Στέλλα Παρασχᾶ: Κακοκαιρία


Parascha,Stella-Kakokairia-Eikona-01


Στέλ­λα Πα­ρα­σχᾶ


Κα­κο­και­ρί­α


02-HttaΣΥΧΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ περ­πα­τοῦ­σε στὴν κεν­τρι­κὴ λε­ω­φό­ρο ἡ ὁ­μά­δα τοῦ φοῦτ­μπολ. Ἦ­ταν ντυ­μέ­νοι χον­τρά, σχε­δὸν φα­σκι­ω­μέ­νοι μὲ δι­πλὴ στρώ­ση πα­νω­φό­ρια, σκου­φιά, κα­σκὼλ καὶ γάν­τια. Ἄ­μα­θοι σὲ τέ­τοι­ο κρύ­ο —ἄλ­λω­στε δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ ’κεῖ— καὶ δὲ συ­νη­θί­ζε­ται, λέ­νε, τὸ βα­ρὺ κλί­μα μὲ τί­πο­τα. Σκέ­φτη­καν νὰ μὴ χά­σουν τὸν ἑ­βδο­μα­δια­ῖο φι­λι­κὸ ἀ­γώ­να. Ἤ­θε­λαν νὰ κρα­τι­οῦν­ται σὲ φόρ­μα, για­τὶ, τὸ μυα­λὸ δου­λεύ­ει κα­λύ­τε­ρα σὲ σῶ­μα ὅ­λο σφρί­γος, ἔ­τσι λέ­νε.

       Τουρ­του­ρί­ζον­τας πα­ρό­λη τὴ ζε­στὴ πα­νοπλί­α τους προ­χω­ροῦ­σαν δί­χως νὰ μι­λοῦν. Προ­σε­χτι­κά, για­τὶ οἱ δρό­μοι ἦ­ταν πα­γω­μέ­νοι. Ἀ­πὸ τὴ μέ­ση τοῦ ὁ­δο­στρώ­μα­τος – ἀ­πὸ ’κεῖ ποὺ ὁ δῆ­μος εἶ­χε προ­λά­βει νὰ ρί­ξει ἁ­λά­τι γιὰ νὰ δι­ευ­κο­λύ­νει τὴν ἔ­λευ­ση τῶν ὀ­χη­μά­των. Τὰ βή­μα­τα συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ ἤ­χους κρυ­στάλ­λων ποὺ ἔ­σπα­ζαν. Σὲ με­ρι­κὲς με­ρι­ὲς γυ­ά­λι­ζε κιόλας ἡ πίσ­σα, λὲς καὶ ἦ­ταν στρω­μέ­νη μι­κρὰ δι­α­μάν­τια – ἦ­ταν ποὺ τὸ χον­τρὸ ἁ­λά­τι ἔ­με­νε ἀ­κό­μη ἀ­νέγ­γι­χτο, σί­γου­ρα θὰ εἶ­χε λι­ώ­σει με­τὰ τὸ πέ­ρας τοῦ ἀ­γώ­να.

       Ὁ ἀ­κρια­νός, ὁ πιὸ νέ­ος ποὺ εἶ­χε ξε­μεί­νει καὶ περ­πα­τοῦ­σε νω­χε­λι­κά, σχε­δὸν ὀ­νει­ρο­πό­λα, ἄ­νοι­ξε τὸ βῆ­μα του νὰ προ­φτά­σει τὸν πιὸ κον­τι­νό του. «Ἄ­κου, τοῦ εἶ­πε, τὸν ἦ­χο ποὺ κά­νει τὸ ἁ­λά­τι ποὺ σπά­ει, μοιά­ζει μὲ τὸν ἦ­χο ποὺ κά­νουν τὰ χα­λί­κια κά­τω ἀ­πὸ τὰ γυ­μνὰ πέλ­μα­τα. Μοιά­ζει σὰν ἦ­χος πά­λης τοῦ μπλὲ καὶ τοῦ γκρὶ ποὺ πι­τσι­λί­ζε­ται μὲ γα­λα­κτε­ροὺς τό­νους, ξέ­ρεις τί χρῶ­μα βγαί­νει τε­λι­κά; Ὄ­χι γκρί, ὅ­πως θὰ πε­ρί­με­νε κα­νείς, ἀλ­λὰ θα­λασ­σὶ σὲ ἀ­πο­χρώ­σεις ποὺ δὲν ἔ­χεις μα­τα­δεῖ.»

       Ὁ ἄλ­λος δὲν ἀ­πο­κρί­θη­κε. Ἴ­σως νὰ δυ­σκο­λευ­ό­ταν ν’­ἀ­κού­σει, ἔ­τσι ποὺ ἦ­ταν προ­στα­τευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ μάλ­λι­νο σκου­φά­κι μὲ τὴ γού­νι­νη ἐ­πέν­δυ­ση. Ἡ ὑ­πό­λοι­πη ὁ­μά­δα συ­νέ­χι­ζε μὲ ἀ­μεί­ω­το ρυθ­μό, ἀ­νυ­πό­μο­να σχε­δόν, ἐ­πι­θυ­μών­τας νὰ φτά­σει τὸ συν­το­μό­τε­ρο στὴ θερ­μαι­νό­με­νη αἴ­θου­σα τοῦ συ­νοι­κια­κοῦ γυ­μνα­στη­ρί­ου. Τὸ νέ­ο ὅ­μως ἡ σι­γὴ δὲν τὸν πτό­η­σε δι­ό­λου: «Σ’ἐκείνη τὴν πα­ρα­λί­α γνώ­ρι­σα πέρ­σι μιὰ κο­πέ­λα μὲ ὄ­μορ­φα πρά­σι­να μά­τια. Εἶ­χε στή­σει τὸ κα­βα­λέ­το της καὶ ζω­γρά­φι­ζε τὸ νε­ρὸ νὰ ἀ­φρί­ζει ἀ­νά­με­σα στὰ χα­λί­κια. Τὸ χει­μώ­να προ­τι­μῶ νὰ στή­νω τὸ κα­βα­λέ­το στὸ μπαλ­κό­νι, μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε. Μιὰ φο­ρὰ ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­βα­ζα τὸν οὐ­ρα­νὸ στὸν καμ­βὰ μὲ πλα­τι­ὲς πι­νε­λι­ές, χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο. Τὰ νέ­α πού μοῦ μή­νυ­σαν ἦ­ταν μαῦ­ρα σὰ τὴ νύ­χτα, ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι βι­α­στι­κὰ καὶ ὅ­ταν γύ­ρι­σα με­τὰ ἀ­πὸ και­ρὸ ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ πέν­θος, βρῆ­κα τὸ μι­σὸ οὐ­ρα­νὸ νὰ στέ­κε­ται στὴ μέ­ση του μπαλ­κο­νιοῦ ἀ­γέ­ρω­χος. Ὁ και­ρὸς εἶ­χε χα­λά­σει μέ­σα μου κι ἦ­ταν τό­ση ἡ μα­νί­α νὰ ἐ­ξα­φα­νί­σω τὴ μπλὲ κα­λο­και­ρί­α, ποὺ ἄρ­χι­σα νὰ ξύ­νω τὸ χρῶ­μα μὲ μα­νί­α. Κι ἔ­τσι ὅ­πως ἄρ­χι­σε νὰ ξε­κολ­λά­ει καὶ νὰ πέ­φτει σὲ φαρ­δι­ὲς λω­ρί­δες γε­μί­ζον­τας τὸ μπαλ­κό­νι, αἰ­σθάν­θη­κα τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ πα­τή­σω ἐ­πά­νω της, μή­πως καὶ θυ­μη­θῶ τὶς μέ­ρες πρὶν τὸ κα­κό. Πῶς ἔ­τρι­ζε κα­θὼς θρυμ­μα­τι­ζό­ταν ἡ μπλὲ κα­λο­και­ρί­α! Ὁ ἦ­χος μὲ ἔ­κα­νε νὰ ἀ­να­τρι­χιά­σω, ἀλ­λὰ συ­νέ­χι­σα μὲ μα­νί­α νὰ πο­δο­πα­τά­ω τὶς μπλὲ φλοῦ­δες. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ χρει­ά­στη­κε νὰ μου­λιά­σω πολ­λὴ ὥ­ρα τὰ πό­δια μου στὴν πλα­στι­κὴ λε­κα­νί­τσα γιὰ νὰ βγά­λω τὸ μπλὲ ἀ­πὸ πά­νω μου


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Στέλ­λα Πα­ρα­σχᾶ. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο, κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση. Πρό­σφα­τες δη­μο­σι­εύ­σεις της λο­γο­τε­χνι­κῆς/ποι­η­τι­κῆς ὑ­φῆς βρί­σκονται στοὺς ἱ­στό­το­πους Ποι­εῖν, Θρά­κα, Bibliotheque. Συμ­με­τέ­χει στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ Πό­λη αὐ­τὴ τὴ Νύ­χτα, Τό­μος Α’ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις poema.



		

	

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Κριστίνα Πέρι Ρόσι


CristinaPeriRossi-Eikona-05

 

 

 

 

 

 

 

 


Νάνσυ Ἀγγελῆ


Κριστίνα Πέρι Ρόσι

.

Ἡ Γρα­φή, ἡ Μνή­μη καὶ ἡ Λή­θη


01-HttaΚΡΙΣΤΙΝΑ ΠΕΡΙ ΡΟΣΙ (Cristina Peri Rossi) γεν­νή­θη­κε στὸ Μον­τε­βι­δέ­ο στὶς 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα.

       Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα Συγ­κρι­τι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια πα­νε­πι­στη­μί­ου ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α μέ­χρι νὰ ἀ­ναγ­κα­στεῖ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ χώ­ρα της τὸ 1972 γιὰ πο­λι­τι­κοὺς λό­γους, κα­τα­φεύ­γον­τας ὡς ἐ­ξό­ρι­στη στὴν Ἰσπα­νία. Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1963 καὶ ἀ­πέ­σπα­σε τὰ πιὸ ση­μαν­τι­κὰ ἐ­θνι­κὰ βρα­βεῖ­α τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης, ἀλ­λὰ τὸ ἔρ­γο της ἀ­πα­γο­ρεύ­τη­κε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς δι­κτα­το­ρί­ας, τὸ δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ τὸ 1973 ὣς τὸ 1985.

       Ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴν Βαρ­κε­λώ­νη τὸ 1972 ὅ­που ξε­κί­νη­σε τὴν δρά­ση της κόν­τρα στὸ δι­κτα­το­ρι­κὸ κα­θε­στὼς τῆς γε­νέ­τει­ράς της καὶ ἀ­π’ ὅ­που ἀ­ναγ­κά­στη­κε ἐκ νέ­ου νὰ ἐ­ξο­ρι­στεῖ δυ­ὸ χρό­νια με­τά, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ στὸ Πα­ρί­σι, καὶ ἐ­ξαι­τί­ας τῆς δι­κτα­το­ρί­ας τοῦ Φράν­κο. Ἐ­πέ­στρε­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ στὴν Βαρ­κε­λώ­νη στὸ τέ­λος τοῦ 1974 ὅ­που καὶ ζεῖ μέ­χρι σή­με­ρα. Ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ με­γά­λα ἰσπα­νι­κὰ ἔν­τυ­πα, με­τα­ξὺ ἄλ­λων στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες El Pais καὶ La Van­gu­ar­dia. Εἶ­ναι γνω­στὴ γιὰ τὴν φε­μι­νι­στι­κή της δρά­ση καὶ γιὰ τὴν δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τῆς ὑ­πὲρ τῶν δι­και­ω­μά­των τῶν ὁ­μο­φυ­λό­φυ­λων.

       Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Pre­mio Ciu­dad de Bar­ce­lo­na 1991, Pre­mio In­ter­na­­cio­­nal de Poe­sia Ra­fael Al­berti 2003, Pre­mio In­ter­na­­cio­­nal de Po­e­sia Fun­da­cion Loewe 2009.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι συ­νο­πτι­κά, πο­λὺ συ­νο­πτι­κά, ἡ δι­α­δρο­μὴ τῆς Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι, ἕ­να εἶ­δος ἄ­τυ­που καὶ ἀ­τε­λοῦς —ὅ­πως πάν­τα— βι­ο­γρα­φι­κοῦ ση­μει­ώ­μα­τος. Σ’ αὐ­τὸ δὲν ἀ­να­φέ­ρον­ται ἀ­να­λυ­τι­κὰ οἱ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα τί­τλοι βι­βλί­ων ποὺ ἔ­γρα­ψε ἡ συγ­γρα­φέ­ας, πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴν συ­στη­μα­τι­κή της ἀρ­θρο­γρα­φί­α στὸν ἰσπα­νι­κὸ Τύ­πο τὰ τε­λευ­ταῖ­α πε­νῆν­τα χρό­νια, καὶ ποὺ ἀ­φο­ροῦν τό­σο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ὅ­σο καὶ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, ὁ­ρι­σμέ­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἀλ­λὰ καὶ κά­ποι­α δο­κί­μια. Πρό­κει­ται μὲ ἄλ­λα λό­για γιὰ μιὰ πα­ρα­γω­γι­κὴ συγ­γρα­φέ­α ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται νὰ λέ­γε­ται, μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ αὐ­το­προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ὡς «escritora total», συγ­γρα­φέ­ας ὣς τὸ κόκ­κα­λο θὰ λέ­γα­με σὲ ἐ­λεύ­θε­ρη με­τά­φρα­ση, δη­λα­δὴ ὂν ποὺ γεν­νή­θη­κε κα­τέ­χον­τας αὐ­τὸ τὸ χά­ρι­σμα τῶν λέ­ξε­ων, τοῦ γρα­πτοῦ λό­γου σὲ ὅ­λες του τὶς ἐκ­φάν­σεις καὶ ποὺ κα­θι­στᾶ ἀ­δύ­να­τη τὴν κα­τα­χώ­ρι­ση τοῦ ἔρ­γου της σὲ μιὰ μό­νο κα­τη­γο­ρί­α. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ αὐ­τοῦ του πο­λύ­πλευ­ρου τα­λέν­του τῆς Πέ­ρι Ρό­σι εἶ­ναι τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα της, ζω­τι­κῆς σχε­δὸν ση­μα­σί­ας μέ­σα στὸ σύ­νο­λο τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ της σύμ­παν­τος, εἶ­ναι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα La nave de los locos, 1984 (Ἡ κι­βω­τὸς τῶν τρε­λῶν) το ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τέ­λε­σε ἀν­τι­κεί­με­νο πολ­λῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ἄρ­θρων καὶ δι­δα­κτο­ρι­κῶν με­λε­τῶν ἀ­πὸ τὴν στιγ­μὴ τῆς ἔκ­δο­σης του ἕ­ως σή­με­ρα καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὴν κα­θι­έ­ρω­σε ὡς συγ­γρα­φέ­α. Στὸ ἐν λό­γῳ ἔρ­γο συ­ναν­τοῦν­ται πολ­λές, σχε­δὸν ὅ­λες, οἱ συγ­γρα­φι­κὲς ἐμ­μο­νὲς ποὺ κα­θό­ρι­σαν τὴν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α τῆς γρα­φού­σας μὲ κεν­τρι­κό­τε­ρο ἴ­σως ἄ­ξο­να τὴν βα­θιὰ ἀμ­φι­σβή­τη­ση τοῦ δυ­τι­κοῦ πλέγ­μα­τος ἀ­ξι­ῶν. Πα­ρα­ταῦ­τα, τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ οἱ νου­βέ­λες δὲν ἀ­φθο­νοῦν στὸ ἔρ­γο τῆς Πέ­ρι Ρό­σι. Ὅ­πως γρά­φει καὶ ἡ ἴ­δια στὸν πρό­λο­γο τῆς συ­νο­λι­κῆς ἔκ­δο­σης τῶν δι­η­γη­μά­των της (Cri­sti­na Pe­ri Ros­si, Cu­en­tos Re­u­ni­dos, ed. Lumen, 2007) «ὁ κό­σμος ἄρ­χι­σε, ἂν ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε κά­πο­τε κά­ποι­α ἀρ­χή, ἀ­πὸ ἕ­να δι­ή­γη­μα», γιὰ νὰ συ­νε­χί­σει λέ­γον­τας ὅ­τι «to­do pu­e­de ser con­ta­do», δη­λα­δὴ «ὅ­λα μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἀν­τι­κεί­με­νο δι­η­γή­σης», ρή­ση ποὺ ἡ ἴ­δια ἐ­πα­λή­θευ­σε μὲ τὴν πέ­να της.


Ἡ ἐ­ξο­ρί­α, δε­σμοὶ ποὺ ἑ­νώ­νουν


Καὶ σὰν νὰ μὴν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ ἡ πέ­να της, στὰ πρῶ­τα της βή­μα­τα ὡς πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη συγ­γρα­φέ­ας ἡ Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι εἶ­χε στὸ πλευ­ρό της τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔγ­κρι­ση τοῦ στε­νοῦ της φί­λου, τοῦ με­γά­λου maestro Χού­λιο Κορ­τά­θαρ. Νὰ ἕ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ χρη­σι­μεύ­ει στὸ νὰ ἐ­ξά­ψει a priori τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸ ἔρ­γο της ὅ­σων ἀ­να­γνω­στῶν δὲν τὴν ἔ­χουν ἀ­κό­μα γνω­ρί­σει λο­γο­τε­χνι­κά. Οἱ δυ­ὸ συγ­γρα­φεῖς ἔ­μει­ναν φί­λοι μέ­χρι τὸν θά­να­το τοῦ τε­λευ­ταί­ου καὶ μοι­ρά­στη­καν, πα­ρὰ τὴ χρο­νι­κή τους δι­α­φο­ρά, βι­ώ­μα­τα ἀλ­λὰ καὶ συγ­γρα­φι­κὲς εὐ­αι­σθη­σί­ες, πα­ρὰ τὶς δι­α­φο­ρὲς τοῦ ἔρ­γου τους.

       Κα­τα­τάσ­σουν τὴν Πέ­ρι Ρό­σι ὄ­χι στὴ γε­νιὰ τοῦ λε­γό­με­νου «boom la­ti­no­a­me­ri­cano», ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ φη­μι­σμέ­νους ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε με­τα­ξὺ ἄλ­λων καὶ ὁ Χ. Κορ­τά­θαρ, μὰ στὴν νε­ό­τε­ρη γε­νιά, αὐ­τὴ ποὺ ἀ­πο­κά­λε­σαν γε­νιὰ τοῦ ’72. Κι ὡ­στό­σο, δι­α­βά­ζον­τας κα­νεὶς τὸ ἔρ­γο της δὲν μπο­ρεῖ, πα­ρὰ τὶς δι­α­φο­ρές, νὰ μὴν δι­α­κρί­νει αὐ­τὴν τὴν ἀ­μί­μη­τη μυ­θο­πλα­στι­κὴ δύ­να­μη, τὴν ἐκ­φρα­στι­κὴ πρω­το­τυ­πί­α κι αὐ­τὴν τὴν συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ λε­πτό­τη­τα (delicadeza) στὸ χει­ρι­σμὸ τῶν λέ­ξε­ων ποὺ δι­α­κρί­νει ὅ­λους τοὺς ση­μαν­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τῆς Νό­τιας Ἀ­με­ρι­κῆς. Πρό­κει­ται γιὰ γνω­ρί­σμα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α ξε­περ­νοῦν τὰ στε­νὰ ὅ­ρια τῆς γε­νε­α­λο­γι­κῆς κα­τά­τα­ξης πλέ­κον­τας με­τα­ξὺ τῶν «ἐ­πι­ζών­των» ἄρ­ρη­κτους δε­σμοὺς αἵ­μα­τος ποὺ ὑ­πα­γο­ρεύ­ον­ται ἀ­πὸ τὰ κοι­νὰ βι­ώ­μα­τα μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης ἐ­πο­χῆς (era) μὲ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἴ­σως ἄ­ξο­να τὴν ἐ­ξο­ρί­α —ἐ­κτὸς ἀλ­λὰ καὶ ἐν­τός— ποὺ ὑ­πέ­στη­σαν πολ­λοὶ ἐ­ξ’ αὐ­τῶν, τὴ λο­γο­κρι­σί­α καὶ τὴν συ­στη­μα­τι­κὴ πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­ση ποὺ ὑ­πέ­φε­ραν ἀ­πὸ τὰ ἀν­τί­στοι­χα δι­κτα­το­ρι­κὰ κα­θε­στῶ­τα τῶν χω­ρῶν τους τὶς δε­κα­ε­τί­ες ‘60 καὶ ’70 συ­να­κό­λου­θα μὲ τὴν κοι­νὴ πο­λι­τι­κὴ συ­νεί­δη­ση ποὺ δι­α­μόρ­φω­σαν οἱ πε­ρισ­σο­τέ­ροι ἀ­π’ αὐ­τούς. Ἔ­τσι, δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ποὺ ἡ Πέ­ρι Ρό­σι με­του­σί­ω­σε σὲ λο­γο­τε­χνί­α μὲ τὸν δι­κό της μο­να­δι­κὸ τρό­πο, δη­λα­δὴ ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρί­ζον­τας κοι­νοὺς το­πούς, τραυ­μα­τι­κὲς ἐμ­πει­ρί­ες: τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἢ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς ἐ­ξο­ρί­ας, τὸ εὕ­ρη­μα ἢ τὴν ἐ­φεύ­ρε­ση τῆς ἐ­θνι­κῆς ταυ­τό­τη­τας, τὴν ἔν­νοι­α ἢ τὴν πα­ρά­νοι­α τοῦ ἀ­το­μι­κι­σμοῦ, τὴν μά­χη τῆς ἀ­το­μι­κῆς ταυ­τό­τη­τας, τὴν ἀ­προ­σω­πί­α τοῦ σύγ­χρο­νου κό­σμου, τοῦ σύγ­χρο­νου πο­λι­τι­σμοῦ, τῆς νέ­ας τε­χνο­λο­γί­ας, τῆς ἀ­πό­στα­σης ποὺ δι­α­νύ­ε­ται ἢ κα­τα­λύ­ε­ται, τοῦ κό­σμου ποὺ κα­ταρ­ρέ­ει καὶ πά­νω ἢ πέ­ρα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ τὴν ἀ­γά­πη, τὸν ἐ­ρω­τι­κὸ δε­σμό, ὅ­πως τὸν δι­α­μόρ­φω­σαν οἱ κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις, ἀλ­λὰ καὶ τὸν ἄλ­λο τὸν ἀ­πό­λυ­το, βα­θὺ καὶ ἐκ φύ­σε­ως ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ ἔ­ρω­τα. Ἡ φρε­σκά­δα καὶ ἡ δύ­να­μη τῆς συγ­γρα­φι­κῆς της φω­νῆς δη­μι­ουρ­γών­τας ἀλ­λη­γο­ρι­κοὺς κό­σμους ἀ­νά­με­σα στὸ πραγ­μα­τι­κὸ καὶ τὸ φαν­τα­στι­κό, ἐ­πι­στρα­τεύ­ον­τας ἀ­πρό­βλε­πτους γλωσ­σι­κοὺς συν­δυα­σμούς, φω­τί­ζον­τας τὸ ἀλ­λό­κο­τo τοῦ ἀ­πο­δε­κτοῦ, ἐ­ξε­τά­ζον­τας μὲ φι­λο­σο­φι­κὸ σχε­δὸν βά­θος τὴ λει­τουρ­γί­α τῆς γλώσ­σας, τῆς λέ­ξης ἢ τῆς μνή­μης, ἀ­να­δύ­θη­καν ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη της ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα κά­νον­τας τὴν κρι­τι­κὴ νὰ τῆς ἀ­πο­δό­σει τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ τῆς o­ri­gi­na­li­dad re­vo­lu­ci­o­na­ria, μιᾶς «ἐ­πα­να­στα­τι­κῆς πρω­το­τυ­πί­ας», μὲ ἄλ­λα λό­για.


Ἡ ἐ­ξο­ρί­α, δε­σμοὶ ποὺ χω­ρί­ζουν


Ἡ ἐ­ξο­ρί­α ἀ­πὸ τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ στὴν Εὐ­ρώ­πη ἄ­φη­σε ἀ­νε­ξί­τη­λο τὸ στίγ­μα της σὲ ὅ­λους τοὺς συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­καν νὰ τὴν ὑ­πο­στοῦν ὠ­θών­τας τὸν κα­θέ­να ἀπ΄αὐ­τοὺς νὰ βρεῖ τὸν δι­κό του τρό­πο αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια συγ­γρα­φι­κῆς ταυ­τό­τη­τας ἰ­σο­ρο­πών­τας στὸ με­ταίχ­μιο δι­α­φο­ρε­τι­κῶν κοι­νω­νι­ῶν.

       Ἡ ζω­ὴ στὴν «κο­σμο­πο­λί­τι­κη» Εὐ­ρώ­πη, τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου γιὰ πολ­λοὺς δι­α­νο­ού­με­νους τῆς ἄλ­λης πλευ­ρᾶς τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ, ἀν­τι­με­τω­πί­στη­κε μὲ σκε­πτι­κι­σμὸ ἀ­πὸ τὴν Πέ­ρι Ρό­σι. Ὁ σκε­πτι­κι­σμὸς καὶ ἡ ἀμ­φι­σβή­τη­ση τοῦ δυ­τι­κοῦ τρό­που ζω­ῆς, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη ἀ­πο­δο­χὴ ἢ τὴν ἐν­θου­σι­ώ­δη ἐ­ξι­δα­νί­κευ­σή του μέ­σα ἀ­πὸ λο­γο­τε­χνι­κὰ πρό­τυ­πα καὶ πο­λι­τι­στι­κὰ κα­τε­στη­μέ­να, ἀ­πο­τε­λεῖ σύμ­φω­να μὲ τοὺς με­λε­τη­τὲς τὴ βα­σι­κὴ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὴν γε­νιὰ τοῦ ’72 στὴν ὁ­ποί­α ἐν­τάσ­σε­ται ἡ Πέ­ρι Ρό­σι καὶ τὴν προ­η­γού­με­νη, τὴν πε­ρί­φη­μη γε­νιὰ τοῦ «boom la­ti­no­a­me­ri­cano», ἡ ὁ­ποί­α δὲν ἀμ­φι­σβή­τη­σε πο­τὲ τὰ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ θέλ­γη­τρα. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ πο­λι­τι­στι­κὴ κυ­ρι­αρ­χί­α τῆς Γη­ραι­ᾶς Ἠ­πεί­ρου μπαί­νει στὸ στό­χα­στρο τῆς ἐ­πι­κρι­τι­κῆς μα­τιᾶς τῆς Πέ­ρι Ρό­σι, ἡ ὁ­ποί­α θὰ γρά­ψει γιὰ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χουν φτά­σει νὰ θε­ω­ροῦν­ται φυ­σι­κὰ σ’ ἕ­να κοι­νὰ ἀ­πο­δε­κτὸ καὶ μὴ ἀμ­φι­σβη­τή­σι­μο σύ­στη­μα ἀ­ξι­ῶν. Ὡς συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σει καὶ θὰ πει­ρα­μα­τι­στεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ μὲ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ ἀ­νή­κειν, ἐ­πι­θυ­μί­α ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται οὐ­το­πι­κὴ καὶ μὴ πραγ­μα­το­ποι­ή­σι­μος στό­χος τῶν πο­λι­τῶν μιᾶς παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νης κοι­νω­νί­ας, σύμ­φω­να μὲ τὴν Ma­ria Ro­sa Oli­ve­ra-Wil­li­ams τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς No­tre Da­me(1).

       Ἕ­να ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὰ πολ­λα­πλὰ καὶ πο­λύ­πλο­κα κοι­νω­νι­κὰ ζη­τή­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α θί­γει ἡ συγ­γρα­φέ­ας στὸ ἔρ­γο της εἶ­ναι ἡ λε­γό­με­νη «κουλ­τού­ρα τῆς μνή­μης» ἢ «cul­tura de la me­mo­ria», σύμ­φω­να μὲ τὸν ὅ­ρο ποὺ χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ An­dre­as Huys­sen. Οἱ ἴ­διοι οἱ τί­τλοι εἴ­τε βι­βλί­ων, εἴ­τε με­μο­νω­μέ­νων δι­η­γη­μά­των, δί­νουν στὸν ἀ­να­γνώ­στη μιὰ πρώ­τη γεύ­ση: Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α, ἀλ­λὰ καὶ τὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο «El mu­seo de los es­fuer­zos i­nu­ti­les» («Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν μά­ται­ων κό­πων») δη­λώ­νει τὴν κρι­τι­κὴ καὶ καυ­στι­κὴ μα­τιὰ τῆς Πέ­ρι Ρό­σι σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ Δυ­τι­κὸς κό­σμος ζεῖ μιὰ «ex­plo­sion me­mo­ri­a­li­sta», ὅ­πως τὸ θέ­τει ἡ κοι­νω­νι­ο­λό­γος E­li­za­beth Je­lin. Ἡ κουλ­τού­ρα τῆς μνή­μης, τὸ μου­σεῖ­ο κα­θαυ­τὸ ὡς φυ­σι­κὸς χῶ­ρος, ὡς ἔμ­βλη­μα σ’ ἕ­να κα­θι­ε­ρω­μέ­νο σύ­στη­μα ἀ­ξι­ῶν, ἀλ­λὰ καὶ ἡ λει­τουρ­γί­α του, θὰ δώ­σουν πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ ἐ­ρέ­θι­σμα γιὰ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς ὀ­ξυ­δερ­κοῦς αὐ­τῆς συγ­γρα­φέ­ως.


Ἐ­ρω­τι­σμός, φε­μι­νι­σμός, πρω­το­πο­ρί­α


Πε­ρι­δι­α­βαί­νον­τας στὰ ἀν­θρώ­πι­να πά­θη ἡ Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι ἔ­γρα­ψε γιὰ τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ πά­θος πει­ρα­μα­τι­ζό­με­νη μὲ τὶς λέ­ξεις καὶ τὴ γλώσ­σα μέ­σῳ τῆς γρα­φῆς. Ἡ γλώσ­σα εἶ­ναι πάν­τα γιὰ τὴ συγ­γρα­φέ­α, ὄ­χι ἁ­πλῶς τὸ μέ­σο, μὰ τὸ ἴ­διο το μή­νυ­μα, για­τὶ προσ­δι­ο­ρί­ζει ἀ­κό­μα καὶ τὶς πιὸ ἀ­προσ­δό­κη­τες πτυ­χὲς τῆς ὕ­παρ­ξής μας, ἀ­κό­μα καὶ τὸν τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο γι­νό­μα­στε ἐ­ρω­τι­κοί. Κά­θε ἐ­ρω­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α, ὡ­στό­σο, δι­α­θέ­τει τὸ δι­κό της ἱ­στο­ρι­κό, κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κὸ πλαί­σιο τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ συγ­γρα­φέ­ας συ­νη­θί­ζει νὰ φω­τί­ζει καὶ νὰ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει στοὺς κό­σμους ποὺ πλά­θει. Πά­ρα ταῦ­τα, δὲν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πι­στέ­ψει κα­νεὶς πὼς στὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς Πέ­ρι Ρό­σι ὁ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­σμὸς ὑ­πο­σκιά­ζει τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο. Του­ναν­τί­ον. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἐ­ρω­τι­σμὸ ἀ­να­τρε­πτι­κό, ὅ­πως τὸν δι­η­γεῖ­ται ἢ τὸν βι­ώ­νει μιὰ γυ­ναί­κα ἡ ὁ­ποί­α ξέ­ρει νὰ σκι­α­γρα­φεῖ τὶς πολ­λές, τό­σο πολ­λὲς καὶ λε­πτὲς ἐκ­φάν­σεις του χω­ρὶς ταμ­ποὺ καὶ προ­κα­τα­λή­ψεις. Ἡ Lin­da McDow­ell στὴ με­λέ­τη της μὲ τί­τλο Gen­der, I­den­ti­ty and Pla­ce (1999) δί­νει στὴν Πέ­ρι Ρό­σι τὸν τί­τλο μιᾶς «ge­o­gra­fa fe­mi­ni­sta», για­τὶ δὲν δι­στά­ζει νὰ ἀ­να­λύ­σει στὸ ἔρ­γο της τοὺς δι­ά­φο­ρους κοι­νοὺς τό­πους οἱ ὁ­ποῖ­οι ὑ­πα­γο­ρεύ­ουν συ­χνά το ἐ­ρω­τι­κὸ συ­ναί­σθη­μα. Ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς δὲν εἶ­ναι ἄλ­λος ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο το ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα, ἱ­κα­νὸ νὰ ὑ­ψώ­σει ἢ νὰ κα­τα­λύ­σει τὰ σύ­νο­ρα με­τα­ξὺ ἑ­νὸς ἢ πε­ρισ­σο­τέ­ρων σω­μά­των – ἀρ­σε­νι­κοῦ ἢ θη­λυ­κοῦ γέ­νους. Ὅ­σο γιὰ τὸ δεύ­τε­ρο συν­θε­τι­κό του τί­τλου τῆς McDow­ell —«feminista»— ἡ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πο­δει­κνύ­ει γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ τὴν πρω­το­τυ­πί­α, καὶ κυ­ρί­ως, τὴν πρω­το­πο­ρί­α ποὺ δι­α­κρί­νει τὴν πέ­να της, χα­ρα­κτη­ρι­σμοὶ ποὺ τῆς ἀ­πο­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη της ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα, μὲ τὴν ἔκ­δο­ση τὸ 1971 τῆς ποι­η­τι­κῆς συλ­λο­γῆς «Evohé» στὴν ὁ­ποί­α κυ­ρια­ρχεῖ τὸ λε­σβια­κὸ ἐ­ρω­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο. Μὲ ὄ­χη­μα ἕ­να ἀ­καν­θῶ­δες θέ­μα ταμ­πού, ἡ συγ­γρα­φέ­ας κα­ταρ­ρί­πτει στε­ρε­ό­τυ­πα, κα­θὼς ἀ­να­πλά­θει ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ὀ­πτι­κὲς πλευ­ρὲς τὸ σῶ­μα μιᾶς γυ­ναί­κας. Ἡ γυ­ναί­κα εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ροῦ­σα στὰ ποι­ή­μα­τα αὐ­τὰ —ὅ­πως ἄλ­λω­στε καὶ στὸ συ­νο­λι­κό της ἔρ­γο— ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­να­γεν­νη­μέ­νη καὶ πλου­σι­ό­τε­ρη, ὅ­πως οἱ ἴ­δι­ες οἱ λέ­ξεις, ὅ­πως ἡ γλώσ­σα μέ­σῳ τῆς ὁ­ποί­ας παίρ­νει σάρ­κα καὶ ὀ­στά, για­τὶ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι.


  1. El legado del exilio de Cristina Peri Rossi: Un mapa para generos e identidades Maria Rosa Olivera-Williams. University of Notre Dame. «A contra corriente»: Α journal on Social History and Literature in Latin America. Vol. 10, No. 1, Fall 2012, 59- 87.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

.

Δημήτρης Κουκουλᾶς: Ἱστορίες τῆς λαϊκῆς


Koukoulas,Dimitris-IstoriesTisLaikis-Eikona-02


Δη­μή­τρης Κου­κου­λᾶς


Ἱ­στο­ρί­ες τῆς Λα­ϊ­κῆς


02-PiΑΝΤΑ —συνταξιοῦχος γάρ— ψω­νί­ζω ψά­ρια ἀ­πὸ τὴ Λα­ϊ­κή. Μὲ τὶς ἀ­να­πό­φευ­κτες σὲ τέ­τοι­α πράγ­­μα­τα προ­τι­μή­σεις.

Πρὶν ἀ­πὸ κά­ποι­ο και­ρὸ σύ­χνα­ζα σὲ δυ­ὸ πάγ­κους: αὐ­τὸν τοῦ Θα­νά­ση ποὺ χώ­λαι­νε ἀ­πὸ τὸ ἕ­να του πό­δι καὶ ἡ­λι­κια­κὰ πλη­σί­α­ζε στὴ σύν­τα­ξη ἢ αὐ­τὸν τοῦ Νι­κό­λα, ἑ­νὸς σα­ραν­τά­χρο­νου φω­να­κλά. Μό­νο ποὺ βρι­σκόν­του­σαν δί­πλα-δί­πλα καὶ ὅ­λη τὴν ὥ­ρα τσα­κώ­νον­ταν ἄ­γρια. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ νε­ώ­τε­ρος με­τα­κό­μι­σε πιὸ κά­τω. Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὸν ἐ­πι­σκέ­φτη­κα στὴ νέ­α του θέ­ση τοῦ ἔ­κα­να μὲ τρό­πο καὶ μιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση: πὼς δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τέ­τοι­ο λε­ξι­λό­γιο γιὰ ἕ­ναν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο συ­νά­δελ­φό του. Τό­τε ὁ Νι­κό­λας πλη­σί­α­σε καὶ μὲ ὕ­φος ἀ­με­τα­νό­η­του μοῦ εἶ­πε: « Ὁ κου­τσαύ­λας εἶ­ναι κα­ρι­ό­λης. Μέ­νου­με στὴν ἴ­δια γει­το­νιὰ καὶ τὸν ξέ­ρω.» Ἐ­νῶ μὲ στὺλ φι­λο­σο­φί­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, συμ­πλή­ρω­σε: «Ξέ­ρει ὁ Θε­ὸς ποι­οὺς ση­μα­δεύ­ει μὲ κου­σού­ρια!»

       Πέ­ρα­σε ἕ­να δι­άστη­μα, ὁ Θα­νά­σης βγῆ­κε στὴ σύν­τα­ξη καὶ μοῦ ἔ­μει­νε μό­νο ὁ Νι­κό­λας. Κά­ποι­α Τε­τάρ­τη ὅ­μως δὲν φά­νη­κε καὶ τὸν πάγ­κο κρα­τοῦ­σε ὁ βο­η­θός του. «Τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ εἶ­ναι στὸ μαι­ευ­τή­ριο. Γεν­νά­ει ἡ γυ­ναί­κα του», μοῦ εἶ­πε.

       Ὅ­ταν ξα­να­εμ­φα­νί­στη­κε φαι­νό­ταν κα­τη­φὴς καὶ δὲν δι­α­λα­λοῦ­σε ὅ­πως ἄλ­λο­τε τὸ ἐμ­πό­ρευ­μά του.

       — Εἴ­χα­τε γεν­νη­τού­ρια Νι­κό­λα ἔ­μα­θα, ἀ­γο­ρά­κι ἢ κο­ρι­τσά­κι;

       — Ἀ­γο­ρά­κι ἀλ­λὰ τί τὰ θές; Ἔ­χει τὸ σύν­δρο­μο Down!

       — Ψι­θύ­ρι­σα σο­κα­ρι­σμέ­νος «νὰ σᾶς ζή­σει» χω­ρὶς νὰ πά­ρω ἀ­πάν­τη­ση.

       — Ἦρ­θε ἀ­κό­μη 2-3 φο­ρές. Πάν­τα κα­τη­φής. Καὶ με­τὰ χά­θη­κε!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Κου­κου­λᾶς (Μεσ­ση­νί­α, 1947). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν συλλογὴ διηγημάτων Τὰ Φορ­τη­γὰ καὶ Ἄλ­λες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Ἀπόπειρα, 2011). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἱ­στο­λό­γιο navarino-s .


Ἑλένη Γούλα: Δὲ γίνεται ἤ μήπως καὶ γίνεται;

Goula,Eleni-DeGinetaiIMiposKaiGinetai;

Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Δὲ γί­νε­ται ἢ μή­πως καὶ γί­νε­ται;

…….1.


06-Omikron ΦΟΙΝΙΚΑΣ τῆς γειτονιᾶς μου ἀρ­ρώ­στη­σε.

Πρῶ­τα μα­ρά­θη­κε ἡ κο­ρυ­φή, με­τὰ γεί­ρα­νε τὰ μυ­τε­ρά του κλα­διά, ἔ­γι­νε ἕ­να ξε­ρὸ μνη­μεῖ­ο μι­ζέ­ριας καὶ λα­μο­γιᾶς. (Για­τὶ, ὅ­λοι ψι­θυ­ρί­ζου­νε πιὰ πὼς ἡ αἰ­τί­α τῆς ἀρ­ρώ­στιας βρί­σκε­ται στὶς προ­μή­θει­ες τῶν ἐρ­γο­λά­βων, ἀ­φοῦ ὅ­πως λέ­νε, στοὺς Ὀ­λυμ­πια­κούς τοῦ 2004, θέ­λον­τας νὰ βά­λου­νε πε­ρισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα στὴν τσέ­πη, φέ­ρα­νε μο­λυ­σμέ­νους φοί­νι­κες ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γυ­πτο, ποὺ τοὺς πλη­ρώ­σα­νε φτη­νό­τε­ρα, ἀλ­λὰ βέ­βαι­α στὰ χαρ­τιὰ ὅ­σο καὶ τοὺς ὑ­γι­εῖς.)

       Δου­λεύ­ει τὸ σκου­λή­κι, με­τα­δί­δε­ται ἡ ἀ­σθέ­νεια μὲ τὸν ἀ­έ­ρα καὶ ἁ­πλώ­νε­ται παν­τοῦ στὶς αὐ­λές, στοὺς κή­πους, στὰ πάρ­κα. Οἱ φοί­νι­κες ποὺ κα­νο­νι­κὰ ζοῦν πολ­λὰ χρό­νια καὶ πα­λι­ό­τε­ρα δή­λω­ναν εὐ­πο­ρί­α, εὐ­μά­ρεια καὶ κα­λο­τυ­χί­α στοὺς κή­πους, ἕ­νας με­τὰ τὸν ἄλ­λον ξε­ραί­νον­ται παν­τοῦ.

       Τώ­ρα, λέ­νε, χρει­ά­ζε­ται νὰ βροῦ­νε κά­ποι­ον ποὺ νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὰ γι­α­τρέ­ψει αὐ­τὰ τὰ δέν­τρα καὶ νὰ τὸν πεί­σου­νε νὰ ἔρ­θει ἐ­δῶ. Νὰ ἑ­τοι­μά­σει τὰ μαν­τζού­νια του νὰ ψε­κά­σει, νὰ μπο­λιά­σει, νὰ κλα­δέ­ψει.

       Ὅ­μως ποῦ νὰ τὸν βροῦν ἔ­τσι ὅ­πως τὰ κα­τα­φέ­ρα­νε καί, ὕ­στε­ρα, κυ­κλο­φο­ροῦν τό­σοι ἀ­ε­ρι­τζῆ­δες στὴν πιά­τσα. Ποι­ὸν νὰ ἐμ­πι­στευ­τεῖ κα­νείς;


       2.

       Τὸν φοί­νι­κα θὰ τὸν κό­ψου­νε τε­λι­κά. Εἶ­δα τὸ ἁ­μά­ξι μὲ τὸν ψη­λὸ γε­ρα­νὸ καὶ τὸ με­γά­λο ἁ­λυ­σο­πρί­ο­νο. Θὰ τὸν κά­νουν κομ­μά­τια, θὰ τὸν πε­τά­ξου­νε στὰ σκου­πί­δια. Ἴ­σως κά­ποι­ος ἀ­π’ τοὺς φτω­χοὺς με­τα­νά­στες τῆς γει­το­νιᾶς πά­ρει τὰ στρογ­γυ­λὰ κομ­μά­τια τοῦ κορ­μοῦ καὶ τὰ κά­νει σκαμ­πὼ νὰ κά­θον­ται οἱ ἐ­πι­σκέ­πτες του.

       Θὰ μπῶ στὸ σπί­τι ἢ θὰ φύ­γω μα­κριὰ ὅ­ταν ἔρ­θει ἐ­κεί­νη ἡ ὥ­ρα, δὲν θέ­λω νὰ δῶ τὴν ἀ­πο­κα­θή­λω­ση, ὅ­σο κι ἂν λέ­νε ὅ­λοι πιὰ (οἱ συ­στη­μι­κοὶ συμ­πο­λί­τες μας) πὼς οἱ ἀλ­λα­γὲς εἶ­ναι μέ­ρος τοῦ φυ­σι­κοῦ συ­στή­μα­τος καὶ πὼς ὁ ἄν­θρω­πος ὑ­πο­τάσ­σε­ται ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς σ’ αὐ­τές.


Φεβρουάριος 2011

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007, ἐνῶ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).



		

	

Ἀντώνης Ζέρβας: Μιὰ σελίδα μὲ τὰ ἀραιὰ δόντια τῆς μνήμης

.
Zerbas,Antonis-MiaSelidaMeTaAraiaDontiaTisMnimis-Eikona-01


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας


Μιὰ σε­λί­δα μὲ τὰ ἀ­ραι­ὰ δόν­τια τῆς μνή­μης


«Ο ΛΕΝΙΝ ἐ­πε­δί­ω­ξε τὴν ἐκ­κα­θά­ρι­ση ὅ­λου το ἀ­στι­κοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὴν οἰ­κου­μέ­νη. Ὡς ἀ­πό­κρυ­φος μα­θη­τής του, ὁ Χί­τλερ πε­ρι­ο­ρί­σθη­κε στὴν ἐκ­κα­θά­ρι­ση τῶν Ἑ­βραί­ων. Χω­ρὶς Λέ­νιν καὶ Χί­τλερ, ἀλ­λὰ μὲ κα­τὰ πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα, οἱ ἀ­πρό­σω­πες δυ­νά­μεις τοῦ τε­χνο­λο­γι­κοῦ μας κα­πι­τα­λι­σμοῦ  ἐκ­κα­θα­ρί­ζουν σι­γὰ σι­γὰ τὶς ἄ­θλι­ες με­σαῖ­ες τά­ξεις.

       »Καὶ πράγ­μα­τι, ἂν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες, οἱ τά­ξεις τῶν με­σαί­ων στά­θη­καν ὁ κα­λὸς ἀ­γω­γὸς τῆς προ­ό­δου, τῆς ἀ­σφά­λειας καὶ τῆς εἰ­ρή­νης, ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση θὰ γί­νει ἀ­φορ­μὴ νὰ ξα­να­βγοῦν στὴν ἐ­πι­φά­νεια κά­τι προ­αι­ώ­νι­ες πλὴν ἀ­πο­ξεχασμέ­νες ἀ­λή­θει­ες. Ἡ ἀ­λή­θεια ἄλ­λωστε εἶ­ναι πάν­τα δυ­σά­ρε­στη.

       »Κα­θὼς θὰ φρά­ζει ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἡ συν­ταγ­μα­τι­κὴ ρο­ὴ τῆς κα­τα­νά­λω­σης καὶ θὰ συρ­ρι­κνώ­νε­ται ἡ αἰ­ώ­νια ὑ­πό­σχε­ση τῆς δί­και­ης κα­τα­νο­μῆς, θὰ δοῦ­με νὰ ξε­χω­ρί­ζει μέ­σα μας ὁ κα­τερ­γά­ρης ποὺ ξέ­ρει τί κά­νει ἀ­πὸ τὸν κα­τερ­γά­ρη ποὺ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξέ­ρει τί κά­νει. Ἔ­τσι θὰ δι­α­μορ­φώ­σου­με νέ­ες μῆ­τρες κα­χύ­πο­πτου ἐκ­κοι­νω­νι­σμοῦ, νέ­ες μό­δες πο­τα­πῶν ὀ­νεί­ρων, θ’ ἀ­κού­σου­με νέ­ους ἀ­μα­νέ­δες λα­ϊ­κό­τη­τας. Μπο­ρεῖ μά­λι­στα νὰ δοῦ­με ὁ­λό­φω­το καὶ νέ­ο Θε­ό»,

       Αὐ­τά μου ἔ­γρα­φε ἕ­νας φί­λος ποὺ δὲν πίστεψε πο­τὲ πὼς ὑ­πάρ­χει θλι­βε­ρὸ πα­ρελ­θὸν καὶ ἄ­ρα πὼς θὰ ὑ­πάρ­χει πάν­τα ἕ­να γε­λα­στὸ μέλ­λον.


*


Ποῦ εἶ­ναι οἱ ἐν­τα­τι­κὲς συγ­κι­νή­σεις τῶν συ­νευ­ρέ­σε­ων ποὺ μ’ ἔ­κα­ναν ὅ­λον ἔκ­φρα­ση !

       Ὁ ἴ­διος τοῖ­χος, οἱ ἴ­διοι στεναγ­μοὶ τῆς γα­μι­κῆς ὁρ­μῆς, ἡ ἴ­δια, ὄρ­θια ἢ ξα­πλω­τή, πα­ρα­φρο­σύ­νη. Κι ἀ­μέ­σως τί­πο­τε! Οὔ­τε κὰν ἡ ἀ­νά­μνη­ση τῆς πα­λιᾶς με­του­σί­ω­σης τῶν θα­να­τι­κῶν σπα­σμῶν σὲ λίγο πνεῦ­μα.

       Ὅ­λα πιὰ ἔ­γι­ναν μιὰ μι­κρὴ μι­κρὴ ὀρ­γα­νι­κὴ ἀ­νάγ­κη, σὰν ἕ­να πιά­το μα­κα­ρό­νια ὀρ­φα­νά.


*


Ὅ­πο­τε χά­νω τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­σή μου, κι αὐ­τὸ μοῦ συμ­βαί­νει πο­λὺ συ­χνά, ἐ­πι­δί­δο­μαι σὲ μα­ρα­θώ­νι­ες ἀ­να­γνώ­σεις. Χι­λι­ό­με­τρα καὶ χι­λι­ό­με­τρα δύ­σκο­λων σε­λί­δων. Τό­σο μά­λι­στα ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σα κάλ­λι­στα νὰ συ­να­γω­νι­σθῶ τοὺς πρώ­τους στὸν ἐ­τή­σιο μα­ρα­θώ­νιό της Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.

       Γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­σθῶ, κά­θο­μαι καὶ ἐ­λέγ­χω τοὺς τρα­πε­ζι­κοὺς λο­γα­ρια­σμούς μου. Κι ἔ­τσι, τρέ­χον­τας καὶ ξα­πο­σταί­νον­τας, ὅ­πως ὅ­λοι μας, ξα­να­βρί­σκω γιὰ κάμ­πο­σο και­ρὸ τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­σή μου.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α: Με­ρι­κὰ Με­ρι­κά, Ἴν­δι­κτος, 2010), Με­ρη­σα­ήρ, Εἱρ­μοὶ Νε­κρώ­σι­μοι (Με­λά­νι, 2013), Καυ­σο­κα­λύ­βης (Νε­φέ­λη, 2014). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008).



		

	

Συμεὼν Τσακίρης: Πιλοτικὸ σενάριο μονωτικῆς ταινίας

TsakirisSymeon-PilotikoSenarioMonotikisTainias-Eikona-01b

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης


Πι­λο­τι­κὸ σε­νά­ριο μο­νω­τι­κῆς ται­νί­ας


14-Mi-Century_Mag_Illuminated_M_Field_NotesΙΑ ΦΟΡΑ καὶ ἕ­ναν και­ρὸ ἤ­τα­νε μιὰ ἀ­λη­θι­νὰ ἐ­ρη­μι­κὴ πα­ρα­λί­α. ἐ­κεῖ βγῆ­καν γιὰ τὴν πρώ­τη τους βόλ­τα τὰ νε­ο­γέν­νη­τα μιᾶς πα­ρα­θα­λάσ­σιας οἰ­κο­γέ­νειας πτη­νῶν. ἄλ­λο­τε μπρο­στὰ νὰ ὁ­δη­γοῦν, ἄλ­λο­τε πί­σω νὰ σπρώ­χνουν, ἄλ­λο­τε νὰ πλα­γι­ο­κο­ποῦν, ὁ μπαμ­πὰς καὶ ἡ μα­μὰ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ἄλ­λα­ζαν τὸ ρυθ­μὸ τοῦ βα­δί­σμα­τός τους. εἶ­χαν ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τὸν πρά­σι­νο βρά­χο μὲ τὴ φω­λιά τους, ὅ­ταν τὸ ἁ­μά­ξι πάρ­κα­ρε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ μο­νο­πα­τιοῦ ποὺ ἑ­νώ­νει τὴν ἄ­σφαλ­το μὲ τὴν ἀμ­μου­διά. οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ τὰ συμ­πα­ρο­μαρ­τούν­τα ἄ­φη­ναν ἤ­δη τὶς πρῶ­τες τους πα­τη­μα­σι­ὲς στὴν ἄμ­μο, ὅ­ταν ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τῶν πτη­νῶν ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φο­βη­θεῖ καὶ νὰ τρέ­ξει πί­σω στὸν πρά­σι­νό της βρά­χο. γιὰ τὸν ἴ­διο πρά­σι­νο βρά­χο καὶ τὴ σκιὰ του ὅ­μως εἴχα ­νε βά­λει πο­ρεί­α καὶ τὰ πό­δια τῶν ἀν­θρώ­πων.

       τὰ νε­ο­γέν­νη­τα κλά­τα­ραν, δὲν μπο­ρού­σα­νε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὸ ρυθ­μὸ τοῦ μπαμ­πὰ καὶ τῆς μα­μᾶς. ὁ μπαμ­πὰς δι­ά­βα­σε τὸ σε­νά­ριο, δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε καὶ τὸ ἄλ­λα­ξε. ἄ­φη­σε τὴ μα­μὰ νὰ σπρώ­χνει τὰ μι­κρά, ἄ­νοι­ξε δι­ά­πλα­τα τὴ μί­α του φτε­ρού­γα, ἂς ποῦ­με τὴν ἀ­ριστε­ρή, ἔ­κα­νε ὅ­τι κου­τσαί­νει ἀ­πὸ τὸ δε­ξί του πό­δι καὶ ἔ­τσι ὅρ­μη­σε πρὸς τὰ με­γά­λα πό­δια ποὺ πλη­σί­α­ζαν. ἔ­κα­νε γύ­ρω- γύ­ρω με­ρι­κὰ νά­ζια, ἑρ­μή­νευ­σε λί­γη τρα­γω­δί­α, ἐκ­μαί­ευ­σε λίγο οἶ­κτο καὶ ἔ­κα­νε καὶ ἄλ­λα, μέ­χρι ποὺ σι­γού­ρε­ψε πὼς καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νε­ο­γέν­νη­το μπῆ­κε στὴ φω­λιά τους. τό­τε ἄ­νοι­ξε καὶ τὴν ἄλ­λη φτε­ρού­γα καὶ ἄ­φη­σε τοὺς ἀν­θρώ­πους μα­λά­κες. οἱ τε­λευ­ταῖ­οι, ξε­περ­νών­τας γρήγορα τὸ σό­ου, ἁ­πλώ­θη­καν, ξα­πλώ­θη­καν καὶ ἔ­λε­γαν «ἂχ» καὶ «τί ὡ­ραί­α ἡ­συ­χί­α» καὶ «ἐ­δῶ, τὸ νι­ώ­θω, θὰ ξύ­σω ὅ­λη τὴν πό­λη ἀ­πὸ πά­νω μου καὶ θὰ τὴ θά­ψω βα­θιά, πο­λὺ βα­θιὰ» καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς.

       ἀλ­λὰ τὸ δι­σέ­λι­δο ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ φρὴ πρὲς σὲ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­λη­θι­νὰ ἐ­ρη­μι­κὴ πα­ρα­λί­α τὸ εἶ­χαν δι­α­βά­σει καὶ ἄλ­λοι. πολ­λοί.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1976). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας καὶ M.Μ.Ε. τοῦ Α.Π.Θ. καὶ τῆς Δρα­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Κ.Θ.Β.Ε. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἠ­θο­ποι­ός, χο­ρευ­τὴς καὶ p­e­r­f­o­r­m­er. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Δη­μή­τρη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου στὶς πα­ρα­στά­σεις «2», «Μή­δεια», «Που­θε­νὰ» καὶ «Μέ­σα». Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (δε)κα­τά καὶ Ἐν­τευ­κτή­ριο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Τὰ χαρ­τοι­κί­δια κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐντευκτήριο (2009).



		

	

Εὐσταθία Δήμου: Κλέφτες κι Ἀστυνόμοι

 

Dimou,Eystathia-KleftesKiAstynomoi-Eikona-02


Εὐ­στα­θί­α Δή­μου


Κλέ­φτες κι Αστυνόμοι


       — Σ’ ἔ­πια­σα! Ἀ­κί­νη­τος.

       — Ζα­βο­λιά! Δὲν πρό­λα­βες νὰ μ’ ἀ­κουμ­πή­σεις.

       — Σ’ ἀ­κούμ­πη­σα. Γιά­ννη, Πά­νο, ἐ­λᾶ­τε! Τὸν ἔ­πια­σα.

       — Μὰ δέν…

       — Σκά­σε ρέ! Ἔχασες! Τί θέ­λεις τώ­ρα; Σὲ συλ­λαμ­βά­νω.

       — Ἐν­τά­ξει. Ἔχασα. Δὲν παί­ζω ἄλ­λο.

       — Παί­ζεις. Εἶ­σαι κλέ­φτης καὶ σὲ ἔ­χω συλ­λά­βει.

       — Δὲν εἶ­μαι κλέ­φτης.

       — Εἶ­σαι! Εἶ­σαι κλέ­φτης! Πα­ρα­δέ­ξου το.

       — Ἐν­τά­ξει, τ’ ὁ­μο­λο­γῶ. Ἔ­κλε­ψα.

       — Τί ἔ­κλε­ψες δη­λα­δή;

       — Μιὰ γό­μα.

       — Ἀ­πὸ ποῦ;

       — Ἀ­πὸ τὴν κα­σε­τί­να τῆς Μα­ρί­ας.

       — Καὶ τί ἄλ­λο; Λέ­γε.

       — Καὶ ἕ­να μο­λύ­βι.

       — Πά­λι ἀ­πὸ τὴ Μα­ρί­α;

       — Ναί.

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι πο­λὺ σο­βα­ρό.

       — Ἄ­φη­σέ με. Θέ­λω νὰ πά­ω σπί­τι μου.

       — Δὲν ἔ­χεις νὰ πᾶς που­θε­νά.

       — Ὁρίστε, νά, πά­ρε τὸ μο­λύ­βι, πά­ρε καὶ τὴ γό­μα καὶ ἄ­σε με. Θέ­λω νὰ φύ­γω.

       — Ἐν­τά­ξει. Πή­γαι­νε γιὰ σή­με­ρα. Θὰ τὰ ποῦ­με ὅ­μως αὔ­ριο.

       — Αὔ­ριο;

       — Ναί. Αὔ­ριο. Δὲν ἔ­χω τε­λει­ώ­σει μα­ζί σου. Ἄ­σε με ἥ­συ­χο, ρὲ σὺ Ἠ­λί­α, σὲ πα­ρα­κα­λῶ.

       — Ὄ­χι Ἠ­λί­α. Κύ­ρι­ε ἀ­στυ­νό­με.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εὐ­στα­θί­α Δή­μου (Ἀ­θή­να, 1982). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, ὅ­που ἐκ­πό­νη­σε τὴ δι­δα­κτο­ρι­κή της δι­α­τρι­βὴ μὲ θέ­μα τὶς θε­α­τρι­κὲς δι­α­σκευ­ὲς πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Στὴ σπο­ρὰ τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν (ἔκδ. Εὐ­θύ­νη, 2011), ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πῆρ­ξε ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο κα­λύ­τε­ρου νέ­ου ποι­η­τῆ.



		

	
Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 541 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.