Στέφανος Τακτικός: Ἡ οἰκονομία τοῦ λόγου

.

Taktikos,Stefanos-StisAmmoudiesTouOmirou-Eikona-02

.

Στέ­φα­νος Τα­κτι­κός

 

Ἡ Οἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Λό­γου

 .

03-SigmaΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΚΟΥΣ νὰ μι­λᾶ­νε ὅ­λο γιὰ λε­φτά. Μι­λοῦν χω­ρὶς στα­μα­τη­μό, λὲς καὶ δου­λεύ­ουν μὲ κέρ­μα­τα. Πλη­ρω­μέ­νες ἀ­παν­τή­σεις, λό­για ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σον­ται τοῖς με­τρη­τοῖς – εἶ­ν’ ὅ­λο γιὰ κά­ποι­α δο­σο­λη­ψί­α· χω­ρὶς λό­γο, τζάμ­πα καὶ βε­ρε­σὲ —δη­λα­δὴ νά ’χου­με νὰ λέ­με— με­τα­ξὺ φί­λων ποὺ δὲν χα­ρί­ζον­ται. Τὰ στό­μα­τα ἀ­νοί­γουν δι­ά­πλα­τα σὰν νὰ βγά­ζουν τὴ γλώσ­σα κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά· οἱ ἦ­χοι μοιά­ζουν ἄ­ναρ­θροι σὰν ν’ ἄ­νοι­γε τὸ συρ­τά­ρι τα­μεια­κῆς μη­χα­νῆς. Κυ­κλο­φο­ρεῖς ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος λα­θραῖ­α, νι­ώ­θον­τας σὰν πλα­στὸ χαρ­το­νό­μι­σμα κι ἐ­κεῖ ξε­χω­ρί­ζεις, σὰν κλέ­φτης ποὺ και­ρο­φυ­λα­κτεῖ ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι σὲ ἀ­γνο­οῦν ἀ­νύ­πο­πτοι, προ­ερ­χό­με­νες ἀ­πὸ δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρά, φρά­σεις νὰ κου­δου­νί­ζουν μὲ τὸν ἦ­χο ποὺ κά­νει ἕ­να κέρ­μα ποὺ πέ­φτει στὸ πλα­κό­στρω­το. Ἀ­πὸ τὶς φτη­νὲς ὑ­πο­σχέ­σεις τῆς πο­λι­τι­κῆς μέ­χρι τὸ πε­ζο­δρό­μιο, τὰ λό­για πέ­φτουν στὸ κε­νό. Στὴν ἀ­γο­ρὰ ὅ­λοι μι­λοῦν ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια σὰν νὰ δαγ­κώ­νουν κάλ­πι­κο νό­μι­σμα – ἢ καὶ ἐ­φαρ­μό­ζουν πι­στὰ τὸ δόγ­μα: «ἡ σι­ω­πὴ εἶ­ναι χρυ­σός». Τὰ λό­για τους, ὅ­ταν μι­λᾶ­νε γιὰ λε­φτὰ —δη­λα­δὴ πάν­το­τε ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως— εἶ­ναι ἡ ἴ­δια τους ἡ σι­ω­πή – ἐ­ξαρ­γυ­ρω­μέ­νη, κε­λα­η­δών­τας σὰν ζε­στὸ συ­νάλ­λαγ­μα.

       Τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ εἶ­χε φύ­γει γιὰ κεῖ ὅ­που δὲν περ­νᾶ­νε λε­φτὰ καί, μέ­χρι νὰ ἐκ­δη­λω­θεῖ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴν ἐ­κμε­τάλ­λευ­ση τῶν λου­τρῶν, τὸ κοι­νὸ ἔμ­παι­νε ἐ­λεύ­θε­ρα – ἔ­λει­πε ὁ σκύ­λος πού, τὸ Χει­μώ­να, φύ­λα­γε σὰν Κέρ­βε­ρος καί, περ­νών­τας τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα, ἦ­ταν σάν, ἐν τῇ ἀ­που­σί­ᾳ του, νὰ εἰ­σερ­χό­σουν λα­θραῖ­α στὸν κά­τω κό­σμο, ὅ­που οἱ ψυ­χές, μ’ αὐ­τὴν τὴ σι­ω­πὴ τοῦ βυ­θοῦ, ἔ­στε­καν ἀ­μί­λη­τες ἤ, σὰν νὰ ‘ταν τὰ φαν­τά­σμα­τα τῶν ἀλ­λο­τι­νῶν λου­ο­μέ­νων ποὺ ’χαν γί­νει ἀ­φρός, ψι­θύ­ρι­ζαν μυ­στή­ρια καὶ ἀ­κα­τά­λη­πτα μὲ τὴ βο­ὴ τῶν κυ­μά­των, σ’ αὐ­τὸ τὸ δι­φο­ρού­με­νό τους πή­γαι­ν’ ἔ­λα, τὸ αἰ­ώ­νιο πού, ὅ­μως, δή­λω­νε ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν πα­ρο­δι­κά, ὅ­πως ἐ­κεῖ­να ἔρ­χον­ταν καὶ πα­ρέρ­χον­ταν. Μὲ τὰ κύ­μα­τα, τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ ἔ­κο­ψε στὴν εἴ­σο­δο μιὰ ζω­ὴ εἰ­σι­τή­ρια κι ἔ­τσι πλή­ρω­σε γιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του τα­ξί­δι, ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ φραγ­κο­δί­φραγ­κα, τὰ ναῦ­λα γιὰ τὴν εἴ­σο­δό του στὸ νε­ρὸ καὶ τὴ με­τα­φο­ρά του ἀ­κτο­πλο­ϊ­κῶς, ἀ­πὸ τὸ βαρ­κά­ρη – σὲ αὐ­τὴν τὴν τε­λευ­ταί­α συ­ναλ­λα­γή, κά­πως σὰν ἐ­πι­σφρά­γι­ση τοῦ ὅ­τι ὁ νε­κρὸς δὲν ἄ­φη­νε ἀ­νοι­κτοὺς λο­γα­ρια­σμούς, συγ­κα­τα­λε­γό­με­νος πιὰ ἀ­νά­με­σα σὲ ὅ­σους δὲν τα­ρά­ζον­ταν ἀ­πὸ κα­μί­α ἀ­νάγ­κη ἢ ἐ­πι­θυ­μί­α.

       Ἐ­δῶ πιὰ δὲν εἶ­χες ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ τί­πο­τα. Ἀρ­γὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν γα­λή­νια τό­σο πού, κά­τω ἀ­π’ τὴν ἐ­πι­φά­νεια ποὺ ἔ­παιρ­νε τὴν ἀν­ταύ­γεια τῆς ρο­δα­λῆς σάρ­κας, σὰν τὸ φάν­τα­σμα τῶν κυ­μά­των ποὺ ἀ­να­βι­ώ­νει μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να κο­χύ­λι, μπο­ροῦ­σες νὰ ἀ­να­κα­λέ­σεις τὸν ἀ­πό­η­χο μιᾶς ἐν­δο­μή­τριας θαλ­πω­ρῆς. Μπο­ροῦ­σες νὰ ξε­γε­λα­στεῖς γιὰ μιὰν ὥ­ρα μ’ αὐ­τὴν τὴν ψευ­δαί­σθη­ση αὐ­τάρ­κειας. Ἀλ­λὰ τὸ ζευ­γά­ρι μι­λοῦ­σε γιὰ τὰ ψώ­νια τῆς ἑ­βδο­μά­δας – ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν πὼς κο­λυμ­ποῦ­σαν στὰ λε­φτά. Μὲ τὸ νε­ρὸ ὣς τοὺς λαι­μούς τους, τὰ κε­φά­λια τους ἔ­μοια­ζαν σὰν αὐ­τὸ τῆς Γορ­γό­νας πού ’χε ἀ­να­δυ­θεῖ στὴν ἐ­πι­φά­νεια. Ἡ ἀ­δελ­φή τοῦ Μέ­γα Ἀ­λέ­ξαν­τρου ρώ­τα­γε: Νὰ ζεῖ κα­νεὶς ἢ νὰ μὴ ζεῖ; Ὁ Ἀ­δελ­φός της ἔ­ρι­χνε τὴ σκιὰ τῆς ἐ­ξου­σί­ας τοῦ χρή­μα­τος ποὺ ἔ­κρυ­βε τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα, ὅ­πως ἄλ­λο­τε στὸ κα­το­στόδραχ­μο ὅ­που, στὴν ἄλ­λη με­ριά, ἔ­κρυ­βε τὸν ἥ­λιο τῆς Βερ­γί­νας. Τὸ ἐμ­πό­ρευ­μα ὑ­πο­σχό­ταν τὰ πάν­τα, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ χα­ροῦν, νὰ ἐ­πι­θυ­μή­σουν τὸν ἥ­λιο καὶ τὴ θά­λασ­σα. Ἔ­παι­ζαν τὴ ζω­ὴ κο­ρώ­να-γράμ­μα­τα καὶ ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ ἡ θά­λασ­σα θὰ ξέ­βρα­ζε κά­ποι­ο πτῶ­μα.

       Εἴ­χα­με πιὰ ἀ­πο­μεί­νει μό­νοι, αὐ­τοὶ κι ἐ­γώ, καὶ μοῦ ἦρ­θε νὰ τοὺς μι­λή­σω. Ἤ­μου­να ἕ­τοι­μος, ἀλ­λὰ δί­στα­σα – ἂν πλη­σιά­σεις κά­ποι­ους αὐ­τοὶ ἀ­μέ­σως θὰ βά­ζουν δι­ά­φο­ρα μὲ τὴ σκέ­ψη τους, θὰ σκε­φτοῦν τί ζη­τᾶς ἀ­π’ αὐ­τούς. Ἄ­σε, εἶ­πα, θὰ νο­μί­σουν ὅ­τι τοὺς ζη­τά­ω λε­φτά. Θε­ω­ρεῖ­ται, σκέ­φτη­κα, φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ νὰ μι­λή­σεις μὲ ἀ­γνώ­στους μό­νο ἐ­φο­δι­α­σμέ­νος μὲ ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα – εἶ­ναι σὰν νά ’χεις συ­στα­τι­κὴ ἐ­πι­στο­λὴ ὑ­πο­γε­γραμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν πρό­ε­δρο τῆς Κεν­τρι­κῆς Τρα­πέ­ζης.

       Οὕ­τως ἢ ἄλ­λως μοῦ εἶ­χαν βου­λώ­σει τ’ ἀ­φτιὰ καὶ γιὰ τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς μέ­ρας θὰ ἄ­κου­γα τὸν ἀ­πό­η­χο τῆς θά­λασ­σας, ἔ­χον­τας στ’ ἀ­φτί μου νὰ μοῦ ψι­θυ­ρί­ζει τὸν φλοῖ­σβο. Ἐ­νί­ο­τε ἀ­γα­θο­ποι­ὰ θα­λάσ­σια πνεύ­μα­τα ἔρ­χον­ται καὶ βου­λώ­νουν ἔ­τσι τ’ ἀ­φτιά μας νὰ μὴν ἀ­κοῦ­με, προ­φυ­λάσ­σον­τάς μας ἀπ’ τὶς Σει­ρῆ­νες τῆς ρη­χῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Αὐ­τὸ τὸ κου­βεν­το­λό­ι τῶν ὠ­κε­α­νί­δων, ποὺ τώ­ρα μὲ ἀ­κο­λού­θη­σαν, ἠ­χοῦ­σε στ’ ἀ­φτιά μου πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ – σὰν τὸν ἐν­δο­ϋ­πο­κει­με­νι­κὸ δι­ά­λο­γο ὅ­που κα­νεὶς βυ­θί­ζε­ται καὶ ποὺ δι­α­φέ­ρει τό­σο ἀ­πὸ τοὺς λο­γα­ρια­σμοὺς πού, διαρ­κῶς, βου­ί­ζουν στὸ κε­φά­λι τοῦ homo economicus. Κά­θον­ται στὸ προ­σκέ­φα­λό μας καὶ ἐ­ξα­τμί­ζον­ται τὸ πρω­ὶ ὅ­ταν μιὰ στα­γό­να ἅρ­μης ἔ­χει ἀ­πο­μεί­νει ἀ­π’ αὐ­τὲς σὰν νό­μι­σμα πά­νω στὸ μα­ξι­λά­ρι μας.

       Βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ νε­ρό. Στὴ χρυ­σὴ ἄμ­μο ἕ­να νή­πιο κα­θό­ταν μὲ τὸ φτυά­ρι καὶ τὸ κου­βα­δά­κι του καὶ αὐ­τὸ τὸ πλα­στι­κὸ κό­σκι­νο σὰν μελ­λον­τι­κὸς χρυ­σο­θή­ρας. Ἔ­τσι τὸ το­πί­ο φάν­τα­ζε ἐ­ρη­μι­κό. Τὸ μω­ρὸ ἴ­σα ποὺ θά ’χε ἀρ­χί­σει νὰ λέ­ει τὶς πρῶ­τες του λέ­ξεις. Κα­θὼς φώ­να­ξε «μα­μά», νό­μι­σα πὼς τὸ ἄ­κου­σα μὲ τὰ βό­τσα­λα στὸ στό­μα του, νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ μά­θει νὰ μι­λά­ει σὰν τοὺς με­γά­λους, ἔ­χον­τας κά­τω ἀ­π’ τὴ γλώσ­σα τὸ Χα­ρώ­νει­ο νό­μι­σμα.    

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

          

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Στέ­φα­νος Τα­κτι­κός (Κέρ­κυ­ρα, 1983). Γρα­πτά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὸν το­πι­κὸ τύ­πο.

 

 

 

Ραοὺλ Μπράσκα (Raul Brasca: Σολιψισμός

.

Brasca,Raul-Solipsismos-Eikona-01

.

Ρα­οὺλ Μπρά­σκα (Raul Brasca)

 .

Σολιψισμός

(Solipsismo)

 .

02-PiΡΟΧΩΡΩ μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το βυ­θι­σμέ­νο σὲ τό­σο πυ­κνὴ ὁ­μί­χλη ποὺ δὲν βλέ­πω τὸ δρό­μο. Ἀ­κο­λου­θῶ δι­αι­σθη­τι­κὰ τὴ δι­α­δρο­μὴ ἀλ­λά, πα­ρα­δό­ξως, δὲν κά­νω λά­θος. Ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα δὲν δι­α­σταυ­ρώ­νο­μαι κα­θό­λου μὲ φῶ­τα ἄλ­λων ὀ­χη­μά­των καὶ σκέ­φτο­μαι πὼς ὁ δρό­μος ὑ­πάρ­χει κά­τω ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­τό μου μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ ἐ­γὼ πι­στεύ­ω σὲ αὐ­τόν. Τώ­ρα ἡ ὁ­μί­χλη ἀρ­χί­ζει νὰ δι­α­λύ­ε­ται. Τὰ φῶ­τα μό­λις ποὺ φω­τί­ζουν τὴν κυ­μα­το­ει­δῆ γκρί­ζα ἔ­κτα­ση ποὺ δι­α­σχί­ζω. Πρῶ­τα ἕ­νας γλά­ρος καὶ ὕ­στε­ρα ἕ­να χε­λι­δο­νό­ψα­ρο περ­νοῦν μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ παρ­μπρίζ. Ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ πι­στεύ­ω στὸ δρό­μο. Πρέ­πει νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

 

Ρα­οὺλ Μπρά­σκα (Raul Brasca) (Μάρ­κος Πὰς τῆς ἐ­παρ­χί­ας τοῦ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, 1948). Συγ­γρα­φέ­ας δι­η­γη­μά­των, μι­κρο­δι­η­γη­μά­των καὶ δο­κι­μί­ων. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Todo tiempo futuro fue peor (2004). Εἶ­ναι κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας στὸ πο­λι­τι­στι­κὸ ἔν­θε­το της ἐ­φη­με­ρί­δας La Nacion τοῦ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες. Tὸ «Solipsismo» πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Ciempies: los microrrelatos de Quimera (ἐ­πι­μέ­λεια Neus Rotger, Fernando Valls), Βαρ­κε­λώ­νη, Montesinos, 2005.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

 

Εἰκόνα: «Ὁ σολιψιστής». Ἔργο τοῦ Jason Mckittrick.

.

Ἀλεξάνδρα Πιπλικάτση: Ἁλάτι

.

Piplikatsi,Aleksandra-Alati-Eikona-01

.

Ἀ­λε­ξάν­δρα Πι­πλι­κά­τση

 

Ἁ­λά­τι

 

02-PiΡΟΧΩΡΑΝΕ ΣΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΔΙΑΔΡΟΜΟ. Ἡ γυ­ναί­κα θ’ ἀ­νά­ψει τὸ φῶς. Ὁ ἄν­τρας θὰ τὸ σβή­σει. Μὴν εἶ­σαι ὑ­περ­φί­α­λη, τῆς λέ­ει κι ὕ­στε­ρα τὴν ἀ­φή­νει νὰ ξε­κλει­δώ­σει καὶ ν’ ἀ­νοί­ξει τὴν πόρ­τα γιὰ νὰ μποῦν. Αὐ­τὸς θὰ τὴν κλεί­σει καὶ θὰ τὴν κλει­δώ­σει πά­λι, γυρ­νών­τας τὸ κλει­δὶ —ἀ­κού­ω, κά­νει τὸ ἴ­διο θό­ρυ­βο μὲ τὸ δι­κό μου— μί­α, δυ­ό… τρεῖς φο­ρές, γιὰ νὰ μὴ βγοῦν.

            Πί­σω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα ὁ ἄν­τρας θὰ κα­θί­σει στὸν κα­να­πέ. Ἡ γυ­ναί­κα θὰ πά­ει δί­πλα του. Τοῦ βγά­ζει τὰ πα­πού­τσια, μὴ φύ­γεις, θὰ τοῦ πεῖ καὶ θὰ τὰ κρύ­ψει. Μέ­νω, θὰ τῆς πεῖ κι ἀ­νοί­γει τὸ που­κά­μι­σό της. Τὸ στῆ­θος της ξε­πε­τι­έ­ται κι αὐ­τὸς λέ­ει πει­νά­ω. Τοῦ πιά­νει τὸ κε­φά­λι καὶ τὸ ἀ­κουμ­πά­ει ἐ­κεῖ. Τὸ στό­μα του βυ­ζαί­νει. Πρῶ­τα τὴ μί­α ρό­γα, ἔ­πει­τα τὴν ἄλ­λη. Αὐ­τὴ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ μαλ­λιά.

            Εἶ­ναι γλυ­κὸ τὸ γά­λα σου, θὰ τῆς πεῖ καὶ θὰ τὴν σκουν­τή­σει. Βα­ρέ­θη­κα, φω­νά­ζει. Ἐ­κεί­νη θὰ τρέ­ξει, θ’ ἀ­λεί­ψει τὶς ρό­γες της μὲ ἁ­λά­τι. Ὁ­ρί­στε, θὰ τοῦ πεῖ. Αὐ­τὸς θὰ δο­κι­μά­σει. Τὶς δαγ­κώ­νει. Τὶς κό­βει. Τὶς μα­σά. Τὶς κα­τα­πί­νει. Ὡ­ραῖ­ες εἶ­ναι, λέ­ει καὶ θὰ ρί­ξει κι ἄλ­λο ἁ­λά­τι. Αὐ­τὴ δὲν λέ­ει τί­πο­τα. Κρα­τᾶ τὸ κε­φά­λι του καὶ κλαί­ει.

            Στα­μά­τα, θὰ τῆς πεῖ. Τώ­ρα ἔ­χει πο­λὺ ἁ­λά­τι. Θὰ πά­θω κα­κό. Ἐ­κεί­νη σκου­πί­ζε­ται. Στε­ρεύ­ει. Αὐ­τὸς θὰ γυ­ρί­σει τὸ κε­φά­λι. Ἔ­μει­νες χω­ρὶς γά­λα, θὰ τῆς πεῖ. Τώ­ρα τί θὰ τρώ­ω; Κά­τι θὰ βρῶ, τοῦ ἀ­παν­τά­ει, μή μοῦ στε­να­χω­ρι­έ­σαι. Κά­νε γρή­γο­ρα, τῆς λέ­ει κι ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται στὸν κα­να­πέ.

            Ἡ γυ­ναί­κα θὰ τὸν σκε­πά­σει. Θὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ ξυ­πνή­σει. Κά­τι θὰ βρῶ νὰ τοῦ δώ­σω νὰ φά­ει. Ἀ­κό­μα; τὴ ρω­τᾶ. Πῶς τὸ ξέ­ρεις, ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Μὴν σκᾶς καὶ σὲ ξέ­ρω, θὰ τῆς πεῖ. Κό­ψε τὸ δά­χτυ­λό σου καὶ βρά­σε το. Αὐ­τὸ θὰ μοῦ κό­ψει τὴν πεί­να. Μό­νη μου; Μό­νη σου, θὲς καὶ βο­ή­θεια; Θέ­λω, θὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σει.

            Ὁ ἄν­τρας παίρ­νει τὸ μα­χαί­ρι. Δῶ­σε μου τὸ χέ­ρι σου. Ἡ γυ­ναί­κα δι­στά­ζει. Δῶ­σέ μου το. Ἡ γυ­ναί­κα τὸ ἁ­πλώ­νει. Θ’ ἀ­νοί­ξει τὰ δά­χτυ­λά της. Αὐ­τό, θὰ πεῖ καὶ θὰ τὸ κό­ψει. Βρά­σε τὸ τώ­ρα κι αὐ­τὴ θὰ τὸ βρά­σει. Θὰ τὸ βά­λει σὲ πιά­το πορ­σε­λά­νης καὶ θὰ τοῦ τὸ προ­σφέ­ρει. Ἐ­κεῖ­νος θὰ τὸ φά­ει με­μιᾶς. Δὲν χόρ­τα­σα, τῆς λέ­ει. Κό­ψε κι ἄλ­λο.

            Ἡ γυ­ναί­κα κό­βει κι ἄλ­λο καὶ τοῦ τὸ δί­νει. Κι ἐ­γὼ μὲ δυ­ὸ δά­χτυ­λα νο­μί­ζεις πῶς θὰ χορ­τά­σω; τῆς λέ­ει. Ἐ­κεί­νη κό­βει κι ἄλ­λο κι ἄλ­λο, με­τρά­ω, δέ­κα στὴ σει­ρά. Τώ­ρα; Αὐ­τὸς πε­τά­ει τὸ πιά­το στὸ νε­ρο­χύ­τη. Εἶ­σαι ἄ­σχη­μη, θὰ πεῖ καὶ θὰ ξα­πλώ­σει πά­λι στὸν κα­να­πέ. Αὐ­τὴ θὰ κοι­τά­ξει τὴν πόρ­τα. Θὰ πά­ει ὡς ἐ­κεῖ. Τὰ κλει­διὰ κρέ­μον­ται στὴν κλει­δα­ριά. Θέ­λει νὰ ξε­κλει­δώ­σει. Δὲν μπο­ρεῖ. Δὲν ἔ­χει δά­χτυ­λα. Γυ­ρί­ζει στὸ νε­ρο­χύ­τη. Ξε­πλέ­νει ὅ,τι ἔ­μει­νε.

            Καὶ ποῦ νο­μί­ζεις πῶς θὰ πᾶς; Δὲν μπο­ρεῖς νὰ φύ­γεις, τῆς λέ­ει. Αὐ­τὴ συμ­φω­νεῖ. Ἐ­σύ, ὅ­μως, μπο­ρεῖς, καὶ θέ­λεις; Ὁ ἄν­τρας ση­κώ­νε­ται. Τὴν πλη­σιά­ζει. Τὴν ἀγ­κα­λιά­ζει. Αὐ­τὴ ἀ­να­τρι­χιά­ζει. Ναί, μπο­ρῶ. Πο­νᾶς; Δὲν πρέ­πει. Μπο­ρῶ ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω. Ὄ­χι, ἀ­κό­μη. Τὴ γυρ­νά­ει. Τῆς δαγ­κώ­νει τὸ αὐ­τί. Νό­στι­μο εἶ­ναι, θὰ σὲ φά­ω, τῆς ψι­θυ­ρί­ζει κι ἐ­κεί­νη θὰ βά­λει νε­ρὸ στὴν κα­τσα­ρό­λα.

            Θὰ κό­ψει τὰ χέ­ρια της, με­τρά­ω… ἕ­να, δυ­ό, θὰ τοῦ τὰ προ­σφέ­ρει. Αὐ­τὸς τὰ τρώ­ει. Κι ἄλ­λο, θὰ πεῖ. Θὰ κό­ψει τὰ πό­δια της, βλέ­πω… ἕ­να, δυ­ό, θὰ τοῦ τὰ δώ­σει. Αὐ­τὸς τὰ δο­κι­μά­ζει. Βα­ρέ­θη­κα, ἴ­δια γεύ­ση. Θὰ βά­λω ἁ­λά­τι, θὰ τοῦ πεῖ. Τώ­ρα σοῦ ἀ­ρέ­σουν; Κι ἄλ­λο. Κι ἄλ­λο. Δὲν ἔ­χει ἄλ­λο. Νὰ κλά­ψω; Μὴν τολ­μή­σεις.

            Ἡ γυ­ναί­κα θὰ κα­θί­σει ἀν­τί­κρυ του. Τέ­λει­ω­σαν ὅ­λα, μο­νο­λο­γεῖ. Τώ­ρα τί θὰ κά­νω; Πή­γαι­νε στὴ γει­τό­νισ­σα καὶ ζή­τα ἁ­λά­τι, θὰ τῆς πεῖ. Δὲν μπο­ρῶ, δὲν ἔ­χω πό­δια, τοῦ ἀ­παν­τά­ει. Τό­τε κό­ψε τὸ κε­φά­λι σου, θὰ σοῦ ρου­φή­ξω τὸ μυα­λό, τῆς λέ­ει αὐ­τός. Δὲν μπο­ρῶ δὲν ἔ­χω χέ­ρια, τοῦ ἀ­παν­τά­ει. Ἔ­χω ἐ­γώ, θὰ τῆς πεῖ. Ἔ­χεις καρ­διά; θὰ ρω­τή­σει καὶ θὰ τὸν κοι­τά­ει νὰ τρώ­ει. Ἔ­χεις μυα­λὸ ἀ­κό­μα; ἀ­να­ρω­τι­έ­ται.

            Καὶ τό­τε θὰ ση­κω­θεῖ. Θὰ τὸν πλη­σιά­σει. Πει­νά­ω κι ἐ­γώ, θὰ πεῖ. Ὁ ἄν­τρας τὴν ἀ­γνο­εῖ. Ἐ­κεί­νη ἐ­πι­μέ­νει. Πει­νά­ω κι ἐ­γώ. Αὐ­τὸς τὴν κοι­τά­ζει κι ἀ­πο­ρεῖ. Ση­κώ­θη­κες; Θέ­λεις νὰ φᾶς τὶς σάρ­κες σου; Γε­λᾶ. Καὶ τί σοῦ ’­μει­νε ἐ­σέ­να; Ἐ­κεί­νη ξέ­ρει. Ἀ­νοί­γει τὸ στό­μα της. Ἀ­νοί­γει καὶ ξε­προ­βάλ­λουν τὰ δόν­τια. Θὰ τὸν δαγ­κώ­σει. Αὐ­τὸς θὰ κομ­μα­τια­στεῖ. Δά­χτυ­λα δέ­κα, με­τρά­ω, χέ­ρια δύ­ο, ἀ­κού­ω, πό­δια δύ­ο, βλέ­πω, κε­φά­λι ἕ­να, αἰ­σθά­νο­μαι κι ὕ­στε­ρα ἄλ­λο. Ἐ­κεί­νη ρί­χνει τὰ κομ­μά­τια του στὸ νε­ρὸ ποὺ βρά­ζει καὶ ξε­κλει­δώ­νει τὴν πόρ­τα.

            Προ­χω­ρά­ει στὸ σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο. Θ’ ἀ­νά­ψει τὸ φῶς. Θὰ χτυ­πή­σει τὴν πόρ­τα τῆς γει­τό­νισ­σας. Τὸ κλει­δὶ ξε­κλει­δώ­νει. Κά­νει τὸν ἴ­διο θό­ρυ­βο μὲ τὸ δι­κό της. Τῆς ἀ­νοί­γω. Μή­πως σοῦ βρί­σκε­ται λί­γο ἁ­λά­τι; μὲ ρω­τά­ει. Θὰ μοῦ χα­μο­γε­λά­σει. Ναί. Θὰ τῆς χα­μο­γε­λά­σω κι ἐ­γώ. Ἔ­χω καὶ πι­πέ­ρι, ἂν ἐν­δι­α­φέ­ρε­σαι, θὰ τῆς πῶ.

           

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.
 
Ἀ­λε­ξάν­δρα Πι­πλι­κά­τση (Ἔ­δεσ­σα, 1966). Σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση ἀ­τό­μων μὲ εἰ­δι­κὲς ἀ­νάγ­κες. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὰ πρῶ­τα της δι­η­γή­μα­τα ἐκ­δό­θη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, Ἀρ. 2.
 
 

Ἀλεχάντρο Μπεντιβόλιο (Alejandro Bentivoglio): Me­men­to Mori

.

Bentivoglio,Alejandro-MementoMori-Eikona-01

.

Ἀ­λε­χάν­τρο Μπεν­τι­βό­λιο (Alejandro Bentivoglio)

 .

Memento Mori

 .

01-FiΥΛΑΕΙ ὅ­λες τὶς ἀ­να­μνή­σεις του στὸ συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου. Ὅ­ταν πη­γαί­νει στὴ δου­λειὰ τὸ κλει­δώ­νει, για­τὶ φο­βᾶ­ται πὼς ἡ μη­τέ­ρα του θὰ τὸ ψά­ξει. Κά­ποι­ες μέ­ρες τὶς βγά­ζει καὶ τὶς κοι­τά­ζει μὲ νο­σταλ­γί­α. Μὲ τὰ χρό­νια ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι περ­νά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο και­ρὸ ἀ­να­πο­λών­τας καὶ ξα­να­ζών­τας ἐ­κεῖ­νες τὶς ἀ­να­μνή­σεις, πα­ρὰ δη­μι­ουρ­γών­τας και­νούρ­γι­ες. Πα­ρὸν δὲν ὑ­φί­στα­ται πιά, πα­ρὰ μό­νο στὴν ἀ­νε­παί­σθη­τη κί­νη­ση τῆς ἀ­να­πνο­ῆς του.

       Δὲν μα­κραί­νουν τὰ μαλ­λιά του, οὔ­τε τὰ νύ­χια.

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Ἀ­λε­χάν­τρο Μπεν­τι­βό­λιο (Alejandro Bentivoglio) (Ἀ­βε­γι­α­νέ­δα τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς, 1979). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α. Τὸ 2007 ἐ­ξέ­δω­σε τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Revólver y Otras Historias del Lado Suave (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, Letras del Sur) ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Reescribir lo perdido» καὶ τὸ 2008 τὴ συλ­λο­γὴ Dakota/Memorias de una Muñeca Inflable (ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ libreroonline.com) ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Memento mori».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰστὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Λίνα Βαλετοπούλου: Ἀσπρόμαυρο ριγέ

.

CF86CE~1

.

Λίνα Βαλετοπούλου

.

Ἀσπρόμαυρο ριγέ

.

10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΟΥΣ ΒΡΗΚΑ ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΔΩΜΑΤΙΟ μα­ζὶ μὲ τὴ μη­τέ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας φο­ροῦ­σε μιὰ μπλού­ζα μέ­χρι τὰ γό­να­τα, ἄ­σπρη μὲ μαῦ­ρες ρί­γες. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἡ μη­τέ­ρα μου τῆς κάρ­φω­νε τὰ μα­νί­κια. Στὸ τρα­πέ­ζι πα­ρα­δί­πλα ἦ­ταν ριγ­μέ­νο καὶ τὸ παν­τε­λό­νι ἀ­π’ τὸ ἴ­διο ὕ­φα­σμα. Γύ­ρι­σαν ταυ­τό­χρο­να καὶ μὲ εἶ­δαν στὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας. «Ὁ μπαμ­πὰς ἑ­τοι­μά­ζε­ται. Ὅ­που νὰ ’­ναι θὰ μπεῖ στὴ φυ­λα­κή!» ἀ­να­κοί­νω­σε σο­βα­ρὴ ἡ μη­τέ­ρα.

       Ἔ­τσι μπό­ρε­σα νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­σα γί­νον­ταν ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα. Ἡ μη­τέ­ρα μου μά­ζευ­ε ροῦ­χα, ἀλ­λα­ξι­ές, κάλ­τσες καὶ πα­πού­τσια, μὲ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λὴ ποὺ τὴν ἔ­ρα­βε μό­νη της. Ὅ­πως δή­λω­σε ἀρ­γό­τε­ρα ἦ­ταν τὸ δῶ­ρο της στὸν πα­τέ­ρα μου ποὺ πῆ­ρε αὐ­τὴν τὴν τό­σο τι­μη­τι­κὴ ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Εἶ­χε βά­λει στό­χο νὰ εἶ­ναι ὁ πιὸ κα­λον­τυ­μέ­νος καὶ φρον­τι­σμέ­νος φυ­λα­κι­σμέ­νος ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὁ πα­τέ­ρας μου ζοῦ­σε μέ­σα στὴν ἀ­δη­μο­νί­α κά­νον­τας πα­ράλ­λη­λα τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐ­νέρ­γει­ες. Ἄ­φη­σε ἀ­πλή­ρω­τη στὴν ἐ­φο­ρί­α ὀ­φει­λὴ 10.000 εὐ­ρὼ καὶ τὶς ἕ­ξι τε­λευ­ταῖ­ες δό­σεις τοῦ στε­γα­στι­κοῦ. Ἔ­κα­νε δη­λα­δὴ ὅ­τι μπο­ροῦ­σε γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σει τὶς ἀρ­χές, νὰ τὸν ἐν­το­πί­σουν καὶ νὰ τὸν συλ­λά­βουν. Καὶ δὲν ἐν­νο­ῶ βα­ριὰ ποι­νι­κὰ ἀ­δι­κή­μα­τα ἀλ­λὰ ἐ­νέρ­γει­ες ποὺ σὲ κά­θε κρά­τος εὐ­νο­μού­με­νο κι­νη­το­ποι­οῦν τὸ δι­κα­στι­κὸ μη­χα­νι­σμό.

       Ὁ λό­γος ποὺ πῆ­ρε αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­φα­ση ἦ­ταν ἕ­νας: κοι­νω­νι­κὴ κα­τα­ξί­ω­ση. Ἐ­κεῖ­νο τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα στὶς φυ­λα­κὲς βρί­σκον­ταν ἄν­θρω­ποι τῆς πο­λι­τι­κῆς, τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, πρώ­ην ὑ­πουρ­γοί, οἱ σύμ­βου­λοί τους, δή­μαρ­χοι ἀλ­λὰ καὶ ἄ­το­μα ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῆς σό­ου μπὶζ καὶ τῆς μό­δας. Οἱ φυ­λα­κὲς εἶ­χαν γί­νει τό­πος κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Τὰ κε­λιὰ με­τα­τρά­πη­καν σὲ γρα­φεῖ­α καὶ σ’ αὐ­τὰ σύν­δε­σαν φὰξ κι ὑ­πο­λο­γι­στές. Μέ­χρι καὶ στα­θε­ρὴ γραμ­μὴ τη­λε­φώ­νου εἶ­χαν οἱ κρα­τού­με­νοι νὰ κά­νουν τὴ δου­λειά τους. Ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κουν ὅ­λοι μιὰ θέ­ση καὶ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὁ πα­τέ­ρας μου ποὺ ἦ­ταν πάν­τα μέ­σα στὰ πράγ­μα­τα.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι ποὺ γύ­ρι­σα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι λεί­πει ἀ­πὸ τὸν κα­λό­γε­ρο ἡ μπὲζ καμ­παρ­ντί­να τοῦ πα­τέ­ρα. Πέ­τα­ξα πέ­ρα τὴν τσάν­τα κι ἔ­τρε­ξα στὸ πί­σω δω­μά­τιο. Ἔ­λει­πε καὶ ἡ ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λή. «Ἐ­πι­τέ­λους θὰ ἔ­χου­με ἕ­ναν ἄν­θρω­πο δι­κό μας σὲ ἀ­ξι­ό­λο­γη θέ­ση» τό­νι­σε ἡ μη­τέ­ρα καὶ τὰ μά­τια της ἔ­λαμ­ψαν. Ὅ­σο κι ἂν ἔ­ψα­ξα στὰ κα­νά­λια δὲν μπό­ρε­σα ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψω στιγ­μι­ό­τυ­πα τῆς σύλ­λη­ψης. Ἀ­πο­γο­η­τεύ­θη­κα. Ἔ­φτια­χνα μό­νος μου εἰ­κό­νες μὲ τὸν πα­τέ­ρα σο­βα­ρὸ νὰ ὑ­πο­βα­στά­ζε­ται ἀ­πὸ τοὺς εἰ­δι­κοὺς φρου­ροὺς καὶ νὰ ἔ­χει μπρο­στὰ του κρε­μα­σμέ­νη τὴν μπὲζ καμ­παρ­ντί­να. Ἄν­θρω­ποι νὰ τρέ­χουν δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά, κα­νά­λια κι ἀν­τα­πο­κρί­σεις, μὲ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τὴν ἄ­νο­δό του στὸ γκρὶ μπλὲ ποῦλ­μαν τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή του γιὰ τὸν τό­πο κρά­τη­σης.

       – Ἀ­λή­θεια, σὲ ποι­ὲς φυ­λα­κὲς εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς;

       – Δὲν ξέ­ρου­με ἀ­κό­μα. Ἐλ­πί­ζω στὶς κα­λύ­τε­ρες, στὶς φυ­λα­κὲς Κο­ρυ­δαλ­λοῦ! ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα μου.

       Οἱ ἑ­πό­με­νες μέ­ρες πέ­ρα­σαν ἀρ­γὰ καὶ κά­πως κα­τα­θλι­πτι­κά. Τὴν χα­ρὰ γιὰ τὴ σύλ­λη­ψη δι­α­δέ­χτη­καν ἡ ἀ­γω­νί­α κι ὁ προ­βλη­μα­τι­σμὸς γιὰ τὴν τύ­χη τοῦ πα­τέ­ρα. Δὲν εἴ­χα­με νέ­α του. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει ἤ­δη τα­κτο­ποι­η­θεῖ στὸ κε­λὶ μὲ τὰ τη­λέ­φω­να καὶ τὰ φὰξ καὶ νὰ ἔ­χει ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μα­ζί μας. Ὅ­σους κι ἂν ἐ­νό­χλη­σε ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ μά­θει ποὺ βρί­σκε­ται. Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, κα­θη­με­ρι­νὰ χτυ­ποῦ­σαν τὴν πόρ­τα κύ­ριοι μὲ κου­στού­μια καὶ χαρ­το­φύ­λα­κες καὶ ζη­τοῦ­σαν νὰ πλη­ρω­θοῦν τὰ χρέ­η, ἀλ­λι­ῶς μᾶς ἀ­πει­λοῦ­σαν μ’ ἔ­ξω­ση ἀ­πὸ τὸ σπί­τι.

       Ὅ­σα κι ἂν συ­νέ­βαι­ναν δὲν ἔ­χα­να τὴν πί­στη μου στὶς ἱ­κα­νό­τη­τες τοῦ πα­τέ­ρα. Σί­γου­ρα ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει ἀ­πὸ ’­κει ποὺ βρι­σκό­ταν. Ἦ­ταν θέ­μα χρό­νου. Ἡ μη­τέ­ρα πά­λι στα­μά­τη­σε νὰ κά­νει ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὰ καὶ νὰ κερ­νά­ει κα­φὲ τὶς φί­λες της γιὰ τὸ χαρ­μό­συ­νο γε­γο­νός. Κά­θε μέ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σε ἦ­ταν καὶ πιὸ σκε­πτι­κὴ ὥ­σπου ἕ­να με­ση­μέ­ρι τὴν βρῆ­κα νὰ πα­κε­τά­ρει τὰ πράγ­μα­τά μας καὶ νὰ στοι­βά­ζει τὶς βα­λί­τσες καὶ τὶς κοῦ­τες σ’ ἕ­να φορ­τη­γό. Τὴν ἀ­κο­λού­θη­σα ἀ­μί­λη­τος.

       Λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὴν με­τα­κό­μι­ση στὸ νέ­ο μας μι­κρό, πο­λὺ μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, τὴν ἄ­κου­σα νὰ μι­λά­ει στὸ τη­λέ­φω­νο. Ἦ­ταν προ­σποι­η­τὰ χα­ρού­με­νη καὶ τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­ζαν μιὰ πα­γω­μέ­νη γραμ­μὴ ἐν εἴ­δῃ χα­μό­γε­λου. Ὁ πα­τέ­ρας τῆς ἀ­να­κοί­νω­νε τὰ νέ­α. Ἔ­φευ­γε γιὰ τὶς ἀ­γρο­τι­κὲς φυ­λα­κὲς κά­που στὴ Θεσ­σα­λί­α. Ὁ Κο­ρυ­δαλ­λὸς ἦ­ταν γε­μά­τος, δὲν εἶ­χε οὔ­τε ράν­τζο πε­ρισ­σευ­ού­με­νο. Τέ­λος, τῆς εἶ­πε, νὰ μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ γιὰ ἐ­κεῖ­νον καὶ νὰ τοῦ ἔ­χει ἐμ­πι­στο­σύ­νη ὅ­τι θὰ κά­νει τὸ κα­λύ­τε­ρο γιὰ τὸ παι­δί, δη­λα­δὴ ἐ­μέ­να.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ ἀ­συ­νή­θι­στη ἡ­συ­χί­α ἔ­πε­σε στὴν αἴ­θου­σα. Ὅ­λοι οἱ συμ­μα­θη­τές μου ἔ­ρι­χναν κλε­φτὲς μα­τι­ές. Τὸ ἴ­διο καὶ ἡ δα­σκά­λα Δὲν ἔ­δω­σα ση­μα­σί­α, ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος κα­θὼς ἤ­μουν, κι ἄ­νοι­ξα τὰ τε­τρά­δια καὶ τὰ βι­βλί­α δι­ά­πλα­τα πά­νω στὸ θρα­νί­ο. Ἡ πόρ­τα χτύ­πη­σε. Μὲ κά­λε­σαν στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ. Ἔ­πρε­πε νὰ μα­ζέ­ψω τὰ πράγ­μα­τά μου καὶ νὰ φύ­γω γιὰ τὸ σπί­τι. Ὁ πα­τέ­ρας μου δὲν ζοῦ­σε πιά. Ἀ­να­κο­πή. Μα­ζὶ μὲ τὴ σω­ρό μᾶς ἔ­φε­ραν καὶ τὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λὴ καὶ τὴν βά­λα­με κα­λο­δι­πλω­μέ­νη στὰ πό­δια του.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Λίνα Βαλετοπούλου (Βόλος, 1968). Ζεῖ στὴ Λάρισα. Σπούδασε κλασικὴ φιλολογία καὶ εἶναι διπλωματοῦχος πιάνου. Ἐργάστηκε πάνω ἀπὸ εἰκοσαετία στὴν ἐκπαίδευση ὡς μουσικός. Τώρα φοιτᾶ στὸ Μεταπτυχιακὸ Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας στὴ Φλώρινα. Δημοσίευσε δέκα διηγήματά της στὴ συλλογικὴ ἔκδοση «Ὁδὸς Δημιουργικῆς Γραφῆς 2» (ἔκδ.Ὀσελότος, Ἀθήνα 2013).

Πίνακας: Φλώρα Καραβία

 

Iro Nikopoulou: The presents

.

______~1..

.

Iro Nikopoulou

 

The presents

 

08-Ro-Chronica_Polonorum_PAULINE PFEIFFER pushed with difficulty the last present, for the time being, into the small closet under the stairs. She closed the door with equal difficulty and puffed breathless. She hadn’t yet got rid of the extra kilos of her pregnancy. She had already started sending her correspondences to Vanity Fair, but she did not dare go by their offices, before restoring her silhouette to how it was before. She straightened the seam in her stockings and returned smiling in the living room. The joyful sound of the doorbell kept announcing new visitors. The maid was hurrying to open the door, and was taking their hats, their coats and the presents for the newly christened Patrick and then she piled them at the back of the living room. The next day, when Pauline began opening the presents, a strange surprise awaited. Almost half of the first five boxes revealed tiny shoes in various patterns and colours. Pauline put a record on, poured herself a gin and tonic on ice and called her husband. They continued opening the presents together and after the fourth pair, they started laughing and placing bets. In the end, the astonished parents counted twelve pairs of shoes of the same size for their beloved son, who started crawling towards them, as if he knew what was going on. They looked at each other’s eyes for a moment. And after one more burst of laughter which brought tears in their eyes, Pauline said that they could not use them all, because children’s feet grow more rapidly than the fresh radish they grew in their garden. The little one would only need maximum two or three pairs; “and the rest?”she wondered putting them somewhat mechanically all back into their boxes, “if I was a member of a charity organization for children, they would find their place,” she murmured, “but what could the unemployed in our club do with them?” “Very simple,” said her husband, grabbing some boxes, as he was exiting the room, “we will sell them and give the money to the club.” Pauline put three pairs aside and then closed the last box shouting, “OK, and how are we going to do that?” “We will put an ad in the newspaper,” came his hollow voice from under the stairs. “And what are we going to say then?” she shouted again, already biting a pencil. “Very simple, are you writing?”

       “I’m listening…”

       “For sale: baby shoes, never worn.”

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Nikopoulou Iro (Athens, 1958). Painter, poet, prose writer. She studied at the School for Fine Arts and works and teaches Art in Public Education. Her first book: The Wayfarer’s Myth, Poetry, Athens, 1986. Her latest: In Greek: Riddle, (Gavriilides editions, short stories, 2013).

http://www.ironikopoulou.gr/

Ttranslated by Vassilis Manoussakis

Vassilis Manoussakis (Athens, 1972). Poet, short-story writer, translator. He studied English Language and Literature. He currently teaches at the University of Peloponnese in Kalamata.

 

Stavroula Tsouprou: They’ re looking at you

.

Untitled-1

 

Stavroula Tsouprou

 

They’re looking at you

 

02-BitaLACK AT THE CENTRE, jet black, like an empty dark room. White of the eye all around, not always shiny nor symmetrical. And in the middle a medley of colours, limited, of course, but not easy to define. They’re looking at you. They’re searching for you or they’re passing you by. They want to impose upon you or to tease you. They’re frightening you or they’re trying to appease you. They’re looking at you.

       Chaos between you. You’re looking at them too. You fix your gaze in the centre of them. What is there? You move on a little. Where are you going? Is there a way through? It seemed to be a dead end before. No, it passes through. Hesitantly at first, you fumble for supports. The environment familiar for the present. Cares. Pretences. Fear. You stop here. You meet yourself; fear. Better for you to go back. If you go on any further, you’ll be trapped. You meet yourself: now your image is there too. That interests you. Out of cowardice you put this in front of you, something familiar, in order to gain time. In the end? How do they see you? As you are? (How are you?) You don’t understand. You’re only you from the outside: your aspect as it is in the mirror. From the inside?

       I told you to leave. Now it’s too late. So, look. Enjoy it.

       A mass of mixed-up reactions, of behaviours tender and harsh, of ages from nought to mature, of actions meaningless to dangerous. But all of these, many you’d forgotten and others you remembered characteristically, it’s as if they’re illumined by their colour that is different, by the brown pupil of the eye, constant presence, protection usually and rarely punisher. So, you see yourself differently. Through the brown filter, filter of affection and pride, filter of sacrifice, filter of dignity, you’re not your familiar self. Foreign, strange, creation of someone else, prop of someone else. Imprisoned there, with obligations that must be discharged, with prices that, unbeknown to both sides, you have been charged.

       Go away, leave. You’ll see the future and you’ll be horrified. Better not to know. Go back. Swim with wide strokes in the brown and get out. Be careful not to fall into the hole, into the empty room. It’s not for now.

       Cling onto the white of the eye and jump outside. That’s it. Here we are. They’re looking at you still.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Source: They’re looking at you (Grigoris Editions, short stories, 2013).

 

Stavroula Tsouprou (Athens) holds a doctorate in Greek Literature from the National and Capodistrian University of Athens, as well as language diplomas in English, French, Italian, German and Spanish. Systematically involved with Literature Theory, she has published studies on earlier and contemporary prose-writers and poets. She is a regular contributor to the daily and periodical press. Three volumes of her essays have been published: Tasos Athanasiadis:”With the eyes of our generation”, The “childis” stories of Cosmas Politis and Trial Readings. Her first fictional work is the collection of short stories They’re looking at you (Grigoris Editions 2013).

 

Translated by Alexandra Douma

Alexandra Doumas studied Social Anthropology at University College London (UCL). Over the last forty years she has translated into English hundreds of Greek scholarly books and articles, mainly in the disciplines of archaeology, social anthropology-folklore studies, Byzantine art and Modern Greek history, as well as catalogues of major exhibitions and information panels for museums and archaeological sites. She collaborates with important cultural institutions in Greece and abroad, as well as with leading publishing houses in Athens.

  

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 405 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.