Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου: Ὁ ὑ­πνο­βά­της



Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου


Ὁ ὑ­πνο­βά­της


ΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ, παι­δά­κι δέ­κα χρο­νῶν, ἔ­βλε­πε κά­θε βρά­δυ τὸ ἴ­διο ὄ­νει­ρο. Ἄ­γνω­στοι ἄν­τρες ὁ­πλι­σμέ­νοι, μὲ στο­λὲς καὶ κουμ­πού­ρια, ἔμ­παι­ναν στὸ σπί­τι καὶ τὸν κυνη­γοῦ­σαν. Μα­ζί τους, πρώ­τη καὶ κα­λύ­τε­ρη, ἡ μη­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας πάν­τα ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ σπί­τι, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν βο­η­θή­σει. Ἀ­δέρ­φια δὲν εἶ­χε. Ἄ­κου­γε τὰ πο­δοβο­λη­τὰ ἀ­π’ τὶς βα­ρι­ὲς μπό­τες καὶ κου­λου­ρι­α­ζό­ταν κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Ὅ­πο­τε ἀ­να­κά­λυ­πταν τὴν κρυ­ψώ­να του, τὸ ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὴν πί­σω πόρ­τα στὴν αὐ­λή, καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν μο­νά­χος στὴν πό­λη. Τό ‘βλέ­πε καὶ δὲν φο­βό­ταν πιά, εἶ­χε συ­νη­θί­σει. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ τρό­μος εἶ­ναι ψεύ­τι­κος. Καὶ κά­θε φο­ρὰ ἄ­νοι­γε ἀ­πό­το­μά τα μά­τια του, τὴ μιὰ κα­θι­σμέ­νος στὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας, τὴν ἄλ­λη σὰν στή­λη ἅ­λα­τος στὴ μέ­ση του δι­α­δρό­μου, μπρο­στὰ στὸν ἄ­δει­ο κα­θρέ­φτη τοῦ πὸρτ-μαν­τώ. Ἄλ­λες φο­ρές, κοι­μι­σμέ­νο μὲ τὰ μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα, τὸν ἔ­παιρ­νε ἡ μα­μά του προ­σε­χτι­κὰ ἀ­π’ τὸ χε­ρά­κι γιὰ νὰ μὴν ξυ­πνή­σει καὶ τὸν πή­γαι­νε σι­γὰ-σι­γὰ πί­σω στὸ κρε­βά­τι του. Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ δὲν θυ­μό­ταν τί­πο­τα. Ὅ­μως κά­ποι­ο βρά­δυ τὰ πράγ­μα­τα σο­βά­ρε­ψαν. Δὲν ξέ­ρει πῶς, ἄ­νοι­ξε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, κα­τέ­βη­κε τὰ τρί­α σκα­λο­πά­τια καὶ βγῆ­κε στὸ δρό­μο. Τὸ πρω­ὶ μιὰ γει­τό­νισ­σα τὸν βρῆ­κε μὲ τὰ ἐ­σώ­ρου­χα ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὴν κο­λώ­να. Τὴν κοί­τα­ζε στὰ μά­τια μὰ δὲν ἔ­βλε­πε, τοῦ φώ­να­ξε μὰ δὲν ἄ­κου­γε. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ τὸν πῆ­γε πί­σω στὸ σπί­τι του. Ἀ­πὸ τό­τε, ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα τὰ βρά­δια κλεί­δω­νε, καὶ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο βά­ζα­νε ἕ­να βρεγ­μέ­νο τα­πέ­το. Ξυ­πνοῦ­σε πά­νω σ’ αὐ­τὸ καὶ τὸ ὄ­νει­ρο ἔ­με­νε στὴ μέ­ση.

       Τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τὸ στε­νὸ γέ­μι­ζε ἀ­πὸ παι­διά, τὰ πιὸ πολ­λὰ ἀ­γό­ρια. Παί­ζα­νε μπά­λα, κά­να­νε φα­σα­ρί­α καὶ τσα­κώ­νον­ταν. Μό­λις νύ­χτω­νε στα­μα­τοῦ­σαν κου­ρα­σμέ­να τὸ παι­χνί­δι καὶ γύρ­να­γαν στὰ σπί­τια τους. Μιὰ κο­λώ­να τοῦ δή­μου στὴ μέ­ση φώ­τι­ζε τὴ γει­το­νιά. Αὐ­τὸς συ­νή­θως κα­θό­ταν στὸ πε­ζού­λι μέ­χρι ἀρ­γὰ καὶ ἔμ­παι­νε τε­λευ­ταῖ­ος μέ­σα. Κά­ποι­ες φο­ρὲς τοῦ ἔ­κα­νε πα­ρέ­α ἕ­να ξαν­θὸ κο­ρί­τσι. Ἦ­ταν δυ­ὸ-τρία χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρη, και­νούρ­για στὴ γει­το­νιά, ἔ­με­νε λί­γο πα­ρα­πά­νω, σ’ ἕ­ναν κά­θε­το δρό­μο. Ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς τοῦ στρα­τοῦ, μό­νι­μος, πέρ­σι εἶ­χαν ἔρ­θει μὲ με­τά­θε­ση στὴν πό­λη. Ἦ­ταν μο­να­χο­παί­δι, πα­ρά­ξε­νη κο­πέ­λα, μο­να­χι­κή, ἴ­σως καὶ λί­γο ντρο­πα­λή. Δὲν εἶ­χε πολ­λὲς φι­λί­ες μὲ τὰ ἄλ­λα παι­διά, οὔ­τε μὲ ἀ­γό­ρια οὔ­τε μὲ κο­ρί­τσια, δὲν ἔ­παι­ζε μα­ζί τους, οὔ­τε κου­βέν­τια­ζε πο­λύ, κα­θό­ταν μό­νη της στὴν ἄ­κρη καὶ κοι­τοῦ­σε. Ἀρ­γοῦ­σε κι αὐ­τὴ τὰ βρά­δια νὰ μα­ζευ­τεῖ στὸ σπί­τι, κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἡ μη­τέ­ρα της καὶ τῆς φώ­να­ζε.

       Εἶ­χε πά­ει με­σά­νυ­χτα καὶ κα­θόν­του­σαν ἀ­κό­μα στὰ σκα­λο­πά­τια. «Εἶ­σαι ἀ­κό­μα ὑ­πνο­βά­της;» τὸν ρώ­τη­σε ξαφ­νι­κά. Γύ­ρι­σε καὶ τὴν κοί­τα­ξε. Μαγ­κώ­θη­κε. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο κού­νη­σε ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι του καὶ κοί­τα­ξε ἀλ­λοῦ, ἴ­σως καὶ νὰ κοκ­κί­νι­σε λι­γά­κι. Αὐ­τὴ πῶς τὸ ἤ­ξε­ρε, ἦ­ταν τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κό τους μυ­στι­κό, δὲν τὸ κου­βέν­τια­ζε μὲ κα­νέ­ναν, ἔ­τσι τοῦ εἶ­χαν πεῖ οἱ δι­κοί του, ἀλ­λὰ καὶ κα­νέ­νας μέ­χρι σή­με­ρα δὲν τὸν εἶ­χε ρω­τή­σει. «Δὲν βγαί­νεις πλέ­ον τὰ βρά­δια ἀ­πὸ τὸ σπί­τι σου κοι­μι­σμέ­νος;» συ­νέ-χι­σε αὐ­τὴ χα­μο­γε­λών­τας. «Ὄ­χι, δὲν βγαί­νω, καὶ σέ­να τί σὲ νοιά­ζει;» τῆς ἀ­πάν­τη­σε τσαν­τι­σμέ­νος καὶ ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, εἶ­πε, ἔ­νι­ω­θε πε­ρί­ερ­γα καὶ δὲν εἶ­χε ὕ­πνο. Κα­θό­ταν μό­νη της στὸ μπαλ­κό­νι καὶ πε­ρί­με­νε νὰ ξη­με­ρώ­σει. Μέ­σα ἡ μη­τέ­ρα της κοι­μό­ταν, ὁ πα­τέ­ρας της ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ σπί­τι γιὰ ὑ­πη­ρε­σί­α. Τό­τε τὸν εἶ­δε. Προ­χω­ροῦ­σε ἀρ­γὰ στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ στα­μά­τη­σε στὴ γω­νί­α. Ὁ δρό­μος ἦ­ταν ἄ­δει­ος, οὔ­τε ἁ­μά­ξια, οὔ­τε ἄν­θρω­ποι, παν­τοῦ ἐ­ρη­μιὰ καὶ σκο­τά­δι. Κοι­τοῦ­σε πρὸς τὸ μέ­ρος της, τοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα, ψὶτ-ψίτ, μὰ αὐ­τὸς χαμ­πά­ρι δὲν πῆ­ρε. Τό­τε κα­τέ­βη­κε κά­τω ὅ­πως ἦ­ταν, μὲ τὶς πι­τζά­μες γε­μά­τες αἵ­μα­τα καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος του. Τὴν κοι­τοῦ­σε στὰ μά­τια, μὰ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε. Αὐ­τὴ νό­μι­σε ὅ­τι ἔ­κα­νε γιὰ πλά­κα τὸν ὑ­πνο­βά­τη καὶ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Μό­νο ποὺ δὲν εἶ­χε τὰ χέ­ρια τεν­τω­μέ­να, ὅ­πως εἶ­χε δεῖ σὲ μιὰ ται­νί­α στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀπ’ τὸ χέ­ρι, πέ­ρα­σαν τὸν δρό­μο καὶ ἀ­νέ­βη­καν στὸ σπί­τι. Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δεί­ξει τὸ δω­μά­τιό της, ρὸζ οἱ τοῖ­χοι του καὶ γε­μά­τοι πριγ­κί­πισ­σες, νε­ρά­ι­δες καὶ βα­σι­λό­που­λα. Τοῦ ἔ­δει­ξε καὶ τὸ κρε­βά­τι της, ἦ­ταν γε­μά­το αἵ­μα­τα. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξυ­πνή­σει τὴ μα­μά της ἀ­κό­μα —πο­νοῦ­σε καὶ ἡ κοι­λιά της πο­λύ— θὰ τῆς τὸ ἔ­λε­γε τὸ πρω­ί. Φο­βό­ταν καὶ μή­πως τὴ μα­λώ­σει. «Νά, κοί­τα τοῦ εἶ­πε, ἀ­πὸ ἐ­δῶ βγῆ­κε» κα­τέ­βα­σε τὰ ροῦ­χα της καὶ τοῦ ἔ­δει­ξε τὴν πλη­γή. Αὐ­τὸς ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὴν ἀ­κούμ­πη­σε. Ζε­στὸ αἷ­μα κύ­λη­σε στὰ δά­χτυ­λά του, αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε ἀ­κό­μα. «Μὲ κυ­νη­γοῦ­νε», τῆς εἶ­πε τρο­μαγ-μέ­νος, «ἂν μὲ πιά­σουν θὰ μὲ σκο­τώ­σουν» κι ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρος. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι κι αὐ­τὴ φο­βᾶ­ται πο­λὺ καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε. Τὴν ἀγ­κά­λια­σε κι αὐ­τός…



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Χρόνος ἡμι-ζωῆς (ἐκδ. 24 γράμματα, Πάτρα, 2017).

Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Πά­τρα, 1972). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο «Κοτσιλιές» στὸ kotsilies.blogspot.com καὶ συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ paradoxic-paragraphs.gr. Κεί­με­νά του καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ περιοδικό Ὁδός Πανός. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ κακιὰ στιγμὴ (αὐ­το­έκ­δο­ση, 2015) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο καὶ εἶναι αὐστηρά μόνο γιὰ φίλους.


		
Διαφημίσεις

Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi): Τρί­χα



Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi)


Τρί­χα

(Hair)


ΤΑΝ ΞΥΠΝΑΩ, νι­ώ­θω μιὰ τρί­χα μέ­σα στὸ στό­μα μου. Εἶ­ναι ὑ­φα­σμέ­νη γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν γλώσ­σα μου, ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια μου. Μα­ζεύ­ε­ται σά­λιο ἔ­τσι ὅ­πως προ­σπα­θῶ νὰ τὴν ξε­φορ­τω­θῶ πι­πι­λί­ζον­τάς την, νὰ τὴν τσιμ­πή­σω μὲ τὰ δά­χτυ­λά μου, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴ γρα­πώ­σω. Εἶ­ναι δι­κιά μου ἢ δι­κιά της; Δὲν θὰ ξαφ­νι­α­ζό­μουν ἂν ἦ­ταν τῆς γυ­ναί­κας μου. Οἱ τρί­χες της μπλέ­κον­ται παν­τοῦ. Πάν­το­τε ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν ψα­λί­δα ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιά της κα­θι­σμέ­νη στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Μό­λις ἔ­χα­σε τὰ μαλ­λιά της λό­γῳ τῆς θε­ρα­πεί­ας, δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἔρ­θει ἀν­τι­μέ­τω­πη μὲ τὸ νὰ μα­ζέ­ψει μὲ τὴ βούρ­τσα τὶς τρί­χες καὶ νὰ τὶς πε­τά­ξει. Ὑ­πάρ­χει τό­σος πό­νος στὸ νὰ εἶ­σαι μιὰ γυ­ναί­κα χω­ρὶς μαλ­λιά. Ξύ­ρι­σα κι ἐ­γὼ τὸ κε­φά­λι μου γιὰ νὰ δεί­ξω τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξή μου· δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο, εἶ­πε.

       Τὰ κα­τά­φε­ρα, ἐ­πι­τέ­λους. Τὴν ἔ­χω ἐ­δῶ, μου­σκε­μέ­νη καὶ κολ­λη­μέ­νη στὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά μου. Δὲν εἶ­ναι δι­κιά της. Πε­τά­ω τὰ σκε­πά­σμα­τα ἀ­πὸ πά­νω μου, ψά­χνον­τας στὰ σεν­τό­νια γιὰ ἐ­κεί­νη, ἀ­κό­μα κι οἱ τρί­χες της ὅ­μως δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα http://adhocfiction.com/2017/04/hair/

Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴ «Na­tio­nal Flash Fi­ction Day» στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο, εἶ­ναι ἀρ­χι­συν­τά­κτης στὸ New Flash Fi­ction Re­view καὶ μέρος τῆς ὁ­μά­δας ποὺ βρί­σκε­ται πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἐ­τή­σιο «Flash Fi­ction Li­te­ra­ry Fe­sti­val», λο­γο­τε­χνι­κὸ φε­στι­βὰλ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ flash fiction. Γρά­φει flash fiction, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Ἕλενα Στριγγάρη: Ἡ φί­λη μου ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ



Ἕλενα Στριγγάρη


Ἡ φί­λη μου ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ


OTE, ἡ κα­φε­τέ­ρια κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου ἔ­βγα­ζε τρα­πε­ζο­κα­θί­σμα­τα, πί­σω ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­πτε­ρο ποὺ βρί­σκε­ται ἐ­πὶ τῆς ὁ­δοῦ Βε­ΐ­κου καὶ τοῦ πε­ζό­δρο­μου τῆς Δρά­κου, στὸ Κου­κά­κι. Ἐ­κεῖ, ἔ­πι­να τὸν κα­φέ μου τὰ πρω­ι­νά, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας μπρο­στά μου τὸ παρ­κά­κι ποὺ εἶ­χα φυ­τέ­ψει μὲ εἰ­δι­κὴ ἄ­δεια Ἀν­τι­δη­μάρ­χου καὶ πε­ρι­φρά­ξει μὲ τὴν βο­ή­θεια γει­τό­νων. Ἐ­κεῖ, ἄρ­χι­σε νὰ ἔρ­χε­ται καὶ ἡ Δή­μη­τρα. Μιὰ τραν­σέ­ξου­αλ, μὲ τὸ σκυ­λά­κι της πάν­τα ἀγ­κα­λιά. Ἤ­μουν ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­πη­τὰ πρό­σω­πα στὴν γει­το­νιά. Ἀν­τί­θε­τα, τὴν Δή­μη­τρα τὴν ἀ­πέ­φευ­γαν ὅ­λοι, για­τί ἦ­ταν τραν­σέ­ξου­αλ. Ἄρ­χι­σα νὰ τῆς μι­λάω καὶ νὰ τὴν κά­νω πα­ρέ­α, θέ­λον­τας νὰ δώ­σω τὸ πα­ρά­δειγ­μα πὼς δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­μο­νώ­νου­με κα­νέ­ναν, ὅ­ταν δὲν βλά­πτει. Ὁ και­ρὸς περ­νοῦ­σε…

       Μιὰ μέ­ρα, κα­θὼς ἔ­κα­να ντούς, ἀ­να­κά­λυ­ψα στὸν ἀ­ρι­στε­ρό μου μα­στὸ ἕ­να ὀγ­κί­διο. Δὲν εἶ­πα τί­πο­τα. Προ­πάν­των, δὲν εἶ­πα τί­πο­τα στὸν με­γα­λο­για­τρὸ Σ.Τ. ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ὀγ­κο­λό­γος καὶ μὲ ἐ­πι­σκε­πτό­ταν, συ­ζη­τά­γα­με καὶ παί­ζα­με τά­βλι. Με­τὰ δὲν ξέ­ρω πό­σες βδο­μά­δες, τό ‘πα σὲ δυ­ὸ φί­λες μου τὴν Σου­ζά­να καὶ τὴν Ἔλ­σα καὶ αὐ­τὲς πα­νι­κό­βλη­τες μαρ­τύ­ρη­σαν τὸ μυ­στι­κό μου στὸν για­τρό, ὁ ὁ­ποῖ­ος μὲ μά­ζε­ψε ἀ­πὸ τὸν πε­ζό­δρο­μο, κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου, ὅ­που πί­να­με κα­φέ, μ’ ἀ­νέ­βα­σε στὸ σπί­τι μου καὶ ζή­τη­σε νὰ μὲ ἐ­ξε­τά­σει ἀ­μέ­σως. Νὰ μὴν τὰ πο­λυ­λο­γῶ, βρέ­θη­κα μὲ καρ­κί­νο μα­στοῦ. Χει­ρουρ­γή­θη­κα ἀ­πὸ τὸν ὑ­πέ­ρο­χο Θα­νά­ση Πο­λυ­χρό­νη, ἔ­κα­να ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες καὶ με­τά, ὁ ὀγ­κο­λό­γος μου ὁ Σ.Τ. μοῦ ἔ­κα­νε χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες στὸ σπί­τι (πράγ­μα ποὺ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται) για­τί δὲν θὰ ἄν­τε­χα τὴν πο­λύ­ω­ρη τα­λαι­πω­ρί­α στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, ἀ­φοῦ εἶ­χα καὶ κα­τά­θλι­ψη! Δὲν ἤ­θε­λε δραχ­μὴ γι’ αὐ­τό. Μά­λι­στα, ἔ­φερ­νε δω­ρε­ὰν καὶ τὰ φάρ­μα­κα τῶν χη­μει­ο­θε­ρα­πει­ῶν, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­ταν ζή­τη­σε νὰ τὰ δεῖ ὁ φαρ­μα­κο­ποι­ός μου, στὸ ψυ­γεῖ­ο μου, μιὰ μέ­ρα ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει σπί­τι, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἦ­ταν πα­νά­κρι­βα. Ὅ­πο­τε εἶ­χα χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α, σπί­τι μου μα­ζευ­όν­του­σαν του­λά­χι­στον ἕξι ἄ­το­μα γιὰ νὰ μοῦ δί­νουν κου­ρά­γιο καὶ ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε κά­ναν ἡ­συ­χί­α, ἐ­νῶ μό­λις τε­λεί­ω­νε λέ­γα­νε ἀ­στεῖ­α γιὰ νὰ μὲ δι­α­σκε­δά­σουν. Γε­νι­κά, δὲν ἀν­τι­με­τώ­πι­σα προ­βλή­μα­τα. Οὔ­τε ὅ­ταν πέ­σαν τὰ μαλ­λιά μου. Μά­λι­στα, θυ­μᾶ­μαι πὼς στὴν γι­ορ­τή μου, ἐ­νῶ ἔ­πι­να τὸ κα­φε­δά­κι μου στὸν πε­ζό­δρο­μο, μό­λις μὲ ἀν­τι­λή­φθη­καν ἄρ­χι­σαν νὰ μοῦ στέλ­νουν ἀν­θο­δέ­σμες καὶ γλα­στρά­κια τὰ παι­διὰ τῶν γύ­ρω μα­γα­ζι­ῶν. Ὄ­χι, δὲν εἶ­χα προ­βλή­μα­τα. Μό­νον δύ­ο ἄ­το­μα μοῦ ‘κό­ψαν καὶ τὴν «κα­λη­μέ­ρα». Λὲς καὶ ὁ καρ­κί­νος κολ­λά­ει!… Ἡ μί­α ἦ­ταν ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ!

       Ἔ­γι­να κα­λὰ καί, δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σο και­ρὸ με­τά, ἡ Δή­μη­τρα ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ μοῦ μι­λά­ει. Ἡ ἀλ­λα­γὴ αὐ­τὴ ὀ­φει­λό­ταν στὸ ὅ­τι ἦ­ταν ἡ ἴ­δια ἄρ­ρω­στη μὲ καρ­κί­νο στὸν πνεύ­μο­να, καὶ μά­λι­στα, σὲ προ­χω­ρη­μέ­νο στά­διο. Γιὰ θε­ρα­πευ­τι­κὴ ἀ­γω­γὴ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­σει κου­βέν­τα! Ἁ­πλά, πε­ρί­με­νε νὰ πε­θά­νει! Ἀ­δύ­να­τον νὰ τὴν με­τα­πεί­σω.

       Μιὰ μέ­ρα ἦρ­θε καὶ στὸ σπί­τι μου, γιὰ νὰ μοῦ χα­ρί­σει, ἀ­φοῦ θὰ πέ­θαι­νε, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ βιν­τε­ο­κα­σέ­τες σχε­τι­κὲς μὲ ἐ­ξω­γή­ι­νους, ποὺ τὴν εἶ­χε σὲ με­γά­λη ὑ­πό­λη­ψη. Δὲν πι­στεύ­ω στοὺς ἐ­ξω­γή­ι­νους, ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἔ­δει­ξα. Με­τά, μοῦ δι­η­γή­θη­κε πῶς ἔ­κα­νε ἀλ­λα­γὴ φύ­λου στὴν Κα­ζαμ­πλάν­κα, πὼς τῆς εἶ­χαν πά­ρει τὸ δι­α­βα­τή­ριο, ὅ­τι ξύ­πνη­σε μὲ φο­βε­ροὺς πό­νους στὴν κλι­νι­κή, δί­πλα σε μιὰ κού­νια μω­ροῦ, γιὰ κά­λυ­ψη κ.λπ., κ.λπ. Στὸ φι­νά­λε ξε­βρα­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ μοῦ ἔ­δει­ξε τὸ αἰ­δοῖ­ο της, γιὰ νὰ μὲ πεί­σει ὅ­τι εἶ­χε γί­νει κα­νο­νι­κὴ γυ­ναί­κα. «Βε­βαί­ως!» τῆς εἶ­πα. ( Ἦ­ταν ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο αἰ­δοῖ­ο, μό­νο πιὸ ψη­λὰ ἀ­πὸ τὰ νορ­μάλ.)

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη δὲν ξα­νά­δα τὴν Δή­μη­τρα. Μᾶλ­λον θὰ πῆ­γε στὴ παν­σιὸν τῆς μη­τέ­ρας της, ὅ­πως μου εἶ­χε πεῖ, γιὰ νὰ ζή­σει ἐ­κεῖ ὅ­σο και­ρὸ τῆς ἀ­πέ­με­νε. Στὸ σπί­τι της, τὰ παν­τζού­ρια της ἦ­ταν κλει­στὰ γιὰ μῆ­νες, μέ­χρις ὅ­του ἐμ­φα­νί­στη­κε ἐ­κεῖ νέ­ος νοι­κά­ρης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό καί, ἀρ­γό­τε­ρα μὲ τὸν Ρέ­­νο Ἀ­πο­στο­λί­δη στὴν ἔκ­δο­ση τοῦ πε­ρι­οδι­κοῦ Τε­τρά­μη­να, ἐ­νῶ εἶ­χε τὴν ἐ­πιμέ­λεια τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Μπα­λα­ντέ­ζα ποὺ ἔ­βγα­λε ἡ Νο­μαρ­χία Ἀτ­τι­κῆς μὲ χα­ρα­κτι­κὰ τῆς Ἐ­θνι­κῆς Πι­να­κο­θή­κης. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974), Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009), Ἀντιχουντικὰ μέσα στὴ Χούντα (2017).



		

	

Βασίλης Μανουσάκης: Τὸ πιάνο


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Τὸ πιά­νο


ΠΟ ΜΙΚΡΗ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ παί­ζει πιά­νο. Κα­θό­ταν μὲ τὶς ὧ­ρες στὸ δω­μά­τιό της, κρυμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι της, ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μα­ξι­λά­ρι καὶ πά­νω του τὰ λε­πτά της δά­χτυ­λα ἔ­παι­ζαν ὅ­λες τὶς συμ­φω­νί­ες τοῦ κό­σμου. Οἱ νό­τες χο­ρο­πη­δοῦ­σαν στὸ ἀ­φρο­λὲξ καὶ τὰ δά­χτυ­λά της πλη­γώ­νον­ταν ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­ω­ρη ἐ­ξά­σκη­ση. Ὥ­σπου τὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ἡ μά­να της γιὰ νὰ φά­ει καὶ μὲ τὴν ἀ­πει­λὴ τοῦ ξύ­λου ἔ­βγαι­νε τρέ­χον­τας, ἀ­φή­νον­τας τὸ πιά­νο της ἐ­κεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ ὄ­νει­ρά της. Ἤ­θε­λε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὶς τέ­χνες, μὰ πιὸ πο­λὺ ἤ­θε­λε νὰ φτιά­χνει τοὺς δι­κούς της κό­σμους μὲ τὸ πιά­νο της, τὴ ζω­γρα­φι­κή της, τὰ κρυ­φὰ ποι­ή­μα­τά της. Σὲ αὐ­τὰ κα­τα­κτοῦ­σε τὸν κό­σμο καὶ φαν­τα­ζό­ταν τὰ κα­λο­χτε­νι­σμέ­να ξαν­θά της μαλ­λιὰ σὲ μιὰ συ­ναυ­λί­α νὰ πέ­φτουν πλού­σια πά­νω ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο της φό­ρε­μα τὴν ὥ­ρα ποὺ θὰ ἔ­κα­νε τὴν τε­λευ­ταί­α ὑ­πό­κλι­ση τῆς βρα­διᾶς, ἐ­νῶ τὸ κοι­νὸ πα­ρα­λη­ροῦ­σε γιὰ τὴν ἑρ­μη­νεί­α της.

        Ἡ μά­να της δύ­σκο­λη, μὰ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Κα­θά­ρι­ζε σχο­λεῖα ἀ­πὸ τὴ ριγ­μέ­νη γνώ­ση, τὰ μι­σο­φα­γω­μέ­να γράμ­μα­τα καὶ τὰ ἀ­πο­μει­νά­ρια τοῦ παι­χνι­διοῦ στὸ δι­ά­λειμ­μα. Μιὰ μέ­ρα τὴν πῆ­ρε μα­ζί. Ὅ­σο ἡ μά­να της κα­θά­ρι­ζε, ἐ­κεί­νη βα­ρι­ό­ταν ποὺ δὲν εἶ­χε μέ­ρος νὰ χτί­σει κό­σμους καὶ πε­ρι­φε­ρό­ταν ἄ­σκο­πα στὶς αὐ­λὲς καὶ στὶς τά­ξεις στὰ ὑ­πό­γεια. Σ’ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο στὸ βά­θος, ἡ πόρ­τα ἦ­ταν κλει­δω­μέ­νη μὲ λου­κέ­το, κα­θὼς ἔ­λει­πε ἡ κλει­δα­ριά της. Ἀ­μέ­σως, ἡ μι­κρὴ Ζω­ὴ φαν­τά­στη­κε ὅ­τι κά­ποι­ο ἑ­πτα­σφρά­γι­στο μυ­στι­κὸ φυ­λοῦ­σαν οἱ δά­σκα­λοι ἐ­κεῖ μέ­σα. Τὸ μυα­λό της κάλ­πα­ζε σὰν ἄ­λο­γο ὅ­σο πλη­σί­α­ζε. Μὲ λί­γο φό­βο, μὰ πιὸ πο­λὺ μὲ τὴν πε­ρι­έρ­γεια ποὺ πάν­τα δι­έ­θε­τε μπό­λι­κη, τρά­βη­ξε τὴν πόρ­τα καὶ ἐ­κεί­νη μι­σά­νοι­ξε ὣς τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ἐ­πέ­τρε­πε τὸ λου­κέ­το. Ἡ Ζω­ὴ κοί­τα­ξε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κε­νὸ ποὺ σχη­μα­τί­στη­κε καὶ τό­τε τὸ εἶ­δε.

        Κα­τα­με­σῆς τοῦ δω­μα­τί­ου, κα­τά­μαυ­ρο καὶ σο­βα­ρό, στε­κό­ταν ἀ­γέ­ρω­χο ἕ­να πιά­νο. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιὰ μὲ τὴν οὐ­ρά, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι παί­ζει. Μα­γεύ­τη­κε μο­νο­μιᾶς! Γιὰ λί­γες στιγ­μές, μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸ κοι­νὸ ἀ­πὸ κά­τω, τὰ φῶ­τα καὶ τὴ ζά­λη τῶν δα­χτύ­λων της πά­νω στὰ πλῆ­κτρα. Δὲν κου­νή­θη­κε, ὅ­μως, ἀ­μέ­σως. Σὲ λί­γο, τρά­βη­ξε κι ἄλ­λο τὴν πόρ­τα, μὰ δὲν τῆς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Ψη­λό­λι­γνη, ὅ­μως, κα­θὼς ἦ­ταν, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς στέ­κες, ποὺ λέ­γα­με πα­λιά, δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ ἀ­φή­σει μιὰ πόρ­τα νὰ τὴ χω­ρί­σει ἀ­πὸ τὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς εὐ­χῆς της. Τὴν τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη ὅ­σο πή­γαι­νε καὶ χώ­θη­κε στὸ κε­νό. Τὰ χέ­ρια της μά­τω­σαν ἀ­πὸ τὰ γρέ­ζια τῆς πόρ­τας, μὰ ἡ Ζω­ὴ σφί­χτη­κε κι ἄλ­λο καὶ πέ­ρα­σε τε­λι­κά. Πλη­σί­α­σε ἀρ­γὰ τὸ βου­βὸ πιά­νο καὶ ἀ­φοῦ τὸ χά­ϊ­δε­ψε σὲ ὅ­λη του τὴν ἐ­πι­φά­νεια, κά­θι­σε στὸ φα­γω­μέ­νο σκα­μνὶ μὲ τὸ σχῆ­μα τοῦ πι­σι­νοῦ τῆς μου­σι­κοῦ τοῦ σχο­λεί­ου. Κρα­τοῦ­σε τὴν ἀ­νά­σα της. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια της καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὰ δά­χτυ­λά της στὰ πλῆ­κτρα. Πρῶ­τα στὰ με­γά­λα λευ­κὰ καὶ με­τὰ στὰ μι­κρὰ μαῦ­ρα. Καὶ ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὶς συμ­φω­νί­ες ποὺ ἔ­γρα­φε τό­σο και­ρὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι της. Τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, τὰ πλῆ­κτρα ὑ­πο­κλί­νον­ταν στὴ μα­ε­στρί­α της, ζη­τών­τας ἐ­πα­νά­λη­ψη καὶ χά­δι ἀ­πὸ τὰ ὁ­λό­λευ­κά της χέ­ρια. Κι ἐ­κεί­νη τοὺς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη.

        Ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της κυ­νη­γη­τό, ὅ­που μιὰ γά­τα μὲ νύ­χια σὰν τὰ δά­χτυ­λα τῆς Ζω­ῆς κυ­νη­γοῦ­σε τὰ μαῦ­ρα πον­τί­κια πά­νω στὸ χι­ό­νι. Γλι­στροῦ­σε ἡ γά­τα στὸν πά­γο, πα­νη­γύ­ρι­ζαν τὰ πον­τί­κια μὲ ἔν­τα­ση. Μιὰ μά­χη ἐ­ξε­λισ­σό­ταν πά­νω στὸ μουν­τὸ πιά­νο. Φα­νε­ρά τὰ ση­μά­δια της, κα­θὼς τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὰ κομ­μέ­να στὴν πόρ­τα χέ­ρια τῆς Ζω­ῆς ἄρ­χι­σε νὰ κοκ­κι­νί­ζει τὰ λευ­κὰ πλῆ­κτρα. Πάν­τα νι­κοῦ­σαν τὰ πον­τί­κια στὸ τέ­λος. Ἡ γά­τα πέ­θαι­νε μὲ ἕ­να δυ­να­τὸ ντὸ καὶ τὰ πον­τί­κια ἔ­στη­ναν τε­λε­τουρ­γι­κὸ χο­ρὸ γιὰ νὰ γι­ορ­τά­σουν. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἡ πι­α­νί­στρια ἀ­πὸ τὴ σφο­δρὴ μά­χη, ἀ­κούμ­πη­σε τὸ κε­φά­λι της στὸ ἀ­να­λό­γιο νὰ ξα­πο­στά­σει. Εἶ­χε πά­ρει ζω­ὴ τώ­ρα. Εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους δεῖ ἕ­να πιά­νο ἀ­πὸ κον­τά. Ἤ­ξε­ρε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει πλέ­ον.

        «Ἄ­τι­μα πον­τί­κια. Κι ἐ­δῶ ἔ­φτα­σαν;» ἀ­κού­στη­κε ἡ μά­να νὰ λέ­ει. «Νό­μι­ζα πὼς εἶ­χαν σφρα­γί­σει τὴν αἴ­θου­σα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι πῆ­ρε τὴ ζω­ή του πά­νω στὸ πιά­νο» εἶ­πε καὶ τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα ἐ­νώ­νον­τας τὰ δύ­ο φύλ­λα.

        Ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι ἦ­ταν ἡ κό­ρη της, μὰ τώ­ρα πιὰ ἡ γριὰ κα­θα­ρί­στρια δὲν ἤ­θε­λε νὰ θυ­μᾶ­ται τὶς πέν­θι­μες νό­τες ποὺ τῆς πῆ­ραν τὴ Ζω­ή της.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.



		

	

Τέ­ζιου Κό­ουλ (Teju Cole): Ἑ­πτὰ δι­η­γή­μα­τα γιὰ μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­να ἀ­ε­ρο­σκά­φη



Τέ­ζιου Κό­ουλ (Teju Cole)


Ἑ­πτὰ δι­η­γή­μα­τα γιὰ μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­να ἀ­ε­ρο­σκά­φη


  1. Ἡ κα Ντά­λα­γου­έϊ εἶ­πε πὼς θὰ τὰ ἀ­γο­ρά­σει ἡ ἴ­δια τὰ λου­λού­δια. Ἕ­να χτύ­πη­μα μὲ στό­χο πι­θα­νο­λο­γού­με­νη τρο­μο­κρα­τι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ἰ­σο­πέ­δω­σε τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο.

  1. Λέ­γε με Ἰ­σμα­ήλ. Ἤ­μουν νέ­ος σὲ ἡ­λι­κί­α στρά­τευ­σης. Κά­η­κα ζων­τα­νὸς τὴ μέ­ρα τοῦ γά­μου μου. Οἱ γο­νεῖς μου εἶ­ναι ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τοι.

  1. Ἐ­πι­βλη­τι­κὸς καὶ πα­χου­λός, ὁ Μπὰκ Μά­λιγ­καν ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ κε­φα­λό­σκα­λο κρα­τών­τας ἕ­να κύ­πελ­λο μὲ σα­που­νά­δα. Μιὰ βόμ­βα σφύ­ρι­ξε. Αἷ­μα στοὺς τοί­χους. Πῦρ ἐξ οὐ­ρα­νοῦ.

  1. Εἶ­μαι ἕ­νας ἀ­ό­ρα­τος ἄν­θρω­πος. Τὸ ὄ­νο­μά μου ἄ­γνω­στο. Οἱ ἔ­ρω­τές μου μυ­στή­ριο. Μὰ ἕ­να τη­λε­κα­τευ­θυ­νό­με­νο ἱ­πτά­με­νο ὄ­χη­μα ποὺ ἦρ­θε ἀ­πὸ μυ­στι­κὴ το­πο­θε­σί­α μὲ ἐν­τό­πι­σε.

  1. Κά­ποι­ος θὰ πρέ­πει νὰ συ­κο­φάν­τη­σε τὸν Γι­ό­ζεφ Κ., δι­ό­τι χω­ρὶς νὰ ἔ­χει κά­νει τί­πο­τα κα­κό, ἕ­να ὡ­ραῖ­ο πρω­ῒ τὸν σκό­τω­σε ἕ­να μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­νο ἀ­ε­ρο­σκά­φος τύ­που Predator.

  1. Τὸν Ὀ­κόν­κου­ο τὸν ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι στὰ ἐν­νιὰ χω­ριὰ κι ἀ­κό­μα πα­ρα­πέ­ρα. Τὸ πτῶ­μα του βρέ­θη­κε, ἀλ­λὰ ἀ­κέ­φα­λο.

  1. Σή­με­ρα πέ­θα­νε ἡ μη­τέ­ρα. Τὸ ἐ­πι­χει­ρη­σια­κὸ σχέ­διο τοῦ Πεν­τα­γώ­νου προ­φυ­λάσ­σει τὶς ζω­ὲς τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν ὑ­πη­κό­ων.

Ση­μεί­ω­ση: Κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ Τέ­ζιου Κό­ουλ ἀρ­χί­ζει μὲ τὶς πρῶ­τες λέ­ξεις ἑ­νὸς πε­ρί­φη­μου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Κα­τὰ σει­ράν: Ἡ κυ­ρί­α Ντά­λα­γου­έ­ϊ (Βιρ­τζί­νια Γούλφ, 1925), Μόμ­πι Ντίκ (Χέρ­μαν Μέλ­βιλ, 1851), Ὀ­δυσ­σέ­ας (Τζέ­ιμς Τζό­ις, 1922), Ὁ ἀ­ό­ρα­τος ἄν­θρω­πος (Ρὰλφ Ἔ­λι­σον, 1952), Ἡ δί­κη (Φραν­τς Κάφ­κα, 1925), Τὰ πάν­τα γί­νον­ται κομ­μά­τια (Τσι­νού­α Ἀ­τσέμ­πε, 1958) καὶ Ὁ ξέ­νος (Ἀλ­μπὲρ Κα­μί, 1942).


Πη­γή: https://thenewinquiry.com/blog/seven-short-stories-about-drones/  

 

Τέ­ζιου Κό­ουλ (Teju Cole) (Κα­λα­μα­ζού, Μί­σιγ­καν, ΗΠΑ, 1975). Συγ­γρα­φέ­ας, φω­το­γρά­φος καὶ ἱ­στο­ρι­κός της Τέ­χνης. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ νου­βέ­λα Every Day is for the Thief (2007), τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Open City (2012), τὴν συλ­λο­γὴ δο­κι­μί­ω­ν Known and Strange Things (2016), καὶ τὸ φω­το­γρα­φι­κὸ ἄλ­μπουμ Punto d’Ombra (2016).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (1980). Ἐ­ξέ­δω­σε δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες [2007] καὶ Ἀ­στεῖ­ο [2012] καὶ συ­νυ­πέ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο ἑ­νὸς κό­μικ (Τὸ πτῶ­μα, 2011). Με­τέ­φρα­σε τοὺς Τρι­λο­βί­τες τοῦ Breece Pancake (2015) καὶ τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο προ­σευ­χῆς τῆς Flannery O’Connor (2015).



		

	

Ἄν­της Ρο­δί­της: Ἀ­να­πτύσ­σον­τας πο­λι­τι­σμό



Ἄν­της Ρο­δί­της


Ἀ­να­πτύσ­σον­τας πο­λι­τι­σμό


ΙΑ ΦΟΡΑ ἦ­ταν ἕ­να κρά­τος, ποὺ δὲν ἔ­νι­ω­θε καὶ τό­σο κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του. Οἱ συγ­γρα­φεῖς του, οἱ ποι­η­τές του, οἱ καλ­λι­τέ­χνες του, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἐν­το­πί­σουν τὸ «λά­θος», τὴν ἀ­σθέ­νεια τέ­λος πάν­των ποὺ τα­λαι­πω­ροῦ­σε τοὺς πο­λί­τες του ὥ­στε νὰ ἀ­να­ζη­τη­θεῖ τὸ κα­τάλ­λη­λο φάρ­μα­κο, ἦ­ταν ἄ­φαν­τοι. Δὲν βρί­σκον­ταν που­θε­νά, λὲς κι ἄ­νοι­ξε ἡ γῆ καὶ τοὺς κα­τά­πι­ε. Βέ­βαι­α ὑ­πῆρ­χαν, ἀλ­λὰ ἔ­με­ναν κλει­σμέ­νοι στὰ σπί­τια τους, περ­νοῦ­σαν πο­λὺ και­ρὸ σὲ ὑ­πό­γεια μὲ μυ­στι­κὲς εἰ­σό­δους, σὲ κρη­σφύ­γε­τα, φύ­τευ­αν πυ­κνοὺς καλ­λω­πι­στι­κοὺς θά­μνους καὶ τρο­πι­κὰ δέν­δρα μὲ ἀγ­κά­θια στὶς αὐ­λές τους γιὰ νὰ μὴν φτά­νει κα­νεὶς εὔ­κο­λα στὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους.

       Ἡ μό­νη πα­ρη­γο­ριὰ τῶν πο­λι­τῶν ἦ­ταν νὰ δεί­χνουν στοὺς του­ρί­στες κά­τι κα­τά­λοι­πα ἑ­νὸς πα­λιοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τους, ἔρ­γα τῶν «ἔν­δο­ξων προ­γό­νων» τους, ἔ­λε­γαν, καὶ κόρ­δω­ναν σὰν γύ­φτι­κα σκε­πάρ­νια!

       Οἱ ἰ­θύ­νον­τες τοῦ κρά­τους ἔ­σπα­ζαν τὸ κε­φά­λι τους νὰ βροῦν τρό­πο ν’ ἀ­νε­βά­σουν τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ ἐ­πί­πε­δο καὶ ν’ αὐ­ξή­σουν τὸ πο­λι­τι­σμι­κὸ προ­ϊ­ὸν τῆς χώ­ρας. Δυ­στυ­χῶς, ὅ­μως, λό­γῳ τῆς κα­τά­στα­σής τους, δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ σκε­φθοῦν πολ­λὰ πράγ­μα­τα, δη­λα­δὴ τί­πο­τε τὸ ἀ­λη­θι­νὰ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό. Δὲν τοὺς ἔ­λει­πε, ὅ­μως, ἡ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση ἕ­νε­κα τῶν πολ­λῶν ἔ­ξυ­πνων ποὺ δι­έ­θε­ταν στὰ ἀ­νώ­τε­ρα κλι­μά­κια δι­οί­κη­σης τοῦ κρά­τους. Οἱ ἔ­ξυ­πνοι εἶ­ναι κά­τι σὰν τὰ ἀ­γρι­ό­χορ­τα, ποὺ φυ­τρώ­νουν πλη­θω­ρι­κὰ στοὺς ἀ­καλ­λι­έρ­γη­τους ἀ­γρούς. Ἕ­νας τέ­τοι­ος ἔ­ξυ­πνος κα­τέ­βα­σε σὲ μιὰ στιγ­μὴ μιὰ φα­ει­νὴ ἰ­δέ­α, ποὺ ἀ­μέ­σως οἱ ἄλ­λοι τὴν βρῆ­καν brilliant! Ὅ­λα κι ὅ­λα, ἦ­ταν ἀγ­γλο­μα­θεῖς οἱ πο­λί­τες τοῦ κρά­τους ποὺ δὲν ἔ­νι­ω­θε πο­λὺ κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του!

       Ἡ ἰ­δέ­α εἶ­χε ὡς ἑ­ξῆς: Ἀ­φοῦ οἱ συγ­γρα­φεῖς τοῦ τό­που, οἱ ποι­η­τές, οἱ ἐν γέ­νει καλ­λι­τέ­χνες ἦ­ταν ὅ­λοι ψεῦ­τες, ὑ­πο­κρι­τές, ἀ­τά­λαν­τοι, ποὺ ἁ­πλῶς πα­ρί­στα­ναν τοὺς συγ­γρα­φεῖς, τοὺς ποι­η­τὲς καὶ τοὺς ἐν γέ­νει καλ­λι­τέ­χνες καὶ γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸν λό­γο φο­βοῦν­ταν μὴν ἀ­πο­κα­λυ­φθοῦν καὶ κρύ­βον­ταν, ἔ­πρε­πε νὰ δε­λε­α­στοῦν, νὰ τρα­βη­χτοῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς τρύ­πες τους καὶ νὰ ἐ­ξο­λο­θρευ­τοῦν, ὥ­στε νὰ πά­ρουν τὴ θέ­ση τους ἀ­λη­θι­νοὶ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­λη­θι­νοὶ ποι­η­τὲς καὶ ἀ­λη­θι­νοὶ καλ­λι­τέ­χνες γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει ἐ­πι­τέ­λους νὰ δεῖ ὁ τό­πος προ­κο­πή!

       Ἡ ἰ­δέ­α κα­τεν­θου­σί­α­σε τοὺς πάν­τες ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ δὲν θὰ ἔ­κα­νε κα­λὴ ἐν­τύ­πω­ση (τί θὰ ἔ­λε­γαν οἱ ξέ­νοι;) νὰ πᾶν ἀ­προ­κά­λυ­πτα καὶ νὰ ἀ­να­τι­νά­ξουν δια­μιᾶς τοὺς κρυμ­μέ­νους λο­γο­τέ­χνες ὅ­που δι­α­βι­οῦ­σαν (ἤ­ξε­ραν ὅ­λων τὶς δι­ευ­θύν­σεις), ἔ­πε­σαν μὲ τὰ μοῦ­τρα στὴ δου­λειὰ νὰ βροῦν τρό­πο «πο­λι­τι­σμέ­νης» ἐ­φαρ­μο­γῆς τῆς ἰ­δέ­ας τους. Ἔ­τσι, μιὰ δεύ­τε­ρη φα­ει­νὴ ἰ­δέ­α ποὺ ρί­χτη­κε ἀ­πὸ ἄλ­λον ἔ­ξυ­πνο ἦ­ταν νὰ κα­θι­ε­ρω­θοῦν βρα­βεῖ­α λο­γο­τε­χνί­ας ὥ­στε νὰ προ­σελ­κυ­σθοῦν ὅ­λοι αὐ­τοὶ οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες, ν’ ἀρ­χί­σουν νὰ βγαί­νουν ἄ­φο­βα στὸ φῶς, ν’ ἀ­πο­μο­νώ­νον­ται σὲ αἴ­θου­σες τε­λε­τῶν ἀ­πο­νο­μῆς, τά­χα, βρα­βεί­ων κι ἐ­κεῖ νὰ ἐ­ξο­λο­θρεύ­ον­ται κα­τὰ ὁ­μά­δα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ μά­τια τοῦ πλή­θους. Ἡ ἐ­ξα­φά­νι­σή τους πι­θα­νὸν ν’ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε μό­νο τοὺς στε­νοὺς συγ­γε­νεῖς τους, οἱ ὁ­ποῖ­οι θ’ ἀ­πο­ζη­μι­ώ­νον­ταν γεν­ναῖα καὶ θὰ ἔ­βγα­ζαν τὸν σκα­σμό. Ἐ­ξάλ­λου, ποι­ός ἤ­θε­λε νὰ συ­ζεῖ μὲ τέ­τοι­ους ἀ­πα­τε­ῶ­νες, ποὺ με­τέ­τρε­παν τὰ σπί­τια τους σὲ κρη­σφύ­γε­τα, ἔ­φτια­χναν ἀ­πρό­σι­τα ὑ­πό­γεια, καλ­λι­ερ­γοῦ­σαν ἀ­δι­α­πέ­ρα­στες ζοῦγ­κλες μὲ τρο­πι­κὰ δέν­δρα καὶ θά­μνους γε­μά­τους ἀγ­κά­θια;

       Μιὰ ἀ­κό­μα πιὸ σπου­δαί­α ἰ­δέ­α —εἴ­πα­με ἦ­ταν πολ­λοὶ οἱ ἔ­ξυ­πνοι στὸ κρά­τος ποὺ δὲν ἔ­νι­ω­θε καὶ τό­σο κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του— ἦ­ταν νὰ δί­νε­ται σὲ ὅ­λους τὸ ἴ­διο βρα­βεῖ­ο, νὰ μὴ μέ­νει κα­νέ­νας πα­ρα­πο­νε­μέ­νος, νὰ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται στὴν ἀ­πο­νο­μὴ ὅ­λοι οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες, νὰ ἐ­ξο­λο­θρεύ­ε­ται δια­μιᾶς, μ’ ἕ­να κτύ­πη­μα ἡ κά­θε ὁ­μά­δα, ν’ ἀ­παλ­λα­γεῖ τε­λι­κὰ τὸ κρά­τος ἀ­πὸ ὅ­λους αὐ­τούς. Ἐ­ξάλ­λου, πό­σοι ἦ­ταν;

       Γιὰ τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τοῦ σχε­δί­ου χρει­α­ζό­ταν πρῶ­τα-πρῶ­τα νὰ στη­θεῖ μιὰ Κρι­τι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πή. Ξα­νάρ­χι­σαν τό­τε νὰ σπά­ζουν τὰ κε­φά­λια τους ποῦ νὰ βροῦν στὴν ἔ­ρη­μη χώ­ρα… κρι­τι­κοὺς τῆς τέ­χνης καὶ δὴ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας!

       Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἰ­θύ­νον­τες, εἶ­πε: «Εἶ­ναι ἁ­πλό, θὰ βγοῦ­με στὸν δρό­μο, νὰ ἐ­δῶ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο καὶ θὰ ρω­τοῦ­με τοὺς πε­ρα­στι­κούς. Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μὴ βροῦ­με τοὺς κα­τάλ­λη­λους ἀν­θρώ­πους»! «Καὶ why not», εἶ­παν ὅ­λοι μὲ μιὰ φω­νὴ καὶ βγῆ­καν ἀ­μέ­σως ἔ­ξω στὸν δρό­μο, στὴ λι­α­κά­δα καὶ στὸν κα­θα­ρὸ ἀ­έ­ρα, ποὺ τὸν εἶ­χαν καὶ πολ­λὴ ἀ­νάγ­κη ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα περ­νοῦ­σε ἕ­νας μα­σκα­ρε­μέ­νος σὲ πα­πά. Ἦ­ταν συ­νή­θει­ο τῶν πο­λι­τῶν, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ἐ­τή­σιό τους καρ­να­βά­λι, ποὺ δι­αρ­κοῦ­σε τρεῖς ὁ­λό­κλη­ρες βδο­μά­δες καὶ ἦ­ταν γνω­στὸ στὰ πέ­ρα­τα τοῦ κό­σμου κα­τὰ τὴ φαν­τα­σί­ω­σή τους, νὰ κυ­κλο­φο­ροῦν σχε­δὸν ὅ­λοι μα­σκα­ρε­μέ­νοι σὲ κά­τι ἄλ­λο ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν ὁ­λο­χρο­νίς, βρέ­ξει-χι­ο­νί­σει. Κα­νέ­νας λι­μός, λοι­μός, πό­λε­μος ἢ κα­τα­πον­τι­σμὸς δὲν τοὺς πτο­οῦ­σε. Μό­λις εἶ­δαν τὸν «πα­πὰ» κά­ποι­οι ἔ­πι­α­σαν τὰ σκέ­λια τους. Πρῶ­τος μί­λη­σε ὁ «πα­πάς», ποὺ φαί­νε­ται κά­τι ἄ­κου­σε ἢ ἐ­πι­τη­δεί­ως πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε καὶ δὲν βγῆ­κε τυ­χαῖ­α ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα στὸν δρό­μο.

       — Κα­λη­μέ­ρα, παι­διά, εἶ­πε.

       Τοῦ εἶ­παν ἕ­να μι­σὸ «κα­λη­μέ­ρα» κι ἄρ­χι­σαν νὰ κοι­τά­ζουν ἀλ­λοῦ.

       — Κά­τι ψά­χνε­τε, εἶ­πε ὁ «πα­πάς».

       — Δὲν μᾶς κά­νε­τε πά­τερ, τοῦ εἶ­παν μ’ ἕ­να στό­μα. Ἂν ἤ­σα­στε φι­λό­λο­γος, ἴ­σως…

       — Πῶς δὲν εἶ­μαι, εἶ­πε. Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη μου σπου­δή!

       Οἱ ἰ­θύ­νον­τες κοι­τά­χτη­καν με­τα­ξύ τους.

       — Δη­λα­δή, τοῦ εἶ­πε ἕ­νας, εἶ­στε καὶ φι­λό­λο­γος καὶ θε­ο­λό­γος;

       — Ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρα, εἶ­πε ὁ «πά­τερ», εἶ­μαι στὴν οὐ­σί­α ἕ­νας θε­ο­λο­γί­ζων φι­λό­λο­γος.

       — Fuck, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χι-ἰ­θύ­νων, δὲν τὸ πι­στεύ­ω… Τό­ση τύ­χη ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη!

       — Ἕ­να κε­λε­πού­ρι, εἶ­πε ἕ­νας ἄλ­λος.

       — Πάρ­τε τον ἀ­μέ­σως μέ­σα καὶ γράψ­τε τον, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χι-ἰ­θύ­νων…

       — Μὰ σὲ τί; ἔ­κα­νε τά­χα ἀ­πο­ρη­μέ­νος ὁ «πά­τερ».

       — Θὰ δεῖς, τοῦ εἶ­παν, ἔ­χει καὶ κα­λὸ μι­σθό!

       Ὁ «πα­πὰς» κοί­τα­ξε τὸ ρο­λό­ι του. Μπο­ροῦ­σε, τοὺς εἶ­πε, νὰ πά­ει ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἐκ­κλη­σί­α νὰ προ­σευ­χη­θεῖ καὶ τρά­βη­ξε κορ­δω­τὸς μέ­σα στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο. Πί­σω του ἔ­τρε­ξε ἕ­νας των ἰ­θυ­νόν­των τρί­βον­τας τὰ χέ­ρια ἀ­πὸ ἐν­θου­σια­σμό.

       Σὲ λί­γο δὲν ἄρ­γη­σε νὰ φα­νεῖ μιὰ εὐ­θυ­τε­νὴς κυ­ρί­α μὲ κα­τσα­ρό, μα­κρὺ μαλ­λί, πο­δή­ρη φου­στά­νια κι εὐ­γε­νέ­στα­τη φυ­σι­ο­γνω­μί­α ὡς κα­ρυά­τις, ἡ ὁ­ποί­α στα­μά­τη­σε, ἔ­βγα­λε μιὰ μί­νι φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νὴ κι ἄρ­χι­σε νὰ πα­τά­ει τὸ κουμ­πά­κι πρὸς τὸ μέ­ρος τους. Τῆς κα­λά­ρε­σαν ἔ­τσι ποὺ ἦ­ταν με­ταμ­φι­ε­σμέ­νοι σὲ «ἰ­θύ­νον­τες». Αὐ­τοὶ ξαφ­νι­ά­στη­καν ἀρ­χι­κά, ἀλ­λὰ με­τὰ ἄρ­χι­σαν νὰ παίρ­νουν πό­ζες.

       — Ξέ­νη εἶ­στε; τὴν ρώ­τη­σε ὁ Ἰ­θύ­νων νοῦς.

       — Ὄ­χι καὶ τό­σο, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, ψά­χνω μά­λι­στα μὴν με­τοι­κή­σω ἐ­δῶ γιὰ τὰ κα­λά.

       — Μπά, εἶ­πε ὁ Ἰ­θύ­νων νοῦς, τί μᾶς βρί­σκε­τε;

       — Τὸ κλί­μα, ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεί­νη ἀ­μέ­σως.

       — Τὸν και­ρὸ ἐν­νο­εῖ­τε.

       — Κά­θε ἄλ­λο, ἐν­νο­ῶ τὸ οἰ­κο­νο­μι­κὸ κλί­μα ἀλ­λὰ καὶ τὸ πνευ­μα­τι­κό, ποὺ δὲν κρύ­βε­ται μὲ τί­πο­τε. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ στα­δι­ο­δρο­μή­σω ἐ­δῶ.

       Ὁ Ἰ­θύ­νων δὲν ἔ­πι­α­σε ἀ­κρι­βῶς τὸ νό­η­μα.

       — Ὁ­μι­λεῖ­τε κα­λὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κή, εἶ­πε.

       — Πῶς, πῶς, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, εἶ­μαι Ἑλ­λη­νί­δα.

       — Καὶ ἐ­παγ­γέλ­λε­σθε;

       — Κα­θη­γή­τρια πα­νε­πι­στη­μί­ου, εἶ­πε, ὅ­ταν μὲ θέ­λουν…

       — Εἰ­δι­κό­της;

       — Φι­λό­λο­γος.

       — Φτοῦ, εἶ­πε ἕ­νας των ἰ­θυ­νόν­των. Τί γί­νε­ται σή­με­ρα; Μή­πως πρέ­πει νὰ πᾶ­με ἀ­μέ­σως ἀ­πέ­ναν­τι νὰ γε­μί­σου­με κά­να δελ­τί­ο λότ­το;

       — Ἕ­να λε­πτό, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χι-ἰ­θύ­νων, μή­πως εἶ­στε καὶ θε­ο­λό­γος;

       — Κά­πως, εἶ­πε ἐ­κεί­νη.

       — Τί κά­πως;

       — Νὰ ἔ­γρα­ψα κά­τι ποι­ή­μα­τα κι ἔ­βα­λα προ­με­τω­πί­δα λο­γά­κια κά­πως ἱ­ε­ρά, ἑ­νὸς Ἰ­ω­άν­νη, τῆς κλί­μα­κος νο­μί­ζω…

       — Ἄλ­λα χόμ­πυ; ρώ­τη­σε ὁ Ἰ­θύ­νων.

       — Μ’ ἀ­ρέ­σει, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, καὶ ὁ σι­νε­μάς.

       — Φτοῦ, εἶ­πε ὁ Ἰ­θύ­νων, νὰ μὲ πά­ρει καὶ νὰ μὲ ση­κώ­σει, εἶ­στε, ἂς ποῦ­με, μιὰ καλ­λι­τε­χνί­ζου­σα καὶ σι­νε­μά­ζου­σα φι­λό­λο­γος;

       — Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸ πεῖς κι ἔ­τσι, εἶ­πε ἐ­κεί­νη.

       — Φτοῦ, φτοῦ, φτοῦ εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἰ­θύ­νον­τες, ἐ­γὼ πά­ω ἀ­πέ­ναν­τι νὰ γε­μί­σω ἕ­να δελ­τί­ο τζό­κερ.

       — Προσ­λαμ­βά­νε­στε, εἶ­πε ὁ Ἰ­θύ­νων.

       Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ προσ­λή­φθη­καν πο­λὺ εὔ­κο­λα ἕ­νας δά­σκα­λος καὶ μί­α δα­σκά­λα. Τὸ προ­σὸν τοῦ δα­σκά­λου ἦ­ταν ὅ­τι εἶ­χε κα­τα­με­τρή­σει (ἀ­π’ ὅ,τι εἶ­πε, κα­νεὶς δὲν εἶ­χε πρό­θε­ση νὰ τὸ ἐ­λέγ­ξει) ἐ­πα­κρι­βῶς ὅ­λα τα λάμ­δα καὶ ὅ­λα τα δέλ­τα στὴν ποί­η­ση ἑ­νὸς Ἰ­τα­λοῦ ποι­η­τῆ, ἐν­τε­λῶς ἀ­γνώ­στου στὸν τό­πο, ὀ­νό­μα­τι Monti, καὶ τὸ προ­σὸν τῆς δα­σκά­λας ἦ­ταν ὅ­τι δὲν εἶ­χε κα­νέ­να προ­σόν, χόμ­πυ ἢ πά­θος καί, ἐ­πι­πρό­σθε­τα, εἶ­χε πρό­σφα­τα καὶ πο­λὺ βο­λι­κὰ χά­σει τὴ φω­νή της, εἶ­χε βου­βα­θεῖ. Θε­ω­ρή­θη­κε ἰ­δα­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση. Ἦ­ταν φα­νε­ρὸ πὼς δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ δι­α­φω­νή­σει πο­τὲ σὲ τί­πο­τε ἢ νὰ μι­λή­σει πο­τὲ σὲ κα­νέ­ναν γιὰ τί­πο­τε.

       Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι πέν­τε τὰ ἄ­το­μα τῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς κρί­θη­κε «σω­στὸ» νὰ δι­ο­ρι­σθεῖ κι ἕ­νας ἐν­τε­λῶς τυ­χαῖ­ος ἄν­θρω­πος, τοῦ λα­οῦ ἂς ποῦ­με, ἀ­κό­μα καὶ τοῦ δρό­μου, ὥ­στε νὰ ἐκ­προ­σω­ποῦν­ται στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ ὅ­λες οἱ… τά­σεις τῶν πο­λι­τῶν τοῦ κρά­τους. Ὁ πρῶ­τος ποὺ μπῆ­κε στὸ πε­ρι­σκό­πιό τους ἦ­ταν ἕ­νας εὔ­θυ­μος χα­σι­κλῆς, ἕ­νας πρε­ζά­κιας ὀ­νό­μα­τι Φά­νος, ἄλ­λως Ὀ­κτὼ ἢ Κο­κτώ, δὲν ξε­κα­θα­ρί­στη­κε πο­τὲ τὸ ἀ­λη­θι­νό του ὄ­νο­μα. Δι­ο­ρί­στη­κε ἀ­μέ­σως μὲ τὴ λο­γι­κὴ ποὺ πε­ρι­γρά­ψα­με πιὸ πά­νω.

       Δυ­στυ­χῶς, ὅ­μως, τὸ κόλ­πο τῶν ἰ­θυ­νόν­των τοῦ κρά­τους ποὺ δὲν ἔ­νιω­θε καὶ τό­σο κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ ἤ­θε­λε ν’ ἀ­να­πτύ­ξει πο­λι­τι­σμὸ καὶ νὰ προ­ο­δεύ­σει, τε­λι­κὰ δὲν ἔ­πι­α­σε. Τὴ μέ­ρα τῶν πρώ­των-πρώ­των βρα­βεύ­σε­ων δὲν πα­ρου­σι­ά­στη­κε οὐ­δεὶς τῶν βρα­βευ­θέν­των νὰ πα­ρα­λά­βει τὸ βρα­βεῖ­ο του, προ­τί­μη­σαν ὅ­λοι νὰ μεί­νουν κρυμ­μέ­νοι, ἐ­κτὸς ἑ­νός, ποὺ ἔ­φτα­σε μὲ ἕ­να ΑΚ 47 (Κα­λάσ­νι­κωφ) κι ἄ­δεια­σε μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη σφαι­ρο­θή­κη πά­νω στὰ πέν­τε μέ­λη τῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς, ποὺ ἐ­ξέ­πνευ­σαν ἐ­πὶ τό­που ἀ­μέ­σως. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α ἐ­ξα­πέ­λυ­σε χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ τὸ γνω­στὸ «ἀν­θρω­πο­κυ­νη­γη­τό», χω­ρὶς βέ­βαι­α κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

       Ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νο τὸ βα­θὺ κρά­τος ἀ­πὸ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν ἀ­πα­τε­ώ­νων συγ­γρα­φέ­ων, ποι­η­τῶν καὶ καλ­λι­τε­χνῶν δι­έ­τα­ξε τὸν στρα­τὸ νὰ ἐ­πι­τε­θεῖ σὲ ὅ­λα τὰ κα­μου­φλα­ρι­σμέ­να σπί­τια, μυ­στι­κὰ ὑ­πό­γεια, κρη­σφύ­γε­τα, αὐ­λὲς-ζοῦγ­κλες καὶ νὰ ἐ­ξο­λο­θρεύ­σει τὴν ἀ­πά­τη asap.

       Ἐ­πι­τέ­λους θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ξε­κα­θα­ρί­σει χω­ρὶς προ­φά­σεις τὸ το­πί­ο γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ τρα­βή­ξει ἡ χώ­ρα τὸν δρό­μο τῆς προ­ό­δου καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, μὲ ἀ­λη­θι­νοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς ἀν­θρώ­πους γιὰ ἡ­γέ­τες, ποὺ ὁ­πωσ­δή­πο­τε τώ­ρα ποὺ θὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ταν οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες θὰ ἔ­βγαι­ναν μπρο­στὰ-μπρο­στά.

Fuck.


22 Φε­βρου­α­ρί­ου 2019


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἄν­της Ρο­δί­της. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ Παγ­κύ­πριο Γυ­μνά­σιο τὸ 1964. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ γιὰ δυ­ὸ χρό­νια στὴν Ἀγ­γλί­α. Με­τὰ μπῆ­κε στὸ London International Film School. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν Ἐ­θνι­κὴ Φρου­ρὰ τὸ 1970 ὡς Ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς Πυ­ρο­βο­λι­κοῦ καὶ τὸ 1974 στὴν ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τῶν Τούρ­κων εἰ­σβο­λέ­ων. Ἐρ­γά­στη­κε στὸ ΡΙΚ ἀ­πὸ τὸ 1971 μέ­χρι τὸ 1985 ὡς πα­ρα­γω­γὸς-σκη­νο­θέ­της. Ἀ­πὸ τὸ 1985 δη­μι­ούρ­γη­σε δι­κή του ἑ­ται­ρί­α ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε γιὰ σει­ρὰ ἐ­τῶν τὸ εἰ­δη­σε­ο­γρα­φι­κὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο Visnews- Reuters. Δι­α­κρί­θη­κε στὸν το­μέ­α τῆς πα­ρα­γω­γῆς ται­νι­ῶν ντο­κι­μαν­τὲρ μὲ πρῶ­τα βρα­βεῖ­α σὲ δι­ε­θνεῖς καὶ πα­νευ­ρω­πα­ϊ­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Πρω­τί­στως εἶ­ναι λο­γο­τέ­χνης. Γρά­φει ἐ­πί­σης χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα στὴν Κύ­προ καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἐ­ξέ­δω­σε 6 βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας, 3 ποί­η­σης καὶ δύ­ο κρι­τι­κὰ δο­κί­μια, ἕ­να μὲ τί­τλο Τὰ Γράμ­μα­τα στὴ Μη­τέ­ρα τοῦ Κώ­στα Μόν­τη, Ἁρ­μὸς 2015, κι ἕ­να μὲ τί­τλο Οἱ σκα­λα­πούν­τα­ροι τῆς Στέλ­λας, Ἁρ­μὸς 2016, γιὰ τὴν ποί­η­ση τῆς Στέλ­λας Βο­σκα­ρί­δου. Τὸ 1973 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο νέ­ου λο­γο­τέ­χνη τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ 4 δι­η­γή­μα­τα. Τὸ 2006 ἡ Ἑ­στί­α ἐ­ξέ­δω­σε τὸ χρο­νι­κό του Τὴν Ἑλ­λά­δα θέ­λο­μεν κι ἂς τρώ­γω­μεν πέ­τρες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Δέ­κα χι­λιά­δες μέ­λισ­σες, Ἁρ­μὸς 2010, ἀ­πέ­σπα­σε τὸ κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Κύ­πρου. Τὸ 2013 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἁρ­μὸ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κου­ρά­γιο Πη­νε­λό­πη, μιὰ με­λέ­τη-χρο­νι­κό, ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται δι­ε­ξο­δι­κά τα γε­γο­νό­τα στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1963 ἕ­ως τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1964 καὶ κα­τα­δει­κνύ­ει μὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἔγ­γρα­φα ποὺ ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν με­τὰ τὸ 2010, ὅ­τι ἡ Ἕ­νω­ση ἦ­ταν ἐ­φι­κτὴ ἄ­νευ οὐ­δε­μιᾶς ἐ­δα­φι­κῆς πα­ρα­χώ­ρη­σης στὴν Τουρ­κί­α τὸ 1964.



		

	

Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Οἱ παποῦλες



Φωτεινὴ Βασιλοπούλου


Οἱ πα­ποῦ­λες


Στὴ μνή­μη Γι­ώρ­γη Βα­σι­λό­που­λου


«ΡΕ, γύρ­να πί­σω σοῦ λέ­ου» εἶ­πε κο­φτὰ ὁ γέ­ρος.

       «Θέ­λω νά ’ρ­θω κι ἐ­γὼ» ἀν­τι­μί­λη­σε τὸ παι­δί.

       «Εἶ­σαι μι­κρὸς ἀ­κό­μα.»

       «Ἐ­γὼ θέ­λω νά ’ρ­θω.»

       «Μί­λη­σα.»

       «Θά ’ρ­θω, θά ’ρ­θω θά ’ρ­θω.»

       Ὁ γέ­ρος σπι­ρού­νι­σε τ’ ἄ­λο­γο. Τὸ παι­δὶ ἄ­νοι­ξε τὸ βῆ­μα του γιὰ νὰ τὸν προ­λά­βει. Ὅ­μως, ὁ γέ­ρος ἔσ­μπη­ξε τὰ πα­πού­τσια του στὴν κοι­λιὰ τοῦ ζων­τα­νοῦ μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ὁρ­μὴ κι ὀρ­γή. Ἔλ­πι­ζε ὅ­τι με­τὰ τὸ Ἀ­νά­θε­μα —Ἀ­νά­θε­μα τὸ γο­νιό του! — ὁ μι­κρὸς θὰ κου­ρα­ζό­τα­νε καὶ θὰ γυρ­νοῦ­σε πί­σω. Τὸ παι­δὶ ὅ­μως δαγ­κω­νό­τα­νε κι ὅ­λο ἔ­τρε­χε γιὰ νὰ τὸν προ­κά­νει.

       Μέ­χρι τὴν ἄ­κρη τοῦ χω­ριοῦ δὲν ἔ­βγα­λαν ἄ­χνα. Ὁ με­γά­λος γιὰ νὰ μὴν ἀ­κου­στεῖ κι ὁ μι­κρὸς γιὰ νὰ μὴ νευ­ριά­σει ὁ πα­τέ­ρας του. Ὅ­μως, βα­θιὰ μέ­σα του πί­στευ­ε πὼς σὲ λί­γα μέ­τρα ὁ γέ­ρος θὰ μα­λά­κω­νε, θὰ κον­το­στε­κό­ταν, θὰ τοῦ ’­λε­γε «Σάλ­τα πά­νου, ρέ!» καὶ τὸ ὄ­νει­ρό του θὰ γι­νό­ταν, ἐ­πι­τέ­λους, πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Θὰ πή­γαι­νε μα­ζί του γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ πα­νη­γύ­ρι.

       Τ’ ἄ­λο­γο πέ­ρα­σε καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α σπί­τια σχε­δὸν καλ­πά­ζον­τας.

       Ὁ γέ­ρος εἶ­χε ξε­χα­στεῖ, σί­γου­ρος ὅ­τι εἶ­χε ξεμ­πλέ­ξει ἀ­πὸ τὸν μπε­λά, ὅ­ταν ἄ­κου­σε ξαφ­νι­κὰ τὸ παι­δί, ποὺ εἶ­χε κό­ψει δρό­μο, νὰ βα­ρι­α­να­σαί­νει πί­σω του.

       «Δὲ θὰ τοῦ πε­ρά­σει» σκέ­φτη­κε καὶ κα­μου­τσί­κη­σε τὸν Ντο­ρή του.

       Ἔ­τρε­χε τ’ ἄ­λο­γο, ἔ­τρε­χε καὶ τὸ παι­δί.

       Τ’ ἄ­λο­γο ἄρ­χι­σε νὰ χλι­μιν­τρά­ει ἀ­πὸ τὴν πί­ε­ση τῆς κα­πι­στρά­νας. Τὸ παι­δὶ ἔ­νι­ω­θε νὰ τοῦ κό­βε­ται ἡ ἀ­νά­σα, ἀλ­λὰ τό ’­χε βά­λει πεῖ­σμα νὰ τὸν φτά­σει στὴ στρο­φή.

       «Γύρ­να πί­σω τὸν ἀν­τι­λα­δό σου μὴ σὲ κι­ό­σω(1) γιὰ παι­δὶ» τοῦ φώ­να­ξε φτά­νον­τας στὶς Κα­στα­νι­ές.

       Ὅ­μως, ἐ­κεῖ­νος ὁ μπε­λὰς συ­νέ­χι­ζε.

       «Ἤ­τα­νε σκλη­ρὸ κα­ρύ­δι, ἀλ­λὰ θὰ γί­νει του­λά­χι­στο ντερ­βι­σό­παι­δο ὅ­ταν με­γα­λώ­σει» σκέ­φτη­κε ὁ γέ­ρος μὲ κρυ­φὴ πα­τρι­κὴ πε­ρη­φά­νια.

       Μὲ τὰ πολ­λά, ὅ­μως, σὰν εἶ­δε ὅ­τι δὲ θὰ κα­τά­φερ­νε τί­πο­τα μὲ τ’ ἄ­γριο, μα­λά­κω­σε μό­νε-μό­νε(2).

       «Γύρ­να πί­σω, ρὲ Γι­ώ­ρη, θὰ σὲ ψά­χνει ἡ μά­να σου καὶ θὰ σ’ ἀ­να­ζη­τᾶ­νε τ’ ἀ­δέρ­φια σου. Γύρ­να πί­σω ρέ, κι ἐ­γὼ θὰ σοῦ πά­ρω πρά­μα­τα» ὑ­πο­σχέ­θη­κε μα­λα­κω­μέ­νος.

       Ὁ μι­κρὸς μὴν μπο­ρών­τας ν’ ἀ­να­σά­νει ἀ­πὸ τὴν τρε­χά­λα, κι ὄ­χι ἐ­πει­δὴ πί­στε­ψε τὸν πα­τέ­ρα του, στά­θη­κε γιὰ λί­γο στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου.

       Βλέ­πον­τας τὸν μι­κρὸ νὰ κον­το­στέ­κε­ται, καὶ νι­ώ­θον­τας πε­ρη­φά­νια ποὺ ἐ­πι­βλή­θη­κε γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, ὁ γέ­ρος βί­τσι­σε τ’ ἄ­λο­γο καὶ σκα­πέ­τη­σε στὴ δη­μο­σιά.

       Τὸ παι­δί, σὰν εἶ­δε τ’ ἄ­λο­γο νὰ χά­νε­ται στὴ στρο­φὴ καὶ στὴν πρω­ι­νὴ πά­χνη, τὸ ἔ­πια­σε ἕ­να πα­ρά­πο­νο, ποὺ γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ θὰ ἔ­χα­νε τὸ πα­νη­γύ­ρι, κι ἕ­να μπου­ρί(3), ποὺ τὰ ξα­δέρ­φια του πά­λι θὰ τὸν κο­ρό­ι­δευ­αν καὶ θὰ τοῦ τὸ κο­πα­νά­γα­νε κά­θε λί­γο καὶ λι­γά­κι. Δαγ­κώ­θη­κε γιὰ νὰ μὴν κλά­ψει, ἀλ­λὰ βα­θιὰ μέ­σα του ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει. Μό­νο ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς. Ἄρ­χι­σε νὰ βουρ­κώ­νει. Ὅ­λα θό­λω­σαν. Ὅ­μως μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κρυ­σμέ­νων μα­τι­ῶν του τὶς εἶ­δε νὰ πρα­σι­νί­ζουν προ­κλη­τι­κὰ μπρο­στά του, σχε­δὸν πα­ρα­κα­λών­τας τον. Πα­ρα­κα­λών­τας τον νὰ κυ­λι­στεῖ πά­νου τους. Πά­νου στὶς ψω­μω­μέ­νες πα­πού­λες(4), ποὺ ἦ­ταν ἕ­τοι­μες νὰ μα­ζευ­τοῦν. Σύν­το­μα, μπο­ρεῖ κι αὔ­ριο κι­ό­λας, ὁ πα­τέ­ρας του θὰ ἔ­παιρ­νε τὰ ἀ­δέρ­φια του καὶ τὰ ξα­δέρ­φια του στὸ χω­ρά­φι μὲ τὶς πα­ποῦ­λες γιὰ νὰ τὶς κό­ψουν. Κι ἐ­κεῖ θ’ ἀ­να­κοί­νω­νε ὅ­λο πε­ρη­φά­νια τὰ νέ­α γιὰ τὸ κα­μά­ρι του. «Μέ­χρι ἐ­δῶ ἔ­φτα­σε ὁ ἀ­θε­ό­φο­βος. Μέ­χρι τὶς Κα­στα­νι­ές. Εἶ­δα κι ἔ­πα­θα, γιὰ παι­δί, νὰ τό­νε γυ­ρί­σω πί­σω. Ἤ­θε­λε ἡ ἀ­φεν­τιά του, μι­σὴ με­ρί­δα ἄν­τρω­πος, πα­νη­γύ­ρι.» Ἄ­κου­γε ἤ­δη τὰ αὐ­ρια­νὰ πε­ρι­γέ­λια τους καὶ τὰ πει­ράγ­μα­τά τους.

       Ἔ ὄ­χι! Δὲ θὰ τοῦ πέρ­να­γε τοῦ γέ­ρου. Δὲ φτά­νει ποὺ δὲν πῆ­γε στὸ πα­νη­γύ­ρι, δὲ φτά­νει ποὺ θὰ δού­λευ­ε σκλη­ρὰ αὔ­ριο, θὰ γι­νό­τα­νε καὶ πε­ρί­γε­λος;

       Ξα­πλά­ρω­σε τέν­τα-ρέν­τα στὴν ἀ­νη­φό­ρα κι ἄρ­χι­σε νὰ κυ­λι­έ­ται κα­τὰ τὸν κα­τή­φο­ρο. Ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο λε­πτὸ τοῦ πῆ­ρε μέ­χρι νὰ φτά­σει ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη, ἕ­να λε­πτὸ ποὺ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὸ γιὰ νὰ τοῦ στε­γνώ­σει τὰ μά­τια καὶ νὰ τοῦ δώ­σει τὴ δύ­να­μη νὰ ξα­να­νέ­βει στὴν πά­νου με­ριά, νὰ ξα­πλώ­σει ξα­νὰ τέν­τα-ρέν­τα καὶ νὰ κυ­λι­στεῖ ξα­νὰ κα­τὰ τὸν κα­τή­φο­ρο καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σε στὶς φραγ­κο­συ­κι­ὲς τοῦ μπάρ­μπα του στ’ ἀ­να­το­λι­κὸ σύ­νο­ρο.

       Τὸ μπου­ρί του εἶ­χε γί­νει κα­πι­νός. Οἱ πα­ποῦ­λες ἴ­σω­μα.

       Ἔ­τρι­ψε τὰ μά­τια του, σφούγ­γι­σε τὴ μύ­τη του, ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια του κι ἄρ­χι­σε νὰ στρο­βι­λί­ζε­ται σ’ ἕ­να χο­ρὸ ἔκ­στα­σης καὶ μέ­θης. Μα­ζί του ἄρ­χι­σαν νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται γύ­ρω του τὰ λι­ό­φτα, τὰ κυ­πα­ρίςσσα κι οἱ φραγ­κο­συ­κι­ές, ποὺ ἔ­γι­ναν με­μιᾶς που­λη­τά­δες, ἀ­λο­γά­δες, κα­λα­τζῆ­δες καὶ πα­στε­λά­δες. Κι ἔ­γι­νε ξαφ­νι­κὰ ἕ­να πα­νη­γύ­ρι τὸ χω­ρά­φι μὲ τὶς πα­τη­μέ­νες πα­ποῦ­λες. Θά ’­λε­γε λοι­πόν, στὰ ξα­δέρ­φια του πὼς εἶ­χε πά­ει τὸ πα­νη­γύ­ρι σὲ κεῖ­νον καὶ τὰ εἶ­δε οὗ­λα. Μέ­χρι καὶ πρά­μα­τα ἀ­γό­ρα­σε. Ἐ­κεῖ­να ποὺ θά ’­φερ­νε ὁ πα­τέ­ρας του, ὅ­πως τοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κε πρὶν σκα­πε­τή­σει.

       Χα­μο­γέ­λα­σε πο­νη­ρά, ἔ­σα­ξε τὰ πρα­σι­νι­σμέ­να σκου­τά­κια(5) του καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ στρο­βι­λί­ζε­ται χα­ρού­με­νος σὰ μι­κρὸς πε­ρή­φα­νος ντερ­βί­σης στὸ μα­λα­κὸ χω­ρά­φι μὲ τὶς πα­τη­μέ­νες πα­ποῦ­λες.


(1) τελειώσω, σκοτώσω.
(2) λίγο-λίγο.
(3) γινάτι.
(4) λαθούρι, τὸ φυτὸ τῆς φάβας.
(5) ροῦχα.


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χού­φτα ζωή, Δε­κα­ε­φτά Δι­η­γή­σεις (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).