τὸ φαι­νό­με­νο, κα­θὼς καὶ κεί­με­να, πρό­δρο­μοι, καὶ σύγ­χρο­νοι ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς. Μό­λις ἐν­δει­κτι­κὰ ἀ­να­φέ­ρου­με τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς I­talo Cal­vino, Na­dine Gor­di­mer, Teolinda Gersão, Lydia Da­vis, Ro­bert Olen Butler, Han Kang, Neil Gai­man, Stuart Dy­bek καὶ τὶς δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὲς ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις δειγ­μά­των γρα­φῆς ὅ­πως τὸ Κο­ρί­τσι (Girl), τῆς Jamaica Kincaid, ἢ τὸ Insect Wisdom τῆς Shady Cosgrove.

            Οἱ συγ­γρα­φεῖς Nuala O’ Conor (Ἰρ­λαν­δί­α), Sandra Jensen (Μ. Βρε­τα­νί­α) καὶ Tracey Slaughter (Ν. Ζη­λαν­δί­α) ἐ­πι­χεί­ρη­σαν τὴ με­θο­δο­λο­γι­κὴ κι ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τοῦ εἴ­δους σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς θε­μα­τι­κοὺς κύ­κλους μὲ τί­τλο Flash fiction in Method and Meaning.

            Ἡ O’ Conor ἀμ­φέ­βαλ­λε κα­τὰ πό­σο εἴ­μα­στε ἐκ­παι­δευ­μέ­νοι νὰ γρά­φου­με καὶ νὰ δι­α­βά­ζου­με αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, πα­ρὰ τὴν ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη πα­ρα­γω­γή, ἢ ἴ­σως ἀ­κρι­βῶς ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τῆς. Ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι ἀ­παι­τεῖ­ται ὀ­ξύ­νοι­α, ἀ­πό­λυ­τη συγ­κέν­τρω­ση καὶ εὐ­ρυ­μά­θεια, εἰ­δι­κὰ στὶς πε­ρι­πτώ­σεις ὑ­ψη­λοῦ βαθ­μοῦ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας καὶ συμ­πύ­κνω­σης νο­ή­μα­τος. Ἡ πρό­τα­σή της νὰ ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με τὸ πῶς καὶ τὸ ποῦ θὰ ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ δι­α­βά­ζου­με αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος προ­κει­μέ­νου νὰ ἀν­τλή­σου­με τὸ μέ­γι­στό της ἀ­να­γνω­στι­κῆς τέρ­ψης, προ­έ­κυ­ψε ὡς ἀν­τε­πι­χεί­ρη­μα στὴν ἐ­σφαλ­μέ­νη ἄ­πο­ψη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἐ­πι­πό­λαι­α λε­κτι­κὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα στὸ σύ­νο­λό τους.

            Ἡ Jensen ὑ­πεν­θύ­μι­σε τὸ με­θο­δο­λο­γι­κὸ καὶ τυ­πο­λο­γι­κὸ κε­νὸ ποὺ ὀ­φεί­λου­με νὰ κα­λύ­ψου­με ὡς πρὸς τὸν ὁ­ρι­σμὸ καὶ τὸν εἰ­δο­λο­γι­κὸ κα­θο­ρι­σμὸ τοῦ εἴ­δους, ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νουν δυσ­δι­ά­κρι­τες οἱ δι­α­φο­ρές του ἀ­πὸ ἄλ­λα εἴ­δη λό­γου, ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ καὶ μή, ὅ­πως τὸ μι­κρο-ψευ­δο-δο­κί­μιο ποὺ εὐ­δο­κι­μεῖ στὶς πλατ­φόρ­μες κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ἀ­νέ­λυ­σε τοὺς τρό­πους μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ἡ ἐ­πί­κλη­ση τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος στὶς ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, το­νί­ζον­τας ὅ­τι ὁ κα­ται­γι­σμὸς τῶν εἰ­κό­νων ποὺ κα­λύ­πτουν τὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ κε­νά της ἱ­στο­ρί­ας (τὶς λε­κτι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις) σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἔκ­πλη­ξη ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης σὲ μί­α τό­σο βρα­χεί­α κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση, εἶ­ναι κρί­σι­μες πα­ρά­με­τροι γιὰ τὴ δη­μο­τι­κό­τη­τα τοῦ εἴ­δους. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­στρα­πια­ία αἴ­σθη­ση ὁ­λο­κλή­ρω­σης καὶ ἀ­πο­κά­λυ­ψης κερ­δί­ζει πρω­τί­στως τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις καὶ στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να τὰ ἐ­πα­κό­λου­θα συ­ναι­σθή­μα­τα εἶ­ναι ἐ­ξί­σου ἔν­το­να.

            Ἡ Slaughter τό­νι­σε τὸν ἔν­το­νο ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ρυθ­μὸ πολ­λῶν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πέ­δω­σε στὴν ἐμ­πει­ρί­α μας χι­λι­ε­τι­ῶν στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ ἀ­νά­γνω­ση ποί­η­σης. Ἑ­στί­α­σε ἐ­πί­σης στὴν ἐμ­πει­ρί­α μας ἀ­πὸ τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμοὺς τοῦ (δυ­τι­κοῦ) μον­τερ­νι­σμοῦ καὶ τὴ μὴ-γραμ­μι­κὴ ἀ­φή­γη­ση ποὺ ἐν­το­πί­ζου­με στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, θε­ω­ρών­τας τη ὡς τὸ μο­να­δι­κὸ εἶ­δος ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει τό­σο ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ συ­νέρ­γειας συγ­γρα­φέ­α/ἀ­να­γνώ­στη, ὄ­χι μό­νο ὡς συμ­παῖ­κτες σὲ ἕ­να δι­α­νο­η­τι­κὸ παι­χνί­δι, ἀλ­λὰ καὶ ὡς συν­δη­μι­ουρ­γοὶ στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης μέ­σα σὲ ἕ­να μι­κρὸ κεί­με­νο-κό­σμο .

            Σὲ ἄλ­λες ἀ­να­κοι­νώ­σεις, ἀ­να­φέρ­θη­κε πό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι σή­με­ρα οἱ συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι ἀ­ριθ­μη­τι­κὰ πε­ρισ­σό­τε­ροι, κα­ταρ­τι­σμέ­νοι καὶ δι­ά­σπαρ­τοι δι­ε­θνῶς. Το­νί­στη­κε ὅ­τι ἀ­παν­τῶν­ται σὲ εὐ­ρύ­τε­ρη κλί­μα­κα ἐκ­φρα­στι­κὴ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σα σὲ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη λό­γου καὶ μέ­σα, ὑ­ψη­λὴ ἐ­πί­δο­ση ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, βελ­τί­ω­ση στὴν ἀ­πό­δο­ση τῆς χρο­νι­κό­τη­τας, μέ­σῳ τῆς ἔλ­λει­ψης(8) κι ἑ­στί­α­ση στὸ χρό­νο τοῦ κει­μέ­νου(9), στοι­χεῖ­α ποὺ ἐν­τεί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ταυ­τό­χρο­νου (ἐγκυμονούσα στιγμή).

            Οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες συγ­γρα­φεῖς Leah McCor­mack, Sha­dy Cos­gro­ve καὶ Ro­bin McLean ἀ­νέ­φε­ραν ὅ­τι πρὸς τὸ πα­ρὸν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πραγ­μα­το­ποι­εῖ τὸ μό­νο ἄ­με­σο τα­ξί­δι στὸ χῶ­ρο καὶ τὸ χρό­νο, καὶ μά­λι­στα τό­σο γρή­γο­ρο καὶ ἀ­πο­λαυ­στι­κό.

            Ἡ Jayne Anne Phillips ἑ­στί­α­σε στὸ συν­δυα­σμὸ ρευ­στό­τη­τας, δύ­να­μης καὶ συμ­πύ­κνω­σης στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ ἕ­να ἀ­πὸ 7 εργαστήρια πε­ζο­γρα­φί­ας καὶ ποί­η­σης ποὺ δι­ε­ξή­χθη­σαν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ συ­νε­δρί­ου.

.


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


ἡ ὀ­πτι­κό­τη­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας


Ο ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΣ ποὺ μά­στι­ζε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ πλη­θυ­σμοῦ τὸν 20ὸ αἰ. ἔ­χει καταπολεμηθεῖ πε­ρί­που στὸ 90%. Στὸ ἴ­διο πο­σο­στὸ κυ­μαί­νε­ται καὶ ἡ πα­ρα­γω­γὴ γρα­πτοῦ λό­γου (discourse), ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡς γλωσ­σι­κὴ κι ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὴ πρα­κτι­κὴ κα­τα­κλύ­ζει τὶς ὀ­θό­νες τῶν κι­νη­τῶν καὶ τῶν ὑ­πο­λο­γι­στῶν μας. Ἡ λει­τουρ­γί­α τῆς γρα­φῆς ἀ­παι­τεῖ ἐ­παυ­ξη­μέ­νη προ­σο­χὴ καὶ ἡ ἀν­τι­λη­πτι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα τῆς ἀ­νά­γνω­σης ἔ­χει αὐ­ξη­θεῖ, ἐ­νῶ καὶ οἱ δύ­ο ἐ­πι­τε­λοῦν­ται πλέ­ον τα­χύ­τε­ρα. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι γρά­φουν καὶ δι­α­βά­ζουν ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α καὶ χά­ρη στὴν τε­χνο­λο­γι­κὴ ἐ­ξέ­λι­ξη, ἔ­χουν καλ­λι­ερ­γη­θεῖ σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ ἀν­θρώ­πι­νη εὐ­στρο­φί­α κι εὐ­φυ­ΐ­α. Ἀν­τί­θε­τα, ἴ­σως, μὲ τὰ χρυ­σό­ψα­ρα, εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λο νὰ προ­κλη­θεῖ ἡ προ­σο­χὴ τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που ὥ­στε νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ. Ὄ­χι ὅ­μως ἀ­δύ­να­το.

            Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες δὲν ξε­περ­νοῦν τὶς 750 λέ­ξεις, ἑ­πο­μέ­νως ἡ κλί­μα­κά τους ἐ­πι­τρέ­πει νὰ χω­ροῦν στὸ μά­τι ἢ τὴν ὀ­θό­νη. Ἡ πρώ­τη ἐν­τύ­πω­ση ποὺ προ­κα­λοῦν ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ τὴν ὀ­πτι­κή, ἀ­κα­ρια­ία ἐ­πα­φή. Σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο δι­α­κυ­βεύ­ε­ται τὸ ἂν θὰ προ­κλη­θεῖ τὸ studium, τὸ γε­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ ἀ­να­γνώ­στη νὰ δι­α­βά­σει κά­τι σύν­το­μο κι ἐ­ναλ­λα­κτι­κὸ τοῦ ὄγ­κου πλη­ρο­φο­ρί­ας ποὺ τὸν κα­τα­δι­ώ­κει. Στὴν ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νη ὀ­λι­γό­λε­πτη ἐ­πα­φή, κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­νά­γνω­σης, αὐ­τὸ ποὺ δι­α­κυ­βεύ­ε­ται εἶ­ναι νὰ προ­κλη­θεῖ τὸ punctum (ἡ λε­πτο­μέ­ρεια ποὺ ξε­χω­ρί­ζει, «αὐ­τὸ ποὺ μὲ κεν­τᾶ»), ὅ­πως τὸ ὁ­ρί­ζει ὁ Roland Barthes στὸ Φω­τει­νὸ Θά­λα­μο. Σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο ἀ­να­λαμ­βά­νει ἡ τέ­χνη τοῦ λό­γου νὰ τέρ­ψει τὸν ἀ­να­γνώ­στη σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ὥ­στε ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση εὐ­χα­ρί­στη­σης νὰ συ­νε­χι­στεῖ. Γε­γο­νὸς ποὺ ἐ­πα­λη­θεύ­ε­ται στα­τι­στι­κά, ὄ­χι μό­νο στὴν ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τη ψη­φια­κὴ πα­ρα­γω­γή, ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἔν­τυ­πη: ἤ­δη τὸ 2012 τὰ με­ρί­δια τῶν ἐκ­δό­σε­ων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἦ­ταν τὸ 25,53% δι­ε­θνῶς, 59,57% γιὰ τὴν Ἱ­σπα­νί­α καὶ τὴ Λ. Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ 17,02% μό­νο γιὰ τὴν Ἱ­σπα­νί­α.

            Ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ πλέ­ον μὲ τὴν ἐ­πα­φή μας μὲ τὴν ὀ­θό­νη, κι ἐ­πὶ μα­κρὸν μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α, ἡ μι­κρὴ κλί­μα­κα στὴν ὁ­ποί­α κι­νεῖ­ται ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ἡ συ­χνὰ ἀ­κραί­α ὀ­πτι­κό­τη­τά της συμ­βάλ­λουν στὴ συγ­κέν­τρω­ση ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση καὶ κα­τα­νό­η­σή της. Πλῆ­θος με­λε­τη­τῶν, ὅ­πως ἡ Ἱ­σπα­νί­δα I­re­ne Andrés Su­á­rez, καὶ συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Gra­ce Pa­ley, ἔ­χουν ἤ­δη ἀ­παν­τή­σει στὸ πό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ τε­λευ­ταί­α προ­τεί­νει «νὰ δι­α­βά­ζε­ται ὡς ποί­η­μα, δη­λα­δὴ ἀργά». Ἡ ἀ­φαί­ρε­σή της γο­η­τεύ­ει καὶ ἡ ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τά της δι­ε­γεί­ρει ἐγ­κε­φα­λι­κὲς συ­νά­ψεις ποὺ στα­μα­τοῦν τὸ χρό­νο καὶ μᾶς ὠ­θοῦν σὲ παύ­ση κι ἐν­δο­σκό­πη­ση. Θε­ω­ρη­τι­κά, ἑ­πο­μέ­νως, ἡ εὔ­στο­χη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ καὶ ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὴν ἐ­πο­χὴ τῶν ἀ­κραί­ων ἀν­τι­φά­σε­ων, τῆς τα­χύ­τη­τας καὶ τῆς ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτης ἀ­νο­η­σί­ας.

.

ἡ κοι­νω­νι­κό­τη­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας


ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ὁ­ρο­λο­γί­ας, με­θο­δο­λο­γί­ας, τυ­πο­λο­γί­ας καὶ πο­λι­τι­σμι­κοῦ σχε­τι­κι­σμοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι πα­ρα­μέ­νουν ἐκ­κρε­μῆ. Ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται, ὅ­μως, σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ ἄ­πο­ψή μου ὅ­τι ἡ μικρομυθοπλασία εἶ­ναι δί­κτυ­ο καὶ μέ­σο δι­κτύ­ω­σης. Σχε­δὸν πο­τὲ δὲν ἀ­παν­τᾶ­ται μό­νο του ἕ­να δεῖγ­μα τοῦ εἴ­δους (συλ­λο­γές, ἀν­θο­λο­γί­ες, ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα, κ.λπ.) καὶ προ­φα­νῶς ἡ ὑ­πό­στα­σή της δι­α­μορ­φώ­νε­ται δι­α­κεί­με­νη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας ἐν γέ­νει, ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τὴν ψυ­χὴ καὶ τὴν ἰ­δι­ο­φυί­α της, ἐ­φό­σον συ­νερ­γεῖ μὲ πλῆ­θος συγ­γε­νι­κῶν της εἰ­δῶν, δου­λεύ­ον­τας στὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φή­γη­σης, ὅ­πως ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὸ γε­νε­α­λο­γι­κὸ πεδίο (gen­re­felt) τῶν Δα­νῶν Brix­vold καὶ Jør­gen­sen καὶ τὰ πε­δί­α τῶν La­u­ro Za­va­la καὶ A­na Me­ri­no ποὺ εἴ­δα­με ἐ­δῶ. Αὐ­τὰ τὰ πε­δί­α δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἁ­πλῶς ἀ­πὸ ἐ­πὶ μέ­ρους στοι­χεῖ­α, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὶς ἄ­πει­ρες ἀμ­φί­δρο­μες σχέ­σεις ποὺ συ­νά­πτουν με­τα­ξύ τους, λει­τουρ­γών­τας ὡς δί­κτυ­α. Ἔ­τσι ἑρ­μη­νεύ­ε­ται με­ρι­κῶς ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ τὴν προ­σεγ­γί­σου­με ὡς πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νο εἶ­δος μὲ τὴ συμ­βα­τι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου σύμ­φω­να μὲ πλῆ­θος ἐ­ρευ­νη­τῶν, ὅ­πως ὁ Με­ξι­κα­νὸς Yo­­ba­­ny de Jo­­sé Gar­­cía Me­di­na. Αὐ­τὸ τὸ δί­κτυ­ο, μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο φαί­νε­ται νὰ ἀ­να­πτύσ­σε­ται καὶ νὰ δρᾶ, λει­τουρ­γεῖ ὡς μαγ­μα­τι­κὸς θά­λα­μος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἢ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἐρ­γα­στή­ριο. Ἐν­τός του συμ­βι­ώ­νουν ἁρ­μο­νι­κὰ μι­κρὰ ἢ/καὶ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­φη­γή­μα­τα, ὅ­πως οἱ μι­κρο­α­φη­γή­σεις (micronarratives) ποὺ ἔ­χει με­λε­τή­σει δι­ε­ξο­δι­κὰ ἡ κα­θη­γή­τρια Ἀλεξάνδρα Γεωργακοπούλου καὶ γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­βάλ­λε­ται δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὴ προ­σέγ­γι­ση. Ἴ­σως αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να νέ­ο εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, σύν­το­νο μὲ τὶς ἀλ­λα­γὲς ποὺ ση­μει­ώ­νον­ται στὴ λο­γι­κὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης καὶ νὰ τεκ­μη­ρι­ώ­νει ὣς ἕ­να βαθ­μὸ τὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ ὅ­τι με­τὰ τὴν ποί­η­ση, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐν­δέ­χε­ται νὰ εἶ­ναι τὸ 4ο εἶ­δος ποὺ θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν πο­λύ­πλο­κο 21ο αἰ. (L. Zavala, A. I. Suarez, κ.α.)

.

.

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

.


 

 

 

Οἱ Τρεῖς ὄπερες τσέπης τοῦ συν­θέ­τη Χά­ρη Βρόν­του (διά­ρκεια 14:19).


Ἡ με­λέ­τη (στὰ ἀγ­γλι­κὰ) ἀ­πὸ τὴ σο­λί­στ καὶ συν­θέ­τρια Σμα­ρῶ Γρη­γο­ριά­δου γιὰ τὰ Πρελούδια τοῦ Bach, τοὺς Λακωνικοὺς Ἀγγελιοφόρους.


Ἡ σύν­θε­ση 16 μου­σι­κῶν μι­νι­α­τού­ρων μὲ τί­τλο Short Liszt τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­πα­δά­κη (διά­ρκεια 54:00).


Ἡ σύν­θε­ση Spiegel im spiegel τοῦ Ἐ­σθο­νοῦ Arvo Pärt (διά­ρκεια 4:05).


Δύ­ο ἐκ­πρό­σω­ποι τῆς σύγ­χρο­νης μι­νι­μα­λι­στι­κῆς ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς μου­σι­κῆς: ὁ Γερ­μα­νὸς Nils Frahm (διά­ρκεια 8:19) καὶ ὁ Ἰσ­λαν­δὸς Ólafur Arnalds.

.

 

 

 

Ὁ συλ­λο­γι­κὸς τό­μος δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη, Μου­σι­κὴ καὶ ἄλ­λα πε­ζά (1973 -1995), Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2014 .


Τὰ 50 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ «100 λέ­ξεις σὲ 24 ὧ­ρες» Μήνυμα σὲ μπουκάλι.


Τὸ πο­λυ­φω­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη Ὡ­ρο­λο­για­κοὶ μη­χα­νι­σμοί (ἐ­πι­μέ­λεια Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξά­κης, Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, 2018) μὲ εἰ­κο­νι­κὰ ὑ­πο­κεί­με­να ἀ­πὸ 40 συν­τε­λε­στές του.


Ἡ δί­γλωσ­ση ἀν­θο­λο­γί­α ἱ­σπα­νό­φω­νου μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Mini71Cuentos, (Ἐ­πι­λο­γὴ –Εἰ­σα­γω­γὴ –Ἐ­πι­μέ­λεια Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2012).


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο Ripening, (eds. Santino Prinzi and Alison Powell, Na­tio­nal Flash Fi­ction Day, Southampton, 2018) ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τὰ τὸν ἑ­ορ­τα­σμὸ τῆς National Flash Fiction Day στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α στὶς 16 Ἰ­ου­νί­ου 2018. Στὴ φε­τι­νὴ συλ­λο­γὴ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο «Weekend in Waianae», τῆς Ἰ­ω­άν­νας Μαύ­ρου (Κύ­προς), ἡ ὁ­ποί­α μα­ζὶ μὲ τὸν φω­το­γρά­φο Θο­δω­ρὴ Τζα­λα­βρὰ ἵ­δρυ­σαν τὸ 2010 τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Book Ex Ma­chi­na, ὅ­που ἐκ­δί­δουν καὶ τὴ σει­ρὰ Matchbook Stories, βι­βλί­α στὸ μέ­γε­θος σπιρ­τό­κου­του.


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α κι­νε­ζι­κῶν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν (στὰ ἀγ­γλι­κά), The Pearl Ja­cket and Other Sto­ries: Flash Fiction from Con­tem­po­ra­ry Chi­na, Edited and Translated by Shouhua Qi, Stone Bridge Press, Berkeley, 2008.


Ἡ πραγ­μα­τεί­α τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ ἠ­θι­κοῦ φι­λο­σό­φου Harry G. Frankfurt, On Bullshit, Princeton University Press, 2005 (στὰ ἀγ­γλι­κά).

.


 

 

 

 

Τὸ Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Storytellling, μὲ τί­τλο Story 2018 στὶς 20-21 Σε­πτεμ­βρί­ου 2018, στὸ Nashville, Η.Π.Α.

.


 

 

Flash Fiction 400 – Δι­ε­θνὴς δι­α­γω­νι­σμὸς ἀ­πὸ τὸ TSS, τὸν ἱ­στό­το­πο τοῦ Cambridge Short Story Prize.

Γλώσ­σα: Ἀγ­γλι­κή.

Προ­θε­σμί­α ὑ­πο­βο­λῆς: 15.9.2018.

Συμ­με­το­χή: £5

Ὅ­ριο λέ­ξε­ων: 400


Flash Fiction Award – Δι­ε­θνὴς δι­α­γω­νι­σμὸς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πὸ τὸ Bath Flash Fiction Award.

Γλώσ­σα: Ἀγ­γλι­κή.

Προ­θε­σμί­α ὑ­πο­βο­λῆς: 14.10.2018

Συμ­με­το­χή: £9 (- 18£)

Ὅ­ριο λέ­ξε­ων: 300

Σε­πτέμ­βριος, 2018

(*) Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν Dr. Lauro Zavala γιὰ τὴν πο­λύ­τι­μη συμ­βο­λή του καὶ τὸ ὑ­λι­κὸ ποὺ μᾶς ἔ­στει­λε ἀ­πὸ τὸ 10ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ St. Gallen.


Ση­μει­ώ­σεις
            (1) Δι­α­τη­ρῶ παν­τοῦ το γε­νι­κὸ ὅ­ρο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς συ­νώ­νυ­μο τῶν ὅ­ρων microfiction, flash fiction, minificción λό­γῳ τῆς ἐκ­κρε­μό­τη­τας ποὺ συ­νε­χί­ζει νὰ ὑ­φί­στα­ται δι­ε­θνῶς ὡς πρὸς ἕ­ναν κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὅ­ρο καὶ ὁ­ρι­σμὸ γιὰ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να.
            (2) Οἱ ὅ­ροι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν μὲ αὔ­ξου­σα σει­ρὰ ἦ­ταν οἱ ἑ­ξῆς: microrrelato, microcuento, microfiction, minificción, narrativa hiperbreve, microconto, microficçao (μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­τί­στοι­χα στὰ πορ­το­γα­λι­κά), short fiction, micronarrativas. Πα­ρό­μοι­α πο­λυ­φω­νί­α δι­α­τη­ρή­θη­κε καὶ στὸ συ­νέ­δριο στὴν Ἐλ­βε­τί­α.
            (3) Ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα ἐδῶ καὶ στὴ με­λέ­τη τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Miriam N. Di Gerónimo, κα­θη­γή­τριας στὸ Universidad Nacional de Cuyo.
            (4) Με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α: Ὅ­ρος ποὺ εἰ­σή­γα­γε ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς W. Gass τὸ 1970. Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὶς και­νο­το­μί­ες στὸ ἀγ­γλο-α­με­ρι­κα­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Κύ­ριος πρό­γο­νος θε­ω­ρεῖ­ται ὁ Tristram Shandy καὶ σύγ­χρο­νοι ἐκ­πρό­σω­ποι οἱ Donald Barthelme, Christine Brooke-Rose, Antonia Byatt, John Fowels, Doris Lessing, Thomas Pynchon, κ.ἄ., ἂν καὶ ὁ ὅ­ρος δι­ευ­ρύν­θη­κε γιὰ νὰ πε­ρι­λά­βει καὶ ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως οἱ Italo Calvino, Jorge L. Borges καὶ Julio Cortázar. Ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­να­πτύ­χθη­κε ὅ­πως τὸ γαλ­λι­κὸ nouveu roman (νέ­ο μυ­θι­στό­ρη­μα) καὶ δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ ἀν­τί­στοι­χη πα­ρά­δο­ση στὴν ἀ­φή­γη­ση στὸ ἀγ­γλο-α­με­ρι­κα­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ ρι­ζο­σπα­στι­κοὺς τρό­πους ἔκ­θε­σης τῆς ψευ­δαί­σθη­σης, τῆς ἀ­λη­θο­φά­νειας καὶ τῆς κει­με­νι­κο­ποί­η­σης τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ὡς μί­α ἀ­πὸ τὶς ὑ­περ­βά­σεις τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, τὶς ἐκ­φάν­σεις τοῦ με­τα­μον­τερ­νι­σμοῦ καὶ τῆς αὐ­το­συ­νεί­δη­σης τοῦ δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὴν αὐ­στη­ρὴ δι­ά­κρι­ση μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ἱ­στο­ρί­ας κι ἐ­πι­τί­θε­ται στὴ γλώσ­σα καὶ τὶς συμ­βά­σεις τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ. Ἡ με­τα­μον­τερ­νι­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση δὲν ἐ­πι­δι­ώ­κει τὴ μορ­φι­κὴ ἐ­πι­τή­δευ­ση, ἀλ­λὰ τὴ σύν­θε­ση μι­κρῶν ἑ­νο­τή­των μὲ τὸ μέ­γε­θος μιᾶς ἢ δύ­ο πα­ρα­γρά­φων ἀ­πο­δο­μών­τας τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς καὶ χρο­νι­κῆς συ­νέ­χειας. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α κα­τα­φεύ­γει σὲ μορ­φι­κὲς ἐ­πι­νο­ή­σεις, εὐ­φυ­εῖς τε­χνι­κές, ἀ­κό­μα καὶ τυ­πο­γρα­φι­κὰ τε­χνά­σμα­τα, γιὰ νὰ ἐ­πι­τεί­νει τὴ γο­η­τεί­α τοῦ κει­μέ­νου. Δι­α­τα­ράσ­σει τὴν αἰ­τια­κὴ χρο­νι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α τῶν γε­γο­νό­των, ὑ­πο­νο­μεύ­ει τὸ χρό­νο τῆς ἀ­φή­γη­σης κι ἐν­τεί­νει τὴν αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα μὲ τὴν ἄ­με­ση ἔκ­θε­ση τῆς συγ­γρα­φι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας, τὴ χρή­ση τῆς πα­ρω­δί­ας, τῆς πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ας καὶ τοῦ δι­α­νο­η­τι­κοῦ παι­χνι­διοῦ τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­πὸ πα­θη­τι­κὸς δέ­κτης γί­νε­ται συ­νερ­γὸς στὸ παι­χνί­δι τῆς ἀ­φή­γη­σης καὶ ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­έ­να­η δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­πο­δό­μη­σης κι ἐ­πα­να­σύν­δε­σης, ἀ­φε­νὸς συν­τε­λεῖ στὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση πὼς τό­σο ὁ ρό­λος καὶ ἡ λο­γι­κή τῆς ἀ­φή­γη­σης, ὅ­σο καὶ ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ τέρ­ψη με­τα­βάλ­λον­ται δια­ρκῶς καὶ κα­θο­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια τὰ κεί­με­να καὶ ἀ­φε­τέ­ρου στὴν συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ πὼς ἡ μυ­θο­πλα­στι­κὴ σύν­θε­ση καὶ ἡ πρόσ­λη­ψή της εἶ­ναι πο­λι­τι­σμι­κὰ κα­θο­ρι­σμέ­νες ἐ­νέρ­γει­ες. (Τζι­ό­βας Δη­μή­τρης, Ὁ με­τα­μον­τερ­νι­σμὸς καὶ ἡ ὑ­πέρ­βα­ση τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας, στὸ Με­τὰ τὴν αἰ­σθη­τι­κή, Ὀ­δυσ­σέ­ας, Ἀ­θή­να, 2003, σ.σ. 285-300.) Ἂν καὶ ἐν­το­πί­ζε­ται σὲ πολ­λὰ δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ κα­θο­ρι­στι­κὸ εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της.
            (5) Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ Να­νο­φι­λο­λο­γί­α ἐδῶ κι ἐδῶ, ὅ­που συγ­κε­κρι­με­νο­ποι­εῖ­ται ἡ προ­γραμ­μα­τι­κὴ πρό­τα­ση τοῦ ἱ­δρυ­τῆ της, Ottmar Ette, νὰ συμ­πρά­ξουν ἡ ἐ­πι­στή­μη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὶς θε­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, προ­κει­μέ­νου ἡ ἐ­πι­στή­μη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας νὰ ἀ­να­λά­βει τὸ ρό­λο μιᾶς ἐ­πι­στή­μης τῆς ζω­ῆς (la ciencia de la literatura como ciencia de la vida).
            (6) Ἡ Χα­ρί­κλεια Ζήν­γκου, κα­θη­γή­τρια στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο, ἦ­ταν ἡ μό­νη Ἑλ­λη­νί­δα ποὺ συμ­με­τεῖ­χε. Πα­ρου­σί­α­σε τὶς θε­ω­ρη­τι­κὲς ἐν­στά­σεις της ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ τοῦ Peter Lecouras στὸ ἄρ­θρο του “Hemingway in Constantinople” ὅ­τι ὁ Hemingway δι­α­τή­ρη­σε σω­βι­νι­στι­κὴ καὶ με­ρο­λη­πτι­κὴ στά­ση ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς Ἕλ­λη­νες στὸ δι­ή­γη­μά του «Στὴν προ­κυ­μαί­α τῆς Σμύρ­νης» (1η ἔκ­δο­ση τὸ 1925 μὲ τί­τλο «On the Quai at Smyrna»), ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τὸ γε­νι­κὸ τί­τλο Στὴν ἐ­πο­χή μας (In Our Times, 1930). Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα βα­σί­ζε­ται στὴ βι­ω­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Hemingway ὡς πο­λε­μι­κοῦ ἀν­τα­πο­κρι­τῆ τῆς κα­να­δι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Toronto Star κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κοῦ πο­λέ­μου (1919 -1922) καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ὁ­μό­τι­τλη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του: Στὴν προ­κυ­μαί­α τῆς Σμύρ­νης (μτφ. Σύρ­μου-Βε­κρῆ Βά­νια, Ἐκ­δό­σεις Μπι­λιέ­το, Ἀ­θή­να, 2016).
            (7) Οἱ ὄ­ροι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν ἦ­ταν μὲ αὔ­ξου­σα σει­ρὰ οἱ ἑ­ξῆς: flash fiction, microfiction, short-short story, τοὺς ὁ­ποί­ους θε­ω­ρῶ ὡς συ­νώ­νυ­μούς της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.
            (8) Ὁ G. Genette γιὰ τὴ με­λέ­τη τοῦ χρό­νου στὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ λό­γο δι­α­κρί­νει τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες ὀρ­γά­νω­σής του: τὴν τά­ξη ἢ σει­ρά, τὴ διά­ρκεια καὶ τὴ συ­χνό­τη­τα. Διά­ρκεια εἶ­ναι ἡ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στὴ χρο­νι­κὴ διά­ρκεια τῶν γε­γο­νό­των στὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ στὴν ἔ­κτα­ση ποὺ κα­τα­λαμ­βά­νει ἡ ἀ­φή­γη­σή τους μέ­σα στὸ κεί­με­νο. Ἡ ἔ­κτα­ση κά­θε γε­γο­νό­τος μέ­σα στὸ κεί­με­νο κα­θο­ρί­ζει τὸν ρυθ­μὸ ἢ τὴν τα­χύ­τη­τα τῆς ἀ­φή­γη­σης. Ἔλ­λει­ψη: μί­α ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις κα­τη­γο­ρί­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ρυθ­μοῦ ἢ τα­χύ­τη­τας (σκη­νή, ἔλ­λει­ψη, πε­ρί­λη­ψη ἢ σύ­νο­ψη καὶ παύ­ση). Λει­τουρ­γεῖ στὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν σχέ­σε­ων με­τα­ξὺ ἱ­στο­ρί­ας καὶ ἀ­φη­γή­μα­τος. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐ­πι­τα­χύ­νει τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ἀ­φή­γη­σης, μὲ τὸ νὰ πραγ­μα­το­ποι­εῖ χρο­νι­κὰ ἅλ­μα­τα, ἀ­πο­σι­ω­πών­τας ἐ­πι­λε­κτι­κὰ τμή­μα­τα τῆς ἱ­στο­ρί­ας καὶ δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση τῆς ὁ­λο­κλή­ρω­σης τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης σὲ ἕ­να ἀ­στρα­πια­ῖο ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο.
            (9) Ἡ ἑ­στί­α­ση στὸ χρό­νο τοῦ κει­μέ­νου θε­ω­ρεῖ­ται εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­ση­μά­νει ἤ­δη ὁ William Nelles.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.


Προηγήθηκαν:
Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)
καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).
Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα.
καὶ
Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα

[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#2]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ:

­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν ­μη­ρο

καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α

ἕ­ως σή­με­ρα

 

Δι­ε­θνὴς ἐ­πι­σκό­πη­ση – Μὲ τὸ πε­ρι­σκό­πιο


ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΟΦΩΝΗ βι­βλι­ο­γρα­φί­α ἡ πιὸ ἐμ­πε­ρι­στα­τω­μέ­νη με­λέ­τη ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν ἐ­κλε­κτι­κὴ συγ­γέ­νεια τοῦ μύ­θου μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τοῦ Βρε­τα­νοῦ Lee Rourke, μὲ τί­τλο A brief history of fables: From Aesop to flash fiction(1), (Μί­α σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α τῶν μύ­θων: Ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α). Στὸ πρῶ­το μέ­ρος τῆς με­λέ­της πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ δι­α­χρο­νι­κό­τη­τα τοῦ ἔρ­γου τοῦ Αἰ­σώ­που. Στὸ δεύ­τε­ρο ἀ­νι­χνεύ­ε­ται ἡ πο­λι­τι­κή, φι­λο­σο­φι­κή, πνευ­μα­τι­κὴ καὶ σα­τυ­ρι­κὴ δι­ά­στα­ση ποὺ ἀ­πο­κτᾶ τὸ ἔρ­γο τῶν Marie de France, Rumi, William Caxton καὶ Jean de la Fontaine ὅ­ταν εἰ­δω­θεῖ σὲ δι­α­λε­κτι­κὴ σχέ­ση μὲ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που. Στὸ τρί­το μέ­ρος ἡ ἔ­ρευ­να ἐμ­βα­θύ­νει στὶς ρή­ξεις τῆς ἀ­φή­γη­σης τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ τοῦ δυ­τι­κοῦ κα­νό­να. Φω­τί­ζει τὸ ἔρ­γο τῶν Robert Walzer, Franz Kafka, James Joyce, Jorge Luis Borges καὶ Thomas Bernhard, ὑ­πὸ τὸ πρί­σμα τῆς λει­τουρ­γί­ας τοῦ μύ­θου καὶ πῶς ἀ­να­νε­ώ­θη­κε ἡ μορ­φὴ καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό του ὅ­ταν συν­δυ­ά­στη­κε μὲ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὴ συν­το­μί­α.

       Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μέ­ρος τὴν πόρ­τα πρὸς τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­νοί­γει ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ποὺ δι­α­τη­ρεῖ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του μύ­θου, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ὕ­λη κα­τα­λαμ­βά­νει συγ­κρι­τι­κὰ πο­λὺ μι­κρό­τε­ρη κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση, μὲ τὸ νό­η­μα νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται κυ­ρί­ως ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τή. Τὸ ἔρ­γο τῶν Blake Butler, HP Tinker, Joseph Young, Shane Jones καὶ Tania Hershman, φω­τί­ζει τοὺς δυ­νη­τι­κοὺς συν­δυα­σμοὺς εἰ­δο­λο­γι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη λό­γου, μὲ τὸν μύ­θο, ὅ­μως, νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ κύ­ριο δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο στὴ σύν­θε­ση τῶν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κῶν κει­μέ­νων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (microfiction, flash fiction, minificción).


&&&


ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΠΕΔΟ τὴν ἄρ­ρη­κτη σχέ­ση με­τα­ξὺ μύ­θου καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δι­έ­πε­ται ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας(2), ἔ­χει ἀ­να­δεί­ξει κυ­ρί­ως ἡ ἰ­δέ­α τοῦ Jorge Luis Borges ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α ξε­κι­νᾶ καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ τὸν μύ­θο. Πρό­κει­ται γιὰ ρυθ­μι­στι­κὴ ἀρ­χὴ τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας σύμ­φω­να μὲ τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα τοῦ 7ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὸ 2012 στὸ Βε­ρο­λί­νο, ὅ­που ἐ­ξε­τά­στη­καν πε­ραι­τέ­ρω οἱ ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες μὲ τὸν ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ μύ­θο καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ μυ­θο­λο­γί­α. Δι­α­φω­τι­στι­κὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­να­κοί­νω­ση τοῦ Antonio Serrano Cueto, La tradición clásica en el microrrelato: la órbita homérica y otras estelas ( κλα­σι­κὴ πα­ρά­δο­ση στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ­μη­ρι­κὴ τρο­χιὰ καὶ ἄλ­λα ­χνη). Μί­α ἐ­ξέ­χου­σα ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ με­λέ­τη ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος εἶ­ναι αὐ­τὴ τοῦ Miguel Herrero De Jáuregui μὲ τί­τλο Micronarrativa en la literatura griega antigua: fragmentos, allusions, epigramas(3) (Μι­κρο­α­φή­γη­ση στὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α: ­πο­σπά­σμα­τα, ­παι­νιγ­μοί, ­πι­γράμ­μα­τα).


&&&


ΤΟ 2011 ΚΥΚΛΟΦΡΗΣΕ νέ­α συλ­λο­γι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ ἔρ­γου τοῦ ποι­η­τῆ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, συγ­γρα­φέ­α καὶ δι­πλω­μά­τη Jorge Carrera Andrade (Ἐ­κουα­δόρ, 1903 – 1978) μὲ τί­τλο Micrograms(4). Οἱ ἔμ­με­τρες, πε­ζο­γρα­φι­κὲς ἢ δο­κι­μια­κὲς μι­κρο­α­φη­γή­σεις του δυ­σκο­λεύ­ουν ἀ­κό­μα τὴν κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­σή του, ὡ­στό­σο τὸ ἔρ­γο του ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζε­ται μὲ βά­ση τὴν ἐν ἐ­ξε­λί­ξει θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ὁ Andrade κι­νεῖ­ται μὲ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σά σε δι­ά­φο­ρα εἴ­δη, μὲ ὁ­δη­γὸ τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ποὺ δι­έ­κρι­νε ἀρ­χι­κά το ἐ­πί­γραμ­μα καὶ τὸν ἀ­φο­ρι­σμὸ τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς καὶ λα­τι­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας καὶ ἀρ­γό­τε­ρα καλ­λι­ερ­γή­θη­κε στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη γραμ­μα­τεί­α καὶ τέ­χνη. Αὐ­τὰ τὰ στοι­χεῖ­α συ­νυ­φαί­νει μὲ τὸ χα­ϊ­κοὺ καὶ τὸ ἱ­σπα­νι­κὸ μου­σι­κὸ εἶ­δος saeta ποὺ προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τοὺς με­σαι­ω­νι­κοὺς ψαλ­μούς. Ο Andrade θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πέν­τε ση­μαν­τι­κό­τε­ρους λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νοὺς ποι­η­τὲς τοῦ 20οῦ αἰ. μα­ζὶ μὲ τοὺς Jorge Luis Borges, Pablo Neruda, Octavio Paz καὶ Cesar Vallejo.


&&&


ΤΟΝ ΜΑΪΟ τοῦ 2018 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ δι­ε­θνὴς ἔ­ρευ­να τοῦ BBC, στὴν ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χαν 108 δι­α­κε­κρι­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς, πα­νε­πι­στη­μια­κοί, δη­μο­σι­ο­γρά­φοι, κρι­τι­κοὶ καὶ με­τα­φρα­στὲς ἀ­πὸ 35 χῶ­ρες, γιὰ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν 100 ἔρ­γων ποὺ δι­α­μόρ­φω­σαν τὸν κό­σμο(5). Στὴν πρώ­τη δε­κά­δα βρί­σκον­ται ἡ Ὀ­δύσ­σεια (Νo1) καὶ ἡ Ἰ­λιά­δα (Νο­10).

       Τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2017 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ Ὀ­δύσ­σεια(6), σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Βρε­τα­νί­δας Emily Wilson, κα­θη­γή­τριας κλα­σι­κῶν σπου­δῶν στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πεν­σιλ­βά­νια, στὶς ΗΠΑ. Ἡ δι­ε­θνὴς κρι­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­να­νε­ω­τι­κὴ μα­τιά της στὸ ὁ­μη­ρι­κὸ ἔ­πος καὶ ἀ­να­φέ­ρε­ται συ­χνὰ στὴν ἐ­πι­λο­γή της νὰ ἀ­πο­δώ­σει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ λέ­ξη «πο­λυ­τρό­πος» τοῦ πρω­το­τύ­που μὲ τὴν ἀγ­γλι­κὴ complicated (πο­λύ­πλο­κος), ἀν­τὶ τῆς λέ­ξης cunning (ἔ­ξυ­πνος, πο­νη­ρός, πα­νοῦρ­γος) ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ού­ταν ἕ­ως τώ­ρα. Ἡ ἀ­νά­δει­ξη γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τῆς ἔν­νοι­ας τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας στὸ ὁ­μη­ρι­κὸ ἔ­πος συ­νέ­βα­λε στὴν ἐ­πι­και­ρο­ποί­η­σή του, ἂν σκε­φτεῖ κα­νεὶς ὅ­τι ἔ­χει ἤ­δη κα­τα­γρα­φεῖ καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ­ται ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς σκέ­ψης στὶς ἐ­πι­στῆ­μες τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας(7).


&&&


ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΗ κρι­τι­κὴ τὸ πρῶ­το δεῖγ­μα γρα­φῆς ποὺ ἔ­χει γί­νει κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὡς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τὸ κεί­με­νο τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ Julio Torri (1889 -1970) μὲ τί­τλο A Circe (Στὴν Κίρ­κη(8)). Πρό­κει­ται γιὰ πα­ραλ­λα­γὴ τοῦ πε­ρά­σμα­τος τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α καὶ τοῦ πλη­ρώ­μα­τός του ἀ­πὸ τὶς Σει­ρῆ­νες (ρα­ψω­δί­α μ’) καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο Ensayos y poemas (Δο­κί­μια καὶ ποι­ή­μα­τα), 1917. Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο αἰ­ώ­να ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου μύ­θου ὡς οἰ­κου­με­νι­κοῦ καὶ δι­α­χρο­νι­κοῦ, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὴ σύ­στα­ση τοῦ κλά­δου τῆς σει­ρη­νο­λο­γί­ας (sirenología) ὡς δι­α­κρι­τοῦ πε­δί­ου φι­λο­λο­γι­κῶν με­λε­τῶν πλή­θους ὑ­περ­μι­κρῶν ἀ­φη­γή­σε­ων αὐ­τῆς τῆς θε­μα­το­λο­γί­ας.

       Δύ­ο ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ Javier Perucho, κα­θη­γη­τῆ φι­λο­λο­γί­ας στὸ Ἐ­θνι­κὸ Αὐ­τό­νο­μο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Με­ξι­κοῦ (UNAM), ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς μέ­χρι στιγ­μῆς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φία. Ἡ πρώ­τη, εἶ­ναι ἡ αἱ­ρε­τι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α Yo no canto, Ulises, cuento (Ἐ­γὼ δὲν τρα­γου­δῶ, Ὀ­δυσ­σέ­α, ἀ­φη­γοῦ­μαι), Fósforo, 2008. Ἡ δεύ­τε­ρη, μὲ τί­τλο La musica de las sirenas (Ἡ μου­σι­κὴ τῶν σει­ρή­νων), FOEM, 2013, εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὴ μνή­μη τοῦ σπου­δαί­ου Ἀρ­γεν­τι­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ David Lagmanovich (1927-2010), ὁ ὁ­ποῖ­ος με­λέ­τη­σε ἐν­δε­λε­χῶς τὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α πα­ραλ­λά­σουν τὸν μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α μὲ 60 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Rubén Darío, Jorge Luis Borges, Gabriel García Márquez, Eduardo Galeano, Nana Rodríguez, Ramón Gómez de la Serna, κ.ἄ. Αὐ­τὴ ἡ με­λέ­τη – ἀν­θο­λο­γί­α προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τὸ 6ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν Μπογ­κο­τὰ (Κο­λομ­βί­α) τὸ 2010 ποὺ ἑ­στί­α­σε σὲ δύ­ο θε­μα­τι­κές, τὴ nanoliteratura (να­νο­λο­γο­τε­χνί­α) καὶ τὴ sirenologia.


&&&


ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ τοῦ 1978 δη­μο­σι­εύ­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα The New Yorker ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Girl(9) (Κο­ρί­τσι) τῆς Jamaica Kincaid (Νῆ­σος Ἀν­τίγ­κου­α, Κα­ρα­ϊ­βι­κή, 1949), μί­ας ἀ­πὸ τὶς δι­ε­θνῶς ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νες ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ εἴ­δους(10). Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ μέ­θο­δο δι­α­παι­δα­γώ­γη­σης τῆς νε­α­ρῆς κό­ρης ποὺ ἐ­φαρ­μό­ζει ἡ μη­τέ­ρα της. Οἱ δύ­ο ἡ­ρω­ί­δες εἶ­ναι ἀ­νώ­νυ­μες, ἡ ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι κυ­ρί­ως δευ­τε­ρο­πρό­σω­πη, μὲ ρυθ­μό, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ προ­φο­ρι­κό­τη­τας καὶ ἀ­νοί­κεια προ­σέγ­γι­ση τοῦ θέ­μα­τος. Τὸ κεί­με­νο θυ­μί­ζει ψαλ­μό, ἀλ­λὰ καὶ τυ­πι­κὴ πλύ­ση ἐγ­κε­φά­λου. Σὲ 686 λέ­ξεις ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ (κά­θε) Κο­ρι­τσιοῦ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν κα­τά­στι­κτη ψυ­χο­στα­σί­α καὶ νο­ο­τρο­πί­α μη­τέ­ρας καὶ κό­ρης ἀ­πὸ κοι­νω­νι­κὰ στε­ρε­ό­τυ­πα, ἀ­πὸ τὴ σύγ­κρου­ση πο­λι­τι­σμι­κῶν πε­δί­ων καὶ γε­νε­ῶν καὶ τὴν ἀ­γρι­ό­τη­τα τῆς ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­ας.

       Στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α συ­χνὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ὑ­φο­λο­γι­κὰ ἀν­τλεῖ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τρα­γού­δι τοῦ πα­ρα­δο­σια­κοῦ μου­σι­κοῦ καὶ χο­ρευ­τι­κοῦ εἴ­δους κα­λύ­ψο (calypso songs), δο­μι­κοῦ στοι­χεί­ου τῆς κουλ­τού­ρας τῶν λα­ῶν τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς. Τὸ Κο­ρί­τσι βε­βαι­ώ­νει τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­τι τὸ ἔ­χει ἀ­παρ­νη­θεῖ, σβή­νον­τας συμ­βο­λι­κὰ τὴν ταυ­τό­τη­τά της καὶ προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ νέ­ες, ἔ­ξω­θεν ἐγ­γρα­φές.

       Οἱ ἀ­μέ­τρη­τες ἀ­να­λύ­σεις καὶ ἀ­να­φο­ρὲς στὸ Κο­ρί­τσι στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ κα­τα­γρα­φοῦν ἐ­δῶ, ὅ­πως καὶ τὰ δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δι­α­πραγ­μα­τεύ­ον­ται τὸ θέ­μα τῆς δι­α­παι­δα­γώ­γη­σης με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση τοῦ Κο­ρι­τσιοῦ. Πα­ρό­λα αὐ­τά, μί­α δι­ά­στα­ση ποὺ πα­ρα­μέ­νει ἀ­χαρ­το­γρά­φη­τη εἶ­ναι ὁ συ­σχε­τι­σμὸς τοῦ ὅ­ρου κα­λύ­ψο γι’ αὐ­τὸ τὸ μου­σι­κὸ καὶ χο­ρευ­τι­κὸ εἶ­δος μὲ τὴν Κα­λυ­ψὼ ἀ­πὸ τὴν ε’ ρα­ψω­δί­α τῆς Ὀ­δύσ­σειας. Ἂν καὶ ὁ ὅ­ρος προ­έρ­χε­ται πι­θα­νῶς ἀ­πὸ τὴν ἀ­φρι­κα­νι­κὴ λέ­ξη kaiso (ἐ­πι­φώ­νη­μα ἐν­θάρ­ρυν­σης), τὸ εἶ­δος κα­λύ­ψο ἔ­χει συμ­βά­λει στὴ δι­α­μόρ­φω­ση εἰ­δῶν ὅ­πως ἡ σάμ­πα καὶ ἡ ρέγ­κε κι ἔ­χει κα­τα­βο­λὲς ἀ­κό­μα καὶ στὸν κλα­σι­κὸ ἰν­δι­κὸ χο­ρό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πί­σης δι­α­χω­ρί­ζε­ται σὲ τμή­μα­τα κα­θα­ροῦ χο­ροῦ κι ἐ­ξι­στό­ρη­σης, ὅ­πως τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κὸ δρά­μα. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πα­ναν­θρώ­πι­νη καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἐ­πι­βί­ω­σε στὸ ἄ­νυ­σμα τοῦ χρό­νου καὶ τὴν ὀ­δύσ­σεια ἑ­νὸς ὅ­ρου ἡ ἑ­κά­στο­τε χρή­ση τοῦ ὁ­ποί­ου, ἰ­δί­ως σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὅ­πως τὸ Κο­ρί­τσι, με­τα­τρέ­πει τὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ κεί­με­νο σὲ δι­α­κεί­με­νο μὲ συμ­βο­λι­κὲς δι­α­κτι­νώ­σεις σὲ πο­λι­τι­σμι­κοὺς κώ­δι­κες ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τό. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ὁ ὅ­ρος κα­λύ­ψο πα­ρα­πέμ­πει συ­νειρ­μι­κὰ στὸ μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α καὶ στὸν ἀρ­χε­τυ­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς Κα­λυ­ψοῦς κι ἐ­νερ­γο­ποι­εῖ ἕ­να πα­λίμ­ψη­στο ἐν­νοι­ῶν μὲ με­τα­βαλ­λό­με­νο ση­μα­σι­ο­λο­γι­κὸ φορ­τί­ο, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πο­χή, ὅ­πως τὸ κάλ­λος, ἡ σα­γή­νη, ἡ ἀ­πο­πλά­νη­ση, ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ ὁρ­μή, ὁ ἵ­με­ρος, οἱ κοι­νω­νι­κοὶ καὶ ἠ­θι­κοὶ κώ­δι­κες, ἡ ἀ­πι­στί­α, ἡ σχέ­ση καὶ οἱ ρό­λοι ἐ­ξου­σί­ας ἀ­νά­με­σα στοὺς ἐ­ρω­τι­κοὺς συν­τρό­φους.


 

Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις – Μὲ τὸ μι­κρο­σκό­πιο


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ μύ­θος(11)


Ο ΜΥΘΟΣ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη ἀ­πάν­τη­ση ποὺ ἐ­πι­χεί­ρη­σαν νὰ δώ­σουν οἱ ἀρ­χαῖ­οι ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κοὶ πο­λι­τι­σμοὶ γιὰ τὴν κα­τα­γω­γὴ τοῦ σύμ­παν­τος. Γιὰ τοὺς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες ὁ μύ­θος σή­μαι­νε τὸν λό­γο ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν γιὰ νὰ ὀρ­γα­νώ­σουν τὸ ἀρ­χι­κὸ Χά­ος καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν πρώ­τη μορ­φὴ συμ­βο­λί­ζει τὴν πρω­ταρ­χι­κὴ ὤ­θη­ση στὸ σύμ­παν. Ὁ μύ­θος, ὅ­μως, σὲ ὅ­λες τὶς κουλ­τοῦ­ρες, ἁ­πλὸς ἢ πε­πλεγ­μέ­νος, ἀ­πο­τε­λεῖ δι­α­χρο­νι­κὰ μιὰ δι­α­νο­η­τι­κὴ κα­τα­σκευ­ὴ προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξη­γη­θεῖ ἡ φύ­ση, ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου καὶ τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους, νὰ δι­α­σω­θοῦν ἢ νὰ ἀλ­λά­ξουν πα­ρα­δο­σια­κὰ ἔ­θι­μα καὶ πο­λι­τι­κὲς καὶ θρη­σκευ­τι­κὲς ἰ­δε­ο­λο­γί­ες.

       Ὁ μύ­θος, χω­ρὶς νὰ ἀ­πω­λέ­σει τὴν κα­τα­στα­τι­κὴ ἀρ­χὴ τῆς κύ­ριας ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ὕ­λης κά­θε ἐκ­φω­νή­μα­τος, δι­α­τη­ρεῖ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ποὺ τοῦ ἀ­πέ­δω­σε ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης με­λε­τών­τας τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ τρα­γω­δί­α: «εἶ­ναι τὸ πρω­ταρ­χι­κὸ στοι­χεῖ­ο καὶ τὸ πρώ­τι­στο συ­στα­τι­κὸ μιᾶς ἀ­φή­γη­σης. Αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει ἀ­φή­γη­ση χω­ρὶς αὐ­τὴ νὰ ἐ­ξι­στο­ρεῖ ἕ­να μύ­θο, δη­λα­δὴ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, πραγ­μα­τι­κὴ ἢ φαν­τα­στι­κὴ»(12).

       Ὁ E. Μ. Forster, στὴν προ­σπά­θειά του νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ μύ­θου προ­βαί­νει στὴ δι­ά­κρι­ση ἱ­στο­ρί­ας καὶ πλο­κῆς, τὶς ὁ­ποῖ­ες θε­ω­ρεῖ ὡς τοὺς δύ­ο βα­σι­κοὺς τύ­πους ἀ­φή­γη­σης(13):

       (α) ἀ­φή­γη­ση γε­γο­νό­των ὀρ­γα­νω­μέ­νων σὲ χρο­νι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α μὲ ἔμ­φα­ση στὴν ἱ­στο­ρί­α, π.χ. Ὁ βα­σι­λιὰς πέ­θα­νε καὶ ἡ βα­σί­λισ­σα πέ­θα­νε.

       (β) ἀ­φή­γη­ση γε­γο­νό­των μὲ ἔμ­φα­ση στὴν αἰ­τι­ό­τη­τα, ποὺ συ­νι­στᾶ τὴν πλο­κή, π.χ. Ὁ βα­σι­λιὰς πέ­θα­νε καὶ ἡ βα­σί­λισ­σα πέ­θα­νε ἀ­πὸ θλί­ψη.

       Στὰ κο­ρυ­φαῖ­α δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὰ ὁ­ποῖ­α συ­νή­θως δὲν ξε­περ­νοῦν τὶς 700 λέ­ξεις μα­ζὶ μὲ τὸν τί­τλο, ἐν­το­πί­ζον­ται αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο τύ­ποι ἀ­φή­γη­σης, με­μο­νω­μέ­να ἢ συν­δυ­α­στι­κά. Ἡ εἰ­δο­ποι­ὸς δι­α­φο­ρὰ ποὺ συ­νι­στᾶ καὶ τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τοῦ εἴ­δους, ἔγ­κει­ται στὸν τρό­πο χρή­σης τοῦ πρώ­του τύ­που ὅ­που συ­χνά, εἴ­τε δὲν τη­ρεῖ­ται ἡ ἀ­κο­λου­θί­α «ἀρ­χὴ – μέ­ση – τέ­λος», ἢ κά­ποι­ο μέ­ρος ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Ἐξ οὗ καὶ τὰ δείγ­μα­τα αὐ­τὰ δί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μί­α με­γα­λύ­τε­ρη καὶ πο­λυ­πλο­κό­τε­ρη ἱ­στο­ρί­α (back story) ἀ­πὸ αὐ­τὴ ποὺ κα­τα­γρά­φε­ται σὲ λί­γες γραμ­μές, ἡ ὁ­ποί­α προ­κει­μέ­νου νὰ γί­νει πλή­ρως ἀν­τι­λη­πτὴ ἐν τῇ πρω­το­φα­νῇ συν­το­μί­α της συ­νή­θως ἀ­πο­φεύ­γε­ται τὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ φλὰς μπὰκ καὶ ἀ­κο­λου­θεῖ­ται ἡ μέ­θο­δος τοῦ πα­γό­βου­νου ποὺ ἀ­νέ­δει­ξε ὁ Ernest Hemingway – ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τοῦ εἴ­δους. Ἐ­πί­σης, ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ δεύ­τε­ρος τύ­πος, συ­χνὰ ἡ πλο­κὴ ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις ἡ ἐ­πι­τυ­χὴς συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἔγ­κει­ται στὴ στε­νὴ συ­νερ­γα­σί­α συγ­γρα­φέ­α – ἀ­να­γνώ­στη: ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας καὶ ὄ­χι ὡς δι­α­κο­σμη­τὴς ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ χώ­ρου, ὅ­πως δι­α­τει­νό­ταν ὁ Hemingway, ὀ­φεί­λει νὰ εἶ­ναι σα­φής, ἱ­κα­νὸς δι­α­χει­ρι­στὴς τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ του καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης νὰ τὸ συλ­λά­βει στὴ δι­ά­στα­σή του.

       Αὐ­τὴ ἡ συν­θή­κη, ἑρ­μη­νεύ­ει τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ ἀ­πο­τί­μη­ση καὶ ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας προ­ϋ­πο­θέ­τουν πολ­λὲς ἀ­να­γνώ­σεις. Ο Joseph Young ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὅ­τι τὸ κα­λὸ χα­ϊ­κοὺ καὶ ἡ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­θί­ζουν στὸ μυα­λό. Ἀ­φοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ κα­τα­νό­η­ση ἁ­πλώ­νε­ται στὸν ἐγ­κέ­φα­λο ἀ­νά­με­σα στὰ κε­νά των συ­νά­ψε­ων. Ἰ­δέ­α, βέ­βαι­α, ποὺ ἀ­νι­χνεύ­ε­ται καὶ στὴ μυ­θι­κὴ μέ­θο­δο(14) τοῦ T. S. Eliot γιὰ τὴν ποί­η­ση: ὁ ποι­η­τὴς δη­μι­ουρ­γεῖ τὴ μυ­θο­λο­γί­α του καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης τὴν ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­εῖ.

       Ὅ­μως ποί­η­ση καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι δι­α­κρι­τὰ εἴ­δη. Ἡ τε­λευ­ταί­α πα­ρα­μέ­νει ἐ­πί­σης πι­στὴ στὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἐ­φό­σον στὴν τέ­χνη βά­ζου­με ὅ­ρια καὶ ἡ κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­ναι a priori ὁ­ρι­ο­θε­τη­μέ­νη. H ρή­ξη μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση ποὺ ἔ­χει προ­κα­λέ­σει ὀ­φεί­λε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται συγ­κι­νεῖ καὶ τέρ­πει μέ­σῳ μιᾶς τό­σο συμ­βα­τι­κῆς πε­ρι­ο­χῆς ὅ­πως ἡ γλώσ­σα, ἐ­νῶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται ἐν­τὸς μιᾶς ἰ­δι­αί­τε­ρα πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ κερ­δί­ζει τὸ χρό­νο, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­νά­γνω­ση δια­ρκεῖ ἐ­λά­χι­στα, ἀλ­λὰ ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται ἔ­χει βά­θος κι ἐ­κλύ­ει δυ­σα­νά­λο­γη ἐ­νέρ­γεια ποὺ χα­ράσ­σει τὴ μνή­μη. Ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ τὸ μέ­γα ζη­τού­με­νο στὴν τέ­χνη τοῦ λό­γου: τὸν «δό­λο τῆς ἀ­φή­γη­σης» κα­τὰ τὸν Gerard Genette καὶ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ «πλά­νη» ποὺ κι­νεῖ ὅ­λο το μη­χα­νι­σμὸ τῆς ἀ­φή­γη­σης κα­τὰ τὸν Roland Barthes κι ἔ­χει ἐ­γεί­ρει πλῆ­θος ἐ­ρευ­νη­τι­κῶν ἐ­ρω­τη­μά­των στοὺς κόλ­πους τῆς σύγ­χρο­νης θε­ω­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ τὸν εἰ­δο­λο­γι­κὸ προσ­δι­ο­ρι­σμό της καὶ τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κό της ρό­λο. Ὅ­μως, ἡ ἀ­να­νέ­ω­ση τῶν μορ­φῶν εἶ­ναι πά­γιο ζη­τού­με­νο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό, ἀλ­λὰ καὶ κα­τὰ τὸν Juan Rulfo, ἡ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ προ­χω­ρά­ει εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ ἀ­νοί­γει δρό­μους.

       Στὴν ἐ­πο­χή μας, ὅ­που τα πάν­τα εἶ­ναι μιὰ (σύν­το­μη) ἱ­στο­ρί­α, δὲν εἶ­ναι μό­νο τὸ δι­α­δί­κτυ­ο ὑ­πεύ­θυ­νο γιὰ τὴ δη­μο­φι­λί­α καὶ δι­ά­δο­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς σκέ­ψης στὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, τὰ προ­γράμ­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ποὺ καλ­λι­ερ­γοῦν τὸ εἶ­δος συ­στη­μα­τι­κὰ (ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’20 στὶς ΗΠΑ), οἱ ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους, τὸ σύγ­χρο­νο ρα­δι­ό­φω­νο(15), ἡ ἀ­να­βί­ω­ση τοῦ μι­κρο­θε­ά­τρου(16) καὶ οἱ πο­λυ­ά­ριθ­μοι καὶ νέ­οι δη­μι­ουρ­γοὶ καὶ ἀ­να­γνῶ­στες δι­ε­θνῶς ποὺ γο­η­τεύ­ον­ται ἀ­πὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἡ ὑ­περ­μι­κρὴ ἀλ­λὰ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη ἀ­φή­γη­ση δύ­να­ται πλέ­ον νὰ τέρ­ψει εὐ­ρὺ καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νὸ δι­ε­θνῶς, νὰ με­τα­δώ­σει μη­νύ­μα­τα, νὰ θε­μα­το­ποι­ή­σει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση, ἀ­κό­μα καὶ νὰ με­τα­στοι­χει­ώ­σει τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση μὲ τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ λό­γο σὲ κλί­μα­κα ψη­φί­δας. Ἡ νέ­α αὐ­τὴ δυ­να­τό­τη­τα σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν εὐ­χέ­ρεια δη­μο­σι­ο­ποί­η­σης καὶ κυ­κλο­φο­ρί­ας της μὲ τὰ Νέ­α Μέ­σα συ­νά­δει μὲ τὴ νευ­τώ­νεια, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν κβαν­τι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου μας, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τὸ χά­ος ἔ­χει δο­μὴ καὶ δὲν ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὴν τυ­χαι­ό­τη­τα κι ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ­ται ἡ σχε­σια­κὴ ὕ­φαν­ση τοῦ κό­σμου.


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα


ΣΥΜΦΩΝΑ μὲ τὸν William Nelles(17), ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα ὡς λει­τουρ­γί­α δι­α­κρί­νει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐ­πει­δὴ ὑ­πο­στη­ρί­ζει ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴν ἔλ­λει­ψη καὶ τὴν πο­λυ­ε­πί­πε­δη ἑρ­μη­νεί­α. Ἂν κι ἐν­το­πί­ζε­ται καὶ σὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ἡ χρή­ση χα­ρα­κτή­ρων ἀ­πὸ ἄλ­λα λο­γο­τε­χνι­κά, θρη­σκευ­τι­κά, ἱ­στο­ρι­κὰ κεί­με­να, ἢ ἡ ἀ­να­φο­ρὰ σὲ περ­σό­νες τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ καὶ πο­λι­τι­κοῦ κό­σμου ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ στὸ ἔ­πα­κρο τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ κύ­ριο ζη­τού­με­νο γι’ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο κει­μέ­νων. Ὁ Nelles κα­τα­γρά­φει ὡς συ­νη­θέ­στε­ρη τὴ χρή­ση τέ­τοι­ων χα­ρα­κτή­ρων, ἀ­κό­μα καὶ ἱ­στο­ρι­κῶν φρά­σε­ων καὶ ἀ­πο­φθεγ­μά­των κυ­ρί­ως στοὺς τί­τλους, ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν ὀρ­γα­νι­κὸ τμῆ­μα κά­θε μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ συμ­βάλ­λουν στὴν πύ­κνω­ση καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τοῦ νο­ή­μα­τος. Πα­ρα­δείγ­μα­τα μὲ πο­λὺ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ πύ­κνω­σης εἶ­ναι ἡ φρά­ση ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἰ­ού­λιο Καί­σα­ρα, Veni, vidi, vici, ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ E. Hemingway Πρὸς πώ­λη­ση: Βρε­φι­κὰ πα­πού­τσια. Ἀ­φό­ρε­τα, ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη, Vita brevis: ὅν, off(18), ἢ τῆς Margaret Atwood, Longed for him. Got him. Shit. (19)

       Εὔ­στο­χα ὁ Lauro Zavala συν­δέ­ει τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα μὲ τὴ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα: «Ἡ πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ ὁ πλοῦ­τος τῶν κει­μέ­νων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὀ­φεί­λε­ται σὲ αὐ­τὸ ποὺ δὲ λέ­νε, δη­λα­δὴ στὴ συ­νεκ­δο­χι­κή τους δει­νό­τη­τα καὶ στὴν ἀλ­λη­γο­ρι­κὴ φύ­ση τους. Καὶ ἡ δι­α­κει­με­νι­κὴ δι­ά­στα­σή τους εἶ­ναι ἐ­νί­ο­τε ἡ πιὸ πε­ρί­πλο­κη, ἀλ­λὰ καὶ ἡ πιὸ κα­τα­νο­η­τὴ ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ θε­ω­ρί­α».(20)

       Πράγ­μα­τι, κά­θε μυ­θο­πλα­στι­κὸς λό­γος ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἀ­πὸ ἕ­να συγ­κε­ρα­σμὸ στοι­χεί­ων, ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νες ἐγ­γρα­φὲς ποὺ συ­νω­θοῦν­ται μέ­σα στὸ νέ­ο κεί­με­νο. Αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ σει­ρὰ ἐν­νοι­ο­λο­γι­κῶν συ­σχε­τί­σε­ων, ἐκ­φρα­στι­κῶν μι­μή­σε­ων καὶ λε­κτι­κῶν ἀ­να­φο­ρῶν, γε­γο­νὸς ποὺ ξε­περ­νά­ει τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἁ­πλῆς ἐ­πιρ­ρο­ῆς, ἢ τοῦ pastiche. Σύμ­φω­να μὲ τὴν Julia Kristeva, ποὺ εἰ­σή­γα­γε τὴν ἔν­νοι­α τῆς δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας στὴ με­λέ­τη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τoν Μikhail Bakhtin, ση­μαί­νει τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο στὸ δι­α­κεί­με­νο. Ἡ Kristeva, προ­τεί­νει τὴ «θε­ω­ρί­α τῆς κει­με­νι­κῆς δι­α­λε­κτι­κό­τη­τας» γιὰ νὰ ἀ­να­φερ­θεῖ «σὲ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ θέ­τουν ἕ­να κεί­με­νο σὲ σχέ­ση, εἴ­τε πρό­δη­λη, ἢ κρυ­φή, μὲ ἄλ­λα κεί­με­να». H δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα γί­νε­ται ἀ­δι­α­χώ­ρι­στη ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ καὶ στὸ πλαί­σιο τῶν νέ­ων τε­χνο­λο­γι­ῶν ποὺ ἐ­ξε­λίσ­σουν τὴ δι­α­δρά­ση, ἀ­πὸ τὸ δι­α­κεί­με­νο ὁ­δεύ­ου­με στὸ ὑ­περ-κεί­με­νο μὲ ὁ­δη­γοὺς-ἀ­φη­γη­τὲς «κυ­βερ­νι­κὰ συ­νει­δη­το­ποι­η­μέ­νους δη­μι­ουρ­γοὺς» (21).


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ σὲ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ πα­ραλ­λά­σουν τὸν μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α τῶν Carlos Fuentes, Augusto Monterroso, Ana Maria Shua, ἀλ­λὰ καὶ τὴν πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ, πε­ζο­γρά­φου καὶ εἰ­κα­στι­κοῦ Rafael Pérez Estrada (1934 -2000), Sirena negra (Μαύ­ρη σει­ρή­να), μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ἐ­δῶ.


&&&


Η ΣΥΛΛΟΓΗ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ Κώ­στα Ἀ­κρί­βου μὲ τί­τλο Τε­λευ­ταῖ­α νέ­α ἀ­πὸ τὴν Ἰ­θά­κη(22), μὲ εἴ­κο­σι ἕ­ξι «μυ­θι­στο­ρί­ες», ὅ­πως τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ἐμ­πνευ­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν ε’ ρα­ψω­δί­α τῆς Ὀ­δύσ­σειας. Ἂν καὶ δὲν πρό­κει­ται γιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, εἶ­ναι ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἡ ἀ­νά­γλυ­φη μορ­φο­λο­γι­κὴ καὶ ὑ­φο­λο­γι­κὴ αἰ­ώ­ρη­ση ἀ­νά­με­σα στὴ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα καὶ τὴν ποί­η­ση μὲ ὁ­δη­γὸ τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Στὰ ὀ­λι­γο­σέ­λι­δα δι­η­γή­μα­τα τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ­ται στὸ ἔ­πα­κρο ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ λει­τουρ­γεῖ ὅ­πως στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


&&&


ΔΥΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ ποὺ τεκ­μη­ρι­ώ­νουν τὴν πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τὴ δυ­να­μι­κή της ἑλ­λη­νι­κῆς πε­ρί­πτω­σης εἶ­ναι οἱ Flash fiction forward(23) (2006) καὶ Flash fiction international(24) (2015). Στὴν πρώ­τη πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πρώ­τη συμ­με­το­χὴ σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο Ὁ κ. Νί­κος Νί­κου(25) (Mr. Nikos Nikou), τῆς Ἔρ­σης Σω­τη­ρο­πού­λου, σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Στρα­τῆ Χα­βια­ρᾶ καὶ στὴ δεύ­τε­ρη ἡ ἱ­στο­ρί­α Ἀ­στεῖ­ο(26) (Joke), τοῦ Γιά­ννη Πα­λα­βοῦ, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Karen Van Dyck.

       Ση­μαν­τι­κὴ εἶ­ναι καὶ ἡ δι­ά­κρι­ση τοῦ Σώ­του Οἰ­κο­νο­μί­δη στὸν με­γα­λύ­τε­ρο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ (4ου στὴ σει­ρά, μὲ 35.609 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 149 χῶ­ρες) ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ Fundacion César Egido Serrano τὸ 2014, μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Alan (Ἄ­λαν), τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ (σελ. 228).


&&&


ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ θὰ δι­ε­ξα­χθεῖ στὸ Bristol τῆς Μ. Βρε­τα­νί­ας στὶς 20-22 Ἰ­ου­λί­ου 2018, σὲ συ­νέ­χεια τῆς Δι­ε­θνοῦς Ἡ­μέ­ρας Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (National Flash Fiction Day [NFFD]) ποὺ γι­ορ­τά­ζε­ται στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α ἀ­πὸ τὸ 2012 καὶ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε φέ­τος στὶς 16 Ἰ­ου­νί­ου(27) καὶ τῆς National Writing Day ποὺ δι­ε­ξή­χθη καὶ φέ­τος μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α σὲ ὅ­λη τὴν βρε­τα­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια στὶς 27 Ἰ­ου­νί­ου(28).


&&&


Η ΜΙΚΡΟΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ σταθ­μὸς ἑ­νὸς ἀ­κό­μα κύ­ριου προ­δρό­μου τοῦ εἴ­δους, τοῦ Julio Cortázar, μὲ τί­τλο Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων (1964), ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἀν­τι­κεί­με­νο ἑ­κα­τον­τά­δων με­λε­τῶν σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο γιὰ τὸ βαθ­μὸ πύ­κνω­σης καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει σὲ 545 λέ­ξεις στὸ πρω­τό­τυ­πο (ἐ­δῶ στὰ ἱ­σπα­νι­κά) καὶ σὲ 636 λέ­ξεις στὴν ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση ἐ­δῶ. Τὸ κείμενο μεταφράστηκε καὶ στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὸν Δη­μή­τρη Κα­λο­κύρη τὸ 1984 καὶ μπορεῖτε νὰ τὸ δια­βά­σε­τε στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον – Ἱ­στορίες Μπονζάι, κα­θὼς καὶ νὰ δεῖ­τε τὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων (1999), ποὺ βα­σί­ζε­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Cortázar, σὲ σκη­νο­θε­σί­α τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη (μὲ τοὺς Νό­τα Τσερ­νιά­φσκι καὶ Βαγ­γέ­λη Μου­ρί­κη (διά­ρκειας 6 λε­πτῶν).


Ἰ­ού­λιος, 2018

Ση­μει­ώ­σεις

       (1) Rourke Lee, A brief history of fables, From Aesop to Flash fiction, Hesperus Press Limited, London, 2011.

       (2) Τὸ ἄρ­θρο τῆς πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Ἑ­λέ­νης Κε­φά­λα, Borges and narrative economy (Ὁ Μπόρ­χες καὶ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μία) στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

       (3) στὰ ἱ­σπα­νι­κά, ἐ­δῶ.

       (4) Andrade, Jorge Carrera, Micrograms, translated by Alejandro de Acosta and Joshua Beckman, Wave Books, Seattle, USA, 2011.

       (5) http://www.bbc.com/culture/story/20180521-the-100-stories-that-shaped-the-world

καὶ http://www.kathimerini.gr/967506/article/epikairothta/kosmos/bbc-ta-deka-erga-poy-diamorfwsan-ton-kosmo—sthn-koryfh-h-odysseia

       6) http://books.wwnorton.com/books/detail.aspx?ID=4294996788 καὶ

https://www.theguardian.com/books/2017/dec/08/the-odyssey-translated-emily-wilson-review

       (7) Γε­ωρ­γο­πού­λου Πα­να­γι­ώ­τα, Ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς σκέ­ψης στὶς ἐ­πι­στῆ­μες τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας, Κρι­τι­κή, Ἀ­θή­να, 2010.

          (8) Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α ἐ­δῶ Χού­λιο Τό­ρι (Julio Torri): Στὴν Κίρκη.

          (9) Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

        (10) Στὸ ἄρ­θρο τῆς πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Maria Alejandra Olivares μὲ τί­τλο Microfiction as cognitive map: a reading of the Caribbean (Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία ὡς γνω­στι­κὸς χάρ­της: μί­α ἀ­νά­γνω­ση τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς), ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ σύ­νο­ψη τῆς σχε­τι­κῆς δι­α­τρι­βῆς της, πα­ρου­σι­ά­ζε­ται τὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τῆς Jamaica Kincaid. Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὸ ἄρ­θρο στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

          (11) Χρι­στο­δού­λου, Δή­μη­τρα Ι., Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (microfiction, flash fiction, minificción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο: με­λέ­τη γιὰ ἕ­να νέ­ο δι­ε­θνὲς κι ἐ­θνι­κὸ εἶ­δος λό­γου. Με­τα­πτυ­χια­κὴ ἐρ­γα­σί­α, Τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, Μέ­σων καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου, σ.σ. 56-58.

           (12) Πα­ρί­σης Ι. & Πα­ρί­σης Ν., Λε­ξι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κῶν ὅ­ρων, ΟΕΒΔ, ἔκδ. Δ’, 2003, σελ. 125.

           (13) Rimmon-Kenan Shlomith, Narrative Fiction, Contemporary Poetics, 2nd edit., New York, Routledge, 2002, σελ. 18

           (14) http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/586/526

           (15) https://storycorps.org

          (16) Μὲ τὸ μι­κρο­θέ­α­τρο πει­ρα­μα­τί­στη­καν πολ­λοὶ δρα­μα­τουρ­γοὶ τὸν 20ο αἰ., ὅ­πως ὁ Ρῶ­σος Andrei Platonov (1899-1951), ὁ Jose Ignacio (Βε­νε­ζου­έ­λα, 1937-1995), ὁ Βρα­ζι­λιά­νος Roberto Athayde (1949), τὸ ἔρ­γο τῶν ὁ­ποί­ων με­τα­φρά­ζε­ται καὶ δι­α­δί­δε­ται ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Νε­ό­τε­ροι συγ­γρα­φεῖς ἔ­χουν ἀρ­χί­σει νὰ τὸ ἀ­να­νε­ώ­νουν, ὅ­πως ὁ Miguel Alcantud, ἱ­δρυ­τὴς καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Microteatro, ἑ­νὸς ὑ­περ­δρα­στή­ριου ὀρ­γα­νι­σμοῦ μὲ ἕ­δρα σὲ 14 πό­λεις τοῦ κό­σμου (ΗΠΑ, Ἱ­σπα­νί­α, Με­ξι­κό, κ.α.), ὁ Γάλ­λος Joël Pommerat ἢ ὁ Ἰ­σπα­νὸς Santiago Molero. Στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 Τὰ Τα­χυ­δρά­μα­τα, Μι­κρὲς σκη­νὲς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς, τοῦ Γι­ώρ­γου Μα­νι­ώ­τη (Ἀ­θή­να, 1951) ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γι’ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος ποὺ βρί­σκει με­γά­λη ἀν­τα­πό­κρι­ση δι­ε­θνῶς τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια. Σχε­τι­κὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες μπο­ρεῖ­τε νὰ βρεῖ­τε ἐ­δῶ, ἐδῶ καὶ ἐδῶ.

         (17) Πλανόδιον – Ἱστορίες μπονζάι καὶ Nelles Williams, Microfiction: what makes a very short story very short?, vol.20, n.1, The Ohio University Press, 2012.

           (18) Κα­λο­κύ­ρης Δη­μή­τρης, Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν ­ριθ­μῶν, Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2001, σέλ. 149.

           (19) http://www.narrativemagazine.com/sixwords

           (20) Zavala Lauro, Breve y seductora: la minificcion en la ensenanza de teoria literaria.

         (21) Stam Robert, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ θε­ω­ρί­α τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, μτφ. Κ. Κα­κλα­μά­νη, Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004, σ.σ. 265, 270, 407.

         (22) Ἀ­κρί­βος Κώ­στας, Τε­λευ­ταί­α νέ­α ἀ­πὸ τὴν Ἰ­θά­κη, Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2016.

         (23) http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-32802-8/

         (24) http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-34607-7/

         (25) Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Ἔρ­σης Σω­τη­ρο­πού­λου, Ὁ βα­σι­λιὰς τοῦ φλί­περ, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 1997.

         (26) Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Γιά­ννη Πα­λα­βοῦ, Ἀ­στεῖ­ο, Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2012.

         (27) https://www.flashfictionfestival.com καὶ http://nationalflashfictionday.co.uk

          (28) https://www.nationalwritingday.org.uk/

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)



[Ἡ Μικρομυθοπλασία Παντοῦ. Δίμηνη Διεθνὴς Ἐπισκόπηση.

Δελτίο#1]


Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου


Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)


ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο Mi­ni­fic­ción y na­no­fi­lo­lo­gia. La­ti­tu­des de la hi­per­bre­ve­dad (Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ να­νο­φι­λο­λο­γί­α. Γε­ω­γρα­φι­κὰ πλά­τη τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης[1]) κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2017 σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Ana Rueda, σὲ συ­νέ­χεια τοῦ 8ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 2014 στὸ Kentucky. Ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πρώ­τη συλ­λο­γι­κὴ προ­σπά­θεια σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο νὰ πα­ρου­σια­στεῖ ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸς δι­ά­λο­γος ποὺ ἔ­χει ἀ­να­πτυ­χθεῖ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ὑ­πὸ δι­ε­ρεύ­νη­ση λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος καὶ πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο γνω­στὸ κυ­ρί­ως ὡς microfiction καὶ minificción, στὴν ἀγ­γλο­σα­ξω­νι­κὴ καὶ ἰ­σπα­νό­φω­νη κρι­τι­κή, ἀν­τί­στοι­χα.

            Ὁ τό­μος ἑ­στιά­ζει κυ­ρί­ως στὴ δεύ­τε­ρη καὶ χω­ρί­ζε­ται σὲ ἕ­ξι ἑ­νό­τη­τες μὲ τί­τλο: «Δη­μι­ουρ­γί­α», «Θε­ω­ρη­τι­κοὶ καὶ τυ­πο­λο­γι­κοὶ στο­χα­σμοί», «Πλατ­φόρ­μες πα­ρα­γω­γῆς καὶ δι­ά­δο­σης», «Πε­ρι­γράμ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (I. Hispanoamerica καὶ II. Europa)», «Σύν­το­μος ἄ­τλαν­τας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας», καὶ «Τὸ μέλ­λον τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας». Πε­ρι­λαμ­βά­νει τριά­ντα ἑ­πτὰ κεί­με­να στὰ ὁ­ποῖ­α προ­σεγ­γί­ζε­ται δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὰ ἡ ἀ­συ­νή­θι­στα με­γά­λη πα­ρα­γω­γὴ τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80. Ἕ­νας τρό­πος πα­ρου­σί­α­σης αὐ­τοῦ τοῦ τό­μου θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶναι τὸ σύν­το­μο πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ τὶς θέ­σεις τῶν με­λε­τη­τῶν ἀ­νὰ ἑ­νό­τη­τα, ἀ­κο­λου­θών­τας τὴ σει­ρὰ τοῦ βι­βλί­ου καὶ μιὰ ἀ­να­λυ­τι­κὴ λο­γι­κή. Ἔ­τσι, θὰ ἐ­πα­λη­θευ­ό­ταν ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ὑ­πό­θε­ση πολ­λῶν ἀ­πὸ τοὺς πα­ρα­πά­νω ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α γεν­νή­θη­κε στοὺς κόλ­πους τῶν κυ­ρί­αρ­χων λο­γο­τε­χνι­κῶν εἰ­δῶν (ἔ­πος, λυ­ρι­κὴ ποί­η­ση, μυ­θι­στό­ρη­μα, δι­ή­γη­μα), ἐ­πι­βί­ω­σε στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ἐ­θνι­κῶν λο­γο­τε­χνι­ῶν κι ἐμ­φα­νί­ζει ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 ἀμ­φι­λε­γό­με­να γιὰ με­ρι­κούς, νέ­α γιὰ ἄλ­λους, εἰ­δο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ κι ἔν­το­νες τά­σεις αὐ­το­δι­ά­θε­σης: δύ­ο πρό­σφα­τα δε­δο­μέ­να ποὺ εὐ­θύ­νον­ται γιὰ τὴν ἔν­τα­ση ἡ ὁ­ποία κα­τα­γρά­φε­ται στὸ δι­ε­θνῆ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ δι­ά­λο­γο. Ὅ­μως, εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὴ ἡ ἔν­τα­ση καὶ ἡ αἴ­σθη­ση δι­α­νο­η­τι­κῆς ἀ­τα­ξί­ας καὶ ἀ­να­γνω­στι­κῆς ἀ­να­κά­λυ­ψης ποὺ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νον­ται σὲ ὅ­λο τὸν τό­μο καὶ ἐ­πι­βάλ­λουν μί­α συ­στη­μι­κὴ πα­ρου­σί­α­σή του, δη­λα­δὴ ἑ­στί­α­ση στοὺς συ­σχε­τι­σμοὺς τῶν θέ­σε­ων ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται.

            Ἀ­νάγ­κη ποὺ ἐ­νι­σχύ­ε­ται καὶ ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­φω­νί­α ὡς πρὸς τὸν ὅ­ρο ποὺ πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με γιὰ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, τὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­δει­κνύ­ουν ἡ ἐ­πι­με­λή­τρια, Ana Rueda, στὴν ἐ­κτε­νῆ εἰ­σα­γω­γή της, ἀλ­λὰ καὶ ἡ Julia Johnson. Ἡ τε­λευ­ταί­α, κα­τα­λή­γει στὸν ὄ­ρο microficción (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[2]), ἐ­φό­σον θε­ω­ρεῖ ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ὅ­ρος ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὴν οὐ­σί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: δη­λα­δὴ τὴ δια­ρκῆ αἴ­σθη­ση τοῦ φευ­γα­λέ­ου σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα καὶ τὴ συν­το­μία.

            Ἡ ἑ­τε­ρο­γέ­νεια τῶν δι­α­φο­ρε­τι­κῶν θέ­σε­ων καὶ προ­σεγ­γί­σε­ων τοῦ ζη­τή­μα­τος «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» λει­τουρ­γεῖ σὰν ἕ­να φυ­σι­κὸ ἐκ­κρε­μὲς ἐ­πά­νω ἀ­πὸ τὶς χῶ­ρες ποὺ χαρ­το­γρα­φοῦν­ται καὶ τὶς χρο­νι­κὲς πε­ρι­ό­δους ποὺ φω­τί­ζον­ται, τὸ ὁ­ποῖ­ο τα­λαν­τώ­νε­ται ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἄ­κρα μὲ πολ­λὲς ἐν­δι­ά­με­σες στά­σεις, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ ρο­πὴ(3) ποὺ ἀ­σκεῖ­ται στὴ ση­μεια­κὴ μά­ζα, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α.

            Στὸ ἕ­να ἄ­κρο βρί­σκε­ται ἡ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­λυ­τι­κὴ πα­ρὰ θε­ω­ρη­τι­κὴ θέ­ση τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ David Roas, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὅ­ρο microstory (μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α) καὶ θε­ω­ρεῖ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὑ­πο­εῖ­δος τοῦ δι­η­γή­μα­τος (short story). Ἡ ἐ­κτε­νὴς ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α του στη­ρί­ζει σθε­να­ρὰ τὴν το­πο­θέ­τη­σή του σὲ αὐ­τὸ τὸ ἄ­κρο καὶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι «οἱ κρι­τι­κοὶ δὲν ἔ­χουν κα­τα­φέ­ρει νὰ ἀ­πο­δεί­ξουν ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ νέ­ο εἶ­δος καὶ κα­τα­λή­γουν νὰ δί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο βά­ρος στὶς πι­έ­σεις τοῦ πα­ρα­κει­μέ­νου». Δὲν πα­ρα­γνω­ρί­ζει τὴν ἐγ­κυ­ρό­τη­τα καὶ τὴν ἰ­σχὺ τῆς μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ας, ἀν­τι­θέ­τως, προ­βαί­νει στὴν αἰ­σθη­τι­κή της ἀ­πο­τί­μη­ση, ὑ­περ­το­νί­ζει τὴ δυ­να­μι­κὴ καὶ τὴ δυ­σκο­λί­α συγ­γρα­φῆς της. Ὡ­στό­σο, ἐκ­φρά­ζει τὴν ἔν­το­νη ἀ­νη­συ­χί­α του νὰ με­τα­τρα­πεῖ σὲ μό­δα. Εὔ­λο­γα, ὅ­μως, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­κα­λέ­σει κα­νεὶς ἐ­δῶ τὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ τοῦ Ralph Waldo Emerson ὅ­τι «κά­θε γε­νε­ὰ πρέ­πει νὰ γρά­ψει τὰ δι­κά της βι­βλί­α» (Ταί­η­λορ, 2010:59). Ἐ­νῶ θε­ω­ρη­τι­κὰ ἐ­πι­μέ­νει στὴν κει­με­νο­κεν­τρι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, πρα­κτι­κὰ ὁ Roas ἀν­τλεῖ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ κοι­νω­νι­κὸ φαι­νό­με­νο. Τὰ κοι­νω­νι­κὰ φαι­νό­με­να, ὅ­μως, ἔ­χουν πάν­τα καὶ μιὰ πο­λι­τι­σμι­κὴ δι­ά­στα­ση, για­τὶ εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να καὶ συμ­βο­λι­κὰ καὶ συ­νε­πῶς τὸ ζή­τη­μα εἶ­ναι σύν­θε­το. Πα­ρό­λα αὐ­τά, τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μά του ὅ­τι ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ εἶ­ναι ἐ­λά­χι­στα τὰ κα­λὰ δείγ­μα­τα, συγ­κρι­τι­κὰ μὲ τὴν πρω­το­φα­νῆ μα­ζι­κὴ πα­ρα­γω­γή της γιὰ τὰ μέ­χρι τώ­ρα γνω­στὰ δε­δο­μέ­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ὥ­στε νὰ ὑ­φί­στα­ται ἀλ­λα­γὴ Πα­ρα­δείγ­μα­τος, δὲν ἀν­τι­κρού­ε­ται εὔ­κο­λα. Δι­καί­ως θε­ω­ρεῖ ὅ­τι πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει με­θο­δο­λο­γί­α, τα­ξι­νο­μη­τι­κὸς ὁ­δη­γὸς καὶ μέ­τρο στὴν πα­ρα­γω­γή, στὴν κα­τα­νά­λω­ση καὶ στὴ συγ­κρό­τη­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς ὑ­πό­στα­σης αὐ­τοῦ του τύ­που κει­μέ­νων (δι­ά­χυ­ση μέ­σῳ δι­α­δι­κτύ­ου, ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἔ­ρευ­να, συ­νέ­δρια, πα­νε­πι­στη­μια­κὲς με­λέ­τες κι ἐκ­δό­σεις, συλ­λο­γές, ἀν­θο­λο­γί­ες, κλπ.), δι­ό­τι δι­α­βλέ­πει ὅ­τι στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ μᾶς «κα­τα­βρο­χθί­σει ὁ δει­νό­σαυ­ρος τοῦ Μον­τερ­ρό­σο».

            Το­πο­θέ­τη­ση ποὺ δι­ευ­κο­λύ­νουν οἱ Ἀρ­γεν­τι­νοὶ συγ­γρα­φεῖς Ana Maria Shua καὶ Raúl Brasca. Ἡ πρώ­τη, δι­α­κρί­νει τὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη ἀ­πὸ τὴν ἀγγλό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τοὺς ὅ­ρους microrrelato καὶ micro(s), ἀν­τί­στοι­χα. Πα­ρου­σιά­ζει μί­α πο­λὺ ἑλ­κυ­στι­κὴ σει­ρὰ συμ­βου­λῶν καὶ γιὰ ἐ­πί­δο­ξους συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, στὶς ὁ­ποῖ­ες ἐ­ξε­τά­ζει ἐν­δε­λε­χῶς τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἐκ­δο­χὲς αὐ­τοῦ του εἴ­δους ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ. Ὁ δεύ­τε­ρος, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὄ­ρο microficción, μό­λις στὸ πρῶ­το κεί­με­νο τοῦ τό­μου, συμ­πυ­κνώ­νει τὴν ποι­η­τι­κή του σὲ πέν­τε σε­λί­δες καὶ πε­τυ­χαί­νει ὅ,τι καὶ ἡ ἴ­δια ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: πα­ρα­μέ­νει ἀ­μέ­το­χος πα­ρα­τη­ρη­τὴς τῶν τα­λαν­τώ­σεων τοῦ ἐκ­κρε­μοῦς. Θε­ω­ρεῖ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­παι­τη­τι­κὸ εἶ­δος, τὴ δι­α­κρί­νει ἀ­πὸ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα (mi­cro­cu­ento/mi­cror­re­la­to) καὶ γιὰ νὰ τὴν ἑρ­μη­νεύ­σει θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ἡ πύ­κνω­ση, τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της, ὀ­φεί­λε­ται στὴ σι­ω­πὴ ὡς δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο της, ὡς ἀ­κρο­γω­νια­ῖος λί­θος τοῦ γλωσ­σι­κοῦ μη­χα­νι­σμοῦ της, τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νια­κῆς πρα­κτι­κῆς της καὶ τῆς χρή­σης της. Το­πο­θέ­τη­ση μὲ ἄρ­ρη­τες ἀλ­λὰ σα­φεῖς ἀ­να­γω­γὲς στὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, δη­λα­δὴ τὴ σω­στὴ δι­α­χεί­ρι­ση τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ, τὸ συ­νο­λι­κὸ φι­λο­σο­φι­κὸ corpus τοῦ Ludwig Wittgenstein, τὴ γλωσ­σι­κὴ στρο­φὴ καὶ τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας νὰ συ­νά­πτει ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς κι ἐ­σω­τε­ρι­κὲς σχέ­σεις μὲ τὴ φι­λο­σο­φί­α(4), πα­ρὰ τὴν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­σή­ της. Φω­τί­ζον­τας αὐ­τὴ τὴ δι­ά­στα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ το­πο­θε­τη­θεῖ ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τα μὲ τὸν Roas, ὅ­μως τὸν πα­ρου­σι­ά­ζου­με ἐ­δῶ, ἐ­πει­δὴ στὸ δεύ­τε­ρο κεί­με­νό του, τὸ προ­τε­λευ­ταῖ­ο τοῦ τό­μου, ἐκ­θέ­τει τὴν ὑ­περ­τρο­φι­κὴ συγ­γρα­φι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα καὶ πα­ρα­γω­γὴ ἀν­θο­λο­γι­ῶν καὶ τοὺς θε­ω­ρη­τι­κούς, πρα­κτι­κοὺς καὶ προ­σω­πι­κοὺς λό­γους ποὺ ὑ­πο­κι­νοῦν τοὺς ἀν­θο­λό­γους νὰ συ­νε­νώ­σουν συγ­κε­κρι­μέ­να κεί­με­να ὑ­πὸ τὴ σκέ­πη ἑ­νὸς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νου ἔρ­γου καὶ νὰ ἐ­πι­λέ­ξουν μιὰ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀ­κο­λου­θί­α. Ἔ­τσι, ἐκ­φρά­ζει τὴν ἀν­τί­θε­σή του στὸ ἐν­δε­χό­με­νο τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται μα­ζι­κό­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, νὰ κα­τα­λή­ξει στὴν πλά­νη τῆς «πα­νί­ε­ρης ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς φόρ­μας» τῆς ἐ­πο­χῆς μας, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ Ro­as.

            Πρὸς τὴν ἴ­δια κα­τεύ­θυν­ση κα­τα­γρα­φῆς τῆς πα­ρα­γω­γῆς τῆς (ὑ­περ)σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης κι­νοῦν­ται καὶ ἡ Stella Maris Pog­gian μὲ τὸν Ri­car­do Ha­ye, ὁ Ja­vier Os­wal­do Mo­re­no Ca­ro καὶ ὁ Ra­úl Mi­ra­nda στὴν τρί­τη ἑ­νό­τη­τα, «Πλατ­φόρ­μες πα­ρα­γω­γῆς καὶ δι­ά­χυ­σης», οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐν­το­πί­ζουν καὶ ἀ­να­λύ­ουν τὴν πλη­θώ­ρα (ὑ­περ)σύν­το­μων ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν δο­μῶν στὸ σύγ­χρο­νο κι­νη­μα­το­γρά­φο, τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια καὶ τὸ ντο­κι­μαν­τέρ, ἀν­τί­στοι­χα. Ὁ­μοί­ως καὶ ὁ Ba­si­lio Pu­ja­nte ποὺ ἑ­στιά­ζει στὴ σχέ­ση με­τα­ξὺ ἱ­στο­λο­γί­ων καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀλ­λὰ θε­ω­ρεῖ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὴ φαι­νο­με­νι­κὴ ἁ­πλό­τη­τα τῶν κει­μέ­νων ποὺ προ­κύ­πτουν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ὁ­λο­έ­να καὶ στε­νό­τε­ρη σχέ­ση πα­ρά­γον­τες ποὺ βελ­τι­ώ­νουν τὴν ποι­ό­τη­τα ρη­μα­τι­κῆς ἔκ­φρα­σης κι εὐ­νο­οῦν τὴν προ­σω­πι­κή, ἐκ­δη­μο­κρα­τίζο­ντάς τη σὲ εὐ­ρεί­α κλί­μα­κα. Ἐ­νι­σχυ­τι­κὰ λει­τουρ­γεῖ καὶ ἡ το­πο­θέ­τη­ση τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ John Patrick Allen, ποὺ πα­ρου­σιά­ζει πα­νο­ρα­μι­κὰ τὴν ὑ­περ­μι­κρὴ ἀ­φή­γη­ση 140 χα­ρα­κτή­ρων τοῦ Twitter καὶ στο­χά­ζε­ται γιὰ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα ὅ­ρια τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κει­μέ­νου ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα στὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης.

            Ξε­περ­νών­τας αὐ­τὰ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ὅ­ρια, ὁ ἐ­πί­σης Ἀ­με­ρι­κα­νὸς John Proctor, πα­ρου­σιά­ζει τὶς ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στες δυ­να­τό­τη­τες ποὺ προ­σφέ­ρει ἡ (ὑ­περ) συν­το­μί­α καὶ στὸ δο­κι­μια­κὸ λό­γο. Αὐ­τὲς κα­τα­γρά­φει μέ­σα ἀ­πὸ τὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πρό­γραμ­μά του The beginning and the end (Ἡ ἀρ­χὴ καὶ τὸ τέ­λος), ὀρ­γα­νι­κὸ τμῆ­μα τοῦ πο­λυ­ε­τοῦς προ­γράμ­μα­τος The List and the Story (Ἡ λί­στα καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α) στὸ ἱ­στο­λό­γιό του, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να πα­λίμ­ψη­στο ἡ­με­ρο­λο­για­κῆς γρα­φῆς, ἀ­φο­ρι­σμῶν, πο­λι­τι­σμι­κῆς/λο­γο­τε­χνι­κῆς/μου­σι­κῆς κρι­τι­κῆς καὶ με­τα­λό­γου.

            Οἱ πα­ρα­πά­νω ἀ­πα­ραί­τη­τες το­πο­θε­τή­σεις γιὰ τὴν ἐμ­βά­θυν­ση τῆς ἔ­ρευ­νας, ἀ­πο­δυ­να­μώ­νουν με­ρι­κῶς τὴν κει­με­νο­κεν­τρι­κὴ καὶ ὁ­λι­στι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τοῦ Roas, ἂν σκε­φτεῖ κα­νεὶς ὅ­τι ἀ­φο­ροῦν προ­βλη­μα­τι­σμοὺς ποὺ ἐ­γεί­ρον­ται γε­νι­κὰ γιὰ τὴ χρή­ση καὶ τὸ ρό­λο τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας. Τὰ ἠ­θι­κὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ θί­γον­ται δι­ε­ρευ­νῶν­ται καὶ στὸ πλαί­σιο τῶν σύγ­χρο­νων Κοι­νω­νι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν ποὺ κα­τα­γρά­φουν τὶς με­τα­βαλ­λό­με­νες πτυ­χὲς τῆς συμ­βο­λι­κῆς τά­ξης, τοῦ με­ταν­θρω­πι­σμοῦ, τῶν θε­ω­ρί­ων τοῦ χά­ους καὶ τῶν δι­κτύ­ων, τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας, ὑ­λι­κό­τη­τας καὶ πο­λυ­ση­μί­ας τῆς ἔν­νοι­ας τοῦ κό­σμου. Τί­θεν­ται με­θο­δο­λο­γι­κὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ ἀν­τι­κεί­με­να γιὰ τὴ με­τα-κλα­σι­κὴ Ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α καὶ τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὴν ἀ­φή­γη­ση ὡς ἀν­τι­κεί­με­νο στὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα ὡς κα­τά­στα­ση. Ἀ­να­φέ­ρον­ται ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς προ­κλή­σεις ποὺ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὶς Ψη­φια­κὲς Ἀν­θρω­πι­στι­κὲς Σπου­δὲς ἢ/καὶ τὶς Πο­λι­τι­σμι­κές, ποὺ με­λε­τοῦν νέ­ες μορ­φὲς συλ­λο­γι­κό­τη­τας καὶ τὴν ἀ­ξί­α τῆς χρή­σης τῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὴν κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή, ἢ ἑρ­μη­νεύ­ον­ται στὸ πλαί­σιο ρευ­μά­των ὅ­πως ὁ νέ­ος ἱ­στο­ρι­σμός, ποὺ ἐ­ξε­τά­ζει κά­θε πο­λι­τι­σμι­κὸ γε­γο­νὸς ὡς «προ­ϊ­όν της κουλ­τού­ρας του ποὺ ἐ­πη­ρε­ά­ζει μὲ τὴ σει­ρά του αὐ­τὴ τὴν κουλ­τού­ρα» (Τζι­ό­βας, 2017: 3, 19, 547). Ἑ­πο­μέ­νως, οἱ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ὑ­πο­θέ­σεις τοῦ Roas, δὲν ἐ­πα­λη­θεύ­ον­ται πλή­ρως, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ ζή­τη­μα «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» νὰ χρί­ζει πε­ραι­τέ­ρω δι­ε­ρεύ­νη­σης.

            Ἡ το­πο­θέ­τη­ση τοῦ Ottmar Ette, ἱ­δρυ­τῆ τοῦ τμή­μα­τος Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Potsdam, φαί­νε­ται νὰ ἀ­παν­τά­ει ἐκ πρώ­της στὴν ἄ­πο­ψη τοῦ Roas. Ο Ette χρη­σι­μο­ποι­εῖ πλη­θώ­ρα πα­ρεμ­φε­ρῶν ὅ­ρων γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(5). Δι­αρ­θρώ­νει ἕ­να πα­νό­ρα­μα ἀ­πὸ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα, θε­μα­το­λο­γί­α καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ποὺ συλ­λέ­γει ἀ­πὸ τὴν ἀ­παρ­χὴ τοῦ ἔν­τε­χνου λό­γου μὲ κρι­τή­ριο τὸ βαθ­μὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας (Ἔ­πος τοῦ Γκιλ­γκα­μές, Ἴ ΤσίνγκΒι­βλί­ο τῶν ἀλ­λα­γῶν, Ὁ­μη­ρι­κὰ Ἔ­πη, Βί­βλος, ρω­σι­κὴ μυ­θι­στο­ρί­α, συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Ἐλ­βε­τοῦ Martin Suter[6]). Θε­ω­ρη­τι­κο­ποι­εῖ τὴ σχέ­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­έ­να­ης κί­νη­σης προ­τεί­νον­τας ἕ­να σύν­θε­το ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ σχῆ­μα mociónemoción (κί­νη­ση –συ­ναί­σθη­μα), ἐ­φό­σον θε­ω­ρεῖ ὅ­τι τὸ ἕ­να κι­νη­το­ποι­εῖ τὸ ἄλ­λο καὶ εἶ­ναι ἀλ­λη­λέν­δε­τα στὸ σύ­νο­λο τῶν πο­λὺ σύν­το­μων ἀ­φη­γή­σε­ων δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ οἰ­κου­με­νι­κά. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Ette, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α προ­σφέ­ρει αἰ­σθη­τι­κὴ ἀ­πό­λαυ­ση, ρέ­πει πρὸς τὴν αἰ­σθη­τι­κή του bricolage (τὴν ὁ­ποί­α θε­ω­ρεῖ ὡς πο­λι­τι­σμι­κὴ τε­χνι­κὴ) καὶ τοῦ modèle rèduit ὅ­πως τὰ ὅ­ρι­σε ὁ Claude Levi-Strauss(7) καὶ τὰ ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζει ὁ Ette, ἀ­παν­τών­τας θε­τι­κὰ στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἐ­ὰν «τὸ μι­κρὸ εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ο». Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ συμ­φω­νεῖ οὐ­σι­α­στι­κὰ μὲ τὸν Με­ξι­κα­νὸ Lauro Zavala, ποὺ ἤ­δη ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες δι­ε­θνεῖς δη­μο­σι­εύ­σεις του εἶ­χε ἐ­πι­στή­σει τὴν προ­σο­χὴ ὅ­τι ὀ­φεί­λου­με νὰ ἐ­λέγ­ξου­με καὶ κα­τὰ πό­σο τὸ ζή­τη­μα «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» εἶ­ναι καὶ ζή­τη­μα αἰ­σθη­τι­κῆς(8). Ὡ­στό­σο, ὁ Ette, προ­βλη­μα­τί­ζε­ται μὲ τὰ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα ποὺ ὑ­φί­σταν­ται καὶ ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὴ σύγ­χυ­ση ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ ἐ­φαρ­μο­γὴ τῆς ὑ­πάρ­χου­σας τυ­πο­λο­γί­ας καὶ με­θο­δο­λο­γί­ας. Ἔ­τσι, ἀ­πο­βλέ­πει στὸν κρί­σι­μο ρό­λο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­λά­βει ἡ να­νο­φι­λο­λο­γί­α ὡς πο­λι­τι­σμι­κὴ θε­ω­ρί­α. Δι­α­τεί­νε­ται ὅ­τι σὲ ἕ­να ἀ­νοι­κτὸ σύ­στη­μα, ὅ­πως ἡ λο­γο­τε­χνί­α, εἶ­ναι θε­μι­τὴ ἡ ἀ­τα­ξί­α καὶ τεκ­μη­ρι­ώ­νει ὅ­τι ἡ «ἄ­τα­κτη καὶ ἀ­νή­συ­χη» microficción (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ ἐρ­γα­στή­ριο μελ­λον­τι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν εἰ­δῶν.

            Ὁ Ary Malaver κι­νεῖ­ται πα­ράλ­λη­λα μὲ τὸν Ette. Συν­δέ­ει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τὴ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α καὶ προ­τεί­νει δύ­ο προ­σεγ­γί­σεις «να­νο(τε­χνο)φι­λο­λο­γι­κὲς» —μί­α φθί­νου­σα καὶ μιὰ ἀ­νο­δι­κὴ— γιὰ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τὸ σχη­μα­τι­σμὸ αὐ­τοῦ του εἴ­δους κει­μέ­νων. Ἡ πρώ­τη πλη­σιά­ζει στὸν πυ­ρή­να τοῦ ἐ­λά­χι­στου μέ­σω τῆς μεί­ω­σης ἢ ἀ­φαί­ρε­σης, ἐ­νῶ ἡ δεύ­τε­ρη ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται στὴ σύν­θε­ση σύν­το­μων ρη­μα­τι­κῶν κα­τα­σκευ­ῶν. Καὶ οἱ δύ­ο προ­ω­θοῦν ἐ­νερ­γὰ τὴ συ­ζή­τη­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὴν αὐ­το­δι­ά­θε­σή της.

            Στὸ ἄλ­λο ἄ­κρο τοῦ ἐκ­κρε­μοῦς, βρί­σκε­ται ἡ ὑ­πό­θε­ση τοῦ Lauro Zavala ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὄ­ρο minificción) εἶ­ναι τὸ νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ποὺ θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν 21ο αἰ. Ἡ πα­ρου­σί­α­σή του λαμ­βά­νει ὡς δε­δο­μέ­νη τὴν ἀλ­λα­γὴ πα­ρα­δείγ­μα­τος ποὺ ἔ­χει ἀ­πο­δεί­ξει στὴ γνω­στό­τε­ρη με­λέ­τη του συλ­λο­γῆς, κα­τα­γρα­φῆς καὶ τα­ξι­νό­μη­σης κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη με­ξι­κα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α(9), ἂν καὶ ἡ με­θο­δο­λο­γί­α του δι­χά­ζει καὶ ἡ τυ­πο­λο­γί­α του ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἕ­ξι κύ­ρια ἄ­λυ­τα θε­ω­ρη­τι­κὰ κι ἑρ­μη­νευ­τι­κὰ προ­βλή­μα­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ὁ ἴ­διος ἔ­χει ἀ­να­δεί­ξει. Στὸν τό­μο ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζου­με ἐ­δῶ, ἑ­στιά­ζει στὸ στρα­τη­γι­κὸ χῶ­ρο ποὺ κα­τα­λαμ­βά­νει τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴν πλει­ο­ψη­φία τῶν κει­μέ­νων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ κα­λύ­πτουν τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς με­ξι­κα­νι­κῆς καὶ ἰ­σπα­νό­φω­νης πα­ρα­γω­γῆς τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἀ­να­λύ­ει τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ἡ ἔ­ρευ­να πρέ­πει νὰ στρα­φεῖ καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα, τὴν ἔν­τυ­πη μορ­φὴ καὶ τὴ ρη­μα­τι­κὴ ἔκ­φρα­ση προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, το­πο­θέ­τη­ση τὴν ὁ­ποία θε­ω­ροῦ­με κρί­σι­μη προ­κει­μέ­νου νὰ πε­ρι­ο­ρι­στεῖ ὁ σχε­τι­κι­σμὸς καὶ τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα.

            Στὴν ἴ­δια πλευ­ρά, τῆς δε­δο­μέ­νης ἀλ­λα­γῆς Πα­ρα­δείγ­μα­τος, το­πο­θε­τοῦν­ται ἡ Adriana Azucena Rodríguez καὶ ὁ Juan Αrmando Epple. Ἡ Rodríguez ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­τι τὸ ὑ­περ­φυ­σι­κὸ ἀ­πο­τε­λεῖ δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο στὴν ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κα­νι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν πρω­το­φα­νῆ ἱ­κα­νό­τη­τά της νὰ ὑ­περ­βαί­νει τὰ ὅ­ρια τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, πα­ρὰ τὴν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­σή της. Ὁ Epple, ἑ­στιά­ζει στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη ἀ­στυ­νο­μι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, μὲ βά­ση τὴν τυ­πο­λο­γι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ Tzvetan Todorov, καὶ στὸ κα­τὰ πό­σο ἱ­κα­νο­ποι­εῖ τὴν αὐ­ξα­νό­με­νη προ­τί­μη­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν στὴν ἀ­στυ­νο­μι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α.

            Πα­ράλ­λη­λα κι­νοῦν­ται καὶ οἱ Gonzalo Baptista, Natalia Cadillo Alonso, Óscar Gallegos καὶ Karina Elizabeth Vázquez οἱ ὁ­ποῖ­οι με­λε­τοῦν δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πτυ­χὲς τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ξε­χω­ρί­ζουν οἱ José de la Colina, Luisa Josefina Hernández καὶ ὁ Luis Loayza. Ἡ Gloria Ramirez Fermín ἀ­να­λύ­ει τὸ ρό­λο τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ καὶ τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς δο­μῆς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Max Aub μὲ τί­τλο Crímenes ejemplares(10) ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­ρι­στούρ­γη­μα τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

            Δι­α­φω­τι­στι­κό, καὶ σὲ πα­ρεμ­φε­ρὲς πλαί­σιο ἐ­λέγ­χου ἀλ­λα­γῆς Πα­ρα­δείγ­μα­τος, εἶ­ναι τὸ πα­νό­ρα­μα τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ πα­ρου­σιά­σει ἡ Barbara Fraticelli στὴν τέ­ταρ­τη ἑ­νό­τη­τα, ὅ­που χαρ­το­γρα­φοῦν­ται ἔρ­γα, συγ­γρα­φεῖς καὶ ἱ­στο­ρι­κὲς πε­ρί­ο­δοι ἀκ­μῆς καὶ πα­ρακ­μῆς τοῦ εἴ­δους. Δί­νε­ται μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ χρή­σι­μη βά­ση δε­δο­μέ­νων σὲ δι­α­χρο­νι­κὴ κλί­μα­κα, μὲ με­ρι­κὴ ἑ­στί­α­ση στὸ ἔρ­γο συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως τοῦ Italo Calvino, τῆς Eliana Elia, τῆς Eugenia Serafini, κ.ἄ. Πιὸ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νες, χρο­νι­κὰ καὶ γε­ω­γρα­φι­κὰ στο­χευ­μέ­νες, εἶ­ναι οἱ με­λέ­τες τῶν Julio María Fernández Meza, Bruno Silva Rodríguez καὶ Margaret Stefanski. Ὁ πρῶ­τος ἐ­ξε­τά­ζει τὴ δο­μὴ καὶ τὴ λει­τουρ­γί­α τῶν ἀ­φο­ρι­σμῶν τοῦ Γερ­μα­νοῦ φυ­σι­κοῦ Georg Lichtenberg (1742-1799), μὲ χρή­σι­μες συγ­κρί­σεις μὲ πα­ρα­δείγ­μα­τα καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α (π.χ. Ἱπ­πο­κρά­της). Ὁ δεύ­τε­ρος δι­ε­ρευ­νᾶ τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν Πορ­το­γα­λί­α, πε­ρί­ο­δος ποὺ ἔ­χει ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἡ Stefanski, μᾶς συ­στή­νει τὴν πο­λω­νι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δὲν ἔ­χει με­λε­τη­θεῖ σὲ βά­θος, πα­ρὰ τὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ πλοῦ­το της, καὶ ἀ­να­λύ­ει τὸ ἔρ­γο δύ­ο Πο­λω­νῶν συγ­γρα­φέ­ων: τοῦ Stanisław Stachura καὶ τοῦ Sławomir Mrożek, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὴν ποι­η­τι­κή τους ποὺ δι­α­τέ­μνε­ται ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέ­α τῆς συν­το­μί­ας.

            Ἡ πέμ­πτη ἑ­νό­τη­τα, μὲ γε­νι­κὸ τί­τλο Σύν­το­μος ἄ­τλαν­τας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας κι­νεῖ­ται ἐ­πί­σης πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ θέ­ση τοῦ Zavala, ἐ­φό­σον ἐ­ξε­τά­ζον­ται ἐ­θνι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ες στὶς ὁ­ποῖ­ες κα­τα­γρά­φον­ται ἀρ­χι­κὰ ἐν­δεί­ξεις ἀλ­λα­γῆς Πα­ρα­δείγ­μα­τος καὶ ἡ πε­ραι­τέ­ρω δι­ε­ρεύ­νη­ση ἴ­σως ἐ­πι­λύ­σει κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ προ­α­να­φερ­θέν­τα με­θο­δο­λο­γι­κὰ καὶ τυ­πο­λο­γι­κὰ προ­βλή­μα­τα καὶ νὰ ἄ­ρει ἑρ­μη­νευ­τι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα. Ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ τὶς με­λέ­τες ἕ­ξι ἐ­ρευ­νη­τρι­ῶν: Ana Sofía Marques Viana Ferreira, M.J. Fievre, Barbara Fraticelli, Dóra Bakucz, Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου καὶ Kristín Guôrún Jónsdóttir ποὺ πε­ρι­η­γοῦν­ται σὲ ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ ἀ­χαρ­το­γρά­φη­τες γε­ω­γρα­φι­κὲς πε­ρι­ο­χὲς ὅ­πως ἡ Πορ­το­γα­λί­α καὶ ἡ Βρα­ζι­λί­α, ἡ Ἀ­ϊ­τὴ καὶ οἱ Γαλ­λι­κὲς Ἀν­τίλ­λες, ἡ Ἰ­τα­λί­α καὶ ἡ Ρου­μα­νί­α, ἡ Οὐγ­γα­ρί­α, ἡ Ἑλ­λά­δα καὶ ἡ Ἰσ­λαν­δί­α, ἀν­τί­στοι­χα, καὶ πα­ρου­σιά­ζουν τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα τυ­πο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ κά­θε πε­ρί­πτω­σης, ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις ποὺ φέ­ρουν ση­μά­δια ρή­ξης μὲ τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κρι­τι­κή. Αὐ­τὴ ἡ ἐ­ρε­θι­στι­κὴ πε­ρι­πλά­νη­ση ἀ­πο­πνέ­ει τὴν πιὸ φι­λό­δο­ξη πλευ­ρὰ τοῦ συ­νο­λι­κοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος τοῦ τό­μου δι­ό­τι ἐν­τεί­νει τὴν ἀ­τα­ξί­α τοῦ δι­ε­θνοῦς δι­α­λό­γου, ἐ­φό­σον συμ­πυ­κνώ­νει σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ σε­λί­δες μιὰ τε­ρά­στια ἔ­κτα­ση πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στὴ δι­α­χρο­νι­κὴ καὶ συγ­χρο­νι­κὴ ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, αὐ­ξά­νον­τας τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς δι­ε­ρεύ­νη­σής της. Ὑ­πόρ­ρη­τα φι­λο­δο­ξεῖ νὰ με­τριά­σει τὸν θε­ω­ρη­τι­κὸ καὶ πο­λι­τι­σμι­κὸ σχε­τι­κι­σμὸ ποὺ εὐ­νο­εῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ἕ­ως τώ­ρα θε­ω­ρη­τι­κὴ πο­λυ­φω­νί­α καὶ ἀ­νη­συ­χεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν Zavala. Ἀ­ξί­ζει νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι σὲ αὐ­τὸ τὸ τμῆ­μα συγ­κεν­τρώ­νον­ται πολ­λὰ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ κεί­με­να τῶν χω­ρῶν αὐ­τῶν με­τα­φρα­σμέ­να γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἀγ­γλι­κὴ ἢ ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα.

            Ἂν καὶ εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα αἰ­σθη­τὴ ἡ ἔλ­λει­ψη το­πο­θέ­τη­σης ἐ­ρευ­νη­τῶν ἀ­πὸ τὴν Ἀ­σί­α καὶ τὴν Ἀ­φρι­κή, ὅ­πως καὶ ἀ­πὸ ἄλ­λες χῶ­ρες μὲ με­γά­λη λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση (π.χ. Γαλ­λί­α, Η.Π.Α., Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ Ρω­σί­α) τῶν ἡ­πεί­ρων ποὺ ἐκ­προ­σω­ποῦν­ται ἤ­δη στὸν τό­μο (Εὐ­ρώ­πη, Βό­ρεια καὶ Νό­τια Ἀ­με­ρι­κή), τὸ ὅ­λο ἐγ­χεί­ρη­μα τοῦ τό­μου εἶ­ναι κομ­βι­κό: συγ­κεν­τρώ­νει με­γά­λο τμῆ­μα τῶν τε­λευ­ταί­ων ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν ἐ­ξε­λί­ξε­ων, χαρ­το­γρα­φεῖ ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τα πε­δί­α καὶ θέ­τει νέ­α ζη­τή­μα­τα ἐ­πα­λη­θεύ­ον­τας τὴν ἄ­πο­ψη τῆς πλει­ο­ψη­φί­ας τῶν με­λε­τη­τῶν ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­φή­με­ρη τά­ση, ἀλ­λὰ τρό­πο σκέ­ψης ποὺ θὰ ἀ­πα­σχο­λεῖ γιὰ και­ρὸ τὴ δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὴ ἔ­ρευ­να καὶ πα­ράλ­λη­λα θὰ ἀ­να­νε­ώ­νε­ται ἡ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ὅ­λα τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη.

            Αὐ­τὸ προ­κύ­πτει καὶ ἀ­πὸ τὴν ἕ­κτη καὶ τε­λευ­ταί­α ἑ­νό­τη­τα τοῦ τό­μου, Τὸ μέλ­λον τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει σύν­το­μες πα­ρεμ­βά­σεις τῶν Lauro Zavala, Ana María Shua, Raúl Miranda, David Roas, Raúl Brasca καὶ Ottmar Ette —με­ρι­κὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς δὲν ξε­περ­νοῦν τὴ μί­α σε­λί­δα— ἐν εἴ­δει ἐ­πι­πλέ­ον ζη­τη­μά­των πρὸς πε­ραι­τέ­ρω δι­ε­ρεύ­νη­ση καὶ πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση.

            Ὅ­λα τα πα­ρα­πά­νω ἐλ­πί­ζου­με νὰ ἐ­πα­νε­ξε­τα­στοῦν στὸ 10ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ θὰ δι­ε­ξα­χθεῖ 21-23 Ἰ­ου­νί­ου 2018 στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ St. Gallen(11) τῆς Ἐλ­βε­τί­ας μὲ θέ­μα Vivir lo breve: nanofilologia y microformatos en obras de arte (Βι­ώ­νον­τας τὴ συν­το­μί­α: να­νο­φι­λο­λο­γί­α καὶ μι­κρὲς φόρ­μες σὲ ἔρ­γα τέ­χνης).


Μά­ϊος, 2018

Ση­μει­ώ­σεις
            (1) Ὁ τό­μος Minificción y nanofilologia. Latitudes de la hiperbrevedad, ed. Ana Rueda, I­be­ro­a­me­ri­ca­na Vervuert, Madrid, 2017, δὲν κυ­κλο­φο­ρεῖ σὲ ἑλ­λη­νι­κὴ με­τά­φρα­ση. Γιὰ τὴν κρι­τι­κὴ του πα­ρου­σί­α­ση ἐ­δῶ οἱ με­τα­φρά­σεις εἶ­ναι δι­κές μου.
            (2) Προ­τεί­νω τὸν σύν­θε­το ὅ­ρο «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α», ὡς πλη­σι­έ­στε­ρο στὸν ἀν­τί­στοι­χο ἀγ­γλι­κὸ καὶ ἰ­σπα­νι­κὸ microfiction–mi­ni­fic­ción, τοὺς ὁ­ποί­ους θε­ω­ρῶ πι­θα­νό­τε­ρους νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σουν καὶ ὡς πλη­ρέ­στε­ρο γιὰ τὸν τύ­πο αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων.
            (3) Ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ βα­ρύ­τη­τα ποὺ δί­νε­ται στὴ γλωσ­σα­να­λυ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση, στὴ γε­νε­α­λο­γί­α τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, στὴν ὁ­ρο­λο­γί­α, στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α, στὴν πρόσ­λη­ψη, στὴν πο­λι­τι­σμι­κὴ κρι­τι­κή, στὸ ρό­λο τῶν Νέ­ων Μέ­σων, κ.ἄ.
            (4) Ἡ σχέ­ση αὐ­τὴ ἐ­λέγ­χε­ται μὲ βά­ση τὴν ἑ­στί­α­ση στὸ μυ­θο­πλα­στι­κὸ λό­γο, τὴν πρώ­τη ὕ­λη τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κει­μέ­νου, ἡ ὁ­ποί­α στὴν πε­ρί­πτω­ση ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς σχέ­σης μὲ τὴ φι­λο­σο­φί­α ἀ­πο­τε­λεῖ δε­ξα­με­νὴ ἰ­δε­ῶν, θε­μα­τι­κῶν ἐν­νοι­ῶν, χα­ρα­κτή­ρων, πρά­ξε­ων, νο­η­τι­κῶν πει­ρα­μά­των, κ.ἄ., καὶ δι­ευ­κο­λύ­νει πολ­λα­πλῶς τὴ φι­λο­σο­φι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κή. Στὴν πε­ρί­πτω­ση ἐ­σω­τε­ρι­κῆς σχέ­σης ὁ μυ­θο­πλα­στι­κὸς λό­γος μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ πη­γὴ ὅ­λων τῶν πα­ρα­πά­νω καὶ νὰ ἐμ­πλου­τί­ζει τὴ φι­λο­σο­φι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κή: τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο νὰ βα­σί­ζε­ται σὲ κά­ποι­ο συ­στη­μα­τι­κὸ φι­λο­σο­φι­κὸ στο­χα­σμὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐν­σω­μα­τώ­νει, ἐν­στερ­νί­ζε­ται ἢ μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο συν­δι­α­λέ­γε­ται κρι­τι­κὰ μα­ζί του. Ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα ποὺ δί­νει ὁ Κούν­τε­ρα εἶ­ναι ἡ «Με­τα­μόρ­φω­ση» τοῦ Κάφ­κα, ἕ­ναν ἀπὸ τοὺς προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: «συλ­λαμ­βά­νει μί­α δυ­να­τό­τη­τα τῆς ὕ­παρ­ξης (δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τοῦ κό­σμου του) καὶ μᾶς κά­νει νὰ βλέ­που­με τί εἴ­μα­στε, γιὰ ποι­ές πρά­ξεις εἴ­μα­στε ἱ­κα­νοί.»
            (5) Με­ρι­κοὶ μό­νο ἀ­πὸ αὐ­τοὺς εἶ­ναι οἱ microrrelato, microcuento, minificción, micronarración, mi­cro­tex­to, prosa breve, narración corto, miniaturas, τοὺς ὁ­ποί­ους δι­α­τη­ρῶ ἀ­με­τά­φρα­στους, δι­ό­τι στό­χος τῆς πα­ρά­θε­σής τους εἶ­ναι νὰ το­νι­στεῖ ἡ ἀ­νάγ­κη εὕ­ρε­σης ἑ­νὸς κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτοῦ ὄ­ρου καὶ κοι­νῆς τυ­πο­λο­γί­ας, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ πο­λυ­φω­νί­α δι­ευ­ρύ­νει τὸ ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὸ πε­δί­ο καὶ ἀρ­κε­τοὶ με­λε­τη­τὲς (ὅ­πως ὁ Ette) τὴν ἀ­ξι­ο­ποι­οῦν πρὸς αὐ­τὴ τὴν κα­τεύ­θυν­ση.
            (6) Suter Martin, Abschalten. Die Business Class macht Ferien. Δὲν ἀ­να­φέ­ρον­ται πε­ραι­τέ­ρω στοι­χεῖ­α. Τὸ βι­βλί­ο κυ­κλο­φο­ρεῖ σὲ ἑλ­λη­νι­κὴ με­τά­φρα­ση μὲ τί­τλο Business Class: ἱ­στο­ρί­ες ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κῆς τρέ­λας, μτφ. Μαί­ρη Λι­βα­νί­ου, Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2003.
            (7) bricolage· ὅ­ρος ποὺ εἰ­σή­γα­γε ὁ Claude Levi -Strauss, γιὰ τὸ καλ­λι­τέ­χνη­μα ἀ­πὸ ὅ,τι ὑ­λι­κὰ ἔ­χει ὁ μά­στο­ρας (bricoleur) στὰ χέ­ρια του. Ὁ G. Genette, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὅ­ρο με­τα­φο­ρι­κὰ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κρι­τι­κή. Στὸ Palimpsestes (1982), ὁ­ρί­ζει τὸ bricolage ὡς «τὴν κα­τα­σκευ­ὴ κά­τι και­νού­ριου ἀ­πὸ κά­τι πα­λιὸ» καὶ τὸν χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἐ­ναλ­λὰξ μὲ τὸν ὅ­ρο pastiche, ὡς μιὰ ἀ­κό­μα δι­α­κή­ρυ­ξη ὑ­περ-κει­με­νι­κό­τη­τας. modèle rèduit· ὅ­ρος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Claude Levi-Strauss στὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἄ­γρια σκέ­ψη (1962): «οἱ γι­α­πω­νέ­ζι­κοι τύ­ποι, οἱ μι­κρο­γρα­φί­ες αὐ­το­κι­νή­των καὶ τὰ κα­ρά­βια στὶς μπο­τί­λι­ες εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ στὴ γλώσ­σα τῆς μα­στο­ρι­κῆς ὀ­νο­μά­ζε­ται “μον­τέ­λο σὲ μι­κρὴ κλί­μα­κα”», σ. 120 στὸ Ἄ­γρια σκέ­ψη, μτφ. Εὔ­α Καλ­πουρ­τζῆ, Πα­πα­ζή­σης, Ἀ­θή­να, 1977.
            (8) Zavala Lauro, La minificción bajo el microscopio, México: Universidad Nacional Autónoma de México, 2006.
            (9) Zavala Lauro, Seis problemas para la minificción, un género del tercer milenio: Brevedad, Di­ve­rsi­dad, Complicidad, Fractalidad, Fugacidad, Virtualidad, 2010, δι­α­θέ­σι­μο στὸν σύνδεσμο ἐδῶ.
            (10) Aub Max, Πα­ρα­δειγ­μα­τι­κοὶ φό­νοι, μτφ. Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης, Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2002.
            (11) Ἡ ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ συ­νε­δρί­ου γιὰ πε­ραι­τέ­ρω πλη­ρο­φο­ρί­ες στὸν σύν­δε­σμο ἐ­δῶ.
Βι­βλι­ο­γρα­φί­α
  1. Ταί­η­λορ Τσαρ­λς, Πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κό­τη­τα, μτφ. Φ. Παι­ο­νί­δης, Πό­λις, Ἀ­θή­να, 2010.
  2. Τζι­ό­βας Δη­μή­τρης, Ἡ πο­λι­τι­σμι­κὴ ποι­η­τι­κὴ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας. Ἀ­πὸ τὴν ἑρ­μη­νεί­α στὴν ἠ­θι­κή, Πα­νε­πι­στη­μια­κὲς Ἐκ­δό­σεις Κρή­της, Ἡ­ρά­κλει­ο, 2017.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.