Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἡ οὐλὴ

Triantafyllidou-Trendel,Aristi-IOuli-Eikona-01


Ἀ­ρί­στη Τρι­α­ντα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ


Ἡ οὐλή


02-TaphΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΛΟΙ νὰ πε­θαί­νουν. Γνω­στοὶ κι ἄ­γνω­στοι, κολ­λη­τοὶ κι ἄ­σχε­τοι. Ρι­ζο­σπα­στι­κὴ ἀλ­λα­γὴ στὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τε­λευ­ταῖ­α ἄλ­λα­ζε κι αὐ­τή. Ἀρ­γὰ ἀλ­λὰ στα­θε­ρά. Τε­λευ­ταῖ­α ἄρ­χι­σε νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸν ἑ­αυ­τό της. Σὰ νὰ μὴν ἦ­ταν ἡ ἴ­δια πιά, σὰ νὰ ἔ­χα­νε τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ποι­ά ἦ­ταν. Τυ­χαῖα ἔ­μα­θε γιὰ τὸν θά­να­το τῆς Ἀ­να­μα­ρί­α Μαν­τοῦ­ρο. Εἶ­χε χρό­νια νὰ τὴ δεῖ. Κι ὅ­ταν τὴν ἔ­ψα­ξε στὸ δι­α­δύ­κτιο δὲν ἦ­ταν κὰν γι’ αὐ­τὴν ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να χα­ϊ­κοὺ ποὺ κά­πο­τε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε γρά­ψει καὶ θέ­λη­σε νὰ τὸ ξα­να­δι­α­βά­σει.Ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τὴν ποί­η­ση. Τὰ ποι­ή­μα­τα μέ­νουν. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­να­χω­ροῦν. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ποι­ή­τρια ἀλ­λὰ σί­γου­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρος ἄν­θρω­πος. Ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ ἡ πο­λυ­μά­θεια ἀν­τὶ νὰ τοὺς προ­βάλ­λει, τοὺς χαν­τα­κώ­νει. Ζοῦ­σε σὲ δέ­κα τε­τρα­γω­νι­κά, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς τρι­το­κο­σμι­κὲς συ­νοι­κί­ες τοῦ Πα­ρι­σιοῦ ποὺ δὲν κυ­κλο­φο­ρεῖς μό­νος σου τὸ βρά­δυ. Ἡ κα­τα­γω­γή της κά­που ἀ­πὸ τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ εἶ­χε σπου­δά­σει δι­εύ­θυν­ση ὀρ­χή­στρας σὲ ὀ­νο­μα­στὴ σχο­λὴ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ἀλ­λά, χρό­νια ἄ­νερ­γη, ζοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ ἐ­πι­δό­μα­τα τοῦ γεν­ναι­ό­δω­ρου Γαλ­λι­κοῦ κρά­τους. Τὴν συ­νάν­τη­σε στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο τοῦ Shakespeare & Co καὶ ἦ­ταν ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α ποὺ τῆς σύ­στη­σε τὸν ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου.

         «Νό­μι­σα ὅ­τι εἶ­χε πε­θά­νει», τῆς εἶ­πε.

         «Ὅ­πως βλέ­πεις, ζεῖ καὶ βα­σι­λεύ­ει», τῆς ἀ­πάν­τη­σε (στὸ με­τα­ξὺ πά­ει βέ­βαι­α κι αὐ­τός).

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὴν οὐ­λὴ ποὺ εἶ­χε στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πό. Μὰ ποῦ τὴν πρό­σε­ξε! Ἔ­χει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς που­λιοῦ, ἴ­σως γε­ρα­νοῦ, σχο­λί­α­σε, κι ἤ­θε­λε νὰ μά­θει τὴν ἱ­στο­ρί­α της. Ἔ­νι­ω­σε κά­πως ἀ­μή­χα­να. Δὲν εἶ­χε κά­ποι­α ἱ­στο­ρί­α πά­θους νὰ τῆς δι­η­γη­θεῖ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν οὐ­λή, ὅ­τι στὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα ἄ­νοι­ξε τὶς φλέ­βες της για­τί ἔ­βρι­σκε τὴ ζω­ὴ ἀ­φό­ρη­τη, ἢ ὅ­τι ἔ­σπα­σε τζά­μια ἀ­πὸ ἀ­βά­στα­χτο κα­η­μὸ γιὰ ἕ­να πρό­ω­ρο χα­μὸ σὰν τὸν μι­κρὸ τοῦ Σά­λιν­τζερ στὸ «Φύ­λα­κα στὴ σί­κα­λη», ἢ γιὰ ἕ­να ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα στὰ δε­κα­ο­χτώ. Ὄ­χι πὼς δὲν εἶ­χε τέ­τοι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, κά­θε ἄλ­λο, ἀλ­λὰ δὲν σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν οὐ­λή.

         «Πέ­ρα­σα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τζα­μό­πορ­τα ὅ­ταν ἤ­μουν τρι­ῶν χρο­νῶν», τῆς εἶ­πε.

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τῆς δι­η­γή­θη­κε τοὺς πρό­σφα­τους ἔ­ρω­τές της, γιὰ τὴ βι­βλι­ο­θη­κά­ριο τῆς δα­νει­στι­κῆς της βι­βλι­ο­θή­κης ποὺ τῆς φε­ρό­ταν στορ­γι­κὰ καὶ γιὰ τὸν πα­θο­λό­γο ποὺ ἔ­βλε­πε ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ γιὰ τὶς ἀ­ϋ­πνί­ες της. Καὶ οἱ δυ­ὸ χω­ρὶς ἀν­τα­πό­κρι­ση. Βολ­τά­ρα­νε μα­ζὶ γιὰ ἕ­να φεγ­γά­ρι στὴν Ἀ­ρι­στε­ρὴ Ὄ­χθη φι­λο­λο­γών­τας γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες τῆς Ἀ­ρι­στε­ρῆς Ὄ­χθης. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε δι­α­βά­σει ὅ­λους τους ἐκ­πα­τρι­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ με­σο­πο­λέ­μου, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὶς γυ­ναῖ­κες (δὲν ἦ­ταν τυ­χαῖ­ο ὅ­τι τὸ Shakespeare & Co ἔ­γι­νε τὸ λη­μέ­ρι της) καὶ οἱ ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να τοὺς ἔ­δι­ναν σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σαν χέ­ρι-χέ­ρι μὲ τὴν Γερ­τρού­δη Στά­ιν καὶ τὴν Μί­να Λό­υ.

         Με­τὰ ἔ­χα­σε τὰ ἴ­χνη της. Καὶ κα­νέ­να ἴ­χνος ἀ­πὸ τὸ χα­ϊ­κοὺ ποὺ ἔ­ψα­χνε. Σὲ ἕ­να μπλὸγκ ποί­η­σης βρῆ­κε ὅ­μως ἕ­να ἄλ­λο ποί­η­μά της ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα δι­α­βά­σει. Εἶ­χε τί­τλο «Ἡ Γυ­ναί­κα τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς ὄ­χθης» καὶ μι­λοῦ­σε γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἡ ποι­ή­τρια εἶ­χε πολ­λὰ χρό­νια νὰ δεῖ ἀλ­λὰ θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε αὐ­το­στιγ­μεί, ἀ­πὸ τὴν οὐ­λὴ στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πὸ ποὺ εἶ­χε σχῆ­μα γε­ρα­νοῦ καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­στε­ρι­σμούς. Τὸ ποί­η­μα εἶ­χε δι­α­βα­στεῖ σὲ μιὰ ἀγ­γλό­φω­νη ὁ­μά­δα ποί­η­σης ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τοὺς μπο­έ­μι­κους κύ­κλους τοῦ Πα­ρι­σιοῦ, ὅ­που σύ­χνα­ζε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α, καὶ εἶ­χε ἀ­ναρ­τη­θεῖ γιὰ τὴ μνή­μη της.Ἔ­τσι θυ­μή­θη­κε τὴν οὐ­λή. Χρό­νια εἶ­χε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Δὲν πέ­ρα­σε μέ­ρα πά­νω της. Ἀ­ναλ­λοί­ω­τη. Ἔ­μει­νε τρι­ῶν χρο­νῶν. Στ’ ἀ­λή­θεια ἔ­μοια­ζε μὲ γε­ρα­νό. Ἄγ­γι­ξε τὴν οὐ­λὴ σὰν φυ­λα­κτό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της  One Solar Year (Outskirtspress, 2012).

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας: Στὸ ἀρ­χαῖ­ο πη­γά­δι


Zerbas,Antonis-ArchaioPigadi-Eikona-01


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας


Στὸ ἀρ­χαῖ­ο πη­γά­δι


E-Epsilon-SomataΙΧΕ ΣΥΝΗΘΙΣΕΙ  νὰ παίρ­νει τὰ πράγ­μα­τά της καὶ νὰ φεύ­γει (μὲ ξέ­νη βα­λί­τσα). Εἶ­χε συ­νη­θί­σει νὰ ἐ­πι­στρέ­φει, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως εἶ­χε ἐ­πι­στρέ­ψει τὰ κλει­διὰ ποὺ ζη­τοῦ­σε πάν­τα μὲ τὸ πα­θι­α­σμέ­νο ὄ­νει­ρο τῆς εἰ­ρη­νι­κῆς συγ­κα­τοί­κη­σης. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει νὰ τη­λε­φω­νεῖ κα­τό­πιν ἑ­ορ­τῆς καὶ νὰ ἐ­κλι­πα­ρεῖ, νὰ ὀρ­γί­ζε­ται μὲ τὰ πα­ρα­κά­λια της, νὰ ἐ­ξυ­βρί­ζει με­τα­με­λη­μέ­νη καὶ τέ­λος νὰ σι­ω­πᾶ μὲ τὰ χά­πια της. Πο­τὲ δὲν ἔ­κλαι­γε, πο­τέ.

       Ἦ­ταν ὄ­μορ­φη κο­πέλ­λα, χω­ρὶς ἰ­δι­αί­τε­ρη χά­ρη καὶ σχε­δὸν ἄ­γου­στη μὲς στὶς πιὸ χτυ­πη­τὲς μό­δες, ἀλ­λὰ μὲ ἀ­συγ­κρά­τη­το αἰ­σθη­σια­σμὸ καὶ ἀ­πί­θα­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α ποὺ με­τα­μόρ­φω­νε τὸ πράγ­μα σὲ ζων­τα­νὸ ὀρ­γα­νι­σμὸ καὶ τὸ ζων­τα­νὸ σὲ πράγ­μα. Γνώ­ρι­ζε ἀ­π’­ἔ­ξω ὅ­λα τα τρα­γού­δια, λα­ϊ­κά, ἔν­τε­χνα καὶ ξέ­να. Μὰ εἶ­χε μπλέ­ξει μὲ τὰ γράμ­μα­τα καὶ νό­μι­ζε πὼς τὸ πνεῦ­μα εἶ­ναι ἄν­θη, χρώ­μα­τα καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α.

       Τὸ βλέμ­μα της δὲν ἔ­παυ­ε νὰ εἶ­ναι σκο­τει­νό, ἀ­κό­μη καὶ στὶς με­γά­λες χα­ρές της. Ἦ­ταν τὸ πη­γά­δι της, ἔ­λε­γε. Ἔ­πε­φτε μέ­σα κι ἔ­πρε­πε νὰ τσα­κι­στεῖς νὰ τὴν ἀ­νε­βά­σεις πά­νω. Ἔ­πρε­πε νὰ τὴν κρα­τᾶς πάν­τα γιὰ νὰ μὴν ξα­να­βου­τή­ξει. Ὅ­σο τὴν κρα­τοῦ­σες ἔ­ξω, ἔ­δι­νε με­γά­λη ἡ­δο­νή. Πι­στὴ σὰν πα­λαι­ὰ ψυ­χο­κό­ρη, τὰ ἀ­κρι­βὰ ἐ­σώ­ρου­χα δὲν τῆς πρό­σθε­ταν τί­πο­τε. Εἶ­χε τὶς γραμ­μὲς μιᾶς κα­λο­πε­ρι­ποι­η­μέ­νης φο­ρά­δας. Κι ὁ νοῦς της ἦ­ταν πάν­τα στὸ χω­ριὸ ὅ­που με­γά­λω­σε ἀ­νά­με­σα σὲ ψη­λο­κρέ­μα­στα βου­νὰ μ’ ­ἕ­να πλα­τὺ πο­τά­μι, ἀ­π’ ὅ­που ὅ­λοι ἤ­θε­λαν νὰ φύ­γουν γιὰ νὰ γυ­ρί­σουν πλού­σιοι.

       Ἦ­ταν ξε­χω­ρι­στή, ὅ­πως ὅ­λα τα πα­ρά­δο­ξα ποὺ γεν­νοῦν οἱ γά­μοι τοῦ πά­θους καὶ τῆς κοι­νο­το­πί­ας γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μι­λᾶς, τό­σο πιὸ πα­ρά­δο­ξα γί­νον­ται.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α:Με­ρι­κὰ Με­ρι­κά (Ἴν­δι­κτος, 2010), Με­ρη­σα­ήρ, Εἱρ­μοὶ Νε­κρώ­σι­μοι (Με­λά­νι, 2013), Καυ­σο­κα­λύ­βης (Νε­φέ­λη, 2014), Διάλογοι μὲ τὸν Ἀρχίλοχο (Περισπωμένη, 2016). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008).



		

	

Πέ­τρος Φούρ­να­ρης: 100%


Fournaris,Petros-100%-Eikona-01


Πέ­τρος Φούρ­να­ρης


100%


04-KappaΑΘΩΣ Η ΓΡΙΑ ἔ­ψη­νε κα­φὲ κι ὁ γέ­ρος, κα­θι­σμέ­νος σὲ ἕ­να μπάγ­κο, πά­λευ­ε νὰ βά­λει στὴ σω­στὴ σει­ρὰ τὰ μα­χαί­ρια τῆς φρέ­ζας, πε­ρι­ερ­γα­ζό­μουν τὸ σκο­τει­νὸ δω­μά­τιο: ἕ­να τρα­πε­ζά­κι, δυ­ὸ κα­ρέ­κλες, ὁ νε­ρο­χύ­της, μιὰ πι­α­το­θή­κη τοί­χου, ἕ­να ντι­βά­νι μὲ κεν­τη­τὰ μα­ξι­λά­ρια καὶ πολ­λὲς πάν­τες στοὺς γα­λα­κτω­μέ­νους τοί­χους ποὺ ἀ­να­πα­ρί­στα­ναν δρα­μα­τι­κὲς σκη­νές· σὲ μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς μιὰ ὡ­ραί­α «κό­ρη» πά­νω στὸ ἄ­λο­γο τὸ ἔ­σκα­γε μὲ τὸν πε­ρή­φα­νο ἐ­ρα­στή της, κοι­τών­τας τοὺς δι­ῶ­κτες της μὲ ἀ­γω­νί­α. Τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν ὑ­πνο­δω­μά­τιο καὶ κου­ζί­να μα­ζί, ἔ­τσι νό­μι­σα στὴ ἀρ­χὴ του­λά­χι­στον – ὥ­σπου δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι κα­θό­μουν πά­νω στὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας: ἦ­ταν σκε­πα­σμέ­νη καὶ στρω­μέ­νη μὲ ἕ­να ὑ­φαν­τὸ χα­λά­κι.

       Τὸ δω­μά­τιο, πα­ρό­λα αὐ­τὰ ἦ­ταν δρο­σε­ρό, ἕ­να σω­τή­ριο κα­τα­φύ­γιο γιὰ τὸν με­ση­με­ρι­ά­τι­κο καύ­σω­να. Τὰ μό­να κου­φώ­μα­τα ἦ­ταν μιὰ πόρ­τα κι ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἔ­βλε­πα τὴν κα­τη­φό­ρα ὅ­που στὸ βά­θος της, μα­κριά, εἶ­χα ἀ­φή­σει τὸ ἁ­μά­ξι· ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαι­νό­ταν, πα­ρα­μορ­φω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ σκλη­ρὸ φῶς, μιὰ στε­νό­μα­κρη λου­ρί­δα γῆς φυ­τε­μέ­νη μὲ κε­ρα­σι­ές· ἦ­ταν τὸ μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ δη­λω­μέ­να κτή­μα­τα τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ τὸ μό­νο, ἀ­πὸ ὅ­σα εἶ­χα δεῖ ὣς τώ­ρα, ποὺ τὰ ἀ­γρι­ό­χορ­τα ξε­περ­νοῦ­σαν σὲ ὕ­ψος τοὺς κορ­μοὺς τῶν δέν­τρων…

       Ἡ γριὰ μοῦ ΄φέ­ρε τὸν κα­φὲ κι ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, λύ­γι­σε τὰ γό­να­τα καὶ τὰ ἀ­πό­θε­σε δί­πλα μου.

       «Στὴν ὑ­γειά σου γι­έ μου», εἶ­πε κι ἔ­πι­α­σε τὸ μαῦ­ρο μαν­τί­λι, ποὺ ἦ­ταν λυ­τὸ στοὺς ὤ­μους καὶ πα­ρὰ λί­γο θὰ τῆς ἔ­πε­φτε στὸ πά­τω­μα.

       «Δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ τα­λαι­πω­ρεῖ­σαι ἄ­δι­κα», εἶ­πε ὁ γέ­ρος ποὺ περ­νοῦ­σε μὲ δυ­σκο­λί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πα­ξι­μά­δι τῆς βί­δας πά­νω στὸ φθαρ­μέ­νο ἀ­τσά­λι. «Ἡ γριὰ ἔ­κα­νε λά­θος. Τὰ δή­λω­σε γιὰ τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση ὅ­ταν ἔ­λει­πα, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πάρ­χει ζη­μιά.» Ἡ γριὰ δὲν μί­λη­σε πα­ρὰ ἔ­κα­τσε δί­πλα του στὸν μπάγ­κο.

       «Κά­τω», τοῦ λέ­ω «τὰ θέ­ρι­σε ὅ­λα. Ζη­μιὰ ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τὸ».

       «Τί νὰ κά­νου­με;» εἶ­πε ὁ γέ­ρος ἀ­φοῦ τὸ σκέ­φτη­κε λί­γο, «Ἔ­τσι εἶ­ναι τὸ χα­λά­ζι. Περ­νά­ει γραμ­μὲς-γραμ­μές, τὰ θε­ρί­ζει ὅ­λα καὶ πα­ρὰ δί­πλα δὲ ρί­χνει οὔ­τε κόκ­κο».

       «Γιὰ αὐ­τὸ μοῦ γκρι­νι­ά­ζα­νε στὸν κάμ­πο», εἶ­πα καὶ ρού­φη­ξα τὸν κα­φέ.

       «Ποι­ός γκρί­νια­ξε;» εἶ­πε ὁ γέ­ρος καὶ ση­κώ­θη­κε.

       «Χω­ρὶς μπό­τες, παι­δά­κι μου, θὰ μπεῖς;» δι­έ­κο­ψε ἡ γριά.

       Ὁ γέ­ρος ἔ­βα­λε τὸν ἄ­ξο­να τῆς φρέ­ζας κά­τω ἀ­πὸ τὸν μπάγ­κο μὲ ἐ­πι­μέ­λεια, ὕ­στε­ρα κα­τέ­βα­σε τὸ κι­λί­μι τοῦ πάγ­κου μέ­χρι τὸ πά­τω­μα.

       «Νὰ τοῦ δώ­σεις τὰ μα­χαί­ρια, ἅ­μα ἔρ­θει τὸ ἀ­πό­γευ­μα», εἶ­πε στὴ γριά.

       «Τὰ μα­χαί­ρια μας;» ρώ­τη­σε ἐ­κεί­νη.

       «Δι­κά του εἶ­ναι. Ἀ­φοῦ τὰ θέ­λει, δώ­στου τα».

       «Τὰ λι­ω­μέ­να μα­χαί­ρια;»

       «Ἀ­φοῦ τὰ θέ­λει δώ­στου τα», ξα­νά­πε ὁ γέ­ρος καὶ στε­κό­ταν κι­ό­λας ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.

       Ἡ γριὰ κά­θι­σε στὸ κα­τώ­φλι κι ἐ­μεῖς προ­χω­ρή­σα­με μέ­χρι τὴ στε­νὴ λου­ρί­δα γῆς ποὺ φλε­γό­ταν κά­τω ἀπ΄τὸν ἥ­λιο. Εἶ­χε ἄ­πνοι­α ἀλ­λὰ κά­τι «ζων­τά­νευ­ε» τὰ ἀ­γρι­ό­χορ­τα, για­τὶ ποὺ καὶ ποὺ σα­λεύ­α­νε σὰν νὰ τὰ ἔ­βρι­σκε ἕ­να ἐ­λα­φρὺ ἀ­ε­ρά­κι.

       Κα­τά­λα­βα.

       «Ἂν δὲ φο­βᾶ­σαι, μπές», εἶ­πε ὁ γέ­ρος.

       Δί­χως δεύ­τε­ρη σκέ­ψη χώ­θη­κα μέ­χρι τὸ λαι­μὸ στ΄ ἀγ­κά­θια.

     Ἔ­νι­ω­σα ἀ­μέ­σως σου­βλι­ὲς στὶς κνῆ­μες καὶ τοὺς ἀ­στρά­γα­λους καὶ μό­λις πέ­ρα­σα τὶς πρῶ­τες σει­ρὲς τῶν δέν­τρων ἄρ­χι­σαν τὰ σουρ­σί­μα­τα κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια μου: στὸ τέρ­μα τοῦ χω­ρα­φιοῦ κου­λου­ρι­α­σμέ­νες ἄ­χεν­τρες λι­ά­ζον­ταν δί­πλα στὸ πη­γά­δι. Ἀ­πο­φεύ­γον­τας νὰ κοι­τῶ κά­τω, μὲ τὴ δή­λω­ση στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ τὸ στυ­λὸ στὸ ἄλ­λο, ξε­κί­νη­σα νὰ γυρ­νά­ω σι­γὰ-σι­γά, ἐ­κτι­μών­τας γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ τὰ κε­ρα­σό­δεν­τρα πού, ἀ­νέγ­γι­χτα ἀ­πὸ τὸ χα­λά­ζι, σή­κω­ναν στὸν οὐ­ρα­νὸ τὰ φορ­τω­μέ­να κλα­διά τους: οὔ­τε κόκ­κος δὲν εἶ­χε βρεῖ τὸ δρό­μο του ἀ­νά­με­σα στὰ πρά­σι­να φυλ­λώ­μα­τα!

       Ὁ γέ­ρος μὲ πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ ποὺ τὸν εἶ­χα ἀ­φή­σει, πλη­σί­α­σε καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τσι­γά­ρο. Μοῦ ἄ­να­ψε πολ­λὲς φο­ρές, ἀλ­λὰ τὸ τσι­γά­ρο ἔ­τρε­με στὰ χεί­λη μου κι ἡ φλό­γα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὴν ἄ­κρη του. Γιὰ νὰ στα­θε­ρο­ποι­ή­σει τὸ χέ­ρι μου, ἅ­πλω­σε τὸ δι­κό του κι ἕ­σφι­ξε τὸν καρ­πό μου σὰν μέγ­γε­νη· μὲ τὸ ἄλ­λο μοῦ ἄ­να­ψε.

       «Λοι­πόν;» ρώ­τη­σε.

       «Ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό» εἶ­πα. «Πέ­ρα­σε κι ἀ­πὸ δῶ τὸ χα­λά­ζι.»

       Φυ­σοῦ­σε τὸν κα­πνὸ καὶ δὲν μι­λοῦ­σε. Ἡ ἀ­πο­πνι­χτι­κὴ ζέ­στη βά­ραι­νε τὸ ἴ­διο πά­νω μας, μὲ τὴ δι­α­φο­ρὰ ὅ­τι ἐ­μέ­να μὲ πλά­κω­νε κι ἔ­κα­νε τὰ πό­δια μου νὰ μὲ πο­νοῦν καὶ τὴν πλά­τη μου νὰ μὲ φα­γου­ρί­ζει, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νον φαι­νό­ταν νὰ τὸν θρέ­φει.

       Κά­τω, μα­κριά, ὁ κάμ­πος καὶ τὸ πο­τά­μι ἄ­χνι­ζαν· ἐ­κεῖ τα κε­ρά­σια εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ, μὰ ἐ­δῶ πά­νω ἦ­ταν ἀ­κό­μα πρά­σι­να, ὁ τό­πος ἔ­ρη­μος: μό­νο ἡ κα­λύ­βα καὶ δί­πλα τὸ τρα­κτὲρ —πλα­γι­α­σμέ­νο στὸ χῶ­μα σὰν σφαγ­μέ­νο ζῶ­ο— μὲ τὰ μα­χαί­ρια του νὰ στρα­φτα­λί­ζουν, ἀ­κό­μα πιὸ κον­τὰ καὶ πιὸ λυ­ω­μέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὸ δω­μά­τιο.

       Ὁ γέ­ρος σώ­παι­νε.

       «Ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό, ἔ;» εἶ­πε στὸ τέ­λος, ξε­σπών­τας σὲ ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ γέ­λιο.

       «Ἂν δὲν πι­στεύ­εις νὰ ξα­να­πά­ω», εἶ­πα ἀ­μή­χα­νος.

       Κού­νη­σε κα­τα­φα­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι καὶ ξα­ναμ­πῆ­κα στὸ χω­ρά­φι τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ γριά, στὸ σκα­λά­κι, περ­νοῦ­σε τὸ λυ­τὸ μαν­τί­λι στὸ μά­τι της, σὰν νὰ τὸ σκού­πι­ζε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.



		

	

Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua): Τρέξ­τε νὰ γλι­τώ­σε­τε


05-Shua,AnaMaria-TreksteNaGlitosete-Eikona-01


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua)


Τρέξ­τε νὰ γλι­τώ­σε­τε


ΤΡΕΞΤΕ νὰ γλι­τώ­σε­τε, οἱ κυ­νη­γοὶ γραμ­μά­των βρί κ νται ἐ ῶ!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ana Maria Shua, Casa des Geishas, Sudamericana, Buenos Aires, 1992.

­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua) (Μπουένος Ἄιρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1951). Ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ό­λο­γες καὶ δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α καὶ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ χαί­ρουν παγ­κό­σμιας ἀ­να­γνώ­ρι­σης μὲ με­τα­φρά­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο: ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Γερμανία ἕ­ως τὴν Ἰσ­λαν­δί­α καὶ τὴν Κί­να. Τὸ 2014 ἔ­λα­βε τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (Ἀρ­γεν­τι­νή). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera, 1984) σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Βερ­ροι­οπού­λου, ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα, τὸν ὕ­πνο καὶ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας καὶ στὴν στήλη μας «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ τῆς 13-08-2016.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1970). Μετάφραση, διήγημα. Σπού­δα­σε Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α καὶ Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμό. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση (Juan Ramon Jimenez, Antonio Di Βenedetto κ.ἄ.). Δι­δά­σκει ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὰ Κέν­τρα Διὰ Βί­ου Μά­θη­σης. Εἶ­ναι ἀρ­θρο­γρά­φος στὸ ispania.gr κι ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση γιὰ τὸ poetica.net. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο. Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχει δημοσιευτεῖ τὸ διήγημά της «Ἀγγέλων ἔργα».



		

	

Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua): Τα­του­άζ


03-Shua,AnaMaria-Tatouaz-Eikona-05


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua)


Τα­του­άζ


S-[Sigma]-SomataΕ ΕΝΑ ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΜΕΡΟΣ τοῦ σώ­μα­τος, ἡ Ἰ­ε­ζά­βελ ὑ­πέ­μει­νε τὸν πό­νο ἑ­νὸς πε­ρί­τε­χνου τα­του­άζ. Πολ­λοὶ εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ πλη­ρώ­νουν γιὰ νὰ τὸ δοῦν. Ὅ­σοι ἔ­χουν κα­τα­φέ­ρει νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψουν, χά­ρη στὰ πλού­τη ἢ τὴν εὐ­λυ­γι­σί­α τους, μι­λᾶ­νε γιὰ ἕ­να χάρ­τη μὲ ἁ­πα­λὰ χρώ­μα­τα, φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἕ­να μίγ­μα με­λα­νι­ῶν στὸ φυ­σι­κὸ χρῶ­μα τοῦ δέρ­μα­τος. Πά­νω στὸ χάρ­τη εἶ­ναι σχε­δι­α­σμέ­να τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που βρί­σκε­ται ὁ πα­ρα­τη­ρη­τὴς καὶ ἡ δι­α­δρο­μὴ πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ana Maria Shua, Casa des Geishas, Sudamericana, Buenos Aires, 1992.

­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua) (Μπουένος Ἄιρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1951). Ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ό­λο­γες καὶ δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α καὶ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ χαί­ρουν παγ­κό­σμιας ἀ­να­γνώ­ρι­σης μὲ με­τα­φρά­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο: ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Γερ­μα­νί­α ἕ­ως τὴν Ἰσ­λαν­δί­α καὶ τὴν Κί­να. Τὸ 2014 ἔ­λα­βε τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (Ἀρ­γεν­τι­νή). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera, 1984) σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Βερ­ροι­οπού­λου, ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα, τὸν ὕ­πνο καὶ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α.  (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας καὶ στὴν στήλη μας «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ τῆς 13-08-2016.)

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1970). Μετάφραση, διήγημα. Σπού­δα­σε Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α καὶ Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμό. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση (Juan Ramon Jimenez, Antonio Di Βenedetto κ.ἄ.). Δι­δά­σκει ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὰ Κέν­τρα Διὰ Βί­ου Μά­θη­σης. Εἶ­ναι ἀρ­θρο­γρά­φος στὸ ispania.gr κι ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση γιὰ τὸ poetica.net. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο. Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχει δημοσιευτεῖ τὸ διήγημά της «Ἀγγέλων ἔργα».



		

	

Τίνα Κάτσαρη: Τὸ κλειδὶ

Katsari,Tina-ToKleidi-Eikona-02


Τί­να Κά­τσα­ρη


Tὸ κλει­δί


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initial ΠΑΤΕΡΑΣ ΕΡΙΞΕ τὴν μπα­τα­νί­α στὴν κα­ρέ­κλα, ἔ­βγα­λε τὴν τρα­γιά­σκα, τὶς ἀρ­βύ­λες καὶ τί­να­ξε τὰ βά­τα. Χού­φτω­σε μι­σὸ καρ­βέ­λι ψω­μί, ἤ­πι­ε μο­νο­κο­πα­νιὰ μιὰ ρα­κὴ κι ἔ­πε­σε στὸ σο­φὰ δί­πλα στὸ τζά­κι. Ἔ­γει­ρε τὸ μπρά­τσο στὸ πά­τω­μα κι εἶ­δα πὼς κου­βα­λοῦ­σε μιὰ κα­δέ­να μὲ κλει­δὶ στὸν ὕ­πνο. Ἔ­βα­λε τ’ ἄλ­λα κλει­διὰ σὲ μιὰ πρό­κα στρα­βή, μὰ τό ’­να τὸ  σι­γού­ρε­ψε στὴν κα­δέ­να. Δὲν ἦ­ταν οὔ­τε με­γα­λύ­τε­ρο οὔ­τε μι­κρό­τε­ρο, δὲν εἶ­χε σκά­λι­σμα πε­ρί­ερ­γο. Κου­κου­λώ­θη­κα μιὰ κου­βέρ­τα στὸ σο­φὰ δί­πλα του κι ἔ­κα­να πὼς δι­ά­βα­ζα, μὰ τὸ ρο­χα­λη­τὸ μοῦ ’­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα. Σὰν ξύ­πνη­σε, μπῆ­κε στὴν κά­μα­ρη κι ἐ­γὼ πα­ρα­φύ­λα­ξα μὴ μὲ δεῖ. Ἔ­βγα­λα τὶς παν­τό­φλες, τέν­τω­σα τὸ λαι­μὸ μπὰς καὶ δῶ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς πόρ­τας ν’ ἀ­νοί­γει μὲ τὸ κλει­δὶ κά­τι στὴν κά­μα­ρη.

        Μὲ τὸν πα­τέ­ρα δὲν παί­ζα­με, οὔ­τε μ’ ἔ­βα­ζε νὰ ὁ­δη­γῶ τὸ τρα­κτέρ, οὔ­τε πο­τὲ κα­βά­λη­σα μιὰ μη­χα­νὴ πού ’­χε ἀ­φη­μέ­νη στὴν αὐ­λὴ ἀ­π’ ὅ­ταν φύ­γα­νε οἱ Γερ­μα­νοὶ οὔ­τε μὲ μά­θαι­νε στὰ κτή­μα­τα. Ὁ πα­τέ­ρας δὲν μὲ χά­ι­δευε οὔ­τε μοῦ ’­λε­γε ἱ­στο­ρί­ες, τὸν πό­λε­μο δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν θυ­μᾶ­ται. Δὲν εἶ­χε κομ­πο­λό­ι, δα­χτυ­λί­δι χον­τρὸ στὸ μι­κρὸ δά­χτυ­λο. Μιὰ μέ­ρα ὁ πα­τέ­ρας ἀρ­ρώ­στη­σε καὶ πέ­θα­νε. Σ’ ἕ­να κομ­μά­τι χαρ­τί, στὴν τσέ­πη τοῦ γι­λέ­κου, ἔ­λε­γε: «Γι­έ μου, τὸ κλει­δὶ τό ’­χε κά­πο­τε ἕ­νας λο­χί­ας Γερ­μα­νός. Σὰν ξε­ψύ­χα­γε μοῦ τό ’­δω­σε. Ἔ­σπα­σα τὸ κε­φά­λι μου για­τί, μὰ ἀ­πάν­τη­ση δὲν πῆ­ρα. Στὸ ἑ­ξῆς φύ­λα­γέ το ἐ­σύ».

        Ἔ­βα­λα τὸ κλει­δὶ στὴν κλει­δω­νιὰ στὰ συρ­τά­ρια τῆς κά­μα­ρης, στὸ μπα­οῦ­λο δί­πλα στὸ σο­φὰ καὶ στὸ τε­νε­κε­δέ­νιο κου­τὶ στὴν πα­ράγ­κα, στὸ κτῆ­μα. Τό­σος σα­μα­τὰς γιὰ ἕ­να κλει­δί, ποὺ δὲν κλεί­δω­νε τί­πο­τα, εἶ­πα. Μό­νο με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια φό­ρε­σα κι ἐ­γὼ τὸ κλει­δί.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τί­να Κά­τσα­ρη (Αθήνα, 1978). Σπούδασε φιλολογία. Εἶναι φοιτήτρια στὸ Μεταπτυχιακὸ Πρόγραμμα Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας. Διηγήματά της ἔχουν δημοσιευτεί στὴ συλλογική ἔκ­δοση Ὁδὸς Δημιουργικῆς Γραφῆς 2 (ἐκδ. Ὀσελότος, Ἀθήνα 2013).

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης: ὁ σε­κι­ου­ρι­τάς


TsakirisSymeon-OSekiouritas-Eikona-03


Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης


ὁ σε­κι­ου­ρι­τάς


05-MiΙΑ ΦΟΡΑ καὶ ἕ­ναν και­ρὸ ἦ­ταν ἕ­να πα­νέ­μορ­φο πού­που­λο, ποὺ ὅ­λο γε­λοῦ­σε καὶ φτερ­νι­ζό­τα­νε μέ­σα σὲ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι ἑ­νὸς τρι­θέ­σιου κα­να­πέ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἄ­νοι­γε καὶ γι­νό­τα­νε κρε­βά­τι. τὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ τρι­θέ­σιου κα­να­πὲ ἤ­τα­νε τό­σο ὄ­μορ­φα, ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι γιὰ νὰ τὰ προ­στα­τέ­ψου­νε τὰ βά­λα­νε μέ­σα σὲ ἐ­κροὺ κα­λύμ­μα­τα. τὰ κα­λύμ­μα­τα εἴ­χα­νε καὶ φερ­μου­άρ, γιὰ νὰ βγαί­νου­νε εὔ­κο­λα καὶ νὰ τὰ βά­ζου­νε οἱ ἄν­θρω­ποι στὸ πλυν­τή­ριο. ἀλ­λὰ οἱ ἄν­θρω­ποι γιὰ νὰ μὴ φθεί­ρου­νε μὲ τὰ φου­στά­νια καὶ τὰ παν­τε­λό­νια τους καὶ τὶς φτέρ­νες τους τὰ ἐ­κροὺ κα­λύμ­μα­τα, ἁ­πλώ­σα­νε ἕ­να σκου­ρό­χρω­μο με­γά­λο ρι­χτά­ρι πά­νω στὰ κα­λύμ­μα­τα.

       με­τὰ ἤρ­θα­νε στὸ σπί­τι οἱ γά­τες. τό­τε οἱ ἄν­θρω­ποι, πη­γαί­νον­τας γιὰ ὕ­πνο στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα ἔ­ρι­χναν ἕ­να με­γά­λο σὰν ἀ­πὸ νά­υ­λον σεν­τό­νι πά­νω ἀ­πὸ τὸ σκου­ρό­χρω­μο με­γά­λο ρι­χτά­ρι, για­τί οἱ τρί­χες τῶν γά­των καρ­φώ­νον­ταν βα­θιὰ μέ­σα στὸ ρι­χτά­ρι, δὲν ἔ­βγαι­ναν εὔ­κο­λα καὶ ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι ἤ­θε­λαν νὰ κα­θί­σουν, οἱ τρί­χες τῶν γά­των κολ­λού­σα­νε πά­νω στὰ φου­στά­νια καὶ τὰ παν­τε­λό­νια τους καὶ αὐ­τὸ δὲν τοὺς ἄ­ρε­σε πο­λύ.

       με­τὰ ἤρ­θα­νε ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι ἐ­πί­σκε­ψη στὸ σπί­τι καὶ τοὺς εἴ­πα­νε κα­λὰ λό­για γιὰ τὸ με­γά­λο σὰν ἀ­πὸ νά­υ­λον σεν­τό­νι καὶ ἔ­τσι, πη­γαί­νον­τας γιὰ ὕ­πνο στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα πε­τοῦ­σαν καὶ μιὰ με­γά­λη κου­ρε­λοὺ πά­νω στὸ σὰν ἀ­πὸ νά­υ­λον σεν­τό­νι, γιὰ νὰ τὸ προ­στα­τέ­ψουν ἀ­πὸ τὰ νύ­χια τῶν γά­των, ποὺ ὅ­λο με­γά­λω­ναν καὶ κά­που σκά­λω­ναν. καὶ τὸ πα­νέ­μορ­φο πού­που­λο ὅ­λο γε­λοῦ­σε καὶ φτερ­νι­ζό­τα­νε μέ­σα σὲ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι ἑ­νὸς τρι­θέ­σιου κα­να­πέ, ὁ ὁ­ποῖ­ος μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­νοί­ξει καὶ νὰ γί­νει κρε­βά­τι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1976). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας καὶ Μ.Μ.Ε. τοῦ Α.Π.Θ. καὶ τῆς Δρα­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Κ.Θ.Β.Ε. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἠ­θο­ποι­ός, χο­ρευ­τὴς καὶ p­e­r­f­o­r­m­er. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Δη­μή­τρη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου στὶς πα­ρα­στά­σεις «2», «Μή­δεια», «Που­θε­νὰ» καὶ «Μέ­σα». Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (δε)κα­τά καὶ Ἐν­τευ­κτή­ριο. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Τὰ χαρ­τοι­κί­δια (ποί­η­ση, ἐκ­δ. Ἐν­τευ­κτή­ριο, 2009) καὶ Αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α ἑ­νὸς βρέ­φους (μι­κρὰ πε­ζά, ἐκ­δ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2009).



		

	
Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 645 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.