Μαρίνα Παπαγεωργίου: Ἡ πιὸ σημαντικὴ μέρα


Μαρίνα Παπαγεωργίου


Ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἡ­μέ­ρα


ΡΑΤΟΥΣΕΣ στὸ χε­ρά­κι σου ἕ­να τρα­γα­νὸ κρι­τσί­νι. Ἤ­σουν τεσ­σά­ρων. Δὲν πρό­λα­βες νὰ τὸ βά­λεις στὸ στό­μα, εἶ­χα ἤ­δη ξε­κι­νή­σει τὸ μά­θη­μα.

        «Σή­με­ρα θὰ σοῦ μά­θω πῶς δι­ευ­θύ­νει ὁ μα­έ­στρος τὴν ὀρ­χή­στρα. Κρα­τᾶ ἕ­να κρι­τσί­νι, τρώ­ει λί­γο, τώ­ρα κρα­τᾶ τὸ κρι­τσί­νι μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κτύ­λων, δι­ευ­θύ­νει τοὺς μου­σι­κούς, τρώ­ει λί­γο, δι­ευ­θύ­νει. Νά, ἔ­τσι, ἁ­πα­λά, μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κτύ­λων. Ἔ­τσι μπρά­βο. Κι ὅ­ταν ὁ μα­έ­στρος ρο­κα­νί­σει ὣς κά­τω τὸ κρι­τσί­νι καὶ τὸ κρι­τσί­νι ἔ­χει γί­νει πιὰ πο­λὺ μι­κρό, ἡ ὀρ­χή­στρα τό­τε κα­τα­λα­βαί­νει πὼς πρέ­πει νὰ ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ τὸ φι­νά­λε.»

        Μὲ ἄ­κου­γες κι ἑ­τοι­μα­ζό­σουν κι ἐ­σύ.

        «Τὴν κο­ρυ­φαί­α στιγ­μή, ὁ μα­έ­στρος κά­νει μιὰ χα­ψιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μα­τά­κι κρι­τσί­νι. Πνευ­στά, κρου­στὰ καὶ ἔγ­χορ­δα παί­ζουν σὰν τρε­λὰ κι ὁ μα­έ­στρος, χορ­τα­σμέ­νος, ἁ­πλώ­νει τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ δε­χτοῦν, ὅ­λοι μα­ζί, τὸ χει­ρο­κρό­τη­μα!»

        Μὲ μπου­κω­μέ­νο τὸ στό­μα, χει­ρο­κρό­τη­σες μα­ζί μου καὶ γέ­μι­σε τὸ τρα­πέ­ζι ψί­χου­λα. Θρι­αμ­βευ­τι­κὸ φι­νά­λε. Μπο­ρεῖ νὰ ἤ­σουν μό­νο τεσ­σά­ρων, ἀλ­λὰ ἔ­πρε­πε ν’ ἀρ­χί­σεις νὰ μα­θαί­νεις.

        Τώ­ρα ἤ­ξε­ρες πό­ση μου­σι­κὴ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ κρι­τσί­νι. Δὲν ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­σκε­δα­στι­κό; Εἶ­χα κι ἄλ­λα τέ­τοι­α κόλ­πα καί, παί­ζον­τας μα­ζί μου, θὰ γι­νό­σουν ὁ κα­λύ­τε­ρος μα­έ­στρος. Κα­λύ­τε­ρος κι ἀ­π’ τὸν παπ­ποῦ σου. Κα­λύ­τε­ρος κι ἀ­πὸ μέ­να.

        Σὲ μπού­χτι­ζα κρι­τσί­νια, τό­νους καὶ ἡ­μι­τό­νια. Κα­μά­ρω­να τὴν ἀν­το­χή σου, εἶ­χες μιὰ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα. Ἤ­σουν κα­λός, ἀ­μί­λη­τος, πει­θαρ­χη­μέ­νος. Ὅ­πως εἴ­μα­στε φτι­αγ­μέ­νοι ἐ­μεῖς οἱ μου­σι­κοί.

        Ἴ­σως στὰ τέσ­σε­ρα ἦ­ταν λί­γο νω­ρίς… Ἔ­τσι, ὅ­μως, θὰ τὰ μά­θαι­νες ὅ­λα πο­λὺ γρή­γο­ρα, ἤ­σουν τό­σο ὑ­πά­κου­ο παι­δί. Κι ὣς τὰ δε­κα­πέν­τε θὰ ἤ­σουν πλέ­ον ἕ­τοι­μος.

        Ἡ μέ­ρα ἔ­φτα­σε, τὴν πε­ρι­μέ­να­με χρό­νια. Πρώ­τη φο­ρὰ φο­ροῦ­σες κο­στού­μι· σοῦ τὸ πή­ρα­με, ἡ μα­μὰ κι ἐ­γώ, εἰ­δι­κὰ γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Ἔ­νι­ω­θες λί­γο ἄ­βο­λα μέ­σα στὸ σα­κά­κι, τὸ ἔ­βλε­πα, ἡ μέ­ρα ὅ­μως ἦ­ταν πο­λὺ ση­μαν­τι­κή. Ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἀ­π’ ὅ­λες. Κι ἤ­μα­σταν πλέ­ον ἕ­τοι­μοι.

        Πά­τη­σες βά­ναυ­σα τὸ Ντό, δέ­κα, εἴ­κο­σι φο­ρές. Καὶ με­τά, μὲ τὸ δεί­κτη, ἄρ­χι­σες νὰ χτυ­πᾶς τὸ Σὶ ἀ­στα­μά­τη­τα, μὲ τὸ βλέμ­μα πά­νω μου, σὰ νὰ μὲ σφυ­ρο­κο­ποῦ­σες! Τὰ μέ­λη τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς σὲ κοι­τοῦ­σαν μὲ τρό­μο, ἐ­σὺ ὅ­μως κοι­τοῦ­σες μό­νο ἐ­μέ­να, τι­μω­ρη­τι­κά· σὰν νὰ ἤ­μα­σταν μό­νο οἱ δυ­ό μας στὴν αἴ­θου­σα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων.

        Ἡ κα­κο­φω­νί­α σου ἦ­ταν ἐ­νορ­χη­στρω­μέ­νη τέ­λεια. Τὰ δά­χτυ­λά σου πα­τοῦ­σαν βάρ­βα­ρα ὅ­λα τὰ μαῦ­ρα ταυ­τό­χρο­να· ἔ­παι­ζες τυ­φλά, οὔ­τε μιὰ στιγ­μὴ δὲν κοί­τα­ξες τὰ πλῆ­κτρα, εἶ­χες τὸ κε­φά­λι σου στραμ­μέ­νο σ’ ἐ­μέ­να, στὴν πρώ­τη σει­ρά, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να πά­νω μου· καὶ τὸ πό­δι σου πί­ε­ζε τὸ πεν­τάλ, βί­αι­α καὶ πα­ρα­τε­τα­μέ­να.

        Ση­κώ­θη­κες ἀ­πὸ τὸ πιά­νο καί, χω­ρὶς νὰ μὲ κοι­τά­ζεις πιά, ἀ­πο­χώ­ρη­σες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­να Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἔχει ἐκδοθεῖ μία συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Γλυ­κιὰ Πε­νι­κι­λί­νη (Ἰ­ωλ­κός), ἐ­νῶ δι­η­γή­μα­τα καὶ κεί­με­νά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.


			

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan): Ἡ μι­κρό­τε­ρη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα



Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Ἡ μι­κρό­τε­ρη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα

(The smallest snowstorm on record)


Η ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα συ­νέ­βη μιὰ ὥ­ρα πρὶν στὴν αὐ­λή μου. Ἦ­ταν δύ­ο μό­λις νι­φά­δες. Πε­ρί­με­να νὰ ρί­ξει κι ἄλ­λο χι­ό­νι, ὅ­μως αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ θύ­ελ­λα ἦ­ταν δύ­ο μό­νο νι­φά­δες.

       Ἔ­πε­σαν ἀ­π’ τὸν οὐ­ρα­νὸ μ’ ἕ­να στὶλ πού ’­φερ­νε στὸν νοῦ τὶς σπιρ­τό­ζι­κες γκά­φες τοῦ Χον­τροῦ καὶ τοῦ Λι­γνοῦ καί, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι, οἱ δυ­ὸ χι­ο­νο­νι­φά­δες τοὺς ἔ­μοια­ζαν. Ἦ­ταν λὲς κι ὁ Χον­τρὸς κι ὁ Λι­γνὸς εἶ­χαν με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ χι­ο­νο­νι­φά­δες καὶ πρω­τα­γω­νι­στοῦ­σαν στὴ μι­κρό­τε­ρη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα τοῦ κό­σμου.

       Οἱ δυ­ὸ νι­φά­δες ἔ­πε­φταν μὲ τὸ πά­σο τους, μὲ τοῦρ­τες στὸ πρό­σω­πο, ἀ­γω­νι­ώ­δεις προ­σπά­θει­ες νὰ βγά­λουν γέ­λιο καὶ νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά τους σ’ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τοὺς τὴ στε­ρή­σει, ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἦ­ταν μα­θη­μέ­νος σὲ με­γα­λύ­τε­ρες χι­ο­νο­θύ­ελ­λες, ἑ­ξήν­τα πόν­τους καὶ πά­νω, καὶ θὰ μπο­ροῦ­σε πο­λὺ εὔ­κο­λα νὰ δυ­σα­να­σχε­τή­σει βλέ­πον­τας μιὰ θύ­ελ­λα μὲ δύ­ο νι­φά­δες.

       Ἀ­φοῦ προ­σγει­ώ­θη­καν κω­μι­κὰ πά­νω στὸ χι­ό­νι πού ’­χε μεί­νει στρω­μέ­νο ἀ­πὸ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ χι­ο­νο­πτώ­σεις ἐ­τοῦ­το τὸν χει­μώ­να, πε­ρί­με­να λι­γά­κι μὲ τὸ βλέμ­μα στὸν οὐ­ρα­νὸ νὰ δῶ ἂν θὰ ρί­ξει κι ἄλ­λο χι­ό­νι, κι ὕ­στε­ρα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς οἱ δυ­ὸ νι­φά­δες ἦ­ταν ἀ­πὸ μό­νες τους θύ­ελ­λα σω­στή, ὅ­πως ὁ Χον­τρὸς κι ὁ Λι­γνός.

       Βγῆ­κα ἔ­ξω κι ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ τὶς βρῶ. Θαύ­μα­σα τὸ θάρ­ρος τους νὰ μεί­νουν ἴ­δι­ες πα­ρὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­ψα­χνα νὰ τὶς βρῶ, σκαρ­φι­ζό­μουν τρό­πους νὰ τὶς βά­λω στὴν κα­τά­ψυ­ξη, νὰ νι­ώ­σουν ἄ­νε­τα καὶ νὰ δε­χτοῦν τὴν προ­σο­χή, τὸν θαυ­μα­σμὸ καὶ τὶς τι­μὲς ποὺ τοὺς ἄ­ξι­ζαν γιὰ τὴν τό­ση ὀ­μορ­φιά τους.

       Ἔ­χε­τε πο­τὲ ἐ­πι­χει­ρή­σει νὰ βρεῖ­τε δυ­ὸ χι­ο­νο­νι­φά­δες σ’ ἕ­να χει­μω­νι­ά­τι­κο το­πίο σκε­πα­σμέ­νο γιὰ μῆ­νες ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι;

       Πῆ­γα στὴν εὐ­ρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χὴ τῆς προ­σγεί­ω­σης. Ἀ­να­ζη­τοῦ­σα δύ­ο χι­ο­νο­νι­φά­δες σ’ ἕ­ναν κό­σμο δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων. Ἐ­πι­πλέ­ον, θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ τὶς πα­τή­σει, κι αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν κα­λὴ ἰ­δέ­α.

       Μοῦ πῆ­ρε λί­γη μό­νο ὥ­ρα νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω τὴ μα­ται­ό­τη­τα ὅ­λου αὐ­τοῦ. Ἡ μι­κρό­τε­ρη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα τοῦ κό­σμου εἶ­χε χα­θεῖ γιὰ πάν­τα. Ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὴν ξε­χω­ρί­σω.

       Μοῦ δί­νει χα­ρὰ ἡ σκέ­ψη πὼς ἴ­σως τὸ ἀ­πα­ρά­μιλ­λο θάρ­ρος τῶν δύ­ο αὐ­τῶν νι­φά­δων ἔ­χει βρεῖ τρό­πο νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει σ’ ἕ­ναν κό­σμο στὸν ὁ­ποῖ­ο τέ­τοι­α πράγ­μα­τα δὲν ἐ­κτι­μῶν­ται πάν­τα.

       Γύ­ρι­σα στὸ σπί­τι, κι ἄ­φη­σα τὸν Χον­τρὸ καὶ τὸν Λι­γνὸ χα­μέ­νους στὸ χι­ό­νι.



Πη­γή: Richard Brautigan, The TokyoMon­tana Ex­press, Λον­δί­νο, Pi­cador (Pan Books), 1982 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Νέ­α Ὑ­όρ­κη, Targ Editions, 1979].

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα – 1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Με­γά­λη Ἰ­δέ­α – 1854



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Με­γά­λη Ἰ­δέ­α – 1854

[τῶν Γεωργίου Γλαράκη καὶ Νικολάου Φλογαΐτη]


Ο ΧΙΩΤΗΣ λο­γι­ώ­τα­τος, πα­λιὸς Ἀ­γω­νι­στὴς καὶ συ­χνὰ ὑ­πουρ­γὸς Γ. Γλα­ρά­κης κα­τά­φε­ρε τέ­λος ν’ ἀ­πο­χτή­σῃ σπί­τι στὴν ὁ­δὸ Μου­σῶν.

       Ὁ σύ­γαμ­πρός του Νικ. Φλο­γα­ΐ­της, ἄλ­λος με­γα­λο­ϊ­δε­ά­της λο­γι­ώ­τα­τος καὶ πα­λιὸς δι­κα­στι­κός, τὸν πεί­ρα­ζε:

       — Σπί­τι ἀ­γο­ρά­ζεις στὴν Ἀ­θή­να, τοῦ ἔ­λε­γε, ποὺ σὲ λί­γον και­ρὸ κοῦκ­κοι θὰ λα­λή­σουν στὰ κε­ρα­μί­δια του;

       — Για­τί;

       — Για­τὶ ἡ πρω­τεύ­ου­σα τοῦ Βα­σι­λεί­ου θὰ με­τα­φερ­θῇ στὴν Πό­λη!



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Α. Κλε­ο­μέ­νους «Δι­ά­λε­ξις πε­ρὶ τῶν πρώ­των τῆς Ἑλ­λά­δος Βα­σι­λέ­ων» 1904 σ. 43.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 110 [Τίτλος: «126.—Με­γά­λη Ἰ­δέ­α – 1854.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στά­ση



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#19]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στά­ση


ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ τί­πο­τα πιὸ νό­στι­μο ἀ­πὸ τὸ μά­τι τοῦ ἐ­χθροῦ σου. Γυ­ρο­φέρ­νει ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια σὰν ρώ­γα στα­φυ­λιοῦ, μὲ ἀ­μυ­δρὴ γεύ­ση θά­λασ­σας. Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ ἀ­να­φο­ρᾶς τοῦ εἴ­δους τοῦ Max Aub μὲ τί­τλο Πα­ρα­δειγ­μα­τικοὶ φόνοι.

       Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ Julián Sánchez Ca­ra­ma­za­na ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή του μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Ve­nidos del mie­do μὲ τί­τλο «Κοι­νω­νι­κὸ προ­βλη­μα»[1] («Problema social») εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς: Ὁ νό­μος Τα­λιὸν ἔ­πρε­πε νὰ κα­ταρ­γη­θεῖ ἐλ­λεί­ψει πο­λι­τῶν ποὺ εἶ­χαν ἕ­να μά­τι ἢ ἕ­να δόν­τι. Προ­φα­νῶς ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν Μω­σα­ϊ­κὸ νό­μο τῆς αὐ­το­δι­κί­ας καὶ ἀν­τα­πό­δο­σης, στὸ ἰ­ου­δα­ϊ­κὸ «ὀ­φθαλ­μὸς ἀν­τὶ ὀ­φθαλ­μοῦ», στὸ νό­μο τοῦ ἀν­τι­πε­πον­θό­τος ἢ τῆς ταυ­το­πά­θειας, στὸ lex talionis στὸ ρω­μα­ϊ­κὸ δί­και­ο καὶ στὸ an eye for an eye, a tooth for a tooth στὸ ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κό. Ὁ σαρ­κα­στι­κὸς τί­τλος της δι­α­τρέ­χει ὅ­λη τὴν ἱ­στο­ρί­α μας ἀ­πὸ «τὴν ἀρ­χὴ τῶν ποι­νῶν» ἢ τὸ «δί­και­ο τοῦ κο­λά­ζειν[2]», ἕ­ναν ὅ­ρο συν­τή­ρη­σης τῆς κοι­νω­νί­ας καὶ προ­στα­σί­ας τοῦ δη­μο­σί­ου συμ­φέ­ρον­τος.

       Καὶ οἱ δύ­ο πα­ρα­πά­νω μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μᾶς κα­λοῦν νὰ κά­νου­με μί­α στά­ση καὶ νὰ ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με τὴν πο­λε­μο­χα­ρῆ φύ­ση μας, τὶς ἠ­ρα­κλεί­τει­ες ἰ­δέ­ες τῆς «φύ­σης ὡς πεδίο μά­χης» καὶ «τοῦ πο­λέ­μου ὡς πα­τέ­ρα τῶν πάν­των», τὸ κε­φά­λαι­ο «Πε­ρὶ τοῦ δι­καί­ου τῶν ἀν­τι­ποί­νων» στὰ Ἠ­θι­κὰ Νι­κο­μά­χεια τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη, ἀλ­λὰ καὶ τὴ δι­α­χρο­νι­κὴ ἀν­θρώ­πι­νη ἕλ­ξη πρὸς τὴν Τέχνη τοῦ πο­λέμου, ὅ­πως τὴν ἐ­ξέ­φρα­σε ὁ Κι­νέ­ζος Tzu Sun 2.500 χρό­νια πρίν.


Βρε­τα­νοὶ καὶ Κι­νέ­ζοι ἐ­ρευ­νη­τὲς μό­λις ἀνακά­λυψαν μέ­σα σὲ ἕ­να ἀ­πο­λι­θω­μέ­νο αὐ­γὸ ποὺ φυ­λασ­σό­ταν ἀ­πὸ τὸ 2000 στὸ Yingliang Stone Nature History Museum στὴ νό­τια Κί­να τὸ πιὸ ἄ­ψο­γα δι­α­τη­ρη­μέ­νο ἔμ­βρυ­ο δει­νο­σαύ­ρου ποὺ ἔ­χει ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ πο­τὲ ἕ­ως τώ­ρα. Τὸ ἔμ­βρυ­ο ἀ­νή­κει στὸ εἶ­δος τῶν δί­πο­δων ὀ­βι­ρα­πτο­ρο­σαύ­ρων (ποὺ ση­μαί­νει σαῦρα ποὺ κλέβει αὐ­γά) καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἡ­λι­κί­ας γύ­ρω στὰ 100 μὲ 66 ἑ­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια. Τὸ βά­φτι­σαν «Μω­ρὸ Γιν­γκλιὰνγκ» καὶ ἡ πε­ραι­τέ­ρω με­λέ­τη του ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ μᾶς δώ­σει ἀ­νε­κτί­μη­τες πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὴν Ὕ­στε­ρη Κρη­τι­δι­κὴ πε­ρί­ο­δο στὴν ὁ­ποί­α ἀ­νή­κει.


Στὶς 21 Δε­κεμ­βρί­ου 2021 συμ­πλη­ρώ­θη­καν 100 χρό­νια ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­ση τοῦ Augusto Monterroso, ὁ­πό­τε καὶ κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο Cu­ando des­per­tó, Mon­ter­roso to­da­vía esta­ba al­lí (Ὅ­ταν ξύ­πνη­σα, ὁ Μον­τε­ρό­σο ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ) μὲ κεί­με­να ἀ­πὸ πε­ρί­που 100 ἱ­σπα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς.

       Ὅ­λο τὸ 2021, πα­ρὰ τὴν παν­δη­μί­α, δι­ορ­γα­νώ­θη­καν ἀρ­κε­τὲς ἐ­πε­τεια­κὲς ἐκ­δη­λώ­σεις στὴ Λ. Ἀ­με­ρι­κή. Στὸ σχε­τι­κὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου e-Kuoreo, ἡ ἐμ­βλη­μα­τι­κὴ συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ Ana María Shua συμ­με­τέ­χει μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Τὸ μέ­γε­θος με­τρά­ει[3] («El tamano importa»), ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς: Τὸ 1832, ὁ πρῶ­τος ἐ­λέ­φαν­τας ποὺ πά­τη­σε τὸ πό­δι του στὴ γῆ τῶν Ἀζ­τέ­κων ἔ­φτα­σε στὸ Με­ξι­κὸ μὲ ἕ­να τσίρ­κο. Τὸν φώ­να­ζαν Μoγκούλ[4]. Με­τὰ τὸν θά­να­τό του, τὸ κρέ­ας του που­λή­θη­κε στοὺς πλα­νό­διους μά­γει­ρες γιὰ ἀν­το­χί­τος[5] καὶ ὁ σκε­λε­τός του ἐ­κτέ­θη­κε σὲ κοι­νὴ θέ­α θαρ­ρεῖς καὶ ἀ­νῆ­κε σὲ κα­νέ­να προ­ϊ­στο­ρι­κὸ ζῶ­ο. Τὸ τσίρ­κο εἶ­χε ἐ­πί­σης ἕ­ναν μι­κρό­σω­μο δει­νό­σαυ­ρο, ὄ­χι με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να ἰγ­κουά­να, ἀλ­λὰ δὲν τρα­βοῦ­σε τὴν προ­σο­χὴ πα­ρὰ μό­νο ἡ ἱ­κα­νό­τη­τά του νὰ χο­ρεύ­ει χαμ­πα­νέ­ρα[6]. Πέ­θα­νε σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἐ­ξαν­τλη­τι­κὰ τα­ξί­δια ἀ­πὸ πό­λη σὲ πό­λη, χω­ρὶς οὔ­τε μιὰ τα­φό­πλα­κα νὰ δη­λώ­νει τὸν τά­φο του καὶ δὲ θὰ γνω­ρί­ζα­με τί­πο­τα γι’ αὐ­τὸν ἐ­ὰν δὲν τὸν εἶ­χε ὀ­νει­ρευ­τεῖ ὁ Μον­τε­ρό­σο. Ἡ Shua μᾶς δί­νει μιὰ ὡ­ραί­α ἐκ­δο­χὴ γιὰ τὴν κα­τα­στα­τι­κὴ ἀρ­χὴ τῆς ἰ­δέ­ας τοῦ δει­νό­σαυ­ρου ποὺ κα­θό­ρι­σε τὸ ἔρ­γο τοῦ Μον­τε­ρό­σο καὶ δι­α­μόρ­φω­σε σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

       Στὸ ἴ­διο ἀ­φι­έ­ρω­μα ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ Ginés S. Cutillas μὲ τί­τλο «Ὁ λευ­κός»[7] συν­δι­α­λέ­γε­ται κυ­ρί­ως μὲ τὴν ἐμ­βλη­μα­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «La oveja Negra» («Τὸ μαῦ­ρο πρό­βα­το») τοῦ Μον­τε­ρό­σο, στὴν ὁ­ποί­α τὰ λευ­κὰ πρό­βα­τα ἔ­χουν βί­αι­α καὶ διὰ παν­τὸς ἀ­φα­νί­σει τὰ μαῦ­ρα, καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ του La ov­eja Ne­gra y de­más fá­bu­las (Τὸ μαῦ­ρο πρό­βα­το καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες, 1969). Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Cutillas ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν Ἄγ­γλο He­nry Wal­ter Ba­tes, ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους συ­στη­μα­τι­κοὺς ἐ­ξε­ρευ­νη­τές, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὸ 1850 ξε­κί­νη­σε νὰ με­λε­τᾶ τὴ φυ­λὴ τῶν Ἄβα στὰ βά­θη τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου. Σύμ­φω­να μὲ τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ Cutillas, ὁ λευ­κὸς ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴς ἐν­τυ­πω­σι­ά­ζε­ται ὅ­ταν δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι ὅ­λα τὰ μέ­λη τῆς φυ­λῆς κά­θε πρω­ῒ δι­α­λύ­ουν τὶς κα­λύ­βες τους, σβή­νουν τὶς φω­τι­ές τους καὶ με­τα­κι­νοῦν­ται σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ μέ­ρος με­τα­φέ­ρον­τας τὰ ὑ­πάρ­χον­τά τους. Μά­λι­στα, πα­ρα­κο­λου­θών­τας τους κρυμ­μέ­νος στὴν πυ­κνὴ βλά­στη­ση πα­σχί­ζει νὰ κα­τα­νο­ή­σει ἂν ἐ­πι­λέ­γουν τὴν πο­ρεί­α τους βά­σει ἀ­στε­ρι­σμῶν, κα­θὼς κά­θε βρά­δυ ἕ­νας συγ­κε­κρι­μέ­νος ἄν­τρας ἀ­πὸ τὴ φυ­λὴ ξε­νυ­χτά­ει κοι­τά­ζον­τας τὸν οὐ­ρα­νό. Μιὰ μέ­ρα αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας ἐμ­φα­νί­ζε­ται ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά του μὲ φι­λι­κὴ δι­ά­θε­ση, ἀλ­λὰ σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­σφα­λεί­ας. Ἀ­φοῦ ἀν­ταλ­λάσ­σουν τυ­πι­κοὺς χαι­ρε­τι­σμούς, ὁ ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴς τὸν ρω­τά­ει μὲ ἀ­γω­νί­α ἀ­πὸ τί προ­σπα­θοῦν νὰ ξε­φύ­γουν κά­θε πρω­ῒ καὶ με­τα­κι­νοῦν­ται δια­ρκῶς. Ὁ ἰ­θα­γε­νὴς σι­ω­πᾶ κοι­τά­ζον­τάς τον.

       Αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α μᾶς θυ­μί­ζει τὸ πο­λὺ σύν­το­μο ποί­η­μα μὲ τί­τλο «Contact» («Ἐ­πα­φή») τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Mau­reen N. McLane, στοὺς δύ­ο τε­λευ­ταί­ους στί­χους τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ McLane ἑ­στιά­ζει στὴν ἀ­παρ­χὴ τῆς σχέ­σης ἰ­θα­γε­νῶν – κα­τα­κτη­τῶν: […] ἡ πρώ­τη / ἀν­ταλ­λα­γὴ ἕ­να ψά­ρι / γιὰ δύ­ο μπι­σκό­τα[8].

       Στὸ ἴ­διο ἀ­φι­έ­ρω­μα ἀλ­λὰ ἀ­πὸ με­ταν­θρω­πι­στι­κὴ ὀ­πτι­κὴ καὶ σὲ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὸ χω­ρο­χρό­νο ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «Πρά­ξις με­τα­σχη­μα­τι­σμοῦ»[9] («La Ley Transformer») τοῦ Πε­ρου­βια­νοῦ Fernan­do Iw­asa­ki ἀ­να­δει­κνύ­ει τὸ δι­εισ­δυ­τι­κὸ βλέμ­μα τοῦ Μον­τε­ρό­σο γιὰ τὸν ἀν­θρώ­πι­νο πα­ρά­γον­τα καὶ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση ἐν γέ­νει. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ ἀ­στρι­κοῦ ἔ­τους 1.638.425.399. Ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν εἰ­σή­γη­ση τοῦ ἀ­στρι­κοῦ εἰ­ρη­νο­δί­κη νὰ σβη­στεῖ διὰ παν­τὸς ἀ­πὸ τὴ μνή­μη ὅ­λων τῶν εἰ­δῶν ἀν­θρω­πό­μορ­φης ζω­ῆς καὶ τῶν ρομ­πὸτ ἀ­κό­μα καὶ τὸ προ­σχέ­διο τοῦ νό­μου τῆς Γα­λα­ξια­κῆς Ὁ­μο­σπον­δί­ας πε­ρὶ με­τα­σχη­μα­τι­σμοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πι­τρέ­πει τὴν αὐ­το­δι­ά­θε­ση ὅ­λων καὶ τοὺς ἀ­φή­νει πε­ρι­θώ­ριο ἐ­πι­λο­γῆς μη­χα­νι­κοῦ φύ­λου, ταυ­τό­τη­τας, κοι­νω­νι­κοῦ ρό­λου τους καὶ λοι­πῶν ἐ­λευ­θε­ρι­ῶν. Δι­καί­ω­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τὰ τὸν εἰ­ρη­νο­δί­κη δι­αι­ω­νί­ζει ἔ­ρι­δες καὶ δι­α­μά­χες, ὅ­πως γιὰ τὸ ποι­ός εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρος ποια­νοῦ, για­τί τὰ ἀν­δρο­ει­δῆ νὰ ἔ­χουν κα­ταν­τή­σει σκλά­βοι τοῦ σὲξ γιὰ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους, καὶ λοι­πὰ ζη­τή­μα­τα ρό­λων καὶ ἱ­ε­ραρ­χί­ας. Τε­λι­κά, ὅ­πως φαί­νε­ται νὰ ὑ­πο­νο­εῖ ὁ εἰ­ρη­νο­δί­κης, κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος, ἀλ­λὰ καὶ κα­μί­α μορ­φὴ ἀν­θρω­πο­ει­δοῦς ἢ ρομ­πὸτ δὲν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­λο­γές του σὲ ἐ­πί­πε­δο προ­σω­πι­κὸ ἢ συμ­βί­ω­σης.


Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Πρώϊμα βάσανα τοῦ γεν­νη­μέ­νου στὴν πρώ­ην Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α Danilo Kis πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ ἑ­ξῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Τὰ ἀ­χλά­δια»: Ὁ χω­ρι­κὸς σκαρ­φα­λώ­νει στὸ δέν­τρο καὶ τι­νά­ζει τὰ ἀ­χλά­δια, ποὺ πέ­φτουν μὲ θό­ρυ­βο στὴ χλό­η. Τὰ πιὸ ὥ­ρι­μα σκᾶ­νε κι ἀ­νοί­γουν, κι ἀ­πὸ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τους ξε­χει­λί­ζουν τὰ σκου­ρό­χρω­μα σπλά­χνα τους, ποὺ θυ­μί­ζουν ὥ­ρι­μο σύ­κο. Τοὺς ἐ­πι­τί­θεν­ται οἱ σφῆ­κες, με­θυ­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴ γλυ­κιὰ μυ­ρω­διά τους. Οἱ χω­ρι­ά­τισ­σες, ποὺ μυ­ρί­ζουν ξι­νὸ ἱ­δρώ­τα, ἀ­νοί­γουν μὲ τὰ ἡ­λι­ο­κα­μέ­να τους χέ­ρια τὰ πε­σμέ­να ἀ­χλά­δια, δι­α­λέ­γον­τας τὰ λι­γό­τε­ρο πα­ρα­γι­νω­μέ­να, τὰ πιὸ ζου­με­ρά. Ἕ­να ἀ­γό­ρι, ποὺ ὅ­λο τὸ πρω­ῒ μά­ζευ­ε κι ἔ­δε­νε στά­χυ­α, φέρ­νει τὰ ἀ­χλά­δια στὴ μύ­τη του, ὕ­στε­ρα τὰ δαγ­κώ­νει ἢ τὰ πε­τά­ει μα­κριὰ γιὰ νὰ μὴ μα­ζεύ­ον­ται σφῆ­κες. «Γιὰ κοί­τα!», λέ­ει ἡ κυ­ρί­α Μόλ­ναρ, ἡ και­νού­ρια ἀ­φεν­τι­κί­να τοῦ ἀ­γο­ριοῦ. «Αὐ­τὸς ὁ μι­κρὸς Σὰμ δι­α­λέ­γει τὰ ἀ­χλά­δια, ὁ Θε­ὸς νὰ μὲ συγ­χω­ρή­σει, μὲ τὴν ὄ­σφρη­ση, λὲς καὶ εἶ­ναι σκυ­λί. Πρέ­πει νὰ τὸν πά­ρου­με γιὰ κυ­νή­γι, μα­ζὶ μὲ τὰ σκυ­λιά. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, δὲν ἔ­χου­με καὶ πολ­λὰ σκυ­λιά…


Φέ­τος συμ­πλη­ρώ­θη­καν 200 χρό­νια ἀ­πὸ τὸν θά­να­το τοῦ Να­πο­λέ­ον­τα Βο­να­πάρ­τη, τοῦ «Μι­κροῦ Δε­κα­νέ­α», ὅ­πως ἦ­ταν ἀρ­χι­κά το πα­ρα­τσού­κλι τοῦ με­τέ­πει­τα Μέ­γα Να­πο­λέ­ον­τα. Στὴν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ana Maria Shua μὲ τί­τλο La Guer­ra (Ὁ πό­λε­μος, 2019), στὴν ὁ­ποί­α πα­ρε­λαύ­νει πλῆ­θος ἱ­στο­ρι­κῶν προ­σω­πι­κο­τή­των, συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ ψά­χνει τὸ ἀρ­χι­κὸ κί­νη­τρο, τὴν πρώ­τη σπί­θα, μὲ τί­τλο «Να­πο­λέ­ων, ὁ μυ­στη­ρι­ώ­δης»[10]: Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ Ρω­σί­α, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλί­α, μέ­σα σὲ δέ­κα μό­λις χρό­νια ὁ Να­πο­λέ­ων κα­τέ­λα­βε σχε­δὸν ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη, μὲ κα­τα­κτή­σεις ἢ μὲ ἀ­ναγ­κα­στι­κὲς συμ­μα­χί­ες, ποι­ός ξέ­ρει γιὰ ποι­ό λό­γο ἢ γιὰ ποι­ό σκο­πό. Ὁ Να­πο­λέ­ων τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 1798 ἔ­φτα­σε θρι­αμ­βευ­τι­κὰ μὲ τὸν στρα­τό του στὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια. Ὁ­ρα­μα­τι­ζό­ταν νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὴν πο­ρεί­α τοῦ Μ. Ἀ­λε­ξάν­δρου γιὰ τὴν κα­τά­κτη­ση ἐ­δα­φῶν μέ­χρι τὴν Ἰν­δί­α κι ἔ­τσι ἐμ­ψύ­χω­νε μέ­χρι καὶ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο στρα­τι­ώ­τη του. Πα­ρὰ τὴν τε­λι­κὰ ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νη ἔκ­βα­ση τῆς με­σα­να­το­λι­κῆς ἐκ­στρα­τεί­ας του, ἡ­γή­θη­κε πολ­λῶν μα­χῶν, ἀλ­λὰ καὶ με­λε­τῶν γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κῶν εὑ­ρη­μά­των, ποὺ φρόν­τι­σε νὰ φτά­σουν στὴν Γαλ­λί­α, κα­θὼς ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα καὶ γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ αἰ­γυ­πτια­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Τὸ 1799 ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ξαφ­νι­κὰ τὸν στρα­τό του κι ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ Πα­ρί­σι, δράτ­τον­τας τὴν εὐ­και­ρί­α τῆς πο­λι­τι­κῆς ἀ­στά­θειας γιὰ τὴν ἄ­νο­δό του στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς ἐ­ξου­σί­ας. Ἡ στρα­τη­γι­κὴ καὶ ἡ δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τά του ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­καν ὅ­ταν τὸ 1800 ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε Πρῶ­τος Ὕ­πα­τος τῆς Γαλ­λι­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας, ποὺ σή­μα­νε οὐ­σι­α­στι­κὰ τὴν ἀρ­χὴ τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας του, μὲ τὴ γνω­στὴ συ­νέ­χεια. Δη­λα­δὴ αὐ­τὴ τῶν με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων, τῆς ἐ­φαρ­μο­γῆς τοῦ Να­πο­λεό­ντειου κώ­δικα ποὺ ἐν­σω­μά­τω­σε τὶς ἀρ­χὲς τῆς Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης πε­ρὶ ἐ­λευ­θε­ρί­ας καὶ ἰ­σό­τη­τας, ἀλ­λὰ καὶ τῆς 15ετοῦς ἀ­πο­λυ­ταρ­χί­ας του. Ἡ Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ δι­α­θέ­τει τὴν ψη­φι­ο­ποι­η­μέ­νη συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Να­πο­λέ­ων Βο­να­πάρ­της, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ πο­λυ­ά­ριθ­μα πρω­τό­τυ­πα ἐ­πί­ση­μα ἔγ­γρα­φα καὶ ἐ­πι­στο­λὲς ἀ­πὸ τὴν προ­σω­πι­κή του ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α, βι­βλία, χάρ­τες τῶν ἐκ­στρα­τει­ῶν του καὶ με­τάλ­λια ἀ­πὸ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς ἀ­νό­δου καὶ ὁ­ρι­στι­κῆς κα­τάρ­ρευ­σής του (1796-1821).


Τὸ φθι­νό­πω­ρο/χει­μώ­να τοῦ 1921 καὶ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 1922 ὁ Franz Kafka ἔ­γρα­ψε δύο ση­μειώ­ματα ποὺ βρί­σκον­ται ἐ­πί­σης στὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ στὰ ὁ­ποῖ­α ζη­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸν φί­λο του Max Brod νὰ συλ­λέ­ξει καὶ νὰ κα­τα­στρέ­ψει ὅ­λα του τὰ χει­ρό­γρα­φα, τὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α του καὶ τὰ σκί­τσα του, ἐ­πι­θυ­μί­α ποὺ δὲν ἱ­κα­νο­ποί­η­σε ὁ Brod με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ Kafka, ἕ­να ζή­τη­μα ποὺ δι­καί­ως τε­λεῖ ἀ­κό­μα ὑ­πὸ συ­ζή­τη­ση. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στὴν ὁμώνυμη ψη­φια­κὴ συλ­λο­γὴ μπο­ρεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς πολ­λὰ σκί­τσα του, ὅ­πως αὐ­τὸ τῆς μη­τέ­ρας του Julie Kafka νὰ δι­α­βά­ζει μὲ τὰ γυα­λιὰ πε­σμέ­να στὴ μύ­τη της. Χα­μη­λό­τε­ρα δι­α­κρί­νε­ται ἡ αὐ­το­προ­σω­πο­γρα­φί­α τοῦ γιοῦ της, σὰν νὰ βρί­σκε­ται στὴν ἀρ­χὴ τῆς ὕ­παρ­ξής του, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νος μέ­σα στὴν κοι­λιά της. Τὰ μά­τια τῆς μη­τέ­ρας δὲ δι­α­κρί­νον­ται πί­σω ἀ­πὸ τὰ γυα­λιά της, ἐ­νῶ τὰ μά­τια καὶ τὰ αὐ­τιὰ τοῦ γιοῦ εἶ­ναι με­γά­λα καὶ ἔν­το­να. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σε μιὰ συλ­λο­γὴ πολ­λῶν μι­κρῶν πε­ζῶν του ἄ­γνω­στων στὴν Ἑλ­λά­δα μέ­χρι τώ­ρα, ποὺ θε­ω­ροῦν­ται ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες στὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κή, μὲ τί­τλο Γιο­ζε­φί­νε ἡ ἀοι­δός. Καὶ σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­νά του ἀλ­λό­κο­τες κα­τα­στά­σεις, ὄν­τα καὶ ταυ­τό­τη­τες με­τα­μορ­φώ­νον­ται σὲ ἀ­θύρ­μα­τα τοῦ νοῦ ὡς ὑ­πεν­θύ­μι­ση τοῦ κιν­δύ­νου ἀ­να­τρο­πῆς κά­θε βε­βαι­ό­τη­τας ποὺ ἐλ­λο­χεύ­ει ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή, ὡς ἄλ­λη μιὰ ἐ­πα­λή­θευ­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς δι­ά­στα­σης τῆς καφ­κι­κῆς ὀ­πτι­κῆς. Ὁ Βου­κε­φά­λας γί­νε­ται δι­κη­γό­ρος, ὁ Πο­σει­δώ­νας προ­βλη­μα­τί­ζε­ται γιὰ τὴν ἐμ­βέ­λεια τῆς δύ­να­μης καὶ τῆς ἐ­πιρ­ρο­ῆς του σὲ θε­οὺς καὶ ἀν­θρώ­πους, ἐ­νῶ Ἰν­διά­νοι, Ἄ­ρα­βες καὶ τσα­κά­λια κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­νά­με­σά τους ἀ­να­ζη­τών­τας τὴν τύ­χη τους, τὴ θέ­ση τους στὸν κό­σμο.


Γιὰ μέ­να, ὡς Ἰ­ρα­νὸς καὶ ἄν­θρω­πος τῆς Ἀ­να­το­λῆς, τὰ κρι­σι­μό­τε­ρα ἐ­ρω­τή­μα­τα εἶ­ναι πράγ­μα­τι τὰ ἑ­ξῆς: Τί εἶ­μαι; Ποι­ός εἶ­μαι; Ποῦ στέ­κο­μαι στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἱ­στο­ρί­α; Αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ ἀ­ξια­κός ἄ­ξο­νας ἐ­πά­νω στὸν ὁ­ποῖ­ο προ­σπά­θη­σε νὰ ἰ­σορ­ρο­πή­σει ὁ Ἰ­ρα­νὸς Hou­shang Gol­shi­  ri (1938- 2000), ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς Περ­σικῆς λο­γοτε­χνίας καὶ τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὸ Ἰ­ράν. Ἀ­γω­νί­στη­κε ἐ­νάν­τια στὴν τυ­ραν­νί­α καὶ τὰ ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κὰ κα­θε­στῶ­τα, ἐ­ξέ­τι­σε ποι­νὲς φυ­λά­κι­σης ὡς ὑπέρ­μα­χος τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τοῦ λό­γου, ἐ­πι­μέ­νον­τας ὅ­τι ὅ­σο ζῶ θὰ γρά­φω, ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­ρα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων (1968) καὶ τὸ 1999 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ γερ­μα­νι­κὸ βρα­βεῖ­ο Erich Maria Remarque Peace Prize γιὰ τὸν ἀ­γώ­να του γιὰ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα καὶ τὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς δη­μο­κρα­τί­ας στὸ Ἰ­ράν. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο My Lit­tle Pra­yer Room (Τὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο προ­σευ­χῆς μου) ὡς πρὸς τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ ἀ­πο­τε­λεῖ κο­ρυ­φαῖ­ο πα­ρά­δειγ­μα μετω­νυμι­κής σιω­πῆς, μί­α ἀ­πὸ τὶς ἐ­ξέ­χου­σες τε­χνι­κὲς στὸν δυ­τι­κὸ μον­τερ­νι­σμὸ καὶ δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο καὶ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ δὲ θε­μα­το­λο­γί­α ἑ­στιά­ζει σὲ ἱ­στο­ρί­ες φυ­λα­κι­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων οἱ ὁ­ποῖ­οι ὑ­πο­φέ­ρουν, δι­α­λύ­ον­ται καὶ φτά­νουν στὴν πα­ρά­νοι­α. Ἡ συλ­λο­γὴ αὐ­τὴ συ­νέ­βα­λε στὴν κα­τάρ­ρι­ψη τῆς ἕ­ως τό­τε ἐ­πι­κρα­τοῦ­σας ἄ­πο­ψης ὅ­τι οἱ πο­λι­τι­κοὶ κρα­τού­με­νοι ἦ­ταν (ἢ ὄ­φει­λαν νὰ εἶ­ναι) ὑ­πε­ράν­θρω­ποι, ἀ­λύ­γι­στοι ἢ φα­να­τι­κοὶ ἰ­δε­ο­λό­γοι. Πρω­το­εκ­δό­θη­κε τὸ 1975, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ 1985 ἕ­ως σή­με­ρα ἔ­χει ἀ­παγο­ρευ­θεῖ τό­σο ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α της στὸ Ἰ­ράν, ὅ­σο καὶ ἡ ἐ­πα­νέκ­δο­σή της ὁ­που­δή­πο­τε κα­θὼς τὰ πνευ­μα­τι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα δὲν ἔ­χουν δο­θεῖ ἀ­κό­μα στὴν οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ συγ­γρα­φέ­α.

       Στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς My Little China Doll (Ἡ μι­κρὴ πορ­σε­λά­νι­νη κού­κλα μου), ὁ Golshiri πρω­το­τυ­πεῖ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἡ­ρωΐ­­δα εἶ­ναι μιὰ κό­ρη καὶ ὄ­χι ἕ­νας γιὸς ὅ­πως ἴ­σως νὰ πε­ρί­με­νε κα­νεὶς καὶ μά­λι­στα ἔ­φη­βη, μιὰ αὐ­ρια­νὴ πο­λί­της, τῆς ὁ­ποί­ας ὁ πα­τέ­ρας ἔ­χει ἄ­δι­κα φυ­λα­κι­στεῖ, βα­σα­νί­ζε­ται ἀ­πάν­θρω­πα κι ἐ­κτε­λεῖ­ται γιὰ τὶς πο­λι­τι­κές του πε­ποι­θή­σεις. Ἂν καὶ παί­ζει ἀ­κό­μα μὲ τὶς κοῦ­κλες της ὀ­νει­ρεύ­ε­ται καὶ κα­τα­στρώ­νει σχέ­δια ἐ­ξόν­τω­σης τῶν βα­σα­νι­στῶν τοῦ πα­τέ­ρα της μὲ ἀ­ναί­μα­κτους τρό­πους. Ὁ Golshiri ἀ­κο­λου­θεῖ μὴ γραμ­μι­κὴ ἀ­φή­γη­ση μὲ ἀ­φαι­ρε­τι­κὲς καὶ ἀ­κρι­βεῖς ἀν­τα­πο­κρί­σεις ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­πὸ τὴν ψυ­χο­στα­σί­α τῶν τρι­ῶν με­λῶν τῆς δι­α­με­λι­σμέ­νης οἰ­κο­γέ­νειας —πα­τέ­ρας, μη­τέ­ρα, κό­ρη—, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὸ συλ­λο­γι­κὸ ὑ­πο­συ­νεί­δη­το τῶν συμ­πα­τρι­ω­τῶν του. Ἀ­να­δει­κνύ­ει τὶς μα­ται­ώ­σεις τῶν με­γά­λων ἀ­φη­γή­σε­ων, τοῦ ἐξ­τρε­μι­σμοῦ, τοῦ ρε­βαν­σι­σμοῦ καὶ ἀ­πο­μυ­θο­ποι­εῖ τὴν ἐμ­πει­ρί­α τῆς φυ­λα­κῆς. Τὰ κε­λιὰ τοῦ Golshiri δὲν εἶ­ναι ὁ τό­πος γέν­νη­σης ἀ­πο­φα­σι­στι­κῶν καὶ ἀ­κλό­νη­των ἡ­ρώ­ων ἀ­κτι­βι­στῶν, εἶ­ναι σκο­τει­νοὶ τό­ποι μαρ­τυ­ρί­ου ὅ­που τα ἀν­θρώ­πι­να πλά­σμα­τα προ­κα­λοῦν τρο­με­ρὸ πό­νο τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο καὶ ἐ­πι­χει­ροῦν, καὶ συ­χνὰ τὸ κα­τα­φέρ­νουν, νὰ κομ­μα­τιά­σουν τὸ ἕ­να τὸ ἄλ­λο[11].

       Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α βα­σί­στη­κε ἡ animation ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους (διά­ρκειας 15’) μὲ τὸν τί­τλο Dads fra­gile doll (2013) τοῦ Ἰ­ρα­νοῦ σκη­νο­θέ­τη Ali Za­re Ga­natno­wi. Στὸ πνεῦ­μα τῆς ἴ­διας ἱ­στο­ρί­ας κι­νεῖ­ται καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ τοῦ Βο­λι­βια­νοῦ Ed­mun­do PazSol­dán μὲ τί­τλο «Μπάρ­νες». Δι­εισ­δυ­τι­κὴ εἶ­ναι καὶ ἡ πιὸ πρό­σφα­τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Ἀρ­γεν­τι­νοῦ Diego Alba μὲ τί­τλο «Ἡ πρώ­τη εἰ­σβο­λὴ»[12]La pri­me­ra in­va­sión»): Κυ­ρί­α, πρέ­πει νὰ σᾶς ζη­τή­σω νὰ προ­σέ­χε­τε τὸν γιό σας. Ἁ­λώ­νι­ζε στὰ παρ­τέ­ρια, ἔ­χει πε­τσο­κό­ψει τὰ ἐν­τελ­βά­ϊς! Ὁ φύ­λα­κας τοῦ πάρ­κου κρα­τοῦ­σε τὸ ἀ­γό­ρι ἀ­πὸ τὸν για­κὰ τοῦ ναυ­τι­κοῦ κο­στου­μιοῦ του. Λυ­πᾶ­μαι πο­λύ, κύ­ρι­ε, ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα καὶ γυ­ρί­ζον­τας πρὸς τὸ παι­δί, Ἄν­τι, ἀ­γά­πη μου, για­τί τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό; Ὁ Ἄν­τι τὴν κοί­τα­ξε μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια καὶ τῆς πρό­σφε­ρε τὰ λου­λού­δια. Γιὰ σέ­να, μη­τέ­ρα, νὰ ἔ­χεις μιὰ κα­λὴ μέ­ρα. Ἐ­κεί­νη τὸν ἀγ­κά­λια­σε τρυ­φε­ρὰ καὶ κοί­τα­ξε τὸν φύ­λα­κα, ὁ ὁ­ποῖ­ος τῆς ἔ­νευ­σε νὰ πά­ρει τὰ λου­λού­δια. Ἀν­τί­ο, Ἄν­τι, νὰ εἶ­σαι κα­λὸ παι­δί, εἶ­πε καὶ ἄ­φη­σε τὸν μι­κρὸ ἀ­να­κα­τεύ­ον­τας τὰ μαλ­λιά του. Ἀν­τί­ο, φρά­ου… Χί­τλερ, Κλά­ρα Χί­τλερ.

       Ποῦ νὰ μα­ζεύ­εις / τὰ χί­λια κομ­μα­τά­κια / τοῦ κά­θε ἀν­θρώ­που, εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ χα­ϊ­κοὺ τοῦ Γ. Σε­φέ­ρη στὸ Τε­τρά­διο Γυ­μνα­σμά­των (1928-1937). Κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1940 κα­τὰ τὸν Β’ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο, σχε­δὸν μι­σὸ αἰ­ώ­να με­τὰ τὴ Διά­σκε­ψη τοῦ Βε­ρο­λί­νου (1884-85) γιὰ τὸν δι­α­μοι­ρα­σμὸ τῆς ἀ­φρι­κα­νι­κῆς ἠ­πεί­ρου στὶς ὑ­περ­δυ­νά­μεις τῆς Δύ­σης, ἱ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νὸς ποὺ δι­α­πνέ­ει τὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Τα πάντα γί­νονται κομ­μάτια τοῦ Νι­γη­ρια­νοῦ Chi­nua A­che­be. Ἐ­π’ αὐ­τοῦ, ὁ Κώ­στας Σι­α­φά­κας στὸ ἀ­φή­γη­μα «Ὁ χάρ­της» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Τὸ ψά­ρι καὶ τὸ ζά­ρι συ­νο­ψί­ζει εὔ­στο­χα: Ἡ Ἀ­φρι­κὴ κα­τα­τε­μα­χι­σμέ­νη ἀ­πὸ ἀ­νε­λέ­η­το μα­χαί­ρι, δὲν ἔ­στα­ζε οὔ­τε μιὰ στα­γό­να, ἀλ­λὰ μοῦ θύ­μι­σε με­γά­λο βα­σα­νι­σμέ­νο ζῶ­ο. Καὶ πα­ρα­κά­τω, […] κοί­τα­ζα στὸν χάρ­τη τὴν κου­κί­δα μου καὶ ἀ­πὸ κά­τω τὴν τε­ρά­στια Ἀ­φρι­κή, σὰν πρη­σμέ­νο πρό­σω­πο χω­ρὶς στό­μα.


Στὶς 17-19 Νο­εμ­βρί­ου 2021 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ IV Συμ­πό­σιο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Κα­να­ρί­ων Νή­σων μὲ τί­τλο Mi­cro­nau­tas en el ci­be­re­spa­cio, mini­fic­ción y ciber­cul­tura, μὲ ἀρ­κε­τὲς πρω­τό­τυ­πες ἀ­να­κοι­νώ­σεις γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὡς εἶ­δος ποὺ τεί­νει νὰ αὐ­το­νο­μη­θεῖ, ἀλ­λὰ βα­σί­ζε­ται στὴ συ­νέρ­γεια μὲ ἄλ­λα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη καὶ ἡ ἔκ­δο­ση τῶν πρα­κτι­κῶν ἀ­να­μέ­νε­ται μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον.

       Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ 2021 ση­μει­ώ­θη­καν ρα­γδαῖ­ες ἐ­ξε­λί­ξεις στὴν κβαν­τι­κὴ τε­χνο­λο­γί­α. Ἐ­ρευ­νη­τὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Queensland στὴν Αὐ­στρα­λί­α δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ κβαν­τικό μι­κρο­σκό­πιο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρέ­χει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ δυ­να­τό­τη­τα ἀ­πει­κό­νι­σης ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στων τμη­μά­των τῆς ὕ­λης μέ­σω τῆς τε­χνο­λο­γί­ας τῆς κβαν­τικής διεμ­πλοκῆς, φαι­νό­με­νο ποὺ βα­σί­ζε­ται στὴν ἀλ­λη­λε­πί­δρα­ση δύ­ο ἢ πε­ρισ­σό­τε­ρων σω­μα­τι­δί­ων. Ἄλ­λοι ἐ­ρευ­νη­τὲς στὸ Qutech στὸ Delft τῆς Ὀλ­λαν­δί­ας δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ πρῶτο κβαν­τι­κό δί­κτυο πολ­λα­πλῶν κόμ­βων ποὺ θὰ ἀλ­λά­ξει τὸν τρό­πο ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μας, ὁ­δη­γών­τάς τη σὲ ἕ­να ἀ­σύλ­λη­πτο γιὰ τὰ ἕ­ως τώ­ρα δε­δο­μέ­να μας ἐ­πί­πε­δο τα­χύ­τη­τας, ὑ­ψη­λῆς κρυ­πτο­γρα­φί­ας καὶ συν­το­νι­σμοῦ πο­λυ­ά­ριθ­μων με­ρῶν.

       Τέ­λος, μὲ τὶς πρω­το­φα­νεῖς δυ­να­τό­τη­τες γιὰ τὴν ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τοῦ σύμ­παν­τος τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου καὶ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρου τηλε­σκο­πί­ου Ja­mes Webb ποὺ ἐ­κτο­ξεύ­τη­κε στὸ δι­ά­στη­μα στὶς 25 Δε­κεμ­βρί­ου, εὐ­ελ­πι­στοῦ­με νὰ ἐμ­πλου­τί­σου­με τὶς γνώ­σεις μας γιὰ τὴν ἀρ­χὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ σύμ­παν­τος καὶ τὴ θέ­ση μας σὲ αὐ­τό.


 

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


ΔΥΣΤΥΧΩΣ οἱ πο­λι­τι­κὲς θε­ω­ρί­ες μας εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο εὐ­φυ­εῖς ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­στή­μη μας καὶ δὲν ἔ­χου­με μά­θει ἀ­κό­μα πῶς νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με τὴ γνώ­ση καὶ τὴ δε­ξι­ό­τη­τά μας μὲ τρό­πους ποὺ νὰ βελ­τι­στο­ποι­οῦν τὴ ζω­ή μας, ἀ­κό­μα καὶ νὰ τὴ δο­ξά­ζουν[13], εἶ­χε γρά­ψει ὁ δι­ο­ρα­τι­κὸς Bertrand Russel, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πα­σχό­λη­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα καὶ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα Γιατί πο­λε­μοῦν οἱ άν­θρω­ποι. Ὡς στω­ϊ­κὴ ἀ­πάν­τη­ση θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν οἱ στί­χοι: Κά­θε ἄν­θρω­πος ἔ­χει δύ­ο / μά­χες νὰ δώ­σει: / στὰ ὄ­νει­ρα πα­λεύ­ει μὲ τὸν Θε­ὸ / ξύ­πνιος, μὲ τὴ θά­λασ­σα[14], τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Antonio Machado στὴ συλ­λο­γὴ τοὔ Campos de Ca­stil­la (1907-1917). Ὅ­μως, ἐμ­βλη­μα­τι­κὰ ἔρ­γα ποὺ ἔ­χουν ση­μα­δέ­ψει τὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α δι­α­χρο­νι­κὰ μᾶς ἔ­χουν θέ­σει πρὸ τῶν εὐ­θυ­νῶν μας γιὰ τὶς ἐ­πι­πτώ­σεις  τῶν ἀ­πε­χθῶν πρά­ξε­ών μας καὶ πα­ρὰ τὶς ἀ­να­ρίθ­μη­τες ἐν­δεί­ξεις ὅ­τι ὁ­δεύ­ου­με πρὸς ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὸ ἀ­φα­νι­σμό, ἐ­φευ­ρί­σκου­με ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ ἐ­πι­κίν­δυ­νους τρό­πους ἀλ­λη­λο­ε­ξόν­τω­σης.

       Εὐ­τυ­χῶς, ἡ πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας δὲ γνω­ρί­ζει πλέ­ον σύ­νο­ρα ἢ χρο­νι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς, ὅ­πως το­νί­ζει καὶ ὁ Βρα­ζι­λιά­νος Silviano Santiago στὸ ἄρ­θρο του «Una literatura anfibia». Σὲ αὐ­τὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς ἀμ­φί­βια τὴ σύγ­χρο­νη βρα­ζι­λι­ά­νι­κη λο­γο­τε­χνί­α λό­γῳ τοῦ συν­δυα­σμοῦ τοῦ κο­σμο­πο­λί­τι­κου καὶ το­πι­κοῦ στοι­χεί­ου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ καὶ τῆς δυ­σκο­λί­ας ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ ἔ­χουν οἱ συγ­γρα­φεῖς στὶς οὐ­το­πι­κές τους ἀ­να­ζη­τή­σεις νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σουν τὶς ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κὲς πτυ­χὲς τέ­χνης καὶ πο­λι­τι­κῆς σὲ μί­α χώ­ρα καὶ σὲ μί­α πε­ρι­ο­χὴ ὅ­που οἱ οἰ­κο­νο­μι­κὲς ἀ­νι­σό­τη­τες, ἡ βί­α καὶ ἡ κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση κα­θο­ρί­ζουν τὴν κοι­νω­νι­κὴ τά­ξη, γε­γο­νὸς ποὺ ἰ­σχύ­ει, δυ­στυ­χῶς, σχε­δὸν σὲ ὅ­λα τα μή­κη καὶ πλά­τη τοῦ κό­σμου μας.


Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἡ τέ­χνη τοῦ λό­γου ὑ­πῆρ­ξε ἀ­νέ­κα­θεν ἕ­νας τρό­πος ἀν­τί­στα­σης σὲ κά­θε μορ­φὴ ἀ­γώ­να ἢ πο­λέ­μου, γε­γο­νὸς ποὺ ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως ἀ­να­λύ­ει ἡ Ἰ­τα­λί­δα Pa­ola Del Zop­po στὴ με­λέ­τη της γιὰ τὴν πο­λὺ σύν­το­μη φόρ­μα στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα με­τα­ξύ του 1960 καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 21ου αἰ. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ Ana Maria Shua θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α, εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­θε­το τῆς πο­λι­τι­κῆς ὀρ­θό­τη­τας, εἶ­ναι ὅ,τι μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ σκε­φτοῦ­με ὅ­τι κά­τι εἶ­ναι ἄ­σπρο καὶ μαῦ­ρο ταυ­τό­χρο­να καὶ ἀ­δι­ά­κρι­τα, ἰ­δέ­α ποὺ ὑ­πο­στη­ρί­ζει στὸ ἔ­πα­κρο στὴν πρό­σφα­τη συλ­λο­γή της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν La Guer­ra, τὴν ὁ­ποί­α εἴ­δα­με πα­ρα­πά­νω. Μά­λι­στα, στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο τῆς συλ­λο­γῆς οἱ ἀ­να­γνῶ­στες κα­λοῦν­ται νὰ συμ­με­τέ­χουν στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῶν πυ­κνῶν καὶ πο­λυ­ε­πί­πε­δων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν της μὲ τὶς ἱ­στο­ρι­κές τους γνώ­σεις, τὸ πο­λι­τι­σμι­κό τους ὑ­πό­βα­θρο καὶ τὶς αἰ­σθη­τι­κές τους προσ­λαμ­βά­νου­σες, μὲ τὸν ὑ­πό­τι­τλο αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο σὲ χρει­ά­ζε­ται.

       Πα­ρό­λο ποὺ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α βα­σί­ζε­ται στὴν δι­α­δρά­ση, ἔν­νοι­α μὲ πο­λε­μι­κὸ δεί­κτη, κα­θὼς ἀλ­λι­ῶς ἀ­κού­γε­ται μιὰ μο­νο­δι­ά­στα­τη ἀ­λή­θεια καὶ ἀλ­λι­ῶς σὲ μιὰ γε­νε­α­λο­γί­α τῆς ἀλ­λη­λε­πί­δρα­σης ἢ τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, συλ­λο­γὲς ὅ­πως αὐ­τὴ τῆς Shua δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ μί­α στά­ση-ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὸν ἰ­σο­πε­δω­τι­κὸ καὶ φρε­νή­ρη τρό­πο ζω­ῆς μας. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ ἀ­πο­χω­ρη­τι­σμὸ ἢ σχά­ση, ἀλ­λὰ γιὰ μί­α στά­ση-συμ­πα­ρά­στα­ση τὴν ὁ­ποί­α εὐ­νο­εῖ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α σὲ μέ­γι­στο βαθ­μό. Ἀ­φε­νός, ἐ­πει­δὴ θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀποτελεῖ δίκτυο καὶ μέσο δικτύωσης. Ἀ­φε­τέ­ρου, δι­ό­τι εἶ­ναι προ­κλη­τι­κὴ σὲ δι­ά­φο­ρα ἐ­πί­πε­δα σκέ­ψης: ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἔ­κτα­ση (με­τα­μορ­φώ­νει τὸ μι­κρὸ σὲ με­γά­λο, ἡ συν­το­μί­α της θέ­τει ζή­τη­μα πλή­ρους νο­η­τι­κῆς κα­τα­νό­η­σης ἢ ἀλ­λι­ῶς εὐ­γλωτ­τί­ας), στὶς προσ­δο­κί­ες (πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν ἕ­να τό­σο σύν­το­μο κεί­με­νο νὰ εἶ­ναι τό­σο βα­θὺ ἢ ἔν­το­νο;) καὶ στὸν χρό­νο (ἡ δι­α­νο­η­τι­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α δια­ρκεῖ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση, εὐ­νο­εῖ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τῆς ἀ­νά­γνω­σης καὶ ἡ ἀ­πό­λαυ­ση κο­ρυ­φώ­νε­ται μὲ τὴν ἐμ­πέ­δω­ση τοῦ νο­ή­μα­τος).

       Προ­κλη­τι­κό­τε­ρη ὅ­λων εἶ­ναι ἡ ἀ­δά­μα­στη, ἀ­τα­ξι­νό­μη­τη καὶ ἀ­πρό­βλε­πτη φύ­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἐ­πει­δὴ συν­δυά­ζει ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἴ­δη. Δὲν ἀ­πο­βλέ­πει στὴν με­τα­μόρ­φω­σή της σὲ ἀν­τί­πα­λο δέ­ος ἀ­πέ­ναν­τί τους. Ὅ­μως ρι­ζω­μέ­νη στὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φή­γη­σης, ὡς ἔν­στα­ση στοὺς δι­α­χω­ρι­σμούς, μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει τὸν στί­χο τοῦ Ν. Βρετ­τά­κου: ἡ συ­νεί­δη­ση εἶ­ναι τὸ βά­θος τοῦ ἀν­θρώ­που / Ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι τὸ πλά­τος του, καί, φαι­νο­με­νι­κὰ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη στὴ συν­το­μί­α της, ἐ­πι­και­ρο­ποι­εῖ τὸ ἀ­πό­φθεγ­μα τοῦ An­to­nio Por­chia, Οἱ ἁ­λυ­σί­δες ἐν χρή­σει δὲν ἁ­λυ­σο­δέ­νουν. Στοι­χεῖ­α ποὺ ἂν συν­δυα­στοῦν ἐν­δε­χο­μέ­νως νὰ συ­στα­θεῖ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀρ­χή.


προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Σπαρτιάτες τοῦ Richard Gwyn.


Τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Augusto Monterroso La o­ve­ja negra y de­más fá­bu­las.


Τὸ βι­βλί­ο μὲ κρι­τι­κὰ κεί­με­να τοῦ Lauro Zavala, El di­no­sa­u­rio a­no­ta­do: e­di­ción crí­ti­ca de «El dino­sa­urio» de Au­gu­sto Mon­ter­roso.


Τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὀ­δον­τό­­κρε­μα μὲ χλω­ρο­­φύλ­­λη τοῦ Ἠ. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου.


Τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀ­να­το­λι­κὰ τῆς Δύ­σης τοῦ Miroslav Penkov.


To ἀ­φή­γη­μα Κονγκό τοῦ Eric Vuillard.


Τὴ νου­βέ­λα Τί εἶ­ναι ἕ­νας κάμ­πος τῆς Νά­σιας Δι­ο­νυ­σί­ου.


Τὸ ἄρ­θρο The un­bea­ra­ble: To­ward an anti­fa­scist ae­sthe­tic τοῦ Jon Ba­skin, στὸ ὁ­ποῖ­ο δι­ε­ρευ­νᾶ αἴ­τια ποὺ ὁ­δή­γη­σαν τοὺς Γερ­μα­νοὺς νὰ στρα­φοῦν στὸν να­ζι­σμό.


Τὴ συμ­φω­νί­α Νο 7, Op. 60 μὲ τί­τλο Le­nin­­grad, τοῦ Dmitri Shostakovich, τὴν ὁ­ποί­α ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1941.

Τὸν Μικρό­κοσμο (ποί­η­ση: Να­ζὶμ Χικ­μέτ, μτφ. Γιά­ννη Ρί­τσου), σύν­θε­ση Θά­νου Μι­κρού­τσι­κου, ἐ­κτέ­λε­ση Μα­ρί­α Δη­μη­τριά­δη.


[1].  Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[2]. Ζαραφωνίτου Χριστίνα, Ἀπὸ τὴν ἀντα­ποδο­τικὴ στὴν ἀ­ποκα­ταστα­τικὴ δι­καιο­σύ­νη: τιμω­ρικό­τη­τα ἢ ἄμ­βλυν­ση τῶν συγ­κρού­σεων;
[3] . Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[4]. mogul = μεγι­στά­νας, τρα­νός.
[5]. antojitos = λι­χου­δι­ὲς ποὺ φτιά­χνουν μά­γει­ρες τοῦ δρό­μου.
[6]. κου­βα­νέ­ζι­κος χο­ρὸς μὲ ἀ­φρι­κα­νι­κὲς ρί­ζες· ὁ ρυθ­μὸς εἶ­ναι γνω­στὸς ἀ­πὸ τὴν εἰ­σα­γωγι­κὴ ἄρια τῆς Carmen τοῦ G. Bizet, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α Ὁ Νο­νός (II), τοῦ F.F.Coppola.
[7]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[8]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[9]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[10]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου. Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν Κώ­στα Βρα­χνὸ γιὰ τὴ συμ­βο­λή του στὴν ἀ­πό­δο­ση τοῦ κει­μέ­νου στὰ ἑλ­λη­νι­κά.
[11]. Khakpour Arta, Each into a world of His Own: Mi­me­sis, Mo­dernist Fi­ction, and the I­ra­ni­an A­vant-Garde, δι­α­τρι­βὴ στὸ ἀ­πο­θε­τή­ριο τοῦ New York University, Department of Mid­dle Ea­stern and Islamic Stu­dies, 2014.
[12]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[13]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[14]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

 

Πηγή:  Πρώτη δημοσίευση.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.



		

	

Σπῦρος Κρόκος: Chop Chop Square


Σπῦ­ρος Κρό­κος


Chop Chop Square


 ΠΡΩΪΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ στὴν πλα­τεί­α ἔ­χει τε­λει­ώ­σει. Φρε­σκο­πλυ­μέ­να σεν­τό­νια ἔ­χουν ἀρ­χί­σει ἤ­δη ν’ ἁ­πλώ­νον­ται πά­νω στὶς πλά­κες της. Ἡ θέ­α τῶν λευ­κῶν πε­ρι­στε­ρι­ῶν ποὺ πε­τοῦν στὸν κα­θα­ρὸ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­να­κα­λεῖ στὴ μνή­μη του τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ αἵ­μα­τος. Στὸ νοῦ του ἔρ­χον­ται κι ἐ­κεῖ­νοι οἱ στί­χοι ποὺ εἶ­χε βρεῖ γραμ­μέ­νους χρό­νια πρίν, σ’ ἕ­να ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο κομ­μά­τι χαρ­τί, πε­τα­μέ­νο στὴ ρί­ζα μιᾶς γέ­ρι­κης χουρ­μα­διᾶς: «Στὶς μέ­ρες καὶ στὶς νύ­χτες τοῦ Προ­φή­τη πει­να­σμέ­να γε­ρά­κια κα­ρα­δο­κοῦν, κομ­μα­τι­ά­ζον­τας τὶς νό­τες ποὺ ξε­γλι­στροῦν ἀ­μέ­ρι­μνα στὴ σι­ω­πὴ τῆς ἄμ­μου. Ὁρ­μοῦν ἐ­πά­νω στὶς ἄ­ψυ­χες σκι­ὲς τῆς ὀ­θό­νης καὶ στὶς φι­γοῦ­ρες τῆς σκη­νῆς, ὅ­ταν αὐ­τὲς δὲν ὑ­πο­κλί­νον­ται φι­λών­τας εὐ­λα­βι­κά τοὺς ὤ­μους τῶν το­πο­τη­ρη­τῶν του.»

        Βα­δί­ζει πρῶ­τος στὴ σει­ρά, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους, ἔ­χον­τας τὰ χέ­ρια δε­μέ­να πι­σθάγ­κω­να. Πα­ρὰ τὸ βά­λιουμ, νι­ώ­θει τὴν ἀ­νά­σα του κο­φτὴ καὶ τὴν καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ γρή­γο­ρα καὶ ἄρ­ρυθ­μα. Ἀ­πρό­σκλη­τες θύ­μη­σες τοῦ τρα­γου­δοῦν καὶ τὸν τα­ξι­δεύ­ουν σὲ εἰ­κό­νες τοῦ χθές, ἀ­να­ζη­τών­τας ἀ­έ­ρα καὶ φῶς μέ­σα ἀ­πὸ λα­βύ­ριν­θους θο­λοὺς καὶ οἰ­κεί­ους. Γνώ­ρι­μες κραυ­γὲς συ­νο­δεύ­ουν τὴ δι­α­δρο­μή του πρὸς τὸ ση­μεῖ­ο τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Ὅ­μως σὲ αὐ­τὲς δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζει πιὰ τὴ χροι­ὰ τῆς δι­κῆς του φω­νῆς μὲ τὶς ξέ­γνοια­στες μέ­ρες στὴν πλα­τεί­α, τὰ γι­ορ­τι­νὰ πρω­ϊ­νά τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς, τὸ πο­δό­σφαι­ρο καὶ τὸ κυ­νη­γη­τὸ κά­τω ἀ­πὸ τὰ κρε­μα­σμέ­να ἀ­κέ­φα­λα σώ­μα­τα. Τοῦ εἶ­χαν πεῖ τό­τε, πὼς αὐ­τὰ ἦ­ταν σκιά­χτρα ποὺ κρα­τοῦ­σαν μα­κριά τὰ στοι­χειὰ τῆς ἐ­ρή­μου. Ἡ στέρ­φα γῆ ἐ­ξά­γνι­ζε τὸ παι­χνί­δι τους ἀ­πὸ τὸ μό­λε­μα καὶ τὸ προ­στά­τευ­ε, ἔ­τσι ὅ­πως ἄ­τμι­ζε ρου­φών­τας ἀ­χόρ­τα­γα τὸ ζε­στὸ αἷ­μα ποὺ ἔ­ρε­ε ἄ­φθο­νο.

        Γο­να­τί­ζει πά­νω στὸ λευ­κὸ σεν­τό­νι μὲ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στὴ γε­νέ­τει­ρα τοῦ Προ­φή­τη. Ἕ­να θρη­νη­τι­κὸ οὐρ­λια­χτὸ δι­εκ­δι­κεῖ δι­έ­ξο­δο. Μὰ τε­λι­κὰ μέ­νει βου­βό. Ἀ­νεί­πω­το. Μαῦ­ρο πα­νὶ τυ­λί­γει τὰ μά­τια του κα­θὼς αἰ­σθά­νε­ται τὸν δή­μιο νὰ στέ­κει δί­πλα του. Ὁ ἥ­λιος ἀρ­χί­ζει ν’ ἀ­νε­βαί­νει κι ἡ δου­λειὰ πρέ­πει νὰ ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ πρὶν τὴν ἀ­νυ­πό­φο­ρη ζέ­στη τοῦ με­ση­με­ριοῦ. Δὲν ἔ­χει πρό­θε­ση νὰ δυ­σκο­λέ­ψει τὸ ἔρ­γο τοῦ ὑ­παλ­λή­λου. Ἀ­κού­ει τὴν ἀ­πό­φα­ση τῆς κα­τα­δί­κης καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ψι­θυ­ρι­στὰ τοὺς στί­χους ἀ­πὸ τὸ Κο­ρά­νι. Παύ­ση. Ξέ­ρει τί πρέ­πει νὰ κά­νει ἀ­πὸ ἐ­δῶ κι ἔ­πει­τα. Γέρ­νει τὸ σῶ­μα του ἐ­λα­φριὰ μπρο­στά. Αἰ­σθά­νε­ται τὴν κό­ψη τῆς λε­πί­δας νὰ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει ἁ­πα­λὰ τὸν λαι­μὸ κι ὕ­στε­ρα νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα. Τὸ σπα­θὶ κα­τε­βαί­νει μὲ δύ­να­μη. Δι­α­χω­ρι­σμός — δη­λα­δὴ κα­ρα­τό­μη­ση. Ἡ λύ­τρω­ση στὴν Chop Chop Square μό­λις ἦρ­θε. Τὸ πλῆ­θος κραυ­γά­ζει. Κά­ποι­ος του­ρί­στας φώ­να­ξε γκόλ.

        Τρί­α δευ­τε­ρό­λε­πτα ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ κρα­νί­ο του δί­χως αἰ­σθή­σεις, βού­λη­ση, προσ­δο­κί­ες καὶ μνή­μη πιά, κα­τρα­κυ­λᾶ στὸ πυ­ρω­μέ­νο τσι­μέν­το τῆς πλα­τεί­ας. Σὲ αὐ­τὸν τὸν χρό­νο ποὺ χρει­ά­στη­κε γιὰ νὰ σκορ­πί­σει ἡ ψυ­χὴ καὶ νὰ ἑ­νω­θεῖ μὲ τὴ σκό­νη ποὺ ἀ­φή­νουν πί­σω τους τὰ κα­ρα­βά­νια τῶν νο­μά­δων τῆς ἐ­ρή­μου, αὐ­το­μό­λη­σαν μα­ζί της καὶ οἱ ἦ­χοι ἀ­πὸ τὶς ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νες ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια μου­σι­κές, οἱ εἰ­κό­νες ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­κλει­σμέ­να θε­ά­μα­τα, ἡ γλυ­κιὰ γεύ­ση τοῦ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου ἱ­δρώ­τα καὶ τῶν ἀγ­γιγ­μά­των τῆς σάρ­κας, ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς ἁρ­μύ­ρας ποὺ ὁ νο­τι­ο­α­να­το­λι­κὸς ἄ­νε­μος ἔ­φερ­νε ἀ­πὸ τὸν ὠ­κε­α­νό. Ἕ­ναν ὠ­κε­α­νὸ ποὺ ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τί­κρι­σε πο­τέ, μὰ κά­θε βρά­δι ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν πὼς πα­τοῦ­σε τὴν ἀν­τί­πε­ρα στε­ριά του.

        «Σκα­τά!» μούγ­κρι­σε ὁ πα­χύ­σαρ­κος ἄν­τρας κοι­τά­ζον­τας τὸ ρο­λό­ϊ του, δε­κα­τρεῖς χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά. Ἅρ­πα­ξε τὸ τη­λε­κον­τρὸλ ποὺ ἦ­ταν χω­μέ­νο στὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πὲ καὶ τί­να­ξε στὸ πά­τω­μα τὰ τρίμ­μα­τα ἀ­πὸ τὰ πα­τα­τά­κια ποὺ εἶ­χαν στα­θεῖ στὴν κοι­λιά, στὰ μπού­τια καὶ στὸ λευ­κό του σώ­βρα­κο. Ἔ­κλει­σε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸν κα­να­πέ, κά­τι ποὺ δὲν τὸ κα­τά­φε­ρε οὔ­τε τὴ δεύ­τε­ρη οὔ­τε τὴν τρί­τη φο­ρὰ ποὺ τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­σε. Τοῦ πῆ­ρε κάμ­πο­ση ὥ­ρα νὰ χω­ρέ­σει στὴ φρε­σκο­πλυ­μέ­νη στο­λὴ ποὺ εἶ­χε φέ­ρει νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ κα­θα­ρι­στή­ριο. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­φτα­νε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο κουμ­πὶ τοῦ που­κα­μί­σου μὲ τὸ κεν­τη­μέ­νο γε­ρά­κι στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μα­νί­κι, κον­το­στά­θη­κε στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κοί­τα­ξε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὸν βρο­χε­ρὸ οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­πει­τα τὸ βλέμ­μα του καρ­φώ­θη­κε στὴ νο­η­τὴ εὐ­θεία ποὺ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴ 13η πτέ­ρυ­γα τῶν Πο­λι­τεια­κῶν Φυ­λα­κῶν, τὴν Death Row. Ἔ­μει­νε ἔ­τσι ἀ­κί­νη­το καὶ ἀ­πλα­νὲς γιὰ με­ρι­κὲς στιγ­μές. Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι του στὸ στέρ­νο καὶ σχη­μά­τι­σε φευ­γα­λέ­α τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ. Ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τῆς εἰ­σό­δου σή­κω­σε τὸν φά­κε­λο μὲ τί­τλο: «Πρω­τό­κολ­λο Chapman —Ἐ­φαρ­μο­γὴ καὶ Δι­α­χεί­ρι­ση Ἐ­κτε­λέ­σε­ων.» Ἡ τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη ποὺ ἔ­κα­νε πρὶν κλεί­σει πί­σω του τὴν πόρ­τα καὶ χα­θεῖ, ἦ­ταν ὅ­τι ἂν τὰ πράγ­μα­τα συ­νε­χί­σουν νὰ πη­γαί­νουν κα­λὰ στὴ δου­λειά, ἴ­σως μπο­ρέ­σει νὰ πε­ρά­σει ἕ­να μέ­ρος ἀ­πὸ τὴν κα­λο­και­ρι­νή του ἄ­δεια τα­ξι­δεύ­ον­τας κά­που στὴ Με­σό­γει­ο. Ἰ­τα­λί­α, Ἱ­σπα­νί­α, Γαλ­λί­α, Ἑλ­λά­δα ἴ­σως. Τὰ χεί­λη του συ­σπά­στη­καν σ’ ἕ­να ἐ­λα­φρὺ χα­μό­γε­λο προ­σμο­νῆς καὶ ἱ­κα­νο­ποί­η­σης.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπύ­ρος Ε. Κρό­κος (1973). Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση (MSc), στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς (MEd) καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (MA). Μι­κρῆς φόρ­μας ἔρ­γα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες. Ἐν­δει­κτι­κὲς ἀ­να­φο­ρές: «Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου», «Southern Point», «Chop Chop Squa­re» στὸν ἱστο­χῶ­ρο Ἱ­­στο­­ρί­­ες Μπον­­ζά­ι – Ἡ αἰ­σθη­τι­κὴ τοῦ μ­ικροῦ. «Θραύ­σμα­τα & Ἀνα­μνή­σεις» στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Eye­lands· «Ὁ Κό­σμος τῆς Λί­μνης» στὸν ἱστό­το­πο Li­te­ra­tu­re.  Τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Ὁ Ἀ­φρι­κά­νι­κος Ζα­κό» καὶ «Τε­λευ­ταῖ­ο Δρο­μο­λό­γιο» ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δώ­μα­τα μὲ Θέα (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) καὶ Ἱ­στο­ρίες στὶς Ρά­γες (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) ἀ­ντί­στοι­χα. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μαχαιρᾶς καὶ Ρου­χου­λᾶς



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Μαχαιρᾶς καὶ Ρου­χου­λᾶς

[τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ]


ΑΛΗ-ΠΑΣΑΣ εἰ καὶ ἀ­παί­δευ­τος ἐν­τε­λῶς, ἦ­τον ὅ­μως με­γα­λο­φυ­ής, διὰ τοῦ­το εἰς τὸν Μω­ά­μεθ οὐ­δε­μί­αν ἀ­πέ­δι­δεν ὑ­πε­ράν­θρω­πον δύ­να­μιν, ἀ­φοῦ αὐ­τὸς καὶ οἱ δι­ά­δο­χοί του ἐ­πέ­βα­λον τὸ θρή­σκευ­μά των διὰ πυ­ρὸς καὶ σι­δή­ρου, χο­ρη­γοῦν­τες μά­λι­στα εἰς τοὺς πι­στοὺς με­θ’ ὑ­περ­βο­λῆς πά­σας τὰς σαρ­κι­κὰς ἀ­πο­λα­βάς, ὅ­περ εἶ­ναι δό­λω­μα ἰ­σχυ­ρώ­τα­τον εἰς τὴν ἀν­θρω­πί­νην ἀ­δυ­να­μί­αν. Δὲν ἠ­δύ­να­το ὅ­μως νὰ πι­στεύ­σῃ ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς δὲν εἶ­χε τι ὑ­πε­ράν­θρω­πον ἀ­φοῦ αὐ­τὸς καὶ οἱ Ἀ­πό­στο­λοί του ὄ­χι μό­νον δὲν με­τε­χει­ρί­σθη­σαν βί­αν ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πη­γό­ρευ­ον αὐ­στη­ρῶς αὐ­τήν, συ­νά­μα δὲ δι­έ­τατ­τον εἰς τοὺς πι­στοὺς δί­αι­ταν βα­σα­νι­στι­κήν. Ἐν τού­τοις ὅ­μως δὲν ἠ­δύ­να­το ν’ ἀν­τι­ληφ­θῇ πῶς ἐ­γέ­νε­το ἡ ἐκ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἐκ­πό­ρευ­σις τῆς θε­ό­τη­τος τοῦ Χρι­στοῦ, διὰ τοῦ­το ἡ­μέ­ραν τι­νὰ συν­τρώ­γων με­τὰ τοῦ Τουρ­τού­ρη(1) ὃν ἐ­ξε­τί­μα ὡς νου­νε­χῆ καὶ γνω­ρί­ζον­τα κα­λῶς τὰ τῶν Χρι­στια­νῶν, τῷ εἶ­πε:

       — Ἀ­γλούμ, ἐ­γὼ ξεύ­ρω ὅ­τι τὸ δι­κό μου τὸ Μω­α­μέ­τη ἐ­κά­θι­σε στὸ σβέρ­κο τοῦ κό­σμου δι­ό­τι ἦ­το μα­χαι­ρᾶς καὶ αὐ­τὸς ὡ­σὰν καὶ μέ­να, μὰ δὲν μοῦ λέ­γεις πῶς τὸ δι­κό σας τὸ Χρι­στὸ ἔ­γι­νε ρου­χου­λᾶς (ἐκ πνεύ­μα­τος);

       Ὁ Τουρ­τού­ρης τῷ ἀ­πήν­τη­σεν ὅ­τι:

       — Εἶ­ναι τοῦ­το τό­σο με­γά­λο θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ὅ­που δὲν ἀ­φῆ­κε νὰ τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὁ ἄν­θρω­πος.

       — Πέ­κε­ϋ (οὕ­τως ἔ­χει) τῷ ἀ­πήν­τη­σεν ὁ Ἀ­λῆ-πα­σᾶς.


(1) Γεώργιος Τουρτούρης (1747/1750-1831). Ἠ­πει­ρώ­της φι­λι­κός, στε­νὸς γνώ­ρι­μος καὶ συ­νερ­γά­της τοῦ Ἀ­λῆ Πα­σᾶ. [Σημ. τοῦ ἐπιμελητῆ.]


Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 117.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Λου­ῒ Ντυ­πρέ (Louis Du­pré, 1789-1837), Ὁ Ἀ­λῆ Πα­σᾶς στὴ λί­μνη τοῦ Βου­θρω­τοῦ, Ἀ­πρί­λιος 1819. Λε­πτο­μέ­ρεια ἀ­πό λι­θο­γρα­φί­α τοῦ Λου­ῒ Ντυ­πρέ, 1825. Πι­να­κο­θή­κη Ἑλ­λη­νι­κοῦ Κοι­νο­βου­λί­ου.



		

	

Ἀργύρης Ἑφταλιώτης: Κρυφὴ ἀγάπη


Ἀρ­γύ­ρης Ἑ­φτα­λι­ώ­της


Κρυφὴ ἀγάπη


ΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ, για­τρέ, πὼς κά­πο­τε στὴν ἀρ­ρώ­στι’ ἀ­πά­νω ὁ ἄρ­ρω­στος πα­ρα­λα­λεῖ, καὶ πα­ρα­λα­λών­τας λέ­ει καὶ τὴν ἀ­λή­θεια;

        — Νὰ σοῦ πῶ: Σ’ αὐ­τὸ τὸ χω­ριὸ —λέ­ω τοῦ φί­λου μου— συ­χνό­τε­ρα τὴν ἀ­κοῦς τὴν ἀ­λή­θεια ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στους καὶ τρελ­λούς, πα­ρ’ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους, ποὺ εἶ­ναι κα­λά. Καὶ νὰ δεῖς τί μοῦ συ­νέ­βη­κε σὲ μιὰ κό­ρη, στὴν πί­σω τὴν ἐ­νο­ριά, εἶ­ναι τώ­ρα κάμ­πο­σος και­ρός.

        Ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη ἕ­ξι μέ­ρες. Εἶ­χε μιὰ βρα­διὰ πολ­λὴ θέρ­μη, καὶ τρέ­ξα­νε νὰ μὲ φέ­ρουν. Ἄλ­λος δὲν πα­ρα­στε­κό­ταν πα­ρὰ ἡ μά­να της, γυ­ναί­κα ἥ­συ­χη καὶ λι­γά­κι στε­νο­κέ­φα­λη. Ἔ­κλαι­γε ἡ κα­κό­μοι­ρη καὶ μὲ πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σω τὴν κό­ρη της. Ἔ­κα­μα ὅ,τι μπό­ρε­σα, ἔ­μει­να καὶ λί­γη ὥ­ρα στὸ σπί­τι νὰ δῶ τὶ δρό­μο θὰ πά­ρει ὁ πυ­ρε­τός. Ἀ­νέ­βη­κα νὰ τὴν ξα­να­δῶ. Ἤ­τα­νε χει­ρό­τε­ρα. Βύ­θος καὶ πα­ρα­λα­λη­τό. Ἀ­πὸ τὰ λό­για της φαί­νουν­ταν πὼς ἔ­βλε­πε λου­λού­δια κι  ἀγ­κά­θια. Ἄγ­γι­ζ’ ἕ­να λου­λού­δι, καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ἄ­ξαφ­να τὴν ἀγ­κύ­λω­νε καὶ τ’ ἀγ­κά­θι, κι ἔ­βλε­πες τὸν πό­νο στὸ πρό­σω­πό της. Παι­χνί­δι τῆς φαν­τα­σί­ας της, εἶ­πα μέ­σα μου. Μὰ σ’ ἕ­ν’ ἀ­πὸ τὰ λου­λού­δια ποὺ μά­ζευ­ε ὁ πλα­νε­μέ­νος νοῦς της, γύ­ρι­σε κα­θὼς πάν­τα τὸ πρό­σω­πό της κα­τὰ τὴν ἄλ­λη με­ριά, καί, —«μ’ ἀ­γα­πά­ει δὲ μ’ ἀ­γα­πά­ει» μουρ­μού­ρι­ζε χα­μη­λὰ κι ἀ­συ­νάρ­τη­τα, σα­λεύ­ον­τας τὰ δά­χτυ­λά της σὰ νά’ κο­βε τοῦ λου­λου­διοῦ της τὰ πέ­τα­λα.

        Λέ­ω τῆς μά­νας, πᾶ­με κά­τω γιὰ λί­γη ὥ­ρα πά­λι. Πή­γα­με κά­τω, καὶ κά­θι­σε ἡ μά­να κον­τὰ στὸ μαγ­κά­λι νὰ μοῦ ψή­σει κα­φέ. Καὶ ψή­νον­τας τὸν κα­φὲ ἔ­λε­γε καὶ ξα­να­έ­λε­γε γιὰ τὴν κό­ρη της, τί ἄγ­γε­λος ἦ­ταν, τί χρυ­σό κο­ρί­τσι, τί νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο· κι ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια.

        — Μὰ γιὰ πές μου, τὴ ρω­τῶ τό­τες, νὰ μὴν εἶ­χε τί­πο­τις ἀ­γά­πες ἡ κό­ρη σου;

        — Θε­ὸς νὰ φυ­λά­ξει, για­τρέ μου! Δὲν ξέ­ρεις τὶ ἀ­θῶ­ο ποὺ εἶ­ναι τ’ ἀ­κρι­βό μου τὸ Λε­νι­ώ, ὁ Θε­ός νὰ μοῦ τή­νε γλυ­τώ­σει!

        Ἡ μά­να θάρ­ρε­ψε πὼς κο­ρί­τσι γιὰ ν’ ἀ­γα­πή­σει πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ξε­τσι­πω­μέ­νο.

        Ἔ­τσι τὴν ἔ­μα­θε τὴν ἀ­γά­πη στὸ σκο­λει­ό της.

        — Γιὰ συλ­λο­γί­σου, τῆς κά­νω, μὴν τύ­χει κι ἔ­χει κα­νέ­να κρυ­φὸ κα­η­μὸ τὸ κο­ρί­τσι, καὶ τὴ γι­α­τρέ­ψου­με εὐ­κο­λώ­τε­ρα.

        — Ἄρ­ρω­στη κα­θώς εἶ­ναι, για­τρέ μου, κάλ­λιο τό ‘χω νὰ τή­νε θά­ψω, πα­ρὰ νὰ τὸ ντρο­πιά­σει τὸ τι­μη­μέ­νο μας τ’ ὄ­νο­μα.

        Εἶ­δα πὼς τὰ λό­για μου ἤ­τα­νε χα­μέ­να, ἤ­πια τὸν κα­φέ, ξα­να­κοί­τα­ξα τὴν ἄρ­ρω­στη, δι­ό­ρι­σα γι­α­τρι­κὸ γιὰ τὴ νύ­χτα κι ἔ­φυ­γα.

        Ὕ­στε­ρ’ ἀ­π’ ἄλ­λες τρεῖς μέ­ρες πέ­θα­νε ἡ μι­κρή. Δὲ λέ­ω πὼς δὲν ἤ­τα­νε ἀρ­ρώ­στια, μὰ τὰ νεῦ­ρα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ εἶ­χαν ἕ­να χά­λι ποὺ λί­γη χα­ρά, λί­γο ἀ­ναγ­κά­λι­σμα, μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σει.

        Πῆ­γα στὸ λεί­ψα­νο, για­τὶ τὸ πό­νε­σα τὸ κα­κό­μοι­ρο. Ρά­γι­ζε ἡ καρ­διά μου νὰ βλέ­πω τὴ μά­να του νὰ ξε­σκί­ζε­ται ἀ­πά­νω στὸ κα­τα­στό­λι­στο ἐ­κεῖ­νο κορ­μί, ποὺ ἄλ­λο τῆς ζω­ῆς δὲν τοῦ ἔ­με­νε πα­ρὰ ἕ­να χα­μό­γε­λο ἥ­συ­χο.

        Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα τοῦ τρο­πα­ριοῦ ποὺ μᾶς προ­σκα­λεῖ τὸ στερ­νὸ τὸ φι­λί. Μό­λις χω­ρί­σα­νε τὴν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη μά­να ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρα­μέ­νο πρό­σω­πο, καὶ σι­μώ­νει ἕ­να παι­δί, ὣς δε­κο­χτὼ χρο­νῶ νὰ δώ­σει κι αὐ­τὸς τὸ στερ­νό του φί­λη­μα. Ἦ­ταν τῆς γει­το­νιᾶς, γνώ­ρι­ζε τὸ σπί­τι τους, θαρ­ρῶ καὶ στὸ σκο­λει­ὸ μα­ζὶ πή­γαι­ναν. Κα­θό­λου λοι­πὸν πα­ρά­ξε­νο ποὺ σί­μω­νε κι αὐ­τὸς μὲ βρεμ­μέ­να μά­τια! Σή­κω­σαν τὸ λεί­ψα­νο, τό’ θα­ψαν, ἔ­φυ­γε ὁ κό­σμος, ἔ­κα­μα νὰ φύ­γω καὶ γώ. Μὰ ἀν­τὶς νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη τὴ θύ­ρα, ξε­κί­νη­σα νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὸ πορ­τὶ τοῦ ἀ­πά­νω δρό­μου, γιὰ νὰ πά­ω στὴν ἀ­γο­ρά. Ἔ­κα­μα λοι­πὸν γύ­ρω πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σιά. Ἐ­κεῖ, ὄ­ξω ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιο Βῆ­μα, σὲ μιὰ κό­χη μο­να­χι­κή, ποι­ό­να νὰ δῶ, πα­ρὰ τὸ ἴ­διο τὸ παι­δὶ ποὺ φί­λη­σε τὸ λεί­ψα­νο τῆς Λε­νι­ῶς. Ἔ­κλαι­γε τὰ πύ­ρι­νά του ὁ δύ­στυ­χος. Συλ­λο­γί­στη­κα μιὰ στιγ­μὴ νὰ τοῦ μι­λή­σω καὶ νὰ τοῦ πῶ τὸ τί ἔ­λε­γε ἡ Λε­νι­ώ του ἀ­πά­νω στὸν πυ­ρε­τό της. Μὰ δὲ βά­στα­ξε ἡ καρ­διά μου. Εἶ­πα, ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τὴ γεν­νή­θη­κε κρυ­φή, κρυ­φὴ πρέ­πει καὶ νὰ πο­θά­νει.



Πη­γή: Ἀργύρης Ἐφταλιώτης, Νη­σι­ώ­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες, Εἰ­δι­κή ἔκ­δο­ση γιὰ τὴν ἐ­­φη­με­ρί­δα Τὸ Βῆ­μα, Ἀ­θή­να, 2009, Α’ ἔ­κ­δο­­ση 1896.

Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της (Μόλυβος Μυτι­λή­νης, 1849-Αἲξ λὰ Πὲν Γαλ­λί­ας 1923). Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλίο: Νη­σιώ­τι­κες ἱ­στο­ρί­ες (1894, δι­η­γή­μα­τα).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Κα­τού­ρη­σε!


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Κα­τού­ρη­σε!

[τοῦ Ἰωάννου Κωλέττη]


ΑΤΑ τὴν ἀρ­ρώ­στεια του ὁ Κω­λέ­της, ποὺ τὸν ἐ­βα­σά­νι­σε πο­λύ (ὑ­πό­φε­ρε, καὶ πέ­θα­νε ἀ­πὸ τὰ νε­φρά), ἔ­τυ­χε κά­πο­τε νὰ νοι­ώ­σῃ κα­λύ­τε­ρα τὸν ἑ­αυ­τό του. Τὸ κα­λὸ χαμ­πέ­ρι δι­α­δό­θη­κε στὸ λα­ό, καὶ κα­θὼς ὁ Ὄ­θω­νας μὲ τὴν Ἀ­μα­λί­α γυ­ρί­ζαν ἀ­πὸ τὸν πε­ρί­πα­το, τρέ­ξα­νε πολ­λοὶ καὶ βγή­κα­νε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τ’ ἄ­λο­γα, κι’ ἀρ­χί­σα­νε νὰ φω­νά­ζουν:

       — Κα­τού­ρη­σε, κα­τού­ρη­σε!



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Grenier, La Grèce en 1863, Paris, σ. 133.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 98 [Τίτλος: «189.—Κα­τού­ρη­σε!»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἰωάννης Κωλέττης (1773-1847). Παραγγελία τοῦ Louis-Philippe γιὰ τὴ συλλογὴ τοῦ ἱστορικοῦ μουσείου τῶν Βερσαλλιῶν, τὸ 1847. Ἔργο τοῦ Dominique Papety (1815–1849). Ἐλαιογραφία.



		

	

Konstantinos Paleologos: Meri Linda


 

Konstantinos Paleologos


Meri Linda


LA ÚNICA vez que fui a Venecia, todavía no había nacido.

     El 6 de mayo de 1962, Fanis y Keti subieron, en ese orden, la escalinata de la iglesia de San Basilio en el barrio de Exarjia. Iban a permanecer juntos hasta el 2010, pero en ese momento ni lo sabían ni les interesaba. La ceremonia tuvo lo de siempre: vestido de novia, trajes de sastre, trajes de noche, niños que ahora ya se encuentran en el umbral de la tercera edad, adultos que ya no existen.

     Nunca me interesó el álbum de fotos de aquella tarde pri­ma­ve­ral San Basilio de Exarjia; en mi memoria ha permanecido imborrable lo que ocurrió después, aun cuando lo único que ha llegado hasta mis manos de ese después sea una sola foto en blanco y negro: SALA DE FIESTAS TRIANA, en la Avenida Singrú. Allí se celebró, al parecer, la fiesta nupcial; cantan Manolis Jiotis y Meri Linda, aunque en la mencionada foto él, Jiotis, no está, y Keti tampoco. Con fondo una docena de hombres engafados, totalmente desconocidos para mí, Meri Linda, con el micrófono en la mano izquierda (cantando «Tú también pareces un mar», porque esa es la canción que quiero que cante), embutida en un largo y ceñido vestido rojo que deja su resplandeciente espalda expuesta al flash del fotógrafo, se ha acercado a la mesa donde están sentados los novios y, con la mano derecha, está pellizcando con picardía la barbilla de un Fanis deslumbrado que la mira a los ojos sonriendo a medias, la mirada lasciva y ambas manos sosteniendo la silla que tiene delante y donde descansa su sombrero, sobre algo que nunca he comprendido lo que es.

     Yo nací exactamente nueve meses más tarde, el 6 de febrero de 1963. Entremedias, a finales de junio, había ido a Venecia dentro de la barriga de Keti, que me paseaba orgullosamente por la Plaza de San Marcos, mientras daba de comer a las palomas y miraba a Fanis como si todavía no le hubiera perdonado la lasciva mirada del 6 de mayo.


 

Fuente: Primera publicación, Planodion-Bonsái, 1 de diciembre de 2020.

Konstantinos Paleologos (Atenas, 1963) es traductor y catedrático de Traductología Aplicada y Literatura Española en la Universidad Aristóteles de Salónica.

Traducción: Ioanna Nikolaidou



		

	

Ioanna Abatzí: ¿Cuánto se debe?



Ioanna Abatzí


¿Cuánto se debe?


QUEL verano nos había ido bien con el tabaco. Bajábamos a Atenas para cobrar. Todos éramos de pueblo. El autobús a rebosar, muchas las horas, estábamos asfixiados. Se escuchaban interferencias por la radio, la culpa era de la antena. El conductor puso Tsitsanis. Me recordó a Kikí. No la quería de nuera la finada, era pobre, decía, échala. Se fue a Alemania de obrera, por lo que me dijeron. Veinte años. La culpa fue de mi madre.

       Llegamos a Atenas, bajamos al centro. El comerciante de tabaco nos paga un buen dinero. Nos lo repartimos, nos fuimos a beber retsina, nos pasamos un poco.

       ¿Vamos a celebrarlo a lo de Filís? dicen los otros dos.

       Nuestras billeteras ya están llenas, señores. Vámonos.

       El burdel vacío. Aún es temprano. Vuelvo a escuchar a Tsi­tsa­nis. Un clásico, eso tenía la culpa. Entro al cuarto. Cama metálica, sábanas arrugadas y la muchacha, pequeña. Veinte minutos. Salgo.

       Veo a los demás pagar. Espero mi turno. Me saco del bolsillo un fajo de billetes de cien doblados.

       ¿Cuánto se debe?, le digo.

       Dice que nada, señor.

       Pero, ¿cómo?, no es posible, ¿cuánto quieres?, insisto».

       Por Dios, Dimitris, no irás a pagar por tu propia hija.

       La miro. La veo. No se ha ido a Alemania, no ha estado de o­bre­ra. La culpa fue mía.



Fuente: Planodion Bonsái, 10 de marzo de 2021

Ioanna Abatzí (Salónica). Graduada en Filología Francesa, con máster en Teatrología y Escritura Creativa. Además de la escritura, se dedica a la escenografía y la ilustración.

La traducción es producto de las clases de Traducción Literaria que imparte en la Universidad Aristóteles de Salónica el profesor Konstantinos Paleologos. Tradujeron los estudiantes de la Universidad de Málaga, Irene Antich Fernández, Pablo Casero Baeza y Marta Valero. Revisión: Eduardo Lucena.