Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás): Προσευχή


Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás)


Προ­σευ­χή

[Oración]


ΤΑΝ ΔΙΑΒΑΖΩ ἕ­να ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κὸ ποί­η­μα στὰ ὄ­νει­ρά μου, ξυ­πνά­ω καὶ πε­τά­γο­μαι ἀ­πὸ τὰ σκε­πά­σμα­τα ὅ­πως ὁ πνιγ­μέ­νος μό­λις βρεῖ ἀ­έ­ρα. Ξά­γρυ­πνος πιά, ἀ­να­ζη­τῶ σὲ ὅ­λα τὰ βι­βλί­α, δί­χως νὰ τοὺς βρί­σκω, τοὺς στί­χους ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ μά­τια μου νὰ ἀ­νοί­ξουν. Ἀ­να­ζη­τῶ τὸ ποί­η­μα ποὺ ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­πως ἀ­να­ζη­τεῖ τὸν Θε­ὸ ἐ­κεῖ­νος ποὺ γνω­ρί­ζει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει. Ποί­η­μα τοῦ ὀ­νεί­ρου, σῶ­σέ με, ἔ­λα νὰ μὲ βρεῖς, φύ­λα­ξέ με ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ὠ­κε­α­νὸ σά­πιας πρό­ζας ποὺ εἶ­ναι ἡ ἀ­γρύ­πνια. Ἁ­γι­α­σθή­τω τὸ ὄ­νο­μά σου, Σίλ­βια Πλάθ, ἐλ­θέ­τω ἡ βα­σι­λεί­α σου, Ἔ­μι­λι Ντί­κιν­σον, δὸς ἡ­μῖν σή­με­ρον τὸν στί­χον ἡ­μῶν τὸν ἐ­πι­ού­σιον, Χόρ­χε Μαν­ρί­κε, προ­σευ­χή­σου ὑ­πὲρ ἡ­μῶν, τῶν ξα­γρυ­πνι­σμέ­νων, Βι­θέν­τε Ἀ­λε­ϊ­ξάν­τρε. Γεν­νη­θή­τω τὸ θέ­λη­μά σου ὡς ἐν οὐ­ρα­νῷ καὶ ἐ­πὶ τῆς γῆς, Χὶλ δὲ Μπι­έδ­μα, καὶ μὴ εἰ­σε­νέγ­κῃς ἠ­μᾶς εἰς πει­ρα­σμόν, Πέ­δρο Σα­λί­νας. Πι­στεύ­ω στὰ σο­νέ­τα τοῦ Λό­πε δὲ Βέγ­κα καὶ στὶς ρί­μες τοῦ Μπέ­κερ καὶ στὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τοῦ Ἐ­σπρον­θέ­δα. Συγ­χώ­ρα, Σαίξ­πηρ, τὰ ἀ­νο­μή­μα­τά μας. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, δῶ­σε μας μιὰ με­τα­φο­ρά. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, ἀ­πο­κά­λυ­ψέ μας ἕ­να ρυθ­μό. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, βγά­λε ἕ­ναν ἑν­δε­κα­σύλ­λα­βο ἀ­πὸ τὸ κα­πέ­λο σου. Χαῖ­ρε, Σιμ­πόρ­σκα, μή­τηρ ἐ­λε­ή­μων, ζω­ὴ καὶ γλυ­κύ­τη­τα, ἐλ­πί­δα μας, χαῖ­ρε. Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νω ἔ­γρα­ψε ἡ Λου­ὶζ Γκλὶκ στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες της: «Θυ­μᾶ­μαι τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α ὡς μιὰ μα­κρὰ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ βρί­σκο­μαι ἀλ­λοῦ.» Καὶ εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος γε­νη­θή­τω ποί­η­μα, καὶ τὸ ποί­η­μα ἐ­γέ­νε­το σὰρξ καὶ ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν. Ἐν ἀρ­χὴ ἦ­το τὸ χά­ος καὶ βα­σί­λευ­ε τὸ σκό­τος καὶ τὸ πνεῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου φτε­ρο­κο­ποῦ­σε πά­νω ἀ­πὸ τοὺς δα­κτύ­λους καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἔ­ρε­βος. Ἰ­δέ­α Βι­λα­ρί­νιο, ἔ­λα στὶς ψυ­χές μας, ποὺ ἐ­σέ­να λα­χτα­ροῦν. Πι­στεύ­ω στὸν Ρίλ­κε, στὸν Βερ­λαὶν καὶ στὸν Ρεμ­πώ, κα­θὼς καὶ στὸν Λόρ­κα, στὸν Οὐ­ι­δόμ­προ, στὸν Θερ­νού­δα καὶ στὸν Ὀ­κτά­βιο Πάς, στὸν Μπόρ­χες καὶ στὴν Πι­σαρ­νίκ. Πη­γαί­νω γιὰ ὕ­πνο μὲ τὸν Λου­ὶς δὲ Γκόν­γκο­ρα, μὲ τὸν Μπων­τλαὶρ ξυ­πνά­ω, μὲ τὸ Τα­ξί­δι στὴν Ἰ­θά­κη καὶ μὲ τὸν δὸν Ἀν­τό­νιο Μα­τσά­δο. Ἀ­μήν.


 

Πη­γή: Ἐ­φη­με­ρί­δα El País, 30 Ὀ­κτω­βρί­ου 2020: https://elpais.com/opinion/2020-10-29/oracion.html

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás) (Βα­λέν­θια, 1946). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος καὶ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος, θε­ω­ρεῖ­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἐν ζω­ῇ πε­ζο­γρά­φος τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. [Γιὰ μιὰ ἄλλη πιὸ ρεαλιστικὴ καὶ λιγότερο δημοκοπικὴ προσέγγιση στὸ θέμα, μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης τοῦ ἱστολογίου μας νὰ διαβάσει τὸ μπονζάϊ «Ποιητές» τῆς Ἄνα Μαρίας Σούα, σὲ μετάφραση τῆς Ἄννας Βερροιοπούλου. Σ.Τ.Ἐ.]

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα

Μαρτυρία μιᾶς νεοελληνικῆς διαστροφῆς

[τοῦ Ἰωάννου Κωλέττη]


ΤΑ 1825 ἡ Κυ­βέρ­νη­ση γιὰ νὰ πε­ρι­ποι­η­θῇ τοὺς ἄ­τα­χτους κα­πε­τα­ναί­ους ποὺ τοὺς χρει­α­ζό­τα­νε πο­λὺ γιὰ νὰ χτυ­πή­σῃ τοὺς ἐ­χτρούς της, μοί­ρα­ζε μὲ τὴ φού­χτα τοὺς προ­βι­βα­σμούς, ἀν­τι­στρά­τη­γους καὶ τέ­τοι­α.

       Ὁ Κω­λέ­της τό­τε, τὸ δε­ξὶ χέ­ρι τῆς κυ­βέρ­νη­σης, ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν, εἶ­πε σ’ ἕ­ναν ξέ­νο ποὺ τοῦ πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο αὐ­τὸ ἤ­τα­νε κα­κό.

       — Τί νὰ κά­νου­με; Ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με γρό­σια, μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Emerson, A picture of Greece in 1825. London, 1826, Β´ σ. 260.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. ­νέκ­δο­ταΓνω­μι­κάΠε­ρί­ερ­γα­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 16-17 [Τίτλος: «28.—Μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#15]


Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις


ΠΑΡΑΠΑΝΩ φω­το­γρα­φί­α τῶν E­van In­ger­soll καὶ Ga­el Mc­Gill[1] ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ μον­τε­λο­ποί­η­ση ἑ­νὸς εὐ­κα­ρυ­ω­τι­κοῦ κυτ­τά­ρου σὲ τρισ­δι­ά­στα­τη μορ­φὴ ποὺ προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τὸν συν­δυα­σμὸ βι­ο­πλη­ρο­φο­ρι­κῆς, δο­μι­κῆς βι­ο­λο­γί­ας, γε­νε­τι­κῆς καὶ ὀ­πτι­κῆς τέ­χνης. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τὶς πιὸ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἀ­πει­κο­νί­σεις ποὺ δι­α­θέ­του­με μέ­χρι τώ­ρα, ἐ­πει­δὴ ἀ­πει­κο­νί­ζει μὲ ἀ­κρί­βεια τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεῖ­α στὴ βά­ση δο­μι­κῶν καὶ μο­ρια­κῶν ἀ­να­λύ­σε­ων τῶν συ­στα­τι­κῶν κά­θε ὀρ­γα­νι­δί­ου[2] καὶ ἂν ἀ­να­τρέ­ξει κα­νεὶς στὴν πηγὴ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὸν με­τα­σχη­μα­τι­σμὸ τοῦ κυτ­τα­ρι­κοῦ το­πί­ου. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐν­τυ­πω­σια­κὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­πει­κό­νι­ση τοῦ μιτο­χον­δρίου (ὅ­ρος ἀ­πὸ τὴν λέ­ξη «μί­τος» [νῆ­μα] καὶ «χόν­δρος» [σφαι­ρι­κὸ σω­μά­τιο]), τοῦ ὀ­βὰλ ὀρ­γα­νι­δί­ου ἀ­ρι­στε­ρὰ στὴ φω­το­γρα­φί­α, μὲ τὶς πτυ­χώ­σεις τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς μεμ­βρά­νης καὶ τὴ μὼβ ἐ­πι­χρω­μά­τι­ση, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ φυ­λά­ει πολ­λὰ μυ­στι­κὰ κι ἐκ­πλή­ξεις γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ὴ καὶ τὸν θά­να­το. Οἱ Ingersoll καὶ McGill βα­σί­στη­καν στὶς ἀ­πει­κο­νί­σεις κυτ­τα­ρι­κῶν δο­μῶν τοῦ Da­vid Good­sell. Στὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ τε­λευ­ταί­ου ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς μό­το τὸ ποί­η­μα μὲ τί­τλο «Φύ­ση» (1863) τῆς Emily Dickinson: «Φύ­ση εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ βλέ­που­με / Τὸ Ἀ­πό­γευ­μα – ὁ Λό­φος – /  Ὁ Σκί­ου­ρος – Ἡ ἔ­κλει­ψη –  […] Φύ­ση εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρου­με– / Τὴν τέ­χνη ὅ­μως δὲν ἔ­χου­με γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με– / Τό­σο ἀ­δύ­να­μη ἡ Σο­φί­α Μας»[3].


«Γιὰ με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἀ­νά­με­σα στὴν ὑ­ψη­λό­τε­ρη κοι­νω­νί­α, τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τοῦ τε­μα­χι­σμοῦ (τῶν που­λε­ρι­κῶν) ἀ­να­λάμ­βα­νε ὁ κύ­ριος τοῦ σπι­τιοῦ, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ζή­τη­μα τι­μῆς νὰ γνω­ρί­ζει πῶς νὰ τὰ κομ­μα­τιά­ζει καὶ νὰ τὰ πα­ρου­σιά­ζει μὲ ἄ­ψο­γο τρό­πο. Πι­θα­νό­τα­τα ἐ­μεῖς δὲν πρό­κει­ται νὰ ξα­να­δοῦ­με ἕ­να ὑ­ψη­λὸ πρό­σω­πο νὰ τὴν ἐ­κτε­λεῖ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου γεύ­μα­τος, ὅ­πως τὴν ἐ­κτε­λοῦ­σε θαυ­μά­σια ὁ βα­σι­λιὰς Λού­ις Φε­λί­πε, μπρο­στὰ στὰ ἔκ­θαμ­βα μά­τια τῶν κα­λε­σμέ­νων του. Ὅ­λο αὐ­τὸ ἔ­χει ἁ­πλο­ποι­η­θεῖ γιὰ νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἡ κυ­ρί­α τοῦ σπι­τιοῦ ἀλ­λὰ καὶ οἱ συν­δαι­τυ­μό­νες ἀ­πὸ τὴ νευ­ρι­κὴ ἔν­τα­ση ποὺ προ­κα­λεῖ­ται μπρο­στὰ στὶς δυ­σκο­λί­ες ποὺ συ­νε­πά­γε­ται αὐ­τὴ ἡ δι­α­δι­κα­σί­α.» Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[4] μὲ τί­τλο «Νεῦ­ρα», τῆς δη­μο­φι­λοῦς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Petrona C. de Gandulfo, γνω­στῆς ὡς Do­ña Petrona, ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν ἀ­να­φο­ρᾶς μὲ τί­τλο «Anto­­lo­­gía del cu­en­to bre­ve y o­cul­to» (ἔκδ. Suramericana, Buenos Aires, 2001), σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῶν Ἀρ­γεν­τι­νῶν καλ­λι­ερ­γη­τῶν καὶ θε­ω­ρη­τι­κῶν τοῦ εἴ­δους Ra­úl Bra­sca καὶ Luis Chi­tar­roni. Τὸ κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ συρ­ρα­φὴ ἀ­πο­σπα­σμά­των ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα γιὰ τὴν τέ­χνη τοῦ τε­μα­χι­σμοῦ καὶ τὴν ἱ­στο­ρι­κή της δι­ά­στα­ση στὸ βι­βλί­ο μα­γει­ρι­κῆς τῆς Do­ña Petrona μὲ τί­τλο «El li­bro de Do­ña Pe­tro­na» ποὺ πρω­το­εκ­δό­θη­κε τὸ 1933 στὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ ἐ­πέ­δρα­σε κα­τα­λυ­τι­κὰ στὴ δι­α­μόρ­φω­ση κοι­νω­νι­κῶν συμ­πε­ρι­φο­ρῶν, δι­α­τρο­φι­κῶν συ­νη­θει­ῶν κι αἰ­σθη­τι­κῆς πολ­λῶν γε­νε­ῶν τῆς χώ­ρας[5].

       Σύμ­φωνα μὲ τὴν κρι­τι­κὸ Viole­ta Rojo ἡ ἀν­θο­λο­γί­α τῶν Brasca καὶ Chi­tar­roni εἶ­ναι ἀ­πο­λαυ­στι­κή, γε­μά­τη μυ­στι­κὰ κι ἐκ­πλή­ξεις· κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ προ­βλέ­ψει τί τὸν πε­ρι­μέ­νει στὴν ἑ­πό­με­νη σε­λί­δα. Σκο­πὸς τῶν ἐ­πι­με­λη­τῶν ἦ­ταν νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψουν καὶ νὰ ἀ­να­δεί­ξουν τὴν ἔν­τα­ση τοῦ μι­κροῦ μὲ στο­χα­στι­κὴ καὶ χι­ου­μο­ρι­στι­κὴ δι­ά­θε­ση. Ἔ­χουν ἀ­να­μεί­ξει αὐ­τού­σια κεί­με­να μὲ κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν ἐ­πε­ξερ­γα­στεῖ οἱ ἴ­διοι, ἄ­γνω­στων ἀλ­λὰ καὶ δι­α­κε­κρι­μέ­νων δη­μι­ουρ­γῶν, ὅ­πως τῶν Proust, Saw­yer, Jo­yce, Nabo­kov, Salin­ger, Bor­ges, Bioy, Pi­ñe­ra, Cor­tá­zar, Felis­ber­to Her­nán­dez, Yeats, Rul­fo, Mu­sil, Greena­way, Stop­pard, Ber­trand Rus­sell, Ana Ma­ría Shua, Pa­viç, κ.τ.λ.

       Στὴν ἀν­θο­λο­γί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται δύ­ο κεί­με­να τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ συν­θέ­τη John Ca­ge, δη­μι­ουρ­γοῦ τῆς πιὸ ἀμ­φί­ση­μης μου­σι­κῆς σύν­θε­σης τοῦ 20ου αἰ., 4’33’’ (1952), στὴν ὁ­ποί­α ὑ­μνεῖ­ται ἡ σι­ω­πὴ καὶ ἡ διά­δρα­ση καλ­λι­τέ­χνη – ἀ­­πο­δέ­κτη. Τὰ δύ­ο κεί­με­νά του ἔ­χουν ἐ­πι­λε­χθεῖ ἀ­πὸ τὸ βι­βλίο τοῦ A year in Mon­day: New Lec­tu­res and Wri­tings (1967). Σὲ αὐ­­τὸ ἐν­το­πί­ζον­ται πολ­λὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ση­μεῖ­α, ὄ­χι μό­νο γιὰ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, σὲ μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη κα­τα­χώ­ρη­ση ὁ Ca­ge ἀ­να­φέ­ρει τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸν Κι­νέ­ζο ποὺ ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν πε­τα­λού­δα καὶ ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἐ­ὰν ἦ­ταν πε­τα­λού­δα ποὺ ὀ­νει­ρευό­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἄν­θρω­πος. Στὸ δο­κί­μιό του (1975) μὲ τί­τλο «Whe­re are we ea­ting? And what are we ea­ting?» ὁ Ca­ge μνη­μο­νεύ­ει τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ δι­ά­ση­μος Ἀ­με­ρι­κα­νὸς χο­ρευ­τὴς καὶ χο­ρο­γρά­φος Merce Cun­nin­gham ἔ­λα­βε τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Gug­gen­heim καὶ ρω­τή­θη­κε τί θὰ ἔ­κα­νε μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρή­μα­τα κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πάν­τη­σε μο­νο­λε­κτι­κὰ «θὰ φά­ω!». Στὸ ἴ­διο γρά­φει ὅ­τι ὅ­σο γερ­νοῦ­σε, τό­σο κα­τα­λά­βαι­νε τί εἶ­χε στὸ μυα­λὸ του ὁ Wit­tgen­stein ὅ­ταν εἶ­χε πεῖ ὅ­τι ἂν ἔ­βρι­σκε κά­τι ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ φά­ει (μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση), δὲ θὰ τὸ ἄλ­λα­ζε πο­τέ. Ὁ Ca­ge, ἦ­ταν δει­νὸς με­λε­τη­τὴς τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου φι­λο­σό­φου, ἰ­δι­αί­τε­ρα προ­βλη­μα­τι­σμέ­νος γιὰ τὸν ρό­λο τῆς δι­α­τρο­φῆς μας ὡς κοι­νω­νι­κὴ πρά­ξη καὶ λά­τρης τῶν μα­νι­τα­ρι­ῶν. Φη­μο­λο­γεῖ­ται ὅ­τι μυ­ήθη­κε ἀ­πὸ τὸ θρυ­λι­κὸ ζεῦ­γος Len­non-O­no στὶς δι­α­τρο­φι­κὲς συ­νή­θει­ες ποὺ πρό­τει­ναν οἱ ἀ­να­το­λι­κὲς θρη­σκεῖ­ες καὶ ἡ πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ κουλ­τού­ρα ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 καὶ ὅ­τι κέρ­δι­σε του­λά­χι­στον δέ­κα χρό­νια ζω­ῆς ὅ­ταν ἔ­κο­ψε μα­χαί­ρι τὸ ἀλ­κο­ὸλ καὶ τὰ λι­πα­ρὰ τῆς με­σο­δυ­τι­κῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς δι­α­τρο­φῆς.

       Στὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δύ­ο κεί­με­νά του ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α οἱ ἐ­πι­με­λη­τὲς ἔ­χουν δώ­σει τὸν τί­τλο «Αὐ­τα­πά­τη[6]». Ὁ Ca­ge ἀ­φη­γεῖ­ται μιὰ σύν­το­μη συ­νο­μι­λί­α του μὲ τὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸ εἰ­δι­κὸ στὴν μυ­κη­το­λο­γία A­le­xan­der Η. Smith: «[…] Τοῦ εἶ­πα ὅ­τι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα ποὺ μοῦ ἄ­ρε­σε στὴ βο­τα­νι­κὴ ἦ­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν ἐ­γω­ι­σμὸ καὶ τὸν φθό­νο ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν μά­στι­γα γιὰ τὴν τέ­χνη, ὅ­τι γι’ αὐ­τὸν τὸν λό­γο, ἂν ὄ­χι γιὰ κα­νέ­ναν ἄλ­λο, θὰ ἔ­δι­να τὴ ζω­ή μου προ­κει­μέ­νου νὰ ξα­να­ζοῦ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ὡς βο­τα­νο­λό­γος, πα­ρὰ ὡς μου­σι­κός. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε, “Αὐ­τὸ δεί­χνει πό­σα λί­γα γνω­ρί­ζεις πε­ρὶ βο­τα­νι­κῆς”. Στὴν πο­ρεί­α τῆς κου­βέν­τας ἀ­νέ­φε­ρα τυ­χαῖα τὸ ὄ­νο­μα ἑ­νὸς μυ­κη­το­λό­γου ἀ­πὸ ἕ­να ἄλ­λο πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μιν­τ­γου­έ­στ. Ὁ Σμίθ, μὲ κο­φτε­ρὸ τό­νο εἶ­πε: “Μὴν ἀ­να­φέ­ρεις αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα στὸ σπί­τι μου”.»

       Ἡ «Πε­τα­λού­δα» εἶ­ναι μί­α ἀ­κό­μα ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[7] ποὺ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α καὶ εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ἑ­ξῆς: «Ἡ πε­τα­λού­δα εἶ­ναι ἕ­να ζῶ­ο τῆς στιγ­μῆς ποὺ ἐ­φηῦ­ραν οἱ Κι­νέ­ζοι». Εἶ­ναι τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ Salvador Elizondo, ἰ­δι­αί­τε­ρα δη­μο­φι­λοῦς συγ­γρα­φέ­α τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60, ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν του —ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α τοῦ εἴ­δους— μὲ τί­τλο «El retrato de Zoe y otras mentiras» (ἔκδ. Joaquin Mortiz, 1969). Τὸ ὕ­φος τοῦ Elizondo, ἐμ­φα­νί­ζει συ­σχε­τι­σμοὺς μὲ τὸ ὕ­φος τῶν Jo­yce, Pou­nd, Cor­tá­zar, Ru­lfo καὶ Ba­tail­le. Στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ His­pa­nia εἶ­χε γί­νει ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ ἀ­φιέ­ρω­μα τὸ 1967 ὄ­χι μό­νο γιὰ τὴ δει­νό­τη­τά του στὴν πο­λὺ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα καὶ τὶς νέ­ες δυ­να­τό­τη­τες ποὺ ἀ­νέ­δει­ξε ὁ Elizondo στὴν ἀ­φή­γη­ση, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸ βρα­βευ­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλο Farabeuf, o la cronica de un instante, μιὰ σπου­δὴ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τας, ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, ἀ­κρί­βειας καὶ πύ­κνω­σης. Ὁ Luis Farabeuf ἦ­ταν ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος Γάλ­λος χει­ρουρ­γὸς τοῦ 19ου αἰ. καὶ τὸ πά­θος του γιὰ τὴν ἀ­να­το­μί­α ἀ­πο­τυ­πώ­θη­κε ἀ­κό­μα καὶ στὰ ἐγ­χει­ρί­διά του, γνω­στὰ ὡς Precis de manuel operatoire.


       «Λι­μα­σμέ­νη» εἶ­ναι ὁ τί­τλος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[8] τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νο-κι­νέ­ζας κα­θη­γή­τριας Φυ­σι­κῆς Sa­man­tha Xi­ao Co­dy, νι­κή­τριας περ­σι­νοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ The Ma­ster’s Re­view, κρι­τὴς τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν ἡ Kim­berly King Par­sons. «Φί­δι καὶ βά­τρα­χο καὶ ἄ­λο­γο καὶ ἀγ­γού­ρι τῆς θά­λασ­σας καὶ τρι­ζό­νια καὶ σκου­λή­κια. Τὰ ἔ­χω φά­ει ὅ­λα, ἀρ­πά­ζον­τάς τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­στρε­φό­με­νο κέν­τρο ἑ­νὸς ἐ­πί­ση­μου τρα­πε­ζιοῦ· τὰ ἔ­χω χώ­σει στὸ στό­μα μου στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Αὐ­τὸς ὁ τύ­πος βαρ­βα­ρό­τη­τας, λέ­νε, εἶ­ναι ἀ­π’ ὅ­που προ­έρ­χον­ται οἱ νέ­οι θα­να­τη­φό­ροι ἰ­οί. Λευ­κὲς μη­τέ­ρες δι­α­μαρ­τύ­ρον­ται στὴν Τσά­ι­να­τά­ουν τοῦ Μαν­χά­ταν μὲ φω­το­γρα­φί­ες τῶν σκύ­λων τους, ἀ­παι­τών­τας μὲ μα­νί­α τὴν ἀ­πέ­λα­ση τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν ποὺ ρί­ζω­σαν μέ­σα στὴν ἀ­με­ρι­κά­νι­κη μι­κρο­σκο­πι­κὴ πε­ρι­ο­χή τους πρὶν δε­κα­ε­τί­ες. […]». Αὐ­τὰ ἀ­να­φέ­ρει ἡ ἡ­ρω­ί­δα τῆς Cody, ὥ­σπου ἡ κα­χε­κτι­κὴ μη­τέ­ρα της ἀ­να­κα­λύ­πτει τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α τῆς κό­ρης της καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴν ἀν­τι­με­τω­πί­ζει ὡς πραγ­μα­τι­κὸ μί­α­σμα, ἐμ­μέ­νον­τας στὴν ἄ­πο­ψή της ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι κά­νουν ἄ­σχη­μα πράγ­μα­τα ὅ­ταν πει­νᾶ­νε. Ἡ κό­ρη ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ τρώ­ει τὰ πάν­τα, κα­τα­πί­νον­τας ἀ­κό­μα καὶ τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψη, τὴν ἀ­πο­στρο­φὴ καὶ τὸν κοι­νω­νι­κὸ ἀ­πο­κλει­σμό.


       «Ὅ­ταν ἡ πεί­να μπαί­νει ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα, ὁ ἔ­ρω­τας βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, εἶ­πε ἡ για­γιὰ στὸν ἐγ­γο­νό της. Τώ­ρα αὐ­τὸς ἔ­χει σφρα­γί­σει ὅ­λα τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ σπι­τιοῦ. Κι ἐ­δῶ καὶ σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες, δὲ βγαί­νει κα­νείς, ἂν καὶ οἱ ἦ­χοι δυ­να­μώ­νουν ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν εἴ­σο­δο.» Αὐ­τὴ εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[9] μὲ τί­τλο «Ἕ­να ἄλ­λο ρη­τό», τοῦ Πε­ρου­βια­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Ricardo Calderón Inca, ἡ ὁ­ποί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο «Microbios: Minificcionistas Pandémicos» (ἔκδ. Dendro, Lima, 2020). Στὴν τε­λευ­ταί­α συμ­με­τέ­χουν 19 συγ­γρα­φεῖς ἀ­πὸ χῶ­ρες τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς καὶ τὴν Ἱ­σπα­νί­α καὶ τὴν προ­λο­γί­ζει ἡ Ἀρ­γεν­τι­νὴ ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους Patricia Nasello. Η Nasello ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι ἂν καὶ τὰ κεί­με­να γρά­φτη­καν καὶ συγ­κεν­τρώ­θη­καν μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν παν­δη­μί­α ποὺ σα­ρώ­νει ἀ­κό­μα τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα, θί­γουν καὶ ἄλ­λα κοι­νω­νι­κὰ θέ­μα­τα, ὅ­πως ἡ κα­κο­ποί­η­ση ἀ­νη­λί­κων κι ἐ­νη­λί­κων, ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἀ­νέ­χεια, ἡ ἀ­να­σφά­λεια. Ὑ­πορ­ρη­τα, ὅ­μως, φαί­νε­ται ὅ­τι τὰ ἑ­νώ­νει θε­μα­τι­κὰ τὸ νε­ρό, ὅ­λες οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες κο­λυμ­ποῦν στὴν ἄ­βυσ­σο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης καὶ τὴ φω­τί­ζουν. Ἡ Χι­λια­νὴ συγ­γρα­φέ­ας Patricia Martín Rivas στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[10] της «Νε­ρό» γρά­φει: «Βρί­σκο­μαι βυ­θι­σμέ­νη στὴν κοι­λιὰ τῆς μη­τέ­ρας μου, τὰ νε­ρά της εἶ­ναι ζε­στὰ καὶ ἀ­τά­ρα­χα. Εἶ­μαι μι­κρὴ ἀ­κό­μα, ἔ­τσι κα­τα­λαμ­βά­νω ὅ­λο τὸ χῶ­ρο γιὰ νὰ κο­λυμ­πῶ καὶ νὰ παί­ζω. Ἡ ἕ­νω­ση τῆς κοι­λιᾶς μου μὲ τὴ δι­κή της εἶ­ναι ὅ­λο καὶ ὅ­λο ὅ,τι χρει­ά­ζο­μαι: μὲ τρέ­φει, μὲ προ­στα­τεύ­ει καὶ μὲ ἀ­να­μέ­νει, γε­μά­τη ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α μου. Κο­λυμ­πῶ εὐ­γνώ­μων γιὰ τὴν τό­ση φρον­τί­δα της, ὁ σχη­μα­τι­σμὸς φυ­σα­λί­δων ἀ­πὸ τοὺς καρ­δια­κοὺς παλ­μούς μας εὐ­νο­εῖ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξή μου. Ὅ­λα ρέ­ουν εἰ­ρη­νι­κά, καὶ ἡ καρ­διά μου κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι τὸ νε­ρό, τὸ δι­κό μου/μας στοι­χεῖ­ο, εἶ­ναι ἱ­ε­ρό. Τώ­ρα εἶ­μαι ἐ­νή­λι­κη καὶ τὸ ση­μαν­τι­κὸ ὑ­γρὸ ἔ­χει ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Πε­θαί­νω τῆς δί­ψας.»


Τὸν πε­ρα­σμέ­νο Ὀ­κτώ­βριο στὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Soft Mat­­ter τῆς Βα­σι­λι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Χη­μεί­ας τοῦ Λον­δί­νου ἀνα­κοι­νώθη­καν οἱ ἐ­ξε­λί­ξεις στὶς ἔ­ρευ­νες γιὰ τοὺς συν­θε­τι­κοὺς «μι­κρο­κο­λυμ­βη­τές». Πρό­κει­ται γιὰ τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ σω­μα­τί­δια τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες εὐ­ελ­πι­στοῦν ὅ­τι θὰ ἀ­να­λά­βουν καὶ ρό­λο με­τα­φο­ρέ­ων φαρ­μά­κων μέ­σα στὸ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα στὸ ἐγ­γὺς μέλ­λον. Ἐ­κτός των ἄλ­λων με­λε­τᾶ­ται καὶ ποι­ό θὰ ἦ­ταν τὸ ἰ­δα­νι­κό­τε­ρο σχῆ­μα τους. Ἀ­νά­με­σα στὰ νέ­α μον­τέ­λα ποὺ πα­ρου­σι­ά­στη­καν σὲ ἐ­κτύ­πω­ση 3D βρί­σκε­ται καὶ τὸ μικρότερο σκάφος τοῦ κό­σμου.


Στὴ συλ­λο­γὴ 83 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν καὶ 2 δι­η­γη­μά­των τοῦ Ἀρ­γεν­τι­νοῦ Mar­tín Gar­del­la μὲ τί­τλο Los chi­cos cre­cen (Editorial Macedonia, 2015), συ­ναν­τᾶ­με παι­διὰ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν τὴ ζω­ὴ ὡς ἐ­νή­λι­κες με­γα­λώ­νον­τας με­τ’ ἐμ­πο­δί­ων, ἥ­ρω­ες ποὺ μᾶς μι­λοῦν ἀ­πὸ τὴ με­τα­θα­νά­τια ζω­ή, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­νή­λι­κες ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ φο­βοῦν­ται νὰ κοι­τά­ξουν κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι τους ἢ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στὰ μά­τια. Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[11] μὲ τί­τλο «Ἡ δι­α­σκέ­δα­ση» δι­α­βά­ζου­με: «Στὴν πλα­τεί­α ἑ­νὸς ἐ­ρη­μι­κοῦ χω­ριοῦ ὑ­πάρ­χει ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κα­ρου­ζὲλ στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ χρό­νος κυ­λά­ει μυ­στη­ρι­ω­δῶς κα­θὼς πε­ρι­στρέ­φε­ται σύμ­φω­να μὲ τοὺς δεῖ­κτες τοῦ ρο­λο­γιοῦ. Κά­θε στρο­φὴ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἄ­ξο­να του ἰ­σο­δυ­να­μεῖ μὲ ἕ­να ἡ­με­ρο­λο­για­κὸ ἔ­τος. Ἀρ­χι­κὰ εἶ­ναι δι­α­σκε­δα­στι­κὸ νὰ βλέ­πει κα­νεὶς πῶς με­τα­μορ­φώ­νον­ται τὰ παι­διὰ σὲ ἐ­νή­λι­κες. Εἶ­ναι ἀ­κό­μη συ­ναρ­πα­στι­κὸ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νες μη­τέ­ρες νὰ βλέ­πουν ὅ­τι τὰ παι­διά τους δι­α­τη­ροῦν αὐ­τὰ τὰ χα­ρού­με­να χα­μό­γε­λα πα­ρὰ τὰ γκρί­ζα μαλ­λιά τους. Εἶ­ναι τρο­μα­κτι­κό, ὅ­μως, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἕ­να ξύ­λι­νο ἄ­λο­γο παίρ­νει τὴ στρο­φὴ χω­ρὶς τὸν ἀ­να­βά­τη του.»


Στὸ κέν­τρο τῆς Κο­λομ­βί­ας, στὴν εὐ­ρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Chi­ribi­que­te Na­tio­nal Park, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ τμῆ­μα τοῦ τρο­πι­κοῦ δά­σους τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου καὶ εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­πρό­σι­τη λό­γῳ τῆς πυ­κνῆς βλά­στη­σης, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου ποὺ μαι­νό­ταν ἐ­κεῖ, Βρε­τα­νοὶ καὶ Κο­λομ­βια­νοὶ ἀρ­χαι­ο­λό­γοι ἔ­χουν ἀ­να­κα­λύ­ψει ἀπὸ τὸ 2015 προ­ϊ­στο­ρι­κὲς τοι­χο­γρα­φί­ες στὶς προ­σό­ψεις κά­θε­των, πα­νύ­ψη­λων βρά­χων. Ἤ­δη ἀ­πὸ τό­τε ὁ κι­νη­μα­το­γρα­φι­στὴς Mi­ke Slee μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑ­λι­κο­πτέ­ρων κι ἐκ­παι­δευ­μέ­νου προ­σω­πι­κοῦ εἶ­χε συγ­κεν­τρώ­σει ὀ­πτι­κὸ ὑ­λι­κὸ γυ­ρί­ζον­τας τὸ ντο­κι­μαν­τέρ του, Co­lom­bia: Wild Ma­gic καὶ εἶ­χε ση­μει­ώ­σει ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν τό­πο ἐν­τε­λῶς ξε­χα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ χρό­νο. Σὲ συ­νέ­χεια αὐ­τῶν τῶν ἀ­να­κα­λύ­ψε­ων μό­λις στὰ τέ­λη τοῦ πε­ρα­σμέ­νου Νο­εμ­βρί­ου ἀ­να­κοι­νώ­θη­καν κι ἄλ­λα εὐ­ρή­μα­τα, μὲ τὸν διεθ­νῆ κι ἐγχώ­ριο τύ­πο νὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται πλέ­ον στὴν «Κα­πέ­λα Σιξ­τί­να τῶν ἀρ­χαί­ων». Πρό­κει­ται γιὰ ἀ­πει­κο­νί­σεις πο­λε­μι­στῶν καὶ κυ­νη­γῶν νὰ χο­ρεύ­ουν ἢ νὰ συμ­με­τέ­χουν σὲ τε­λε­τές, ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νων ζώ­ων πά­νω ἀ­πὸ 12.500 χρό­νια (μα­στό­δον­τες, πα­λαι­ο­λά­μα, βρα­δύ­πο­δες, ἄ­λο­γα ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τῶν πα­γε­τώ­νων, κ.ἄ.): μιὰ ἐ­ξι­στό­ρη­ση ἀ­μέ­τρη­των μι­κρῶν ἐ­πει­σο­δί­ων ποὺ ἐ­κτεί­νε­ται γύ­ρω στὰ 8 μί­λια καὶ θὰ χρεια­στεῖ πολ­λὲς γε­νε­ὲς ἐ­ρευ­νη­τῶν προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­γρα­φεῖ καὶ νὰ με­λε­τη­θεῖ.


Ἡ πο­λι­το­γρα­φη­μέ­νη Οὐα­λὴ ποι­ή­τρια Pascale Petit, γνω­στὴ ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο The Zoo Father (Seren, 2001), στὴ συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των της Mama Ama­zo­nica[12] (Bloodaxe, 2017) πα­ραλ­λη­λί­ζει μὲ κα­θη­λω­τι­κὸ τρό­πο τὴν κα­τα­στρο­φὴ τοῦ τρο­πι­κοῦ δά­σους τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου μὲ τὴν κα­κο­ποί­η­ση. Εἰ­δι­κὰ στὸ ὁ­μό­τι­τλο ποί­η­μα πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με πῶς ἡ ψυ­χα­σθέ­νεια ἕ­πε­ται τῆς κα­κο­ποί­η­σης καὶ πῶς βι­ώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κό­ρη τῆς κα­κο­ποι­η­μέ­νης μη­τέ­ρας μέ­σα σὲ ἕ­να ψυ­χι­α­τρεῖ­ο ποὺ με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ ζούγ­κλα. Ἰ­α­γουά­ροι, κρο­κό­δει­λοι, βρα­δύ­πο­δες κρε­μα­σμέ­νοι σὲ φουν­τω­τὲς κε­κρο­πί­ες, ὁρ­μη­τι­κὰ ρεύ­μα­τα, ἄν­θη καὶ πτη­νά, τὴν πα­ρα­τη­ροῦν νὰ να­νου­ρί­ζει τὴ μη­τέ­ρα της ἡ ὁ­ποί­α προ­σπα­θεῖ νὰ ξε­πε­ρά­σει τὸν ψυ­χο­λο­γι­κὸ καὶ δι­α­νο­η­τι­κὸ δι­α­με­λι­σμό της, τε­λών­τας ὑ­πὸ θε­ρα­πεί­α ὕ­πνω­σης, κου­λου­ρι­α­σμέ­νη σὲ μιὰ κα­πι­το­νὲ κου­βερ­τού­λα, μέ­σα στὸ φύλ­λω­μα ἑ­νὸς νού­φα­ρου, μὲ «μιὰ ταμ­πέ­λα γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν καρ­πό της – Vi­cto­ria A­ma­zo­ni­ca[13]».

       Τὰ πα­ρα­πά­νω φαί­νε­ται νὰ συ­νο­μι­λοῦν μὲ τοὺς δύ­ο στί­χους τοῦ Τά­σου Λει­βα­δί­τη «Συ­νή­θως τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες μου τὶς περ­νῶ στὸ ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο / καὶ σκέ­φτο­μαι πράγ­μα­τα τό­σο θλι­βε­ρὰ ποὺ τὰ ζῶ­α γρυ­λί­ζουν φο­βι­σμέ­να», στὸ ποί­η­μά του μὲ τί­τλο «Ἡ δί­κη τοῦ αἰ­ῶ­νος» (Μι­κρὸ βι­βλί­ο γιὰ με­γά­λα ὄ­νει­ρα, Κέ­δρος, 1987).

       Ἡ ἱ­στο­ρί­α μᾶς εἶ­ναι γε­νι­κὰ γνω­στή: «Με­τα­ξὺ τῶν ἄ­γρι­ων θη­ρί­ων, τὸ χει­ρό­τε­ρο εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος. Τὸ ξέ­ρω για­τὶ χθὲς τὸ βρά­δυ μπό­ρε­σα νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω αὐ­τὴ τὴ δή­λω­ση. Τὸ κο­πά­δι μου ἦ­ταν ἀ­τε­λὲς καὶ τώ­ρα, ἕ­να ἄλ­λο ἀρ­σε­νι­κὸ θὰ εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νο γιὰ τὴ φρον­τί­δα τῶν νέ­ων. Αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα ἀ­πο­σύ­ρε­ται στὸν πα­ρά­δει­σο τῶν λι­ον­τα­ρι­ῶν, χά­ρη στὸν ἄν­τρα ποὺ εἰ­σέ­βα­λε ἀ­θό­ρυ­βα στὴ φω­λιὰ μὲ τὸ ὅ­πλο του.» Αὐ­τὴ εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[14] τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς συγ­γρα­φέ­α Ildiko Nassr μὲ τί­τλο «Ἄ­γρια θη­ρί­α 1» ἀ­πὸ τὴ σχε­δὸν ὁ­μό­τι­τλη συλλογή της. Ἐ­νῶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[15] με τίτλο «Αδάμ[16]» ὁ Raúl Brasca μᾶς δί­νει τὴ δι­κή του ἐκ­δο­χὴ γιὰ τὸ εἶ­δος μας: «Τὴν ἡ­μέ­ρα πού, μὲ ἱ­ε­ρὴ ἔκ­πλη­ξη, ἐ­κεί­νη ἡ μα­ϊ­μοῦ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­τρω­γε πάν­τα, αὐ­τὸ ποὺ δάγ­κω­νε, ἦ­ταν ἕ­να μῆ­λο, ἐκ­δι­ώ­χθη­κε ἀ­πὸ τὸν ἐ­πί­γει­ο πα­ρά­δει­σο.»

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Ἀλ­λά­ζουν τὰ πάν­τα γύ­ρω μας. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε ἡ ἀ­φή­γη­ση νὰ πα­ρα­μεί­νει ἴ­δια σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ποὺ βι­ώ­νου­με τὴν ἀφηγη­ματι­κότη­τα ὡς κατά­στα­ση; Κά­τω ἀ­πὸ τὸ μι­κρο­σκό­πιο τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἡ τε­λευ­ταία μοιά­ζει μὲ τὸ αἰ­νιγ­μα­τι­κὸ μι­το­χόν­δριο, ἢ φαί­νε­ται νὰ λει­τουρ­γεῖ σὰν μι­κρο­κο­λυμ­βη­τὴς στὸν σύγ­χρο­νο ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ ὠ­κε­α­νό, στὸν ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φο­ροῦν ἄ­πει­ρες ἀ­φη­γή­σεις, ποὺ ἀ­να­μει­γνύ­ον­ται καὶ με­τα­σχη­μα­τί­ζον­ται. Ὁ Ma­ria­no Ves­pa, Ἀρ­γεν­τι­νὸς πο­λι­τι­στι­κὸς συν­τά­κτης εἰ­δι­κὸς στὴ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα, στὴ συνέν­τευ­ξη ποὺ πῆ­ρε τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2020 ἀ­πὸ τὸν Chi­tar­roni εὔ­στο­χα ἐ­πι­ση­μαί­νει δύ­ο ζη­τή­μα­τα: πρῶ­το ὅ­τι καὶ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος δι­α­πρέ­πει σὲ ἕ­ναν δι­α­νο­η­τι­κὸ λα­βύ­ριν­θο μπορ­χε­σια­νοῦ τύ­που, μιὰ τρο­πι­κό­τη­τα τοῦ νοῦ ποὺ ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει σὲ μέ­γι­στο βαθ­μὸ τὴ δι­ά­δο­ση κι ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Δεύ­τε­ρο, ἀ­να­φέ­ρει τὴν ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­πεί­ρου του Ἀ­να­ξίμαν­δρου γιὰ νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει ἐν μέ­ρει αὐ­τὴ τὴ νο­ο­τρο­πί­α καὶ τὸν πα­ρα­φρά­ζει λέ­γον­τας ὅ­τι οἱ ἀ­να­γνώ­σεις με­τα­σχη­μα­τί­ζον­ται ἡ μί­α μέ­σα στὴν ἄλ­λη ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἀ­νάγ­κες καὶ ἀλ­λη­λο­δι­και­ώ­νον­ται σὺν τῷ χρό­νῳ.

       Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­ρευ­νη­τι­κὴ ὑ­πό­θε­ση πι­θα­νὸν νὰ στη­ρί­ζε­ται καὶ ἡ στο­χα­στι­κὴ το­πο­θέ­τη­ση τοῦ Ra­úl Bra­sca ἀ­πέ­ναν­τι στὸ δι­ε­θνὲς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἀρ­χι­κὰ φαί­νε­ται νὰ συμ­φω­νεῖ μὲ τὸν Wit­tgen­stein, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρό­τει­νε σι­ω­πὴ γιὰ ὅ­σα δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με, ἰ­δέ­α ποὺ ἀ­παν­τᾶ­ται καὶ στὸν Bor­ges. Ὡς πρὸς τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τοῦ εἴ­δους θε­ω­ρεῖ τὴ σι­ω­πὴ —τὸ τί δὲ λέ­με— δο­μι­κὸ συ­στα­τι­κό του. Ἰ­δέ­α ποὺ ἐ­ξε­τά­ζει καὶ ὁ κρι­τι­κὸς Ary Ma­la­ver στὸ βι­βλί­ο του La brevedad como poética (ἔκδ. Micropolis, Lima 2019), μὲ μό­το τὴ φρά­ση τοῦ Οὐ­ρου­γουα­νοῦ μου­σι­κοῦ καὶ για­τροῦ Jor­ge Drex­ler: «Δὲν εἶ­ναι τὸ φῶς αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α στὴν ἀ­λή­θεια, εἶ­ναι τὰ δώ­δε­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα τοῦ σκο­τα­διού[17]». Ὁ Bra­sca στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να ἐν­το­πί­ζει[18] δια­ύγεια, ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ κα­θα­ρό­τη­τα, ἔ­κλυ­ση ἐ­νέρ­γειας, πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, λε­πτό­τη­τα καὶ πύ­κνω­ση, τὴν ὁ­ποί­α δι­α­κρί­νει ἀ­πὸ τὴ συμ­πύ­κνω­ση. Θε­ω­ρεῖ, δη­λα­δή, ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὴ συμ­πύ­κνω­ση μί­ας με­γα­λύ­τε­ρης κι ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι τὸ τέ­λος κά­θε μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας φαί­νε­ται νὰ λαμ­βά­νει χώ­ρα στὸ μυα­λὸ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να στιγ­μια­ῖο ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο καὶ ἐ­πα­να­φο­ρὰ στὴν σκέ­ψη καὶ τὸ συ­ναί­σθη­μα, ὑ­πο­νο­ών­τας ὅ­τι ἡ φαν­τα­σί­α εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἑ­νώ­νει συγ­γρα­φέ­α – ἀ­να­γνώ­στη. «Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα ποὺ μὲ ἕ­να γύ­ρι­σμα τῆς φαν­τα­σί­ας νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ γί­νει κά­τι ἄλ­λο[19]» ἀ­πο­φάν­θη­κε ἀ­κρι­βῶς πρὶν ἕ­ναν αἰ­ώ­να ὁ W.C. Williams στὸ βι­βλί­ο του «Ko­ra in hell: impro­visa­tions» (The Four Seas Press, Boston, 1920). Ὅ­πως ἐ­πί­σης ὅ­τι «Φαν­τα­σί­α! Αὐ­τὴ εἶ­ναι τὸ σκου­λή­κι μέ­σα στὸ μῆ­λο».

       Στὸ πλαί­σιο τοῦ πα­ρα­δο­σια­κοῦ ἐγ­κι­βω­τι­σμοῦ ἡ ἀλ­λη­λου­χί­α ἱ­στο­ρι­ῶν, ὅ­πως στὴν «Ἀλληλουχία τῶν κήπων» τοῦ J. Cortázar, εἶ­ναι συ­νή­θης ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Προσ­δί­δει πύ­κνω­ση, βά­θος κι εὐ­νο­εῖ τὴν ἀν­τι­στρο­φὴ (στὸ πνεῦ­μα τοῦ G. Ba­che­lard) τῆς κοι­νῆς ἀν­τί­λη­ψης μι­κροῦ-με­γά­λου σὲ ἕ­να σύν­το­μο κεί­με­νο-κό­σμο ἀ­φ’ ἑ­αυ­τοῦ. Ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ[20] στὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς Lydia Davis μὲ τί­τλο «Happiest Moment», τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ εὔ­κο­λα νὰ με­τα­δι­η­γη­θεῖ κά­ποι­ος, κύ­ριο ζη­τού­με­νο στὸ εἶ­δος, πα­ρὰ τὴν πυ­κνό­τη­τα καὶ τὴ συν­το­μί­α της. Σὲ αὐ­τή, ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ρω­τά­ει μιὰ μα­θή­τριά του ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νη της ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἔ­χει γρά­ψει κι ἐ­κεί­νη ἀ­παν­τά­ει ποι­ά εἶ­ναι ἡ πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νη της ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἔ­χει δι­α­βά­σει: κά­πο­τε στὴν Κί­να ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς ἀγ­γλι­κῶν ρώ­τη­σε τὸν μα­θη­τή του ποι­ά ἦ­ταν ἡ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη στιγ­μὴ στὴ ζω­ή του κι ἐ­κεῖ­νος, με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὴ σκέ­ψη, ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι κά­ποι­α φο­ρὰ εἶ­χε πά­ει ἡ γυ­ναί­κα του στὸ Πε­κί­νο καὶ εἶ­χε φά­ει πά­πια. Αὐ­τὴ ἡ ἐμ­πει­ρί­α τῆς εἶ­χε μεί­νει ἀ­ξέ­χα­στη καὶ τοῦ τὴν ἀ­νέ­φε­ρε συ­χνά, ὁ­πό­τε ὁ Κι­νέ­ζος μα­θη­τὴς ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι ἡ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη στιγ­μὴ στὴ ζω­ή του ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο τὸ τα­ξί­δι τῆς γυ­ναί­κας του καὶ ἡ ἀ­πό­λαυ­ση τοῦ φα­γη­τοῦ τῆς πά­πιας.


Στὸ βι­βλίο τοῦ J. Cage ποὺ εἴ­δα­με πα­ρα­πά­νω ὑ­πεν­θυ­μί­ζε­ται συ­χνὰ ὅ­τι ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι γε­μά­τη μυ­στι­κά, ἐκ­πλή­ξεις καὶ μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις. Γρά­φει κά­που χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Ἡ ζω­ὴ ἀλ­λά­ζει. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρό­πους μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους προ­σπα­θῶ νὰ ἀλ­λά­ξω τὴ δι­κή μου εἶ­ναι νὰ ἀ­παλ­λα­γῶ ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες μου γιὰ νὰ μὴν εἶ­μαι κου­φὸς καὶ τυ­φλὸς στὸν κό­σμο γύ­ρω μου. Ὅ­ταν ἀ­να­φέ­ρο­μαι στὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου στὰ μα­νι­τά­ρια, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι μὲ ρω­τοῦν ἀ­μέ­σως ἂν ἔ­χω νι­ώ­σει πα­ραι­σθή­σεις. Ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ τοὺς πῶ ὅ­τι εἶ­μαι ἰ­δι­αί­τε­ρα ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κός, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που­ρι­τα­νός, ὅ­τι ὅ­λο κι ὅ­λο ποὺ κά­νω εἶ­ναι νὰ κα­πνί­ζω σὰν φου­γά­ρο —πλέ­ον μὲ δύ­ο φίλ­τρα καὶ μὲ ἕ­να κου­πό­νι σὲ κά­θε πα­κέ­το— καὶ νὰ πί­νω κα­φὲ πρω­ί, με­ση­μέ­ρι, βρά­δυ. Θὰ ἔ­πι­να καὶ ἀλ­κο­ὸλ ἀλ­λὰ ἔ­κα­να τὸ λά­θος νὰ ἐ­πι­σκε­φτῶ ἕ­ναν για­τρὸ ποὺ τὸ ἀ­πα­γο­ρεύ­ει. Οἱ πα­ραι­σθή­σεις γιὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­κού­ω δὲ μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρουν. Ὁ Ντὶκ Χίγ­κινς εἶ­πε ὅ­τι ἔ­φα­γε λί­γο ἀ­μα­νί­τη καὶ εἶ­δε ὁ­ρά­μα­τα μὲ λα­γούς. Ἡ Βα­λεν­τί­να Γου­ό­σον ἔ­φα­γε τὰ θε­ϊ­κὰ μα­νι­τά­ρια στὸ Με­ξι­κὸ καὶ φαν­τά­στη­κε ὅ­τι βρι­σκό­ταν στὶς Βερ­σαλ­λί­ες τὸν 18ο αἰ. ἀ­κού­γον­τας Μό­τσαρτ. Χω­ρὶς ἀ­πο­λύ­τως κα­μί­α δι­ε­γερ­τι­κὴ οὐ­σί­α, πέ­ραν τῆς κα­φε­ΐ­νης καὶ τῆς νι­κο­τί­νης, αὔ­ριο θὰ βρί­σκο­μαι στὸν Σὰν Φραν­σί­σκο ἀ­κού­γον­τας λί­γη ἀ­πὸ τὴ μου­σι­κή μου καὶ τὴν Κυ­ρια­κή, Θε­οῦ θέ­λον­τος, θὰ ξυ­πνή­σω στὴ Χα­βά­η μὲ πα­πά­γι­ες καὶ ἀ­να­νά­δες γιὰ πρω­ϊ­νό. Θὰ ὑ­πάρ­χουν λου­λού­δια ποὺ θὰ μο­σχο­βο­λοῦν, χρω­μα­τι­στὰ που­λιά, ἄν­θρω­ποι ποὺ θὰ κο­λυμ­ποῦν στὰ κύ­μα­τα, καὶ (σὲ πά­ω στοί­χη­μα πέν­τε σέν­τς) ἕ­να οὐ­ρά­νιο τό­ξο στὸν οὐ­ρα­νὸ ποὺ θὰ φα­νεῖ στὴ διά­ρκεια τῆς ἡ­μέ­ρας[21]».


προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες Τὸ ραντε­βοῦ μου μὲ μιὰ Νεά­ντερ­ταλ, Μιὰ ἱστο­ρία γιὰ τὸ σῶ­μα καὶ Οἱ φω­νὲς τῆς σιω­πῆς τῶν David Ga­lef, Ro­bert Hass καὶ Κώ­­στα Ἀ­­ξε­­λοῦ, ἀν­τί­στοι­χα.


Τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Πορ­το­γα­λί­δας Teo­lin­da Ger­são Μιὰ ζα­κέ­τα ἀπὸ κόκ­κινη ἀ­λε­ποῦ.


Τὴ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση μὲ τί­τλο The sound­maker τοῦ ντου­έ­του ἀ­κου­στι­κῆς κι­θά­ρας τῶν Με­ξι­κα­νῶν Rodri­go καὶ Gabri­ela.


Τὸ τρα­γού­δι Movi­mi­en­to τοῦ Jo­rge Drex­ler γιὰ τὸν στί­χο «Εἴ­μα­στε ζων­τα­νοὶ ἐ­πει­δὴ εἴ­μα­στε ἐν κι­νή­σει».


Τὴ σει­ρὰ ντο­κι­μαν­τὲρ Jun­gle My­ste­ry: Lost king­doms of the Ama­zon ποὺ ξε­κί­νη­σε τὸν Δε­κέμ­βριο 2020 στὸ channel 4 καὶ πε­ρι­η­γεῖ­ται στὴν πε­ρι­ο­χὴ καὶ τῶν πρό­σφα­των ἀ­να­κα­λύ­ψε­ων τῶν προ­ϊ­στο­ρι­κῶν τοι­χο­γρα­φι­ῶν στὴν Κο­λομ­βί­α.


[1]. Tῆς ἑται­ρείας Digizy­me’s Custom Ma­ya Mole­cu­lar Soft­ware Bio­logía Al In­stan­te, εἰ­δι­κῆς στὶς ἀ­πει­κονί­σεις μο­ρια­κῶν τοπί­ων.
[2]. Εὐχαρι­στοῦμε ἰδιαί­τε­ρα τὸν κ. Ἄκη Παπα­ντώνη, συγ­γρα­φέα καὶ καθη­γη­τὴ στὸ Πα­νε­­πι­στή­μιο τοῦ Göt­tin­gen, γιὰ τὴν ἐπιστη­μονι­κή του ἄπο­ψη σχε­τι­κὰ μὲ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα.
[3]. Emily Dickin­son, Τὸ ἀνε­ξάν­τλητα Σημαῖ­νον. 91 Ποι­ήμα­τα, Ἐπιλογὴ – Μετά­φρα­ση – Πρό­­λο­γος Ἕλ­λη Συνο­δινοῦ, Ἐκ­δό­σεις Ἰδε­ό­γραμ­μα, Ἀθήνα 2006.
[4]. Μετάφραση δική μου.
[5]. Στὸ Pol­lastri La­ura, Los desa­fue­ros del colec­cio­nista: micro­rre­lato, an­tolo­gía y com­pila­ción, στὸ Cua­der­nos del CI­LHA – a. 11 n. 13 – 2010 (p.p.30-37).
[6]. Μετάφραση δική μου.
[7]. Μετάφραση δική μου.
[8]. Μετάφραση δική μου.
[9]. Μετάφραση δική μου.
[10]. Μετάφραση δική μου.
[11]. Μετάφραση δική μου.
[12]. Ἡ σχε­δί­αση τοῦ ἐξωφύλ­λου εἶ­ναι τῆς Dra­ga­na Ni­ko­lic ἀπὸ τὴ Σερ­βία.
[13]. Μετάφραση δική μου.
[14]. Μετάφραση δική μου.
[15]. Μετάφραση δική μου.
[16]. Στὸ Brasca Raúl, Mi poé­tica. Micro­fic­cio­nes, ἀπὸ τὸν συλλογικὸ τόμο A­na Ru­e­da (ed.), Mi­ni­fic­ción y na­no­fi­lo­lo­gía: lati­tu­des de la hiper­bre­ve­dad, ­Ibe­ro­ame­ri­cana, Ma­drid, 2017.
[17]. Μετάφραση δική μου.
[18]. ὅπ. παρ. Brasca Raúl, Mi poé­ti­ca. Micro­fic­cio­nes.
[19] . Μετάφραση δική μου.
[20]. Στὸ Gor­ham Sa­rah, The Edge Effect, E­­co­to­ne, Vo­lu­me 2, Num­ber 1, Fall/Win­ter 2006 (p.p. 99-111), U­niver­si­ty of North Ca­ro­li­na, Wil­ming­ton.
[21]. Μετάφραση δική μου.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#14: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού (21-09-2020)

Δελτίο#13: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς (01-06-2020)

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.



		

	

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου: Ἀ­κραῖ­ες λύ­σεις γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν δα­κρυ­γό­νων



Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἀ­κραῖ­ες λύ­σεις γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν δα­κρυ­γό­νων


Στὸν Θ.Β.

ΔΕΡΜΑ. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο σὲ ἔ­κτα­ση ὄρ­γα­νο τοῦ σώ­μα­τος. Αἰ­σθη­τή­ριο ὄρ­γα­νο.

       Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριοι ὑ­πο­δο­χεῖς. Σκέ­ψου!

       Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πλη­σί­α­ζες τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριοι ὑ­πο­δο­χεῖς σοῦ στρώ­να­νε χα­λὶ νὰ μὲ πα­τή­σεις. Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἐ­πι­τρο­πὴ ὑ­πο­δο­χῆς εἶ­χα γιὰ τὸ πλη­σί­α­σμά σου.

       Ἀ­π’ τὰ δι­κά σου τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, πές μου, πό­σα; πό­σα ἐ­μέ­να καρ­τε­ροῦ­σαν; πό­σα στὰ μά­γου­λα; πό­σα στὰ χεί­λη; πό­σα στὰ μπρά­τσα; πό­σα στὰ δά­χτυ­λα; πό­σα στὴν κοι­λιά; πό­σα στὴ ρά­χη; στὰ γό­να­τα πό­σα;

       Κά­τσε νὰ τοὺς με­τρή­σεις τοὺς ὑ­πο­δο­χεῖς σου ἕ­ναν-ἕ­ναν. Μό­νος σου κάνε τὴν ἀ­πο­γρα­φή σου.

       Ἐ­γὼ τοὺς ἔ­χω με­τρη­μέ­νους τοὺς δι­κούς μου. Ἕ­ναν-ἕ­ναν. Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Ἕ­να μι­κρὸ κρά­τος. Γιὰ σκέ­ψου! Μό­νο ἐ­σέ­να ἀ­να­γνώ­ρι­ζε. Τί­πο­τα ἄλ­λο. Ποι­ό κρύ­ο; Ποι­ά ζέ­στη; Ποιόν ἥ­λιο; Ποι­ά βρο­χή; Τί­πο­τα. Ἀ­πό­λυ­τη ὑ­πο­τέ­λεια.

       Ἔ­πρε­πε ν’ ἀν­τι­δρά­σω. Σι­γὰ μὴν ἄ­φη­να τὸ δέρ­μα νὰ μὲ κου­μαν­τά­ρει. Καὶ τὸ ‘λυ­σα τὸ πρό­βλη­μα. Τὸ ‘γδα­ρα πόν­το-πόν­το. Ξε­το­μα­ρι­ά­στη­κα. Ὕ­στε­ρα τό ‘βα­λα σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ τό ‘δε­σα μὲ κόκ­κι­νη κορ­δέ­λα. Τὸ πέ­τα­ξα στὸ βά­θος τῆς σο­φί­τας, ἐ­κεῖ πού ‘χω στοι­βά­ξει ὅ­λη τὴ σα­βού­ρα, ἀ­πο­κρι­ά­τι­κες στο­λές, κά­τι φι­γοῦ­ρες κα­ραγ­κι­ό­ζη καὶ παρ­τι­τοῦ­ρες ἀ­πὸ μου­σι­κὲς ποὺ δὲν ἀ­κού­ω πιά.

       Τώ­ρα δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τα.

       Ἀ­φά­νι­σα τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριους ὑ­πο­δο­χεῖς. Ἕ­να μι­κρὸ κρά­τος.

       Δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τα.

       Οὔ­τε κὰν τὰ δά­κρυ­α ποὺ κυ­λοῦν ἀ­πὸ τὰ μά­τια. Ἕ­να γιὰ τὸν κα­θέ­να τους κι ὅ­λα μα­ζὶ γιὰ σέ­να.

       Δα­κρυ­γό­νοι ἀ­δέ­νες. Βρί­σκον­ται στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ. Πα­ρά­γουν τὸ ὑ­γρὸ μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ βλε­φα­ρί­δες κα­λύ­πτουν κά­θε τό­σο τὰ μά­τια. Τὸ ὑ­γρὸ κυ­λᾶ σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ σω­λή­να. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ δεῖ τὸ ἄ­νοιγ­μά του (μιὰ πο­λὺ μι­κρὴ τρυ­πί­τσα) ἀρ­κεῖ νὰ τρα­βή­ξει, ἁ­πα­λά, τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ πρὸς τὰ ἔ­ξω.

       Δα­κρυ­γό­νοι ἀ­δέ­νες λοι­πόν.

       Τοὺς ἀ­φαι­ρεῖς καὶ γλι­τώ­νεις κι ἀ­π’ τὰ δά­κρυ­α.

       Κι ἂν δὲν πε­τύ­χει τὸ πο­λὺ-πο­λὺ νὰ βγά­λω καὶ τὰ μά­τια μου. Ἔ­χω ἀ­κό­μα χῶ­ρο στὴ σο­φί­τα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.



		

	

Σπύρος Ε. Κρόκος: Southern Point


Σπύ­ρος Ε. Κρό­κος


Southern Point


ΡΓΑ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ περ­νοῦ­σα τὴν ξε­ρα­μέ­νη λι­μνο­θά­λασ­σα ἀν­τι­κρί­ζον­τας τὴν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πα­ρα­λί­α τῆς Τρυ­πη­τῆς. Δὲν ἤ­μουν μό­νος. Κα­τευ­θύν­θη­κα στὸν ἀ­πό­σκιο ἑ­νὸς βρά­χου κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἀ­κρω­τή­ρι. Ἔ­στη­σα τὴν τέν­τα μου με­ρι­κὲς δε­κά­δες μέ­τρα μα­κρύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ σκη­νὴ ποὺ εἶ­χα δεῖ κα­θὼς πλη­σί­α­ζα. Δι­έ­κρι­να ἕ­να ζευ­γά­ρι. Κά­θι­σα ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος στὴν ἄμ­μο μὲ τὴν πλά­τη στὸν βρά­χο. Ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα. Ξύ­πνη­σα ἀ­πὸ κραυ­γὲς ἡ­δο­νῆς. Ἦ­ταν ὁ­λο­σκό­τει­να. Ἔ­κα­ναν ἔ­ρω­τα. Ἀ­προ­κά­λυ­πτα, ἔν­το­να, ὁ­ρια­κά, ἀ­πε­λευ­θε­ρω­μέ­να. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ ποὺ κα­τέ­βη­καν στὴν πα­ρα­λί­α γιὰ μπά­νιο, τοὺς πλη­σί­α­σα. Πρό­σφε­ρα κον­σέρ­βα κομ­πό­στα γιὰ πρω­ϊ­νό. Ἦ­ταν κι οἱ δύ­ο πο­λὺ ὄ­μορ­φοι, ὄ­χι πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα πέν­τε ἐ­τῶν. Ἐ­κεί­νη με­λα­χρι­νή, ψι­λόλι­γνη, μὲ μα­κριὰ ἄ­κρα. Μαλ­λιὰ κα­τά­μαυ­ρα ποὺ ἔ­φτα­ναν μέ­χρι τὴ μέ­ση καὶ πρό­σω­πο ὀ­στε­ῶ­δες, θύ­μι­ζε Ἰν­διά­να. Ἐ­κεῖ­νος ἀ­νοι­χτό­χρω­μος. Ἀ­δύ­να­τος καὶ νευ­ρώ­δης. Πα­ρ’ ὅ­τι κι­νοῦν­ταν μὲ πα­τε­ρί­τσες μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ἡ πλα­στι­κό­τη­τα, ἡ ἁρ­μο­νί­α στὶς κι­νή­σεις του. Θὰ στοι­χη­μά­τι­ζα πὼς ὑ­πῆρ­ξε χο­ρευ­τής. Βα­θι­ὲς κι ἐ­κτε­τα­μέ­νες οὐ­λὲς ση­μά­δευ­αν καὶ τὰ δυ­ό του πό­δια. Στὸ δε­ξὶ μά­λι­στα ἡ οὐ­λὴ ἦ­ταν τό­σο με­γά­λη ποὺ τὸ εἶ­χε πα­ρα­μορ­φώ­σει. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ Κά­διθ, μιὰ πό­λη στὶς ἀ­κτὲς τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ. Ἀ­πὸ μι­κρὸς λά­τρευ­ε τὶς ταυ­ρο­μα­χί­ες. Στὴ σχο­λὴ ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς κα­λύ­τε­ρους. Ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει μα­τα­δὸρ καὶ νὰ ταυ­ρο­μα­χεῖ στὶς με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­ρέ­νες τῆς Ἀν­δα­λου­σί­ας. Κά­ποι­α στιγ­μὴ κά­τι πῆ­γε στρα­βά. Μοῦ εἶ­πε πὼς ἦ­ταν τυ­χε­ρός, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ χτυ­πή­μα­τα τοῦ ταύ­ρου πέ­ρα­σε με­ρι­κὰ χι­λι­ο­στὰ ἀ­πὸ τὴ μη­ρια­ία ἀρ­τη­ρί­α. Ὅ­μως κά­ποι­οι μύ­ες καὶ νεῦ­ρα πει­ρά­χτη­καν ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν Ἑλ­λη­νί­δα. Ἡ φυ­σι­κο­θε­ρα­πεύ­τριά του ὅ­ταν ἀ­νάρ­ρω­νε. Τῆς χρω­στοῦ­σε τὰ πάν­τα. Ἔ­τσι ἔ­λε­γε ἐ­κεῖ­νος. Ἐ­κεί­νη πί­στευ­ε πὼς ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κός. Τὸ ἴ­διο βρά­δι ξα­πλώ­σα­με στὴν ἄμ­μο. Ση­κώ­νει τὸ χέ­ρι καὶ δεί­χνει μιὰ συ­στά­δα ἀ­στε­ρι­ῶν.

        «Ὁ ἀ­στε­ρι­σμὸς τοῦ Ταύ­ρου. Τὸ πρῶ­το σμῆ­νος εἶ­ναι οἱ Ὑ­ά­δες, τὸ ἄλ­λο οἱ Πλειά­δες.» Τὰ δι­έ­κρι­να. Ἔ­πει­τα ἔ­στρε­ψε τὸ δά­κτυ­λο πρὸς ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­στέ­ρι στὸ σμῆ­νος τῶν Πλειά­δων.

        «Ἡ Ἠ­λέ­κτρα» εἶ­πε.

        Ἐ­κεί­νη γέ­λα­σε. Τῆς ἄ­ρε­σε ν’ ἀ­κού­ει τ’ ὄ­νο­μά της…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπύ­ρος Ε. Κρό­κος (Ἀ­θή­να, 1973). Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ δι­δά­σκει στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔ­χει κά­νει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση (MSc), στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς (MEd) καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (MA). Μι­κρῆς φόρ­μας ἔρ­γα τοῦ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες: «Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου» στὸν ἱ­στο­χῶ­ρο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι-Ἡ αἰ­σθη­τι­κή τοῦ Μι­κροῦ· «Θραύ­σμα­τα & Ἀ­να­μνή­σεις» στὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Eyelands. Τὸ ἔρ­γο του «Ὁ Ἀ­φρι­κά­νι­κος Ζα­κό» δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Δώ­μα­τα μὲ Θέ­α (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὅ,τι πι­στεύ­ει τού­τη!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὅ,τι πι­στεύ­ει τού­τη!


ATA τὰ 1820 ἕ­νας βο­σκὸς μὲ τὸ κο­πά­δι του κα­θι­σμέ­νος στὸ πε­ζοῦ­λι κά­ποι­ου ρη­μο­κλη­σιοῦ ἔ­παι­ζε τὴ φλο­γέ­ρα του. Ἐ­κεῖ ἕ­νας Ἄγ­γλος πε­ρι­η­γη­τής, πε­ρα­στι­κός, ἀ­φοῦ χαι­ρέ­τη­σε, ρώ­τη­σε τὸ βο­σκό:

       — Τί πι­στεύ­εις;

       Ὁ τσο­πά­νος σή­κω­σε τὴν ἀγ­κλί­τσα του καὶ χτύ­πη­σε τὸν τοῖ­χο τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς:

       — Ὅ,τι πι­στεύ­ει τού­τη! εἶ­πε.

       — Καὶ τί πι­στεύ­ει τού­τη;

       — Ὅ,τι πι­στεύ­ω γώ!



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Σημ. Ὁ Τερ­τσέ­της γρά­φει πὼς ἀ­κου­στὸ τὄ­χει αὐ­τὸ τ’ ἀ­νέκ­δο­το, ἀλ­λὰ δὲ μπό­ρε­σε νὰ βρῇ ποι­ὸς Ἄγ­γλος πε­ρι­η­γη­τὴς τὸ γρά­φει. (Γ. Τερ­τσέ­τη “Λό­γος ἐν τῷ Ἀ­να­γνω­στη­ρί­ῳ τῆς Βου­λῆς 1855, Ζά­κυν­θος, 1856” σ. 9).»

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 8-9 [τίτλος: «9.—Ὁ Δη­μο­σθέ­νης ἔρ­χε­ται!»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: «Ξωκκλήσι μὲ κυπαρίσσια». Ἔργο τοῦ Μιχάλη Οἰκονόμου (1888-1933).



		

	

Κώστογλου Νιόβη: Ἐπίπεδο ρολόι


Νι­ό­βη Κώ­στο­γλου


Ἐ­πί­πε­δο: Ρο­λό­ϊ


ΟΥ ΑΡΕΣΕΙ νὰ κοι­τά­ζεις τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς νὰ δι­α­θλᾶ­ται ἀ­πὸ τὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου καὶ νὰ χρω­μα­τί­ζει τὸ δω­μά­τιο μὲ τὸ θα­λασ­σί τῆς κουρ­τί­νας. Ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, σοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νεις με­γά­λες βόλ­τες μὲ τὸ πο­δή­λα­το καὶ νὰ νι­ώ­θεις τὸν ἄ­νε­μο νὰ σοῦ παίρ­νει τὰ μαλ­λιά. Βέ­βαι­α, ζεῖς πά­νω σε ἕ­να ρο­λό­ι καὶ χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σέ­χεις δια­ρκῶς γιὰ νὰ μὴν σὲ φτά­σουν οἱ δεῖ­κτες του καὶ σοῦ κό­ψουν τὸ κε­φά­λι.

        Θυ­μᾶ­σαι μιὰ ὄ­μορ­φη κο­πέ­λα ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε κι ἀ­νέ­μι­ζε τὸ μα­κρὺ φου­λά­ρι της ἀ­πὸ τὸ ξε­σκέ­πα­στο αὐ­το­κί­νη­το. Ὅ­ταν τὴν ἔ­φτα­σε ὁ δεί­κτης, δὲν τὸν εἶ­δε. Κι αὐ­τός, τύ­λι­ξε στὴ ρό­δα τὸ φου­λά­ρι καὶ τὴν ἔ­πνι­ξε. Με­τά, ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ εὐ­φυ­ὴς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας ποὺ ἔ­χτι­σε στὴν πό­λη του πο­λύ­χρω­μα κτί­ρια γιὰ νὰ τὰ θαυ­μά­ζει στὸν πε­ρί­πα­τό του. Αὐ­τόν, μό­λις τὸν ἔ­φτα­σε ὁ δεί­κτης, ἔ­φε­ρε μπρο­στά του ἕ­να τρὰμ καὶ τὸν πά­τη­σε.

        Ἴ­σως πιὸ τυ­χε­ρὸς νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ κω­μι­κὸς μὲ τὸ βρώ­μι­κο χι­οῦ­μορ ποὺ μιὰ μέ­ρα τοῦ εἶ­παν ἕ­να τό­σο προ­σβλη­τι­κὸ ἀ­στεῖ­ο γιὰ τὴν ἀ­δερ­φή του κι ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ γε­λά­ει ἀ­στα­μά­τη­τα. Τό­τε τὸν βρῆ­κε ὁ δεί­κτης, ἔ­σπρω­ξε τὴν κα­ρέ­κλα καὶ με­τὰ τὸν γδοῦ­πο ποὺ ἔ­κα­νε τὸ κε­φά­λι του στὸ πά­τω­μα, τοῦ κό­πη­κε τὸ γέ­λιο γιὰ πάν­τα. Κι ἄς μὴν εἶ­χε κὰν ἀ­δερ­φή.

        Ἐ­σὺ ἔ­χεις σί­γου­ρα τὸ μυ­στι­κό σου. Τρέ­χεις πά­νω στὸ ἐ­πί­πε­δο ρο­λόϊ κι ὅ­ταν φτά­νει κον­τά σου ὁ δεί­κτης, μὲ μι­σὸ ἅλ­μα, χω­ρί­ζεις τὸ σῶ­μα σου στὰ δύ­ο γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­νά­με­σα καὶ νὰ τὴ γλι­τώ­σεις. Ὅ­μως, κά­θε φο­ρά, ὁ ὕ­που­λος λε­πτο­δεί­κτης σοῦ κό­βει μιὰ φλού­δα καὶ σὲ λι­γο­στεύ­ει.

        Θὰ ἦ­ταν πιὸ πρα­κτι­κὸ ἂν εἶ­χες βρεῖ τρό­πο νὰ φτιά­χνεις ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα σου ὅ­πο­τε περ­νοῦν ἀ­πὸ κον­τά σου οἱ δεῖ­κτες. Τό­τε, θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸ ἀ­φή­νεις πί­σω καὶ νὰ κρύ­βε­σαι σὲ μιὰ γω­νιὰ γιὰ νὰ δεῖς τί θὰ τὸ κά­νουν. Ἴ­σως νὰ πε­τοῦ­σαν τὸ πο­δή­λα­το στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ φρόν­τι­ζαν νὰ κα­τα­πι­εῖς μιὰ με­γά­λη πο­σό­τη­τα ἀ­πὸ μι­κρὰ ψά­ρια γιὰ νὰ πνι­γεῖς ἢ νὰ ἔ­ρι­χναν τὸ τα­βά­νι στὸ κε­φά­λι σου, ἐ­νῶ χα­ζεύ­εις τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς ποὺ μπαί­νει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἴ­σως καὶ νὰ γε­λοῦ­σαν «τὶκ-τὰκ-τὶκ-τάκ».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νι­ό­βη Κώ­στο­γλου (Ἀ­θή­να, 1983). Σπού­δα­σε Δι­α­φή­μι­ση καὶ Δη­μό­σι­ες Σχέ­σεις στὴν Ἀ­θή­να, ἐρ­γά­ζε­ται στὴ δι­α­φή­μι­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ δι­η­γη­μά­των καὶ ποι­η­μά­των. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔντυ­πα καὶ ἠ­λεκτρο­νικὰ περι­οδι­κά. Ἔχει συμμετάσχει στὴ συλλογικὴ ἔκδοση διη­γημάτων Δώ­μα­τα μὲ θέα (Παρά­ξε­νες Μέρες, 2020).

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (3/3) 



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[3/3]

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη]


ΤΑ ΓΙΑΝΝΙΝΑ, τὸν και­ρὸ τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα, ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης, νει­ὸς ἀ­κό­μα, χό­ρευ­ε μιὰ φο­ρὰ μ’ ἄλ­λα πα­λη­κά­ρια. Ἐ­νῷ ἔ­σερ­νε μπρο­στι­νὸς τὸν Τσά­μι­κο, κ’ ἔ­κα­νε πολ­λὲς γῦ­ρες στὸν τό­πο, κα­θὼς λέ­νε, πέ­ρα­σε τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς, γυι­ὸς τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα. Ἡ φου­στα­νέλ­λα τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη ση­κώ­θη­κε τὸν ἀ­νή­φο­ρο καὶ φα­νή­κα­νε τὰ πλι­ά­τσι­κα (1)… Ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς πει­ρά­χτη­κε. Πῆ­γε στὸν πα­τέ­ρα του καὶ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Κρά­ζει τό­τε ὁ Ἀ­λή­πασ­σας τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη καὶ θυ­μω­μέ­νος τοῦ λέ­ει:

       — Τί ἔ­κα­μες, ὠ­ρὲ Πα­λι­ό­γυ­φτο, στὸ γυι­ὸ τὸ δι­κό μου;

       — Τί­πο­τα, Πασ­σᾶ μ’, τοῦ λέ­ει ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης. Δὲν τὄ­θε­λα· χό­ρευ­α κ’ ἔ­κα­μα ἔ­τσ’ μιὰ φου­ρά… [κ’ ἔ­φε­ρε μιὰ γύ­ρα]. Τό­τε πέρ­να­γε ὁ γυι­ός σου ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς καὶ θύ­μω­σε. Τί φταί­ω ‘­γὼ ὁ μαῦ­ρος;…

       Ὁ Ἀ­λή­πασ­σας ἔ­σκα­σε τὰ γέ­λια.

       — Πῶς τὄ­κα­μες, ὠ­ρὲ μπί­ρο μ’; Κά­με το πά­λε, ὠ­ρέ!

       — Ἔ­τσ’, Πασ­σᾶ μ’…

       — Κά­με το ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, ὠ­ρὲ Γι­ῶρ­γο!… Μπρά­βο, ὠ­ρὲ Γιῶρ­γο!… Ἄ­ϊν­τε τώ­ρα.


(1) πλι­ά­τσι­κα: λάφυρα· ἐδῶ: γεννητικὰ ὄργανα.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πα­ρά­δο­ση προ­φο­ρι­κὴ Ε­αγγ. Σκί­πη Συν/ρχη τῆς Χω­ρο­φυ­λα­κῆς.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 231 [Τίτλος: «499.— Ὁ χο­ρός του.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

♣ ♣ ♣

Χορὸς κλέφτικος. Βρυσερὰ Ἀργυροκάστρου. 1984.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (2/3)



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τ Ο  Ε Θ Ν Ο Σ  Ε Κ Π Α Ι Δ Ε Υ Τ Α Ι  !

Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[2/3]

[τοῦ Κανέλλου Δεληγιάννη]


»ΠΡΟΕΔΡΟΣ τῆς Βου­λῆς Κα­νέλ­λος Δε­λη­γιά­ν­νης κα­τὰ τὸν δο­θέν­τα τὴν 3 Φε­βρ. 1845 χο­ρόν, ἰ­δὼν ὅ­τι ἐ­κλή­θη πρὸ αὐ­τοῦ(1) ὁ τῆς Γε­ρου­σί­ας πρό­ε­δρος Γ. Κουν­του­ρι­ώ­της, ἀ­πῆλ­θεν ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὰ Ἀ­νά­κτο­ρα. Τοῦ­το ἐ­ξέ­πλη­ξε τοὺς ξέ­νους καὶ ἐ­λύ­πη­σε σφό­δρα τὸν πρω­θυ­πουρ­γὸν Κω­λέ­την, πα­ρώρ­γι­σε δὲ με­γά­λως τοὺς Βα­σι­λεῖς, καὶ ἰ­δί­ως τὴν Βα­σί­λισ­σαν, ἥ­τις οὐ­δέ­πο­τε συ­νε­χώ­ρη­σε τὸν Δε­λη­γιά­ννην διὰ τὴν πρᾶ­ξιν ταύ­την, ἣν ἐ­θε­ώ­ρη­σε προ­σβο­λὴν ἀ­πευ­θυν­θεῖ­σαν ἀ­μέ­σως εἰς τὸ πρό­σω­πόν της. Τὴν ἐ­παύ­ριον τοῦ χο­ροῦ ἐν τῇ συ­νε­δριά­σει τῆς Βου­λῆς ὑ­πε­κι­νή­θη τὸ ζή­τη­μα αὐ­τὸ ἀ­πὸ μέ­ρους τῆς ὑ­πουρ­γι­κῆς φά­λαγ­γος, προ­τι­θε­μέ­νης ν’ ἀ­πο­δο­κι­μά­σῃ τὴν δι­α­γω­γὴν ταύ­την τοῦ Προ­έ­δρου της, κα­θ’ ὅ­σον ἡ ὑ­πουρ­γι­κὴ φά­λαγξ ἐν τῇ Βου­λῇ πε­ρι­εῖ­χε πᾶ­σαν σχε­δὸν τὴν ὕ­λην τοῦ Αὐ­το­χθο­νι­κοῦ κόμ­μα­τος(2). Ἐ­πει­δὴ δὲ οἱ συγ­κρο­τοῦν­τες τὸ κόμ­μα αὐ­τὸ ἦ­σαν ἐκ τῶν ἐ­παρ­χι­ῶν, ὅ­που δὲν εἶ­χον εἰ­σα­χθῆ δι­ό­λου οἱ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοὶ τρό­ποι, ἐν οἷς καὶ οἱ ἐκ τού­των χο­ροί, κα­τὰ τὴν 10 9βρίου 1844 ὁ χο­ρὸς εὑ­ρέ­θη ἄ­νευ χο­ρευ­τῶν, ἀ­φοῦ οἱ τὸ τῶν νε­η­λύ­δων ἀ­πο­τε­λοῦν­τες κόμ­μα καὶ ἰ­δί­ως οἱ Φα­να­ρι­ῶ­ται, καί­τοι κλη­θέν­τες δὲν με­τέ­βη­σαν εἰς αὐ­τὸν τὸν χο­ρόν, πα­ρήγ­γει­λαν μά­λι­στα ἐμ­μέ­σως τῇ Βα­σι­λίσ­σῃ, ὅ­τι ὕ­στε­ρον ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­αν τὴν ὁ­ποί­αν δί­δει εἰς τὸ Αὐ­το­χθο­νι­κὸν κόμ­μα, “ἂς δι­α­σκε­δά­σῃ εἰς τὰς ἑ­ορ­τάς της μὲ τὴν λε­ρω­μέ­νην φου­στα­νέλ­λαν, χο­ρεύ­ου­σα τὸ μαῦ­ρο γε­με­νὶ καὶ τὸν τσά­μι­κον“. Ἐκ τού­του ἐ­ρε­θι­σθέν­τες οἱ εἰς τὸ κρα­τοῦν κόμ­μα ἀ­νή­κον­τες, ἐ­κά­λε­σαν ἀ­μέ­σως χο­ρο­δι­δά­σκα­λον καὶ πάν­τες οἱ νε­ώ­τε­ροι τῶν 40 ἐ­τῶν ἐ­γυ­μνά­σθη­σαν με­τὰ τῶν συ­ζύ­γων των εἰς τὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸν χο­ρόν, οἱ δὲ πρε­σβύ­τε­ροι ἐ­γύ­μνα­σαν τὰς κό­ρας των, καὶ οὕ­τως ἐν τῷ χο­ρῷ τῆς 1 Ἰ­αν. 1845 εὑ­ρέ­θη­σαν Αὐ­τό­χθο­νες χο­ρευ­ταὶ ἀρ­κε­τοί. Τὴν δὲ 3 Φε­βρ. ἐ­κλή­θη­σαν καὶ οἱ νε­ή­λυ­δες, ἀλ­λὰ συμ­βά­σης τὴν ἑ­σπέ­ραν ἐ­κεί­νην τῆς πρὸς τὴν Βα­σί­λισ­σαν πε­ρι­φρο­νή­σε­ως τοῦ Δε­λη­γιά­ννη, οἱ νε­ή­λυ­δες ἐ­χλεύ­α­ζον τὴν Ἀ­μα­λί­αν δι’ ὅ,τι ἔ­πα­θεν ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους συ­νε­ταί­ρους της, ὑ­πο­θαλ­πού­σης καὶ πα­ρὰ τῇ Βα­σι­λίσ­σῃ τὴν κα­τὰ τῶν Αὐ­το­χθό­νων ἀ­πο­στρο­φὴν καὶ τῆς Πλού­σκωβ με­γά­λης Κυ­ρί­ας τῆς Τι­μῆς, ἥ­τις εἶ­χε πολ­λὴν ἀ­δυ­να­μί­αν εἰς τὴν πρὸ τῆς Γ´ 7βρίου πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζου­σαν τὰ Ἀ­νά­κτο­ρα Φα­να­ρι­ω­τι­κὴν ἀ­ρι­στο­κρα­τί­αν. Διὰ τὸν λό­γον λοι­πὸν τοῦ­τον ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῆς Βου­λῆς ἐ­σκό­πει νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σῃ τὴν Βα­σί­λισ­σαν. Τοῦ­το ἰ­δὼν ὁ Δε­λη­γιά­ννης ἐ­φο­βή­θη, καὶ ἀν­τὶ ἀ­πο­λο­γού­με­νος νὰ εἰ­πῇ τὸ ἐκ τοῦ Συν­τάγ­μα­τος χο­ρη­γού­με­νον αὐ­τῷ ἰ­σχυ­ρὸν δι­και­ο­λό­γη­μα, ὑ­πεί­κων εἰς τὰς ἐ­σφαλ­μέ­νας συμ­βου­λὰς ἐ­δι­και­ο­λο­γή­θη ὅ­τι ἔ­φυ­γε πι­ε­σθεὶς ἀ­πὸ σω­μα­τι­κὴν ἀ­νάγ­κην, ὅ­περ καὶ τὴν ἀ­ξί­αν τοῦ κι­νή­μα­τός του ἐκ­μη­δέ­νι­σε καὶ πρὸς τοὺς Βα­σι­λεῖς κα­τέ­στη ἀ­πε­χθής.»


       (1) Κα­τὰ τὴν νέ­α ἀ­να­κτο­ρι­κὴ ἐ­θι­μο­τα­ξί­α ποὺ εἰ­σή­χθη στὴν αὐ­λὴ τοῦ Ὄ­θω­να με­τὰ τὴν συν­ταγ­μα­τι­κὴ με­τα­βο­λὴ τοῦ 1843, κα­τὰ τοὺς ἐ­πί­ση­μους χο­ροὺς ἡ Βα­σί­λισ­σα, με­τὰ τὸν ἀρ­χαι­ό­τε­ρο Δι­πλω­μά­τη καὶ τὸν Πρω­θυ­πουρ­γὸ ἔ­πρε­πε νὰ χο­ρέ­ψει τὴν Πο­λω­νέ­ζα μὲ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς Γε­ρου­σί­ας καὶ τέ­ταρ­τον μὲ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς Βου­λῆς. Ἀλ­λὰ φαί­νε­ται πὼς τὴν λε­πτο­μέ­ρεια αὐ­τὴ εἶ­χε λη­σμο­νή­σει ὁ Πρό­ε­δρος τῆς Βου­λῆς Κα­νέλ­λος Δε­λη­γιά­ννης, καὶ ἔ­τσι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε με­γά­λο πο­λι­τι­κὸ καὶ δι­πλω­μα­τι­κὸ ζή­τη­μα. Ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­το τὸ σχό­λιο τῆς ἐφ. Ἐλ­πίς, τὴν ἑ­πο­μέ­νην 04.02.45: «Ὁ Κ. Δε­λη­γιά­ννης ἐ­δύ­να­το νὰ φρο­νῇ ὁ­τι ὁ Πρό­ε­δρος τῆς Βου­λῆς πρέ­πει νὰ προ­τι­μᾶ­ται τοῦ Προ­έ­δρου τῆς Γε­ρου­σί­ας, ἀλ­λ’ ἔ­πρε­πε να ἐν­θυ­μη­θῇ ὅ­τι ἡ Βα­σί­λισ­σα εἶ­ναι εἰς τὸ σπῆ­τι της, καὶ δύ­να­ται νὰ ζη­τή­σῃ συ­νά­ο­ρον [συγ­χο­ρευ­τὴ] ὁ­ποῖ­ον θέ­λῃ…» [Σημ. τοῦ Ἐ­πι­με­λη­τῆ Γ.Π.]

       (2) Τὸ Κόμ­μα τῶν Αὐ­το­χθό­νων, ἢ Κόμ­μα τῆς Φου­στα­νέλ­λας, ποὺ ἐ­ξέ­φρα­ζε τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῶν πο­λι­τι­κῶν καὶ στρα­τι­ω­τι­κῶν τῶν πε­ρι­ο­χῶν ποὺ εἶ­χαν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ, βρι­σκό­ταν σὲ ἀν­τι­πα­λό­τη­τα μὲ τὸ Κόμ­μα τῶν Ἑ­τε­ρο­χθό­νων, ἢ Κόμ­μα τῆς Ρεν­τιγ­κό­τας, ποὺ ἐ­ξέ­φρα­ζε τοὺς νε­ή­λυ­δες στρα­τι­ω­τι­κούς, λο­γί­ους καὶ Φα­να­ρι­ῶ­τες ποὺ εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει κα­τὰ τὴν Ἒ­πα­νά­στα­ση ἀ­πὸ τὶς ἀ­λύ­τρω­τες πε­ρι­ο­χές. [Σημ. τοῦ Ἐ­πι­με­λη­τῆ Γ.Π.]



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκδ. ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 78-79 [Τίτλος: «153.—Κα­πε­τὰν δελ­λὰ παν­τι­έ­ρας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἀπὸ τὰ 1833 ὡς τὰ 1843 ὁ Βασιλέας καὶ ἡ Βασίλισσα πρῶτοι ἀνοῖγαν τὸ χορό, χορεύοντας τὴν Πολωνέζα, ἐκεῖνος μὲ τὴς Κυράδες τῶν ξένων διπλωματῶν κ’ ἡ Βασίλισσα μὲ τοὺς πρεσβευτάδες. Ὕστερα ἐρχόταν ἡ σειρὰ τῶν Ἑλ­λή­νων ὑπουργῶν κι’ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων μὲ τὴ διαφορὰ πὼς ὁ Βασιλέας ἀν­τὶ νὰ χορέψῃ τὴς ὑπουργῖνες (ποὺ δὲν ξέρανε τὸ συχνότερο εὐρωπαϊκοὺς χο­ροὺς) προτιμοῦσε τὴς Φαναριώτισσες καὶ Φαναριωτοποῦλες.

[ὅπ. π. σελ. 76]

Πολωνέζα

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (1/3)



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

Τ Ο  Ε Θ Ν Ο Σ  Ε Κ Π Α Ι Δ Ε Υ Τ Α Ι  !

Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[1/3]

[τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια]


ΦΟΥ Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ με­τά­φε­ρε τὴν κα­θέ­δρα του ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γι­να στὸ Ναύ­πλιο, οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τῶν ξέ­νων πο­λε­μι­κῶν, ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­να στὸ λι­μά­νι, ζη­τῆ­σαν ἄ­δεια καὶ στή­σα­νε μιὰ με­γά­λη μπα­ρά­κα ξύ­λι­νη ἀ­πά­νου στὴν τά­πια τοῦ ὁ­πλο­στα­σί­ου γιὰ νὰ προ­σφέ­ρου­νε στὸν Κυ­βερ­νή­τη καὶ τῆς πό­λης τοὺς προ­κρί­τους χο­ρό. Ὁ Κυ­βερ­νή­της ὅ­μως, φι­λό­τι­μος, εἶ­πε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ δώ­σῃ αὐ­τὸς πρῶ­τος κ’ οἱ πο­λῖ­τες τοῦ Ναυ­πλί­ου χο­ρὸ στοὺς ξέ­νους.

       Τἄ­κα­με ὅ­λα ἕ­τοι­μα ὁ Κυ­βερ­νή­της, καὶ τό­τε κά­λε­σε τοὺς προ­κρί­τους τῆς πό­λης καὶ τοὺς ἄλ­λους ἐ­πί­ση­μους καὶ τοὺς εἶ­πε:

       — Ἀ­ναγ­κά­σθη­κα ἀ­πὸ τοὺς ξέ­νους νὰ δώ­σω Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ χο­ρό, ἂν καὶ το­νὲ θαρ­ρῶ γιὰ τὰ ἑλ­λη­νι­κά μας ἤ­θη ἀ­ταί­ρια­στο· θ’ ἀ­κού­σε­τε ὅ­μως καὶ θὰ φυ­λά­ξε­τε πι­στὰ τὴς ὁ­δη­γί­ες ποὺ θὰ σᾶς δώ­σω: Στὴς 9 μ.μ. θἀρ­θοῦν οἱ ξέ­νοι στὸ χο­ρό, ὅ­που θὰ εἴ­σα­στε σεῖς συ­ναγ­μέ­νοι· με­τὰ μι­σὴ ὥ­ρα θὰ μπῇ ὁ Κυ­βερ­νή­της καὶ θὰ μεί­νῃ δυ­ὸ ὧ­ρες σω­στές, ὄ­χι πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀ­φοῦ φύ­γῃ ὁ Κυ­βερ­νή­της θὰ πά­ρε­τε τὴς οἰ­κο­γέ­νει­ές σας καὶ θὰ φύ­γε­τε καὶ σεῖς. Μὲ κα­τα­λά­βα­τε;

       Τὸ πρω­ῒ μα­θαί­νει ὁ Κυ­βερ­νή­της πὼς οἱ Ἕλ­λη­νες κα­λε­σμέ­νοι του μὲ τὴς κυ­ρά­δες καὶ τὴς κυ­ρά­τσες τους εἴ­χα­νε μεί­νει ὡς τὴν αὐ­γὴ γιὰ τὸ χα­τί­ρι τῶν θη­λυ­κῶν τους, ποὺ θέ­λα­νε κι’ αὐ­τὰ νὰ κά­νουν τὸ χα­τί­ρι τῶν ξέ­νων ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν, καὶ μά­λι­στα τῶν πει­ὸ ἄ­ξι­ων στὰ χο­ρο­πη­δή­μα­τα. Αὐ­τὸ λύ­πη­σε πο­λὺ τὸν Κυ­βερ­νή­τη.

       Σὲ λί­γες μέ­ρες ἐ­πι­τρο­πὴ ἀ­πὸ τοὺς προ­κρί­τους ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Κυ­βερ­νή­τη ἄ­δεια νὰ δώ­σου­νε κι’ αὐ­τοὶ χο­ρό. Ὁ Κυ­βερ­νή­της εἶ­πε:

       — Ἂν ἤ­ξε­ρα πὼς οἱ οἰ­κο­γε­νειά­ρχες τοῦ Ναυ­πλί­ου ἔ­χου­νε λι­γώ­τε­ρο μυα­λὸ ἀ­πὸ τὰ πα­λι­ο­κό­ρι­τσα, οὔ­τε ἐ­γὼ χο­ρὸ δὲν ἔ­δι­να, ὅ­μως τώ­ρα δὲ σᾶς δί­νω τὴν ἄ­δεια.

       Ἔ­δω­σαν ὅ­μως οἱ Ναύ­αρ­χοι τῶν Προ­στα­τί­δων Δυ­νά­με­ων χο­ρό, καὶ πῆ­γε ὁ Κυ­βερ­νή­της τὴς δυ­ό του ὧ­ρες, μὰ ὁ χο­ρὸς κρά­τη­σε πά­λι ὡς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα, καὶ κάμ­πο­σα σκάν­τα­λα καὶ πα­ρα­τρά­γου­δα γε­νή­κα­νε μὲ τὴς Ἀ­να­πλι­ώ­τισ­σες καὶ τὴς Ἀ­να­πλι­ω­το­ποῦ­λες.

       Εἶ­δε ὁ Κυ­βερ­νή­της τέ­λος πὼς οἱ Ἀ­να­πλι­ῶ­τες ἦ­ταν ἀ­δι­όρ­θω­τοι καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς Ναυά­ρχους νὰ χα­λά­σουν τὴ μπα­ρά­κα για­τὶ τά­χα ἤ­θε­λε νὰ δι­ορ­θώ­σῃ τὸν προ­μα­χῶ­να [ντά­πια].

       Ἔ­τσι ὁ χο­ρὸς δὲν τρι­πλώ­θη­κε.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 31-32 [Τίτλος: «58.—Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.