Νώντας Τσίγκας: Ὁ Μῆ­τσος


Νών­τας Τσίγ­κας


Ὁ Μῆ­τσος

(Lacrymosa)


ΟΝ ΑΚΟΥΩ ἀπὸ τὸν φω­τα­γω­γό. Ἡ φω­νή του ἀ­νε­βαί­νει ὡς μα­θη­τευ­ό­με­νου ψαλ­μω­δοῦ ἔν­ρι­νη καὶ βα­θιά, ἑ­σπε­ρι­νὴ συ­νή­θως, σὰν ἀ­πὸ χω­νὶ πε­ρα­σμέ­νη, κά­πως ἠ­λε­κτρο­νι­κή. Μα­ζί της ἀ­να­δύ­ε­ται σχε­δὸν πάν­το­τε μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ πρό­χει­ρο φαῒ ἴ­σως τη­γα­νη­τὲς πα­τά­τες καὶ αὐ­γὰ μά­τια. Προ­σπα­θεῖ νὰ ἀγ­γί­ξει κά­ποι­ον λυγ­μι­κὸ λα­ϊ­κὸ τρα­γου­δι­στὴ στὶς κο­ρῶ­νες. Ἕ­νας μο­να­χι­κὸς ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ὁ Μῆ­τσος ποὺ μέ­νει ἐ­κεῖ κά­τω. Πό­σο κά­τω; «Στὸ μεῖ­ον δύ­ο». Ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς δὲν πιά­νει οὔ­τε τὴ βά­ση στὰ κοι­νω­νι­κά. Δη­λο­νό­τι στὸν μεῖ­ον δύ­ο ὄ­ρο­φο ἔ­χου­με —ἕ­ξι του­λά­χι­στο— μέ­τρα κά­τω ἀ­πὸ τὴ ἐ­πι­φά­νεια τῆς γῆς. Πιὸ κά­τω κι ἀ­πὸ τοὺς πε­θα­μέ­νους τὸν θά­να­το τῶν ἀν­θρώ­πων. Ὡ­στό­σο στὰ θε­τι­κά τῆς ὑ­πο­θέ­σε­ως θὰ πρέ­πει νὰ λο­γί­ζε­ται ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ κοι­τά­ζει στὸ ρέ­μα, στὸ χῶ­ρο δη­λα­δὴ ἀ­πο­βο­λῆς ἀ­νε­πι­θύ­μη­των ὑ­γρῶν λυ­μά­των καὶ σα­βού­ρας πά­σης φύ­σε­ως ἀ­πὸ τοὺς σκυ­θρω­ποὺς χω­ριά­τες ποὺ κα­τοι­κοῦν αὐ­τὴ τὴν πό­λη.

        Ἡ γυ­ναί­κα πο­τὲ δὲν πρέ­πει νὰ ὑ­πῆρ­ξε στὴ ζω­ή του. Συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λοι μά­κρυ­ναν πιά. Δου­λεύ­ει ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα μέ­χρι ἀρ­γὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα στὴ βι­ο­τε­χνί­α κι ἔρ­χε­ται νὰ ζα­ρώ­σει στὸ ὑ­πό­γει­ό του. Βγαί­νει σπα­νί­ως ἀ­πὸ δῶ σὰν ἀ­ρά­χνη ἢ σα­ραν­τα­πο­δα­ρού­σα, μπο­ρεῖ καὶ σὰν πον­τι­κὸς ἢ ἀ­πο­τρό­παι­α κα­τσα­ρί­δα. Ἕ­να ἐ­νο­χλη­τι­κὸ ἀ­πό­βλη­το τῆς λαμ­πρῆς καὶ ἀ­ει­φό­ρου κοι­νω­νί­ας ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται ἐ­δῶ κά­τω. Ἐ­δῶ ὁ Μῆ­τσος κρα­τᾶ μα­ζί του θαμ­μέ­νες μιᾶς ζω­ῆς τὶς μα­ται­ώ­σεις καὶ τὰ δι­α­κυ­βεύ­μα­τα – ὅ­σα ἀ­π’ αὐ­τὰ δη­λα­δὴ πράγ­μα­τι ὑ­πῆρ­ξαν.

        Τὰ φυ­λά­γει σὰν πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες, δρο­σε­ρὲς καὶ στη­μέ­νες στιγ­μὲς τοῦ πα­ρελ­θόν­τος. Μνῆ­μες τσι­τω­μέ­νες σὰν ρό­γες παρ­θε­νι­κὲς μπρο­στὰ στὴν ἡ­δο­νή. Κι ὅ­ταν βρί­σκε­ται τὴν κου­ζί­να ἢ τὸ μπά­νιο δὲν πα­ρα­λεί­πει νὰ τρα­γου­δή­σει σί­γου­ρος πὼς ὅ­λοι ἀ­κοῦ­νε ἀ­πὸ τὸ φω­τα­γω­γὸ ν’ ἀ­νε­βαί­νει τὸ ἀ­πέ­ραν­το πα­ρά­πο­νο μο­νά­χο του χω­ρὶς τὶς αἰ­τί­ες ποὺ τὸ ἔ­συ­ραν μέ­χρι σ’ αὐ­τὲς τὶς ὄ­χθες τῶν λυγ­μῶν.

        Στὸ κά­λε­σμα τοῦ Ἐ­πι­τα­φί­ου ποὺ περ­νοῦ­σε πῶς νὰ μὴ βγεῖ; Μὲ τό­σα θαμ­μέ­να καὶ ἄ­δο­ξα πα­ρα­τη­μέ­να ἐν­τός του, σα­θρὰ καὶ ξε­φτι­σμέ­να κει­μή­λια μιᾶς ζω­ῆς ὁ­λό­κλη­ρης, ἀ­νά­με­σα στ’ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κα νε­κρο­λού­λου­δα…

        Στά­θη­κε ἀ­νύ­πο­πτος δί­πλα στὸν Νί­κο Κα­ροῦ­ζο καὶ κά­ποι­ον ἄλ­λον στὸ πε­ζο­δρό­μιο ἐ­κεῖ­νο.



Πη­γή: Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἐ­πο­χια­κὸς Δι­α­νο­μέ­ας (ἐκδ. «Πα­νο­πτι­κόν», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2013).

Νών­τας Τσίγ­κας (Ἀ­θή­να (1959). Ἔ­ζη­σε μέ­χρι τὴν ἐ­φη­βεί­α του στὸ Βο­γα­τσι­κὸ Κα­στο­ριᾶς. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴ Νευ­ρο­λο­γί­α. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λη­τὴς τῶν ἀ­δη­μο­σί­ευ­των ἡ­με­ρο­λο­γί­ων τοῦ Ἴ­ω­νος Δρα­γού­μη. Τὸ 2021 ἐκ­δό­θη­καν σὲ δι­κή του Εἰ­σα­γω­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια-σχό­λια-ἐ­πί­με­τρο Ἴ­ω­νος Δρα­γού­μη, Τὰ «κρυμ­μέ­να» ἡ­με­ρο­λό­για, Ὀ­κτώ­βριος 1912-Αὔ­γου­στος 1913 (Πα­τά­κης). Βι­βλί­α του ποὺ ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ: Οὑ ἀ­πά­ν’ κι οὑ κά­τ’ οὑ κό­σμου­ς (2009)· Μαῦ­ρο χι­ό­νι«Δι­­ά­πυ­ροΝ» (2010)· Ἐ­πο­χια­κὸς δι­α­νο­μέ­α­ς (Δι­η­γη­μα­τα, «Πα­νο­πτι­κόν», 2013)· Μα­θή­μα­τα Πα­τρι­δο­γνω­σί­ας Ι – δυ­ό δι­η­γή­μα­τα· Μα­θή­μα­τα Πα­τρι­δο­γνω­σί­ας ΙΙἩ κοι­μω­μέ­νη (2019). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.


Εἰκόνα: στὸν Ἐπιτάφιο τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου στὴν Ἐλευσίνα. Μεγάλη Παρασκευή, 14 Ἀπριλίου 2023. Φωτό: Γιάννης Πατίλης.

			

Τζί­μης Πα­νού­σης: Γράμμα ἀπὸ τὸ μέτωπο



Τζί­μης Πα­νού­σης (ἀφιέρωμα, 6/6)


Γράμ­μα ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πο


ΟΥ ΓΡΑΦΩ ΑΠΟ τὴν Ἀγ­γλί­α, ἀ­πὸ τὴν πρω­τεύ­ου­σα τῆς ἀ­σχή­μιας, για­τί τὸ Ἀγ­γλί­α βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ ἄγ­γλι, ποὺ ση­μαί­νει ἄ­σχη­μο. Δὲν ἔ­χει σχῆ­μα, δη­λα­δή, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸ δι­κό μας τὸ λε­κα­νο­πέ­διο ποὺ ἔ­χει τὸ σχῆ­μα τῆς λε­κά­νης —τῆς παι­δι­κῆς λε­κά­νης, γιὰ νὰ εἴ­μα­στε πιὸ σα­φεῖς—, τὸ γνω­στὸ γκιὸ-γκιὸ, γι­ο­μά­το μὲ ἀ­χνι­στὰ παι­δι­κὰ κό­πρα­να. Ἔ­χου­με καὶ κα­ζα­νά­κι χα­λα­σμέ­νο ἀ­πὸ πά­νω μας στὸ βρά­χο τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ποὺ φαν­τά­ζει πα­ρά­ται­ρο ἐ­ξάμ­βλω­μα κα­τα­με­σῆς της ἄ­ναρ­χης δό­μη­σης τῶν ἐρ­γο­λά­βων τοῦ Κα­ρα­μαν­λῆ. Εὐ­τυ­χῶς ποὺ βά­λα­νε τὶς σκα­λω­σι­ὲς γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν να­ὸ τῆς παρ­θέ­νας νο­νᾶς καὶ δὲν κλο­τσά­ει τό­σο κραυ­γα­λέ­α το ἀρ­χαῖ­ο μνη­μεῖ­ο τῆς ἀ­γά­μη­της πνευ­μα­τι­κῆς μας μη­τέ­ρας. Δὲν εἶ­ναι μύ­θος, ἀ­ρά­πη μου, εἶ­ναι γε­γο­νός! Τὰ που­λιὰ δὲν πε­τᾶ­νε πά­νω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­κρό­πο­λη, τὴν πα­ρα­κάμ­πτου­νε ἀ­πὸ σε­βα­σμό, ἐ­νῶ τὴ Βου­λή, ἂς ποῦ­με, τὴν ἔ­χου­νε πνί­ξει στὴν κου­τσου­λιά. Ὁ­τι­δή­πο­τε φύ­γει ἀ­πὸ ἐ­δῶ, πά­ει ἔ­ξω καὶ μᾶς ξα­νάρ­θει, τὸ ἴ­διο πράγ­μα, φαν­τά­ζει ἀλ­λι­ῶς, γι’ αὐ­τὸ καὶ ὅ­λοι ψά­χνον­ται με­τὰ μα­νί­ας γιὰ δι­ε­θνῆ κα­μα­ρι­έ­ρα. Ἀ­πὸ φι­λιπ­πι­νέ­ζα μά­να καὶ ἀλ­βα­νὸ πα­τέ­ρα ὁ νέ­ος μεσ­σί­ας, μὲ σχι­στὰ μά­τια καὶ μα­κριὰ χέ­ρια, θὰ κλέ­ψει τὶς καρ­δι­ὲς τῶν νέ­ων Ἑλ­λή­νων στὸν με­τα­ο­λυμ­πια­κὸ χει­μώ­να μὲ τὶς ἄ­χρη­στες ἀ­νι­σό­πε­δες καὶ τὰ γή­πε­δα τοῦ ράγ­κμπι.

       Μαύ­ρη δι­α­σκέ­δα­ση, μαύ­ρη κω­μω­δί­α, εἶ­ναι ὅ­λα μαῦ­ρα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ κα­τά­λευ­κο δι­κό σου ση­μαιά­κι, τῆς ἄ­νευ ὅ­ρων πα­ρά­δο­σης, ποὺ προσ­δί­δει τὸ ἄλ­λο χρῶ­μα στὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη ζω­ή μας. Πά­ρε χαρ­τὶ καὶ μο­λύ­βι καὶ ση­μεί­ω­νε: Ἀγ­γε­λό­που­λος, Μι­χα­λό­που­λος, Τρι­αν­τα­φυλ­λό­που­λος, ὅ­λοι σὲ -ό­που­λος.


Κα­κούρ­γα. Πε­λο­πόν­νη­σος,

μιὰ μούν­τζα εἶ­σαι στὸ χάρ­τη,

ὁ δι­ά­ο­λος σ’ τὴν ἔ­ρι­ξε,

κι ἐ­σύ, Ἑλ­λά­δα, πά­ρ’ τη.


Γιὰ νὰ τὰ πι­ά­σου­με ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή, ἡ Πε­λο­πόν­νη­σος, μὲ ἐ­πέμ­βα­ση τῶν βυ­ζαν­τι­νῶν χρι­στι­α­νι­κῶν αὐ­το­κρα­τό­ρων ἔ­μει­νε ἀ­κα­τοί­κη­τη γιὰ πολ­λὰ χρό­νια, ἀ­φοῦ ἔ­στει­λαν τὸν βάρ­βα­ρο Ἀ­λά­ρι­χο νὰ ἀ­φα­νί­σει ὅ,τι ἀ­να­πνέ­ει. Με­τά, κά­ποι­α στιγ­μὴ (τὰ γρά­φω γρή­γο­ρα νὰ μὴ σὲ κου­ρά­ζω), φέ­ρα­νε ἐ­ποί­κους, τοῦ φυ­ρά­μα­τος τῶν κα­τα­δί­κων ποὺ ἐ­ποί­κη­σαν τὸ Σὰν Φραν­σί­σκο καὶ τὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες. Τουρ­καλ­βα­νούς, κυ­ρί­ως, ἀ­εκ­τζῆ­δες, κολ­λη­μέ­να μυα­λά, χα­νού­μια, βά­ζε­λους, γαύ­ρους, χα­σι­σέμ­πο­ρους, ντα­βα­τζῆ­δες, δη­μο­σι­ο­γρά­φους, μπά­τσους, ὑ­πουρ­γούς, τὸν Πα­πα­δό­που­λο, τὸν Πα­παν­δρέ­ου, τοὺς πα­πά­δες… καὶ φτά­σα­με σ’ αὐ­τὸ τὸ χά­λι. Ἕ­να εἶ­ναι τὸ πρό­σω­πο ποὺ ξε­χω­ρί­ζει ἀ­π’ ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν πε­λο­πον­νη­σια­κὴ λέ­ρα. Ὁ μο­να­χὸς Πα­που­λά­κος! Ποι­οὶ σκο­τει­νοὶ κύ­κλοι φρε­νά­ρουν τὴν ἁ­γι­ο­ποί­η­ση τοῦ Πα­που­λά­κου; Ὁ ἕλ­λη­νας πι­στὸς φο­ρο­λο­γού­με­νος δὲν μα­σά­ει. Ἀ­νή­κει σὲ ἄλ­λη φυ­λή, κά­τι σὰν πα­πού­α, μὲ τὸν ἅ­γιο Πα­που­λά­κο σὲ εἰ­κό­νι­σμα στὸ καν­τράν. Ντρέ­πο­μαι ποὺ τὸ λέ­ω, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ εἶ­μαι ὑ­πὲρ τῆς ἁ­γι­ο­ποί­η­σης τοῦ Πρό­δρο­μου Τσα­ου­σά­κη.

       Τὴν ἁ­γι­ο­ποί­η­ση τοῦ Πα­που­λά­κου ὑ­πο­στη­ρί­ζει ἐν­θέρ­μως καὶ ὁ ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Χρι­στό­δου­λος. Ἡ Μπέμ­πα δὲν ἔ­χει τσί­πα. Ἡ τε­λευ­ταί­α ἁ­γι­ο­ποί­η­ση ποὺ ἔ­κα­με ἡ ἐκ­κλη­σί­α μας, εἶ­ναι αὐ­τὴ τοῦ Κο­σμᾶ τοῦ Αἰ­τω­λοῦ, τοῦ Πα­τρο­κο­σμᾶ, μὲ τὶς πρω­το­πο­ρια­κὲς ἰ­δέ­ες σὲ σχέ­ση μὲ τὶς σε­ξου­α­λι­κὲς σχέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων, ἕ­να βῆ­μα μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸν αὐ­το­ευ­νου­χι­σμὸ τοῦ πα­τέ­ρα τῆς ἐκ­κλη­σί­ας μας, χαλ­κέν­τε­ρου Ὠ­ρι­γέ­νη. Ὅ,τι εἶ­ναι ὁ Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λὸς γιὰ τὴ Βό­ρεια Ἑλ­λά­δα, Μα­κε­δο­νί­α, Σκό­πια, Ἀλ­βα­νι­κὴ Ἤ­πει­ρο, εἶ­ναι κι ὁ Πα­που­λά­κος ποὺ ἔ­δρα­σε στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῶν Κα­λα­βρύ­των καὶ προ­φή­τε­ψε τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να καὶ τὰ στα­θε­ρὰ τη­λέ­φω­να. Ὁ Πα­που­λά­κος εἶ­πε πρῶ­τος γιὰ τὰ ἱ­πτά­με­να μαῦ­ρα κο­ρά­κια καὶ γιὰ τὸ πε­ρί­φη­μο σύρ­μα ποὺ θὰ πε­ρι­κυ­κλώ­σει ὅ­λα τα κρά­τη καὶ τὰ σύμ­παν­τα.

       Για­τί κω­λυ­σι­ερ­γεῖ, ἑ­πο­μέ­νως, ἡ ἁ­γι­ο­ποί­η­ση τοῦ Πα­που­λά­κου; Ποι­οί ἑ­βραῖ­οι ἔ­χου­νε συμ­φέ­ρον νὰ μὴ γί­νει ἅ­γιος ὁ Πα­που­λά­κος;

       Μὲ τὸ ποὺ θ’ ἀ­νοί­ξει τὸ πα­γα­νι­στι­κὸ καὶ εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὸ τρι­ώ­διο, σὲ κα­λῶ, ἀ­ρά­πη μου, νὰ καυ­λώ­σου­με ποῦλ­μαν καὶ νὰ πᾶ­με ὅ­λοι ἐ­μεῖς, οἱ ὀ­πα­δοὶ τῆς ἁ­γι­ο­ποί­η­σης Πα­που­λά­κου, στὸ χι­ο­νο­δρο­μι­κὸ στὰ Κα­λά­βρυ­τα καὶ νὰ κά­νου­με συμ­βο­λι­κὴ κα­τά­λη­ψη στὶς πί­στες. Ἐμ­πρὸς νὰ στε­ρή­σου­με ἀ­πὸ τὸν Ἕλ­λη­να τὸ σκί. Κι ὁ ἅ­γιος, φο­βέ­ρα θέ­λει!



Πη­γή: Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Β΄ ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2005.

[Αὐ­το-ερ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005:]

Τζί­μης Πα­νού­σης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1954, στὶς 12 Φε­βρου­α­ρί­ου, λί­γο πρὶν τὶς 12 τὰ με­σά­νυ­χτα […]. Γρά­φει τρα­γού­δια, βι­βλί­α καὶ κά­νει ἐκ­πομ­πὲς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­πὸ τὸ 1988. Ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ἐν­νέ­α χρό­νων παί­ζον­τας Κα­ραγ­κι­ό­ζη, μὲ αὐ­το­σχέ­δι­ες φι­γοῦ­ρες ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λα πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα ἱ­δρύ­μα­τος ἀ­προ­σάρ­μο­στων παι­δι­ῶν στὸ Χο­λαρ­γό. Ἔ­χει ἀλ­λερ­γί­α στὸ ὀ­πα­δι­λί­κι ὅ­λων τῶν τύ­πων, ἀ­πὸ κόμ­μα­τα καὶ ὀρ­γα­νώ­σεις μέ­χρι πο­δο­σφαι­ρι­κὲς ὁ­μά­δες καὶ πα­τρί­δες. Σι­χαί­νε­ται τοὺς ἀ­με­ρι­να­νο­τσο­λιά­δες, τοὺς νε­ο­γε­νί­τσα­ρους ἐκ­συγ­χρο­νι­στὲς καὶ τοὺς χρη­μα­τό­δου­λους ἀρ­πα­κο­λα­τζῆ­δες […]. Κομ­πορ­ρη­μο­νεῖ ὁ ἴ­διος, ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε συγ­κι­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ντέρ­μπι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀν­τι­πά­λων Δό­ξας καὶ Χρή­μα­τος (τὸ παί­ζει στάν­ταρ Χί, καὶ μά­λι­στα μη­δὲν μη­δέν). Συμ­πα­γὴς καλ­λι­τέ­χνης βα­ρέ­ων βα­ρῶν, ἔ­χει στὴν πλά­τη του ἕ­να βα­ρὺ ἔμ­φραγ­μα κι ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κό, ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος (;) μὲ τὴν εὐ­χή: «Νὰ μᾶς ἔ­χει ὁ θε­ὸς γε­ροὺς νὰ μπο­ροῦ­με ν’ ἀρ­ρω­στή­σου­με, δι­ό­τι ἡ ἀρ­ρώ­στια στὸ κα­πά­κι δὲ λέ­ει, εἶ­ναι του­μα­τσί­λα….».

Εἰ­κό­να: Ὁ Παπουλᾶκος (1770-1861) στὴ μοναδική του φωτογραφία. Βλ. καὶ ἄρθρο τῆς Μαίρης Παπαγιαννίδου στὸ Βῆμα:

https://www.tovima.gr/2009/12/20/books-ideas/agios-i-diabolos/


Δημήτρης Τούλιος: Τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο μας υἱ­ό, ἀ­δελ­φό, θεῖ­ο καὶ κου­νιά­δο


Δη­μή­τρης Τού­λιος


Τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο μας υἱ­ό, ἀ­δελ­φό, θεῖ­ο καὶ κου­νιά­δο


ΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ἀν­τι­λη­πτὸ ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος ἦ­ταν ἕ­να νευ­ρό­σπα­στο πιά. Ὁ γαμ­πρός του καὶ τ’ ἀ­νί­ψια του, μὰ προ­πάν­των ἡ ἀ­δερ­φή του βρί­σκον­ταν κα­θη­με­ρι­νὰ στὸ στό­χα­στρο. Κα­νεὶς δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ κά­νει τὴν πα­ρα­μι­κρὴ κί­νη­ση δί­χως νὰ νι­ώ­σει τὸ βα­ρύ του πά­τη­μα πί­σω του. Τὸ ἀ­νά­θε­μά του δὲν ἀρ­γοῦ­σε νὰ πέ­σει πά­νω τους μὲ ἐ­κεί­νη τὴ μπά­σα ὅ­λο γρύ­λι­σμα, φω­νή του: Πῶς κό­βεις ἔ­τσι τὸ καρ­πού­ζι; Πυ­ρα­μι­δω­τό, πρέ­πει, μά­λω­νε τὴν ἀ­δελ­φή του. Για­τί ξέ­χα­σες τὴν τη­λε­ό­ρα­ση ἀ­νοι­χτή; στὸ γαμ­πρό. Σύ­ρε νὰ φέ­ρεις νε­ρὸ στὴ για­γιά, κο­πρό­σκυ­λο, στὸν ἀ­νι­ψιό. Πῶς ντύ­θη­κες ἔ­τσι σὰν Κα­ραγ­κι­ό­ζω; Θὰ μὲ κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν ὄ­ξω στὰ κα­φε­νεῖ­α, σύ­ρε σπί­τι σου νὰ κά­νεις μα­σκαρ­λί­κια, τὸ τερ­μά­τι­σε μὲ τὴ μι­κρὴ ἀ­νι­ψιά του.

        Κα­νεὶς δὲν ἀν­τι­δροῦ­σε, ἦ­ταν ἡ για­γιὰ στὴ μέ­ση, μὴν τὴ στε­νο­χω­ρή­σουν. Κα­θό­τι ὁ Σω­τή­ρης ἀ­νύ­παν­τρος ἐ­ξην­τά­ρι­ζε καὶ τό ‘­χε κα­η­μό, τώ­ρα πιά, τί κα­η­μό, εἶ­χε κα­εῖ ὁ­λό­κλη­ρη, νὰ παν­τρευ­τεῖ κά­ποι­α μέ­ρα.

        Μέ­χρι ποὺ ὁ Σω­τή­ρης ἔ­πα­θε μι­κρὸ ἐγ­κε­φα­λι­κό, ἀλ­λὰ ἐ­πα­νῆλ­θε. Κι ἐ­κεῖ ποὺ ὅ­λοι πε­ρί­με­ναν μπὰς κι ἀλ­λά­ξει στά­ση ζω­ῆς, ἐ­κεῖ, ὁ Σω­τή­ρης, ἀ­με­τα­κί­νη­τος. Καὶ ὁ­λο­έ­να πιὸ συν­τη­ρη­τι­κός. Ἔ­χω ἀρ­χὲς ἐ­γώ, τί τὸ πέ­ρα­σες ἀ­δελ­φή; Εἶ­στε φι­λο­ξε­νού­με­νοι ἐ­δῶ! Μα­ζέψ­τε τὰ μπο­γα­λά­κια σας καὶ δρό­μο, ἂν δὲν σᾶς ἀ­ρέ­γει!

        Τε­λευ­ταί­α του ἐ­πι­τυ­χί­α, ὅ­ταν τοὺς ἔ­φε­ρε «τὴν κα­λύ­τε­ρη πί­τσα τῆς χώ­ρας!» καὶ τοὺς τὴ μοί­ρα­ζε κομ­μά­τι-κομ­μά­τι μέ­σα ἀ­πὸ κλει­στὰ κου­τιά. Ἐ­σὺ δι­και­οῦ­σαι αὐ­τό, ἐ­σὺ ἐ­κεῖ­νο. Τοὺς ἔ­κα­νε νὰ χά­σκουν σὰ σκυ­λά­κια. Μὲ τὸ στα­γο­νό­με­τρο. Ξε­φτί­λα, σα­δι­σμός. Ἔτσι ξε­χεί­λι­σε τὸ πο­τή­ρι καὶ χώ­ρι­σαν οἱ δρό­μοι τους. «Σω­τή­ρη, φεύ­γου­με, ἔ­τσι ποὺ τά ‘κά­νες» τοῦ δή­λω­σε ἡ ἀ­δελ­φή του τὴν ἑ­πο­μέ­νη.

        Ὁ Σω­τή­ρης μῆ­τε ποὺ τοὺς χαι­ρέ­τη­σε. Νὰ φύ­γε­τε! Γά­βγι­σε. Συ­νέ­χι­σε ἀ­κά­θε­κτος πρὸς τὸ χω­ρά­φι νὰ πά­ει νὰ κλεί­σει τὶς κό­τες, νὰ τα­ΐ­σει τὸ σκύ­λο καὶ νὰ κα­μα­ρώ­σει τὶς πορ­το­κα­λι­ές. Δώ­δε­κα στρέμ­μα­τα ἦ­ταν αὐ­τά, τοῦ τὰ ἔ­γρα­ψε ὅ­λα ὁ πα­τέ­ρας του μπὰς καὶ παν­τρευ­τεῖ καὶ ἡ ἀ­δελ­φὴ τί­πο­τα. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε νὰ τὰ φά­ει ὅ­λα, ἔ­θι­μο, λέ­ει, τὸ παι­δὶ ὅ­λα, τὸ κο­ρί­τσι τί­πο­τα. Ὁ γαμ­πρός του σι­χτί­ρι­ζε σὲ ὅ­λο το δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, ἀλ­λὰ κι εὐ­χα­ρι­στι­ό­ταν ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος ποὺ τε­λεί­ω­σε μὲ τὸν φα­τα­ού­λα.

        Ὁ Σω­τή­ρης ἀγ­κά­λια­σε τὸ σκύ­λο κλαί­γον­τας καὶ βλα­στη­μών­τας. Δὲν ἔ­πρε­πε κα­νεὶς νὰ τὸν δεῖ καὶ πρὸς Θε­οῦ, νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἔ­χει εὐ­αι­σθη­σί­ες γυ­ναι­κου­λί­στι­κες καὶ τέ­τοι­α. Στοὺς βα­τρα­χαν­θρώ­πους ὑ­πη­ρέ­τη­σε!

        Τὸ βρά­δυ ἤ­πι­ε πο­τὸ στὴ γνω­στὴ κα­φε­τέ­ρια μὲ τὸ φί­λο του ποὺ τὸν κα­τα­λά­βαι­νε: Κα­λά τοὺς ἔ­κα­νες, μάγ­κα! Πά­λι τοὺς ἔ­φται­γαν οἱ με­τα­νά­στες καὶ οἱ ὁ­μο­φυ­λό­φι­λοι. Με­θυ­σμέ­νος γύ­ρι­σε νὰ πι­εῖ καὶ τὰ χά­πια του. Αὐ­τὰ δὲν χω­νεύ­ον­ταν μὲ τί­πο­τα, ὅ­πως κι ἐ­κεῖ­νος ὁ πα­λι­ο­τεμ­πέ­λα­ρος, ὁ γαμ­πρός του ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τρώ­ει καὶ νὰ πί­νει τζάμ­πα στὸ χω­ριὸ καὶ νὰ κά­θε­ται νὰ δι­α­βά­ζει δῆ­θεν μὲ τὶς ὧ­ρες βι­βλί­α. Κι ἔ­σβη­σε τὴν ἀ­δελ­φή του ἀ­πὸ τὶς ἐ­πα­φές, σὰν νὰ ἦ­ταν κε­ρά­κι ἀ­νά­βον­τας ταυ­τό­χρο­να τὴν τη­λε­ό­ρα­ση.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δη­μή­τρης Τού­λιος (Πά­τρα, 1966). Ἐρ­γά­ζεται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός.Ἔ­χει συμ­με­τάσχει σὲ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα ποί­η­σης καὶ δι­η­γή­μα­τος. Πρῶτο του βι­βλίο Πα­θη­τι­κὸ κά­θι­σμα (ποί­η­ση, Χα­ρα­μά­δα, 2018).



		

	

Θανάσης Μανιφάβας: Θα σωπάσουμε μαζί


Θα­νά­σης Μα­νι­φά­βας


Θὰ σω­πά­σου­με μα­ζί


ΟΡΤΩΜΕΝΟΣ ἀ­πὸ τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς μι­κρο­έ­γνοι­ες τοῦ βι­ο­πο­ρι­σμοῦ κα­τευ­θύν­θη­κα σ’ ἕ­να κρη­τι­κὸ στέ­κι γιὰ μιὰ ρα­κή.

        — Ἡ ρα­κή, εἶ­πε ὁ τα­βερ­νιά­ρης, κε­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸν μπάρ­μπα-Γιάν­νη, ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως μοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι μὲ νό­η­μα. Πῆ­ρα τὸ πο­τή­ρι καὶ πῆ­γα στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ γέ­ρον­τα, ποὺ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἦ­ταν ὁ μο­να­δι­κὸς θα­μώ­νας. Σὲ λί­γο προ­σποι­ή­θη­κα κά­ποι­α δου­λειὰ καὶ πῆ­γα στὴν κου­ζί­να.

        — Ξέ­ρεις ποιός εἶ­ναι, μὲ ρώ­τη­σε ὁ τα­βερ­νιά­ρης.

        — Ὄ­χι, ποι­ός εἶ­ναι;

        — Εἶ­ναι ὁ Γιά­ννης ὁ… δά­σκα­λος ὅ­λων σχε­δὸν τῶν ση­με­ρι­νῶν με­γά­λων λυ­ρά­ρη­δων. Κον­τεύ­ει τὰ ἑ­κα­τό, ἀλ­λὰ τά ‘­χει τε­τρα­κό­σια.

        Γύ­ρι­σα στὸ τρα­πέ­ζι καὶ βάλ­θη­κα νὰ τὸν πε­ρι­ερ­γά­ζο­μαι. Ὁ τα­βερ­νιά­ρης τὸν ρω­τοῦ­σε συ­νέ­χεια γιὰ νὰ τὸν κεν­τρί­ζει νὰ μι­λά­ει.

          Σὲ λί­γο στὸ στέ­κι μπῆ­κε «ὁ Ἀν­τώ­νης ὁ…»

        Θαυ­μά­σιος λυ­ρά­ρης, μα­θη­τὴς τοῦ μπάρ­μπα-Γιά­ννη. Ὁ Ἀν­τώ­νης ἄν­θρω­πος ἀ­μί­λη­τος καὶ βα­ρύς, μό­λις εἶ­δε τὸν δά­σκα­λο, χα­μο­γέ­λα­σε πλα­τιὰ κι ἄ­νοι­ξε τὴν ἀγ­κα­λιά του. Ἀλ­λὰ κι ὁ δά­σκα­λος, πα­ρὰ τὰ χρό­νια του, ση­κώ­θη­κε νὰ τὸν ὑ­πο­δε­χτεῖ ὄρ­θιος. Εἶ­χαν νὰ συ­ναν­τη­θοῦν του­λά­χι­στον δυ­ὸ δε­κα­ε­τί­ες. Σὲ λί­γο ὅ­μως μι­λά­γα­νε σὰ νὰ συ­νέ­χι­ζαν μιὰ κου­βέν­τα, ποὺ τὴν εἶ­χαν ἀ­φή­σει στὴ μέ­ση ἀ­πὸ τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα. Κα­μιὰ προ­σπά­θεια τοῦ χρό­νου ποὺ εἶ­χαν νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­νε.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γη ὥ­ρα ὁ Ἀν­τώ­νης εἶ­πε.

        — Δά­σκα­λε, θὰ μοῦ κά­νεις μιὰ χά­ρη;

        — Ὅ,τι θέ­λεις Ἀν­τώ­νη.

        — Θὰ μοῦ παί­ξεις ἕ­ναν αὐ­το­σχε­δια­σμὸ στὴ λύ­ρα;

        — Νὰ σοῦ παί­ξω, ἀλ­λὰ θά ‘ναι κα­λύ­τε­ρα, λέ­ω, νὰ μὲ συ­νο­δεύ­σεις κι ἐ­σὺ μὲ λα­γοῦ­το. (Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ λύ­ρα ἤ­ξε­ραν καὶ οἱ δύ­ο καὶ λα­γοῦ­το.)

        — Κι ἴν­τα λο­γῆς αὐ­το­σχε­δια­σμὸς θά’ ναι αὐ­τός, ποὺ θὰ παί­ζου­νε δύ­ο;

        Νὰ σοῦ πῶ τί θὰ κά­νου­με: Θὰ πι­οῦ­με μα­ζί, θὰ μι­λή­σου­με μα­ζί, θὰ σω­πά­σου­με μα­ζὶ καὶ τέ­λος θὰ παί­ξου­με μα­ζί.

        Κι ἔ­τσι ἔ­γι­νε.



Πη­γή: Μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ μιὰ χα­μέ­νη ὅ­ρα­ση (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ἀ­γρι­νί­ου, 2021).

Θα­νά­σης Μα­νι­φά­βας (Ἀ­γρί­νιο) Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ μιὰ χα­μέ­νη ὅ­ρα­ση ὁ συγ­γρα­φέ­ας ση­μει­ώ­νει με­τα­ξὺ ἄλ­λων τὰ ἑ­ξῆς: «[…] Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ θὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν εἶ­ναι μιὰ προ­σπά­θεια χαρ­το­γρά­φη­σης τῆς λα­ϊ­κῆς ψυ­χῆς, ὅ­πως αὐ­τὴ ἀ­να­δεί­χνε­ται ἀ­νό­θευ­τα καὶ αὐ­θόρ­μη­τα στὶς ἁ­πλὲς στιγ­μὲς τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Εἶ­ναι ὅ­λες ἀ­λη­θι­νὰ πε­ρι­στα­τι­κά. […] Με­τὰ τὴν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ ἀ­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ἄρ­χι­σε ἡ λε­η­λα­σί­α τοῦ λα­ϊ­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ […] Στὸν ἑ­αυ­τό μου ἐ­πι­φυ­λάσ­σω ἕ­να ρό­λο: τοῦ ἁ­πλοῦ κα­τα­γρα­φέ­α ὁ ὁ­ποῖ­ος πρέ­πει νὰ δώ­σει στὸν ἀ­να­γνώ­στη καὶ κά­ποι­ες ἀ­πα­ραί­τη­τες γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση πλη­ρο­φο­ρί­ες, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν καὶ γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη ἀ­σκή­σεις εὐ­αι­σθη­σί­ας καὶ εὐ­και­ρί­ες γαλ­βα­νι­σμοῦ τῆς ψυ­χῆς…» (red line agrinio, 2017)

Εἰκόνα: Τὸ σχέ­διο εἶ­ναι τοῦ Δη­μή­τρη Δή­μα ἀ­πὸ τὴν πρω­τό­τυ­πη εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση γιὰ τὸ βι­βλίο (μει­κτὴ τε­χνι­κὴ, 11,5Χ16,5 ἐκ.)


Βασίλης Γεργατσούλης: Δὲν ἔ­χει χρό­νο


Βα­σί­λης Γερ­γα­τσού­λης


Δὲν ἔ­χει χρό­νο


ΩΤΗΣΑ ΕΝΑ φί­λο μου λο­γο­τέ­χνη ἂν γρά­φει μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σε πὼς δὲν ἔ­χει χρό­νο, γι’ αὐ­τὸ γρά­φει μό­νο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ νου­βέ­λες.



Πηγή: ­σύ, ­γό­ρι μου, δὲ θὰ μά­θεις πο­τὲ νὰ γρά­φεις­μορ­φες πε­ρι­λή­ψεις. 77 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα (flash fiction), Ἐκ­δό­σεις Ἀ­ρο­θυ­μί­α, Δε­κέμ­βριος 2019.

Βα­σί­λης Γερ­γα­τσού­λης. Δάσκαλος, φιλόλογος καὶ διδάκτορας Λαογραφί-ας ­Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Ἔχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποι­ή­­­­­­ματα καὶ παραμύθια. Βιβλία του: Ἡ αναρά (μυθιστόρημα, Σύγχρονη επο­χή, 2005), Καιροί σκε­φτι­κοί (ποίηση, 24 Γράμματα), Ἡ λειτουργικότητα τοῦ ἀνεκδοτολογικοῦ λό­γου στὴν κοινωνία τῆς Καρπάθου (δοκίμιο, Ἐντύποις, 2019), κ.ἄ


Δήμητρα Γεράση: Με­τὰ τὴ βρο­χή

Δή­μη­τρα Γε­ρά­ση


Με­τὰ τὴ βρο­χή


Ὅ­ποι­ος δὲ γε­μί­ζει τὸν κό­σμο του μὲ φαν­τά­σμα­τα,

μέ­νει μο­νά­χος

(Ἀ. Πόρ­τσια)


ΥΧΤΩΝΕΙ ΝΩΡΙΣ τὸν Νο­έμ­βρη. Πέν­τε καὶ μι­σὴ κι ὅ­λα εἶ­ναι ἤ­δη σκο­τει­νά, ἀλ­λὰ τὰ φῶ­τα τῶν δρό­μων δὲν ἔ­χουν ἀ­νά­ψει ἀ­κό­μα. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ με­τά­νι­ω­σα ποὺ δὲν εἶ­πα στὴ μη­τέ­ρα μου νὰ ἔρ­θει νὰ μὲ πά­ρει. Ντρε­πό­μουν ὅ­μως. Δὲν εἶ­μαι πιὰ μω­ρό. Μιὰ χα­ρὰ μπο­ρῶ νὰ γυ­ρί­σω μό­νη μου μὲ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο.

        Μό­νο ποὺ νά, κά­νει κρύ­ο, οἱ δρό­μοι εἶ­ναι ἄ­δει­οι, τὰ μα­γα­ζιὰ κλει­στά, Τε­τάρ­τη ἀ­πό­γευ­μα. Μό­λις στα­μά­τη­σε ἡ βρο­χή. Κα­νέ­να αὐ­το­κί­νη­το δὲν περ­νᾶ. Ψυ­χὴ στὴ στά­ση. Ἢ ἔ­τσι μοῦ φαί­νε­ται. Ἕ­νας ἀ­νε­παί­σθη­τος θό­ρυ­βος μὲ κά­νει νὰ κοι­τά­ξω πιὸ προ­σε­κτι­κὰ καὶ τε­λι­κὰ κά­ποι­ος εἶ­ναι στὰ σκα­λιὰ τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Δὲν μπο­ρῶ νὰ δῶ τὸ πρό­σω­πό του, τὸ κρύ­βει μιὰ κου­κού­λα.

        Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀρ­γεῖ. Τώ­ρα βρῆ­κε κι αὐ­τό! Τὸ παγ­κά­κι δί­πλα ἀ­π’ τὴ στά­ση εἶ­ναι βρεγ­μέ­νο κι ἔ­τσι στέ­κο­μαι ὄρ­θια προ­σπα­θών­τας νὰ μὴν κοι­τά­ξω πί­σω μου, πρὸς τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α καὶ τὸν πε­ρί­ερ­γο ἄν­τρα. Τί γυ­ρεύ­ει ἐ­κεῖ; Δὲ φαί­νε­ται νὰ πε­ρι­μέ­νει τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Μή­πως ἁ­πλὰ πε­ρι­μέ­νει τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ μοῦ ἐ­πι­τε­θεῖ καὶ νὰ μὲ κλέ­ψει; Μή­πως εἶ­ναι κα­νέ­νας ναρ­κο­μα­νής; «Τὰ μά­τια σου δε­κα­τέσ­σε­ρα» μὲ εἶ­χε προ­ει­δο­ποι­ή­σει ἡ μα­μά, «μὴν πλη­σιά­ζεις πο­τὲ τέ­τοι­ους τύ­πους!».  Ποῦ ξέ­ρεις, ἂν δὲν τὸν κοί­τα­ζα μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν…

        Τὰ φῶ­τα ἑ­νὸς αὐ­το­κι­νή­του φά­νη­καν ἀ­πὸ μα­κριά. Ση­κώ­νο­μαι ἀ­νυ­πό­μο­να καὶ πλη­σιά­ζω πρὸς τὸν δρό­μο. Εἶ­ναι ἕ­να φορ­τη­γὸ τε­λι­κά. Δὲν ἄν­τε­ξα στὸν πει­ρα­σμό. Γυρ­νῶ νὰ κοι­τά­ξω τὸν ἄν­τρα ποὺ τώ­ρα δι­α­κρί­νε­ται κα­θα­ρά. Τὰ ροῦ­χα του εἶ­ναι κά­πως τριμ­μέ­να, τὰ πα­πού­τσια του βρώ­μι­κα. Τὸ κε­φά­λι του εἶ­ναι σκυμ­μέ­νο, ἀλ­λὰ ἡ κου­κού­λα ἔ­χει πέ­σει πρὸς τὰ πί­σω κι ἔ­τσι πρό­λα­βα νὰ δῶ τὰ μαῦ­ρα του μα­κριὰ μαλ­λιά. Εἶ­ναι πο­λὺ ἀ­δύ­να­τος καὶ τὸ μπου­φάν του δὲν εἶ­ναι καὶ τό­σο χον­τρό. Θὰ κρυ­ώ­νει, ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἔ­τσι κου­λου­ρι­α­σμέ­νος.

        Τὰ φῶ­τα στὸ δρό­μο ἔ­χουν ἀ­νά­ψει πιά. Κοι­τά­ζω τὸ ρο­λό­ι μου. Ἔ­χουν ἤ­δη πε­ρά­σει δέ­κα λε­πτά, δὲ γί­νε­ται σὲ λί­γο θὰ ἔρ­θει τὸ 046. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀρ­γεῖ πο­λὺ βέ­βαι­α, ἀ­κό­μα καὶ μι­σὴ ὥ­ρα. Ἀ­να­σαί­νω μὲ ἀ­πό­λαυ­ση τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ βρεγ­μέ­νου χώ­μα­τος ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ κον­τι­νὸ παρ­κά­κι.

        Ξαφ­νι­κὰ μιὰ με­λω­δί­α ἀ­κού­στη­κε, τό­σο γλυ­κιὰ καὶ ἁ­πα­λή, σὰν παι­δι­κὸ να­νού­ρι­σμα. Γυ­ρί­ζω σι­γὰ σι­γὰ καὶ τὸν κοι­τά­ζω. Εἶ­ναι ὄρ­θιος τώ­ρα, μὲ τὴν πλά­τη του στὸν τοῖ­χο καὶ παί­ζει φυ­σαρ­μό­νι­κα. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὰ βλέμ­μα­τά μας δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται, ἀλ­λὰ με­τὰ πά­λι αὐ­τὸς κα­τε­βά­ζει τὰ μά­τια.

        Τώ­ρα παί­ζει κά­τι σὰν βάλς. Κλεί­νω τὰ μά­τια καὶ ἀ­φή­νο­μαι στὴ μου­σι­κή του. Τὸν βλέ­πω νὰ ση­κώ­νε­ται, νὰ μὲ παίρ­νει ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ νὰ στρο­βι­λι­ζό­μα­στε χο­ρεύ­ον­τας στὴ μέ­ση τοῦ δρό­μου σ’ ἕ­ναν σκο­πὸ ποὺ παί­ζει μό­νο γιὰ μᾶς. Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα πέ­ρα ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Μὲ σφίγ­γει στὴν ἀγ­κα­λιά του καὶ νι­ώ­θω τὴν ἀ­νά­σα του στὸ πρό­σω­πό μου, τὰ μά­τια του νὰ κοι­τοῦν μο­νά­χα ἐ­μέ­να.


Πα­ρα­λί­γο νὰ χά­σω τὸ πο­λυ­πό­θη­το λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ πρό­λα­βα. Κά­θο­μαι πλά­ι στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ κοι­τά­ζω ἔ­ξω. Δὲν εἶ­ναι που­θε­νά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δή­μη­τρα Γε­ρά­ση Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α, παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ ψυ­χο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κυ­ρί­ως γαλ­λι­κῶν κει­μέ­νων. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἕ­να δι­ή­γη­μά της στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ “κου­κι­δά­κι”.



		

	

Μᾶρ­κος Δρα­γού­μης: Ὁ θά­να­τος τοῦ ρο­λο­γιοῦ



Μᾶρ­κος Δρα­γού­μης (Ἀφιέρωμα: 6/6)


Ὁ θά­να­τος τοῦ ρο­λο­γιοῦ


Ε ΤΑ ΞΕΦΩΝΗΤΑ του ἀ­να­τί­να­ξε τὸν πιὸ γλυ­κό μου ὕ­πνο. Ἴ­σως κά­τι νὰ στρά­βω­σε στὰ σω­θι­κά του. Τὸ κο­πά­νη­σα ἀ­λύ­πη­τα μ’ ἕ­να σφυ­ρί. Ἔ­λα ὅ­μως πού, ἂν καὶ πτῶ­μα, οὔρ­λια­ζε ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως καὶ πρίν… Στὰ πρό­θυ­ρα τῆς τρέ­λας ξε­ρί­ζω­σα μιὰ τού­φα ἀ­π’ τὰ μαλ­λιά μου. Καὶ τό­τε μό­νο εἶ­δα ποιός πα­ρα­λη­ροῦ­σε. Ἦ­ταν τὸ ἄ­θλιο Deluxe. Μ’ ἕ­να τι­πο­τέ­νιο κλὶκ τοῦ βού­λω­σα τὸ στό­μα. Ἀλ­λὰ ποι­ό τὸ ὄ­φε­λος; Ἡ σκέ­ψη τοῦ ἀ­δι­κο­σκο­τω­μέ­νου Casio ἐ­ξα­φά­νι­σε ὁ­λο­σχε­ρῶς τὸν ὕ­πνο μου. Κάλ­λιο νὰ εἶ­χα πνί­ξει τὸν Ἰ­ά­γο ἢ τὸν Ὀ­θέλ­λο.



Πη­γή: Ἄ­χθος Ἀ­ρού­ρης (Ποι­ή­μα­τα-Πε­ζὰ 2011-2013, Ἀ­θή­να, 2014).

Μᾶρ­κος Δρα­γού­μης τοῦ Φι­λίπ­που (Ἀ­θή­να, 1934-2023). Μου­σι­κο­λό­γος. Σπού­δα­σε μου­σι­κο­λο­γί­α στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὴν Ἀγ­γλί­α (Ὀξ­φόρ­δη). Ὑ­πῆρ­ξε δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Μου­σι­κοῦ Λα­ο­γρα­φι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου «Μέλ­πως Μερ­λι­έ». Δι­ε­τέ­λε­σε κα­θη­γη­τὴς Ἱ­στο­ρί­ας τῆς Μου­σι­κῆς στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει γρά­ψει βι­βλί­α καὶ με­λέ­τες κυ­ρί­ως γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρα­δο­σια­κὴ μου­σι­κὴ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ πολ­λὰ το­πι­κὰ καὶ δι­ε­θνῆ μου­σι­κο­λο­γι­κὰ συ­νέ­δρια. Ἐ­ξέ­δω­σε πέν­τε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές. Τὸ 1992 βρα­βεύ­τη­κε ἀ­πὸ τὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Ἀ­θη­νῶν γιὰ τὴν 30χρονη δρά­ση του στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­θνο­μου­σι­κο­λο­γί­ας. Ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ Τμή­μα­τος Μου­σι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν (2008).

            Ἀπὸ τὸ 144 Βογατσικό -Μάρκος Δράγουμης μπορεῖτε νὰ κατεβάσετε τὸ ἀφιέρωμα τοῦ περιοδικὸ Βογατσικό στὸν Μᾶρκο Δραγούμη (ἐπιμ. Νώντας Τσίγκας).

Εἰρήνη Σκούρα: Πόσο διαρκεῖ τὸ πράσινο;


Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα 


Πό­σο δια­ρκεῖ τὸ πρά­σι­νο;


Ε ΚΟΚΚΙΝΟ σὲ δι­ορ­θώ­νω. Χρη­σι­μο­ποι­ῶ πάν­τα στυ­λὸ δι­αρ­κεί­ας. Σβή­νω, ὑ­πο­γραμ­μί­ζω, κά­νω βελ­τι­ώ­σεις. Τὸ κόκ­κι­νο εἶ­ναι γιὰ τὸ λά­θος, τὸ πρά­σι­νο γιὰ τὶς βελ­τι­ώ­σεις, τὸ κί­τρι­νο ση­μαί­νει πρέ­πει νὰ τὸ ξα­να­δῶ. Ὅ­μως, προ­σο­χή! Μπο­ρεῖ ξαφ­νι­κὰ νὰ γί­νει κι αὐ­τὸ κόκ­κι­νο. Μό­νο τὸ πρά­σι­νο νὰ ἐμ­πι­στεύ­ε­σαι.

        Τὸ ἔ­μα­θες πιά. Τὸ κόκ­κι­νο εἶ­ναι κίν­δυ­νος, μέ­νεις ἀ­κί­νη­τος. Τὸ κί­τρι­νο θέ­λει προ­σο­χή, κοι­τᾶς δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά. Πρέ­πει νὰ εἶ­σαι σύν­το­μος καὶ πάν­τα ἕ­τοι­μος, μή­πως ἀλ­λά­ξει κά­τι ξαφ­νι­κά. Μὲ τὸ πρά­σι­νο εἶ­σαι ἐν­τά­ξει. Ἀλ­λὰ καὶ πά­λι πρέ­πει νὰ μά­θεις πό­ση ὥ­ρα κρα­τά­ει.

        Λὲς Πρέ­πει νὰ φύ­γω… Ἀ­μέ­σως ὑ­πο­γραμ­μί­ζω μὲ κόκ­κι­νο. Γιὰ ἔμ­φα­ση βά­ζω καὶ τρί­α θαυ­μα­στι­κά. Δὲν ξα­να­μι­λᾶς, πε­ρι­μέ­νεις. Σὲ βλέ­πω λυ­πη­μέ­νο, κά­νω τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες βελ­τι­ώ­σεις. Ὑ­πο­γραμ­μί­ζω μὲ κόκ­κι­νο τὸ Λυ­πη­μέ­νος, τὸ κλεί­νω σὲ πα­ρεν­θέ­σεις γιὰ σι­γου­ριά. Γρά­φω δί­πλα μὲ πρά­σι­νο Χα­ρού­με­νος. Μιὰ χα­ρὰ ται­ριά­ζει, μιὰ μι­κρὴ ἀλ­λα­γὴ καὶ ὅ­λα φτιά­χνουν.

        Ὅ­ταν πιὰ ση­κώ­νε­σαι νὰ φύ­γεις, ὅ­λα γί­νον­ται κόκ­κι­να. Ὅ­ταν λὲς Θὰ ξα­νάρ­θω, ὑ­πο­γραμ­μί­ζω μὲ κί­τρι­νο. Τὸ κί­τρι­νο βα­σι­κὰ ση­μαί­νει Προ­σο­χὴ ! Τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι ὁ­ρι­στι­κό. Ὅ­ταν μὲ ἀγ­κα­λιά­ζεις, ὅ­λα εἶ­ναι πρά­σι­να. Ὅ­ταν μὲ φι­λᾶς, ὑ­πο­γραμ­μί­ζω μὲ πρά­σι­νο καὶ γρά­φω στὸ πε­ρι­θώ­ριο Μπρά­βο!Πο­λὺ κα­λά! Ἐν­θαρ­ρύ­νω τὴ σω­στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά.

        Χρη­σι­μο­ποι­ῶ πάν­τα στυ­λὸ δι­αρ­κεί­ας.Τὸ μό­νο ποὺ δὲν ξέ­ρω εἶ­ναι πό­σο δια­ρκεῖ τὸ πρά­σι­νο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ μὲ θέ­μα τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­γω­γὴ εἰ­ρή­νης καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα, με­λέ­τες καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Γρά­φει μι­κρὲς καὶ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ες.



		

	

Νιόβη Κώστογλου: Γάτος στὸ χιόνι



Νι­ό­βη Κώ­στο­γλου


Γά­τος στὸ χι­ό­νι


Στὸν Hendrix

ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ ἀ­νά­με­σα στοὺς βρά­χους εἶ­ναι στρω­μέ­νος μὲ ἕ­να ἀ­φρᾶ­το χα­λὶ ἀ­πὸ χι­ό­νι. Πλη­σιά­ζεις καὶ βλέ­πεις πὼς κι οἱ ψη­λοὶ αὐ­τοὶ βρά­χοι δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ τε­ρά­στιοι στα­λαγ­μῖ­τες σχη­μα­τι­σμέ­νοι ἀ­πὸ πά­γο. Προ­χω­ρᾶς στὸν χι­ο­νι­σμέ­νο δι­ά­δρο­μο ἀ­νά­με­σά τους καὶ κα­θρε­φτί­ζε­σαι στὰ πα­γω­μέ­να τεί­χη ποὺ χτί­ζον­ται ἀ­κό­μα – μιὰ στα­γό­να τὴ φο­ρά. Δί­πλα σου, κα­θρε­φτί­ζε­ται καὶ μιὰ ὁ­λό­μαυ­ρη γά­τα ποὺ σὲ ἀ­κο­λου­θεῖ ἐ­δῶ καὶ ἀρ­κε­τὸ και­ρό. Ὅ­σο πη­γαί­νεις πρὸς τὰ μέ­σα, ὁ ἀ­έ­ρας σφυ­ρί­ζει μιὰ δι­α­κρι­τι­κὴ με­λω­δί­α. Τὰ πό­δια σου βου­λιά­ζουν στὸ χι­ό­νι καὶ κρα­τοῦν τὸν ρυθ­μὸ στὸ σφύ­ριγ­μα, σπά­ζον­τας ταυ­τό­χρο­να ἀ­μέ­τρη­τες, μο­να­δι­κὲς χιο­νο­νι­φά­δες. Τὰ βή­μα­τα τῆς γά­τας δὲν ἀ­κού­γον­ται κα­θό­λου, εἶ­ναι τό­σο ἐ­λα­φρὺ τὸ πά­τη­μά της ποὺ ἴ­σα ποὺ ἀ­φή­νει με­ρι­κὰ χνά­ρια στὸ χι­ό­νι. Μό­νο ἡ ἀν­τα­νά­κλα­ση στὸν πά­γο θυ­μί­ζει τὴν ὕ­παρ­ξή της. Στὸ τέ­λος τοῦ δι­α­δρό­μου, οἱ στα­λαγ­μῖ­τες ἔ­χουν σχη­μα­τί­σει ἕ­ναν θό­λο ποὺ μοιά­ζει μὲ με­γά­λη σπη­λιά. Μπαί­νεις μέ­σα κι ἀλ­λά­ζει ὁ ρυθ­μός, τώ­ρα ἀ­κοῦς τὰ βή­μα­τά σου νὰ τρί­ζουν τα­ρά­ζον­τας τὸ χῶ­μα καὶ τὶς πέ­τρες. Ἡ γά­τα, ἀ­κό­μα ἀ­θό­ρυ­βη. Στὸ κέν­τρο τῆς σπη­λιᾶς βρί­σκε­ται ἕ­να κου­τί, τὸ πε­ρι­ερ­γά­ζε­σαι καὶ φαί­νε­ται ὅ­τι τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό του λεί­πει ἀ­πὸ και­ρό. Τὸ γυ­ρί­ζεις ἀ­νά­πο­δα καὶ πέ­φτει σκό­νη. Τί­πο­τα καὶ στὸ κά­τω μέ­ρος, εἶ­ναι ἕ­να ἁ­πλὸ ξύ­λι­νο κου­τί. Τὸ ἀ­φή­νεις ξα­νὰ κά­τω. Ἡ γά­τα πλη­σιά­ζει γιὰ νὰ τὸ πε­ρι­ερ­γα­στεῖ. Τὸ κε­νό του τὴν τρα­βά­ει σὰν μα­γνή­της, πα­τά­ει τὸ ἕ­να της πό­δι καὶ βε­βαι­ώ­νε­ται ὅ­τι εἶ­ναι στα­θε­ρό. Μὲ μιὰ γρή­γο­ρη κί­νη­ση μπαί­νει μέ­σα, ἀ­φή­νει ἕ­να κε­λα­η­δι­στὸ νι­α­ού­ρι­σμα χα­ρᾶς καὶ στρογ­γυ­λο­κά­θε­ται. Τώ­ρα, τὸ μό­νο ποὺ ἀ­κού­γε­ται εἶ­ναι τὸ γουρ­γου­ρη­τό της.


Κα­μί­α γά­τα δὲν ἀν­τι­στέ­κε­ται σὲ ἕ­να ἄ­δει­ο κου­τί, ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὸ εἶ­ναι τό­σο-δά-μι­κρὸ καὶ ἐ­κεί­νη θε­ό­χον­τρη. Οἱ γά­τες ἔ­χουν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ὅ­ρα­ση, ἀ­να­γνω­ρί­ζουν τὸ ἴ­διο ἄ­δει­ο κου­τὶ μὲ τὸ σκι­ε­ρὸ κε­νὸ μέ­σα στοὺς ἀν­θρώ­πους. Εἰ­δι­κὰ σὲ ἐ­κεί­νους ποὺ συμ­πα­θοῦν. Ἂν ἀρ­ρω­στή­σει ὁ ἄν­θρω­πός τους ἢ πλη­γω­θεῖ, ἐ­κεῖ­νες βλέ­πουν ἕ­να ἀ­δεια­νὸ κου­τὶ μέ­σα στὸ σῶ­μα του. Βρί­σκε­ται ἄλ­λο­τε στὴν κοι­λιά, ἄλ­λο­τε στὴν καρ­διὰ κι ἄλ­λο­τε στὸ κε­φά­λι, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ εἶ­δος τοῦ λα­βώ­μα­τος ἢ τῆς ἀ­σθέ­νειας. Τὸ κε­νὸ τοῦ κου­τιοῦ τὶς προ­κα­λεῖ ὅ­σο τί­πο­τα ἄλ­λο καὶ τρέ­χουν νὰ τὸ γε­μί­σουν. Πη­δοῦν καὶ κουρ­νιά­ζουν ἐ­πά­νω στὸν ἄν­θρω­πο καὶ βυ­θί­ζουν στὸ ἄ­δει­ο του κου­τὶ τὴ γουρ­γου­ρι­στή τους ὕ­παρ­ξη. Ξε­χνοῦν νὰ παί­ξουν ἢ νὰ κυ­νη­γή­σουν ζω­ύ­φια, μό­νο κά­θον­ται μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ ζυ­μώ­νουν τὸν ἄν­θρω­πο μὲ τὰ μπρο­στι­νά τους πό­δια. Τό­τε, τὸ κε­νὸ γε­μί­ζει μὲ τὴν ἁ­πα­λή τους γού­να καὶ ἡ κρύ­α σκιὰ τῆς ἀ­δει­ο­σύ­νης ξε­χει­λί­ζει μὲ γα­τί­σια ζε­στα­σιά.


* * *


Τὸ τρα­γού­δι σώ­πα­σε, ἡ γά­τα κοι­μή­θη­κε μέ­σα στὸ κου­τί. Τὸ κοι­τᾶς καὶ φαί­νε­ται πά­λι ἄ­δει­ο. Τὸ ση­κώ­νεις καὶ τὸ γυρ­νᾶς ἀ­νά­πο­δα, πέ­φτουν με­ρι­κὲς μαῦ­ρες τρί­χες. Ἦ­ταν με­γά­λο τὸ κε­νὸ ποὺ εἶ­χε νὰ γε­μί­σει καὶ δὲν θὰ μπο­ρέ­σει νὰ σὲ ἀ­κο­λου­θή­σει στὴν ἐ­πι­στρο­φή. Πιά­νεις μιὰ πέ­τρα καὶ σκα­λί­ζεις μιὰ γά­τα ἐ­πά­νω στὸ ξύ­λο τοῦ κου­τιοῦ. Τὸ το­πο­θε­τεῖς προ­σε­κτι­κὰ στὸ κέν­τρο τῆς σπη­λιᾶς καὶ γυρ­νᾶς νὰ φύ­γεις. Ἔ­χεις πολ­λὲς μο­να­δι­κὲς χι­ο­νο­νι­φά­δες νὰ σπά­σεις στὴ δι­α­δρο­μή. Ἴ­σως κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς νὰ ἔ­χει καὶ σχῆ­μα γά­τας.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νι­ό­βη Κώ­στο­γλου (Ἀ­θή­να, 1983). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να, ἐρ­γά­ζε­ται στὴ δι­α­φή­μι­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ δι­η­γη­μά­των καὶ ποι­η­μά­των. Ἔρ­γα της ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὴ συλ­λο­γὴ Σὰν βγῶ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ φυ­λα­κή ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γρα­φή, στὴ συλ­λο­γὴ Δώ­μα­τα μὲ θέ­α ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Νίκος Κατσαλίδας: Τὰ πακέτα Παπαστράτος


Νίκος Κατσαλίδας


Τὰ πακέτα Παπαστράτος


Ι ΝΥΧΤΕΣ τῆς βο­ρι­νῆς ἀ­κρώ­ρειας τῶν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νων γκραι­κῶν ἦ­ταν ζο­φε­ρὲς καὶ σκο­τα­δε­ρὲς καὶ οἱ μέ­ρες φρι­κι­α­στι­κὲς καὶ ἀ­φύ­σι­κες, ἀ­φοῦ σχε­δὸν πί­σω ἀ­πὸ κά­θε δέν­τρο, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς φυ­σι­κοὺς ἴ­σκιους τους, ἀ­να­δεύ­ον­ταν, πα­ρα­μό­νευ­αν, φι­δο­σέρ­νον­ταν καὶ πε­ρι­φέ­ρον­ταν κι ἄλ­λα ἀ­θέ­α­τα ἰ­σκι­ώ­μα­τα, ὣς ἀρ­γὰ στὰ ἡ­λι­ο­βα­σι­λέ­μα­τα καὶ στὰ σου­ρου­πώ­μα­τα. Τό­τε ποὺ ὁ συν­τα­ξι­ο­δο­τού­με­νος τα­ξι­δευ­τὴς παπ­πούς του εἶ­χε ζη­τή­σει νὰ γυ­ρί­σει ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κὴ στὸ σπί­τι του, στὴν ἀ­πο­κλει­σμέ­νη χώ­ρα ποὺ δὲν σά­λευ­ε μύ­γα καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ πολ­λὲς αἰ­τή­σεις, ἔ­γι­νε δε­χτὸ τὸ αἴ­τη­μά του. Ἕ­ξι μπα­οῦ­λα μὲ ροῦ­χα, ἄλ­λα και­νούρ­για, ἄλ­λα με­τα­χει­ρι­σμέ­να καὶ δυ­ὸ βα­λί­τσες ἔ­φερ­νε μα­ζί του μ’ ἕ­να σα­πι­ο­κά­ρα­βο, ἀ­πὸ τὰ μό­να ποὺ δι­έ­θε­ταν γιὰ κον­τι­νὰ τα­ξί­δια οἱ ἀ­πο­κλει­σμέ­νοι. Τὰ μπα­οῦ­λα καὶ τὴ μιὰ βα­λί­τσα, τ’ ἄ­νοι­ξε καὶ μοί­ρα­σε τὰ δῶ­ρα στοὺς δι­κούς του. Τὴν ἄλ­λη, τὴ βα­στοῦ­σε κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι κι ὅ­λοι ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γοι τί εἶ­χε μέ­σα. Ἡ μπάμ­πω τοῦ ’­λε­γε: ἄ­νοι­ξέ τη νὰ δοῦ­με τί ἔ­χεις μέ­σα, μω­ρὲ κά­ψω γέ­ρο μου, για­τὶ μᾶς γκά­στρω­σες. Μιὰ μέ­ρα πῆ­ρε δί­πλα το ἐγ­γο­νά­κι του, ἡ ἀ­δυ­να­μί­α του. Εἶ­χε τ’ ὄ­νο­μά του. Ἄ­νοι­ξε καὶ τοῦ ’­δει­ξε τα­χτο­ποι­η­μέ­να κου­τιὰ καὶ κου­τά­κια. Ἡ μι­σὴ εἶ­χε κά­τι ἀ­πί­θα­να κου­τιὰ κει­μή­λια μὲ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα πού­ρα καὶ ἡ ἄλ­λη μι­σὴ κά­τι μι­κρού­λι­κα πα­κέ­τα ζη­λευ­τά, τυ­λιγ­μέ­να μὲ γυ­α­λό­χαρ­το. Δι­ά­βα­σε, εἶ­πε κι ἔ­βα­λε ἕ­να πα­κέ­το στὰ χέ­ρια του. ΠΑ-ΠΑ-ΣΤΡΑ-ΤΟΣ, συλ­λά­βι­σε τὸ ἐγ­γο­νά­κι. Θ’ ἀ­νοί­γεις καὶ θὰ μοῦ φέρ­νεις ἀ­πὸ ἕ­να ὅ­ταν θὰ στὸ ζη­τά­ω, τοῦ ’­πε ὁ παπ­πούς, καὶ τρά­βη­ξε μιὰ χρυ­σα­φέ­νια λου­ρί­δα. Τὸ ἐ­πι­χρυ­σω­μέ­νο πα­κέ­το ἄ­νοι­ξε, τρά­βη­ξε ἕ­να τσι­γά­ρο, τὸ μυ­ρί­στη­κε, πά­τη­σε τὸν ἀ­να­πτή­ρα ποὺ ἔ­βγα­λε κά­τι πε­ρί­ερ­γες νό­τες, ἄ­να­ψε. Ἕ­νας σπει­ρο­ει­δὴς κα­πνὸς σὰν ἱ­ε­ρο­γλυ­φι­κὰ ἁ­πλώ­θη­κε τρι­γύ­ρω κι ἡ κά­μα­ρη μο­σχο­βό­λη­σε σὰν νὰ ραν­τί­στη­κε μ’ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κα ἀ­ρώ­μα­τα. Ὅ­ταν τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν γιὰ τὸ κα­λω­σό­ρι­σες, ἔ­στελ­νε τὸ ἐγ­γο­νά­κι, ἔ­φερ­νε πα­κέ­το καὶ προ­σέ­φερ­νε τσι­γά­ρο. Οἱ συ­νο­μή­λι­κοι, γε­ρα­σμέ­νοι, ρυ­τι­δω­μέ­νοι πρὶν και­ροῦ, ἔ­χω­ναν στὴν τσέ­πη τὰ τσιμ­πού­κια ποὺ βρο­μοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸν βα­ρὺ λι­ω­μέ­νο πίσ­σα κα­πνό, πα­ρα­τη­ροῦ­σαν καὶ πε­ρι­ερ­γά­ζον­ταν στὰ χέ­ρια τὸ πα­κέ­το, ἀ­να­βαν τὸ τσι­γά­ρο, ρου­φοῦ­σαν βα­θιὰ στὰ σω­θι­κά τους, ἄ­νοι­γαν τὰ μά­τια τους ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας σὰν νὰ κά­πνι­ζαν τὸ μυ­ρω­μέ­νο φάρ­μα­κο τοῦ λυ­τρω­μοῦ τους. Τὰ τε­λει­ω­μέ­να πα­κέ­τα τά ’­δι­νε στὸν ἐγ­γο­νό του ποὺ με­ρι­κὰ τὰ κρα­τοῦ­σε στὸ ντου­λά­πι ἀν­τί­κες, σὲ ἄλ­λα ἔ­βα­ζε τὸ σβη­στή­ρι καὶ τὰ σχο­λι­κὰ πράγ­μα­τα κι ἔ­δι­νε καὶ στοὺς συμ­μα­θη­τές του νὰ χα­ροῦ­νε μὲ τὰ πα­νέ­μορ­φα κου­τά­κια. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀ­πεί­λη­σαν τὸν παπ­ποὺ στὰ γρα­φεῖ­α ὅ­τι ἂν συ­νε­χί­ζει προ­πα­γάν­δα μὲ τὰ πα­κέ­τα καὶ δη­λη­τη­ριά­ζει παι­διὰ καὶ γε­ρόν­τια μὲ κα­πι­τα­λι­στι­κὰ δο­λώ­μα­τα, θὰ πά­ει στὸ φρέ­σκο. Κι αὐ­τὸς ποὺ δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α ἀ­πὸ τέ­τοι­α κα­μώ­μα­τα, πεί­σμω­σε καὶ ἀ­πάν­τη­σε θυ­μω­μέ­νος ὅ­τι ὄ­χι μό­νο δὲν δη­λη­τη­ριά­ζουν, ἀλ­λὰ εὐ­ω­διά­ζουν ἀ­κέ­ρια τὴ βό­ρεια ἀ­κρώ­ρεια. Κοι­τάξ­τε τὸν ἄρ­ρω­στο καὶ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο κα­πνὸ ποὺ φου­μά­ρουν τὰ κα­η­μέ­να τα γε­ρον­τά­κια μὲ τὰ τσιμ­πού­κια τους ἐ­σεῖς, ποὺ δη­λη­τη­ριά­ζουν ὅ­λο τὸν τό­πο κι ἀ­φῆ­στε τὰ τσι­γά­ρα ποὺ κα­πνί­ζει ὅ­λη ἡ οἰ­κου­μέ­νη. Τὶς νύ­χτες καὶ μέ­ρες τῆς βο­ρι­νῆς ἀ­κρώ­ρειας τῶν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νων γκραι­κῶν συ­νέ­χι­ζε ὁ ἀ­πο­κλει­σμὸς ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο κό­σμο. Ἡ ἀ­με­ρι­κά­νι­κη βα­λί­τσα κόν­τευ­ε νὰ ἀ­δειά­σει. Ὁ παπ­ποὺς με­τροῦ­σε συλ­λο­γι­σμέ­νος τὰ τε­λευ­ταῖ­α πα­κέ­τα κι ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σαν καὶ τὰ ποῦ­ρα πα­ρήγ­γει­λε ἕ­να τσιμ­πού­κι ἀ­πὸ πυ­ξά­ρι καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κα­πνί­ζει βα­ρὺ κα­πνὸ ποὺ ἔ­τρι­βε μό­νος πά­νω σε μιὰ σα­νί­δα, βγά­ζον­τας ἀ­πὸ τὸ στό­μα καὶ τὴ μύ­τη φυ­σών­τας πυ­κνὲς ἀν­τά­ρες πί­κρας. Κά­θε τό­σο ἔ­βγαι­νε μὲ τοὺς συ­νο­μή­λι­κούς του κι ἔ­λια­ζαν τὰ κό­κα­λά τους στὸ πε­ζού­λι φου­μά­ρον­τας μὲς στὴν ἀν­τά­ρα τῶν τσιμ­που­κι­ῶν τους καὶ κα­θά­ρι­ζε προ­ση­λω­μέ­νος συ­στη­μα­τι­κὰ τὴν πη­χτὴ λά­βα τῆς νι­κο­τί­νης. Ἀλ­λὰ μιὰ μέ­ρα οἱ για­τροὶ τοῦ ’­παν ν’ ἄ­φη­νε τὸν κα­πνὸ για­τὶ τοῦ ’­χαν μαυ­ρί­σει κι αὐ­του­νοῦ οἱ πνεύ­μο­νες. Τό­τε πέ­τα­ξε τὸ τσιμ­πού­κι στὸ τζά­κι ποὺ και­γό­τα­νε καὶ βρο­μοῦ­σε τὸ σπί­τι. Φο­ρὲς φο­ρές, ἄ­νοι­γε νο­σταλ­γι­κὰ τὴ βα­λί­τσα, ἔ­παιρ­νε τὰ ἄ­δεια πα­κέ­τα, ποὺ βα­στοῦ­σε σὲ μιὰ γω­νί­α, τὰ χά­ι­δευ­ε ἁ­πα­λὰ μὲ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να δά­χτυ­λα, τὰ πλη­σί­α­ζε στὴ μύ­τη σὰν νά ’­χε μπρο­στά του τὸ λε­πτὸ χαρ­τί, τὸ φίλ­τρο, τὸν λε­πτε­πί­λε­πτο κα­πνὸ καὶ ρου­φοῦ­σε τὴν εὐ­ω­διά τους πού, ἂν καὶ ἄ­δεια, εἶ­χε μεί­νει ἀ­κό­μα. Αὐ­τὰ σκέ­πτον­ταν στὴ θύ­μη­σή του ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἐγ­γο­νός, τα­ξι­δευ­τὴς κι αὐ­τὸς τώ­ρα πού ’­παιρ­ναν ν’ ἀλ­λά­ξουν οἱ νύ­χτες τῆς ἀ­κρώ­ρειας ξα­να­γυ­ρί­ζον­τας στὸ πα­τρι­κό του, ψά­χνον­τας τὰ κει­μή­λιά του κι ἀ­να­σκα­λεύ­ον­τας νὰ βρεῖ στὴ γω­νί­α πα­ρά­με­ρα τὴ βα­λί­τσα στὴ μνή­μη του.

Πη­γή: Θυμάρια των βορριάδων (Νίκας, 2022)

Νί­κος Κα­τσα­λί­δας (Ἄ­νω Λε­σι­νί­τσα Θε­ο­λό­γος Ἁ­γί­ων Σα­ράν­τα, 1949). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α. Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος μὲ πολ­λὲς τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις καὶ βρα­βεῖ­α. Ποι­ή­μα­τά του συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ Ἀν­θο­λο­γί­ες στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, βουλ­γα­ρι­κά, ρου­μα­νι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος με­τέ­φρα­σε σα­ράν­τα πέν­τε Ἕλ­λη­νες ποι­η­τὲς καὶ πε­ζο­γρά­φους στὴν Ἀλ­βα­νι­κὴ γλώσ­σα. Εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἱ­δρυ­τὲς τῆς Δη­μο­κρα­τι­κῆς Ἕ­νω­σης τῆς Ἐ­θνι­κῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Μει­ο­νό­τη­τας «Ὁ­μό­νοι­α». Κα­τὰ τὸ 2001-2002, χρη­μά­τι­σε ὑ­πουρ­γὸς Ἐ­πι­κρα­τεί­ας (πα­ρὰ τῷ πρω­θυ­πουρ­γῶ) γιὰ τὰ Ἀν­θρώ­πι­να Δι­και­ώ­μα­τα στὴν Ἀλ­βα­νί­α. Κα­τὰ τὸ 2004-2008 δι­ε­τέ­λε­σε δι­πλω­μά­της, Μορ­φω­τι­κὸς Σύμ­βου­λος στὴν Ἀλ­βα­νι­κὴ Πρε­σβεί­α στὴν Ἀ­θή­να. Τὸ 2001 ἀ­πέ­σπα­σε τὸ βαλ­κα­νι­κὸ βρα­βεῖ­ο «Αἷ­μος», στὴ Σό­φια, γιὰ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ «Τὰ ἑ­κα­τὸ ἑ­κα­τό­φυλ­λά τῆς Πού­λιας». Τὸ 2002 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε ἡ «Ἀ­ση­μέ­νια πέ­να» ἀ­πὸ τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Ἀλ­βα­νί­ας γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τῆς ποί­η­σης τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α Ἐ­λύ­τη. Τὸ 2012, πα­ρα­ση­μο­φο­ρή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς Ἀλ­βα­νι­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας μὲ τὸ ἀ­νώ­τα­το με­τάλ­λιο τῆς τά­ξης τῶν γραμ­μά­των «Με­γά­λος καλ­λι­τέ­χνης». Ὁ Νί­κος Κα­τσα­λί­δας εἶ­ναι τα­κτι­κὸ μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.