Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant): Προσποίηση



Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant)


Προ­σποί­η­ση

(Make-Believe)


ΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ μᾶς ἀ­ρέ­σουν οἱ πα­ρα­με­λη­μέ­νες παι­δι­κὲς χα­ρές. Εἰ­δι­κὰ ἐ­κεῖ­νες ποὺ μὲ τὰ σκου­ρι­α­σμέ­να σκα­λο­πά­τια τους δί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση τα­ξι­διοῦ στὸ χρό­νο. Ἀλ­λὰ σή­με­ρα δὲν προ­λα­βαί­νου­με —ἡ μη­τέ­ρα της θέ­λει νὰ φᾶ­με στὸ σπί­τι της— κι ἔ­τσι ὁ­δη­γοῦ­με στοὺς ἑ­λι­κο­ει­δεῖς δρό­μους μὲ τὰ πα­νο­μοι­ό­τυ­πα σπί­τια στὸ Κρί­σταλ Κρίκ. Ἐ­κεῖ, ἡ παι­δι­κὴ χα­ρὰ εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νη ἀ­πὸ ξύ­λο καὶ σχη­μα­τί­ζει ἕ­να πλοῖ­ο. Ἔ­χει ἕ­να μι­κρὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο στὴν κο­ρυ­φὴ, στὸ ὁ­ποῖ­ο τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ σκαρ­φα­λώ­νει καὶ νὰ λέ­ει: «Για­γιά, ἂς σαλ­πά­ρου­με γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα!». Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α πῶς τῆς ἔρ­χον­ται αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα.

       Ἔ­τσι περ­νᾶ­με τὶς ἡ­μέ­ρες μας, ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα της δου­λεύ­ει, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας της λεί­πει. Παίρ­νου­με χάμ­πουρ­γκερς καὶ πα­τά­τες καὶ μίλ­κσέ­ηκς καὶ σάν­του­ιτς μὲ ἐ­πε­ξερ­γα­σμέ­νο κρέ­ας, πορ­το­κα­λὶ τυ­ρὶ καὶ πί­κλες. Τρῶ­με κο­τομ­που­κι­ὲς βου­τηγ­μέ­νες σὲ σὼς μου­στάρ­δας μὲ μέ­λι καὶ χω­νά­κια πα­γω­τοῦ πε­ρι­χυ­μέ­να ἀ­πὸ σο­κο­λά­τα ποὺ σκλη­ραί­νει γύ­ρω τους σὰν κέ­λυ­φος – ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα της δὲ θὰ τὴν ἄ­φη­νε νὰ φά­ει. Τὴν ἀ­φή­νω νὰ πα­σα­λεί­βε­ται μὲ τὸ πα­γω­τὸ καὶ τὴ σο­κο­λά­τα στὸ πρό­σω­πό καὶ στὰ χέ­ρια της. Δὲν τὴ μα­λώ­νω γιὰ νὰ τρώ­ει πιὸ μα­ζε­μέ­να, νὰ γλεί­φει τὸ χω­νά­κι με­θο­δι­κὰ ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μὴ λε­ρώ­νε­ται.

       Πρέ­πει νὰ τῆς πῶ ὅ­τι αὔ­ριο θὰ πά­ει στὸ σπί­τι κά­ποι­ου ἄλ­λου. Πρέ­πει νὰ τῆς πῶ ὅ­τι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α μας μέ­ρα μα­ζί, ἐ­πει­δὴ ἡ μη­τέ­ρα της δὲ θέ­λει πιὰ τὴ βο­ή­θειά μου. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­φέ­ρω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ πεῖ οὔ­τε μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς λέ­ξεις.

       Ἐ­δῶ καὶ μῆ­νες, πη­γαί­νου­με ἀ­πὸ παι­δι­κὴ χα­ρὰ σὲ παι­δι­κὴ χα­ρά. Ὑ­πάρ­χουν τό­σες πολ­λὲς μι­κρὲς καὶ κρυμ­μέ­νες, ἂν ξέ­ρεις νὰ ψά­χνεις. Τὸ παι­δι­κὸ πάρ­κο πί­σω ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Με­θο­δι­στῶν τοῦ Ἁγ. Παύ­λου εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ο, ἀλ­λὰ πη­γαί­νει ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λὺς κό­σμος ἐ­κεῖ. Ἐ­κεί­νη κι ἐ­γώ, θέ­λου­με νὰ ἔ­χου­με ἕ­να μέ­ρος μό­νο γιὰ ἐ­μᾶς τὶς δύ­ο. Κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος καὶ φω­νά­ζει, «Ἐ­κεῖ, για­γιά!», μό­λις ἐν­το­πί­σει κά­τι ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μοιά­ζει μὲ τσου­λή­θρα, ἐγ­κα­τά­στα­ση ἀ­πὸ πλα­στι­κὲς πέ­τρες ἢ μὲ γύ­ρω-γύ­ρω-ὅ­λοι. Σκέ­φτο­μαι νὰ τὴν πά­ρω καὶ νὰ φύ­γου­με. Μα­ζὶ θὰ δι­α­σχί­σου­με τὴ χώ­ρα ψά­χνον­τας γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της κά­τω ἀ­πὸ τραμ­πά­λες καὶ μο­νό­ζυ­γα.

       Κό­βω τα­χύ­τη­τα κα­θὼς πλη­σι­ά­ζου­με τὴν παι­δι­κὴ χα­ρὰ τοῦ Κρί­σταλ Κρίκ. Σύ­χνα βρί­σκε­ται ἐ­δῶ μιὰ νε­α­ρὴ μη­τέ­ρα μὲ τὰ δυ­ὸ παι­διά της, ἕ­να νε­ο­γέν­νη­το κι ἕ­να νή­πιο, μὰ δὲ θέ­λω νὰ τὴ δῶ σή­με­ρα. Πάν­τα μοῦ χώ­νει τὸ νε­ο­γέν­νη­τό της στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Ὁ κό­σμος ὑ­πο­θέ­τει ὅ­τι μιὰ για­γιὰ θὰ θέ­λει πο­λὺ νὰ κρα­τή­σει ἕ­να μω­ρό, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ σχε­δὸν πο­τὲ δὲ θέ­λω. Ὅ­ταν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, παίρ­νω τὸ μι­κρὸ αὐ­τὸ ρὸζ δε­μα­τά­κι στὰ χέ­ρια μου καὶ τὸ τα­χτα­ρί­ζω ὡς εἴ­θι­σται. Θέ­λω νὰ πῶ στὴ μη­τέ­ρα ὅ­τι οἱ κό­ρες της, μὲ τὶς ἀ­σορ­τὶ ρὸζ κορ­δε­λί­τσες καὶ τὰ λευ­κὰ καλ­σόν, κά­ποι­α μέ­ρα θὰ γί­νουν ἡ κα­τα­στρο­φή της. Θὰ πρέ­πει νὰ πλά­σει πιὸ γε­ρὰ κο­ρί­τσια, ποὺ δὲ θὰ φο­βοῦν­ται νὰ λε­ρω­θοῦν, ποὺ θὰ μπο­ροῦν νὰ ἀν­τα­πε­ξέλ­θουν στὶς ἀ­πώ­λει­ες ποὺ ἐ­πι­φυ­λάσ­σει ἡ ζω­ή.

       Ἡ γυ­ναί­κα δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ κι ἔ­τσι παρ­κά­ρω τὸ αὐ­το­κί­νη­το· ἡ ἐγ­γο­νή μου ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ παι­δι­κὸ κά­θι­σμα ποὺ κολ­λά­ει ἀ­πὸ τὸ λι­ω­μέ­νο πα­γω­τό καὶ τρέ­χει ἀ­μέ­σως στὴ θέ­ση της λὲς κι εἶ­ναι ὁ κα­πε­τά­νιος τοῦ πλοί­ου. Τὸ ἔ­δα­φος εἶ­ναι νω­πὸ ἀ­πὸ τὴ χτε­σι­νο­βρα­δι­νὴ βρο­χὴ ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲ φο­βᾶ­ται τὸ ὑ­γρὸ γρα­σί­δι καὶ τὴ λά­σπη. Πιά­νει τὸ τι­μό­νι μὲ τὰ χέ­ρια της, ἐ­νῶ ἐ­γὼ κά­θο­μαι σὲ μιὰ κού­νια καὶ ξε­κου­ρά­ζω τὰ πό­δια μου. Εἶ­ναι δύ­σκο­λη δου­λειὰ τὸ νὰ κυ­νη­γᾶς ἕ­να τε­τρά­χρο­νο.

       Ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δί, ὁ πα­τέ­ρας της λά­τρευ­ε νὰ κρε­μι­έ­ται ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ τὸ μο­νό­ζυ­γο, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως κι αὐ­τή. Μιὰ μέ­ρα σκαρ­φά­λω­σε σὲ μιὰ ξύ­λι­νη κα­τα­σκευ­ὴ ψη­λό­τε­ρα ἀ­πὸ παι­διὰ μὲ δι­πλά­σια ἡ­λι­κί­α ἀ­πὸ αὐ­τόν. Μιὰ μη­τέ­ρα πα­νι­κο­βλή­θη­κε καὶ τοῦ εἶ­πε νὰ κα­τέ­βει κά­τω· τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ πέ­σει καὶ θὰ σκο­τω­θεῖ. Αὐ­τὸς κοί­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ ψη­λό­τε­ρο σκα­λὶ πρὸς ἐ­μέ­να λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν πα­νι­κο­βλή­θη­κα. Τοῦ εἶ­πα ποῦ νὰ βά­λει τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια του ὁ­δη­γών­τας τον κά­τω. Εἶ­ναι τό­σα πολ­λὰ πράγ­μα­τα ποὺ θέ­λω νὰ τῆς πῶ – γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της, γιὰ τοὺς ἄν­τρες γε­νι­κά, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ φεύ­γουν χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲ σὲ ἀ­γα­ποῦν.

       «Για­γιά, ἔ­λα!», λέ­ει. Εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι νὰ σαλ­πά­ρου­με, τὸ πλή­ρω­μα ση­κώ­νει τὶς ἄγ­κυ­ρες. Μοῦ λέ­ει νὰ βια­στῶ καὶ νὰ ἐ­πι­βι­βα­στῶ. Στα­μα­τῶ τὴν κού­νια· ἕ­να φύλ­λο ἔ­χει κολ­λή­σει στὸν πά­το τοῦ σαν­δα­λιοῦ μου, λί­γη λά­σπη κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸ δά­χτυ­λό μου. Ἀ­νε­βαί­νω ἀ­πὸ τὴν ξύ­λι­νη σκά­λα τοῦ πλοί­ου. Ἡ ἐγ­γο­νή μου εἶ­ναι ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νη μὲ τὸ νὰ δι­α­τά­ζει τὸ φαν­τα­στι­κό της πλή­ρω­μα ἀλ­λὰ πα­ράλ­λη­λα κου­νᾶ τὸ κε­φά­λι της πρὸς ἐ­μὲ συγ­κα­τα­βα­τι­κά. Εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι τώ­ρα.

       Κά­νει τὸν ἦ­χο τῆς κόρ­νας καὶ ξε­κι­νᾶ­με. Οἱ κού­νι­ες καὶ τὸ λα­σπω­μέ­νο ἔ­δα­φος ὑ­πο­χω­ροῦν. Τὰ κύ­μα­τα λι­κνί­ζον­ται ἀ­πὸ κά­τω μας καὶ ἀρ­γὰ ἡ ἀ­κτὴ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Πλέ­ου­με ἥ­συ­χα μὲ τὸ ξύ­λι­νὸ πλοῖ­ο μας πρὸς τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἴ­σως πλέ­ου­με πρὸς τὸν πα­τέ­ρα της. Ἴ­σως πλέ­ου­με μα­κριὰ ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ἴ­σως δὲν ἔ­χει κἂν ση­μα­σία ὅ­σο τὸ ὅ­τι ἐ­μεῖς οἱ δύ­ο εἴ­μα­στε μα­ζὶ ἐ­δῶ στὴ θά­λασ­σα. Ὁ ἥ­λιος βυ­θί­ζε­ται καὶ εἶ­ναι τό­σο ὄ­μορ­φα ποὺ θέ­λω νὰ φω­νά­ξω τὴν ἐγ­γο­νή μου νὰ τῆς τὸν δεί­ξω: οἱ πορ­το­κα­λο­κόκ­κι­νες σκι­ὲς ἀν­τα­να­κλῶν­ται στὰ κα­θά­ρια μπλὲ νε­ρὰ ἀ­πὸ κά­τω μας. Ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νη μὲ τὸ νὰ μα­νου­βρά­ρει τὸ πλοῖ­ο, προ­σέ­χον­τας τὰ βρά­χια καὶ τὰ κύ­μα­τα. Δὲ θὰ γυ­ρί­σει σπί­τι στὴν ὥ­ρα της γιὰ τὸ βρα­δι­νό.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Προ­σποί­η­ση», ἢ «Make-Believe» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Smo­ke­long Quar­terly, τχ. 52 (Ἰ­ού­νιος 2016).

Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας, ἐ­πι­με­λή­τρια καὶ δα­σκά­λα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ βι­βλι­α­ρί­διο Gather Us Up and Bring Us Home (Split Lip Press, 2017). [=Συγ­κέν­τρω­σέ μας καὶ πή­γαι­νέ μας σπί­τι]. Ἡ Ἄνν Πά­τσετ (Ann Patchett) ἐ­πέ­λε­ξε τὴν ἱ­στο­ρί­α της, “Most Likely To” [=«Πι­θα­νό­τα­τα να…»] ὡς νι­κή­τρια τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ μι­κρο­α­φή­γη­σης τοῦ Kenyon Review (2015). Ὑ­πῆρ­ξε ὑ­πό­τρο­φος τοῦ SmokeLong Quarterly γιὰ τὸ 2016 κερ­δί­ζον­τας τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Kathy Fish καὶ τι­μώ­με­νη ἐ­πι­σκέ­πτρια-συγ­γρα­φέ­ας στὸ Ke­rou­ac Hou­se γιὰ τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 2017. Προ­τά­θη­κε γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Push­cart καὶ γιὰ Τὰ Κα­λύ­τε­ρα Μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα καὶ ἦ­ταν στὴ μα­κρὰ λί­στα γιὰ τὸ Τὸπ-50 τοῦ Wigleaf (ί­στο­λό­γιο γιὰ τὴ μι­κρο­α­φή­γη­ση). Οἱ ἱ­στο­ρί­ες της καὶ τὰ δο­κί­μιά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ The Ke­nyon Re­viewE­pi­pha­ny, Gar­go­yleCream c­ity re­view, Ho­bart, Mon­key Bi­cy­cle, Wig­leaf καὶ ἀλ­λοῦ. Εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη συν­το­νι­σμοῦ στὸ Smoke­Long Quar­ter­ly καὶ ἐ­πι­με­λή­τρια ὕ­λης στὸ Pro­xi­mity. Δί­δα­ξε ἔκ­θε­ση καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ γιὰ ἐ­φτὰ χρό­νια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ball Sta­te καὶ ἔ­χει πα­ρευ­ρε­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα συ­νέ­δρια συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ The In­di­ana Ga­the­ring of Wri­ters καὶ τοῦ Win­ter Wheat: The Mid-A­me­ri­can Re­view Fe­sti­val of Wri­ting. Ἐ­πί­σης, ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ The Writers’ Center τῆς Ἰν­τιά­να καὶ σὲ δι­ά­φο­ρα γυ­ναι­κεῖ­α σω­φρο­νι­στι­κὰ ἱ­δρύ­μα­τα, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ προ­γράμ­μα­τος Right-to-Write στὴ Βαλ­χά­λα, Νέ­α ‘Υ­όρ­κη.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


		
Advertisements

Ἕλλη Κούσουλα: Γύρνα πίσω στὸ καινούργιο


Ἕλ­λη Κού­σου­λα


Γύρ­να πί­σω στὸ Και­νούρ­γιο


ΕΜΠΤΗ, 6 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2003. Κη­φι­σιὰ-Πει­ραι­ᾶς. Κα­θὼς γλι­στρά­ω ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὶς πόρ­τες ποὺ κλεί­νουν, ἡ μα­τιά μου πέ­φτει σὲ μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη θέ­ση δί­πλα στὸ δε­ξὶ πα­ρά­θυ­ρο. Κα­μιὰ φο­ρὰ τὸ σύμ­παν σὰν νὰ κα­τα­λα­βαί­νει πὼς κρέ­με­σαι ἀ­πὸ μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη θέ­ση δί­πλα στὸ δε­ξὶ πα­ρά­θυ­ρο, καὶ στὴ δί­νει, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­ναι ἐν­νιὰ καὶ τὰ μα­γα­ζιὰ σχο­λά­σα­νε καὶ θὰ ἔ­πρε­πε γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο μι­σά­ω­ρο νὰ ἰ­σορ­ρο­πεῖς κόν­τρα στὰ τραν­τάγ­μα­τα τοῦ βα­γο­νιοῦ, τὰ μο­να­χι­κὰ σπρω­ξί­μα­τα καὶ τὸ μού­δια­σμα μιᾶς ἀ­νε­λέ­η­της μέ­ρας.

        Ἀ­πέ­ναν­τί μου, τσα­λα­κω­μέ­νος σα­ραν­τά­ρης κρα­τᾶ δί­λι­τρο μπου­κά­λι κό­κα-κό­λας, ἀ­νοι­χτό. Κά­θε λί­γο πί­νει μι­κρὲς γου­λι­ές. Ρεύ­ε­ται δυ­να­τά. Μὲ κοι­τά­ει στὰ μά­τια χα­μο­γε­λών­τας, θέ­λει νὰ προ­κα­λέ­σει, ἀ­μη­χα­νί­α, ἀ­πο­στρο­φή, ὁ­τι­δή­πο­τε, ἀρ­κεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει. Τοῦ ἀν­τα­πο­δί­δω μό­νο μι­σὸ χα­μό­γε­λο. Τὸν λυ­πᾶ­μαι, ἀλ­λὰ εἶ­μαι ἄ­δεια.

        Στὸ Μα­ρού­σι ἀ­νε­βαί­νει ἐμ­φα­νῶς εὐ­κα­τά­στα­τη κυ­ρί­α, ἑ­ξην­τά­ρα, στὴν τρί­χα. Κά­θε­ται δί­πλα του.

        — Δῶσ’ μου ἕ­να εὐ­ρὼ νὰ φά­ω κά­τι.

        Ἐ­νάν­τια στὶς προσ­δο­κί­ες μου —ἤ­μουν σί­γου­ρη πὼς θὰ μουρ­μού­ρα­γε κά­τι μὲ δυ­σφο­ρί­α γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γει— ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα χω­ρὶς δι­σταγ­μὸ καὶ ψά­χνει γιὰ τὸ εὐ­ρώ. Ὁ ἐ­παί­της μοῦ γε­λᾶ μα­νια­κά, καὶ μό­λις παίρ­νει τὸ κέρ­μα ἀρ­χί­ζει νὰ τρα­γου­δᾶ δυ­να­τά, κα­θα­ρά, λα­ϊ­κὸ τρα­γού­δι ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ. Μό­λις τε­λει­ώ­νει καὶ τὸ δεύ­τε­ρο ρε­φρέν, ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ κοι­νοῦ, ἀ­πευ­θύ­νε­ται ξα­νὰ στὴν ἔκ­πλη­ξη.

        —  Ἡ κό­κα-κό­λα κά­νει δύ­ο εὐ­ρώ.

        —  Δὲν κά­νει νὰ πί­νεις τό­ση κό­κα-κό­λα.

        — Λὲς γι’ αὐ­τὸ νὰ μὴν κοι­μᾶ­μαι;

        — Ἡ κό­κα-κό­λα ἔ­χει κα­φε­ΐ­νη, γι’ αὐ­τὸ ξα­γρυ­πνᾶς. Ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι;

        — Ἀ­π’ τὸ Και­νούρ­γιο. Ἔ­ξω ἀ­π’ τ’ Ἀ­γρί­νιο.

        — Καὶ τί κά­νεις ἐ­δῶ; Ἡ Ἀ­θή­να δὲν κά­νει, στὴν Ἀ­θή­να χά­νε­σαι, γύρ­να στὸ χω­ριό σου, ἀ­π’ τὸν Μάρ­τιο θά ‘ναι ὡ­ραῖ­α στὸ χω­ριό.

        — Ρω­τᾶς ἂν μὲ θέ­λουν;

        — Ποι­ὸς γο­νιὸς δὲν θέ­λει τὸ παι­δί του; Κι ἂν ποῦ­με μιὰ κου­βέν­τα πα­ρα­πά­νω ἐ­μεῖς οἱ γο­νεῖς τί ἔ­γι­νε; Κα­νεὶς δὲν νοι­ά­ζε­ται πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ τὸ γο­νιό.

        — Λέ­ει πὼς γυ­ρί­ζω στὰ μα­γα­ζιὰ ὅ­λη μέ­ρα.

        Ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα ὅ­ταν οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν στὰ Πε­τρά­λω­να. Περ­νών­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δε­ξί μου πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἕ­να δά­κρυ. Μου­τζου­ρώ­νει τὸ βαμ­μέ­νο βλέμ­μα τῆς μαν­τάμ. Τὸ ἀ­να­ζη­τῶ, θέ­λω νὰ πεῖ κά­τι.

        — Τό­σο θά ’­ταν κι ὁ γιός μου, ψι­θυ­ρί­ζει. Ἄ­τι­μο πρά­μα.

        Φτά­νου­με Ταῦ­ρο. Θὰ πε­ρά­σουν μέ­ρες γιὰ νὰ δρα­πε­τεύ­σω ἀ­πὸ τὸν σκο­πὸ τοῦ τρα­γου­διοῦ ποὺ ἀ­κό­μα δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ.

        Αὐ­τὴ ἡ δι­α­δρο­μὴ κο­στί­ζει ἀ­κρι­βά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἕλ­λη Κού­σου­λα (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο, ναυ­τι­λια­κὰ καὶ με­τα­φο­ρὲς στὸ ΤΕΙ Πει­ραι­ά, καθὼς καὶ ἀγ­γλι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ΜΠΣ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ ΕΑΠ.


Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Τὸ προξενιό



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Τὸ προξενιό


ΘΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ἦ­ταν τριά­ντα χρο­νῶν κι ἀ­κό­μα δί­χως ἄν­τρα. Στὸ πα­ρελ­θόν, τῆς εἶ­χαν ἔρ­θει κάμ­πο­σα προ­ξε­νιά, μὰ ὁ παπ­ποὺς τὰ εἶ­χε ἀ­πορ­ρί­ψει ὅ­λα. Πλέ­ον δὲν χω­ρά­γα­νε ἀ­να­βο­λές, ἤ­δη στὸ χω­ριὸ γε­ρον­το­κό­ρη τὴν ἀ­νε­βά­ζα­νε, κα­κο­ρί­ζι­κη τὴν κα­τε­βά­ζα­νε. Τὸ πρῶ­το Σάβ­βα­το τοῦ Ἰ­ού­λη, ἡ θεί­α κι ὁ παπ­ποὺς ἦρ­θαν σπί­τι μας, τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ ’ρ­χό­ταν κι ὁ ὑ­πο­ψή­φιος γαμ­πρός, κα­θό­τι ἔ­με­νε κον­τὰ στὰ μέ­ρη τὰ δι­κά μας.

       Οἱ με­γά­λοι μοῦ ’­χαν ρη­τῶς ἀ­πα­γο­ρέ­ψει νὰ πα­ρί­στα­μαι στὴ γνω­ρι­μί­α, τί δου­λειὰ ἔ­χουν τὰ πι­τσι­ρί­κια νὰ μπλέ­κον­ται σὲ τέ­τοι­ες δου­λει­ές, ἔ­λε­γε ὁ παπ­πούς. Ἡ ἀ­παί­τη­ση αὐ­τὴ μό­νο τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­ξά­ψει, τί ἤ­θε­λαν νὰ μοῦ κρύ­ψουν, τί φο­βοῦν­ταν; Ἐ­ρά­στρια τῶν Πέν­τε Φί­λων καὶ τῶν Μυ­στι­κῶν Ἑ­φτά, κρυ­φο­κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴ χα­ρα­μά­δα, κρα­τών­τας ση­μει­ώ­σεις. Τὰ πρῶ­τα εὑ­ρή­μα­τα τῆς ἔ­ρευ­νας ἦ­ταν συ­ναρ­πα­στι­κά. Ὁ μέλ­λον­τας γαμ­πρὸς ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ βα­ριᾶς μορ­φῆς μυ­ω­πί­α. Ὁ φα­κὸς τῶν γυ­α­λιῶν του ἦ­ταν τό­σο πα­χὺς ποὺ τὰ μά­τια του φαί­νον­ταν πολ­λά­κις με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ κα­νο­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που. Ἐν­δε­χο­μέ­νως νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ γυα­λιὰ-κιά­λια κι ἔ­τσι ἂν ὁ γαμ­πρὸς ἀ­γνάν­τευ­ε τὴ Ρού­με­λη ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι μας, νά ’­βλε­πε ἀν­θρώ­πους ν’ ἀ­γναν­τεύ­ου­νε τ’ αὐ­λά­κι. Ἢ γιὰ γυα­λιὰ-με­γε­θυν­τι­κοὺς φα­κούς, ποὺ τὸν βό­η­θα­γαν νὰ ξε­ψει­ρί­ζει κε­φά­λια μὲ εὐ­κο­λί­α ἢ νὰ ἐν­το­πί­ζει δα­κτυ­λι­κὰ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα σὲ πα­λιὰ σερ­βί­τσια τοῦ κα­φὲ κι ἐ­πι­δερ­μί­δες χρό­νια ἀ­νέγ­γι­χτες.

       Ἡ πιὸ ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτη, ὡ­στό­σο, πα­ρα­τή­ρη­ση ἀ­φο­ροῦ­σε τὶς πα­λά­μες τῶν μελ­λό­νυμ­φων. Ἡ θεί­α εἶ­χε τρα­χιὰ χέ­ρια γε­μά­τα ρό­ζους καὶ νύ­χια φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ χω­ρα­φιοῦ. Ὁ κύ­ριος Βησ­σα­ρί­ων εἶ­χε δά­χτυ­λα τρυ­φε­ρὰ καὶ λε­πτε­πί­λε­πτα ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σαν ἐ­κτε­τα­μέ­νη πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­ση, ἐν­δε­χο­μέ­νως καὶ πι­α­νο­παι­ξί­α.

       Ὁ παπ­ποὺς ἀ­πέρ­ρι­ψε κι αὐ­τὸ τὸ προ­ξε­νιό, δὲ θὰ δώ­σω ἐ­γὼ τὴν κό­ρη μου σ’ αὐ­τὸν τὸν γκα­βού­λια­κα, εἶ­πε πρὶν κα­λὰ-κα­λὰ πε­ρά­σει ὁ πα­ρο­λί­γον θεῖ­ος μου τὴν ἔ­ξω πόρ­τα. Εὐ­τυ­χῶς ὅ­ταν φό­ρε­σα ἐ­γὼ γυα­λιά, ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πε­θά­νει δέ­κα χρό­νια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#3]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου

 

Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(1) στὸ μι­κρο­σκό­πιο:

ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν(*)

καὶ τὴ Λι­σα­βό­να


            In vivo


Μπραγ­κάν­ζα, Πορτογαλία


ΤΙΣ 7-8 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 δι­ε­ξή­χθη στὴν Μπραγ­κάν­ζα τῆς Πορ­το­γα­λί­ας τὸ Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ Instituto Politécnico de Bragança μὲ τί­τλο Pequenos Transatlânticos: Microrrelatos nas duas franjas do oceano μὲ 39 συμ­με­τέ­χον­τες κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὴν Ἱ­σπα­νί­α (22) καὶ τὴν Πορ­το­γα­λί­α (12). Στὸ συ­νέ­δριο ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε ἡ θε­ω­ρη­τι­κὴ κι ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας(2) ὅ­πως αὐ­τὴ δι­α­μορ­φώ­νε­ται καὶ στὶς δύ­ο ὄ­χθες τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἑ­στί­α­σαν στὴ γλωσ­σο­κεν­τρι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τὴ σχέ­ση δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας/μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ τὴν ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς τε­λευ­ταί­ας.

            Ἡ Maria Pilar Valero (Ἱ­σπα­νί­α) πα­ρου­σί­α­σε τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρα χρή­σι­μη, κρα­τι­κή, ψη­φια­κὴ πλατ­φόρ­μα NABEA, ἡ ὁ­ποί­α συγ­κεν­τρώ­νει σύγ­χρο­να ἱ­σπα­νι­κὰ κεί­με­να καὶ δι­ευ­κο­λύ­νει σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἐκ­παι­δευ­τι­κοὺς σκο­ποὺς καὶ συγ­κρι­τι­κὲς με­λέ­τες γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, χά­ρη στὴ δη­μι­ουρ­γί­α μιᾶς ἀ­νοι­χτῆς ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς βά­σης δε­δο­μέ­νων. Ο Xa­quín Nú­ñez Sa­ba­rís (Πορ­το­γα­λί­α), κα­θη­γη­τὴς στὸ Universidade do Minho, ἵ­δρυ­σε μὲ δι­κή του πρω­το­βου­λί­α μί­α πα­ρό­μοι­α πλατφόρμα ὅ­που κα­τα­γρά­φει καὶ συγ­κεν­τρώ­νει κεί­με­να, ἀλ­λὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, στη­ρί­ζον­τας δι­ε­θνεῖς συ­νέρ­γει­ες ἱ­σπα­νό­φω­νων με­λε­τη­τῶν, ἐκ­δο­τῶν, ἀν­θο­λό­γων καὶ συγ­γρα­φέ­ων.

            Ἡ ἕ­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας νὰ συ­νά­πτει σχέ­σεις μὲ ἄλ­λα κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη ἀ­πα­σχό­λη­σε ὁ­μι­λη­τὲς ὅ­πως ἡ Alexia Dotras Bravo (Πορ­το­γα­λί­α), ἡ ὁ­ποί­α σκι­α­γρά­φη­σε τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας – με­τα­μον­τερ­νι­σμοῦ – ὑ­βρι­δι­σμοῦ. Ἡ Ra­quel de la Var­ga Lla­ma­za­res (Ἱ­σπα­νί­α), ἀ­νέ­δει­ξε τὰ ρευ­στὰ ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση, τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὸ δι­ή­γη­μα πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ Anto­nio Pe­re­ira (1923-2009).

            Ἐ­πι­χει­ρή­θη­καν δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις ἀ­νά­με­σα στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ στὶς ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους, ὅ­πως τοῦ Alberto Garcia Agui­lar (Ἱ­σπα­νί­α), ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φέρ­θη­κε στὰ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ μι­κρο­σε­νά­ρια τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ σου­ρε­α­λι­στῆ Ramón Gómez de la Serna (1888-1963). Στὸ πλαί­σιο πα­ρου­σί­α­σης ἐ­πι­φα­νῶν ἱ­σπα­νό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν, οἱ Ἱ­σπα­νί­δες Lucía Lean­dro Her­nán­dez καὶ A­na Sanz Tor­de­sil­las προ­έ­βα­λαν τὴν πλού­σια ἐρ­γο­γρα­φί­α τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana Maria Shua καὶ τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ Millás Juan José, ἀν­τί­στοι­χα.

            Στὴν πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐν­τρύ­φη­σε ἡ Ἱ­σπα­νὴ Sara Losada Coca, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ ¡Basta! (3) (Ὣς ἐ­δῶ!), τὸ κοι­νω­νι­κὸ πρό­γραμ­μα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ποὺ ξε­κί­νη­σε στὴ Χι­λὴ τὸ 2009, μὲ σκο­πὸ οἱ συμ­με­τέ­χου­σες γυ­ναῖ­κες νὰ γρά­ψουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 150 λέ­ξεις προ­κει­μέ­νου νὰ κα­ταγ­γεί­λουν καὶ νὰ κα­τα­πο­λε­μή­σουν τὴν ἐν­δο­οι­κο­γε­νεια­κὴ καὶ σε­ξι­στι­κὴ βί­α. Τὸ πρό­γραμ­μα κρί­θη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸ κι ἀ­πέ­κτη­σε με­γά­λη δη­μο­τι­κό­τη­τα. Ἔ­κτο­τε συμ­με­τέ­χουν κι ἄλ­λες χῶ­ρες τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς (Πε­ροῦ, Ἀρ­γεν­τι­νή, Βρα­ζι­λί­α κ.ἄ.), ἔ­χει δι­ευ­ρυν­θεῖ θε­μα­τι­κὰ στο­χεύ­ον­τας στὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς βί­ας τό­σο στοὺς ἄν­τρες ὅ­σο καὶ στὰ παι­διὰ κι ἔ­χουν προ­κύ­ψει πολ­λὲς ἀ­ξι­ό­λο­γες ἀν­θο­λο­γί­ες.

           Τέ­λος, ἀρ­κε­τὲς ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἀ­φο­ροῦ­σαν τὴν πα­ρου­σί­α­ση ἰ­δι­αί­τε­ρων φω­νῶν, ὅ­πως αὐ­τὴ τῆς Ἰ­σπα­νί­δας Patricia Esteban Erlés. Τὴν πρω­τό­τυ­πη συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν της μὲ τί­τλο Casa de Muñecas (Κου­κλό­σπι­το), ἀ­νέ­λυ­σε ἡ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Micro­textua­li­da­des καὶ κα­θη­γή­τρια, Ana Calvo Revilla (Universidad San Pablo CEU, Μα­δρί­τη), ἡ ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χε καὶ στὸ ἑ­πό­με­νο συ­νέ­δριο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν Ἐλ­βε­τί­α.

.

Σὲν Γκά­λεν, Ἑλβετία


ΣΤΙΣ 21-23 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 10ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο St. Gallen στὴν Ἐλ­βε­τί­α μὲ θέ­μα Vivir lo breve: na­no­fi­lo­lo­gía y mi­cro­for­matos en obras de arte, μὲ τὴ συν­δι­ορ­γά­νω­ση τοῦ Universität Potsdam (Γερ­μα­νί­α), στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ 32 συμ­με­τέ­χον­τες ἀ­πὸ 13 χῶ­ρες ἐ­πί­σης ἑ­στί­α­σαν στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη πα­ρα­γω­γή. Ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε ἐν­δε­λε­χὴς πα­ρου­σί­α­ση τῶν συ­σχε­τι­σμῶν τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης μὲ τὶς γρα­φι­κὲς τέ­χνες, τὴ μου­σι­κή, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, ἀλ­λὰ καὶ τῆς πρω­το­φα­νοῦς βρα­χύ­τη­τας ποὺ ἐ­πι­βάλ­λουν καὶ καλ­λι­ερ­γοῦν στὴ γρα­πτὴ ἔκ­φρα­ση τὰ ψη­φια­κὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης.

            Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να τοῦ συ­νε­δρί­ου Yvette Sánchez στὴν ἐ­ναρ­κτή­ρια ὁ­μι­λί­α της ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι σύμ­φω­να μὲ πρό­σφα­τη ἔ­ρευ­να τῆς Mi­cro­soft (Κα­να­δᾶς, 2015) ἡ νέ­α γε­νιὰ (18-24 ἐ­τῶν) ἔ­χει ση­μει­ώ­σει μεί­ω­ση τοῦ χρό­νου προ­σο­χῆς στὰ 8 δευ­τε­ρό­λε­πτα ἀ­πὸ 12 ποὺ ἦ­ταν τὸ 2000 καὶ ἀ­πὸ 9 ποὺ ἰ­σχύ­ει γιὰ τὸ θα­λάσ­σιο γέ­νος Κα­ράσ­σιος (τὸ εἶ­δος Carassius auratus), τὰ γνω­στά μας ὡς χρυ­σό­ψα­ρα. Οἱ ἀ­να­γνω­στι­κές μας συ­νή­θει­ες ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει σὲ με­γά­λο βαθ­μό. Ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῆς πλη­θώ­ρας τῶν ὑ­πέρ­μι­κρων ἀ­φη­γη­μά­των ποὺ ἀ­παν­τῶν­ται τό­σο στὸ ἔν­τυ­πο ὅ­σο καὶ στὸ ψη­φια­κὸ πε­ρι­βάλ­λον ἀ­πο­τε­λεῖ δε­δο­μέ­νο δι­ε­πι­στη­μο­νι­κῶν ἐ­ρευ­νῶν ποὺ με­λε­τοῦν τὸ με­τα­βα­τι­κὸ στά­διο ποὺ δι­α­νύ­ου­με πρὸς μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κὴ τρο­πι­κό­τη­τα τοῦ νοῦ.

            Ὁ Με­ξι­κα­νὸς Lauro Zavala, στὴν πρώ­τη, καὶ ἀ­μι­γῶς θε­ω­ρη­τι­κὴ ἀ­να­κοί­νω­ση τοῦ συ­νε­δρί­ου, ἑ­στί­α­σε στὴ γε­νε­α­λο­γι­κὴ φύ­ση καὶ τὴν πι­θα­νὴ τυ­πο­λο­γί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι ἡ τε­λευ­ταῖ­α δι­α­μορ­φώ­νε­ται καὶ με­λε­τᾶ­ται ἐν τῷ γί­γνε­σθαι, σὲ μί­α ἱ­στο­ρι­κὴ πε­ρί­ο­δο πού, του­λά­χι­στον στὶς δυ­τι­κὲς κοι­νω­νί­ες, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται γιὰ τὰ δυσ­δι­ά­κρι­τα ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­λή­θεια, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ νό­η­μα ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὰ πο­λι­τι­σμι­κὰ συγ­κεί­με­να καὶ τὰ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης φαί­νε­ται πὼς κα­τα­να­λώ­νει ἢ πι­στεύ­ει εὐ­κο­λό­τε­ρα τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­λή­θεια (ἢ/καὶ ἁ­πλῶς ἀ­πο­δέ­χε­ται τὴν ὕ­παρ­ξή της εἰς γνώ­σιν τοῦ ὅ­τι εἶ­ναι ἐ­πί­πλα­στη), τὶς ψευ­δεῖς εἰ­δή­σεις, τὶς ἀ­νυ­πό­στα­τες καὶ ἀ­νού­σι­ες πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ κα­τα­κλύ­ζουν τὸ δι­α­δί­κτυο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς του.

            Στὸ πα­ρα­πά­νω πλαί­σιο μὲ τὸν ὅ­ρο minificción πρό­τει­νε νὰ ἀ­να­φε­ρό­μα­στε στὸ νέ­ο εἶ­δος λό­γου τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ ἕ­να εὐ­ρὺ πε­δί­ο (εἰ­κό­να 1) καὶ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει τὰ βρα­χέ­α καὶ ὑ­περ­βρα­χέ­α ρη­μα­τι­κὰ ἀ­φη­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὡς μέ­σο ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τους με­μο­νω­μέ­να ἢ/καὶ συν­δυ­α­στι­κὰ μὲ τὸ λό­γο (discourse), τὴν εἰ­κό­να, τὸν ἦ­χο, τὸ θέ­α­τρο, τὴ μου­σι­κή, τὸ χο­ρό, ἢ/καὶ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο μέ­σο ἀ­πὸ τὶς κα­λὲς κι ἐ­φαρ­μο­σμέ­νες τέ­χνες, σὲ φυ­σι­κή, ἔν­τυ­πη καὶ ψη­φια­κὴ μορ­φή. Αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος φέ­ρει μί­α ἢ πολ­λὲς μυ­θο­πλα­στι­κὲς ἀ­λή­θει­ες, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς προσ­λαμ­βά­νου­σες τοῦ ἀ­να­γνώ­στη.

            Ἀ­πο­δε­χό­με­νοι αὐ­τὸν τὸν ὁ­ρι­σμὸ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σου­με τρεῖς τύ­πους minificción: (α) τὰ σύν­το­μα εἴ­δη ποὺ ἀ­να­πτύ­χθη­καν πρὶν τὸν 20ο αἰ. (ὅ­πως ἡ πε­ζο­ποί­η­ση ἢ τὸ χα­ϊ­κού), (β) τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να ὡς δι­α­κρι­τὰ εἴ­δη, ὅ­πως τὸ δο­κί­μιο καὶ τὸ δι­ή­γη­μα, ἀλ­λὰ στὶς (ὑ­περ)βρα­χεῖ­ες ἐκ­δο­χές τους, καὶ (γ) τὶς ὑ­περ­μι­κρὲς ἀ­φη­γή­σεις ποὺ ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἐμ­πί­πτουν στὸ (δυ­τι­κὸ) λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να. Τὸ σύ­νο­λο αὐ­τῶν τῶν τε­λευ­ταί­ων μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει ἐ­πι­γράμ­μα­τα, ὁ­δη­γί­ες, ὁ­ρι­σμοὺς καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ μὴ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη λό­γου, κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α δυ­νά­μει μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να ἐ­ὰν ἐγ­γρα­φεῖ ἐκ νέ­ου δη­λώ­νον­τας ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ δι­ά­θε­ση (ἔ­στω μὲ στοι­χει­ώ­δη πλο­κή, δρά­ση, χα­ρα­κτῆ­ρες) ἢ/καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ὅ­πως τὸ παι­χνί­δι, ἡ εἰ­ρω­νεί­α, ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α(4).

            Ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρε ὁ Zavala ὁ ὅ­ρος microficción (τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ συ­νώ­νυ­μό του ἀγ­γλι­κοῦ microfiction) μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ κεί­με­να, ἐ­νῶ ὁ ὅ­ρος minificción (προ­τεί­νει τὸν ὅ­ρο minifiction καὶ στὴν ἀγ­γλι­κὴ) σὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ὑ­πέρ­μι­κρο κεί­με­νο. Ἡ βρα­χύ­τη­τα μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μέ­σο (π.χ. γλώσ­σα) ἢ μορ­φὴ (π.χ. φι­λο­σο­φι­κὸς στο­χα­σμὸς) ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ ὅ­ρους σύν­θε­σης, νύ­ξης κι ἔλ­λει­ψης, οὖ­σα ταυ­τό­χρο­να με­τα­φο­ρι­κὴ καὶ με­τω­νυ­μι­κὴ καὶ ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐν­θυ­μη­τι­κὴ φύ­ση τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν μέ­σων ἢ μορ­φῶν, ἐ­φό­σον αὐ­τὰ δευ­κο­λύ­νουν τὴν πα­ρά­λει­ψη τῶν εὐ­κό­λως ἐν­νο­ου­μέ­νων. Στὶς πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­κραί­ας ἀ­φαί­ρε­σης ὁ βαθ­μὸς ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας τεί­νει νὰ εἶ­ναι ἀν­τι­στρό­φως ἀ­νά­λο­γος μὲ τὴν (κει­με­νι­κὴ) ἔ­κτα­ση καὶ τὴν πα­ρου­σί­α τῶν πα­ρα­πά­νω ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν τε­χνι­κῶν, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ὑ­βρι­δι­σμοῦ.


Εἰκόνα 1. ‘Aπὸ τὴν ἀνακοίνωση τοῦ Lauro Zavala


            Ὁ Με­ξι­κα­νὸς Fernando Sánchez Clelo, πα­ρου­σί­α­σε μί­α τυ­πο­λο­γί­α τῆς ὑ­βρι­δι­κῆς, εἰ­ρω­νι­κῆς, μὴ μυ­θο­πλα­στι­κῆς γρα­φῆς. Ὁ Πε­ρου­βια­νὸς Ary Malaver, ἑ­στί­α­σε στὴ με­τε­ξέ­λι­ξη τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης στὶς ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους. Ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι ὅ­σο δὲ δι­α­τα­ράσ­σε­ται ἡ σχέ­ση ση­μαί­νον­τος/ση­μαι­νο­μέ­νου καὶ τὸ μή­νυ­μα δι­α­βι­βά­ζε­ται ἔ­στω καὶ μὲ πρω­το­φα­νῆ βρα­χύ­τη­τα, παύ­ει ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­να­λυ­τι­κῆς δι­α­τύ­πω­σης μιᾶς ἰ­δέ­ας. Ὁ Karlos Linazasoro, ἀ­πὸ τὴ Βα­σκι­κὴ Guipuzkoa, δι­ά­βα­σε με­ρι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα μικροθεάτρου. Ὁ Jordi Masó Rahola, ἀ­πὸ τὴ Βαρ­κε­λώ­νη, ἐν­τό­πι­σε τὴν ἰ­δέ­α τῆς βρα­χύ­τη­τας ἀ­κό­μα καὶ στὸ ἔρ­γο τοῦ Μπε­τό­βεν. Ἡ Ana Merino, Ἱ­σπα­νί­δα ὑ­πό­τρο­φος στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Iowa, πα­ρου­σί­α­σε χι­ου­μο­ρι­στι­κὰ γρα­φι­κά, κό­μικς, γε­λοι­ο­γρα­φί­ες καὶ δείγ­μα­τα ὀ­ξύ­πνο­ου δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κοῦ λό­γου μὲ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας. Στὸν πα­ρα­κά­τω πί­να­κα συγ­κέν­τρω­σε με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ἀμ­φι­λε­γό­με­να εἴ­δη ἐλ­λει­πτι­κοῦ λό­γου ποὺ συ­ναν­τᾶ­με κα­θη­με­ρι­νά: ἀ­πὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, τοὺς ἀ­φο­ρι­σμοὺς καὶ τὰ μη­νύ­μα­τα κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας καὶ κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης ἕ­ως τὶς φω­νη­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις τοῦ ὀρ­γα­σμοῦ (fonética del orgasmo).


Εἰκόνα 2. Ἀπὸ τὴν ἀνακοίνωση τῆς Ana Merino.


            Δείγ­μα­τα γρα­φῆς τους ἀ­νέ­γνω­σαν συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Azucena Ro­drí­guez (Με­ξι­κό), Lorena Escudero (Ἀγ­γλί­α), Diego Muñoz Valenzuela (Χι­λή), Ju­lia Otxoa (Ἱ­σπα­νί­α), Maria Gu­tiér­rez (Κα­νά­ριοι Νῆ­σοι), Rafael Ángel Her­ra (Κό­στα Ρί­κα), Teresa Ro­drí­guez Roca (Βο­λι­βί­α), Esther Andra­di (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες καὶ Βε­ρο­λί­νο), Raúl Bras­ca (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες) καὶ Gem­ma Pel­licer (Ἱ­σπα­νί­α). Πα­ρου­σι­ά­στη­καν πο­λυ­σχι­δεῖς καλ­λι­τέ­χνες ποὺ δι­α­κρί­νον­ται γιὰ τὶς λα­κω­νι­κὲς μου­σι­κὲς συν­θέ­σεις τους, τὴ στι­χουρ­γί­α καὶ τὴ σκη­νι­κὴ πα­ρά­στα­ση, ὅ­πως ἡ Ajo (Μα­δρί­τη), ἡ DJ Judit Farrés (Βαρ­κε­λώ­νη) καὶ οἱ Clara Brunet καὶ Victor Soares (Βα­σι­λεί­α), οἱ ὁ­ποῖ­οι τρα­γού­δη­σαν πο­λὺ σύν­το­μες ἄ­ρι­ες.

            Ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νες ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἑ­στί­α­σαν στὸ εἶ­δος λό­γου ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται μέ­σω τοῦ Τwitter (Paulo Gatica), στὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τας (Ana Calvo Revilla), στὴν ἐ­ξοι­κεί­ω­σή μας μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ πρόσ­λη­ψη τῶν δι­α­δι­κτυα­κῶν μι­μι­δί­ων (Javier Ferrer) καὶ στοὺς συγ­χρω­τι­σμοὺς τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης-γαλ­λό­φω­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Laura Eugenia Tudoras). Ὑ­πῆρ­ξαν ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἔρ­γο ἱ­σπα­νό­φω­νων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως ἡ Marina Colosanti, ὁ Pablo García Casado, ὁ Eduardo Scala, ἡ Cristina Peri-Rossi καὶ ἡ Julia Otxoa.

            Ὁ Camilo Franco πα­ρου­σί­α­σε τὴ δι­κή του Ποι­η­τι­κὴ τῆς βρα­χύ­τη­τας. Οἱ Stella Maris Poggian καὶ Ricardo Haye (Ἀρ­γεν­τι­νή), ἀ­να­φε­ρό­με­νοι στὰ graffiti ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­καν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Μά­η τοῦ ΄68 στὸ Πα­ρί­σι, τό­νι­σαν τὸ συν­δυα­σμὸ βρα­χύ­τη­τας – εὐ­φυί­ας – κρι­τι­κῆς κοι­νω­νι­κῆς πρα­κτι­κῆς καὶ τὴ δυ­να­μι­κὴ ποὺ ἀ­πο­κτᾶ μὲ τὴν εἰ­κό­να. Ἡ Irene An­drés-Su­á­rez (Ἑλ­βε­τί­α) ἀ­νέ­δει­ξε μι­κρο­α­φη­γή­σεις αὐ­τό­νο­μων Βά­σκων, ἐ­νῶ ἡ Francisca Noguerol (Σα­λα­μάν­κα) τὴν ἐ­πι­στη­μο­λο­γί­α τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας.

            Τὸν κύ­κλο ἐρ­γα­σι­ῶν ἔ­κλει­σε ὁ Ottmar Ette ὡς ἐκ­πρό­σω­πος τῶν συν­δι­ορ­γα­νω­τῶν τοῦ συ­νε­δρί­ου καὶ ἱ­δρυ­τὴς τοῦ Τμή­μα­τος Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας(5). Ἀ­να­φέρ­θη­κε στὴν ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη πα­ρα­γω­γὴ βλα­κεί­ας στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ ψη­φια­κὴ σφαί­ρα (Intelligent Production of Stupid ThinkingiIPST) κι ἑ­στί­α­σε στὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς σχέ­σης πο­λι­τι­κῆς/να­νο­φι­λο­λο­γί­ας: ἐ­ὰν δε­χτοῦ­με ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α πάν­το­τε δι­έ­θε­τε τὴν ἀ­παι­τού­με­νη ὀν­τό­τη­τα ὥ­στε νὰ ἐκ­φέ­ρει καὶ νὰ ἐ­ξε­τά­ζει τὸν πο­λι­τι­κὸ λό­γο καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ πρα­κτι­κή, στὸν 21ο αἰ., κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­κλυ­ζό­μα­στε ἀ­πὸ ὀ­ξύ­μω­ρα συμ­πλέγ­μα­τα ὅ­πως ὑ­πέρ­με­τρη εὐ­φυί­α καὶ ὑ­πέρ­με­τρη ἀ­νο­η­σί­α, εὐ­ή­θεια, μω­ρί­α, ἢ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἀ­λή­θεια καὶ ψεῦ­δος σὲ ἕ­να ἀρ­κε­τὰ ἐ­πί­πλα­στο δη­μο­κρα­τι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὀ­φεί­λου­με νὰ ἐ­πα­νε­ξε­τά­σου­με τὶς δυ­να­τό­τη­τες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ νὰ τὴν ὠ­θή­σου­με πρὸς τὴ Να­νο­φι­λο­λο­γί­α.

            Κα­τὰ τὸ κλεί­σι­μο τοῦ συ­νε­δρί­ου ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε ἡ ἐ­πι­κεί­με­νη ἔκ­δο­ση τῶν πρα­κτι­κῶν του κα­θὼς καὶ οἱ δύ­ο ἑ­πό­με­νοι σταθ­μοί του: Λί­μα (2020) καὶ Μα­δρί­τη (2022).

.

            In vitro


Λισαβόνα, Πορτογαλία


ΣΤΙΣ 27-30 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 15ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Ἀγ­γλό­φω­νου Δι­η­γή­μα­τος στὴ Λι­σα­βό­να μὲ τί­τλο Beyond History: The Ra­di­ance of the Short Sto­ry. Συμ­με­τεῖ­χαν πε­ρὶ τοὺς 150 ἐ­ρευ­νη­τές, πα­νε­πι­στη­μια­κοὶ καὶ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἠ­πεί­ρους. Οἱ ἀ­να­κοι­νώ­σεις καὶ οἱ στρογ­γυ­λὲς τρά­πε­ζες ξε­πέ­ρα­σαν τὶς 300, μὲ με­λέ­τες πε­ρί­πτω­σης ἀ­πὸ τὴν Τα­ϊ­βάν, τὸ Ἀφ­γα­νι­στάν, τὴ Βρα­ζι­λί­α, τὴν Καμ­πό­τζη, ἕ­ως τὴ Σκαν­δι­να­βί­α καὶ τὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α(6). Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ δι­η­γή­μα­τος (short story στὴν ἀγ­γλι­κὴ) ὡς κα­θι­ε­ρω­μέ­νο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὰ καὶ δι­α­πο­λι­τι­σμι­κὰ κα­λύ­πτον­τας σχε­δὸν τὸ σύ­νο­λο τῶν ἐ­ρευ­νη­τι­κῶν πε­δί­ων κι ἐ­ρω­τη­μά­των, σὲ δι­α­χρο­νι­κὸ καὶ συγ­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να. Πα­ρου­σι­ά­στη­καν ἀ­πὸ κει­με­νο­κεν­τρι­κές, ἱ­στο­ρι­κὲς καὶ φι­λο­σο­φι­κὲς κρι­τι­κές, ἕ­ως καὶ συ­ζη­τή­σεις γιὰ τὴν καλ­λι­έρ­γεια πε­ρι­βαλ­λον­τι­κῆς συ­νεί­δη­σης τῶν πο­λι­τῶν τοῦ κό­σμου, τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ εὐ­νο­ή­σει τὸ δι­ή­γη­μα χά­ρη στὴ συν­το­μί­α καὶ τὴ δη­μο­τι­κό­τη­τά του.

            Τὸ storytelling πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ πλῆ­θος ὁ­μι­λη­τῶν ὡς μιὰ ἀ­στεί­ρευ­τη πη­γὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Rebecca Hill (UCLA), ἐ­ξέ­τα­σε τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­τι­κὴ ἔν­δει­ξη τῆς ἀλ­λα­γῆς τοῦ ρό­λου τῆς ἀ­φή­γη­σης σή­με­ρα (ἀ­πὸ τὴν ἀ­φή­γη­ση, στὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα ὡς κα­τά­στα­ση) καὶ τὴ μο­να­δι­κὴ ἀν­θρώ­πι­νη ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­σώ­σει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μέ­σα στὸ συ­νε­χῶς με­τα­βαλ­λό­με­νο κό­σμο μας μὲ τὴ ρομ­πο­τι­κὴ καὶ τὴ μο­να­δι­κό­τη­τα (Singularity) τῆς τε­χνη­τῆς νο­η­μο­σύ­νης νὰ τεί­νουν νὰ ξε­πε­ρά­σουν τὴν ἀν­θρώ­πι­νη.

            Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(7) πα­ρου­σι­ά­στη­κε πλή­ρως ἐν­σω­μα­τω­μέ­νη στὸ δι­ε­θνῆ δι­ά­λο­γο ὡς νέο εἶδος, πι­στὸ στὴν ἀ­φή­γη­ση, τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμούς, τὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὶς ἀ­να­προ­σαρ­μο­γές της ἀ­νὰ ἐ­πο­χὴ καὶ μὲ ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἐ­ξε­τά­στη­καν οἱ ἔν­νοι­ες τῆς βρα­χύ­τη­τας, τῆς συ­νο­χῆς καὶ τῆς κί­νη­σης τὶς ὁ­ποῖ­ες θέ­τει ὑ­πὸ νέ­α ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α τὸ δι­ε­θνὲς αὐ­τὸ φαι­νό­με­νο, κα­θὼς καὶ κεί­με­να, πρό­δρο­μοι, καὶ σύγ­χρο­νοι ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς. Μό­λις ἐν­δει­κτι­κὰ ἀ­να­φέ­ρου­με τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς I­talo Cal­vino, Na­dine Gor­di­mer, Teolinda Gersão, Lydia Da­vis, Ro­bert Olen Butler, Han Kang, Neil Gai­man, Stuart Dy­bek καὶ τὶς δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὲς ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις δειγ­μά­των γρα­φῆς ὅ­πως τὸ Κο­ρί­τσι (Girl), τῆς Jamaica Kincaid, ἢ τὸ Insect Wisdom τῆς Shady Cosgrove.

            Οἱ συγ­γρα­φεῖς Nuala O’ Conor (Ἰρ­λαν­δί­α), Sandra Jensen (Μ. Βρε­τα­νί­α) καὶ Tracey Slaughter (Ν. Ζη­λαν­δί­α) ἐ­πι­χεί­ρη­σαν τὴ με­θο­δο­λο­γι­κὴ κι ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τοῦ εἴ­δους σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς θε­μα­τι­κοὺς κύ­κλους μὲ τί­τλο Flash fiction in Method and Meaning.

            Ἡ O’ Conor ἀμ­φέ­βαλ­λε κα­τὰ πό­σο εἴ­μα­στε ἐκ­παι­δευ­μέ­νοι νὰ γρά­φου­με καὶ νὰ δι­α­βά­ζου­με αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, πα­ρὰ τὴν ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη πα­ρα­γω­γή, ἢ ἴ­σως ἀ­κρι­βῶς ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τῆς. Ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι ἀ­παι­τεῖ­ται ὀ­ξύ­νοι­α, ἀ­πό­λυ­τη συγ­κέν­τρω­ση καὶ εὐ­ρυ­μά­θεια, εἰ­δι­κὰ στὶς πε­ρι­πτώ­σεις ὑ­ψη­λοῦ βαθ­μοῦ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας καὶ συμ­πύ­κνω­σης νο­ή­μα­τος. Ἡ πρό­τα­σή της νὰ ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με τὸ πῶς καὶ τὸ ποῦ θὰ ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ δι­α­βά­ζου­με αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος προ­κει­μέ­νου νὰ ἀν­τλή­σου­με τὸ μέ­γι­στό της ἀ­να­γνω­στι­κῆς τέρ­ψης, προ­έ­κυ­ψε ὡς ἀν­τε­πι­χεί­ρη­μα στὴν ἐ­σφαλ­μέ­νη ἄ­πο­ψη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἐ­πι­πό­λαι­α λε­κτι­κὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα στὸ σύ­νο­λό τους.

            Ἡ Jensen ὑ­πεν­θύ­μι­σε τὸ με­θο­δο­λο­γι­κὸ καὶ τυ­πο­λο­γι­κὸ κε­νὸ ποὺ ὀ­φεί­λου­με νὰ κα­λύ­ψου­με ὡς πρὸς τὸν ὁ­ρι­σμὸ καὶ τὸν εἰ­δο­λο­γι­κὸ κα­θο­ρι­σμὸ τοῦ εἴ­δους, ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νουν δυσ­δι­ά­κρι­τες οἱ δι­α­φο­ρές του ἀ­πὸ ἄλ­λα εἴ­δη λό­γου, ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ καὶ μή, ὅ­πως τὸ μι­κρο-ψευ­δο-δο­κί­μιο ποὺ εὐ­δο­κι­μεῖ στὶς πλατ­φόρ­μες κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ἀ­νέ­λυ­σε τοὺς τρό­πους μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ἡ ἐ­πί­κλη­ση τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος στὶς ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, το­νί­ζον­τας ὅ­τι ὁ κα­ται­γι­σμὸς τῶν εἰ­κό­νων ποὺ κα­λύ­πτουν τὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ κε­νά της ἱ­στο­ρί­ας (τὶς λε­κτι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις) σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἔκ­πλη­ξη ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης σὲ μί­α τό­σο βρα­χεί­α κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση, εἶ­ναι κρί­σι­μες πα­ρά­με­τροι γιὰ τὴ δη­μο­τι­κό­τη­τα τοῦ εἴ­δους. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­στρα­πια­ία αἴ­σθη­ση ὁ­λο­κλή­ρω­σης καὶ ἀ­πο­κά­λυ­ψης κερ­δί­ζει πρω­τί­στως τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις καὶ στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να τὰ ἐ­πα­κό­λου­θα συ­ναι­σθή­μα­τα εἶ­ναι ἐ­ξί­σου ἔν­το­να.

            Ἡ Slaughter τό­νι­σε τὸν ἔν­το­νο ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ρυθ­μὸ πολ­λῶν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πέ­δω­σε στὴν ἐμ­πει­ρί­α μας χι­λι­ε­τι­ῶν στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ ἀ­νά­γνω­ση ποί­η­σης. Ἑ­στί­α­σε ἐ­πί­σης στὴν ἐμ­πει­ρί­α μας ἀ­πὸ τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμοὺς τοῦ (δυ­τι­κοῦ) μον­τερ­νι­σμοῦ καὶ τὴ μὴ-γραμ­μι­κὴ ἀ­φή­γη­ση ποὺ ἐν­το­πί­ζου­με στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, θε­ω­ρών­τας τη ὡς τὸ μο­να­δι­κὸ εἶ­δος ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει τό­σο ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ συ­νέρ­γειας συγ­γρα­φέ­α/ἀ­να­γνώ­στη, ὄ­χι μό­νο ὡς συμ­παῖ­κτες σὲ ἕ­να δι­α­νο­η­τι­κὸ παι­χνί­δι, ἀλ­λὰ καὶ ὡς συν­δη­μι­ουρ­γοὶ στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης μέ­σα σὲ ἕ­να μι­κρὸ κεί­με­νο-κό­σμο .

            Σὲ ἄλ­λες ἀ­να­κοι­νώ­σεις, ἀ­να­φέρ­θη­κε πό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι σή­με­ρα οἱ συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι ἀ­ριθ­μη­τι­κὰ πε­ρισ­σό­τε­ροι, κα­ταρ­τι­σμέ­νοι καὶ δι­ά­σπαρ­τοι δι­ε­θνῶς. Το­νί­στη­κε ὅ­τι ἀ­παν­τῶν­ται σὲ εὐ­ρύ­τε­ρη κλί­μα­κα ἐκ­φρα­στι­κὴ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σα σὲ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη λό­γου καὶ μέ­σα, ὑ­ψη­λὴ ἐ­πί­δο­ση ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, βελ­τί­ω­ση στὴν ἀ­πό­δο­ση τῆς χρο­νι­κό­τη­τας, μέ­σῳ τῆς ἔλ­λει­ψης(8) κι ἑ­στί­α­ση στὸ χρό­νο τοῦ κει­μέ­νου(9), στοι­χεῖ­α ποὺ ἐν­τεί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ταυ­τό­χρο­νου (ἐγκυμονούσα στιγμή).

            Οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες συγ­γρα­φεῖς Leah McCor­mack, Sha­dy Cos­gro­ve καὶ Ro­bin McLean ἀ­νέ­φε­ραν ὅ­τι πρὸς τὸ πα­ρὸν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πραγ­μα­το­ποι­εῖ τὸ μό­νο ἄ­με­σο τα­ξί­δι στὸ χῶ­ρο καὶ τὸ χρό­νο, καὶ μά­λι­στα τό­σο γρή­γο­ρο καὶ ἀ­πο­λαυ­στι­κό.

            Ἡ Jayne Anne Phillips ἑ­στί­α­σε στὸ συν­δυα­σμὸ ρευ­στό­τη­τας, δύ­να­μης καὶ συμ­πύ­κνω­σης στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ ἕ­να ἀ­πὸ 7 εργαστήρια πε­ζο­γρα­φί­ας καὶ ποί­η­σης ποὺ δι­ε­ξή­χθη­σαν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ συ­νε­δρί­ου.

.


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


ἡ ὀ­πτι­κό­τη­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας


Ο ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΣ ποὺ μά­στι­ζε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ πλη­θυ­σμοῦ τὸν 20ὸ αἰ. ἔ­χει καταπολεμηθεῖ πε­ρί­που στὸ 90%. Στὸ ἴ­διο πο­σο­στὸ κυ­μαί­νε­ται καὶ ἡ πα­ρα­γω­γὴ γρα­πτοῦ λό­γου (discourse), ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡς γλωσ­σι­κὴ κι ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὴ πρα­κτι­κὴ κα­τα­κλύ­ζει τὶς ὀ­θό­νες τῶν κι­νη­τῶν καὶ τῶν ὑ­πο­λο­γι­στῶν μας. Ἡ λει­τουρ­γί­α τῆς γρα­φῆς ἀ­παι­τεῖ ἐ­παυ­ξη­μέ­νη προ­σο­χὴ καὶ ἡ ἀν­τι­λη­πτι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα τῆς ἀ­νά­γνω­σης ἔ­χει αὐ­ξη­θεῖ, ἐ­νῶ καὶ οἱ δύ­ο ἐ­πι­τε­λοῦν­ται πλέ­ον τα­χύ­τε­ρα. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι γρά­φουν καὶ δι­α­βά­ζουν ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α καὶ χά­ρη στὴν τε­χνο­λο­γι­κὴ ἐ­ξέ­λι­ξη, ἔ­χουν καλ­λι­ερ­γη­θεῖ σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ ἀν­θρώ­πι­νη εὐ­στρο­φί­α κι εὐ­φυ­ΐ­α. Ἀν­τί­θε­τα, ἴ­σως, μὲ τὰ χρυ­σό­ψα­ρα, εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λο νὰ προ­κλη­θεῖ ἡ προ­σο­χὴ τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που ὥ­στε νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ. Ὄ­χι ὅ­μως ἀ­δύ­να­το.

            Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες δὲν ξε­περ­νοῦν τὶς 750 λέ­ξεις, ἑ­πο­μέ­νως ἡ κλί­μα­κά τους ἐ­πι­τρέ­πει νὰ χω­ροῦν στὸ μά­τι ἢ τὴν ὀ­θό­νη. Ἡ πρώ­τη ἐν­τύ­πω­ση ποὺ προ­κα­λοῦν ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ τὴν ὀ­πτι­κή, ἀ­κα­ρια­ία ἐ­πα­φή. Σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο δι­α­κυ­βεύ­ε­ται τὸ ἂν θὰ προ­κλη­θεῖ τὸ studium, τὸ γε­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ ἀ­να­γνώ­στη νὰ δι­α­βά­σει κά­τι σύν­το­μο κι ἐ­ναλ­λα­κτι­κὸ τοῦ ὄγ­κου πλη­ρο­φο­ρί­ας ποὺ τὸν κα­τα­δι­ώ­κει. Στὴν ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νη ὀ­λι­γό­λε­πτη ἐ­πα­φή, κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­νά­γνω­σης, αὐ­τὸ ποὺ δι­α­κυ­βεύ­ε­ται εἶ­ναι νὰ προ­κλη­θεῖ τὸ punctum (ἡ λε­πτο­μέ­ρεια ποὺ ξε­χω­ρί­ζει, «αὐ­τὸ ποὺ μὲ κεν­τᾶ»), ὅ­πως τὸ ὁ­ρί­ζει ὁ Roland Barthes στὸ Φω­τει­νὸ Θά­λα­μο. Σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο ἀ­να­λαμ­βά­νει ἡ τέ­χνη τοῦ λό­γου νὰ τέρ­ψει τὸν ἀ­να­γνώ­στη σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ὥ­στε ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση εὐ­χα­ρί­στη­σης νὰ συ­νε­χι­στεῖ. Γε­γο­νὸς ποὺ ἐ­πα­λη­θεύ­ε­ται στα­τι­στι­κά, ὄ­χι μό­νο στὴν ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τη ψη­φια­κὴ πα­ρα­γω­γή, ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἔν­τυ­πη: ἤ­δη τὸ 2012 τὰ με­ρί­δια τῶν ἐκ­δό­σε­ων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἦ­ταν τὸ 25,53% δι­ε­θνῶς, 59,57% γιὰ τὴν Ἱ­σπα­νί­α καὶ τὴ Λ. Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ 17,02% μό­νο γιὰ τὴν Ἱ­σπα­νί­α.

            Ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ πλέ­ον μὲ τὴν ἐ­πα­φή μας μὲ τὴν ὀ­θό­νη, κι ἐ­πὶ μα­κρὸν μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α, ἡ μι­κρὴ κλί­μα­κα στὴν ὁ­ποί­α κι­νεῖ­ται ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ἡ συ­χνὰ ἀ­κραί­α ὀ­πτι­κό­τη­τά της συμ­βάλ­λουν στὴ συγ­κέν­τρω­ση ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση καὶ κα­τα­νό­η­σή της. Πλῆ­θος με­λε­τη­τῶν, ὅ­πως ἡ Ἱ­σπα­νί­δα I­re­ne Andrés Su­á­rez, καὶ συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Gra­ce Pa­ley, ἔ­χουν ἤ­δη ἀ­παν­τή­σει στὸ πό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ τε­λευ­ταί­α προ­τεί­νει «νὰ δι­α­βά­ζε­ται ὡς ποί­η­μα, δη­λα­δὴ ἀργά». Ἡ ἀ­φαί­ρε­σή της γο­η­τεύ­ει καὶ ἡ ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τά της δι­ε­γεί­ρει ἐγ­κε­φα­λι­κὲς συ­νά­ψεις ποὺ στα­μα­τοῦν τὸ χρό­νο καὶ μᾶς ὠ­θοῦν σὲ παύ­ση κι ἐν­δο­σκό­πη­ση. Θε­ω­ρη­τι­κά, ἑ­πο­μέ­νως, ἡ εὔ­στο­χη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ καὶ ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὴν ἐ­πο­χὴ τῶν ἀ­κραί­ων ἀν­τι­φά­σε­ων, τῆς τα­χύ­τη­τας καὶ τῆς ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτης ἀ­νο­η­σί­ας.

.

ἡ κοι­νω­νι­κό­τη­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας


ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ὁ­ρο­λο­γί­ας, με­θο­δο­λο­γί­ας, τυ­πο­λο­γί­ας καὶ πο­λι­τι­σμι­κοῦ σχε­τι­κι­σμοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι πα­ρα­μέ­νουν ἐκ­κρε­μῆ. Ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται, ὅ­μως, σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ ἄ­πο­ψή μου ὅ­τι ἡ μικρομυθοπλασία εἶ­ναι δί­κτυ­ο καὶ μέ­σο δι­κτύ­ω­σης. Σχε­δὸν πο­τὲ δὲν ἀ­παν­τᾶ­ται μό­νο του ἕ­να δεῖγ­μα τοῦ εἴ­δους (συλ­λο­γές, ἀν­θο­λο­γί­ες, ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα, κ.λπ.) καὶ προ­φα­νῶς ἡ ὑ­πό­στα­σή της δι­α­μορ­φώ­νε­ται δι­α­κεί­με­νη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας ἐν γέ­νει, ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τὴν ψυ­χὴ καὶ τὴν ἰ­δι­ο­φυί­α της, ἐ­φό­σον συ­νερ­γεῖ μὲ πλῆ­θος συγ­γε­νι­κῶν της εἰ­δῶν, δου­λεύ­ον­τας στὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φή­γη­σης, ὅ­πως ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὸ γε­νε­α­λο­γι­κὸ πεδίο (gen­re­felt) τῶν Δα­νῶν Brix­vold καὶ Jør­gen­sen καὶ τὰ πε­δί­α τῶν La­u­ro Za­va­la καὶ A­na Me­ri­no ποὺ εἴ­δα­με ἐ­δῶ. Αὐ­τὰ τὰ πε­δί­α δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἁ­πλῶς ἀ­πὸ ἐ­πὶ μέ­ρους στοι­χεῖ­α, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὶς ἄ­πει­ρες ἀμ­φί­δρο­μες σχέ­σεις ποὺ συ­νά­πτουν με­τα­ξύ τους, λει­τουρ­γών­τας ὡς δί­κτυ­α. Ἔ­τσι ἑρ­μη­νεύ­ε­ται με­ρι­κῶς ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ τὴν προ­σεγ­γί­σου­με ὡς πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νο εἶ­δος μὲ τὴ συμ­βα­τι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου σύμ­φω­να μὲ πλῆ­θος ἐ­ρευ­νη­τῶν, ὅ­πως ὁ Με­ξι­κα­νὸς Yo­­ba­­ny de Jo­­sé Gar­­cía Me­di­na. Αὐ­τὸ τὸ δί­κτυ­ο, μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο φαί­νε­ται νὰ ἀ­να­πτύσ­σε­ται καὶ νὰ δρᾶ, λει­τουρ­γεῖ ὡς μαγ­μα­τι­κὸς θά­λα­μος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἢ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἐρ­γα­στή­ριο. Ἐν­τός του συμ­βι­ώ­νουν ἁρ­μο­νι­κὰ μι­κρὰ ἢ/καὶ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­φη­γή­μα­τα, ὅ­πως οἱ μι­κρο­α­φη­γή­σεις (micronarratives) ποὺ ἔ­χει με­λε­τή­σει δι­ε­ξο­δι­κὰ ἡ κα­θη­γή­τρια Ἀλεξάνδρα Γεωργακοπούλου καὶ γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­βάλ­λε­ται δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὴ προ­σέγ­γι­ση. Ἴ­σως αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να νέ­ο εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, σύν­το­νο μὲ τὶς ἀλ­λα­γὲς ποὺ ση­μει­ώ­νον­ται στὴ λο­γι­κὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης καὶ νὰ τεκ­μη­ρι­ώ­νει ὣς ἕ­να βαθ­μὸ τὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ ὅ­τι με­τὰ τὴν ποί­η­ση, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐν­δέ­χε­ται νὰ εἶ­ναι τὸ 4ο εἶ­δος ποὺ θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν πο­λύ­πλο­κο 21ο αἰ. (L. Zavala, A. I. Suarez, κ.α.)

.

.

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

.


 

 

 

Οἱ Τρεῖς ὄπερες τσέπης τοῦ συν­θέ­τη Χά­ρη Βρόν­του (διά­ρκεια 14:19).


Ἡ με­λέ­τη (στὰ ἀγ­γλι­κὰ) ἀ­πὸ τὴ σο­λί­στ καὶ συν­θέ­τρια Σμα­ρῶ Γρη­γο­ριά­δου γιὰ τὰ Πρελούδια τοῦ Bach, τοὺς Λακωνικοὺς Ἀγγελιοφόρους.


Ἡ σύν­θε­ση 16 μου­σι­κῶν μι­νι­α­τού­ρων μὲ τί­τλο Short Liszt τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­πα­δά­κη (διά­ρκεια 54:00).


Ἡ σύν­θε­ση Spiegel im spiegel τοῦ Ἐ­σθο­νοῦ Arvo Pärt (διά­ρκεια 4:05).


Δύ­ο ἐκ­πρό­σω­ποι τῆς σύγ­χρο­νης μι­νι­μα­λι­στι­κῆς ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς μου­σι­κῆς: ὁ Γερ­μα­νὸς Nils Frahm (διά­ρκεια 8:19) καὶ ὁ Ἰσ­λαν­δὸς Ólafur Arnalds.

.

 

 

 

Ὁ συλ­λο­γι­κὸς τό­μος δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη, Μου­σι­κὴ καὶ ἄλ­λα πε­ζά (1973 -1995), Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2014 .


Τὰ 50 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ «100 λέ­ξεις σὲ 24 ὧ­ρες» Μήνυμα σὲ μπουκάλι.


Τὸ πο­λυ­φω­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη Ὡ­ρο­λο­για­κοὶ μη­χα­νι­σμοί (ἐ­πι­μέ­λεια Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξά­κης, Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, 2018) μὲ εἰ­κο­νι­κὰ ὑ­πο­κεί­με­να ἀ­πὸ 40 συν­τε­λε­στές του.


Ἡ δί­γλωσ­ση ἀν­θο­λο­γί­α ἱ­σπα­νό­φω­νου μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Mini71Cuentos, (Ἐ­πι­λο­γὴ –Εἰ­σα­γω­γὴ –Ἐ­πι­μέ­λεια Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2012).


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο Ripening, (eds. Santino Prinzi and Alison Powell, Na­tio­nal Flash Fi­ction Day, Southampton, 2018) ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τὰ τὸν ἑ­ορ­τα­σμὸ τῆς National Flash Fiction Day στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α στὶς 16 Ἰ­ου­νί­ου 2018. Στὴ φε­τι­νὴ συλ­λο­γὴ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο «Weekend in Waianae», τῆς Ἰ­ω­άν­νας Μαύ­ρου (Κύ­προς), ἡ ὁ­ποί­α μα­ζὶ μὲ τὸν φω­το­γρά­φο Θο­δω­ρὴ Τζα­λα­βρὰ ἵ­δρυ­σαν τὸ 2010 τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Book Ex Ma­chi­na, ὅ­που ἐκ­δί­δουν καὶ τὴ σει­ρὰ Matchbook Stories, βι­βλί­α στὸ μέ­γε­θος σπιρ­τό­κου­του.


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α κι­νε­ζι­κῶν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν (στὰ ἀγ­γλι­κά), The Pearl Ja­cket and Other Sto­ries: Flash Fiction from Con­tem­po­ra­ry Chi­na, Edited and Translated by Shouhua Qi, Stone Bridge Press, Berkeley, 2008.


Ἡ πραγ­μα­τεί­α τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ ἠ­θι­κοῦ φι­λο­σό­φου Harry G. Frankfurt, On Bullshit, Princeton University Press, 2005 (στὰ ἀγ­γλι­κά).

.


 

 

 

 

Τὸ Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Storytellling, μὲ τί­τλο Story 2018 στὶς 20-21 Σε­πτεμ­βρί­ου 2018, στὸ Nashville, Η.Π.Α.

.


 

 

Flash Fiction 400 – Δι­ε­θνὴς δι­α­γω­νι­σμὸς ἀ­πὸ τὸ TSS, τὸν ἱ­στό­το­πο τοῦ Cambridge Short Story Prize.

Γλώσ­σα: Ἀγ­γλι­κή.

Προ­θε­σμί­α ὑ­πο­βο­λῆς: 15.9.2018.

Συμ­με­το­χή: £5

Ὅ­ριο λέ­ξε­ων: 400


Flash Fiction Award – Δι­ε­θνὴς δι­α­γω­νι­σμὸς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πὸ τὸ Bath Flash Fiction Award.

Γλώσ­σα: Ἀγ­γλι­κή.

Προ­θε­σμί­α ὑ­πο­βο­λῆς: 14.10.2018

Συμ­με­το­χή: £9 (- 18£)

Ὅ­ριο λέ­ξε­ων: 300

Σε­πτέμ­βριος, 2018

(*) Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν Dr. Lauro Zavala γιὰ τὴν πο­λύ­τι­μη συμ­βο­λή του καὶ τὸ ὑ­λι­κὸ ποὺ μᾶς ἔ­στει­λε ἀ­πὸ τὸ 10ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ St. Gallen.


Ση­μει­ώ­σεις
            (1) Δι­α­τη­ρῶ παν­τοῦ το γε­νι­κὸ ὅ­ρο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς συ­νώ­νυ­μο τῶν ὅ­ρων microfiction, flash fiction, minificción λό­γῳ τῆς ἐκ­κρε­μό­τη­τας ποὺ συ­νε­χί­ζει νὰ ὑ­φί­στα­ται δι­ε­θνῶς ὡς πρὸς ἕ­ναν κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὅ­ρο καὶ ὁ­ρι­σμὸ γιὰ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να.
            (2) Οἱ ὅ­ροι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν μὲ αὔ­ξου­σα σει­ρὰ ἦ­ταν οἱ ἑ­ξῆς: microrrelato, microcuento, microfiction, minificción, narrativa hiperbreve, microconto, microficçao (μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­τί­στοι­χα στὰ πορ­το­γα­λι­κά), short fiction, micronarrativas. Πα­ρό­μοι­α πο­λυ­φω­νί­α δι­α­τη­ρή­θη­κε καὶ στὸ συ­νέ­δριο στὴν Ἐλ­βε­τί­α.
            (3) Ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα ἐδῶ καὶ στὴ με­λέ­τη τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Miriam N. Di Gerónimo, κα­θη­γή­τριας στὸ Universidad Nacional de Cuyo.
            (4) Με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α: Ὅ­ρος ποὺ εἰ­σή­γα­γε ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς W. Gass τὸ 1970. Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὶς και­νο­το­μί­ες στὸ ἀγ­γλο-α­με­ρι­κα­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Κύ­ριος πρό­γο­νος θε­ω­ρεῖ­ται ὁ Tristram Shandy καὶ σύγ­χρο­νοι ἐκ­πρό­σω­ποι οἱ Donald Barthelme, Christine Brooke-Rose, Antonia Byatt, John Fowels, Doris Lessing, Thomas Pynchon, κ.ἄ., ἂν καὶ ὁ ὅ­ρος δι­ευ­ρύν­θη­κε γιὰ νὰ πε­ρι­λά­βει καὶ ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως οἱ Italo Calvino, Jorge L. Borges καὶ Julio Cortázar. Ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­να­πτύ­χθη­κε ὅ­πως τὸ γαλ­λι­κὸ nouveu roman (νέ­ο μυ­θι­στό­ρη­μα) καὶ δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ ἀν­τί­στοι­χη πα­ρά­δο­ση στὴν ἀ­φή­γη­ση στὸ ἀγ­γλο-α­με­ρι­κα­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ ρι­ζο­σπα­στι­κοὺς τρό­πους ἔκ­θε­σης τῆς ψευ­δαί­σθη­σης, τῆς ἀ­λη­θο­φά­νειας καὶ τῆς κει­με­νι­κο­ποί­η­σης τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ὡς μί­α ἀ­πὸ τὶς ὑ­περ­βά­σεις τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, τὶς ἐκ­φάν­σεις τοῦ με­τα­μον­τερ­νι­σμοῦ καὶ τῆς αὐ­το­συ­νεί­δη­σης τοῦ δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὴν αὐ­στη­ρὴ δι­ά­κρι­ση μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ἱ­στο­ρί­ας κι ἐ­πι­τί­θε­ται στὴ γλώσ­σα καὶ τὶς συμ­βά­σεις τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ. Ἡ με­τα­μον­τερ­νι­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση δὲν ἐ­πι­δι­ώ­κει τὴ μορ­φι­κὴ ἐ­πι­τή­δευ­ση, ἀλ­λὰ τὴ σύν­θε­ση μι­κρῶν ἑ­νο­τή­των μὲ τὸ μέ­γε­θος μιᾶς ἢ δύ­ο πα­ρα­γρά­φων ἀ­πο­δο­μών­τας τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς καὶ χρο­νι­κῆς συ­νέ­χειας. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α κα­τα­φεύ­γει σὲ μορ­φι­κὲς ἐ­πι­νο­ή­σεις, εὐ­φυ­εῖς τε­χνι­κές, ἀ­κό­μα καὶ τυ­πο­γρα­φι­κὰ τε­χνά­σμα­τα, γιὰ νὰ ἐ­πι­τεί­νει τὴ γο­η­τεί­α τοῦ κει­μέ­νου. Δι­α­τα­ράσ­σει τὴν αἰ­τια­κὴ χρο­νι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α τῶν γε­γο­νό­των, ὑ­πο­νο­μεύ­ει τὸ χρό­νο τῆς ἀ­φή­γη­σης κι ἐν­τεί­νει τὴν αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα μὲ τὴν ἄ­με­ση ἔκ­θε­ση τῆς συγ­γρα­φι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας, τὴ χρή­ση τῆς πα­ρω­δί­ας, τῆς πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ας καὶ τοῦ δι­α­νο­η­τι­κοῦ παι­χνι­διοῦ τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­πὸ πα­θη­τι­κὸς δέ­κτης γί­νε­ται συ­νερ­γὸς στὸ παι­χνί­δι τῆς ἀ­φή­γη­σης καὶ ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­έ­να­η δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­πο­δό­μη­σης κι ἐ­πα­να­σύν­δε­σης, ἀ­φε­νὸς συν­τε­λεῖ στὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση πὼς τό­σο ὁ ρό­λος καὶ ἡ λο­γι­κή τῆς ἀ­φή­γη­σης, ὅ­σο καὶ ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ τέρ­ψη με­τα­βάλ­λον­ται δια­ρκῶς καὶ κα­θο­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια τὰ κεί­με­να καὶ ἀ­φε­τέ­ρου στὴν συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ πὼς ἡ μυ­θο­πλα­στι­κὴ σύν­θε­ση καὶ ἡ πρόσ­λη­ψή της εἶ­ναι πο­λι­τι­σμι­κὰ κα­θο­ρι­σμέ­νες ἐ­νέρ­γει­ες. (Τζι­ό­βας Δη­μή­τρης, Ὁ με­τα­μον­τερ­νι­σμὸς καὶ ἡ ὑ­πέρ­βα­ση τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας, στὸ Με­τὰ τὴν αἰ­σθη­τι­κή, Ὀ­δυσ­σέ­ας, Ἀ­θή­να, 2003, σ.σ. 285-300.) Ἂν καὶ ἐν­το­πί­ζε­ται σὲ πολ­λὰ δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ κα­θο­ρι­στι­κὸ εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της.
            (5) Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ Να­νο­φι­λο­λο­γί­α ἐδῶ κι ἐδῶ, ὅ­που συγ­κε­κρι­με­νο­ποι­εῖ­ται ἡ προ­γραμ­μα­τι­κὴ πρό­τα­ση τοῦ ἱ­δρυ­τῆ της, Ottmar Ette, νὰ συμ­πρά­ξουν ἡ ἐ­πι­στή­μη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὶς θε­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, προ­κει­μέ­νου ἡ ἐ­πι­στή­μη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας νὰ ἀ­να­λά­βει τὸ ρό­λο μιᾶς ἐ­πι­στή­μης τῆς ζω­ῆς (la ciencia de la literatura como ciencia de la vida).
            (6) Ἡ Χα­ρί­κλεια Ζήν­γκου, κα­θη­γή­τρια στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο, ἦ­ταν ἡ μό­νη Ἑλ­λη­νί­δα ποὺ συμ­με­τεῖ­χε. Πα­ρου­σί­α­σε τὶς θε­ω­ρη­τι­κὲς ἐν­στά­σεις της ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ τοῦ Peter Lecouras στὸ ἄρ­θρο του “Hemingway in Constantinople” ὅ­τι ὁ Hemingway δι­α­τή­ρη­σε σω­βι­νι­στι­κὴ καὶ με­ρο­λη­πτι­κὴ στά­ση ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς Ἕλ­λη­νες στὸ δι­ή­γη­μά του «Στὴν προ­κυ­μαί­α τῆς Σμύρ­νης» (1η ἔκ­δο­ση τὸ 1925 μὲ τί­τλο «On the Quai at Smyrna»), ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τὸ γε­νι­κὸ τί­τλο Στὴν ἐ­πο­χή μας (In Our Times, 1930). Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα βα­σί­ζε­ται στὴ βι­ω­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Hemingway ὡς πο­λε­μι­κοῦ ἀν­τα­πο­κρι­τῆ τῆς κα­να­δι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Toronto Star κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κοῦ πο­λέ­μου (1919 -1922) καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ὁ­μό­τι­τλη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του: Στὴν προ­κυ­μαί­α τῆς Σμύρ­νης (μτφ. Σύρ­μου-Βε­κρῆ Βά­νια, Ἐκ­δό­σεις Μπι­λιέ­το, Ἀ­θή­να, 2016).
            (7) Οἱ ὄ­ροι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν ἦ­ταν μὲ αὔ­ξου­σα σει­ρὰ οἱ ἑ­ξῆς: flash fiction, microfiction, short-short story, τοὺς ὁ­ποί­ους θε­ω­ρῶ ὡς συ­νώ­νυ­μούς της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.
            (8) Ὁ G. Genette γιὰ τὴ με­λέ­τη τοῦ χρό­νου στὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ λό­γο δι­α­κρί­νει τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες ὀρ­γά­νω­σής του: τὴν τά­ξη ἢ σει­ρά, τὴ διά­ρκεια καὶ τὴ συ­χνό­τη­τα. Διά­ρκεια εἶ­ναι ἡ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στὴ χρο­νι­κὴ διά­ρκεια τῶν γε­γο­νό­των στὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ στὴν ἔ­κτα­ση ποὺ κα­τα­λαμ­βά­νει ἡ ἀ­φή­γη­σή τους μέ­σα στὸ κεί­με­νο. Ἡ ἔ­κτα­ση κά­θε γε­γο­νό­τος μέ­σα στὸ κεί­με­νο κα­θο­ρί­ζει τὸν ρυθ­μὸ ἢ τὴν τα­χύ­τη­τα τῆς ἀ­φή­γη­σης. Ἔλ­λει­ψη: μί­α ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις κα­τη­γο­ρί­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ρυθ­μοῦ ἢ τα­χύ­τη­τας (σκη­νή, ἔλ­λει­ψη, πε­ρί­λη­ψη ἢ σύ­νο­ψη καὶ παύ­ση). Λει­τουρ­γεῖ στὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν σχέ­σε­ων με­τα­ξὺ ἱ­στο­ρί­ας καὶ ἀ­φη­γή­μα­τος. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐ­πι­τα­χύ­νει τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ἀ­φή­γη­σης, μὲ τὸ νὰ πραγ­μα­το­ποι­εῖ χρο­νι­κὰ ἅλ­μα­τα, ἀ­πο­σι­ω­πών­τας ἐ­πι­λε­κτι­κὰ τμή­μα­τα τῆς ἱ­στο­ρί­ας καὶ δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση τῆς ὁ­λο­κλή­ρω­σης τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης σὲ ἕ­να ἀ­στρα­πια­ῖο ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο.
            (9) Ἡ ἑ­στί­α­ση στὸ χρό­νο τοῦ κει­μέ­νου θε­ω­ρεῖ­ται εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­ση­μά­νει ἤ­δη ὁ William Nelles.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.


Προηγήθηκαν:
Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)
καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).
Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα.
καὶ
Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.



		

	

Βάσω Σινοπούλου: ZUMA


Βά­σω Σι­νο­πού­λου


ZUMA


ΙΓΟ ΚΑΙΡΟ με­τὰ ποὺ πέ­θα­νε ὁ ἄν­τρας της τὸν ζή­τη­σαν στὸ τη­λέ­φω­νο γιὰ τὸ πρό­γραμ­μα ποὺ εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει, εἶ­παν. Τοὺς ἐ­ξή­γη­σε, τὴν συλ­λη­πή­θη­καν ἀλ­λὰ τὸ πρό­γραμ­μα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­κυ­ρω­θεῖ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ πα­ρα­δώ­σουν. Ὁ νε­α­ρὸς ποὺ τὸ ἔ­φε­ρε τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ τὸ ἐγ­κα­τέ­στη­σε ἐ­ξη­γών­τας δι­ά­φο­ρα ποὺ ἐ­κεί­νη δὲν κα­τα­λά­βαι­νε οὔ­τε ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν νὰ κα­τα­λά­βει καὶ στὸ τέ­λος τῆς ἔ­δει­ξε ἕ­να παι­χνί­δι δῶ­ρο μα­ζὶ μὲ τὸ πρό­γραμ­μα. Αὐ­τὸ τῆς ἄ­ρε­σε. Ἦ­ταν μιὰ σει­ρὰ χρω­μα­τι­στὲς μπα­λί­τσες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ τῆς ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πον­τί­κι καὶ νὰ τὶς δι­α­λύ­σει πρὶν ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν στὸ ἀ­νοι­χτὸ στό­μα τοῦ δρά­κου ποὺ πε­ρί­με­νε στὸ τέ­λος τῆς δι­α­δρο­μῆς. Φαι­νό­ταν ἁ­πλὸ καὶ εὔ­κο­λο καὶ εἶ­χε βα­ρε­θεῖ τὶς πα­σι­έν­τζες ποὺ ἔ­παι­ζε τὰ βρά­δυ­α ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κοι­μη­θεῖ, κά­θε βρά­δυ δη­λα­δή. Τὸ πρῶ­το ἐ­πί­πε­δό τὸ ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα καὶ τό­τε ἡ ὀ­θό­νη γέ­μι­σε ἀ­στρά­κια πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα καὶ συγ­χα­ρη­τή­ρια. Ἔ­σβη­σαν καὶ στὴν ὀ­θό­νη φά­νη­κε μιὰ πλα­τεί­α. Κοί­τα­ξε κα­λύ­τε­ρα. Ἦ­ταν ἡ πλα­τεί­α στὸ χω­ριὸ τῆς μά­νας της ποὺ περ­νοῦ­σε τὰ κα­λο­καί­ρια. Κυ­ρια­κὴ πρω­ῒ με­τὰ τὴν λει­τουρ­γί­α ­ὅ­λοι μὲ τὰ κα­λά τους ροῦ­χα με­ρι­κοὶ κρα­τοῦ­σαν τὸ ἀν­τί­δω­ρο τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἄ­σπρο μαν­τή­λι. Εἶ­δε τὰ ξα­δέρ­φια της, τὴν θεί­α της, ἀν­θρώ­πους ποὺ εἶ­χε χρό­νια νὰ δεῖ καὶ νὰ θυ­μη­θεῖ, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι πε­θα­μέ­νοι. Ἡ εἰ­κό­να ἔ­σβη­σε καὶ στὴν ὀ­θό­νη ἄρ­χι­σε τὸ δεύ­τε­ρο ἐ­πίπε­δο τοῦ παι­χνι­διοῦ. Τὸ στα­μά­τη­σε. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὸ γυ­ρί­σει πί­σω νὰ ξα­να­δεῖ τὴν εἰ­κό­να. Δὲν ἤ­ξε­ρε. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τί ἦ­ταν αὐ­τό. Πα­λιὲς φω­το­γρα­φί­ες ποὺ εἶ­χε βγά­λει ὁ ἄν­τρας της ἀλ­λὰ πό­τε καὶ για­τί. Μπερ­δεύ­τη­κε νύ­στα­ξε πῆ­γε νὰ κοι­μη­θεῖ.

        Συ­νέ­χι­σε τὴν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα στὸ δεύ­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο καὶ ὅ­ταν τὸ συμ­πλή­ρω­σε, ἡ ὀ­θό­νη γέ­μι­σε πά­λι ἀ­στε­ρά­κια καὶ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα καὶ με­τὰ φά­νη­κε πά­λι μιὰ πλα­τεί­α. Ἡ πλα­τεί­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της ὅ­πως ἦ­ταν πρὶν πολ­λὰ χρό­νια. Ἡ ΕΒΓΑ, τὸ ψι­λι­κα­τζήδι­κο, τὸ μα­νά­βι­κο μὲ τὰ κα­φά­σια ἁ­πλω­μέ­να στὸ πε­ζο­δρό­μιο, ἡ ἀ­φε­τη­ρί­α τῶν πα­λι­ῶν λε­ω­φο­ρεί­ων. Δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τε. Προ­σπά­θη­σε νὰ θυ­μη­θεῖ τί ἀ­κρι­βῶς τῆς εἶ­χε πεῖ ὁ νε­α­ρὸς ποὺ εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­γραμ­μα. Βρῆ­κε τὴν ἑ­ται­ρεί­α στὰ χαρ­τιὰ ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­φή­σει καὶ πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο. Μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση, μου­σι­κὴ, ἂν θέ­λε­τε αὐ­τὸ, ἐ­κεῖ­νο, τὸ ἄλ­λο, πα­τῆ­στε 1, 2, 3, 4. Δὲν πά­τη­σε τί­πο­τε καὶ πε­ρί­με­νε. Κά­ποι­ος τῆς μί­λη­σε κα­νο­νι­κά. Εἶ­πε ὄ­νο­μα, δι­εύ­θυν­ση, τη­λέ­φω­νο καὶ ζή­τη­σε νὰ μι­λή­σει μὲ αὐ­τὸν ποὺ τῆς εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­γραμ­μα. Πε­ρί­με­νε. Ἔ­κα­νε λά­θος δὲν τῆς εἶ­χαν στεί­λει πο­τὲ τί­πο­τε. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σε τί συ­νέ­βαι­νε μὲ τὸ παι­χνί­δι. Τὴν ἄ­κου­σε χω­ρὶς νὰ τὴν δι­α­κό­ψει καὶ με­τὰ τὴν ρώ­τη­σε ἂν ἦ­ταν κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ σπί­τι νὰ μι­λή­σει μα­ζί του. Ἔ­βα­λε τὸ ἀ­κου­στι­κὸ στὴ θέ­ση του καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να. Τὸ ψυ­γεῖ­ο ἦ­ταν ἄ­δει­ο θά ΄πρε­πε νὰ πά­ει γιὰ ψώ­νια ἀλ­λὰ κά­θη­σε μπρο­στὰ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή.

        Τὰ ἐ­πί­πε­δα δυ­σκό­λευ­αν τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο καὶ κά­θε φο­ρὰ μιὰ και­νούρ­για πλα­τεί­α στὴν ὀ­θό­νη της. Ἡ μι­κρὴ πλα­τεί­α στὴν Σέ­ρι­φο ἕ­να κα­λο­καί­ρι, πλα­τεῖ­ες σὲ ἐ­παρ­χια­κὲς πό­λεις καὶ πό­λεις στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ τὸ παι­χνί­δι δυ­σκό­λευ­ε ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἐ­πέ­με­νε νὰ τὸ τε­λειώ­σει καὶ νὰ βρεῖ μιὰ ἐ­ξή­γη­ση σὲ ὅ­λο αὐ­τό. Ἔ­φτα­σε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πί­πε­δο. Ἡ πλα­τεί­α ἦ­ταν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ποὺ εἶ­χε κη­δέ­ψει τὸν ἄν­τρα της. Ἡ πομ­πὴ ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν ἡ ἴ­δια. Τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν κλει­στὸ ἀλ­λὰ τὰ ἀγ­γελ­τή­ρια ἔ­γρα­φαν τὸ δι­κό της ὄ­νο­μα. Ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὴν πομ­πὴ μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους καὶ ἐ­κεῖ ποὺ τέ­λει­ω­νε τὸ μο­νο­πά­τι στὸν μι­κρὸ ἀ­νή­φο­ρο εἶ­δε τὸν ἄν­τρα της. Τῆς ἔ­γνε­ψε χα­μο­γε­λών­τας νὰ πά­ει κον­τά του. Σή­κω­σε καὶ τὰ δυ­ό της χέ­ρια γιὰ νὰ τοῦ πεῖ ὅ­τι τὸν εἶ­δε καὶ ἔ­τρε­ξε νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι δὲν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὴ γῆ.

        Τὴν βρῆ­καν πε­σμέ­νη ἐ­πά­νω στὸ πλη­κτρο­λό­γιο μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη ποὺ ἀ­να­βό­σβη­νε ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας «τὸ παι­χνί­δι τε­λεί­ω­σε».



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Σι­νο­πού­λου (Ἀ­θή­να). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.


Stavroula Tsouprou: In its place


Stavroula Tsouprou

In its place


N HEIGTH and length, this flimsy piece of furniture, made from dozens of drawers, could have covered the entire wall of a large oblong drawing room. Its drawers, however, were not all the same. Some were small and others were large, some were locked and others unlocked, and in some the space inside gaped vacantly, yet ready to to be filled, like the scabbard that awaits the sword for peacetime. Some drawers among them were painted in vivid colours – to be precise, they had been painted, because now most of them had lost that old knack of capturing the bright light of the external source: the truth is that after a certain time this precious property disappeared and the drawers returned to their ordinary, indeterminate insipid colour, sometimes verging on grey, sometimes on beige and sometimes on leaden dullness. So, their outward differences were focused now on size or volume, and on the keyholes, and, of course, on whether or not they had managed to keep their shape after being placed in position; this last was fundamental.

        The larger drawers were at the base of the piece of furniture; but no one ever knew whether they were the heavier or the lighter ones (needless to say, the piece of furniture was not subject to the laws of nature and was therefore not in danger of toppling over), the richer ones or the most boring – their content was inaccessible, locked away for ever, kept safely away from prying eyes, but from well-intentioned ones too. The key of these drawers was nowhere to be found and their intellectual property rights were held by the Unknown, fragmented into pieces over the centuries. The higher the rows of drawers, the smaller they were; the composition of their contents varied, which is what differentiated them. This diversity was an internal difference, not visible to the outside observer, as was the case with their weight as well: only whoever opened them, one by one, could pass comment on these hidden contrasts or even hidden similarities, variations or fluctuations, and, then go on to judge (if he was interested in doing so) how much the composition of the content was expressed in the whole, in the behaviour of the piece of furniture during its movement in the space. Not even the key-holder himself must necessarily be involved with this laborious task, not least because he frequently left the keys hanging from their string outside the drawers, sometimes forgetting even to lock them, when their content was trivial or presented nothing reprehensible.

        So, the great external particularity was the state of the shape of the drawers, which, we forgot to say, were made of pliable material during the first phases of their life, which meant that the drawer could be compressed if it was bigger than its intended place, until it was finally wedged in there, before time rendered it rigid. However, these badly-formed drawers ruined the harmony of the whole (someone else might say, perhaps, that they simply enlivened its uniformity).

        The reason why some drawers lost their original shape, making them unsuitable for their predetermined place, was their essential dissonance with the animated heart of this particular macro-structure, which functioned from the outset on the basis of genetically-determined specifications. Foreseen, of course, in these specifications, was the possibility also of deviations, in much the same way as a statistical study takes into account the margin of error. But when the moment came for these deviations to go into the corresponding drawer, and for this in its turn to be put tidily in its place, the shape of the micro-structure, altered as it was, had to adapt as best it could. The wound – because deviations of this kind are wounds – suppurated, of course, but this happened inside the drawer and the unpleasant odours were trapped in its confined space, at least for as long as it stayed closed. What remained obvious was the clumsily neatened shape, indication that the flimsy piece of furniture was, once again, an unfinished and therefore tortured creation. In those cases in which the creation became aware of its suffering, the piece of furniture was often shaken by secret storms – but there were also the happy cases of obliviousness or of stoic forbearance; in these the shakings were rare and the piece of furniture continued its flimsy course, not harmonious, not perfect, but quite satisfied.

        In a final effort, the misshapen drawer was pushed into its place. The one next to it had already begun to fill up.

Translated by Alexandra Doumas

 

Source: And Tomorrow is Now (εκδ. Ρώμη, 2016)

Stavroula Tsouprou (Athens) holds a doctorate in Greek Literature from the National and Capodistrian University of Athens, as well as language diplomas in English, French, Italian, German and Spanish. Systematically involved with Literature Theory, she has published studies on earlier and contemporary prose-writers and poets. She is a regular contributor to the daily and periodical press. Three volumes of her essays have been published: Tasos Athanasiadis:”With the eyes of our generation”The “childis” stories of Cosmas Politis and Trial Readings. Her first fictional work is the collection of short stories They’re looking at you (Grigoris Editions 2013)


 

Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Κο­τσί­ρια στὰ κε­ρα­μί­δια



Φωτεινὴ Βασιλοπούλου


Κο­τσί­ρια στὰ κε­ρα­μί­δια


Στὸν Γι­ῶρ­γο Πρίμ­πα


ΡΥΩΝΕ. Ἔ­κα­νε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του μὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ δεῖ τί­πο­τα. Τὰ ξα­νά­κλει­σε, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν σί­γου­ρος ὅ­τι τὰ εἶ­χε κὰν ἀ­νοί­ξει πρίν. Δο­κί­μα­σε νὰ κου­νη­θεῖ μὰ δὲν μπό­ρε­σε. Ἔ­κλει­σε σφι­χτὰ τού­τη τὴ φο­ρὰ τὰ μά­τια του καὶ γλά­ρια­σε. Ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο τὸν ἔ­βγα­λε ἡ γυ­ναί­κα του, ποὺ ἄρ­χι­σε ξαφ­νι­κὰ νὰ σκού­ζει καὶ νὰ χτυ­πι­έ­ται. Τρό­μα­ξε, ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ κα­λο­κα­τα­λά­βει τί ἔ­λε­γε. Ἤ­θε­λε νὰ τῆς πεῖ «βού­λω­σ’ τὸ στό­μα σου, μᾶς ἀ­κοῦ­νε τό­σοι ξέ­νοι», ἀλ­λὰ δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὰ κά­νει χει­ρό­τε­ρα. Εὐ­τυ­χῶς οἱ στριγ­κλι­ὲς κό­πη­καν μα­χαί­ρι με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ ξε­ροὺς χτύ­πους.

       Ἔ­κα­νε ν’ ἀλ­λά­ξει πλευ­ρό, για­τί τό­νε πό­νη­γε οὗ­λο του τὸ κορ­μί, ἀλ­λὰ δὲ στά­θη­κε μπο­ρε­τό. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­να-δυ­ὸ λε­πτὰ στὴν ἴ­δια θέ­ση πρέ­πει νὰ λα­γο­κοι­μή­θη­κε, ἀλ­λὰ πά­λε τό­νε ξυ­πνή­σα­νε. Τού­τη τὴ βο­λὰ ἤ­τα­νε οἱ ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρες τῆς με­γά­λης του θυ­γα­τέ­ρας. «Τὴν ξε­πάν­του­λη, κο­ρί­τσι τῆς παν­τρειᾶς, τί ἀ­ρου­λι­ώ­τα­νε(1) ἔ­τσι; Ποι­ός γαμ­πρὸς θὰ τὴν ἔ­παιρ­νε, ποὺ βέ­λα­ζε σὰ γί­δα ποὺ σούρ­νει; Θὰ τῆς δώ­κω κα­νιὰ ἀ­νά­στρο­φη, ποὺ θά ’­ναι οὕ­λη δι­κιά της» σκέ­φτη­κε. «Τί στὸ δι­ά­βο­λο σκού­ζα­νε οὗ­λοι καὶ δὲν τὸν ἀ­φή­να­νε νὰ κοι­τα­χτεῖ(2) μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α του;» Τώ­ρα πό­νη­γε πιὸ πο­λύ. Ἔ­κα­νε μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια νὰ τοὺς ἀ­γνο­ή­σει. Καὶ τὸ πέ­τυ­χε. Ἔ­πε­σε σὲ βα­θὺ ὕ­πνο.

       Ἕ­να δυ­να­τὸ τράν­ταγ­μα κι ἕ­νας θό­ρυ­βος σὰ νὰ πέ­σα­νε κο­τσί­ρια(3) στὰ κε­ρα­μί­δια τό­νε βγά­λα­νε ἀ­π’ τὸ λή­θαρ­γο. «Ἄλ­λο καὶ τοῦ­το! Ποιός νὰ ’­ρι­νε κο­τσί­ρια στὰ κε­ρα­μί­δια νυ­χτι­ά­τι­κα καὶ μὲ τέ­τοι­ο κρύ­ο;» Πό­σο κρύ­ω­νε, πά­λι!

       Ἔ­κα­νε νὰ ξα­να­νοί­ξει τὰ μά­τια του, μὰ πά­λι δὲν μπό­ρε­σε νὰ δεῖ τί­πο­τα. Οὔ­τε μιὰ χα­ρα­μά­δα που­θε­νά. Μπό­ρε­σε μό­νο νὰ νι­ώ­σει ὅ­τι βρι­σκό­ταν σ’ ἕ­να ψυ­χρὸ καὶ σκο­τει­νὸ μέ­ρος. Τὸ σκο­τά­δι ἦ­ταν πη­χτό. Σοῦ ’­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα. Κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι ὁ χῶ­ρος ἦ­ταν στε­νὸς κι ὁ ἀ­έ­ρας λι­γο­στός. Ὁ πό­νος ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτος σὰ νὰ τοῦ ’­χα­νε μπή­ξει στὸ κορ­μὶ ἀ­χι­νάγ­κα­θα. Τὸν πο­νοῦ­σε ὅ­λη του ἡ ἀ­ρι­στε­ρὴ πλευ­ρά. Λὲς κι ἦ­ταν στὴν ἴ­δια θέ­ση γιὰ ὧ­ρες. Ἴ­σως καὶ μέ­ρες. Ναί, σί­γου­ρα μέ­ρες. Δο­κί­μα­σε νὰ κου­νη­θεῖ ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μὰ δὲν μπό­ρε­σε. Ἡ προ­σπά­θεια τὸν τσά­κι­σε.

       Ὁ ἀ­έ­ρας ὁ­λο­έ­να καὶ λι­γό­στευ­ε. Ἔ­κα­νε μιὰ προ­σπά­θεια νὰ γε­μί­σει τ’ ἀ­δύ­να­μα πλε­μό­νια του, νὰ βρεῖ δυ­νά­μεις γιὰ νὰ γυ­ρί­σει ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη. Νὰ ξα­λα­φρώ­σει νιὰ στά­λα. Ἔ­κλει­σε πά­λι τὰ μά­τια του, ἕ­σφι­ξε τὰ δόν­τια, τὰ σταυ­ρω­μέ­να του χέ­ρια, τὰ πι­α­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν ἀ­κι­νη­σί­α πό­δια του. Ὁ ὦ­μος του κου­νή­θη­κε γιὰ λί­γο καὶ μὲ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες του δυ­νά­μεις κα­τόρ­θω­σε, ἐ­πι­τέ­λους, νὰ γυ­ρί­σει στὸ δε­ξί του πλευ­ρό. Κι ἀ­πέ­μει­νε σ’ αὐ­τὴ τὴ στά­ση γιὰ πάν­τα.

       Ἐ­κεῖ τὸν βρῆ­καν ἔν­τρο­μοι οἱ δι­κοί του πέν­τε χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς ἐ­κτα­φῆς.


(1) οὔρλιαζε σὰ τσακάλι.
(2) κοιμηθεῖ.
(3) φασόλια φάβας.


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χού­φτα ζωή, Δε­κα­ε­φτά Δι­η­γή­σεις (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).