Βασίλης Τσιαμπούσης: Ἡ βέσπα


Tsiampousis,Basilis-IBespa-Eikona-03


Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης


Ἡ βέ­σπα


01-TaphΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ εἶναι σὰν τὸ ρεμ­πέ­τι­κο τρα­γού­δι. Μι­λά­ει στὴν ψυ­χὴ τοῦ λα­οῦ καὶ γρά­φει τὴ λο­γι­κὴ καὶ τὴν κουλ­τού­ρα στὰ πα­λιά του τὰ πα­πού­τσια. Γι’ αὐ­τὸ κυ­ρί­ε­ψε ὅ­λο τὸν κό­σμο.»

       Σύγ­χρο­νος λα­ϊ­κὸς φι­λό­σο­φος κι αὐ­θεν­τί­α στὰ πο­δο­σφαι­ρι­κά, ὁ κλη­τή­ρας.

       «Τὸ Μπερ­ναμ­πέ­ου, Μα­δρί­τη Ἱ­σπα­νί­ας, μῆ­κος 203,80 μέ­τρα, πλά­τος 102,30, εἴ­σο­δοι 74, θέ­σεις 125.565, ρε­κὸρ εἰ­σι­τη­ρί­ων στὶς 17 Ἀ­πρι­λί­ου 1979 στὸν ἀ­γώ­να…» κι ὄ­χι μπα­ροῦ­φες, ἐ­ξα­κρι­βω­μέ­να πράγ­μα­τα. Κα­τὰ και­ροὺς τοῦ τὴ στή­σα­νε μ’ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ πα­λι­ὲς ἐ­φη­με­ρί­δες, «στὸν τά­δε ἀ­γώ­να τοῦ 1958 ποι­οί ἔ­βα­λαν τὰ γκὸλ καὶ σὲ ποι­ό λε­πτό;», μὰ ὅ­λους τοὺς κόλ­λη­σε στὸν τοῖ­χο. Δι­ό­τι δὲν ἦ­ταν ὅ­ποι­ος ὅ­ποι­ος, ἦ­ταν κι­νη­τὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια κι ἔ­τσι τὸν ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι: «Λά­κης ὁ ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας».

       Πέ­ρα ὅ­μως ἀ­π’ τὴ δό­ξα καὶ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση στὴ μι­κρή τους πό­λη μό­νο χά­σι­μο εἶ­χε ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Πρῶ­τα πρῶ­τα τοῦ ‘φευ­γαν ἀρ­κε­τὰ χρή­μα­τα ἀ­π’ τὸν πε­νι­χρὸ μι­σθό του, γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­ζει κά­θε ἀ­θλη­τι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ πε­ρι­ο­δι­κὸ ποὺ ἔ­βγαι­νε. Ἔ­πει­τα γιὰ νὰ τὰ δι­α­βά­σει καὶ νὰ τὰ τα­ξι­νο­μή­σει χρει­α­ζό­ταν ὧ­ρες, ποὺ τὶς ἔ­κλε­βε ἀ­π’ τὴ γυ­ναί­κα καὶ τὸ παι­δί του. Καὶ τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, ξό­δευ­ε ἕ­να σω­ρὸ χρή­μα­τα στὸ ΠΡΟ-ΠΟ, ποὺ τὸ θε­ω­ροῦ­σε βε­βαί­ως το­μέ­α τῆς εἰ­δι­κό­τη­τάς του, ὅ­που ὅ­μως δὲν εἶ­χε κερ­δί­σει πο­τὲ οὔ­τε δραχ­μή. Ἡ γυ­ναί­κα του, μ’ ὅ­λο το θαυ­μα­σμὸ ποὺ τοῦ ­‘χε, τὸ ἑρ­μή­νευ­ε ἁ­πλὰ καὶ λο­γι­κά: «Κα­τα­γρά­φει στὸ μυα­λό του τὰ γε­γο­νό­τα ἀ­φοῦ γί­νουν κι ὄ­χι πρίν, μοιά­ζει μὲ μα­γνη­τό­φω­νο ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι καὶ προ­φή­της». Ὁ Λά­κης ὅ­μως εἶ­χε τὴν ἀ­πάν­τη­ση. «Οὐ­δεὶς με­τὰ Χρι­στὸν προ­φή­της. Τὸ ΠΡΟ-ΠΟ παί­ζε­ται μὲ κρί­ση, γνώ­σεις καὶ τύ­χη. Ἐ­γὼ τὴν κρί­ση καὶ τὶς γνώ­σεις τά ‘χω, ἀλ­λὰ ἡ κα­τα­ρα­μέ­νη ἡ τύ­χη μὲ ντρι­πλά­ρει μιὰ ζω­ή…»

       Κι ὅ­σο γι’ αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε ἄ­δι­κο. Χω­ρὶς πα­τέ­ρα ἀ­πὸ μι­κρὸς πα­ράλ­λη­λα μὲ τὸ σχο­λεῖ­ο δού­λε­ψε βο­η­θὸς ἀρ­τερ­γά­τη, δι­α­νο­μέ­ας ἐ­φη­με­ρί­δων, τσι­ρά­κι σὲ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­ο… χί­λι­ες δυ­ὸ δου­λει­ές. Τέ­λει­ω­σε μὲ τὸ ζό­ρι τὴν τρί­τη τά­ξη στὸ Γυ­μνά­σιο, οἱ κα­θη­γη­τὲς λέ­γα­νε πὼς δὲν τά ’­παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα —«ἂν εἶ­ναι δυ­να­τὸ γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο μὲ τέ­τοι­α μνή­μη», ἔ­λε­γε ἡ γυ­ναί­κα του, κά­θε ποὺ τύ­χαι­νε σὲ κου­βέν­τα γι’ ἀ­δι­κί­ες στὰ σχο­λεῖα— καὶ στὸ τέ­λος κά­ποι­ος γνω­στὸς τῆς μά­νας του, στὰ μέ­σα ἔ­ξω μὲ τὰ πο­λι­τι­κά, τὸν δι­ό­ρι­σε κλη­τή­ρα στὸ Γυ­μνά­σιο.

       Τό­τε χόρ­τα­σαν ψω­μὶ κι αὐ­τὸς κι ἡ χή­ρα μά­να. Καὶ σὰν ὅ­λους, ποὺ μό­λις χορ­τά­σουν τὴν κοι­λιὰ φρον­τί­ζουν νὰ θρέ­ψουν καὶ τὸ πνεῦ­μα, ἔ­τσι κι ὁ Λά­κης ἔ­πε­σε μὲ τὰ μοῦ­τρα στὸ δι­ά­βα­σμα ὅ­λων τῶν ἐν­τύ­πων γύ­ρω ἀ­π’ τὸ πο­δό­σφαι­ρο, ὥ­στε σὲ λί­γα χρό­νια ἔ­γι­νε παν­το­γνώ­στης.

       Ἡ γυ­ναί­κα του ἦ­ταν παι­δὶ με­τα­να­στῶν ἀ­π’ τὴ Γερ­μα­νί­α. Παν­τρεύ­τη­καν μὲ προ­ξε­νιό, ἀλ­λὰ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λὺ καὶ τὸν θαύ­μα­ζε. Σὰν ἔ­λε­γε «ἡ μι­κρή μας τὸν μπαμ­πά της μοιά­ζει στὸ θυ­μη­τι­κὸ» κολ­λοῦ­σε ἡ γλώσ­σα της. Ἀλ­λὰ κι ὁ Λά­κης τῆς εἶ­χε ἀ­δυ­να­μί­α. «Ἡ μό­νη φο­ρὰ πού μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε ἡ τύ­χη ἦ­ταν σ’ αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα.» Δὲν ἔ­λε­γε ὅ­μως τί­πο­τα γιὰ τὴν προί­κα ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χε εἰ­σπρά­ξει, για­τὶ κι ἡ γυ­ναί­κα του ἦ­ταν ὀρ­φα­νὴ καὶ πα­ρα­παί­δι καὶ μέ­χρι νὰ τὴν πά­ρει τοῦ τά­ζα­νε λα­γοὺς μὲ πε­τρα­χή­λια.

       Πα­ρα­μο­νὲς τοῦ Πά­σχα προ­κη­ρύ­χτη­κε ὁ με­γά­λος δι­α­γω­νι­σμὸς τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Τὸ Σούτ» μὲ τὴ συ­νερ­γα­σί­α τοῦ Δεύ­τε­ρου Προ­γράμ­μα­τος τῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Ὁ Λά­κης πε­τοῦ­σε στὰ οὐ­ρά­νια. Ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε στὴ γυ­ναί­κα του πὼς στὸ τέ­λος τοῦ χρό­νου θὰ κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν μ’ αὐ­το­κί­νη­το, τὸ ἔ­πα­θλο τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ. Τό­σο ἤ­θε­λε ἐ­κεί­νη κι ἄρ­χι­σε νὰ κά­μνει ὄ­νει­ρα, πὼς θὰ μπο­ροῦ­σαν τὰ κα­λο­καί­ρια μὲ τ’ ἁ­μά­ξι κι ἕ­να ἀν­τι­σκη­νά­κι νὰ πη­γαί­νουν δι­α­κο­πές, ὅ­πως οἱ ἀ­νώ­τε­ροί τους.

       Ἡ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α τους ὅ­μως με­τα­τρά­πη­κε σὲ στε­νο­χώ­ρια, ὅ­ταν δη­μο­σι­εύ­τη­καν οἱ ἐ­ρω­τή­σεις τῶν προ­κρι­μα­τι­κῶν, ποὺ ἦ­ταν στ’ ἀ­λή­θεια πο­λὺ εὔ­κο­λες. Ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ θ’ ἀ­παν­τοῦ­σαν σω­στὰ θὰ γι­νό­ταν κλή­ρω­ση καὶ θὰ ‘βγαι­ναν δε­κά­ξι. Αὐ­τοὶ θὰ μο­νο­μα­χοῦ­σαν μὲ σύ­στη­μα «νοκ-άουτ» στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, μέ­χρι ποὺ ὁ τε­λι­κὸς νι­κη­τὴς θὰ ‘παιρ­νε τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τὸ πρό­βλη­μα τοῦ Λά­κη ἦ­ταν πῶς θὰ κλη­ρω­θεῖ στοὺς δε­κά­ξι, με­τὰ ἀ­πὸ ‘­κεῖ τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λα. Μὴν ἔ­χον­τας κα­θό­λου ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴν τύ­χη, ἀ­πο­φάσι­σε νὰ ἐ­νερ­γή­σει ἔ­ξυ­πνα καὶ πλά­για.

       Πῆ­γε στὸν πρό­ε­δρο τῆς ὁ­μά­δας τῆς πό­λης τους. Ἡ ὁ­μά­δα τους ἦ­ταν στὴν Α’ κα­τη­γο­ρί­α στὸ Πρω­τά­θλη­μα, μά­λι­στα ὁ Λά­κης εἶ­χε πεῖ τὸ πο­λὺ φι­λο­σο­φη­μέ­νο, «Σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη ὅ­λα εἶ­ναι ὑ­πο­βαθ­μι­σμέ­να, Β’ κα­τη­γο­ρί­ας καὶ κά­τω, καὶ μό­νο στὸ πο­δό­σφαι­ρο εἴ­μα­στε Α’ Ἐ­θνι­κῆς». Ἡ ὁ­μά­δα βέ­βαι­α εἶ­χε κι ἕ­να ἄλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό. Ἦ­ταν δο­ρυ­φό­ρος μιᾶς με­γά­λης ὁ­μά­δας τοῦ κέν­τρου. Αὐ­τὸ σή­μαι­νε πὼς ἀ­π’ τὴ μιὰ ἔ­κα­νε «ἀ­βάν­τα» στοὺς ἀ­γῶ­νες μὲ τὴ με­γά­λη κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ἔ­παιρ­νε τοὺς ξο­φλη­μέ­νους παῖ­χτες της, ποὺ ὅ­μως γι’ αὐ­τὴν ἤ­τα­νε χρή­σι­μοι, κι ἔ­τσι κρα­τι­ό­ταν. Πρό­ε­δρος στὴν ὁ­μά­δα τοῦ κέν­τρου ἦ­ταν κά­ποι­ος πο­λυ­ε­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χος ἐ­φο­πλι­στὴς ποὺ ἦ­ταν κι ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Τὸ Σούτ».

       Ὁ πρό­ε­δρος τῆς ὁ­μά­δας του κα­τα­νό­η­σε τὸ πρό­βλη­μα. «Εἶ­ναι ἀ­δι­κί­α, Λά­κη, νὰ μεί­νεις ἐ­σὺ ἔ­ξω ἀ­π’ τὰ τε­λι­κά, γι’ αὐ­τὸ αὔ­ριο ποὺ θὰ κα­τέ­βω στὴν πρω­τεύ­ου­σα θὰ τὸ φρον­τί­σω προ­σω­πι­κά.»

       Καὶ πράγ­μα­τι, ὅ­ταν γύ­ρι­σε σὲ τέσ­σε­ρις μέ­ρες —τί ἀ­γω­νί­α στὸ με­τα­ξύ—, τοῦ ‘­πε πὼς ἡ ὑ­πό­θε­ση ἦ­ταν τε­λει­ω­μέ­νη. Ἂς ἔ­στελ­νε τὶς ἀ­παν­τή­σεις καὶ τ’ ἄλ­λα δου­λειὰ δι­κή του.

       Ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Πα­ρὰ τὸ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φο ποὺ ἐ­πέ­βλε­πε τὴν τή­ρη­ση τῶν κα­νό­νων τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ καὶ τοὺς μάρ­τυ­ρες ἀ­θλη­τι­κοὺς συν­τά­κτες τῆς τη­λε­ό­ρα­σης, ὁ Λά­κης ὁ ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας κλη­ρώ­θη­κε στοὺς δε­κά­ξι τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ.

       Ἀ­πὸ τό­τε κλεί­στη­κε στὸ ὑ­πό­γει­ο κι ἄρ­χι­σε νὰ ξε­σκα­λί­ζει τὰ πα­λιὰ ἀ­πο­κόμ­μα­τα τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων καὶ τὰ φρε­σκά­ρι­σε ὅ­λα τό­σο πο­λὺ στὴ μνή­μη του, ποὺ εἶ­πε στὴ γυ­ναί­κα του «Τό­σα πολ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρα πο­τὲ κι ἂν ἔ­δι­να ἐ­ξε­τά­σεις στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, θὰ ἔ­σπα­ζα ὅ­λα τὰ ρε­κόρ». Κι ἡ γυ­ναί­κα του ὅ­μως εἶ­χε μερ­τι­κὸ σ’ αὐ­τὴ τὴν ὑ­περ­προ­σπά­θεια, για­τί πῆ­ρε πά­νω της ὅ­λες τὶς δου­λει­ές, ψώ­νια, σπί­τι, δι­ά­βα­σμα τῆς μι­κρῆς, ὥ­στε ἀ­πε­ρί­σπα­στος ὁ Λά­κης νὰ προ­ση­λω­θεῖ στὴ με­λέ­τη.

       Οἱ ἀ­γῶ­νες ἄρ­χι­σαν στὴν πρω­τεύ­ου­σα μιὰ Τε­τάρ­τη τοῦ Δε­κέμ­βρη στὶς ἑ­φτὰ τ’ ἀ­πό­γευ­μα καὶ με­τα­δί­δον­ταν ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­π’ τὸ Δεύ­τε­ρο Πρό­γραμ­μα τῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Ἡ συγ­κί­νη­σή του ἦ­ταν με­γά­λη νὰ εἶ­ναι ἀ­νά­με­σα στοὺς σπορ­κά­στερ ποὺ ἔ­βλε­πε κά­θε Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο στ’ ἀ­θλη­τι­κὰ καὶ νὰ τὸν παίρ­νει κι ἡ τη­λε­ό­ρα­ση. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ μεῖ­ναν ὀ­κτώ, τὸ βρά­δυ τῆς Πέμ­πτης τέσ­σε­ρις καὶ τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς δύ­ο, ὁ Λά­κης κι ἕ­νας Κρη­τι­κός. Τ’ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Σαβ­βά­του στὴν τα­κτι­κὴ ἀ­θλη­τι­κὴ ἐκ­πομ­πὴ θὰ γι­νό­ταν ὁ με­γά­λος τε­λι­κός.

       Ὁ ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας ἦ­ταν αἰ­σι­ό­δο­ξος. Εἶ­χε πε­ρά­σει στὸν τε­λι­κὸ χω­ρὶς οὔ­τε μιὰ χα­μέ­νη ἐ­ρώ­τη­ση, ἐ­νῶ ὁ Κρη­τι­κὸς εἶ­χε χά­σει δυ­ὸ ἐ­ρω­τή­σεις στοὺς τρεῖς ἀ­γῶ­νες ποὺ ἔ­δω­σε. Ὅ­πως κά­θε βρά­δυ πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο στὴ γει­τό­νισ­σα, ἡ γυ­ναί­κα κι ἡ μι­κρὴ πε­ρί­με­ναν ἐ­κεῖ. «Πο­λὺ νὰ σκέ­φτε­σαι, μπαμ­πά, καὶ νὰ μὴ βι­ά­ζε­σαι», ἡ μι­κρὴ ἦ­ταν δα­σκα­λε­μέ­νη, καὶ τὰ ἴ­δια πε­ρί­που τοῦ εἶ­πε κι ἡ γυ­ναί­κα του. «Μὴ σκέ­φτε­σαι ἐ­μᾶς, εἴ­μα­στε μιὰ χα­ρά. Ἐ­σὺ τὸ νοῦ σου στὸ παι­χνί­δι.»

       Τὸ βρά­δυ ἐ­κεῖ­νο δὲν κοι­μή­θη­κε καὶ πο­λὺ κα­λά, για­τί ὅ­σο κι ἂν ἦ­ταν σί­γου­ρος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ του εἶ­χε κι ἀ­γω­νί­α. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ σκέ­φτη­κε «δὲν ἔ­χω δί­πλω­μα, πῶς θὰ τὸ πά­ω ἐ­πά­νω…», ἀλ­λὰ τέ­τοι­ες σκέ­ψεις εἶ­ναι γρου­σού­ζι­κες καὶ τὶς κα­τα­χώ­νια­σε στὸ βά­θος τοῦ μυα­λοῦ του.

       Τ’ ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἑ­πο­μέ­νης ἔ­φτα­σε στὸ στούν­τιο δυ­ὸ ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα. Ἐ­κεῖ τὸν πε­ρί­με­νε καὶ μιὰ μι­κρο­έκ­πλη­ξη. Εἰ­δι­κὰ γιὰ τὸν τε­λι­κὸ θὰ τοὺς μα­κι­γι­ά­ρα­νε. Στή­θη­κε στὴν κα­ρέ­κλα κι ἄρ­χι­σαν οἱ μποῦν­τρες καὶ τὰ μα­τζού­νια, ντρε­πό­τα­νε καὶ λί­γο, για­τὶ αὐ­τὰ τὰ θε­ω­ροῦ­σε γυ­ναι­κεῖ­α τερ­τί­πια, μὰ ὅ­ταν τέ­λει­ω­σαν, θαύ­μα­σε κι ὁ ἴ­διος τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν κα­θρέ­φτη.

       Τὸ παι­χνί­δι θὰ γι­νό­ταν ὅ­πως καὶ τὶς προ­η­γού­με­νες μέ­ρες, δέ­κα ἐ­ρω­τή­σεις στὸν κα­θέ­να κι ὅ­ποι­ος ἀ­παν­τοῦ­σε τὶς πιὸ πολ­λές. Οἱ ἐ­ρω­τή­σεις ἦ­ταν δύ­σκο­λες, τό­σο τὸ κα­λύ­τε­ρο γι’ αὐ­τόν, μὰ ὁ Κρη­τι­κὸς ἦ­ταν πολὺ ἀ­νε­βα­σμέ­νος, δὲν ἔ­χα­σε οὔ­τε μιὰ ἀ­π’ τὶς δέ­κα, κι ἄρ­χι­σε ἡ πα­ρά­τα­ση καὶ φτά­σαν μί­α πρὸς μί­α στὶς δε­κα­τρεῖς κι ἀ­πάν­τη­σε ὁ Κρη­τι­κὸς τὴ δι­κιά του κι αὐ­τὸς στ’ ἀ­λή­θεια φο­βή­θη­κε τὸ γρου­σού­ζι­κο ἀ­ριθ­μό, μὰ ἡ ἐ­ρώ­τη­ση ἦ­ταν εὔ­κο­λη, «Τί νού­με­ρο πα­πού­τσια φο­ροῦ­σε ὁ Νέ­τσερ;», «44 στὸ ἕ­να καὶ 45 στὸ ἄλ­λο πό­δι», κι ἐ­κεῖ ἐ­πε­νέ­βη ὁ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φος, «θὰ πρέ­πει νὰ μᾶς πεῖ σὲ ποι­ό πό­δι τὸ 44 καὶ σὲ ποι­ό τὸ 45». Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ πι­ά­στη­κε ἀ­δι­ά­βα­στος, καὶ «θὰ τὸ ρί­ξω στὴν τύ­χη», σκέ­φτη­κε, «45 στὸ δε­ξὶ καὶ 44 στ’ ἀ­ρι­στε­ρὸ» καὶ κόν­τε­ψε νὰ λι­πο­θυ­μή­σει ποὺ ὁ πα­ρου­σια­στὴς εἶ­πε «ΟΧΙ» κι ὁ Κρη­τι­κὸς πε­τά­χτη­κε ὣς πά­νω ἀ­π’ τὴ χα­ρά του κι ὁ Λά­κης εἶ­δε τὰ ὄ­νει­ρα του γκρε­μι­σμέ­να καὶ τ’ αὐ­το­κί­νη­το στὸ φέ­ρι-μπὸτ ντου­γροὺ γιὰ Κρή­τη καὶ φαν­τά­στη­κε τὴ γυ­ναί­κα του καὶ τὴ μι­κρὴ νὰ κλαῖ­νε ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νες, ἀλ­λ’ ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ συγ­χά­ρη­κε τὸν ἄλ­λο, ὅ­πως ἀ­παι­τοῦν οἱ κα­λοὶ τρό­ποι, καὶ λί­γο τὸν ξε­πί­κρα­νε ἡ ἐ­πι­τα­γὴ τῶν πε­νήν­τα χι­λιά­δων «ποὺ παίρ­νε­τε ὡς δεύ­τε­ρος νι­κη­τής».

       Στὴν ἔ­ξο­δο τὸν πε­ρί­με­νε κά­ποι­ος κύ­ριος, «θέ­λει νὰ σᾶς δεῖ ὁ…». Τὸν πῆ­ρε μὲ τ’ ἁ­μά­ξι καὶ τὸν πῆ­γε στὰ γρα­φεῖ­α. Τὸν ἀ­νήγ­γει­λαν καὶ «Κά­τσε», τοῦ ’­πε ἐ­κεῖ­νος, «ἤ­σουν φαν­τα­στι­κὸς κι εἶ­χε δί­κιο ὁ Πρό­ε­δρός σας, μὰ δυ­στυ­χῶς εἶ­χα ὑ­πο­χρέ­ω­ση στὸν Κρη­τι­κό. Θὰ κα­τά­λα­βες φυ­σι­κὰ ὅ­τι τοῦ ’­χα­με δώ­σει τὶς ἀ­παν­τή­σεις, ἀλ­λὰ καὶ σέ­να δὲ θὰ σ’ ἀ­δι­κή­σου­με καὶ νὰ κι ἀ­κό­μα μιὰ ἐ­πι­τα­γὴ τῶν πε­νήν­τα χι­λιά­δων…».

       Σκέ­φτη­κε νὰ τοῦ πε­τά­ξει κα­τά­μου­τρα τὰ δυ­ὸ κω­λό­χαρ­τα, μὰ θυ­μή­θη­κε τὰ λό­για τῆς κό­ρης του, «Πο­λὺ νὰ σκέ­φτε­σαι, μπαμ­πά, καὶ νὰ μὴ βι­ά­ζε­σαι…». «Εὐ­χα­ρι­στῶ, κύ­ρι­ε Πρό­ε­δρε…», «Κι ὅ,τι πρό­βλη­μα ἔ­χεις ἐ­γὼ ἐ­δῶ εἶ­μαι…». Βγῆ­κε καὶ κά­θι­σε στὰ σκα­λο­πά­τια, ἀλ­λὰ νὰ μὴν τὸν βλέ­πει ἡ γραμ­μα­τέ­ας, κι ἔ­κλα­ψε πι­κρά.

       Στὴ μι­κρή τους πό­λη εἶ­χε γί­νει τὸ πρό­σω­πο τῆς ἡ­μέ­ρας, ἔ­στω καὶ χα­μέ­νος. Κά­ποι­ος μά­λι­στα στὸ κα­φε­νεῖ­ο ἐ­πέ­με­νε πὼς «Τὸν φά­γα­νε τὸ δι­κό μας. Ὁ Κρη­τι­κὸς τὶς ἀ­παν­τή­σεις τὶς ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ πιὸ μπρο­στὰ κι ὁ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φος ἦ­ταν στὸ κόλ­πο», μὰ αὐ­τὸς τ’ ἀρ­νή­θη­κε ὅ­λα, εἶ­χε ἄλ­λω­στε κι ὁ ἴ­διος τὴ φω­λιὰ του λε­ρω­μέ­νη.

       Μὲ τὰ ἑ­κα­τὸ χι­λι­ά­ρι­κα ἀ­γό­ρα­σε μιὰ βέ­σπα καὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς ἀ­νέ­βα­ζε τὴ γυ­ναί­κα καὶ τὴν κό­ρη του καὶ τὶς πή­γαι­νε βόλ­τα στὸ πάρ­κο. Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α εἶ­χε κι ἕ­να ὄ­φε­λος οὐ­σι­α­στι­κὸ κι ὅ­λοι ἀ­πο­ρή­σα­νε. Δὲν ξα­να­γό­ρα­σε ἀ­θλη­τι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα οὔ­τε ξα­να­πά­τη­σε στὸ γή­πε­δο ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Νε­φέ­λη, 1990).

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δ. Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).



		

	

Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Τὸ φορτίο


Pappas,SpyrosN-ToFortio-Eikona-01


Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Τὸ φορ­τί­ο


       — ΜΑ, για­τί δὲν ἀ­νά­βουν τὸ φῶς; εἶ­πε κά­ποι­ος.

       — Ἀ­κό­μα δὲν κα­τά­λα­βα, ποῦ βρι­σκό­μα­στε καὶ για­τί μᾶς ἔ­χουν ἔ­τσι στρι­μωγ­μέ­νους, εἶ­πε ἕ­νας ἄλ­λος.

       — Δὲν βλέ­πω τί­πο­τα. Βλέ­πει κα­νεὶς τὸν δι­πλα­νό του; Ἂς με­τρη­θοῦ­με φω­να­χτά, νὰ ξέ­ρου­με του­λά­χι­στον πό­σοι εἴ­μα­στε, ψι­θύ­ρι­σε ἕ­νας τρί­τος.

       — Κύ­ριοι, γιὰ τὸ μό­νο ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος, εἶ­ναι ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει γυ­ναί­κα ἀ­νά­με­σά μας, ἀλ­λι­ῶς θὰ οὔρ­λια­ζε τό­σην ὥ­ρα ἀ­πὸ τὸν τρό­μο…

       Κά­ποι­οι, ἔ­βα­λαν τὰ γέ­λια.

       Πε­τά­χτη­κε, θυ­μω­μέ­να, ὁ δι­πλα­νός του:

       — Δὲν βλέ­πω τὸ ἀ­στεῖ­ο. Μᾶς ἔ­χουν κλει­σμέ­νους στὸ ἀ­πό­λυ­το σκο­τά­δι, μό­λις ξυ­πνή­σα­με, βρω­μο­κο­πά­ει, καὶ κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ποῦ μᾶς πη­γαί­νουν. Ἀ­κοῦ­τε τὸν θό­ρυ­βο; Εἴ­μα­στε, προ­φα­νῶς, σὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, δὲν μπο­ροῦ­με νὰ κου­νη­θοῦ­με ἀλ­λὰ ἐ­σεῖς βρί­σκε­τε δι­ά­θε­ση γιὰ κα­λαμ­πού­ρια. Νι­ώ­θω σὰν νὰ μᾶς ἔ­χουν θά­ψει ζων­τα­νοὺς ἐ­δῶ μέ­σα.

       — Ἐν­τά­ξει, ἐν­τά­ξει, δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ἐ­κνευ­ρι­ζό­μα­στε, εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς προ­λα­λή­σαν­τες. Ἐ­γώ, πάν­τως, συμ­φω­νῶ γιὰ ἀρ­χὴ νὰ με­τρη­θοῦ­με καὶ νὰ ξε­κι­νή­σει ὁ κα­θέ­νας μὲ τὴ δι­κή του ἱ­στο­ρί­α, μή­πως καὶ βγά­λου­με ἄ­κρη γιὰ τὸν λό­γο ποὺ κα­τα­λή­ξα­με ἔ­τσι μα­ζε­μέ­νοι.

       — Εἶ­μαι τὸ νού­με­ρο ἕ­να! φώναξε κά­ποι­ος αὐ­θόρ­μη­τα.


* * *


Ἡ δε­κά­τη ἕ­κτη Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, ἦ­ταν μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα γιὰ τὸν συν­τα­ξι­οῦ­χο κύ­ριο Μπρά­ουν. Τυ­λιγ­μέ­νος στὴ ζε­στὴ ρόμ­πα του εἶ­χε μό­λις φτιά­ξει τσά­ι καὶ ἁ­πλω­νό­ταν τώ­ρα σὲ μιὰ ἀ­να­παυ­τι­κὴ πο­λυ­θρό­να γιὰ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα του, ὥ­σπου σὲ κά­ποι­α σε­λί­δα, ἀν­τί­κρι­σε τὸν πα­ρα­κά­τω τί­τλο, ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως, μὲ κά­ποι­α δό­ση ἀ­η­δί­ας: «Λύ­ση μυ­στη­ρί­ου: 18 ἀν­θρώ­πι­να κε­φά­λια ἀ­να­κα­λύ­φθη­καν σὲ κι­βώ­τιο στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο Ο’Hare τοῦ Σι­κά­γου τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­πέ­στρε­φαν στὸ Ἰλ­λι­νό­ις γιὰ ἀ­πο­τέ­φρω­ση ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴ χρη­σι­μο­ποί­η­σή τους σὲ ἰ­α­τρι­κὴ ἔ­ρευ­να».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­αΠα­λίμ­ψη­στονΠόρ­φυ­ραςΜαν­δρα­γό­ρας,ὉροπέδιοἈρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνεςἹ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νήΤὰ Νέ­αἩ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).



		

	

Iásonas Mikronis: El mañana


Mikoronis,Iasonas-ToAyrio-Eikona-01


Iásonas Mikronis


El mañana


01-EpsilonSTAMOS tomando cervezas mi padre y yo en un kafenío de Ai Minás en pleno mediodía. «En todas las elecciones salen y dicen ser las más cruciales», me dice. A derecha e izquierda los mayores juegan a backgammon y en los descansos comentan los resultados de los sondeos. Veo a Plenti que sale de una callejuela y se acerca al kafenío pedaleando lentamente en su destrozadísima bicicleta. Por detrás tira de su perra peluda, la «Albania» (bautizada así por él mismo), que es enorme pero se parece a una osa domesticada e inofensiva. El enlosado humea por el calor, parece como si la bici anduviera sobre un mar aceitoso. Vi a Plenti por primera vez hace cuatro o cinco años. Yo estaba conduciendo un Honda Jazz con manos temblorosas, cuando mi profesor de autoescuela abrió apresuradamente la ventanilla y gritó a un tipo desproporcionado: “¡Hombre, Plenti, hola!”. El tipo devolvió el saludo levantando la mano de forma algo dubitativa como un escolar asustado que sabe la respuesta pero no se atreve a decirla. “¿Le conoces?”, me preguntó el profesor. Le hice una seña negativa. “Plenti”, empezó a contarme, “había tenido una gran fortuna en Albania, pero Hoxha se la expropió. Encima le encarcelaron y allí se volvió loco”. Desde entonces he oído miles de interpretaciones — típico chismorreo de provincia. Sus compatriotas dicen que era clérigo (su barba frondosa había adquirido carácter mitológico), otros que pertenecía a un grupo de jóvenes disidentes trotskistas, otros (la minoría) reconocen en él al cabecilla saguinario de las extensas purgas del último periodo del régimen. La verdad es que no vino a Grecia con la primera oleada, en los ’90. Y su griego —igual es por eso— sigue siendo paupérrimo, para ser exactos se limita a dos palabras: Albania y mañana. Ha enganchado una neverita de goma espuma a la parrilla de su bicicleta llena de pescaditos pequeños (sargos, lubinas y morragutes) que ha estado pescando con sedal en el puente de Ponte. Recorre la ciudad de Lefkada con su frondosa «Albania» siguiéndole fielmente, e intenta vender su mercancía. Pero no suelen comprarle nada. Mueven negativamente la cabeza. Y Plenti recurre entones, desolado, a su escaso griego: “¿Mañana, eh?”. Así que hoy, día de elecciones, Plenti irrumpe en el kafenío con dos lubinas en la mano, como muestra. Va de mesa en mesa como una bola de pinball. Todos, por supuesto, lo rechazan. “¿Mañana?”, sugiere él, “mañana”, se ríen los bebedores. En ese momento sale el primer exit poll, todos en el kafenío se autorreprimen para ver. Un hombre mayor le grita desde el fondo para picarle: “Plenti, ¿has votado?”. Plenti no responde. El otro insiste: “Plenti, hombre, ¿has votado?”. Plenti mete las muestras en la neverita y levanta la pata de cabra a su tremulosa bicicleta. «Albania» le lame el pie. Se sienta cómodamente en el sillín, respira hondo y mira, como pensando, al viejo.

       Y le dice proféticamente:

       “Mañana”.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: primera publicación en el blog Planodion – Historias Bonsái (22 de oc­tubre de 2015).

Iásonas Mikronis (Atenas, 1990). Estudió Lengua Inglesa y Filología en la U­ni­versidad de Atenas y guitarra clásica en el conservatorio de Atenas. Vi­ve en Lefkada.

Traducción: Naiara García Fernández.

Revisión: Konstantinos Paleologos.



		

	

Aléxandros Gramatikós: Sin días libres


GrammatikosAleksandros-ChorisRepo-Eikona-02


Aléxandros Gramatikós


Sin días libres


04-Ro-385px-P_Illuminated_LetterONÍA el pie por primera vez en Grecia después de tres años en el extranjero, al otro lado del mundo, en Sidney. Aterrizamos en el Aeropuerto Internacional Eleftherios Venizelos al mediodía. Atasco en la cola para coger un taxi, pero ordenado. Detrás de mí había un joven, puede que tuviera la misma edad que yo. Acababa de llegar de Canadá, Montreal, donde había pasado cuatro años. Trabajábamos sin días libres, nonstop, para saldar nuestras deudas, para enviar aquí algún dinerillo, para comer y para ahorrar algo. Actos que eran reflejos de la incertidumbre, temíamos perder el trabajo.  “Como un sueño”, estábamos los dos de acuerdo, “como si no hubiera pasado ni un minuto desde que nos marchamos, como si fuera ayer”. Estábamos en la misma ciudad con un permiso de 20 días. Yo cocinero, él chico de la limpieza. Quizás volviéramos al trabajo, quizás no. Quizás si encontráramos trabajo aunque fuera mal pagado juráramos no volver al otro lado del mundo. Decíamos las mismas cosas, sonábamos como el eco, como si fuéramos el mismo hombre. Le miré a los ojos para asegurarme de que no era un reflejo, le di una palmadita en la espalda. Compartimos el taxi al centro de Atenas los dos. Él iba a Ampelókipi, yo a Exarjia. Coincidencia, sincronismo, todo funcionaba con la precisión de un reloj. Antes de llegar a la calle Panormou el taxi se quedó parado, atasco monumental.  Era el Día Mundial contra el Racismo y había una marcha antirracista en el centro. Para los emigrantes, los exiliados, los que son diferentes y los que no. Por una vida digna para todos y todas, vengan de donde vengan y vayan a donde vayan. Había muchas pancartas, las consignas eran claras. El taxi no se movía del sitio. El taxista quiso decir algo, pero no le dio tiempo, lo paró el mismo gesto reflejo, nuestras manos en su hombro. No me importaba ni cuándo ni cómo saldríamos de este atasco, y al otro tampoco. Atrapados en la carretera. No me importaba incluso perder todas las vacaciones, al carajo. Se bajaron las ventanillas para que entrara aire fresco y estuvimos escuchando los eslóganes pacientemente.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: primera publicación en el blog Planodion – Historias Bonsái (10 de o­ctubre de 2015).

Aléxandros Gramatikós (Tesalónica, 1969). Estudió Economía en la U­ni­ver­sidad Aristóteles de Tesalónica e hizo un máster en la Universidad de Ports­mouth, Inglaterra. Ha trabajado en el campo de la comunicación pu­bli­ci­taria. Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (Editorial: Νη­σί­δες, 2009) es su primer libro.

Traducción: Naiara García Fernández

Revisión: Konstantinos Paleologos

Κατηγορίες:

Γραμματικὸς Ἀλέξανδρος, Gramatikós Aléxandros [στὴν μητρική: Ἕλληνες συγγραφεῖς στὰ ἰσπανικά]



		

	

Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι ’15. Ἐτήσιος ἀμητός.


Nikopoulou-Patilis-IstoriesBonsai'15-Anthologia-200dpi


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε τέλη Δεκεμβρίου 2015 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ὁ δεύτερος τό­μος τῆς ἐτήσιας ἀν­θο­λο­γί­ας μας ἀ­πὸ τὴν ὕλη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15. 61 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 296). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης (Ἁ­γί­ας Εἰ­ρή­νης 17, Μο­να­στη­ρά­κι) (δεῖτε καὶ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος», ἐγγραφὴ 02-02-2016). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης


Ἱστορίες Μπον­ζάι ’15.

Ἐτήσιος ἀμητός.


02-PiΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ἕ­ναν χρό­νο πρὶν στοὺς φί­λους τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος τὸν τό­μο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 το­νί­ζα­με τὸν ἀν­θο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τός μας. Συγ­κεν­τρώ­να­με τό­τε 83 μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ἀν­θο­λο­γη­μέ­να ἀ­πὸ ἕ­ναν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­ριθ­μὸ πε­ζῶν, πού, μὲ ἀν­θο­λο­γι­κὸ κρι­τή­ριο πά­λι, εἶ­χαν πα­ρου­σια­στεῖ κα­τὰ τὰ προ­η­γού­με­να τεσ­σε­ρά­μι­σι χρό­νια ἀ­πὸ τὶς στῆ­λες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ἀν­θο­λο­γι­κὸ καὶ πά­λι χα­ρα­κτή­ρα ἔ­χει καὶ ἡ τω­ρι­νή μας συ­να­γω­γή. Μό­νο ποὺ ἡ ἀν­θο­λο­γι­κή της δε­ξα­με­νὴ ἔ­χει πε­ρι­ο­ρι­στεῖ στὰ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας τὴν χρό­νια ποὺ τώ­ρα δι­α­τρέ­χου­με, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 2014 ἕ­ως τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου 2015. Ἐ­ξάλ­λου αὐ­τὸ εἴ­χα­με εὐ­χη­θεῖ κλεί­νον­τας τὴν εἰ­σα­γω­γή μας μὲ τὸν τί­τλο «Τε­τρα­ε­τὲς ἀ­πάν­θι­σμα» στὸν προ­η­γού­με­νο τό­μο: νὰ πα­ρα­χω­ρή­σει τὴν θέ­ση του σὲ μιὰ τα­κτι­κὴ ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος. Καὶ αὐ­τὸ γί­νε­ται τώ­ρα. Ἂ­πὸ τὰ πε­ζὰ λοι­πὸν ποὺ ἀ­ναρ­τή­θη­καν στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο αὐ­τή, πα­ρου­σι­ά­ζου­με ἐ­δῶ 61 ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ μᾶς ἄ­ρε­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Μο­λο­νό­τι ἡ ἀν­θο­λο­γι­κὴ βά­ση πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται τώ­ρα χρο­νο­λο­γι­κῶς, τὸ κρι­τή­ριο τῆς πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τας (: ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα σὲ πη­γές, γλῶσ­σες, εἴ­δη, ἔ­κτα­ση) πα­ρα­μέ­νει ὑ­ψη­λό. Ἔ­τσι ὁ τό­μος πε­ρι­έ­χει 39 ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ 22 ἀ­πὸ 7 ἄλ­λες γλῶσ­σες (: 7 ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά, 4 ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ 4 ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, 3 ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά, 2 ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά, καὶ ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ ρω­σι­κά). Ἀ­πὸ τὰ 39 ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, τὰ 28 ἀν­τλοῦν­ται ἀ­πὸ ἔν­τυ­πες πη­γὲς ἐ­νῶ τὰ 11 ἀ­πὸ τὰ πρω­το­δη­μο­σι­ευ­ό­με­να στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας. Ἀ­να­λό­γως ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ον­ται οἱ δι­ά­φο­ρες ὑ­φο­λο­γι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες κα­θὼς καὶ οἱ τρεῖς (συμ­βα­τι­κὲς) πο­σο­τι­κὲς ὑ­πο­δι­αι­ρέ­σεις τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος σὲ ὑ­πέρ­μι­κρο (ἕ­ως 200 λέ­ξεις), πο­λὺ σύν­το­μο (200-1000 λέ­ξεις) καὶ σύν­το­μο (1000-2000 λέ­ξεις) δι­ή­γη­μα.


       Κά­θε χρό­νο ποὺ περ­νᾶ τὸ δι­ε­θνὲς ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα τό­σο στὸ πε­δί­ο τῆς πρα­κτι­κῆς, δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἔκ­φρα­σης τῶν προ­σώ­πων ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­κεῖ­νο τῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κῶν προ­σεγ­γί­σε­ων στὸ εἶ­δος, αὐ­ξά­νε­ται κα­τα­κό­ρυ­φα. Μό­λις πρὶν ἕ­να χρό­νο, τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2014, ἔ­γι­νε τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Κεν­τά­κι τῶν ΗΠΑ, ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζε­ται τὸ ἑ­πό­με­νο δι­ε­θνὲς συ­νέ­δριο στὸ Neuquen τῆς Αρ­γεν­τι­νῆς τὸ 2016. Ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­σή του, τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010, τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας πα­ρα­κο­λου­θεῖ μὲ σει­ρὰ ἄρ­θρων καὶ συ­νεν­τεύ­ξε­ων τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις καὶ ἐ­ξε­λί­ξεις στὸ εἶ­δος. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­πὸ τὸν προ­η­γού­με­νο τό­μο μας κα­θι­ε­ρώ­σα­με νὰ ὑ­πάρ­χει κά­θε φο­ρὰ ἕ­να «Ἐ­πί­με­τρο» ἐ­πι­κεν­τρω­μέ­νο ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν θε­ω­ρη­τι­κὸ λό­γο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος καὶ τῆς μέ­ρι­μνάς μας: τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Στὸ φε­τι­νό μας ἐ­πί­με­τρο πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται τρί­α τέ­τοι­α ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτα κεί­με­να: ἑ­νὸς Βά­σκου συγ­γρα­φέ­α καὶ κρι­τι­κοῦ λο­γο­τε­χνί­ας, τῶν τρι­ῶν ἱ­δρυ­τῶν τῆς πιὸ δι­ά­ση­μης ἀν­θο­λο­γί­ας flash fiction τοῦ ἀγ­γλό­φω­νου κό­σμου καὶ τὰ κύ­ρια συμ­πε­ρά­σμα­τα τοῦ 8ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ προ­α­να­φέ­ρα­με.


* * *


Ἡ πα­ρού­σα «ἀ­κα­τα­στα­σί­α» τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου, ἡ κα­τα­στα­­τι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κῶς ἐ­πι­θυ­μη­τή, μα­ζὶ μὲ τὴν λυ­τρω­τι­κὴ γιὰ ὁ­μά­δες καὶ ἄ­το­μα ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς ἔκ­φρα­σης, μᾶς μα­θαί­νει καὶ κά­τι ποὺ ὡς αὐ­το­νό­η­το μέ­χρι χθὲς σή­με­ρα τεί­νου­με νὰ τὸ ξε­χά­σου­με ὁ­λο­σχε­ρῶς: ὅ­τι ἔκ­φρα­ση συ­νι­στᾶ πρω­τί­στως μορ­φὴ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, καὶ τό­σο ἡ μορ­φὴ ὅ­σο καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­πο­κτή­μα­τα ἀ­κρι­βὰ πού, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­κρό­τη­ση ἐκ­φρα­ζο­μέ­νου προ­σώ­που, προ­ϋ­πο­θέ­τουν καλ­λι­έρ­γεια καὶ κρι­τή­ρια, δη­λα­δὴ ἐ­νερ­γὴ συμ­πα­ρου­σί­α παι­δεί­ας, πα­ρά­δο­σης καὶ συ­νέ­χειας. Στὸν κό­σμο τοῦ ἐν­τύ­που οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τὲς —μο­λο­νό­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν παν­τοῦ καὶ πάν­τα— γι­νόν­του­σαν εὐ­κο­λό­τε­ρα ἀν­τι­λη­πτές. Ὁ ἀ­πὸ τὰ κά­τω ἐκ­πο­λι­τι­σμὸς τοῦ κυ­βερ­νο­χώ­ρου, ὁ ἀν­τί­θε­τος τό­σο στὶς ἐ­ξου­σι­α­στι­κὲς χει­ρα­γω­γή­σεις κρα­τῶν καὶ συμ­φε­ρόν­των ὅ­σο καὶ στὸ αὐ­το­μα­τι­κὸ καὶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο ψυ­χόρ­μη­το τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας τοῦ κα­θε­νός, εἶ­ναι ἕ­να στοί­χη­μα ποὺ δὲν πρέ­πει νὰ χα­θεῖ. Στὴν προ­σπά­θεια αὐ­τὴ ὁ ἔν­τυ­πος κό­σμος μὲ τὶς ἀ­ξί­ες καὶ τὰ θε­σμι­σμέ­να ἀ­πὸ αἰ­ῶ­νες κρι­τή­ριά του πα­ρα­μέ­νει συμ­πα­ρα­στά­της μας.

       Καὶ σ’ αὐ­τὸν ἐ­πι­στρέ­φου­με γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης, Ἱστορίες Μπονζάι ’15. 61 Μι­κρὰ Δ­ι­­η­­γή­μα­τα. Μιὰ Ἀν­θο­λο­γία (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2015, σελ. 296), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 7-12.

­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλὴς πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴν δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1970-2010). Δη­μο­σί­ευ­σε ἕντεκα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των του, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012) καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἐκ­δό­σεις του. Τὸ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.



		

	

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Ὁ Μαυρουδῆς


Markoglou,Prodromos-OMayroudis-Eikona-02


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Ὁ Μαυ­ρου­δῆς


02-GammaΥΡΝΟΥΣΕ ὅ­λη μέ­ρα στοὺς δρό­μους. Στὰ σκου­πί­δια καὶ τοὺς μπαχ­τσέ­δες. Δὲν μι­λοῦ­σε, ἔ­βγα­ζε μό­νον μι­κρὲς κραυ­γές. Ξυ­πό­λυ­τος χει­μώ­να κα­λο­καί­ρι περ­πα­τοῦ­σε. Πο­τὲ δὲν πεί­ρα­ξε ἄν­θρω­πο. Δὲν ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι νὰ ζη­τή­σει. Οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ δί­ναν φα­γη­τὸ καὶ κά­πο­τε ἕ­να πα­λιὸ ροῦ­χο. Ἦ­ταν ἐ­πο­χὲς ποὺ δὲν πε­ρίσ­σευ­αν. Ἀ­έ­ρας, ἥ­λιος καὶ βρο­χὴ χά­ι­δευ­αν τὸ κου­ρε­μέ­νο του κε­φά­λι. Τὰ βρά­δια κα­τέ­βαι­νε στὸ λι­μά­νι, στὰ μπλό­κια, ἔ­παι­ζε φυ­σαρ­μό­νι­κα. Οἱ κα­πνερ­γά­τες τοῦ δί­ναν κα­πνὸ νὰ στρί­βει τσι­γά­ρα. Κα­νεὶς δὲν γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει. Τὸν φώ­να­ζαν Μαυ­ρου­δῆ.

       Ὕ­στε­ρα χά­θη­κε. Πρῶ­τες τὸ πρό­σε­ξαν οἱ γυ­ναῖ­κες κα­θὼς δὲν βλέ­παν τὴ σκιά του νὰ πέ­φτει στοὺς στε­νοὺς δρό­μους, στοὺς χα­μη­λοὺς τοί­χους.

       Ἕ­να πρω­ί, δε­μέ­νους χει­ρο­πό­δα­ρα, τοὺς πέ­τα­ξαν στὴν πλα­τεί­α. Πα­λι­κά­ρια σχε­δὸν ἀ­μού­στα­κα. Ἕ­να γύ­ρο στρα­τι­ῶ­τες νὰ τοὺς φρου­ροῦν. Χτυ­πη­μέ­νοι. Μὲ σχι­σμέ­να τ’ ἀ­πο­φό­ρια, μὲς στὸ αἷ­μα. Κι ἀ­νά­με­σά τους ὁ Μαυ­ρου­δῆς. Με­γά­φω­να με­τα­δί­δαν προ­τρο­πὲς καὶ πα­τρι­ω­τι­κὰ ἄ­σμα­τα. Ἐμ­βα­τή­ρια.

       Νὰ φτά­νουν μά­νες χα­ρο­κα­μέ­νες, νὰ κλαῖ­νε, νὰ φτύ­νουν, νὰ βρί­ζουν, νὰ προ­τρέ­πουν τοὺς φρου­ροὺς νὰ του­φε­κί­σουν τὰ κτή­νη.

      Κι ἄλ­λες μά­νες νὰ φτά­νουν, χα­ρο­κα­μέ­νες, στὰ μαῦ­ρα τους τριμ­μέ­να ροῦ­χα, νὰ μέ­νουν πα­ρά­με­ρα, νὰ δαγ­κώ­νουν τὰ μαν­τί­λια, πνιγ­μέ­νες στὸ κλά­μα, νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν γιὰ τὰ παι­διά τους, νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν νὰ προ­σφέ­ρουν μιὰ κου­βέρ­τα, λί­γο ψω­μὶ στοὺς συν­τριμ­μέ­νους, νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν καὶ γιὰ τὸν Μαυ­ρου­δῆ ποὺ ἦ­ταν ὀρ­φα­νὸς καὶ χα­μέ­νος.

       Νὰ φυ­σά­ει ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­γέ­ρας στοὺς γο­να­τι­σμέ­νους, νὰ πέ­φτει τὸ χι­ό­νι στὰ κορ­μιὰ τὰ ριγ­μέ­να.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ πε­ζῶν Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον. Ἐ­πάλ­λη­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2003).

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.



		

	

Γιορντὰν Γιόφκωφ (Йордан Йовков): Τὸ ἄσπρο χελιδόνι


Giofkof,Giorntan-ToAsproChelidoni-LeykoChelidoni-03


Γιορ­ντὰν Γι­όφ­κω­φ (Йордан Йовков)


Τὸ ἄσπρο χελιδόνι

(Бялата Лястовица)


02-OmikronΠΕΤΡΟΣ ΜΟΚΑΝΙΝ, κα­θὼς μαύ­λι­ζε τὰ σκυ­λιά του, κα­τά­λα­βε πὼς ὁ ἄ­γνω­στος χω­ρι­κὸς δὲν ἐρ­χό­ταν ἔ­τσι δί­χως λό­γο κα­τὰ τὴ με­ριά του, μὰ πὼς κά­ποι­α στε­νο­χώ­ρια τὸν ἔ­φερ­νε. Τά ’­βα­ζε μὲ τὰ σκυ­λιά του ποὺ γά­βγι­ζαν κι ὕ­στε­ρα κοί­τα­ξε ξα­νὰ τὸ χω­ρι­κό. Ἀ­π’ τὸ κόκ­κι­νο γι­λέ­κι του, τό ’­βλε­πες πὼς δὲν ἦ­ταν ἀ­π’ τὰ μέ­ρη τοῦ Ντε­λῆ-Ὁρ­μάν. Με­γα­λό­σω­μος καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος — ὡ­στό­σο ξε­σποῦ­σε ἀ­μέ­σως στὸ μά­τι σου πὼς ἦ­ταν φτω­χὸς κι ἀ­πὸ φτω­χι­κιὰ φα­μί­λια. Τὸ που­κά­μι­σό του ἦ­ταν γι­ο­μά­το χον­τρομ­πα­λώ­μα­τα, τὸ ἴ­διο κι ἡ ζώ­νη του. Ἦ­ταν ξυ­πό­λυ­τος. Ἀ­πὸ πρώ­τη μα­τιὰ φαι­νό­τα­νε ἀ­σί­κης, λε­βέν­της, μὰ ὁ Μο­κά­νιν εἶ­δε πὼς ἔ­χει νὰ κά­μει μ’ ἕ­ναν ἀ­πὸ κεί­νους τοὺς ἀ­γα­θοὺς ἀν­θρώ­πους πού, ὅ­πως λέ­νε, πα­ρα­με­ρί­ζου­νε μπρο­στὰ καὶ σ’ ἕ­να μερ­μήγ­κι.

       Ὁ χω­ρι­κὸς χαι­ρέ­τη­σε, κά­τι μουρ­μού­ρι­σε, κά­τι σάν: «πῶς τὰ πο­ρεύ­ε­τε δῶ;», μὰ ἦ­ταν ὁ­λο­φά­νε­ρο πὼς ἀλ­λοῦ γύ­ρι­ζε τὸ μυα­λό του, πὼς με­γά­λες ἔ­γνοι­ες τὸν βα­σά­νι­ζαν.

       Κοί­τα­ξε ἴ­σα μπρο­στὰ καί, κου­νών­τας ἔ­τσι τὰ χέ­ρια, ρώ­τη­σε ἂν ἔ­χει πο­λὺ δρό­μο ἀ­κό­μα ὣς τὸ χω­ριὸ Μαν­τζι­λά­ρι. Ὁ Μο­κά­νιν, κα­θὼς τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε, εἶ­δε κά­του στὸ δρό­μο ἕ­να κά­ρο ζε­μέ­νο σ’ ἕ­να ἄ­λο­γο. Τὸ δί­χως ἄλ­λο θά ’­ταν του­του­νοῦ τοῦ χω­ρι­κοῦ καὶ θὰ τό ’­χε ἀ­φή­σει ἐ­κεῖ γιὰ νά ’ρ­θει νὰ ρω­τή­σει. Μέ­σα στὸ κά­ρο κα­θό­ταν μιὰ γυ­ναί­κα, δι­πλω­μέ­νη στὰ δυ­ό, μὲ τὰ χέ­ρια της κρυμ­μέ­να κά­του ἀ­π’ τὸ ζα­κέ­το της, καὶ μὲ λυ­τὸ τὸ τσεμ­πέ­ρι της ποὺ οἱ δυ­ὸ ἄ­κρες του πέ­φταν στοὺς ὤ­μους της. Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ζέ­στη, μὰ ὁ Μο­κά­νιν ἤ­ξε­ρε πὼς οἱ γυ­ναῖ­κες λύ­νουν ἔ­τσι τὸ τσεμ­πέ­ρι τους σὰν εἶ­ναι τσα­κι­σμέ­νες ὄ­χι τό­σο ἀ­π’ τὴ ζέ­στη, μὰ ἀ­πὸ κά­ποι­α βα­ριὰ ἔ­γνοι­α. Στὸ βά­θος τοῦ ἁ­μα­ξιοῦ ἦ­ταν καὶ μιὰ ἄλ­λη γυ­ναί­κα, πιὸ ἀ­χα­μνή — μιὰ νέ­α κο­πέ­λα φαι­νό­τα­νε, ξα­πλω­μέ­νη καὶ τυ­λιγ­μέ­νη μὲ μιὰ κου­βέρ­τα, μὲ τὸ κε­φά­λι της χω­μέ­νο σὲ κά­τι χω­ρι­ά­τι­κα σκου­ρό­χρω­μα μα­ξι­λά­ρια. Κοί­τα­ζε πλά­ι, καὶ δὲ φαι­νό­τα­νε τὸ πρό­σω­πό της.

       — Ἔ­χεις κά­ναν ἄρ­ρω­στο; ρώ­τη­σε ὁ Μο­κά­νιν.

       — Ναί. Ἡ θυ­γα­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἄρ­ρω­στη.

       Ὁ χω­ρι­κὸς ἔ­ρι­ξε τὴ μα­τιά του στὰ πρό­βα­τα ποὺ στά­λια­ζαν γιὰ τὸ με­ση­μέ­ρι στὸ ξέ­φω­το, μὰ δὲν τά ’­βλε­πε — τὰ μά­τια του ἔ­δει­χναν μο­νά­χα τὴ στε­νο­χώ­ρια του.

       — Ἄν σοῦ ’­λε­γα τὰ βά­σα­νά μας, εἶ­πε, μὰ κάλ­λιο μὴ μι­λᾶ­με γι’ αὐ­τά.

       — Δὲν εἶ­σαι ἀ­π’ τὰ μέ­ρη μας· ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι; ρώ­τη­σε ὁ Μο­κά­νιν.

       — Ἀ­π’ τὸ Κι­τσοὺκ-Ἀκ­μέντ — τὸ λέ­νε Ναν­τέζ­ντα τώ­ρα, ἐ­κεῖ σι­μὰ στὸ Ρόκ. Πέ­ρα­σα κι­ό­λας ἀ­πὸ κεῖ. Πα­γαί­νω ἀ­πὸ χω­ριὸ σὲ χω­ριὸ που­λών­τας ἀρ­γι­λό­χω­μα γιὰ λεύ­κα­σμα. Πολ­λοὶ δῶ πέ­ρα, καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­γο­ρά­ζουν. Σὰν φτά­νω ὣς κά­του στὴ θά­λασ­σα ἀ­γο­ρά­ζω τί­πο­τα ψά­ρια, τί­πο­τα στα­φύ­λια — ὅ,τι βρε­θεῖ. Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός, κου­τσὰ στρα­βὰ τὰ βο­λεύ­ου­με. Ἂν δὲ μᾶς εἶ­χε βρεῖ τοῦ­το τὸ κα­κό…

       Κά­θι­σε κα­τα­γῆς, ἔ­βγα­λε τὴν πέ­τσι­νη κα­πνο­σα­κού­λα του κι ἄρ­χι­σε νὰ στρί­βει τσι­γά­ρο. Ὁ Μο­κά­νιν κά­θι­σε δί­πλα του καὶ πρό­σε­ξε ποὺ τὰ χον­τρά, ρο­ζι­α­σμέ­να του δά­χτυ­λα τρέ­μα­νε.

       — Δὲν εἴ­χα­με τύ­χη μὲ τὰ παι­διά μας, ἄρ­χι­σε. Τὰ τρί­α πε­θά­να­νε μι­κρὰ μι­κρά. Δὲ μᾶς ἔ­μει­νε πά­ρεξ ἐ­τού­τη. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν τὸ κά­ρο. Τῆ­νε κοι­τά­ζα­με σὰν τὴν κό­ρη τοῦ μα­τιοῦ μας. Ἔ­βγα­ζα τὴ μπου­κιά μου ἀ­π’ τὸ στό­μα, μὴ καὶ τῆς λεί­ψει τὸ κα­λὸ φου­στά­νι καὶ δεῖ τὶς ἄλ­λες ὀ­μορ­φον­τυ­μέ­νες καὶ μοῦ κα­κο­καρ­δι­στεῖ. Ὁ Θε­ὸς βο­ή­θη­σε καὶ τὴ φυ­λά­ξα­με ὣς τὰ τώ­ρα. Μὰ δῶ καὶ λί­γον και­ρὸ ἄρ­χι­σε νὰ μα­ρα­ζώ­νει. Ἀρ­ρώ­στια δὲν ἔ­χει τί­πο­τες, κι ὥ­ρα τὴν ὥ­ρα σβή­νει. Ἄ­κου­σα πού ’­λε­γε στὴ μά­να της, οἱ ἄλ­λες, λέ­ει, οἱ φι­λε­νά­δες της παν­τρευ­τή­κα­νε κι αὐ­τὴ δὲν παν­τρεύ­τη­κε γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι πι­κρα­μέ­νη.

       — Ἔ, τῆς λέ­ω, τί σκᾶς μω­ρὲ παι­δί μου, θά ’ρ­θει κι ἡ ἀ­ρά­δα σου. Τὶς ἄλ­λες τη­ρᾶς; Ἐ­λό­γου τους εἶ­ναι πλού­σι­ες. Τὰ πα­λι­κά­ρια σή­με­ρις κοι­τᾶ­νε τὸν πα­ρά. Ἔ­γνοι­α σου, θὰ παν­τρευ­τεῖς κι ἐ­σύ, μὴ χο­λο­σκᾶς, δὲ σὲ πή­ρα­νε δὰ τὰ χρό­νια. Κα­λὴ καρ­διά.

       — Πό­σω χρο­νῶ εἶ­ναι;

       — Κον­τεύ­ει τὰ εἴ­κο­σι. Τῆς Πα­να­γί­ας θὰ τὰ κλεί­σει.

       — Ἄ­μ’ τό­τες εἶ­ναι νιά.

       — Ἔ­τσι λέ­ω καὶ λό­ου μου — νιά.

       Ὁ χω­ρι­κὸς σώ­πα­σε κι ἔ­ρι­ξε πά­λι τὴ μα­τιά του στὰ πρό­βα­τα χω­ρὶς νὰ τὰ δεῖ. Κεῖ πλά­ι, στὸν πυ­ρω­μέ­νο ἀ­έ­ρα, ὑ­ψώ­θη­κε ἡ στριγ­γιὰ κραυ­γὴ τοῦ τζί­τζι­κα.

       — Τοῦ­το τὸ κα­λο­καί­ρι μ’ ἄρ­χε­ψε στὰ πα­ρα­κά­λια νὰν τὴν ἀ­φή­κω νὰ θε­ρί­σει μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες. Τί νὰ κά­νω; Φτω­χοὶ ἀν­θρῶ­ποι εἴ­μα­στε, ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ τί­πο­τις πα­ρά­δες ἔ­χου­με, μὰ ἔ­τσι ποὺ τὴν ἔ­γλε­πα ἀ­χα­μνή, σὰν ἀρ­ρω­στε­μέ­νη, δὲ μοῦ ’­κα­νε καρ­διὰ νὰ τὴν ἀ­φή­κω. Πα­ρα­κά­λια πά­λι: «ἄ­σε με, πα­τέ­ρα, ἄ­σε με νὰ πά­ω κι ἐ­γὼ μὲ τὶς ἄλ­λες». Τί νά ’­κα­να; Κα­λά, μιὰ καὶ τὸ θές, πά­γαι­νε. Δὲν ξέ­ρω τί ἔ­τρε­ξε — δὲν ἤ­μα­στε κεῖ νὰ δῶ. Πλα­γι­ά­ζα­νε, λέ­ει, στὰ χω­ρά­φια. Δὲν ξέ­ρω πῶς μοῦ τά ’­πε. Μιὰ φο­ρά, λέ­ει, εἴ­χα­νε ὁ­λη­με­ρὶς θε­ρί­σει, τὸ βρα­δά­κι δει­πνή­σα­νε, τρα­γου­δή­σα­νε, γλεν­τή­σα­νε κι ἀ­πὲ πλα­γι­ά­σα­νε. Ἡ Νόν­κα, ἔ­τσι τὴ λέ­νε τὴ θυ­γα­τέ­ρα μου, πλά­για­σε κι αὐ­τὴ ὅ­πως κι οἱ ἄλ­λες. «Εἶ­χα πλα­γιά­σει, πα­τέ­ρα», μοῦ ’­πε, «ἀ­νά­με­σα στὰ δε­μά­τια, πί­σω ἀ­πὸ μιὰ θη­μω­νιά, εἶ­χα κου­κου­λω­θεῖ κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα. Ξάφ­νου, κά­τι ἔ­νι­ω­σα στὸ στῆ­θος μου, κά­τι βα­ρὺ καὶ κρύ­ο. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου. Ἕ­να φί­δι».

       — Λοι­πόν;

       — Ναί, ἕ­να φί­δι. Πλα­γι­α­σμέ­νο στὸν κόρ­φο της, κου­λού­ρα. Ἡ θυ­γα­τέ­ρα μου φώ­να­ξε καὶ μ’ ὅ­λο της τὸν τρό­μο, ἅρ­πα­ξε τὸ φί­δι καὶ τὸ πέ­τα­ξε μα­κριά.

       — Τὸ πέ­τα­ξε, λοι­πόν; Κά­τι τέ­τοι­α λα­χαί­νουν τὸ θέ­ρο. Ἔ­χω ἀ­κου­στὰ ποὺ μιὰ βο­λὰ ἕ­να φί­δι μπῆ­κε στὸ στό­μα μιᾶς γυ­ναί­κας. Δὲν τῆ­νε δάγ­κω­σε ὅ­μως; Δὲν τῆ­νε δάγ­κω­σε, ἔ;

       — Ὄ­χι. Ἦ­ταν στὸν κόρ­φο της. Τ’ ἅρ­πα­ξε καὶ τὸ πέ­τα­ξε. Αὐ­τὸ μοῦ ’­πε. Ἀ­λή­θεια ἔ­γι­νε, τί­πο­τες ὄ­νει­ρο ἦ­ταν; δὲν ξέ­ρω. Μὰ ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα, ὅ­λο καὶ χει­ρό­τε­ρα. Ἡ κό­ρη μου ξε­ραί­νε­ται σὰν τὸ κλα­δί. Πο­νά­ει στὸ στῆ­θος. Ἔ­χω πό­νο, λέ­ει, ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε πλα­γιά­σει τὸ φί­δι.

       — Ἄ­κου πρά­μα­τα, εἶ­πε ὁ Μο­κά­νιν σα­στι­σμέ­νος. Καὶ ποῦ τὴν πη­γαί­νεις τώ­ρα; Σὲ κά­να για­τρό;

       — Ἄ, οἱ για­τροί… Τὴν εἴ­δα­νε τό­σοι καὶ τό­σοι! Τώ­ρα τὴν πα­γαί­νω… πῶς νὰ στὸ πῶ… Ἂν ἤ­τα­νε μο­νά­χα στὸ χέ­ρι μου… ἐ­λό­ου μου δὲν τὰ πι­στεύ­ω αὐ­τά… μά, ξέ­ρεις, σὰν ἔ­χεις νὰ κά­νεις μὲ γυ­ναῖ­κες… Κι ὕ­στε­ρις, εἶ­ναι ἄρ­ρω­στη, κι εἶ­ναι παι­δί μου…

       Ἡ φω­νή του τρε­μού­λια­σε. Σώ­πα­σε. Ἔ­ρι­ξε πά­λι γύ­ρω μιὰ μα­τιά, κι ὕ­στε­ρα τρά­βη­ξε μιὰ το ’­να μιὰ τ’ ἄλ­λο μου­στά­κι του, καὶ τὰ ψα­ρά, σκλη­ρά, κα­κο­ξυ­ρι­σμέ­να γέ­νια του. Ὁ Μο­κά­νιν κα­τα­λά­βαι­νε κα­λὰ πὼς ὅ­λες τοῦ­τες οἱ ἄ­σπρες τρί­χες ἦ­ταν ἀπ’ τὶς πολ­λὲς ἔ­γνοι­ες.

       — Τ’ ἄλ­λο βρά­δυ, ξα­νάρ­χι­σε ὁ χω­ρι­κός, εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἀ­π’ τὰ καρ­νά­για κά­τι ντό­πιοι ποὺ δού­λευ­αν ἐ­κεῖ. Εἶ­παν τό ’­να, εἴ­πα­νε τ’ ἄλ­λο, ξέ­ρω κι ἐ­γώ… Αὐ­τοὶ δὲν ἔ­χου­νε σκο­τοῦ­ρες. Μπο­ρεῖ νὰ χω­ρά­τευ­αν κι­ό­λας. Καὶ νά, ποὺ κα­τα­φτά­νει σπί­τι μας ἡ Στο­γι­έ­νι­τσα, ἡ πο­λυ­λο­γού, ποὺ δὲν εἶ­ναι πρά­μα στὸν κό­σμο ποὺ νὰ μὴν τὸ ξέ­ρει.

       — Γκοῦν­τσο, φώ­να­ξε ἀ­π’ τὸ κα­τώ­φλι, εἶ­σαι τυ­χε­ρός. Κι ἐ­σύ, Νόν­κα — ἄ­νοι­ξε ἡ τύ­χη σου. Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε μιὰ χα­ρά.

       — Μὰ τί τρέ­χει; λέ­ω. Τὸ καί τό. Ὁ Νι­κό­λας κι ὁ Πέ­νυ Σιν­τε­βό­ρι γυ­ρί­σα­νε ἀ­πὸ τὰ καρ­νά­για. Λέ­νε τὸ λοι­πὸν πὼς στὸ Μαν­τζι­λά­ρι ἔ­χει φα­νεῖ… λέ­ει, ἔ­χει φα­νεῖ ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι. Ὁ­λό­α­σπρο σὰν τὸ χι­ό­νι. — Ἔ, καί; — Μὰ δὲν ξέ­ρεις, λοι­πόν, ποὺ ἅ­μα ἕ­νας ἄρ­ρω­στος τὸ δεῖ γι­α­τρεύ­ε­ται με­μιᾶς ὅ,τι ἀρ­ρώ­στια νά ’­χει; Ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, μιὰ φο­ρὰ στὰ ’­κα­τό χρό­νια φαί­νε­ται. Ξέ­ρεις, Γκοῦν­τσο, λέ­ει, δὲν πρέ­πει ν’ ἀρ­γο­πο­ρᾶς! Πά­γαι­νε τὴ Νόν­κα κεῖ κά­του! Δὲν μπό­ρα­γα νὰ κά­νω ἀλ­λι­ῶς, ἡ μι­κρὴ ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα, τὸ ἴ­διο κι ἡ μά­να της καὶ νά μᾶς.

       — Μὰ νά ’­ναι ἀ­λή­θεια, τά­χα; Καὶ ποῦ βρί­σκε­ται αὐ­τὸ τὸ χε­λι­δό­νι;

       — Σοῦ τό ’­πα, φά­νη­κε στὸ Μαν­τζι­λά­ρι.

       — Ἄ­σπρο εἶ­πες;

       — Ὁ­λό­α­σπρο.

       Ὁ Μο­κά­νιν, πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος, ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ κα­τὰ τὸ δρό­μο. Αὐ­τός, κά­θε μέ­ρα, στα­μά­τα­γε σὲ τοῦ­το τὸ ξέ­φω­το μὲ τὰ πρό­βα­τά του, μὰ τοῦ φαί­νε­ται πο­τὲ δὲν εἶ­χε δεῖ τό­σα χε­λι­δό­νια, ὅ­σα σή­με­ρα, πά­νω στὰ τη­λε­γρα­φι­κὰ σύρ­μα­τα. Καὶ τί τὸ πα­ρά­ξε­νο, μα­θές; Κον­το­ζύ­γω­νε τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως καὶ σὲ τού­τη­να τὴν ἐ­πο­χὴ τὰ χε­λι­δό­νια καὶ τὰ λε­λέ­κια μα­ζεύ­ον­ται γιὰ νὰ ξα­να­γυ­ρί­σουν στὶς ζε­στὲς χῶ­ρες. Ἦ­ταν τό­σα χε­λι­δό­νια κολ­λη­τὰ κολ­λη­τά, ποὺ τὸ σύρ­μα λύ­γι­ζε ἀ­π’ τὸ βά­ρος του κι ἔ­μοια­ζε σὰν κομ­πο­λό­ι. Μι­λι­ού­νια χε­λι­δό­νια, μὰ ὅ­λα μαῦ­ρα.

       — Νὰ για­τὶ βρέ­θη­κα στὰ μέ­ρη σας, εἶ­πε ὁ χω­ρι­κός, τού­τη τὴ φο­ρὰ ξε­θαρ­ρε­μέ­νος καὶ ξα­λα­φρω­μέ­νος. Καὶ σὰν εἶ­δα τοῦ λό­γου σου, συλ­λο­γί­στη­κα: δὲν πα­γαί­νω νὰν τό­νε ρω­τή­σω, μπο­ρεῖ καὶ νά ’­δε τ’ ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, μπο­ρεῖ νά ’­χει ἀ­κού­σει νὰ λέ­νε…

       — Ὄ­χι, ἀ­δερ­φέ μου. Ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι; Μή­τε εἶ­δα, μή­τε ἄ­κου­σα νὰ λέ­νε.

       Μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ σκέ­φτη­κε πὼς θ’ ἀ­πόλ­πι­ζε ὁ­λό­τε­λα τού­τους τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ ξα­νά­πε:

       — Μὰ μπο­ρεῖ μιὰ χα­ρὰ νὰ ὑ­πάρ­χει. Ναί, καὶ βέ­βαι­α μπο­ρεῖ. Για­τί ὄ­χι; Ὑ­πάρ­χου­νε ἄ­σπρα βου­βά­λια, ἄ­σπρα πον­τί­κια, ἄ­σπρες κου­ροῦ­νες. Για­τί τό­τε­νες νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει κι ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι; Καὶ τὴ στιγ­μὴ ποὺ μι­λᾶ­με γι’ αὐ­τό, στὰ σί­γου­ρα θὰ ὑ­πάρ­χει…

       — Ποι­ός ξέ­ρει; ἔ­κα­νε ὁ χω­ρι­κὸς μ’ ἕ­να στε­ναγ­μό. Ἐ­γὼ δὲν τὰ πι­στεύ­ω, μὰ οἱ γυ­ναῖ­κες, ξέ­ρεις…

       Ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει. Συγ­κι­νη­μέ­νος ὁ Μο­κά­νιν ση­κώ­θη­κε κι αὐ­τὸς νὰ τὸν ξε­βγά­λει καὶ γιὰ νὰ δεῖ τὴ νέ­α. Ὅ­ταν κον­το­ζύ­γω­σαν στὸ δρό­μο, ἡ μά­να, μιὰ γυ­ναί­κα χλω­μή, σκε­λε­τω­μέ­νη ἀ­π’ τὸ μό­χτο καὶ τὰ βά­σα­να, ξε­ψά­χνι­σε ἀ­πὸ μα­κριὰ ἀ­κό­μα τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἄν­τρα της, πα­σκί­ζον­τας νὰ μαν­τέ­ψει τί μαν­τά­τα ἔ­φερ­νε. Ἡ κο­πέ­λα, ἔ­με­νε πάν­τα γυ­ρι­σμέ­νη στὸ πλά­ι καὶ κοί­τα­ζε τὰ χε­λι­δό­νια ποὺ εἶ­χαν κουρ­νιά­σει στὸ τη­λε­γρα­φι­κὸ σύρ­μα.

       Ἡ κο­πέ­λα, ἀ­κού­γον­τας τὴ φω­νή του, γύ­ρι­σε. Ἦ­ταν λε­πτο­κα­μω­μέ­νη. Τὸ κορ­μί της κα­τα­φα­γω­μέ­νο ἀ­π’ τὴν ἀρ­ρώ­στια ὅ,τι ποὺ σχε­δι­ά­ζον­ταν κά­τω ἀ­π’ τὴν κου­βέρ­τα. Στὸ κέ­ρι­νο πρό­σω­πό της μο­νά­χα τὰ μά­τια ἔ­λαμ­παν ἀ­κό­μη μὲ τὴν ἀ­στρα­πὴ τῆς νι­ό­της. Κοί­τα­ζε πό­τε τὸν πα­τέ­ρα της, πό­τε τὸν Μο­κά­νιν.

       — Νόν­κα, αὐ­τὸς ἐ­δῶ, τό ’­χει δεῖ κι­ό­λας τὸ χε­λι­δό­νι, εἶ­πε ὁ χω­ρι­κὸς βά­ζον­τας μάρ­τυ­ρα τὸν Μο­κά­νιν. Εἶ­ναι κεῖ κά­τω, στὸ χω­ριό. Φτά­νει μο­νά­χα νὰ τὸ δοῦ­με κι ἐ­μεῖς.

       Ὁ Μο­κά­νιν ἔ­νι­ω­σε ἕ­να βά­ρος, ἕ­να σφί­ξι­μο στὸ λαι­μό, τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν.

       — Θὰ τὸ δεῖ­τε κι ἐ­σεῖς, παι­δί μου, εἶ­πε δυ­να­μώ­νον­τας τὴ φω­νή του. Μιὰ καὶ τό ‘δὰ ἐ­γώ, για­τί τά­χα νὰ μὴν τὸ δεῖ­τε κι ἐ­σεῖς; Τό ’­δα μὲ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια, ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, κά­τα­σπρο. Θὰ τὸ δεῖς κι ἐ­σύ. Ὁ Θε­ὸς θὰ σοῦ κά­νει τού­τη τὴ χά­ρη, θὰ τὸ δεῖς, παι­δί μου, καὶ θὰ γιά­νεις… εἶ­σαι τό­σο νέ­α! Στὸ λέ­ω, θὰ τὸ δεῖς καὶ θὰ γιά­νεις, μὴ φο­βᾶ­σαι τί­πο­τις…

       Ἡ μη­τέ­ρα ἔ­κρυ­ψε τὰ μά­τια της στὰ χέ­ρια της καὶ ξέ­σπα­σε σ’ ἀ­να­φι­λη­τά. Ὁ με­γα­λό­σω­μος γε­ρο­δε­μέ­νος ἄν­τρας σι­γό­βη­ξε, ἅρ­πα­ξε τὰ γκέ­μια τοῦ ἀ­λό­γου καὶ ξε­κί­νη­σε.

       — Ἄν­τε τέ, στὸ κα­λό, κα­λὴ τύ­χη! φώ­να­ξε ὁ Μο­κά­νιν. Τὸ χω­ριὸ δὲν εἶ­ναι μα­κριά. Θὰ τρα­βή­ξε­τε ἴ­σα ὅ­πως πᾶ­νε τὰ σύρ­μα­τα τοῦ τη­λέ­γρα­φου!

       Ἔ­μει­νε κάμ­πο­σο στὸ δρό­μο κοι­τά­ζον­τας τὸ κά­ρο ποὺ μά­κραι­νε. Μιὰ κοί­τα­ζε τὴ μά­να μὲ τὸ μαῦ­ρο τσεμ­πέ­ρι, μιὰ τὴν κο­πέ­λα πλα­γι­α­σμέ­νη στὸ πλευ­ρό της, μιὰ τὸν ψη­λό­κορ­μο χω­ρι­κὸ ποὺ πή­γαι­νε σκυ­φτὸς τρα­βών­τας τ’ ἄ­λο­γο ἀ­π’ τὰ γκέ­μια, καὶ τὰ χε­λι­δό­νια ποὺ φτε­ρού­γι­ζαν πά­νω τους, κα­θὼς ἐ­κεῖ­νοι περ­νοῦ­σαν, κι ἀ­μέ­σως ὕ­στε­ρα ξα­να­γύ­ρι­ζαν νὰ κά­τσουν στὰ τη­λε­γρα­φι­κὰ σύρ­μα­τα.

       Ὁ Μο­κά­νιν ξα­να­γύ­ρι­σε συλ­λο­γι­σμέ­νος στὸ κο­πά­δι του καὶ ξα­νάρ­χι­σε τὴ δου­λειά του — ἔ­κο­βε ἀ­πὸ πε­τσὶ ἀ­λό­γου τσα­ρού­χια. Ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε. Καὶ μή­πως εἶ­ναι αὐ­τὸ μο­νά­χα;

       Ἔ­νι­ω­θε με­γά­λο βά­ρος στὸ στῆ­θος, κά­τι τὸν τυ­ρα­γνοῦ­σε. Ὕ­στε­ρα, πα­ρα­τών­τας τὸ σου­βλί του ἀ­π’ τὸ χέ­ρι, σή­κω­σε τὰ μά­τια στὸν οὐ­ρα­νὸ κι εἶ­πε:

       — Κύ­ρι­ε Με­γα­λεύ­σπλα­χνε, τί βά­σα­να σὲ τού­τη τὴ γῆς!

       Κι ἔ­ρι­ξε ξα­νὰ τὴ μα­τιά του στὸ κά­ρο ποὺ μά­κραι­νε πέ­ρα στὸ δρό­μο.


μαυ­λί­ζω: φω­νά­ζω κά­ποι­ο ζῶ­ο ἢ που­λὶ μι­μού­με­νος τὴ φω­νή του.

ἀ­σί­κης: πα­λι­κα­ράς, λε­βέν­της.

στα­λιά­ζω: ξε­κου­ρά­ζο­μαι στὴ σκιά.

λεύ­κα­σμα: ἄ­σπρι­σμα, ἀ­σβέ­στω­μα.

καρ­νά­γιο: σκά­ρα ὅ­που πλα­γιά­ζουν τὰ πλοῖ­α γιὰ κα­θα­ρι­σμό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 Πη­γή:

http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B125/668/4445,19947/index_b_08.html

Giofkof,Giorntan-Eikona-01Γιορ­ντὰν Γι­όφ­κω­φ (Йордан Йовков) (Ζέραβ­να, 1880 – Πλόβ­ντιβ, 1937). Βούλ­γα­ρος πε­ζο­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δὲν μπό­ρε­σε νὰ τε­λει­ώ­σει τὰ Νο­μι­κὰ καὶ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δου­λέ­ψει, ἀρ­χι­κά, ὡς δά­σκα­λος. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς πρε­σβευ­τὴς στὸ Βου­κου­ρέ­στι. Πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης καὶ χῶ­ρος δρά­σης τῶν ἔρ­γων τοῦ εἶ­ναι τὰ Βαλ­κά­νια. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα (Θρύ­λοι τοῦ βου­νοῦ Στά­ρα Πλά­νι­να, 1927), μυ­θι­στο­ρή­μα­τα (Τὸ τσι­φλί­κι κον­τὰ στὰ σύ­νο­ρα, 1934) καὶ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα (Βρα­δι­ὲς στὸ παν­δο­χεῖ­ο τοῦ Ἀν­τί­μο­βο, 1928· Ὁ ἑ­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χος, 1930· Ἡ καρ­διὰ μιᾶς γυ­ναί­κας, 1935).

Με­τά­φρα­ση (ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά):

Γιά­ννης Ρί­τσος (Μο­νεμ­βα­σιά, 1 Μα­ΐ­ου 1909 – Ἀ­θή­να, 11 Νο­εμ­βρί­ου 1990). Ποί­η­ση, μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­α­τρο, με­τά­φρα­ση, με­λέ­τη. Πολ­λὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες. Δη­μο­σί­ευ­σε πά­νω ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ συν­θέ­σεις, ἐν­νέ­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τέσ­σε­ρα θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ με­λέ­τες.

Ση­μεί­ω­ση τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου:

Ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὁ φί­λος καὶ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἱ­στο­σε­λί­δας μας, με­τα­φρα­στὴς ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά, Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς, στὶς 12 Ἰ­ου­λί­ου 2010 ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­να σπά­νιο ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι στὴν πό­λη Ταρ­γκό­βι­στε τῆς Βουλ­γα­ρί­ας! Ἐ­δῶ βλέ­που­με τὸ σχε­τι­κὸ βίν­τε­ο:




		

	
Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 609 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.