
Νώντας Τσίγκας
Ὁ Μῆτσος
(Lacrymosa)
ΟΝ ΑΚΟΥΩ ἀπὸ τὸν φωταγωγό. Ἡ φωνή του ἀνεβαίνει ὡς μαθητευόμενου ψαλμωδοῦ ἔνρινη καὶ βαθιά, ἑσπερινὴ συνήθως, σὰν ἀπὸ χωνὶ περασμένη, κάπως ἠλεκτρονική. Μαζί της ἀναδύεται σχεδὸν πάντοτε μυρωδιὰ ἀπὸ πρόχειρο φαῒ ἴσως τηγανητὲς πατάτες καὶ αὐγὰ μάτια. Προσπαθεῖ νὰ ἀγγίξει κάποιον λυγμικὸ λαϊκὸ τραγουδιστὴ στὶς κορῶνες. Ἕνας μοναχικὸς ἄνθρωπος εἶναι ὁ Μῆτσος ποὺ μένει ἐκεῖ κάτω. Πόσο κάτω; «Στὸ μεῖον δύο». Ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν πιάνει οὔτε τὴ βάση στὰ κοινωνικά. Δηλονότι στὸν μεῖον δύο ὄροφο ἔχουμε —ἕξι τουλάχιστο— μέτρα κάτω ἀπὸ τὴ ἐπιφάνεια τῆς γῆς. Πιὸ κάτω κι ἀπὸ τοὺς πεθαμένους τὸν θάνατο τῶν ἀνθρώπων. Ὡστόσο στὰ θετικά τῆς ὑποθέσεως θὰ πρέπει νὰ λογίζεται ἐκεῖνο τὸ παράθυρο ποὺ κοιτάζει στὸ ρέμα, στὸ χῶρο δηλαδὴ ἀποβολῆς ἀνεπιθύμητων ὑγρῶν λυμάτων καὶ σαβούρας πάσης φύσεως ἀπὸ τοὺς σκυθρωποὺς χωριάτες ποὺ κατοικοῦν αὐτὴ τὴν πόλη.
Ἡ γυναίκα ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ὑπῆρξε στὴ ζωή του. Συγγενεῖς καὶ φίλοι μάκρυναν πιά. Δουλεύει ἀπὸ τὰ χαράματα μέχρι ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα στὴ βιοτεχνία κι ἔρχεται νὰ ζαρώσει στὸ ὑπόγειό του. Βγαίνει σπανίως ἀπὸ δῶ σὰν ἀράχνη ἢ σαρανταποδαρούσα, μπορεῖ καὶ σὰν ποντικὸς ἢ ἀποτρόπαια κατσαρίδα. Ἕνα ἐνοχλητικὸ ἀπόβλητο τῆς λαμπρῆς καὶ ἀειφόρου κοινωνίας ποὺ ἐξαφανίζεται ἐδῶ κάτω. Ἐδῶ ὁ Μῆτσος κρατᾶ μαζί του θαμμένες μιᾶς ζωῆς τὶς ματαιώσεις καὶ τὰ διακυβεύματα – ὅσα ἀπ’ αὐτὰ δηλαδὴ πράγματι ὑπῆρξαν.
Τὰ φυλάγει σὰν παλιὲς φωτογραφίες, δροσερὲς καὶ στημένες στιγμὲς τοῦ παρελθόντος. Μνῆμες τσιτωμένες σὰν ρόγες παρθενικὲς μπροστὰ στὴν ἡδονή. Κι ὅταν βρίσκεται τὴν κουζίνα ἢ τὸ μπάνιο δὲν παραλείπει νὰ τραγουδήσει σίγουρος πὼς ὅλοι ἀκοῦνε ἀπὸ τὸ φωταγωγὸ ν’ ἀνεβαίνει τὸ ἀπέραντο παράπονο μονάχο του χωρὶς τὶς αἰτίες ποὺ τὸ ἔσυραν μέχρι σ’ αὐτὲς τὶς ὄχθες τῶν λυγμῶν.
Στὸ κάλεσμα τοῦ Ἐπιταφίου ποὺ περνοῦσε πῶς νὰ μὴ βγεῖ; Μὲ τόσα θαμμένα καὶ ἄδοξα παρατημένα ἐντός του, σαθρὰ καὶ ξεφτισμένα κειμήλια μιᾶς ζωῆς ὁλόκληρης, ἀνάμεσα στ’ ἀνοιξιάτικα νεκρολούλουδα…
Στάθηκε ἀνύποπτος δίπλα στὸν Νίκο Καροῦζο καὶ κάποιον ἄλλον στὸ πεζοδρόμιο ἐκεῖνο.

Πηγή: Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Ἐποχιακὸς Διανομέας (ἐκδ. «Πανοπτικόν», Θεσσαλονίκη, 2013).
Νώντας Τσίγκας (Ἀθήνα (1959). Ἔζησε μέχρι τὴν ἐφηβεία του στὸ Βογατσικὸ Καστοριᾶς. Σπούδασε Ἰατρικὴ καὶ εἰδικεύτηκε στὴ Νευρολογία. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴ Θεσσαλονίκη. Εἶναι ἐπιμελητὴς τῶν ἀδημοσίευτων ἡμερολογίων τοῦ Ἴωνος Δραγούμη. Τὸ 2021 ἐκδόθηκαν σὲ δική του Εἰσαγωγὴ-ἐπιμέλεια-σχόλια-ἐπίμετρο Ἴωνος Δραγούμη, Τὰ «κρυμμένα» ἡμερολόγια, Ὀκτώβριος 1912-Αὔγουστος 1913 (Πατάκης). Βιβλία του ποὺ ἔχουν ἐκδοθεῖ: Οὑ ἀπάν’ κι οὑ κάτ’ οὑ κόσμους (2009)· Μαῦρο χιόνι, «ΔιάπυροΝ» (2010)· Ἐποχιακὸς διανομέας (Διηγηματα, «Πανοπτικόν», 2013)· Μαθήματα Πατριδογνωσίας Ι – δυό διηγήματα· Μαθήματα Πατριδογνωσίας ΙΙ, Ἡ κοιμωμένη (2019). Διηγήματά του ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικά.
Εἰκόνα: στὸν Ἐπιτάφιο τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου στὴν Ἐλευσίνα. Μεγάλη Παρασκευή, 14 Ἀπριλίου 2023. Φωτό: Γιάννης Πατίλης.
Filed under: Ελληνικά,Καθημερινά,Κοινωνικοί κώδικες,Μοναξιά,Πόλη-Χώροι,Περιγραφή,Τσίγκας Νώντας,Τέχνη,Φανταστικό | Tagged: Διήγημα,Λογοτεχνία,Νώντας Τσίγκας | Τὰ σχόλια στὸ Νώντας Τσίγκας: Ὁ Μῆτσος ἔχουν κλείσει







ΟΥ ΓΡΑΦΩ ΑΠΟ τὴν Ἀγγλία, ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα τῆς ἀσχήμιας, γιατί τὸ Ἀγγλία βγαίνει ἀπὸ τὸ ἄγγλι, ποὺ σημαίνει ἄσχημο. Δὲν ἔχει σχῆμα, δηλαδή, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ δικό μας τὸ λεκανοπέδιο ποὺ ἔχει τὸ σχῆμα τῆς λεκάνης —τῆς παιδικῆς λεκάνης, γιὰ νὰ εἴμαστε πιὸ σαφεῖς—, τὸ γνωστὸ γκιὸ-γκιὸ, γιομάτο μὲ ἀχνιστὰ παιδικὰ κόπρανα. Ἔχουμε καὶ καζανάκι χαλασμένο ἀπὸ πάνω μας στὸ βράχο τῆς Ἀκρόπολης, ποὺ φαντάζει παράταιρο ἐξάμβλωμα καταμεσῆς της ἄναρχης δόμησης τῶν ἐργολάβων τοῦ Καραμανλῆ. Εὐτυχῶς ποὺ βάλανε τὶς σκαλωσιὲς γύρω ἀπὸ τὸν ναὸ τῆς παρθένας νονᾶς καὶ δὲν κλοτσάει τόσο κραυγαλέα το ἀρχαῖο μνημεῖο τῆς ἀγάμητης πνευματικῆς μας μητέρας. Δὲν εἶναι μύθος, ἀράπη μου, εἶναι γεγονός! Τὰ πουλιὰ δὲν πετᾶνε πάνω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη, τὴν παρακάμπτουνε ἀπὸ σεβασμό, ἐνῶ τὴ Βουλή, ἂς ποῦμε, τὴν ἔχουνε πνίξει στὴν κουτσουλιά. Ὁτιδήποτε φύγει ἀπὸ ἐδῶ, πάει ἔξω καὶ μᾶς ξανάρθει, τὸ ἴδιο πράγμα, φαντάζει ἀλλιῶς, γι’ αὐτὸ καὶ ὅλοι ψάχνονται μετὰ μανίας γιὰ διεθνῆ καμαριέρα. Ἀπὸ φιλιππινέζα μάνα καὶ ἀλβανὸ πατέρα ὁ νέος μεσσίας, μὲ σχιστὰ μάτια καὶ μακριὰ χέρια, θὰ κλέψει τὶς καρδιὲς τῶν νέων Ἑλλήνων στὸν μεταολυμπιακὸ χειμώνα μὲ τὶς ἄχρηστες ἀνισόπεδες καὶ τὰ γήπεδα τοῦ ράγκμπι.

ΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ἀντιληπτὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἕνα νευρόσπαστο πιά. Ὁ γαμπρός του καὶ τ’ ἀνίψια του, μὰ προπάντων ἡ ἀδερφή του βρίσκονταν καθημερινὰ στὸ στόχαστρο. Κανεὶς δὲν τολμοῦσε νὰ κάνει τὴν παραμικρὴ κίνηση δίχως νὰ νιώσει τὸ βαρύ του πάτημα πίσω του. Τὸ ἀνάθεμά του δὲν ἀργοῦσε νὰ πέσει πάνω τους μὲ ἐκείνη τὴ μπάσα ὅλο γρύλισμα, φωνή του: Πῶς κόβεις ἔτσι τὸ καρπούζι; Πυραμιδωτό, πρέπει, μάλωνε τὴν ἀδελφή του. Γιατί ξέχασες τὴν τηλεόραση ἀνοιχτή; στὸ γαμπρό. Σύρε νὰ φέρεις νερὸ στὴ γιαγιά, κοπρόσκυλο, στὸν ἀνιψιό. Πῶς ντύθηκες ἔτσι σὰν Καραγκιόζω; Θὰ μὲ κοροϊδεύουν ὄξω στὰ καφενεῖα, σύρε σπίτι σου νὰ κάνεις μασκαρλίκια, τὸ τερμάτισε μὲ τὴ μικρὴ ἀνιψιά του.
ΟΡΤΩΜΕΝΟΣ ἀπὸ τὶς καθημερινὲς μικροέγνοιες τοῦ βιοπορισμοῦ κατευθύνθηκα σ’ ἕνα κρητικὸ στέκι γιὰ μιὰ ρακή.
ΩΤΗΣΑ ΕΝΑ φίλο μου λογοτέχνη ἂν γράφει μικροδιηγήματα. Μοῦ ἀπάντησε πὼς δὲν ἔχει χρόνο, γι’ αὐτὸ γράφει μόνο μυθιστορήματα καὶ νουβέλες.
ΥΧΤΩΝΕΙ ΝΩΡΙΣ τὸν Νοέμβρη. Πέντε καὶ μισὴ κι ὅλα εἶναι ἤδη σκοτεινά, ἀλλὰ τὰ φῶτα τῶν δρόμων δὲν ἔχουν ἀνάψει ἀκόμα. Γιὰ μιὰ στιγμὴ μετάνιωσα ποὺ δὲν εἶπα στὴ μητέρα μου νὰ ἔρθει νὰ μὲ πάρει. Ντρεπόμουν ὅμως. Δὲν εἶμαι πιὰ μωρό. Μιὰ χαρὰ μπορῶ νὰ γυρίσω μόνη μου μὲ τὸ λεωφορεῖο.
Ε ΤΑ ΞΕΦΩΝΗΤΑ του ἀνατίναξε τὸν πιὸ γλυκό μου ὕπνο. Ἴσως κάτι νὰ στράβωσε στὰ σωθικά του. Τὸ κοπάνησα ἀλύπητα μ’ ἕνα σφυρί. Ἔλα ὅμως πού, ἂν καὶ πτῶμα, οὔρλιαζε ἀκριβῶς ὅπως καὶ πρίν… Στὰ πρόθυρα τῆς τρέλας ξερίζωσα μιὰ τούφα ἀπ’ τὰ μαλλιά μου. Καὶ τότε μόνο εἶδα ποιός παραληροῦσε. Ἦταν τὸ ἄθλιο Deluxe. Μ’ ἕνα τιποτένιο κλὶκ τοῦ βούλωσα τὸ στόμα. Ἀλλὰ ποιό τὸ ὄφελος; Ἡ σκέψη τοῦ ἀδικοσκοτωμένου Casio ἐξαφάνισε ὁλοσχερῶς τὸν ὕπνο μου. Κάλλιο νὰ εἶχα πνίξει τὸν Ἰάγο ἢ τὸν Ὀθέλλο.


Ε ΚΟΚΚΙΝΟ σὲ διορθώνω. Χρησιμοποιῶ πάντα στυλὸ διαρκείας. Σβήνω, ὑπογραμμίζω, κάνω βελτιώσεις. Τὸ κόκκινο εἶναι γιὰ τὸ λάθος, τὸ πράσινο γιὰ τὶς βελτιώσεις, τὸ κίτρινο σημαίνει πρέπει νὰ τὸ ξαναδῶ. Ὅμως, προσοχή! Μπορεῖ ξαφνικὰ νὰ γίνει κι αὐτὸ κόκκινο. Μόνο τὸ πράσινο νὰ ἐμπιστεύεσαι.
ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ ἀνάμεσα στοὺς βράχους εἶναι στρωμένος μὲ ἕνα ἀφρᾶτο χαλὶ ἀπὸ χιόνι. Πλησιάζεις καὶ βλέπεις πὼς κι οἱ ψηλοὶ αὐτοὶ βράχοι δὲν εἶναι παρὰ τεράστιοι σταλαγμῖτες σχηματισμένοι ἀπὸ πάγο. Προχωρᾶς στὸν χιονισμένο διάδρομο ἀνάμεσά τους καὶ καθρεφτίζεσαι στὰ παγωμένα τείχη ποὺ χτίζονται ἀκόμα – μιὰ σταγόνα τὴ φορά. Δίπλα σου, καθρεφτίζεται καὶ μιὰ ὁλόμαυρη γάτα ποὺ σὲ ἀκολουθεῖ ἐδῶ καὶ ἀρκετὸ καιρό. Ὅσο πηγαίνεις πρὸς τὰ μέσα, ὁ ἀέρας σφυρίζει μιὰ διακριτικὴ μελωδία. Τὰ πόδια σου βουλιάζουν στὸ χιόνι καὶ κρατοῦν τὸν ρυθμὸ στὸ σφύριγμα, σπάζοντας ταυτόχρονα ἀμέτρητες, μοναδικὲς χιονονιφάδες. Τὰ βήματα τῆς γάτας δὲν ἀκούγονται καθόλου, εἶναι τόσο ἐλαφρὺ τὸ πάτημά της ποὺ ἴσα ποὺ ἀφήνει μερικὰ χνάρια στὸ χιόνι. Μόνο ἡ ἀντανάκλαση στὸν πάγο θυμίζει τὴν ὕπαρξή της. Στὸ τέλος τοῦ διαδρόμου, οἱ σταλαγμῖτες ἔχουν σχηματίσει ἕναν θόλο ποὺ μοιάζει μὲ μεγάλη σπηλιά. Μπαίνεις μέσα κι ἀλλάζει ὁ ρυθμός, τώρα ἀκοῦς τὰ βήματά σου νὰ τρίζουν ταράζοντας τὸ χῶμα καὶ τὶς πέτρες. Ἡ γάτα, ἀκόμα ἀθόρυβη. Στὸ κέντρο τῆς σπηλιᾶς βρίσκεται ἕνα κουτί, τὸ περιεργάζεσαι καὶ φαίνεται ὅτι τὸ περιεχόμενό του λείπει ἀπὸ καιρό. Τὸ γυρίζεις ἀνάποδα καὶ πέφτει σκόνη. Τίποτα καὶ στὸ κάτω μέρος, εἶναι ἕνα ἁπλὸ ξύλινο κουτί. Τὸ ἀφήνεις ξανὰ κάτω. Ἡ γάτα πλησιάζει γιὰ νὰ τὸ περιεργαστεῖ. Τὸ κενό του τὴν τραβάει σὰν μαγνήτης, πατάει τὸ ἕνα της πόδι καὶ βεβαιώνεται ὅτι εἶναι σταθερό. Μὲ μιὰ γρήγορη κίνηση μπαίνει μέσα, ἀφήνει ἕνα κελαηδιστὸ νιαούρισμα χαρᾶς καὶ στρογγυλοκάθεται. Τώρα, τὸ μόνο ποὺ ἀκούγεται εἶναι τὸ γουργουρητό της.

Ι ΝΥΧΤΕΣ τῆς βορινῆς ἀκρώρειας τῶν ἀπομονωμένων γκραικῶν ἦταν ζοφερὲς καὶ σκοταδερὲς καὶ οἱ μέρες φρικιαστικὲς καὶ ἀφύσικες, ἀφοῦ σχεδὸν πίσω ἀπὸ κάθε δέντρο, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς ἴσκιους τους, ἀναδεύονταν, παραμόνευαν, φιδοσέρνονταν καὶ περιφέρονταν κι ἄλλα ἀθέατα ἰσκιώματα, ὣς ἀργὰ στὰ ἡλιοβασιλέματα καὶ στὰ σουρουπώματα. Τότε ποὺ ὁ συνταξιοδοτούμενος ταξιδευτὴς παππούς του εἶχε ζητήσει νὰ γυρίσει ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ στὸ σπίτι του, στὴν ἀποκλεισμένη χώρα ποὺ δὲν σάλευε μύγα καὶ ὕστερα ἀπὸ πολλὲς αἰτήσεις, ἔγινε δεχτὸ τὸ αἴτημά του. Ἕξι μπαοῦλα μὲ ροῦχα, ἄλλα καινούργια, ἄλλα μεταχειρισμένα καὶ δυὸ βαλίτσες ἔφερνε μαζί του μ’ ἕνα σαπιοκάραβο, ἀπὸ τὰ μόνα ποὺ διέθεταν γιὰ κοντινὰ ταξίδια οἱ ἀποκλεισμένοι. Τὰ μπαοῦλα καὶ τὴ μιὰ βαλίτσα, τ’ ἄνοιξε καὶ μοίρασε τὰ δῶρα στοὺς δικούς του. Τὴν ἄλλη, τὴ βαστοῦσε κάτω ἀπὸ τὸ κρεβάτι κι ὅλοι ἦταν περίεργοι τί εἶχε μέσα. Ἡ μπάμπω τοῦ ’λεγε: ἄνοιξέ τη νὰ δοῦμε τί ἔχεις μέσα, μωρὲ κάψω γέρο μου, γιατὶ μᾶς γκάστρωσες. Μιὰ μέρα πῆρε δίπλα το ἐγγονάκι του, ἡ ἀδυναμία του. Εἶχε τ’ ὄνομά του. Ἄνοιξε καὶ τοῦ ’δειξε ταχτοποιημένα κουτιὰ καὶ κουτάκια. Ἡ μισὴ εἶχε κάτι ἀπίθανα κουτιὰ κειμήλια μὲ ἀμερικάνικα πούρα καὶ ἡ ἄλλη μισὴ κάτι μικρούλικα πακέτα ζηλευτά, τυλιγμένα μὲ γυαλόχαρτο. Διάβασε, εἶπε κι ἔβαλε ἕνα πακέτο στὰ χέρια του. ΠΑ-ΠΑ-ΣΤΡΑ-ΤΟΣ, συλλάβισε τὸ ἐγγονάκι. Θ’ ἀνοίγεις καὶ θὰ μοῦ φέρνεις ἀπὸ ἕνα ὅταν θὰ στὸ ζητάω, τοῦ ’πε ὁ παππούς, καὶ τράβηξε μιὰ χρυσαφένια λουρίδα. Τὸ ἐπιχρυσωμένο πακέτο ἄνοιξε, τράβηξε ἕνα τσιγάρο, τὸ μυρίστηκε, πάτησε τὸν ἀναπτήρα ποὺ ἔβγαλε κάτι περίεργες νότες, ἄναψε. Ἕνας σπειροειδὴς καπνὸς σὰν ἱερογλυφικὰ ἁπλώθηκε τριγύρω κι ἡ κάμαρη μοσχοβόλησε σὰν νὰ ραντίστηκε μ’ ἀνοιξιάτικα ἀρώματα. Ὅταν τὸν ἐπισκέπτονταν γιὰ τὸ καλωσόρισες, ἔστελνε τὸ ἐγγονάκι, ἔφερνε πακέτο καὶ προσέφερνε τσιγάρο. Οἱ συνομήλικοι, γερασμένοι, ρυτιδωμένοι πρὶν καιροῦ, ἔχωναν στὴν τσέπη τὰ τσιμπούκια ποὺ βρομοῦσαν ἀπὸ τὸν βαρὺ λιωμένο πίσσα καπνό, παρατηροῦσαν καὶ περιεργάζονταν στὰ χέρια τὸ πακέτο, ἀναβαν τὸ τσιγάρο, ρουφοῦσαν βαθιὰ στὰ σωθικά τους, ἄνοιγαν τὰ μάτια τους ἀπολαμβάνοντας σὰν νὰ κάπνιζαν τὸ μυρωμένο φάρμακο τοῦ λυτρωμοῦ τους. Τὰ τελειωμένα πακέτα τά ’δινε στὸν ἐγγονό του ποὺ μερικὰ τὰ κρατοῦσε στὸ ντουλάπι ἀντίκες, σὲ ἄλλα ἔβαζε τὸ σβηστήρι καὶ τὰ σχολικὰ πράγματα κι ἔδινε καὶ στοὺς συμμαθητές του νὰ χαροῦνε μὲ τὰ πανέμορφα κουτάκια. Τότε ἦταν ποὺ ἀπείλησαν τὸν παπποὺ στὰ γραφεῖα ὅτι ἂν συνεχίζει προπαγάνδα μὲ τὰ πακέτα καὶ δηλητηριάζει παιδιὰ καὶ γερόντια μὲ καπιταλιστικὰ δολώματα, θὰ πάει στὸ φρέσκο. Κι αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχε ἰδέα ἀπὸ τέτοια καμώματα, πείσμωσε καὶ ἀπάντησε θυμωμένος ὅτι ὄχι μόνο δὲν δηλητηριάζουν, ἀλλὰ εὐωδιάζουν ἀκέρια τὴ βόρεια ἀκρώρεια. Κοιτάξτε τὸν ἄρρωστο καὶ ξεθωριασμένο καπνὸ ποὺ φουμάρουν τὰ καημένα τα γεροντάκια μὲ τὰ τσιμπούκια τους ἐσεῖς, ποὺ δηλητηριάζουν ὅλο τὸν τόπο κι ἀφῆστε τὰ τσιγάρα ποὺ καπνίζει ὅλη ἡ οἰκουμένη. Τὶς νύχτες καὶ μέρες τῆς βορινῆς ἀκρώρειας τῶν ἀπομονωμένων γκραικῶν συνέχιζε ὁ ἀποκλεισμὸς ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο. Ἡ ἀμερικάνικη βαλίτσα κόντευε νὰ ἀδειάσει. Ὁ παπποὺς μετροῦσε συλλογισμένος τὰ τελευταῖα πακέτα κι ἀφοῦ τελείωσαν καὶ τὰ ποῦρα παρήγγειλε ἕνα τσιμπούκι ἀπὸ πυξάρι καὶ ἄρχισε νὰ καπνίζει βαρὺ καπνὸ ποὺ ἔτριβε μόνος πάνω σε μιὰ σανίδα, βγάζοντας ἀπὸ τὸ στόμα καὶ τὴ μύτη φυσώντας πυκνὲς ἀντάρες πίκρας. Κάθε τόσο ἔβγαινε μὲ τοὺς συνομήλικούς του κι ἔλιαζαν τὰ κόκαλά τους στὸ πεζούλι φουμάροντας μὲς στὴν ἀντάρα τῶν τσιμπουκιῶν τους καὶ καθάριζε προσηλωμένος συστηματικὰ τὴν πηχτὴ λάβα τῆς νικοτίνης. Ἀλλὰ μιὰ μέρα οἱ γιατροὶ τοῦ ’παν ν’ ἄφηνε τὸν καπνὸ γιατὶ τοῦ ’χαν μαυρίσει κι αὐτουνοῦ οἱ πνεύμονες. Τότε πέταξε τὸ τσιμπούκι στὸ τζάκι ποὺ καιγότανε καὶ βρομοῦσε τὸ σπίτι. Φορὲς φορές, ἄνοιγε νοσταλγικὰ τὴ βαλίτσα, ἔπαιρνε τὰ ἄδεια πακέτα, ποὺ βαστοῦσε σὲ μιὰ γωνία, τὰ χάιδευε ἁπαλὰ μὲ τὰ κιτρινισμένα δάχτυλα, τὰ πλησίαζε στὴ μύτη σὰν νά ’χε μπροστά του τὸ λεπτὸ χαρτί, τὸ φίλτρο, τὸν λεπτεπίλεπτο καπνὸ καὶ ρουφοῦσε τὴν εὐωδιά τους πού, ἂν καὶ ἄδεια, εἶχε μείνει ἀκόμα. Αὐτὰ σκέπτονταν στὴ θύμησή του ὁ ἡλικιωμένος ἐγγονός, ταξιδευτὴς κι αὐτὸς τώρα πού ’παιρναν ν’ ἀλλάξουν οἱ νύχτες τῆς ἀκρώρειας ξαναγυρίζοντας στὸ πατρικό του, ψάχνοντας τὰ κειμήλιά του κι ἀνασκαλεύοντας νὰ βρεῖ στὴ γωνία παράμερα τὴ βαλίτσα στὴ μνήμη του.