Λεονάρντο Σάσα (Leonardo Sciascia): Τὸ μακρὺ ταξίδι

Sciascia,Leonardo-ToMakryTaksidi-Eikona-02


Λε­ο­νάρ­ντο Σά­σα (Leonardo Sciascia)


Τὸ μακρὺ ταξίδι

(Il lungo viaggio)


07-Htta-Haakon_den_godes_saga_-_initial_-_G__Munthe ΝΥΧΤΑ ΕΜΟΙΑΖΕ ἰ­δα­νι­κὴ γι’ αὐ­τό, πυ­κνὸ σκο­τά­δι ποὺ ἀρ­κοῦ­σε ἡ πα­ρα­μι­κρή σου κί­νη­ση γιὰ νὰ νι­ώ­σεις τὸ βά­ρος της. Καὶ σὲ τρό­μα­ζε ἡ ἀ­νά­σα τοῦ κό­σμου – αὐ­τοῦ τοῦ θη­ρί­ου, ὁ ἦ­χος τῆς θά­λασ­σας: ἀ­νά­σα ποὺ ἔ­σβη­νε στὰ πό­δια τους.

        Μὲ τὶς χαρ­το­νέ­νι­ες βα­λί­τσες καὶ τὰ φαγ­κό­τα τους στέ­κον­ταν σὲ μιὰ πε­τρώ­δη πα­ρα­λί­α, προ­φυ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ λό­φους με­τα­ξὺ Τζέ­λα καὶ Λι­κά­τα· εἶ­χαν φτά­σει τὸ σού­ρου­πο ἐ­κεῖ ξε­κι­νών­τας χα­ρά­μα­τα ἀ­π’ τὰ χω­ριά τους, κά­τι χω­ριὰ στὴν καρ­διὰ τῆς χώ­ρας, μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, μα­ζε­μέ­να στὴν ἄ­νυ­δρη ἔ­κτα­ση τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ἔ­βλε­πε τὴ θά­λασ­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ καὶ τρό­μα­ζε στὴ σκέ­ψη πὼς θά ’­πρε­πε νὰ τὴ δι­α­σχί­σει ὅ­λη μὲς στὴ νύ­χτα, ἀ­πὸ κεί­νη τὴν ἔ­ρη­μη πα­ρα­λί­α τῆς Σι­κε­λί­ας μέ­χρι τὴν ἄλ­λη ἔ­ρη­μη πα­ρα­λί­α τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, καὶ πά­λι μὲς στὴ νύ­χτα. Για­τί τέ­τοι­α ἦ­ταν ἡ συμ­φω­νί­α: «Ἐ­γὼ νύ­χτα θὰ σᾶς μπαρ­κά­ρω, καὶ νύ­χτα θὰ σᾶς ξεμ­παρ­κά­ρω», εἶ­χε πεῖ ὁ ἄν­τρας —ἕ­νας τύ­πος πλα­σι­ὲ ἂν κρί­νω ἀ­π’ τὴν πο­λυ­λο­γί­α του, μὰ σο­βα­ρὸς καὶ ἔν­τι­μος στὴν ὄ­ψη— «στὴν πα­ρα­λί­α τοῦ Νιοὺ Τζέρ­σι θὰ σᾶς ξεμ­παρ­κά­ρω· δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­π’ τὸ Νιοὺ Γιόρκ… Κι ὅ­ποι­ος ἔ­χει συγ­γε­νεῖς στὴν Ἀ­με­ρι­κή, μπο­ρεῖ νὰ τοὺς γρά­ψει νὰ τὸν πε­ρι­μέ­νουν στὸν σταθ­μὸ τοῦ Τρέν­τον, δώ­δε­κα μέ­ρες με­τὰ τὸ μπαρ­κά­ρι­σμα… Λο­γα­ριά­στε μό­νοι σας… Βέ­βαι­α, γιὰ τὴν ἀ­κρι­βὴ μέ­ρα δὲν μπο­ρῶ νὰ σᾶς ἐγ­γυ­η­θῶ: κά­τι ἡ φουρ­του­νι­α­σμέ­νη θά­λασ­σα, κά­τι ἡ ἀ­κτο­φυ­λα­κὴ ποὺ πα­ρα­φυ­λά­ει… Μιὰ μέ­ρα πρὶν μιὰ μέ­ρα με­τά, τί σᾶς κό­φτει; Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ ξεμ­παρ­κά­ρε­τε στὴν Ἀ­με­ρι­κή.»

        Ὅν­τως τὸ θέ­μα ἦ­ταν νὰ ξεμ­παρ­κά­ρουν στὴν Ἀ­με­ρι­κή· τὸ πῶς καὶ τὸ πό­τε δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α. Κι ὅ­ταν θὰ ἔ­φτα­ναν τὰ γράμ­μα­τα στοὺς συγ­γε­νεῖς τους, καὶ κεῖ­νοι θὰ κα­τόρ­θω­ναν νὰ βγά­λουν ἄ­κρη ἀ­πὸ τὶς γραμ­μέ­νες μὲ κά­τι ὀρ­νι­θο­σκα­λί­σμα­τα δι­ευ­θύν­σεις, τό­τε θὰ ἔρ­χον­ταν κι αὐ­τοί· «Ρω­τών­τας πᾶς στὴν Πό­λη», κα­θὼς λέ­ει κι ἡ πα­ροι­μί­α. Καὶ θὰ δι­έ­σχι­ζαν τὴ θά­λασ­σα, ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­πέ­ραν­τη σκο­τει­νὴ θά­λασ­σα· καὶ θὰ προ­σέγ­γι­ζαν τὶς φάρ­μες καὶ τὶς φάμ­πρι­κες τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῶν ἀ­δελ­φῶν θεί­ων ἀ­νι­ψι­ῶν ξα­δέλ­φων, στὰ ζε­στά, γε­μά­τα ἀ­γα­θὰ πλου­σι­ό­σπι­τα, στὰ με­γά­λα σὰν σπί­τια αὐ­το­κί­νη­τα.

        Δι­α­κό­σι­ες πε­νήν­τα χι­λιά­δες λί­ρες: μι­σὰ στὴν ἀ­να­χώ­ρη­ση, μι­σὰ στὴν ἄ­φι­ξη. Τὶς φύ­λα­γαν κα­τά­σαρ­κα, κρε­μα­σμέ­νες ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸ σὰν ἅ­γι­ες εἰ­κο­νί­τσες. Εἶ­χαν που­λή­σει ὅ,τι εἶ­χαν καὶ δὲν εἶ­χαν γιὰ νὰ τὶς μα­ζέ­ψουν: τὸ φτω­χό­σπι­το, τὸ μου­λά­ρι, τὸ γα­ϊ­δού­ρι, τὶς προ­μή­θει­ες τῆς χρο­νιᾶς, τὴ συρ­τα­ρι­έ­ρα, τὰ πα­πλώ­μα­τα. Οἱ πιὸ πο­νη­ροὶ εἶ­χαν ἀ­πευ­θυν­θεῖ στοὺς το­κο­γλύ­φους, μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ τοὺς ἐ­ξα­πα­τή­σουν· μιὰ φο­ρὰ του­λά­χι­στον, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια ποὺ θὰ εἶ­χαν ὑ­πο­στεῖ αὐ­τὴ τὴν κα­τα­πί­ε­ση, κι ὅ­ταν θὰ σκέ­φτον­ταν τί μοῦ­τρα θὰ ἔ­κα­ναν ἐ­κεῖ­νοι ὅ­ταν τὸ ἔ­παιρ­ναν χαμ­πά­ρι, θὰ ἔ­νι­ω­θαν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νοι. «Ἄν­τε, κό­πια­σε νὰ μὲ ψά­ξεις στὴν Ἀ­με­ρι­κή, βδέ­λα: ἀ­κό­μα κι ἂν κα­τα­φέ­ρεις νὰ μὲ βρεῖς, θὰ σοῦ δώ­σω πί­σω τα λε­φτά σου, ἀλ­λὰ χω­ρὶς τό­κο.» Τὸ ὄ­νει­ρο τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ξε­χεί­λι­ζε ἀ­πὸ δο­λά­ρια· ὄ­χι πιὰ τὰ λε­φτὰ τὰ φυ­λαγ­μέ­να στὸ κου­ρε­λι­α­σμέ­νο πορ­το­φό­λι ἢ τὰ κρυμ­μέ­να κα­τά­σαρ­κα, ἀλ­λὰ τὰ χω­μέ­να ἀ­ψή­φι­στα στὸ παν­τε­λό­νι, λε­φτὰ γερ­μέ­να ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς τσέ­πες σὲ χοῦ­φτες: λὲς κι ἤ­θε­λαν νὰ τὰ δεί­ξουν στοὺς συγ­γε­νεῖς ποὺ εἶ­χαν πε­θά­νει ἀ­πὸ πεί­να, ξε­ρα­κια­νοὶ καὶ ψη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο· καὶ θὰ ἐ­πέ­στρε­φαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι ἢ τριά­ντα χρό­νια, μὰ γιὰ σύν­το­μες δι­α­κο­πές, μὲ τὸ πρό­σω­πο γε­μά­το καὶ ρο­δα­λὸ ποὺ θὰ ἔ­κα­νε ὡ­ραί­α ἀν­τί­θε­ση μὲ τὰ λευ­κὰ μαλ­λιά.

        Εἶ­χε ἤ­δη πά­ει ἕν­τε­κα. Ἕ­νας ἄ­να­ψε τὸν φα­κό: ση­μά­δι πὼς μπο­ροῦ­σαν νὰ ἔρ­θουν γιὰ νὰ τοὺς με­τα­φέ­ρουν στὸ βα­πό­ρι. Ὅ­ταν τὸν ἔ­σβη­σε, τὸ σκο­τά­δι φά­νη­κε ἀ­κό­μα πιὸ πυ­κνὸ καὶ τρο­μα­κτι­κό. Ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γα λε­πτά, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἐμ­μο­νι­κὴ ἀ­νά­σα τῆς θά­λασ­σας ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ἀ­κό­μα πιὸ ἀν­θρώ­πι­νος, οἰ­κεῖ­ος ἦ­χος τοῦ νε­ροῦ: λὲς καὶ γέ­μι­ζαν καὶ ἄ­δεια­ζαν κά­δοι μὲ ρυθ­μό. Κι ἔ­πει­τα κά­τι σὰν βου­η­τό, σὰν χα­μη­λό­φω­νο μουρ­μου­ρη­τό. Βρέ­θη­καν μπρο­στὰ στὸν κυρ-Μέλ­φα, ὄ­νο­μα μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο γνώ­ρι­ζαν τὸν ὀρ­γα­νω­τὴ τῆς πε­ρι­πέ­τειάς τους, πρὶν κα­λὰ κα­λὰ κα­τα­λά­βουν πὼς ἡ βάρ­κα εἶ­χε ἀγ­γί­ξει τὴ στε­ριά.

        «Εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­δῶ;» ρώ­τη­σε ὁ κυρ-Μέλ­φα. Ἄ­να­ψε τὸν φα­κό, ἔ­κα­νε τὸν λο­γα­ρια­σμό. Ἔ­λει­παν δύ­ο. «Ἴ­σως τὸ με­τά­νι­ω­σαν, ἴ­σως θά ’ρ­θουν ἀρ­γό­τε­ρα… Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο γι’ αὐ­τούς. Μὲ τὸν κίν­δυ­νο ποὺ δι­α­τρέ­χου­με, γί­νε­ται νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νου­με;»

        Ὅ­λοι εἶ­παν πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρί­πτω­ση νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νουν. «Ἂν κά­ποι­ος ἀ­πὸ σᾶς δὲν ἔ­χει ἕ­τοι­μα τὰ με­τρη­τά», προ­ει­δο­ποί­η­σε ὁ κυρ-Μέλ­φα, «κα­λὰ θὰ κά­νει νὰ ξα­να­πά­ρει τὸν δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς· κι ἄν μοῦ φυ­λά­ει τὴν ἔκ­πλη­ξη γιὰ τὸ πλοῖ­ο, εἶ­ναι βα­θιὰ γε­λα­σμέ­νος: θὰ σᾶς ξα­να­φέ­ρω πί­σω, μάρ­τυς μου ὁ Θε­ός, ὅ­σοι κι ἂν εἶ­στε. Δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ πλη­ρώ­νουν ὅ­λοι γιὰ τὸν ἕ­να: γι’ αὐ­τὸ λοι­πὸν ὅ­ποι­ος φταί­ει θὰ τὸ πλη­ρω­θεῖ ἀ­πὸ μέ­να τὸν ἴ­διο κι ἀ­π’ τοὺς συν­τρό­φους του, ἕ­να μπερ­ντά­χι ποὺ δὲν θὰ τὸ ξε­χά­σει ὅ­σο ζεῖ· ἂν τὴ γλυ­τώ­σει…

        Τὸν βε­βαί­ω­ναν ὅ­λοι τους καὶ ὁρ­κί­ζον­ταν πὼς εἶ­χαν τὰ λε­φτὰ μέ­χρι δε­κά­ρας.

        «Στὴ βάρ­κα», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα. Καὶ με­μιᾶς ἔ­γι­ναν ὅ­λοι ἄ­μορ­φη μά­ζα, ἕ­νας ἀ­να­κα­τε­μέ­νος σω­ρὸς ἀ­πὸ μπαγ­κά­ζια.

        «Χρι­στέ μου! Μὰ κου­βα­λή­σα­τε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι σας;» ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ει βλα­στή­μι­ες καὶ στα­μά­τη­σε μό­νο ὅ­ταν ὅ­λο το φορ­τί­ο στοι­βά­χτη­κε στὴ βάρ­κα, ἄν­θρω­ποι καὶ μπαγ­κά­ζια, μὲ κίν­δυ­νο νὰ κρε­μα­στεῖ κα­νεὶς ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τὴ – εἴ­τε ἄν­θρω­πος εἴ­τε φαγ­κό­το. Καὶ ἡ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸ φαγ­κό­το γιὰ τὸν κυρ-Μέλ­φα βα­σι­ζό­ταν στὸ γε­γο­νὸς πὼς ὁ ἄν­θρω­πος ἦ­ταν αὐ­τὸς ποὺ κου­βα­λοῦ­σε τὶς 250.000 λί­ρες ἐ­πά­νω του, ραμ­μέ­νες στὸ σα­κά­κι ἢ ἀ­νά­με­σα στὸ που­κά­μι­σο καὶ στὸ πε­τσί του. Τοὺς ἤ­ξε­ρε δὰ αὐ­τός, τοὺς ἤ­ξε­ρε κα­λά: κά­τι χω­ριά­τες ἀ­γροῖ­κοι, κά­τι ἄ­ξε­στοι.

        Τὸ τα­ξί­δι δι­ήρ­κε­σε λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ προ­βλε­πό­με­νο: ἕν­τε­κα νύ­χτες, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης καὶ τῆς νύ­χτας τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Καὶ με­τρά­γαν τὶς νύ­χτες ἀν­τὶ γιὰ τὶς μέ­ρες, για­τί οἱ νύ­χτες ἦ­ταν πνι­γε­ρὲς κα­θὼς τὶς περ­νοῦ­σαν ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο. Ἔ­νι­ω­θαν λὲς καὶ βυ­θί­ζον­ταν στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ψα­ριοῦ, τῆς νά­φθας καὶ τοῦ ἐ­με­τοῦ ὅ­πως μὲς στὴν ὑ­γρὴ ζε­στὴ πίσ­σα. Τὸ χά­ρα­μα ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νον­ταν, κα­θὼς κα­τά­κο­ποι ἀ­να­ση­κώ­νον­ταν γιὰ νὰ λου­στοῦν στὸ φῶς καὶ στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀλ­λὰ ἐ­νῶ ἡ ἰ­δέ­α τῆς θά­λασ­σας ἦ­ταν γι’ αὐ­τοὺς κά­τι σὰν τὴ χλο­ε­ρὴ πε­διά­δα τοῦ στα­ριοῦ ὅ­ταν τὸ φυ­σά­ει ὁ ἄ­νε­μος, ἡ ἀ­λη­θι­νὴ θά­λασ­σα τοὺς τρό­μα­ζε: τοὺς σφίγ­γον­ταν τὰ σω­θι­κά, τὰ μά­τια τους μυρ­μήγ­κια­ζαν μὲ πό­νο σὰν τοὺς τύ­φλω­νε τὸ φῶς μό­λις ἀρ­γοῦ­σαν νὰ κοι­τά­ξουν.

        Τὴν ἑν­δέ­κα­τη ὅ­μως νύ­χτα ὁ κυρ-Μέλ­φα τοὺς φώ­να­ξε στὴν κου­βέρ­τα: καὶ στὴν ἀρ­χὴ πί­στε­ψαν ὅ­τι εἶ­χαν πέ­σει στὴ θά­λασ­σα ἀ­να­ρίθ­μη­τοι ἀ­στε­ρι­σμοὶ σὰν κο­πά­δια· ἀν­τὶ γι’ αὐ­τὸ ὅ­μως ἦ­ταν χω­ριά, χω­ριὰ τῆς πλού­σιας Ἀ­με­ρι­κῆς ποὺ ἔ­λαμ­παν μέ­σα στὴ νύ­χτα σὰν στο­λί­δια. Ἀλ­λὰ κι ἡ νύ­χτα ἦ­ταν μα­γι­κή: ἤ­ρε­μη καὶ γλυ­κιά, μι­σο­φέγ­γα­ρο ποὺ περ­νοῦ­σε μέ­σα ἀ­πὸ φευ­γα­λέ­α σύν­νε­φα δι­α­φό­ρων σχη­μά­των, αὔ­ρα ποὺ ἄ­νοι­γε δι­ά­πλα­τα τὰ πνευ­μό­νια.

        «Νὰ ‘τη ἡ Ἀ­με­ρι­κή», ἔ­κα­νε ὁ κυρ-Μέλ­φα.

        «Δὲν ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση νὰ εἶ­ναι κα­νέ­να ἄλ­λο μέ­ρος;» ρώ­τη­σε κά­ποι­ος, για­τί σὲ ὅ­λο τὸ τα­ξί­δι σκε­φτό­ταν ὅ­τι στὴ θά­λασ­σα δὲν ὑ­πάρ­χουν μῆτε δρό­μοι μῆ­τε μου­λα­ρό­δρο­μοι, κι ἔ­πρε­πε νά ’­σαι πο­λὺ κα­πά­τσος γιὰ νὰ βρεῖς τὸν σω­στὸ δρό­μο δί­χως νὰ λα­θέ­ψεις, ὁ­δη­γών­τας ἕ­να κα­ρά­βι ἀ­νά­με­σα οὐ­ρα­νὸ καὶ θά­λασ­σα.

        Ὁ κυρ-Μέλ­φα κοι­τών­τας τον μὲ συμ­πό­νια τοὺς ρώ­τη­σε ὅ­λους: «Μὴ μοῦ πεῖ­τε πὼς ἔ­χε­τε δεῖ πο­τὲ στὰ μέ­ρη σας τέ­τοι­ον ὁ­ρί­ζον­τα; Δὲν τὸ νι­ώ­θε­τε πὼς ὁ ἀ­έ­ρας εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κός; Δὲν βλέ­πε­τε πῶς λάμ­πουν αὐ­τὰ τὰ χω­ριά;» Τὸ πα­ρα­δέ­χτη­καν ὅ­λοι καὶ κοί­τα­ξαν μὲ συμ­πό­νια καὶ πε­ρι­φρό­νη­ση τὸν σύν­τρο­φό τους ποὺ εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ ξε­στο­μί­σει κά­τι τό­σο βλα­κῶ­δες.

        «Ὥ­ρα νὰ ξο­φλή­σε­τε τὸν λο­γα­ρια­σμό», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα.

        Ψα­χού­λε­ψαν τὰ ροῦ­χα τους, ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω τὰ λε­φτά.

        «Ἑ­τοι­μά­στε τὰ πράγ­μα­τά σας», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα ἀ­φοῦ εἰ­σέ­πρα­ξε τὰ χρή­μα­τα.

        Χρει­ά­στη­καν με­ρι­κὰ λε­πτά: ἔ­χον­τας σχε­δὸν κα­τα­να­λώ­σει τὶς προ­μή­θει­ες τοῦ τα­ξι­διοῦ ποὺ ἡ συμ­φω­νί­α ἀ­παι­τοῦ­σε νὰ ἔ­χουν μα­ζί τους, δὲν τοὺς εἶ­χαν μεί­νει πα­ρὰ λί­γα ἀ­σπρό­ρου­χα καὶ τὰ δῶ­ρα γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς: κά­τι κε­φά­λια πε­κο­ρί­νο κά­τι μπου­κά­λια πα­λιὸ κρα­σὶ κά­τι κεν­τή­μα­τα γιὰ τὸ τρα­πέ­ζι ἢ γιὰ τὴν πλά­τη τοῦ κα­να­πέ. Μπῆ­καν στὴ βάρ­κα πα­νά­λα­φροι, γε­λών­τας καὶ τρα­γου­δών­τας· καὶ μὲ τὸ ποὺ κου­νή­θη­κε ἡ βάρ­κα ἕ­νας βάλ­θη­κε νὰ τρα­γου­δᾶ ξε­φω­νί­ζον­τας.

        «Μπὰς καὶ δὲν κα­τα­λά­βα­τε τί­πο­τα;» ἐ­ξορ­γί­στη­κε ὁ κυρ-Μέλ­φα. «Ἔ λοι­πὸν θέ­λε­τε νὰ μὲ πά­ρε­τε στὸν λαι­μό σας;… Μό­λις θὰ σᾶς ἀ­φή­σω στὴ στε­ριὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ πᾶ­τε στὸν πρῶ­το μπά­τσο ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σε­τε, κι αὐ­τὸς θὰ σᾶς ἀ­ναγ­κά­σει νὰ γυ­ρί­σε­τε πί­σω τρέ­χον­τας: δε­κά­ρα δὲν δί­νω, εἶ­στε ἐ­λεύ­θε­ροι ν’ αὐ­το­κτο­νή­σε­τε μὲ ὅ­ποι­ον τρό­πο θέ­λε­τε… Κι ἔ­πει­τα ἐ­γὼ σε­βά­στη­κα τὴ συμ­φω­νί­α: ὁ­ρί­στε ἡ Ἀ­με­ρι­κή, τὸ κα­θῆ­κον μου νὰ σᾶς φέ­ρω ἐ­δῶ τὸ ἐκ­πλή­ρω­σα… Δῶ­στε μου, ὅ­μως, τὸν χρό­νο νὰ γυ­ρί­σω στὸ πλοῖ­ο, γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ!» Τοῦ ἔ­δω­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο νὰ γυ­ρί­σει στὸ πλοῖο, τό­σο ποὺ ἔ­μει­ναν πά­νω στὴ δρο­σε­ρὴ ἄμ­μο ἀ­να­πο­φά­σι­στοι, δί­χως νὰ ξέ­ρουν τί νὰ κά­νουν, κι ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ εὐ­λο­γοῦ­σαν τὴ νύ­χτα κι ἄλ­λες ποὺ τὴν κα­τα­ρι­όν­ταν· μιὰ νύ­χτα πού, ἂν ἔ­με­ναν ἀ­κί­νη­τοι στὴν πα­ρα­λί­α, θὰ τοὺς ἀγ­κά­λια­ζε μὲ τὴν προ­στα­σί­α της, ἐ­νῶ ἂν τολ­μοῦ­σαν ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦν ἀ­π’ αὐ­τήν, θὰ μπο­ροῦ­σε ἡ νύ­χτα νὰ γί­νει τρο­με­ρὴ ἐ­νέ­δρα.

        Ὁ κυρ-Μέλ­φα τοὺς εἶ­χε συ­στή­σει νὰ σκορ­πι­στοῦν, ἀλ­λὰ κα­νείς τους δὲν αἰ­σθα­νό­ταν ἱ­κα­νὸς ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Καὶ τὸ Τρέν­τον ποιός ξέ­ρει πό­σο μα­κριὰ ἦ­ταν, ποι­ός ξέ­ρει πό­ση ὥ­ρα χρει­ά­ζον­ταν γιὰ νὰ πᾶ­νε ἐ­κεῖ.

        Ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σαν ἕ­να τρα­γού­δι μα­κρι­νό, ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κό. «Σὰν νά ’­ναι κά­ποι­ος δι­κός μας», σκέ­φτη­καν: για­τὶ μιᾶς κι ὁ κό­σμος εἶ­ναι παν­τοῦ ἴ­διος, ἔ­τσι παν­τοῦ κι ὁ ἄν­θρω­πος ἐκ­φρά­ζει τὴ με­λαγ­χο­λί­α του, τὰ βά­σα­νά του μὲ τὸ τρα­γού­δι. Βρί­σκον­ταν ὅ­μως στὴν Ἀ­με­ρι­κή, οἱ πό­λεις ποὺ ἔ­λαμ­παν στὸ βά­θος τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα, πί­σω ἀ­πὸ πα­ρα­λί­ες γε­μά­τες ἄμ­μο καὶ δέν­τρα, ἦ­ταν πό­λεις τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς.

        Δυ­ὸ ἀ­π’ αὐ­τοὺς ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σουν τὸ το­πί­ο. Περ­πά­τη­σαν μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ φῶς ποὺ ἀν­τι­φέγ­γι­ζε στὸν οὐ­ρα­νὸ τὸ πιὸ κον­τι­νὸ χω­ριό. Βρῆ­καν τὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο σχε­δὸν ἀ­μέ­σως: «Ἀ­σφαλ­το­στρω­μέ­νος, κα­λο­συν­τη­ρη­μέ­νος· ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι σὰν τὰ μέ­ρη μας», ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, τὸν πε­ρί­με­ναν πιὸ φαρ­δύ, πιὸ ἴ­σιο. Στά­θη­καν στὴν ἄ­κρη γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γουν συ­ναν­τή­σεις: ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὸν δρό­μο περ­πα­τών­τας ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα.

        Πέ­ρα­σε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το: «Μοιά­ζει μὲ σε­ϊ­τσέν­το» κι ἔ­πει­τα ἕ­να ἄλ­λο ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ μι­λε­τσέν­το, κι ἔ­πει­τα ἕ­να τρί­το: «Τ’ αὐ­το­κί­νη­τά τὰ ἔ­χουν γιὰ κα­πρί­τσιο, τ’ ἀ­γο­ρά­ζουν στὰ παι­διά τους ὅ­πως ἐ­μεῖς τὰ πο­δή­λα­τα.» Ἔ­πει­τα πέ­ρα­σαν δυ­ὸ μο­το­σι­κλέ­τες, ἡ μιὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κά­νον­τας ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ θό­ρυ­βο. Ἦ­ταν ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α: κα­λύ­τε­ρα ποὺ στέ­κον­ταν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν δρό­μο.

        Καὶ νὰ ποὺ τε­λι­κὰ ὑ­πῆρ­χαν πι­να­κί­δες. Κοί­τα­ξαν μπρο­στὰ καὶ πί­σω, μπῆ­καν στὸν δρό­μο, πλη­σί­α­σαν κι ἄρ­χι­σαν νὰ δι­α­βά­ζουν: Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να-Σκό­λι­τι.

        «Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να: σὰν κά­τι νὰ μοῦ θυ­μί­ζει αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα.»

        «Καὶ μέ­να· καὶ τὸ Σκό­λι­τι δὲν μοῦ φαί­νε­ται ἄ­γνω­στο.»

        «Ἴ­σως νὰ κα­τοι­κοῦ­σε κά­ποι­ος ἀ­π’ τοὺς συγ­γε­νεῖς μας ἐ­δῶ, ἴ­σως ὁ θεῖ­ος μου προ­τοῦ νὰ με­τα­κο­μί­σει στὴ Φι­λα­δέλ­φεια: για­τὶ κι ἐ­γὼ θυ­μᾶ­μαι πὼς ἦ­ταν σὲ μιὰ ἄλ­λη πό­λη προ­τοῦ νὰ πά­ει στὴ Φι­λα­δέλ­φεια.»

        «Κι ὁ ἀ­δελ­φός μου ἦ­ταν σὲ ἄλ­λο μέ­ρος προ­τοῦ νὰ πά­ει στὸ Μπρού­κλιν… Ἀλ­λὰ πῶς τὸ λέ­γα­νε, δὲν θυ­μᾶ­μαι: κι ἔ­πει­τα, ἐ­μεῖς τὸ δι­α­βά­ζου­με Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να, δι­α­βά­ζου­με Σκό­λι­τι· ἀλ­λὰ πῶς τὸ δι­α­βά­ζουν αὐ­τοὶ δὲν ξέ­ρου­με, οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι δὲν τὸ γρά­φουν ὅ­πως τὸ δι­α­βά­ζουν.»

        «Ναί, αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ὡ­ραῖ­ο μὲ τὰ ἰ­τα­λι­κά: τὸ δι­α­βά­ζεις ὅ­πως τὸ γρά­φεις… Ἀλ­λὰ δὲν γί­νε­ται νὰ βγά­λου­με ἐ­δῶ τὴ νύ­χτα, πρέ­πει νὰ κά­νου­με κου­ρά­γιο… Ἐ­γὼ τὸ πρῶ­το ἁ­μά­ξι ποὺ θὰ πε­ρά­σει, θὰ τὸ στα­μα­τή­σω καὶ θὰ ρω­τή­σω μό­νο: “Τὸ Τρέν­τον;”… Ἐ­δῶ οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι πιὸ μορ­φω­μέ­νοι. Ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν κα­τα­λα­βαί­νουν αὐ­τὸ ποὺ τοὺς λές, θὰ κά­νουν ἕ­να νεῦ­μα, ἕ­να σι­νιά­λο: καὶ του­λά­χι­στον θὰ κα­τα­λά­βου­με πρὸς τὰ ποῦ εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο τὸ Τρέν­τον.»

        Ἀ­πὸ τὴ στρο­φή, στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα, πε­τά­χτη­κε ἕ­να τσιν­κου­ε­τσέν­το: ὁ ὁ­δη­γὸς τοὺς εἶ­δε νὰ πε­τά­γον­ται ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά του μὲ ση­κω­μέ­να τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ τὸν στα­μα­τή­σουν. Φρέ­να­ρε βλα­στη­μών­τας: δὲν σκέ­φτη­κε τὴν ἀ­πα­γω­γή, για­τί ἡ πε­ρι­ο­χὴ ἦ­ταν ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἥ­συ­χες· πί­στε­ψε πὼς ἤ­θε­λαν νὰ δι­α­σχί­σουν τὸν δρό­μο, ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

        «Τὸ Τρέν­τον;» ρώ­τη­σε ὁ ἕ­νας.

        «Τί;» ἔ­κα­νε ὁ ὁ­δη­γός.

        «Τὸ Τρέν­τον;»

        «Ποι­ό Τρέν­τον τὴν Πα­να­γί­α σας», βλα­στή­μη­σε ὁ ὁ­δη­γός.

        «Μι­λά­ει ἰ­τα­λι­κά», εἴ­πα­νε κι οἱ δυ­ὸ κοι­τών­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο μὲ ἀ­πο­ρί­α, ἀ­φοῦ δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρί­πτω­ση ν’ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν στοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους κά­τι τέ­τοι­ο.

        Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­κλει­σε τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ξα­νά­βα­λε μπρός. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το τι­νά­χτη­κε πρὸς τὰ μπρο­στὰ καὶ μό­νο τό­τε φώ­να­ξε στοὺς δυ­ό τους ποὺ πα­ρέ­με­ναν στὸν δρό­μο σὰν ἀ­γάλ­μα­τα: «Με­θύ­στα­κες, κε­ρα­τά­δες με­θύ­στα­κες, κε­ρα­τά­δες καὶ πούτ…» τὴν ὑ­πό­λοι­πη φρά­ση τὴν πῆ­ρε ὁ ἄ­νε­μος.

        Ἁ­πλώ­θη­κε σι­ω­πή.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτό, ἐ­κεῖ­νος ποὺ τοῦ εἶ­χε φα­νεῖ γνω­στὸ τὸ Σάν­τα Κρό­τσε εἶ­πε: «Θυ­μᾶ­μαι τὸ Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να, μιὰ χρο­νιὰ ποὺ δὲν πῆ­γε κα­λὰ στὰ μέ­ρη μας ὁ πα­τέ­ρας μου μᾶς πῆ­γε ἐ­κεῖ γιὰ τὸν θε­ρι­σμό.»

        Ρί­χτη­καν τό­τε μὲ σπα­ραγ­μὸ στὸ χαν­τά­κι τοῦ δρό­μου, κα­θὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε βι­α­σύ­νη νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸ νέ­ο, τὸ νέ­ο πὼς εἶ­χαν ξεμ­παρ­κά­ρει στὴ Σι­κε­λί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Il mare colore del vino [Θά­λασ­σα στὸ χρῶ­μα τοῦ κρα­σιοῦ] (Adelphi Edizioni, Milano, 1996).



Λε­ο­νάρ­ντο Σά­σα (Leonardo Sciascia) (Ρα­καλ­μοῦ­το τῆς Σι­κε­λί­ας, 1921 – Πα­λέρ­μο, 1989). Ὑ­πῆρ­ξε πο­λυ­γρα­φό­τα­τος καὶ πο­λι­τι­κο­ποι­η­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας. Ἀ­νά­με­σα στὰ ἔρ­γα του συγ­κα­τα­λέ­γον­ται μυ­θι­στο­ρή­μα­τα —κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἀ­στυ­νο­μι­κά—, δι­η­γή­μα­τα, ἄρ­θρα, δο­κί­μια, ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Κά­ποι­α βι­βλί­α του με­τα­φέρ­θη­καν καὶ στὴ με­γά­λη ὀ­θό­νη. Στὰ ἔρ­γα του θί­γει τὰ κα­κῶς κεί­με­να τῆς χώ­ρας του, ὅ­πως τὸ κυ­ρί­αρ­χο πρό­βλη­μα τῆς Μα­φί­ας καὶ τῆς πο­λι­τι­κῆ­ς δι­α­φθο­ρᾶς, καὶ γι’ αὐ­τὸ δι­καί­ως τὸν ἀ­πο­κά­λε­σαν «ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴ­  τῆς ἰ­τα­λι­κῆς συ­νεί­δη­σης». Στὰ κρι­τι­κά του κεί­με­να ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὴ Σι­κε­λί­α, τὸν Πι­ραν­τέ­λο, τὴν πο­λι­τι­κή – ὅ­πως μὲ τὴν ὑ­πό­θε­ση τῆς δο­λο­φο­νί­ας τοῦ Ἄλ­ντο Μό­ρο ἀ­πὸ τὶς Ἐ­ρυ­θρὲς Τα­ξι­αρ­χί­ες. Ἐρ­γά­στη­κε καὶ ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φο­ς  καὶ με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν: Γου­ί­τμαν, Λόρ­κα, Ἀ­να­τὸλ Φράνς κ.ἄ. Ἐ­ξε­λέ­γη βου­λευ­τὴς στὸ ἰ­τα­λι­κὸ ἀλ­λὰ καὶ στὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ κοι­νο­βού­λιο, ἀλ­λὰ κρά­τη­σε τὴ θε­σμι­κὴ θέ­ση στὴν ἰ­τα­λι­κὴ βου­λή, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὴν ἔ­ρευ­να στὸ πλαί­σιο τῆς Εἰ­δι­κῆς Κοι­νο­βου­λευ­τι­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς. Ἔρ­γα του: μέ­ρα τῆς κου­κου­βά­γιας (1961), Τὸ πρω­το­κό­λο τῆς Αἰ­γύ­πτου (1963), Στὸν κα­θέ­να αὐ­τὸ ποὺ τοῦ ­ξί­ζει (1966), Πι­ραν­τέ­λο καὶ Πι­ραν­τε­λι­σμός (1953), Πι­ραν­τέ­λο καὶ Σι­κε­λί­α (1961), ­πό­θε­ση Μό­ρο (1978) κ.ἄ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

 

Φί­λιπ­πος Φι­λίπ­που: Τί ἔ­γι­νε στὸν πύρ­γο ὅ­που ἔ­με­ναν ὁ Δὸν Κι­χώ­της μὲ τὸν ἱπ­πο­κό­μο του


11-Filippou,Filippos-TiEgineStonPyrgo...-Eikona-02


Φί­λιπ­πος Φι­λίπ­που


Τί ἔ­γι­νε στὸν πύρ­γο ὅ­που ἔ­με­ναν

ὁ Δὸν Κι­χώ­της μὲ τὸν ἱπ­πο­κό­μο του

H-Itta-SomataΑΛΤΙΣΙΔΟΡΑ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο, κά­νον­τας πὼς σκου­πί­ζει τὰ δά­κρυ­ά της μ’ ἕ­να μαν­τί­λι. Ἔ­νι­ω­θε τα­πει­νω­μέ­νη ποὺ ὁ Δὸν Κι­χώ­της δὲν δέ­χτη­κε τὸν ἔ­ρω­τά της. Ὡ­στό­σο, δὲν ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Πῆ­γε στὸ τέρ­μα τοῦ δι­α­δρό­μου καὶ πα­ρα­φύ­λα­ξε μέ­χρι νὰ φύ­γουν οἱ δοῦ­κες. Θέ­λον­τας νὰ τι­μω­ρή­σει τὸν ἱπ­πό­τη ἐ­λε­ει­νῆς μορ­φῆς ποὺ τὴν ἀ­πέ­κρου­σε, σκαρ­φί­στη­κε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἰ­δέ­α.

       Μό­λις εἶ­δε τὸν Δὸν Κι­χώ­τη νὰ πη­γαί­νει πρὸς νε­ροῦ του, μπῆ­κε στὸ δω­μά­τιο καὶ ξε­γύ­μνω­σε τὸ στῆ­θος της. Ὁ Σάν­τσος σά­στι­σε. Ἡ Ἀλ­τι­σι­δό­ρα τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε. Τὸ στό­μα της κόλ­λη­σε στὸ δι­κό του, τὸ χέ­ρι της ψα­χού­λε­ψε ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια του. Ἐ­κεῖ­νος, ἐν­τε­λῶς ἀ­προ­ε­τοί­μα­στος, τρά­βη­ξε τὸ κε­φά­λι του, λέ­γον­τας:

       «Ἀ­γα­πά­ω τὴ γυ­ναί­κα μου, δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴν ἀ­πα­τή­σω.»

       «Εἶ­σαι ἀ­νό­η­τος.»

       «Τὸ κο­κό­ρι μου δὲν μπο­ρεῖ νὰ τρα­γου­δή­σει.»

       «Εἶ­στε κι οἱ δύ­ο τρε­λοὶ γιὰ δέ­σι­μο», τοῦ εἶ­πε θυ­μω­μέ­νη ἡ Ἀλ­τι­σι­δό­ρα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Φί­λιπ­πος Φι­λίπ­που (Κέρκυρα, 1948). Σπού­δα­σε μη­χα­νι­κὸς σὲ σχο­λὴ Ἐμ­πο­ρι­κοῦ Ναυ­τι­κοῦ καὶ ἔ­χει τα­ξι­δέ­ψει σὲ πον­το­πό­ρα πλοῖ­α. Ἔ­χει γρά­ψει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ με­λέ­τες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες ἡ­μέ­ρες τοῦ Κων­σταν­τί­νου Κα­βά­φη κυ­κλο­φο­ρεῖ στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ καὶ στὰ ρου­μα­νι­κά. Πρό­σφα­τα ἐ­ξέ­δω­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ γυ­ναί­κα ὡς ἔρ­γο τέ­χνης.

Εἰκόνα: Χαρακτικὸ τοῦ Gustave Doré (1888).



		

	

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Πάσχα 1943


Markoglou,Prodromos-Pascha1943-Eikona-01


Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου


Πά­σχα 1943


10-hΤΑΝ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ. Χα­ρά­μα­τα ἦρ­θε ὁ θεῖ­ος μου, ἀ­δελ­φὸς τῆς μη­τέ­ρας μου, μὲ τὸ κά­ρο του γιὰ νὰ μᾶς κου­βα­λή­σει στὸ χω­ριό. Σέ­λια­νη τὸ πα­λιό του ὄ­νο­μα, Φί­λιπ­ποι τὸ νέ­ο. Στὴν πό­λη ἡ πεί­να θέ­ρι­ζε. Ἀ­φοῦ πή­ρα­με τὴ σχε­τι­κὴ ἄ­δεια, ἀ­πὸ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ ἀ­στυ­νο­μί­α Κα­το­χῆς, ξε­κι­νή­σα­με. Ὁ οὐ­ρα­νὸς γε­μά­τος βα­ριὰ μαῦ­ρα σύν­νε­φα. Τὸ ἄ­λο­γο περ­πα­τοῦ­σε ἀρ­γὰ καὶ στα­θε­ρά. Φτά­σα­με στὸ ὕ­ψω­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Σί­λα. Τὰ πεῦ­κα φουν­τω­μέ­να καὶ οἱ θά­μνοι κα­τα­πρά­σι­νοι. Ὁ θεῖ­ος πό­τι­σε τὸ ἄ­λο­γο στὴ βρύ­ση. Εὐ­ω­δί­α­ζε θυ­μά­ρι καὶ ρε­τσί­νι.

       Τὸ κά­ρο πῆ­ρε τὶς στρο­φὲς ποὺ κα­τε­βαί­νουν στὴν πε­διά­δα τῶν Φι­λίπ­πων. Στὸν Ἀ­μυ­γδα­λε­ώ­να μᾶς ἔ­πι­α­σε μιὰ ψι­λὴ βρο­χή. Σκε­πα­στή­κα­με μ’ ἕ­να κα­ρα­βό­πα­νο κι ὁ θεῖ­ος ἔ­ρι­ξε κά­τι τσου­βά­λια στὴ ρά­χη τοῦ ἀ­λό­γου. Ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι φτά­σα­με στὸ χω­ριό.

       Μᾶς ὑ­πο­δέ­χθη­καν ὁ παπ­πούς, ἡ για­γιά, ἡ θεί­α καὶ τὰ ξα­δέλ­φια μὲ χα­ρὲς καὶ γέ­λια. Στὸ χω­ριὸ τί­πο­τε δὲν θύ­μι­ζε τὴ βαρ­βα­ρό­τη­τα τῆς Κα­το­χῆς. Ὑ­πῆρ­χαν βέ­βαι­α οἱ βουλ­γα­ρι­κὲς ἀρ­χές, πρό­ε­δρος, γραμ­μα­τέ­ας, ἀ­γρο­φύ­λα­κας καὶ τέσ­σε­ρις χω­ρο­φύ­λα­κες, ἀλ­λὰ ἡ πα­ρου­σί­α τους ἦ­ταν σχε­τι­κὰ δι­α­κρι­τι­κὴ κα­θὼς ἤ­θε­λαν νὰ κα­λο­περ­νᾶ­νε.

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, Με­γά­λο Σάβ­βα­το, ἄρ­χι­σαν οἱ προ­ε­τοι­μα­σί­ες. Τὸ μυ­στι­κὸ ἦ­ταν ἕ­να γου­ρου­νό­που­λο ποὺ θὰ σφά­ζον­ταν γιὰ τὸ πα­σχα­λι­νὸ τρα­πέ­ζι. Ἦ­ταν κρυμ­μέ­νο κα­λὰ στὴν χορ­τα­πο­θή­κη, για­τὶ ἦ­ταν ἀ­δή­λω­το στὶς ἀρ­χές. Ἂν τὸ παῖρ­ναν χαμ­πά­ρι τὸ χά­να­με. Χώ­ρια τὸ ξύ­λο καὶ ἡ φυ­λα­κή. Οἱ ἄν­τρες τὸ σφά­ξαν μὲ τρό­πο ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κό. Κα­νεὶς δὲν πῆ­ρε εἴ­δη­ση. Ἡ για­γιὰ ἄ­να­ψε τὸ φοῦρ­νο κι ἔ­ψη­νε κου­λοῦ­ρες μὲ μέ­λι καὶ κο­λο­κύ­θες. Τὸ κα­κὸ ἔ­γι­νε σὲ λί­γο. Κά­ποι­ο σκυ­λὶ ἅρ­πα­ξε ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ το­μά­ρι. Δὲν ξέ­ρω ἂν αὐ­τὸ ἦ­ταν ἡ ἀ­φορ­μὴ ἢ κά­ποι­ος γεί­το­νας μᾶς κάρ­φω­σε στοὺς Βουλ­γά­ρους. Σὲ λί­γο κα­τα­φθά­σαν ὀρ­γι­σμέ­νοι δύ­ο χω­ρο­φύ­λα­κες ἀ­πὸ τὴν κοι­νό­τη­τα καὶ τρά­βη­ξαν κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὴν χορ­τα­πο­θή­κη. Ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω τὸ σφά­γιο καὶ τὸ πέ­τα­ξαν στὸ χῶ­μα. Φώ­να­ζαν καὶ ἀ­πει­λοῦ­σαν. Ὁ πα­τέ­ρας μου ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς μι­λά­ει τούρ­κι­κα, τό­τε ὁ ἕ­νας ἀν­τα­πο­κρί­θη­κε. Πι­ά­σα­νε μιὰ ἀ­τέρ­μο­νη συ­ζή­τη­ση. Ἦ­ταν με­γά­λο πρό­βλη­μα κι ἔγ­κλη­μα ποὺ δὲν εἶ­χε δη­λω­θεῖ καὶ δὲν εἶ­χε πα­ρα­δο­θεῖ στὶς δυ­νά­μεις Κα­το­χῆς. Ἄ­ρα κλέ­ψα­τε τὸ βουλ­γα­ρι­κὸ κρά­τος, εἶ­πε ὁ χω­ρο­φύ­λα­κας.

       Ὁ πα­τέ­ρας τοὺς κέ­ρα­σε οὖ­ζο, «τὸ σφά­ξα­με», εἶ­πε, «γιὰ τὸ Πά­σχα». Τοὺς ἔ­δει­ξε τὶς ἄ­δει­ες ποὺ εἴ­χα­με βγά­λει, ζή­τη­σε κα­τα­νό­η­ση, ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ γου­ρού­νι δὲν ἔ­χα­νε τί­πο­τε ἡ κυ­βέρ­νη­σή τους. Ἀ­φοῦ ἤ­πιαν ἕ­να μπου­κά­λι οὖ­ζο, με­τὰ ἀ­πὸ συ­ζη­τή­σεις, ἡ κα­τά­λη­ξη ἦ­ταν νὰ πά­ρουν οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες τὸ γου­ρού­νι καὶ νὰ μὴν κου­βα­λή­σουν τοὺς ἄν­τρες στὸ κρα­τη­τή­ριο.

       Τύ­λι­ξαν τὸ σφά­γιο μ’ ἕ­να τσού­λι κα­πνῶν καὶ δι­έ­τα­ξαν τὸν θεῖ­ο καὶ τὸν πα­τέ­ρα μου νὰ τὸ με­τα­φέ­ρουν στὴν αὐ­λὴ τῆς κοι­νό­τη­τας, ποὺ ἦ­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ἐ­κεῖ κου­βά­λη­σαν ἕ­να κου­βὰ μὲ πρά­σι­νη μπο­γιὰ μὲ δη­λη­τή­ριο, ὅ­πως εἶ­παν, καὶ τοὺς ὑ­πο­χρέ­ω­σαν νὰ τὸ βά­ψουν πρά­σι­νο. Με­τὰ τοὺς ἔ­δω­σαν γκα­σμά­δες καὶ φτυά­ρια νὰ τὸ θά­ψουν. Γύ­ρω μα­ζεύ­τη­καν οἱ χω­ρι­κοὶ σι­ω­πη­λοὶ καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σαν τοὺς ἔ­βα­λαν νὰ πα­τή­σουν μὲ δύ­να­μη τὸ χῶ­μα.       

       Τὴ νύ­χτα πή­γα­με πε­ρί­λυ­ποι στὴν Ἀ­νά­στα­ση. Με­τὰ εἶ­χε στὸ τρα­πέ­ζι πα­τά­τες, χόρ­τα, κο­λο­κύ­θια καὶ αὐ­γά. Τὸ φά­σμα τοῦ ἀ­πο­λε­σθέν­τος χοί­ρου μᾶς κα­τε­δί­ω­κε.

       Πρὶν ἀρ­χί­σου­με τὸ φα­γη­τὸ ὁ παπ­ποὺς μᾶς δι­ά­βα­σε ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο του, «ὁ γὰρ ἄρ­τος τοῦ Θε­οῦ ἐ­στιν ὁ κα­τα­βαί­νων ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, καὶ ζω­ὴν δι­δοὺς τῷ κό­σμω. Εἶ­πον οὖν πρὸς αὐ­τόν, Κύ­ρι­ε, πάν­το­τε δὸς ἡ­μῖν τὸν ἄρ­τον τοῦ­τον. Εἶ­πε δὲ αὐ­τοῖς ὁ Ἰ­η­σοῦς, Ἐ­γώ εἰ­μι ὁ ἄρ­τος τῆς ζω­ῆς, ὁ ἐρ­χό­με­νος πρός με οὐ μὴ πει­νά­σῃ, καὶ ὁ πι­στεύ­ων εἰς ἐ­μὲ οὐ δι­ψή­σῃ πώ­πο­τε».


Τὸ κα­λο­καί­ρι σ’ ἕ­να μπλό­κο τῶν Βουλ­γά­ρων οἱ στρα­τι­ῶ­τες, ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­λα­βαν ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὲς ἀ­παν­τή­σεις, πο­δο­πά­τη­σαν τὸν παπ­ποὺ ἕ­ως θα­νά­του. Δύ­ο μέ­ρες με­τὰ πέ­θα­νε ἀ­πὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ αἱ­μορ­ρα­γί­α.

       Ἡ βα­σα­νι­σμέ­νη του ψυ­χὴ σὰν μαῦ­ρο καρ­τά­λι πέ­τα­ξε πά­νω ἀ­πὸ θά­λασ­σες, ἀ­πὸ βου­νά, μπῆ­κε στὴν Προ­πον­τί­δα καὶ στὴν Μαύ­ρη Θά­λασ­σα καὶ κούρ­νια­σε γιὰ πάν­τα στὰ χώ­μα­τα τοῦ Πόν­του καὶ τῆς Τρα­πε­ζούν­τας.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: ἐφ. Κα­θη­με­ρι­νή, ἔν­θε­το «Κα­θη­με­ρι­νὴ τῆς Βό­ρειας Ἑλ­λά­δας», Μ. Πα­ρα­σκευ­ή, 21 Ἀ­πρι­λί­ου 1995.

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.



		

	

Τεὸ Ρόμβος: Τὸ Παραμύθι τῆς Ἀνάπτυξης


Rombos,Teo-ToParamythiTisAnaptyksis-Eikona-04


Τε­ὸ Ρόμ­βος


Τὸ Πα­ρα­μύ­θι τῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης


ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ (ΠΟΥ) ΔΕΝ ΟΔΗΓΟΥΝ ΠΟΥΘΕΝΑ…

(Ἕ­να Πα­ρα­μύ­θι γιὰ τοὺς ἀ­γα­θοὺς ἀ­γρί­ους τῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης)


01-MiΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, σ’ ἕ­να νη­σά­κι κα­τα­με­σῆς στὸ Αἰ­γαῖ­ο ἐ­ζοῦ­σε μέ­σα σὲ λι­τὰ με­γα­λεῖα ἕ­νας γε­ρο-Βα­σι­λέ­ας πα­λαι­ῶν ἀρ­χῶν καὶ γη­ρα­λέ­ων ἀν­τι­λή­ψε­ων. Ἦ­τον πο­λὺ ἀ­γα­πη­τὸς στοὺς ὑ­πη­κό­ους του καὶ εἶ­χε ἕ­να μο­να­χο­παί­δι. Ἐ­τοῦ­το πά­λε τὸ Πριγ­κι­πό­που­λο εἶ­χεν ἀ­πὸ μι­κρὸ δεί­ξει μί­αν ἔ­φε­ση πρὸς τὰ τρα­νὰ με­γα­λεῖ­α καὶ τὴν ἄ­νευ ὁ­ρί­ων Ἀ­νά­πτυ­ξη. Κά­πο­τες ἡ θειά­κα τοῦ νε­α­ροῦ βλα­στοῦ ἐ­δώ­ρι­σε παί­γνια εἰς τὸν μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, ἤ­τοι ἕ­ναν πλα­στι­κὸ ἐξκα­φέ­α, μί­αν μη­χα­νι­κὴ μπουλ­δό­ζα καὶ μί­αν μπε­του­νι­έ­ρα διὰ νὰ παί­ζει, καὶ ὁ μι­κρὸς Πρίγ­κηψ πλιὰ ὅ­λο στὰ ἀ­να­πτυ­ξι­ο­λά­γνα παί­γνια εἶ­χεν τὰ μυα­λά του.

       Ἐ­πε­ρά­σα­νε οἱ χρό­νοι καὶ μί­αν ἡ­μέ­ρα ποὺ ὁ ἥ­λιος εἶ­χεν ἀ­νέ­βει στὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα καὶ ὁ γε­ρο­βα­σι­λέ­ας εἶ­χε πλιὰ φτά­ξει σὲ βα­θύ­τα­τα γε­ρά­μα­τα, ἔ­τσι ὅ­πως ἐ­κά­θον­ταν ἀ­να­κούρ­κου­δος στὸ θρό­νο, ἔ­γει­ρε τὴν κε­φα­λὴ του ἐ­νῶ ἐ­ψέλ­λι­ζε τὰ ἑ­ξῆς: «Ἔ­χε­τε γειὰ βρυ­σοῦ­λες, λόγ­γοι, βου­νά, ρα­χοῦ­λες» καὶ μπάφ, τὰ ἐ­τί­να­ξε καὶ μᾶς ἀ­φῆ­κε χρό­νους.


Βα­θιὰ ἦ­τον ἡ θλί­ψη ποὺ ἐ­σκέ­πα­σε τὴ Νῆ­σο. Σὰν ὅ­μως εἰ­πώ­θη ὅ­τι ὁ Πρίγ­κηψ θὰ γε­νεῖ Βα­σι­λέ­ας στὴ θέ­ση τοῦ Βα­σι­λέ­α, ἐ­γί­νη­κε χα­ρὰ με­γά­λη εἰς ὅ­λο τὸ Βα­σί­λει­ο. Ὁ νι­ό­βγαλ­τος Βα­σι­λέ­ας, γι­ο­μά­τος ὁρ­μὴ καὶ πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος σκέ­δια ἐ­φώ­να­ξε ἐν πρώ­τοις τοὺς μπι­στι­κοὺς καὶ τοὺς συμ­βού­λους τοῦ Θρό­νου στὴν με­γά­λη αἴ­θου­σα τῶν Συμ­βου­λί­ων καὶ τοὺς εἶ­πε: «Τρα­νοί μου Ἄρ­χον­τες, Ἐρ­γο­λῆ­πτες μου καὶ Ἐρ­γο­λά­βοι, στα­θεῖ­τε στὰ πλευ­ρά μου καὶ ‘γὼ θὰ εἶ­μαι ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸς νὰ ὁ­δη­γή­σω τὸ ντό­πο μας πο­λὺ μα­κριὰ καὶ νὰ τὸν κά­μνω τὸν πιὸ ξα­κου­στὸ στὰ Βα­σί­λεια οὗλα. Ἔρ­γα νὰ ἰ­δοῦν τὰ ὀ­μά­τιά σας! Θὰ φτιά­ξω ἀ­ε­ρο­δρό­μια καὶ θὰ κά­μνω πλα­τεῖ­ες, θ’ ἀ­νοί­ξω δρό­μους, θὰ κα­τα­σκευά­σω λι­μά­νια, θὰ στουμ­πή­σω γι­ο­φύ­ρια, μὰ πά­νου ἀπ΄ οὗ­λα θὰ ἀ­νοί­ξω τὸν πιὸ Με­γά­λο Δρό­μο ποὺ θὰ πα­γαί­νει παν­τοῦ καὶ θὰ τὸν ζη­λεύ­ου­νε τὰ Βα­σί­λεια οὗ­λα.»


Ἀ­μ’ ἕ­πος ἀ­μ’ ἔρ­γο, καὶ διὰ τὸ σκο­πὸ αὐ­τὸ ἐ­πα­ρήγ­γει­λε γι­ω­τρύ­πα­να, κι ἐξ­κα­φεῖς καὶ χω­μα­το­φά­γους, τὶς πιὸ σύγ­χρου­νες μπουλ­δό­ζες, τὰ πιὸ λια­νὰ μη­χα­νι­κὰ σφυ­ριὰ καὶ τὶς πιὸ πει­να­σμέ­νες φα­γά­νες, τοὺς πιὸ βα­ριοὺς ὀ­δον­το­στρω­τῆ­ρες κι ὅ,τι ἄλ­λο ἐ­χρει­ά­ζε­το. Τὸ λοι­πόν, δρό­μο ἀ­πῆ­ραν, δρό­μο ἀ­φή­νουν, ἐ­πὶ τὸ ἔρ­γον τὰ μα­κρυ­πό­δα­ρα γι­ω­τρύ­πα­να ὀ­ρε­ξά­τα-ὀ­ρε­ξά­τα, ἀ­νοί­γουν κρα­τῆ­ρες ἑ­κα­τον­τά­δες μέ­τρα βα­θιὰ στὴ γῆ, μὰ ἀν­τὶς γιὰ νε­ρὸ ἐ­βρί­σκαν θά­λασ­σα καὶ στὶς πη­γὲς ἀ­νά­βλυ­σε ἁρ­μυ­ρὸ νε­ρό. Ὁ κα­λός μας και­νο­τό­μος Βα­σι­λέ­ας ἔ­βα­ζε παν­τοῦ φουρ­νέ­λα μὲ φυ­τί­λια καὶ ἀ­φά­νι­ζε βου­νὰ ὁ­λά­κε­ρα ποὺ τά ’­φτια­νε με­τὰ γκω­νά­ρια. Τὰ μη­χα­νι­κά του σφυ­ριὰ λι­α­νί­ζα­νε τοὺς ὀγ­κό­βρα­χους καὶ τοὺς ἀ­ε­ρό­λι­θους καὶ τὰ κά­μναν φτε­νὲς πέ­τρες καὶ τὰ μη­χα­νι­κὰ κο­φτή­ρια μα­σοῦ­σαν, ἐ­λι­ά­νι­ζαν καὶ φτύ­ναν πε­τρα­δοῦ­λες καὶ χα­λί­κια. Καὶ οἱ ἐξ­κα­φεῖς σα­ρῶ­ναν τὸ γαρ­μπί­λι καὶ τὰ χώ­μα­τα καὶ σκέ­πα­ζαν μὲ δαῦ­τα οὗ­λες τὶς ρε­μα­τι­ές. Καὶ οἱ μπουλ­δό­ζες ἰ­σι­ῶ­ναν τὶς βου­νο­πλα­γι­ές, τοὺς κόρ­φους, τοὺς λόγ­γους, τὶς ἀγ­κά­λες καὶ τὰ λαγ­κά­δια. Καὶ οἱ φα­γά­νες στουμ­πώ­να­νε κα­λῶς κι ἐ­πα­τί­κω­ναν ὁ­λο­μα­ζὶ τὰ κα­κο­συ­φο­ρι­α­σμέ­να ἀ­δρα­νῆ ὑ­λι­κά. Κι οἱ φορ­τω­τὲς ἐ­γι­ο­μί­ζαν ἀγ­κω­νά­ρια, τρο­χα­λό­πε­τρες, ξε­ρό­βρα­χους καὶ κοκ­κι­νό­χω­μα ἴ­σα­με πά­νου στὰ φορ­τη­γὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Καὶ οἱ ὀ­δον­το­στρω­τῆ­ρες στρῶ­ναν ὁ­λοῦ­θε δι­α­γω­νί­ως καὶ κα­θέ­τως δρό­μους, πλα­γι­νούς, βο­η­θη­τι­κούς, κα­ρο­δρό­μους, δι­α­δρό­μους, πε­ζο­δρό­μους, πε­λα­γο­δρό­μους, ἀ­ε­ρο­δι­α­δρό­μους.

       Καὶ ὅ­ταν πλιὰ εἶ­χαν ὅ­λα τε­λει­ώ­σει, ἀ­κού­στη­κε ἀ­π’ τὰ λί­γα ἄ­γρια πού ‘χαν δῶ καὶ κεῖ ξω­μεί­νει ἕ­νας ψί­θυ­ρος στὸν ἀ­γέ­ρα, καὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­να τὰ προ­φη­τι­κὰ λό­για τοῦ Μα­κα­ρί­τη: «Ἔ­χε­τε γειὰ βρυ­σοῦ­λες, λόγ­γοι, βου­νά, ρα­χοῦ­λες».

       Καὶ τό­τες, μό­νο τό­τες, ἔ­φτα­ξαν μὲ βόμ­βους με­γά­λους τ΄ἀ­ε­ρό­πλα­να καὶ τὰ ὑ­δρό­πλα­να καὶ ἐ­προ­σγει­ώ­νον­ταν τό ‘να πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λο καὶ ἐ­ξε­φόρ­τω­ναν μερ­μηγ­κι­ὲς ἀ­θρώ­πους. Καὶ νά, τὰ βα­πό­ρια, καὶ τὰ κα­ρά­βια. Καὶ νά, καὶ τὰ κρου­α­ζε­ρό­πλοι­α, νά, καὶ τὰ γι­ὼτ καὶ κό­τε­ρα, νά, καὶ οἱ Μα­χαρα­γιά­δες μὲ τὰ χα­ρέ­μια τους. Καὶ νά, κι οἱ Ντου­ρί­στες ποὺ ἐ­ξε­φώ­νι­ζαν: «Μπὲλ Κρου­α­ζιέρ! Γκρὰν Κρουα­ζάνς!».


Καὶ ὁ μέ­γας Δρό­μος μὲ τοὺς πα­ρα­δρό­μους ποὺ εἶ­χε πιὰ ἀ­πο­φτια­χτεῖ, ἐ­γι­ό­μι­σε πλή­θια, μι­λι­ού­νια καὶ μα­μού­νια ἀ­θρώ­πων. Καὶ τὸ νη­σὶ ἐ­γι­ό­μι­σε οἰ­κό­πε­δα. Καὶ τὰ οἰ­κό­πε­δα γι­ο­μί­σαν ὀ­τέ­λια κι ὀ­σπί­τια. Καὶ τὰ ὀ­τέ­λια γι­ο­μί­σαν ἀ­θρώ­πους. Καὶ τὰ αὐ­το­κί­νη­τα ἐ­πλημ­μύ­ρι­σαν τὸ Δρό­μο. Κι ὁ Δρό­μος ἐ­πλημ­μύ­ρι­σεν ἀ­θρώ­πους. Κι οἱ ἀ­θρῶ­ποι ἐ­πλημ­μύ­ρι­σαν τὴ Θά­λασ­σα κι ἡ Θά­λασ­σα ἐ­στέ­ρε­ψε κι ἔ­γι­νε Στε­ριὰ καὶ ἡ Στε­ριὰ ἐ­βού­λια­ξεν καὶ τὰ ὀ­ψά­ρια ἐ­βγῆ­καν καὶ περ­πά­τη­σαν στὴ Στε­ριὰ καὶ οἱ ἀ­θρῶ­ποι γε­νή­κα­νε ὀ­ψά­ρια καὶ ἑ­κα­τοί­κη­σαν τὰ ἄ­πα­τα τῆς Θα­λάσ­σης. Καὶ εἶ­ναι νὰ τοὺς κλαῖ­νε οἱ ρέγ­κες…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Δη­μο­σι­ευ­μέ­νο στὶς 8 Σε­πτεμ­βρί­ου 2012 (στὸ http://romvos.wordpress.com/)

Τε­ὸ Ρόμ­βος (Ἀ­θή­να, Κου­κά­κι, 1945). Ἔ­ζη­σε κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, στὴν Ἰ­α­πω­νί­α, τὶς Ἠ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καὶ στὸ Κογ­κὸ καὶ μό­νι­μα στὴ Γαλ­λί­α καὶ τὴ Γερ­μα­νί­α. Σπού­δα­σε κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἐ­πί­σης σύ­στη­σε τὸ ἀ­ναρ­χι­κὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Octopus Press, ποὺ ἦ­ταν ση­μεῖ­ο συ­νάν­τη­σης γιὰ πε­ρι­θω­ρια­κούς, καλ­λι­τέ­χνες, ποι­η­τές, συγ­γρα­φεῖς ποὺ συμ­με­τεῖ­χαν σὲ πλῆ­θος πο­λι­τι­κῶν συ­ζη­τή­σε­ων. Βι­βλί­α του: Τρί­α φεγ­γά­ρια στὴν πλα­τεί­α, Κεί­με­νο Πά­θος, Γε­ώρ­γιος Νέ­γρος: Ὁ Τί­γρης τοῦ Αἰ­γαί­ου κ.ἄ.



		

	

Γιῶργος Τριλλίδης: Τζέ­νι­φερ rules

Trillidis,Giorgos-JenniferRules-Eikona-02


Γιῶργος Τριλλίδης


Τζέ­νι­φερ rules


02-TaphΩΡΑ ποὺ σᾶς μι­λῶ, Ἰ­ω­νᾶς καὶ Τζέ­νι­φερ ἀ­να­κα­λύ­πτουν τὶς κρυ­φὲς χά­ρες τοῦ Ὁ­μό­δους, ἀ­φοῦ ἔ­χουν ἤ­δη ἀ­να­κα­λύ­ψει τὶς φα­νε­ρὲς χά­ρες ἀλ­λή­λων. Γιὰ τὴν Τζέ­νι­φερ, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κυ­ρι­ο­λε­κτή­σω πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τὸ κα­θε­τὶ σ’ αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι ἐκ­στα­σι­ά­ζε­ται νὰ δι­α­τυμ­πα­νί­ζει τὴν πα­ρου­σί­α του (τὰ μά­τια της γρά­φουν πά­νω «μα­τά­ρες», τὸ στῆ­θος της «βυ­ζά­ρες» κ.ο.κ.), λὲς καὶ θὰ μᾶς προ­σέ­βαλ­λε ἂν μᾶς ἄ­φη­νε νὰ ψά­ξου­με λί­γο τὸ ζή­τη­μα ἀ­πὸ μό­νοι μας. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κα­μιὰ χά­ρη τοῦ Ἰ­ω­νᾶ δὲν εἶ­ναι φα­νε­ρὴ (ὅ­πως καὶ κα­νε­νὸς Ἰ­ω­νᾶ, ἄλ­λω­στε), πα­ρὰ μό­νο στὰ μά­τια τῆς Τζέ­νι­φερ.

        Πε­ρι­δι­α­βαί­νουν λοι­πὸν τὸ γρα­φι­κὸ χω­ριὸ καὶ κά­θε τό­σο στα­μα­τᾶ­νε νὰ δοῦν αὐ­τό, νὰ δο­κι­μά­σουν ἐ­κεῖ­νο, νὰ σχο­λιά­σουν τὸ ἄλ­λο – συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται, δη­λα­δή, σὰν κα­νο­νι­κοὶ ἄν­θρω­ποι. Ἀλ­λὰ ἡ αὔ­ρα τους ἔ­χει κά­τι τὸ ἐ­πι­μνη­μό­συ­νο. Γύ­ρω τους μα­ζεύ­ον­ται του­ρί­στες μὲ δε­κά­δες πί­ξελ ἀ­νὰ χεί­ρας καὶ βγά­ζουν φω­το­γρα­φί­ες ποὺ σὲ τεσ­σε­ρά­μι­σι χρό­νια ἀ­πὸ σή­με­ρα θὰ ἔ­χουν συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἀν­τί­κρι­σμα ἴ­σο μὲ αὐ­τὸ

Trillidis,Giorgos-JenniferRules-Eikona-01

καὶ παίρ­νουν ὅρ­κο ὅ­τι Ἰ­ω­νᾶς καὶ Τζέ­νι­φερ πα­ρι­στά­νουν κά­τι ποὺ ἦ­ταν, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι πιά. Ἀ­σφα­λῶς πέ­φτουν ἔ­ξω (ὅ­πως ὅ­λοι οἱ του­ρί­στες, ἄλ­λω­στε), ἀ­φοῦ Ἰ­ω­νᾶς καὶ Τζέ­νι­φερ ἦ­ταν πάν­τα κά­τι ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι.

        Τώ­ρα, στὴ μέ­ση ἀ­κρι­βῶς τῆς ἱ­στο­ρί­ας μας, ἀ­πο­φα­σί­ζουν ὅ­τι πεί­να­σαν καὶ κά­θον­ται νὰ τσιμ­πο­λο­γή­σουν πτω­μα­τά­κια. Ἀ­πὸ τὰ ἠ­χεῖ­α, λα­ϊ­κό­τρο­πες φω­νὲς ἐ­ναλ­λάσ­σον­ται μὲ τα­χύ­τη­τα ποὺ ἀν­τα­γω­νί­ζε­ται τὸ πη­γαι­νέ­λα τῶν με­ζέ­δων, πά­ρα ταῦ­τα Ἰ­ω­νᾶς καὶ Τζέ­νι­φερ δὲν ἐ­πι­τρέ­πουν στὴ δι­ά­θε­σή τους νὰ ξο­κεί­λει ἀ­πὸ τὴν πε­πα­τη­μέ­νη. Ἔ­χουν ἀρ­χές, Ἰ­ω­νᾶς καὶ Τζέ­νι­φερ, καὶ θὰ τὶς τη­ρή­σουν ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἂν τὸ σύμ­παν γύ­ρω τους κα­τε­δα­φί­ζε­ται σὲ ρυθ­μοὺς ἐν­νέ­α ὄ­γδο­α. Μὲ τὸ ποὺ ἔρ­χον­ται τὰ γλυ­κὰ τοῦ κου­τα­λιοῦ, ἡ συ­ζή­τη­ση ἀρ­χί­ζει νὰ πε­ρι­στρέ­φε­ται στὸ γνω­στὸ θέ­μα. Ὑ­πάρ­χουν ἑ­κα­τέ­ρω­θεν μο­νό­λο­γοι. Αὐ­τὸς τῆς Τζέ­νι­φερ, ὅ­μως, πλα­τειά­ζει ἐ­πι­κίν­δυ­να καὶ ὁ Ἰ­ω­νᾶς ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ κό­ψει δρό­μο.

        «Ἂν ὄ­χι ἐ­γώ, ποι­ός;» ἐ­ξα­νί­στα­ται καὶ συγ­κε­φα­λαι­ώ­νει ὁ Ἰ­ω­νᾶς. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μά του κα­θί­στα­ται ρη­το­ρι­κὸ γιὰ λό­γους ποὺ ἐν­το­πί­ζον­ται ἐ­κτὸς κει­μέ­νου (hors-texte).

        «Ἂν ὄ­χι τώ­ρα, πό­τε;» ἀν­τι­τεί­νει, ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως πο­λὺ εὔ­στο­χα, ἡ Τζέ­νι­φερ, ἡ ὁ­ποί­α —πα­ρό­τι Τζέ­νι­φερ— εἶ­ναι ἕ­να δι­α­ο­λε­μέ­νο θη­λυ­κὸ ποὺ ἔ­χει δι­α­γνώ­σει ἐγ­καί­ρως πὼς ὁ μό­νος τρό­πος νὰ γυ­ρί­σει μπού­με­ρανγκ ἕ­να ρη­το­ρι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι νὰ ἀ­παν­τη­θεῖ μὲ ἕ­να ἄλ­λο ρη­το­ρι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα.

        Ὁ Ἰ­ω­νᾶς, χα­μέ­νος, ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται —ἴ­σως ἐν­στι­κτω­δῶς, πάν­τως σί­γου­ρα ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­να— πὼς νό­μι­μη ἄ­μυ­να καὶ ἄ­δι­κη ἐ­πί­θε­ση εἶ­ναι ἁ­πλῶς οἱ δύ­ο ὄ­ψεις τοῦ ἴ­διου νο­μί­σμα­τος (κά­ποι­οι μά­λι­στα ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ἀρ­χαι­ό­τε­ρο νό­μι­σμα τοῦ κό­σμου καὶ ὄ­χι ἐ­κεῖ­νο τοῦ 7ου π.Χ. αἰ­ώ­να, ποὺ ἐν­το­πί­στη­κε στὴ Λυ­δί­α). Μέ­νει μό­νο νὰ δοῦ­με ἐ­ὰν καὶ πό­τε θὰ ψυλ­λια­στεῖ ὁ Ἰ­ω­νᾶς ὅ­τι ἡ Τζέ­νι­φερ στρί­βει πάν­το­τε αὐ­τὸ τὸ νό­μι­σμα κα­τὰ τὴ γνω­στὴ φόρ­μου­λα «γράμ­μα­τα χά­νεις / κο­ρώ­να κερ­δί­ζω».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μι­κρο­πρά­γμα­τα (ἐκδ. Κουκ­κί­δα/Αἰ­γαῖ­ον 2012).

Γιῶργος Τριλλίδης (Λευκωσία, 1976). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­κη­γό­ρος. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ μία συλ­λο­γὴ μὲ μὴ-μυ­θο­πλα­στι­κὰ κεί­με­να.

Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola): Ὁ ἐφευρέτης


MasóRahola,Jordi-OEfeyretis-Eikona-02


Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola)


Ὁ ἐφευρέτης

(L’inventor)


Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ τῆς μη­χα­νῆς τῆς ἀ­να­στρο­φῆς τοῦ χρόνου ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἔρνστ Μί­λερ (1941-1867).


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὸ μπλὸγκ γιὰ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα τοῦ Fer­nando Valls La na­ve de los lo­cos.

Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola) (Γκρανολιέρς, 1967). Ἔχει ἐκ­δώ­σει δύο βιβλία (Els re­ptes de Vla­di­mir, 2010 καὶ Ca­tà­leg de mon­stres, 2012).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ καταλανικά:

Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Γαλήνη Σαουλίδου: Ἐκδικητής


10-Saoulidou,Galini-Ekdikitis-Eikona-01


Γα­λή­νη Σα­ου­λί­δου


Ἐκ­δι­κη­τής


11-Alpha-607px-A_Vignette_svgΚΟΥΣ πρῶ­τα τα πέ­τα­λα τοῦ ἀ­λό­γου στὴν ἄ­σφαλ­το, κοι­τά­ζεις ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἀ­πί­στευ­το, ὁ Δὸν Κι­χώ­της, ὁ ἥ­ρω­ας τῶν παι­δι­κῶν σου χρό­νων, στέ­κε­ται ἐ­κεῖ, στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ πε­ρι­μέ­νει νὰ τοῦ ἀ­νοί­ξεις. Σκου­πί­ζεις γρή­γο­ρα τὰ δά­κρυ­α, κα­τε­βαί­νεις μὲ τὶς παν­τό­φλες, ἦρ­θες τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή, γεν­ναῖ­ε ἱπ­πό­τη, δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο, ὁ δι­ευ­θυν­τής μου μὲ κά­νει κά­θε μέ­ρα σκου­πί­δι, τὰ ξέ­ρω ὅ­λα εὐ­γε­νέ­στα­τη δέ­σποι­να, ἂς μὴ χά­νου­με και­ρό. Νά ’­μα­στε κι­ό­λας στὸ γρα­φεῖ­ο του, ποι­ός εἶ­στε, κύ­ρι­ε; οἱ Ἀ­πό­κρι­ες ἀρ­γοῦν ἀ­κό­μα, τὰ λό­για στὴν πε­ρί­πτω­σή σου πε­ριτ­τεύ­ουν κα­τα­ρα­μέ­νο κά­θαρ­μα, τὸ σπα­θὶ τοῦ ἱπ­πό­τη κα­τε­βαί­νει μὲ δύ­να­μη, χαρ­τιὰ αἰ­ω­ροῦν­ται καὶ δι­α­σκορ­πί­ζον­ται στὸ πά­τω­μα, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς πέ­φτει αἱ­μό­φυρ­τος ἀ­π’ τὴν κα­ρέ­κλα, πλή­ρω­σε καὶ μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω τὴν ἀ­παί­σια συμ­πε­ρι­φο­ρά του, ἀγ­κα­λιά­ζεις τὸν ἱπ­πό­τη γε­μά­τη εὐ­γνω­μο­σύ­νη, ἀ­νε­βαί­νε­τε κι οἱ δύ­ο στὸν Ρο­σι­νάν­τη, δὲν καλ­πά­ζει, πε­τά­ει, τὰ πό­δια του ἴ­σα ποὺ ἀγ­γί­ζουν τὶς κε­ραῖ­ες τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, ἄ­δι­κα στε­νο­χω­ρι­ό­σουν, ἡ λύ­ση ἦ­ταν τε­λι­κὰ τό­σο ἁ­πλῆ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Γα­λή­νη Σα­ου­λί­δου (Ἀθήνα, 1962). Σπού­δασε Παιδαγωγικὰ  καὶ Φιλολογία (τμῆ­μα Ἱ­στο­ρί­ας – Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­ας) καὶ μετεκπαιδεύτηκε στὴν Μα­ράσ­λει­ο Εἰ­δι­κὴ Ἀ­γω­γή. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δα­σκά­λα ἐ­πὶ 30 χρό­νια. Μὲ τὸ γρά­ψι­μο ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­σχο­λεῖται με­τὰ τὴ συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σή της, ὁ­πό­τε καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὸ ἐρ­γα­στή­ρι δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τοῦ Γ. Ναλ­παν­τί­δη.


Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 624 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.