Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος: Αἴσθημα ἀσφάλειας


Palaiologos,Konstantinos-AisthimaAsfaleias-Eikona-02


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

 

Αἴ­σθη­μα ἀ­σφά­λειας


14-Omikron-Olav_den_helliges_saga_-_initial_-_G__MuntheΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ἀ­πο­λύ­τως ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι μὲ αὐ­τοὺς τοὺς ἄν­τρες πού, ντυ­μέ­νοι στὰ γα­λά­ζια καὶ μὲ πλα­στι­κὰ πρά­σι­να γάν­τια, κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­τά­ρα­χοι στὴν πό­λη σκο­τώ­νον­τας ἀν­θρώ­πους μὲ μιὰ μα­χαι­ριὰ στὴν πλά­τη. «Δυ­νά­μεις Κα­τα­στο­λῆς Συ­νω­μο­σι­ῶν Α.Ε.» ἀ­να­γρά­φουν οἱ κάρ­τες ποὺ ἀ­φή­νουν προ­σε­κτι­κὰ πά­νω στὰ ἀ­κί­νη­τα σώ­μα­τα. Εἶ­ναι ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες τὸ δί­χως ἄλ­λο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Ἡ φύση τοῦ ἔρωτα


05-CristinaPeriRossi-IFysiTouErota-Eikona-01


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Ἡ φύση τοῦ ἔρωτα

(La naturaleza del amor)


E-Epsilon-SomataΝΑΣ ΑΝΔΡΑΣ ἀ­γα­πά­ει μιὰ γυ­ναί­κα για­τὶ τὴν θε­ω­ρεῖ ἀ­νώ­τε­ρη. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τοῦ του ἄν­δρα θε­με­λι­ώ­νε­ται στὴν συ­νει­δη­τό­τη­τα τῆς ἀ­νω­τε­ρό­τη­τας τῆς γυ­ναί­κας, ἀ­φοῦ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­γα­πᾶ ἕ­να πλά­σμα κα­τώ­τε­ρο, οὔ­τε κὰν ἕ­να ἰ­σό­τι­μο. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νη τὸν ἀ­γα­πᾶ καὶ ἂν καὶ αὐ­τὸ τὸ συ­ναί­σθη­μα τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ καὶ πλη­ροῖ ὅ­λες τὶς φι­λο­δο­ξί­ες του, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ μιὰ με­γά­λη ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα. Πραγ­μα­τι­κά. Ἂν ἐ­κεί­νη εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­π’ αὐ­τόν, δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ, για­τί αὐ­τὸς εἶ­ναι κα­τώ­τε­ρος. Κα­τὰ συ­νέ­πεια, ἢ ψεύ­δε­ται ὅ­ταν βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι τὸν ἀ­γα­πᾶ ἢ δὲν εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀπ΄αὐ­τόν, πράγ­μα ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ δι­κή του ἀ­γά­πη πρὸς τὸ πρό­σω­πό της δὲν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται πα­ρὰ μο­νάχα ὡς ἕ­να ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὸ λά­θος.

       Αὐ­τὴ ἡ ἀμ­βι­φο­λί­α τὸν κα­θι­στᾶ κα­χύ­πο­πτο καὶ τὸν ἀ­να­στα­τώ­νει. Σκέ­φτε­ται μὲ δυ­σπι­στί­α τὶς πρῶ­τες του ἐν­τυ­πώ­σεις (σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ὀ­μορ­φιά, τὴν ἠ­θι­κὴ εὐ­θύ­τη­τα καὶ τὴν ἐ­ξυ­πνά­δα τῆς γυ­ναί­κας) καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς κα­τηγο­ρεῖ τὴν φαν­τα­σί­α του ποὺ ἐ­πι­νό­η­σε ἕ­να πλά­σμα ἀ­νύ­παρ­κτο. Δὲν ἔ­κα­νε λά­θος, ὡ­στό­σο. Ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, σο­φὴ καὶ ἀ­νε­κτι­κή, ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον. Δὲν μπο­ρεῖ, λοι­πόν, νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ. Ἡ ἀ­γά­πη της εἶ­ναι ἕ­να ψέ­μα. Τό­τε λοι­πόν, ἂν πρό­κει­ται στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γιὰ μιὰ ψεύ­τρα, γιὰ μιὰ ὑ­πο­κρί­τρια, δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον, ἕ­ναν ἄν­δρα κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν εἰ­λι­κρι­νῆ. Ἔ­χον­τας ἀ­πο­δεί­ξει μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο τὴν κα­τω­τε­ρό­τη­τά της, δὲν τῆς ἀν­τι­στοι­χεῖ ἡ ἀ­γά­πη του, κι ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος, ὁ ἄν­δρας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ χω­ρί­σει τὴ γυ­ναί­κα γιὰ κά­ποι­ο ἀ­ό­ρι­στο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Ὀ­φεί­λει νὰ ξε­κα­θα­ρί­σει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του. Ἡ γυ­ναί­κα δέ­χε­ται τὴν ἀ­πό­φα­σή του μὲ φαι­νο­με­νι­κὴ φυ­σι­κό­τη­τα, πράγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸν βυ­θί­ζει ἐκ νέ­ου στὴν ἀμ­φι­βο­λί­α. Ἢ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο ὂν ποὺ κα­τα­νό­η­σε σι­ω­πη­λὰ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τά του καὶ στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ ὁ ἔ­ρω­τας του εἶ­ναι δι­και­ο­λο­γη­μέ­νος καὶ πρέ­πει νὰ τρέ­ξει δί­πλα της καὶ νὰ τὴν κά­νει νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σει, ἢ δὲν τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ γι’ αὐ­τὸ δέ­χε­ται μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α τὸν χω­ρι­σμό τους κι ἐ­κεῖ­νος δὲν πρέ­πει νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει.


       Στὸ χω­ριὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­σύρ­θη­κε, ὁ ἄν­δρας περ­νά­ει τὶς μέ­ρες του παί­ζον­τας σκά­κι μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ἢ μὲ τὴν πλα­στι­κὴ κού­κλα φυ­σι­κοῦ με­γέ­θους ποὺ ἀ­γό­ρα­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Cuentos reunidos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2007.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.



		

	

Νάντια Κοντρέρας (Nadia Contreras): Συγκέντρωση


Sygkentrosi-Eikona-01


Νάν­τια Κον­τρέ­ρας (Nadia Contreras)


Συγ­κέν­τρω­ση

(Reunión)


K-Kappa-SomataΑΤΩ ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι, ἐ­κεῖ­νος χαϊ­δεύ­ει τὴ γυ­ναί­κα ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια. Δὲν ὑ­πάρ­χουν οὔ­τε ξαφ­νι­ά­σμα­τα οὔ­τε χα­στού­κια. Ἐ­νό­σῳ οἱ φί­λοι τους χο­ρεύ­ουν καὶ ὁ σύ­ζυ­γός της συ­νο­μι­λεῖ στὸ τη­λέ­φω­νο (στὴ συ­ζή­τη­ση, ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀ­τέ­λει­ω­τη, οἱ τό­νοι ἔ­χουν ἀ­νέ­βει), ἐ­κεῖ­νος πα­ρα­με­ρί­ζει ἐ­πι­δέ­ξια το κυ­λο­τά­κι καὶ γλι­στρά­ει τὰ δά­χτυ­λά του. Τὴν κά­νει νὰ ἀ­να­τρι­χιά­σει. Λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ ζευ­γά­ρι χά­νε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ δω­μά­τια. Ἐ­κεί­νη ξα­πλώ­νει ἀ­νά­σκε­λα μὲ τὰ πό­δια ἀ­νοι­χτὰ ἢ στή­νε­ται στὰ τέσ­σε­ρα· ἐ­κεῖ­νος ὄρ­θιος ἢ γονα­τι­στὸς στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Στὸ τέ­λος καὶ οἱ δύ­ο ἀ­να­στα­τω­μέ­νοι, ὑ­γροί. Ἐ­κεί­νη φτιά­χνει τὴν μπλού­ζα, τὴ φού­στα, τὰ ἀ­να­κα­τε­μέ­να μαλ­λιά· ἐ­κεῖ­νος βά­ζει τὸ παν­τε­λό­νι, κουμ­πώ­νει τὸ που­κά­μι­σο… Θὰ ἤ­θε­λα νὰ σὲ ξα­να­δῶ, λέ­ει. Ἡ γυ­ναί­κα συγ­κα­τα­νεύ­ει καὶ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο σὰν γά­τα. Ἡ ὑ­πό­λοι­πη βρα­διὰ κυ­λά­ει ἤ­ρε­μα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Βγά­λε ἕ­να φύλ­λο… Ἀν­θο­λο­γία ἰ­σπα­νό­φω­νου ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Σι­δέ­ρη, Li­te­ra­tu­ra Cu­e­nto, Ἀ­θή­να, 2014.

Νάν­τια Κον­τρέ­ρας (Nadia Contreras) (Κε­σε­ρί­α τῆς ἐ­παρ­χί­ας Κο­λί­μα, Μεξικό, 1976). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες μὲ εἰ­δί­κευ­ση στὴν ἐκ­παί­δευ­ση. Εἶ­ναι κα­θη­γή­τρια στὸ Γερ­μα­νι­κὸ Κο­λέ­γιο τοῦ Το­ρε­όν, ὅ­που ζεῖ τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια. Τὰ πιὸ πρό­σφα­τα ἔρ­γα τῆς εἶ­ναι ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Visiones de la patria muerta (2014) καὶ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ ποι­η­μά­των El andar sin ventanas (e-book, 2012). To «Reunión» δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὶς 20 Ἰ­ου­λί­ου 2013 στὸ μπλὸγκ «Benjamin Araujo Mon­dra­gon».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Συμμεταφραστές: Ἑλένη Βότση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Ἑλένη Γκόγκου, Βαγγέλης Καμπούνιας, Ἀσπασία Καμπύλη, Eduardo Lucena, Ζωὴ Μαγουλᾶ, Μαρία Μελαδάκη, Ἑλένη Παλαιολόγου, Ἀγγελικὴ Παλασοπούλου, Κατερίνα Παπαδάκη, Μαρία Ρουσάκη.



		

	

Ὄλγα Ἰορδανίδου: Τὸ μπάσκετ


Iordanidou,Olga-ToMpasket-Eikona-01


Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου


Τὸ μπά­σκετ


08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgΙΜΑΙ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ καὶ ἔ­χει οὐ­ρά. Ἡ κο­πέ­λα στὸ γκι­σὲ θά ‘ναι δὲν θά  ‘ναι εἰ­κο­σι­πέν­τε χρο­νῶν. Ὄ­μορ­φη μὲ ὑ­πέ­ροχα κα­στα­νὰ μαλ­λιά. Δὲν ση­κώ­νει κε­φά­λι. Θέ­λω νὰ δῶ τὰ μά­τια της ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νω για­τί ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ μπῆ­κα ἔ­χει καρ­φω­μέ­νο τὸ βλέμ­μα στὴν ὀ­θό­νη μπρο­στά της καὶ πλη­κτρο­λο­γεῖ. Δὲν μπο­ρῶ πα­ρὰ νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι, τό­ση φρε­σκά­δα πό­σο χρό­νο θὰ τῆς πά­ρει νὰ τὴν ἀ­παρ­νη­θεῖ. Εἶ­μαι μι­σὴ ὥ­ρα ἤ­δη ποὺ πε­ρι­μέ­νω καὶ ἔ­χω ἀρ­χί­σει νὰ βα­ρι­έ­μαι. Μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ γκι­σέ, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸ ἔ­δα­φος βρί­σκε­ται ἕ­νας κά­δος σκου­πι­δι­ῶν. Κοι­τά­ζω μιὰ τὴν τα­μί­α καὶ μιὰ τὸ με­ταλ­λι­κὸ κα­λά­θι . Κρα­τά­ω στὸ χέ­ρι μου τὸ τσα­λα­κω­μέ­νο χαρ­τὶ μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν τυ­λιγ­μέ­νο τὸ κου­λού­ρι μου. Τὸ γυ­ρο­φέρ­νω μέ­χρι ποὺ τὸ με­τα­τρέ­πω σὲ μιὰ μι­κρὴ μπά­λα. Παί­ζω μὲ αὐ­τὸ μπὰς καὶ ξε­χα­στῶ. Τὸ βλέμ­μα μου μα­γνη­τί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν σκου­πι­δο­τε­νε­κέ. Στὸ κέν­τρο τῆς ἄ­μορ­φης μά­ζας ποὺ ξε­χει­λί­ζει ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ στό­μιό του δι­α­κρί­νω ἕ­να ἴ­χνος κε­νοῦ. Στα­θε­ρο­ποι­ῶ τὰ πέλ­μα­τά μου στὸ ἔ­δα­φος, λυ­γί­ζω ἐ­λα­φρῶς τὰ γό­να­τα καὶ πε­ρι­στρέ­φον­τας ἐ­λά­χι­στα τὸν κορ­μὸ ση­κώ­νω τὸ χέ­ρι μου τὸ δε­ξὶ καὶ ρί­χνω τὸ χάρ­τι­νο μπα­λά­κι ποὺ κρα­τῶ μὲ μιὰ ψι­λο­κρε­μα­στὴ κί­νη­ση κα­τευ­θείαν μέ­σα του. Τὸ βλέ­πω ποὺ προ­σκρού­ει στὰ τοι­χώ­μα­τα τοῦ κα­λα­θιοῦ προ­τοῦ προ­σγει­ω­θεῖ ἡτ­τη­μέ­νο στὸ πά­τω­μα. Νι­ώ­θω κα­τα­πλη­κτι­κὰ καὶ θέ­λω νὰ τὸ ξα­να­κά­νω.  Οἱ πε­λά­τες ποὺ πε­ρι­μέ­νουν μὲ κοι­τοῦν. Βγαί­νω ἀ­πὸ τὴν οὐ­ρά, παίρ­νω τὴν μπά­λα ἀ­πὸ τὸν τε­νε­κέ, ἀ­πο­μα­κρύ­νο­μαι καὶ δο­κι­μά­ζω ξα­νά. Λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα με­τά, καὶ ἐ­νῶ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ πῶς ἀ­πέ­τυ­χα γιὰ δεύ­τε­ρη συ­νε­χὴ φο­ρά, ἀ­κού­ω πί­σω μου ἕ­να ἐ­πι­φώ­νη­μα ἀ­πο γο­ή­τευ­σης. «Δῶ­σε μου νὰ σοῦ δεί­ξω» μοῦ λέ­ει ὁ νε­α­ρὸς ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ καὶ πρὶν προ­λά­βω νὰ ἀν­τι­δρά­σω, τὸν βλέ­πω νὰ στέλ­νει τὴν μπά­λα μὲ χά­ρη στὸ κέν­τρο τῆς τρύ­πας ποὺ στό­χευ­α ἐ­ξαρ­χῆς. Ἀ­κού­γε­ται ἕ­νας ἦ­χος ἀ­πὸ συ­νε­χό­με­να κλίκ, σὰν νὰ ται­ριά­ζουν με­τα­ξύ τους ἀ­ό­ρα­τα γρα­νά­ζια καὶ τὸ κα­λά­θι δι­ογ­κού­με­νο μὲ τα­χύ­τα­το ρυθ­μὸ ἐ­κρή­γνυ­ται πρὸς με­γά­λη ἔκ­πλη­ξη ὅ­λων μας. Ὁ ἀ­έ­ρας μέ­σα στὴν τρά­πε­ζα γε­μί­ζει ἀ­πὸ χάρ­τι­νες ἀ­πο­δεί­ξεις, κω­δι­κοὺς καὶ ἀ­ριθ­μοὺς IBAN ποὺ δι­α­σπῶν­ται καὶ με­τα­σχη­μα­τί­ζον­ται μὲ κί­νη­ση σπει­ρο­ει­δὴ σὲ λο­γι­ῶν-λο­γι­ῶν ἀν­τι­κεί­με­να, ξε­φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χι­κή, αὐ­τὴ τῶν σκου­πι­δι­ῶν φυ­σι­κή τους μορ­φή. Μιὰ κυ­ρί­α ποὺ στέ­κε­ται δί­πλα μου ἀ­να­γνω­ρί­ζει σὲ ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να τὸ σπί­τι της, ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα καὶ χά­νε­ται μέ­σα του χα­μο­γε­λα­στή. Ἕ­νας ἄλ­λος ἀ­να­ρω­τι­έ­ται φω­να­χτά: « Μὰ πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν;» ἐ­νῶ ἕ­νας τρί­τος τοῦ ἀ­παν­τά: «Για­τί ὄ­χι; στὴ ζω­ὴ ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νά». «Εἶ­ναι τέ­λεια» συμ­πλη­ρώ­νει μιὰ πι­τσι­ρί­κα ἐ­νῶ γρα­πώ­νει στὸν ἀ­έ­ρα τὴν χάρ­τι­νη μπα­λί­τσα μου λίγο προ­τοῦ με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ μπά­λα τοῦ μπά­σκετ κα­νο­νι­κή. Ἡ τα­μί­ας ἐ­πι­τέ­λους ση­κώ­νει τὸ βλέμ­μα της πρὸς τὴν με­ριά μας καὶ μᾶς κοι­τά­ζει αὐ­στη­ρά. Ἔ­χει συγ­κλο­νι­στι­κὰ μά­τια ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τὸ πε­ρί­με­να. «Ἔ­χε­τε ὑ­πέ­ρο­χα μά­τια» τῆς λέ­ει ὁ νε­α­ρὸς ποὺ τὸ ξε­κί­νη­σε ὅ­λο αὐ­τό. Τὸν κοι­τά­ζω ἐ­νο­χλη­μέ­νη για­τί αἰ­σθά­νο­μαι πῶς μοῦ ἔ­κλε­ψε τὴν ἀ­τά­κα. Ἡ κο­πέ­λα ἀ­πο­σύ­ρε­ται πά­λι στὴν ὀ­θό­νη της. Ὁ ἀ­έ­ρας στὴν τρά­πε­ζα κα­τα­λα­γιά­ζει. Δὲν μι­λά­ει κα­νείς. Οἱ πε­λά­τες ξα­ναμ­παί­νουν στὴν οὐ­ρά. Θέ­λω νὰ ξα­να­δο­κι­μά­σω τὴν τύ­χη μου μὲ τὸ μπα­λά­κι ἀλ­λὰ κά­τι μοῦ λέ­ει πῶς κα­λὰ θὰ κά­νω νὰ κά­τσω ἥ­συ­χη νὰ πε­ρι­μέ­νω σὰν ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους. Ἐ­ξάλ­λου δὲν εἶ­ναι σω­στό. Κο­τζὰμ για­τρός, ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, πρέ­πει νὰ εἶ­μαι σο­βα­ρή. Μὲ αὐ­τὰ καὶ μὲ αὐ­τὰ ἦρ­θε κι ἡ σει­ρά μου νὰ πλη­ρώ­σω. Εὐ­τυ­χῶς για­τὶ δὲν τὸ ἔ­βλε­πα νὰ ἀν­τέ­χω γιὰ πο­λύ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου. Σπούδασε ἰατρικὴ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς για­τρός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται χρό­νια μὲ τὸ γράψιμο. Δη­μο­σι­εύει γιὰ πρώ­τη φο­ρά.



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Τελεία


04-CristinaPeriRossi-Teleia-Eikona-01


Κριστίνα Πέ­ρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Τελεία

(Punto final)


02-OmikronΤΑΝ ΓΝΩΡΙΣΤΗΚΑΜΕ, ἐ­κεί­νη μοῦ εἶ­πε: «Σοῦ δί­νω τὴν τε­λεί­α. Εἶ­ναι μιὰ τε­λεί­α πο­λύ­τι­μη, μὴν τὴ χά­σεις. Κρά­τη­σέ τη γιὰ νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή. Εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ μπο­ρῶ νὰ σοῦ δώ­σω καὶ τὸ κά­νω για­τὶ σὲ ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι. Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν μὲ ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις.» Γιὰ πο­λὺ και­ρὸ εἶ­χα στὴν τσέ­πη μου τὴν τε­λεί­α. Ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μὲ τὰ ψι­λά, τὰ τρίμ­μα­τα κα­πνοῦ καὶ τὰ σπίρ­τα, εἶ­χε λι­γά­κι βρω­μί­σει. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἴ­μα­σταν τό­σο εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ποὺ πί­στε­ψα πὼς πο­τὲ δὲν θὰ χρει­α­ζό­ταν νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω. Ἀ­γό­ρα­σα τό­τε μιὰ μαύ­ρη θή­κη καὶ τὴ φύ­λα­ξα ἐ­κεῖ. Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν ἀ­νέ­με­λες, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καὶ τὴν πλή­ξη. Τὸ πρω­ὶ ξυ­πνού­σα­με χα­ρού­με­νοι, εὐ­γνώ­μο­νες ποὺ εἴ­μα­σταν μα­ζί. Ἡ κά­θε μέ­ρα ἀ­νοί­γον­ταν μπρο­στά μας σὰν ἕ­νας με­γά­λος ἄ­γνω­στος κό­σμος, γε­μά­τος ἐκ­πλή­ξεις ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψου­με. Τὰ οἰ­κεῖ­α πράγ­μα­τα ἐ­πα­νέ­κτη­σαν μιὰ χα­μέ­νη φρε­σκά­δα καὶ ἄλ­λα, ὅ­πως τὰ πάρ­κα ἢ οἱ λί­μνες, ξα­νά­γι­ναν φι­λό­ξε­να, μη­τρι­κά. Δι­α­σχί­ζα­με τοὺς δρό­μους πα­ρα­τη­ρών­τας πράγ­μα­τα ποὺ ὁ ὑ­πό­λοι­πος κό­σμος δὲν ἔ­βλε­πε καὶ τὰ ἀ­ρώ­μα­τα, τὰ χρώ­μα­τα, τὰ φῶ­τα, ὁ χρό­νος καὶ ὁ χῶ­ρος ἦ­ταν πιὸ ἔν­το­να. Ἡ ἀν­τί­λη­ψή μας εἶ­χε ὀ­ξυν­θεῖ σὰν ὑ­πὸ τὴν ἐ­πήρ­εια ἑ­νὸς ἰ­σχυ­ροῦ ναρ­κω­τι­κοῦ. Ἀλ­λὰ δὲν εἴ­μα­σταν ζα­λι­σμέ­νοι, πα­ρὰ δια­υγεῖς καὶ γα­λή­νιοι, προι­κι­σμέ­νοι μὲ μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἱ­κα­νό­τη­τα ἐ­ναρ­μό­νι­σης μὲ τὸν κό­σμο. Εἴ­χα­με μα­ζὶ μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μας μιὰ μο­να­δι­κὴ με­λω­δί­α ποὺ σε­βό­ταν τὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ τά­ξη, χω­ρὶς νὰ στη­ρί­ζε­ται σ’ αὐ­τή.

       Μὲ τὴν εὐ­τυ­χί­α ξέ­χα­σα τὴ θή­κη, ἢ τὴν ἔ­χα­σα ἀ­συ­ναί­σθη­τα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ξέ­ρω. Τώ­ρα ποὺ ἡ εὐ­τυ­χί­α τε­λεί­ω­σε δὲν βρί­σκω που­θε­νὰ τὴν τε­λεί­α. Αὐ­τὸ δη­μι­ουρ­γεῖ καυ­γά­δες καὶ πε­ραι­τέ­ρω ἐ­χθρό­τη­τα. «Ποῦ τὴν ἔ­βα­λες;», μὲ ρω­τά­ει ἐ­κεί­νη ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη, «Τί πε­ρι­μέ­νεις γιὰ νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις; Μὴν κα­θυ­στε­ρεῖς ἄλ­λο ἀλ­λι­ῶς ὅ­λα ὅ­σα προ­η­γή­θη­καν θὰ χά­σουν ὀ­μορ­φιὰ καὶ νό­η­μα». Ψά­χνω στὶς ντου­λά­πες, στὰ παλ­τά, στὰ συρ­τά­ρια, στὴ φό­δρα τῆς πο­λυ­θρό­νας, κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ τὸ τρα­πέ­ζι. Ἀλ­λὰ ἡ τε­λεί­α δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, οὔ­τε ἡ θή­κη. Ἡ ἀ­να­ζή­τη­σή μου ἔ­γι­νε ἔν­το­νη, ἐμ­μο­νι­κή. Εἶ­ναι πι­θα­νὸ νὰ τὴν ἔ­χα­σα στὴ διά­ρκεια μιᾶς ἀ­πὸ τὶς εὐ­τυ­χι­σμέ­νες μας στιγ­μές. Δὲν εἶ­ναι στὸ σα­λό­νι, οὔ­τε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα, οὔ­τε στὸ τζά­κι. Νὰ τὴν ἔ­φα­γε ὁ γά­τος;

       Ἡ ἀ­που­σί­α της αὐ­ξά­νει τὴν δυ­στυ­χί­α μας μὲ τρό­πο ἐ­πώ­δυ­νο. Ὅ­σο ἡ τε­λεί­α δὲν ἐμ­φα­νί­ζε­ται εἴ­μα­στε δε­μέ­νοι ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἄλ­λο καὶ αὐ­τοὶ οἱ κρί­κοι τῆς ἁ­λυ­σί­δας εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ ἐ­χθρό­τη­τα, ἀ­πά­θεια, ντρο­πὴ καὶ μί­σος. Πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δε­χτοῦ­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι θὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι, χα­ρα­μί­ζον­τας τὴν πι­θα­νό­τη­τα μιᾶς και­νούρ­γιας ζω­ῆς. Οἱ νύ­χτες μας εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τες ὄν­τας ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νὰ μοι­ρα­ζό­μα­στε τὴν ἴ­δια κρε­βα­το­κά­μα­ρα ὅ­που ἡ μνη­σι­κα­κί­α ἔ­χει τὸ ὕ­ψος ἑ­νὸς τοί­χου καὶ προ­κα­λεῖ ἀ­σφυ­ξί­α σὰν μιὰ νο­ση­ρὴ ἀ­να­θυ­μία­ση. Τυ­λί­γει τὰ ἔ­πι­πλα, τὰ ντου­λά­πια, τὰ βι­βλί­α, δι­ά­σπαρ­τα στὸ πά­τω­μα. Δι­α­φω­νοῦ­με γιὰ τὰ πάν­τα ἂν καὶ κα­τὰ βά­θος ξέ­ρου­με ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς τε­λεί­ας, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­κεί­νη μὲ κα­τη­γο­ρεῖ. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς νο­μί­ζω ὅ­τι ἔ­χει τὴν ὑ­πο­ψί­α πὼς στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τὴν ἔ­χω κρυμ­μέ­νη γιὰ νὰ τὴν ἐκ­δι­κη­θῶ. «Δὲν ἔ­πρε­πε νὰ σὲ ἐμ­πι­στευ­τῶ», κα­τη­γο­ρεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της. «Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ φαν­τα­στῶ ὅ­τι θὰ μὲ πρό­δι­νες».

       Ἦ­ταν μιὰ μα­κριά, ἀ­ση­μέ­νια θή­κη, ἀ­π’ αὐ­τὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν πα­λιὰ γιὰ νὰ φυ­λᾶ­νε τὸν κα­πνό. Τὴν ἀ­γό­ρα­σα σὲ μιὰ ἀ­γο­ρὰ πα­λαι­ῶν εἰ­δῶν. Μοῦ φά­νη­κε τὸ πιὸ κα­τάλ­λη­λο μέ­ρος γιὰ νὰ τὴν βά­λω. Ἡ τε­λεί­α ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στρογ­γυ­λή, μι­κρο­σκο­πι­κή, βο­λε­μέ­νη μιὰ χα­ρά. Ἀλ­λὰ πέ­ρα­σαν τό­σα χρό­νια. Εἶ­ναι πι­θα­νὸ νὰ χά­θη­κε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια μιᾶς με­τα­κό­μι­σης ἢ ἴ­σως νὰ τὴν ἔ­κλε­ψε κά­ποι­ος νο­μί­ζον­τας πὼς ἦ­ταν πο­λύ­τι­μη.

       Ἀ­φοῦ τὴν ψά­χνω μά­ται­α σχε­δὸν ὅ­λη τὴ μέ­ρα, φεύ­γω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι γιὰ νὰ μὴν συ­ναν­τή­σω τὸ κα­τη­γο­ρη­τή­ριο βλέμ­μα της, τὴ φω­νή της γε­μά­τη μί­σος. Ὅ­λη ἡ προ­η­γού­με­νη εὐ­τυ­χί­α μας ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε καὶ θὰ ἦ­ταν ἀ­νώ­φε­λο νὰ σκε­φτεῖ κα­νεὶς πὼς θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει. Ἀλ­λὰ οὔ­τε νὰ χω­ρί­σου­με μπο­ροῦ­με. Αὐ­τὴ ἡ τε­λεί­α ποὺ ἔ­χει τὴν τά­ση νὰ ξε­γλι­στρᾶ μᾶς ἑ­νώ­νει, μᾶς δέ­νει, μᾶς γε­μί­ζει κα­κί­α καὶ θυ­μό, κα­τα­σπα­ρά­ζει μί­α πρὸς μί­α τὶς προ­η­γού­με­νες μέ­ρες, αὐ­τὲς ποὺ ὑ­πῆρ­ξαν ὄ­μορ­φες.

       Τὸ μό­νο ποὺ ἐλ­πί­ζω εἶ­ναι νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ κά­ποι­α στιγ­μή, κα­τὰ τύ­χη, χα­μέ­νη σὲ κά­ποι­α τσέ­πη, ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μα­ζὶ μὲ ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να. Τό­τε θὰ εἶ­ναι μιὰ χον­τρή, θλι­βε­ρή, βρώ­μι­κη καὶ σκο­νι­σμέ­νη τε­λεί­α ἐ­κτὸς χρό­νου, σὰν αὐ­τὴ ποὺ βά­ζουν οἱ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι συγ­γρα­φεῖς.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Por fin solos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2004.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.



		

	

Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος: Escritores Griegos en Español


Escritores Griegos En Español


Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος


Escritores Griegos en Español

Τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα

τα­ξι­δεύ­ει στὸν ἰ­σπα­νό­φω­νο κό­σμο


04-Taph-489px-Comic_History_of_Rome_p_107_Initial_TΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι εἶ­ναι ἕ­να μέ­σο πραγ­μα­τι­κὰ πρω­το­πό­ρο σὲ πολ­λοὺς το­μεῖς: ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πρώ­τη προ­σπά­θεια ἀ­φε­νὸς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νης κα­τα­γρα­φῆς τῆς ὑ­περ­σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης στὴν Ἑλ­λά­δα καί, ἀ­φε­τέ­ρου, ἀ­να­λυ­τι­κῆς πα­ρου­σί­α­σης ση­μαν­τι­κῶν ξέ­νων δη­μι­ουρ­γῶν στὴ χώ­ρα μας, κα­θὼς καὶ ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων στὸ ἀγ­γλό­φω­νο κοι­νό. Ἀ­πὸ σή­με­ρα ἔ­χει ἕ­ναν ἀ­κό­μα λό­γο νὰ ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­ε­ται: ἐγ­και­νιά­ζει τὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς δη­μο­σί­ευ­σης ἑλ­λη­νι­κῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των με­τα­φρα­σμέ­νων στὰ ἰ­σπα­νι­κά. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­φερ­θοῦ­με οὔ­τε στὴ σπου­δαι­ό­τη­τα αὐ­τῆς τῆς γλώσ­σας γιὰ τὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α οὔ­τε στὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν λα­ῶν ποὺ τὴν ὁ­μι­λοῦν. Αὐ­τὰ εἶ­ναι πράγ­μα­τα γνω­στά. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸ εἶ­ναι τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ οἱ δη­μι­ουρ­γοί του στὸν ἰ­σπα­νό­φω­νο κό­σμο. Τὸ ἐν λό­γῳ κε­νὸ ἔρ­χον­ται νὰ τὸ κα­λύ­ψουν, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Ἱ­στο­λό­γιο, τὸ Τμῆ­μα Με­τά­φρα­σης καὶ Δι­ερ­μη­νεί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γας καὶ τὸ Τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἡ συ­νερ­γα­σί­α τῶν δύ­ο Τμη­μά­των, σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο, προ­βλέ­πει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, τὴ με­τά­φρα­ση ἑλ­λη­νι­κῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των (ποὺ τὸ πρω­τό­τυ­πό τους ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο) στὰ ἰ­σπα­νι­κά. Ἡ ἀρ­χὴ ἔ­γι­νε μὲ πέν­τε μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῶν Ἀν­τώ­νη Σου­ρού­νη, Σω­τή­ρη Δη­μη­τρί­ου, Γιά­ννη Πα­λα­βοῦ, Ὄλ­γας Πα­πα­κώ­στα καὶ Στέλ­λας Ἀ­λε­ξο­πού­λου. Θὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν, ἐλ­πί­ζου­με, πολ­λὰ ἀ­κό­μα στὸ προ­σε­χὲς μέλ­λον. Σὲ κά­θε δη­μο­σί­ευ­ση θὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται ἀ­να­λυ­τι­κὰ ὅ­λοι οἱ συν­τε­λε­στὲς τῆς με­τά­φρα­σης, κα­θὼς καὶ τῆς ἐ­πι­μέ­λειας τῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ αὐ­τὸ τὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα, ὅ­μως, νι­ώ­θω τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ ἐκ­φρά­σω τὴν εὐ­γνω­μο­σύ­νη μου στοὺς συ­να­δέλ­φους κα­θη­γη­τὲς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γας καὶ με­τα­φρα­στές, Βι­θέν­τε Φερ­νάν­τεθ Γκον­θά­λεθ, Ἰ­ω­άν­να Νι­κο­λα­ΐ­δου καὶ Μα­ρί­α Λό­πεθ Βι­γιά­λμπα, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­δῶ καὶ χρό­νια στη­ρί­ζουν μὲ τὸ ἔρ­γο τους τὴν πα­ρου­σί­α τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν γραμ­μά­των στὴν Ἰ­σπα­νί­α καὶ ἀγ­κά­λια­σαν, μὲ τὸ γνω­στὸ ζῆ­λο καὶ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τά τους, καὶ αὐ­τὴ τὴν προ­σπά­θεια.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Antonis Surunis: Lola


20-DiigimataMe300Lekseis-AntonisSourounis-Eikona-01


Antonis Surunis

 

Lola

 

04-F-Century_FIRMABA EN UNA LIBRERÍA en Salónica mi último libro y de reojo la vi de pie, esperando un poco alejada con el libro en las manos. No parecía una lectora fanática y supuse que sería una jugadora fanática, de esas que pierden su juventud y su fortuna en la ruleta, que se vio identificada en mi novela.

    — ¿No te acuerdas de mí? –me preguntó al acercarse.

    Sus ojos estaban humedecidos y su sonrisa triste. Me miraba como si mirase un árbol en cuyo tronco nos apoyamos, cierta vez, para besarnos.

    — Así que no se acuerda de mí… –murmuró.

    Sacó de su bolso un sobre doblado y me lo dio. No llevaba sello pero reconocí mi letra. Me extrañó ver lo diferente que era mi escritura entonces. «Sargento Antonis Surunis» ponía, más o menos. El nombre femenino de la destinataria no me decía nada.

    — Perdón… –dije bastante avergonzado–. ¿No me ayuda un poco?

    — Soy Lola –respondió más avergonzada que yo.

    Habían transcurrido treinta años, sin embargo, debería acordarme de ella. Porque fue Lola la que una mañana tiró a la basura el slip que llevaba y, me lanzó a las manos un paquete de boxers estadounidenses.

    — ¡Estos son los que debes ponerte y no aquellos calzoncillos!

    Tenía como unos 10 años más que yo y pensé si sabía qué no tenía que ponerme, sabría qué debería ponerme. La verdad es que debería recordarla dos, ¿qué digo? ¡cinco veces al día! Como recuerdo, cuando estoy de corbata, a la que me la desató. Era de mi padre y la llevaba para parecer de su misma edad y no un colegial. Me la quité con cuidado para no estropear el nudo y ella de inmediato me la agarró de las manos y la desbarató.

    — ¿Pero qué haces? –le pregunté asustado–. ¿Y ahora cómo me la anudo?

    — ¡Ya aprenderás…! –dijo tranquilamente mientras se des­nu­da­ba–. Tienes todo el tiempo del mundo para aprender.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: Primera publicación: periódico Ta Nea, sábado, 27 de agosto de 1994.

Antonis Surunis (Salónica, 1942). Prosista. Después de terminar la educación secundaria se marchó a Alemania, donde –tras cursar algunos semestres en universidades alemanas y austriacas– se dedicó a diversas profesiones ocasionales. Publicó su primera novela: Οι συμπαίχτες [Los compañeros de juego] en 1977; a partir de entonces, siguieron más cuentos y novelas.

La traducción colectiva es producto del taller de Traducción Literaria del español al griego y del griego al español organizado por Konstantinos Paleologos y Enrique Íñiguez Rodríguez bajo la égida del Departamento de Lengua y Filología Italianas de la Universidad Aristóteles de Salónica en colaboración con la Unión Hispanohelena de Lengua y Cultura que se realizó en Salónica del 22 abril al 20 de mayo de 2015. Participaron los estudiantes: Sandra Armero, Juana Barrios, Χρίστος Βασιλειάδης, Marisol Fuentes, Αικατερίνη Ιορδανοπούλου, Ζωή Καραγιώργου, Αλεξάνδρα Κουρκουμέλη, Gabriela Larrieux, Ματθίλδη Σιμχά, Εύα Τοπάλογλου.



		

	
Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 542 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.