Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#14]

 

Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού


ΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ε­πι­στρέ­φει σπί­τι του και πιά­νει τη γυ­ναί­κα του στα πρά­σα με έ­ναν σκί­ου­ρο στο κρε­βά­τι. Η γυ­ναί­κα του τρο­μαγ­μέ­νη τον κοι­τά­ζει πά­νω α­πό τα σκε­πά­σμα­τα, κα­λυμ­μέ­νη ώς τη μύ­τη. Το κε­φα­λά­κι του σκί­ου­ρου ί­σα που ξε­προ­βάλ­λει κι αυ­τό δί­πλα της. Οι δρά­στες φαί­νον­ται τό­σο γε­λοί­οι μα­ζί που εί­ναι α­δύ­να­το στον άν­τρα να συγ­κρα­τή­σει τον ε­αυ­τό του, ξε­σπά­ει σε γέ­λια. Όρ­θιος στην πόρ­τα κοι­τά­ζει τα σκόρ­πια ρού­χα της γυ­ναί­κας του στο πά­τω­μα, τους ξη­ρούς καρ­πούς ε­δώ κι ε­κεί και η κα­τά­στα­ση πο­λύ γρή­γο­ρα ε­ξε­λίσ­σε­ται σε κλαυ­σί­γε­λο. Ξαφ­νι­κά ο άν­τρας κο­κα­λώ­νει, χλω­μιά­ζει κι ε­ξα­φα­νί­ζε­ται. Η γυ­ναί­κα κοι­τά­ζει έν­τρο­μη τον σκί­ου­ρο, πε­τά­γε­ται γυ­μνή α­πό το κρε­βά­τι και τρέ­χει έ­ξω α­πό το δω­μά­τιο, πί­σω α­πό τον άν­τρα της. Ο σκί­ου­ρος τι­νά­ζε­ται τρο­μαγ­μέ­νος κά­τω α­πό τα σκε­πά­σμα­τα. Α­κού­ει φω­νές, ουρ­λια­χτά και πη­δά­ει στο μα­ξι­λά­ρι, α­πό ε­κεί στο πά­τω­μα, αρ­πά­ζει μια χού­φτα καρ­πούς, σαλ­τά­ρει στο περ­βά­ζι του πα­ρα­θύ­ρου, στέ­κε­ται α­σά­λευ­τος για μια στιγ­μή, ή­συ­χος σα νε­κρός κι έ­πει­τα πη­δά­ει προς την έ­ξο­δο κιν­δύ­νου. Ε­κεί­νη α­κρι­βώς τη στιγ­μή η λε­πί­δα ε­νός τσε­κου­ριού καρ­φώ­νε­ται στο περ­βά­ζι. Ο σκί­ου­ρος τρυ­πώ­νει κι ε­ξα­φα­νί­ζε­ται μέ­σα σε έ­να κον­τι­νό κλα­δί, σκορ­πών­τας καρ­πούς παν­τού. «Ε­σύ και τα α­να­θε­μα­τι­σμέ­να σου κα­τοι­κί­δια!» ουρ­λιά­ζει ο άν­τρας στην κρε­βα­το­κά­μα­ρα α­νά­με­σα στα α­να­φι­λη­τά του. Ο σκί­ου­ρος κά­νει α­γώ­να δρό­μου α­πό δέν­τρο σε δέν­τρο μέ­χρι που α­πο­μα­κρύ­νε­ται. Κά­ποι­α στιγ­μή πι­ά­νε­ται ε­πι­τέ­λους α­πό κά­ποι­α κλα­διά στην κο­ρυ­φή ε­νός δέν­τρου για να πά­ρει α­νά­σα. Η μι­κρή του καρ­διά κον­τεύ­ει να σπά­σει. Φτά­νουν στα αυ­τιά του οι φω­νές α­πό το σπί­τι, η λε­πί­δα του τσε­κου­ριού λαμ­πυ­ρί­ζει καρ­φω­μέ­νη α­κό­μα στο πα­ρά­θυ­ρο. Λου­φά­ζει α­νά­με­σα στα φύλ­λα, κου­νών­τας την ου­ρά του πέ­ρα δώ­θε, και σκέ­φτε­ται, «Πώς στο δι­ά­ο­λο του ήρ­θε να με α­πο­κα­λέ­σει “κα­τοι­κί­διο”!»

       Αυ­τό εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[1] με τί­τλο Οι­κια­κή Φάρ­σα (Domestic Farce) του Barry Your­grau α­πό την πρώ­τη του συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ών A man jumps out of an air­plane (Ar­cade Pu­bli­shing, New York, 2017 [πρώ­τη έκ­δο­ση 1984]) που α­πο­τε­λεί ση­μεί­ο α­να­φο­ράς στο εί­δος. Ο Yourgrau, Α­με­ρι­κα­νός συγ­γρα­φέ­ας και περ­φόρ­μερ, ό­πως έ­χου­με α­να­φέ­ρει και σε προη­γού­με­νο δελ­τίο, έ­χει γεν­νη­θεί στη Ν. Α­φρι­κή και ζει ε­δώ και δε­κα­ε­τί­ες α­νά­με­σα στη Νέ­α Υ­όρ­κη και την Κων­σταν­τι­νού­πο­λη.

       Η φρά­ση του βιρ­του­ό­ζου της βρε­τα­νι­κής χι­ου­μο­ρι­στι­κής λο­γο­τε­χνί­ας Jerome K. Jerome, α­πό τη συλ­λο­γή δο­κι­μί­ων του The Idle thou­ghts of an i­dle fel­low (1886), η ο­ποί­α α­να­γρά­φε­ται στις πρώ­τες σε­λί­δες της συλ­λο­γής του Yourgrau, δι­α­περ­νά ό­χι μό­νο το συ­νο­λι­κό έρ­γο του τε­λευ­ταί­ου, αλ­λά και πολ­λών καλ­λι­ερ­γη­τών της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, προ­δρό­μων και σύγ­χρο­νων: Οι σκέ­ψεις τις ο­ποί­ες εί­μα­στε ι­κα­νοί να συλ­λά­βου­με κα­θα­ρά εί­ναι οι πο­λύ μι­κρές… Ό­λες οι με­γα­λύ­τε­ρες σκέ­ψεις εί­ναι α­σύλ­λη­πτες και τε­ρά­στι­ες για τους παι­δι­κούς εγ­κε­φά­λους μας.

       Στη δι­ε­θνή λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή το έρ­γο του κο­σμο­πο­λί­τη Your­grau συγ­κα­τα­λέ­γε­ται κά­που α­νά­με­σα στους Bre­ton, Ka­fka και Bor­ges. Κι­νεί­ται με ευ­ε­λι­ξί­α και χι­ού­μορ στη με­θό­ριο α­νά­με­σα σε ποί­η­ση, per­for­mance και πρό­ζα, αλ­λά α­πό τα πρώ­τα του βή­μα­τα πα­ρα­μέ­νει πι­στός στην α­φή­γη­ση ως κύ­ριο εκ­φρα­στι­κό του μέ­σο, ό­πως στο α­τα­ξι­νό­μη­το κεί­με­νό του με τί­τλο Apocrypha που συν­δι­α­λέ­γε­ται με την ι­στο­ρί­α του Μω­υ­σή. Δη­μο­σι­εύ­θη­κε ως πε­ζο­ποί­η­μα στο τεύ­χος του α­με­ρι­κα­νι­κού πε­ρι­ο­δι­κού Poetry τον Ι­ού­λιο του 1982[2], πριν συ­στα­θεί το ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δί­ο της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, και συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη συγ­κε­κρι­μέ­νη συλ­λο­γή. Η ι­στο­ρί­α έ­χει ως ε­ξής: έ­νας άν­τρας ψα­ρεύ­ει στην ε­ρη­μιά ό­ταν ξαφ­νι­κά βλέ­πει έ­να μω­ρό μέ­σα σε έ­να ψά­θι­νο κα­λά­θι να ε­πι­πλέ­ει α­κο­λου­θών­τας το ρεύ­μα του πο­τα­μού. Βου­τά­ει στο νε­ρό, πιά­νει το κα­λά­θι και δι­α­πι­στώ­νει ό­τι το μω­ρό εί­ναι κα­λά, τυ­λιγ­μέ­νο με χρυ­σο­ποί­κιλ­το πα­νί. Έκ­πλη­κτος κοι­τά­ζει γύ­ρω του, δεν υ­πάρ­χει ψυ­χή. Α­κουμ­πά­ει το κα­λά­θι με το μω­ρό στην ό­χθη και α­νε­βαί­νει ψη­λό­τε­ρα να ε­λέγ­ξει μή­πως υ­πάρ­χει κά­ποι­ος που το α­να­ζη­τά. Ξαφ­νι­κά έ­να δό­ρυ εκ­σφεν­δο­νί­ζε­ται α­πό το που­θε­νά, δι­α­περ­νά το κρα­νί­ο του και το σώ­μα του κα­τρα­κυ­λά στο πο­τά­μι. Τη στιγ­μή που το ρεύ­μα πα­ρα­σύ­ρει το ά­ψυ­χο σώ­μα του με το κον­τά­ρι να προ­ε­ξέ­χει σαν κα­τάρ­τι, το μω­ρό ξε­σπά­ει σε κλά­μα­τα κι έ­νας σκου­ρό­χρω­μος, σκυ­θρω­πός άν­τρας με λο­φί­ο στο κρά­νος του ξε­προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό τους θά­μνους. Την ί­δια στιγ­μή η γυ­ναί­κα του, η ο­ποί­α δι­α­βά­ζει τη Βί­βλο της στο σπί­τι τους, βλέ­πει την ώ­ρα στο ρο­λό­ι του τοί­χου, κλεί­νει το βι­βλί­ο με κρό­το και σπεύ­δει να βά­λει το βρα­δι­νό τους στο φούρ­νο. Με­τα­νι­ώ­νει που εί­χε μπερ­δέ­ψει τις α­να­γνώ­σεις της κι αι­σθά­νε­ται έ­να κύ­μα δυ­σφο­ρί­ας ό­πως κοι­τά­ζει τον ά­δει­ο δρό­μο.


Η συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των και μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ών της Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νής Stacy Hardy με τί­τλο Because the night (Pocko Editions, UK, 2015) α­πο­τε­λεί­ται α­πό εί­κο­σι μί­α ι­στο­ρί­ες, με συ­νο­δευ­τι­κό φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό του Ι­τα­λού Mario Pischedda. Ο­κτώ α­πό αυ­τές θε­ω­ρούν­ται υ­πο­δειγ­μα­τι­κές μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες για τη δι­ε­θνή κρι­τι­κή, χά­ρη «στην ι­σχυ­ρή πύ­κνω­ση, την τα­χεί­α α­νά­κρου­ση και τον υ­ψη­λό βαθ­μό συ­νέρ­γειας συγ­γρα­φέ­α–α­να­γνώ­στη που ε­πι­τυγ­χά­νουν», σύμ­φω­να με την Liesl Jobson, επίσης γνωστή διεθνώς Νοτιοαφρικανή συγγραφέα μικρομυθοπλασίας.

       Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α με τί­τλο Kisula που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη συλ­λο­γή, η η­ρω­ί­δα φτά­νει στο μα­γα­ζί ό­που δι­α­σκε­δά­ζουν οι φί­λοι της. Πί­νουν α­πό ώ­ρα και συ­ζη­τούν πά­λι το φλέ­γον θέ­μα: πώς γί­νε­ται οι Black Consciousness[3] τύ­ποι να έ­χουν πάν­τα λευ­κές συν­τρό­φους. Ό­λα τα μά­τια στρέ­φον­ται μί­α ε­πά­νω της μί­α σε έ­ναν α­πό τους συν­δαι­τυ­μό­νες, τον Andile, και ξαφ­νι­κά πέ­φτει σι­ω­πή. Ξε­χά­στε το. Δεν εί­μαι το κο­ρί­τσι του α­πλώς πη­δι­ό­μα­στε πε­ρι­στα­σια­κά[4], τους λέ­ει και ό­λοι, πλην του Andile, ξε­σπούν σε γέ­λια. Με­τά α­πό λί­γο η η­ρω­ί­δα φεύ­γει χω­ρίς να πλη­ρώ­σει και παίρ­νει το δρό­μο για το σπί­τι της πε­ζή. Σκέ­φτε­ται το λυ­πη­μέ­νο πρό­σω­πο του Andile και ό­σο πε­ρι­φέ­ρε­ται στην πό­λη, δυ­σφο­ρεί με τη σκέ­ψη ό­τι δεν εί­ναι πα­ρά η α­νε­πι­θύ­μη­τη λευ­κή α­νά­με­σά τους. Ό­ταν μπαί­νει στο θυ­ρω­ρεί­ο του κτι­ρί­ου που βρί­σκε­ται το δι­α­μέ­ρι­σμά της πιά­νει κου­βέν­τα με τον Kisula, τον Κον­γκο­λέ­ζο φύ­λα­κα του κτι­ρί­ου και με­τα­νά­στη, ο ο­ποί­ος έ­χει αλ­λά­ξει το ό­νο­μά του σε Gary και εί­ναι κολ­λη­μέ­νος μπρο­στά στην ο­θό­νη της τη­λε­ό­ρα­σης. Πα­ρα­κο­λου­θεί ζων­τα­νά τον πο­δο­σφαι­ρι­κό α­γώ­να α­νά­με­σα στη Χι­λή και στην ο­μά­δα που υ­πο­στη­ρί­ζει, τη Γαλ­λί­α. Πώς γί­νε­ται να τους υ­πο­στη­ρί­ζεις με­τά α­πό ό­σα έ­κα­ναν στην πα­τρί­δα σου; τον ρω­τά­ει. Ο Kisula α­να­ση­κώ­νει τους ώ­μους. Έ­χουν κα­λύ­τε­ρη ο­μά­δα, κοί­τα, της λέ­ει και κρα­τά­ει την α­νά­σα του ό­πως κι ε­κα­τομ­μύ­ρια φί­λα­θλοι στον πλα­νή­τη ε­κεί­νη τη στιγ­μή. Έ­να κον­τι­νό πλά­νο α­κο­λου­θεί την μπά­λα που σκί­ζει τον α­έ­ρα και τα δί­χτυ­α του τέρ­μα­τος της Χι­λής. Η Γαλ­λί­α κερ­δί­ζει τον α­γώ­να. Το γή­πε­δο σεί­ε­ται, ο Kisula ε­κρή­γνυ­ται α­πό χα­ρά και η η­ρω­ί­δα σε κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου βρί­σκε­ται να χο­ρεύ­ει και να ζη­τω­κραυ­γά­ζει μα­ζί του. Χο­ρεύ­ου­με και οι δύ­ο. Χο­ρεύ­ου­με και γε­λά­με σα να μοι­ρα­ζό­μα­στε κά­τι βα­θύ και α­λη­θι­νό και αι­ώ­νιο[5].

       Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της συλ­λο­γής με τί­τλο Squirreling πα­ρα­κο­λου­θού­με μια σκη­νή αυ­να­νι­σμού ως λύ­τρω­ση α­πό το πά­θος της η­ρω­ί­δας για τον σύν­τρο­φό της, με τον ο­ποί­ο έ­χει μό­λις χω­ρί­σει. Η η­ρω­ί­δα πεν­θεί και αρ­χί­ζει στα­δια­κά να αυ­το­ε­ρε­θί­ζε­ται με δι­ά­φο­ρα αν­τι­κεί­με­νά του, τα ο­ποί­α βρί­σκον­ται δι­ά­σπαρ­τα γύ­ρω της. Λα­χτα­ρά­ει σαν α­χόρ­τα­γος σκί­ου­ρος να τα α­πο­θη­κεύ­σει και να τα φυ­λά­ξει μέ­σα της, α­κό­μα και την ο­δον­τό­βουρ­τσά του, να μην μεί­νει χώ­ρος για τα συ­ναι­σθή­μα­τά της. Σε αυ­τό το ση­μεί­ο του κει­μέ­νου κο­ρυ­φώ­νε­ται η διτ­τή αί­σθη­ση που προ­κα­λούν πολ­λά δείγ­μα­τα γρα­φής της Hardy: α­πό τη μια η χρή­ση μιας κο­φτε­ρής γλώσ­σας προ­κει­μέ­νου να δι­α­τυ­πω­θεί ευ­θαρ­σώς η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της γυ­ναι­κεί­ας ε­ρω­τι­κής ε­πι­θυ­μί­ας α­πό την αν­δρι­κή φαν­τα­σί­α που καλ­λι­έρ­γη­σε ο που­ρι­τα­νι­σμός στη δυ­τι­κή κουλ­τού­ρα προς μια ά­νευ ο­ρί­ων σω­μα­τι­κή κι ε­ρω­τι­κή ε­ξε­ρεύ­νη­ση. Α­πό την άλ­λη η α­νά­δει­ξη της α­σύλ­λη­πτης τα­χύ­τη­τας με την ο­ποί­α το μυα­λό μας μέ­σω της φαν­τα­σί­ας μπο­ρεί να δι­α­κτι­νι­στεί σε έ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κό, σου­ρε­α­λι­στι­κό σύμ­παν. Εί­ναι το ση­μεί­ο στο ο­ποί­ο η η­ρω­ί­δα φαν­τά­ζε­ται την ο­δον­τό­βουρ­τσα του συν­τρό­φου της να με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε σκί­ου­ρο, να φω­λιά­ζει μέ­σα στη μή­τρα της α­νά­με­σα στους α­πο­θη­κευ­μέ­νους καρ­πούς του κι ε­κεί­νη να γεν­νά­ει έ­να στρα­τό χνου­δω­τά σκι­ου­ρά­κια. Για την η­ρω­ί­δα, έ­να τέ­τοι­ο γε­γο­νός, ως δί­δυ­μο α­πο­κύ­η­μα φαν­τα­σί­ας και α­πε­λευ­θέ­ρω­σης, εί­ναι ι­κα­νή να προ­κα­λέ­σει πα­νι­κό στην α­ποι­κί­α.

       Ι­δέ­α που α­παν­τά­ται συ­χνά στο έρ­γο της Hardy, για την ο­ποί­α η Α­φρι­κή μοιά­ζει με μη­χα­νή του χρό­νου: μπο­ρεί να δει κα­νείς ταυ­τό­χρο­να ει­κό­νες α­πό το πα­ρελ­θόν, το πα­ρόν και το μέλ­λον. Η Hardy δρα­στη­ρι­ο­ποι­εί­ται α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά κα­τά του ρα­τσι­σμού, αρ­θρο­γρα­φεί ως δη­μο­σι­ο­γρά­φος και δι­δά­σκει στο Με­τα­πτυ­χια­κό Τμή­μα Δη­μι­ουρ­γι­κής Γρα­φής στο Rhodes U­ni­ver­si­ty. Στην πρό­σφα­τη με­λέ­τη του Peter Blair[6] για την άν­θη­ση της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στην Ν. Α­φρι­κή, η Hardy συγ­κα­τα­λέ­γε­ται α­νά­με­σα στις τρεις κο­ρυ­φαί­ες με­λέ­τες πε­ρί­πτω­σης, μα­ζί με τους (ε­πί­σης λευ­κούς) Tony Eprile και Michael Cawood Green και η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Kisula α­να­λύ­ε­ται ως υ­πο­δειγ­μα­τι­κή.

       Η ι­στο­ρί­α Squirreling εί­ναι πο­λύ ι­δι­αί­τε­ρη. Μας πα­ρο­τρύ­νει να σκε­φτού­με έ­να κε­νό και την α­νάγ­κη να το γε­μί­σου­με; τη ρω­τούν σε μια α­πό τις συ­νεν­τεύ­ξεις της. Ε­πι­στρέ­φου­με στις μαύ­ρες τρύ­πες! α­παν­τά­ει η Hardy. Φταί­ει α­σφα­λώς ο κα­πι­τα­λι­σμός, η κα­τα­να­λω­τι­κή κοι­νω­νί­α…τα ο­ποί­α εί­ναι ε­χθροί της φαν­τα­σί­ας. Σε αυ­τή την ι­στο­ρί­α το θέ­μα μου εί­ναι ε­πί­σης ο­λό­κλη­ρη η κα­τα­σκευ­ή της «ε­νη­λι­κί­ω­σης», και οι συ­νέ­πει­ές της. Οι σκί­ου­ροι εί­ναι έ­να αν­τί­δο­το σε ό­λο αυ­τό – εί­ναι ό­λο ε­νέρ­γεια και ε­κλε­κτι­κοί και ζων­τα­νοί, ό­λο τρί­ζουν τα δόν­τια τους, τρε­μο­παί­ζουν τη φουν­τω­τή ου­ρά τους, εί­ναι ροζ και χνου­δω­τοί και φρε­νή­ρεις και η­λί­θιοι. Αλ­λά φυ­σι­κά οι τρύ­πες εί­ναι με­ρι­κές φο­ρές έ­ξο­δοι κιν­δύ­νου στις ι­στο­ρί­ες μου, θύ­ρες, λα­γού­μια, υ­πό­γεια τού­νελ, μυ­στι­κές δί­ο­δοι δι­α­φυ­γής.


Τον Α­πρί­λιο του 2020 ι­δρύ­θη­κε η πρώ­τη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στις Η.Π.Α στο Harry Ransom Centre (ΗRC) του Πα­νε­πι­στη­μί­ου του Τέ­ξας στο Ό­στιν. Η συλ­λο­γή α­πο­τε­λεί­ται α­πό πε­ρί­που δι­α­κό­σια πε­νήν­τα σπά­νια βι­βλί­α και πε­ρι­ο­δι­κά και εί­ναι δω­ρε­ά πέν­τε Α­με­ρι­κα­νών συγ­γρα­φέ­ων και πα­νε­πι­στη­μια­κών που συ­νέ­βαλ­λαν στην α­να­γνώ­ρι­ση και δι­ά­δο­ση του εί­δους: T. Hazuka, T. L. Masih, P. Painter, R. Scotellaro, και R. Shapard. Μό­λις ο­λο­κλη­ρω­θεί η ψη­φι­ο­ποί­η­σή της θα εί­ναι ε­λεύ­θε­ρης πρό­σβα­σης δι­ε­θνώς. Στο HRC βρί­σκον­ται τα πρω­τό­λεια των Charlotte κι Emily Brontë, τα χει­ρό­γρα­φα του Gabriel García Márquez, το ση­μει­ω­μα­τά­ριο του Jack Kerouac, το ξύ­λι­νο κου­τί του Ε.Ε.Cummings, πρω­τό­τυ­πα έρ­γα της Frida Kahlo, αλ­λά και συλ­λο­γή χει­ρο­γρά­φων και προ­σω­πι­κών αν­τι­κει­μέ­νων του Edgar Allan Poe, ό­πως το γρα­φείο του.

       Το 2008 οι Άγ­γλοι κα­θη­γη­τές στο Chester University Peter Blair και Ashley Chantler ί­δρυ­σαν το πε­ρι­ο­δι­κό Flash: The International Short- Short Story Magazine

       Στο τ.9, Νο2 (Ο­κτώ­βριος 2016) πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Μι­χά­λη Γκα­νά Δι­α­βά­ζει έ­να βι­βλί­ο[7] (She reads a book, μτφρ. Π. Νι­κο­λά­ου) και στο τ.10, Νο1 (Α­πρί­λιος 2017) η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Another night out της Ει­ρή­νης Ι­ω­άν­νου. Το 2015 ί­δρυ­σαν τις εκ­δό­σεις Flash: The international Short-Short Story Press, με πρώ­τη έκ­δο­ση τη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του David Swan με τί­τλο Stronger Faster Shorter: Flash Fictions. Σε αυ­τή εί­κο­σι πέν­τε μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ε­ξε­ρευ­νούν την πο­ρεί­α ε­νη­λι­κί­ω­σης ε­νός α­γο­ριού τη δε­κα­ε­τί­α του ’70. Στην ο­μό­τι­τλη ι­στο­ρί­α ο ε­νή­λι­κος πια ή­ρω­ας, ο ο­ποί­ος δι­α­τη­ρεί την πο­λύ υ­ψη­λή συ­ναι­σθη­μα­τι­κή του νο­η­μο­σύ­νη, α­πο­φαί­νε­ται: Τα σώ­μα­τά μας εί­χαν δι­α­με­λι­στεί σε κα­τα­στρο­φι­κά α­τυ­χή­μα­τα ι­λιγ­γι­ώ­δους τα­χύ­τη­τας, κι έ­πει­τα ε­πα­να­συ­ναρ­μο­λο­γή­θη­καν α­πό ε­πι­στή­μο­νες που χρη­σι­μο­ποι­ού­σαν βι­ο­νι­κή τε­χνο­λο­γί­α[8]. Ε­δώ ο Swan α­να­φέ­ρε­ται στις ρα­γδαί­ες αλ­λα­γές που βι­ώ­νει ο μι­κρός ή­ρω­ας και στις ε­πι­πτώ­σεις τους στην ψυ­χο­σύν­θε­σή του. Αν και χρη­σι­μο­ποι­εί την ει­κό­να με­τα­φο­ρι­κά, τε­λι­κά θο­λώ­νει το ό­ριο α­νά­με­σα στο πραγ­μα­τι­κό και το φαν­τα­στι­κό, δε­δο­μέ­νου ό­τι σή­με­ρα δε φαί­νε­ται τό­σο ε­ξω­πραγ­μα­τι­κή.

       H Seaborne Library, η βι­βλι­ο­θή­κη του πα­νε­πι­στη­μί­ου Chester, δι­α­θέ­τει την πρώ­τη ορ­γα­νω­μέ­νη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δι­ε­θνώς, η ο­ποί­α εμ­πλου­τί­ζε­ται χά­ρη στη δρά­ση των με­λών της έ­νω­σης International Flash Fiction Association (IFFA) που ί­δρυ­σαν οι Blair και Chantler και εί­ναι α­κα­δη­μα­ϊ­κού χα­ρα­κτή­ρα, με ε­στί­α­ση στην αγ­γλο­σα­ξω­νι­κή βι­βλι­ο­γρα­φία.

       Την αλ­μα­τώ­δη ε­ξέ­λι­ξη στη δι­ε­θνή έ­ρευ­να και πα­ρα­γω­γή με ε­στί­α­ση σε Ω­κε­α­νί­α και Α­σί­α μπο­ρεί να πα­ρα­κο­λου­θή­σει κα­νείς κα­τό­πιν α­να­ζή­τη­σης σε βι­βλι­ο­θή­κες πα­νε­πι­στη­μί­ων εδώ κι εδώ.


Η Α­νά­σα (Breath), το συν­το­μό­τε­ρο (1 λ.) θε­α­τρι­κό έρ­γο του Samuel Beckett, γρά­φτη­κε το 1969, εν­νιά χρό­νια με­τά το σε­νά­ριο του À bout de soufflé του Godard, σχε­δόν τέσ­σε­ρις αι­ώ­νες με­τά τη «με­λαγ­χο­λι­κή κω­μω­δί­α» του Shakespeare με τί­τλο Με το ί­­διο μέ­τρο (1604), στην ο­ποί­α ο δού­κας της Βι­έν­νης α­να­φέ­ρε­ται στο ε­φή­με­ρο της ζω­ής και στην α­νά­σα της τέ­χνης[9], κι έ­χει α­πο­τε­λέ­σει σπου­δή για πλή­θος καλ­λι­τε­χνών, ό­πως οι Alan Parson και Tim Burton. Ο Damien Hirst, το 2002, πο­λύ προ παν­δη­μί­ας Covid 19, στη δι­κή του υ­λο­ποί­η­ση της Α­νά­σας, εί­χε γε­μί­σει το χώ­ρο με νο­σο­κο­μεια­κά σκου­πί­δια, έ­ναν υ­πο­λο­γι­στή, έ­να πλη­κτρο­λό­γιο, ου­ρο­δο­χεί­α, λε­ρω­μέ­να σεν­τό­νια, μά­σκες, γάν­τια και στα τε­λευ­ταί­α δευ­τε­ρό­λε­πτα μό­λις που προ­λα­βαί­νου­με να δού­με μέ­σα σε έ­να γυ­ά­λι­νο τα­σά­κι δύ­ο γό­πες τσι­γά­ρου πλεγ­μέ­νες σε σχή­μα σβά­στι­κας. Η Α­νά­σα εί­ναι έ­να α­πό τα τα­χυ­δρά­μα­τα με θέ­μα τον έ­ρω­τα που ζή­τη­σε ο θρυ­λι­κός Βρε­τα­νός συγ­γρα­φέ­ας και κρι­τι­κός θε­ά­τρου Kenneth Tynan α­πό δι­ά­φο­ρους σύγ­χρο­νούς του συγ­γρα­φείς (J. Feiffer, J. Lennon, E. O’Brien, J. Levy, S. Shepard και L. Melfi) με σκο­πό να τα συμ­πε­ρι­λά­βει στην πα­ρά­στα­σή του με τί­τλο Oh! Calcutta, χω­ρίς να α­πο­κα­λύ­πτε­ται το ό­νο­μα της/του δη­μι­ουρ­γού του. Λέ­γε­ται ό­τι ο Beckett έ­γρα­ψε την Α­νά­σα του σε μί­α καρτ πο­στάλ και την τα­χυ­δρό­μη­σε στον Tynan. Έ­γι­νε, ό­μως, έ­ξαλ­λος ό­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ό­τι αν­τί των σκου­πι­δι­ών που έ­γρα­φε ο ί­διος ό­τι έ­πρε­πε να κα­τα­κλύ­ζουν τη σκη­νή, ο Tynan την εί­χε γε­μί­σει με γυ­μνά σώ­μα­τα και ό­τι, ε­πι­πλέ­ον, η πα­ρα­γω­γή α­πο­κά­λυ­ψε τε­λι­κά τη συμ­με­το­χή του. Πα­ρά τη φή­μη του δύ­στρο­που που πε­ρι­βάλ­λει τον Beckett, υ­πάρ­χει πάν­το­τε έ­να ί­χνος μαύ­ρου χι­ού­μορ. Και αν ζη­τή­σεις α­πό τον Beckett να σου γρά­ψει έ­να «ε­ρω­τι­κό σκε­τσά­κι», αυ­τό θα πά­ρεις, τη μα­ται­ό­τη­τα α­πό τη μή­τρα στον τά­φο σε έ­να λε­πτό[10].


Η Ε­σμε­ράλ­ντα α­νοί­γει τα μά­τια της. Το δω­μά­τιο εί­ναι ά­δει­ο. Δεν μπο­ρεί να θυ­μη­θεί πό­σο και­ρό εί­ναι μό­νη. Τη φα­γου­ρί­ζει το χέ­ρι της: φταί­ει το βλα­στά­ρι που φυ­τρώ­νει μέ­σα α­πό τον καρ­πό της. Η Ε­σμε­ράλ­ντα το πα­ρα­κο­λου­θεί να με­γα­λώ­νει και να βγά­ζει φύλ­λα. Τώ­ρα τη φα­γου­ρί­ζει και το πό­δι της, ο ώ­μος και το α­ρι­στε­ρό της μά­γου­λο. Κα­τα­πρά­σι­νοι μί­σχοι βλα­σταί­νουν α­πό μέ­σα τη­ς˙ φύλ­λα ξε­δι­πλώ­νον­ται χα­ϊ­δεύ­ον­τας το δέρ­μα της. Το πρώ­το λου­λού­δι αν­θί­ζει στο πρό­σω­πό της, τα ε­πό­με­να παν­τού στο σώ­μα της. Η Ε­σμε­ράλ­ντα χα­μο­γε­λά­ει και κλεί­νει τα μά­τια της. Ό­ταν τα ξα­να­νοί­γει δεν εί­ναι πια μό­νη. Βρί­σκε­ται γυ­ρι­σμέ­νη στο πλά­ι, ξα­πλω­μέ­νη ε­πά­νω σε φαρ­διά γό­να­τα. Αυ­τός έ­χει ε­πι­στρέ­ψει. Υ­πο­μο­νε­τι­κά, ξε­ρι­ζώ­νει α­γρι­ό­χορ­τα και βλα­στά­ρια, λου­λού­δια και φύλ­λα, ρά­βει τα δά­κρυ­α με με­τα­ξω­τό νή­μα. Γυ­ρί­ζον­τας τα μά­τια της, η Ε­σμε­ράλ­ντα μπο­ρεί να δει τη με­γά­λη βε­λό­να να μπαι­νο­βγαί­νει, να συρ­ρά­πτει τους δερ­μα­τι­κούς κρη­μνούς, να τρα­βά­ει και να σφίγ­γει. Στο πά­τω­μα, τα λου­λού­δια και τα φύλ­λα μα­ραί­νον­ται γρή­γο­ρα. Αυ­τός κό­βει το νή­μα, κά­νει έ­ναν σφι­χτό κόμ­πο, έ­πει­τα τα­κτο­ποι­εί την Ε­σμε­ράλ­ντα α­νά­με­σα στα μα­ξι­λά­ρια στη συ­νη­θι­σμέ­νη πο­λυ­θρό­να και βγαί­νει α­πό το δω­μά­τιο. Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[11] της Ι­τα­λί­δας Emanuela Valentini, με τί­τλο Η αν­θι­σμέ­νη Ε­σμε­ράλ­ντα (Esmeralda in bloom), α­πό το α­φι­έ­ρω­μα του πε­ρι­ο­δι­κού World Without Borders στην ι­τα­λι­κή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία. Η τε­λευ­ταί­α πα­ρου­σιά­ζει με­γά­λη άν­θη­ση, ι­δι­αί­τε­ρα στο εί­δος της λο­γο­τε­χνίας του φα­ντα­στι­κού, πρω­το­πό­ρος της ο­ποί­ας υ­πήρ­ξε ο δη­μι­ουρ­γός του Άρ­χον­τα των δα­χτυ­λι­δι­ών, J. R. R. Tolkien (γεν­νη­μέ­νος στην πό­λη Bloemfontein της Ν. Α­φρι­κής το 1892).


Ο μι­κρός Γκάμ­πορ μοιά­ζει σαν ό­λα τα μω­ρά, έ­νας α­φρά­τος Βού­δας τα μά­τια του ο­ποί­ου γλι­στρούν α­πό ε­δώ κι α­πό ε­κεί και αυ­τό ε­πει­δή δεν έ­χει μά­θει το κόλ­πο να ε­στιά­ζει το βλέμ­μα του. Α­δυ­να­τεί α­κό­μα και να στη­ρί­ξει όρ­θιο το ί­διο του το κε­φά­λι για να κοι­τά­ξει τρι­γύ­ρω, ε­πο­μέ­νως δεν εί­ναι να κα­τη­γο­ρεί κα­νείς τους γο­νείς του που τον βλέ­πουν ως μί­α λευ­κή σε­λί­δα ε­πά­νω στην ο­ποί­α θα γρά­ψουν, με α­γά­πη, ό,τι γνω­ρί­ζουν για τον κό­σμο.

       Αλ­λά α­πό τη στιγ­μή που ά­νοι­ξε τα μά­τια του στον λαμ­πε­ρό α­έ­ρα, α­πό τη στιγ­μή που τα δά­χτυ­λά του έ­σφι­ξαν κα­τά τύ­χη το δά­χτυ­λο της μη­τέ­ρας του, έ­να ση­μεί­ο της κου­βέρ­τας του, ή την κό­χη της κού­νιας του, ο Γκάμ­πορ σκέ­φτε­ται. Ε­δώ εί­ναι η μύ­τη του σκύ­λου, έ­πει­τα δεν εί­ναι, έ­πει­τα εί­ναι ε­δώ ξα­νά. Φω­νές πά­νε κι έρ­χον­ται. Τα πρό­σω­πα εί­ναι πα­νο­μοι­ό­τυ­πα και δι­α­φο­ρε­τι­κά. Το φως δι­α­δέ­χε­ται το σκο­τά­δι. Το υ­γρό δι­α­δέ­χε­ται το στε­γνό. Θέ­λει γά­λα. Δε θέ­λει γά­λα. Έ­νας ή­χος κλά­μα­τος έρ­χε­ται α­πό κά­που, και τον ξαφ­νιά­ζει, κι έ­πει­τα έρ­χε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο κλά­μα. Συμ­πε­ραί­νει δι­ά­φο­ρα, κα­τα­νο­εί τι ση­μαί­νει Εί­ναι. Ε­πι­νο­εί μια γλώσ­σα που πε­ρι­έ­χει ό­λη του τη γνώ­ση. Οι προ­τά­σεις του εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές, κά­θε μί­α πε­ρι­έ­χει έ­να ο­λό­κλη­ρο κε­φά­λαι­ο της φι­λο­σο­φί­ας του. Αγ­κουα­γκού εί­ναι έ­να α­πό αυ­τά. Το πα­ρα­πά­νω εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[12] του Α­με­ρι­κα­νού Bruce Holland Rogers με τί­τλο Aglaglagl που συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη δι­ε­θνή αν­θο­λο­γί­α Flash Fiction International (2015). Ό­πως μπο­ρεί να φαν­τα­στεί κα­νείς, το βρέ­φος θα μά­θει πο­λύ γρή­γο­ρα τη γλώσ­σα των γο­νι­ών του και συ­νη­θί­ζον­τας τα ξυ­ρά­φια μιας τέ­τοι­ας γλώσ­σας, ο μι­κρός Γκάμ­πορ θα ξε­χά­σει σχε­δόν ό,τι γνώ­ρι­ζε κά­πο­τε με βε­βαι­ό­τη­τα.

 

Έ­να ζευ­γά­ρι κέν­ταυ­ροι α­πο­θαυ­μά­ζει το παι­δί του που χο­ρο­πη­δά­ει α­πό δω κι α­πό κει σε μια πα­ρα­λί­α της Με­σο­γεί­ου. Ο πα­τέ­ρας γυρ­νά­ει προς τη μά­να και τη ρω­τά­ει: Πρέ­πει ά­ρα­γε να του πού­με πως δεν εί­ναι πα­ρά έ­νας μύ­θος; Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[13] του Κώ­στα Α­ξε­λού με τί­τλο Πραγ­μα­τι­κό και Φα­ντα­στι­κό, μί­α α­πό τις πολ­λές του ι­δί­ου που πε­ρι­έ­χον­ται στο Ciudad Seva, ση­μαν­τι­κό α­πο­θε­τή­ριο του εί­δους δι­ε­θνώς, του Πορ­το­ρι­κα­νού συγ­γρα­φέ­α Luis López Nieves.

 

Θε­ω­ρη­τι­κές δι­α­κλα­δώ­σεις


Η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α φαί­νε­ται να θέ­τει πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­ρω­τή­μα­τα α­πό ό­σα α­παν­τά­ει, δι­α­τη­ρών­τας ά­σβη­στη τη libido sciendi. Σε αυ­τή τη δί­ψα για γνώ­ση προ­στέ­θη­κε και η ό­ρε­ξη για τα­χύ­τη­τα, ό­πως την συ­νέ­λα­βαν οι Marx, Weber, Darwin, Freud και Nietzsche, οι ο­ποί­οι αμ­φέ­βαλ­λαν, ε­πι­χεί­ρη­σαν νο­η­τι­κά άλ­μα­τα, ό­πως ο Γα­λι­λαί­ος πριν α­πό αυ­τούς, συ­νέ­θε­σαν και συμ­πύ­κνω­σαν ι­δέ­ες, ο­ρά­μα­τα και με­θό­δους και προ­σάρ­μο­σαν το χρό­νο σε νέ­ες τα­χύ­τη­τες με­τα­λαμ­πα­δεύ­ον­τάς μας τον στο­χα­σμό τους για να συ­νε­χί­σου­με την κούρ­σα. Συ­χνά αμ­φι­σβη­τού­σε ο Κ. Κα­στο­ρι­ά­δης την έν­νοι­α του αν­τα­γω­νι­σμού για πρω­το­πο­ρί­ες και νε­ω­τε­ρι­σμούς. Ό­μως αν το κα­λο­σκε­φτού­με, ε­νώ οι ύ­αι­νες γεν­νι­ούν­ται με τα μά­τια α­νοι­χτά, ε­μείς με το που ερ­χό­μα­στε στον κό­σμο συμ­με­τέ­χου­με ό­λοι α­κού­σια σε μια δι­α­νο­η­τι­κή σκυ­τα­λο­δρο­μί­α. Γι’ αυ­τό έ­χει ση­μα­σί­α τι κρα­τάς πά­νω σου ως ε­φό­διο μέ­χρι το τέρ­μα και τι βά­ρος πε­τάς και α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­σαι.

       Κά­πως έ­τσι λει­τουρ­γεί και η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Και στον Βολ­ταί­ρο εν­το­πί­ζε­ται ε­ναλ­λα­γή σκη­νών, έ­νας γρή­γο­ρος ρυθ­μός πρω­τό­γνω­ρος για τα δε­δο­μέ­να της ε­πο­χής του, αλ­λά αυ­τή η σβελ­τά­δα υ­πη­ρε­τεί την α­πλού­στευ­ση[14]. Αν­τί­θε­τα, η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Hélene Cixous, με θέ­μα την α­πώ­λεια και τη μα­ται­ό­τη­τα και τί­τλο Quick Fiction: Death fiction, η ο­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη δη­μο­σί­ευ­ση της δι­ά­λε­ξης που έ­δω­σε το 2013 στον Κα­να­δά ο Άγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας και κρι­τι­κός Nicholas Royle με τί­τλο Quick Fiction: Some Remarks on Writing Today, εί­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή. Αν και θε­ω­ρώ τον ό­ρο «quick fiction» που προ­τεί­νει για τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α α­νε­παρ­κή να προσ­δι­ο­ρί­σει την πρω­τε­ϊ­κή φύ­ση της, ο Royle εύ­στο­χα, α­φού πρώ­τα μας θυ­μί­ζει ό­τι α­κό­μα και στα σαιξ­πη­ρι­κά κεί­με­να έ­χου­με κά­ποι­ες φο­ρές την αί­σθη­ση ό­τι κυ­νη­γά­με τη σκέ­ψη του συγ­γρα­φέ­α, στο κεί­με­νο της Ciroux εν­το­πί­ζει δύ­ο κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: πρώ­το, την τα­χύ­τη­τα με την ο­ποί­α κι­νεί­ται η α­φη­γη­μα­τι­κή πρά­ξη, με την Ciroux ει­δι­κά να κι­νεί­ται σε δι­α­φο­ρε­τι­κές τα­χύ­τη­τες ταυ­τό­χρο­να και να ε­πι­τα­χύ­νει. Δη­λα­δή, αλ­λι­ώς να τρέ­χει ο συλ­λο­γι­σμός της, αλ­λι­ώς το βλέμ­μα και η γλώσ­σα της και το ύ­φος της να ε­ναλ­λάσ­σε­ται α­νά­με­σα σε λυ­ρι­σμό –ρε­α­λι­σμό στην ε­λά­χι­στη κει­με­νι­κή έ­κτα­ση (γύ­ρω στις 250 λέ­ξεις στην αγ­γλι­κή με­τά­φρα­ση της Peggy Kamuf). Δεύ­τε­ρο, το στρο­βο­σκο­πι­κό βλέμ­μα κα­τά Deleuze, το phantasmoneiric fleux κα­τά Derrida, μια ο­πτι­κή γω­νί­α που δεν εί­ναι πια γω­νί­α, τύ­που παν­το­γνώ­στη α­φη­γη­τή του Flaubert, ή του nouveau roman, αλ­λά φά­σμα˙ ού­τε μό­νο ο­πτι­κή, που δι­α­θλά­ται πα­ράλ­λη­λα και α­πό τη συ­νεί­δη­ση, αλ­λά κά­τι πο­λυ­πλο­κό­τε­ρο, το ο­ποί­ο δύ­σκο­λα α­να­λύ­ε­ται βά­σει της α­φη­γη­μα­τι­κής δι­ά­κρι­σης των Stanzel και Genette, ποι­ος βλέ­πει, ποι­ος μι­λά­ει. Κι αν ε­λέγ­ξει κα­νείς τη γλώσ­σα της, βά­σει των τρι­ών ε­πι­πέ­δων που δι­α­κρί­νει ο Barthes στο λο­γο­τε­χνι­κό κεί­με­νο, δη­λα­δή γλώσ­σα, ύ­φος, τό­πος, θα δει ό­τι η γλώσ­σα της εί­ναι α­πλή, λα­κω­νι­κή, σα­φής, αλ­λά πυ­κνή.

       Ση­μει­ω­τέ­ον, τις η­μέ­ρες ε­κεί­νες που της ζή­τη­σε ο Royle να γρά­ψει και να του πα­ρα­δώ­σει το κεί­με­νο εί­χε πε­θά­νει ο α­γα­πη­μέ­νος της φί­λος Carlos Fuentes. Και σε αυ­τό το ση­μεί­ο α­να­τρέ­χει κα­νείς ό­χι στο δεί­χνω, δε λέ­ω, του H. James, ού­τε στην πα­ρό­τρυν­ση του Χι­λια­νού ποι­η­τή Vicente Huidobro, κά­ν’­τε το τρι­αν­τά­φυλ­λο να αν­θί­σει στο ποί­η­μα, ού­τε καν στον Chekhov, ή στον Wittgenstein, αλ­λά κα­τευ­θεί­αν στον Kafka: Α­πό τη στιγ­μή που η γλώσ­σα εί­ναι ά­νυ­δρη κά­ν’­τη να δο­νη­θεί με μια πυ­κνό­τη­τα[15]. Για την ε­πί­τευ­ξη αυ­τής της πύ­κνω­σης τον δι­ευ­κό­λυ­νε και η σύν­τα­ξη της γερ­μα­νι­κής πρό­τα­σης, με το ρή­μα στο τέ­λος, ό­πως υ­πο­νο­εί και η Lydia Davis στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Improving my German[16]. Πα­ρό­λα αυ­τά, ό­μως, δι­α­πι­στώ­νε­ται ό­τι με την πύ­κνω­ση ε­πι­τυγ­χά­νε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό μί­α κί­νη­ση, ό­χι σα να πη­γαί­νει κα­νείς α­πό ση­μεί­ο σε ση­μεί­ο γραμ­μι­κά, ό­πως στις προ­φο­ρι­κές, σύν­το­μες δι­η­γή­σεις, ού­τε α­πό κο­ρυ­φή σε κο­ρυ­φή, ό­πως αρ­γό­τε­ρα στους μύ­θους, τις πα­ρα­βο­λές ή τις βι­νι­έ­τες, ού­τε σα να τρέ­χει στα τυ­φλά με κα­τεύ­θυν­ση προς τη σι­ω­πή α­κο­λου­θών­τας τους Foucault και Beckett, o πρώ­τος να ε­πι­μέ­νει να μά­θει ποι­ος μι­λά­ει στο κεί­με­νο, ο δεύ­τε­ρος να σφυ­ρί­ζει, μα τι ση­μα­σί­α έ­χει[17]. Ού­τε καν ό­πως στις αρ­χές του φαι­νο­μέ­νου της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, εν μέ­σω α­πο­δο­μι­σμού – με­τα­μον­τερ­νι­σμού, να λο­ξο­δρο­μεί και να χά­νε­ται πε­ρι­χα­ρής, αλ­λά σα να δι­α­κτι­νί­ζε­ται στο σύμ­παν και στο κέν­τρο της γης ταυ­τό­χρο­να και να ε­πι­στρέ­φει α­στρα­πια­ία στο αρ­χι­κό ση­μεί­ο. Α­κέ­ραι­ος.

       Ε­πο­μέ­νως, το ζή­τη­μα της τα­χύ­τη­τας στο εί­δος που α­πα­σχο­λεί τη δι­ε­θνή κρι­τι­κή, α­φο­ρά πρω­τί­στως τη συγ­γρα­φι­κή δι­α­δι­κα­σί­α της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας σή­με­ρα, το πώς κι­νεί­ται η σκέ­ψη της/του συγ­γρα­φέ­α και ε­πα­κό­λου­θα πώς ε­νερ­γο­ποι­εί και τη σκέ­ψη κα­τά την α­νά­γνω­ση, ό­χι τον χρό­νο της α­νά­γνω­σης, δι­ό­τι σε αυ­τόν κα­τα­γρά­φε­ται το πα­ρά­δο­ξο να προ­κα­λεί­ται στά­σις. Με­τά την προ­φα­νώς σύν­το­μη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Μπάρ­νες, του Βο­λι­βια­νού Edmundo Paz Soldán, την Kisula ή την Οι­κια­κή Φάρ­σα που εί­δα­με πα­ρα­πά­νω, τα ο­ποί­α συ­νι­στούν έ­να υ­πο­δειγ­μα­τι­κό κεί­με­νο-κό­σμο το κα­θέ­να, δη­λα­δή έ­να α­πό­σταγ­μα α­φη­γη­μα­τι­κής μυ­θο­πλα­σί­ας[18] -α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α-, και εί­ναι σχε­δόν α­δύ­να­το να γρα­φτούν γρή­γο­ρα, με μια α­νά­σα, δύ­σκο­λα συ­νε­χί­ζει κα­νείς την α­νά­γνω­ση άλ­λου κει­μέ­νου μό­λις τα δι­α­βά­σει. Στα πε­ρισ­σό­τε­ρα υ­πο­δειγ­μα­τι­κά κεί­με­να μέ­σα σε λί­γες γραμ­μές βλέ­πει κα­νείς να καλ­πά­ζουν φι­λο­σο­φι­κά corpus, ι­δε­ο­λο­γί­ες, κι­νή­μα­τα, η­θι­κοί κώ­δι­κες, κοι­νω­νι­κές πρα­κτι­κές, πο­λι­τι­σμι­κοί δεί­κτες, μια α­έ­να­η α­να­ζή­τη­ση ερ­μη­νεί­ας των πραγ­μά­των: η υ­πό­γεια δι­α­νο­η­τι­κή αρ­τη­ρί­α που μας ε­νώ­νει ό­λους.

       Αυ­τό το πυ­κνό α­πο­τέ­λε­σμα της α­φη­γη­μα­τι­κής πρά­ξης για τη δη­μι­ουρ­γί­α μιας α­πο­λαυ­στι­κής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μοιά­ζει α­κό­μα δυ­σκο­λό­τε­ρο να ε­πι­τευ­χθεί α­πό μια γεν­νή­τρια πλο­κής, έ­να υ­πο­λο­γι­στι­κό πρό­γραμ­μα που χρη­σι­μο­ποι­εί­ται για την πα­ρα­γω­γή δι­η­γη­μά­των, ή μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ό­πως το φαν­τά­στη­κε ο Άγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας Roald Dahl στο δι­ή­γη­μά του The Great Automatic Grammatizator (1953). Ποι­ος αλ­γό­ριθ­μος θα μπο­ρού­σε να α­πο­φα­σί­σει τι θα κρα­τή­σει και τι θα πα­ρα­λεί­ψει, να πα­ρά­ξει αυ­τό­μα­τα κεί­με­νο με τό­ση πύ­κνω­ση, χι­ού­μορ, ει­ρω­νεί­α, ή φαν­τα­σί­α – τον ε­πι­τα­χυν­τή της σκέ­ψης και του συ­ναι­σθή­μα­τος;


Στο ό­ρα­μα και τη φαν­τα­σί­α βα­σί­στη­καν ε­κα­τό μα­νι­φέ­στα καλ­λιτε­χνι­κών κι­νη­μά­των στη δι­άρ­κεια μό­νο του 20ου αι. Στο α­φι­έ­ρω­μα της Rachel Cordasco που α­να­φέ­ρε­ται πα­ρα­πά­νω, δι­α­πι­στώ­νε­ται άν­θη­ση γε­νι­κά της ι­τα­λι­κής λο­γο­τε­χνί­ας του φαν­τα­στι­κού, ό­σο οι συγ­γρα­φείς συ­νε­χί­ζουν να χρη­σι­μο­ποι­ούν τις λέ­ξεις για να ε­ξε­ρευ­νή­σουν πα­ρά­ξε­νους, νέ­ους κό­σμους[19], και ει­δι­κά της ι­τα­λι­κής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, που προ­τεί­νει νέ­α μον­τέ­λα α­φή­γη­σης[20] με πολ­λούς συ­νε­χι­στές του Kafka[21], και ρο­πή προς το υ­πο­εί­δος του φαν­τα­στι­κού: what if (τι θα γι­νό­ταν ε­άν). Κα­τα­λυ­τι­κός ή­ταν ο ρό­λος του Primo Levi, ο ο­ποί­ος με­τά την κυ­κλο­φο­ρί­α της συλ­λο­γής δι­η­γη­μά­των του Storie naturali το 1967 έ­γρα­φε, Εί­μαι έ­να αμ­φί­βιο, έ­νας κέν­ταυ­ρος: μι­σός χη­μι­κός και μι­σός συγ­γρα­φέ­ας[22], για να α­παν­τή­σει στο ε­ρώ­τη­μα Τι εί­ναι η ζωή, και του Italo Calvino, ο ο­ποί­ος σκι­α­γρά­φη­σε το 1995 μια αι­σθη­τι­κή θε­ω­ρί­α της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[23]. Κομ­βι­κή, ε­πο­μέ­νως, ή­ταν η δε­κα­ε­τί­α του ’60 και στην Ι­τα­λί­α, με την έ­κρη­ξη του πει­ρα­μα­τι­σμού και του γε­νε­α­λο­γι­κού υ­βρι­δι­σμού υ­πό την ε­πί­δρα­ση των νέ­ων τε­χνο­λο­γι­ών και της ε­κτε­τα­μέ­νης α­νά­μει­ξης της φι­λο­σο­φί­ας με τη λο­γο­τε­χνί­α. Την α­σί­γα­στη α­νάγ­κη για την κα­τα­νό­η­ση της θέ­σης του αν­θρώ­που στο σύμ­παν υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται το ι­τα­λι­κό κί­νη­μα Connettivismo (Νexilism στην αγ­γλο­σα­ξω­νι­κή θε­ω­ρί­α), το ο­ποί­ο σύμ­φω­να με το μα­νι­φέ­στο του (2004), προ­σεγ­γί­ζει ο­λι­στι­κά το θέ­μα, με σύν­θε­ση ι­δε­ών, ό­πως α­πό τη συμ­βί­ω­ση της L. Margulis, ή α­πό τις θε­ω­ρί­ες των Latour (δί­κτυ­ο-δρά­στης) και DeLanda (θε­ω­ρί­α συ­ναρ­μο­λό­γη­σης). Το κί­νη­μα αυ­τό βα­σί­ζε­ται στο μα­νι­φέ­στο του Ι­τα­λι­κού Φου­του­ρι­σμού (1910) κι έ­χει συμ­βάλ­λει στη δι­ε­θνή προ­βο­λή της ι­τα­λι­κής fantascienza και micro fantascienza ση­μα­το­δο­τών­τας την ε­πι­κρά­τη­ση του υ­παρ­ξι­σμού (και του εξ­πρεσ­σι­ο­νι­σμού κα­τά πε­ρί­πτω­ση) ε­πί του ι­δε­α­λι­σμού. Ό­πως εί­δα­με πα­ρα­πά­νω, η Ε­σμε­ράλ­ντα α­να­πνέ­ει α­πό τα φύλ­λα, μας κα­λεί προ των ευ­θυ­νών μας για την πε­ρι­βαλ­λον­τι­κή κα­τα­στρο­φή και α­πευ­θύ­νε­ται σε έ­ναν κό­σμο που θε­ω­ρεί ως λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη την α­νι­σό­τη­τα, την ε­πι­τή­ρη­ση, την τρο­μο­κρα­τί­α ή την πο­ρεί­α μας προς έ­ναν γε­νε­τι­κά με­ταλ­λαγ­μέ­νο homo sapiens σε αν­θρω­πό­μορ­φο ρομ­πότ.

       Ο ό­ρος fantascienza πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στην Ι­τα­λί­α τον Ο­κτώ­βριο του 1952, ό­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε το πε­ρι­ο­δι­κό Urania και σε αν­τί­θε­ση με τον ό­ρο science fiction δί­νει προ­βά­δι­σμα στη φαν­τα­σί­α και ό­χι στην ε­πι­στή­μη. Το εν­δι­α­φέ­ρον εί­ναι ό­τι ε­νώ θα πε­ρί­με­νε κα­νείς στην κλί­μα­κα της micro fantascienza η φαν­τα­σί­α να πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται λό­γω μι­κρής κει­με­νι­κής έ­κτα­σης, αν­τί­θε­τα α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται και γι­γαν­τώ­νε­ται.

       Ο πί­να­κας του Umberto Boccioni, με τί­τλο Elasticity (1912), α­πει­κο­νί­ζει μια φαν­τα­σμα­γο­ρι­κή έ­κρη­ξη χρω­μά­των και σχη­μά­των. Σύμ­φω­να με τον Γερ­μα­νό θε­ω­ρη­τι­κό Thorsten Botz-Bornstein, ό­μως, συ­σχε­τί­ζε­ται με τις τρο­μο­κρα­τι­κές ε­νέρ­γει­ες του ISIS, κα­θώς για τους εξ­τρε­μι­στές ισ­λα­μι­στές οι ε­κρή­ξεις που προ­κα­λούν εί­ναι τό­σο ό­μορ­φες ό­σο το έρ­γο του Boccioni. Ο τε­λευ­ταί­ος, δι­α­κρί­θη­κε για τη δυ­να­μι­κό­τη­τα που εκ­πέμ­πουν τα έρ­γα του και ή­ταν έ­νας α­πό τους ση­μαν­τι­κό­τε­ρους θε­ω­ρη­τι­κούς του Ι­τα­λι­κού Φου­του­ρι­σμού. Στο μα­νι­φέ­στο τους οι λέ­ξεις βί­α, ι­σχύς, τα­χύ­τη­τα, ως σύμ­βο­λα της μον­τέρ­νας τε­χνο­λο­γί­ας, α­πο­τέ­λε­σαν το τρί­πτυ­χό τους. Το 1916 ο Boccioni, α­φού κα­τα­τά­χθη­κε στον στρα­τό, σκο­τώ­θη­κε κα­τά την εκ­παί­δευ­σή του στα τρι­αν­τα­τέσ­σε­ρά του χρό­νια α­πό πτώ­ση α­πό ά­λο­γο εν κι­νή­σει. Στην ι­στο­ρί­α του Boccioni, στην πο­λι­τι­κή αι­σθη­τι­κή των με­λών του ISIS, σε ό, τι μας κυ­νη­γά­ει και μας δι­χά­ζει, ί­σως δί­νει μί­α ε­ξή­γη­ση η συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του David Swan: Stronger Faster Shorter, ή α­νά­βει έ­να φως η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Rogers, το Aglaglagl, το ο­ποί­ο σε δι­κή μου ε­λεύ­θε­ρη με­τά­φρα­ση ση­μαί­νει, αν α­να­θε­ω­ρή­σου­με;

 

προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

 

Η ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή του Γι­ώρ­γου Πρε­βε­δου­ρά­κη, μι­κρά ο­νό­μα­τα, Πα­νο­πτι­κόν, 2020.

 

Η νου­βέ­λα του Χρή­στου Χρη­στί­δη, Γυ­μνός, Εκ­δό­σεις Εν­τευ­κτη­ρί­ου, 2020, απ’ ό­που η φρά­ση: το σά­βα­νο α­πό το σπάρ­γα­νο α­πέ­χει μια α­νά­σα.


Η συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των της Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νής Keletso Mopai If you keep digging, Black Bird, 2019.


Το σύν­το­μο δι­ή­γη­μα Salvatore του Somerset Maugham, το ο­ποί­ο δη­μο­σι­εύ­θη­κε το 1936 στο Cosmopolitan, α­π’ ό­που η φρά­ση: I wonder if I can do it.


Ο Γιά­ννης Γο­ρα­νί­της δια­βά­ζει έ­να α­πό­σπα­σμα α­πό Τα κο­σμο­κω­μι­κά (μτφρ. Α. Χρυ­σο­στο­μί­δης) του Italo Calvino στο α­φι­έ­ρω­μα α­να­γνώ­σε­ων κα­τά τη διά­ρκεια της κα­θο­λι­κής κα­ραν­τί­νας στην Ελ­λά­δα που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Α­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης για το πε­ρι­ο­δι­κό Χάρ­της.


Δύ­ο γεν­νή­τρι­ες πλο­κής για ό­λα τα λο­γο­τε­χνι­κά εί­δη, μί­α πα­λιό­τε­ρη και μια πιο πρό­σφα­τη (πη­γή: Jane Freedman).


To ι­στο­λό­γιο του Ι­τα­λού πε­ρι­βαλ­λον­τι­κού φω­το­γρά­φου Luca Locatelli.


To τρα­γού­δι του Paolo Conte, Via con me (Live at Montreux Jazz Festival, 2011).


Μί­α ει­κο­νι­κή ε­πί­σκε­ψη στο Museum of Broken Relationships, στο Ζάγ­κρεμπ (ά­γνω­στο ε­άν εκ­θέ­τει ο­δον­τό­βουρ­τσες).


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


[1]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[2]. H Κου­βα­νέ­ζα Dolores M. Koch (1928-2009) ή­ταν η θε­ω­ρη­τι­κός που έ­θε­σε το 1981 το ε­ρευ­νη­τι­κό ε­ρώ­τη­μα για τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, με την ι­στο­ρι­κή α­να­κοί­νω­σή της στο XX Congreso del Instituto Internacional de Literatura Iberoamericana, το ο­ποί­ο δι­ε­ξή­χθη στο Τέ­ξας.
[3]. Ό­ρος που εμ­φα­νί­στη­κε στα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του­’­60, στο πλαί­σιο της αν­τι-α­παρ­τχά­ιντ κι­νη­το­ποί­η­σης και φι­λο­σο­φί­ας, δι­α­τη­ρή­θη­κε στη με­τά-α­παρ­τχά­ιντ ε­πο­χή κι ε­ξα­κο­λου­θεί να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται μέ­χρι σή­με­ρα, συ­νή­θως με τα αρ­χι­κά BC. Α­να­φέ­ρε­ται στην ε­πα­να­εν­νοι­ο­λό­γη­ση της συ­νεί­δη­σης της φυ­λε­τι­κής ταυ­τό­τη­τας των γη­γε­νών Νο­τιο-α­φρι­κα­νών και της ε­νί­σχυ­σής της με την πραγ­μα­τι­κή α­νά­κτη­ση των αν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των τους.
[4]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[5]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[6]. Blair Peter, Hyper-compressions: The ri­se of flash fi­ction in “post-transi­tio­nal” South A­frica, The Jour­nal of Common­wealth Li­te­ratu­re, 2020, Vol.55 (I), p.p. 38-60, ©The Author (s) 2018.
[7]. Γκα­νάς Μι­χά­λης, Γυ­ναι­κών, μι­κρές και πο­λύ μι­κρές ι­στο­ρί­ες, Με­λά­νι, Α­θή­να, 2010.
[8]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[9]. Motte Warren, Small Worlds, M­ini­malism in Contem­pora­ry French Li­te­rature, University of Nebraska Press, 1999.
[10]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου, α­πό το άρ­θρο του Ted Mills στο ο­ποί­ο πα­ρα­πέμ­πω πα­ρα­πά­νω για την Α­νά­σα.
[11]. Με­τά­φρα­ση α­πό τα ι­τα­λι­κά στα αγ­γλι­κά: Sarah Jane Webb. Με­τά­φρα­ση α­πό τα αγ­γλι­κά δι­κή μου.
[12]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[13]. Α­ξε­λός Κώ­στας, Φι­λο-σο­φι­κά Αν-έκ­δο­τα, μτφρ. Θω­μάς Σκά­σης (πε­ρι­ο­δι­κό Ἡ λέ­ξη τ. 34, Μά­ι­ος 1984).
[14]. Auerbach Erich, Μί­μη­σις, μτφρ. Λ. Α­να­γνώ­στου, ΜΙΕΤ, Α­θή­να, 2005.
[15]. Deleuze Gills & Guattari Félix, Kafka –Toward a minor Literature, translated by D. Polan, University of Minnesota, 1986.
[16]. Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: Improving my German. All my life I have been try­ing to im­prove my Ger­man. At last my German is better—but now I am old and ill and don’t have long to li­ve. Soon I will be dead, with bet­ter Ger­man. The Paris Review, issue 234, Fall 2020.
[17]. Τζι­ό­βας Δη­μή­τρης, Με­τά την αι­σθη­τι­κή, Θε­ω­ρη­τι­κέ δο­κι­μές και ερ­μη­νευ­τι­κές α­να­γνώ­σεις της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας, Ο­δυσ­σέ­ας, 2003.
[18]. Η Slommith Rimmon – Kennan, σύμ­φω­νη με τη δο­μι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή θε­ω­ρί­α του Gérard Genette, ο­ρί­ζει την α­φη­γη­μα­τι­κή μυ­θο­πλα­σί­α ως α­φή­γη­ση μιας σει­ράς φαν­τα­στι­κών γε­γο­νό­των —κά­τι συμ­βαί­νει που μπο­ρεί να ει­πω­θεί με έ­να ρή­μα ή με το ό­νο­μα μιας πρά­ξης και ό­ταν συμ­βαί­νει κά­τι αλ­λά­ζει α­πό μί­α κα­τά­στα­ση σε μί­α άλ­λη— που τη δι­α­φο­ρο­ποι­εί α­πό άλ­λα λο­γο­τε­χνι­κά εί­δη, ό­πως τη λυ­ρι­κή ποί­η­ση ή τον πε­ρι­γρα­φι­κό πε­ζό λό­γο. Στο Rimmon-Kenan Shlomith, Narrative Fiction, Contemporary Poetics, 2nd edit., Routledge, New York, 2002.
[19]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[20]. Contadini Luigi, Le sug­gestio­ni del mi­cror­rela­to, στο Le For­me Del Nar­ra­re: Nel Tem­po e Tra i Gene­ri, vol. 2 Uni­ver­sitá degli Studi di Trento, 2016.
[21]. Ziolkowski, Saskia E­lizabeth, Kafka’s I­ta­li­an Pro­ge­ny, Uni­ver­sity of To­ro­nto Press, To­ro­nto 2020
[22]. Cassata Francesco, Fan­ta­scien­za? Scie­nce Fi­ction?, Eina­udi, σει­ρά Le­zio­ni Pri­mo Le­vi, To­rino, 2016 κι εδώ.
[23]. Στο Fra­ti­cel­li Bar­ba­ra, Ita­lia: Po­éti­cas de lo mí­ni­mo en el pa­nora­ma con­tempo­rá­neo, α­πό τον συλ­λο­γι­κό τό­μο Ana Ru­eda (ed.), Mini­fic­ción y nano­filo­lo­gía: la­titu­des de la hiper­bre­ve­dad, Ibe­roa­meri­cana, Ma­drid, 2017.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#13: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς (01-06-2020)

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.


			

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#13]

 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς

 

ΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑ νὰ σὲ πε­ρι­γρά­ψω σὲ κά­ποι­ον τὶς προ­άλ­λες. Δὲ μοιά­ζεις μὲ κα­νέ­να κο­ρί­τσι ἀ­π’ ὅ­σα ἔ­χω γνω­ρί­σει. Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ: «Λοι­πόν, εἶ­ναι φτυ­στὴ ἡ Τζέ­ιν Φόν­τα, μό­νο ποὺ εἶ­ναι κοκ­κι­νο­μάλ­λα, μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ στό­μα καὶ φυ­σι­κὰ δὲν εἶ­ναι ἀ­στέ­ρι τοῦ σι­νε­μά. Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ πῶ αὐ­τὸ ἐ­πει­δὴ δὲ μοιά­ζεις σὲ τί­πο­τα μὲ τὴν Τζέ­ιν Φόν­τα[1]. Ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «I was try­ing to de­scri­be you to so­me­one», τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Richard Brautigan, ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη πε­ζο­γρα­φι­κὴ συλ­λο­γή του Reve­nge of the Lawn, Sto­ries 1962-1970, μὲ ἑ­ξήν­τα δύ­ο σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1971 (N.York: Simon and Schuster) καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ θε­ω­ρί­α τοῦ εἴ­δους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

       Ὁ ἥ­ρω­ας στὴν προ­σπά­θειά του νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του θυ­μᾶ­ται τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ἦ­ταν γύ­ρω στὰ ἑ­πτά, τὸ 1940-41. Στὴ γε­νέ­τει­ρά του, στὴν Τα­κό­μα τῆς πο­λι­τεί­ας τῆς Οὐ­ά­σιν­γκτον, εἶ­χε πα­ρα­κο­λου­θή­σει μιὰ ται­νί­α ἠ­θι­κο­πλα­στι­κοῦ, προ­πα­γαν­δι­στι­κοῦ σκο­ποῦ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ πρό­βα­λαν συ­χνὰ στὰ παι­διὰ καὶ τοὺς νέ­ους κα­τὰ τὶς δε­κα­ε­τί­ες ’30-‘40, με­τὰ τὴ Με­γά­λη Ὕ­φε­ση καὶ στὸ πνεῦ­μα τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ New Deal. Στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ται­νί­α το­νι­ζό­ταν ἡ δυ­σκο­λί­α δι­α­βί­ω­σης τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν ἀ­γρο­τῶν χω­ρὶς ἠ­λε­κτρι­σμό, το­στι­έ­ρες, πλυν­τή­ρια καὶ ἄλ­λες ἠ­λε­κτρι­κὲς συ­σκευ­ές. Ἔ­δει­χνε τὰ φα­νά­ρια ποὺ ἀ­νά­βαν τὰ βρά­δια γιὰ νὰ δι­α­βά­σουν καὶ ὑ­πο­γράμ­μι­ζε τὸ πό­σο ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νοι ἦ­ταν χω­ρὶς ρα­δι­ό­φω­νο. Ἡ ἀ­φή­γη­ση ἑ­στί­α­ζε στὸ πό­σο θὰ ἄλ­λα­ζε ἡ ζω­ή τους μὲ τὴν ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ ἠ­λε­κτρο­φό­ρου δι­κτύ­ου καὶ μὲ τὸ πά­τη­μα ἑ­νὸς δι­α­κό­πτη, κα­θὼς θὰ γέ­μι­ζε στα­δια­κὰ ἡ ἀ­χα­νὴς Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἤ­πει­ρος μὲ ξύ­λι­νους στύ­λους καὶ πυ­λῶ­νες. Ὁ δὲ ἠ­λε­κτρι­σμὸς πα­ρου­σι­α­ζό­ταν στὴν ται­νί­α σὰν νε­α­ρὸς Ἕλ­λη­νας θε­ὸς ποὺ με­τέ­φε­ρε φῶς στὸν κά­θε ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ἀ­γρό­τη γλυ­τώ­νον­τάς τον ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι. Ἡ ἀν­τί­θε­ση τῶν εἰ­κό­νων τοῦ πρὶν καὶ τοῦ με­τὰ εἶ­χε κα­θο­ρι­στι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὸν ἥ­ρω­α. Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν τὸν ἠ­λε­κτρι­σμὸ νὰ φτά­νει σὲ κά­θε γω­νιὰ τῆς γῆς.

       Ἔ­τσι σὲ βλέ­πω, κα­τα­λή­γει ἡ ἱ­στο­ρί­α, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα ἔγ­κει­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι πα­ρὰ τὴ συν­το­μί­α της, ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ δο­μή της ἐ­κτεί­νε­ται ἐ­ξω­κει­με­νι­κὰ σὲ ἕ­να πυ­κνὸ πλέγ­μα ἐμ­βλη­μα­τι­κῶν εἰ­κό­νων, πο­λι­τι­σμι­κῶν δει­κτῶν καὶ συγ­κει­μέ­νων. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ σχε­τι­κὸ θέ­μα της, ἐκ­πέμ­πει ἕ­να ἐ­σω­τε­ρι­κὸ φῶς. Εἶ­ναι σα­φὴς καὶ ἀ­κρι­βὴς ὡς πρὸς τὴν κα­τα­νό­η­ση καὶ ἀ­πό­δο­ση τῶν νο­η­μά­των, εὔ­γλωτ­τη καὶ δὲν κρύ­βει τί­πο­τα, πα­ρό­τι εἶ­ναι δι­α­κει­με­νι­κὴ καὶ πο­λυ­ε­πί­πε­δη ὡς πρὸς τὰ ἐ­πί­πε­δα ἀ­νά­γνω­σης (ἰ­δε­ο­λο­γι­κό, πο­λι­τι­κό, πο­λι­τι­σμι­κό, λο­γο­τε­χνι­κό, ἀ­φη­γη­μα­τι­κό, κ.ἄ.). Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ ἀ­πο­δέ­κτης αὐ­τῆς τῆς πρω­τό­τυ­πης ἐ­ρω­τι­κῆς ἐ­ξο­μο­λό­γη­σης εἶ­ναι ἐ­ξα­ϋ­λω­μέ­νη, ἄ­φαν­τη στὸ κεί­με­νο, ἀλ­λὰ συ­νε­χῶς πα­ροῦ­σα. Σὰ μιὰ δι­α­χρο­νι­κὴ ἰ­δέ­α, τὴν ὁ­ποί­α θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ἐ­ρω­τευ­μέ­νος ἄν­θρω­πος γιὰ τὸ πῶς βλέ­πει τὸ ἄ­το­μο ποὺ ἀ­γα­πά­ει.


Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Lights» τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Stuart Dybek, γνω­στοῦ ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους, ἡ ἀ­φή­γη­ση ἑ­στιά­ζει σὲ πα­ρέ­ες νε­α­ρῶν σὲ κά­ποι­ο προ­ά­στιο μιᾶς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς πό­λης ποὺ στέ­κον­ταν σὲ ἀ­πό­με­ρες γω­νί­ες χα­ζεύ­ον­τας τὰ δι­ερ­χό­με­να αὐ­το­κί­νη­τα ἀ­πὸ τοὺς δρό­μους τῆς γει­το­νιᾶς τους. Ὅ­πο­τε ἔ­βλε­παν κά­ποι­ο αὐ­το­κί­νη­το νὰ περ­νά­ει μὲ σβη­στὰ φῶ­τα φώ­να­ζαν ἐν χο­ρῷ: Φῶ­τα! Καὶ δὲ στα­μα­τοῦ­σαν μέ­χρι νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ ὁ ὁ­δη­γός, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἴ­τε τοὺς εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε μὲ ἕ­να ρυθ­μι­κὸ κορ­νά­ρι­σμα ἢ κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὸ τι­μό­νι του μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ γιὰ νὰ ἀ­νά­ψει τὰ φῶ­τα του. Ἐ­νί­ο­τε, ὅ­μως, με­θυ­σμέ­νοι, πει­σμα­τά­ρη­δες, ἢ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι ὁ­δη­γοὶ συ­νέ­χι­ζαν νὰ ὁ­δη­γοῦν χω­ρὶς φῶ­τα πα­ρὰ τὶς φω­νὲς τῶν νε­α­ρῶν. Τό­τε, κα­τὰ μῆ­κος τοῦ δρό­μου ξε­πε­τά­γον­ταν σὰν πυ­γο­λαμ­πί­δες κι ἄλ­λες φω­νὲς ἀ­πὸ κα­τώ­φλια σπι­τι­ῶν, εἰ­σό­δους κα­τα­στη­μά­των καὶ ἄλ­λες γω­νί­ες ποὺ φώ­να­ζαν Φῶ­τα! Τὰ φῶ­τα σου! Ἔ,ἔ,ἔ, φῶ­τα!


Ὁ ἥ­ρω­ας στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Βρε­τα­νοῦ Tim Craig μὲ τί­τλο «Northern Lights»[2] τα­ξί­δευ­ε ἕ­να βρά­δυ μὲ ὠ­το­στὸπ πρὸς τὰ βό­ρεια τῆς Ἀγ­γλί­ας. Ἀ­πὸ τὸ σκιά­διο τοῦ φορ­τη­γα­τζῆ ποὺ τὸν με­τέ­φε­ρε κρε­μό­ταν ἕ­να δόν­τι μὲ χρυ­σὸ σφρά­γι­σμα ποὺ λαμ­πύ­ρι­ζε κά­θε φο­ρᾶ ποὺ περ­νοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ φω­τει­νοὺς κόμ­βους. Ὁ ἥ­ρω­ας τὸ πα­ρα­τη­ροῦ­σε σι­ω­πη­λός. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ φορ­τη­γα­τζὴς ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ: Ἦ­ταν τοῦ πα­τέ­ρα μου. Τὸ μό­νο χρυ­σὸ ποὺ πῆ­ρα πο­τὲ ἀ­πὸ αὐ­τόν, εἶ­πε. Αὐ­τὸς χτύ­πη­σε τὴ μη­τέ­ρα μου, ἐ­γὼ χτύ­πη­σα αὐ­τόν. Ἔ­φυ­γε. Δὲν τὸν ξα­να­εῖ­δα. Ἤ­μουν δε­κα­ε­πτά, συ­νέ­χι­σε. Ὁ ἥ­ρω­ας γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε. Βρῆ­κα τὸ δόν­τι δυ­ὸ μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα. Εἶ­χε προ­σγει­ω­θεῖ σὲ μιὰ γλά­στρα καὶ σκέ­φτη­κα νὰ τὸ πά­ρω μα­ζί μου σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ φύ­τρω­νε ἀ­κό­μα ἕ­νας ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­νος κω­λο­γε­ρὸς ἀ­πὸ αὐ­τό[3], κα­τέ­λη­ξε ὁ φορ­τη­γα­τζὴς καὶ γέ­λα­σε. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ ἥ­ρω­ας δι­έ­κρι­νε ἕ­να λαμ­πύ­ρι­σμα ἀ­πὸ χρυ­σὸ στὸ σκο­τει­νὸ στό­μα τοῦ ὁ­δη­γοῦ. Δὲν ξα­να­μί­λη­σαν ὥ­σπου ἔ­φτα­σαν σὲ ἕ­να σταθ­μὸ ἀ­νε­φο­δια­σμοῦ. Ὁ ἥ­ρω­ας ἀ­πο­βι­βά­στη­κε καὶ πα­ρέ­μει­νε ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα στὴ γέ­φυ­ρα τοῦ σταθ­μοῦ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τὰ φῶ­τα τῶν δι­ερ­χο­μέ­νων ὀ­χη­μά­των.


Ἡ Βρε­τα­νί­δα An­gela Car­ter, ἡ ὁ­ποί­α θαύ­μα­ζε τὸν Edgar Allan Poe, ἀ­πο­τέ­λε­σε καὶ ἡ ἴ­δια ση­μαν­τι­κὴ ἐκ­πρό­σω­πο τοῦ εἴ­δους[4]. Κον­τὰ στὸ πνεῦμα τῆς Carter, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ De­nis John­son (μα­θη­τῆ τοῦ Ray­mond Car­ver) κι­νεῖ­ται ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Kim­ber­ly King Par­sons. Στὴν πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της μὲ τί­τλο Black Lights (Vintage, 2019) ἡ Parsons δι­η­γεῖ­ται ἱ­στο­ρί­ες ἐ­φή­βων κι ἐ­νη­λί­κων ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­τει­ρά της, τὸ Τέ­ξας, ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦν τὸ φῶς στὴ ζω­ή τους. Τε­λει­ο­ποι­εῖ τὶς ἀφη­γημα­τικές τεχνι­κὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ στὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες της ποὺ ἔ­χουν δι­α­κρι­θεῖ καὶ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ε­θνεῖς ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ εἴ­δους: λα­κω­νι­κό­τη­τα, ἀ­κρί­βεια καὶ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ ὡς ἀν­τί­δο­το στὸν ὠ­μὸ ρε­α­λι­σμό της (στὰ ὅ­ρια τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ). Οἱ συ­νή­θως ἀ­νώ­νυ­μοι, κα­θη­με­ρι­νοὶ ἥ­ρω­ές της φλέ­γον­ται ἀ­πὸ πά­θη καὶ ὀρ­γὴ καὶ ἡ Parsons φω­τί­ζει μὲ τοὺς εὔ­στο­χους τί­τλους της καὶ τὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ προ­βο­λέ­α της ὀ­δυ­νη­ρὲς ἐ­φη­βι­κὲς φι­λί­ες καὶ κα­τα­δι­κα­σμέ­νες ἐ­ρω­τι­κὲς σχέ­σεις.

       Ὅ,τι ­ξί­ζει νὰ συμ­βεῖ, συμ­βαί­νει στὰ σκο­τει­νὰ δά­ση. του­λά­χι­στον ­τσι μοῦ λέ­ει κό­ρη μου, γρά­φει ἡ Parsons στὴν ἀρ­χὴ τοῦ δι­η­γή­μα­τος «Foxes» στὴ συλ­λο­γή. Ὑ­φο­λο­γι­κὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα φαί­νε­ται νὰ συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὸ «La Petite Roque»  (1886) τοῦ Guy de Mau­pas­sant, ποὺ δι­η­γεῖ­ται τὴ δο­λο­φο­νί­α τῆς ἔ­φη­βης Louise ποὺ βρέ­θη­κε ἡ­μί­γυ­μνη ἀ­πὸ τὸν τα­χυ­δρό­μο-ἥ­ρω­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας πλά­ι στὸ πο­τά­μι στὸ δά­σος, λου­σμέ­νη στὸ φῶς καὶ ἀ­να­στά­τω­σε συ­θέ­με­λα μιὰ μι­κρὴ κοι­νω­νί­α. Ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­νά­γνω­σής του, ὅ­μως, προ­κα­λεῖ ἐ­πι­πλέ­ον συ­νειρ­μοὺς μὲ τὴ φι­γού­ρα τοῦ Γιά­ννη Ἁ­γιά­ννη ἀ­πὸ τοὺς ­θλιους τοῦ Victor Hugo, εἰ­δι­κὰ μὲ τὸ πῶς ἡ προ­στα­τευ­τι­κὴ πα­ρου­σί­α του στὴ σκη­νὴ ὅ­που συ­ναν­τᾶ στὸ σκο­τει­νὸ δά­σος τὴν μι­κρὴ Τι­τί­κα λει­τούρ­γη­σε σὰν φῶς ἀ­φ’ ἑαυ­τοῦ.

       Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Ai­mee Ben­der ἔ­χει ξε­χω­ρί­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς μὲ τί­τλο «Guts». Σὲ αὐ­τό, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ ἡ­ρω­ί­δα Sheila γνω­ρί­ζει τὸν Tim, φοι­τη­τὴ ἰ­α­τρι­κῆς, ­λοι οἱ ἄρ­ρω­στοι, κλο­νι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι στὸν κό­σμο ­χουν ἀρ­χί­σει νὰ λάμ­πουν. Ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ξαφ­νι­κὰ μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βλέ­ψει διὰ γυ­μνοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ, κά­τω ἀ­πὸ ροῦ­χα καὶ δέρ­μα, ὄγ­κους κι ἐ­πι­κεί­με­νες καρ­δια­κὲς προ­σβο­λὲς σὲ ἀ­γνώ­στους καὶ ὅ­τι ἔ­χει ἀ­πο­κτή­σει συ­νεί­δη­ση τοῦ δι­κοῦ της σώ­μα­τος, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν τῆς προ­σφέ­ρει ἀ­πό­λαυ­ση. Θὰ ­πρε­πε νὰ ­γα­πῶ τὸ σῶ­μα μου πε­ρισ­σό­τε­ρο, σκέ­φτε­ται, ἀλ­λὰ δὲν τὸ κά­νει. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ δὲν ἔ­χει νὰ πα­ρου­σιά­σει κά­ποι­α ἐ­πι­φά­νεια τῆς ἡ­ρω­ί­δας – μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ Joyce, συ­νή­θης ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ στὴ δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ Parsons δι­α­στέλ­λει τὸ χρό­νο, τὴν ἀ­να­μο­νὴ καὶ τὴν ἐν­δο­σκό­πη­ση στὰ «σω­θι­κὰ» τῆς συ­νεί­δη­σής της, τὴν ὁ­ποί­α φέρ­νει στὴν ἐ­πι­φά­νεια μὲ χει­ρουρ­γι­κὸ τρό­πο φω­τί­ζον­τας τὴν πο­λυ­ε­στια­κά.


Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των A tran­quil star (Penguin, 2008) τοῦ Ἰ­τα­λοῦ Primo Levi, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς, ἐ­πι­ζή­σαν­τα τοῦ Ἄ­ου­σβιτς, ἡ ὁ­μό­τι­τλη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία του μὲ τὴν πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση μοιά­ζει ἁ­πλῆ. Ἀ­πο­τε­λεῖ ὅ­μως ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ θε­ω­ρί­α τοῦ εἴ­δους. Εἶ­ναι ἕ­να σύν­το­μο κεί­με­νο μὲ στοι­χεῖ­α με­τα­μυ­θο­πλα­σί­ας, αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τας καὶ δι­α­δρα­στι­κῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς τε­χνι­κῆς στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἥ­ρω­ας πα­ρα­τη­ρών­τας τὰ ἀ­στέ­ρια στὸ νυ­χτε­ρι­νὸ οὐ­ρα­νὸ μᾶς κι­νη­το­ποι­εῖ νὰ στο­χα­στοῦ­με ἐ­πά­νω στὴ γλώσ­σα, τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.


Για­τί εἶ­ναι σκο­τει­νὸς ὁ οὐ­ρα­νὸς τὴ νύ­χτα; Εὔ­λο­γη ἀπο­ρία πολ­λῶν ἀ­νὰ τοὺς αἰ­ῶ­νες, ὅ­πως καὶ τοῦ Edgar Allan Poe[5] ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὸ κύ­κνει­ο ἄ­σμα του, τὸ Εὕ­ρη­κα (1848), ὅ­που ἀ­να­πτύσ­σει τὴν κοσμο­λογι­κή του θε­ω­ρία. Ὅ­πως εὔ­στο­χα ση­μει­ώ­νει ὁ Φώ­της Θα­λασ­σινός, στὸ Εὕ­ρη­κα ὁ Poe πε­ρι­γρά­φει πῶς ἡ ἀ­δι­αί­ρε­τη μο­νά­δα κε­νώ­θη­κε γιὰ νὰ γί­νει ὁ κό­σμος, προ­δι­α­γρά­φον­τας ἔ­τσι τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ στὸ πλή­ρω­μα τῶν ἡ­με­ρῶν τοῦ ἀ­πεί­ρου καὶ πά­λι στὴ μο­νά­δα. Ἡ ἰ­δέ­α ποὺ συ­νέ­λα­βε καὶ ἡ και­νο­τό­μος σκέ­ψη του ἀ­να­γνω­ρί­στηκε πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα, ἂν λά­βει κα­νεὶς ὑ­πό­ψη του τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­ϊν­στά­ιν, τὴν πιὸ πρό­σφα­τη θε­ω­ρί­α τῆς Με­γάλης Ἔκρη­ξης (Bing Bang), ἀλ­λὰ καὶ τὰ ἀνα­πάν­τητα ἐρω­τή­ματα ποὺ ἀ­φή­νει.

       Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς τρα­γου­δι­στῆς Johnny Cash στὸ τρα­γού­δι του «Far­mer’s Al­ma­nac» (ἀ­πὸ τὸ album του Boom Chica Boom, 1990), ἀ­παν­τά­ει στὸ ἐ­ρώ­τη­μα: Ὁ Θε­ὸς μᾶς δί­νει τὸ σκο­τά­δι γιὰ νὰ μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με τὰ ἀ­στέ­ρια. Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ὅ­μως δὲν εἶ­ναι οὔ­τε τὸ φαι­νο­με­νι­κὰ λο­γι­κὸ ἐ­πει­δὴ ὁ ἥ­λιος ἔ­δυ­σε. Ὁ Γερ­μα­νὸς για­τρὸς καὶ ἀ­στρο­νό­μος Heinrich Olbers ἔ­δω­σε τὴν πρώ­τη ἐμ­πε­ρι­στα­τω­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση τὸν 19ο αἰ., γνω­στὴ ἔ­κτο­τε ὡς τὸ πα­ρά­δο­ξο τοῦ Ol­bers. Τὸ σύμ­παν, ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με σή­με­ρα, προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τὴ Με­γά­λη Ἔ­κρη­ξη, πε­ρί­που 13,8 δὶς χρό­νια πρίν, ἀ­πὸ μιὰ ὑ­περ­βο­λι­κὰ πυ­κνὴ καὶ θερ­μὴ κα­τά­στα­ση, ἔ­χει πε­πε­ρα­σμέ­νη ἡ­λι­κί­α καὶ δι­α­στέλ­λε­ται συ­νε­χῶς. Ὑ­πάρ­χουν ἀ­στέ­ρια καὶ γα­λα­ξί­ες ποὺ πι­θα­νὸν δὲ θὰ δοῦ­με πο­τέ, τὸ φῶς τους δὲ θὰ εἶ­χε χρό­νο νὰ φτά­σει τὴ γῆ. Ἡ ζω­ὴ δὲ θὰ ἦ­ταν ὅ­πως τὴ γνω­ρί­ζου­με ἂν δὲν ἴ­σχυ­ε τὸ πα­ρά­δο­ξό του Olbers, δι­ό­τι ὁ νυ­χτε­ρι­νὸς οὐ­ρα­νὸς θὰ ἦ­ταν φω­τει­νὸς καὶ ζε­στός. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸ φυ­σι­κὸ Clif­ford Pick­over, τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ θὰ χα­ζέ­ψου­με τὸν νυ­χτε­ρι­νὸ οὐ­ρα­νό, μπο­ροῦ­με νὰ αἰ­σθαν­θοῦ­με εὐ­γνώ­μο­νες ποὺ δὲ μᾶς τυ­φλώ­νει τὸ φῶς[6].

       Κι ἐ­δῶ προ­κύ­πτει ἕ­να ἀ­κό­μα ἐ­ρώ­τη­μα: εἴ­μα­στε μό­νοι μας στὸ σύμ­παν; Ναί, ἀ­παν­τά­ει ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Ἰ­τα­λοῦ En­ri­co Fer­mi, γνω­στὴ ὡς τὸ πα­ρά­δο­ξο του Φέρ­μι. Ἀ­κό­μα καὶ ἂν δι­α­ψευ­στεῖ αὐ­τὴ ἡ θε­ω­ρί­α καὶ οἱ σύγ­χρο­νες ἐ­ξε­λί­ξεις της ποὺ εἰ­κά­ζουν ὅ­τι o ἄν­θρω­πος εἶ­ναι τὸ μονα­δικὸ νοῆ­μον εἶ­δος, ὁ Stephen Hawking εἶ­χε ἐκ­φρά­σει τὶς ἐ­πι­φυ­λά­ξεις του γιὰ τὸ κα­τὰ πό­σο θὰ χαι­ρό­μα­σταν τε­λι­κὰ νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σου­με μὲ ἐ­ξω­γή­ι­νες μορ­φὲς ζω­ῆς.


Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Σκω­τσέ­ζου Neil Clark μὲ τί­τλο «Out of hand», ὁ ἥ­ρω­ας βρί­σκε­ται σὲ κά­ποι­ο ἀ­ε­ρο­δρό­μιο κι ἕ­νας κα­θα­ρι­στὴς περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα του τὸν ρω­τά­ει τί θὰ ἔ­κα­νε ἐ­ὰν δι­έ­θε­τε μιὰ μη­χα­νὴ τοῦ χρό­νου. Ὁ ἥ­ρω­ας ἀ­παν­τά­ει ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρος καὶ ἀν­τι­κρού­ει τὴν ἐ­ρώ­τη­σή του, Ἐ­σὺ τί θὰ ἔ­κα­νες; Θὰ πή­γαι­να κα­τευ­θεί­αν στὴ Με­γά­λη Ἔ­κρη­ξη. Νὰ κα­τα­σβή­σω αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα πρὶν βγεῖ ἐ­κτὸς ἐ­λέγ­χου. Γιὰ νὰ εἶ­μαι μό­νος μου, ἀ­πάν­τη­σε ὁ κα­θα­ρι­στὴς καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ σφουγ­γα­ρί­ζει.


Ἡ για­γιά μου, ἡ Ρό­ζα  —ἔ­χω ἀλ­λά­ξει με­ρι­κὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α— φί­λη­σε τὸν Γι­ού­ρι Γκαγ­κά­ριν τὸ 1961 σὲ ἕ­να ἀ­σαν­σὲρ στὴ Μό­σχα. Δη­λα­δή, αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν ὁ Γκαγ­κά­ριν, αὐ­τὸ δὲ συ­νέ­βη σ΄ ἕ­να ἀ­σαν­σέρ, καὶ κυ­ρί­ως τὸ 1961 ἡ για­γιά μου κα­τοι­κοῦ­σε ἤ­δη στὴν Ἄγ. Πε­τρού­πο­λη. Δὲν ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ στὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α, ποὺ εἶ­δα τὸν παπ­ποῦ μου νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται πλά­ι της μέ­σα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά τους, μό­λις λί­γα ἑ­κα­το­στὰ πά­νω ἀ­πὸ τὸ ξύ­λι­νο πά­τω­μα. Δὲν ξα­νά­δα πο­τὲ ἄλ­λον ἄν­θρω­πο νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται ψη­λό­τε­ρα. Αὐ­τὴ[7] εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Gravity» («Βα­ρύ­τη­τα») τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νοῦ, γεν­νη­μέ­νου στὸ Λέ­νιν­γκραντ, Alex Epstein, γνω­στοῦ ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς. Στὰ ἑ­βραϊ­κὰ τὸ εἶ­δος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­ναι δι­α­κρι­τὸ ἀ­πὸ τὸ δι­ή­γη­μα ἀπὸ τὰ τέ­λη τοῦ ‘90, μὲ τὸν ὅ­ρο ktsar­tsa­rim.


Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας Sara Hills, εἶ­ναι ἡ νι­κή­τρια τοῦ φε­τι­νοῦ δι­ε­θνοῦς δι­α­γω­νι­σμοῦ ποὺ δι­ορ­γα­νώ­θη­κε ἐ­νό­ψει της Ἐ­θνι­κῆς Ἡ­μέ­ρας Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α τὸν προ­σε­χῆ Ἰ­ού­νιο. Ἡ ἱ­στο­ρί­α της μὲ τί­τλο «When Neil Armstrong Walks on the Moon» ἀ­φο­ρᾶ στὶς ἀ­μει­βό­με­νες ἐ­ρω­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες Βι­ετ­να­μέ­ζων νε­α­ρῶν γυ­ναι­κὼν σὲ Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς στρα­τι­ῶ­τες τῶν GIs, ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τα πε­ζι­κοῦ καὶ ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες μέ­σα στὸ με­θύ­σι τους μι­λοῦ­σαν συ­χνὰ γιὰ Ἕ­να τε­ρά­στιο ἄλ­μα[8]. Ἔ­δει­χναν ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, ψη­λα­φοῦ­σαν τοὺς λαι­μοὺς τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ ἰ­χνη­λα­τοῦ­σαν τοὺς μη­ρούς τους μὲ φι­λιά. Ἐ­κτο­ξεύ­ουν τοὺς πυ­ραύ­λους τους, φυ­τεύ­ουν τὶς ση­μαῖ­ες τοὺς μέ­σα μας καὶ πε­τοῦν μα­κριά[9], λέ­ει ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα. Ὅ­ταν χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ὁ γιός της τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὸν πα­τέ­ρα του, τοῦ εἶ­πε ὅ­τι τὸ ὄ­νο­μά του ἦ­ταν Neil.


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς νέ­ο εἶ­δος καὶ δη­μο­φι­λὴς λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα ἔ­χει ἀ­να­νε­ώ­σει τὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­μως στὴν πε­ρί­πτω­σή της τὸ ἐ­πί­τευγ­μα εἶ­ναι ἡ συ­ναρ­μο­γὴ πολ­λῶν πα­ρα­μέ­τρων, ποὺ ἔ­χουν ση­μει­ω­θεῖ σὲ ὅ­λα τα δελ­τί­α μας μέ­χρι τώ­ρα. Γιὰ τὴ σύν­θε­ση ἑ­νὸς ἑ­νια­ίου, ξε­κά­θα­ρου καὶ ἀ­ξι­ό­λο­γου ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος μό­νο ἡ συν­το­μί­α, μό­νο το τα­λέν­το ἢ ἡ ἄρ­τια τε­χνι­κὴ δὲν ἀρ­κοῦν. Ἡ δι­ε­ρεύ­νη­σή της συ­νε­χί­ζε­ται, εἴ­τε τὴν προ­σεγ­γί­σει κα­νεὶς ὡς τὸ πρω­τε­ϊ­κό, ἀ­τα­ξι­νό­μη­το εἶ­δος τῆς Mose, ποὺ θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν 21ο αἰ. σύμ­φω­να μὲ τὸν Zavala, ἢ κα­τὰ τὶς Tomassini καὶ Colombo ὡς μη­χα­νὴ σκέ­ψης, ἀλ­λὰ κρι­τι­κῆς, θὰ πρό­σθε­τα, ποὺ τὴ δι­α­κρί­νει ἀ­πὸ πα­λαι­ό­τε­ρα δι­δα­κτι­κὰ ἢ μὴ σύν­το­μα κεί­με­να.

       Φαί­νε­ται ὅ­τι εἶ­ναι στραμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν μον­τερ­νι­σμὸ πρὸς τὰ γε­γο­νό­τα, ἀλ­λὰ πλέ­ον πε­ρισ­σό­τε­ρο πρὸς τὰ γε­γο­νό­τα τὰ ἴ­δια, μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ λο­γι­κὴ ἀ­πὸ τὰ εὐ­κλεί­δεια συ­στή­μα­τα[10]. Πῶς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­νέ­πτυ­ξε ὁ Hawking τὴ θε­ω­ρί­α τοῦ πε­ρὶ ἀκτι­νο­βο­λίας στὶς μαῦ­ρες τρύ­πες; Συν­δυά­ζον­τας τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Σχε­τι­κό­τη­τας, τὴν κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κὴ καὶ τὴ θερ­μο­δυ­να­μι­κή. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μαῦ­ρες τρύ­πες εἶ­ναι ἕ­να ἔμ­βιο, ἀ­νε­ξάν­τλη­το, ψη­φια­κὰ δι­κτυ­ω­μέ­νο, πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὸ δί­κτυ­ο: ἡ σύγ­χρο­νη ζωὴ καὶ ἡ δι­α­μόρ­φω­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης συ­νεί­δη­σης. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ δε­ξα­με­νὴ ἀν­τλεῖ κυ­ρί­ως τὴ θε­μα­το­λο­γί­α της καὶ αὐ­τὴ δι­ε­ρευ­νᾶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μα­ζι­κὰ κι ἐν­τα­τι­κὰ στὴ μι­κρό­τε­ρη κλί­μα­κα.

       Ἡ σύν­δε­ση γνώ­σης-ἐ­ξου­σί­ας-ἐ­πι­θυ­μί­ας, εἰ­δι­κὰ ἀ­πὸ τὸν 20ο αἰ. ἕ­ως σή­με­ρα, ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να τρί­γω­νο ποὺ μᾶς ἔ­χει ρί­ξει σὲ βα­θιὰ νε­ρά. Ἐ­δῶ ποὺ βρι­σκό­μα­στε, εἴ­τε ὡς ἀ­να­γνῶ­στες, συγ­γρα­φεῖς, ἢ ὡς ἐ­ρευ­νη­τές, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς δι­ε­θνὲς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἀλ­λά­ζει ρα­γδαῖ­α ἔ­χει θέ­σει ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἐ­ρω­τή­μα­τα. Τὸ σύν­θε­το ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ σχῆ­μα mocio-emocion (κί­νη­ση–συ­ναίσθη­μα) τοῦ Et­te ἀ­πο­τε­λεῖ μό­νο τὴν ἀρ­χὴ τῆς χαρ­το­γρά­φη­σής του. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α φαί­νε­ται νὰ λει­τουρ­γεῖ σὰν ἕ­νας αὐ­τό­μα­τος προ­βο­λέ­ας, ἀ­ναμ­μέ­νος ἀ­δι­ά­κο­πα στὴν ἄ­βυσ­σο τῆς ὑ­πὲρ(πα­ρα)πλη­ρο­φό­ρη­σης καὶ τῆς συσ­σω­ρευ­μέ­νης, οἰ­κου­με­νι­κῆς γνώ­σης. Πε­ρι­στρέ­φε­ται πρὸς κά­θε ση­μεῖ­ο τοῦ πλα­νή­τη, ἐ­πε­ξερ­γά­ζε­ται κρι­τι­κὰ τὰ δε­δο­μέ­να καὶ μᾶς στέλ­νει ρεύ­μα­τα ζωῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα. Γρή­γο­ρα, ἐ­νί­ο­τε ἀ­κα­ρια­ῖα καὶ συ­χνὰ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά.



Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Tὸ τρα­γού­δι «How blue can you get» (1949) τοῦ B.B. King.


Τὴν κω­μι­κὴ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους To plant a flag, σὲ σκη­νο­θε­σί­α τοῦ Bobbie Peers, (2018, Δι­ε­θνὲς Φε­στι­βὰλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου, Το­ρόν­το). Ἀ­φο­ρᾶ τὴ συ­νάν­τη­ση δύ­ο ἀ­στρο­ναυ­τῶν τῆς NASA μὲ ἕ­ναν Ἰσ­λαν­δὸ βο­σκὸ κα­τὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­σή τους (1966) στὸ σε­λη­νια­κὸ το­πί­ο τῆς Ἰσ­λαν­δί­ας (διά­ρκεια 14:25λ.)


Τὴν πα­ρου­σί­α­ση στὰ ἱσ­πα­νι­κὰ μὲ τί­τλο ¿Qué es la mi­ni­fic­ción? (Τί εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία;) στὸ προ­σω­πι­κό, νε­ο­σύ­στα­το  κα­νά­λι τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ La­u­ro Za­va­la στὸ You tube (δι­άρ­κεια 07:39λ.)


Τὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες «Τὸ δῶρο», τῆς Rose Andersen, Φου­του­ρι­στι­κή ανερ­γία, 2807 μ.Χ., τοῦ Δη­μή­τρη Κα­ρα­κί­τσου (μὲ ὑ­πό­κρου­ση τὸ «Harbor Light Rag» τῶν Good­bye Ku­mi­ko ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ κεί­με­νο) καὶ «Vi­ta Bre­vis» τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη.


[1]. Μετάφραση δική μου.

[2]. Ἡ μικρομυθοπλασία αὐτὴ περιλαμβάνεται στὶς ἀνθολογίες Best micro­fi­ction 2019 καὶ Best Bri­tish and Irish Flash Fic­tion 2018-2019.

[3]. Μετάφραση δική μου.

[4]. Botha Marc, «Micro­fiction», στὸ (ἐπ.) Ein­­haus Ann-Marie, The Cam­bridge Com­pa­nion to the English Short Story. Cam­­bri­dge: Cam­­bri­­dge Uni­­ver­sity Press (Cam­bri­dge Com­pa­­nions to Li­te­ra­tu­re), 2016, σ.σ. 201–220.

[5]. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ συμ­βο­λή του στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐδῶ κι ἐδῶ. Εἴ­δη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ψη­φια­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τὴν ψη­φι­ο­ποί­η­ση τοῦ συ­νό­λου τοῦ ἔρ­γου του μιὰ πρό­σφα­τη μελέτη ὑ­πο­λο­γι­στι­κῆς γλωσ­σο­λο­γί­ας δια­τεί­νε­ται ὅ­τι μᾶλ­λον δὲν αὐ­το­κτό­νη­σε, ὅ­πως πί­στευ­αν πολ­λοὶ με­λε­τη­τές του ἕ­ως τώ­ρα, κα­θὼς δὲ βρέ­θη­κε πο­τὲ τὸ πι­στο­ποι­η­τι­κὸ θα­νά­του του.

[6]. Μετάφραση δική μου.

[7]. Μετάφραση δική μου.

[8]. Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ φρά­ση τοῦ Neil Armstrong, ὅ­ταν πά­τη­σε στὸ φεγ­γά­ρι τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1969, Ἕ­να μι­κρὸ βῆ­μα γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, ἕ­να τε­ρά­στιο ἅλ­μα γιὰ τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα.

[9]. Μετάφραση δική μου.

[10]. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅ­τι πολ­λοὶ θε­ω­ρη­τι­κοὶ καὶ συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ἡ Βρε­τα­νί­δα Ta­nia Hersh­­man, δι­ε­ρευ­νοῦν τὸ εἶ­δος συν­δυ­ά­ζον­τας τὶς ἀν­θρω­πι­στι­κὲς καὶ φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

 

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

 

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Φω­το­γρα­φί­α: πη­γή:

https://www.facebook.com/tavakultur/photos/a.10150143091848575/10157107340013575/?type=3&theater


Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#12]


Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo)

Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν:

προ­σέγ­γι­ση στὴν ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α


Ι ΕΙΝΑΙ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α; Εἶ­ναι εἶ­δος[i] ἢ ὑ­πο­εῖ­δος; Ἔ­χει ὁ­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­ση; Ποι­ά εἶ­ναι τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ κα­ταλ­λη­λό­τε­ρη ὀ­νο­μα­σί­α; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α της; Εἶ­ναι μιὰ μον­τέρ­να φόρ­μα πε­ζο­γρα­φί­ας; Γνω­ρί­ζου­με ποῦ καὶ πό­τε ἔ­κα­νε τὴν ἐμ­φά­νι­σή της; Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως μὲ τὶς καλ­λι­τε­χνι­κὲς ἐκ­φρά­σεις, ὑ­πάρ­χουν πολ­λὲς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­παν­τή­σεις· κά­ποι­ες φο­ρὲς εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κές, ἄλ­λες φο­ρὲς συμ­πί­πτουν, ὅ­μως, ἂν καὶ ὅ­λες εἶ­ναι ἐ­ξί­σου κα­λὰ τεκ­μη­ρι­ω­μέ­νες, δὲν ὑ­πάρ­χει ἰ­δι­αί­τε­ρη ὁ­μο­φω­νί­α ὡς πρὸς τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξή τους.

       Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὴν εὔ­κο­λη ὁ­δὸ καὶ νὰ προσ­δι­ο­ρί­σου­με τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ καὶ μυ­θο­πλα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα. Ἡ ἔ­κτα­ση ἑ­νὸς ἔρ­γου μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποι­κίλ­λει, δὲν πρέ­πει, ὡ­στό­σο, νὰ ὑ­περ­βαί­νει τὴ μί­α τυ­πω­μέ­νη σε­λί­δα, δη­λα­δὴ πε­ρὶ τοὺς 1.500 χα­ρα­κτῆ­ρες· ὑ­πάρ­χει δι­ά­στα­ση ἀ­πό­ψε­ων ὡς πρὸς τὸ ὄ­νο­μα: μι­κρὸ– ἢ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α, νά­νο– ἢ μι­κρο­α­φή­γη­ση, μι­κρὸ– ἢ να­νο­δι­ή­γη­μα καὶ πα­ραλ­λα­γὲς αὐ­τῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­δη­λώ­νουν τὴν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ μι­κρὴ ἔ­κτα­σή του καὶ τὸ χα­ρα­κτή­ρα του ποὺ συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση. Τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ εἴ­δους εἶ­ναι ἡ συγ­γρα­φι­κὴ κομ­ψό­τη­τα (μιᾶς καὶ σὲ τό­σο λί­γο χῶ­ρο πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη)·  ἡ ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα, ὁ πρω­τε­ϊ­σμὸς καὶ ἡ μὴ σύμ­πλευ­ση μὲ κα­νέ­να εἶ­δος (δι­ό­τι ἀλ­λά­ζει φόρ­μες καὶ εἴ­δη)·  ἡ χρή­ση τῆς δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας ―δι­ό­τι μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ὁ ἀ­να­γνώ­στης γνω­ρί­ζει ὅ­σα προ­η­γοῦν­ται καὶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρή­σει δε­δο­μέ­να πολ­λὰ πράγ­μα­τα― ὅ­πως, ἐ­πί­σης, καὶ ἡ χρή­ση τῆς πα­ρω­δί­ας, τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἔλ­λει­ψης καὶ τοῦ χι­οῦ­μορ. Θε­ω­ρεῖ­ται εἶ­δος ποὺ γεν­νή­θη­κε στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, ἀ­πὸ ὅ­που προ­έρ­χον­ται οἱ πρω­το­πό­ροι του: ὁ Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, ὁ Χού­λιο Τό­ρι, ὁ Λε­ο­πόλ­δο Λου­γό­νες καὶ ὁ Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, ἐ­πί­σης, συ­νέ­χι­σε νὰ ἐ­ξε­λίσ­σε­ται μὲ με­γά­λη ὁρ­μὴ ἀ­πὸ τοὺς Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο, Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες καὶ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, κυ­ρί­ως τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 καὶ μὲ εὐ­ρέ­ως δι­α­δε­δο­μέ­νο τρό­πο ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’90 τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να μέ­χρι σή­με­ρα, ἐ­πο­χὴ ποὺ πα­ρα­τη­ροῦν­ται πλέ­ον (πα­ρα)δείγ­μα­τα σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ χῶ­ρες.

       Μα­κά­ρι νὰ ἦ­ταν τό­σο εὔ­κο­λο. Ὅ­λα ὅ­σα μό­λις προ­εί­πα­με θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἰ­δω­θοῦν μὲ ἄλ­λο τρό­πο, λι­γό­τε­ρο ἁ­πλό, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἀρ­χί­σου­με νὰ τὰ ἀ­να­λύ­ου­με σὲ βά­θος. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι κά­θε βε­βαι­ό­τη­τα ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται: ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να και­νούρ­γιο εἶ­δος, μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι·  δὲν εἶ­ναι γνω­στὸ πό­τε ξε­κί­νη­σε, οὔ­τε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρα, οὔ­τε τὸ ὄ­νο­μά της, ἐ­νῶ εἶ­ναι πολ­λοὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ δι­εκ­δι­κοῦν τὴν πα­τρό­τη­τά της. Καὶ ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ ἂν ὑ­πάρ­χει ὡς ἀ­νε­ξάρ­τη­το εἶ­δος εἶ­ναι για­τί οἱ θε­ω­ρη­τι­κοὶ ὅ­ρι­σαν τὴν ὕ­παρ­ξή της καὶ ἀ­πὸ κά­ποι­α στιγ­μὴ καὶ ἔ­πει­τα οἱ συγ­γρα­φεῖς ἀ­νέ­πτυ­ξαν δείγ­μα­τα γρα­φῆς ποὺ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τοὺς με­λε­τη­τές.

       Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­σεις ἔ­χουν λό­γο ποὺ ὑ­φί­σταν­ται. Ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει ἕ­να εἶ­δος ποὺ ἀ­πορ­ρί­πτει τὶς ἀ­πο­λυ­τό­τη­τες, τὶς βε­βαι­ό­τη­τες, τὶς ἀ­δι­άλ­λα­κτες ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σεις εἶ­ναι τὸ εἶ­δος ποὺ μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ. Ἡ ἔ­κτα­σή του ποι­κίλ­λει ἐν­τὸς τῆς ἴ­διας τῆς μι­κρῆς του κλί­μα­κας·  ἡ ἔκ­φρα­σή του ὡς εἶ­δος εἶ­ναι πε­ρί­πλο­κη, ἀμ­φί­ση­μη, ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη, δι­α­φεύ­γου­σα·  τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του εἶ­ναι λί­γα ἢ ὑ­περ­βο­λι­κὰ πολ­λά, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ ποι­ὸς τὰ ἀ­πα­ριθ­μεῖ·  ὁ ὁ­ρι­σμός του δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ξε­κά­θα­ρος, τὸ ὄ­νο­μά του ποι­κίλ­λει ἀ­πὸ χώ­ρα σὲ χώ­ρα καὶ ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­α σὲ συγ­γρα­φέ­α. Μπο­ροῦν νὰ κα­τα­τε­θοῦν μό­νο προ­τά­σεις, προ­σεγ­γί­σεις, συμ­βου­λές, ἀμ­φι­βο­λί­ες, ἐ­κτι­μή­σεις. Ὁ­ποι­α­δή­πο­τε βε­βαι­ό­τη­τα σύν­το­μα ἀ­πορ­ρί­πτε­ται ἐ­νώ­πιον ἑ­νὸς νέ­ου πα­ρα­δείγ­μα­τος τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀρ­νεῖ­ται τὴν προ­η­γού­με­νη προ­ϋ­πό­θε­ση. Ἐ­ὰν αὐ­τὸ ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τὸ ἄ­πια­στο καὶ τὸ ἀμ­φί­ση­μο, οἱ τα­ξι­νο­μή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­κο­λου­θοῦν­ται τό­σο πι­στὰ στὴν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ κοι­νό­τη­τα, κα­τα­λή­γουν νὰ εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­στι­κὲς καὶ ὄ­χι πο­λὺ ἀ­ξι­ό­πι­στες. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ σχε­τί­ζον­ται μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μοιά­ζουν μὲ work in progress, ὥ­στε, αὐ­τὸ ποὺ σή­με­ρα μᾶς φαί­νε­ται ἡ ἀρ­χή, ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ ἀρ­γό­τε­ρα, χά­ρη σὲ νέ­ες ἀ­να­κα­λύ­ψεις, θὰ ἀ­πο­δει­χθεῖ ὅ­τι εἶ­ναι κά­τι ποὺ βρι­σκό­ταν ἤ­δη στὰ μι­σά του δρό­μου.

       Βέ­βαι­α, αὐ­τὴ ἡ «ἀ­να­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα» προ­κα­λεῖ πολ­λὰ ἐμ­πό­δια καὶ πα­ρα­νο­ή­σεις: τὸ εἶ­δος πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α, στὴν ὑ­πο­τί­μη­ση ―ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι κά­τι ἀλ­λό­κο­το―, στὴ συ­νέ­χεια ἔ­γι­νε τά­ση, παν­τα­χοῦ πα­ρόν, μιὰ ὑ­περ­βο­λὴ καί, στὸ τέ­λος, ξα­νὰ ἄ­ξιο πε­ρι­φρό­νη­σης ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι κά­τι ὑ­περ­βο­λι­κὰ κοι­νό. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σες δε­κα­ε­τί­ες, κά­ποι­οι ἀ­κό­μη δὲν τὸ θε­ω­ροῦν λο­γο­τε­χνί­α καί, πα­ρὰ τὰ πολ­λὰ δι­ε­θνῆ καὶ μὴ συ­νέ­δρια, τὶς δη­μο­σι­εύ­σεις, τὶς ἐκ­δό­σεις ποὺ ἀ­φι­ε­ρώ­νον­ται στὸ ἐν λόγῳ θέ­μα, ἀ­κό­μη ὑ­πάρ­χουν ἄ­το­μα ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐκ­κεν­τρι­κή, ὅ­ταν εἶ­ναι γεν­ναι­ό­δω­ροι, ἢ ἀ­σή­μαν­τη, ἰ­δα­νι­κὴ γιὰ τοὺς ὀ­κνη­ροὺς τῆς γρα­φῆς καὶ τῆς ἀ­νά­γνω­σης. Καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ σχε­τί­ζον­ται ἐ­πί­σης μὲ τὴ συν­το­μί­α, κα­θὼς φαί­νε­ται ὑ­περ­βο­λι­κὰ σύν­το­μο γιὰ νὰ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό. Καὶ τὸ δο­κί­μιο ὅ­μως στὸ ξε­κί­νη­μά του θε­ω­ροῦν­ταν κά­τι πα­ρά­ξε­νο, ἡ ποί­η­ση χω­ρὶς μέ­τρο καὶ ὁ­μοι­ο­κα­τα­λη­ξί­α εἶ­χε τὴ φή­μη ὅ­τι εἶ­ναι τὸ κα­τα­φύ­γιο τῶν φυ­γό­πο­νων καὶ ἡ πο­λε­μι­κὴ ἐ­ναν­τί­ον τῶν μὴ πα­ρα­στα­τι­κῶν πλα­στι­κῶν τε­χνῶν συ­νε­χί­ζε­ται καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ 21ου αἰ­ώ­να.

       Ἡ συν­το­μί­α ἐ­πί­σης συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ φαι­νο­με­νι­κὴ εὐ­κο­λί­α τῆς συγ­γρα­φῆς – δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο νὰ γρά­ψεις ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρο. Αὐ­τὸ ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα πολ­λοὶ νὰ πι­στεύ­ουν ὅ­τι ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ ἐ­πι­νό­η­μα θε­ω­ρεῖ­ται δεῖγ­μα τοῦ εἴ­δους, ἀ­πελ­πί­ζον­τας τοὺς ἀ­να­λυ­τὲς καὶ τοὺς σο­βα­ροὺς μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρά­φους. Τὰ γεν­ναι­ό­δω­ρα βρα­βεῖ­α ποὺ προ­σφέ­ρον­ται σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς τοῦ χώ­ρου (λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν χα­ρα­κτή­ρων) ἔ­χουν ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα δε­κά­δες χι­λιά­δες συμ­με­το­χές, ποὺ «προ­σπα­θοῦν νὰ δοῦν» ἂν λει­τουρ­γεῖ τὸ κει­με­νά­κι τους. Ἡ συν­το­μί­α λοι­πόν, ἡ ὁ­ποί­α συ­νε­πά­γε­ται τό­ση προ­σπά­θεια γιὰ τοὺς εὐ­συ­νεί­δη­τους μύ­στες, ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἐ­πί­σης καὶ τὴν κοι­νο­τυ­πί­α ὁ­ρι­σμέ­νων προ­τά­σε­ων καὶ τὸν ἐκ­φυ­λι­σμὸ τοῦ εἴ­δους. Μὲ τὴν αὔ­ξη­ση τοῦ σώ­μα­τος κει­μέ­νων μὲ γε­ω­με­τρι­κὴ πρό­ο­δο, γί­νε­ται πε­ρί­πλο­κο νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει κα­νεὶς τὶς προ­τά­σεις τῆς κά­θε χώ­ρας καὶ τῆς κά­θε γλώσ­σας. Ἡ πλη­θώ­ρα, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, με­τα­τρέ­πε­ται σὲ ζούγ­κλα, ὅ­που εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ ἐν­το­πί­σει κα­νεὶς τὰ δι­α­μάν­τια. Πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα, ὅ­μως, ἡ ἀ­φθο­νί­α συ­νε­πά­γε­ται ἐ­πί­σης ὅ­τι ἕ­να τό­σο με­γά­λο εὖ­ρος προ­τά­σε­ων κά­νει δύ­σκο­λό το νὰ ἔ­χει κά­ποι­ος μιὰ σχε­τι­κὰ πιὸ ξε­κά­θα­ρη ὀ­πτι­κὴ τοῦ τί πα­ρά­γε­ται.

       Κι ἔ­τσι περ­νᾶ­με σὲ κά­τι ση­μαν­τι­κό: τὸ ὅ­τι εἶ­ναι τό­σο ἀ­σα­φής, εὐ­με­τά­βλη­τη καὶ ὀ­λι­σθη­ρὴ ση­μαί­νει ἄ­ρα­γε ὅ­τι τὰ πάν­τα εἶ­ναι ἄ­ξια λό­γου; Ὄ­χι, βέ­βαι­α. Οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι μι­κρὰ ἔρ­γα τέ­χνης, κι αὐ­τό, ὅ­πως ξέ­ρου­με κα­λά, εἶ­ναι πάν­τα πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ.


Ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἐ­λά­χι­στου


Ὅ­πως στὸ ἀ­νέκ­δο­το μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ καὶ τὴν ὕ­παρ­ξη/ἀ­νυ­παρ­ξί­α τοῦ Θε­οῦ, θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α, πα­ρό­λο ποὺ ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων εἶ­ναι πα­νάρ­χαι­α. Βρί­σκε­ται στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ρω­μα­ϊ­κὰ Σύμ­μει­κτα, στὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ Makura no Soshi (Βι­βλί­α τοῦ μα­ξι­λα­ριοῦ) ποὺ χρο­νο­λο­γοῦν­ται στὸ 1000 μ.Χ. καὶ ἀ­νή­κουν στὸ εἶ­δος Zuihitsu (σύν­το­μα κεί­με­να, γραμ­μέ­να μο­νο­κον­τυ­λιὰ) καὶ τὰ ἀγ­γλι­κὰ Commonplace books τοῦ Με­σαί­ω­να καὶ τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης. Ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­σης σύν­το­μα ἔρ­γα, τὰ ὁ­ποῖ­α στὰ ἀγ­γλι­κὰ ὀ­νο­μά­ζον­ται Hodgepodge (Συ­νον­θύ­λευ­μα), τὰ γερ­μα­νι­κὰ Gemeinplatze, τὰ γαλ­λι­κὰ Lieux Communs καὶ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ Zibaldone τοῦ 19ου αἰ­ώ­να (Rojo, 2010). Ἡ Francisca Noguerol (2009) τὸ συν­δέ­ει μὲ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ Dietarios, ἡ Laura Pollastri (2007) μὲ τὶς ἐ­πι­γρα­φὲς στὶς ἐ­πι­τύμ­βι­ες στῆ­λες τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας, ὁ David Lagmanovich (2006) μὲ τὰ χα­ϊ­κού, ὁ Paul Davila (2014) μὲ τὰ κο­άν… θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι ἐ­π’ ἄ­πει­ρον. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ ἔ­πει­τα ἀ­κο­λου­θεῖ ἕ­να ἅλ­μα ἀρ­κε­τῶν αἰ­ώ­νων. Ὁ Lagmanovich (2006) θε­ω­ρεῖ τὰ Μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζό τοῦ Σὰρλ Μπων­τλὲρ ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ πρό­δρο­μο. Ἀ­νά­με­σα στοὺς «προ­γό­νους» συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται ἐ­πί­σης ὁ Ἄμ­προζ Μπὶρς καὶ ὁ Να­θά­νι­ελ Χό­θορν μὲ τὰ American Notebooks του, σύμ­φω­να μὲ τὴν Graciela Tomassini (2008 καὶ 2011). Ὁ Juan Armando Epple (2006) κα­το­νο­μά­ζει τοὺς Ἀ­λο­ΐ­σιους Μπερ­τράν, Βι­λι­ὲ ντὲ Λ’Ἴλ, Ὄ­σκαρ Γουά­ιλντ, Ζὶλ Ρε­νάρ, Φραν­τς Κάφ­κα, Τζὸρτζ Λό­ρινγκ Φρό­στ, Ἰ. A. Ἄιρ­λαντ καὶ τὸν βα­ρῶ­νο τοῦ Ντάν­σα­νι. Καὶ ἐ­κεῖ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να ἀ­κό­μα ἅλ­μα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ πρὸς τοὺς Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να: Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, Ἀλ­φόν­σο Ρέ­γες, Χού­λιο Τό­ρι, Χο­σὲ Ἀν­τό­νιο Ρά­μος Σοῦ­κρε, Λου­ὶς Βι­δά­λες, Βι­σέν­τε Οὐ­ι­δόμ­προ, Ἐρ­νέ­στο Λου­γό­νες, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Ἡ Stella Maris Colombo (2011) συγ­κεν­τρώ­νει τοὺς δι­ά­φο­ρους προ­δρό­μους, σύμ­φω­να μὲ μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ με­λε­τη­τές, στοὺς ὁ­ποί­ους συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει τὸν ἤ­δη προ­α­να­φερ­θέν­τα Φραν­τς Κάφ­κα, τὸν Μπέρ­τολτ Μπρὲ­χτ καὶ τὸν Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ (σύμ­φω­να μὲ τὸν Lagmanovich), τὸν ἤ­δη προ­α­να­φερ­θέν­τα Ἄμ­προζ Μπὶρς (σύμ­φω­να μὲ τὴν Tomassini) καὶ τὸν Τζι­ο­βά­νι Πα­πί­νι (σύμ­φω­να μὲ τοὺς Colombo, Roas καὶ Anderson Imbert). Σύμ­φω­να μὲ τὴν Dolores Koch (1981), πρω­το­πό­ρος ἦ­ταν ὁ με­ξι­κα­νὸς Χού­λιο Τό­ρι. Οἱ David Lagmanovich καὶ Laura Pollastri με­λέ­τη­σαν σὲ βά­θος τὶς ἐ­πιρ­ρο­ὲς τῆς λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας καὶ τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὸ εἶ­δος. Ἀ­σφα­λῶς, πρέ­πει νὰ λη­φθοῦν ὑ­πό­ψη οἱ Greguerias τοῦ Ρα­μὸν Γκό­μεθ δὲ λὰ Σέρ­να. Ὅ­μως ἐ­κεῖ ὑ­πάρ­χει καὶ ἄλ­λο ἕ­να ἅλ­μα μέ­χρι τὸ 1955, ὅ­ταν δη­μο­σι­εύ­ε­ται τὸ Σύν­το­μες καὶ πα­ρά­ξε­νες ἱ­στο­ρί­ε­ς τῶν Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες καὶ Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, ἡ ὁ­ποί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὡς ἡ πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α ἑ­νὸς εἴ­δους ποὺ ἕ­ως τό­τε δὲν ὑ­φί­στα­το ὡς ἀν­τι­κεί­με­νο με­λέ­της καὶ συγ­κεν­τρώ­νει πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ ὑ­περ­βρα­χέ­α κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α σή­με­ρα κα­τα­λο­γο­γρα­φοῦν­ται ὡς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Καὶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ 1959, ὁ Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο δη­μο­σι­εύ­ει τὸ πιὸ δι­ά­ση­μο μι­κρο­δι­ή­γη­μα ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν, «Ὁ δει­νό­σαυ­ρος», ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κεί­με­να τῆς συλ­λο­γή­ς Obras completas (y otros cuentos). Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ πέ­ρα εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ συ­νε­χί­σει ἡ λί­στα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ἀρ­χί­ζουν νὰ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­πὸ τὸν Με­ξι­κα­νὸ Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα, τὸν Κο­λομ­βια­νὸ Ἄλ­βα­ρο Σε­πέ­δα Σα­μού­διο, μέ­χρι τοὺς Ἀρ­γεν­τι­νοὺς Μάρ­κο Ντε­νέ­βι καὶ Ἐν­ρί­κε Ἀν­τερ­σον Ἰμ­πέρτ, τὸν Κου­βα­νὸ Βιρ­χί­λιο Πι­νι­έ­ρα, τὸν Βε­νε­ζο­λά­νο Ἀλ­φρέ­δο Ἄρ­μας Ἀλ­φόν­σο καὶ πολ­λοὺς ἄλ­λους. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἔ­κρη­ξη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’70, ἄλ­λο ἅλ­μα στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’90 ―πα­ρό­λο ποὺ με­ρι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 ― ὅ­ταν καὶ πά­λι τὸ εἶ­δος ἀ­να­πτύσ­σε­ται μὲ πλη­θώ­ρα λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νων, ἱ­σπα­νῶν, ἀγ­γλό­φω­νων, βρα­ζι­λιά­νων, κο­ρε­α­τῶν συγ­γρα­φέ­ων… Καὶ ἄλ­λο ἅλ­μα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ πο­σο­τι­κό, μὲ τὸ ξε­κί­νη­μα τοῦ νέ­ου αἰ­ώ­να καὶ τὴν ἔ­ξαρ­ση τῶν μέ­σων κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἔ­χει τὴν ἰ­δα­νι­κὴ ἔ­κτα­ση γιὰ νὰ δι­α­βα­στεῖ σὲ blog, στὸ Twitter, στὸ Facebook, στὸ Tumblr καὶ στὰ λοι­πὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης, γι’ αὐ­τὸ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο ὑ­πάρ­χουν χι­λιά­δες σε­λί­δες ποὺ κα­τα­πι­ά­νον­ται μὲ αὐ­τὴ τὴ φόρ­μα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὑ­πάρ­χουν πιὰ συγ­γρα­φεῖς (Ρα­γου­σέ­ο, Σαμ­πρά­νο) οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­να­πτύσ­σουν συγ­κε­κρι­μέ­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ θε­ω­ρί­α σχε­τι­κὰ μὲ τὴν twitteroποίηση, δη­λα­δὴ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δὲν ξε­περ­νᾶ τοὺς 140 χα­ρα­κτῆ­ρες. Πλέ­ον τὰ ὑ­περ­βρα­χέ­α κεί­με­να εἶ­ναι τό­σο παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τα ὥ­στε, ὅ­πως λέ­ει ἡ Χού­λια Ὀ­τσό­α, «ση­κώ­νεις μιὰ πέ­τρα, μιὰ σαύ­ρα, μιὰ ψί­χα ψω­μὶ καὶ πέ­φτεις πά­νω σὲ ἕ­να». Ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τὴ νί­κη, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἔ­χει πολ­λοὺς πα­τέ­ρες καί, ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τοὺς ἥ­ρω­ες, ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­σης πολ­λοὶ τό­ποι ποὺ ἐ­ρί­ζουν γιὰ τὸν τί­τλο τῆς γε­νέ­τει­ράς της.

       Ὅ­πως εἶ­ναι προ­φα­νὲς μὲ αὐ­τὴ τὴν προ­σπά­θεια ἱ­στο­ρι­κῆς συ­στη­μα­το­ποί­η­σης, δὲν ὑ­πάρ­χει σα­φὴς καὶ συ­νε­χὴς ἐ­ξέ­λι­ξη, πα­ρὰ χα­ο­τι­κὲς ἐ­κρή­ξεις στὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­να­μει­γνύ­ον­ται πολ­λὰ εἴ­δη, συγ­γρα­φεῖς ποὺ κά­πο­τε, ἀλ­λὰ ὄ­χι πάν­τα, γρά­φουν ὑ­περ­βρα­χέ­α κεί­με­να, κεί­με­να πε­ρισ­σό­τε­ρο ἢ λι­γό­τε­ρο σύν­το­μα, τά­σεις ποὺ ἔρ­χον­ται καὶ πα­ρέρ­χον­ται, πει­ρα­μα­τι­σμοὶ ποὺ δί­νουν ἀ­φορ­μὴ γιὰ ἄλ­λες ἀ­να­ζη­τή­σεις καὶ ἀ­πο­κλει­στι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὸ εἶ­δος ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς.

       Τὸ πρό­βλη­μα μὲ τὶς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ὅ­τι εἶ­ναι πάν­τα σχε­τι­κές, γι’ αὐ­τὸ καὶ τέ­τοι­ο πλῆ­θος προ­δρό­μων ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι, ὅ­πως πάν­τα στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ φαι­νό­με­να, οἱ ἐ­πιρ­ρο­ὲς εἶ­ναι πολ­λές, πολ­λα­πλὲς καὶ προ­σω­πι­κές. Ὅ­λοι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ προ­α­να­φέρ­θη­καν γιὰ κά­ποι­ον θὰ ἦ­ταν πρό­δρο­μοι, καὶ γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λον ὄ­χι. Ἴ­σως ὑ­πάρ­χει ἕ­να Zeitgeist ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὴ συν­το­μί­α, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ὑ­πῆρ­ξαν πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν κει­μέ­νων πο­λὺ με­γά­λης πνο­ῆς, ἑ­πο­μέ­νως ὁ­ποι­α­δή­πο­τε χρο­νι­κὴ σύν­δε­ση μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἡ ὕ­παρ­ξη τό­σων θε­με­λι­ω­τῶν μὲ κά­νει νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι ἴ­σως ἡ ἀ­πάν­τη­ση νὰ εἶ­ναι πιὸ ἁ­πλή. Ἡ ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α ὑ­φί­στα­το ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σε ἡ συγ­γρα­φὴ καὶ ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ὡς ἀ­φο­ρι­σμός, ἀλ­λη­γο­ρί­α, ἀ­πό­λο­γος, σκη­νή, πε­ρι­στα­τι­κό, πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­πί­γραμ­μα, γκρα­βού­ρα, μύ­θος, πα­ρα­βο­λή, πα­ροι­μί­α, ἀ­πό­φθεγ­μα, βι­νι­έ­τα καὶ μιὰ ἀ­τε­λεί­ω­τη ποι­κι­λί­α πο­λὺ σύν­το­μων ἀρ­χαί­ων λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἡ δι­α­φο­ρὰ μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α; Κα­μί­α ἢ πολ­λές. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι λο­γο­τε­χνί­α τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἑ­ξῆς, καὶ ἔ­χει τὶς ἴ­δι­ες δι­α­φο­ρὲς μὲ τοὺς προ­γό­νους της, ὅ­πως ἔ­χουν τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἡ ποί­η­ση ἢ τὸ δο­κί­μιο τοῦ 20οῦ καὶ τοῦ 21ου αἰ­ώ­να μὲ τοὺς δι­κούς τους προ­γό­νους.

       Ὁ ὅ­ρος μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ―καὶ οἱ πολ­λα­πλὲς ἐκ­δο­χές του― ἄρ­χι­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται πρό­σφα­τα, πράγ­μα ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­κα­λοῦ­με ἔ­τσι μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ σκε­φτεῖ ὅ­τι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς με­λε­τη­τὲς τοῦ χώ­ρου, ὅ­τι τῆς προσ­δώ­σα­με θε­ω­ρη­τι­κὴ ὑ­πό­στα­ση, δι­α­μορ­φώ­νον­τας σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος αὐ­τὸ ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἦ­ταν ποι­κί­λα σύν­το­μα εἴ­δη ποὺ οἱ συγ­γρα­φεῖς καλ­λι­ερ­γοῦ­σαν δί­χως νὰ νοι­ά­ζον­ται γιὰ τὴν τα­ξι­νό­μη­σή τους.


Τὸ ζή­τη­μα τοῦ ὀ­νό­μα­τος


Λί­γα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη ἔ­χουν τό­σες πολ­λὲς ὀ­νο­μα­σί­ες: ἀ­κρι­βὴς τέ­χνη, σύν­το­μο δι­ή­γη­μα, πε­ρι­στα­τι­κό (ὅ­ρος ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση τοῦ Ἀν­τερ­σον Ἰμ­πέρτ), σχε­δὸν δι­ή­γη­μα, δι­η­γη­μα­τί­διον, βρα­χὺ δι­ή­γη­μα, ὑ­περ­βρα­χὺ δι­ή­γη­μα, σύν­το­μο δι­ή­γη­μα, συν­το­μό­τα­το δι­ή­γη­μα, μι­κρο­σκο­πι­κὸ δι­ή­γη­μα, δι­ή­γη­μα-μι­νι­α­τού­ρα, λι­πό­σαρ­κο δι­ή­γη­μα, στιγ­μια­ῖο δι­ή­γη­μα, τα­χυ­δι­ή­γη­μα, γρή­γο­ρο δι­ή­γη­μα, δι­ή­γη­μα μπον­ζά­ι, μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ ἑ­νὸς λε­πτοῦ, γρή­γο­ρη μυ­θο­πλα­σί­α, αἰφ­νί­δια μυ­θο­πλα­σί­α, ὑ­περ­σύν­το­μο, ἐ­λά­χι­στη ἱ­στο­ρί­α, μι­κρο­δι­ή­γη­μα, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, μι­κρο­α­φή­γη­ση, μι­κρο­κεί­με­νο, μι­νι­δι­ή­γη­μα, μι­νι­μυ­θο­πλα­σί­α, μι­νι­κεί­με­νο, να­νο­δι­ή­γη­μα, να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α, να­νο­κεί­με­νο, δι­η­γη­μα­τί­διο, μι­κρὴ ἀ­φή­γη­ση, σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἐ­λά­χι­στη ἀ­φή­γη­ση, μι­κρο­σκο­πι­κὴ ἀ­φή­γη­ση, πα­ρα­βα­τι­κὸ δι­ή­γη­μα, ὑ­περ­βρα­χύ­τα­το κεί­με­νο, δι­ή­γη­μα ἐξ­πρές, ποι­κί­λη ἐ­πι­νό­η­ση (γιὰ τὰ ἔρ­γα τοῦ Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα), κει­με­νί­διο, με­τα­ξὺ πολ­λῶν ἄλ­λων.

       Αὐ­τοὶ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο εἶ­ναι οἱ ὅ­ροι μι­νι­μυ­θο­πλα­σί­α, μι­κρο­α­φή­γη­ση, μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἡ δι­ά­κρι­ση ὑ­πο­νο­εῖ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να δι­ή­γη­μα πο­λὺ σύν­το­μο, μιὰ ἀ­φή­γη­ση πο­λὺ βρα­χεί­α ἢ μιὰ ἐ­λά­χι­στη μυ­θο­πλα­στι­κὴ φόρ­μα (ὄ­χι ἀ­πα­ραί­τη­τα δι­ή­γη­μα ἢ ἀ­φή­γη­ση). Ἂν καὶ ἡ ἔλ­λει­ψη ἀ­κρι­βοῦς ὀ­νό­μα­τος ἀ­πελ­πί­ζει ἀρ­κε­τούς, τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι στε­ρεῖ­ται συγ­κε­κρι­μέ­νου ὀ­νό­μα­τος καὶ ἔ­χει τό­σες ὀ­νο­μα­σί­ες εἶ­ναι ὅ,τι πρέ­πει γιὰ μιὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα δι­φο­ρού­με­νη καὶ ὑ­βρι­δι­κή. Μο­λο­νό­τι θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἐ­φι­κτὴ μό­νο ὅ­ταν ἀ­φη­γεῖ­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α, ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χουν ἀμ­φι­βο­λί­ες. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα σα­φεῖς, ἀν­τι­θέ­τως ἡ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ συμ­πλη­ρώ­νει τὴν πρό­θε­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἐν προ­κει­μέ­νῳ, ἡ ἱ­στο­ρί­α σὲ ἀρ­κε­τὲς πε­ρι­πτώ­σεις ἁ­πλῶς σκι­α­γρα­φεῖ­ται καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης κα­λεῖ­ται νὰ τὴ συμ­πλη­ρώ­σει. Γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τὸ οἱ Tomassini καὶ Colombo, τὸ 2013, βά­φτι­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «μη­χα­νὴ σκέ­ψης».

       Ἐ­ξε­τά­ζον­τας τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ εἴ­δους, μπο­ροῦ­με νὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σου­με ὅ­τι οἱ ὅ­ροι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α / μι­κρο­α­φή­γη­ση / μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι πρό­σφα­τοι. Στὰ ἡ­με­ρο­λό­για τοῦ Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, ὅ­ταν γί­νε­ται λό­γος γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Σύν­το­μες καὶ πα­ρά­ξε­νες ἱ­στο­ρί­ες, λέ­ει ὅ­τι ὁ Μπόρ­χες καὶ ἐ­κεῖ­νος ἔ­γρα­ψαν δι­η­γή­μα­τα ἢ δι­η­γη­μα­τί­δια. Ὁ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο, ὅ­ταν μι­λά­ει γιὰ τὸν «Δει­νό­σαυ­ρο» τοῦ Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο, τὸν ἀ­πο­κα­λεῖ δι­ή­γη­μα. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Javier Perucho (2006) ὁ ὅ­ρος μι­κρο­α­φή­γη­ση χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τὸν Χο­σὲ Ἐ­μί­λιο Πα­τσέ­κο στὴ στή­λη του μὲ τί­τλο «Inventario» τὸ 1977. Ἡ Dolores Koch, πι­θα­νό­τα­τα ἡ πρώ­τη θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ εἴ­δους, χρη­σι­μο­ποί­η­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ὅ­ρο μι­κρο-ἀ­φή­γη­ση τὸ 1981. Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν ἐ­πί­σης ὁ ὅ­ρος μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα. Ὁ ὅ­ρος μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἔ­γι­νε πιὸ κοι­νὸς ἀ­πὸ τὸ Πρῶ­το Δι­ε­θνὲς Colloquium στὸ Με­ξι­κὸ τὸ 1998 καὶ ἔ­πει­τα. Ἐ­γὼ χρη­σι­μο­ποί­η­σα τὸν ὅρο μι­κρο­δι­ή­γη­μα τὸ 1992, δι­ό­τι μοῦ φαι­νό­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να δι­ή­γη­μα πο­λὺ σύν­το­μο, μὲ ὅ­λα τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς κα­νο­νι­κῆς φόρ­μας τοῦ εἴ­δους, μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὴν ἔ­κτα­ση. Ὡ­στό­σο σή­με­ρα δὲν ἔ­χω τὴν ἴ­δια βε­βαι­ό­τη­τα, γι’ αὐ­τὸ καὶ προ­τι­μῶ τὸν ὅρο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἂν καὶ ὑ­πάρ­χουν ἔ­ρευ­νες ποὺ τεκ­μη­ρι­ώ­νουν τὶς δι­α­φο­ρὲς ἀ­νά­με­σα στὸ ἕ­να καὶ στὸ ἄλ­λο, λό­γῳ τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τους, μὲ τὸ «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν ὅρο-ὀμ­πρέ­λα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει τὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἀ­φη­γή­σεις καὶ δι­η­γή­μα­τα, πι­στεύ­ω ὅ­τι αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους οἱ δι­α­κρί­σεις πε­ρι­πλέ­κουν τὰ πράγ­μα­τα.

       Σὲ θέ­μα­τα ὁ­ρο­λο­γί­ας, ἴ­σως ἀρ­κεῖ μό­νο ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Οὐ­ί­λιαμ Σαίξ­πηρ: «What’s in a name? Τhat which we call a rose / By any other name would smell as sweet» (Ρω­μαῖ­ος καὶ ­ου­λι­έ­τα, ΙΙ, 2)[ii].


­κτα­ση, ­ρι­σμὸς καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά


Ὅ­πως ἤ­δη προ­εί­πα­με, ἡ μό­νη βε­βαι­ό­τη­τα γιὰ τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα. Καὶ ἡ συν­το­μί­α αὐ­τὴ εἶ­ναι κα­τη­γο­ρια­κή. Τὰ πάν­τα στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α κα­τα­λή­γουν νὰ ὁ­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ τὴν ἔ­κτα­σή τους. Ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ γεν­νᾶ πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ἀ­ρε­τὲς καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ προ­βλή­μα­τα. Λό­γῳ του ὅ­τι εἶ­ναι τό­σο σύν­το­μη, οἱ ἀ­δα­εῖς θε­ω­ροῦν ὅ­τι εἶ­ναι εὔ­κο­λη καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἀρ­χί­ζουν νὰ γρά­φουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­ναι­σχυν­τί­α καὶ ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τα ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, ἐ­νῶ ἄλ­λοι κα­τα­λή­γουν στὸ συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει ἀ­πο­τύ­χει εἶ­ναι τὸ εἶ­δος καὶ ὄ­χι τὰ κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν γρα­φτεῖ μέ­σα σὲ λί­γα λε­πτά.

       Πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα, ὅ­μως, ἡ συν­το­μί­α ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴ με­γά­λη ἔ­κτα­ση τοῦ σώ­μα­τος κει­μέ­νων. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ εἴ­δους μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει ἑ­κα­τὸ κεί­με­να, κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα ὡς πρὸς τὴ μορ­φή του. Μὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­πί­στευ­τα εὐ­ρὺ δεῖγ­μα ὑ­πάρ­χουν πά­ρα πολ­λὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα καὶ οἱ ἐ­ξαι­ρέ­σεις δὲν μπο­ροῦν νὰ δι­και­ο­λο­γη­θοῦν μὲ τὸ εὔ­κο­λο ἐ­πι­χεί­ρη­μα ὅ­τι ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸν κα­νό­να. Εἶ­ναι τό­σες πολ­λὲς οἱ ἐ­ξαι­ρέ­σεις ποὺ ὁ κα­νό­νας στὸ τέ­λος δὲν ὑ­φί­στα­ται. Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμός, ἂν δὲν εἶ­ναι πο­λὺ εὐ­ρύς, κα­τα­λή­γει νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα σχε­τι­κός, κα­θό­τι αὐ­τὸ ποὺ θε­ω­ροῦν­ταν προ­ϊ­στο­ρί­α τε­λι­κὰ ἐ­πε­κτεί­νε­ται μέ­χρι τὴν ἀρ­χὴ τῶν πάν­των καὶ εἶ­ναι τό­σο εὐ­έ­λι­κτο ποὺ μπο­ροῦ­με στὸ τέ­λος νὰ συ­ναν­τᾶ­με μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες σὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε κεί­με­νο.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, ἡ συν­το­μί­α θὰ δη­μι­ουρ­γή­σει τὰ ἴ­δια της τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση τὸ εἶ­δος: αὐ­τὴ εἶ­ναι ποὺ προ­κα­λεῖ τὴν προ­σε­κτι­κὰ ἐ­πι­λεγ­μέ­νη γλώσ­σα, τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ βρε­θεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη, κα­θό­σον εἶ­ναι λί­γες αὐ­τὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται. Λό­γῳ τῆς συν­το­μί­ας της, θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρι­σμέ­νη ὡς εἶ­δος καὶ δι­α­κει­με­νι­κή, ὥ­στε ὁ ἀ­να­γνώ­στης νὰ ἔ­χει ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς ἀλ­λὰ καὶ προ­η­γού­με­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες καὶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας νὰ μὴν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­πτύσ­σει πλευ­ρὲς ποὺ θε­ω­ρεῖ γνω­στές·  αὐ­τὸ ἐ­πί­σης συ­νε­πά­γε­ται ὅ­τι ἡ εἰ­ρω­νεί­α, ἡ ἐ­πα­νερ­μη­νεί­α καὶ ἡ πα­ρω­δί­α πάν­το­τε θὰ εἶ­ναι πα­ροῦ­σες·  μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο, θὰ πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἐ­πί­σης πο­λὺ σα­φὴς γλώσ­σα, ἐ­νῶ δὲν θὰ μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­φευ­χθοῦν οἱ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις καὶ οἱ ὑ­παι­νιγ­μοί. Ἐν ὀ­λί­γοις, τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας θὰ συν­δέ­ον­ται μὲ τὰ κει­με­νι­κὰ παι­χνί­δια τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­πι­βάλ­λει ἡ συν­το­μί­α της.

       Δὲν ὑ­πάρ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νος ἀ­ριθ­μὸς οὔ­τε χα­ρα­κτή­ρων οὔ­τε λέ­ξε­ων, ἀλ­λὰ τὸ κεί­με­νο θὰ πρέ­πει νὰ χω­ρά­ει σὲ μιὰ μα­τιά. Ὁ Lauro Zavala (2004) δι­α­κρί­νει τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες: σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα (1.000 ἕ­ως 2.000 λέ­ξεις), πο­λὺ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα (200 ἕ­ως 1.000 λέ­ξεις) καὶ ὑ­περ­σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα (1 ἕ­ως 200 λέ­ξεις). Ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς προ­τι­μοῦν νὰ μὴν ὁ­ρί­ζουν συγ­κε­κρι­μέ­νη μέ­γι­στη ἔ­κτα­ση·  γιὰ αὐ­τοὺς εἶ­ναι σύν­το­μα καὶ τέ­λος.

       Ἀ­πα­ριθ­μών­τας τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: γιὰ τὴν Dolores Koch (1981) πρό­κει­ται γιὰ ἀ­φη­γή­σεις χω­ρὶς εἰ­σα­γω­γή, πε­ρι­στα­τι­κὰ ἢ δρά­ση, χω­ρὶς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νους χα­ρα­κτῆ­ρες, καὶ χω­ρὶς ἀ­πο­κο­ρύ­φω­ση καί, γι’ αὐ­τό, χω­ρὶς τέ­λος. Ἐ­πι­πλέ­ον, ση­μει­ώ­νει, ἡ πρό­ζα εἶ­ναι ἁ­πλή, προ­σεγ­μέ­νη, σα­φὴς καὶ δι­σή­μαν­τη: χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ χι­οῦ­μορ, τὸ πα­ρά­δο­ξο, τὴν εἰ­ρω­νεί­α καὶ τὴ σά­τι­ρα·  ἀ­να­σύ­ρει ἀρ­χαῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φόρ­μες καὶ τὶς ἐν­τάσ­σει σὲ μὴ λο­γο­τε­χνι­κὲς φόρ­μες. Γιὰ τὴ Laura Pollastri (2007) τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της θὰ ἦ­ταν: χι­οῦ­μορ, πο­λυ­ση­μί­α, δι­α­κεί­με­νο, ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα, συμ­φω­νί­α με­τα­ξὺ ἀ­να­γνώ­στη καὶ συγ­γρα­φέ­α. Γιὰ τὴ Francisca Noguerol (1996) εἶ­ναι σκε­πτι­κι­στι­κὰ κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τα­φεύ­γουν στὸ πα­ρά­δο­ξο, εὐ­νο­οῦν τὰ κά­θε εἴ­δους πε­ρι­θώ­ρια καὶ πει­ρα­μα­τί­ζον­ται μὲ θέ­μα­τα, προ­σω­πι­κό­τη­τες καὶ μορ­φές, εἶ­ναι ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κά, ἀ­παι­τοῦν τὴ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, εἶ­ναι πο­λυ­σή­μαν­τα, δι­α­κει­με­νι­κά, χρη­σι­μο­ποι­οῦν τὸ χι­οῦ­μορ καὶ τὴν εἰ­ρω­νεί­α. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Lauro Zavala (2004) ἔ­χει πέν­τε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: συν­το­μί­α, ποι­κι­λί­α, πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, μορ­φο­κλα­σμα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ φευ­γα­λέ­ου. Ἡ Νana Rodriguez (2007) συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει στὰ θε­με­λι­ώ­δη στοι­χεῖ­α τὸ χι­οῦ­μορ, τὴν εἰ­ρω­νεί­α καὶ τὴ συμ­βο­λι­κὴ γλώσ­σα, τὸ ποι­η­τι­κό, τὸ ὀ­νει­ρι­κό, τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ τὴ σύν­δε­ση με­τα­ξὺ τί­τλου καὶ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου.

       Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ συ­νε­χί­σου­με τὴν ἀ­πα­ρίθ­μη­ση τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ποὺ προ­τεί­νει κά­θε με­λε­τη­τὴς καὶ ἐ­πί­σης αὐ­τῶν ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στοὺς δε­κά­λο­γους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας [δεῖτε καὶ ἐδῶ], ἀλ­λὰ πι­στεύ­ω ἐ­πί­σης ὅ­τι, δε­δο­μέ­νου τοῦ τε­ρά­στιου σω­μα­τος κει­μέ­νων, θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ βρί­σκου­με κά­θε φο­ρᾶ πε­ρισ­σό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να ἀ­να­λύ­ον­ται, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ἐν­δε­χο­μέ­νως, θὰ ἐν­το­πί­ζον­ται.

       Ἂν ἐ­πι­χει­ρού­σα­με νὰ κα­τα­λή­ξου­με σὲ ἕ­ναν μι­νι­μα­λι­στι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­σμό, ἴ­σως θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἐ­πα­να­βε­βαι­ώ­σου­με ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι σύν­το­μη καὶ σί­γου­ρα μυ­θο­πλα­στι­κή, ἀλ­λὰ ἐ­δῶ μπαί­νου­με σὲ ἕ­να ζή­τη­μα ποὺ ξε­φεύ­γει ἀ­πὸ τὰ ὅ­ρια τοῦ πα­ρόν­τος κει­μέ­νου.

       Δὲν εἶ­ναι ἄ­ρα­γε μυ­θο­πλα­στι­κὸ κά­θε γρα­πτὸ κεί­με­νο; Νο­μί­ζω ὅ­τι πιὰ στὸν 21ο αἰ­ώ­να ξέ­ρου­με ὅ­τι τὰ ὅ­ρια με­τα­ξὺ τῆς τεκ­μη­ρι­ω­τι­κῆς καὶ τῆς μὴ τεκ­μη­ρι­ω­τι­κῆς γρα­φῆς εἶ­ναι λε­πτὰ καὶ ἀ­δύ­να­τον νὰ κα­θο­ρι­στοῦν. Εἶ­ναι πράγ­μα­τι ση­μαν­τι­κὴ ἡ ἐ­πι­νό­η­ση τῆς πλο­κῆς ἢ προ­τι­μᾶ­ται τὸ κα­λο­γραμ­μέ­νο κεί­με­νο; Ὅ­ταν ὁ Ὀ­βι­έ­δο ἰ Μπά­νιος λέ­ει γιὰ τὸ Κα­ρά­κας τοῦ 1723 «τὸ ἴ­διο ἤ­πιο κλί­μα ὅ­λο τὸν χρό­νο, οὔ­τε τὸ κρύ­ο ἐ­νο­χλεῖ, οὔ­τε ἡ ζέ­στη ἐ­ξορ­γί­ζει, οὔ­τε τὸ χει­μω­νι­ά­τι­κο ψύ­χος θλί­βει», πε­ρισ­σό­τε­ρη αἴ­σθη­ση προ­κα­λεῖ ὁ ρυθ­μὸς τοῦ κα­λοῦ λό­γου πα­ρὰ ἡ ἀ­κρι­βὴς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ κλί­μα­τος τοῦ Κα­ρά­κας. Εἶ­ναι μυ­θο­πλα­στι­κὸ κεί­με­νο; Μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει τί εἶ­ναι;

       Ἐν κα­τα­κλεί­δι, αὐ­τὲς οἱ πο­λὺ σύν­το­μες φόρ­μες εἶ­ναι τό­σο ἢ τό­σο λί­γο μυ­θο­πλα­στι­κές, ὅ­σο ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο. Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι τί λέ­γε­ται καὶ πῶς λέ­γε­ται. Ὅ­πως λέ­ει ὁ Γκι­γέρ­μο Μπου­στα­μάν­τε Σα­μού­διο: «Πρό­κει­ται, ἑ­πο­μέ­νως, γιὰ σύν­το­μη κα­λὴ λο­γο­τε­χνία, ὅ­που το ἀ­ναγ­καῖ­ο κρι­τή­ριο εἶ­ναι τὸ νὰ εἶ­ναι κα­λή» (2010).

       Οἱ πο­λὺ σύν­το­μοι ὁ­ρι­σμοὶ καὶ χα­ρα­κτη­ρι­σμοὶ εἶ­ναι τό­σο λί­γο συγ­κε­κρι­μέ­νοι ὅ­σο καὶ οἱ πο­λὺ εὐ­ρεῖς. Ὑ­πάρ­χουν ἄ­ρα­γε συγ­κε­κρι­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας; Καὶ ναὶ καὶ ὄ­χι, ὅ­πως πάν­τα. Θὰ ἐ­ξαρ­τη­θεῖ ἀ­πὸ τὸ δεῖγ­μα, ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πὸ τὸν ἀ­να­γνώ­στη.


Τὸ ζή­τη­μα τοῦ εἴ­δους


Ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἀ­φη­γη­μα­τι­κή. Γι’ αὐ­τὸ πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ὀ­νο­μα­σί­ες της πε­ρι­έ­χουν τὴ λέ­ξη ἀ­φή­γη­ση ἢ δι­ή­γη­μα. Τὸ πρό­βλη­μα εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­φή­γη­ση μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι πα­ροῦ­σα σὲ πολ­λὰ εἴ­δη, ὅ­πως στὴν ποί­η­ση καὶ στὸ δο­κί­μιο. Τὸ ἄλ­λο πρό­βλη­μα εἶ­ναι ὅ­τι τὸ δι­ή­γη­μα πιὰ δὲν ἀ­φη­γεῖ­ται μό­νο.

       Γιὰ τοὺς συγ­γρα­φεῖς Τσὰρ­λς Τζόν­σον καὶ Στι­ού­αρτ Ντά­ιμ­πεκ (στὸ Shapard καὶ Thomas, 1989) ἡ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι πρω­τε­ϊ­κή, δι­ό­τι ἀλ­λά­ζει δια­ρκῶς φόρ­μα, ὅ­πως ὁ μυ­θι­κὸς Πρω­τέ­ας. Τὴ χα­ρα­κτή­ρι­σα μὴ-εἶ­δος, ἐ­πει­δὴ στρι­φο­γυ­ρί­ζει γύ­ρω ἀ­πὸ ποι­κί­λες φόρ­μες καὶ ἐ­πι­λέ­γει σὲ ποι­ὸ εἶ­δος θὰ προ­σαρ­τη­θεῖ [2009]. Εἶ­ναι πολ­λοὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ συ­νέ­δε­σαν τὴ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἄλ­λες φόρ­μες: ὁ Miguel Gomes (2004), ὁ Guillermo Samperio (2004) καὶ ἡ Francisca Noguerol (2004) τὴ συν­δέ­ουν μὲ τὴν ποί­η­ση. Ὁ Jose Manuel Trabado Cabado (2010) τὴν ἀ­πο­κα­λεῖ ὅ­μο­ρο εἶ­δος, λό­γῳ τῶν ἐμ­φα­νῶν της σχέ­σε­ων μὲ τὸ ποι­η­τι­κό. Ὁ Lauro Zavala (2004), κα­τα­λο­γο­γρα­φών­τας ὑ­περ­βρα­χεῖ­ες φόρ­μες πε­ρι­λαμ­βά­νει πε­ζο­γρα­φι­κά, ποι­η­τι­κὰ καὶ ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κὰ κεί­με­να καί, στὸ «El cuento ultracorto» (1996), κά­νει λό­γο γιὰ τὴν τά­ση πρὸς τὴν εἰ­δο­λο­γι­κὴ ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα, εἰ­δι­κὰ στὸ ποί­η­μα σὲ πρό­ζα, στὸ δο­κί­μιο, στὸ χρο­νι­κὸ καὶ στὰ εἴ­δη μὴ πε­ζο­γρα­φι­κῆς φύ­σε­ως. Ο Raul Brasca (2004) πε­ρι­λαμ­βά­νει στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες του ὄ­χι μό­νο ὑ­περ­βρα­χέα κεί­με­να ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πο­σπά­σμα­τα λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ μὴ ἔρ­γων. Γιὰ τὸν Taha (2010) ἀ­πο­τε­λεῖ «δι­α­εῖ­δος» ὄ­χι λόγῳ τῆς σύν­δε­σής της μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ ἔ­χει κά­ποι­α κοι­νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ μὲ αὐ­τά. Ὁ Guillermo Siles (2007) τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὑ­βρι­δι­κὸ εἶ­δος, ἐ­πει­δὴ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ ποί­η­μα σὲ πρό­ζα, τὸ σύν­το­μο δο­κί­μιο καὶ τὸ χρο­νι­κό, ἀλ­λὰ συγ­κε­κρι­με­νο­ποι­εῖ ὅ­τι ἡ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α με­τα­το­πί­ζε­ται καὶ δια­δρᾶ μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, σὲ μιὰ δι­α­δι­κα­σί­α ἐ­πα­να­νά­γνω­σης καὶ οἰ­κει­ο­ποί­η­σης ἀρ­χαί­ων καὶ σύγ­χρο­νων εἰ­δο­λο­γι­κῶν φορ­μῶν. Ὁ Siles ἀ­να­γνω­ρί­ζει ὅ­τι ὅ­λα τὰ εἴ­δη εἶ­ναι ὑ­βρι­δι­κά, ἀλ­λὰ ὅ­τι στὴ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α ἡ ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα εἶ­ναι σα­φής. Ὁ Juan Armando Epple (1990) συν­δέ­ει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ ἕ­να ἢ τὸ ἄλ­λο εἶ­δος ὡς «ἁ­πλὸ συγ­κυ­ρια­κὸ μέ­σο», μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς φόρ­μες ἁ­πλὲς ἢ πιὸ θε­ω­ρη­τι­κές. Γιὰ τὴν Graciela Tomassini καὶ τὴ Stella Maris Colombo (1996), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ κει­με­νι­κὴ δι­α­ει­δο­λο­γι­κὴ τά­ξη, μιᾶς καὶ ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴ με­λέ­τη τοῦ σώ­μα­τος κει­μέ­νων δι­α­φαί­νε­ται ὅ­τι «ἀ­νή­κουν σὲ μιὰ ἴ­δια κει­με­νι­κὴ τά­ξη μο­λο­νό­τι ἐμ­φα­νί­ζουν δο­μι­κὴ δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα. Σὲ ἄλ­λο ἄρ­θρο (2013) ἀ­να­φέ­ρουν:


Ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας αὐ­τὴν τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, τὴν ὁ­ποί­α προσ­δώ­σα­με κα­θο­λι­κὰ στὴν κει­με­νι­κὴ τά­ξη τῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας μυ­θο­πλα­σί­ας, τῆς ἀ­πο­δί­δου­με τὸ γνώ­ρι­σμα τῆς δι­α­ει­δο­λο­γί­ας. Μὲ αὐ­τὸν τὸν ὅρο δὲν ἐ­πι­χει­ροῦ­με νὰ κα­λύ­ψου­με κά­τω ἀ­πὸ μιὰ βο­λι­κὴ ὀμ­πρέ­λα τὴν πλού­σια ποι­κι­λί­α τῶν εἰ­δι­κῶν φορ­μῶν, ὅ­πως ἐ­κτί­θε­ται στὸ σῶ­μα κει­μέ­νων, ἀλ­λὰ νὰ ἑ­στι­ά­σου­με στὴν ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα ὡς πα­ρα­βα­τι­κὸ ἐγ­χεί­ρη­μα καὶ φο­ρέ­α πο­λι­τι­σμοῦ ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ει δια­ρκῶς αὐ­ξα­νό­με­νη ση­μα­σί­α σὲ πολ­λα­πλὰ πε­δί­α τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.


Ἡ Dolores Koch (1981) ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὡς πα­ρα­βά­τρια τῶν εἰ­δῶν, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι δὲν ἐ­ναρ­μο­νί­ζε­ται μὲ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἤ­δη γνω­στὰ εἴ­δη, ἀλ­λὰ κά­θε κεί­με­νο ἀ­πὸ μό­νο του μπο­ρεῖ νὰ φέ­ρει ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο μι­κρο­δι­ή­γη­μα.

       Πι­στεύ­ω πὼς εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι ἡ κρι­τι­κὴ θε­ω­ρεῖ πὼς ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «πα­τά­ει» σὲ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη καὶ θέ­τει τὶς βά­σεις της σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ ὁ­ποῖ­ο θέ­λει νὰ υἱ­ο­θε­τή­σει σὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη χρο­νι­κὴ στιγ­μή. Καὶ ἂν ὁ Lagmanovich εἶ­χε δί­κιο ὅ­ταν ἔ­λε­γε ὅ­τι: «Ὑ­βρι­δι­κὰ εἶ­ναι ὅ­λα τα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη» (2007), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἰ­δι­κὰ εἶ­ναι ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρι­σμέ­νη ὡς εἶ­δος. Εἶ­ναι ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο ποὺ υἱ­ο­θε­τεῖ τὶς πιὸ ποι­κί­λες φόρ­μες: δι­ή­γη­μα, ἀ­φή­γη­ση, ὁ­ρι­σμὸ σὲ λε­ξι­κό, συν­τα­γὴ μα­γει­ρι­κῆς, δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὸ ἄρ­θρο, δο­κί­μιο, ἁ­γι­ο­γρα­φί­α, ἱ­στο­ρι­κὴ ἀ­να­φο­ρά, ποί­η­μα σὲ πρό­ζα, δι­α­φη­μι­στι­κὸ σλόγ­καν, ἀ­νέκ­δο­το, δι­ά­λο­γο, κα­θὼς καὶ τὶς ὑ­περ­βρα­χεῖ­ες ἀρ­χαῖ­ες φόρ­μες ποὺ προ­α­νέ­φε­ρα καὶ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε γρα­πτὴ φόρ­μα μπο­ρεῖ νὰ σκε­φτεῖ κα­νείς. Γε­νι­κὰ μι­λών­τας, αὐ­τὲς οἱ γε­νε­τι­κὲς οἰ­κει­ο­ποι­ή­σεις συμ­βαί­νουν ἔ­χον­τας ὡς ἐκ­κί­νη­ση τὴν εἰ­ρω­νεί­α, τὴν πα­ρω­δί­α, τὴ λο­ξὴ μα­τιὰ καὶ τὸ χι­οῦ­μορ.


Συμ­πε­ρά­σμα­τα;

Κά­πο­τε ἀ­νέ­φε­ρα ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­νό­η­ση πει­ρα­μα­τι­κή, ψυ­χα­γω­γι­κή, δι­α­κει­με­νι­κή, ἐ­κτὸς κα­νό­να, ἐλ­λει­πτι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­παι­τεῖ συμ­με­το­χὴ (2009). Ἰ­σχύ­ει, ἀλ­λὰ ἔ­τσι συμ­βαί­νει μὲ κά­θε κα­λὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­που πάν­τα ὑ­πάρ­χει πει­ρα­μα­τι­σμός, παι­χνί­δι, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα, ἔλ­λει­ψη. Σὲ κά­θε κα­λὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ἐ­νερ­γὸς ἀ­να­γνώ­στης καί, ἐ­ὰν εἶ­ναι ἐ­φι­κτό, ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νος. Στὶς κα­λὲς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­φρά­σεις δὲν ὑ­πάρ­χει κα­θα­ρό­τη­τα καὶ τὰ εἴ­δη μπο­ροῦν νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν, νὰ συγ­χω­νευ­θοῦν, νὰ ἀ­να­μει­χθοῦν.

       Ἔ­τσι λοι­πόν, μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀ­να­λύ­σου­με πο­λύ, νὰ στύ­ψου­με τὸ κε­φά­λι μας, νὰ ἀ­πο­δο­μή­σου­με ἐ­σω­τε­ρι­κοὺς μη­χα­νι­σμούς, νὰ ρί­ξου­με μιὰ μα­τιὰ σὲ πα­ρα­κλά­δια, νὰ θε­σπί­σου­με δι­α­φο­ρὲς (μα­κρο­πρό­θε­σμα ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση θὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­κό­μα εἶ­δος, ἐν­δε­χο­μέ­νως μυ­θο­πλα­στι­κό), ἀλ­λὰ ὅ­λα τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ποὺ μᾶς φαί­νον­ται τό­σο συγ­κε­κρι­μέ­να ἴ­σως νὰ μὴν εἶ­ναι: ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι σὰν κά­θε ἄλ­λη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα, ἀλ­λὰ πιὸ σύν­το­μη.


[i] Ὁ ὅ­ρος λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ τὴν πα­ρα­δο­σια­κή του ση­μα­σί­α ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ Λε­ξι­κὸ τῆς Βα­σι­λι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας τῆς Ἱ­σπα­νί­ας: «Κα­θε­μί­α ἀ­πὸ τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες ἢ τά­ξεις στὶς ὁ­ποῖ­ες δύ­ναν­ται νὰ κα­τα­τα­χθοῦν τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα.»
[ii] «Τί ἔ­χει ἕ­να ὄ­νο­μα; / Αὐ­τὸ ποὺ λέ­με ρό­δον, ὅ­πως κι ἂν τὸ πεῖς / τὸ ἴ­διο θὰ μο­σκο­βο­λά­ει», Οὐ­ί­λιαμ Σαίξ­πηρ, Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα, Τρα­γω­δί­α σὲ πέν­τε πρά­ξεις, Εἰ­σα­γω­γὴ καὶ με­τά­φρα­ση, Βα­σί­λη Ρώ­τα, Ἀ­θή­να: Ἴ­κα­ρος, 1970.
Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὲς ­να­φο­ρές
Andrés-Suárez, Irene. «Poligé­nesis del micror­relato y estatuto gené­rico» στὸ La huella de la clepsidra: el micror­relato en el siglo XXI (ἐ­πιμ. Laura Pol­la­stri). Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες, Katatay, 2010.
Brasca, Raúl. «Criterio de selección y concepto de minificción: un der­ro­­tero de seis años y cuatro antologías» στὸ Escritos discon­formes: nuevos modelos de lectura (ἐ­πιμ. Francisca Noguerol). Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Uni­versidad, 2004, σελ. 107-119.
Bustamante Zamudio, Guillermo. «Ekuóreo: nuestra entrada al mini­cu­ento» στὸ La huella de la clepsidra: el microrrelato en el siglo XXI (ἐ­πιμ. Laura Pol­lastri). Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες, Katatay, 2010, σελ. 527-542.
Colombo, Stella Maris. «Giovanni Papini: un antecedente despre­stigiado» στὸ La minificción en español e inglés (ἀν­θο­λό­γη­ση Graciela Tomas­sini καὶ Stella Maris Colombo). Ρο­σά­ριο, UNR Editora/UCEL, 2011, σελ. 63-80.
Dávila, Paul. «Explorando el koan, la prosa antigua del zen y su aporte a la mini­ficción actual», στὸ La minificción en el siglo XXI. Aproximaxiones teóricas (ἐ­πιμ. Henry González Martínez). Μπογ­κο­τά, Universidad Nacional de Colombia, 2014, σελ. 270-285.
Epple, Juan Armando. Brevísima relación: antología del micro-cuento hispa­noa­mericano. Σαν­τιά­γο, Mosquito, 1990.
__. «Orígenes de la minificción» στὸ La era de la brevedad: el microrrelato hispánico. Actas del IV Congreso Inter­nacional de Minificción, Univer­sidad de Neu­châ­tel, 6-8 de noviembre de 2006 (ἐ­πιμ. Irene Andrés-Suárez καὶ Antonio Rivas). Πα­λέν­θια, Menoscuarto, 2006, σελ. 123-136.
Escritos disconformes: nuevos modelos de lectura. Ἐκδ. Francisca Noguerol. Σα­λα­μάν­κα, Edi­ci­ones de la Univer­sidad de Salamanca, 2004.
Ficción súbita (ἐ­πιμ. Robert Shapard καὶ James Thomas). Βαρ­κε­λώ­νη, Ana­­grama, 1989.
__. «Género». Diccionario de la Real Aca­de­mia de la Lengua Española. 23η ἔκ­δο­ση. 2014.
Gomes, Miguel. «Los dominios de lo menor: modula­ciones epigra­má­ticas de la narrativa hispánica moderna» στὸ Escritos disconformes: nuevos mo­delos de lectura (ἐ­πιμ. Francisca Noguerol). Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Uni­ver­si­dad de Salamanca, 2004, σελ. 35-45.
Koch, Dolores. «El micro-relato en México: Torri, Arreola, Monterroso y Avilés Fabila». Hispa­mérica, τεῦ­χος 30, 1981, σελ. 123-130.
__. «El microrrelato hispanoamericano ¿Nuevo género?». Hostos Review, τεῦ­χος 6, 2009, σελ. 103-112.
Lagmanovich, David. El microrrelato hispa­noameri­cano. Μπο­γο­τά, Uni­ver­sidad Peda­gógica Nacional, 2007.
__. El microrrelato: teoría e historia. Πα­λέν­θια, Menoscuarto, 2006.
Noguerol, Francisca. «Líneas de fuga: el triunfo de los dietarios en la última nar­rativa en español». Ínsula: Revista de Letras y Ciencias Humanas, τεῦ­χος 754, 2009, σελ. 22-26.
__. «Fronteras umbrías» στὸ Escritos discon­formes: nuevos modelos de le­ctu­ra (ἐ­πιμ. Francisca Noguerol). Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Universidad, 2004.
__. «Micro-relato y posmo­derni­dad: textos nuevos para un final de milenio». Revista Iberoamericana de Bibliografía, XLVI.1-4, 1996, σελ. 49-66.
Otxoa, Julia. «Breve entrevista a Julia Otxoa». Internacional Micro­cuen­tista, 16 Σε­πτεμ­βρί­ου 2010.
Oviedo y Baños, José. Historia de la Provin­cia de Vene­zuela. Κα­ρά­κας, Los libros de El Nacional, 2004.
Perucho, Javier. El cuento jíbaro: antología del micror­relato mexicano. Με­ξι­κό, Ficticia/ Editorial Univer­sidad Veracruzana, 2006.
Pollastri, Laura. El límite de la palabra. Πα­λέν­θια: Menoscuarto, 2007.
Raguseo, Carla. «Twitter Fiction: Social Net­working and Micro­fiction in 140 Characters» στὸ La mini­ficción en español e inglés (ἀν­θο­­λό­γη­ση Graciela Tomas­sini καὶ Stella Maris Colombo). Ρο­σά­ριο, UNR Editora/UCEL, 2011, σελ. 213-220.
Rodríguez Romero, Nana. Elementos para una teoría del mini­cuento. Τούν­χα, Uni­versidad Pedagógica y Tecnológica de Colombia, 2007.
Rojo, Violeta. Breve manual (ampliado) para reconocer minicuentos. Κα­ρά­κας, Equinoc­cio, 2009.
__. «La tradición de lo novísimo: libros de sentido común, libros de almo­hada, cajones de sastre y blogs de minificción» στὸ Minificción: tradición de lo noví­simo (ἐ­πιμ. Brasca, et al.). Κιν­τί­ο, Cuadernos Negros, 2010, σελ. 48-53.
Samperio, Guillermo. «La ficción breve» στὸ Escritos disconformes: nuevos modelos de lectura. Ἐκδ. Francisca Noguerol. Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Universidad de Salamanca, 2004, σελ. 65-70.
Siles, Guillermo. El micror­relato hispa­noa­mericano: la formación de un género en el siglo XX. Μπου­έ­νος Ά­ι­ρες, Corregidor, 2007.
Taha, Ibrahim. «La semiótica de las ficciones minimalistas» στὸ Poéticas del micror­relato (Ἀν­θο­λό­γη­ση David Roas). Μα­δρί­τη, Arco, 2010, σελ. 255-272.
Tomassini, Graciela. «Ambrose Bierce, el Diablo y el microrrelato hispa­noame­ricano» στὸ La pluma y el bisturí, πρα­κτι­κὰ τῆς 1ης Ἐ­θνι­κῆς Συ­νάν­τη­σης Να­νο­μυ­θο­πλα­σί­ας (ἐ­πιμ. Sandra Bianchi, Raúl Brasca και Luisa Valen­zuela). Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες, Catálogos, 2008, σελ. 353-364.
__. «Escrituras privadas: un hilo secreto en la trama de la minificción» στὸ La mini­ficción en español e inglés (ἀν­θο­λό­γη­ση Graciela Tomas­sini καὶ Stella Maris Colombo). Ρο­σά­ριο, UNR Editora/UCEL, 2011, σελ. 241-255.
__ καὶ Stella Maris Colombo. «La mini­ficción como clase textual trans­gené­rica». Revista Iberoamericana de Bibliografía, XLVI.1-4, 1996, σελ. 79-93.
__ καὶ Stella Maris Colombo. «La microficción como máquina de pensar». El cuento en red, 28, 2013, σελ. 30-42.
Trabado Cabado, José Manuel. «El microrrelato como género fronte­rizo» στὸ Poéticas del microrrelato (ἀν­θο­λό­γη­ση David Roas). Μα­δρί­τη, Arco, 2010, σελ. 113-131.
Zambrano Yánez, Francys. «Interrelaciones entre las plataformas sociales y las formas literarias: Twitter y la minificción». Δι­α­τρι­βή, Κα­θο­λι­κὸ Πα­­νε­πι­στή­μιο Andrés Bello, Κα­ρά­κας, 2013.
Zavala, Lauro. «El cuento ultracorto: hacia un nuevo canon literario». Revi­sta Iberoa­mericana de Bibliografía XLVI. 1-4, 1996, σελ. 67-78.
__. La minificción bajo el microscopio. Μπογ­κο­τά, Universidad Peda­gó­gica Nacional, 2004.


Πη­γή: Rojo, Violeta, «La minificcion ya no es lo que era: una aproxi­macion a la literatura brevisima», Cuadernos de Literatura, τόμ. 20, τεῦ­χος 39, 2016, σελ. 374-386.

Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo) (Κα­ρά­κας τῆς Βε­νε­ζου­έ­λας, 1959). Κα­θη­γή­τρια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Simón Bolívar τῆς Βε­νε­ζου­έ­λας. Συ­νερ­γά­ζε­ται, ὡς προ­σκε­κλη­μέ­νη κα­θη­γή­τρια μὲ τὰ πα­νε­πι­στή­μια: Uni­versi­dad del Coma­hue (Ἀρ­γεν­τι­νή), Universidad de los Andes (Ἀρ­γεν­τι­νή) καὶ Uni­versi­dad Central de Vene­zuela (Βε­νε­ζου­έ­λα). Ἔ­χει συγ­γρά­ψει τὰ βι­βλί­α: Las he­ri­das de la li­te­ra­tura vene­zo­lana y otros ensa­yos (2018), La le­ctura de mini­ficción (2016) και Li­be­rán­do­se de la tira­nía de los géne­ros y otros ensa­yos sobre mini­ficción (2015). Θε­ω­ρεί­ται α­πό τις με­γα­λύ­τε­ρες ει­δι­κούς παγ­κο­σμί­ως σε θέ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

Συ­νερ­γα­τι­κὴ με­τά­φρα­ση:

Χρι­στί­να Μπα­τσί­λα, Χρύ­σα Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Ναυ­σι­κᾶ Πέτ­κου [Δι­α­τμη­μα­τι­κὸ ΠΜΣ «Με­τά­φρα­ση-Δι­ερ­μη­νεί­α», ΑΠΘ]

Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖνος Πα­λαι­ο­λό­γος, Κα­θη­γη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νης Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας, ΑΠΘ καὶ δι­δά­σκων στὸ Δι­α­τμη­μα­τι­κὸ ΠΜΣ «Με­τά­φρα­ση-Δι­ερ­μη­νεία», ΑΠΘ.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#11]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo[1]


ΜΙΚΡΟΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Emi­ly Ra­bo­teau, ποὺ δια­κρί­θη­κε στὴν πρώ­τη θέ­ση στὸν IV διε­θνῆ δια­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Mu­se­um of Words – Ce­sar Edi­go Ser­rano Foun­dation τὸ 2015, εἶ­χε τί­τλο Στρεί­δια[2] καὶ ἦ­ταν ἡ ἑ­ξῆς:

       Στα­μα­τῶ συ­χνὰ κα­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή μου στὸ σπί­τι, με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς συ­ναν­τή­σεις στὸ κέν­τρο, στὸ Ὄ­ϊ­στερ μπὰρ στὸ Γκρὰντ Σέν­τραλ Στέ­ι­σιον γιὰ ἕ­να πιά­το μὲ ἕ­ξι Blue Points[3] στὸν πά­γο. Ἐ­χθὲς μιὰ νε­α­ρὴ μη­τέ­ρα κά­θι­σε δί­πλα μου στὸν πάγ­κο, τρώ­γον­τας σὲ ἕ­να μπὸλ βε­λου­τὲ σού­πα μὲ ὀ­στρα­κο­ει­δῆ μὲ τὸ μω­ρό της στὴν ἀγ­κα­λιά της. Χα­μο­γέ­λα­σα στὸ μω­ρό, τὸ ὁ­ποῖ­ο πέ­τα­ξε ἕ­να κου­τά­λι στὸ πά­τω­μα. Ἡ νε­α­ρὴ ἦ­ταν ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη. «Πε­ρι­μέ­νω μὲ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ μπο­ρῶ νὰ τρώ­ω μό­νη μου μὲ ἕ­να βι­βλί­ο», εἶ­πε. Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ κοί­τα­ζα πρὸς τὰ πί­σω. Τὸ μω­ρὸ ποὺ ἔ­χα­σα, μι­κρὸ σὰν στρεί­δι, θὰ ἦ­ταν δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν κο­ρί­τσι ἂν εἶ­χε ζή­σει.


Tὸ 2004, δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὸ Quar­ter­ly West ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α —ση­μεῖο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ εἴ­δους— μὲ τί­τλο «Ρεύ­μα­τα» («Currents») τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Han­nah Bot­to­my Vos­kuil. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ξε­κι­νά­ει ἕ­να βρά­δυ μὲ τὸν Gary νὰ πί­νει οὐ­ί­σκι στὸ σκο­τει­νὸ μπαλ­κό­νι τοῦ σπι­τιοῦ του μὲ θέ­α τὸν ὠ­κε­α­νό. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε κλεί­σει ἀ­φη­ρη­μέ­νη τὰ φῶ­τα, κα­θὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἠ­ρε­μή­σει τὶς δί­δυ­μες δω­δε­κά­χρο­νες ἐγ­γο­νές της. Θέ­λω καὶ οἱ δυ­ό σας νὰ πᾶ­τε γιὰ κο­λύμ­πι αὔ­ριο πρω­ῒ-πρω­ΐ. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἔ­χω δύ­ο φώ­κι­ες σὰν κι ἐ­σᾶς νὰ φο­βοῦν­ται τὸ νε­ρό, τοὺς ἔ­λε­γε ἐν­θαρ­ρυν­τι­κά. Νω­ρί­τε­ρα ἡ μί­α ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐγ­γο­νές της κρα­τοῦ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ή της τὸ χέ­ρι ἑ­νὸς συ­νο­μί­λη­κού της Φι­λιπ­πι­νέ­ζου, κα­θὼς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τοὺς ἀν­θρώ­πους τῶν πρώ­των βο­η­θει­ῶν νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸν νε­κρὸ ἀ­δελ­φό του μὲ τὸ φο­ρεῖ­ο ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἡ ἀ­δερ­φὴ τοῦ κο­ρι­τσιοῦ ἄ­δεια­ζε τὸ στο­μά­χι της πά­νω ἀ­πὸ μιὰ λε­κά­νη του­α­λέ­τας. Ἕ­ως τό­τε πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸ χέ­ρι τοῦ νε­κροῦ ἀ­γο­ριοῦ νὰ πα­ρα­δέρ­νει ἄ­ψυ­χο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ φο­ρεῖ­ο ὥ­σπου νὰ τὸ με­τα­φέ­ρουν τρέ­χον­τας ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Νω­ρί­τε­ρα ὁ Gary εἶ­χε δι­α­κρί­νει ἕ­να κε­φά­λι ἀ­νά­με­σα στὰ κύ­μα­τα, ἀλ­λά, λό­γῳ τῆς ξαφ­νι­κῆς θα­λασ­σο­τα­ρα­χῆς καὶ ἀ­να­στά­τω­σης, κα­θὼς ὅ­λοι κο­λυμ­ποῦ­σαν πα­νι­κό­βλη­τοι πρὸς τὰ ἔ­ξω, τὸ εἶ­χε πε­ρά­σει γιὰ μιὰ συ­στά­δα φύ­κια. Ὁ ναυ­α­γο­σώ­στης εἶ­χε μό­λις ση­μά­νει συ­να­γερ­μὸ γιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να πα­λιρ­ροια­κὰ ρεύ­μα­τα ποὺ πλη­σί­α­ζαν στὴν πα­ρα­λί­α. Μό­λις πρίν, ὅ­μως, τοὺς εἶ­χε κα­λέ­σει ὅ­λους ἀ­πὸ τὸ με­γά­φω­νο νὰ σχη­μα­τί­σουν μιὰ ἀν­θρώ­πι­νη ἁ­λυ­σί­δα ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτὴ ἕ­ως τὰ ἀ­βα­θῆ, ἀ­νά­με­σά τους ὁ Gary καὶ οἱ δί­δυ­μες κό­ρες του, προ­κει­μέ­νου νὰ σώ­σουν ἕ­να ἀ­γό­ρι ποὺ πνι­γό­ταν, σύμ­φω­να μὲ τὸν ἀ­δερ­φό του. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος εἶ­χε τρέ­ξει νὰ εἰ­δο­ποι­ή­σει τὸν ναυ­α­γο­σώ­στη δεί­χνον­τάς του ξέ­πνο­ός τα κύ­μα­τα, λέ­γον­τας μό­νο ὁ ἀ­δερ­φός μου. Πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τὸ ἦ­ταν μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη, κα­λο­και­ρι­νὴ μέ­ρα.


Τὸ 2010 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ ἱ­στο­ρί­ες ἕ­ως 25 λέ­ξεις Hint Fi­ction: an an­tho­lo­gy of Sto­ri­es in 25 Words or Fe­wer (ἐπ. Robert Swart­wood), στὴν ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χε καὶ ἡ Joy­ce Ca­rol Oa­tes. Ἡ ἱ­στο­ρί­α της εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ἑ­ξῆς: Ὁ πρῶ­τος χρό­νος τῆς χή­ρας, Μὲ κρά­τη­σα ζων­τα­νή (Widows First Year, I kept myself alive). Σὲ αὐ­τὴ συμ­πυ­κνώ­νει μὲ ἀ­κρί­βεια τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ βι­ώ­νου­με με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πώ­λεια ἀ­γα­πη­μέ­νων προ­σώ­πων. Ὁ Geor­ges Bra­que[4] εἶ­χε πεῖ ὅ­τι Ἡ ἐ­πι­βί­ω­ση δὲν κα­ταρ­γεῖ τὴν ἀ­νά­μνη­ση καὶ ὁ Γιῶρ­γος Πρε­βε­δου­ρά­κης[5] στὸ ποί­η­μά του «Ὧ­ρες-ὧ­ρες», ὅ­τι: Ἂν δὲ σοῦ ἔ­μοια­ζε ἀ­σή­κω­τη ἡ ζω­ὴ δὲν θά ’χες δύ­να­μη οὔ­τε σε­λί­δα νὰ γυ­ρί­σεις. Ἡ Oates τὸ 2008 ἔ­χα­σε τὸν ἄν­τρα της Raymond Smith με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια κοι­νοῦ βί­ου. Τὸ 2011 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο της A wi­dow’s sto­ry (Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χή­ρας) στὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­γρά­φει τὴν ἐμ­πει­ρί­α της μέ­σα ἀ­πὸ γε­γο­νό­τα, ἀ­να­μνή­σεις, σκέ­ψεις καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα ἀ­πὸ τὴ συμ­βί­ω­σή τους καὶ τὴν ἀ­πώ­λεια.

       Ὁ J. Derrida στὸ βι­βλί­ο τοῦ Of Grammatology (1967) ὁ­ρί­ζει τὴ γρα­φὴ ὡς κά­τι ποὺ φέ­ρει μέ­σα του τὸ ἴ­χνος μιᾶς αἰ­ώ­νιας με­τα­βο­λῆς: τὴ δο­μὴ τῆς ψυ­χῆς, τὴ δο­μὴ τοῦ ση­μεί­ου. Ὁ Θα­νά­σης Βαλ­τι­νὸς ὁ­λο­κλη­ρώ­νει τὸ ἀ­φή­γη­μά του Μπλὲ βα­θύ, σχε­δὸν μαῦ­ρο γρά­φον­τας: Ἀλ­λὰ ἡ μνή­μη δὲν πα­ρα­με­ρί­ζε­ται. Ἡ μνή­μη εἶ­ναι.

       Σὲ αὐ­τὸ τὸ πνεῦ­μα κι­νεῖ­ται καὶ ἡ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ συλ­λο­γὴ 51 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο Fin­ding a way (Ad hoc, 2019) τῆς Βρε­τα­νί­δας ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους Dia­ne Sim­mons, στὴν ὁ­ποί­α ἡ ζω­ὴ λάμ­πει διὰ τῆς ἀ­που­σί­ας της με­τὰ τὴν ξαφ­νι­κὴ ἀ­πώ­λεια τῆς κό­ρης της Laura τὸ 2015. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τῆς θλί­ψης μὲ ρε­α­λι­σμὸ καὶ γεν­ναι­ό­τη­τα μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς μη­τέ­ρας, τοῦ πα­τέ­ρα, τοῦ ἀ­δελ­φοῦ καὶ τοῦ συ­ζύ­γου τῆς νε­α­ρῆς.


Τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2019 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Θυ­μή­σου»[6] («Remember») τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Dan Schwartz, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι χρει­ά­στη­κε πε­ρί­που εἴ­κο­σι χρό­νια γιὰ νὰ τὴν ὁ­λο­κλη­ρώ­σει. Ὁ ἀ­νώ­νυ­μος ἥ­ρω­ας γλύ­τω­σε στὰ ἑ­πτά του ἀ­πὸ μιὰ πει­να­σμέ­νη τί­γρη ποὺ τὸ εἶ­χε σκά­σει γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο. Ἀ­πὸ τό­τε εἶ­χε ἐκ­φρά­σει τὴν ἀ­δι­α­νό­η­τη ἐ­πι­θυ­μί­α του νὰ ζή­σει στὸ νε­ρό. Χρει­ά­στη­καν πολ­λὰ χρό­νια ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νων σπου­δῶν, ἀλ­λὰ καὶ τύ­χη, ὥ­σπου δή­λω­σε ἐ­θε­λον­τὴς στὸ πα­ρά­τολ­μο πεί­ρα­μα ἑ­νὸς ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ προ­γράμ­μα­τος ποὺ θὰ ἐ­ξέ­τα­ζε τὶς πι­θα­νό­τη­τες δι­α­βί­ω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που στὰ βά­θη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Ὁ ἥ­ρω­ας πα­ρέ­μει­νε γιὰ πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πο­κομ­μέ­νος ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὴν ὑ­πο­βρύ­χια ζω­ή του, ἀ­νά­με­σά σε ὄ­μορ­φα σι­ω­πη­λὰ πλά­σμα­τα, καλ­λι­ερ­γών­τας τὸν κῆ­πο του, παί­ζον­τας βι­ο­λὶ καὶ κα­τα­γρά­φον­τας τὶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κές του πα­ρα­τη­ρή­σεις γιὰ ὑ­δα­το­καλ­λι­έρ­γει­ες. Ἔ­νι­ω­θα ὡ­ραί­α ποὺ μὲ εἶ­χαν ξε­χά­σει. Τὰ ζῶ­α ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρα στὴ φύ­ση τους καὶ δὲ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν.

       Μιὰ μέ­ρα ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας δύ­της ἀ­πὸ τὸ πρό­γραμ­μα, δι­ά­βα­σα γιὰ σέ­να σὲ κά­τι ξε­χα­σμέ­νες ση­μει­ώ­σεις καὶ ἤ­θε­λα νὰ βε­βαι­ω­θῶ ὅ­τι δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ κά­ποι­ο λά­θος, τοῦ εἶ­πε. Ἔ­λεγ­ξε τὴν πό­λη ποὺ εἶ­χε κα­τα­σκευά­σει ὁ ἥ­ρω­ας κι ἔ­φυ­γε γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴν ἐ­πι­φά­νεια, ὅ­μως χά­θη­κε. Στὴν ἐ­πι­φά­νεια ση­μαί­νει ἀ­κό­μα πολ­λὰ ὅ­ταν κά­ποι­ος ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, κι ἔ­τσι ἀ­κο­λού­θη­σε νέ­α ὁ­μά­δα γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σει τὸν ἀ­γνο­ού­με­νο δύ­τη, ἡ ὁ­ποί­α ὅ­ταν ἔ­φτα­σε σὲ μέ­να μοῦ ἔ­δω­σε νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­τι τὸ πεί­ρα­μα εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τὴν πό­λη μου. Ἂν ὑ­πῆρ­χαν φῶ­τα θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὰ σβή­σω.

       Ἡ γῆ δὲν ἦ­ταν πιὰ ἡ ἴ­δια γιὰ τὸν ἥ­ρω­α. Τὸν δυ­σκό­λευ­ε ἡ ἀ­ε­ρό­βια ἀ­να­πνο­ή, τὸ βά­δι­σμα, οἱ ἐγ­χρή­μα­τες συ­ναλ­λα­γές, ἡ λε­κτι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, τὸ νὰ εἶ­ναι ἕ­νας συ­νη­θι­σμέ­νος ἄν­θρω­πος. Κα­νεὶς δὲ μὲ θυ­μᾶ­ται, ἑ­πο­μέ­νως κα­νεὶς δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται νὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ θυ­μη­θῶ. Ὁ δύ­της ἀ­γνο­εῖ­ται ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ὁ ἥ­ρω­ας τὸν φαν­τά­ζε­ται νὰ κρύ­βε­ται στὸ βυ­θὸ γιὰ νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση του. Κα­θέ­νας βρί­σκει ὅ,τι ἀ­φή­νει ὁ ἄλ­λος πί­σω του: ἕ­ναν ἄ­δει­ο κῆ­πο, ἕ­να ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο βι­ο­λί, ἕ­να μελ­λον­τι­κὸ ἐ­ρεί­πιο.


Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2020 ἐγ­και­νι­ά­ζε­ται τὸ Bas­sins de Lu­miè­res στὸ Bordeaux, ἕ­να ἀ­κό­μα μου­σεῖ­ο ψη­φια­κῆς, δι­α­δρα­στι­κῆς τέ­χνης μὲ ἐκ­θέ­σεις-πα­ρα­γω­γὲς ἐμ­βύ­θι­σης (immersive exhibitions) σὲ μὴ στα­τι­κά, κα­λει­δο­σκο­πι­κὰ εἰ­κα­στι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τῆς προ­ηγ­μέ­νης τε­χνο­λο­γί­ας. Ἀ­νά­λο­γη μό­νι­μη μου­σεια­κὴ στέ­γη ὑ­πάρ­χει ἀ­πὸ τὸ 2018 καὶ στὸ Mori­Buil­ding Di­gi­tal Art Mu­seum στὸ Τό­κυ­ο, ὅ­που πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ ὁ­μά­δα team­Lab Bor­der­less. Ἐ­κεῖ ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖ καὶ νὰ χα­θεῖ μέ­σα σὲ συ­ναρ­πα­στι­κοὺς κα­ταρ­ρά­κτες, ὠ­κε­α­νούς, δά­ση, κ.ἄ. Ἡ Χρι­στί­να Δη­μα­κο­πού­λου στὸ ἄρθρο της ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: Ἄλ­λω­στε, ἡ ἴ­δια ἡ ὀ­νο­μα­σί­α τῆς ὁ­μά­δας (teamLab Borderless) εἶ­ναι ἐ­δῶ ἀ­πο­λύ­τως δη­λω­τι­κὴ ἑ­νὸς καλ­λι­τε­χνι­κοῦ προ­γράμ­μα­τος ποὺ μοιά­ζει μέ­σῳ τῆς ἄρ­σης τῶν ὁ­ρί­ων νὰ ὑ­πό­σχε­ται στὸν θε­α­τὴ ἕ­να ψη­φια­κὰ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γη­μέ­νο ὠ­κε­ά­νει­ο αἴ­σθη­μα σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα τὴ χα­μέ­νη προ­νο­μια­κή του ἐ­πο­πτεία.


Ἡ νου­βέ­λα Σφι­χτές ζῶ­νες καὶ ἄλ­λα δέρ­μα­τα (Ἄ­γρα, 2011) τῆς Ἕλε­νας Πέγκα ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ 36 μι­κρές, αὐ­τό­νο­μες ἱ­στο­ρί­ες. Στὰ «Κε­φά­λια» ἕ­να κα­λο­καί­ρι στὴν ὑ­πό­γεια ἀ­πο­θή­κη ἑ­νὸς σπι­τιοῦ στὴν Κά­λυ­μνο βλέ­που­με δύ­ο παι­δι­κὰ κε­φά­λια νὰ ξε­χω­ρί­ζουν ἀ­νά­με­σα σὲ μιὰ θά­λασ­σα ἀ­πὸ φου­σκω­τὰ σφουγ­γά­ρια. Τὰ παι­διὰ —ἕ­να κο­ρί­τσι κι ἕ­να ἀ­γό­ρι— φι­λι­οῦν­ται καὶ χα­ϊ­δεύ­ουν τὸ ἕ­να τὸ κε­φά­λι τοῦ ἄλ­λου. Ὁ ἀ­φη­γη­τής, τὸ τό­τε δε­κά­χρο­νο ἀ­γό­ρι ποὺ ἔ­χει πιὰ με­γα­λώ­σει, θυ­μᾶ­ται τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ εἶ­χαν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή: δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τε ἄλ­λο πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τό, κα­μί­α σω­μα­τι­κὴ μνή­μη. Τὰ σώ­μα­τά τους ἦ­ταν χω­μέ­να μέ­σα στὰ σφουγ­γά­ρια, δὲν τὰ ἔ­νι­ω­θαν, σὰ νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χαν. Αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­βάλ­λει τὸν στί­χο τοῦ Χρι­στι­α­νό­που­λου ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Μι­κρά ποι­ήμα­τα: Τὸ φι­λὶ ἑ­νώ­νει πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὸ κορ­μί.


Ἡ Ἰ­σπα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας Julia Otxoa, σύγ­χρο­νη ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς, γρά­φει σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς δη­μο­φι­λέ­στε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες της μὲ τί­τλο «Ἡ δύ­να­μη τῆς μοί­ρας»[7]: Ὁ σκύ­λος μα­λώ­νει μὲ τὴ γά­τα, ἡ γά­τα μὲ τὸν πον­τι­κό, ὁ πον­τι­κὸς μὲ τὴ μυ­γα­λή, ἡ μυ­γα­λὴ μὲ τὴν ἀ­ρά­χνη, ἡ ἀ­ρά­χνη μὲ τὴ μύ­γα, ἡ μύ­γα μὲ τὸ μυρ­μήγ­κι, τὸ μυρ­μήγ­κι μὲ τὸν ψύλ­λο, ἀλ­λὰ ὁ ψύλ­λος, τό­σο μι­κρὸς ποὺ εἶ­ναι δὲν ἔ­χει σὲ ποι­ὸν μι­κρό­τε­ρο νὰ τὰ ψάλ­λει, κι ἔ­τσι, ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος, προ­ε­τοι­μά­ζει τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση γιὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει τὸν σκύ­λο.


Βρι­σκό­μα­στε στὴν αὐ­γὴ μιᾶς νέ­ας δι­α­στη­μι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης, τῆς ἐ­πα­νά­στα­σης τοῦ μικροῦ, ἀ­να­κοί­νω­σε τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2019 ὁ Peter Beck, ἱ­δρυ­τὴς τῆς δι­α­στη­μι­κῆς ἑ­ται­ρεί­ας κα­τα­σκευ­ῆς πυ­ραύ­λων Rocket Lab (2006) ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ χερ­σό­νη­σο Mahia στὸ Auckland τῆς Νέ­ας Ζη­λαν­δί­ας. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἐρ­γα­στή­ριο ἐ­πι­τεύ­χθη­κε ὁ σχε­δια­σμὸς τῶν Electron, τῶν πιὸ σύγ­χρο­νων καὶ μι­κρό­τε­ρων πυ­ραύ­λων ἕ­ως σή­με­ρα, ποὺ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ μᾶς δί­νουν τὴ δυ­να­τό­τη­τα μί­ας ἐ­κτό­ξευ­σης κά­θε 72 ὧ­ρες χω­ρὶς δι­α­στη­μι­κὰ ἀ­πό­βλη­τα. Ἤ­δη μέ­χρι τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2019 εἶ­χαν τε­θεῖ σὲ τρο­χιὰ ἀρ­κε­τοὶ Electron, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν στὸ ἡ­λια­κό μας σύ­στη­μα ἑκατοντάδες μικρές κεφαλὲς σὲ μέ­γε­θος δα­χτυ­λι­κοὺ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τος ποὺ συλ­λέ­γουν καὶ μᾶς δι­α­βι­βά­ζουν χρή­σι­μα δε­δο­μέ­να γιὰ τὴν ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τοῦ δι­α­στή­μα­τος μέ­σω τεσ­σά­ρων κα­με­ρῶν καὶ χι­λιά­δων αἰ­σθη­τή­ρων ποὺ φέ­ρει κα­θε­μί­α.


Ὁ Κρό­νος, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ὁ­ποί­ου προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸν χρό­νο, εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ὀ­μορ­φό­τε­ρους πλα­νῆ­τες τοῦ ἡ­λια­κοῦ μας συ­στή­μα­τος χά­ρη στοὺς ἐν­τυ­πω­σια­κούς του δα­κτυ­λί­ους. Ἀ­πὸ τὸ 2007 τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ δι­α­στη­μι­κὸ σκά­φος Cassini τῆς NASA, ὥ­σπου κα­τα­στρά­φη­κε πρό­σφα­τα στὸ δι­ά­στη­μα. Μιὰ δε­κα­ε­τί­α πε­ρί­που νω­ρί­τε­ρα ὁ Γερ­μα­νὸς W. G. Se­bald, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πέ­με­νε νὰ ἐ­ξερευ­νᾶ τὴ μνή­μη καὶ εἶ­χε ἐν­τρυ­φή­σει στὸ ἔρ­γο τρι­ῶν κύ­ρι­ων προ­δρό­μων τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Kafka, Borges καὶ Bernhard), στὸ βι­βλί­ο του Οἱ δα­κτύ­λι­οι τοῦ Κρό­νου, ποὺ βρί­θει ἀ­πὸ μι­κρές, ἐγ­κι­βω­τι­σμέ­νες ἱ­στο­ρί­ες καὶ συγ­κλο­νι­στι­κὲς εἰ­κό­νες, γρά­φει:

       […] ὅ­ταν ξάφ­νου μοῦ φά­νη­κε πὼς εἶ­δα μιὰ ὠ­χρό­λευ­κη μά­ζα νὰ σα­λεύ­ει στὴν ἀ­κρο­για­λιά. Κυ­ρι­ευ­μέ­νος ἀ­πὸ ξαφ­νι­κὸ πα­νι­κό, κά­θι­σα ἀ­να­κούρ­κου­δα καὶ κοί­τα­ξα πά­νω ἀ­πὸ τὸ χεῖ­λος τοῦ γκρε­μοῦ. Ξα­πλω­μέ­νο ἐ­κεῖ κά­τω, στὴ ρί­ζα τοῦ βρά­χου, ἦ­ταν ἕ­να ζευ­γά­ρι, ἕ­νας ἄν­δρας, σκέ­φτη­κα, πε­σμέ­νος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κορ­μὶ ἑ­νὸς ἄλ­λου πλά­σμα­τος ποὺ μό­νο τα πό­δια του ξε­χώ­ρι­ζαν, λυ­γι­σμέ­να καὶ ἀ­νοιγ­μέ­να δι­ά­πλα­τα. Μέ­σα στὸ ξαφ­νι­κὸ σά­στι­σμα ποὺ ἔ­νι­ω­σα στὴ θέ­α αὐ­τῆς τῆς εἰ­κό­νας, μοῦ φά­νη­κε πὼς τὰ πό­δια τοῦ ἄν­δρα τι­νά­χτη­καν μὲ ἕ­ναν σπα­σμό, ὅ­πως συμ­βαί­νει ὅ­ταν κά­ποι­ος πε­θαί­νει στὴν ἀγ­χό­νη. Ἐν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, ὁ ἴ­διος ἦ­ταν τώ­ρα ἀ­κί­νη­τος, ὅ­πως γα­λή­νια καὶ ἀ­σά­λευ­τη ἦ­ταν καὶ ἡ γυ­ναί­κα. Σὰν ἕ­να γι­γάν­τιο μα­λά­κιο ξε­βρα­σμέ­νο στὴν ἀ­κτὴ κει­τό­ταν ἐ­κεῖ κά­τω σμί­γον­τας σὲ ἕ­να δύ­σμορ­φο σῶ­μα, ἕ­να πο­λυ­πλό­κα­μο δι­κέ­φα­λο θα­λάσ­σιο τέ­ρας πα­ρα­συρ­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ κύ­μα­τα, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δεῖγ­μα ἑ­νὸς τρο­με­ροῦ εἴ­δους ποὺ ξε­φυ­σών­τας τὸν ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὰ ρου­θού­νια τοῦ βου­λιά­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ βα­θιὰ στὸ χα­μό του.


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Νὰ πα­ρα­τη­ρεῖς καὶ νὰ κα­τα­γρά­φεις συ­στη­μα­τι­κὰ κρα­τών­τας ση­μει­ώ­σεις τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τά σου, τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά σου, τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ἀν­θρώ­πων, ζώ­ων, κοι­νω­νι­ῶν, τὸν και­ρό, ἱ­στο­ρι­κὰ καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὰ γε­γο­νό­τα, πάν­τα σύμ­φω­να μὲ τὰ προ­σω­πι­κά σου ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α πρέ­πει νὰ ἐμ­πι­στεύ­ε­σαι. Νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­σαι συ­νε­χῶς στὶς ση­μει­ώ­σεις σου, νὰ δου­λεύ­εις κά­θε λέ­ξη, νὰ ἐ­πι­με­λεῖ­σαι ἐν­τα­τι­κά τα κεί­με­νά σου καὶ νὰ δι­α­βά­ζεις τοὺς κα­λύ­τε­ρους κλα­σι­κοὺς καὶ σύγ­χρο­νους συγ­γρα­φεῖς, χω­ρὶς νὰ ἑ­στιά­ζεις ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στοὺς τε­λευ­ταί­ους. Ἀ­νή­κεις ἤ­δη στὸ πα­ρόν.

       Οἱ πα­ρα­πά­νω εἶ­ναι μερικὲς ἀ­πὸ τὶς προ­τά­σεις γιὰ ὀ­ξυ­δερ­κεῖς ἀ­να­γνῶ­στες καὶ συγ­γρα­φεῖς —πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γλώσ­σας καὶ τοῦ κό­σμου— τῆς Ly­dia Da­vis, ση­μαν­τι­κῆς ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους. Πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δο­κί­μια τῶν τε­λευ­ταί­ων τριά­ντα ἐ­τῶν ποὺ συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο Es­says O­ne (Farrar, Straus and Giroux, Νο­έμ­βριος 2019). Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ συ­ναρ­πα­στι­κὴ πε­ρι­πλά­νη­ση στὴν τέ­χνη τῆς γρα­φῆς μὲ οἰ­κου­με­νι­κὴ καὶ δι­α­χρο­νι­κὴ δι­ά­στα­ση. Ἡ ἀ­πο­θη­σαύ­ρι­ση τοῦ τό­μου ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­να­γνω­στι­κὴ πρό­κλη­ση κι ἐ­ρευ­νη­τι­κὴ πρό­τα­ση γιὰ θε­ω­ρη­τι­κοὺς τοῦ εἴ­δους. Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς προ­σω­πι­κές της ἐ­ξε­ρευ­νή­σεις καὶ τὴν πο­λυ­ε­τῆ, ἐν­τα­τι­κὴ ἄ­σκη­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας κα­τα­γρά­φει τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ βλέμ­μα καὶ τὶς νέ­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ὁ­δοὺς ποὺ δι­ά­νοι­ξαν ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους καὶ μὴ ὅ­πως οἱ Kafka, Walser, Altenberg, Borges, Beckett, Bernhard, Isaac Babel, Grace Paley, Clarice Lispector, Regina Ullmann, κ.ἄ.

       Γιὰ τὴν Davis ὁ χα­ρα­κτή­ρας εἶ­ναι ἡ γλώσ­σα. Πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ­τι ἡ ρη­μα­τι­κὴ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει ἀ­να­νε­ω­τι­κὴ ἢ ρη­ξι­κέ­λευ­θη μορ­φὴ (π.χ. σὲ ἐ­πί­πε­δο σύν­τα­ξης, γραμ­μα­τι­κῆς, στί­ξης, ἐ­πι­λο­γῆς λε­ξι­λο­γί­ου) εἶ­ναι ἀ­πόρ­ροι­α μιᾶς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης καὶ νο­η­τι­κῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας. Τὸ πῶς βλέ­πει κα­νεὶς τὰ πράγ­μα­τα ὄ­χι μό­νο μέ­σῳ τῆς ὅ­ρα­σης ἀλ­λὰ καὶ τοῦ τρό­που ποὺ σκέ­φτε­ται δι­α­μορ­φώ­νει τὰ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα, τὶς φόρ­μες ποὺ ἐ­πι­λέ­γει καὶ τὶς ἐ­πιρ­ρο­ές του, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ στὸ «A be­lo­ved duck gets coo­ked, On forms and in­flu­en­ces», ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πέν­τε δο­κί­μιά της ποὺ ἀ­πο­τέ­λε­σαν τὴ βά­ση τῶν δι­α­λέ­ξε­ών της στὸ πα­νε­πι­στή­μιο ὅ­που δί­δα­σκε Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὸν τό­μο.


       Ἡ σύγ­χρο­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α γιὰ νὰ κα­τα­νο­η­θεῖ καὶ νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει τὸν στό­χο της —τὴν ἀ­να­νέ­ω­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὴν ψυ­χα­γω­γί­α— προ­α­παι­τεῖ εὐ­ρυ­μά­θεια, ἀρ­γὴ ἀ­νά­γνω­ση, πλή­ρως ἐ­νερ­γὸ καὶ συμ­με­το­χι­κὸ ἀ­να­γνώ­στη καὶ πο­λυ­σχι­δῆ συγ­γρα­φέ­α ποὺ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἀν­τί­λη­ψη καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη συ­νεί­δη­ση. Ἡ ση­μα­σί­α ποὺ ἀ­πο­δί­δουν πολ­λοὶ θε­ω­ρη­τι­κοὶ καὶ ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους στὴ δύ­να­μη τῆς εἰ­κό­νας[8] καὶ στὴ δύ­να­μη τῆς λέ­ξης δὲν εἶ­ναι κά­τι νέ­ο. Ἡ E. Dickinson ἔ­λε­γε: Δὲν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα στὸν κό­σμο ποὺ νὰ ἔ­χει τό­ση δύ­να­μη ὅ­ση ἡ λέ­ξη. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς γρά­φω μί­α καὶ τὴν κοι­τά­ζω μέ­χρις ὅ­του ἀρ­χί­σει νὰ λάμ­πει. Ὁ J. P. Sartre ἐν­τό­πι­ζε στὶς λέ­ξεις-κλει­διὰ τὴν οὐ­σί­α τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης. Ὁ W.G.Sebald στοὺς Δα­κτύ­λιους τοῦ Κρό­νου ἔ­γρα­φε: Ὅ­πο­τε τυ­χαί­νει νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σω κά­ποι­α ἀ­πὸ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ση­μει­ώ­σεις, ἀ­πο­ρῶ πάν­τα πῶς ἕ­να ἴ­χνος χα­μέ­νο ἀ­πὸ και­ρὸ στὸ νε­ρὸ ἢ στὸν ἀ­έ­ρα, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἀ­νε­ξί­τη­λο ἐ­δῶ, πά­νω στὸ χαρ­τί. Ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει πρό­ο­δος δί­χως πα­ρελ­θόν. Ἀ­κό­μα καὶ στὸ μα­νι­φέ­στο τῶν Ψη­φια­κῶν Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν (Digital Humanities Manifesto 2.0) ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ὅ­πως σὲ ὅ­λες τὶς ἐ­πα­να­στά­σεις τῶν μέ­σων, τὸ πρῶ­το κύ­μα τῆς ψη­φια­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης κοί­τα­ζε πί­σω κα­θὼς προ­χω­ροῦ­σε μπρο­στά. Ἡ κύ­ρια θε­μα­το­λο­γί­α ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ τὸν δυ­τι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να —ζω­ή, ἔ­ρω­τας, θά­να­τος— ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται[9] καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ σὰν χα­μη­λό­φω­νος, γλυ­κὸς στε­ναγ­μός.

       Ὁ Ἐμμ. Ρο­ϊ­δης ἔ­λε­γε ὅ­τι Ἂν δὲν ὑ­πῆρ­χον δύ­ται, οὐ­δὲ μαρ­γα­ρῖ­ται ἤ­θε­λον ὑ­πάρ­χει. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, αὐ­τὸ τὸ ἀρ­χι­πέ­λα­γος ἀ­πὸ σύν­το­μες καὶ πε­ρι­ε­κτι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ποὺ ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ δι­α­μορ­φώ­νε­ται κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ΄80 καὶ με­τά, ἡ ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση καὶ ἡ κα­τά­δυ­ση ἀ­φο­ροῦν ἰ­σο­με­ρῶς συγ­γρα­φέ­α καὶ ἀ­να­γνώ­στη ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νει ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τη καὶ πολ­λὰ ὑ­πο­σχό­με­νη, λό­γῳ τῆς δυ­να­τό­τη­τας ἀλ­λα­γῆς κλί­μα­κας καὶ ὀ­πτι­κῆς ποὺ πα­ρέ­χει.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὸ ἄρ­θρο τῆς Anne Weisgerber «Flash fiction as language art», στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­τι­με­τω­πί­ζε­ται ὡς τέ­χνη τῆς γλώσ­σας.


Τὸ βι­βλί­ο λο­γο­τε­χνι­κῆς κρι­τι­κῆς τῆς Jane Alison μὲ τί­τλο Me­an­der, Spi­ral, Ex­plo­de: De­sign and Pat­tern in Nar­rati­ve γιὰ τὸ ἔρ­γο συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως οἱ W. G. Se­bald, An­ne Car­son, Mar­gue­ri­te Du­ras, Ga­bri­el Ga­rcia Ma­rquez, Ja­ma­ica Kin­caid, Cla­ri­ce Li­spe­ctor, κ.ἄ., ποὺ ἔ­χουν ἀ­νοί­ξει νέ­ους δρό­μους στὴν ἀ­φή­γη­ση.


Τὸ βι­βλί­ο τοῦ Sa­muel Beckett, Πρό­ζες 1945-1980, μτφρ. Ἐ. Μα­ρω­νί­τη, εἰ­σα­γω­γὴ Γ. Βῶ­κος, Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2010.


[1]. Γλυ­κεῖς στε­ναγ­μοί.

[2]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[3]. Εἶ­δος στρει­δι­ῶν.

[4]. Braque George, Ἡ μέ­ρα καὶ ἡ νύ­χτα (Τε­τρά­δια 1917 -1955), 2η ἔκ­δο­ση, μτφρ. καὶ σχό­λια Γ.Π. Σαβ­βί­δης, Ποι­κί­λη Στο­ὰ – Λέ­σχη, Ἀ­θή­να, 1989.

[5]. Πρε­βε­δου­ρά­κης Γι­ῶρ­γος, Στιγ­μι­ό­γρα­φο, Πλα­νό­διον, Ἀ­θή­να, 2011.

[6]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[7]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[8]. Ἰ­δέ­α ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τό­σο τὴν ὀ­πτι­κή μας ἀν­τί­λη­ψη στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐ­γε­λια­νὴ ἀν­τί­λη­ψη τῆς τέ­χνης σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἡ τέ­χνη κα­λεῖ­ται νὰ πεῖ μὲ εἰ­κό­νες αὐ­τὸ ποὺ ἡ φι­λο­σο­φί­α λέ­ει μὲ ἔν­νοι­ες.

[9]. Στὸ βι­βλίο τοῦ Gil­les De­leu­ze Διαφορὰ καὶ ἐπανάληψη (Dif­fére­nce et Ré­pé­ti­tion, 1968), ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα σὲ με­τά­φρα­ση Κων­σταν­τί­νου Β. Μπούν­τα, με­λε­τᾶ­ται καὶ ἡ τε­χνι­κή του σύγ­χρο­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ποὺ στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ δι­α­φο­ρὰ καὶ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη, ὄ­χι μό­νο στὸν πλέ­ον ἀ­φη­ρη­μέ­νο στο­χα­σμὸ τοῦ ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ στὶς ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νες τε­χνι­κές του. Ὡ­στό­σο ἡ ἔν­νοι­α τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης στὸν Deleuze, δι­α­τη­ρεῖ πολ­λὰ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ F. Nietzsche καὶ τοῦ Søren Kierkegaard, τοῦ Δα­νοῦ ὑπαρξιστῆ φι­λο­σό­φου, ὅ­πως τὴν ἀ­νέ­λυ­σε στὸ βι­βλί­ο του Ἡ ἐ­πα­νά­λη­ψη: Ὁ κύ­κλος τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης: Ἐ­πανα­λαμ­βά­νον­τας τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη, τὸν ὁ­ποῖ­ο συν­δέ­ουν ἄρ­ρη­κτα μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι Σκαν­δι­να­βοὶ θε­ω­ρη­τι­κοί του εἴ­δους.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).

Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ) (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Εἰκόνα: Τὸ πραγματικὸ Grand Central Oyster Bar – New York.

(https://www.afar.com/places/grand-central-oyster-bar-new-york)



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#10]

 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α:

λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­ρια

καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων


Replika εἶ­ναι ἕ­νας χῶ­ρος ὅ­που μπο­ρεῖ νὰ ἐκ­φρά­ζε­ται κα­νεὶς ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ ἐ­λεύ­θε­ρα χω­ρὶς κοι­νω­νι­κὲς δε­σμεύ­σεις ἢ συ­νει­δη­σια­κὲς ἀ­να­στο­λές, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὁ ἴ­διος τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὸν κό­σμο. Μιὰ νέ­α μορ­φὴ κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης ποὺ δοκιμάζει τὰ ὅρια τῆς σχέ­σης μας μὲ τὶς μη­χα­νὲς καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ ἤ­δη ἕ­να ψη­φια­κὸ ἀ­πο­θε­τή­ριο μὲ προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, μιὰ ἀ­στα­μά­τη­τη ρο­ὴ συ­νεί­δη­σης. Ἡ ἱ­δρύ­τριά της Eugenia Kuyda συν­τε­τριμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­πώ­λεια ἑ­νὸς λα­τρε­μέ­νου της προ­σώ­που, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Phil Dudchuk, δη­μι­ούρ­γη­σαν αὐ­τὸ τὸ ἐ­χέ­μυ­θο «πρό­σω­πο» τε­χνη­τῆς νο­η­μο­σύ­νης δι­α­θέ­σι­μο ὄ­χι μό­νο νὰ σὲ ἀ­κού­σει, ἀλ­λὰ καὶ νὰ συ­νο­μι­λή­σει μα­ζί σου, νὰ σὲ συμ­βου­λέ­ψει καὶ νὰ σοῦ συμ­πα­ρα­στα­θεῖ.


Εἶ­σαι ἕ­νας πλού­σιος τύ­πος, αἰ­σθά­νε­σαι μο­να­ξιὰ καὶ ψο­φᾶς γιὰ πα­ρέ­α, ἀλ­λὰ δὲ βρί­σκεις; Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, μπο­ρεῖς νὰ ἐ­ξα­γο­ρά­σεις τὰ γε­νέ­θλια ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων καὶ θὰ ἀ­πο­κτή­σεις φί­λους ποὺ θὰ ἀ­ναγ­κά­ζον­ται νὰ σοῦ τη­λε­φω­νοῦν κα­θη­με­ρι­νὰ γιὰ νὰ σοῦ εὐ­χη­θοῦν. Στέ­κε­σαι ἀ­πελ­πι­σμέ­νος στὸ χεῖ­λος τῆς τα­ρά­τσας ἑ­νὸς ψη­λοῦ κτι­ρί­ου καὶ πά­νω ποὺ ἑ­τοι­μά­ζε­σαι νὰ πά­ρεις τὴν ἀ­πό­φα­σή σου ἕ­νας πι­τσι­ρι­κὰς ἀ­πὸ κά­τω σε κοι­τά­ζει καὶ φω­νά­ζει ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος «θὰ πε­τά­ξει» κι ἕ­νας ἄλ­λος τρέ­χει πα­νι­κό­βλη­τος νὰ σὲ σώ­σει; Για­τί νὰ ἀ­νη­συ­χεῖς; Μὲ ἕ­να βῆ­μα στὸ κε­νὸ πε­τᾶς ἤ­δη, ἂν θέ­λεις, πε­τᾶς τὰ πάν­τα καὶ ξεμ­περ­δεύ­ου­με ὅ­λοι, ἐ­σὺ μὲ τὴν ἐ­ρω­τι­κή σου ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, ὅ­λοι μας μὲ τὶς παι­δι­κὲς ὑ­στε­ρί­ες, ἐ­σὺ μὲ μᾶς καὶ πά­ει λέ­γον­τας. Θέ­λεις; Μπο­ρεῖς;

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πνεῦ­μα τῆς τε­λευ­ταί­ας συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Fly already (Riverhead Books, Σε­πτέμ­βριος 2019) τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νοῦ Etgar Keret, ἑ­νὸς ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δι­ε­θνῶς. Ἡ συλ­λο­γὴ κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα σὲ ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση (στὰ ἑ­βρα­ϊ­κὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ ὡς A Glitch at the Edge of the Galaxy) καὶ χά­ρι­σε στὸν Keret τὸ Sapir Prize 2019, τὸ ἀ­νώ­τα­το ἰσ­ρα­η­λι­νὸ βρα­βεῖ­ο. Ὁ David Silver­berg στὴν Washington Post, ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν πιὸ (αὐ­τὸ)σαρ­κα­στι­κὴ κι εὐ­φάν­τα­στη συλ­λο­γή του ἕ­ως τώ­ρα. Ὅ­λες οἱ σκο­τει­νὲς ἱ­στο­ρί­ες του φω­τί­ζουν τὶς πιὸ μύ­χι­ες πτυ­χὲς τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης καὶ τὰ πα­ρά­δο­ξά τους μὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ εὐ­στο­χί­α, ἐ­νάρ­γεια καὶ βρα­χύ­τη­τα, δι­α­τη­ρών­τας τὸ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ του, ὅ­πως καὶ στὸ πρό­σφα­τα με­τα­φρα­σμέ­νο δι­ή­γη­μά του στὴν ἀγ­γλι­κὴ «The grea­test liar in the world» («Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ψεύ­της τοῦ κό­σμου»).


Ὁ Kai Konishi Dukes, τσε­λί­στας καὶ συν­θέ­της ποὺ κα­τοι­κεῖ στὸ Λον­δί­νο, δη­μι­ούρ­γη­σε ἕναν ἀλγόριθμο ποὺ με­τα­τρέ­πει σὲ μι­κρὴ σύν­θε­ση κλασ­σι­κῆς μου­σι­κῆς τὸ ὄ­νο­μα κά­ποι­ου ἢ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ κεί­με­νο τοῦ δο­θεῖ, ὅ­πως μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Βά­φτι­σε τὸν ἀλ­γό­ριθ­μο Clarallel ὡς φό­ρο τι­μῆς στὴν Κλά­ρα, τὴ γυ­ναί­κα τοῦ Robert Schumann, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ συν­θέ­της χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε συ­χνὰ μου­σι­κὲς ἰ­σο­δυ­να­μί­ες (λο­γι­κὲς σχέ­σεις ἀ­νά­με­σα σὲ γράμ­μα­τα καὶ το­νι­κὰ ὕ­ψη) καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε με­λω­δί­ες μὲ βά­ση τὸ ὄ­νο­μά της.


Ἕ­να ἐ­ρω­τευ­μέ­νο ζευ­γά­ρι ἀν­ταλ­λάσ­σει ὅρ­κους αἰ­ώ­νιας ἀ­γά­πης καὶ ἀ­φο­σί­ω­σης. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ὑ­πό­σχον­ται νὰ μὴν ποῦν πο­τὲ καὶ γιὰ κα­νέ­να λό­γο ψέ­μα­τα ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον συ­νει­δη­το­ποι­οῦν ὅ­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το, χω­ρί­ζουν καὶ τὸ βά­ζουν στὰ πό­δια πα­τών­τας στὰ φρα­στι­κὰ ἐ­ρεί­πια τῶν αἰ­ώ­νι­ων ὅρ­κων τους. Τὸ συ­κώ­τι ἑ­νὸς ψυ­χο­πα­θοῦς ἐ­κρή­γνυ­ται ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα ὑ­περ­βο­λι­κῆς κα­τα­νά­λω­σης ἀλ­κο­ὸλ καὶ ἀν­τὶ ὁ ἥ­ρω­ας νὰ πε­θά­νει ἀ­κα­ρια­ῖα, σύν­το­μα δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι μπο­ρεῖ πλέ­ον νὰ πί­νει ἐ­λεύ­θε­ρα ὅ­σο θέ­λει.

       Οἱ ἡ­ρω­ί­δες καὶ οἱ ἥ­ρω­ες τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ Quim Monzó μέ­χρι νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σουν ὅ­τι ἔ­χουν κά­νει τὸ βῆ­μα με­τὰ τὸ χεῖ­λος τοῦ γκρε­μοῦ μοιά­ζουν συ­χνὰ νὰ ἵ­πταν­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ (ὑ­παρ­ξια­κό τους) κε­νό. Ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ ποὺ ἀ­παν­τᾶ­ται συ­χνὰ σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να τοῦ εἴ­δους κα­θὼς ὑ­περ­νι­κᾶ τὴ βρα­χύ­τη­τα τῆς μι­κρῆς κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης καὶ δι­α­στέλ­λει τὸ χρό­νο τῆς ἀ­νά­γνω­σης τῶν σύν­το­μων ἱ­στο­ρι­ῶν του, ὅ­πως δι­α­φαί­νε­ται καὶ στὴν πρό­σφα­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν του μὲ τί­τλο Why, why, why? (Open Letter, Ὀ­κτώ­βριος 2019). Ὁ Monzó, πο­λὺ κον­τὰ στὸ ὕ­φος τοῦ Keret ἀλ­λὰ καὶ τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ George Saunders, ἂν κι ἐ­πι­λέ­γει συ­χνὰ τὸ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος στὶς ἱ­στο­ρί­ες του, τὸ ὁ­ποῖο τεί­νει πλέ­ον νὰ μὴν ἀ­πο­τε­λεῖ εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, θε­ω­ρεῖ­ται κο­ρυ­φαῖ­ος στὸ εἶ­δος δι­ε­θνῶς. Δι­α­κρί­νε­ται γιὰ τὸ μαῦ­ρο καὶ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ του μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­γρά­φει τὶς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις, ὅ­πως φαί­νε­ται καὶ στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά του ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο «St. Valentine’s»: ἐ­δῶ ὁ ἥ­ρω­ας, «ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τέ», δὲν παύ­ει στιγ­μὴ νὰ ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­ε­ται ἂν πρέ­πει ἢ ὄ­χι νὰ κά­νει κα­νεὶς αὐ­τὸ τὸ κρί­σι­μο βῆ­μα. Θε­ω­ρεῖ ὅ­τι «τὸ νὰ ἐ­ρω­τεύ­ε­ται κα­νεὶς εἶ­ναι σύμ­πτω­μα ἀ­νω­ρι­μό­τη­τας, ἕ­να ση­μά­δι ἔλ­λει­ψης αὐ­το­νο­μί­ας».


Τὸ 2010, ὅ­ταν ὁ Itaru Sasaki ἔ­χα­σε τὸν ξά­δελ­φό του ἔ­φτια­ξε στὸν κῆ­πο του ἕ­να γυ­ά­λι­νο τη­λε­φω­νι­κὸ θά­λα­μο ὅ­που το­πο­θέ­τη­σε ἁ­πλῶς τὴ συ­σκευ­ὴ ἑ­νὸς τη­λε­φώ­νου, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σε στὸν ξά­δελ­φό του, προ­κει­μέ­νου νὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν ἀ­πώ­λειά του. Τὸ 2011 ἡ πό­λη τοῦ Sasaki, Otsuchi, χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν κα­τα­στρο­φι­κὸ σει­σμὸ καὶ τὸ τσου­νά­μι ποὺ ἀ­φά­νι­σε πε­ρί­που τὸ 10% τοῦ πλη­θυ­σμοῦ. Ἀ­πὸ τό­τε πε­ρί­που 25.000 ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν ἐ­πι­σκε­φθεῖ τὸ «τηλέφωνο τοῦ ἀνέμου» τοῦ Sasaki, τηλεφωνώντας στοὺς νεκρούς τους.


Στὴν πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο This. This. This. Is. Love. Love. Love (Split Lip Press, Ἰ­ού­νιος 2019) ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Jennifer Wortman δι­ε­ρευ­νᾶ τὴν ἀ­γά­πη καὶ κα­τα­δύ­ε­ται στὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση ὑ­πὸ συν­θῆ­κες ἐ­κτά­κτου ἀ­νάγ­κης: κα­τά­θλι­ψη, ψυ­χώ­σεις, σχι­ζο­φρέ­νεια, κ.ἄ.

       Οἱ δε­κα­τρεῖς ἱ­στο­ρί­ες τῆς συλ­λο­γῆς θυ­μί­ζουν τὴ θε­μα­το­λο­γί­α τῆς Νε­ο­ζη­λαν­δῆς Janet Frame, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως τὴν πε­ποί­θη­ση τῆς τε­λευ­ταί­ας ὅ­τι ἡ πνευ­μα­τι­κή της ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα δι­α­σώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ γρά­ψι­μο, κα­θὼς εἶ­χε δι­α­γνω­σθεῖ λαν­θα­σμέ­να μὲ σχι­ζο­φρέ­νεια καὶ πέ­ρα­σε ἄ­δι­κα με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὲς κλι­νι­κές. Ἡ Frame ἀ­να­φέ­ρε­ται συ­χνὰ στὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ ὡς πρό­δρο­μος τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Εἰ­δι­κὰ τὸ πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά της «The birds began to sing» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ της The lagoon (1951), στὸ ὁ­ποῖ­ο κο­ρυ­φώ­νε­ται ἡ πυ­κνὴ γρα­φὴ καὶ τὸ συμ­βο­λι­κὸ ὕ­φος της: ἡ ἡ­ρω­ί­δα στὴν ἀ­πέλ­πι­δα προ­σπά­θειά της νὰ ἀ­πο­δρά­σει ἀ­πὸ τὸν συν­τε­τριμ­μέ­νο καὶ κλει­στο­φο­βι­κὸ ἑ­αυ­τό της, ὅ­που τὴν ἔ­χει κα­θη­λώ­σει ὁ κοι­νω­νι­κὸς ἀ­πο­κλει­σμός, συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὰ κο­τσύ­φια πε­ρι­πλα­νώ­με­νη στὴν ἔ­ρη­μη φύ­ση, πε­τυ­χαί­νον­τας ἔ­στω μιὰ στοι­χει­ώ­δη ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ μπο­ρεῖ νὰ κα­λύ­ψει τὸ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ κε­νὸ ἢ νὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν ὑ­παρ­ξια­κή της ἀ­γω­νί­α.

       Ἀν­τί­θε­τα, ἡ Wortman ἐμ­βα­θύ­νει καὶ κα­τα­γρά­φει λα­κω­νι­κά, μὲ σα­φή­νεια, χι­οῦ­μορ καὶ φαν­τα­σί­α, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νες συ­νει­δή­σεις κυ­ρί­ως σὲ τρι­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση μὲ ρυθ­μὸ στα­κά­το, ἐλ­λεί­ψεις καὶ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ εἰ­κο­νι­στι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Στὸ ὁ­μό­τι­τλο (πο­λὺ σύν­το­μο) δι­ή­γη­μα τῆς ἐν λό­γῳ συλ­λο­γῆς ἡ ἡ­ρω­ί­δα, ἐν μέ­σῳ μιᾶς κα­τα­θλι­πτι­κῆς κρί­σης, ἂν καὶ κου­κου­λω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι της μᾶς με­τα­δί­δει τὸ μή­νυ­μα ὅ­τι ἀ­γά­πη εἶ­ναι ὁ χρό­νος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου καὶ γιὰ τοὺς ἄλ­λους, προ­τεί­νον­τας ὡς δι­έ­ξο­δο τὴν ἐ­πι­λο­γὴ πο­ρεί­ας ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­θώ­ριο στὸ κέν­τρο τῆς ζω­ῆς.

       Ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα δείγ­μα­τα γρα­φῆς της, ὅ­πως ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της μὲ τί­τλο «I want a new brain», στὴν ὁ­ποί­α μιὰ μη­τέ­ρα ἐ­πι­θυ­μεῖ δι­α­κα­ῶς ἕ­ναν και­νού­ριο ἐγ­κέ­φα­λο, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι ἔ­τσι θὰ ἐ­πι­λυ­θοῦν τὰ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὰ καὶ βι­ο­πο­ρι­στι­κά της προ­βλή­μα­τα. Ὁ μι­κρός της γιὸς τῆς δω­ρί­ζει πράγ­μα­τι ἕ­ναν και­νού­ριο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἐν­τυ­πω­σια­κὴ με­τα­μόρ­φω­ση τῆς μη­τέ­ρας του —ἀ­πὸ ἀ­δι­ά­φο­ρη καὶ ὑ­στε­ρι­κὴ μη­τέ­ρα σὲ μιὰ φω­τει­νὴ προ­σω­πι­κό­τη­τα— ἀ­παι­τεῖ κι αὐ­τὸς μὲ τὴ σει­ρά του ἕ­να νέ­ο ἐγ­κέ­φα­λο. Σὲ αὐ­τὴ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἡ Wortman φαί­νε­ται νὰ συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ Albert Camus ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι τὸ μό­νο πλά­σμα ποὺ ἀρ­νεῖ­ται τὴ φύ­ση του, ὅ­πως, πα­ράλ­λη­λα, καὶ μὲ τὴν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ ἄ­πο­ψη, ἀλ­λὰ καὶ τῶν τρα­γι­κῶν (Αἰ­σχύ­λος, Σο­φο­κλῆς, Εὐ­ρι­πί­δης), ὅ­τι ἡ ἀ­πο­δο­χὴ τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας εἶ­ναι τὸ γνώ­ρι­σμα τοῦ ἀ­νώ­τε­ρου ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος, δὲν ὑ­πεκ­φεύ­γει, οὔ­τε ἀρ­νεῖ­ται, οὔ­τε ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ με­τα­θέ­σει τὴν εὐ­θύ­νη[1].


Στὸ φε­τι­νὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­φω­το­γρα­φί­ας Nikon Small World 2019, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔχει ξε­κινή­σει ἀπὸ τὸ 1975, νι­κή­τρι­ες ἀ­να­δεί­χθη­καν οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες Teresa Zgoda καὶ Teresa Kugler, εἰ­δι­κευ­ό­με­νες στὴ μι­κρο­σκο­πί­α, ἕ­ναν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ κλά­δο ποὺ συν­δυά­ζει τὴν τέ­χνη μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη. Ἡ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἔμ­πνευ­σή τους πη­γά­ζουν ἀ­πὸ τὶς εἰ­κό­νες ποὺ βλέ­πουν κα­θη­με­ρι­νὰ μὲ τὸ μι­κρο­σκό­πιο. Ἡ εἰ­κό­να τους ποὺ κέρ­δι­σε τὸ φε­τι­νὸ δι­α­γω­νι­σμὸ ἀ­πει­κο­νί­ζει ἕ­να ἔμ­βρυο χελώ­νας τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει ἐ­πι­χρω­μα­τι­στεῖ μὲ φω­σφο­ροῦ­χα χρώ­μα­τα μέ­σω τῆς στε­ρε­ο­σκο­πι­κῆς μι­κρο­σκο­πι­κῆς τε­χνι­κῆς. Ἄ­κρως ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ὅ­μως ἦ­ταν καὶ ἡ πρώ­τη φωτο­γραφία τῆς βιτα­μίνης C, μιᾶς τό­σο συ­νη­θι­σμέ­νης πε­ρί­πτω­σης (ἔ­χει ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ ἀ­πὸ τὸ 1932), τοῦ δι­ε­θνῶς γνω­στοῦ Γερ­μα­νοῦ μι­κρο­φω­το­γρά­φου Karl Deckart, ποὺ ἔ­λα­βε τὴ 17η θέ­ση.


«Extre­mities» («Ἀ­κρό­­τη­τες») εἶ­ναι ὁ τί­τλος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Βρε­τα­νοῦ K.M. Elkes ποὺ κέρ­δι­σε τὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ Bath Flash Fiction Award τὸν Ἰ­ού­νιο τοῦ 2018. Στὴν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ αὐ­τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἕ­νας ὑ­λο­τό­μος, ὁ Bobby, ἔ­χει πρό­σφα­τα ἀ­κρω­τη­ρια­στεῖ μὲ τὸ ἁ­λυ­σο­πρί­ο­νο ἐν ὥ­ρᾳ ἐρ­γα­σί­ας. Τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο οἱ φί­λοι καὶ οἱ συ­νά­δελ­φοί του τοῦ ἔ­χουν ἑ­τοι­μά­σει ἕ­να πάρ­τι γιὰ νὰ τὸν κα­λω­σο­ρί­σουν, στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Bobby εἶ­ναι εὐ­δι­ά­θε­τος καὶ φαί­νε­ται νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὴ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τά του μὲ πα­ρα­δειγ­μα­τι­κὴ στω­ϊ­κό­τη­τα. Ἂν καὶ ἀ­κό­μα τὰ βρά­δια αἰ­σθά­νε­ται νὰ τὸν πο­νοῦν τὰ δά­χτυ­λα-φαν­τά­σμα­τα τοῦ ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νου του χε­ριοῦ, ὅ­πως ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ε­ται στὸν ἀ­φη­γη­τὴ καὶ φί­λο του, ἀλ­λὰ ὄ­χι συ­νά­δελ­φό του. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος εἶ­ναι ὑ­πάλ­λη­λος ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ ἀ­πο­τα­μι­εύ­σει χρή­μα­τα γιὰ νὰ φύ­γει ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος μὲ τὰ πυ­κνὰ δά­ση ποὺ τὸν πνί­γει. Οἱ συ­νά­δελ­φοι τοῦ Bobby, σο­κα­ρι­σμέ­νοι ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­στα­τι­κό, δι­η­γοῦν­ται ὅ­τι στὴν προ­σπά­θειά τους νὰ σώ­σουν τὴ ζω­ή του ἀ­πὸ τὴν ἀ­κα­τά­σχε­τη αἱ­μορ­ρα­γί­α δὲν ἐν­δι­α­φέρ­θη­καν γιὰ τὴν πα­λά­μη τοῦ Bobby ποὺ κό­πη­κε, τι­νά­χτη­κε στὸν ἀ­έ­ρα κι ἔ­πε­σε στὸ φα­ράγ­γι. Ὁ ἀ­φη­γη­τὴς – φί­λος του Bobby, ὅ­ταν ἀ­πο­χω­ρεῖ ἀ­πὸ τὸ πάρ­τι γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο σκέ­φτε­ται τὸν Bobby, τὸ πῶς τέν­τω­νε τὸ ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο του χέ­ρι, σὰ νὰ πε­ρί­με­νε κα­τὰ βά­θος κά­τι νέ­ο νὰ φυ­τρώ­σει ἀ­πὸ τὸν ἀ­νύ­παρ­κτο καρ­πό του. Συ­νει­δη­το­ποι­εῖ, ὅ­μως, ὅ­τι δὲν λυ­πή­θη­κε τό­σο γιὰ τὸν φί­λο του. Πε­ρισ­σό­τε­ρο λυ­πό­ταν τὸ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο του χέ­ρι στὸ δά­σος, τὰ σφιγ­μέ­να δά­χτυ­λα ποὺ τὰ φαν­τα­ζό­ταν νὰ γρα­πώ­νουν τὸ κε­νό.

       Ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ τοῦ K. M. Elkes All That Is Betwe­en Us (Ὅ,τι ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σά μας) μὲ σα­ράν­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα (Ad Hoc Fiction, Ἰ­ού­νιος 2019). Οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες του, πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες δι­α­τη­ροῦν τὴν εὐ­ε­λι­ξί­α καὶ τὸ χι­οῦ­μορ τους, χω­ρὶς νὰ ἀ­να­κό­πτουν τὴν πο­ρεί­α τῆς ζω­ῆς τους. Στὶς πο­λὺ σύν­το­μες, ἀλ­λὰ πυ­κνὲς ἱ­στο­ρί­ες του δι­ε­ρευ­νᾶ σὲ βά­θος τὴν πε­ρί­πλο­κη, εὔ­θραυ­στη φύ­ση τῶν ἀν­θρω­πί­νων σχέ­σε­ων, τοὺς μη­χα­νι­σμοὺς τῆς ζω­ῆς ἐν κι­νή­σει, ὅ­πως γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὁ Βρε­τα­νὸς David Gaf­fney, κρι­τὴς τοῦ ἐν λό­γῳ δι­α­γω­νι­σμοῦ καὶ ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς. Τὰ ρομ­πὸτ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὁ ἥ­ρω­ας τοῦ Gaffney σὲ μιὰ πο­λὺ γνω­στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του («We are the ro­bots»), κα­θὼς με­τὰ ἀ­πὸ μί­α ἀ­κό­μα ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νη προ­σπά­θεια νὰ πλη­σιά­σει καὶ νὰ κερ­δί­σει μιὰ γυ­ναί­κα σὲ ἕ­να κλάμπ, ὄν­τας ὁ ἑ­αυ­τός του καὶ μὴ ἀ­κο­λου­θών­τας τὶς τυ­πο­ποι­η­μέ­νες συμ­βου­λὲς ἑ­νὸς φί­λου, ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι του δὲν αἰ­σθά­νε­ται τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μέ­ρος μιᾶς μη­χα­νῆς, μιὰ βαλ­βί­δα στὴν καρ­διὰ ἑ­νὸς με­ταλ­λι­κοῦ κτή­νους ποὺ τρί­ζει τὰ δόν­τια του.

       Ὁ K.M. Elkes στὴν ἐρώ­τηση ἐ­ὰν σκό­πι­μα ἐ­πι­λέ­γει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἢ ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῆς φόρ­μας γί­νε­ται κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς συγ­γρα­φῆς πα­ρα­πέμ­πει στὴ δη­μο­φι­λῆ ἄ­πο­ψη τοῦ Etgar Keret, σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θέ­μα: ἡ συγ­γρα­φὴ μοιά­ζει μὲ τὸ σέρ­φινγκ. Κά­θε­σαι καὶ πε­ρι­μέ­νεις γιὰ τὸ ἰ­δα­νι­κὸ κύ­μα καὶ ὅ­ταν τὸ πιά­σεις, πα­ρα­μέ­νεις στὴν κο­ρυ­φο­γραμ­μή του γιὰ ὅ­σο μπο­ρεῖς. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­ναι μιὰ σύν­το­μη πο­ρεί­α, ἄλ­λο­τε δια­ρκεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ­χρι ποὺ σὲ με­τα­φέ­ρει πί­σω στὴν ἀ­κρο­για­λιά. Ἁ­πλῶς δὲν τὸ γνω­ρί­ζεις μέ­χρι νὰ ἀ­νέ­βεις στὸ κύ­μα. Ὡς πρὸς τὶς προ­τά­σεις του γιὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀνα­φέρει ἐν­δει­κτι­κά: «Ὁ τζό­κερ μου» τῆς Lucia Berlin, τὰ «Μικρο­πράγματα» τοῦ Raymond Carver, ἡ «Μητέρα» («Mother») τῆς Grace Paley, τὸ «Κορί­τσι» τῆς Jamaica Kincaid, τὸ «Roll and Curl» τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Ingrid Jendrze­jewski[2], ἀλ­λὰ καὶ τὸ πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα «Reu­nion» τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ John Cheever, τὸ ὁ­ποῖ­ο πρω­το­δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸν Ὀκτώ­βριο τοῦ 1962 στὸ New Yor­ker καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ σταθ­μὸ καὶ γιὰ τὴν ἐν ἐ­ξε­λί­ξει θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ Jendr­zeje­wski σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ δευ­τε­ρο­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση γιὰ τό­σο σύν­το­μα δείγ­μα­τα λο­γο­τε­χνι­κῆς γρα­φῆς, μὲ σα­φή­νεια κι ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα, πε­ρι­γρά­φει μιὰ τυ­πι­κὴ σκη­νὴ σὲ ἕ­να ἐ­παρ­χια­κὸ κομ­μω­τή­ριο: μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη πε­λά­τισ­σα πρό­κει­ται νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ τὸ θά­να­το ἑ­νὸς μέ­λους τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς της, ὅ­πως γνω­ρί­ζει ὁ ἀ­να­γνώ­στης, ἀ­φοῦ ὅ­μως πρῶ­τα ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ τὸ τύ­λιγ­μα τῶν μαλ­λι­ῶν, τὸ χτέ­νι­σμα καὶ τὸ στή­σι­μο τῆς τέ­λειας (δυ­να­τῆς) εἰ­κό­νας της μὲ τὴ λάκ.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση τοῦ Chee­ver πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ συ­νάν­τη­ση ἑ­νὸς ἐ­φή­βου μὲ τὸν πα­τέ­ρα του στὴν καρ­διὰ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης τρί­α χρό­νια με­τὰ τὸ χω­ρι­σμό του μὲ τὴ μη­τέ­ρα του. Ὅ­πως προ­οι­κο­νο­μεῖ­ται μὲ τὸ ποὺ δι­α­κρί­νει ὁ ἔ­φη­βος ἥ­ρω­ας τὸν πα­τέ­ρα τοῦ ἀ­νά­με­σα στὸ πο­λύ­βου­ο πλῆ­θος, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι γνω­ρί­ζει ἤ­δη ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το νὰ εἶ­ναι ἕ­να ξα­να­σμί­ξι­μο μὲ τὴ σάρ­κα καὶ τὸ αἷ­μα του, τὸ μέλ­λον καὶ τὴν κα­τα­δί­κη του.


Τὸν πε­ρα­σμέ­νο Μά­ι­ο τὸ Tiny House, ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ σπί­τι ὑ­περ­σύγ­χρο­νης ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς καὶ τε­χνο­λο­γί­ας, ἐ­πι­φά­νειας 16,25m2, κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο ἐ­ξ’ ὁ­λο­κλή­ρου ἀ­πὸ ἐ­πα­να­χρη­σι­μο­ποι­ού­με­να ὑ­λι­κὰ καὶ μὲ μη­δε­νι­κὴ κα­τα­νά­λω­ση συμ­βα­τι­κῆς ἐ­νέρ­γειας, το­πο­θε­τή­θη­κε στὴν Times Square τῆς Ν. Ὑ­όρ­κης, θυ­μί­ζον­τας μιὰ μι­κρὴ ὄ­α­ση βγαλ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ μέλ­λον. Πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης αὐ­τῆς τῆς ἐγ­κα­τά­στα­σης τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ γλύ­πτη καὶ εἰ­κα­στι­κοῦ Fernan­do Mastran­gelo ἀ­πο­τέ­λε­σε ἡ εὐ­αι­σθη­το­ποί­η­σή (του) γιὰ τὴν κλι­μα­τι­κὴ ἀλ­λα­γή, ἀλ­λὰ καὶ ἡ πε­ποί­θη­σή του γιὰ τὴν ὀρ­γα­νι­κὴ σχέ­ση φύ­σης-ἀν­θρώ­που, ἡ ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρι­στεῖ, κα­θὼς «ἡ σύγ­χρο­νη τε­χνο­λο­γί­α καὶ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ μᾶς ἔ­χουν εἰ­σαγά­γει σὲ μιὰ νέ­α ὑ­λι­κό­τη­τα κι ἔ­χουν ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σει τὰ ὅ­ρια τῆς φαν­τα­σί­ας μας σὲ αὐ­τὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ροῦ­με νὰ οἰ­κο­δο­μή­σου­με στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα».


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

 

Ἡ Renate Brosch, κα­θη­γή­τρια ἀγ­γλι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Στουτ­γάρ­δης, στὴν ἀ­να­κοί­νω­σή της στὸ περ­σι­νὸ 15ο Διε­θνὲς Συνέ­δριο Ἀγγλό­φω­νου Διηγή­­μα­τος στὴ Λισα­βόνα ἐ­ξέ­τα­σε τὸ δι­ή­γη­μα – φαι­νό­με­νο τῆς Kristen Rou­penian μὲ τί­τλο «Cat person» (πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ New Yorker τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2017). Ἡ Brosch, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἄρ­τια ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, ἐ­ξέ­τα­σε καὶ τοὺς πο­λι­τι­σμι­κοὺς δεῖ­κτες ποὺ συγ­κέν­τρω­σε ἡ Roupe­nian σὲ ἕ­να κεί­με­νο 7.000 λέ­ξε­ων ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὶς σχέ­σεις τῶν δύ­ο φύ­λων καὶ τὸ μεῖ­ζον ζή­τη­μα τῆς ἰ­σό­τη­τας, ἐ­φό­σον τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο κεί­με­νο ἐ­πη­ρέ­α­σε δρα­στι­κὰ καὶ τὸ κί­νη­μα #MeToo. H Brosch ἀ­να­φέρ­θη­κε ἐ­πί­σης στὴν τε­ρά­στια συ­νει­δη­σια­κὴ κρί­ση καὶ δι­α­νο­η­τι­κὴ σύγ­χυ­ση ποὺ προ­κά­λε­σε τὸ δι­ή­γη­μα γιὰ τὸ ποῦ τε­λει­ώ­νουν τὰ ὅ­ρια τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ξε­κι­νοῦν τὰ ὅ­ρια τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, κα­θὼς ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀ­να­γνῶ­στες λο­γο­μα­χοῦ­σαν ἐ­πὶ μῆ­νες τό­σο στὸ δι­α­δί­κτυ­ο ὅ­σο καὶ σὲ ἔγ­κρι­τα δι­ε­θνῆ ἔν­τυ­πα καὶ ἀμ­φι­θέ­α­τρα με­γά­λων ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν ἱ­δρυ­μά­των ἀ­νὰ τὸν κό­σμο γιὰ τὸ ποι­ός ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο ἥ­ρω­ες —ἡ γυ­ναί­κα ἢ ὁ ἄν­τρας— εἶ­χαν δί­κιο.

       Ἂν καί, πα­ρα­δό­ξως, πρό­κει­ται γιὰ μιὰ κοι­νό­το­πη ἱ­στο­ρί­α, στὴν ὁ­ποί­α μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα συ­νά­πτει ἐ­ρω­τι­κὴ σχέ­ση μὲ ἕ­ναν με­γα­λύ­τε­ρο ἄν­τρα, τὸν ὁ­ποῖ­ο τε­λι­κὰ χω­ρί­ζει δι­ό­τι δὲν τὴν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ σὲ κα­νέ­να ἐ­πί­πε­δο κι ἐ­κεῖ­νος τὴν προ­σβά­λει, οὐ­σι­α­στι­κὰ μὴ ἀ­πο­δε­χό­με­νος τὸ δι­καί­ω­μά της νὰ ἐ­πι­λέ­γει τοὺς (ἐ­ρω­τι­κοὺς) συν­τρό­φους της ἐ­πὶ ἴ­σοις ὄ­ροις μὲ τὸν ὑ­πό­λοι­πο ἀν­τρι­κὸ πλη­θυ­σμὸ τῆς γῆς, ἡ Brosch στὰ συμ­πε­ρά­σμα­τά της ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι ἡ πρω­το­φα­νὴς ἔν­τα­ση καὶ δυ­να­μι­κὴ αὐ­τοῦ του δι­η­γή­μα­τος ὀ­φεί­λε­ται τε­λι­κὰ στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ Rou­penian φαί­νε­ται ὅ­τι δη­μι­ούρ­γη­σε στὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νὸ «μί­α αἴ­σθη­ση πραγ­μα­τι­κῶν qualia»[3].


Je sens sens le sens, αἰ­σθά­νο­μαι τὴν αἴ­σθη­ση τῆς αἴ­σθη­σης, γρά­φει ἡ οὐ­λι­πο­γρά­φος ποι­ή­τρια Michelle Grangaud στὸ Poèmes fondus τὸ 1997. Προ­η­γου­μέ­νως, τὸ 1991, με­τὰ ἀ­πὸ τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ συν­θέ­σει μι­κρὰ ἀ­φη­γή­μα­τα στὴ συλ­λο­γὴ Geste, ἕ­να γιὰ κά­θε ἡ­μέ­ρα ἑ­νὸς φαν­τα­στι­κοῦ ἔ­τους, ἡ ὁ­ποί­α, σύμ­φω­να μὲ τὸν Peter Consen­stein, συ­νι­στᾶ μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ qualia.

       Στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὰ κεί­με­να τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­να­φέ­ρον­ται ὡς δείγ­μα­τα τοῦ νέ­ου εἴ­δους ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ξε­χω­ρι­στὴ ἐκ­πρό­σω­πο τοῦ Ou.Li.Po. Ἐ­ξάλ­λου, ὅ­πως καὶ ἡ Δυ­νη­τι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους στό­χους τῆς ὁ­ποί­ας ἦ­ταν τὸ χτί­σι­μο τῆς συ­νεί­δη­σης μέ­σω τῆς σχέ­σης μνή­μη-συ­νεί­δη­ση-λο­γο­τε­χνι­κοὶ πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ καὶ ἐ­πη­ρέ­α­σε ὣς ἕ­να βαθ­μὸ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ δι­ά­δο­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ τε­λευ­ταί­α φαί­νε­ται νὰ συ­νι­στᾶ ἤ­δη ἕ­να ἀρ­χι­πέ­λα­γος ἀ­πὸ εὑ­ρή­μα­τα γιὰ τὸν σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο καὶ γιὰ τὸ πῶς αὐ­τὸς ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὸν κό­σμο γύ­ρω του ποὺ ἀλ­λά­ζει μὲ ἀ­σύλ­λη­πτη τα­χύ­τη­τα.



Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

 


Τὸ βι­βλί­ο τῆς Dorrit Cohn, Δι­α­φα­νῆ πρό­σω­πα, ἀ­φη­γη­μα­τι­κοὶ τρό­ποι γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α­ση τῆς συ­νεί­δη­σης στὴ μυ­θο­πλα­σί­α (μτφρ. Δή­μη­τρα Μπε­χλι­κού­δη, Ἐκ­δό­σεις Παπαζήση, Ἀ­θή­να 2001).


Τὸ ἄρ­θρο τῆς Maria Popova γιὰ τὸ πῶς τὰ qualia τῶν ἐμπειριῶν μας φωτίζουν τὸ κεντρικὸ μυστήριο τῆς συνείδησης, σύμ­φω­να μὲ τὸν νευ­ρο­ε­πι­στή­μο­να Christof Koch (στὴν ἀγ­γλι­κή).


Ἡ δι­ε­θνὴς ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Forward: 21st century flash fiction (Aforemen­tion­ed Produ­ctions, 2019) σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Ἀ­φρο-Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Me­gan Gid­dings, γνω­στῆς ἐκπρο­σώπου τοῦ εἴδους, μὲ συγ­γρα­φεῖς ἐ­κτός του ἀγ­γλο­σα­ξω­νι­κοῦ κι εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ πε­δί­ου πα­ρα­γω­γῆς (στὴν ἀγ­γλι­κή).


Ὁ K.M. Elkes δια­βάζει στὰ ἀγ­γλι­κὰ τὶς «Ἀ­κρό­τη­τες» («Extremities») τὸν Ὀ­κτώ­βριο 2019 (διά­ρκεια 2:33 λ.).




Τὸ Inter­national Wri­ting Pro­gram (IWP) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Iowa ξε­κι­νά­ει στὶς 15 Νο­εμ­βρί­ου ἕως 31 Δε­κεμ­βρί­ου, τὸ δι­ε­θνὲς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸ πρό­γραμ­μα (MOOC) μὲ τί­τλο Hid­den Mea­nings: Crea­tive Fi­ction, Non-fi­ction, and Facts, τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει κα­νεὶς δω­ρε­ὰν μέ­σῳ δι­α­δι­κτύ­ου.


Ἀ­πὸ 1η Δε­κεμ­βρί­ου 2019 ἕως 15η Φε­βρου­α­ρί­ου 2020 θὰ εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὴ ἡ πρό­σκλη­ση ὑ­πο­βο­λῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν πρὸς ἐ­πι­λο­γὴ γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἐκ­δί­δε­ται κά­θε χρό­νο στὸ πλαί­σιο τῆς Ἐθνι­κῆς Ἡμέ­ρας Μικρο­μυθο­πλασίας στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α.


[1] . Easterling P.E.– Knox B.B.W., Ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας, μτφρ. Κ. Κο­νο­μῆ, Χ. Γρίμ­πα, Μ. Κο­νο­μῆ, 5η ἔκ­δο­ση, Ἐκ­δό­σεις Πα­πα­δή­μα, Ἀ­θή­να 2000.
[2] . Δι­α­κρί­θη­κε στὸν δι­α­γω­νι­σμὸ Bath Flash Fi­ction Award τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 2016 καὶ εἶ­ναι συ­νε­πι­κε­φα­λῆς μὲ τὴν Βρε­τα­νί­δα Dia­ne Sim­mons τῆς Ἐθνι­κῆς Ἡμέ­ρας Μικρο­μυθο­πλα­σίας γιὰ τὸ 2020 στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α.
[3] . Τί ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι τὰ qua­lia; Ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε ὁ Luis Armstrong τί εἶ­ναι ἡ μου­σι­κὴ jazz, ἀ­πάν­τη­σε, Ἐ­ὰν χρει­ά­ζε­ται νὰ ρω­τή­σεις, πο­τὲ δὲν πρό­κει­ται νὰ μά­θεις, ἀ­να­φέ­ρει ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς φιλό­σοφος  Daniel C. Dennett σὲ σχε­τικὸ ἄρθρο του, ὅ­που ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἀ­νοί­κει­ο ὄ­ρο, τὸν ὁ­ποῖ­ο πρῶ­τος χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸ 1929 ὁ C.I. Lewis, γιὰ ὅ,τι μᾶς εἶ­ναι πιὸ οἰ­κεῖ­ο, δη­λα­δὴ γιὰ τὸ πῶς φαί­νον­ται τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ ἐ­μᾶς τοὺς ἴ­διους.
            Αὐ­τὲς οἱ φαι­νό­με­νες ποι­ό­τη­τες εἶ­ναι οἱ δευ­τε­ρεύ­ου­σες ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν ἐμ­πει­ρι­κῶν μας δε­δο­μέ­νων (τὰ αἰ­σθη­τη­ρια­κὰ δε­δο­μέ­να, τὰ ὑ­πο­κει­με­νι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των ἐμ­πει­ρι­ῶν μας, π.χ. ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ κόκ­κι­νου χρώ­μα­τος, ἢ τοῦ πό­νου, κα­θε­αυ­τ;eς) καὶ ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­κό­μα ἕ­να δυ­σε­πί­λυ­το πρό­βλη­μα γιὰ τὴν ἐ­πι­στή­μη, ἐ­φό­σον δὲν ὑ­πάρ­χει θε­ω­ρη­τι­κὴ θε­με­λί­ω­ση τῆς ὕ­παρ­ξής τους, πα­ρὰ τὴ μα­κρὰ ἱ­στο­ρί­α τους. Ἐν­το­πί­ζον­ται ἤ­δη στὴ δι­ά­κρι­ση τῶν αἰ­σθή­σε­ων σὲ πρω­τεύ­ου­σες καὶ δευ­τε­ρεύ­ου­σες ἀ­πὸ τὸν Γα­λι­λαῖ­ο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Ric­car­do Man­zotti (The case for qualia, ed. Edmond Wright, Bradford Books, 2008), στὶς προ­σπά­θει­ες τοῦ Goethe νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σει τὴν ψυ­χο­λο­γί­α τῆς ἀν­τί­λη­ψης καὶ τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος τῶν χρω­μά­των, ἀ­κό­μα καὶ στὴν ἀ­πο­ρί­α τοῦ Alan Tu­ring γιὰ τὸ ἂν ἕ­νας ὑ­πο­λο­γι­στὴς θὰ μπο­ροῦ­σε ποτὲ νὰ ἀπο­λαύ­σει φρά­ου­λες καὶ κρέ­μα γά­λα­κτος, ἀλ­λὰ ἂν ἰ­σχύ­ουν ἐν­δέ­χε­ται νὰ ὑ­πό­κειν­ται σὲ ἀλ­λα­γές, ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ συ­νά­δει μὲ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καὶ τὴ ζω­ὴ ἐν γέ­νει.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μι
κροῦ) (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.


Εἰκόνα: Ἔμβρυο χελώνας τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει ἐ­πι­χρω­μα­τι­στεῖ μὲ φω­σφο­ροῦ­χα χρώ­μα­τα μέ­σῳ τῆς στε­ρε­ο­σκο­πι­κῆς μι­κρο­σκο­πι­κῆς τε­χνι­κῆς. Πρῶτο βρα­βεῖο στὸ φε­τι­νὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­φω­το­γρα­φί­ας Nikon Small World 2019, μὲ νι­κή­τρι­ες τὶς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες Teresa Zgoda καὶ Teresa Kugler, εἰ­δι­κευ­ό­με­νες στὴ μι­κρο­σκο­πί­α, ἕ­ναν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ κλά­δο ποὺ συν­δυά­ζει τὴν τέ­χνη μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»]

[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#9]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου



ΤΟ 2014 ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸ 8ο Διε­θνές Συνέ­δριο Μικρο­μυ­θο­πλασίας στὸ Kentucky ἡ ἀν­θο­λο­γί­α Short, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ κα­θη­γη­τῆ στὸ Columbia Alan Zie­gler. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ κα­λύ­ψει πέν­τε αἰ­ῶ­νες τῆς (πο­λὺ) σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, μὲ κεί­με­να ἕ­ως 1.250 λέ­ξεις σὲ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρά, ἀ­πὸ 24 χῶ­ρες τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου. Στὴν ἀν­θο­λο­γί­α πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται 193 κυ­ρί­ως ἀγ­γλό­φω­νοι λο­γο­τέ­χνες, ἕ­πον­ται οἱ γαλ­λό­φω­νοι καὶ ἀ­κο­λου­θοῦν λι­γό­τε­ροι ἱ­σπα­νό­φω­νοι, ἰ­τα­λό­φω­νοι καὶ ἄλ­λοι ποὺ τὴν καλ­λι­έρ­γη­σαν, συ­στη­μα­τι­κὰ ἢ πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, πα­λαι­ό­τε­ροι (π.χ. Bierce, Chopin, Woolf, Borges, Renard, Queneau, Beckett, Cortazar, Barthes, Calvino, O’Hara, Lispe­ctor) καὶ σύγ­χρο­νοι (π.χ. At­wood, Valen­zuela, Hempel, Keret, Bender, Eggers, Alomar). Μύ­θοι, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, πε­ζο­ποι­ή­μα­τα, ἀ­φο­ρι­σμοί, ἀ­νέκ­δο­τα, λί­στες, στο­χα­σμοί, ψευ­δο-δο­κί­μια, ψευ­δο-λε­ξι­κο-λήμ­μα­τα, ψευ­δο-ἀγ­γε­λί­ες καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα σύν­το­μα κεί­με­να ἀν­θο­λο­γοῦν­ται στὸν τό­μο.

       Εὑ­ρη­μα­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ Ziegler, ἀν­τὶ εἰ­σα­γω­γι­κοῦ ση­μει­ώ­μα­τος νὰ πα­ρου­σιά­σει μιὰ φαν­τα­στι­κὴ δη­μό­σια συ­νο­μι­λί­α τὴν ὁ­ποία συν­το­νί­ζει στὸ κα­τά­με­στο Thé­âtre de Splen­dide Hotel. Μὲ σει­ρὰ ἐμ­φά­νι­σης στὴ ζω­γρα­φι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸν Manet σκη­νή, ἀλ­λὰ καὶ δι­ά­σπαρ­τους ἀ­νά­με­σα στοὺς θε­α­τές, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι ἐ­πί­τι­μα μέ­λη μιᾶς ἐ­πι­νο­η­μέ­νης δι­ε­θνοῦς Ἑ­ται­ρεί­ας Σύν­το­μης Πε­ζο­γρα­φί­ας, ὁ­μι­λη­τὲς εἶ­ναι οἱ Luis «Aloysius» Ber­trand, Poe, Bau­delaire, Mal­larmé, Rim­baud, Patti Smith, Paul Simon, Mon­taigne, Jean-Jacques Rous­seau, Breton, Juan Ramón Jimé­nez, Alten­berg, Kafka, Edson, Lydia Davis, Deb Olin Un­ferth, Paz, Gu­stave Kahn, Stuart Merril, Max Jacob καὶ Maxine Cher­noff. Στὸ κλεί­σι­μο αὐ­τῆς τῆς συ­ναρ­πα­στι­κῆς βρα­διᾶς ὁ Ziegler τοὺς εὐ­χα­ρι­στεῖ ὅ­λους καὶ τοὺς εὔ­χε­ται νὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν ἀ­σφα­λεῖς στοὺς τό­πους τους καὶ κυ­ρί­ως στὶς χρο­νι­κὲς πε­ρι­ό­δους στὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­ζη­σαν καὶ με­γα­λούρ­γη­σαν.

       Πα­ρό­λα αὐ­τά, τό­σο στὴν ἀν­θο­λο­γί­α, ὅ­σο καὶ σὲ αὐ­τὸ τὸ φαν­τα­στι­κὸ συμ­πό­σιο εἶ­ναι αἰ­σθη­τὴ ἡ ἀ­που­σί­α κά­ποι­ων κύ­ρι­ων ἐκ­προ­σώ­πων τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως οἱ Chekhov, Torri, Kawa­bata, Heming­way, Aub, Brau­tigan, Carver, Jaeg­gy, Oxtoa, κ.λπ.

       Ὡς ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὸ δεῖγ­μα ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση στὴν ἀν­θο­λο­γί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ «Συμ­πλή­ρω­σις Φορ­τη­γοῦ Ἀ­τμό­πλοι­ου» τοῦ Ἀν­δρέ­α Ἐμ­πει­ρί­κου ἀ­πὸ τὴν Ὑ­ψι­κά­μι­νο, τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ ἑ­ξήν­τα-τρι­ῶν πε­ζό­μορ­φων ποι­η­μά­των (Ἐκ­δό­σεις Κα­στα­λί­α, Ἀ­θή­να, 1935), ὅ­που πε­ρι­έ­χε­ται καὶ τὸ «Τρι­αν­τά­φυλ­λα στὸ πα­ρά­θυ­ρο», στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Ἐμ­πει­ρί­κος γρά­φει: «[…] Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη. Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι ἡ ἀ­τε­λεύ­τη­τη μά­ζα μας. Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι ἡ λυ­σι­τε­λὴς πα­ρα­δο­χὴ τῆς ζω­ῆς μας καὶ τῆς κά­θε μας εὐ­χῆς ἐν παν­τὶ τό­πῳ εἰς πᾶ­σαν στιγ­μὴν εἰς κά­θε ἔν­θερ­μον ἀ­να­μό­χλευ­σιν τῶν ὑ­παρ­χόν­των. Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι τὸ σε­ση­μα­σμέ­νον δέ­ρας τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς μας».


Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ 1960 Οἰκογενειακοί δεσμοί (Ἀν­τί­πο­δες, 2019) τῆς Βρα­ζι­λιά­νας Clarice Lispector, ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ziegler. Ἡ ἐμ­βρι­θής, ἀ­φαι­ρε­τι­κὴ μα­τιά της, ἡ ἐκ­φρα­στι­κὴ ἁ­πλό­τη­τα καὶ ἡ φαν­τα­σί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὸ ὕ­φος της. Στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς μὲ τί­τλο Ἡ μι­κρό­τε­ρη γυ­ναί­κα στὸν κό­σμο ὁ Γάλ­λος ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴς Marcel Pretre ἀ­να­κα­λύ­πτει στὰ βά­θη τῆς Ἀ­φρι­κῆς μί­α φυ­λὴ Πυγ­μαί­ων. Πλη­ρο­φο­ρεῖ­ται, ὅ­μως, ὅ­τι βα­θύ­τε­ρα στὴ ζούγ­κλα ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα πιὸ μι­κρό­σω­μα πλά­σμα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐν­το­πί­ζει στὸ ἀ­να­το­λι­κὸ Κον­γκὸ καὶ σπεύ­δει νὰ τὰ με­λε­τή­σει μὲ ἀ­δη­φά­γο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἀ­νά­με­σά τους ὑ­πάρ­χει μί­α ἔγ­κυ­ος νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ ζεῖ στὴν κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς δέν­τρου μα­ζὶ μὲ τὸν σύν­τρο­φό της, τὴν ὁ­ποί­α ὁ ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴς ἀ­πο­κα­λεῖ Μι­κρὸ Λου­λού­δι, κι ἔκ­πλη­κτος δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­το­μὴ τῆς ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς ἀ­γά­πης, τῆς κα­τά­φα­σης ἑ­αυ­τοῦ καὶ τῆς χα­ρᾶς τῆς ζω­ῆς. Ἡ γλωσ­σι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τους εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­δύ­να­τη, ὅ­μως τὸ μυ­στή­ριο, πη­γαῖ­ο καὶ ζε­στὸ γέ­λιο της, δι­ορ­θώ­νει ὄ­χι μό­νο αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὴ δυσ­λει­τουρ­γί­α, ἀλ­λά, μὲ μπερ­ξο­νι­κοὺς ὅ­ρους[1], ἀν­τι­στρέ­φει τὸ δί­πο­λο τοῦ πο­λι­τι­σμέ­νου-ἀ­πο­λί­τι­στου καὶ δι­α­σφα­λί­ζει τὴν ἁρ­μο­νι­κὴ συμ­βί­ω­ση, συμ­πά­θεια καὶ συ­νεν­νό­η­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἄ­γνω­στα καὶ ἀ­νό­μοι­α πλά­σμα­τα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους ποὺ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κό­σμους[2].

       Στὸ με­τα­ξύ, ἡ φω­το­γρα­φί­α της γί­νε­ται πρω­το­σέ­λι­δο σὲ κυ­ρι­α­κά­τι­κες ἐ­φη­με­ρί­δες. Οἱ ἀν­τι­δρά­σεις ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ θέ­α­ση αὐ­τῆς τῆς μαυ­ρι­δε­ρῆς —σὰν πί­θη­κος— καὶ μι­κρο­σκο­πι­κῆς ἐγ­κυ­μο­νού­σας, εἶ­ναι ποι­κί­λες κι ἐ­γεί­ρουν δι­α­χρο­νι­κὰ κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὰ καὶ φι­λο­σο­φι­κὰ ζη­τή­μα­τα γιὰ τὴ δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἡ Lispector ἐ­πι­νο­εῖ καὶ με­τα­φέ­ρει μὲ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ εὐ­στο­χί­α. Ἄλ­λοι θαυ­μά­ζουν, χλευά­ζουν, ἀ­πε­χθά­νον­ται ἢ λυ­ποῦν­ται τὴ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα, ἄλ­λοι ταυ­τί­ζον­ται μα­ζί της. Μιὰ γυ­ναί­κα θυ­μᾶ­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει γιὰ κά­ποι­α κο­ρί­τσια ποὺ με­γά­λω­ναν σὲ ἕ­να ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο χω­ρὶς παι­χνί­δια καὶ κοῦ­κλες καὶ ὅ­ταν πέ­θα­νε ἕ­να κο­ρι­τσά­κι ἀ­πέ­κρυ­ψαν τὸ γε­γο­νὸς ἀ­πὸ τὶς ὑ­πεύ­θυ­νες του ἱ­δρύ­μα­τος καὶ νε­κρὸ τὸ ἐ­πλε­ναν, τὸ τά­ϊ­ζαν καὶ τὸ τι­μω­ροῦ­σαν γιὰ νὰ τὸ πα­ρη­γο­ρή­σουν με­τὰ φι­λών­τας το στορ­γι­κά.

       Ἡ Lispector ἐγ­κι­βω­τί­ζον­τας δι­ά­φο­ρες ἱ­στο­ρί­ες στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά της φω­τί­ζει καὶ τὴν πα­θο­λο­γι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς ἀ­γά­πης. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, το­νί­ζει καὶ τὴ γο­η­τεί­α ποὺ μᾶς ἀ­σκεῖ τὸ μικρό, τὸ ὁποῖο εἶναι ὡραῖο, σύμ­φω­να καὶ μὲ τὴ θε­ω­ρί­α τοῦ Claude Levi-Strauss γιὰ τὸ modèle rèduit.

       «Τὰ παι­διὰ δι­α­θέ­τουν τὴ φαν­τα­σί­α τους. Εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρα», ἀ­να­φέ­ρει ἡ Lispector στὴ μοναδικὴ τηλεοπτικὴ συνέντευξή της τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1977, ἐν­νιὰ μῆ­νες πρὶν ἀ­πο­βι­ώ­σει. «Στὰ δεκα­τρία μου δι­ά­βα­σα τὸν Λύ­κο τῆς στέπ­πας τοῦ Hesse. Ἦ­ταν σόκ. Τό­τε ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ δὲν θὰ εἶ­χε τέ­λος. Τὴν ἔ­σκι­σα καὶ τὴν πέ­τα­ξα τε­λι­κά – με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια», λέ­ει σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο, ἐ­νῶ δύ­ο φο­ρὲς το­νί­ζει: «Γρά­φω ἁ­πλά, ξέ­ρε­τε. Δὲν ἐ­πεν­δύ­ω ὅ,τι γρά­φω.» Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου «Ποι­ός θε­ω­ρεῖ­τε ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ρό­λος τοῦ Βρα­ζι­λιά­νου συγ­γρα­φέ­α σή­με­ρα;» ἀ­παν­τά­ει: «Νὰ μιλάει ὅσο λιγότερο γίνεται». Ἐ­νῶ σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὅ­που ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος θί­γει τὸ θέ­μα τῆς ἑρ­μη­τι­κό­τη­τας ποὺ ἔ­χουν κά­ποι­α κεί­με­νά της ἀ­πο­δέ­χε­ται τὴν κρι­τι­κὴ αὐ­τή, λέ­γον­τας ὅ­τι ἡ ἴ­δια τὰ κα­τα­λα­βαί­νει, ὅ­πως καὶ με­ρι­κοὶ ἀ­να­γνῶ­στες της ποὺ ἔ­μα­θαν νὰ τὴν κα­τα­νο­οῦν μὲ τὸν και­ρὸ καὶ αὐ­τὸ τῆς εἶ­ναι ἀρ­κε­τό. Πα­ρό­λα αὐ­τά, πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ μό­νο δι­ή­γη­μά της ποὺ πα­ρα­μέ­νει μυ­στή­ριο ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τὴν ἴ­δια[3] εἶ­ναι τὸ «O ovo e a galinha» («Τὸ αὐ­γὸ καὶ ἡ κό­τα» – «The egg and the chicken»). Πράγ­μα­τι, σὲ αὐ­τὸ ἀν­τα­να­κλᾶ­ται ἡ ἄ­πο­ψή της ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α δὲν ἀλλάζει τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­τι ἡ ζω­ὴ προ­η­γεῖ­ται καὶ ὅ­τι ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη ση­μαί­νει ἀ­νι­δι­ο­τέ­λεια. Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου, «Πο­λε­μᾶ­τε μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Clarice Lispector;» ἀ­παν­τά­ει: «Ὄ­χι. Ἀ­φή­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι.»


«Λοι­πόν, αὐ­τὸς ποὺ γύ­ρευ­α εἶ­μαι» εἶ­ναι ὁ πέμ­πτος ἀ­πὸ τοὺς δέ­κα συ­νο­λι­κὰ στί­χους τοῦ ποι­ή­μα­τος «Λα­κω­νι­κόν» του Ὀ­δυσ­σέ­α Ἐ­λύ­τη ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Ἕ­ξι καὶ μί­α τύ­ψεις γιὰ τὸν οὐ­ρα­νό ποὺ πρω­το­εκ­δό­θη­κε τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ μὲ τοὺς Οἰ­κο­γε­νεια­κοὺς δε­σμούς τῆς Lispector. Σὲ αὐ­τὸν τὸν στί­χο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Μ. Ζ. Κο­πι­δά­κη[4], ἐν­το­πί­ζε­ται τὸ πυ­κνὸ πλέγ­μα δι­ά­φο­ρων φι­λο­σο­φι­κῶν κα­τα­βο­λῶν ἀ­πὸ τὸν Ἠ­ρά­κλει­το, τὸν Πίν­δα­ρο, τὸν Καρ­τέ­σιο καὶ τὴ φι­λο­σο­φί­α τοῦ ὑ­παρ­ξι­σμοῦ.


Ὁ Σύ­ριος ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος Osama Alomar, Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ὑ­πή­κο­ος πλέ­ον, ὅ­ταν τὸ 2008 με­τα­νά­στευ­σε στὶς Η.Π.Α. βι­ο­πο­ρι­ζό­ταν ὡς ὁ­δη­γὸς τα­ξὶ στὸ Σι­κά­γο. Τὸ 2010 δη­μο­σι­εύ­θη­καν ἑ­πτὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες του στὸ ἴ­διο τεῦ­χος μὲ τὴν Lydia Davis στὸ Noon, τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τῆς Diane Williams. Τὸ 2014 συμ­πε­ρι­λή­φθη­κε στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ziegler, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔχει ἐ­πι­ση­μά­νει τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τά του. Τὸ 2017 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ The teeth of the comb & other stories (Τὰ δόν­τια τῆς χτέ­νας καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες). Σὲ μιὰ συ­νέν­τευ­ξή του ἀ­φη­γεῖ­ται τὰ χρό­νια της ἐ­κρί­ζω­σής του ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα τοῦ πρὶν ξε­σπά­σει ὁ πό­λε­μος καὶ τὴν πε­ρι­πέ­τειά του νὰ ξα­να­βρεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ νὰ ἐν­σω­μα­τω­θεῖ στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ κουλ­τού­ρα. Σχε­τι­κὰ μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (al-qisa al-qasira jiddanal-uqsusa al-qasira στὰ ἀ­ρα­βι­κὰ) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι τὸν ἐκ­φρά­ζει ἐ­πει­δὴ εὐ­νο­εῖ καὶ τὸ στο­χα­σμό. Στὴ συ­νέν­τευ­ξη δι­α­βά­ζει μί­α ἀ­πὸ τὶς γνω­στό­τε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες του, «The stake» («Τὸ πα­λού­κι»): ἕ­νας σπου­δαῖ­ος συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξα­ναγ­κά­ζε­ται νὰ κα­θί­σει ἐ­πά­νω στὴν ἴ­δια τοῦ τὴν πέ­να μέ­χρι τὸ αἷ­μα του νὰ γί­νει μπλέ, ὡς ποι­νὴ γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κή του ὀ­ξυ­δέρ­κεια καὶ τὴν ἀν­τί­δρα­σή του στὴν κα­θε­στω­τι­κὴ λο­γο­κρι­σί­α. Ἔ­τσι με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ἐ­κλε­κτοὺς δι­α­νο­ού­με­νους τῆς χώ­ρας του καὶ βά­ζει μυα­λὸ διὰ παν­τός.

       Ἴ­σως ὑ­πόρ­ρη­τα αὐ­τὴ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Alomar νὰ συν­δι­α­λέ­γε­ται μὲ τὴν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «Ba­rnes» τοῦ Βο­λι­βια­νοῦ Ed­mu­ndo Paz Sol­dán, στὴν ὁ­ποί­α ἕ­νας ἄν­τρας κα­τα­δι­κά­ζε­ται σὲ θά­να­το γιὰ τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ προ­έ­δρου τῆς χώ­ρας του κι ἑ­κα­τον­τά­δων στρα­τι­ω­τῶν καὶ λό­γῳ του ὅ­τι εἰ­σπράτ­τει ἀ­να­γνώ­ρι­ση καὶ ἀ­πο­κτᾶ νό­η­μα ἡ ὕ­παρ­ξή του δη­λώ­νει ἔ­νο­χος γιὰ ὅ­λα τα φρι­χτὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ τοῦ κα­τα­λο­γί­ζουν, ἐ­νῶ εἶ­ναι ἀ­θῶ­ος, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἄποψη τοῦ T.S. Eliot ὅ­τι σκο­πὸς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­ναι νὰ με­τα­τρέ­ψει τὸ αἷ­μα σὲ με­λά­νι.


«Τὸ ὀ­ξεί­διο τοῦ σι­δή­ρου προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ τὶς κόκ­κι­νες φλέ­βες ἑ­νὸς πε­τρώ­μα­τος στὸν γκρε­μὸ γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να κλει­στὸ φα­ράγ­γι τῆς ἐ­ρή­μου.» Ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «For Those of You Who Don’t Un­derstand, That’s What You Call Real Love» στὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῶν John Brantin­gham καὶ Grant Hier ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα μὲ τί­τλο Cali­fornia Conti­nuum (Pelekinesis, 2019). Τὸ τοῦ­βλο ποὺ εἶ­χε κα­τα­σκευα­στεῖ ἀ­πὸ τo συγ­κε­κρι­μέ­νο πέ­τρω­μα ἔ­σπα­σε στὸ κε­φά­λι τοῦ ἥ­ρω­α, Denny Reginald, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν ταρα­χῶν τοῦ 1992 στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες μὲ τοὺς 63 νε­κροὺς καὶ τοὺς χι­λιά­δες τραυ­μα­τί­ες καὶ συλ­λη­φθέν­τες. Οἱ κα­τα­σταλ­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν, ἡ δι­ά­σω­ση τοῦ Denny, ὁ ἐγ­κλει­σμός του στὸ ἀ­να­μορ­φω­τή­ριο καὶ ἡ ἀ­θώ­ω­σή του στὴ δί­κη ἐ­ξι­στο­ροῦν­ται μὲ ρε­α­λι­σμὸ καὶ οἰ­κο­νο­μί­α λό­γου. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται μὲ τὴν αἰ­σι­ό­δο­ξη μα­τιὰ τοῦ ἥ­ρω­α ἀ­πέ­ναν­τι σὲ αὐ­τὴ τὴν πα­ρά­νοι­α: πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ­τι κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν πολ­λῶν με­ταγ­γί­σε­ών του γιὰ νὰ σω­θεῖ ἡ ζω­ή του κα­νέ­νας δὲν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α στὸ χρῶ­μα τοῦ αἵ­μα­τος, «ἀλ­λὰ ἦ­ταν πι­θα­νὸν κόκ­κι­νο», ἴ­διο γιὰ ὅ­λους.

       Ἡ συλ­λο­γὴ ἀ­παρ­τί­ζε­ται ἀ­πὸ 70 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, μὲ θέ­μα τὴ με­τα­νά­στευ­ση, τὸ ρα­τσι­σμό, τὸν πό­λε­μο καὶ τὶς κλο­νι­σμέ­νες δι­α­πο­λι­τι­σμι­κὲς σχέ­σεις στὸ δι­α­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να, κα­θὼς τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα τῶν δύ­ο συγ­γρα­φέ­ων στό­χευ­ε ἐ­ξαρ­χῆς νὰ κα­λύ­ψει 13.000 χρό­νια συν­δέ­σε­ων καὶ με­τα­το­πί­σε­ων στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς Κα­λι­φόρ­νιας.


 

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Σύμ­φω­να μὲ τὴν Vio­le­ta Ro­jo, κα­θη­γή­τρια στὸ Uni­versi­dad Si­mon Bo­li­var (Κα­ρά­κας, Βε­νε­ζου­έ­λα), με­τὰ ἀ­πὸ 30 ἔ­τη ἐν­δε­λε­χοῦς ἔ­ρευ­νας τῆς (ἱ­σπα­νό­φω­νης) μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὸ νε­ο­φα­νὲς τοῦ εἴ­δους ἔγ­κει­ται στὴ συντομία. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ ἐκ­κι­νοῦν οἱ θε­ω­ρη­τι­κὲς ἀ­πό­πει­ρες τα­ξι­νό­μη­σης καὶ οἱ ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις καὶ σὲ αὐ­τὴ ὀ­φεί­λον­ται ἡ συγ­γρα­φι­κὴ δυ­σκο­λί­α καὶ τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα. Στὴ συν­το­μί­α κυ­ρί­ως ἀ­πο­δί­δε­ται ὁ ἀ­να­νε­ω­τι­κὸς ρό­λος καὶ ἡ πα­ρα­δο­ξό­τη­τα τοῦ εἴ­δους, νὰ πε­τυ­χαί­νει ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα κι αἰ­σθη­τι­κὴ τέρ­ψη σὲ (πο­λὺ) μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο.

       Ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι τὸ βα­σι­κὸ κρι­τή­ριο σύμ­φω­να μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο το­πο­θε­τεῖ­ται πλη­σι­έ­στε­ρα εἴ­τε στὴν πρω­τε­ϊ­κὴ φύ­ση τοῦ μύ­θου (L. Rour­ke, C. John­son, S. Dy­beck), ἢ στὴν ποί­η­ση (M. Go­mes, G. Sam­pe­rio, F. No­gu­e­rol, J. C. Oa­tes) ἢ στὸ δι­ή­γη­μα (D. Ro­as, J. Gui­ma­ra­es), ἢ στὴν ὑ­βρι­δι­κὴ[5] μορ­φὴ (Brix­vold καὶ Jor­gen­sen, L. Za­va­la, R. Bra­sca, I. Ta­ha, G. Si­les) ἢ σὲ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος (D. Koch, W. Nel­les, B. M. Blan­co, G. Ami­hud[6]).

       Χά­ρη στὴ συν­το­μί­α της ρέ­ει σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ μορ­φὴ καὶ συ­σπει­ρώ­νει τὰ δύ­ο μέ­σα. Οἱ ἐ­ρευ­νή­τρι­ες Gra­cie­la To­mas­sini καὶ Stel­la Maris Colo­mbo[7] τὴν ἔ­χουν χα­ρα­κτη­ρί­σει εὔ­στο­χα ὄ­χι ὡς τὴ δυ­τι­κό­τρο­πη, ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κὴ «τρο­φὴ γιὰ σκέ­ψη» («food for thought»), ποὺ ἔ­χει συ­χνὰ ἀ­το­μι­κι­στι­κὸ κι ἐ­λι­τι­στι­κὸ πρό­ση­μο, ἀλ­λὰ «μη­χα­νὴ τοῦ σκέ­πτε­σθαι[8]» («ma­qui­na de pen­sar»). Ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι φέρ­νει τὴ λο­γο­τε­χνί­α στὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα κα­θὼς δι­α­πνέ­ε­ται ἀ­πὸ συλ­λο­γι­κὸ πνεῦ­μα, δι­α­θέ­τει πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­ση καὶ σύγ­χρο­νη, πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ μορ­φή, ποὺ ται­ριά­ζει στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας πα­ρα­μέ­νον­τας, πα­ράλ­λη­λα, δι­α­κρι­τὴ ἀ­πὸ τὴν ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α (e-literature).

       Ἔ­τσι, συ­νο­ψί­ζουν τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο μὲ τὰ πολ­λὰ ὀ­νό­μα­τα, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρῶ ὅ­τι συν­δέ­ει σὰν ἁ­λυ­σί­δα δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς πο­λι­τι­σμοὺς με­τα­ξύ τους, ἀλ­λὰ καὶ σὰν ἀ­δι­ά­σπα­στος κρί­κος τὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση μὲ τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Αὐ­τὸς ὁ κρί­κος πε­ρι­κλεί­ει ἕ­να πε­δίο ὤ­σμω­σης εἰ­δῶν καὶ ἰ­δε­ῶν καὶ συμ­βί­ω­σης δι­α­φο­ρε­τι­κῶν (πο­λι­τι­σμι­κῶν συγ)κει­μέ­νων κι ἐν­δεί­κνυ­ται γιὰ στά­ση[9]: ἐμ­πέ­δω­ση τῆς συσ­σω­ρευ­μέ­νης γνώ­σης καὶ τῆς πρα­κτι­κῆς αἰ­ώ­νων στὴ συν­το­μί­α καὶ ἀλ­λα­γὴ σκέ­ψης καὶ λό­γου.


Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας Da­vid Dru­ry πα­ρο­μοιά­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία μὲ ἀ­πύθ­με­νη λι­μνού­λα, ἡ κα­τα­βύ­θι­ση στὴν ὁ­ποί­α δη­μι­ουρ­γεῖ τὴν ἐκ­πλη­κτι­κὴ αἴ­σθη­ση ποὺ βι­ώ­νει κα­νεὶς σὲ μιὰ αἰ­ω­ρού­με­νη ἀ­νε­μό­σκα­λα, ὅ­ταν γλι­στρά­ει μέ­σα σὲ ἕ­να πη­γά­δι ἢ σὲ μιὰ ἀ­πό­το­μη νε­ρο­τσου­λή­θρα. Στὴν προ­σπά­θειά του νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει τὸ φαι­νό­με­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­φω­νεῖ ὅ­τι συν­δέει τὴ λογο­τε­χνία μὲ τὴν ἐπι­στη­μο­νικὴ καὶ τε­χνο­λο­γικὴ ἐξέ­λι­ξη καὶ ἴ­σως χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν 21ο αἰ. (ὅ­πως δι­α­τεί­νε­ται καὶ ὁ Με­ξι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς Lau­ro Zava­la), προ­σο­μοιά­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἕ­να ὑ­περ­σύγ­χρο­νο, μι­κρο­σκο­πι­κὸ δεν­τρό­σπι­το μὲ πε­ρι­φε­ρεια­κὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ φεγ­γί­τη, ἀπ’ ὅ­που μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει κα­νεὶς τὴν πα­νο­ρα­μι­κὴ θέ­α καὶ νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σει τὸ σύμ­παν.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

 

Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Ἱστο­ρίες τοῦ Βαρ­­θο­λο­­μαί­ου Ὀλί­βιε τοῦ Δημή­τρη Κα­ρα­κίτσου.


Ἡ συλ­λο­γὴ If I don’t ma­ke it, I lo­ve you 84 σύν­το­μων μαρ­τυ­ρι­ῶν μα­θη­τρι­ῶν καὶ μα­θη­τῶν, ἐ­πι­ζών­των ἀ­πὸ μα­ζι­κὲς δο­λο­φο­νι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις σὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ ἱ­δρύ­μα­τα ἀ­πὸ τὸ 1966 ἕ­ως τὸ 2018. Ἐ­πι­μέ­λεια: Amye Ar­cher καὶ Loren Klein­man.


Τὸ βι­βλί­ο Micro­style, The Art of Wri­ting Lit­tle τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ γλωσ­σο­λό­γου Chri­sto­pher John­son.



Ἡ ἰ­στο­σε­λί­δα τοῦ Sto­ryCorps τοῦ Da­ve I­say, ὁ ὁ­ποῖ­ος ξε­κί­νη­σε τὸ 2003 στὴ Ν. Ὑ­όρ­κη ἕ­να ἀρ­χεῖ­ο ἠ­χο­γρα­φή­σε­ων μὲ θέ­μα τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου καὶ συ­νε­χί­ζει ἕ­ως σή­με­ρα νὰ κα­τα­γρά­φει προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ δι­ά­φο­ρες πο­λι­τεῖ­ες των Η.Π.Α.


Τὸ ἄρ­θρο τῆς Micah Perks «7 Dark Sto­ries About Mi­nia­ture Peo­ple» στὸ ὁ­ποῖ­ο προ­τεί­νει ἑ­πτὰ ἱ­στο­ρί­ες μὲ ἥ­ρω­ες μι­κρο­σκο­πι­κὰ πλά­σμα­τα, ποὺ φω­τί­ζουν σκο­τει­νὲς πτυ­χὲς τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης. Ἀ­νά­με­σά τους δι­η­γή­μα­τα τῶν Aimee Ben­der, Ma­nuel Gonza­les καὶ Cla­rice Lispe­ctor.


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν ἀ­γά­πη τοῦ δι­α­δι­κτυα­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τῆς Ν. Ζη­λαν­δί­ας Flash Frontier τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2019 μὲ 57 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ δι­α­κρί­θη­καν δι­ε­θνῶς καὶ ἀ­νά­με­σά τους καὶ αὐτή τῆς Ἑλ­λη­νί­δας Κωνσταντίνας Σώζου–Κύρκου.


Σεπτέμβριος 2019

[1]. Γιὰ τὸν Henri Bergson, στὸ δο­κί­μιό του γιὰ τὴ ση­μα­σί­α τοῦ κω­μι­κοῦ, Tο γέλιο, «εἶ­ναι μιὰ κοι­νω­νι­κὴ χει­ρο­νο­μί­α ποὺ ὑ­πο­γραμ­μί­ζει καὶ κα­τα­στέλ­λει μιὰ εἰ­δι­κὴ ἀ­φη­ρη­μά­δα τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ τῶν συμ­βάν­των κι ἐκ­φρά­ζει μιὰ ἀ­το­μι­κὴ ἢ συλ­λο­γι­κὴ ἀ­τέ­λεια ἡ ὁ­ποί­α ἀ­ξι­ώ­νει δι­όρ­θω­ση. Τὸ γέ­λιο εἶ­ναι αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ δι­όρ­θω­ση».
[2]. Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ πα­ρά­ξε­νου, πε­ρι­θω­ρια­κοῦ στοι­χεί­ου ὡς φλέ­βα ζω­ῆς δι­α­τέ­μνει καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Agua Viva (Ζων­τα­νὸ νε­ρὸ) στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φει: «Καὶ ὅ­ταν πι­στεύ­ω ὅ­τι μί­α λέ­ξη εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νη τό­τε εἶ­ναι ποὺ πε­τυ­χαί­νει τὸ νό­η­μά της. Καὶ ὅ­ταν πι­στεύ­ω ὅ­τι ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νη τό­τε εἶ­ναι ποὺ ἀρ­χί­ζει ἡ ζω­ή.»
[3]. Σὲ αὐ­τὸ κο­ρυ­φώ­νε­ται ἡ ἐσω­τε­ρικὴ σχέ­ση ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξε τὸ σύ­νο­λο τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου της μὲ τὴ φι­λο­σο­φί­α, ἐ­φό­σον ἐμ­πλού­τι­σε τὴ φι­λο­σο­φι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κή, ὅ­πως ὁ Kafka μὲ τὴ Με­τα­μόρ­φω­ση. Ὁ Δα­νὸς καλ­λι­τέ­χνης καὶ στο­χα­στῆς Asger Jorn, μέν­το­ρας τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε ὁ Ga­ston Bache­lard, στὸ κεί­με­νό του «τί ἐστὶ ἀνθρώ­πι­νο ζῶο», ἀ­φοῦ με­λέ­τη­σε τὸ ἔρ­γο τοῦ Kafka καὶ δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι τὸ κλει­δί στὸ ἔργο του εἶναι ἡ ἀγά­πη, στὴ συ­νέ­χεια ἐν­τρύ­φη­σε στὸ ἔρ­γο τοῦ Lautré­a­mont, τὸν ὁ­ποῖ­ο πρῶ­τος με­τέ­φρα­σε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὁ Ὄδ. Ἐ­λύ­της.
[4]. Κο­πι­δά­κης Μ. Ζ., «Λοι­πὸν αὐ­τὸς ποὺ γύ­ρευ­α, εἶ­μαι». Οἱ φι­λο­σο­φι­κὲς κα­τα­βο­λὲς τοῦ ἐ­λυ­τι­κοῦ στί­χου, Co­gito 3, 2005, σ.σ. 22-25.
[5]. Ἂν καὶ ὁ Ἀρ­γεν­τι­νὸς Da­vid Lagma­novich (1927-2010), ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θε­με­λι­ω­τὲς τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, δὲν ἀ­πέ­δι­δε τὸ νε­ο­φα­νὲς τοῦ εἴ­δους στὴν ὑ­βρι­δι­κό­τη­τά του, κα­θὼς πί­στευ­ε ὅ­τι ὅ­λα τα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη εἶ­ναι ὑ­βρι­δι­κὰ (Lagma­novich, Da­vid, El micror­relato hispa­noa­meri­cano, Bo­gota: Uni­ver­sidad Peda­go­gica Na­cio­nal, 2007).
[6]. Amihud Gilead, «How few words can the shor­test story have», στὸ Philo­sophy and Li­tera­ture, Vol. 32, No 1, 2008.
[7]. Colom­bo Stel­la Maris καὶ Tomas­sini Gra­ciela, «La micro­ficcion como maqui­na de pen­sar», στὸ El cue­nto en red 28, 2013, σ.σ. 30-42.
[8]. Χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς ποὺ ἴ­σως πα­ρα­πέμ­πει στὴν ἄ­πο­ψη τοῦ U. Eco ὅ­τι ἕ­να κεί­με­νο εἶ­ναι «μιὰ μη­χα­νὴ ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­νο­η­θεῖ μὲ στό­χο νὰ ἐκ­μαι­εύ­ει ἑρ­μη­νεῖ­ες» καὶ ἀρ­χι­κὰ φαί­νε­ται νὰ συ­σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ καρ­τε­σια­νὸ «σκέ­φτο­μαι, ἄ­ρα ὑ­πάρ­χω». Ὅ­μως, βά­σει τῆς ἀ­νά­λυ­σης καὶ τεκ­μη­ρί­ω­σής του ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐ­ρευ­νή­τρι­ες, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς αὐ­τὸς ὑ­πορ­ρη­τα δι­α­σταυ­ρώ­νε­ται καὶ μὲ τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κὸ «σκέ­ψαι» ποὺ κι­νη­το­ποι­εῖ τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τοῦ προ­σθέ­τει τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ δρῶν­τος ὑ­πο­κει­μέ­νου, τοῦ πο­λι­τι­κοῦ ὄν­τος. Τὸν προ­τρέ­πει νὰ βρί­σκε­ται μέ­σα στὴ ζω­ή, νὰ συμ­με­τέ­χει στὰ κοι­νά, νὰ ἔ­χει δι­α­νο­η­τι­κὴ ἐ­γρή­γορ­ση, νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ, νὰ κα­τα­γρά­φει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση καὶ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, νὰ ἐκ­φέ­ρει λό­γο καὶ νὰ (ἀ­νὰ)στο­χά­ζε­ται.
[9]. Botha Marc, «Micro­fiction», στὸ (ἐπ.) Ein­haus Ann-Marie, The Cam­bridge Com­pa­nion to the English Short Story. Cam­bridge: Cam­bri­dge Uni­ver­sity Press (Cambri­dge Compa­nions to Li­te­ra­tu­re), 2016, σ.σ. 201–220.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).

Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ) (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Φω­το­γρα­φί­α: ἐ­πε­ξερ­γα­σμέ­νη κὰρτ-πο­στὰλ τοῦ ΕΚΕΒΙ, γιὰ τὴν Παγ­κό­σμια Ἡ­μέ­ρα Ποί­η­σης, 21 Μαρ­τί­ου 2003.


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#8]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α:

στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς

Ο 2016 ἡ Κα­να­δὴ οἰ­κο­λό­γος Suzanne Simard, με­τὰ ἀ­πὸ τριά­ντα χρό­νια ἔ­ρευ­νας τῶν ὑ­πο­γεί­ων, πο­λύ­πλο­κων, συμ­βι­ω­τι­κῶν δι­κτύ­ων ποὺ εἶ­χε ἐν­το­πί­σει στὰ κα­να­δέ­ζι­κα δά­ση, δη­μο­σί­ευ­σε τὴ θε­ω­ρί­α της τὰ δέν­τρα ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν με­τα­ξύ τους.


Τὸ 2001 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Ἰ­σπα­νί­δας πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Carmen Blanes Valdeiglesias μὲ τί­τλο Un jardin bar­roco en los re­la­tos de Franci­sco Ay­ala, στὴν ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­ζε­ται τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ Francisco Ayala ὡς ἕ­νας κῆ­πος μπα­ρόκ, ὅ­που ὅ­λοι οἱ κα­νό­νες ἀ­να­τρέ­πον­ται, τὰ πάν­τα εἶ­ναι ἐ­φή­με­ρα καὶ σὲ μό­νι­μη πε­ρι­δί­νη­ση. Ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­να­φο­ρὰ γί­νε­ται στὸ ζο­φε­ρὸ καὶ γκρο­τέ­σκο μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλο Muertes de perro (1958): ἡ πλο­κὴ ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται κά­που στὴν κεν­τρι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, στὴ χώ­ρα τοῦ κα­θε­στω­τι­κοῦ Anton Bocanegra ποὺ κυ­βερ­νά­ει μὲ τὴν πα­νούρ­γα σύ­ζυ­γό του Dona Concha κι ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὶς πα­θο­γέ­νει­ες τῆς πα­ρα­δο­σια­κὰ πο­λι­τι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειάς τους, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ θά­να­το καὶ τὴν ἀ­πο­δό­μη­ση κά­θε ἠ­θι­κοῦ κώ­δι­κα ὡς τρό­πο ζω­ῆς. Ὁ Luis Pinedo, ὁ κεν­τρι­κὸς ἥ­ρω­ας ποὺ βρί­σκε­ται κα­θη­λω­μέ­νος σὲ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρό­τσι, ἀ­φη­γεῖ­ται ἀ­πὸ χα­μη­λὴ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α, με­τα­φέ­ρον­τάς μας τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­να­πό­δρα­στου ἀ­πὸ ἕ­ναν χα­μη­λὸ ὁ­ρί­ζον­τα, ἐ­νῶ ὁ συγ­γρα­φι­κὸς φα­κὸς μοιά­ζει νὰ ἕρ­πει ἀ­νά­με­σα σὲ δη­λη­τη­ρι­ώ­δη φυ­τά, ψά­χνον­τας τὸ ἀν­θρώ­πι­νο θη­ρί­ο ποὺ κρύ­βε­ται ἐ­κεῖ καὶ βρυ­χᾶ­ται ὑ­πό­κω­φα ἀ­πὸ οἴ­η­ση κι ἐ­ξου­σι­ο­μα­νί­α. Ἄν­θρω­ποι πε­θαί­νουν βί­αι­α σὰν ἀ­δέ­σπο­τα σκυ­λιὰ καὶ θυ­σι­ά­ζον­ται στὸ βω­μὸ τῆς φι­λο­δο­ξί­ας ἀν­θρώ­πων ποὺ δὲ δι­α­φέ­ρουν ἀ­πὸ λυσ­σα­σμέ­νους σκύ­λους. Ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α καὶ ἡ ὀ­ξυ­δερ­κὴς κα­τα­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸν Luis Pinedo δι­α­φο­ρε­τι­κῶν χα­ρα­κτή­ρων μὲ βί­αι­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, πα­ρα­πέμ­πει στὰ Κα­πρί­τσια, τὴ συλ­λο­γὴ χα­ρα­κτι­κῶν του 18ου αἰ. τοῦ Francisco Goya, ἀλ­λὰ καὶ στὶς ἀ­κό­μα πα­λι­ό­τε­ρες σύν­το­μες σά­τι­ρες σὲ πρό­ζα ἀ­πὸ τὸν 17ο αἰ., Sue­ños y dis­cur­sos τοῦ Fran­cisco Gó­mez de Que­ve­do, πη­γὲς ἔμ­πνευ­σης πλή­θους δειγ­μά­των τῆς σύγ­χρο­νης ἰ­σπα­νό­φω­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


Τὸ δι­ή­γη­μα «The Garden Party» (1920) ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς σὲ με­λέ­τες γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α λό­γω τῆς συ­σχέ­τι­σης τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ ὕ­φους τῆς Νε­ο­ζη­λαν­δῆς Katherine Mansfield μὲ τὸν Anton Chekhov[1], ὁ ὁ­ποῖ­ος θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τοῦ εἴ­δους. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι τὸ πάρ­τι ποὺ ἑ­τοι­μά­ζει μί­α εὔ­ρω­στη οἰ­κο­νο­μι­κὰ οἰ­κο­γέ­νεια στὸν ὁ­λάν­θι­στο κῆ­πο τους, ποὺ θυ­μί­ζει τὸν κῆ­πο τῆς Ἐ­δὲμ καὶ ἡ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τῆς ἔ­φη­βης ἡ­ρω­ΐ­δας ὅ­τι πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες ἡ ζω­ὴ συ­νε­χί­ζε­ται.

       Ἡ μό­νη ἐ­πι­λο­γὴ ἐ­ὰν φο­βᾶ­σαι εἶ­ναι νὰ κι­νεῖ­σαι, προ­τεί­νει καὶ ὁ Ρῶ­σος καρ­δι­ο­λό­γος καὶ συγ­γρα­φέ­ας Maxim Osipov. Ἡ πρό­σφα­τη συλ­λο­γή του σὲ ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση τῶν δώ­δε­κα δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο Rock, Paper, Scissors and Other Stories (Ἀ­πρί­λιος 2019) συν­δυά­ζει τὸ ἐλ­λει­πτι­κό, ὑ­παι­νι­κτι­κὸ ὕ­φος τῶν Anton Chekhov, Ivan Turgenev καὶ William Carlos Williams καὶ φω­τί­ζει τὴν ἐλ­πί­δα γιὰ τὴ ζω­ὴ ποὺ ξε­φυ­τρώ­νει ἀ­κό­μα καὶ στὶς σκο­τει­νό­τε­ρες πτυ­χὲς τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου βί­ου.


Πολ­λοὶ ἱ­σπα­νό­φω­νοι κρι­τι­κοὶ θε­ω­ροῦν ὡς πρῶ­το δεῖγ­μα τῆς ἰ­σπα­νό­φω­νης σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὴν ἱ­στο­ρί­α «Στην Κίρκη» (1917) τοῦ Julio Torri. Ὅ­μως, πλέ­ον, οἱ πα­ραλ­λα­γὲς γνω­στῶν μύ­θων, πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ ἱ­στο­ρι­ῶν συ­νη­θί­ζον­ται ὅ­πως καὶ τὰ ὄ­νει­ρα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ εἶ­ναι ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς Ana Maria Shua, ἡ ὁ­ποί­α ἀξιοποιεῖ τὰ ὄνειρα συν­δυ­ά­ζον­τάς τα μὲ ὀ­ξυ­δέρ­κεια, εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, στοι­χεῖ­α ποὺ δι­α­κρί­νουν τὸ εἶ­δος γε­νι­κά, ἀλ­λὰ καὶ τὸ ὕ­φος τῆς Shua, ὅ­πως στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της «Τὸ γαλάζιο πουλί». Ἡ πρω­το­τυ­πί­α, ἡ λο­ξὴ μα­τιὰ καὶ ἡ φαν­τα­σί­α τρο­φο­δο­τοῦν τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ εἴ­δους ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πὸ ἔ­ρευ­νες τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς πα­ρα­γω­γῆς χω­ρῶν τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­χουν με­γά­λη πα­ρά­δο­ση στὸ εἶ­δος. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, στὰ ἕ­ξι τεύ­χη τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ fix 100 ποὺ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἀ­πὸ τὸ 2009 τὸ Centro Peruano de Estudios Culturales, βρί­σκον­ται συγ­κεν­τρω­μέ­να πολ­λὰ τέ­τοι­α δείγ­μα­τα ἀ­πὸ τὸ Πε­ροῦ. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στὸ ἴ­διο συμ­πέ­ρα­σμα κα­τα­λή­γει κα­νεὶς ἐ­ὰν πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὸν δη­μο­φι­λέ­στε­ρο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Fun­da­ción César Edigo Ser­rano. Μά­λι­στα, στὸν τε­λευ­ταῖο δια­κρί­θηκαν οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες τῆς Ἰ­ω­άν­νας Ἐλ­πί­δας Πα­παν­δρέ­ου καὶ τοῦ Στά­θη Γουρ­γουρῆ μὲ τί­τλο «Τὸ ὄ­νει­ρο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α Κρού­σου»[2].

       Ὁ Αχιλλέας Κυριακίδης στὶς Διεστραμμένες Ιστορίες (1988) πα­ραλ­λάσ­σει ἐμ­βλη­μα­τι­κὰ ἔρ­γα καὶ μύ­θους σὲ κεί­με­να ποὺ σή­με­ρα μπο­ροῦν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Στὸ κεί­με­νο γιὰ τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, πε­ρι­γρά­φει πῶς κα­νά­κευ­ε τὸν μι­κρὸ λύ­κο ἡ μη­τέ­ρα του καὶ πῶς ἀ­γω­νι­οῦ­σε γιὰ τὴν ἀ­σφά­λειά του πρὶν αὐ­τὸς βγεῖ στὸ δά­σος. Στὸ τέ­λος, ὅ­μως, ἄ­κου­σε «τὴν κα­ραμ­πί­να νὰ ὁ­πλί­ζε­ται καὶ τὴ φω­νὴ τῆς τρο­με­ρῆς κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσας ν’ ἀ­παγ­γέ­λει τὴ θα­να­τι­κὴ κα­τα­δί­κη τοῦ τε­λευ­ταί­ου μι­κροῦ λύ­κου».

       Ὁ Gilbert Lascault, στὸ βι­βλί­ο του Ἡ Κοκ­κινο­σκου­φί­τσα παντοῦ (1989) ἐ­πι­χει­ρεῖ 48 πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ τοῦ Charles Perrault. Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «42» γρά­φει: «Στὸν ἀ­στε­ρι­σμὸ τοῦ Λέ­ον­τος, ἡ Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα εἶ­ναι μιὰ λι­μνού­λα στρογ­γυ­λὴ καὶ κόκ­κι­νη, σχη­μα­τι­σμέ­νη ἀ­πὸ ἕ­να ὑ­γρὸ ποὺ ἡ γεύ­ση του θυ­μί­ζει μέ­λι καί, μα­ζί, θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό. Ὁ λύ­κος εἶ­ναι ἕ­να δι­ψα­σμέ­νο μαῦ­ρο τρί­γω­νο πού, μα­γνη­τι­σμέ­νο ἀ­π’ τὴν ὀ­σμὴ τῆς ρευ­στῆς Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσας, σέρ­νε­ται στὸ ἔ­δα­φος, δι­α­τρέ­χον­τας χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα.»

       Ὁ Jaime Montestrela στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «210» στὸ βι­βλί­ο του Ὑδατώδεις ἱστορίες (1974), γρά­φει: «Στὸν ὑ­δα­τώ­δη πλα­νή­τη ΕΑ1897, ζω­ὴ ὑ­πάρ­χει μό­νο στὴ λε­πτὴ ἐ­πι­φά­νεια ἑ­νὸς ὠ­κε­α­νοῦ ὅ­που δὲ ση­κώ­νε­ται τὸ πα­ρα­μι­κρὸ κυ­μα­τά­κι. Κα­τὰ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ τὸν ἀ­να­κά­λυ­ψε, τὸν Ἔν­του­ιν Ἄμ­ποτ, τὰ ὄν­τα ἐ­κεῖ εἶ­ναι γε­ω­με­τρι­κὰ καὶ ὑ­πάρ­χουν ἱ­ε­ραρ­χί­ες. Ἔ­τσι, τὸ τε­τρά­γω­νο θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να τρί­γω­νο ποὺ ἔ­χει προ­κό­ψει στὴ ζω­ή. Κά­ποι­οι φι­λό­σο­φοι, ἐν­τού­τοις, ἔ­χουν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ πρε­σβεύ­ουν ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το.»


Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια ἐ­ξε­ρεύ­νη­σης τοῦ δι­α­στή­μα­τος ἔ­χουν κα­τα­γρα­φεῖ ἦχοι ἀπὸ τοὺς πλανῆ­τες τοῦ ἡλι­ακοῦ μας συστή­ματος, ὅ­που ἀ­μέ­σως πα­ρα­τη­ρεῖ κα­νεὶς τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς θο­ρύ­βους ποὺ ἐκ­πέμ­πει ὁ πλα­νή­της μας, μὲ τοὺς πο­λέ­μους ποὺ μαί­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α, τὶς χι­λιά­δες ἀ­ε­ρο­σκα­φῶν ποὺ δι­α­σχί­ζουν ἀ­στα­μά­τη­τα τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, τὶς πο­λύ­βου­ες μη­τρο­πό­λεις, τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ κοι­νω­νι­κὴ καὶ ἰ­δι­ω­τι­κὴ ζω­ή μας ποὺ βρί­σκε­ται σὲ μό­νι­μη πε­ρι­δί­νη­ση.


Ἡ Οὐ­ρου­γουα­νὴ Cristina Peri Rosi στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της μὲ τί­τλο «Κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή» πε­ρι­γρά­φει τὴ στε­νὴ σχέ­ση δύ­ο ἀν­θρώ­πων, χω­ρὶς ὀ­νό­μα­τα, προσ­δι­ο­ρι­σμὸ γέ­νους, ἡ­λι­κί­ας, ἐ­θνι­κό­τη­τας ἢ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς ἰ­δι­ό­τη­τας καὶ πε­ρι­κλεί­ει σὲ λί­γες γραμ­μὲς μιὰ συ­νή­θη συν­θή­κη ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης στὰ ὅ­ρια τῆς πα­ρά­νοι­ας, ἀ­νι­χνεύ­σι­μη δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ δι­α­πο­λι­τι­σμι­κά. Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Molia Dumbleton στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς «Pasarea Paradisului / Birds of Paradise» φω­τί­ζει μὲ εὐ­αι­σθη­σί­α τὸ ὅ­ριο ἀ­νά­με­σα στὴν πα­ρά­νοι­α καὶ τὴ λο­γι­κὴ ποὺ χά­νε­ται πολ­λὲς φο­ρὲς κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ βί­ου, εἴ­τε λό­γῳ τῆς ἐ­νί­ο­τε δυ­σβά­στα­χτης βι­ο­πά­λης ἢ μιᾶς βα­θιὰ τραυ­μα­τι­κῆς ἀ­πώ­λειας, ὅ­πως στὴν «Τρίχα» τοῦ Ἄγ­γλου Santino Prinzi. Ἡ ἐ­πί­σης Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Lucia Berlin, στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μά της «Ὁ τζό­κεΐ μου» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο Ὁδηγίες γιὰ οἰκιακὲς βοηθούς, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς νο­σο­κό­μας ἡ ὁ­ποί­α φρον­τί­ζει ἕ­ναν τραυ­μα­τι­σμέ­νο τζό­κε­ϊ στὸ πλαί­σιο τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς της ρου­τί­νας. Ὅ­ταν ὅ­μως τὸν ἀ­πο­κοι­μί­ζει μὲ χά­δια βλέ­πει τὴ γυ­μνὴ πλά­τη του νὰ ἀ­να­τρι­χιά­ζει στὸ ἄγ­γιγ­μά της, ὅ­πως ἡ ρά­χη ἑ­νὸς ἄ­γριου που­λα­ριοῦ καὶ συγ­κι­νεῖ­ται βα­θιά. Αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να, πα­νί­σχυ­ρη μέ­σα στὴν ἁ­πλό­τη­τά της, πα­ρα­πέμ­πει στὶς ὑ­φο­λο­γι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κὰ πρω­τό­τυ­πες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες «The Gift» τῆς Rose An­der­sen καὶ «Horses» τοῦ Geordie Flantz, ἀλ­λὰ καὶ στὸ χα­ϊ­κοὺ τοῦ Kobayashi Issa: «Ξαφ­νι­κὴ βρο­χή: τὸ γυ­μνό μου ἄ­λο­γο γυ­μνὸς ἱπ­πεύ­ω».


Ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ὀ­νο­μά­ζει τοὺς κοι­μι­σμέ­νους ὡς ἐρ­γά­τες καὶ συ­νερ­γοὺς ὅ­σων συμ­βαί­νουν στὸν κό­σμο. Οἱ δυ­σκο­λί­ες τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­ται εὐ­κο­λό­τε­ρα μὲ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­πως δι­α­φαί­νε­ται καὶ στὶς συμ­με­το­χὲς στὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ φαν­τα­στι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας World Fantasy Award, στὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ 2018 δι­α­κρί­θη­κε τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Ναταλίας Θεοδωρίδου μὲ τί­τλο «The birding: A fairy tale».

       Ὁ Ἰ­σπα­νὸς David Roas θε­ω­ρεῖ ὅ­τι στὸ ἀ­νή­λιο ση­μεῖ­ο τῆς ὑ­πο­ταγ­μέ­νης σὲ κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς φαί­νε­ται πὼς εὐ­δο­κί­μη­σε τὸ ὑ­πο­εῖ­δος τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­λαμ­βά­νει τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη πα­ρα­γω­γὴ τοῦ εἴ­δους. Ὁ Roas, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­φυ­λά­ξεις του ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἁλ­μα­τώ­δους ἐ­ξά­πλω­σης τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας κινδυν­εύουμε νὰ μᾶς «κα­τα­βρο­χθί­σει ὁ “δεινό­σαυρος” τοῦ Monter­roso», συμ­φω­νεῖ μὲ τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν τοῦ εἴ­δους, ὅ­τι σὲ αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­εῖ­δος δὲ συ­νη­θί­ζε­ται ἀ­να­τρο­πὴ στὸ τέ­λος (μί­α ἀ­πὸ τὶς κύ­ρι­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς στὸ δι­ή­γη­μα), ἀλ­λὰ ὁ τρό­μος τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας εἴ­τε δη­λώ­νε­ται ἢ ὑ­πο­νο­εῖ­ται, ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ φαί­νε­ται στὸν Thomas Bernhard, στὴ συλ­λο­γὴ τοῦ Ὁ μί­μος τῶν φω­νῶν, ἀλ­λὰ καὶ στὸν Max Aub, στοὺς Παραδειγ­ματι­κούς φόνους.


Στὸ λο­ξό, ἀ­να­τρε­πτι­κὸ καὶ χι­ου­μο­ρι­στι­κὸ ὕ­φος τοῦ Aub κι­νοῦν­ται πά­ρα πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς μὲ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη πα­ρου­σί­α στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ Jayne Anne Phil­lips μὲ τὴ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο Black Tickets (1979) πρω­το­πό­ρη­σε στὸ εἶ­δος, κα­θὼς ἔβα­λε στὸ μικρο­σκόπιο τὶς στε­νό­τε­ρες ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις καὶ ἀ­νέ­δει­ξε τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας νὰ ἑ­στιά­ζει σὲ ὅ­σα δὲ φαί­νον­ται. Μά­λι­στα ὁ Ray­mond Car­ver δι­έ­κρι­νε μιὰ πρω­τό­γνω­ρη διε­στραμ­μένη ὀ­μορ­φιά, ἐν­τυ­πω­σι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα καὶ τὴν ἀ­κρί­βειά της, συγ­γρα­φι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες ποὺ τὸν δι­α­κρί­νουν, ὅ­πως προ­κύ­πτει καὶ ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Ἐλέ­φαντας.

       Ἡ Meg Pokrass στὴ συλ­λο­γὴ τῆς Alli­ga­tors at ni­ght (2018) ξε­δι­πλώ­νει ὅ­λο το φά­σμα τῆς ἀ­γά­πης, ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­νοι­α καὶ τὴν ὑ­περ­βο­λὴ ἕ­ως τὴν πλή­ρη ἀ­που­σί­α της καὶ βά­σει αὐ­τοῦ χαρ­το­γρα­φεῖ τὶς σύγ­χρο­νες ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις. Στὴν ὁ­μό­τι­τλη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Αὐ­τὸ ποὺ χρει­ά­ζε­σαι κά­ποι­ες φο­ρὲς εἶ­ναι νὰ μὴ φτά­σεις πο­τὲ σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο», ποὺ θυ­μί­ζει τὸν ἀ­φο­ρι­σμὸ τοῦ Kafka, «Ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α ἐ­πι­στρο­φὴ πιά. Αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο πρέ­πει νὰ φτα­στεῖ» [3].

       Ἡ συλ­λο­γὴ τῆς Kathy Fish μὲ τί­τλο Wild Life  (2018) ἀ­κτι­νο­γρα­φεῖ δι­α­σκορ­πι­σμέ­νες οἰ­κο­γέ­νει­ες, ἀ­δέλ­φια ποὺ μι­σι­οῦν­ται θα­νά­σι­μα, ζευ­γά­ρια σὲ ἀ­πο­σύν­θε­ση, μη­τέ­ρες ποὺ ἔ­χουν ἀ­φα­νι­στεῖ στὴ δί­νη τῆς μη­τρό­τη­τας. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Kafka ὁ μό­νος τρό­πος ἀ­πό­δρα­σης ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­νοι­α εἶ­ναι πρὸς τὰ μέ­σα, στὴν καρ­διὰ τῆς ζω­ῆς, μὲ φαν­τα­σί­α καὶ χι­οῦ­μορ. Στὴν ὑ­περ­σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α του Kleine Fabel , ἡ γά­τα ποὺ κα­ρα­δο­κεῖ στὴ γω­νί­α λέ­ει στὸ ἀ­πελ­πι­σμέ­νο πον­τί­κι: «Τὸ μό­νο ποὺ χρει­ά­ζε­ται νὰ κά­νεις εἶ­ναι ν’ ἀλ­λά­ξεις κα­τεύ­θυν­ση». Ἔ­πει­τα ἀ­νοί­γει τὸ στό­μα της καὶ τὸ κα­τα­πί­νει, λυ­τρώ­νον­τάς το ἀ­πὸ τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης μὲ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ ὁ­δη­γὸ τὴ λο­γι­κή, δί­νον­τας στὸ κω­μι­κο­τρα­γι­κὸ συμ­βὰν φι­λο­σο­φι­κὲς προ­ε­κτά­σεις.

       Ὁ συν­δυα­σμὸς συν­το­μί­ας καὶ στο­χα­σμοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­κό­μα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του εἴ­δους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως στὸ «Ζοὺμ στὸ φλάς» τοῦ Κώ­στα Βρα­χνοῦ στὴ συλ­λο­γή του Πρῶ­τα ὁ Θεός (2017), ὅ­που ὁ ἥ­ρω­ας δο­κι­μά­ζει ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος τὸ ὑ­ψη­λῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ ἀ­κρί­βειας νε­ο­α­πο­κτη­θὲν φλὰς τῆς φω­το­γρα­φι­κῆς μη­χα­νῆς του κά­νον­τας τυ­χαῖ­ες λή­ψεις στὸ χῶ­ρο του. Σύν­το­μα δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι στὸ για­κὰ τοῦ μον­τγκό­με­ρί του ἀ­πα­θα­νά­τι­σε ἕ­να ζευ­γά­ρι σκώ­ρων μὲ τὰ τρί­α μι­κρά τους νὰ κοι­τοῦν πε­ρί­τρο­μοι κι ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι τὸ φα­κό.


«Τὰ ζῶ­α ἀ­π’ ἔ­ξω κοι­τοῦ­σαν πό­τε τὰ γου­ρού­νια καὶ πό­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους, πό­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ πό­τε τὰ γου­ρού­νια, ὕ­στε­ρα πά­λι τὰ γου­ρού­νια καὶ πά­λι τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ δι­α­κρί­νουν ποι­ός ἦ­ταν ποι­ός», γρά­φει ὁ George Orwell , ὀ­λο­κλη­ρώ­νον­τας τὴ Φάρμα τῶν ζώων. Σὲ ἀ­νά­λο­γο πνεῦ­μα ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε ἡ Flannery O’ Connor για­τί ἐ­πέ­λε­γε νὰ ἑ­στιά­ζει σὲ πα­θο­γέ­νει­ες τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης, ὅ­πως στὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της μὲ τί­τλο Καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν, ποὺ πα­ρα­πέμ­πει σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ γνω­στό­τε­ρα Καπρίτσια τοῦ Goya, ἀπάντησε: «Ὅ­πο­τε ἐ­ρω­τῶ­μαι για­τί οἱ Νό­τιοι (Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ) συγ­γρα­φεῖς δεί­χνουν ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­τί­μη­ση σὲ (ἀν­θρώ­πους) τέ­ρα­τα, ἀ­παν­τῶ ἐ­πει­δὴ μπο­ροῦ­με ἀ­κό­μα νὰ τὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με.»


Τὸ 1925, σὲ ἕ­να γράμ­μα ποὺ ἔ­γρα­φε στὸν πα­τέ­ρα του ὁ Ernest Hemingway, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἐ­ξη­γοῦ­σε πῶς ἀ­κρι­βῶς ἤ­θε­λε νὰ γρά­φει: «σὲ ὅ­λες τὶς ἱ­στο­ρί­ες μου προ­σπα­θῶ νὰ δί­νω τὴν αἴ­σθη­ση τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὄ­χι ἁ­πλῶς νὰ τὴν πε­ρι­γρά­ψω ἢ νὰ ἀ­σκή­σω κρι­τι­κή, ἀλ­λὰ νὰ τὴ με­τα­φέ­ρω ζων­τα­νὴ στὴ σε­λί­δα. Ὥ­στε ὅ­ταν δι­α­βά­ζει κα­νεὶς νὰ βι­ώ­νει τὴν ἴ­δια τὴν ἐμ­πει­ρί­α αὐ­τοῦ ποὺ δι­α­βά­ζει. Αὐ­τὸ δὲ γί­νε­ται ἂν ἀ­πορ­ρί­ψεις τὸ κα­κὸ καὶ τὸ ἄ­σχη­μο, δι­ό­τι ἂν εἶ­ναι ὅ­λα ὄ­μορ­φα δὲν πεί­θουν κα­νέ­να. Ἡ ζω­ὴ ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὰ πάν­τα.» Ἰ­δέ­α ποὺ εἶ­χε ἐκ­φρά­σει καὶ ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης ὅ­ταν ἔ­γρα­φε ἡ πη­γὴ τῆς ζω­ῆς μέ­σα στὴ ζω­ή καὶ ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται κα­λει­δο­σκο­πι­κὰ στὸ πε­ζο­γρά­φη­μά του Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ Ανάσταση (1938). Ἡ ἴ­δια ἰ­δέ­α δι­α­τέ­μνει καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Clau­dio Magris μὲ τί­τλο Μικρόκοσμοι (1997), στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­φή­γη­ση ρέ­ει μέ­σα στὸ πο­τά­μι τῆς ζω­ῆς μὲ πρω­τα­γω­νι­στὲς ἀν­θρώ­πους καὶ ζῶ­α σὲ μιὰ ἁρ­μο­νι­κὴ συμ­βί­ω­ση.


Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Ai­mee Ben­der μὲ τί­τλο Willful Crea­tures (2006) ἡ αἱρε­τικὴ ματιά της στὰ κα­θη­με­ρι­νὰ πα­ρά­δο­ξα πλησι­άζει κατὰ πολὺ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ Hemingway κα­θὼς θυ­μί­ζει χρο­νο­γρά­φη­μα τῆς ζω­ῆς τοῦ σύγ­χρο­νου (δυ­τι­κοῦ) ἀν­θρώ­που. Στὴ σου­ρε­α­λι­στι­κὴ ἱ­στο­ρί­α της μὲ τί­τλο «End of the line» ἕ­νας κα­νο­νι­κὸς ἄν­τρας ἀ­γο­ρά­ζει ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἄν­τρα ἀ­πὸ ἕ­να κα­τά­στη­μα κα­τοι­κι­δί­ων, τὸν φυ­λα­κί­ζει σὲ ἕ­να κλου­βὶ μὲ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ κα­να­πὲ καὶ δι­α­πράτ­τει τε­ρα­τώ­δεις βαρ­βα­ρό­τη­τες εἰς βά­ρος του.

       Ὁ ἐ­πί­σης Ἀ­με­ρι­κα­νὸς Manuel Gonzales στὴ συλ­λο­γή του μὲ τί­τλο The mi­nia­ture wife (2013) δι­εισ­δύ­ει στοὺς χειρό­τε­ρους ἐ­φιάλτες τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που, πο­λὺ κον­τὰ στὸ ὕ­φος τῆς Bender, ἀλ­λὰ καὶ τῶν Roberto Bo­laño, Jes­se Ball καὶ Ben Ma­rcus. Στὸ πρῶ­το δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς μὲ τί­τλο «Pilot, Copilot, Writer» ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἥ­ρω­ας προ­σπα­θεῖ νὰ κα­τα­νο­ή­σει πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­βαί­νει καὶ τε­λεῖ ὑ­πὸ ἀ­ε­ρο­πει­ρα­τεί­α νὰ συ­νε­χί­ζει ἐ­πὶ εἴ­κο­σι χρό­νια νὰ κά­νει κύ­κλους ἐ­πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο τοῦ Ντά­λας. Στὸ ὁ­μό­τι­τλο δι­ή­γη­μα ἕ­νας ἐ­πι­στή­μο­νας ἔ­χει συρ­ρι­κνώ­σει στὸ ἐ­λά­χι­στο τὴ σύ­ζυ­γό του, ἀλ­λὰ οὔ­τε φαν­τά­ζε­ται τοὺς τρό­πους ποὺ θὰ ἐ­πι­νο­ή­σει ἐ­κεί­νη γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὸν ἀ­νε­λέ­η­το πό­λε­μό του. Δυ­στο­πί­α, ἀ­κη­δί­α, ἀ­πο­ξέ­νω­ση, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως φαν­τα­σί­α καὶ χι­οῦ­μορ ποὺ λει­τουρ­γοῦν λυ­τρω­τι­κὰ ἀ­κό­μα καὶ στὶς πιὸ ἀ­πί­θα­νες κα­τα­στά­σεις ποὺ πε­ρι­γρά­φει ὁ Gon­zales, ὅ­πως στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Guer­nica μὲ τί­τλο «Farewell Africa». Τὸ θέ­μα του εἶ­ναι μιὰ δη­μό­σια ὁ­μι­λί­α μὲ τί­τλο «Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὴν Ἀ­φρι­κή», ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἀ­να­με­τα­δί­δε­ται ζων­τα­νὰ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ ἀ­φρι­κα­νι­κὴ ἤ­πει­ρος βυ­θί­ζε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ τε­κτο­νι­κὴ πλά­κα. Τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ 2011 ἔ­χει ἐ­πα­λη­θευ­θεῖ ὅ­τι συμ­βαί­νει ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το, γε­γο­νὸς ποὺ ἔ­χει κα­τα­γρα­φεῖ ὡς «ἐπι­στη­μο­νικὰ συναρ­πα­στικό».


Στὴν «Ἐπίσκεψη» τῆς Μαρίας Τσο­λα­κούδη ὅ­ταν ἡ κό­ρη ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὴ δου­λειά της βρί­σκει τὸν πε­θα­μέ­νο πα­τέ­ρα της νὰ δι­α­βά­ζει στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α, μ’ ἕ­να κλα­ρά­κι ἀ­γρι­ο­ε­λιᾶς σκα­λω­μέ­νο στὰ μαλ­λιά του, καὶ προ­βλη­μα­τί­ζε­ται γιὰ τὸ πῶς θὰ ἐ­ξη­γή­σει στὰ παι­διά της τὴν ἐ­πί­σκε­ψή του, ἀ­γνο­ών­τας τὸ θά­να­τό του καὶ ξα­να­βά­ζον­τάς τον στὴ ζω­ή της.

       Ὁ Jonathan Franzen ξε­χώ­ρι­σε τὸ ἄρ­θρο «Fa­mily Tra­dition» τῆς Λίζας Νικο­λι­δάκη ἀ­νά­με­σα στὰ κα­λύ­τε­ρά του 2016 στὴν Ἀ­με­ρι­κή. Σὲ αὐ­τὸ πε­ρι­γρά­φε­ται ἡ τρα­γι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς της: ἐν­δο­οι­κο­γε­νεια­κὴ βί­α, ὀ­δυ­νη­ρὸ δι­α­ζύ­γιο τῶν γο­νι­ῶν της, δι­α­με­λι­σμὸς τῆς οἰ­κο­γέ­νειας στὴ συ­νέ­χεια, ὁ γιὸς μὲ τὴ μη­τέ­ρα, ἡ κό­ρη μὲ τὸν πα­τέ­ρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος τε­λι­κὰ δο­λο­φό­νη­σε τὴν Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα σύν­τρο­φό του καὶ τὴν ἔ­φη­βη κό­ρη της καὶ αὐ­το­κτό­νη­σε. Ὅ­πως γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἡ Νι­κο­λι­δά­κη σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ γνω­στό­τε­ρα ἐλ­λει­πτι­κὰ (μι­κρο)δι­η­γή­μα­τά της μὲ τί­τλο «Silence, Stillness», «Πο­τὲ δὲ λέ­ω κα­κο­ποι­η­μέ­νη. Ἀντ’ αὐ­τοῦ ξε­γλι­στρά­ω μὲ κλι­σέ. Δὲν ἦ­ταν πὶκ νίκ, λέω. Εἶ­χα δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια.»

       Ἡ Berlin στὸ δι­ή­γη­μά της μὲ τί­τλο «Μα­μά», σ’ ἕ­να δι­ά­λο­γο ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο ἀ­δελ­φὲς ἡ­ρω­ί­δες γρά­φει: «Ἦ­ταν μά­γισ­σα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ποὺ εἶ­ναι νε­κρή, φο­βᾶ­μαι ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ μὲ δεῖ.» «Κι ἐ­γώ. Ἂν κά­νω κά­τι πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­νό­η­το, τό­τε εἶ­ναι ποὺ ἀ­νη­συ­χῶ καὶ φο­βᾶ­μαι. Τὸ ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το εἶ­ναι πὼς ὅ­ταν κά­νω κά­τι σω­στὰ τὸ ἐλ­πί­ζω. “Ἔ, μα­μά, δὲς τί ἔ­κα­να”. Κι ἂν οἱ νε­κροὶ ἁ­πλῶς κρέ­μον­ται πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια μας, μᾶς κοι­τά­ζουν καὶ ξε­καρ­δί­ζον­ται μὲ τὰ κα­μώ­μα­τά μας; Θε­έ μου, Σά­λι, αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ πεῖ κι αὐ­τή. Κι ἂν εἶ­μαι ὁ­λό­ϊ­δια ἐ­κεί­νη;» Ἂν καὶ ἡ Κατε­ρίνα Γώ­γου, στὸ Νό­στο, βλέ­πει ἀ­κό­μα καὶ τὶς μά­γισ­σες μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα: «Οἱ Ἰν­διά­νες μά­γισ­σες ὅ­ταν ξυ­πνά­γαν τὰ παι­διά τους δί­δα­σκαν μα­θή­μα­τα ἀ­πὸ τὰ ὄ­νει­ρά τους. Μα­θαί­να­νε πολ­λά.»

 

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ φαν­τα­σμα­γο­ρί­α ποὺ εἴ­δα­με δὲν τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψε ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ τὴ χω­ρά­ει. Ἂν καὶ εἶ­ναι ἡ μι­κρό­τε­ρη μορ­φὴ πρό­ζας, προ­σφέ­ρει τὴ με­γα­λύ­τε­ρη δι­α­στο­λὴ χώ­ρου καὶ χρό­νου, ἀ­να­λο­γι­κὰ μὲ τὴ ρη­μα­τι­κὴ ἔ­κτα­σή της, κι εὐ­νο­εῖ τὸ στο­χα­σμὸ (βά­θος, πα­λίμ­ψη­στο, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα) καὶ τὴ φαν­τα­σί­α (δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα, σύν­θε­ση, πρω­το­τυ­πί­α). Ἄ­πει­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ρέ­ουν στὰ ὑ­πό­γεια ρεύ­μα­τα ποὺ συν­δέ­ουν τοὺς πο­λι­τι­σμοὺς με­τα­ξύ τους, ἀ­να­πτύσ­σον­τας ἕ­να πο­λύ­πλο­κο, συμ­βι­ω­τι­κὸ δί­κτυ­ο ἀ­νά­λο­γο τοῦ δι­κτύ­ου ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἡ Susanne Simard ὅ­τι συν­δέ­ει ὑ­πο­γεί­ως τὰ δέν­τρα στὰ δά­ση τοῦ πλα­νή­τη μας. Πα­ρα­μέ­νει ἀ­κό­μα ρευ­στὴ καὶ ἄ­πια­στη στὰ σπλά­χνα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, μὲ πολ­λὰ ὀ­νό­μα­τα καὶ ἀ­πο­κλεί­ει τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε κα­θο­λι­κῆς ἀρ­χῆς – ἀ­πο­κλεί­ον­τας ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πο­λυ­τό­τη­τα ἀ­κό­μα καὶ τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό της. Συ­νι­στᾶ ὄ­χι μό­νο ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ κί­νη­ση (σύ­ζευ­ξη ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς γνώ­σης καὶ τέ­χνης τῆς ἀ­φή­γη­σης μὲ πρω­το­φα­νῆ δυ­νη­τι­κό­τη­τα), ἀλ­λὰ καὶ κί­νη­ση πρὸς τὰ μέ­σα, πρὸς τὴν ἐν­δο­σκό­πη­ση καὶ τὴ σι­ω­πή.

       Ὁ Ρῶ­σος γλωσ­σο­λό­γος Ro­man Jakob­son, γιὰ νὰ συγ­κρί­νει τοὺς δύ­ο ἄ­ξο­νες τῆς με­τα­φο­ρᾶς καὶ τῆς με­τω­νυ­μί­ας, ἔ­χει χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὶς ψυ­χα­να­λυ­τι­κὲς ἔν­νοι­ες τῆς με­τά­θε­σης καὶ συμ­πύ­κνω­σης, στὶς ὁ­ποῖ­ες ὁ Freud ἀ­πέ­δι­δε τὸ ρό­λο τῶν δύ­ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρων ἀ­συ­νεί­δη­των μη­χα­νι­σμῶν ποὺ λει­τουρ­γοῦν κα­τὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῶν ὀ­νει­ρι­κῶν εἰ­κό­νων. Ὁ Γάλ­λος φι­λό­σο­φος Gaston Bache­lard στὸ ὄ­ψι­μο ἔρ­γο του δι­α­χώ­ρι­σε τὴ θέ­ση του ἀ­πὸ τὴν ψυ­χα­νά­λυ­ση, ἐ­πει­δὴ ἡ τε­λευ­ταί­α ἑρ­μή­νευ­ε τὶς εἰ­κό­νες ἐν­νοι­ο­λο­γι­κά. Μὲ τὴ φαι­νο­με­νο­λο­γι­κή του μέ­θο­δο ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ συλ­λά­βει «τὴν οὐ­σί­α τῆς ποι­η­τι­κῆς φαν­τα­σί­ας ὡς πη­γὴ πρω­τό­τυ­πων εἰ­κό­νων καὶ νὰ φω­τί­σει τὴ συ­νεί­δη­ση ἑ­νὸς ὑ­πο­κει­μέ­νου στὸ ὁ­ποῖ­ο προ­κα­λοῦν δέ­ος οἱ εἰ­κό­νες ποὺ ἀν­τι­κρί­ζει»[4]. Ἡ εἰ­κό­να εἶ­ναι τὸ πρω­ταρ­χι­κὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τοῦ ἀ­συ­νεί­δη­του, ἀλ­λὰ καὶ πρω­ταρ­χι­κὸ δο­μι­κὸ ὑ­λι­κό της μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης, εἴ­τε με­τα­φέ­ρει ἕ­να ἐμ­πει­ρι­κὸ δε­δο­μέ­νο μέ­σῳ τῆς ὅ­ρα­σης ἢ ἕ­να ἀ­πο­κύ­η­μα φαν­τα­σί­ας ἢ ὀ­νεί­ρου. Στὴν Ποι­η­τι­κή του χώ­ρου[5] ἐμ­βά­θυ­νε καὶ στὴ μικρο­σκο­πική κλί­μακα προ­κει­μέ­νου νὰ δι­α­τη­ρή­σει ζων­τα­νὴ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς δια­ύγειας τῶν πραγ­μά­των καὶ τῆς ζω­ῆς, ὅ­που συ­νάν­τη­σε μιὰ φαν­τα­σμα­γο­ρί­α.

 

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

Ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Κώ­στα Βρα­χνοῦ, Πρῶ­τα ὁ Θεός.


Ἡ ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ γαλ­λι­κοῦ πρω­τό­τυ­που ἐγ­χει­ρή­μα­τος Short Edi­tion νὰ φέ­ρει τὴ λο­γο­τε­χνί­α στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ὴ μέ­σῳ εἰ­δι­κῶν αὐ­τό­μα­των μη­χα­νη­μά­των ποὺ το­πο­θε­τοῦν­ται σὲ πο­λυ­σύ­χνα­στα μέ­ρη ἀ­νὰ τὸν κό­σμο καὶ προ­σφέ­ρουν δω­ρε­ὰν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀ­πὸ σύγ­χρο­νους καὶ κλα­σι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς.


Ἡ χρή­σι­μη ἐφαρ­μογὴ αὐτό­ματης ἐπι­μέ­λειας κει­μένου στὴν ἀγ­γλι­κὴ ποὺ φέ­ρει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ernest Hemingway.


Οἱ λί­στες μὲ ἀγ­γλό­φω­να πε­ρι­ο­δι­κὰ (καὶ δι­α­γω­νι­σμοὺς) ποὺ εἰ­δι­κεύ­ον­ται στὴν (πο­λὺ) σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα στὰ ἱ­στο­λό­για* τῶν Dl Shirey, John Mat­thew Fox, Jer­ry Jen­kins καὶ Chri­sto­pher Fiel­den.


Ἰούνιος 2019

*Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω ἱ­στο­λό­για προ­τεί­νω ἀ­πο­κλει­στι­κὰ τὶς συγ­κεν­τρω­τι­κὲς λί­στες τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν καὶ δι­α­γω­νι­σμῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες εἶ­ναι ἀ­ξι­ό­πι­στες καὶ ἐ­πι­και­ρο­ποι­οῦν­ται τα­κτι­κά.
[1]. Ὁ Chekhov ἐ­πε­δί­ω­κε ἕ­να δι­α­κρι­τὸ στὶλ (the will to style) στὰ δι­η­γή­μα­τά του, ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ὕ­φος μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­ρί­σμα­τα, ὅ­πως ἡ ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα, ἡ ἁ­δρὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν χα­ρα­κτή­ρων – ἡ­ρώ­ων ποὺ ἦ­ταν ἁ­πλοί, συ­νη­θι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι, ἡ ἀ­πο­στρο­φὴ (Τί ὑ­πέ­ρο­χος και­ρὸς σή­με­ρα! Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω: νὰ φτιά­ξω τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στῶ;) καὶ ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ὡς μυ­θο­πλα­στι­κὴ κα­τα­σκευ­ή. Μὲ τὴ δι­α­πί­στω­σή του ὅ­τι «στὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴ λὲς ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ τὸ νὰ λὲς πε­ρισ­σό­τε­ρα», τό­νι­ζε τὴν προ­τί­μη­σή του στὴν ἀ­κρί­βεια καὶ τὴ συν­το­μί­α. Ἔ­τσι, φαί­νε­ται ὅ­τι συ­νέ­λα­βε τὴν οὐ­σί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, με­τα­λαμ­πα­δεύ­ον­τας τὶς στι­λι­στι­κές του ἐ­πι­λο­γὲς ὡς τρο­πι­κό­τη­τες σὲ πολ­λοὺς κύ­ριους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως ἡ Lydia Davis καὶ ὁ Raymond Car­ver.
[2]. Ἡ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἔκ­δο­ση τῆς δι­ε­θνοῦς ἀν­θο­λο­γί­ας μὲ τὰ κεί­με­να ποὺ δι­α­κρί­θη­καν εἶ­ναι ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση. Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α αὐ­τὴ εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κὴ καὶ γι’ αὐ­τὸ εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν κ. Γουρ­γου­ρῆ.
[3]. Κάφ­κα Φράν­τς, Ἀ­φο­ρι­σμοί, μτφρ. Γ. Βαμ­βα­λής, Ἐ­πί­κου­ρος, Ἀ­θή­να, 1970.
[4]. Selden Raman (ἐ­πιμ.), Ἀ­πὸ τὸν φορ­μα­λι­σμὸ στὸν με­τα­δο­μι­σμό, Ἱ­στο­ρί­α τῆς Θε­ω­ρί­ας τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας/8, The Cam­bri­dge Histo­ry of Li­te­rary Cri­ticism, θε­ώ­ρη­ση μτφ. Πε­χλι­βά­νος Μ. – Χρυ­σαν­θό­που­λος Μ., 2η ἀ­να­τύ­πω­ση, Ἐκ­δό­σεις Ἰνστι­τοῦ­το Νεοελ­λη­νικῶν Σπου­δῶν (Ἵ­δρυ­μα Μα­νό­λη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δη), Θεσ­σα­λο­νί­κη 2008.
[5]. Gaston Bachelard, Ἡ ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου, μτφ. Ε. Βέλ­τσου – Ι. Δ. Χα­τζη­νι­κο­λῆ, Ἐκ­δό­σεις Χα­τζη­νι­κο­λῆ, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2014.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Χρι­στο­δού­λου, Δή­μη­τρα Ἰ.: Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μι­κροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Εἰκόνα: Φωτογραφία τῆς φωτογράφου Ἕλενας Παπαδοπούλου.


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#7]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος


κῆ­πος


Ὁ Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ στὸ ὑ­περ­σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μά του «Ὁ Κῆ­πος» (Τὸ βά­ραθρο, 1984) γρά­φει: «Κα­θὼς ἀ­νε­βαί­νω τὸν ἄ­θλιο χω­μα­τό­δρο­μο, ποὺ ὅ­λο στε­νεύ­ει κι ἀ­νη­φο­ρί­ζει, φα­νε­ρώ­νε­ται μπρο­στά μου ὁ κῆ­πος. Μιὰ σκά­λα φέρ­νει στὸ καγ­κε­λω­τὸ κι­ό­σκι μὲ τὰ με­γά­λα μα­βιὰ λου­λού­δια. Τὰ σκα­λο­πά­τια της εἶ­ναι ἀ­πὸ πέ­τρα δι­ά­φα­νη, καὶ μέ­σα τους πλέ­ουν φύλ­λα, ὡ­ραῖ­α χρώ­μα­τα καὶ λί­γα γράμ­μα­τα τοῦ ἀλ­φα­βή­του». Στὴν κο­ρυ­φαί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Ἀλληλουχία τῶν κήπων (1964) τοῦ Cortázar τὰ γράμ­μα­τα γί­νον­ται λέ­ξεις καὶ πο­τα­μὸς ποὺ σβή­νει τὰ ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴ μυ­θο­πλα­σί­α. Στὸ δι­ή­γη­μα Ὁ κῆ­πος μὲ τὰ δι­α­κλα­δω­τὰ μο­νο­πά­τια (1941) τοῦ Borges ξε­τυ­λί­γε­ται ἕ­να δι­ά­φα­νο μυ­στή­ριο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν Τσού­ι Πέν, τὸν πρό­γο­νο τοῦ κεν­τρι­κοῦ ἥ­ρω­α. Ὁ Τσού­ι Πὲν ἀ­παρ­νή­θη­κε τὰ πάν­τα, κλεί­στη­κε γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια στὸ Πε­ρί­πτε­ρο τῆς Λα­γα­ρῆς Μο­να­ξιᾶς, «στὴ μέ­ση ἑ­νὸς σχε­δὸν ἀ­δι­έ­ξο­δου κή­που», ὅ­που πά­λε­ψε μὲ «τὸ ἀ­βυσ­σα­λέ­ο πρό­βλη­μα τοῦ χρό­νου» κι ἔ­γρα­ψε μὲ τὸ πι­νε­λά­κι του ἕ­να βι­βλί­ο-ἰ­δέ­α μὲ τί­τλο Ὁ κῆ­πος μὲ τὰ δι­α­κλα­δω­τὰ μο­νο­πά­τια καὶ θέ­μα τὸ χρό­νο, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ τὸν ἀ­να­φέ­ρει πο­τέ. Σὲ αὐ­τὸ συ­νέ­λα­βε τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ζω­ῆς καὶ τὴν εἰ­κό­να τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου ὡς ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ λα­βύ­ριν­θο.



μη­τέ­ρα φύ­ση, ἄν­θρω­πος, ζῶ­α


«Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, ὁ δει­νό­σαυ­ρος ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ»[1], εἶ­ναι ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο «Ὁ δει­νό­σαυ­ρος» (1959) τοῦ Augusto Mon­ter­ro­so. Στὸ βι­βλί­ο Varia­cio­nes sobre «El dinosaurio» (Mi­cro­po­lis, 2016) τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ Lauro Zavala ἐ­ξε­τά­ζον­ται ἐν­δε­λε­χῶς ὅ­λες οἱ κα­τα­γε­γραμ­μέ­νες πα­ραλ­λα­γές της. Τεκ­μη­ρι­ώ­νε­ται τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἔχει μείνει στὴν ἱστορία γιὰ τὶς πο­λυ­ά­ριθ­μες με­λέ­τες ποὺ ἔ­χουν γί­νει πά­νω σε αὐ­τὴ καὶ ἀ­φο­ροῦν ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς καὶ ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις ὡς πρὸς τὴν πύ­κνω­ση νο­ή­μα­τος, τὴν καφ­κι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ ἀ­να­πό­δρα­στου, τὴν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ ἑ­νό­τη­τα –χώ­ρου –χρό­νου –δρά­σης, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λοῦν συ­νή­θη εἰ­δο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως Τὸ ραντεβοῦ μου μὲ μιὰ Νε­ά­ντερ­ταλ τοῦ David Galef ποὺ ἑ­νώ­νει τὸ μα­κρι­νὸ πα­ρελ­θὸν τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους μὲ τὸ σή­με­ρα, ἀλ­λὰ καὶ τὸ μέλ­λον. Εἰ­δι­κά, ὅ­μως, ὁ δει­νό­σαυ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ ἂν δι­α­βα­στεῖ στὸ ἀ­πώ­τε­ρο μέλ­λον, φαί­νε­ται ὅ­τι δὲ θὰ ἀλ­λοι­ω­θεῖ ἡ δυ­να­μι­κή του, δι­ό­τι φέ­ρει στὸ dna του τὴν ἀ­να­τρε­πτι­κὴ ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει καὶ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α «Τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­άν…». Ἐ­πι­πλέ­ον, κα­θὼς ἡ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἀ­να­γνω­στῶν θε­ω­ρεῖ ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ ξυ­πνά­ει εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος, κω­δι­κο­ποι­εῖ τε­λι­κὰ ἕ­να ἐλ­πι­δο­φό­ρο μή­νυ­μα: ἡ ζω­ὴ συ­νε­χί­ζε­ται καὶ μὲ αὐ­τὸ τὸ δε­δο­μέ­νο θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει καὶ νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ ὅ­τι πε­ρι­κλεί­ει τὰ πάν­τα καὶ εἶναι καὶ ἀγρίως ἀπίθανη, συμ­φω­νών­τας μὲ τὴν Καραπάνου.


Τὸ 2013 δη­μο­σι­εύ­θη­κε μέ­ρος τοῦ ἀρχείου τοῦ Πανεπιστημίου Cornell ἀ­πὸ ἤ­χους πτη­νῶν, στὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη ἡ διαδικτυακὴ πρόσβαση καὶ μπο­ροῦ­με νὰ συμ­βάλ­λου­με στὸν ἐμ­πλου­τι­σμό του. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὅ­μως, ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σπά­νι­ες ἠ­χο­γρα­φή­σεις πτη­νῶν, νὰ ἀ­κού­σει κα­νεὶς τυ­χαῖ­ες ἐ­πι­λο­γὲς ποὺ προ­τεί­νον­ται ἀ­πὸ τὴ βά­ση δε­δο­μέ­νων ἐ­ὰν ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα γιὰ τὸ εἶ­δος human-homo sapiens (π.χ. ἄντρας, ἐ­νή­λικας ποὺ ρο­χα­λίζει, ντου­έτο δύο ἔφη­βων κορι­τσιῶν, παραδοσιακά τρα­γού­δια ἀπὸ τὴ Γουα­δελού­πη, λειτουρ­γία σὲ μονα­στήρι στὴν Αἰ­θι­ο­πί­α, κ.ἄ.)


Ὁ Ἄγ­γλος Nicholas Royle μὲ τὴ συλλογὴ διηγημάτων του Ornithology (Confingo Publishing, 2017) πε­ρι­γρά­φει τὴν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὶς ἀλ­λό­κο­τες συ­νή­θει­ες δι­ά­φο­ρων πτη­νῶν, ἀλ­λὰ μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀλ­λη­γο­ρι­κὴ πε­ρι­γρα­φή, ἀ­νι­χνεύ­ει τὸ μυ­στή­ριο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­πι­θυ­μί­ας μὲ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, κα­θὼς ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι κι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θεωρητικοὺς τοῦ είδους. Στὸ ἴ­διο πνεῦ­μα κι­νοῦν­ται καὶ οἱ συγ­γρα­φεῖς ἀ­πὸ τὴν Κί­να, τὸ Χὸνγκ Κὸνγκ καὶ τὴν Τα­ϊ­βάν, ὅ­πως φαί­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α μὲ 91 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μὲ τί­τλο Loud Sparrows (Columbia University Press, 2006), ἀλ­λὰ καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι δι­ε­θνῶς, μὲ πρό­σφα­το πα­ρά­δειγ­μα τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ στὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α Flash Frontier μὲ θέ­μα Birds. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο, ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς Ἀγ­γλί­δας Jude Higgins μὲ τί­τλο Bird life, μὲ θέ­μα τὴν τραυ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τοῦ χω­ρι­σμοῦ ἑ­νὸς ζευ­γα­ριοῦ ἀ­πὸ τὴν ὀ­πτι­κὴ τοῦ ἐγ­κα­τα­λε­λει­μέ­νου συ­ζύ­γου, ἡ ὁ­ποί­α με­τὰ τὴν ἐ­πα­νέ­νω­ση τοῦ ζευ­γα­ριοῦ δὲ συ­ζη­τή­θη­κε, ἀλ­λὰ προ­βλη­μα­τί­ζει τὴ γυ­ναί­κα μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν εὕ­ρε­ση ἑ­νὸς νε­κροῦ που­λιοῦ στὸ κα­τώ­φλι τους.


Ὁ Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς στὸ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα «Εὕ­ρη­μα» (στὸ Βάραθρο) ξυ­πνά­ει ἀ­νή­συ­χος ἀ­πὸ μιὰ φω­νὴ ποὺ ἀ­κού­ει νὰ τὸν κα­λεῖ. Ντύ­νε­ται βι­α­στι­κὰ καὶ φτά­νει σ’ ἕ­να βρά­χο στὴ θά­λασ­σα, πε­λε­κά­ει τὴν πέ­τρα μὲ τὸν κα­σμά του ἀ­γω­νι­ών­τας νὰ βρεῖ ἀ­πὸ ποῦ προ­έρ­χον­ται τὰ βογ­κη­τά, ὥ­σπου ξε­προ­βάλ­λει ἕ­να ἀ­δύ­να­μο που­λὶ ποὺ τρί­φτη­κε σὰν δυ­ό­σμος ξε­ρὸς στὸ ἄγ­γιγ­μά του. Ὁ Γιάννης Παλαβὸς στὸ δι­ή­γη­μα «Ζῆ­νος» (συλ­λο­γὴ Τὸ Παιδί) γρά­φει γιὰ δύ­ο ἀ­δέλ­φια τὰ ὁ­ποῖ­α ἕ­να πρω­ῒ φτιά­χνουν χι­ο­νάν­θρω­πο στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ τους. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φὸς πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴ μη­τέ­ρα τους μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας νὰ τη­λε­φω­νεῖ μὲ ἀ­γω­νί­α, προ­κει­μέ­νου νὰ μά­θει ποῦ εἶ­ναι ὁ πα­τέ­ρας τους, ὁ Ζῆ­νος, ποὺ δὲ γύ­ρι­σε τὸ βρά­δυ στὸ σπί­τι τους. Στὸ με­τα­ξύ, ἔ­χει πα­γι­δεύ­σει ἕ­να σπουρ­γί­τι ἐν ἀ­γνοί­ᾳ τῆς μι­κρῆς ἀ­δελ­φῆς του καὶ ὅ­ταν τε­λει­ώ­νουν τὸν χι­ο­νάν­θρω­πο ὁ ἀ­δελ­φὸς σκο­τώ­νει κρυ­φὰ τὸ που­λί, ἀ­νοί­γει βι­α­στι­κὰ μιὰ τρύ­πα στὸ κε­φά­λι τοῦ χι­ο­ναν­θρώ­που καὶ τὸ χώ­νει μέ­σα.


Tὸ 2016 ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε ὅ­τι γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς φυ­σι­κῆς ἀ­νι­χνεύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο LIGO σῆ­μα τῶν βαρυτικῶν κυμάτων, ἐ­πα­λη­θεύ­ον­τας τὴ θε­ω­ρί­α ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξε πε­ρί­που ἑ­κα­τὸ χρό­νια πρὶν ὁ Ein­stein πε­ρὶ τῆς ὕ­παρ­ξής τους. Τὸ σῆ­μα, διάρκειας ελάχιστων δευ­τε­ρο­λέ­πτων, ἀ­πο­κα­λεῖ­ται δι­ε­θνῶς τι­τί­βι­σμα ἐ­πει­δὴ μοιά­ζει μὲ ἦ­χο που­λι­ῶν (chirp).



κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή


Τὸ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τί­τλο Other House­hold to­xins τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Christopher Allen, συν­τά­κτη τοῦ Smokelong Quarterly, τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ποὺ εἰ­δι­κεύ­ε­ται στὸ εἶ­δος ἀ­πὸ τὸ 2003. Στὴ συλ­λο­γὴ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του μὲ τί­τλο «Target Practice» ποὺ θὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α Best Small Fictions 2019 (ὑπὸ ἔκδοση). Ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τῆς συλ­λο­γῆς δὲν κρύ­βει ἐκ­πλή­ξεις ἀ­να­λο­γι­κὰ μὲ τὸν τί­τλο. Οἱ 48 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες φω­τί­ζουν το­ξι­κὲς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς σχέ­σεις ποὺ κρύ­βουν πολ­λὰ φαι­νο­με­νι­κὰ εὐ­υ­πό­λη­πτα σπι­τι­κά. «Ὅ­ταν σὲ ἀ­γα­ποῦν, σὲ τρῶ­νε;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ἕ­νας ἥ­ρω­άς του. «Ζων­τα­νό;»

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Rita Bullwinkel μὲ τί­τλο Belly up[2]. Ἡ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη Bullwinkel δι­α­κρί­θη­κε καὶ γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της μὲ τί­τλο «Phylum», ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πί­σης θὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α Best Small Fictions 2019, κι ἔ­χει ξε­χω­ρί­σει γιὰ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, τὴ φαν­τα­σί­α καὶ πρω­τό­τυ­πη μα­τιά της στὶς σύγ­χρο­νες ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις. Ἂν καὶ ὡς πρὸς τὴ θε­μα­το­λο­γί­α της καὶ τὴν ἐ­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση τῆς με­τω­νυ­μί­ας θυ­μί­ζει τὸν Raymond Carver, συγ­κα­τα­λέ­χθη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ πα­ρά­ξε­νου καὶ φαν­τα­στι­κοῦ (weird fiction) δι­ό­τι, ὅ­πως ὁ κλα­σι­κὸς Ἄγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εἴ­δους Robert Aickman ἔ­τσι καὶ ἡ Bullwinkel, κά­νει αὐ­το­ψί­α στὰ μι­κρά, σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τα, ἀ­τι­μώ­ρη­τα ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ δι­α­πράτ­του­με κα­θη­με­ρι­νὰ ὅ­λοι.

       Τό­σο στὴν Bullwinkel ὅ­σο καὶ στὸν Aickman εἶ­ναι προ­φα­νεῖς οἱ ἀ­να­γω­γὲς στὸν Edgar Alan Poe[3], ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὴ δε­ξι­ο­τε­χνί­α τοῦ ὁ­ποί­ου στὴν ἀ­πό­δο­ση ατμόσφαιρας μυστηρίου ἐ­ξέ­λι­ξε ὁ Borges, ἀλ­λὰ καὶ στὸν H. P. Lovecraft. Σύμ­φω­να μὲ τὸν ἴ­διο καὶ τοὺς με­λε­τη­τές του ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πη­γὴ ἔμ­πνευ­σής του ἦ­ταν οἱ ἐ­φιά­λτες του.

       Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Aickman ποὺ ἐ­πα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2018 μὲ τί­τλο Compulsory Games ἐν­το­πί­ζον­ται συγχρω­τι­σμοὶ μὲ δύ­ο κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸν Franz Kafka, ὡς πρὸς τὸ χι­οῦ­μορ, τὸ πα­ρά­ξε­νο καὶ ἀλ­λό­κο­το ὡς συν­θή­κη καὶ ὡς πρὸς τὴ δο­μὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης μὲ τὸν Anton Chekhov, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὶς Elizabeth Bowen καὶ Flannery O’Connor. Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ ἡ ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς ἔκ­δο­σης Victoria Nelson, οἱ ἥ­ρω­ές του εἶ­ναι κα­θη­με­ρι­νοὶ ἄν­θρω­ποι. Μέ­χρι τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ Aickman ξύ­νει τὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κή τους ἐ­πι­φά­νεια, εἰ­σχω­ρεῖ στὸν ἰ­δι­ω­τι­κό τους βί­ο καὶ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὸν με­γα­λύ­τε­ρο τρό­μο ποὺ κρύ­βει ἡ ἀ­νί­α τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς.

       Σᾶς φαί­νο­μαι πα­ρά­ξε­νη, ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον εἶ­μαι ζων­τα­νή, συ­νή­θι­ζε νὰ λέ­ει ἡ Carson McCullers. Ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει τὰ ἄρ­τια δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης στὴ συλ­λο­γὴ τῆς Κα­να­δῆς Damhnait Monaghan μὲ τί­τλο The Neverlands (V Press, 2019), στὴ σπον­δυ­λω­τὴ νου­βέ­λα τοῦ Justin Torres, Εμεῖς τὰ θηρία, ἀλ­λὰ καὶ στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ David James Poissant, Ὁ παράδεισος τῶν ζώων.


Tὸ 2008 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ πε­ζῶν ποι­η­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ν. Ἀ­φρι­κα­νὴς Liesl Jobson μὲ τί­τλο 100 Papers (Botsotso), ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α τοῦ εἴ­δους. Ὁ Barry Yourgrau, ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ περ­φόρ­μερ ποὺ ἔ­χει γεν­νη­θεῖ στὴ Ν. Ἀ­φρι­κή, εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος δυ­τι­κὸς σύγ­χρο­νος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες συμ­πε­ρι­λή­φθη­σαν στὴ σει­ρὰ τῶν σύν­το­μων ἀ­φη­γή­σε­ων (keitai sosetsu) σὲ ἰ­α­πω­νι­κὴ πλατ­φόρ­μα κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας. Τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­φη­γή­μα­τα εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα δη­μο­φι­λῆ στὴν Ἰ­α­πω­νί­α καὶ γε­νι­κὰ στὴν Ἀ­σί­α καὶ δι­α­βά­ζον­ται ἀ­πὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀν­θρώ­πους κα­τὰ τὴ διά­ρκεια με­τα­κί­νη­σής τους μὲ τὰ μέ­σα μα­ζι­κῆς με­τα­φο­ρᾶς. Γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ ἀ­πο­τε­λοῦν μιὰ σύγ­χρο­νη ἐκ­δο­χὴ τῶν Ἱστοριῶν τῆς παλάμης τοῦ Kawabata, ἐ­νῶ με­λε­τῶν­ται συγ­κρι­τι­κὰ καὶ μὲ τὸ δι­η­γη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Murakami, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι δι­α­πο­τι­σμέ­νο ἀ­πὸ σου­ρε­α­λι­στι­κὰ πα­ρά­δο­ξα, ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ φαί­νε­ται στὴ συλ­λο­γή του ὁ Ἐλέφαντας ἐ­ξα­φα­νίζεται.

       Οἱ Jobson καὶ Yourgrau, μα­ζὶ μὲ τοὺς δύ­ο Ἰσ­ρα­η­λι­νοὺς Etgar Keret καὶ Alex Epstein, θε­ω­ροῦν­ται κύ­ριοι ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς καὶ συ­νέ­βαλ­λαν στὴ δι­ά­δο­σή του στὴν Ἀ­φρι­κή, ἂν καὶ ἀ­να­κα­λύ­πτον­ται δια­ρκῶς νέ­οι συγ­γρα­φεῖς ποὺ τὴν καλ­λι­ερ­γοῦν, ὅ­πως ἡ Αἰ­γύ­πτια Riham Adly, ἢ οἱ συμ­με­τέ­χον­τες στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα Africa τοῦ Flash Frontier τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2018. Ὡ­στό­σο, κομ­βι­κὴ γιὰ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ εἴ­δους εἶ­ναι ἡ συμ­βο­λὴ τῆς Miriam Tlali, τῆς πρώ­της ἔγ­χρω­μης Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­α ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ 1975 καὶ ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους γη­γε­νεῖς ποὺ καταδίκασε δημοσίως τὸ Ἀ­παρ­τχά­ιντ. Στὴ συλ­λο­γὴ (μι­κρο)δι­η­γη­μά­των της, μὲ τί­τλο Soweto Stories (Pandora Press, 1989), ποὺ ἔ­χει τὴ μορ­φὴ σύν­το­μων καὶ πε­ρι­ε­κτι­κῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν, γυ­ναι­κῶν κυ­ρί­ως, μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ ἀ­σφυ­κτιᾶ στρι­μωγ­μέ­νη στὸ τρέ­νο ποὺ με­τέ­φε­ρε ὑ­πὸ ἄ­θλι­ες συν­θῆ­κες μαύ­ρους ἐρ­γα­ζό­με­νους στὸ κέν­τρο τοῦ Γι­ο­χά­νεσ­μπουργκ, πα­ρε­νο­χλεῖ­ται σε­ξου­α­λι­κὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν συ­νε­πι­βά­τη της. Στὴν προ­σπά­θειά της ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὸ βια­σμό της, στὸ πιὸ ἀ­πί­θα­νο ση­μεῖ­ο, ἀ­νά­με­σά σε ἑ­κα­τον­τά­δες συ­ναν­θρώ­πους της, σφίγ­γει ὅ­λους τοὺς μύ­ες της προ­κει­μέ­νου νὰ κρα­τή­σει ἑ­νω­μέ­νους τοὺς μη­ρούς της καὶ οὐρ­λιά­ζει ἀ­πὸ πό­νο κι ἀ­πελ­πι­σί­α, ἀλ­λὰ μέ­σα στὴν ὀ­χλα­γω­γί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ στὰ κα­τά­με­στα βα­γό­νια, κα­νεὶς δὲ δί­νει ση­μα­σί­α στὶς φω­νές της· ἑ­κα­τον­τά­δες ζευ­γά­ρια μά­τια τὴν κοι­τοῦν, ἀλ­λὰ δὲν τὴ βλέ­πουν. Ὅ­ταν φτά­νει στὸν προ­ο­ρι­σμό της, ἀ­πο­βι­βά­ζε­ται «σι­ω­πη­λή, τό­σο πλη­γω­μέ­νη καὶ τό­σο ντρο­πι­α­στι­κὰ κα­κο­ποι­η­μέ­νη». Σ’ ἕ­να ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ἡ Tlali γρά­φει: «Εἶ­χε ἕ­να δυ­να­τό, στω­ϊ­κὸ καὶ ἀ­νέκ­φρα­στο πρό­σω­πο, τὸ ὁ­ποῖ­ο, στὰ μά­τια καὶ τῶν δύ­ο παι­δι­ῶν της, φαι­νό­ταν ἀ­πρό­σβλη­το ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες τῆς ζω­ῆς καὶ τοὺς ἀ­να­πό­φευ­κτους κιν­δύ­νους τῆς γή­ραν­σης.»



μη­τέ­ρα


Ὁ Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς στὸν «Φυ­λα­κι­σμέ­νο» (στὸ Βάραθρο) γρά­φει: «Φυ­λα­κι­σμέ­νος μὲς στὸ γυα­λί, δὲν ἔ­βλε­πα πα­ρὰ τὰ πα­χου­λὰ χέ­ρια τῆς μη­τέ­ρας μου ποὺ ξα­να­βού­λω­νε σφι­χτά το κα­πά­κι. Ὕ­στε­ρα κόλ­λη­σε μιὰ ἐ­τι­κέ­τα στὸ μπου­κά­λι καὶ μ’ ἀ­πό­θε­σε ψη­λά, σ’ ἕ­να ρά­φι τῆς κου­ζί­νας, ἀ­νά­με­σα στὰ ἄλ­λα βά­ζα μὲ τὶς μαρ­με­λά­δες». Στὰ Μεγαλώματα τῆς Cristina Peri Rosi, μά­να καὶ κό­ρη πα­ρα­μέ­νουν ἀ­χώ­ρι­στες ἀλ­λὰ σὲ σύγ­κρου­ση ὣς τὸ τέ­λος, ἐ­νῶ στὸ «Slam» τῆς Liesl Jobson ἡ μη­τρι­κὴ στορ­γὴ καὶ ἡ ἀ­νι­δι­ο­τε­λὴς ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σά σε μη­τέ­ρα-κό­ρη ἀμ­φι­σβη­τεῖ πλή­ρως τὸ οἰ­δι­πό­δει­ο σύμ­πλεγ­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς πα­ρά­δειγ­μα πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴ καὶ στὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ «Κορίτσι» τῆς Jamaica Kincaid, ἀλ­λὰ καὶ στὴν πρω­τό­τυ­πη ἐκ­δο­χή του ἀ­πὸ τὴν Riham Adly. Στὸ δι­ή­γη­μα «Τὸ ἀ­γό­ρι καὶ ὁ σκύ­λος» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πρώιμα βάσανα τοῦ Danilo Kis ἡ ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νη μη­τέ­ρα τοῦ μι­κροῦ ἥ­ρω­α ἐ­πι­στρέ­φει ἕ­να βρά­δυ μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ πε­θά­νει δί­πλα του, ἐ­νῶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «We see our mother go to bed» τῆς Δα­νῆς Josefine Klougart τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα ἀ­πο­σύ­ρε­ται αἰφ­νί­δια ἀ­πὸ τὸ βρα­δι­νὸ τρα­πέ­ζι καὶ πη­γαί­νει γιὰ ὕ­πνο τὰ παι­διά της συ­νει­δη­το­ποι­οῦν τὸ δυ­σα­να­πλή­ρω­το κε­νὸ ποὺ θὰ αἰ­σθά­νον­ται πάν­τα μα­κριά της. Στὴ Σημαδεμένη τῆς Σο­φί­ας Νι­κο­λα­ΐ­δου, τὸ οἰ­δι­πό­δει­ο ἀ­να­χαι­τί­ζε­ται προ­σω­ρι­νά: ἕ­νας ἄ­σω­τος πα­τέ­ρας, ὅ­ταν ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει σύ­ζυ­γο καὶ παι­δί, ση­μα­δεύ­ει τὸ μπρά­τσο τῆς μι­κρού­λας μὲ τὸ σου­γιά του, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀ­να­γνω­ρί­σει ἂν πέ­σει μελ­λον­τι­κὰ στὸ κρε­βά­τι του. Στὸ «Mother» τῆς Grace Paley, ἡ κό­ρη ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴ μνή­μη τῆς μη­τέ­ρας της ζων­τα­νή, πα­ρὰ τὴν ἔλ­λει­ψη ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας ποὺ εἶ­χαν με­τα­ξύ τους: τὴ βλέ­πει νὰ στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας καὶ νὰ ἀ­νη­συ­χεῖ ἀ­κό­μα γιὰ τὸ γε­ρα­σμέ­νο πιὰ παι­δί της. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α δι­α­τή­ρη­σης ζων­τα­νῆς τῆς μνή­μης τῆς μη­τέ­ρας ἄγ­γι­ξε τὰ ὅ­ρια τῆς ἐμ­μο­νῆς στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς Virginia Woolf, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πέ­στη στὰ δε­κα­τρί­α της τὸν πρῶ­το νευ­ρι­κὸ κλο­νι­σμὸ με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς μη­τέ­ρας της, Julia Stephens (Μά­ι­ος, 1895).


.

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Στὸ Σο­νέ­το 27[4]δημοφιλέστερος συγγραφέας William Shakespeare (ἔ­ρευ­να Instagram & Google, 2018) γρά­φει: Τρέ­χει τὸ σῶ­μα τὸ πρω­ί, τὸ βρά­δυ ἡ φαν­τα­σί­α. Ὁ Shakespeare ἀ­σχο­λή­θη­κε ἐλάχιστα μὲ τὴ μητρότητα ὅ­πως τὴν ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε σή­με­ρα καὶ ὅ­πως πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σὲ πολ­λὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[5]. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ πολ­λὲς με­λέ­τες τοῦ εἴ­δους, τό­σο γιὰ τὴ ση­μα­σί­α ποὺ ἔ­χουν στὸ ἔρ­γο του ἡ φαν­τα­σί­α καὶ τὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­σο καὶ γιὰ τὶς δύ­ο κομ­βι­κὲς φρά­σεις του στὸν Ἄμ­λετ, ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι ἡ ψυ­χὴ τοῦ πνευ­μα­τώ­δους λό­γου καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι σι­ω­πή, κα­θὼς φαν­τα­σί­α, συν­το­μί­α καὶ σι­ω­πὴ ἀ­πο­τε­λοῦν θε­μέ­λιους λί­θους στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη, τὴ δο­μή, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης.

       Σύμ­φω­να μὲ τὴν πα­ρα­πά­νω ἔ­ρευ­να, ὅ­μως, τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο δρά­μα τοῦ Shakespeare εἶ­ναι Ὁ Ρω­μαῖ­ος καὶ ἡ Ἰ­ου­λι­έ­τα. Ἡ τρα­γι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῶν δύ­ο νέ­ων ποὺ πα­ρέκ­κλι­ναν ἀ­πὸ τὶς κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις καὶ ὕ­μνη­σαν τὸν ἔ­ρω­τα καὶ τὴν ἀ­γά­πη θυ­σι­ά­ζον­τας τὴ ζω­ή τους. Ἡ Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα τοῦ Perrault, ἐ­πί­σης πα­ρά­κου­σε τὶς ἐν­το­λὲς τῆς μη­τέ­ρας της κι ἔ­τσι ξε­κί­νη­σε ἡ πε­ρι­πέ­τεια τῆς ἀ­να­ζή­τη­σής της στὸ δά­σος. Πα­ρό­τι ἦ­ταν γιὰ αἰ­ῶ­νες τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο πα­ρα­μύ­θι δι­ε­θνῶς ἐ­κτο­πί­στη­κε τὸν 20ο αἰ. ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα (1943) τοῦ Saint-Exupery. Ὅ­μως, εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ Ἡ Ἀ­λί­κη στὴ χώ­ρα τῶν θαυ­μά­των (1865) τοῦ Lewis Caroll, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­πε­σε μέ­σα σὲ μιὰ λα­γό­τρυ­πα καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἕ­ναν θαυ­μα­στὸ κό­σμο καὶ ὁ Πῆ­τερ Πάν του James Barrie ποὺ ξε­πή­δη­σε ὡς ἥ­ρω­ας ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του The little white bird (1902), ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἑ­στί­α καὶ συ­νε­χί­ζει τὶς πε­ρι­πέ­τει­ές του μα­ζὶ μὲ τὴν πα­ρέ­α του στὴ χώ­ρα τοῦ Πο­τέ, ἀ­γέ­ρα­στος καὶ ἀ­θά­να­τος.

       Ὁ Ἄγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας Paul Kavanagh στὴν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ κι ἐ­φι­αλ­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Ἀντουὰν ντὲ Σὲντ Ἐξιπερί ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν ὀ­πτι­κή του Borges, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­πέμ­πει στὴν ἰ­δέ­α τοῦ Πλάτωνα γιὰ τὸ παι­χνί­δι: «Ἡ λο­γο­τε­χνί­α εἶ­ναι ἕ­να παι­χνί­δι, τὸ ὁ­ποῖ­ο, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ τὸ παί­ζου­με μὲ τὴ σο­βα­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­πο­δί­δουν στὸ παι­χνί­δι τους τὰ παι­διά.» [6] Ἀ­να­ρω­τι­έ­ται κα­νεὶς τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­ὰν στὴ σά­λα τοῦ Kavanagh μὲ τὸν πε­ρί­τε­χνο πο­λυ­έ­λαι­ο, ἢ στὸ Πε­ρί­πτε­ρο τῆς Λα­γα­ρῆς Μο­να­ξιᾶς στὸν κῆ­πο τοῦ Borges, συ­ναν­τι­οῦν­ταν τὰ παι­διὰ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ κρε­μά­σουν τὸν Ἄλ­φρεντ, δι­α­βά­ζον­τάς του ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, μα­ζὶ μὲ τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, τὴν Ἀ­λί­κη, τὸν Πῆ­τερ Πάν, τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, τὴ Μικρὴ Μπιζού τοῦ Modiano, τὸ Γερασμένο κορίτσι  τῆς Erpenbeck, τὸν Μαρτίνο τοῦ Le Clézio (ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς ἔ­χει πεῖ ὅ­τι ὅ­λα ἔ­χουν γρα­φτεῖ, ἀρ­κεῖ νὰ τὰ δι­α­βά­σει κα­νείς), τὴν Κασσάνδρα τῆς Καραπάνου καὶ τὸν Θε­άν­θρω­πο μὲ τὴ μορ­φὴ βρέ­φους ἀ­πὸ τὸ Παιδί τοῦ Παλαβοῦ. Τί βι­βλί­ο θὰ γρα­φό­ταν καὶ τί μορ­φὴ θὰ εἶ­χε;


.

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Μικρή μυθολογία τοῦ Σταμάτη Δαγδελένη.

       Τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Τετράδια ὀνείρων τῆς Ζυράννας Ζατέλη, Ἀλφαβητάρι ἐντόμων τῆς Δήμητρας Κολλιάκου καὶ Τὸ παιδί τοῦ Γιάννη Παλαβοῦ.


Ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα γραφήματα μὲ τὴ μορφή δικτύων ἀ­πὸ τὴ με­λέ­τη τῆς πλο­κῆς τῶν κυ­ρι­ό­τε­ρων σαιξ­πη­ρι­κῶν δρα­μά­των καὶ τῶν σχέ­σε­ων τῶν ἡ­ρώ­ων με­τα­ξύ τους.


Μάϊος 2019
[1]. Πα­λαι­ο­λό­γος Κων­σταν­τῖ­νος (ἐ­πιμ.)· Mini71cuentos, Ἀνθολογία ἱσπανόφωνου μικροδιηγήματος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2014, σελ. 45.
[2] . Ἀ­να­μέ­νε­ται προ­σε­χῶς (Μά­ϊ­ος 2019) καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, Ἐκ­δό­σεις Χα­ρα­μά­δα.
[3]. Ἡ τε­λευ­ταί­α δε­κα­ε­τί­α τοῦ 19ου αἰ. θε­ω­ρεῖ­ται ἡ κο­ρυ­φαί­α πε­ρί­ο­δος γιὰ τὸ ἀγ­γλό­φω­νο δι­ή­γη­μα. Καί­ρια ὑ­πῆρ­ξε ἡ συμ­βο­λὴ τῶν Nathaniel Hawthorne καὶ Edgar Allan Poe, στὰ ἔρ­γα τῶν ὁ­ποί­ων τὸ πα­ρά­δο­ξο, ἡ ἀμ­φι­ση­μί­α καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ ἔ­δω­σαν νέ­ες δι­α­στά­σεις στὸ Ρο­μαν­τι­σμό. O Poe πί­στευ­ε ὅ­τι τὰ ἀόρατα πράγματα εἶναι ἡ μόνη πραγματικότητα. Τὰ δι­η­γή­μα­τά του μα­γνη­τί­ζουν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἕ­ως σή­με­ρα ὡς πρὸς τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη μορ­φὴ καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους. Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας γε­νι­κὰ (καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τοῦ ὑ­πο­εί­δους τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ) δι­ό­τι σύμ­φω­να μὲ τὸν Poe ὁ συγ­γρα­φέ­ας ὀ­φεί­λει νὰ δί­νει τὸν κα­λύ­τε­ρό του ἑ­αυ­τὸ λέ­γον­τας ὅ,τι ἔ­χει νὰ πεῖ στὴ μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τὴ ἔ­κτα­ση: ἐ­φό­σον τὸ δι­ή­γη­μα ἀ­φη­γεῖ­ται μί­α στιγ­μή, ἕ­να ἐ­πει­σό­διο, μί­α σκη­νή, αὐ­τὴ πρέ­πει νὰ συλ­λαμ­βά­νει καὶ νὰ ἀ­να­με­τα­δί­δει στὴν ὁ­λό­τη­τά της ὥ­στε τὸ κεί­με­νο «νὰ μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­ζε­ται σὲ μία κα­θι­σιά». Κεν­τρι­κὴ ἔν­νοι­α στὸ βι­βλί­ο του The Philosophy of Composition (1846) καὶ πλέ­ον κα­νο­νι­στι­κὴ ἀρ­χὴ στὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὴν προ­έ­κτα­ση «καὶ νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι ἢ τὴν ὀ­θό­νη» (Lee Rourke, Lauro Zavala, κλ.π).
[4]. Shakespeare William, Τὰ σο­νέ­τα, Εἰ­σα­γω­γὴ–Με­τά­φρα­ση Λ. Ζα­φει­ρο­πού­λου, Gutenberg 2016.
[5] . Στὸ α­να­γεν­νη­σια­κὸ καὶ προ­τε­σταν­τι­κὸ πα­τρι­αρ­χι­κὸ πνεῦ­μα ποὺ κυ­ρι­αρ­χού­σε τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Shakespeare ἡ μη­τρι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ πα­ρου­σί­α πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν ἐν­τὸς τοῦ ἰ­δι­ω­τι­κοῦ καὶ αὐ­στη­ρὰ ὣς τὴ λή­ξη τῆς πε­ρι­ό­δου γα­λού­χη­σης, ἐ­νῶ σὲ σχέ­ση μὲ τὴ δη­μό­σια, ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ ἡ μη­τρι­κὴ πα­ρου­σί­α θε­ω­ροῦν­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νη, κα­τώ­τε­ρη ἢ πε­ρι­φε­ρεια­κή. Αὐ­τὲς οἱ ἐκ­δο­χὲς ἐν­το­πί­ζον­ται στὸ σαιξ­πη­ρι­κὸ ἔρ­γο, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­νά­γον­ται στὴν οἰ­δι­πό­δεια πλο­κή, ὅ­που, σὲ σχέ­ση μὲ τὸν ἥ­ρω­α, ἡ ἰ­δα­νι­κὴ μη­τέ­ρα εἶ­ναι ἡ ἀ­ποῦ­σα ἢ νε­κρὴ μη­τέ­ρα καὶ ἡ ἰ­δα­νι­κὴ κοι­νω­νί­α βα­σί­ζε­ται στὴν κα­τα­στο­λὴ τῆς μη­τρι­κῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας.
[6] . Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ὁ Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης στὴ Μικρή Περιοχή.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#6: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μι­κροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pe­la­yo, San­tander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Φωτογραφία: Ἕλενα Παπαδοπούλου.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#6]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ τοῦ 2019 κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἡ ἐνδια­φέ­ρουσα συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Samanta Schweblin μὲ τί­τλο Mouthful of birds. Μελε­τη­τές της ἐντοπίζουν συσχε­τισμοὺς μὲ προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως οἱ Raymond Carver καὶ Franz Kafka, ἀλ­λὰ καὶ μὲ δύ­ο κλα­σι­κὲς δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ νό­του, τὶς Eudora Welty καὶ Flannery O’ Connor. Ἡ Schweblin ἑ­στιά­ζει στὰ μι­κρά, κα­θη­με­ρι­νὰ θέ­μα­τα καὶ στὰ σκο­τει­νὰ ὑ­πο­στρώ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ συ­νή­θως λε­κτι­κὰ σχή­μα­τα ποὺ δι­ευ­κο­λύ­νουν τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α σὲ ὅ­ποι­ο θέ­μα πραγ­μα­τεύ­ε­ται (πα­ρα­βο­λή, με­τα­φο­ρά, ἀλ­λη­γο­ρί­α καὶ εἰ­κό­να), χωρὶς λυρισμό, μὲ σχε­δὸν παι­δι­κὴ φαν­τα­σί­α, ἐλ­λειπτι­κότητα καὶ χιοῦμορ. Συν­δυά­ζει τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνι­κῆς πα­ρά­δο­σης μὲ καφ­κι­κὰ στοι­χεῖ­α: τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­στεί­ου στὴν ἐ­φι­αλ­τι­κὴ καὶ ἀ­να­πό­δρα­στη ἀ­γω­νί­α τῆς ὕ­παρ­ξης, τὴν ὑ­πο­νό­μευ­ση τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ καὶ τὴν ἀ­πό­δο­ση τοῦ ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κοῦ ὡς συν­θή­κη καὶ τοῦ ἀλ­λό­κο­του ὡς δε­δο­μέ­νο. Τὸ πρῶ­το δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς (μὲ τί­τλο «Highlights»[1]), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς νε­α­ρῆς γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τα­λεί­πει ὁ σύ­ζυ­γός της σὲ μιὰ ἔ­ρη­μη πε­ρι­ο­χὴ τὸ βρά­δυ ποὺ βρί­σκον­ται κα­θ’ ὁ­δὸν τοῦ γα­μή­λιου τα­ξι­διοῦ τους. Τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι σύν­το­μα ἀ­να­κα­λύ­πτει ὅ­τι ἡ πε­ρι­ο­χὴ εἶ­ναι γε­μά­τη ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νες νύ­φες καὶ τό­σο ἡ δο­μὴ ὅ­σο καὶ ἡ πλο­κὴ τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος ἀ­πο­κτᾶ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ δι­α­στά­σεις ἀρ­χαί­ας τρα­γω­δί­ας.

       Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ πε­ρι­ο­ρι­σμὸς τῶν λέ­ξε­ων ἀ­πὸ ἐ­πι­λο­γή, ποὺ εἶ­ναι ἕ­νας μό­νο ἀ­πὸ τοὺς πολ­λοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν καὶ τὰ μέ­λη τοῦ Oulipo. Ἡ χρή­ση ὅ­μως τῶν ψη­φια­κῶν μέ­σων ἀ­πὸ πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ Lou Beach ἢ ἡ Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, ἔ­χει συμ­βάλ­λει στὴ δι­ά­δο­ση καὶ καλ­λι­έρ­γεια τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δὲ στο­χεύ­ει ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴ δο­κι­μὴ τῶν ὁ­ρί­ων τῆς γλώσ­σας, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως στὴ δη­μι­ουρ­γί­α κει­μέ­νων μὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα, πα­ρὰ τὴ συμ­πύ­κνω­σή τους. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α, ὅ­ταν ἐ­ξε­τά­ζον­ται συ­σχε­τι­σμοὶ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὸ Oulipo, συ­νή­θως ἡ ἔ­ρευ­να ἑ­στιά­ζει στοὺς Raymond Queneau, Italo Calvino καὶ Anne Garréta. Ἡ τε­λευ­ταί­α εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη βρα­βευ­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Oulipo μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Prix Medicis τὸ 2002 γιὰ τὸ βι­βλί­ο της Pas un jour (Not one day) με­τὰ τὸν George Perec (γιὰ τὸ Ζωή: Ὁ­δη­γίες χρή­σε­ως, τὸ 1978) καὶ ἡ πρώ­τη γυ­ναί­κα μέ­λος τοῦ κι­νή­μα­τος ποὺ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, μὲ τί­τλο Sphinx (1986), στὰ ἀγ­γλι­κὰ γιὰ τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀ­νά­με­σά σε ἕ­να ζευ­γά­ρι ἀ­προσ­δι­ο­ρί­στου γέ­νους.

       Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν πε­ρι­ο­ρι­σμῶν κα­τ’ ἐ­πι­λο­γή, βρί­σκε­ται ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Behrouz Boochani, τοῦ Κούρ­δου-Ἰ­ρα­νοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου καὶ συγ­γρα­φέ­α ποὺ κρα­τεῖ­ται σὲ κέν­τρο με­τα­να­στῶν στὴ Νέ­α Γου­ϊ­νέ­α τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἕ­ξι χρό­νια καὶ φέ­τος κέρ­δι­σε τὰ δύ­ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρα βρα­βεῖ­α γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Αὐ­στρα­λί­α. Κα­τά­φε­ρε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει καὶ τὰ δύ­ο βι­βλία του στέλ­νον­τάς τα τμη­μα­τι­κὰ μέ­σῳ ἐ­φαρ­μο­γῆς κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας σὲ φί­λους ποὺ τὰ συγ­κέν­τρω­σαν σὲ ἑ­νια­ῖα κεί­με­να, χω­ρὶς ὁ ἴ­διος νὰ ἔ­χει εἰ­κό­να τοῦ συ­νό­λου τοῦ κει­μέ­νου του. Ὑ­πὸ τὶς συν­θῆ­κες κρά­τη­σής του, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του, θὰ κιν­δύ­νευ­αν μὲ κα­τα­στρο­φὴ ἢ κλο­πὴ καὶ τὰ χει­ρό­γρα­φά του. Πα­ρὰ τὴν ὁ­μό­φω­νη ἀ­πό­φα­ση τῶν κρι­τῶν γιὰ τὴ δι­ά­κρι­σή του, τοῦ ἀ­πα­γο­ρεύ­θη­κε νὰ πα­ρα­στεῖ στὴν τε­λε­τὴ ἀ­πο­νο­μῆς τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 2019, κι ἔ­τσι τὰ ἀ­πο­δέ­χτη­κε μὲ μιὰ σύν­το­μη μαγνη­τοσκο­πη­μένη ὁμι­λία του ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο κρά­τη­σης.

       Ἡ μπα­λάντα τοῦ λυ­πη­μένου κα­φε­νείου (1951) τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Car­son McCul­lers πραγ­μα­τεύ­ε­ται πα­ρό­μοι­ο θέ­μα μὲ τὴ νου­βέ­λα τοῦ Tho­mas Mann (1939) Ἡ Λό­τε στὴ Βαϊ­μά­ρη, στὴν ὁ­ποί­α ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ­ρω­ΐδα κα­τα­λύ­ει σὲ ἕ­να ἐ­παρ­χια­κὸ παν­δο­χεῖ­ο καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς πα­ρα­μο­νῆς της ἀ­να­στα­τώ­νε­ται ἐκ βά­θρων ὁ μι­κρό­κο­σμος τῆς πό­λης. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers, ἡ συγ­κρο­τη­μέ­νη, δύ­στρο­πη δε­σποι­νὶς Ἀ­μέ­λια, ἰ­δι­ο­κτή­τρια τοῦ κα­φε­νεί­ου, ἐ­ρω­τεύ­ε­ται μὲ ἀ­πρό­σμε­νη παι­δι­κὴ ἀ­φέ­λεια τὸν μι­κρό­σω­μο, καμ­πού­ρη, συμ­πλεγ­μα­τι­κὸ ἐ­ξά­δελ­φο Λά­ι­μον ποὺ φτά­νει στὴ μι­κρή τους πό­λη καὶ τὴν τα­ρά­ζει κι ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει μιὰ μι­κρὴ ὀ­δύσ­σεια ποὺ βι­ώ­νει ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα. Οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ Mann εἶ­ναι φω­τει­νοὶ κι εὐ­χά­ρι­στοι: ἡ ἀρ­τί­στα Λό­τε καὶ ὁ (γνω­στὸς) Γκαῖ­τε, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὑ­πο­νο­εῖ­ται ὅ­τι «παί­ζει» ἡ Λό­τε σὲ μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα εὐ­ω­χί­ας ποὺ θυ­μί­ζει κω­μω­δί­α γιὰ ὄ­πε­ρα. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers «ἀ­κού­γε­ται» μιὰ χα­μη­λό­φω­νη μπα­λάν­τα ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ François Villon, ἀλ­λὰ μὲ ἥ­ρω­ες συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἐ­παρ­χί­ας. Καὶ στὶς δύ­ο σύν­το­μες νου­βέ­λες, ὅ­μως, κα­τα­δει­κνύ­ε­ται ἡ κα­τα­λυ­τι­κὴ ἀλ­λη­λο­δρά­ση ἑ­νὸς ξέ­νου μὲ τὰ μέ­λη μιὰ μι­κρῆς κοι­νω­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἰ­δέ­α ὅ­τι ἡ ζω­ὴ ὀ­ξυ­γο­νώ­νε­ται ὅ­ταν ἀ­να­δεύ­ε­ται, ὅ­πως καὶ ἡ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν οἱ ἥ­ρω­ες καὶ οἱ μι­κρό­κο­σμοί τους βι­ώ­νουν ὅ,τι πε­ρι­γρά­φει ἡ με­ξι­κα­νι­κὴ πα­ροι­μί­α: Pu­eblo chi­co, in­fier­ne gran­de (Μι­­κρὴ πό­­λη, με­­γά­­λη κό­­λα­­ση).


Τὸ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο The collected stories τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Diane Williams, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­νή­κει στοὺς ζων­τα­νοὺς θρύ­λους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς avant-garde κι ἔ­χει δι­α­δρα­μα­τί­σει κα­τα­λυ­τι­κὸ ρό­λο στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ ἀ­πο­δο­χὴ κυ­ρί­ως τῆς ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Μα­ζὶ μὲ τὴν Lydia Davis, πα­ρέ­μει­ναν γιὰ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς κρι­τι­κῆς, εἴ­τε ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νου ὕ­φους τους (ἀ­κραί­α ἀ­φαί­ρε­ση στὴ γλώσ­σα, ἐμ­μο­νὴ μὲ τὴν ὑ­παι­νι­κτι­κὴ ἀ­φή­γη­ση κι ἐ­πι­μο­νὴ στὴν ἀ­νά­δει­ξη τῆς πα­ρα­δο­ξό­τη­τας φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σή­μαν­των θε­μά­των), ἢ λό­γῳ τῆς δυ­σκο­λί­ας τα­ξι­νό­μη­σης τῶν κει­μέ­νων τους σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἡ μὲν Davis βρα­βεύ­θη­κε μὲ τὸ Booker Pri­ze τὸ 2013, ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὴν ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σια­κὴ φω­νή της στὴ συλ­λογὴ δι­ηγη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σιῶν της, ἡ δὲ Williams, ἵ­δρυ­σε τὸ 2000 τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Noon, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται ὁ­δο­δεί­κτης νέ­ων, πρω­το­πο­ρια­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν φω­νῶν καὶ καλ­λι­τε­χνῶν.


Ἡ Ἐλ­βε­τί­δα συγ­γρα­φέ­ας Fleur Jaeg­gy ἀ­πα­σχο­λεῖ τε­λευ­ταί­α τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἐ­ξε­τά­ζε­ται τὸ λα­κω­νι­κὸ ὕ­φος στὰ (ὑ­περ)σύν­το­μα πε­ζά της, καὶ ἡ λο­ξὴ μα­τιά της στὸν τρό­πο ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ θά­να­το καὶ τὴ ζω­ὴ ὑ­πὸ τὴ μό­νι­μη σκιά του. Στὸ ἔρ­γο της ἐν­το­πί­ζον­ται ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κές του Ἄν­τον Τσέ­χωφ, ἑ­νὸς ἀ­κό­μα προ­δρό­μου τοῦ εἴ­δους. Ἡ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο I’m the bro­ther of XX (2017) βρίθει δι­α­κει­με­νι­κῶν ἀ­να­φο­ρῶν, ποὺ ἐν­το­πί­ζον­ται συ­χνὰ σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, μὲ ἥ­ρω­ες ἀ­πὸ τὸν Cal­vino  ἕ­ως τὴν In­ge­borg Bach­mann καὶ τὸν Jo­seph Brod­sky. Τὰ τρί­α δο­κί­μια-μι­κρο­γρα­φί­ες γιὰ τὴ ζω­ὴ τῶν Tho­mas De Quin­cey, John Keats καὶ Mar­cel Schwob ἀ­παρ­τί­ζουν τὸ βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο The­se Pos­sible li­ves (2017) καὶ ἡ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας κι ἐ­δῶ, ὀ­φεί­λει πολ­λὰ στὴ συ­στη­μα­τι­κὴ καλ­λι­έρ­γειά της τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας. Ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς Jaeggy κα­τα­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἔ­χει ἀρ­χί­σει ἡ δι­ε­θνὴς κρι­τι­κὴ νὰ ἀ­να­θε­ω­ρεῖ τὸ αὐ­το­νό­η­το, ὅ­τι δη­λα­δὴ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­φο­ρᾶ μό­νο ἀγ­γλό­φω­να καὶ ἱ­σπα­νό­φω­να κεί­με­να. Ἰ­δί­ως με­τὰ καὶ τὰ πρόσ­φατα διε­θνῆ συ­νέ­δρια, πλη­θαί­νουν ἀ­να­φο­ρές στὸν Pie­rre Betten­court, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, τὸν ὁ­ποῖ­ο μᾶς εἶ­χε συ­στή­σει ὁ Ἐ.Χ.Γο­νατᾶς, ἀλ­λὰ καὶ στὸν I­talo Svevo, ἕ­ναν ἀ­κό­μα κορυ­φαῖο ἐκπρό­σωπο τοῦ δυτι­κοῦ μο­ντερ­νι­σμοῦ. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος, σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἄγ­γλο θε­ω­ρη­τι­κὸ Lee Rourke, ἀ­νή­κει ἐ­πί­σης στοὺς προδρό­μους τῆς σύγ­χρονης μικρο­μυθο­πλασίας, μα­ζὶ μὲ τοὺς Ka­fka καὶ Ro­bert Wal­ser.


Τὸ 1919 ἡ Virginia Woolf στὸ δο­κί­μιό της «Modern Fiction», (δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸ 1921, ὅ­πως καὶ τὰ πο­λὺ σύν­το­μα πε­ζά της Blue and Green), ἀ­να­ζη­τᾶ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ ἐκ­φρά­ζει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του ἀ­νε­πη­ρέ­α­στος ἀ­πὸ τὶς κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Lee Rourke δὲ χρει­α­ζό­ταν νὰ ψά­ξει πο­λὺ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Robert Walser. Ἡ ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔργο του, «Νὰ εἶ­σαι μι­κρὸς καὶ νὰ πα­ρα­μέ­νεις μι­κρός» ζων­τα­νεύ­ει μὲ μο­να­δι­κὸ τρό­πο στὰ κεί­με­να ποὺ ἔ­γρα­ψε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ του σὲ νευ­ρο­λο­γι­κὲς κλι­νι­κὲς ἀ­πὸ τὸ 1933 ἕ­ως τὸ θά­να­τό του (1956). Ὁ ἴ­διος ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι εἶ­χε ἐγκα­τα­λείψει τὴ συγ­γρα­φὴ καὶ ὅ­τι δὲν εἶ­χε ἐγ­κλει­στεῖ ἑ­κου­σί­ως γιὰ νὰ γρά­ψει, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ τρε­λα­θεῖ. Ἔ­τσι, ὅ­ταν πέ­θα­νε, τὰ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἡ­με­ρο­λό­για ποὺ βρέ­θη­καν στὴν κα­το­χή του καὶ ἦ­ταν κα­τά­στι­κτα μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ γράμ­μα­τα σὲ μιὰ ἀ­δι­ά­λει­πτη καὶ ἀ­κα­τά­λη­πτη γρα­φὴ μὲ ἀ­χνὸ μο­λύ­βι, πι­θα­νο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἀ­συ­νάρ­τη­τες ση­μει­ώ­σεις σὲ μιὰ κω­δι­κο­ποι­η­μέ­νη γλώσ­σα ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­νο­ή­σει. Τὸ 1972, ὅ­μως, ἀ­να­κα­λύ­φθη­κε ὅ­τι ἦ­ταν σύν­το­μα, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­να ἀ­φη­γή­μα­τα, μὲ τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος καὶ τὸ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ του, γραμ­μέ­να μὲ τὴ με­σαι­ω­νι­κή, γερ­μα­νι­κὴ γρα­φὴ Alte Deu­tsche Schrift, ποὺ ἐν­δεί­κνυ­ται ἂν θέ­λει κά­ποι­ος νὰ γρά­ψει ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα στὸ πί­σω μέ­ρος μιᾶς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς κάρ­τας. Ὁ Walser τὴν εἶ­χε δι­δα­χθεῖ ὡς μα­θη­τὴς καὶ τὴν τε­λει­ο­ποί­η­σε ὡς ἔγ­κλει­στος. Τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα αὐ­τὰ κυ­κλο­φό­ρη­σαν συγ­κεν­τρω­μέ­να μό­λις τὸ 2012 μὲ τὸν τί­τλο Micro­scripts. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ συ­ναρ­πα­στική ὀδύσ­σεια ἐσω­τε­ρικῆς δια­μά­χης καὶ πει­ρα­μα­τι­σμοῦ, γραμ­μέ­νη στὴ μικρό­τερη δυ­να­τή κλί­μακα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­χθεῖ χει­ρο­γρα­φως καὶ νὰ τὴ δι­α­κρί­νει τὸ ἀν­θρώ­πι­νο μά­τι.

       Στὶς 6 Νο­εμ­βρί­ου 1915, ὁ Franz Kafka ση­μει­ώ­νει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο του[2]: «Τὸ θέ­α­μα τοῦ κό­σμου ποὺ κι­νεῖ­ται σὰν τὰ μυρ­μήγ­κια μπρο­στὰ στὸ χα­ρά­κω­μα καὶ μέ­σα του.» Ἡ λα­κω­νι­κὴ αὐ­τὴ κα­τα­χώ­ρι­σή του συ­νο­ψί­ζει τὴν ἐν­τύ­πω­ση ποὺ τοῦ εἶ­χε κά­νει τὸ ὁ­μοί­ω­μα χα­ρα­κώ­μα­τος ποὺ εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες σὲ προ­ά­στιο τῆς Πρά­γας, ὡς ψυ­χα­γω­γι­κὸ θέ­α­μα ἐ­πὶ πλη­ρω­μῇ, προ­κει­μέ­νου νὰ συγ­κεν­τρω­θοῦν χρή­μα­τα γιὰ τὸν Ἐ­ρυ­θρὸ Σταυ­ρό. Μὲ τὴ λή­ξη τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου, τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1918, ση­μει­ώ­νει: «Τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου εἶ­ναι ἡ προ­σω­ρι­νό­τη­τά του. Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α μπρο­στὰ στὴ φευ­γα­λέ­α στιγ­μὴ οἱ αἰ­ῶ­νες δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα», καὶ πα­ρα­κά­τω, «Ζω­ὴ ση­μαί­νει νὰ βρί­σκε­σαι στὸ κέν­τρο τῆς ζω­ῆς· μὲ μιὰ μα­τιὰ νὰ βλέ­πεις τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­χεις δη­μι­ουρ­γή­σει[3]».


Ἂν δι­α­βά­σει κα­νεὶς τὶς Τρεῖς γυναῖ­κες, τὶς τρεῖς σύν­το­μες νου­βέ­λες τοῦ Robert Musil, θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ἀ­παν­τά­ει στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ δι­α­τέ­μνει ὅ­λο το ἔρ­γο του: «πῶς γί­νε­ται νὰ ζή­σου­με πλη­ρέ­στε­ρα; μὲ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ ἑ­νὸς κιν­δύ­νου[4].» Ἐ­πι­πλέ­ον, στὴ Γκρί­τζα (1921) ἐν­το­πί­ζε­ται μιὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κή, συ­νή­θης, πλέ­ον, στὴ μικρομυθοπλασία: πε­τυ­χαί­νει μιὰ δι­α­νο­η­τι­κὴ ἀ­να­τρο­πὴ τῆς ἀν­τι­λη­πτι­κῆς πα­ρά­στα­σης μέ­σῳ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὅ­ρα­σης. Ἐ­νῶ πε­ρι­γρά­φει τί ἔ­βλε­παν ἐρ­γά­τες, μη­χα­νι­κοὶ καὶ χω­ρι­κοὶ ὅ­ταν περ­πα­τοῦ­σαν πρὸς τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ἀν­τι­στρέ­φει τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νία 180ο: «Ὅ­ταν βρί­σκον­ταν [τὰ ἄ­λο­γα] σὲ κά­ποι­α σπη­λιὰ τοῦ βου­νοῦ, δε­μέ­να ἀ­νὰ τρί­α ἢ ἀ­νὰ τέσ­σε­ρα σὲ κά­ποι­ο πε­σμέ­νο δέν­τρο καὶ περ­νοῦ­σες στὶς τεσ­σε­ρά­μι­σι ἀ­πὸ μπρο­στά τους, ἀ­φοῦ εἶ­χες ξε­κι­νή­σει μὲ φεγ­γα­ρό­φω­το στὶς τρεῖς το πρω­ί, τό­τε γύ­ρι­ζαν ὅ­λα μα­ζὶ τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ με­ριά σου· ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, μέ­σα στὸ ἄ­ψυ­χο φῶς τῆς χα­ραυ­γῆς, ἔ­νι­ω­θες σὰν κά­ποι­α σκέ­ψη ἑ­νὸς πο­λὺ ἀρ­γοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ.»

       Ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὸς σὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους τε­χνι­κὲς καὶ ὁ Jorge Luis Bor­ges, ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους προ­δρό­μους τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Νό­τος», ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο Τε­χνά­σμα­τα (1944), ὁ Ντάλ­μαν, ὁ κεν­τρι­κὸς ἥ­ρω­ας, τα­ξι­δεύ­ει μὲ τὸ τρέ­νο πρὸς τὴν πα­τρί­δα του: […] «εἶ­δε ρε­μα­τι­ὲς καὶ λι­μνο­θά­λασ­σες καὶ ζων­τα­νά· εἶ­δε με­γά­λα, φεγ­γο­βό­λα σύν­νε­φα, ποὺ θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν μαρ­μά­ρι­να – κι ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­με­θό­δευ­τα καὶ σκόρ­πια, σὰ νά ‘ταν ὄ­νει­ρα τοῦ κάμ­που». Κο­ρυ­φαῖ­ο πα­ρά­δειγ­μα ἀ­παν­τᾶ­ται καὶ στὴ συλ­λο­γή του Τὸ Ἄ­λεφ (1949). Στὴν ἀρ­χὴ τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου δι­η­γή­μα­τος ση­μει­ώ­νε­ται τὸ ἐ­δά­φιο ἀ­πὸ τὸν Ἄμ­λετ, «Ὤ, Θε­έ μου, θὰ μπο­ροῦ­σα νά ’μαι κλει­σμέ­νος σ’ ἕ­να κα­ρυ­δό­τσου­φλο καὶ νὰ θε­ω­ρῶ τὸν ἑ­αυ­τό μου βα­σι­λιὰ τῆς ἀ­πε­ραν­το­σύ­νης» καὶ ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἥ­ρω­ες, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Μπόρ­­χες, βλέ­πει στὸ σκο­τει­νὸ ὑ­πό­γει­ο ἑ­νὸς σπι­τιοῦ σὲ μιὰ γι­γαν­τια­ία στιγ­μὴ τὸν σύμ­παν­τα κό­σμο μέ­σα σὲ μιὰ φω­τει­νή, ἰ­ρι­δί­ζου­σα σφαί­ρα δι­α­μέ­τρου δύ­ο-τρι­ῶν ἑ­κα­το­στῶν. «[…] εἶ­δα τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ σκο­τει­νοῦ μου αἵ­μα­τος, εἶ­δα τὸ πλέγ­μα τοῦ ἔ­ρω­τα καὶ τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ θα­νά­του, εἶ­δα τὸ Ἄ­λεφ ἀ­π’ ὅ­λα τὰ πρί­σμα­τα, εἶ­δα τὴ Γῆ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ καί, ξα­νά, μέ­σα στὴ Γῆ τὸ Ἄ­λεφ καὶ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ τὴ Γῆ, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὰ σω­θι­κά μου, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό σου καὶ ζα­λί­στη­κα κι ἔ­κλα­ψα, για­τὶ τὰ μά­τια μου εἶ­χαν δεῖ αὐ­τὸ τὸ μυ­στι­κὸ καὶ ἐ­πα­γω­γι­κὸ πράγ­μα ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κα­πη­λευ­θεῖ τ’ ὄ­νο­μά του, μὰ ποὺ κα­νέ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς δὲν τό ’χει δεῖ πο­τέ: τὸ ἀ­σύλ­λη­πτο συμ­παν[5]».

       Ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ ὁ Ju­lio Cor­tá­zar, ἐ­πί­σης κύ­ριος πρό­δρο­μος τοῦ εἴ­δους. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιὰ»[6] (1966), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἡ ἀ­φή­γη­ση ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ πα­ράλ­λη­λους χρό­νους, δι­α­πλέ­κον­τας ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὰ δύ­ο ἐ­ρω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, μί­α ἀ­πὸ τὴ ρω­μα­ϊ­κὴ καὶ μί­α ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ καὶ ἡ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α ἀλ­λά­ζει δια­ρκῶς. Ἐ­πι­πλέ­ον, στὸ ὑ­περ­σύν­το­μο «Χε­λῶ­νες καὶ κρο­νό­πιο» (1962)[7], δι­ε­γεί­ρει ἀ­κα­ρια­ῖα καὶ ταυ­τό­χρο­να σκέ­ψη καὶ συ­ναί­σθη­μα καὶ ἀ­πο­γει­ώ­νει τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἐν­συ­ναί­σθη­σης μὲ μί­α μό­νο κί­νη­ση: «Εἶ­ναι γε­γο­νὸς πὼς οἱ χε­λῶ­νες ἀ­γα­ποῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ τὴν τα­χύ­τη­τα, πράγ­μα πο­λὺ φυ­σι­κό. Οἱ ἐ­σπε­ράν­σα τὸ ξέ­ρουν ἀλ­λὰ δὲν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται. Οἱ φά­μα τὸ ξέ­ρουν καὶ τὶς κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν. Οἱ κρο­νό­πιο τὸ ξέ­ρουν καί, κά­θε φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τοῦν μιὰ χε­λώ­να, βγά­ζουν τὸ κου­τὶ μὲ τὶς χρω­μα­τι­στὲς κι­μω­λί­ες καὶ πά­νω στὸν στρογ­γυ­λὸ πί­να­κα τῆς χε­λώ­νας ζω­γρα­φί­ζουν ἕ­να χε­λι­δό­νι.» Ἐ­τού­τη τὴν ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μὴ βα­θιᾶς ἐν­συ­ναί­σθη­σης τῶν φαν­τα­στι­κῶν πλα­σμά­των τοῦ Cortazar θὰ μπο­ροῦ­σε θε­ω­ρη­τι­κὰ νὰ αἰ­τι­ο­λο­γεῖ ὁ Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, ὅ­ταν, τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1957 στὸ Πα­ρί­σι, ση­μεί­ω­νε: «Κα­τὰ βά­θος εἶ­μαι ζή­τη­μα φω­τός[8]». Ἀλ­λὰ νὰ τὰ ἐ­ξαν­θρω­πί­ζει ὁ Ferna­ndo Pes­soa, ἐ­πί­σης πρό­δρο­μος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­ταν στὸ Βι­βλίο τῆς ἀνη­συ­χίας (1913-35) γρά­φει: «Ὅ­ταν θέ­λω νὰ σκε­φτῶ, βλέ­πω», «Για­τί ἐ­γὼ ἔ­χω τὸ μέ­γε­θος αὐ­τοῦ ποὺ βλέ­πω κι ὄ­χι τὸ μέ­γε­θος τοῦ ὕ­ψους μου», ἐ­φό­σον πί­στευ­ε ὅ­τι «Ὁ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸς κό­σμος εἶ­ναι μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα» καὶ πὼς τε­λι­κὰ «Εἴ­μα­στε δύ­ο ἄ­βυσ­σοι-ἕ­να πη­γά­δι ποὺ κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νό».


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

μον­τερ­νι­σμός, Bauhaus, ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


ΦΕΤΟΣ, συμ­πλη­ρώ­νε­ται ἕ­νας αἰ­ώ­νας ἀ­πὸ τὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Βα­ϊ­μά­ρης καὶ ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τῆς σχο­λῆς τέ­χνης τοῦ Bauhaus (1919) ποὺ εὐ­δο­κί­μη­σε μέ­σα στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο τοῦ δυ­τι­κοῦ μοντερ­νι­σμοῦ. Ἡ σχο­λὴ τοῦ Bau­haus, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἐπί­δραση ὑπῆρ­ξε ἐντο­νό­τερη στὴν Ἀμερική, ἐ­πει­δὴ μὲ τὴν ἀ­νά­δυ­ση τοῦ να­ζι­σμοῦ δι­α­λύ­θη­κε τὸ 1933 καὶ δι­έ­φυ­γαν ἐ­κεῖ πολ­λὰ μέ­λη της, ἱ­δρύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Wal­ter Gro­pius, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὁ­ρα­μα­τί­στη­κε μί­α τέ­χνη προ­σι­τὴ στὸ εὐ­ρὺ κοι­νό. Ἡ (ἀ­κραί­α) ἀ­φαί­ρε­ση, ἡ κα­θα­ρό­τη­τα στὴ φόρ­μα, ὁ συν­δυα­σμὸς τοῦ αὐ­στη­ροῦ μὲ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος τοῦ Bau­haus ἐμ­φύ­ση­σαν νέ­ες ἰ­δέ­ες στὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ 20οῦ αἰ. Τὸ 1922, ὁ Gropius, προ­σκα­λεῖ στὴ Βα­ϊ­μά­ρη τὸν Was­sily Kandin­sky, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­λαμ­βά­νει κα­θή­κον­τα κα­θη­γη­τῆ καὶ ἀν­τι­προ­έ­δρου στὴ σχο­λὴ μέ­χρι τὸ 1933. Ὁ Kandinsky στὴν πραγ­μα­τεί­α του Γιὰ τὸ πνευματικὸ στὴν τέχνη (1912) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι «τὴ στιγ­μὴ τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης ὅ­λες οἱ τέ­χνες τεί­νουν σὲ μιὰ ἀ­να­με­τα­ξύ τους προ­σέγ­γι­ση, μὲ βά­ση τὴν κοι­νὴ τά­ση τους πρὸς τὴν ἀ­φαί­ρε­ση (πνευ­μα­τι­κό­τη­τα)».

       Ὁ μον­τερ­νι­σμός, στὸ πλαί­σιο τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται ἀρ­κε­τοὶ πρό­δρο­μοι τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἐκ­φρά­στη­κε καὶ μέ­σῳ τῆς δυ­τικῆς λογο­τε­χνίας καὶ εὐ­νό­η­σε τὸ δι­ή­γη­μα. Ἐ­πέ­φε­ρε δο­μι­κὲς ἀλ­λα­γὲς στὴν ἀ­φή­γη­ση, ὅ­πως τὴν ἀ­πο­φυ­γὴ πραγ­μά­τευ­σης χα­ρα­κτή­ρων ἢ ζη­τη­μά­των ἠ­θι­κῆς, τὴν ἑ­στί­α­ση στὰ γε­γο­νό­τα, χω­ρὶς ἀ­πα­ραί­τη­τα χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρά, καὶ τὴν ἐ­νί­σχυ­ση τῆς συ­νειρ­μι­κῆς καὶ μνη­μο­νι­κῆς ἀ­φή­γη­σης. Χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος, ἐ­νί­ο­τε μὲ τὴν παι­γνι­ώ­δη σο­βα­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ὁ Πλά­τω­νας[9], τὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ Ἐ­αυ­τοῦ, τοῦ Ἄλ­λου, τῶν δι­α­προ­σω­πι­κῶν σχέ­σε­ων, τοῦ λό­γου ὕ­παρ­ξης, σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἄλ­λα­ζε μὲ ἀ­σύλ­λη­πτη τα­χύ­τη­τα.

       Στὸ βι­βλί­ο γιὰ τοὺς μύ­θους τοῦ Niko­lai Leskov ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ γερ­μα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τὸ 1936, ὁ Walter Benja­min στὴν εἰσα­γωγή του συ­νο­ψί­ζει μὲ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἀ­πο­σταγ­μα­τι­κό του λό­γο τὴν ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου: «Μιὰ γε­νιὰ ποὺ εἶ­χε μά­θει νὰ πη­γαί­νει σχο­λεῖ­ο μὲ ἅ­μα­ξες, τώ­ρα στε­κό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἀ­νοι­χτὸ οὐ­ρα­νὸ στὴν ἐ­ξο­χή, ὅ­που τί­πο­τε δὲν εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα, καὶ κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τά, σ’ ἕ­να πε­δί­ο μά­χης καὶ ρα­γδαί­ας κα­τα­στρο­φῆς, βρι­σκό­ταν τὸ μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα.» Ἀν­τί­στοι­χα, οἱ γε­νι­ὲς τῶν δε­κα­ε­τι­ῶν ’70–’90 ποὺ ἀ­να­τρά­φη­καν ἀ­πὸ γο­νεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς πε­ρι­ό­δου πέ­ρα­σαν τα­χύ­τα­τα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­λο­γι­κὴ στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή, ἀ­πέ­κτη­σαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ βλέ­πουν ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο στὸ κε­φά­λι μιᾶς καρ­φί­τσας[10] καὶ βί­ω­σαν τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου, τὸ ἀ­δι­α­νό­η­το κύ­μα βί­ας καὶ μί­σους ποὺ ἄλ­λα­ξε τὴ σε­λί­δα τῆς ἱ­στο­ρί­ας.


Πολ­λοὶ με­λε­τη­τὲς στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ ἀ­πέ­δω­σαν τὴν ἐ­ξά­πλω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ σὲ αὐ­τὸ τὸ κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νός, ὅ­μως ἡ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου εἶ­ναι πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κή. Ἀρ­κεῖ νὰ σκε­φτοῦ­με ὅ­τι βι­ώ­νου­με τὴν «κο­ρύ­φω­ση τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας» στὴν Ἀνθρωπόκαινο ἐ­πο­χή μας, μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη νὰ ἀ­να­ζη­τά­ει τρό­πους με­τοί­κη­σής μας σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες. Στὸ ἴ­διο πνεῦ­μα ἀ­να­ζή­τη­σης βρί­σκε­ται καὶ ἡ τέ­χνη. Ἕ­να μό­νο ἐν­δει­κτι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ ἰ­δέ­α τοῦ Ἀρ­γεν­τι­νοῦ εἰ­κα­στι­κοῦ Tomás Saraceno, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρου­σί­α­σε τὸ 2011 στὴ Γερ­μα­νί­α τὴν ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἐγ­κα­τά­στα­ση με­γά­λης κλί­μα­κας Cloud Cities καὶ στὸ δι­ε­θνὲς ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πρό­γραμ­μά του προ­τεί­νει τὴ με­τά­βα­ση στὴν Ἀερόκαινο ἐ­πο­χή[11].

       Σή­με­ρα ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ὄν, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ ἴ­δια τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά του, ἔ­χον­τας δεῖ ἀ­πεί­ρως πε­ρισ­σό­τε­ρα καὶ πιὸ ἀ­πί­θα­να πράγ­μα­τα ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­γρά­φει ὁ Benjamin, ὁ ὁ­ποῖ­ος μά­λι­στα ὁ­δη­γή­θη­κε στὴν αὐ­το­κτο­νί­α γιὰ νὰ μὴν πέ­σει στὰ χέ­ρια τῆς Γκε­στά­πο. Γιὰ πολ­λοὺς κρι­τι­κούς, ὁ ὑψη­λός βαθ­μὸς ὀπτι­κότη­τας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ ὡς κα­λει­δο­σκο­πι­κὴ κα­τα­γρα­φὴ τῆς ρέ­ου­σας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῶν πολ­λα­πλῶν καὶ ἀν­τι­φα­τι­κῶν εἰ­κό­νων, μὲ τὴν ἀ­ρω­γὴ καὶ ὑπὸ τὴν ἐπί­δρα­ση τῆς ραγ­δαίας ἐπι­στη­μονικῆς καὶ τε­χνο­λο­γικῆς ἐξέλιξης, ποὺ τῆς πα­ρέ­χει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ δί­νει τὴν αἴ­σθη­ση τῆς συγ­χρο­νί­ας, τῆς ἀ­πευ­θεί­ας ἀν­τα­πό­κρι­σης ἀ­πὸ τὴ σκέ­ψη (τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α) τῶν συγ­γρα­φέ­ων.

       Ὁ David Sless[12] (1981) θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι ἡ ὀ­πτι­κὴ σκέ­ψη εἶ­ναι ἕ­νας μη­χα­νι­σμὸς χει­ρι­σμοῦ τοῦ ὀ­πτι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος μὲ σκο­πὸ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α συγ­κε­κρι­μέ­νων νο­η­μά­των καὶ ὅ­τι ἡ ὅ­ρα­ση εἶ­ναι ἡ ἕ­δρα τῆς εὐ­φυΐ­ας καὶ ὁ Rudolf Arnheim (1999) ὅ­τι ὅ­ρα­ση καὶ σκέ­ψη εἶ­ναι ἀλ­λη­λέν­δε­τες λει­τουρ­γί­ες. Δι­α­πι­στώ­σεις ποὺ ὑ­πο­φώ­σκουν στὶς κυ­ρι­ό­τε­ρες με­λέ­τες τοῦ φαι­νο­μέ­νου (W. Nelles, O. Ette, L. Zavala, κ.λπ.), ὅ­που ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸ δι­ή­γη­μα ποὺ βρῆ­κε γό­νι­μο ἔ­δα­φος στὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ πλαί­σιο τοῦ ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ (π.χ. V. Woolf), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἴ­τε βρί­σκε­ται στὸ με­ταίχ­μιο ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ–ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ ἢ ἀν­τλεῖ δο­μι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο[13], ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν ὁ Kafka. Ἔ­τσι, ἐ­λέγ­χε­ται ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμὸ ποὺ ἀ­να­πα­ρι­στᾶ τὴ ση­με­ρι­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (τὸ «ἐ­πι­κα­λού­με­νο κί­νη­τρο» τῆς [μι­κρο]μυ­θο­πλα­σί­ας) καὶ ὡς ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ τὴν ἀλ­λά­ξει, δι­ε­γεί­ρον­τας τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ἐ­ξε­ρευ­νών­τας νέ­ες δυ­να­τό­τη­τες σὲ τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο.

       Ἡ ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ αὐ­τὴ προ­σέγ­γι­ση δὲ λύ­νει τὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ πρό­βλη­μα εὕ­ρε­σης ἑ­νὸς ὁ­ρι­σμοῦ γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δι­χά­ζει τοὺς κρι­τι­κοὺς δι­ε­θνῶς, ὅ­πως τοὺς εἶ­χε δι­χά­σει καὶ τὸν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ώ­να γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χουν κα­τα­λή­ξει. Οὔ­τε ἀ­παν­τά­ει στὴ θε­ω­ρη­τι­κὴ δι­α­μά­χη γιὰ τὸ ἂν εἶ­ναι ἢ δὲν εἶ­ναι νέ­ο εἶ­δος, ἀλ­λὰ φω­τί­ζει τὸ κύ­ριο ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα: κο­μί­ζει κά­τι και­νού­ριο καὶ ἂν ναί, πῶς καὶ γιατί ἀνανεώνει τὴν τέχνη τοῦ λόγου, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὴ σύν­θε­τη σκέ­ψη, ἡ ὁ­ποί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη δι­ά­νοι­α καὶ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ Δι­α­φω­τι­σμὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς γνώ­σης;

       Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α θέ­τει ἐ­ρω­τή­μα­τα, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὅ­λα δεί­χνουν ὅ­τι ἀ­να­βι­ώ­νει ὁ ἠ­θι­κὸς προ­βλη­μα­τι­σμὸς καὶ ὅ­τι ἔ­χει πα­ρέλ­θει ὁ πει­ρα­μα­τι­σμὸς τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Ἡ ἀλ­λα­γὴ τοῦ τρό­που ζω­ῆς κι ἑ­πο­μέ­νως σκέ­ψης ποὺ ση­μα­το­δο­τεῖ τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, δι­κτυ­ώ­νει συγ­γρα­φεῖς καὶ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ συμ­βο­λι­κὴ συ­νο­χὴ ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τει βα­θιὰ γνώ­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τῶν εἰ­δῶν της καὶ σε­βα­σμὸ στὶς το­πι­κὲς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες. Ἀ­πο­τε­λεῖ δί­κτυ­ο καὶ μέ­σο δι­κτύ­ω­σης καὶ χρή­ζει ad hoc με­λέ­της στὸ πλαί­σιο τῆς σύγ­χρο­νης κουλ­τού­ρας μας ποὺ δι­α­μορ­φώ­νε­ται στα­δια­κά, μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας ἡ ὁ­ποί­α «εἰ­σά­γει κα­τευ­θεί­αν στὴ συμ­βο­λι­κὴ τά­ξη, σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἀγ­γί­ζει τὸ νό­η­μα, δη­λα­δὴ σὲ ὅ,τι δυ­σκο­λεύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ συ­νεν­νό­η­ση μας[14]». Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο, τὸ ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ σχῆ­μα κί­νη­ση-συ­ναί­σθη­μα (mocion–emocion) τῆς Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Ottmar Ette ὡς πο­λι­τι­σμι­κὴ θε­ω­ρί­α, φαί­νε­ται νὰ προ­σφέ­ρει μιὰ πρώ­τη πρα­κτι­κὴ ἐ­φαρ­μο­γή.

       Τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­χαν δι­α­κρί­νει οἱ ἐ­πι­με­λη­τὲς τῶν πρώ­των ἀγ­γλό­φω­νων ἀν­θο­λο­γι­ῶν τοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘80. Ὁ Irving Howe ἀ­νέ­φε­ρε τὸ πό­σο τολ­μη­ροὶ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­πι­χει­ροῦν νὰ ἐ­κτε­θοῦν σὲ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο, ὅ­που κα­μί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀ­δυ­να­μί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρυ­φτεῖ. Καὶ οἱ Robert Shapard καὶ James Thomas στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοὺς Sudden Fiction: American Short-Short Stories, ση­μεί­ω­ναν: «Ἡ συμ­πύ­κνω­ση προ­κα­λεῖ κά­τι θε­με­λι­ῶ­δες στὴ μορ­φὴ τῆς γρα­φῆς, ποὺ ἀλ­λά­ζει τὸ dna της», καὶ «Ἡ πρω­ταρ­χι­κὴ ποι­ό­τη­τα, ὅ­πως λέ­νε οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ συγ­γρα­φεῖς μας, εἶ­ναι ἡ ζω­ή. Ἰ­δι­αί­τε­ρα συμ­πυ­κνω­μέ­να, ἰ­δι­αί­τε­ρα φορ­τι­σμέ­να, ὑ­πο­νο­μευ­τι­κά, πρω­τε­ϊ­κά, ἐκ­πλη­κτι­κά, ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ δε­λε­α­στι­κά, αὐ­τὰ τὰ ὑ­περ­μι­κρὰ πε­ζὰ δί­νουν μορ­φὴ σὲ ἀ­πό­με­ρα ση­μεῖ­α τοῦ χά­ους καὶ σὲ μί­α σε­λί­δα κά­νουν ὅ,τι κά­νει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα σὲ δι­α­κό­σι­ες. Ἐ­ὰν κα­τα­φέρ­νουν νὰ στα­μα­τοῦν τὸ χρό­νο […], βρί­σκον­ται ἐ­δῶ γιὰ σᾶς, πρω­τί­στως, ὡς ζων­τα­νὲς φω­νές.»

       Ἡ πε­ρι­πλά­νη­ση στὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ κό­σμο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ δαι­δα­λώ­δης δι­α­δι­κτυα­κὸς κι ἔν­τυ­πος μι­κρό­κο­σμος σφύ­ζει ἀ­πὸ κί­νη­ση, δι­ά­νοι­α καὶ ζω­ή, ὡς ἕ­να πε­δί­ο συ­νάν­τη­σης, ὄ­χι μό­νο εἰδῶν ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δε­ῶν ποὺ μᾶς ἔ­χουν ἐμ­φυ­σή­σει, στο­χα­στές, ἐ­πι­στή­μο­νες, καλ­λι­τέ­χνες, πε­ζο­γρά­φοι καὶ ποι­η­τές, πρό­δρο­μοι καὶ μὴ τοῦ εἴ­δους. «Κι­νοῦ­μαι εἶ­ναι ζῶ», ἔ­γρα­φε ὁ Pessoa καὶ ὁ Σε­φέ­ρης τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1949, ση­μεί­ω­νε: «Τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὄ­χι ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι sil est question d’être relu, ἀλ­λὰ νὰ λές: ἐ­γὼ θὰ γρά­ψω, κι ὅ,τι θέ­λει ἂς γί­νει, γιὰ νὰ κρα­τή­σω ζων­τα­νό το πράγ­μα ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὴ ζων­τά­νια μου.» Ἰ­δέ­ες ποὺ δὲν ἀ­πέ­χουν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πὸ τὶς γνω­στὲς προ­τρο­πὲς τῆς ἐ­πο­χῆς μας: «ἄ­δρα­ξε τὴ μέ­ρα», «ζῆ­σε τὸ τώ­ρα», «ἐκφράσου ελεύθερα», κ.λπ.

       Συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ὅ­πως τὸ ρε­α­λι­στι­κὸ δι­ή­γη­μα ὡς μί­α «φέ­τα ζω­ῆς»[15]. Θε­ω­ρῶ ὅ­τι λει­τουρ­γεῖ μᾶλ­λον ὡς ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἕ­να ἀ­κα­ρια­ῖο ἐ­ρέ­θι­σμα, ποὺ σπά­ει τὴν «πα­γω­μέ­νη θά­λασ­σα μέ­σα μας», ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ Kafka γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, μὲ μι­κρὲς καὶ συ­χνὲς δό­σεις. Ὅ­πως σὲ ὅ­λα τα εἴ­δη λό­γου, ἔ­τσι καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὑ­πάρ­χουν δι­α­κυ­μάν­σεις ὡς πρὸς τὸ ποι­ο­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να, ὅ­μως, ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ ἀ­πό­λαυ­ση προ­κα­λεῖ ἀ­ναγ­κα­στι­κὴ στά­ση στὸν ἀ­σύλ­λη­πτο ρυθ­μὸ τῆς ζω­ῆς μας, ἐ­φό­σον συ­χνὰ ὁ χρό­νος ἀ­νά­γνω­σης εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρος τοῦ χρό­νου ἐγ­κε­φα­λι­κῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας, λό­γῳ πυ­κνῶν νο­η­μά­των, ὑ­ψη­λοῦ βαθ­μοῦ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας, ἔκ­πλη­ξης ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ δει­νό­τη­τα (τό­σο μι­κρὸ καὶ τό­σο κα­λό), ποὺ ὁ­δη­γοῦν σὲ πολ­λα­πλὲς ἀ­να­γνώ­σεις. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο, μιὰ μα­τιὰ στὸ ἀ­έ­να­ο καὶ ἄ­χρο­νο της Ζω­ῆς καὶ στὴ συσ­σω­ρευ­μέ­νη γνώ­ση μας τό­σων αἰ­ώ­νων. Μί­α νύξη γιὰ τὸ τί εἶναι μικρὸ καὶ τί μεγάλο καὶ στὸ πῶς μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἐκ­φρά­σει καὶ νὰ παί­ξει κα­νεὶς μὲ αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ G. Bachelard, ἀλ­λὰ μᾶς δί­δα­ξε κα­λὰ ὁ δυ­τι­κὸς μον­τερ­νι­σμός.


 

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: γρα­φή­μα­τα


ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ τῆς Google Books NGram Viewer μπο­ρεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα γρα­φι­κὰ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἀ­να­ζη­τή­σεις του στὴ βά­ση δε­δο­μέ­νων τῶν βι­βλί­ων στὴν Google, ἂν καὶ σὲ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες γλῶσ­σες κι ἐ­θνι­κὲς γραμ­μα­τεῖ­ες ἀ­κό­μα (στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ἰ­α­πω­νι­κή, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, δὲν πα­ρέ­χε­ται ἡ δυ­να­τό­τη­τα).


Ὡ­στό­σο τί μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με:

Game (παι­χνί­δι) = στα­θε­ρὴ ἀ­πὸ τὸ 1850 ἕ­ως τὸ 1920 ποὺ ἔ­χου­με μιὰ πρώ­τη κο­ρύ­φω­ση ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, μι­κρὴ ὕ­φε­ση ἕ­ως τὸ 1964 καὶ ἀ­νο­δι­κὴ πο­ρεί­α ἕ­ως τὸ 2008.

Life,death (ζω­ή, θά­να­τος) = ἀ­να­ζή­τη­ση γιὰ τὴν πε­ρί­ο­δο 1500-2008: ἀ­πὸ τὸ 1750 στα­θε­ρὰ ἀ­νο­δι­κὰ ἡ ζω­ή.

minificción (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ) = ἀ­πὸ τὸ 1981 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

microcuento (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα στὰ ἱ­σπα­νι­κά) = 1961-1987 στα­θε­ρὴ πο­ρεί­α καὶ ἀ­πὸ τό­τε κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

short-short story (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα) 1905-1912 ἐμ­φα­νί­ζε­ται, 1928-1945 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση στὴ χρή­ση τοῦ ὅ­ρου, ἔν­το­νες δι­α­κυ­μάν­σεις μέ­χρι τὸ 1960 κι ἔ­κτο­τε μιὰ στα­θε­ρὴ ἐμ­φά­νι­ση ἕ­ως τὸ 2008.

microfiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ αὔ­ξη­ση χρή­σης τοῦ ὅ­ρου ἀ­πὸ τὰ μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.

flash fiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ὁ­μοί­ως, ἂν κι ἐ­δῶ κα­τα­γρά­φον­ται καὶ κά­ποι­ες ἐν­δι­ά­με­σες κο­ρυ­φώ­σεις (1892-1926, 1934-1942 καὶ 1981-2008 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

micronarratives (μι­κρο­α­φη­γή­σεις)= ἡ αὔ­ξη­ση εἶ­ναι ρα­γδαί­α ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὸ τρα­γού­δι τοῦ Jaques Brel (1967) La chanson des vieux amants (Τὸ τρα­γού­δι τῶν πα­λι­ῶν ἐ­ρα­στῶν), γιὰ τὸν στί­χο «τε­λι­κὰ χρει­ά­στη­κε πο­λὺ τα­λέν­το γιὰ νὰ γε­ρά­σου­με χω­ρὶς πο­τὲ νὰ ἐ­νη­λι­κι­ω­θοῦ­με» («Finalement, Il nous fallut bien du talent Pour être vieux sans être adultes»).


Τὸ βι­βλί­ο The storyteller τοῦ Walter Benjamin (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Τὸ βι­βλί­ο Ἡ ἱστο­ρία τοῦ ματιοῦ τοῦ Geor­ges Ba­tail­le.


Τὸ βι­βλί­ο Καβου­ρη­δὸν καὶ Παρα­δρόμως. Μικρὲς σπου­δὲς γιὰ τὸ ἄθλη­μα τῆς γραφῆς τοῦ Δη­μή­­τρη Δη­μη­­ρού­λη.


Ὁ ὁ­δη­γὸς συγ­γρα­φῆς (στὰ ἀγ­γλι­κὰ) γιὰ δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῶν Hum­mel H.K. καὶ Le­nox Ste­pha­nie μὲ τί­τλο ShortForm Crea­tive Wri­ting: A Wri­ters Gui­de and Antho­lo­gy, στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φουν συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως o­ι: Matt Bell, Lydia Davis, Nata­lie Diaz, Amy Hem­pel, Ja­mai­ca Kin­caid, Ada Limon, Justin Torres, and O­cean Vuong. Γιὰ ἐ­νη­με­ρώ­σεις ἀγ­γλό­φω­νων βι­βλί­ων μὲ συμ­βου­λὲς γιὰ πε­ζο­γρά­φους ἢ ποι­η­τὲς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Poets & Writers.


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο 83 Ἱ­στο­­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­­μεῖ­ο Μη­δέν, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῶν Βασίλη Μα­νου­σά­κη, Ἡρῶς Νι­κο­πού­λου καὶ Ἕλενας Σταγ­κου­ρά­κη.


Διαδίκτυο


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὰ 100 χρό­νια τοῦ Bau­haus τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Da­zeen γιὰ τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη.


Τὰ δύ­ο ἐκ­παι­δευ­τι­κά, δω­ρε­ὰν προ­γράμ­μα­τα ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Harvard γιὰ τὴ Μον­τέρ­να καὶ τὴν Παγ­κό­σμια Λο­γο­τε­χνί­α, Mo­dern Master­pie­ces of World Li­tera­ture & Master­pieces of World Li­terature.

Διά­ρκεια: 8 καὶ 12 ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τί­στοι­χα

Διά­ρκεια πρό­σβα­σης στὸ πρό­γραμ­μα: Φε­βρουά­ριος-Αὔ­γου­στος 2019.

Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή.


Διαγωνισμοί


Οἱ δύ­ο δι­α­γω­νι­σμοὶ τῆς Na­tional Flash Fiction Day ποὺ δι­ορ­γα­νώ­νε­ται στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α κά­θε Κα­λο­καί­ρι ἀ­πὸ τὸ 2012:

  1. The 2019 Anthology: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 500 λέ­ξεις μὲ θέ­μα «Πόρ­τες» γιὰ τὴν ἐ­τή­σια δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἐκ­δί­δει. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.50 γιὰ ἕ­να, £4.00 γιὰ δύ­ο καὶ £6.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.
  2. The 2019 Micro Fiction Competition: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 100 λέ­ξεις, ἐ­λεύ­θε­ρο θέ­μα. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.00 γιὰ ἕ­να, £3.50 γιὰ δύ­ο καὶ £5.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.

Ὁ δι­α­γω­νι­σμὸς Winter 2019, μὲ κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 31 Μαρ­τί­ου 2019, στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Narrative. Γιὰ ἄλ­λους δι­α­γω­νι­σμούς του γιὰ δι­ά­φο­ρες κα­τη­γο­ρί­ες καὶ προ­θε­σμί­ες ποὺ τρέ­χουν, δεῖ­τε εδώ.


Μάρ­τιος 2019


[1]. Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε ἕ­να ἀ­πό­σπα­σμα στὰ ἀγ­γλι­κὰ εδώ.
[2]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ ἡ­με­ρο­λό­για, μτφρ. Ἄ. Βε­ρυ­κο­κά­κη, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1998, σελ. 367.
[3]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ μπλὲ τε­τρά­δια, μτφρ. Γ. Βαμ­βα­λῆς, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1982, σελ. 58.
[4]. Ρόμ­περτ Μού­ζιλ, Τὸ Μαγεμένο Σπίτι, Ἡ Γκρίτζα, μτφρ.- εἰ­σα­γω­γὴ Ἀλ. Ἴ­σα­ρης, Ἠ­ρι­δα­νός, Ἀ­θή­να (δὲν ἀ­να­γρά­φε­ται ἔ­τος ἔκ­δο­σης), σελ.19.
[5]. Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Ἅ­παν­τα πε­ζά, μτφρ. –ἐ­πι­μέ­λεια- σχό­λια Ἀχ. Κυ­ρι­α­κί­δης, 7η ἔκ­δο­ση, Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2009, σσ. 220, 343-5.
[6]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιά, μτφρ. Γ.Δ.Χουρ­μου­ζιά­δης, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1984, τὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μα σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη.
[7]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἱ­στο­ρί­ες τῶν Κρο­νό­πιο καὶ τῶν Φά­μα, μτφρ. Ἑλ. Χα­ρά­τση, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1983.
[8]. Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, Ζή­τη­μα Φω­τός, Ὁ Θα­νά­σης Χα­τζό­που­λος ἀν­θο­λο­γεῖ τὶς Μέ­ρες τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, Μπά­στας – Πλέσ­σας, Ἀ­θή­να, 1995.
[9]. Στὴ Διάκριση (1979) ὁ Pier­re Bour­dieu με­λε­τᾶ ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κὰ πλῆ­θος κοι­νω­νι­κῶν ὁ­μά­δων, ἀ­να­λύ­ει τὸ γοῦ­στο κι ἐ­πα­να­φέ­ρει τὸν homo aestheticus στὸ κέν­τρο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἐ­πι­στή­μης. Μέ­σῳ μιᾶς σχε­σια­κῆς προ­σέγ­γι­σης ὅ­λων των ἐκ­φάν­σε­ων τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς τῆς ἐ­πο­χῆς του ἀ­να­λύ­ει τε­λι­κὰ τὸ σύν­θε­το δε­σμὸ με­τα­ξὺ κουλ­τού­ρας, ἐ­ξου­σί­ας καὶ ταυ­τό­τη­τας. Ἡ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὸν κό­σμο (καὶ ἀ­πὸ τὸ ρό­λο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Goffman) ποὺ παίρ­νει κα­νεὶς ὅ­ταν, χω­ρὶς πνεῦ­μα σο­βα­ρό­τη­τας, παίρ­νει στὰ σο­βα­ρά το παι­χνί­δι, μὲ τὴν πλα­τω­νι­κὴ ἔν­νοι­α, ὁ­δη­γεῖ σὲ μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση καὶ συ­νι­στᾶ τὴν ἀρ­χὴ τῆς ἀ­στι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ κό­σμου. Προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ τὴ βι­ώ­σει κα­νείς, ὅ­μως, εἶ­ναι, ἂν ὄ­χι νὰ «κα­τα­στή­σει τὴν ὕ­παρ­ξή του κά­τι σὰν παι­δι­κὸ παι­χνί­δι, ὅ­πως ὁ καλ­λι­τέ­χνης, του­λά­χι­στον νὰ πα­ρα­τεί­νει πο­λύ, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ή, τὴ σχέ­ση μὲ τὸν κό­σμο τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας» (σελ. 96). Ἔ­τσι μπο­ρεῖ νὰ δι­α­τη­ρη­θεῖ ἡ ἀ­πό­λαυ­σή του νὰ παί­ζει κα­λὰ τὸ (πο­λι­τι­στι­κὸ) καὶ κά­θε παι­χνί­δι, μὲ τὴ δι­κή του τέ­χνη τοῦ παί­ζειν, μὲ κα­νό­νες ποὺ ὀ­φεί­λει νὰ γνω­ρί­ζει κα­λά, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ καὶ νὰ τοὺς σπά­ει. Μιὰ ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ τρέ­φε­ται μὲ λε­πτὲς νύ­ξεις καὶ συ­σχε­τι­σμοὺς καὶ καί­ει ἀ­σί­γα­στα. Ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ­ται καὶ ἡ ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση αἴ­σθη­ση τῆς δι­ά­κρι­σης, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ «ἐ­πί­κτη­τη δι­ά­θε­ση καὶ λει­τουρ­γεῖ μὲ τὴ σκο­τει­νὴ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τοῦ ἐν­στί­κτου» (σελ. 538).
       Ἰ­δέ­α τοῦ Γάλ­λου στο­χα­στῆ ἡ ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ —ἐ­κτός των ὁ­ρί­ων τοῦ μι­κρο­α­στι­σμοῦ ποὺ τὴν ἐν­τάσ­σει συ­χνὰ στὴ Δι­ά­κρι­ση— σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὸν homo ludens τοῦ Johan Huizinga τοῦ δυ­τι­κοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ.
[10]. Doreen Massey and John Allen (eds), Geography matters – A reader, Cambridge University Press, N. York, 1984.
[11]. Ο Richard Boyd Hauck συγ­κα­τα­λέ­γει στὸ βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο A Cheer­ful Ni­hi­lism (1971), τὸν ἐ­πί­σης πρό­δρο­μο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Do­nald Bar­thelme, στοὺς κο­ρυ­φαί­ους Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ πα­ρά­δο­ξου καὶ τοῦ ἀ­να­τρε­πτι­κοῦ χι­οῦ­μορ, ὡς «εὐδιάθετο μηδενιστή», μα­ζὶ μὲ τοὺς Melville, Mark Twain καὶ James Thurber καὶ τὸν συν­δέ­ει μὲ τὸν Kafka καὶ τὸν Camus. Στὸ δι­ή­γη­μά του μὲ τί­τλο «The Balloon»(πρώ­τη ἔκ­δο­ση 1968) ὁ Barthelme πε­ρι­γρά­φει τὶς ἀν­τι­δρά­σεις τῶν Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζων τῆς ἐ­πο­χῆς ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να τε­ρά­στιο μπα­λό­νι στὸν οὐ­ρα­νὸ τῆς πό­λης καὶ πῶς κά­ποι­οι ἐκ­δη­λώ­νουν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τους νὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι μέ­σα σὲ αὐ­τὸ καὶ νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βα­στεῖ σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν Μειω­μένη Βαρύ­τη­τα τῆς Kara Oakleaf.
[12]. David Sless, Learning and Visual Communication, Halsted Press, N. York –London, 1981.
[13] . Ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός: καλ­λι­τε­χνι­κὸ κί­νη­μα ποὺ πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴ Γερ­μα­νί­α στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ἀ­νή­κει στὴν καλ­λι­τε­χνι­κὴ πρω­το­πο­ρί­α καὶ συν­δέ­ε­ται μὲ τὸ μον­τερ­νι­στι­κὸ κί­νη­μα. Στὴ λο­γο­τε­χνί­α προ­κύ­πτει ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμό, τὸ να­του­ρα­λι­σμὸ καὶ τὸ συμ­βο­λι­σμό. Ἡ ἐ­πα­να­στα­τι­κό­τη­τά του ἔγ­κει­ται στὴν ἄρ­νη­ση τῆς ἀ­λη­θο­φά­νειας καὶ τῆς πι­στῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Προ­βάλ­λει τὴν ἐμ­πει­ρι­κὴ γνώ­ση μέ­σῳ τῆς φαν­τα­σί­ας, ἐκ­φρά­ζει τὴν ἔκ­στα­ση καὶ τὴν ἀ­πό­γνω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὶς με­γα­λου­πό­λεις καὶ στὶς μη­χα­νές. Ἡ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­στι­κὴ δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς δι­ά­λυ­σης καὶ τῆς ἀ­να­γέν­νη­σης τῆς κοι­νω­νί­ας ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἀν­τι­πο­λε­μι­κὴ ὀ­ξύ­τα­τη κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κή.
[14]. Denys Cuche, Ἡ ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας στὶς κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, μτφρ. Φ. Σι­ά­τι­στας, Τυ­πω­θή­τω, Ἀ­θή­να, 2001, σελ. 13.
[15]. Θα­νά­σης Θ. Νιά­ρχος (ἐ­πι­μέ­λεια), Ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Δι­η­γή­μα­τος, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pe­la­yo, San­tander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Ἡ πο­ρεία τοῦ ὅ­ρου micro­fiction στὴν βι­βλιο­πα­­ρα­γωγὴ τῆς ἀγ­γλικῆς γλώσ­σας ἀ­νά­μεσα στὰ ἔ­τη 1850-2000. Γρά­φη­μα ἀ­πὸ τὸ Google Books NGram Viewer.

Κατηγορίες: Χριστοδούλου Δήμητρα Ἰ., Μικρομυθοπλασία, Ἀναφορές.



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hershman


[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#5]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Ta­nia Hershman: Ἡ μικρομυθοπλασία

κλονίζει τὶς βεβαιότητες

καὶ ἀπελευθερώνει τὴ δημιουργικότητά μας


* Συνέντευξη μὲ τὴν Tania Hershman *


Ἡ συ­νέν­τευ­ξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἑ­νὸς τρι­ε­τοῦς ἐ­ποι­κο­δο­μη­τι­κοῦ δι­α­λό­γου κι ἀν­ταλ­λα­γῆς ἀ­πό­ψε­ων στὴ διάρ­κεια τῆς ἔ­ρευ­νάς μας ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­φε­τη­ρί­ες καὶ προ­ο­ρι­σμούς. Ξε­κί­νη­σε μέ­σω ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου τὸ 2015, ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τὸ Νο­­έμ­βριο τοῦ 2018 κι ἐ­πι­και­ρο­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ κοι­νοῦ, ὅ­ταν πλέ­ον ἡ Hersh­man εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Bath Spa University, μὲ τὴ δια­τρι­βή της νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α γιὰ τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ Σω­μα­τι­δια­κῆς Φυ­σι­κῆς.

       Ἡ συ­νέν­τευ­ξη ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν κοι­νή μας πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α κι­νεῖ­ται δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ συγ­χρο­νι­κὰ πρὸς τὸν ἄ­ξο­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Σή­με­ρα σχε­τί­ζε­ται καὶ μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη, μὲ τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ μα­κρο-ἐ­πί­πε­δο στὸ μι­κρο-ἐ­πί­πε­δο, ἐ­νῶ, ἐ­πι­πλέ­ον ἡ με­λέ­τη της εἶ­ναι δι­ε­πι­στη­μο­νι­κή, σύμ­φω­να μὲ τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ θε­ω­ρη­τι­κῶν ποὺ συμ­με­τέ­χουν στὸν πρό­σφα­το συλ­λο­γι­κὸ τό­μο κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο Mini­fic­ción y nano­fi­lo­lo­gía. La­ti­tu­des de la hi­per­bre­ve­dad (2017), ἀλ­λὰ καὶ τῶν πρό­σφα­των δι­ε­θνῶν συ­νε­δρί­ων (2018).

Δ.Χ.: Δή­μη­τρα Χρι­στο­δού­λου.

T.H.: Tania Hershman.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ὁ­ρο­λο­γί­α


Δ.Χ. Ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80 ἔ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ δι­ά­φο­ροι ὅ­ροι γιὰ τὴν πο­λὺ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα, ὅ­πως sudden fiction, microfiction, minificción, flash fiction, hint fiction, short-shorts, postcard stories, minute stories, bonsai stories, κ.ἄ. Σή­με­ρα σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες κα­τα­γρά­φον­ται προ­σπά­θει­ες νὰ ἐ­πι­νο­η­θοῦν ὅ­ροι συμ­βα­τοὶ μὲ αὐ­τὸ τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο καὶ τὴν ἐ­θνι­κή τους λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­πως kortprosa,  f­i­c­t­i­on é­c­l­a­ir,  r­e­l­a­to m­i­n­i­mo, b­r­at f­i­k­t­i­on, p­l­u­d­s­e­l­ig f­i­k­t­i­on, l­y­n­f­i­k­t­i­on, m­а­л­ая п­р­о­за,  l­y­n­f­i­k­s­j­on, μικρομυθοπλασία, chō tanpen shōsetsu, κ.ἄ. Ἐ­σεῖς, ποιόν ὅ­ρο (ἢ ὅ­ρους) χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε συ­νή­θως γιὰ τὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Συ­νή­θως τὶς ἀ­πο­κα­λῶ ἁ­πλῶς «μυ­θο­πλα­σί­ες» (fictions), ἂν καὶ ὅ­σο περ­νά­ει ὁ και­ρὸς ἀ­πο­φεύ­γω ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸν τὸν ὅ­ρο ἐ­πει­δὴ γρά­φω καὶ ποί­η­ση καὶ δὲν ξέ­ρω ποῦ τε­λει­ώ­νουν καὶ ποῦ ἀρ­χί­ζουν τὰ ὅ­ρια πιά!


Δ.Χ. Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι μό­λις πρό­σφα­τα ἐ­ρευ­νη­τὲς ἔ­χουν ξε­κι­νή­σει νὰ ἑ­στιά­ζουν σὲ αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο, θὰ ἀ­πο­δε­χό­σα­σταν, του­λά­χι­στον προ­σω­ρι­νά, τὸν ὅ­ρο microfiction (μικρομυθοπλασία[1]) ὡς τὸν πιὸ ἀ­να­γνω­ρί­σι­μο δι­ε­θνῶς κι εὔ­στο­χο μέ­χρι στιγ­μῆς;


T.H. Ἀ­σφα­λῶς!


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: εἶ­δος δι­κτύ­ου, δεί­κτης ἀλ­λα­γῆς σκέ­ψης καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο


Δ.Χ. Κά­ποι­οι κρι­τι­κοὶ δι­α­τεί­νον­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι νέ­ο εἶ­δος, ἀλ­λὰ ἕ­να ὑ­βρί­διο ποὺ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ προ­σμεί­ξεις μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ὅ­πως ἡ νου­βέ­λα, τὸ δι­ή­γη­μα, ἡ πε­ζο­ποί­η­ση, κ.λπ. Ἄλ­λοι ση­μει­ώ­νουν ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἐ­φή­με­ρη ἔ­κρη­ξη τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­πό­σπα­σης τῆς προ­σο­χῆς τῶν ἀ­να­γνω­στῶν στὴν ἐ­πο­χή μας, τῆς προ­ηγ­μέ­νης ψη­φια­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τῆς κα­τα­κό­ρυ­φης αὔ­ξη­σης προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς δι­ε­θνῶς. Ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἄ­πο­ψή σας γιὰ τὸ θέ­μα;


T.H. Δὲν πι­στεύ­ω ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­τι και­νού­ριο, ἔ­χου­με πολ­λὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που ἕ­ως τὸν Κάφ­κα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, κι ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους μου συγ­γρα­φεῖς τοῦ εἴ­δους, τὸν Ri­chard Brau­ti­gan, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Revenge of the Lawn μὲ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «ὑ­περ- σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1970. Αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πό­σπα­ση προ­σο­χῆς μὲ ἐ­ξορ­γί­ζει, δι­ό­τι μιὰ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α —καὶ ἰ­δί­ως ἡ μι­κρό­τε­ρη σὲ ἔ­κτα­ση— ἀ­παι­τεῖ τὴν ἀ­πό­λυ­τη προ­σο­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ἂν καὶ γιὰ πο­λὺ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Συμ­φω­νῶ, ὡ­στό­σο, ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἕ­να χρή­σι­μο ἐρ­γα­λεῖ­ο γιὰ τὰ ἐρ­γα­στή­ρια γρα­φῆς.


Δ.Χ. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἔ­ρευ­νάς μου πα­ρα­τή­ρη­σα ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συ­νι­στᾶ ἕ­να εἶ­δος (γλωσ­σι­κοῦ) δικτύου[2] καὶ λει­τουρ­γεῖ ὡς τέ­τοι­ο: προ­σπά­θεια σύ­στα­σης ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς καὶ κοι­νω­νι­κῆς ὑ­πό­στα­σης, οἰ­κου­με­νι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὅ­πως λ.χ. τυ­πο­ποί­η­ση καὶ ὁ­μο­γε­νο­ποί­η­ση τῶν ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­κτε­τα­μέ­νη ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν βα­σι­κῶν κα­νό­νων ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, κ.ἄ. Ἐ­πί­σης, δι­α­φαί­νε­ται ἡ πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­σή της, ὅ­πως τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου στὶς ἀρ­χές του καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο: γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ δη­μο­φι­λὴς συγ­κρι­τι­κὰ μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο πα­ρα­δο­σια­κὸ εἶ­δος στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, δι­ό­τι ἐ­ξε­λίσ­σε­ται σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ταυ­τό­χρο­να σὲ ψη­φια­κὴ μορ­φή. Ὡς ἐκ τού­του ἐκ­δη­μο­κρα­τί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ λο­γο­τε­χνί­α —ἀ­νοι­χτὴ πρό­σβα­ση, δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα, ἐμ­βά­θυν­ση— καὶ δη­μι­ουρ­γεῖ πα­νο­μοι­ό­τυ­πες γλωσ­σι­κὲς δο­μὲς σ’ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Ὡ­στό­σο, πα­ρα­μέ­νει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πο­λύ­πλο­κη: δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸς ὅ­ρος, τυ­πο­λο­γί­α, με­θο­δο­λο­γί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Φαί­νε­ται, λοι­πόν, ὅ­τι τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­ναι δεί­κτης ἀλ­λα­γῆς τῆς σκέ­ψης ἀλ­λὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο, ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νει ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο καὶ ἀ­τα­ξι­νό­μη­το εἶ­δος, μὴ ἀ­πο­δε­κτὸ εὐ­ρέ­ως ὡς πε­ζο­γρά­φη­μα. Θε­ω­ρεῖ­τε αὐ­τὴ τὴν ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση δε­λε­α­στι­κὴ καὶ ρε­α­λι­στι­κὴ ἢ ἀ­δι­ά­φο­ρη καὶ πλα­σμα­τι­κή;


T.H. Λα­τρεύ­ω τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι δὲ δύ­να­ται νὰ προσ­δι­ο­ρι­στεῖ, νὰ κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­η­θεῖ καὶ αὐ­τὸ ται­ριά­ζει μὲ τὴ θε­ω­ρί­α μου ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι, ἂν θέ­λε­τε, ἕ­να «ἀ­σφα­λὲς πέ­ρα­σμα» ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, ποὺ ἀ­κρο­βα­τεῖ στὶς πα­ρυ­φὲς καὶ τῶν δύ­ο. Ἔ­τσι λει­τουρ­γεῖ γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον, δι­ό­τι μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ ξε­γλι­στρῶ πρὸς τὴν ποί­η­ση, τὴν ὁ­ποία θαυ­μά­ζω, καὶ βλέ­πω πολ­λοὺς κα­τα­ξι­ω­μέ­νους ποι­η­τὲς νὰ δη­μο­σι­εύ­ουν πλέ­ον ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὅ­πως τὸ Na­no­fi­ction στὶς ΗΠΑ. Βλέ­πω ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές – ἔ­χω ἀ­κού­σει καὶ τὶς δύ­ο πλευ­ρὲς νὰ μι­λοῦν ἀρ­νη­τι­κὰ γιὰ τὸ εἶ­δος, λὲς καὶ τοὺς ἀ­πει­λεῖ. Γε­γο­νὸς ποὺ θε­ω­ρῶ συ­ναρ­πα­στι­κὸ καὶ ση­μαν­τι­κό. Εἶ­ναι κα­λὸ νὰ κλο­νί­ζον­ται οἱ βε­βαι­ό­τη­τες, νὰ ἀ­να­μο­χλεύ­ον­ται τὰ πράγ­μα­τα.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς


Δ.Χ. Δι­δά­σκε­τε τα­κτι­κὰ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή, ὅ­πως στὸ Ἵ­δρυ­μα Αrvon. Ἔ­χε­τε πα­ρα­τη­ρή­σει με­τα­ξὺ τῶν σπου­δα­στῶν σας τυ­χὸν προ­τι­μή­σεις τους στὶς ὑ­περ-μι­κρὲς φόρ­μες;


T.H. Ὄ­χι, του­λά­χι­στον ὄ­χι στὶς συγ­γρα­φι­κὲς ἐ­πι­λο­γές τους, γρά­φουν σὲ ὅ­λες τὶς κα­τη­γο­ρί­ες κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης. Ὅ­μως αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­σοι δὲν ἔ­χουν κὰν δι­α­νο­η­θεῖ στὸ πα­ρελ­θὸν νὰ προ­σπα­θή­σουν νὰ γρά­ψουν μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ λι­γό­τε­ρες ἀ­πὸ 5000 λέ­ξεις, ἢ ἀ­κό­μα καὶ 500, ὅ­ταν τὸ κα­τα­φέρ­νουν τὸ θε­ω­ροῦν σχε­δὸν πάν­το­τε ἀ­πί­στευ­τα ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό. Πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε πε­ρι­ο­ρι­σμὸς  —στὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν λέ­ξε­ων ἢ σὲ ὁτι­δή­πο­τε ἄλ­λο— ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νει τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τά μας. Πι­στεύ­ω ἐ­πί­σης ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ γρά­ψεις μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τα­χύ­τε­ρα, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ γρά­ψεις κα­λά. Ἁ­πλῶς ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ προ­σπα­θή­σεις νὰ γρά­ψεις πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες, νὰ ἀ­πορ­ρί­ψεις ὅ­σες δὲ λει­τουρ­γοῦν καὶ νὰ ξα­να­προ­σπα­θή­σεις. Εἶ­ναι μιὰ δε­ξι­ό­τη­τα, ὅ­πως ὅ­λες, τὴν ὁ­ποία μπο­ρεῖ νὰ καλ­λι­ερ­γή­σει κα­νείς.


Δ.Χ. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε συγ­κε­κρι­μέ­να δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὡς δι­δα­κτι­κὰ ἐρ­γα­λεῖ­α; Ἀ­πὸ σύγ­χρο­νους ἢ ἀ­πὸ κλα­σι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς;


T.H. Χρη­σι­μο­ποι­ῶ καὶ ἀ­πὸ τὶς δύ­ο κα­τη­γο­ρί­ες. Προ­σπα­θῶ νὰ βρί­σκω σύγ­χρο­να ἔρ­γα κά­θε φο­ρά, ψά­χνω ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως τὰ Nanofiction, Smokelong Quarterly, Wigleaf, κ.λπ., ἀλ­λὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ἐ­πί­σης καὶ κλα­σι­κὰ δείγ­μα­τα γρα­φῆς ἀ­πὸ συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Richard Brautigan, Grace Paley καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Flash Fiction Forward καὶ Sudden Fiction, ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­κε ὁ Robert Shapard καὶ ἀ­γα­πῶ.


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε ἀ­να­κα­λύ­ψει ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, συλ­λο­γὲς ἢ ἀν­θο­λο­γί­ες ἀ­πὸ μὴ ἀγ­γλό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς ποὺ θὰ συ­νι­στού­σα­τε;


T.H. Πολ­λά! Τὰ πρῶ­τα ποὺ μοῦ ἔρ­χον­ται στὸ μυα­λὸ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Barnes, τοῦ Βο­λι­βια­νοῦ Edmundo Paz Soldán, ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana María Shua καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Egg τῆς Κύ­πριας Νόρας Νατζιαριάν. Συ­νι­στῶ, δέ, ἀ­νε­πι­φύ­λα­κτα τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Flash Fiction International[3] καὶ New Micro[4].


Δ.Χ. Γνω­ρί­ζε­τε κά­ποι­ους Ἕλ­λη­νες πε­ζο­γρά­φους ἢ ποι­η­τές;


T.H. Ὄ­χι, δυ­στυ­χῶς, καὶ ντρέ­πο­μαι γι’ αὐ­τό. Θὰ προ­σπα­θή­σω, ὅ­μως, νὰ κα­λύ­ψω αὐ­τὸ τὸ κε­νό το συν­το­μό­τε­ρο δυ­να­τόν!


Δ.Χ. Πῶς πα­ρα­κι­νεῖ­τε συ­νή­θως τοὺς σπου­δα­στές σας;


T.H. Μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους – ἄλ­λω­στε, πολ­λοὶ ἐξ αὐ­τῶν ἐρ­γά­ζον­ται σὲ συγ­κε­κρι­μέ­να εἴ­δη, ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρα. Προ­σπα­θῶ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ποι­κί­λους τρό­πους γιὰ νὰ δι­ε­γεί­ρω τὶς αἰ­σθή­σεις —λέ­ξεις, φρά­σεις, ὀ­πτι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα, ἠ­χη­τι­κά, βίν­τε­ο— καὶ πο­λὺ συ­χνὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ τὴν ἐ­πι­στή­μη ὡς ἔμ­πνευ­ση, ἐ­πί­σης. Θέ­λω νὰ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­ο­χὲς ποὺ νι­ώ­θουν ἀ­σφά­λεια, δί­νον­τάς τους, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, χαρ­τιὰ μὲ πα­ρά­ξε­νο σχῆ­μα γιὰ νὰ γρά­ψουν τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους. Ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ἡ ἀ­κα­ρια­ία συγ­γρα­φὴ εἶ­ναι κα­λὴ ἐ­πει­δὴ πα­ρα­κάμ­πτει τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ κρι­τι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀρ­χί­ζει (ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη λέ­ξη) νὰ σοῦ λέ­ει ὅ­τι τὸ γρά­ψι­μό σου εἶ­ναι ἀ­παί­σιο!


Δ.Χ. Ποιά συμ­βου­λὴ(ὲς) θὰ δί­να­τε στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες σας γιὰ νὰ βο­η­θή­σε­τε τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους νὰ ξε­χω­ρί­σουν;


T.H. Ἀρ­χι­κά, δι­α­βά­στε πολ­λὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, δι­α­βά­στε πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­λα – ὄ­χι γιὰ νὰ δεῖ­τε πῶς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἕ­να δι­ή­γη­μα ἢ μιὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξε­τε τὸ μυα­λό σας σὲ ὅ­λα ὅ­σα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι. Καὶ τό­τε προ­σπα­θῆ­στε νὰ γρά­ψε­τε. Πρό­κει­ται πε­ρὶ πρα­κτι­κῆς ἐ­ξά­σκη­σης, εἶ­ναι ἕ­νας μῦς ὅ­πως κά­θε ἄλ­λος: ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις, τό­σο πιὸ εὐ­έ­λι­κτος γί­νε­σαι. Παῖ­ξε. Δι­α­σκέ­δα­σε τὸν ἑ­αυ­τό σου. Δι­ά­βα­σε τὶς ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἄλ­λων γιὰ νὰ δεῖς τί κά­νουν μὲ τὴ γλώσ­σα καὶ πῶς ἐ­πι­τρέ­πουν στοὺς ἑ­αυ­τούς τους νὰ μπερ­δεύ­ουν τὸν ἀ­να­γνώ­στη, νὰ μὴ φα­νε­ρώ­νουν πά­ρα πολ­λά. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δι­α­τη­ρεῖ τὸ πλε­ο­νέ­κτη­μα ὅ­τι ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν ἀ­να­μέ­νει πολ­λὰ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, ὅ­τι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Ἐμ­πι­στευ­τεῖ­τε τὸν ἀ­να­γνώ­στη, θὰ κά­νει ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται.


Δ.Χ. Τί πυ­ρο­δο­τεῖ τὸ γρά­ψι­μό σας;


T.H. Τό­σα πολ­λὰ πράγ­μα­τα – τὰ πάν­τα, γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής! Μοῦ ἔρ­χον­ται οἱ πρῶ­τες γραμ­μές, ἔρ­χε­ται ἡ φω­νή, ἔ­τσι ξε­κι­νᾶ. Πο­λὺ συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ο­μαι δι­α­βά­ζον­τας ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἀλ­λὰ ὅ­πως σᾶς ἔ­χω πεῖ, ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις. Δὲν εἶ­χα πο­τὲ πρό­βλη­μα στὸ νὰ βρί­σκω ἰ­δέ­ες.


Δ.Χ. Κρα­τᾶ­τε ἡ­με­ρο­λό­γιο ἢ ση­μει­ω­μα­τά­ριο; Πῶς με­τα­σχη­μα­τί­ζε­τε τὶς ἰ­δέ­ες σὲ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Τη­ρῶ ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο, πλέ­ον ὄ­χι γιὰ ἰ­δέ­ες ἀλ­λὰ γιὰ ἱ­στο­ρί­ες ὅ­πως ἔρ­χον­ται, καὶ γιὰ ποι­ή­μα­τα ἐ­πί­σης, ἂν καὶ αὐ­τὰ μοῦ προ­κύ­πτουν μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο. Τη­ρῶ ἐ­δῶ καὶ λί­γα χρό­νια μιὰ λί­στα μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες ἐ­να­σχο­λή­σεις καὶ ὅ­ταν κολ­λή­σω, δι­α­λέ­γω μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς καὶ τὴ βά­ζω νὰ ‘συγ­κρου­στεῖ’ μὲ μιὰ ἰ­δέ­α γιὰ ἱ­στο­ρί­α, ἴ­σως κά­τι ποὺ ἔ­χω δι­α­βά­σει πρό­σφα­τα. Ἡ σύγ­κρου­ση δύ­ο πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κῶν θε­μά­των εἶ­ναι σπου­δαί­α στὴ δη­μι­ουρ­γί­α σπιν­θή­ρων.


Δ.Χ. Με­τα­κο­μί­σα­τε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994 καὶ ἐ­νῶ ξε­κι­νή­σα­τε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν θε­μά­των, ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος πε­ρι­ο­δι­κῶν ὅ­πως τὸ Wi­red καὶ τὸ New Sci­entist, τὰ πα­ρα­τή­σα­τε ὅ­λα καὶ ἀ­φο­σι­ω­θή­κα­τε στὴ λο­γο­τε­χνί­α. Μι­λῆ­στε μας γι’ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­λο­γή σας.


T.H. Ἀ­νέ­κα­θεν ἔ­γρα­φα, ὅ­μως ἐ­πει­δὴ σπού­δα­σα ἐ­πι­στή­μη, αὐ­τὴ ἀ­κο­λού­θη­σα. Ἀλ­λὰ ἤ­μουν ἀ­παί­σια ἐ­πι­στή­μων καὶ ἔ­τσι ἔ­γι­να δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν θε­μά­των! Ἡ λο­γο­τε­χνί­α ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ κά­νω, ἔ­τσι ξε­κί­νη­σα ἀρ­γά, πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἐρ­γα­στή­ρια συγ­γρα­φῆς στὶς ΗΠΑ καὶ τὴ Βρε­τα­νί­α, καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἕξι πε­ρί­που χρό­νια, ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, ἐ­πει­δὴ ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν ἀ­σκῶ ταυ­τό­χρο­να.


Δ.Χ. Πῶς ἐ­πη­ρε­ά­ζουν οἱ ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γὲς τῆς ζω­ῆς τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα; Ἢ πῶς τὰ δη­μι­ουρ­γι­κὰ μυα­λὰ ἐ­πι­τυγ­χά­νουν ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γὲς σὲ προ­σω­πι­κὸ καὶ συλ­λο­γι­κὸ ἐ­πί­πε­δο;


T.H. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α! Ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας φί­λος μου ποι­η­τής, ὅ­λα εἶ­ναι πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὸ γρά­ψι­μό μας! Ξέ­ρω ὅ­τι ἡ ἀ­πό­φα­ση νὰ γί­νω ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πη­ρέ­α­σε τὶς δι­α­θέ­σεις μου, ὑ­πῆρ­ξα ἀρ­κε­τὰ στα­θε­ρὴ καὶ ἤ­ρε­μη μέ­χρι ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο, ὅ­μως ὅ­ταν, ἀν­τὶ νὰ γρά­φω γιὰ τὶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἀ­να­κα­λύ­ψεις ἄλ­λων, στρά­φη­κα πρὸς τὸν ἑ­αυ­τό μου, ἀ­πο­στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κα. Καὶ πι­στεύ­ω ὅ­τι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­βαί­νει προ­κει­μέ­νου ἡ συγ­γρα­φὴ νὰ πη­γά­ζει ἀ­πὸ μέ­σα σου, νὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή, ὅ­σο κι ἂν μοιά­ζει σου­ρε­α­λι­στι­κὴ καὶ ἀλ­λό­κο­τη στὴν ἐ­πι­φά­νεια.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα

 

Δ.Χ. Ἡ μο­νο­γρα­φί­α σας, στὸ πλαί­σιο τῆς ἐκ­πό­νη­σης τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ σας (2018, PhD on Creative Writing, Bath Spa University) ἐ­λέγ­χει τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ Σω­μα­τι­δια­κῆς Φυ­σι­κῆς. Πό­σο πο­λὺ σᾶς ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει ἡ τε­λευ­ταί­α καὶ ὁ τρό­πος σκέ­ψης ποὺ βα­σί­ζε­ται στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἀ­κρί­βεια;


T.H. Πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἐ­ρώ­τη­ση. Ξέ­ρω ὅ­τι ἔ­χω τὴν τά­ση νὰ ἀ­να­ζη­τῶ τοὺς κα­νό­νες πί­σω ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα, τὴν ‘ἐ­πι­στή­μη’ τοῦ πῶς λει­τουρ­γεῖ ἡ ζω­ή, πῶς δου­λεύ­ει ὁ ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς. Τὸ ὁ­ποῖ­ο, βε­βαί­ως, εἶ­ναι συ­χνὰ μά­ται­η προ­σπά­θεια. Ἀλ­λὰ στὰ πε­ζά μου —καὶ στὴν ποί­η­σή μου— ὁ­δη­γοῦ­μαι ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἀ­να­κρί­βεια ὑ­πη­ρε­τών­τας τὴν ἀ­σά­φεια, τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα. Αὐ­τὸ πραγ­μα­τι­κὰ δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐμ­πό­διο ἐ­πει­δὴ ὅ­ποι­ος ἔ­χει δι­α­βά­σει λί­γη φυ­σι­κὴ γνω­ρί­ζει ὅ­τι ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κὴ ἐ­πι­μέ­νει στὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα καὶ τὴ δυ­σκο­λί­α μέ­τρη­σης τῶν βα­θύ­τε­ρων ἐ­πι­πέ­δων της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἐ­πι­στή­μη, συ­ναν­τῶ ἐ­πι­στή­μο­νες, μα­θαί­νω πῶς κά­νου­με ἐ­πι­στή­μη, δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι δὲ βα­σί­ζε­ται μό­νο στὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­ναι ἀ­κα­τά­στα­τη, δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐκ φύ­σε­ως καὶ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει πο­λὺ συ­χνὰ τὴν ἀ­πο­τυ­χί­α, καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πο­τυ­χί­α, κι ἔ­τσι βλέ­πω τί μπο­ροῦ­με νὰ μά­θου­με ὅ­ταν τὰ πράγ­μα­τα δὲ δου­λεύ­ουν, ὅ­ταν δὲν εἶ­ναι ὅ­πως τὰ πε­ρι­μέ­νου­με. Αὐ­τὸ τὸ δε­δο­μέ­νο φτιά­χνει σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες – ἂν ἀ­πο­δε­χτεῖ­τε τὸ ἄ­γνω­στο κι ἐκ­πλα­γεῖ­τε καὶ σεῖς οἱ ἴ­διοι ὅ­ταν γρά­φε­τε, θὰ ἔ­χε­τε με­γα­λύ­τε­ρες πι­θα­νό­τη­τες νὰ ἐκ­πλα­γεῖ καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης σας ἐ­πί­σης.


Δ.Χ. Πό­σο δύ­σκο­λο σᾶς ἦ­ταν νὰ συν­δυ­ά­σε­τε ἐ­πι­στή­μη καὶ λο­γο­τε­χνί­α;


T.H. Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου δύ­σκο­λο. Ἀ­νέ­κα­θεν ἀ­γα­ποῦ­σα ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα κι ἐ­νῶ ἦ­ταν μιὰ πρό­κλη­ση ὅ­ταν πή­γαι­να σχο­λεῖ­ο, ἐ­πει­δὴ ἐ­δῶ στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ βρεῖς θε­μα­τι­κὲς ἑ­νό­τη­τες ποὺ τὰ συν­δυά­ζουν, δὲν ἔ­χα­σα πο­τὲ τὸ πά­θος μου γιὰ ὅ­λα αὐ­τά. Πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἕ­να σε­μι­νά­ριο στὸ Arvon τὸ 2002 μὲ θέ­μα Ἐ­πι­στή­μη καὶ Συγ­γρα­φὴ τὸ ὁ­ποῖ­ο μοῦ ἄλ­λα­ξε τὴ ζω­ή, ἄρ­χι­σα νὰ μα­θαί­νω πῶς νὰ ἀ­φή­νω τὴν ἐ­πι­στή­μη νὰ γλι­στρᾶ μέ­σα στὶς ἱ­στο­ρί­ες μου καὶ δὲν ἔ­χω κοι­τά­ξει ξα­νὰ πί­σω. Ἴ­σως μὲ ἔ­χει βο­η­θή­σει τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο ποὺ ἔ­χω, αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­τι μοῦ ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ῶ μὲ τὸν τρό­πο μου, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζο­μαι —ὅ­πως πολ­λοὶ ἄλ­λοι, ὅ­πως δι­α­πι­στώ­νω— ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α νὰ τὸ «γρά­ψω σω­στά». Ἐ­πι­τρέ­πω στὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ παί­ξει. Καὶ δι­α­βά­ζω τὰ πάν­τα, ἐ­πι­στή­μη, λο­γο­τε­χνί­α, κ.λπ.


Δ.Χ. Πῶς θὰ ὁ­ρί­ζα­τε τὴ «δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα» ὡς συγ­γρα­φέ­ας;


T.H. Δὲν θὰ τὸ ἔ­κα­να! Εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­δύ­να­το. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲ μοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ λέ­ξη. Προ­τι­μῶ τὸ «παί­ζω» καὶ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς προ­σπα­θῶ κι ἐν­θαρ­ρύ­νω τὸν κα­θέ­να νὰ κά­νει. Παῖξ­τε κι ἐ­πι­τρέψ­τε στὸν ἑ­αυ­τό σας νὰ ρι­σκά­ρει.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ (με­τα)ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α


Δ.Χ. Σύμ­φω­να μὲ πολ­λοὺς θε­ω­ρη­τι­κοὺς οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ποὺ εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρες ἀ­πὸ 700 λέ­ξεις φαί­νε­ται ὅ­τι δι­α­φέ­ρουν ὄ­χι μό­νο πο­σο­τι­κὰ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ποι­ο­τι­κὰ ἀ­πὸ τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ ὑ­περ­βαί­νουν αὐ­τὸ τὸ ὅ­ριο. Ὁ William Nelles, συγ­κε­κρι­μέ­να, προ­τεί­νει μιὰ γε­νε­α­λο­γι­κὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὴ βά­ση ἕ­ξι κομ­βι­κῶν ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν στοι­χεί­ων: δρά­ση, χα­ρα­κτή­ρας, σκη­νι­κό, γραμ­μι­κὴ χρο­νι­κό­τη­τα, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ κλεί­σι­μο. Δου­λεύ­ε­τε ὄν­τως πά­νω σε τέ­τοι­α εἰ­δι­κὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν γρά­φε­τε σύν­το­μα καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν γρά­φε­τε ἐ­κτε­νῆ κεί­με­να;


T.H. Ὄ­χι. Πο­τὲ δὲ σκέ­φτο­μαι τέ­τοι­α στοι­χεῖ­α ὅ­ταν γρά­φω. Δι­α­συν­δέ­ον­ται ὅ­λα σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ὅ­τι εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ τὰ δι­α­χω­ρί­σου­με. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι τί χρει­ά­ζε­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­πί­σης, δὲ βλέ­πω κα­μί­α τέ­τοι­α ἰ­σχυ­ρὴ δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση ἀ­νά­με­σα σὲ «πα­ρα­δο­σια­κὰ» δι­η­γή­μα­τα (δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ὅ­τι γνω­ρί­ζω τί εἶ­ναι πα­ρα­δο­σια­κό, ἀ­φοῦ οἱ ὑ­περ-μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­πί­σης κά­τι σὰν πα­ρά­δο­ση) καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, δι­α­βά­ζω συ­στη­μα­τι­κὰ τὰ πάν­τα καὶ θε­ω­ρῶ ὅ­τι οἱ κα­λύ­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νες ποὺ ἑ­λίσ­σον­ται, οἱ ἀ­σύλ­λη­πτες, οἱ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στες, ὅ­ποι­α καὶ ἂν εἶ­ναι ἡ ἔ­κτα­σή τους.

       Ἔ­χω τὴν τά­ση νὰ γρά­φω μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες τα­χύ­τε­ρα, μὲ μιὰ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­δη­μο­νί­α, ἐ­νῶ συ­νή­θως μοῦ παίρ­νει πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο νὰ γρά­ψω με­γα­λύ­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες. Ξε­κι­νῶ νὰ γρά­φω κι ἔ­πει­τα ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ πε­ρι­μέ­νω μέ­χρι νὰ δῶ τί θὰ γί­νει στὴ συ­νέ­χεια. Σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις χρει­ά­ζε­ται νὰ πε­ρι­μέ­νω γιὰ χρό­νια.


Δ.Χ. Πολ­λοὶ ἐ­ρευ­νη­τὲς τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ τῆς ποι­η­τι­κῆς της, προ­κει­μέ­νου νὰ τὴν ἑρ­μη­νεύ­σουν, ἀ­να­φέ­ρoν­ται σὲ ἀρ­χὲς τῆς με­τα-ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­ας (π.χ. στὶς με­λέ­τες τῆς Marie-Laurie Ryan). Δι­α­τεί­νον­ται πὼς σὲ ὅ,τι ἀ­φο­ρᾶ τὸ κεί­με­νο, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μιὰ ση­μαν­τι­κὴ στρο­φή: φαί­νε­ται ὅ­τι με­τα­κι­νού­μα­στε ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ ὡς παι­γνί­δι, στὸ κεί­με­νο-κό­σμο τῆς ψη­φια­κῆς ἐ­πο­χῆς μας. Ὁ κα­θη­γη­τὴς Ottmar Ette στὸ Potsdam γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, θε­ω­ρεῖ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (minificcion) ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­δί­ο, ὅ­τι προ­σφέ­ρει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ χω­ρέ­σει κά­ποι­ος ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο (μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου) σὲ μιὰ φρά­ση («to­do el u­ni­ver­so en u­na so­la frase»). Πα­ρο­μοί­ως, ἡ πα­νε­πι­στη­μια­κὸς Irene Andres Suárez ἐ­πι­ση­μαί­νει τὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς ἔλ­λει­ψης ἐ­πι­πρό­σθε­τα τῆς ὑ­περ-συμ­πύ­κνω­σης ὡς εἰ­δο­λο­γι­κὰ εὑ­ρή­μα­τα στὸ ἱ­σπα­νό­φω­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα (microrrelato). Ὁ Lee Rourke ἐν­το­πί­ζει μὲ ποι­ό τρό­πο ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (flash fic­tion, mi­cro­fic­tion) προ­σι­διά­ζει στοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που καὶ ἀν­τί­στρο­φα, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι καὶ νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τῆς ζω­ῆς μὲ μο­να­δι­κὸ τρό­πο. Ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἡ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πρέ­πει νὰ συ­νι­στᾶ ἀ­φ’ ἑ­αυ­τῆς ἕ­να μυ­θο­πλα­στι­κὸ κεί­με­νο-κό­σμο. Τί θὰ λέ­γα­τε σχε­τι­κὰ μὲ αὐ­τό;


T.H. Νο­μί­ζω πὼς ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ στα­θοῦν μό­νες τους, δη­μι­ουρ­γών­τας τοὺς δι­κούς τους κό­σμους, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἔ­κτα­σης. Δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ἂν οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ξε­χω­ρί­ζουν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἄ­πο­ψη. Τὴν ἴ­δια δυ­να­μι­κὴ φέ­ρει καὶ ἡ ποί­η­ση ἐ­πί­σης.


Δ.Χ. Ἡ σύν­θε­τη πλο­κὴ ἀ­παι­τεῖ με­γα­λύ­τε­ρη ἔ­κτα­ση γιὰ νὰ τὴν κα­τα­νο­ή­σου­με. Ὡ­στό­σο, οἱ συν­το­μό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο σας Mymo­therwasanup­rightpia­no[5] ἔ­χουν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρο βά­θος ἀ­πὸ τὴ σύν­το­μη κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­σή τους. Στὴν ὁ­μό­τι­τλη ἱ­στο­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α δὲν ξε­περ­νᾶ τὶς 250 λέ­ξεις, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου καὶ τοῦ τί­τλου, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­τε σὲ μιὰ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μὴ ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα τῆς ἡ­ρω­ί­δας, ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ νέ­α καὶ παν­τρε­μέ­νη, δι­α­τη­ροῦ­σε κρυ­φὴ ἐ­ρω­τι­κὴ σχέ­ση, χω­ρὶς νὰ δί­νε­τε πε­ραι­τέ­ρω στοι­χεῖ­α. Στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή, προ­κα­λεῖ­τε τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ μαν­τέ­ψει, ἢ ἀ­κό­μα καὶ νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τῆς ἱ­στο­ρί­ας γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ ἀ­φή­γη­ση. Εἶ­ναι ἡ δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα, ἢ μὲ ὅ­ρους δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας, ἡ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κοὺς στό­χους σας ὡς δι­α­κε­κρι­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εἴ­δους;


T.H. Δὲν εἶ­μαι εἰ­δι­κός! Ὅ­μως εἶ­ναι μιὰ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση καὶ εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς συγ­γρα­φι­κὲς προ­τι­μή­σεις, γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον. Ἀ­πο­λαμ­βά­νω νὰ δι­α­βά­ζω ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­παι­τοῦν ἀ­πὸ μέ­να νὰ ἐρ­γά­ζο­μαι πο­λὺ σκλη­ρά, νι­ώ­θω πὼς ἐμ­πλέ­κο­μαι στὴ δη­μι­ουρ­γί­α τέ­τοι­ων ἱ­στο­ρι­ῶν, ὅ­τι δὲν εἶ­μαι πα­θη­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­στρια. Καὶ συ­νε­πῶς αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ εἴ­δη τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ γρά­φω. Ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ἀ­να­γνῶ­στες ποὺ δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ δι­α­βά­ζουν μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο καὶ ὡς ἐκ τού­του γνω­ρί­ζω ὅ­τι οἱ ἱ­στο­ρί­ες μου δὲν θὰ τοὺς προ­σέλ­κυ­αν.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἱ­στο­ρί­ες 6 λέ­ξε­ων (ἢ πε­ρί­που)


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε ὑ­πό­ψη σας τὶς πα­ρα­κά­τω ἱ­στο­ρί­ες;

Πρὸς πώ­λη­ση: Βρε­φι­κὰ πα­πού­τσια. Ἀ­φό­ρε­τα. E. Hemingway.

Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, ὁ δει­νό­σαυ­ρος ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ. A. Monterroso.

Τὸ Φάν­τα­σμα (μό­νο τί­τλος). G. Samperio.

Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος στὴ γῆ κά­θη­σε μό­νος σ’ ἕ­να δω­μά­τιο. Ἕ­νας χτύ­πος ἀ­κού­στη­κε στὴν πόρ­τα. F. Brown.

Πῶς θὰ τὶς χα­ρα­κτη­ρί­ζα­τε;


T.H. Γνω­ρί­ζω μό­νο τὶς δύ­ο πρῶ­τες. Δὲ μ’ ἐν­θου­σιά­ζουν ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἱ­στο­ρί­ες 6 λέ­ξε­ων, γιὰ μέ­να δὲν εἶ­ναι ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες. Εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο «ὑ­παι­νι­κτι­κὴ μυ­θο­πλα­σί­α» (hint fiction).


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε πο­τὲ προ­σπα­θή­σει ἢ γρά­ψει τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Ὄ­χι, οὐ­δέ­πο­τε ἔ­χω γρά­ψει κά­τι τό­σο σύν­το­μο.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


Δ.Χ. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἔ­χε­τε ἐ­πί­σης ἱ­δρύ­σει κι ἐ­πι­με­λεῖ­στε τὸ ShortStops, τὸ ἱ­στο­λό­γιο ποὺ κα­τα­γρά­φει τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῶν Βρε­τα­νῶν καὶ Ἰρ­λαν­δῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὴ σχε­τι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ πα­ρα­γω­γή, ὑ­πήρ­ξα­τε μέ­λος τοῦ Royal Literary Fund Writing στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Bristol καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ἔ­χε­τε βρα­βευ­θεῖ σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς ποί­η­σης, δι­η­γή­μα­τος καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Πό­σο θε­τι­κὴ εἶ­στε ἀ­πέ­ναν­τι σὲ δι­ε­θνεῖς ἢ ἐ­θνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς, φε­στι­βὰλ καὶ δι­ορ­γα­νώ­σεις ὅ­πως ἡ UK National Day of Flash Fiction, Flash Mob International, κ.ἄ.;


Τ.Η. Ὑ­περ­βο­λι­κὰ θε­τι­κή! Λα­τρεύ­ω ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, ὁτι­δή­πο­τε πα­ρα­κι­νεῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ γρά­φουν, νὰ δι­α­βά­ζουν, κ.λπ. Προ­σω­πι­κὰ δὲ δε­σμεύ­ο­μαι μὲ τοὺς ὁ­ρι­σμούς, αὐ­τὸ εἶ­ναι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἐ­κεῖ­νο εἶ­ναι ποί­η­ση – καὶ θὰ ἤ­θε­λα νὰ δῶ με­γα­λύ­τε­ρη δι­α­πε­ρα­τό­τη­τα ἐ­δῶ, ὅ­μως ἐ­πι­κρο­τῶ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες καὶ τὶς προ­ω­θῶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ρῶ.


Δ.Χ. Μὲ ποι­ό τρό­πο νο­μί­ζε­τε ὅ­τι τὰ πα­ρα­πά­νω δι­α­σφα­λί­ζουν τὴν ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἐ­φό­σον πολ­λοὶ κρι­τι­κοὶ ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι τέ­τοι­ες δρά­σεις, μα­ζὶ μὲ τὴν πρω­το­φα­νῆ αὔ­ξη­ση τῶν προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς παγ­κο­σμί­ως, ἀ­να­πα­ρά­γουν στε­ρε­ό­τυ­πα καὶ εὐ­τε­λῆ δείγ­μα­τα γρα­φῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας;


T.H. Στὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Writing Short Stories: A Writers’ and Artists’ Companion[6], ἔ­γρα­ψα κι ἕ­να κε­φά­λαι­ο γιὰ τὴν «Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δι­η­γή­μα­τος» καὶ μπό­ρε­σα νὰ δι­α­πι­στώ­σω ὅ­τι τὴν ἴ­δια ἀ­νη­συ­χί­α ἐ­ξέ­φρα­ζαν κρι­τι­κοὶ σὲ ὅ­λη τὴν διά­ρκεια τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ δι­η­γή­μα­τος. Ὑ­πάρ­χει πάν­τα κά­ποι­ος ἕ­τοι­μος νὰ ἀ­πορ­ρί­ψει, νὰ ὑ­πο­βι­βά­σει. Βε­βαί­ως ὑ­πάρ­χει πάν­τα πλού­σια μέ­τρια πα­ρα­γω­γὴ γιὰ κά­θε εἶ­δος, ὅ­πως ὑ­πάρ­χει γιὰ κά­θε ἀν­θρώ­πι­νο ἐγ­χεί­ρη­μα. Ἐ­γώ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­παι­ζα πο­δό­σφαι­ρο γιὰ πολ­λὰ χρό­νια πα­ρό­λο ποὺ δὲν ἤ­μουν κα­θό­λου κα­λὴ σὲ αὐ­τό. Ὁ σκο­πός μας εἶ­ναι νὰ δι­α­τη­ροῦ­με τὴν ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἢ μή­πως νὰ ἐν­θαρ­ρύ­νου­με τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ ἐκ­φρά­ζουν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους, μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἐ­κεῖ­νοι θε­ω­ροῦν κα­λύ­τε­ρο; Δὲν εἶ­μαι ὁ φύ­λα­κας κα­μιᾶς πύ­λης, ἔ­χου­με πολ­λοὺς κρι­τι­κοὺς ποὺ ὁ­ρί­ζουν τί εἶ­ναι «δη­μο­σι­εύ­σι­μο», τί εἶ­ναι «κάλ­λι­στο» στὶς λί­στες τους, μὲ τὰ βρα­βεῖ­α τους. Δὲν μ’ ἐν­δι­α­φέ­ρει ὁ ἀν­τα­γω­νι­σμός. Τὸ νὰ εἶ­μαι μέ­λος κρι­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς σὲ δι­α­γω­νι­σμούς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, μὲ κά­νει νὰ νι­ώ­θω ἐν­τε­λῶς ἄ­βο­λα δι­ό­τι γνω­ρί­ζω τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ τί­θε­ται σὲ κρί­ση. Θὰ προ­τι­μοῦ­σα μᾶλ­λον νὰ δι­α­τη­ρῶ ρό­λο ἐμ­ψυ­χω­τὴ – προ­σπά­θη­σε, συ­νέ­χι­σε νὰ προ­σπα­θεῖς, συ­νέ­χι­σε νὰ ἀ­πο­τυγ­χά­νεις, συ­νέ­χι­σε νὰ κι­νεῖ­σαι.


Δ.Χ. Πεῖ­τε μας με­ρι­κὰ πλε­ο­νε­κτή­μα­τα καὶ μει­ο­νε­κτή­μα­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


T.H. To με­γα­λύ­τε­ρο πλε­ο­νέ­κτη­μα γιὰ μέ­να καὶ τοὺς σπου­δα­στὲς τῶν ἐρ­γα­στη­ρί­ων εἶ­ναι ὅ­τι οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μπο­ροῦν νὰ γρα­φτοῦν πο­λὺ γρή­γο­ρα – τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρες, οὔ­τε ση­μαί­νει ὅ­τι ὅ­λες οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες γρά­φον­ται μὲ τέ­τοι­ες τα­χύ­τη­τες. Ἁ­πλῶς μπο­ροῦν νὰ πα­ρα­χθοῦν πολ­λὲς καὶ συ­νε­πῶς ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ μὴν προσ­δέ­νε­ται πο­λὺ σὲ κά­θε μί­α, λι­γό­τε­ρο ἀ­ξι­ό­λο­γη. Ἐ­ὰν μιὰ ἱ­στο­ρί­α στὶς δέ­κα τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ, αὐ­τὸ εἶ­ναι σπου­δαῖ­ο. Ἄλ­λο ἕ­να πλε­ο­νέ­κτη­μα, γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον, εἶ­ναι ὅ­τι μπο­ρῶ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ἰ­δέ­ες μου, ἀ­φοῦ μπο­ρῶ νὰ γρά­ψω πε­ρισ­σό­τε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Ἐ­πί­σης, πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ ἀ­να­γνώ­στης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν ἤ­δη γνω­ρί­ζει ὅ­τι δὲ θὰ πρέ­πει νὰ δο­θεῖ πολ­λὴ «πλη­ρο­φό­ρη­ση», ἐ­φό­σον ὑ­πάρ­χει τό­σο μι­κρὸς κει­με­νι­κὸς χῶ­ρος, καὶ ἴ­σως νὰ εἶ­ναι πιὸ ἕ­τοι­μος νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ τοὺς ὑ­περ­ρε­α­λι­στι­κούς, ἀλ­λό­κο­τους κό­σμους χω­ρὶς νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται δια­ρκῶς «πῶς δου­λεύ­ει αὐ­τό;» καὶ συ­νε­πῶς ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λη γι’ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο ἱ­στο­ρί­ας.

       Τὰ μει­ο­νε­κτή­μα­τα εἶ­ναι λί­γα, ὅ­μως ἴ­σως τὸ με­γα­λύ­τε­ρο νὰ εἶ­ναι ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­βάλ­λει τὴν ἐ­σφαλ­μέ­νη ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ μι­κρό­τε­ρη ἔ­κτα­ση εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο οὐ­σι­ώ­δης, ὅ­τι μιὰ κα­λὴ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α μπο­ρεῖ ἁ­πλὰ νὰ γρα­φτεῖ βι­α­στι­κὰ μὲ λί­γη σκέ­ψη. Ὅ­λα χρει­ά­ζον­ται ἐ­ξά­σκη­ση. Κι ἐ­πί­σης ἐ­ὰν οἱ συγ­γρα­φεῖς αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἡ ἀ­γο­ρὰ τώ­ρα ἀ­πευ­θύ­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ἴ­σως προ­σπα­θή­σουν νὰ στρι­μώ­ξουν μιὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἱ­στο­ρί­α σὲ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο, ἐ­νῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει νὰ ἔ­χει τό­ση ἔ­κτα­ση ὅ­ση χρει­ά­ζε­ται.


Δ.Χ. Κα­τὰ πό­σο συμ­φω­νεῖ­τε μὲ τὴν ὑ­πό­θε­ση τοῦ Lauro Ζavala ὅ­τι «ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πι­θα­νὸν νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὴ χιλιετία»[7];


T.H. Κα­θό­λου! Δὲν προ­συ­πο­γρά­φω τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας συγ­κέ­ντρω­σης[8], οἱ ἀ­να­γνῶ­στες θὰ δι­α­βά­σουν σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες κά­θε ἔ­κτα­σης καὶ εἰ­δι­κὰ οἱ συν­το­μό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ἀ­παι­τοῦν με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή. Δὲ μοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ με­γά­λες δι­α­κη­ρύ­ξεις, οἱ γε­νι­κό­τη­τες. Τὸ ζη­τού­με­νο εἶ­ναι ἁ­πλὰ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες, οἱ λέ­ξεις, ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὴ γλώσ­σα. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ση­μαν­τι­κὸ γιὰ μέ­να.


Συ­νέν­τευ­ξη-Ἐ­πι­μέ­λεια: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου.

[1]. Ἀ­πο­δί­δω τὸν σύν­θε­το ἀγ­γλι­κὸ ὅ­ρο microfiction, τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρῶ πι­θα­νό­τε­ρο νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σει δι­ε­θνῶς γι’ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος κει­μέ­νων, μὲ τὸν ἐ­ξί­σου σύν­θε­το ἑλ­λη­νι­κὸ «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» ὡς ἀ­κρι­βέ­στε­ρο καὶ πλη­ρέ­στε­ρο καὶ τὸν δι­α­τη­ρῶ καὶ γιὰ τὸν ἀγ­γλι­κὸ ὅ­ρο flash fiction καὶ τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ minificción.

[2]. Περισσότερα στὸ Χριστοδούλου Δήμητρα Ι., Ἡ μικρο­μυθο­πλασία (micro­fiction, flash fi­ction, mini­ficción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­μενο: με­λέ­τη γιὰ ἕνα νέο δι­εθνές κι ἐθνι­κὸ εἶ­δος λό­γου, Κεφ. 2, σελ. 34-50.

[3]. Σὲ αὐτὴ τὴ διεθνῆ ἀνθο­λο­γία (2015) περιλαμβάνεται τὸ σύντομο διήγημα μὲ τίτλο «Ἀ­στεῖo»Joke»), τοῦ Γιάν­νη Πα­λα­βοῦ, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Karen Van Dyck.

[4]. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α (2018) συμ­με­τέ­χει ἡ Tania Hershman καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀγ­γλό­φω­νων συγ­γρα­φέ­ων, πολ­λῶν κα­τα­ξι­ω­μέ­νων (π.χ. Lou Beach, Stuart Dybek, Joyce Carol Oates), καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρων νέ­ων. Ἐ­ξαί­ρε­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ συμ­με­το­χὴ τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana Maria Shua, τῆς ὁ­ποί­ας τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Hermit» («Ἐ­ρη­μί­της») μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐδῶ, ὅ­πως καὶ τῶν Stuart Dybek καὶ Pamela Painter ἐ­δῶ.

[5]. Hershman Tania, My mo­ther was an up­right piano – Fi­ctions, Tangent Books, Bristol, (1η ἔκδοση) 2012 καὶ (2η ἔκδοση) 2014.

[6]. Hershman Tania and Newland Courttia (Series eds. Carole Angier and Sally Cline), Writing Short Sto­ries: A Wri­ters’ and Artists’ Compa­nion, Bloomsburry, London, 2015.

[7]. Zavala Lauro, Seis proble­mas para la mini­ficción, un géne­ro del tercer mi­le­nio : Bre­ve­dad, Di­ver­si­dad, Compli­ci­dad, Fra­cta­li­dad, Vir­tu­a­li­dad, 2010.

[8]. Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι ὁ Zavala δὲν ἀ­πο­δί­δει τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν ἀ­δυ­να­μί­α συγ­κέν­τρω­σης καὶ δὲ βα­σί­ζει σὲ αὐ­τὴ τὴν ὑ­πό­θε­σή του ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πι­θα­νὸν νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὴ χι­λι­ε­τί­α.  Πα­ρό­λα αὐ­τά, πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πο­λὺ δι­α­δε­δο­μέ­νη ἄ­πο­ψη, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­νι­σχύ­ει ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῶν ψη­φια­κῶν μέ­σων στὴ σύγ­χρο­νη κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή μας. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἄρ­θρο ὁ Zavala ἀ­πο­δί­δει σὲ αὐ­τὴν τὴν ἐ­πί­δρα­ση τὴ ρα­γδαί­α ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου δι­ε­θνῶς καὶ τὴν ἀλ­λα­γὴ στὴ σκέ­ψη.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman). Βρε­τα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1970 στὸ Λον­δί­νο καὶ με­τα­κό­μι­σε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια, τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὴ συγ­γρα­φή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος Μα­θη­μα­τι­κὸς καὶ Φυ­σι­κός, ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε πρό­σφα­τα καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό. Ἡ δι­α­τρι­βή της πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση Σω­μα­τι­δια­κὴς Φυ­σι­κῆς καὶ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Κυ­κλο­φο­ροῦν στὰ ἀγ­γλι­κὰ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ πο­λὺ σύν­το­μων πε­ζῶν της (Some Of Us Glow More Than Others, My Mother Was An Upright Piano, καὶ The White Road and Other Stories) καὶ ἡ πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή της, μὲ τί­τλο Terms & Conditions, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 (Nine Arches Press). Ἵ­δρυ­σε κι ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὸ ἱ­στο­λό­γιο ShortStops (www.shortstops.info)

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: http://www.taniahershman.com/wp/

Ἐδῶ δι­α­βά­ζει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες της στὰ ἀγ­γλι­κά.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Φι­λι­ὼ Χα­τζημ­πε­κιά­ρη (Ἀ­θήνα, 1960). Πτυ­­χίο (ΒΑ) στὸν Εὐρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ (EΑΠ), Μετα­πτυ­χια­κὴ εἰδίκευ­ση (M.Sc) στὴν Ἱστο­ρία & Φιλο­σο­φία τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ Τε­χνο­λο­γί­ας (ΕΚΠΑ). Ἐ­ρευ­νη­τι­κά ἐνδι­α­φέ­ρον­τα: Ἱστο­ρία τοῦ Δαρ­βι­νι­σμοῦ, Βι­ο­λο­γί­ας καὶ σχο­λι­κῶν βιβλίων, Φε­μι­νι­στι­κὲς Θε­ω­ρί­ες στὴν Ἐπι­στή­μη, Di­gi­tal Hu­ma­ni­ti­es.