Θεόδωρος Γρηγοριάδης: Μικροῦ μήκους

Untitled-1

Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Μικροῦ μήκους


02-Htta ΠΥΛΗ ἄνοιξε ἀργά. Μπο­ρεῖ κι αὐ­του­νοῦ νὰ τοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ὅ­λα γί­νον­ταν σὲ ἀρ­γὴ κί­νη­ση. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει νὰ βλέ­πει τὸν κό­σμο μὲ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ μα­τιά, τὸ εἶ­χε σπου­δά­σει, μό­νο ποὺ δὲν εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει ἀ­κό­μη νὰ γυ­ρί­σει τὴν πρώ­τη του ται­νί­α. Μιὰ ται­νι­ού­λα μι­κροῦ μή­κους εἶ­χε κα­τορ­θώ­σει νὰ φτιά­ξει, κι ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­φτα­σε οὔ­τε στὸ φε­στι­βὰλ νέ­ων δη­μι­ουρ­γῶν τῆς Δρά­μας. Μπά, δὲν ἦ­ταν γκαν­τε­μιὰ τω­ρι­νή, αὐ­τὴ τὴν κου­βά­λα­γε χρό­νια, ἀ­πὸ τό­τε. Ἀ­πὸ κεῖ­νον ποὺ θὰ ἔ­βγαι­νε σὲ λί­γο ἀ­πὸ τὴν πύ­λη τῶν φυ­λα­κῶν.

       Οἱ Ἀ­γρο­τι­κὲς Φυ­λα­κές. Ἐ­πί­τη­δες, λές, φτι­αγ­μέ­νες ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη, σὲ μιὰ στε­πώ­δη ἀ­νοι­χτω­σιά. Γκρί­ζο χῶ­μα, ἀ­καλ­λι­έρ­γη­το, κά­τι πα­λιὰ ἐρ­γο­στά­σια ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας με­τάλ­λων εἶ­χαν ἀ­φή­σει πί­σω τους ἐ­ρεί­πια καὶ μο­λυ­σμέ­να ὑ­πε­δά­φη. Οἱ κτι­ρια­κὲς ἐγ­κα­τα­στά­σεις μο­να­χι­κές, στὸ που­θε­νά, σὰν νὰ τε­λεί­ω­νε κά­που ἐ­κεῖ ἡ ζω­ὴ καὶ ἀ­μέ­σως πα­ρα­πέ­ρα ν’ ἄρ­χι­ζε τὸ τί­πο­τε.

       Πῶς νά ‘­ταν ἄ­ρα­γε αὐ­τὸς ποὺ εἶ­χε ἀρ­νη­θεῖ νὰ τὸν δεῖ εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια; Καὶ για­τί ἔ­πρε­πε νὰ τὸν δεῖ; Νὰ τὸν φορ­τω­θεῖ; Νὰ φορ­τω­θεῖ τὶς δι­κές του τύ­ψεις; Πιὸ λο­γι­κὸ ἀ­κου­γό­ταν νὰ μὴν τὸν συ­ναν­τή­σει ποτέ. Τὰ γράμ­μα­τά του λί­γα. Ἐ­πί­σκε­ψη κα­μιά, καὶ ἄς ἐ­πέ­με­νε ἡ για­γιὰ Ντρού­σκα, λί­γο πρὶν πε­θά­νει, ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὸν συγ­χω­ρέ­σει καὶ νὰ τὸν δεῖ ἀ­πὸ κον­τά. Δι­κός της γιὸς ἦ­ταν ὁ δο­λο­φό­νος, ἂν ἦ­ταν μά­να τῆς νύ­φης, ποι­ὸς ξέ­ρει ἂν θὰ ἀν­τι­δροῦ­σε ἔ­τσι γιὰ τὸν φο­νιά.

       Ἡ δο­κι­μα­σί­α, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νο πα­τέ­ρα του, κρά­τη­σε μῆ­νες. Τε­λι­κά το ἀ­πο­δέ­χτη­κε καὶ ἦρ­θε. Του­λά­χι­στον ἂς τὸν κα­τέ­βα­ζε μέ­χρι τὴν πό­λη κι ἂς τὸν ἄ­φη­νε στὴν και­νού­ρια του ζω­ή, ὅ­ση τοῦ ἀ­πέ­με­νε.

       Ἡ πύ­λη ἄ­νοι­γε. Ἡ κά­με­ρα στὰ χέ­ρια του. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­βγαι­νε κρα­τοῦ­σε ἕ­να σὰκ βου­α­γι­άζ. Τὸ συννε­φό­κα­μα τοῦ ἔ­φερ­νε πρό­σκαι­ρη τύ­φλω­ση στὰ μά­τια – ἐ­κεῖ μέ­σα δὲν χρει­ά­ζον­ταν γυα­λιά.

       «Κα­λη­μέ­ρα» τοῦ εἶ­πε.

       «Κα­λη­μέ­ρα, πα­λι­κά­ρι μου» εἶ­πε ὁ ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νος, ζα­ρω­μέ­νος, εὐ­νου­χι­σμέ­νος. Τε­λει­ω­μέ­νος. «Τί κρα­τᾶς στὰ χέ­ρια σου, γι­έ μου;»

       «Μιὰ κά­με­ρα. Θέ­λω νὰ γρά­ψω τὴ ζω­ή σου, ἀρ­χί­ζον­τας ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ βγῆ­κες.»

       «Τί τὴ θέ­λεις τὴ ζω­ή μου» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πάν­τη­ση. «Τὴν ἔ­φα­γα. Μα­ζὶ μ’ ἐ­κεί­νη.»

       Ὁ γιὸς τρα­βοῦ­σε συ­νε­χῶς ὑ­λι­κό.

       «Γι’ αὐ­τὸ ἦρ­θες νὰ μὲ ὑ­πο­δε­χτεῖς, Τά­σο; Γιὰ νὰ μὲ κά­νεις ται­νί­α;»

       «Αὐ­τὸ σπού­δα­σα, πα­τέ­ρα.»

       «Σπού­δα­σες πῶς νὰ προ­δί­νεις τὴ ζω­ὴ τῶν ἄλ­λων;»

       Ὁ ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νος προ­χω­ροῦ­σε πρὸς τὴ στά­ση τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων. Κά­θε μί­α ὥ­ρα περ­νοῦ­σε ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο τοῦ ΚΤΕΛ. Δὲν ἔ­βλε­πε στὰ μά­τια τὸν γιό του, για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε, ὁ ἄλ­λος εἶ­χε φρον­τί­σει νὰ φο­ρέ­σει τὰ μά­τια τοῦ φα­κοῦ.

       «Για­τί τὴ σκό­τω­σες;»

       «Αὐ­τὸ ἦρ­θες νὰ μά­θεις ἀ­πὸ μέ­να; Εἴ­κο­σι χρό­νια ἔ­μει­να ἐ­κεῖ μέ­σα στοὺς γα­μη­μέ­νους τοί­χους γιὰ νὰ τὸ ξε­χά­σω…»

       «Ἔ­χεις δί­κιο. Ἡ μά­να δὲν ξε­χνι­έ­ται.»

       «Σω­στά. Στα­μά­τα νὰ μὲ φω­το­γρα­φί­ζεις!»

       «Σὲ κι­νη­μα­το­γρα­φῶ».

       «Θὲς νὰ μά­θεις για­τί τὴ σκό­τω­σα; Δὲν σοῦ εἶ­πε ἡ για­γιά σου, ἡ κοι­νω­νί­α ἡ σω­στὴ δὲν σοῦ τὸ πρό­λα­βε τὸ μυ­στι­κό;»

       «Τί νὰ προ­λά­βει;»

       «Για­τί τὴ σκό­τω­σα…»

       «Για­τί εἶ­σαι πα­ρα­νο­ϊ­κὸς καὶ τὴ ζή­λευ­ες.»

       Ὁ ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νος ἄν­τρας στα­μά­τη­σε ξαφ­νι­κὰ καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸν ἄν­θρω­πο-κά­με­ρα.

       «Δὲν θὰ σοῦ τὴ σπά­σω τὴ μη­χα­νή, μπά­σταρ­δε. Ἐ­ξαι­τί­ας σου τὴ σκό­τω­σα. Γρά­ψ’ το αὐ­τό. Γιὰ τὴν τι­μή μου. Καί, ἂν τολ­μᾶς, δεῖ­ξε τὴν ται­νία σου καὶ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Καὶ ὕ­στε­ρα ψά­ξε νὰ βρεῖς ποια­νοῦ παι­δὶ εἶ­σαι…»

       Τὸ πλά­νο ἄ­δεια­ζε κα­θὼς ὁ ἄν­τρας ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ στὴ θέ­ση του φα­νε­ρω­νό­ταν τὸ κε­νό, πί­σω ἀ­πὸ τὰ ἐ­ρεί­πια, πί­σω ἀ­πὸ τὰ φυ­λαγ­μέ­να κτί­ρια, τὸ πιὸ ἀ­κα­τοί­κη­το κε­νό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ πεζῶν Χάρ­τες. Ἑ­βδο­μή­ντα ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πα­τά­κης, 2007).

Θε­ό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης (Καβάλα, 1956). Σπούδασε ἀγγλική φιλολογία στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Ἔχει ἐκδόσει ἑπτὰ μυθιστορήματα καὶ μία συλλογὴ διηγημάτων. Συνεργάζεται γιὰ τὴν διοργάνωση σεμιναρίων μὲ τὴν Δημόσια Κεντρικὴ Βιβλιοθήκη Σερρῶν.



		

	

Konstantinos Paleologos: Seguridad


Palaiologos,Konstantinos-AisthimaAsfaleias-Eikona-02


Konstantinos Paleologos


Seguridad


01-TaphODOS ESTAMOS absolutamente familiarizados con estos hombres ve­stidos de azul celeste y guantes verdes de plástico que circulan a­pa­ci­bles por la ciudad matando personas con un navajazo a la espalda. «Fuerzas an­ti-con­spi­ra­ción del Grupo Prisma S.A.», reza la tarjeta que dejan sobre los cuerpos inertes. Se nota que son pro­fe­sio­nales.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: Primera publicación en el blog Pla­no­dion – Hi­sto­ri­as Bon­sái (28 de ju­lio de 2015).

Traducción: idem.



		

	

Evgenía Makariadi: Los de cuero


Makariadi,Eygenia-TaDermatina-Eikona-03


Evgenía Makariadi


Los de cuero


02-MiE crié en una familia pobre y numerosa: abuela, abuelo, padres y cinco hijos, todos varones. Yo, el último.

Casi ninguno de nosotros estrenaba ropa. Los hermanos mayores heredaban la ropa vieja del padre y los menores, la de los mayores; y lo mismo pasaba con los zapatos, unas veces grandes, otras veces estrechos. Nos las arreglábamos. No me quejaba de la ropa vieja y mal combinada, ya que todos los niños del pueblo andaban mal vestidos. En cuanto a los zapatos, prefería andar descalzo más que llevar los zapatos deformados de los mayores.Hasta que fui a la escuela, donde era obligatorio que los alumnos llevaran zapatos.

       Los años iban pasando y yo los sobrepasaba a todos en altura; la ropa ya no me quedaba pero esto nunca me molestó. Mi problema era encontrar zapatos de mi número. Nadie en el pueblo usaba zapatos más grandes del cuarenta y mi número era el cuarenta y tres.

     Durante un año esperé la feria en donde me comprarían za­pa­tos. La feria, a punto de terminar, y mi padre seguía buscando zapatos de acuerdo a su bolsillo y no a mi pie. Envueltos en papel de periódico, los trajo a casa y no se dignó nunca a llamarlos zapatos, para mi padre eran «los de cuero».

       Delante de toda la familia, que me miraba asombrada —es que nunca habían visto otros zapatos más que las albarcas—, extendí mis piernas y mi padre intentaba con el calzador meterme el pie en el zapato. Me puse de pie e hice grandes esfuerzos para ponérmelos, pero no hubo manera. De­se­spe­ra­dos, clavamos la mirada en los zapatos de cuero que se negaban a caberme.

       Durante meses los pusimos en la horma, pero se quedaron del mismo tamaño. Hasta que un día mi padre tomó una cuchilla de zapatero y les hizo un corte redondeado en la punta y me los puso. A duras penas mis dedos pasaron por el agujero y, como hojas de lechuga marchitas, tocaron el suelo.

       Llevé años estos zapatos, porque como decía mi difunto padre: “Venga, hombre, son de cuero. ¿Quién tiraría unos de cuero?”.

       Hoy, cuando me miro los pies, sonrío al ver mis dedos torcidos llenos de callos.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: Primera publicación en el blog Planodion – Historias Bonsái (10 de octubre de 2014).

Evgenía Makariadi es una escritora griega. En 2001 publicó la novela Μύριαμ και Χάννα («Mir iam y Hanna»). Sus relatos han sido publicados tanto en revistas literarias como en las páginas literarias de varios periódicos.

La traducción colectiva se ha realizado en el marco de la asignatura «Traducción literaria del griego al español» del Máster en Traducción, Co­mu­ni­ca­ción y Mundo Editorial (Universidad Aristóteles de Salónica) impartida du­rante el curso 2014-2015 por Enrique Íñiguez Rodríguez. Participaron los estu­di­antes: Vasilikí Dosemetzí, Luisa Marisol Fuentes Bustamante, Zacharoula Kampouri, Gabriela Larrieux, Giorgos Maniotis, Dímitra Pa­pa­do­pou­lou.



		

	

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἐθνικὸς ὕμνος


Trendel,Aristi-EthnikosYmnos-Eikona-04


Ἀ­ρί­στη Τριανταφυλλίδου-Τρεν­τέλ


Ἐθνικός ὕμνος


ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑ συ­νό­δευ­σε τὴν δε­κα­ε­φτά­χρο­νη ἀ­νι­ψιά της στὸ Λύ­κει­ο ὅ­που ἡ μι­κρὴ θὰ ‘παιρ­νε ἔ­παι­νο. Ἤ­ξε­ρε­ ὅ­τι­ αὐ­τὸς ὁ ἔ­παι­νο­ς θώ­πευ­ε κά­πως τὴν ἐ­φη­βι­κή της με­λαγ­χο­λί­α καὶ ὅ­τι ἡ πα­ρου­σί­α της στὴ σχο­λι­κὴ­ γι­ορ­τὴ ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος ἀ­να­γνώ­ρι­σης. Πρώ­τη στὴ τά­ξη της καὶ τρί­τη στὸ σχο­λεῖ­ο. Ὁ ση­μαι­ο­φό­ρος, ἕ­να ἀ­δύ­να­το ἀ­γό­ρι, μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας φορ­τω­νό­ταν τὴ ση­μαί­α. Εἴκοσι ὀκτὼ Ὀ­κτω­βρί­ου καὶ οἱ ση­μαῖ­ες ξε­ση­κω­μέ­νες, οὔ­τε ἐ­πα­νά­στα­ση νὰ ἤ­τα­νε. Σὰν κα­λὴ μα­θή­τρια πα­ρα­κο­λού­θη­σε προ­σε­κτι­κὰ καὶ χει­ρο­κρό­τη­σε θερ­μά. Καὶ στὸ τέ­λος κά­τι ποὺ δὲν πε­ρί­με­νε, κά­τι ποὺ εἶ­χε ξε­χά­σει, μιὰ φω­νὴ ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ εἶ­χε σω­πά­σει. Σὰν ν’ ἀ­να­σται­νό­ταν κά­τι ποὺ εἶ­χε θά­ψει. Ξαφ­νι­κὰ βρῆ­κε τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ τρα­γου­δά­ει πα­ρά­φω­να τὸν ἐ­θνι­κὸ ὕ­μνο. Θυ­μό­ταν τοὺς στί­χους. Συγ­κι­νή­θη­κε κι­ό­λας. Μιὰ Τρί­τη συ­νό­δευ­σε τὸν ἄν­τρα της στὴ δι­α­δή­λω­ση κα­τὰ τοῦ και­νού­ργιου νο­μο­σχε­δί­ου τῆς γαλ­λι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης ποὺ προ­έ­βλε­πε τὴν ἀ­να­δι­ορ­γά­νω­ση­ τῶν πε­ρι­ο­χῶν. «Θέ­λουν νὰ ἐ­ξο­λο­θρέ­ψουν τὴν ἀλ­σα­τι­κὴ κουλ­τού­ρα οἱ Ἰ­α­κω­βί­νοι», τῆς εἶ­πε ἐ­ξορ­γι­σμέ­νος. Συμ­φώ­νη­σε. Εἶ­χε σπου­δά­σει­ Το­πι­κὲς Γλῶσ­σες καὶ Κουλ­τοῦ­ρες στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν πε­ρι­ο­χή. «Μή­πως θέ­λεις νὰ φο­ρέ­σω φι­όγ­κο», τὸν ρώ­τη­σε. Δὲν ἦ­ταν ἡ μό­νη ποὺ τὸ σκέ­φτη­κε. Ὅ­μως οἱ ἄλ­λες δὲν ἀ­στει­εύ­ον­ταν. Πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες εἶ­χαν ντυ­θεῖ ἀλ­σα­τι­κά. Χρό­νια στὴν Ἀλ­σα­τί­α, ἀλ­λὰ πρώ­τη φο­ρὰ­ ἔ­βλε­πε ἀλ­σα­τι­κὴ ση­μαί­α. Ἡ τρί­χρω­μη κυ­μά­τι­ζε σὰν γα­λα­νό­λευ­κη. Πρώ­τη φο­ρὰ ἄ­κου­γε τὸν ἀλ­σα­τι­κὸ ὕ­μνο. Πα­ρά­φω­να μὲ τὰ σπα­σμέ­να γερ­μα­νο­αλ­σα­τι­κὰ της προ­σπά­θη­σε νὰ τρα­γου­δή­σει κι αὐ­τή.

       Με­τά ἦρ­θε ὁ Charlie. Ὄ­χι πὼς ἦ­τα­ν Charlie, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη τὴν Τε­τάρ­τη —κα­τὰ τύ­χη— ἔ­γι­νε. Βρι­σκό­ταν στὸ με­τρό, ὅ­ταν τὸ ἔ­μα­θε. Δὲν ἔ­κα­νε στά­ση στὴν Place de la Republique. Κα­τέ­βη­κε στὴν ἑ­πό­με­νη κι ἔ­συ­ρε τὴ βα­λί­τσα της μέ­χρι τὴν Πλα­τεί­α, ὅ­που γι­νό­ταν ἡ συγ­κέν­τρω­ση. Εἶ­χε κά­τι νὰ μοι­ρα­στεῖ μὲ τὸ­ πλῆ­θος ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρε. Καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη στὴν ἴ­δια Πλα­τεί­α τρα­γού­δη­σε καὶ τὴ­ν Marseillaise, μο­λο­νό­τι­ ἔ­βρι­σκε τοὺς στί­χους βάρ­βα­ρους.

       Τό βρά­δυ ἔ­κα­νε ἕ­να μπά­νιο μὲ ἄ­φθο­νο ἀ­φρό­λου­τρο καὶ Μπε­τό­βεν. Ἡ κλα­σι­κὴ μου­σι­κὴ τὴν βο­η­θοῦ­σε νὰ ξε­χνά­ει τὰ ἐγ­κό­σμια. Ὁ «Ὕ­μνος τῆς χα­ρᾶς» βρόν­τη­σε­ στὸ μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα. Δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε ν΄ ἀ­κού­σει, ἀλ­λὰ κα­λὴ προ­θέρ­μαν­ση γιὰ τὴν δου­λειὰ ποὺ τὴν πε­ρί­με­νε. Σι­γο­τρα­γου­δοῦ­σε καὶ τὶς νό­τες μὲ το κομ­πιοῦ­τερ ἤ­δη ἀ­νοι­χτὸ καὶ τὸ κεί­με­νο αρ­χι­νι­σμέ­νο, «Οἱ πιὸ Εὐ­ρω­παῖ­οι Ἀ­με­ρι­κά­νοι συγ­γρα­φεῖς …»

       Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη κά­ποι­α στιγ­μὴ θυ­μή­θη­κε ὅ­τι ὀ­νει­ρεύ­τη­κε τὴν ἀ­με­ρι­κά­νι­κη ση­μαί­α μὲ ση­μαι­ο­φό­ρο τὸν Μί­κυ Μά­ους.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικά καὶ στὰ αγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της  One Solar Year (Outskirtspress, 2012).


Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος: Αἴσθημα ἀσφάλειας


Palaiologos,Konstantinos-AisthimaAsfaleias-Eikona-02


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

 

Αἴ­σθη­μα ἀ­σφά­λειας


14-Omikron-Olav_den_helliges_saga_-_initial_-_G__MuntheΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ἀ­πο­λύ­τως ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι μὲ αὐ­τοὺς τοὺς ἄν­τρες πού, ντυ­μέ­νοι στὰ γα­λά­ζια καὶ μὲ πλα­στι­κὰ πρά­σι­να γάν­τια, κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­τά­ρα­χοι στὴν πό­λη σκο­τώ­νον­τας ἀν­θρώ­πους μὲ μιὰ μα­χαι­ριὰ στὴν πλά­τη. «Δυ­νά­μεις Κα­τα­στο­λῆς Συ­νω­μο­σι­ῶν Α.Ε.» ἀ­να­γρά­φουν οἱ κάρ­τες ποὺ ἀ­φή­νουν προ­σε­κτι­κὰ πά­νω στὰ ἀ­κί­νη­τα σώ­μα­τα. Εἶ­ναι ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες τὸ δί­χως ἄλ­λο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Ἡ φύση τοῦ ἔρωτα


05-CristinaPeriRossi-IFysiTouErota-Eikona-01


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Ἡ φύση τοῦ ἔρωτα

(La naturaleza del amor)


E-Epsilon-SomataΝΑΣ ΑΝΔΡΑΣ ἀ­γα­πά­ει μιὰ γυ­ναί­κα για­τὶ τὴν θε­ω­ρεῖ ἀ­νώ­τε­ρη. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τοῦ του ἄν­δρα θε­με­λι­ώ­νε­ται στὴν συ­νει­δη­τό­τη­τα τῆς ἀ­νω­τε­ρό­τη­τας τῆς γυ­ναί­κας, ἀ­φοῦ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­γα­πᾶ ἕ­να πλά­σμα κα­τώ­τε­ρο, οὔ­τε κὰν ἕ­να ἰ­σό­τι­μο. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νη τὸν ἀ­γα­πᾶ καὶ ἂν καὶ αὐ­τὸ τὸ συ­ναί­σθη­μα τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ καὶ πλη­ροῖ ὅ­λες τὶς φι­λο­δο­ξί­ες του, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ μιὰ με­γά­λη ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα. Πραγ­μα­τι­κά. Ἂν ἐ­κεί­νη εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­π’ αὐ­τόν, δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ, για­τί αὐ­τὸς εἶ­ναι κα­τώ­τε­ρος. Κα­τὰ συ­νέ­πεια, ἢ ψεύ­δε­ται ὅ­ταν βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι τὸν ἀ­γα­πᾶ ἢ δὲν εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀπ΄αὐ­τόν, πράγ­μα ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ δι­κή του ἀ­γά­πη πρὸς τὸ πρό­σω­πό της δὲν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται πα­ρὰ μο­νάχα ὡς ἕ­να ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὸ λά­θος.

       Αὐ­τὴ ἡ ἀμ­βι­φο­λί­α τὸν κα­θι­στᾶ κα­χύ­πο­πτο καὶ τὸν ἀ­να­στα­τώ­νει. Σκέ­φτε­ται μὲ δυ­σπι­στί­α τὶς πρῶ­τες του ἐν­τυ­πώ­σεις (σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ὀ­μορ­φιά, τὴν ἠ­θι­κὴ εὐ­θύ­τη­τα καὶ τὴν ἐ­ξυ­πνά­δα τῆς γυ­ναί­κας) καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς κα­τηγο­ρεῖ τὴν φαν­τα­σί­α του ποὺ ἐ­πι­νό­η­σε ἕ­να πλά­σμα ἀ­νύ­παρ­κτο. Δὲν ἔ­κα­νε λά­θος, ὡ­στό­σο. Ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, σο­φὴ καὶ ἀ­νε­κτι­κή, ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον. Δὲν μπο­ρεῖ, λοι­πόν, νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ. Ἡ ἀ­γά­πη της εἶ­ναι ἕ­να ψέ­μα. Τό­τε λοι­πόν, ἂν πρό­κει­ται στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γιὰ μιὰ ψεύ­τρα, γιὰ μιὰ ὑ­πο­κρί­τρια, δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον, ἕ­ναν ἄν­δρα κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν εἰ­λι­κρι­νῆ. Ἔ­χον­τας ἀ­πο­δεί­ξει μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο τὴν κα­τω­τε­ρό­τη­τά της, δὲν τῆς ἀν­τι­στοι­χεῖ ἡ ἀ­γά­πη του, κι ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος, ὁ ἄν­δρας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ χω­ρί­σει τὴ γυ­ναί­κα γιὰ κά­ποι­ο ἀ­ό­ρι­στο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Ὀ­φεί­λει νὰ ξε­κα­θα­ρί­σει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του. Ἡ γυ­ναί­κα δέ­χε­ται τὴν ἀ­πό­φα­σή του μὲ φαι­νο­με­νι­κὴ φυ­σι­κό­τη­τα, πράγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸν βυ­θί­ζει ἐκ νέ­ου στὴν ἀμ­φι­βο­λί­α. Ἢ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο ὂν ποὺ κα­τα­νό­η­σε σι­ω­πη­λὰ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τά του καὶ στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ ὁ ἔ­ρω­τας του εἶ­ναι δι­και­ο­λο­γη­μέ­νος καὶ πρέ­πει νὰ τρέ­ξει δί­πλα της καὶ νὰ τὴν κά­νει νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σει, ἢ δὲν τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ γι’ αὐ­τὸ δέ­χε­ται μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α τὸν χω­ρι­σμό τους κι ἐ­κεῖ­νος δὲν πρέ­πει νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει.


       Στὸ χω­ριὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­σύρ­θη­κε, ὁ ἄν­δρας περ­νά­ει τὶς μέ­ρες του παί­ζον­τας σκά­κι μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ἢ μὲ τὴν πλα­στι­κὴ κού­κλα φυ­σι­κοῦ με­γέ­θους ποὺ ἀ­γό­ρα­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Cuentos reunidos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2007.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.



		

	

Νάντια Κοντρέρας (Nadia Contreras): Συγκέντρωση


Sygkentrosi-Eikona-01


Νάν­τια Κον­τρέ­ρας (Nadia Contreras)


Συγ­κέν­τρω­ση

(Reunión)


K-Kappa-SomataΑΤΩ ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι, ἐ­κεῖ­νος χαϊ­δεύ­ει τὴ γυ­ναί­κα ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια. Δὲν ὑ­πάρ­χουν οὔ­τε ξαφ­νι­ά­σμα­τα οὔ­τε χα­στού­κια. Ἐ­νό­σῳ οἱ φί­λοι τους χο­ρεύ­ουν καὶ ὁ σύ­ζυ­γός της συ­νο­μι­λεῖ στὸ τη­λέ­φω­νο (στὴ συ­ζή­τη­ση, ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀ­τέ­λει­ω­τη, οἱ τό­νοι ἔ­χουν ἀ­νέ­βει), ἐ­κεῖ­νος πα­ρα­με­ρί­ζει ἐ­πι­δέ­ξια το κυ­λο­τά­κι καὶ γλι­στρά­ει τὰ δά­χτυ­λά του. Τὴν κά­νει νὰ ἀ­να­τρι­χιά­σει. Λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ ζευ­γά­ρι χά­νε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ δω­μά­τια. Ἐ­κεί­νη ξα­πλώ­νει ἀ­νά­σκε­λα μὲ τὰ πό­δια ἀ­νοι­χτὰ ἢ στή­νε­ται στὰ τέσ­σε­ρα· ἐ­κεῖ­νος ὄρ­θιος ἢ γονα­τι­στὸς στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Στὸ τέ­λος καὶ οἱ δύ­ο ἀ­να­στα­τω­μέ­νοι, ὑ­γροί. Ἐ­κεί­νη φτιά­χνει τὴν μπλού­ζα, τὴ φού­στα, τὰ ἀ­να­κα­τε­μέ­να μαλ­λιά· ἐ­κεῖ­νος βά­ζει τὸ παν­τε­λό­νι, κουμ­πώ­νει τὸ που­κά­μι­σο… Θὰ ἤ­θε­λα νὰ σὲ ξα­να­δῶ, λέ­ει. Ἡ γυ­ναί­κα συγ­κα­τα­νεύ­ει καὶ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο σὰν γά­τα. Ἡ ὑ­πό­λοι­πη βρα­διὰ κυ­λά­ει ἤ­ρε­μα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Βγά­λε ἕ­να φύλ­λο… Ἀν­θο­λο­γία ἰ­σπα­νό­φω­νου ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Σι­δέ­ρη, Li­te­ra­tu­ra Cu­e­nto, Ἀ­θή­να, 2014.

Νάν­τια Κον­τρέ­ρας (Nadia Contreras) (Κε­σε­ρί­α τῆς ἐ­παρ­χί­ας Κο­λί­μα, Μεξικό, 1976). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες μὲ εἰ­δί­κευ­ση στὴν ἐκ­παί­δευ­ση. Εἶ­ναι κα­θη­γή­τρια στὸ Γερ­μα­νι­κὸ Κο­λέ­γιο τοῦ Το­ρε­όν, ὅ­που ζεῖ τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια. Τὰ πιὸ πρό­σφα­τα ἔρ­γα τῆς εἶ­ναι ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Visiones de la patria muerta (2014) καὶ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ ποι­η­μά­των El andar sin ventanas (e-book, 2012). To «Reunión» δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὶς 20 Ἰ­ου­λί­ου 2013 στὸ μπλὸγκ «Benjamin Araujo Mon­dra­gon».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Συμμεταφραστές: Ἑλένη Βότση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Ἑλένη Γκόγκου, Βαγγέλης Καμπούνιας, Ἀσπασία Καμπύλη, Eduardo Lucena, Ζωὴ Μαγουλᾶ, Μαρία Μελαδάκη, Ἑλένη Παλαιολόγου, Ἀγγελικὴ Παλασοπούλου, Κατερίνα Παπαδάκη, Μαρία Ρουσάκη.



		

	
Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 543 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.