Πέδρο ντὲ Μιγκέλ (Pedro de Miguel): Μικροδιήγημα: Αὐτὴ ἡ λιλιπούτεια τέχνη


DeMiguel,Pedro-ElMicrorellato-EseArtePigmeo-Eikona-01


Πέ­δρο ντὲ Μιγ­κέλ (Pedro de Miguel)


Μι­κρο­δι­ή­γη­μα: Αὐ­τὴ λι­λι­πού­τεια τέ­χνη

(El microrrelato:Ese arte pigmeo)


02-MiΙΚΡΟΔΙΗΓΗΜΑ, δι­ή­γη­μα μι­νι­α­τού­ρα, δι­ή­γη­μα μπον­ζά­ι, να­νο­δι­ή­γη­μα, ἀ­κό­μη καὶ ἱ­στο­ρι­ού­λα… Ὑ­πάρ­χουν πά­ρα πολ­λὲς ὀ­νο­μα­σί­ες ποὺ προσ­δι­ο­ρί­ζουν τὸ πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων φαί­νε­ται νὰ ἐ­πι­κρα­τεῖ τὸ «μι­κρο­δι­ή­γη­μα».

       Ἕ­να φαι­νό­με­νο κα­θό­λου νέ­ο στὴ λο­γο­τε­χνί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὡ­στό­σο φαί­νε­ται νὰ γί­νε­ται δη­μο­φι­λὲς κα­τὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μι­σὸ αἰ­ώ­να, ἀ­πὸ τὴν πέ­να δι­α­κε­κρι­μέ­νων συγ­γρα­φέ­ων μυ­θο­πλα­σί­ας τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ὅ­πως οἱ Μπόρ­χες, Κορ­τά­σαρ, Γκαρ­σί­α Μάρ­κες, Ἀ­ρε­ό­λα, Ντε­νέ­βι καὶ Μον­τε­ρό­σο. Για­τὶ, ἂν καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα δὲν εἶ­ναι ἄ­γνω­στο σὲ κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς σύγ­χρο­νες λο­γο­τε­χνί­ες —ἀρ­κεῖ νὰ θυ­μη­θοῦ­με τὴν πα­ρά­ξε­νη ὀ­μορ­φιὰ τῶν σύν­το­μων δι­η­γη­μά­των τοῦ Κάφ­κα ἢ τὸ ἀ­νε­κτί­μη­το χι­οῦ­μορ τῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ Σλά­βο­μιρ Μρό­ζεκ—, φαί­νε­ται ὅ­τι κά­νει πιὸ δυ­να­μι­κὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ, ὅ­που ἐ­πί­σης ἔ­γι­νε προ­σπά­θεια νὰ θε­με­λι­ω­θεῖ θε­ω­ρη­τι­κὰ καὶ νὰ δι­α­χω­ρι­στεῖ ἀ­πὸ πα­ρό­μοι­α εἴ­δη. Ἀ­πὸ τὴν Ἰ­σπα­νί­α δὲν λεί­πουν λαμ­πρὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα συγ­γρα­φέ­ων ποὺ καλ­λι­έρ­γη­σαν τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, ὅ­πως ὁ Λου­ὶς Μα­τέ­ο Ντί­εθ, ὁ Μὰξ Ἄ­ουμπ, ὁ Ἀν­τό­νιο Πε­ρέ­ι­ρα…, ἐ­νῶ εἶ­ναι σπά­νια ἡ πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέ­ων ποὺ δὲν ἔ­χουν κα­τα­πια­στεῖ μα­ζί του ἔ­στω μιὰ φο­ρά.

       Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει τὶς ρί­ζες του, ὅ­πως καὶ ὅ­λα τα εἴ­δη λο­γο­τε­χνί­ας, στὶς προ­φο­ρι­κὲς πα­ρα­δό­σεις, μὲ τὴ μορ­φὴ μύ­θων καὶ ἀλ­λη­γο­ρι­ῶν καὶ ἀ­πο­κτᾶ ὑ­πό­στα­ση κα­τὰ τὸ Με­σαί­ω­να μέ­σῳ τῆς δι­δα­κτι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τλεῖ τὸ ὑ­λι­κό της ἀ­πὸ θρύ­λους, αἰ­νίγ­μα­τα καὶ πα­ρα­βο­λές. Ὁ­ρι­σμέ­νοι θε­ω­ροῦν ὅ­τι τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι μιὰ ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἀ­σι­α­τι­κοῦ χα­ϊ­κοῦ σὲ πε­ζὸ λό­γο, ἐ­νῶ ἄλ­λοι πι­στεύ­ουν ὅ­τι προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­τύμ­βια λο­γο­τε­χνί­α.

       Ὡ­στό­σο, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα γί­νε­ται δη­μο­φι­λὲς στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κα­τὰ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χή, μὲ τὴ γέν­νη­ση τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὡς λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους, χά­ρη στὴν ταυ­τό­χρο­νη ἐμ­φά­νι­ση δύ­ο φαι­νο­μέ­νων δι­α­φο­ρε­τι­κῆς φύ­σε­ως: στὴν ἔ­κρη­ξη τῆς πρω­το­πο­ρια­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὴν ἐκ­φρα­στι­κή της ἀ­να­νέ­ω­ση καὶ στὴν ἔκ­δο­ση με­γά­λου ἀ­ριθ­μοῦ πε­ρι­ο­δι­κῶν ποὺ ἀ­παι­τοῦ­σαν σύν­το­μα κεί­με­να μὲ εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση γιὰ νὰ γε­μί­σουν τὶς σε­λί­δες πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου. Κά­ποι­ες ἀ­πὸ τὶς γκρεγ­κε­ρί­ας τοῦ Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα μό­λις μιᾶς γραμ­μῆς, καὶ ἐ­πί­σης οἱ Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο καὶ Βι­σέν­τε Οὐ­ι­δόμ­προ ἐ­ξέ­δω­σαν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα δι­α­φό­ρων αἰ­σθη­τι­κῶν προ­σεγ­γί­σε­ων. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς ἐν λό­γῳ συγ­γρα­φεῖς, ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ κρι­τι­κὴ ξε­χω­ρί­ζει ἐ­πί­σης τὸν Με­ξι­κα­νὸ Χού­λιο Τό­ρι καὶ τὸν Ἀρ­γεν­τι­νὸ Λε­ο­πόλ­δο Λου­γό­νες ὡς κα­θο­ρι­στι­κῆς ση­μα­σί­ας προ­δρό­μους τοῦ σύγ­χρο­νου μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος.

       Κα­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο μι­σό τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα φτά­νει στὴν ὡ­ρί­μαν­σή του. Πλέ­ον δὲν πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἄ­σκη­ση ὕ­φους, γιὰ ἕ­να εὐ­φυ­ο­λό­γη­μα ἢ γιὰ ἕ­να λί­γο-πο­λὺ μυ­στη­ρι­ῶ­δες δεῖγ­μα πε­ζο­ποι­ή­μα­τος. Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς μιὰ αὐ­θεν­τι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πρό­τα­ση, ὣς τὸ ἰ­δα­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος γιὰ νὰ ὁ­ρί­σει, νὰ δι­α­κω­μω­δή­σει ἢ νὰ ἀν­τι­στρέ­ψει τοὺς γρή­γο­ρους ρυθ­μοὺς τῆς σύγ­χρο­νης ἐ­πο­χῆς καὶ τὴ με­τα­μον­τέρ­να αἰ­σθη­τι­κή· ὡς κά­τι, ἐν­τέ­λει, ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὸν Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἕ­ξι προ­τά­σεις γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη χι­λι­ε­τί­α, μὲ τὶς «πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὲς ὑ­βρι­δο­ποι­ή­σεις» του, ὅ­πως ἔ­χει ὑ­πο­γραμ­μί­σει ὁ Ἐν­ρί­κε Γέ­πες, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­λε­τη­τὲς αὐ­τῆς τῆς λι­λι­πού­τειας τέ­χνης. Τὸ πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἡ ἰ­δα­νι­κὴ ἀ­ρέ­να ὅ­που ἀ­να­με­τρᾶ­ται ἡ μό­δα τῆς ἀ­πο­δό­μη­σης τῶν εἰ­δῶν μέ­χρι νὰ ἀ­πο­δει­χτεῖ μά­ται­η —καὶ ἄ­χρη­στη— ἡ προ­σπά­θεια νὰ τὸ προσ­δι­ο­ρί­σεις, νὰ τὸ ξε­χω­ρί­σεις ἢ νὰ τοῦ προσ­δώ­σεις ἐ­πί­φα­ση νο­μι­μό­τη­τας.

       Πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­ται ἔ­τσι αὐ­τὰ «τὰ συμ­πυ­κνω­μέ­να σὲ ὑ­πέρ­με­τρο βαθ­μὸ δι­η­γή­μα­τα, ὄ­μορ­φα σὰν θε­ω­ρή­μα­τα» —σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἀρ­γεν­τι­νὸ Ντα­βὶδ Λαγ­κμα­νό­βιτς— τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ τὴν ἀ­πο­γύ­μνω­σή τους, δο­κι­μά­ζουν «τὸν τρό­πο ποὺ ἔ­χου­με συ­νη­θί­σει νὰ δι­α­βά­ζου­με». Γιὰ νὰ δι­α­φο­ρο­ποι­η­θοῦν ἀ­πὸ τοὺς ἀ­φο­ρι­σμούς, τὰ ἐ­πι­τύμ­βια ἐ­πι­γράμ­μα­τα ἢ τὰ μι­κρο­δο­κί­μια πρέ­πει νὰ πλη­ροῦν τὶς βα­σι­κὲς ἀρ­χὲς τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας ἀλ­λὰ σὲ μορ­φὴ ἀ­συ­νή­θι­στα συμ­πυ­κνω­μέ­νη. Πρό­κει­ται, σχε­δὸν πάν­τα, γιὰ ἀ­σκή­σεις ἀ­να­δη­μι­ουρ­γί­ας, γιὰ ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἐρ­γα­στή­ρι πει­ρα­μα­τι­σμοῦ μὲ τὴ γλώσ­σα ἢ γιὰ ἕ­να φι­λό­δο­ξο ἐγ­χεί­ρη­μα νὰ πε­ρι­κλεί­σουν μέ­σα σὲ λί­γες γραμ­μὲς μιὰ ὑ­περ­βα­τι­κὴ θε­ώ­ρη­ση τοῦ κό­σμου. Ὅ­μως πλα­νᾶ­ται μιὰ ὑ­πο­ψί­α: δὲν ὑ­πάρ­χει, ἄ­ρα­γε, σὲ ὅ­λο αὐ­τὸ μιὰ δό­ση ὀ­κνη­ρί­ας; Μὲ τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο χι­οῦ­μορ του, ὁ Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο φαί­νε­ται νὰ σπέρ­νει τὴν ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­ταν γρά­φει: «Τὸ σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι ὁ συγ­γρα­φέ­ας σύν­το­μων ἀ­φη­γή­σε­ων δὲν λα­χτα­ρᾶ τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὸ νὰ γρά­φει ἀ­τε­λεί­ω­τα μα­κρο­σκε­λῆ κεί­με­να ὅ­που δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ βά­λει τὴ φαν­τα­σί­α του νὰ δου­λέ­ψει, ὅ­που γε­γο­νό­τα, πράγ­μα­τα, ζῶ­α καὶ ἄν­θρω­ποι δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται, ἀλ­λη­λο­α­να­ζη­τοῦν­ται ἢ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται, ζοῦν, συ­ζοῦν, ἀ­γα­πιοῦν­ται ἢ χύ­νουν ἐ­λεύ­θε­ρα τὸ αἷ­μα τους χω­ρὶς νὰ ὑ­πό­κειν­ται στοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς τῆς ἄ­νω τε­λεί­ας καὶ τῆς τε­λεί­ας».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Δημοσιεύτηκε στὴν ἐφ. El Mundo

(http://www.elmundo.es/elmundolibro/microrrelatos/). Πρώ­­τη δη­μο­σί­ευ­ση τῆς με­τά­φρα­σης στὸ Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου & Γιάν­νης Πα­τί­λης Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι ’15. 61 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα. Μιὰ ἀν­θο­λο­γία (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2015).

Πέ­δρο ντὲ Μιγ­κὲλ (Pedro de Miguel): Γεν­νή­θη­κε τὸ 1956 στὴ Βι­τό­ρια καὶ ἀ­πε­βί­ω­σε στὴν Παμ­πλό­να τὸ 2007 ἀ­πὸ καρ­κί­νο. Ἦ­ταν συγ­γρα­φέ­ας καὶ κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας. Δί­δα­ξε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Να­βά­ρα. Λό­γῳ τοῦ ἰ­δι­αί­τε­ρου ἐν­δι­α­φέ­ρον­τός του γιὰ τὰ εἴ­δη σύν­το­μης λο­γο­τε­χνί­ας, δη­μι­ούρ­γη­σε μα­ζὶ μὲ τὸν Χο­σε­λουὶς Γκον­θά­λεθ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Hierbaola, ποὺ εἰ­δι­κεύ­ε­ται στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ Ἑλ­λη­νι­κά» ποὺ δι­δά­σκει ὁ ἀ­να­πλη­ρω­τὴς κα­θη­γη­τὴς Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Δι­α­τμη­μα­τι­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος Με­τα­πτυ­χια­κῶν Σπου­δῶν τοῦ ΑΠΘ «Δι­ερ­μη­νεί­α καὶ Με­τά­φρα­ση», κα­τεύ­θυν­ση Με­τά­φρα­σης. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δά­στρι­ες Χρι­στί­να Εὐ­θυ­μί­ου, Θω­μα­ὴ Κων­σταν­τί­νου, Χρυ­σού­λα Χρυ­σου­λά­κη.

Εἰκόνα: Ὁ Πέδρο ντὲ Μιγκὲλ στὸ Μπιλμπάο. Φωτογραφία καὶ βέσπα τοῦ An­der I­zag­gi­re.



		

	

Βασίλης Τσιαμπούσης: Ἡ βέσπα


Tsiampousis,Basilis-IBespa-Eikona-03


Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης


Ἡ βέ­σπα


01-TaphΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ εἶναι σὰν τὸ ρεμ­πέ­τι­κο τρα­γού­δι. Μι­λά­ει στὴν ψυ­χὴ τοῦ λα­οῦ καὶ γρά­φει τὴ λο­γι­κὴ καὶ τὴν κουλ­τού­ρα στὰ πα­λιά του τὰ πα­πού­τσια. Γι’ αὐ­τὸ κυ­ρί­ε­ψε ὅ­λο τὸν κό­σμο.»

       Σύγ­χρο­νος λα­ϊ­κὸς φι­λό­σο­φος κι αὐ­θεν­τί­α στὰ πο­δο­σφαι­ρι­κά, ὁ κλη­τή­ρας.

       «Τὸ Μπερ­ναμ­πέ­ου, Μα­δρί­τη Ἱ­σπα­νί­ας, μῆ­κος 203,80 μέ­τρα, πλά­τος 102,30, εἴ­σο­δοι 74, θέ­σεις 125.565, ρε­κὸρ εἰ­σι­τη­ρί­ων στὶς 17 Ἀ­πρι­λί­ου 1979 στὸν ἀ­γώ­να…» κι ὄ­χι μπα­ροῦ­φες, ἐ­ξα­κρι­βω­μέ­να πράγ­μα­τα. Κα­τὰ και­ροὺς τοῦ τὴ στή­σα­νε μ’ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ πα­λι­ὲς ἐ­φη­με­ρί­δες, «στὸν τά­δε ἀ­γώ­να τοῦ 1958 ποι­οί ἔ­βα­λαν τὰ γκὸλ καὶ σὲ ποι­ό λε­πτό;», μὰ ὅ­λους τοὺς κόλ­λη­σε στὸν τοῖ­χο. Δι­ό­τι δὲν ἦ­ταν ὅ­ποι­ος ὅ­ποι­ος, ἦ­ταν κι­νη­τὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια κι ἔ­τσι τὸν ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι: «Λά­κης ὁ ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας».

       Πέ­ρα ὅ­μως ἀ­π’ τὴ δό­ξα καὶ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση στὴ μι­κρή τους πό­λη μό­νο χά­σι­μο εἶ­χε ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Πρῶ­τα πρῶ­τα τοῦ ‘φευ­γαν ἀρ­κε­τὰ χρή­μα­τα ἀ­π’ τὸν πε­νι­χρὸ μι­σθό του, γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­ζει κά­θε ἀ­θλη­τι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ πε­ρι­ο­δι­κὸ ποὺ ἔ­βγαι­νε. Ἔ­πει­τα γιὰ νὰ τὰ δι­α­βά­σει καὶ νὰ τὰ τα­ξι­νο­μή­σει χρει­α­ζό­ταν ὧ­ρες, ποὺ τὶς ἔ­κλε­βε ἀ­π’ τὴ γυ­ναί­κα καὶ τὸ παι­δί του. Καὶ τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, ξό­δευ­ε ἕ­να σω­ρὸ χρή­μα­τα στὸ ΠΡΟ-ΠΟ, ποὺ τὸ θε­ω­ροῦ­σε βε­βαί­ως το­μέ­α τῆς εἰ­δι­κό­τη­τάς του, ὅ­που ὅ­μως δὲν εἶ­χε κερ­δί­σει πο­τὲ οὔ­τε δραχ­μή. Ἡ γυ­ναί­κα του, μ’ ὅ­λο το θαυ­μα­σμὸ ποὺ τοῦ ­‘χε, τὸ ἑρ­μή­νευ­ε ἁ­πλὰ καὶ λο­γι­κά: «Κα­τα­γρά­φει στὸ μυα­λό του τὰ γε­γο­νό­τα ἀ­φοῦ γί­νουν κι ὄ­χι πρίν, μοιά­ζει μὲ μα­γνη­τό­φω­νο ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι καὶ προ­φή­της». Ὁ Λά­κης ὅ­μως εἶ­χε τὴν ἀ­πάν­τη­ση. «Οὐ­δεὶς με­τὰ Χρι­στὸν προ­φή­της. Τὸ ΠΡΟ-ΠΟ παί­ζε­ται μὲ κρί­ση, γνώ­σεις καὶ τύ­χη. Ἐ­γὼ τὴν κρί­ση καὶ τὶς γνώ­σεις τά ‘χω, ἀλ­λὰ ἡ κα­τα­ρα­μέ­νη ἡ τύ­χη μὲ ντρι­πλά­ρει μιὰ ζω­ή…»

       Κι ὅ­σο γι’ αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε ἄ­δι­κο. Χω­ρὶς πα­τέ­ρα ἀ­πὸ μι­κρὸς πα­ράλ­λη­λα μὲ τὸ σχο­λεῖ­ο δού­λε­ψε βο­η­θὸς ἀρ­τερ­γά­τη, δι­α­νο­μέ­ας ἐ­φη­με­ρί­δων, τσι­ρά­κι σὲ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­ο… χί­λι­ες δυ­ὸ δου­λει­ές. Τέ­λει­ω­σε μὲ τὸ ζό­ρι τὴν τρί­τη τά­ξη στὸ Γυ­μνά­σιο, οἱ κα­θη­γη­τὲς λέ­γα­νε πὼς δὲν τά ’­παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα —«ἂν εἶ­ναι δυ­να­τὸ γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο μὲ τέ­τοι­α μνή­μη», ἔ­λε­γε ἡ γυ­ναί­κα του, κά­θε ποὺ τύ­χαι­νε σὲ κου­βέν­τα γι’ ἀ­δι­κί­ες στὰ σχο­λεῖα— καὶ στὸ τέ­λος κά­ποι­ος γνω­στὸς τῆς μά­νας του, στὰ μέ­σα ἔ­ξω μὲ τὰ πο­λι­τι­κά, τὸν δι­ό­ρι­σε κλη­τή­ρα στὸ Γυ­μνά­σιο.

       Τό­τε χόρ­τα­σαν ψω­μὶ κι αὐ­τὸς κι ἡ χή­ρα μά­να. Καὶ σὰν ὅ­λους, ποὺ μό­λις χορ­τά­σουν τὴν κοι­λιὰ φρον­τί­ζουν νὰ θρέ­ψουν καὶ τὸ πνεῦ­μα, ἔ­τσι κι ὁ Λά­κης ἔ­πε­σε μὲ τὰ μοῦ­τρα στὸ δι­ά­βα­σμα ὅ­λων τῶν ἐν­τύ­πων γύ­ρω ἀ­π’ τὸ πο­δό­σφαι­ρο, ὥ­στε σὲ λί­γα χρό­νια ἔ­γι­νε παν­το­γνώ­στης.

       Ἡ γυ­ναί­κα του ἦ­ταν παι­δὶ με­τα­να­στῶν ἀ­π’ τὴ Γερ­μα­νί­α. Παν­τρεύ­τη­καν μὲ προ­ξε­νιό, ἀλ­λὰ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λὺ καὶ τὸν θαύ­μα­ζε. Σὰν ἔ­λε­γε «ἡ μι­κρή μας τὸν μπαμ­πά της μοιά­ζει στὸ θυ­μη­τι­κὸ» κολ­λοῦ­σε ἡ γλώσ­σα της. Ἀλ­λὰ κι ὁ Λά­κης τῆς εἶ­χε ἀ­δυ­να­μί­α. «Ἡ μό­νη φο­ρὰ πού μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε ἡ τύ­χη ἦ­ταν σ’ αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα.» Δὲν ἔ­λε­γε ὅ­μως τί­πο­τα γιὰ τὴν προί­κα ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χε εἰ­σπρά­ξει, για­τὶ κι ἡ γυ­ναί­κα του ἦ­ταν ὀρ­φα­νὴ καὶ πα­ρα­παί­δι καὶ μέ­χρι νὰ τὴν πά­ρει τοῦ τά­ζα­νε λα­γοὺς μὲ πε­τρα­χή­λια.

       Πα­ρα­μο­νὲς τοῦ Πά­σχα προ­κη­ρύ­χτη­κε ὁ με­γά­λος δι­α­γω­νι­σμὸς τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Τὸ Σούτ» μὲ τὴ συ­νερ­γα­σί­α τοῦ Δεύ­τε­ρου Προ­γράμ­μα­τος τῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Ὁ Λά­κης πε­τοῦ­σε στὰ οὐ­ρά­νια. Ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε στὴ γυ­ναί­κα του πὼς στὸ τέ­λος τοῦ χρό­νου θὰ κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν μ’ αὐ­το­κί­νη­το, τὸ ἔ­πα­θλο τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ. Τό­σο ἤ­θε­λε ἐ­κεί­νη κι ἄρ­χι­σε νὰ κά­μνει ὄ­νει­ρα, πὼς θὰ μπο­ροῦ­σαν τὰ κα­λο­καί­ρια μὲ τ’ ἁ­μά­ξι κι ἕ­να ἀν­τι­σκη­νά­κι νὰ πη­γαί­νουν δι­α­κο­πές, ὅ­πως οἱ ἀ­νώ­τε­ροί τους.

       Ἡ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α τους ὅ­μως με­τα­τρά­πη­κε σὲ στε­νο­χώ­ρια, ὅ­ταν δη­μο­σι­εύ­τη­καν οἱ ἐ­ρω­τή­σεις τῶν προ­κρι­μα­τι­κῶν, ποὺ ἦ­ταν στ’ ἀ­λή­θεια πο­λὺ εὔ­κο­λες. Ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ θ’ ἀ­παν­τοῦ­σαν σω­στὰ θὰ γι­νό­ταν κλή­ρω­ση καὶ θὰ ‘βγαι­ναν δε­κά­ξι. Αὐ­τοὶ θὰ μο­νο­μα­χοῦ­σαν μὲ σύ­στη­μα «νοκ-άουτ» στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, μέ­χρι ποὺ ὁ τε­λι­κὸς νι­κη­τὴς θὰ ‘παιρ­νε τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τὸ πρό­βλη­μα τοῦ Λά­κη ἦ­ταν πῶς θὰ κλη­ρω­θεῖ στοὺς δε­κά­ξι, με­τὰ ἀ­πὸ ‘­κεῖ τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λα. Μὴν ἔ­χον­τας κα­θό­λου ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴν τύ­χη, ἀ­πο­φάσι­σε νὰ ἐ­νερ­γή­σει ἔ­ξυ­πνα καὶ πλά­για.

       Πῆ­γε στὸν πρό­ε­δρο τῆς ὁ­μά­δας τῆς πό­λης τους. Ἡ ὁ­μά­δα τους ἦ­ταν στὴν Α’ κα­τη­γο­ρί­α στὸ Πρω­τά­θλη­μα, μά­λι­στα ὁ Λά­κης εἶ­χε πεῖ τὸ πο­λὺ φι­λο­σο­φη­μέ­νο, «Σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη ὅ­λα εἶ­ναι ὑ­πο­βαθ­μι­σμέ­να, Β’ κα­τη­γο­ρί­ας καὶ κά­τω, καὶ μό­νο στὸ πο­δό­σφαι­ρο εἴ­μα­στε Α’ Ἐ­θνι­κῆς». Ἡ ὁ­μά­δα βέ­βαι­α εἶ­χε κι ἕ­να ἄλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό. Ἦ­ταν δο­ρυ­φό­ρος μιᾶς με­γά­λης ὁ­μά­δας τοῦ κέν­τρου. Αὐ­τὸ σή­μαι­νε πὼς ἀ­π’ τὴ μιὰ ἔ­κα­νε «ἀ­βάν­τα» στοὺς ἀ­γῶ­νες μὲ τὴ με­γά­λη κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ἔ­παιρ­νε τοὺς ξο­φλη­μέ­νους παῖ­χτες της, ποὺ ὅ­μως γι’ αὐ­τὴν ἤ­τα­νε χρή­σι­μοι, κι ἔ­τσι κρα­τι­ό­ταν. Πρό­ε­δρος στὴν ὁ­μά­δα τοῦ κέν­τρου ἦ­ταν κά­ποι­ος πο­λυ­ε­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χος ἐ­φο­πλι­στὴς ποὺ ἦ­ταν κι ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Τὸ Σούτ».

       Ὁ πρό­ε­δρος τῆς ὁ­μά­δας του κα­τα­νό­η­σε τὸ πρό­βλη­μα. «Εἶ­ναι ἀ­δι­κί­α, Λά­κη, νὰ μεί­νεις ἐ­σὺ ἔ­ξω ἀ­π’ τὰ τε­λι­κά, γι’ αὐ­τὸ αὔ­ριο ποὺ θὰ κα­τέ­βω στὴν πρω­τεύ­ου­σα θὰ τὸ φρον­τί­σω προ­σω­πι­κά.»

       Καὶ πράγ­μα­τι, ὅ­ταν γύ­ρι­σε σὲ τέσ­σε­ρις μέ­ρες —τί ἀ­γω­νί­α στὸ με­τα­ξύ—, τοῦ ‘­πε πὼς ἡ ὑ­πό­θε­ση ἦ­ταν τε­λει­ω­μέ­νη. Ἂς ἔ­στελ­νε τὶς ἀ­παν­τή­σεις καὶ τ’ ἄλ­λα δου­λειὰ δι­κή του.

       Ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Πα­ρὰ τὸ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φο ποὺ ἐ­πέ­βλε­πε τὴν τή­ρη­ση τῶν κα­νό­νων τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ καὶ τοὺς μάρ­τυ­ρες ἀ­θλη­τι­κοὺς συν­τά­κτες τῆς τη­λε­ό­ρα­σης, ὁ Λά­κης ὁ ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας κλη­ρώ­θη­κε στοὺς δε­κά­ξι τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ.

       Ἀ­πὸ τό­τε κλεί­στη­κε στὸ ὑ­πό­γει­ο κι ἄρ­χι­σε νὰ ξε­σκα­λί­ζει τὰ πα­λιὰ ἀ­πο­κόμ­μα­τα τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων καὶ τὰ φρε­σκά­ρι­σε ὅ­λα τό­σο πο­λὺ στὴ μνή­μη του, ποὺ εἶ­πε στὴ γυ­ναί­κα του «Τό­σα πολ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρα πο­τὲ κι ἂν ἔ­δι­να ἐ­ξε­τά­σεις στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, θὰ ἔ­σπα­ζα ὅ­λα τὰ ρε­κόρ». Κι ἡ γυ­ναί­κα του ὅ­μως εἶ­χε μερ­τι­κὸ σ’ αὐ­τὴ τὴν ὑ­περ­προ­σπά­θεια, για­τί πῆ­ρε πά­νω της ὅ­λες τὶς δου­λει­ές, ψώ­νια, σπί­τι, δι­ά­βα­σμα τῆς μι­κρῆς, ὥ­στε ἀ­πε­ρί­σπα­στος ὁ Λά­κης νὰ προ­ση­λω­θεῖ στὴ με­λέ­τη.

       Οἱ ἀ­γῶ­νες ἄρ­χι­σαν στὴν πρω­τεύ­ου­σα μιὰ Τε­τάρ­τη τοῦ Δε­κέμ­βρη στὶς ἑ­φτὰ τ’ ἀ­πό­γευ­μα καὶ με­τα­δί­δον­ταν ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­π’ τὸ Δεύ­τε­ρο Πρό­γραμ­μα τῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Ἡ συγ­κί­νη­σή του ἦ­ταν με­γά­λη νὰ εἶ­ναι ἀ­νά­με­σα στοὺς σπορ­κά­στερ ποὺ ἔ­βλε­πε κά­θε Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο στ’ ἀ­θλη­τι­κὰ καὶ νὰ τὸν παίρ­νει κι ἡ τη­λε­ό­ρα­ση. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ μεῖ­ναν ὀ­κτώ, τὸ βρά­δυ τῆς Πέμ­πτης τέσ­σε­ρις καὶ τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς δύ­ο, ὁ Λά­κης κι ἕ­νας Κρη­τι­κός. Τ’ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Σαβ­βά­του στὴν τα­κτι­κὴ ἀ­θλη­τι­κὴ ἐκ­πομ­πὴ θὰ γι­νό­ταν ὁ με­γά­λος τε­λι­κός.

       Ὁ ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας ἦ­ταν αἰ­σι­ό­δο­ξος. Εἶ­χε πε­ρά­σει στὸν τε­λι­κὸ χω­ρὶς οὔ­τε μιὰ χα­μέ­νη ἐ­ρώ­τη­ση, ἐ­νῶ ὁ Κρη­τι­κὸς εἶ­χε χά­σει δυ­ὸ ἐ­ρω­τή­σεις στοὺς τρεῖς ἀ­γῶ­νες ποὺ ἔ­δω­σε. Ὅ­πως κά­θε βρά­δυ πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο στὴ γει­τό­νισ­σα, ἡ γυ­ναί­κα κι ἡ μι­κρὴ πε­ρί­με­ναν ἐ­κεῖ. «Πο­λὺ νὰ σκέ­φτε­σαι, μπαμ­πά, καὶ νὰ μὴ βι­ά­ζε­σαι», ἡ μι­κρὴ ἦ­ταν δα­σκα­λε­μέ­νη, καὶ τὰ ἴ­δια πε­ρί­που τοῦ εἶ­πε κι ἡ γυ­ναί­κα του. «Μὴ σκέ­φτε­σαι ἐ­μᾶς, εἴ­μα­στε μιὰ χα­ρά. Ἐ­σὺ τὸ νοῦ σου στὸ παι­χνί­δι.»

       Τὸ βρά­δυ ἐ­κεῖ­νο δὲν κοι­μή­θη­κε καὶ πο­λὺ κα­λά, για­τί ὅ­σο κι ἂν ἦ­ταν σί­γου­ρος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ του εἶ­χε κι ἀ­γω­νί­α. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ σκέ­φτη­κε «δὲν ἔ­χω δί­πλω­μα, πῶς θὰ τὸ πά­ω ἐ­πά­νω…», ἀλ­λὰ τέ­τοι­ες σκέ­ψεις εἶ­ναι γρου­σού­ζι­κες καὶ τὶς κα­τα­χώ­νια­σε στὸ βά­θος τοῦ μυα­λοῦ του.

       Τ’ ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἑ­πο­μέ­νης ἔ­φτα­σε στὸ στούν­τιο δυ­ὸ ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα. Ἐ­κεῖ τὸν πε­ρί­με­νε καὶ μιὰ μι­κρο­έκ­πλη­ξη. Εἰ­δι­κὰ γιὰ τὸν τε­λι­κὸ θὰ τοὺς μα­κι­γι­ά­ρα­νε. Στή­θη­κε στὴν κα­ρέ­κλα κι ἄρ­χι­σαν οἱ μποῦν­τρες καὶ τὰ μα­τζού­νια, ντρε­πό­τα­νε καὶ λί­γο, για­τὶ αὐ­τὰ τὰ θε­ω­ροῦ­σε γυ­ναι­κεῖ­α τερ­τί­πια, μὰ ὅ­ταν τέ­λει­ω­σαν, θαύ­μα­σε κι ὁ ἴ­διος τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν κα­θρέ­φτη.

       Τὸ παι­χνί­δι θὰ γι­νό­ταν ὅ­πως καὶ τὶς προ­η­γού­με­νες μέ­ρες, δέ­κα ἐ­ρω­τή­σεις στὸν κα­θέ­να κι ὅ­ποι­ος ἀ­παν­τοῦ­σε τὶς πιὸ πολ­λές. Οἱ ἐ­ρω­τή­σεις ἦ­ταν δύ­σκο­λες, τό­σο τὸ κα­λύ­τε­ρο γι’ αὐ­τόν, μὰ ὁ Κρη­τι­κὸς ἦ­ταν πολὺ ἀ­νε­βα­σμέ­νος, δὲν ἔ­χα­σε οὔ­τε μιὰ ἀ­π’ τὶς δέ­κα, κι ἄρ­χι­σε ἡ πα­ρά­τα­ση καὶ φτά­σαν μί­α πρὸς μί­α στὶς δε­κα­τρεῖς κι ἀ­πάν­τη­σε ὁ Κρη­τι­κὸς τὴ δι­κιά του κι αὐ­τὸς στ’ ἀ­λή­θεια φο­βή­θη­κε τὸ γρου­σού­ζι­κο ἀ­ριθ­μό, μὰ ἡ ἐ­ρώ­τη­ση ἦ­ταν εὔ­κο­λη, «Τί νού­με­ρο πα­πού­τσια φο­ροῦ­σε ὁ Νέ­τσερ;», «44 στὸ ἕ­να καὶ 45 στὸ ἄλ­λο πό­δι», κι ἐ­κεῖ ἐ­πε­νέ­βη ὁ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φος, «θὰ πρέ­πει νὰ μᾶς πεῖ σὲ ποι­ό πό­δι τὸ 44 καὶ σὲ ποι­ό τὸ 45». Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ πι­ά­στη­κε ἀ­δι­ά­βα­στος, καὶ «θὰ τὸ ρί­ξω στὴν τύ­χη», σκέ­φτη­κε, «45 στὸ δε­ξὶ καὶ 44 στ’ ἀ­ρι­στε­ρὸ» καὶ κόν­τε­ψε νὰ λι­πο­θυ­μή­σει ποὺ ὁ πα­ρου­σια­στὴς εἶ­πε «ΟΧΙ» κι ὁ Κρη­τι­κὸς πε­τά­χτη­κε ὣς πά­νω ἀ­π’ τὴ χα­ρά του κι ὁ Λά­κης εἶ­δε τὰ ὄ­νει­ρα του γκρε­μι­σμέ­να καὶ τ’ αὐ­το­κί­νη­το στὸ φέ­ρι-μπὸτ ντου­γροὺ γιὰ Κρή­τη καὶ φαν­τά­στη­κε τὴ γυ­ναί­κα του καὶ τὴ μι­κρὴ νὰ κλαῖ­νε ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νες, ἀλ­λ’ ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ συγ­χά­ρη­κε τὸν ἄλ­λο, ὅ­πως ἀ­παι­τοῦν οἱ κα­λοὶ τρό­ποι, καὶ λί­γο τὸν ξε­πί­κρα­νε ἡ ἐ­πι­τα­γὴ τῶν πε­νήν­τα χι­λιά­δων «ποὺ παίρ­νε­τε ὡς δεύ­τε­ρος νι­κη­τής».

       Στὴν ἔ­ξο­δο τὸν πε­ρί­με­νε κά­ποι­ος κύ­ριος, «θέ­λει νὰ σᾶς δεῖ ὁ…». Τὸν πῆ­ρε μὲ τ’ ἁ­μά­ξι καὶ τὸν πῆ­γε στὰ γρα­φεῖ­α. Τὸν ἀ­νήγ­γει­λαν καὶ «Κά­τσε», τοῦ ’­πε ἐ­κεῖ­νος, «ἤ­σουν φαν­τα­στι­κὸς κι εἶ­χε δί­κιο ὁ Πρό­ε­δρός σας, μὰ δυ­στυ­χῶς εἶ­χα ὑ­πο­χρέ­ω­ση στὸν Κρη­τι­κό. Θὰ κα­τά­λα­βες φυ­σι­κὰ ὅ­τι τοῦ ’­χα­με δώ­σει τὶς ἀ­παν­τή­σεις, ἀλ­λὰ καὶ σέ­να δὲ θὰ σ’ ἀ­δι­κή­σου­με καὶ νὰ κι ἀ­κό­μα μιὰ ἐ­πι­τα­γὴ τῶν πε­νήν­τα χι­λιά­δων…».

       Σκέ­φτη­κε νὰ τοῦ πε­τά­ξει κα­τά­μου­τρα τὰ δυ­ὸ κω­λό­χαρ­τα, μὰ θυ­μή­θη­κε τὰ λό­για τῆς κό­ρης του, «Πο­λὺ νὰ σκέ­φτε­σαι, μπαμ­πά, καὶ νὰ μὴ βι­ά­ζε­σαι…». «Εὐ­χα­ρι­στῶ, κύ­ρι­ε Πρό­ε­δρε…», «Κι ὅ,τι πρό­βλη­μα ἔ­χεις ἐ­γὼ ἐ­δῶ εἶ­μαι…». Βγῆ­κε καὶ κά­θι­σε στὰ σκα­λο­πά­τια, ἀλ­λὰ νὰ μὴν τὸν βλέ­πει ἡ γραμ­μα­τέ­ας, κι ἔ­κλα­ψε πι­κρά.

       Στὴ μι­κρή τους πό­λη εἶ­χε γί­νει τὸ πρό­σω­πο τῆς ἡ­μέ­ρας, ἔ­στω καὶ χα­μέ­νος. Κά­ποι­ος μά­λι­στα στὸ κα­φε­νεῖ­ο ἐ­πέ­με­νε πὼς «Τὸν φά­γα­νε τὸ δι­κό μας. Ὁ Κρη­τι­κὸς τὶς ἀ­παν­τή­σεις τὶς ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ πιὸ μπρο­στὰ κι ὁ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φος ἦ­ταν στὸ κόλ­πο», μὰ αὐ­τὸς τ’ ἀρ­νή­θη­κε ὅ­λα, εἶ­χε ἄλ­λω­στε κι ὁ ἴ­διος τὴ φω­λιὰ του λε­ρω­μέ­νη.

       Μὲ τὰ ἑ­κα­τὸ χι­λι­ά­ρι­κα ἀ­γό­ρα­σε μιὰ βέ­σπα καὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς ἀ­νέ­βα­ζε τὴ γυ­ναί­κα καὶ τὴν κό­ρη του καὶ τὶς πή­γαι­νε βόλ­τα στὸ πάρ­κο. Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α εἶ­χε κι ἕ­να ὄ­φε­λος οὐ­σι­α­στι­κὸ κι ὅ­λοι ἀ­πο­ρή­σα­νε. Δὲν ξα­να­γό­ρα­σε ἀ­θλη­τι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα οὔ­τε ξα­να­πά­τη­σε στὸ γή­πε­δο ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Νε­φέ­λη, 1990).

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δ. Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).



		

	

Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Τὸ φορτίο


Pappas,SpyrosN-ToFortio-Eikona-01


Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Τὸ φορ­τί­ο


       — ΜΑ, για­τί δὲν ἀ­νά­βουν τὸ φῶς; εἶ­πε κά­ποι­ος.

       — Ἀ­κό­μα δὲν κα­τά­λα­βα, ποῦ βρι­σκό­μα­στε καὶ για­τί μᾶς ἔ­χουν ἔ­τσι στρι­μωγ­μέ­νους, εἶ­πε ἕ­νας ἄλ­λος.

       — Δὲν βλέ­πω τί­πο­τα. Βλέ­πει κα­νεὶς τὸν δι­πλα­νό του; Ἂς με­τρη­θοῦ­με φω­να­χτά, νὰ ξέ­ρου­με του­λά­χι­στον πό­σοι εἴ­μα­στε, ψι­θύ­ρι­σε ἕ­νας τρί­τος.

       — Κύ­ριοι, γιὰ τὸ μό­νο ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος, εἶ­ναι ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει γυ­ναί­κα ἀ­νά­με­σά μας, ἀλ­λι­ῶς θὰ οὔρ­λια­ζε τό­σην ὥ­ρα ἀ­πὸ τὸν τρό­μο…

       Κά­ποι­οι, ἔ­βα­λαν τὰ γέ­λια.

       Πε­τά­χτη­κε, θυ­μω­μέ­να, ὁ δι­πλα­νός του:

       — Δὲν βλέ­πω τὸ ἀ­στεῖ­ο. Μᾶς ἔ­χουν κλει­σμέ­νους στὸ ἀ­πό­λυ­το σκο­τά­δι, μό­λις ξυ­πνή­σα­με, βρω­μο­κο­πά­ει, καὶ κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ποῦ μᾶς πη­γαί­νουν. Ἀ­κοῦ­τε τὸν θό­ρυ­βο; Εἴ­μα­στε, προ­φα­νῶς, σὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, δὲν μπο­ροῦ­με νὰ κου­νη­θοῦ­με ἀλ­λὰ ἐ­σεῖς βρί­σκε­τε δι­ά­θε­ση γιὰ κα­λαμ­πού­ρια. Νι­ώ­θω σὰν νὰ μᾶς ἔ­χουν θά­ψει ζων­τα­νοὺς ἐ­δῶ μέ­σα.

       — Ἐν­τά­ξει, ἐν­τά­ξει, δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ἐ­κνευ­ρι­ζό­μα­στε, εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς προ­λα­λή­σαν­τες. Ἐ­γώ, πάν­τως, συμ­φω­νῶ γιὰ ἀρ­χὴ νὰ με­τρη­θοῦ­με καὶ νὰ ξε­κι­νή­σει ὁ κα­θέ­νας μὲ τὴ δι­κή του ἱ­στο­ρί­α, μή­πως καὶ βγά­λου­με ἄ­κρη γιὰ τὸν λό­γο ποὺ κα­τα­λή­ξα­με ἔ­τσι μα­ζε­μέ­νοι.

       — Εἶ­μαι τὸ νού­με­ρο ἕ­να! φώναξε κά­ποι­ος αὐ­θόρ­μη­τα.


* * *


Ἡ δε­κά­τη ἕ­κτη Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, ἦ­ταν μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα γιὰ τὸν συν­τα­ξι­οῦ­χο κύ­ριο Μπρά­ουν. Τυ­λιγ­μέ­νος στὴ ζε­στὴ ρόμ­πα του εἶ­χε μό­λις φτιά­ξει τσά­ι καὶ ἁ­πλω­νό­ταν τώ­ρα σὲ μιὰ ἀ­να­παυ­τι­κὴ πο­λυ­θρό­να γιὰ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα του, ὥ­σπου σὲ κά­ποι­α σε­λί­δα, ἀν­τί­κρι­σε τὸν πα­ρα­κά­τω τί­τλο, ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως, μὲ κά­ποι­α δό­ση ἀ­η­δί­ας: «Λύ­ση μυ­στη­ρί­ου: 18 ἀν­θρώ­πι­να κε­φά­λια ἀ­να­κα­λύ­φθη­καν σὲ κι­βώ­τιο στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο Ο’Hare τοῦ Σι­κά­γου τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­πέ­στρε­φαν στὸ Ἰλ­λι­νό­ις γιὰ ἀ­πο­τέ­φρω­ση ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴ χρη­σι­μο­ποί­η­σή τους σὲ ἰ­α­τρι­κὴ ἔ­ρευ­να».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­αΠα­λίμ­ψη­στονΠόρ­φυ­ραςΜαν­δρα­γό­ρας,ὉροπέδιοἈρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνεςἹ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νήΤὰ Νέ­αἩ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).



		

	

Iásonas Mikronis: El mañana


Mikoronis,Iasonas-ToAyrio-Eikona-01


Iásonas Mikronis


El mañana


01-EpsilonSTAMOS tomando cervezas mi padre y yo en un kafenío de Ai Minás en pleno mediodía. «En todas las elecciones salen y dicen ser las más cruciales», me dice. A derecha e izquierda los mayores juegan a backgammon y en los descansos comentan los resultados de los sondeos. Veo a Plenti que sale de una callejuela y se acerca al kafenío pedaleando lentamente en su destrozadísima bicicleta. Por detrás tira de su perra peluda, la «Albania» (bautizada así por él mismo), que es enorme pero se parece a una osa domesticada e inofensiva. El enlosado humea por el calor, parece como si la bici anduviera sobre un mar aceitoso. Vi a Plenti por primera vez hace cuatro o cinco años. Yo estaba conduciendo un Honda Jazz con manos temblorosas, cuando mi profesor de autoescuela abrió apresuradamente la ventanilla y gritó a un tipo desproporcionado: “¡Hombre, Plenti, hola!”. El tipo devolvió el saludo levantando la mano de forma algo dubitativa como un escolar asustado que sabe la respuesta pero no se atreve a decirla. “¿Le conoces?”, me preguntó el profesor. Le hice una seña negativa. “Plenti”, empezó a contarme, “había tenido una gran fortuna en Albania, pero Hoxha se la expropió. Encima le encarcelaron y allí se volvió loco”. Desde entonces he oído miles de interpretaciones — típico chismorreo de provincia. Sus compatriotas dicen que era clérigo (su barba frondosa había adquirido carácter mitológico), otros que pertenecía a un grupo de jóvenes disidentes trotskistas, otros (la minoría) reconocen en él al cabecilla saguinario de las extensas purgas del último periodo del régimen. La verdad es que no vino a Grecia con la primera oleada, en los ’90. Y su griego —igual es por eso— sigue siendo paupérrimo, para ser exactos se limita a dos palabras: Albania y mañana. Ha enganchado una neverita de goma espuma a la parrilla de su bicicleta llena de pescaditos pequeños (sargos, lubinas y morragutes) que ha estado pescando con sedal en el puente de Ponte. Recorre la ciudad de Lefkada con su frondosa «Albania» siguiéndole fielmente, e intenta vender su mercancía. Pero no suelen comprarle nada. Mueven negativamente la cabeza. Y Plenti recurre entones, desolado, a su escaso griego: “¿Mañana, eh?”. Así que hoy, día de elecciones, Plenti irrumpe en el kafenío con dos lubinas en la mano, como muestra. Va de mesa en mesa como una bola de pinball. Todos, por supuesto, lo rechazan. “¿Mañana?”, sugiere él, “mañana”, se ríen los bebedores. En ese momento sale el primer exit poll, todos en el kafenío se autorreprimen para ver. Un hombre mayor le grita desde el fondo para picarle: “Plenti, ¿has votado?”. Plenti no responde. El otro insiste: “Plenti, hombre, ¿has votado?”. Plenti mete las muestras en la neverita y levanta la pata de cabra a su tremulosa bicicleta. «Albania» le lame el pie. Se sienta cómodamente en el sillín, respira hondo y mira, como pensando, al viejo.

       Y le dice proféticamente:

       “Mañana”.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: primera publicación en el blog Planodion – Historias Bonsái (22 de oc­tubre de 2015).

Iásonas Mikronis (Atenas, 1990). Estudió Lengua Inglesa y Filología en la U­ni­versidad de Atenas y guitarra clásica en el conservatorio de Atenas. Vi­ve en Lefkada.

Traducción: Naiara García Fernández.

Revisión: Konstantinos Paleologos.



		

	

Aléxandros Gramatikós: Sin días libres


GrammatikosAleksandros-ChorisRepo-Eikona-02


Aléxandros Gramatikós


Sin días libres


04-Ro-385px-P_Illuminated_LetterONÍA el pie por primera vez en Grecia después de tres años en el extranjero, al otro lado del mundo, en Sidney. Aterrizamos en el Aeropuerto Internacional Eleftherios Venizelos al mediodía. Atasco en la cola para coger un taxi, pero ordenado. Detrás de mí había un joven, puede que tuviera la misma edad que yo. Acababa de llegar de Canadá, Montreal, donde había pasado cuatro años. Trabajábamos sin días libres, nonstop, para saldar nuestras deudas, para enviar aquí algún dinerillo, para comer y para ahorrar algo. Actos que eran reflejos de la incertidumbre, temíamos perder el trabajo.  “Como un sueño”, estábamos los dos de acuerdo, “como si no hubiera pasado ni un minuto desde que nos marchamos, como si fuera ayer”. Estábamos en la misma ciudad con un permiso de 20 días. Yo cocinero, él chico de la limpieza. Quizás volviéramos al trabajo, quizás no. Quizás si encontráramos trabajo aunque fuera mal pagado juráramos no volver al otro lado del mundo. Decíamos las mismas cosas, sonábamos como el eco, como si fuéramos el mismo hombre. Le miré a los ojos para asegurarme de que no era un reflejo, le di una palmadita en la espalda. Compartimos el taxi al centro de Atenas los dos. Él iba a Ampelókipi, yo a Exarjia. Coincidencia, sincronismo, todo funcionaba con la precisión de un reloj. Antes de llegar a la calle Panormou el taxi se quedó parado, atasco monumental.  Era el Día Mundial contra el Racismo y había una marcha antirracista en el centro. Para los emigrantes, los exiliados, los que son diferentes y los que no. Por una vida digna para todos y todas, vengan de donde vengan y vayan a donde vayan. Había muchas pancartas, las consignas eran claras. El taxi no se movía del sitio. El taxista quiso decir algo, pero no le dio tiempo, lo paró el mismo gesto reflejo, nuestras manos en su hombro. No me importaba ni cuándo ni cómo saldríamos de este atasco, y al otro tampoco. Atrapados en la carretera. No me importaba incluso perder todas las vacaciones, al carajo. Se bajaron las ventanillas para que entrara aire fresco y estuvimos escuchando los eslóganes pacientemente.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: primera publicación en el blog Planodion – Historias Bonsái (10 de o­ctubre de 2015).

Aléxandros Gramatikós (Tesalónica, 1969). Estudió Economía en la U­ni­ver­sidad Aristóteles de Tesalónica e hizo un máster en la Universidad de Ports­mouth, Inglaterra. Ha trabajado en el campo de la comunicación pu­bli­ci­taria. Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (Editorial: Νη­σί­δες, 2009) es su primer libro.

Traducción: Naiara García Fernández

Revisión: Konstantinos Paleologos

Κατηγορίες:

Γραμματικὸς Ἀλέξανδρος, Gramatikós Aléxandros [στὴν μητρική: Ἕλληνες συγγραφεῖς στὰ ἰσπανικά]



		

	

Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι ’15. Ἐτήσιος ἀμητός.


Nikopoulou-Patilis-IstoriesBonsai'15-Anthologia-200dpi


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε τέλη Δεκεμβρίου 2015 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ὁ δεύτερος τό­μος τῆς ἐτήσιας ἀν­θο­λο­γί­ας μας ἀ­πὸ τὴν ὕλη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15. 61 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 296). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης (Ἁ­γί­ας Εἰ­ρή­νης 17, Μο­να­στη­ρά­κι) (δεῖτε καὶ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος», ἐγγραφὴ 02-02-2016). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης


Ἱστορίες Μπον­ζάι ’15.

Ἐτήσιος ἀμητός.


02-PiΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ἕ­ναν χρό­νο πρὶν στοὺς φί­λους τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος τὸν τό­μο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 το­νί­ζα­με τὸν ἀν­θο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τός μας. Συγ­κεν­τρώ­να­με τό­τε 83 μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ἀν­θο­λο­γη­μέ­να ἀ­πὸ ἕ­ναν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­ριθ­μὸ πε­ζῶν, πού, μὲ ἀν­θο­λο­γι­κὸ κρι­τή­ριο πά­λι, εἶ­χαν πα­ρου­σια­στεῖ κα­τὰ τὰ προ­η­γού­με­να τεσ­σε­ρά­μι­σι χρό­νια ἀ­πὸ τὶς στῆ­λες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ἀν­θο­λο­γι­κὸ καὶ πά­λι χα­ρα­κτή­ρα ἔ­χει καὶ ἡ τω­ρι­νή μας συ­να­γω­γή. Μό­νο ποὺ ἡ ἀν­θο­λο­γι­κή της δε­ξα­με­νὴ ἔ­χει πε­ρι­ο­ρι­στεῖ στὰ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας τὴν χρό­νια ποὺ τώ­ρα δι­α­τρέ­χου­με, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 2014 ἕ­ως τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου 2015. Ἐ­ξάλ­λου αὐ­τὸ εἴ­χα­με εὐ­χη­θεῖ κλεί­νον­τας τὴν εἰ­σα­γω­γή μας μὲ τὸν τί­τλο «Τε­τρα­ε­τὲς ἀ­πάν­θι­σμα» στὸν προ­η­γού­με­νο τό­μο: νὰ πα­ρα­χω­ρή­σει τὴν θέ­ση του σὲ μιὰ τα­κτι­κὴ ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος. Καὶ αὐ­τὸ γί­νε­ται τώ­ρα. Ἂ­πὸ τὰ πε­ζὰ λοι­πὸν ποὺ ἀ­ναρ­τή­θη­καν στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο αὐ­τή, πα­ρου­σι­ά­ζου­με ἐ­δῶ 61 ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ μᾶς ἄ­ρε­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Μο­λο­νό­τι ἡ ἀν­θο­λο­γι­κὴ βά­ση πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται τώ­ρα χρο­νο­λο­γι­κῶς, τὸ κρι­τή­ριο τῆς πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τας (: ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα σὲ πη­γές, γλῶσ­σες, εἴ­δη, ἔ­κτα­ση) πα­ρα­μέ­νει ὑ­ψη­λό. Ἔ­τσι ὁ τό­μος πε­ρι­έ­χει 39 ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ 22 ἀ­πὸ 7 ἄλ­λες γλῶσ­σες (: 7 ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά, 4 ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ 4 ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, 3 ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά, 2 ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά, καὶ ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ ρω­σι­κά). Ἀ­πὸ τὰ 39 ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, τὰ 28 ἀν­τλοῦν­ται ἀ­πὸ ἔν­τυ­πες πη­γὲς ἐ­νῶ τὰ 11 ἀ­πὸ τὰ πρω­το­δη­μο­σι­ευ­ό­με­να στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας. Ἀ­να­λό­γως ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ον­ται οἱ δι­ά­φο­ρες ὑ­φο­λο­γι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες κα­θὼς καὶ οἱ τρεῖς (συμ­βα­τι­κὲς) πο­σο­τι­κὲς ὑ­πο­δι­αι­ρέ­σεις τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος σὲ ὑ­πέρ­μι­κρο (ἕ­ως 200 λέ­ξεις), πο­λὺ σύν­το­μο (200-1000 λέ­ξεις) καὶ σύν­το­μο (1000-2000 λέ­ξεις) δι­ή­γη­μα.


       Κά­θε χρό­νο ποὺ περ­νᾶ τὸ δι­ε­θνὲς ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα τό­σο στὸ πε­δί­ο τῆς πρα­κτι­κῆς, δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἔκ­φρα­σης τῶν προ­σώ­πων ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­κεῖ­νο τῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κῶν προ­σεγ­γί­σε­ων στὸ εἶ­δος, αὐ­ξά­νε­ται κα­τα­κό­ρυ­φα. Μό­λις πρὶν ἕ­να χρό­νο, τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2014, ἔ­γι­νε τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Κεν­τά­κι τῶν ΗΠΑ, ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζε­ται τὸ ἑ­πό­με­νο δι­ε­θνὲς συ­νέ­δριο στὸ Neuquen τῆς Αρ­γεν­τι­νῆς τὸ 2016. Ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­σή του, τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010, τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας πα­ρα­κο­λου­θεῖ μὲ σει­ρὰ ἄρ­θρων καὶ συ­νεν­τεύ­ξε­ων τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις καὶ ἐ­ξε­λί­ξεις στὸ εἶ­δος. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­πὸ τὸν προ­η­γού­με­νο τό­μο μας κα­θι­ε­ρώ­σα­με νὰ ὑ­πάρ­χει κά­θε φο­ρὰ ἕ­να «Ἐ­πί­με­τρο» ἐ­πι­κεν­τρω­μέ­νο ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν θε­ω­ρη­τι­κὸ λό­γο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος καὶ τῆς μέ­ρι­μνάς μας: τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Στὸ φε­τι­νό μας ἐ­πί­με­τρο πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται τρί­α τέ­τοι­α ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτα κεί­με­να: ἑ­νὸς Βά­σκου συγ­γρα­φέ­α καὶ κρι­τι­κοῦ λο­γο­τε­χνί­ας, τῶν τρι­ῶν ἱ­δρυ­τῶν τῆς πιὸ δι­ά­ση­μης ἀν­θο­λο­γί­ας flash fiction τοῦ ἀγ­γλό­φω­νου κό­σμου καὶ τὰ κύ­ρια συμ­πε­ρά­σμα­τα τοῦ 8ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ προ­α­να­φέ­ρα­με.


* * *


Ἡ πα­ρού­σα «ἀ­κα­τα­στα­σί­α» τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου, ἡ κα­τα­στα­­τι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κῶς ἐ­πι­θυ­μη­τή, μα­ζὶ μὲ τὴν λυ­τρω­τι­κὴ γιὰ ὁ­μά­δες καὶ ἄ­το­μα ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς ἔκ­φρα­σης, μᾶς μα­θαί­νει καὶ κά­τι ποὺ ὡς αὐ­το­νό­η­το μέ­χρι χθὲς σή­με­ρα τεί­νου­με νὰ τὸ ξε­χά­σου­με ὁ­λο­σχε­ρῶς: ὅ­τι ἔκ­φρα­ση συ­νι­στᾶ πρω­τί­στως μορ­φὴ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, καὶ τό­σο ἡ μορ­φὴ ὅ­σο καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­πο­κτή­μα­τα ἀ­κρι­βὰ πού, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­κρό­τη­ση ἐκ­φρα­ζο­μέ­νου προ­σώ­που, προ­ϋ­πο­θέ­τουν καλ­λι­έρ­γεια καὶ κρι­τή­ρια, δη­λα­δὴ ἐ­νερ­γὴ συμ­πα­ρου­σί­α παι­δεί­ας, πα­ρά­δο­σης καὶ συ­νέ­χειας. Στὸν κό­σμο τοῦ ἐν­τύ­που οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τὲς —μο­λο­νό­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν παν­τοῦ καὶ πάν­τα— γι­νόν­του­σαν εὐ­κο­λό­τε­ρα ἀν­τι­λη­πτές. Ὁ ἀ­πὸ τὰ κά­τω ἐκ­πο­λι­τι­σμὸς τοῦ κυ­βερ­νο­χώ­ρου, ὁ ἀν­τί­θε­τος τό­σο στὶς ἐ­ξου­σι­α­στι­κὲς χει­ρα­γω­γή­σεις κρα­τῶν καὶ συμ­φε­ρόν­των ὅ­σο καὶ στὸ αὐ­το­μα­τι­κὸ καὶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο ψυ­χόρ­μη­το τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας τοῦ κα­θε­νός, εἶ­ναι ἕ­να στοί­χη­μα ποὺ δὲν πρέ­πει νὰ χα­θεῖ. Στὴν προ­σπά­θεια αὐ­τὴ ὁ ἔν­τυ­πος κό­σμος μὲ τὶς ἀ­ξί­ες καὶ τὰ θε­σμι­σμέ­να ἀ­πὸ αἰ­ῶ­νες κρι­τή­ριά του πα­ρα­μέ­νει συμ­πα­ρα­στά­της μας.

       Καὶ σ’ αὐ­τὸν ἐ­πι­στρέ­φου­με γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης, Ἱστορίες Μπονζάι ’15. 61 Μι­κρὰ Δ­ι­­η­­γή­μα­τα. Μιὰ Ἀν­θο­λο­γία (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2015, σελ. 296), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 7-12.

­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλὴς πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴν δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1970-2010). Δη­μο­σί­ευ­σε ἕντεκα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των του, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012) καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἐκ­δό­σεις του. Τὸ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.



		

	

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Ὁ Μαυρουδῆς


Markoglou,Prodromos-OMayroudis-Eikona-02


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Ὁ Μαυ­ρου­δῆς


02-GammaΥΡΝΟΥΣΕ ὅ­λη μέ­ρα στοὺς δρό­μους. Στὰ σκου­πί­δια καὶ τοὺς μπαχ­τσέ­δες. Δὲν μι­λοῦ­σε, ἔ­βγα­ζε μό­νον μι­κρὲς κραυ­γές. Ξυ­πό­λυ­τος χει­μώ­να κα­λο­καί­ρι περ­πα­τοῦ­σε. Πο­τὲ δὲν πεί­ρα­ξε ἄν­θρω­πο. Δὲν ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι νὰ ζη­τή­σει. Οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ δί­ναν φα­γη­τὸ καὶ κά­πο­τε ἕ­να πα­λιὸ ροῦ­χο. Ἦ­ταν ἐ­πο­χὲς ποὺ δὲν πε­ρίσ­σευ­αν. Ἀ­έ­ρας, ἥ­λιος καὶ βρο­χὴ χά­ι­δευ­αν τὸ κου­ρε­μέ­νο του κε­φά­λι. Τὰ βρά­δια κα­τέ­βαι­νε στὸ λι­μά­νι, στὰ μπλό­κια, ἔ­παι­ζε φυ­σαρ­μό­νι­κα. Οἱ κα­πνερ­γά­τες τοῦ δί­ναν κα­πνὸ νὰ στρί­βει τσι­γά­ρα. Κα­νεὶς δὲν γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει. Τὸν φώ­να­ζαν Μαυ­ρου­δῆ.

       Ὕ­στε­ρα χά­θη­κε. Πρῶ­τες τὸ πρό­σε­ξαν οἱ γυ­ναῖ­κες κα­θὼς δὲν βλέ­παν τὴ σκιά του νὰ πέ­φτει στοὺς στε­νοὺς δρό­μους, στοὺς χα­μη­λοὺς τοί­χους.

       Ἕ­να πρω­ί, δε­μέ­νους χει­ρο­πό­δα­ρα, τοὺς πέ­τα­ξαν στὴν πλα­τεί­α. Πα­λι­κά­ρια σχε­δὸν ἀ­μού­στα­κα. Ἕ­να γύ­ρο στρα­τι­ῶ­τες νὰ τοὺς φρου­ροῦν. Χτυ­πη­μέ­νοι. Μὲ σχι­σμέ­να τ’ ἀ­πο­φό­ρια, μὲς στὸ αἷ­μα. Κι ἀ­νά­με­σά τους ὁ Μαυ­ρου­δῆς. Με­γά­φω­να με­τα­δί­δαν προ­τρο­πὲς καὶ πα­τρι­ω­τι­κὰ ἄ­σμα­τα. Ἐμ­βα­τή­ρια.

       Νὰ φτά­νουν μά­νες χα­ρο­κα­μέ­νες, νὰ κλαῖ­νε, νὰ φτύ­νουν, νὰ βρί­ζουν, νὰ προ­τρέ­πουν τοὺς φρου­ροὺς νὰ του­φε­κί­σουν τὰ κτή­νη.

      Κι ἄλ­λες μά­νες νὰ φτά­νουν, χα­ρο­κα­μέ­νες, στὰ μαῦ­ρα τους τριμ­μέ­να ροῦ­χα, νὰ μέ­νουν πα­ρά­με­ρα, νὰ δαγ­κώ­νουν τὰ μαν­τί­λια, πνιγ­μέ­νες στὸ κλά­μα, νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν γιὰ τὰ παι­διά τους, νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν νὰ προ­σφέ­ρουν μιὰ κου­βέρ­τα, λί­γο ψω­μὶ στοὺς συν­τριμ­μέ­νους, νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν καὶ γιὰ τὸν Μαυ­ρου­δῆ ποὺ ἦ­ταν ὀρ­φα­νὸς καὶ χα­μέ­νος.

       Νὰ φυ­σά­ει ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­γέ­ρας στοὺς γο­να­τι­σμέ­νους, νὰ πέ­φτει τὸ χι­ό­νι στὰ κορ­μιὰ τὰ ριγ­μέ­να.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ πε­ζῶν Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον. Ἐ­πάλ­λη­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2003).

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.



		

	
Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 610 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.