Σκὶπ Χό­ρακ (Skip Horack): Τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες



Σκὶπ Χό­ρακ (Skip Horack)


Τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες

(Four Years, Four Months)


ΑΝΤΡΑΣ ΜΟΥ ξε­νο­πη­δά­ει. Ὄ­χι πο­λύ, ὄ­χι συ­χνά, ἀλ­λὰ ξέ­ρω ὅ­τι, ὅ­ταν ὁ Ἄν­τι βρί­σκει εὐ­και­ρί­α, τὴν ἁρ­πά­ζει. Τὸ ξέ­ρω – καὶ ξέ­ρει ὅ­τι τὸ ξέ­ρω. Τὸν πι­έ­ζω καὶ λέ­ει ὅ­τι μπο­ροῦ­με νὰ χω­ρί­σου­με, ἂν θέ­λω, κι ὅ­τι μὲ κα­τα­λα­βαί­νει. Εἶ­ναι ἡ τα­κτι­κή του γιὰ νὰ φέ­ρει τὰ πράγ­μα­τα ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ λέ­ει στοὺς δυ­ὸ γιούς μας ὅ­τι ἡ μα­μὰ ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ ἔ­φυ­γε, ὅ­τι δῆ­θεν ὁ ἴ­διος ἤ­θε­λε νὰ σώ­σει τὸν γά­μο. Μοῦ λέ­ει ὅ­τι μ’ ἀ­γα­πά­ει κι ὅ­τι πα­ρα­μέ­νω ἡ κα­λύ­τε­ρή του φί­λη —θά ’­μα­στε κολ­λη­τοὶ γιὰ πάν­τα, λέ­ει—, ἀλ­λὰ νοι­κο­κυ­ρευ­τή­κα­με πο­λὺ νέ­οι: μᾶς εἶ­χε μεί­νει πολ­λὴ ὄ­ρε­ξη γιὰ τρέ­λες, ὅ­ταν παν­τρευ­τή­κα­με. Ἔ­χω ἕ­να ρο­λο­γά­κι στὸ μυα­λό μου ποὺ γρά­φει «τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες». Τό­σο ἀ­πο­μέ­νει ὥ­σπου ὁ μι­κρός μας γιὸς νὰ κλεί­σει τὰ δε­κα­ο­χτὼ καὶ νὰ πά­ω σὲ δι­κη­γό­ρο. Μά­λι­στα, κύ­ρι­ε. Τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Σκὶπ Χό­ρακ (Skip Horack) ἔ­γρα­ψε δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τὸν Κυ­νη­γὸ τῆς Ἐ­δέμ (The Eden Hunter) καὶ τὸν Ἄλ­λο Ἰ­ω­σήφ (The Other Joseph), καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὁ Σταυ­ρὸς τοῦ Νό­του (The Southern Cross), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Bakeless Fiction Prize τοῦ Bread Loaf’s Writer’s Conference (2008). Δί­δα­ξε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Στάν­φορντ, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­λα­βε τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Wallace Stegner. Ὁ Χό­ρακ, ποὺ γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴ Λου­ϊ­ζιά­να, δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φλό­ριν­τα.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.

Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ: Ὁ σκύ­λος



Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ


Ὁ σκύ­λος


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, ὁ ὁ­ρι­στι­κός, ἄ­φη­σε αἴ­σθη­ση ἐκ­κρε­μό­τη­τας.

       «Κά­τι δὲν ἔ­χει γί­νει σω­στά», εἶ­πε ἡ Β. ὅ­ταν πή­γαι­ναν νὰ τὸν θά­ψουν στὸ βου­νό. Κά­τι δὲν κολ­λοῦ­σε. Ὁ νε­κρὸς σκύ­λος —αὐ­τὸς ὁ σκύ­λος— ἦ­ταν κά­τι ἀ­φύ­σι­κο. Ἂν καὶ ἀ­πό­λυ­τα φυ­σι­κό. Ἦ­ταν δε­κα­πέν­τε χρο­νῶν—σύμ­φω­να μὲ τοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμοὺς τῶν εἰ­δι­κῶν γύ­ρω στὰ ἑ­κα­τὸ ἀν­θρώ­πι­να— καὶ ἄρ­ρω­στος. Τό­τε για­τί;

       «Δὲν θὰ ἔρ­θει κι ὁ για­τρὸς νὰ μᾶς τὸ πεῖ;»

       Ὁ για­τρὸς δὲν ἦ­ταν στὴν πό­λη, τὸ ἔ­μα­θε ἀ­πὸ τὸ τη­λέ­φω­νο.

       «Τί ἄλ­λο νὰ μᾶς πεῖ; Θέ­λεις κι ἄλ­λη ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση; Δὲν ἀ­να­πνέ­ει.»

       Πί­στευ­ε ὅ­τι ἤ­θε­λε.

       Πί­σω στὸ σπί­τι ἔ­κα­νε ἕ­ναν γύ­ρο στὸ κα­θι­στι­κό· τὰ ἔ­πι­πλα τρα­βηγ­μέ­να στὴν ἄ­κρη γιὰ νὰ ἔ­χει χῶ­ρο ὁ σκύ­λος. Θυ­μή­θη­κε ὅ­τι πρὶν φύ­γει, γυρ­νοῦ­σε γιὰ μέ­ρες καὶ ξερ­νοῦ­σε τὸ μέ­σα του. Με­τὰ κα­τά­πι­νε λαί­μαρ­γα νε­ρό. Στὸ τέ­λος μό­νο νε­ρὸ κι οὔ­τε αὐ­τὸ στε­κό­ταν.

       Τώ­ρα ἔ­χουν μεί­νει κά­τι στρογ­γυ­λὰ ση­μά­δια στὸ πά­τω­μα, δυ­ὸ τρί­α σὲ κά­θε γω­νιά, ἀ­π’ τὰ ὑ­γρὰ ποὺ ἔ­κα­ψαν τὸ μάρ­μα­ρο καὶ τὸ ἔ­κα­ναν πιὸ ἄ­σπρο. Κά­θε πρω­ί, μπαί­νει τὸ φῶς κά­τω ἀ­π’ τὶς κουρ­τί­νες, πα­ράλ­λη­λα στὸ πά­τω­μα, καὶ γυ­α­λί­ζουν τὰ ξα­σπρι­σμέ­να ση­μά­δια.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ (1985, Αθήνα) Σπούδασε Παιδαγωγική στὴ Φιλο­σοφικὴ Σχολὴ Αθηνῶν καὶ Ἐπικοινωνία στὴν Ἀγγλία. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα καὶ ἐρ­γάζεται ὡς μεταφράστρια ὑποτιτλισμοῦ.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕ­να μο­να­χὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος σύ­χνα­ζε στὰ κα­πη­λειά



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕ­να μο­να­χὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος σύ­χνα­ζε στὰ κα­πη­λειά


ΑΠΟΙΟΣ γέ­ρον­τας ὁ ὁ­ποῖ­ος ἡ­σύ­χα­ζε στὴ Σκή­τη ἀ­νέ­βη­κε στὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια νὰ που­λή­σει τὸ ἐρ­γό­χει­ρό του· καὶ βλέ­πει ἕ­να νέ­ο μο­να­χὸ νὰ μπαί­νει στὸ κα­πη­λει­ό. Στε­νο­χω­ρή­θη­κε γι’ αὐ­τὸ ὁ γέ­ρον­τας καὶ πε­ρί­με­νε ἔ­ξω, γιὰ νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει, ὅ­ταν θὰ βγεῖ, πράγ­μα ποὺ ἔ­γι­νε. Ὅ­ταν λοι­πὸν βγῆ­κε ὁ νέ­ος, τὸν πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ὁ γέ­ρον­τας, τὸν πῆ­γε κά­που ἰ­δι­αι­τέ­ρως καὶ τοῦ λέ­ει: «Κύ­ρι­ε ἀ­δελ­φέ, δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι φο­ρᾶς τὸ ἅ­γιο σχῆ­μα; δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι εἶ­σαι νέ­ος; δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι πολ­λὲς εἶ­ναι οἱ πα­γί­δες τοῦ δι­α­βό­λου; δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι κι ἀ­πὸ τὰ μά­τια κι ἀ­πὸ τὴν ἀ­κο­ὴ κι ἀ­π’ τὶς χει­ρο­νο­μί­ες βλά­πτον­ται οἱ μο­να­χοί, ὅ­ταν ζοῦν στὶς πό­λεις; Ἐ­σὺ ὅ­μως,  μπαί­νον­τας χω­ρὶς φό­βο στὰ κα­πη­λειά, κι ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν θέ­λεις ἀ­κοῦς κι ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν θέ­λεις βλέ­πεις καὶ συ­να­να­στρέ­φε­σαι κι ἄ­σε­μνα μὲ γυ­ναῖ­κες. Μή, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, ἀλ­λὰ πή­γαι­νε στὴν ἔ­ρη­μο, ὅ­που μπο­ρεῖς νὰ σω­θεῖς, ὅ­πως τὸ θέ­λεις.» Τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ νέ­ος: «Πή­γαι­νε, κα­λό­γε­ρε, ὁ Θε­ὸς δὲν θέ­λει τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ “καρ­δί­αν κα­θα­ράν”.» Τό­τε ὁ γέ­ρον­τας σή­κω­σε τὰ χέ­ρια του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ εἶ­πε: «Δό­ξα Σοι ὁ Θε­ός, ἐ­πει­δὴ ἔ­χω στὴ Σκή­τη πε­νήν­τα χρό­νια κι ἀ­κό­μα δὲν ἀ­πό­κτη­σα “καρ­δί­αν κα­θα­ράν”. Κι αὐ­τὸς γυ­ρί­ζον­τας στὰ κα­πη­λειά, ἀ­πό­κτη­σε “καρ­δί­αν κα­θα­ράν”». Καὶ στρά­φη­κε στὸν ἀ­δελ­φὸ καὶ τοῦ εἶ­πε: «Ὁ Θε­ὸς κι ἐ­σέ­να νὰ σώ­σει καὶ νὰ μὴ δι­α­ψεύ­σει τὴ δι­κή μου ἐλ­πί­δα.»



Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Λει­μω­νά­ριον, μτφ. Μο­να­χοῦ Θε­ο­λό­γου Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νοῦ, ἔκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ριος 1986, σ. 222.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Ρὸν Γουάλλας (Ron Wallace): Ἀ­νη­συ­χί­α



Ρὸν Γουάλλας (Ron Wallace)


­νη­συ­χί­α

(Worry)


ΚΕΙΝΗ ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γι’ ἀν­θρώ­πους, ἐ­τοῦ­τος γιὰ πράγ­μα­τα. Καὶ γιὰ ὅ,τι ὑ­πῆρ­χε με­τα­ξύ τους, αὐ­τὸ τὰ λέ­ει ὅ­λα.

       «Τί σκέ­φτε­σαι ποὺ ἡ κό­ρη μας ξε­νο­κοι­μᾶ­ται;», εἶ­πε κεί­νη. «Τὰ σκα­λιὰ στὴ βε­ράν­τα σα­πί­ζου­νε», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ ἄλ­λος. «Θὰ πέ­σει κα­νέ­νας μέ­σα.»

       Ξα­πλώ­να­νε μα­ζὶ στὸ κρε­βά­τι καὶ μι­λοῦ­σαν. Μα­ζὶ ξα­πλώ­να­νε καὶ μι­λοῦ­σαν, γιὰ εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια. Πρῶ­τα-πρῶ­τα, ἂν θὰ κά­να­νε παι­διὰ —ἐ­κεί­νη τό ’­θε­λε (ἂν καὶ ὑ­πῆρ­χε τὸ σύν­δρο­μο Ντά­ουν, ἡ λευ­χαι­μί­α, ἡ μι­κρο­κε­φα­λί­α, οἱ μα­γου­λά­δες), τοῦ­τος πά­λι ὄ­χι (ἡ ἐ­πέν­δυ­ση στρά­βω­νε, ἡ στέ­γη γρή­γο­ρα θ’ ἄ­νοι­γε)— κι ἔ­πει­τα, σὰν γεν­νή­θη­κε ἡ κό­ρη τους, παι­δά­κι γε­ρό, πα­ρὰ κά­τι τρι­ά­μι­σι κι­λὰ («δὲν κα­λο­τρώ­ει»· «ὁ φοῦρ­νος γκρε­μί­ζε­ται»), κυ­ρί­ως γιὰ θέ­μα­τα οἰ­κο­γε­νεια­κὰ («οἱ φί­λοι της εἶ­ν’ ἀ­λι­τή­ριοι, τὸ δω­μά­τιό της χά­λια»· «τὰ φρέ­να σφυ­ρᾶ­νε, ὁ βρα­στή­ρας σκου­ριά­ζει»).

       Ἡ ἀ­νη­συ­χί­α με­γά­λω­νε ἀ­νά­με­σά τους σὰν κα­νέ­νας γιός, μὲ τὰ μι­κρο­πεί­σμα­τά του κι ἔ­πει­τα μὲ πιὸ πι­ε­στι­κὲς ἀ­παι­τή­σεις. Τὸν χα­ϊ­δεύ­α­νε καὶ τὸν κα­νά­κευ­αν· τοῦ βά­ζα­νε θέ­ση στὸ τρα­πέ­ζι· τό­νε στέλ­ναν στὸ νη­πι­α­γω­γεῖ­ο, σὲ ἰ­δι­ω­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο, σὲ κολ­λέ­γιο. Ἐ­πει­δὴ σὲ ὅ­λα σχε­δὸν ἀ­πο­τύ­χαι­νε καὶ γυρ­νοῦ­σε πάν­τα σπί­τι, τὸν ἀ­γα­ποῦ­σαν. Ἤ­τα­νε, τέ­λος πάν­των, ὁ γιός τους.

       «Δι­α­βά­ζω, και­ρὸ τώ­ρα, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της: παίρ­νει ναρ­κω­τι­κά. Κοι­μᾶ­ται ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ.» «Δὲ νο­μί­ζω πὼς μπο­ρῶ νὰ τὸ φτιά­ξω μο­να­χός μου. Ποῦ θὰ βροῦ­με μα­ραγ­κό;»

       Καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ἡ κό­ρη τους παν­τρεύ­τη­κε τ’ ἀ­γό­ρι της ἀ­πὸ τὸ Λύ­κει­ο, ἔ­κα­νε οἰ­κο­γέ­νεια κι ἄ­νοι­ξε μα­γα­ζὶ ὑ­γι­ει­νῆς δι­α­τρο­φῆς σὲ μιὰ μα­κρι­νὴ κω­μό­πο­λη. Μό­λο ποὺ ἀ­να­πο­λοῦ­σε τὰ μι­κρά­τα της, ὅ­πως κι ὁ κα­θέ­νας —πό­σο κα­λοὶ ἦ­ταν οἱ γο­νεῖς της καὶ πό­σο ἀ­νη­συ­χού­σα­νε γιὰ κεί­νην, πό­σο θὰ γερ­νού­σα­νε καὶ θὰ γί­νον­ταν πιὸ ἀ­νήμ­πο­ροι— σπά­νια τη­λε­φω­νοῦ­σε ἢ ἐρ­χό­τα­νε γιὰ ἐ­πί­σκε­ψη: εἶ­χε τὶς δι­κές της ἀ­νη­συ­χί­ες.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα τοῦ συγγραφέα:

https://dept.english.wisc.edu/wallace/?page_id=63

 

Ρὸν Γουά­λλας (Ron Wallace). Συγ­γρα­φέ­ας πο­λυ­ά­ριθ­μων βι­βλί­ων ποί­η­σης. Τε­λευ­ταῖ­ο του: Μό­νον γιὰ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χρό­νο(For a Limited Time Only, 2008). Συν­δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ προ­γράμ­μα­τος Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, κα­θη­γη­τὴς Ἀγ­γλι­κῶν καὶ κα­θη­γη­τὴς Ποί­η­σης στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Wisconsin-Madison.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ, ἀγ­γλι­κά καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Βακ­χι­κόν: Peter Huchel, Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe), Μ. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (συ­νέκ­δο­ση μὲ τὸ Fondazione Mario Luzi). Ὑ­πό ἔκ­δο­ση εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ποι­η­μά­των τοῦ U. Sabα (Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν Ἰ­τα­λι­κοῦ Μορ­φω­τι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Ἀ­θη­νῶν, 2018). Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λά λο­γο­τε­χνι­κά πε­ρι­ο­δι­κά.

Γιά­ννης Δεν­δρι­νός: Ἡ ἀποστολή



Γιά­ννης Δεν­δρι­νός


Ἡ ἀ­πο­στο­λή


Α ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ στα­μά­τη­σαν στὸ κόκ­κι­νο φα­νά­ρι. Ἡ πλα­ϊ­νὴ σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα τῆς πρε­σβεί­ας μι­σά­νοι­ξε. Τό­τε ξε­κί­νη­σε καὶ μὲ γρή­γο­ρο, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ βῆ­μα πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ ἕ­να πε­ζο­δρό­μιο στ’ ἄλ­λο. Κοί­τα­ζε ἀ­ρι­στε­ρὰ δε­ξιὰ τοὺς ὁ­δη­γοὺς μὲ τὸ βλέμ­μα ἀν­θρώ­που ποὺ μό­λις ὁ­λο­κλή­ρω­σε μιὰ δύ­σκο­λη ἀ­πο­στο­λὴ καὶ ὀ­φεί­λει νὰ ὑ­πο­πτεύ­ε­ται ὅ­λους ὅ­σους βρί­σκον­ται στὸ διά­βα του. Τρύ­πω­σε στὴν πόρ­τα.

       «Τὸ εἶ­δες αὐ­τό;» ρώ­τη­σα ἔκ­πλη­κτος τὴ γυ­ναί­κα μου.

       «Μιὰ γά­τα ἤ­τα­νε, τί ἔ­γι­νε;» μοῦ ἀ­πάν­τη­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα.

       «Μά, δὲν πρό­σε­ξες τὸ ὕ­φος της; Τὸ συγ­χρο­νι­σμὸ τῶν κι­νή­σε­ων; Σχε­δὸν στρα­τι­ω­τι­κός. Σὰν νὰ ἔ­κα­νε σι­νιά­λο νὰ τῆς ἀ­νοί­ξουν τὴν πόρ­τα», ἐ­πέ­μει­να.

       «Τί ἀ­νο­η­σί­ες εἶ­ναι πά­λι αὐ­τές; Ἡ φαν­τα­σί­α σου ἔ­χει ξε­φύ­γει. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σες αὐ­τὸ τὸ σε­μι­νά­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ὅ­λο κά­τι τέ­τοι­α μοῦ λὲς στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να», εἶ­πε.

       «Δὲν ξέ­ρω τί λὲς ἐ­σύ. Ἄ­κου­σα ὅ­τι ἔ­χουν ἀ­να­πτύ­ξει πο­λὺ προ­χω­ρη­μέ­νες με­θό­δους κα­τα­σκο­πεί­ας. Ὅ­λοι ἐκ­παι­δεύ­ον­ται, ἄν­τρες, γυ­ναῖ­κες, παι­διά. Για­τί ὄ­χι καὶ τὰ ζῶ­α; Καὶ μά­λι­στα ἔ­ξυ­πνα καὶ πα­νοῦρ­γα, ὅ­πως οἱ γά­τες». Δὲν μί­λη­σε.

       «Βά­ζω στοί­χη­μα ὅ­τι μό­λις τε­λεί­ω­σε τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ποὺ τῆς ἀ­νά­θε­σαν καὶ γύ­ρι­σε στὴ βά­ση της», μουρ­μού­ρι­σα μέ­σα ἀ­π’ τὰ δόν­τια μου.

       Τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε ξα­νὰ πρά­σι­νο. Ξε­κί­νη­σα σι­γὰ καὶ κοί­τα­ξα δε­ξιά μου. Ἡ γά­τα ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ, μό­νη, δί­πλα ἀ­πὸ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα. Πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ δρό­μο. Θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν ὅ­τι μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Ἴ­σως καὶ νὰ μοῦ ‘κλει­σε τὸ μά­τι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Δεν­δρι­νός (1966): Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἰ­θά­κη καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Μη­χα­νι­κὸς ΕΜΠ, ἔ­χει σπου­δά­σει ἀ­κό­μη οἰ­κο­νο­μι­κὲς καὶ πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα!



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά

 

Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα!


ΙΗΓΗΘΗΚΕ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὁ Ἀβ­βᾶς Μα­κά­ριος, λέ­γον­τας: «Ὅ­ταν ἥ­μουν νε­ώ­τε­ρος καὶ ἔ­με­να σὲ κελ­λί, στὴν Αἴ­γυ­πτο, μὲ ἔ­κα­μαν διὰ τῆς βί­ας κλη­ρι­κὸ στὴν κώ­μη. Καὶ μὴ θέ­λον­τας νὰ ἀ­να­λά­βω, ἔ­φυ­γα σὲ ἄλ­λο τό­πο. Καὶ ἦλ­θε σ’ ἐ­μέ­να ἕ­νας εὐ­λα­βὴς λα­ϊ­κὸς καὶ ἔ­παιρ­νε τὸ ἐρ­γό­χει­ρό μου καὶ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε. Συ­νέ­βη δέ, ἀ­πὸ πει­ρα­σμό, μιὰ παρ­θέ­νος, στὴν κώ­μη, νὰ πέ­ση σὲ ἁ­μαρ­τί­α. Καὶ ἔ­χον­τας μεί­νει ἔγ­κυ­ος, τὴ ρω­τοῦ­σαν ποι­ός τῆς τὸ ἔ­κα­με αὐ­τό. Καὶ ἐ­κεί­νη ἔ­λε­γε: Ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής. Βγῆ­καν λοι­πὸν οἱ χω­ρι­κοί, μὲ ἔ­πια­σαν, μοῦ κρέ­μα­σαν στὸν τρά­χη­λο γα­νω­μέ­νες χύ­τρες καὶ χε­ρού­λια ἀ­πὸ κο­φί­νια, μὲ πόμ­πευ­σαν στὰ σταυ­ρο­δρό­μια τῆς κώ­μης καὶ μὲ χτυ­ποῦ­σαν, λέ­γον­τας: Αὐ­τὸς ὁ κα­λό­γε­ρος μᾶς δι­έ­φθει­ρε τὸ κο­ρά­σι, πάρ­τε τον, πάρ­τε τον. Καὶ μὲ χτύ­πη­σαν τό­σο, ὁ­ποὺ πα­ρὰ λί­γο νὰ πε­θά­νω. Ἦλ­θε δὲ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς γέ­ρον­τες καὶ εἶ­πε: Ὣς πό­τε θὰ χτυ­πᾶ­τε τὸν ξέ­νο μο­να­χό; Αὐ­τὸς δὲ ὁ­ποὺ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε, ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πί­σω μου ντρο­πι­α­σμέ­νος. Για­τὶ καὶ αὐ­τὸν τὸν ἔ­βρι­ζαν πο­λὺ καὶ τοῦ ἔ­λε­γαν: Νά, βλέ­πεις τί ἔ­κα­με ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής, ὁ­ποὺ σὺ κα­μά­ρω­νες; Καὶ λέ­γουν οἱ γο­νεῖς της: Δὲν τὸν ἀ­φή­νου­με ὥ­σπου νὰ μᾶς δώ­ση ἐγ­γυ­η­τὴ ὅ­τι θὰ τὴ δι­α­τρέ­φη. Καὶ εἶ­πα στὸν δι­α­κο­νη­τή μου καὶ αὐ­τὸς ἐγ­γυ­ή­θη­κε. Καὶ πῆ­γα στὸ κελ­λί μου καὶ τοῦ ἔ­δω­σα ὅ­σα ζεμ­πί­λια εἶ­χα, λέ­γον­τάς του: Πού­λη­σέ τα καὶ δὸς στὴ γυ­ναῖ­κα μου νὰ φά­η. Καὶ ἔ­λε­γα στὸν λο­γι­σμό μου: Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα. Πρέ­πει νὰ ἐρ­γά­ζε­σαι κά­πως πιὸ πο­λύ, γιὰ νὰ τὴν τρέ­φης. Καὶ ἐρ­γα­ζό­μουν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ τῆς ἔ­στελ­να. Καὶ ὅ­ταν ἦλ­θε ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­θλί­ας νὰ γεν­νή­ση, περ­νοῦ­σαν μέ­ρες πολ­λὲς ὁ­ποὺ βα­σα­νι­ζό­ταν χω­ρὶς νὰ γεν­νή­ση. Καὶ τῆς λέ­γουν: Τί ση­μαί­νει αὐ­τό; Καὶ τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε: Ἐ­γὼ ξέ­ρω. Για­τὶ συ­κο­φάν­τη­σα τὸν ἀ­να­χω­ρη­τὴ καὶ τὸν κα­τη­γό­ρη­σα λέ­γον­τας ψέμ­μα­τα. Δὲν φταί­ει αὐ­τός, ἀλ­λὰ ὁ δεῖ­να νέ­ος. Ἦλ­θε λοι­πὸν αὐ­τὸς ὁ­ποὺ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε, ὅ­λος χα­ρά. Καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν μπό­ρε­σε νὰ γεν­νή­ση ἐ­κεί­νη ἡ πρώ­ην παρ­θέ­νος, ὡ­σό­του ὡ­μο­λό­γη­σε: Δὲν εἶ­ναι ἔ­νο­χος ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής, ἀλ­λὰ εἶ­πα ψέμ­μα­τα ἐ­ναν­τί­ον του. Καὶ νά, ὅ­λη ἡ κώ­μη θέ­λει νὰ ἔλ­θη ἐ­δῶ μὲ πομ­πὴ καὶ πα­ρά­τα­ξη, γιὰ νὰ σοῦ ὑ­πο­βά­λη τὴ με­τά­νοι­ά της. Ἐ­γὼ ὅ­μως, ἀ­κού­ον­τάς τα αὐ­τά, γιὰ νὰ μὴ μὲ θλί­ψουν οἱ ἄν­θρω­ποι, ση­κώ­θη­κα καὶ ἦλ­θα ἐ­δῶ σὲ Σκή­τη. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­φορ­μὴ ὁ­ποὺ κα­τέ­φυ­γα ἐ­δῶ.»



Πη­γή: Εἶ­πε Γέ­ρων. Τὸ «Γε­ρον­τι­κόν» σὲ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ ἀ­πό­δο­ση, μτφ. Βα­σι­λεί­ου Πέν­τζα, ἐκδ. Ἀ­στήρ, χχ, σ. 146-147.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς (Joyce Carol Oates): Ὁ πρῶ­τος χρό­νος τῆς χή­ρας



Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς (Joyce Carol Oates)


Ὁ πρῶ­τος χρό­νος τῆς χή­ρας

(Widow’s First Year)


Μὲ κρά­τη­σα ζων­τα­νή.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὸν τό­μο Hint Fi­ction: an an­tho­lo­gy of Sto­ri­es in 25 Words or Fe­wer (ἐπ. Robert Swart­wood). Βλ. καὶ ἐ­δῶ:

https://www.buzzfeed.com/kimberlywang/17-flash-fiction-stories-you-can-read-right-now?sub=3034174_2505198

Τζό­ις Κά­ρολ ­ουτς (Joyce Carol Oates) εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς πιὸ κα­τα­ξι­ω­μέ­νες καὶ πο­λύ­πλευ­ρες Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες συγ­γρα­φεῖς. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1938, στὸ Λόκ­πορτ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, ἀ­πὸ φτω­χὴ οἰ­κο­γέ­νεια, καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ γρά­φει σὲ ἡ­λι­κί­α δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν, ὅ­ταν τῆς χά­ρι­σαν τὴν πρώ­τη της γρα­φο­μη­χα­νή. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ ὅ­λα σχε­δὸν τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη —μυ­θι­στό­ρη­μα, δι­ή­γη­μα, ποί­η­ση, θέ­α­τρο, λο­γο­τε­χνι­κὴ κρι­τι­κή, δο­κί­μιο, ἀ­κό­μα καὶ παι­δι­κό— καὶ εἶ­ναι πο­λυ­γρα­φό­τα­τη. Ἀ­πὸ τὸ 1968 ἕ­ως τὸ 1978, δί­δα­ξε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Γου­ίν­δσορ τοῦ Κα­να­δᾶ καὶ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ αὐ­τὴ δε­κα­ε­τί­α ἐ­ξέ­δι­δε δύ­ο μὲ τρί­α βι­βλί­α τὸ χρό­νο. Σή­με­ρα δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πρίν­στον τοῦ Νιοῦ Τζέρ­σι. Ἐκ­δί­δει μὲ τὸν σύ­ζυ­γό της, Ρέ­ι­μοντ Τζ. Σμίθ, ἕ­να μι­κρὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ (The Ontario Review). Εἶ­ναι πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νη καὶ ἔ­χει προ­τα­θεῖ δύ­ο φο­ρὲς γιὰ τὸ Βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις, κα­θὼς καὶ μὲ τὸ κο­ρυ­φαῖ­ο βρα­βεῖ­ο στὴν Ἀ­με­ρι­κή, τὸ National Book Award.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.