Δήμητρα Ι. Χριστοδούλου: Κοσμολογία


Δήμητρα I. Χριστοδούλου


Κο­σμο­λο­γί­α


ΙΓΟ ΠΡΙΝ ΔΥΣΕΙ ὁ ἥ­λιος, στὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο τῆς Νε­ου­κέν, ὁ Λά­ου­ρο, πρώ­ην ἰ­σο­βί­της, πλέ­ον ὁ γη­ραι­ό­τε­ρος φρον­τι­στής, σπρώ­χνει ἀρ­γὰ τὸ  κα­ρό­τσι πρὸς  τὸ κλου­βὶ με­γέ­θους σχο­λι­κῆς αἴ­θου­σας τῶν κο­λιμ­πρί, σέρ­νον­τας τὸ κου­τσό του πό­δι, ἀ­πὸ πα­λιὸ τραῦ­μα. Ξε­κλει­δώ­νει τὴν  πόρ­τα, μπαί­νει μέ­σα καὶ σκύ­βει νὰ γε­μί­σει τὶς τα­ΐ­στρες, ξε­χνών­τας τὴν ἀρ­μα­θιὰ μὲ τὰ κλει­διὰ πά­νω στὴ σκου­ρι­α­σμέ­νη κλει­δα­ριά.

        Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν και­νού­ρια ἑρ­πε­το­λό­γο, τὴν Ἄ­να, στὸ δι­πλα­νὸ κλου­βί.  Πυ­ρα­κτώ­νουν οἱ πα­λά­μες του, πνί­γει τὸν κνη­σμὸ κόν­τρα στὶς λα­βὲς τοῦ κα­ρο­τσιοῦ. Με­τὰ βί­ας κρα­τι­έ­ται μέ­ρα τὴ μέ­ρα νὰ τὴ βλέ­πει νὰ κυ­λι­έ­ται στὸ χῶ­μα μὲ τὸ τζὶν σὸρ­τς καὶ τὸ ραν­τὲ μα­κὸ ἀ­νά­με­σα σὲ τό­σα φί­δια. Τὴν πα­ρα­κο­λου­θεῖ κρυ­φὰ πῶς ἡ­δο­νί­ζε­ται μὲ τὸ ἀρ­γὸ τύ­λιγ­μα τοῦ βό­α γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ τὸν ἱ­δρω­μέ­νο λαι­μό της.  Πῶς τρε­μο­παί­ζουν τὰ βλέ­φα­ρά της, πῶς γέρ­νει τὸ μά­γου­λό της νὰ τῆς τὸ γλεί­φει μὲ τὴν πα­γω­μέ­νη γλώσ­σα του μέ­χρι τὰ σά­λια του νὰ κυ­λή­σουν στὸ στῆ­θος της.

        Σκυμ­μέ­νος, μὲ τὴν πλά­τη στὸ φῶς, συ­νε­χί­ζει νὰ ρί­χνει τρο­φὴ στὶς ταΐ­­στρες, ποὺ ἔ­χουν ξε­χει­λί­σει πιὰ καὶ μυ­ριά­δες κι­τρι­νω­πὰ σπό­ρια χύ­νον­ται ὁρ­μη­τι­κὰ στὸ χῶ­μα. Τὰ κο­λιμ­πρὶ ἀ­λα­λι­α­σμέ­να ξε­ση­κώ­νουν τὸν τό­πο.  Ἕ­να ἰ­ρι­δί­ζον σύν­νε­φο γα­λα­ζο­πρά­σι­νης σκό­νης κα­τα­κλύ­ζει τὸ κλου­βί, ποὺ χρυ­σί­ζει ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ὅ­πως δι­α­θλῶν­ται οἱ πλά­γι­ες ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου. Ὁ Λά­ου­ρο ἐγ­κα­τα­λεί­πει τὶς λα­βὲς τοῦ κα­ρο­τσιοῦ, αὐ­τὸ σκά­ει μὲ δύ­να­μη κά­τω, τὰ μά­τια του τσού­ζουν ἀ­φό­ρη­τα ἀ­πὸ τὴ σκό­νη, τὰ σφρα­γί­ζει καὶ τὰ τρί­βει μὲ λύσ­σα. Ἡ πόρ­τα μι­σα­νοί­γει καὶ τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, ἑ­κα­τον­τά­δες κο­λιμ­πρὶ ξα­νοί­γον­ται στὸν κα­τα­κόκ­κι­νο οὐ­ρα­νό.

        Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, στὸ ρε­τι­ρὲ τῆς ἀν­τι­κρι­νῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, ἡ ἔ­φη­βη Μερ­σέν­τες, ἀ­νερ­χό­με­νο μον­τέ­λο, ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­ε­ται. Νὰ ἐμ­πι­στευ­τεῖ τὸν μά­να­τζέρ της; Νὰ ὑ­πο­γρά­ψει μα­ζί του τὸ συμ­βό­λαι­ο; Μὰ δι­α­φω­νοῦν κά­θε­τα στὸ θέ­μα τοῦ πο­σοῦ γιὰ τὴν ἀ­σφά­λεια τῶν σφρι­γη­λῶν γλου­τῶν της,  ποὺ τοὺς χαί­ρε­ται ὁ τύ­πος μῆ­νες τώ­ρα. Γε­λοῖ­ε! Κοι­τά­ζει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α. Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ γα­λα­ζο­πρά­σι­νο σμῆ­νος ποὺ κα­τα­κλύ­ζει τὸν οὐ­ρα­νό; Ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει τὴν πέ­να πά­νω του, ἁρ­πά­ζει τὴ σχο­λι­κὴ τσάν­τα της κι ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, κλεί­νον­τας τὴν πόρ­τα μὲ θό­ρυ­βο πί­σω της. Που­τά­νας γιοί, νὰ ψο­φή­σε­τε ὅ­λοι, ἀ­κοῦς; Θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω μό­νη μου.

        Πα­ρα­δί­πλα, στὴν τα­ρά­τσα τοῦ πε­ρι­φε­ρεια­κοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, ἀ­σθε­νεῖς κι ἐ­πι­σκέ­πτες ἀ­πα­θα­να­τί­ζουν τὸ σπά­νιο θέ­α­μα. Ἀ­στρά­φτουν τὰ φλὰς καὶ τὰ χα­μό­γε­λα. Στὸν ἄ­δει­ο δι­ά­δρο­μο πρὸς τὰ ἐ­πεί­γον­τα κα­μιὰ δε­κα­ριὰ νο­ση­λευ­τὲς καὶ για­τροὶ με­τα­φέ­ρουν ἕ­να φο­ρεῖ­ο τρέ­χον­τας πα­νι­κό­βλη­τοι.  Πά­νω στὸ χω­ρὶς παλ­μὸ κορ­μὶ τοῦ Πά­ο­λο, ἐ­δῶ καὶ τέσ­σε­ρα λε­πτά, πα­ρα­τη­μέ­νος ὁ ἀ­πι­νι­δω­τής. Τὸ γυ­μνό, ἀ­γο­ρί­στι­κο σῶ­μα χο­ρο­πη­δά­ει πά­νω στὸ φο­ρεῖ­ο, ἀ­νά­με­σα σὲ ὀ­ρούς, σω­λη­νά­κια, γάν­τια καὶ χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­νες μά­σκες. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς μα­κρό­στε­νες λάμ­πες φθο­ρί­ου ποὺ δι­α­τρέ­χουν τὸ λευ­κὸ τα­βά­νι κα­τὰ μῆ­κος, φεγ­γο­βο­λᾶ τὸ φα­λα­κρὸ κε­φα­λά­κι, σὰ νὰ ἄ­να­ψαν μέ­σα του φω­το­ρυθ­μι­κά. Σο­κα­ρι­σμέ­νος ὁ ἁ­παν­τα­χοῦ καρ­κί­νος ἀ­πὸ τὴν αἰφ­νί­δια δι­α­κο­πὴ αἱ­μά­τω­σης κι ὀ­ξυ­γό­νου ψά­χνει δί­ο­δο δι­α­φυ­γῆς. Μα­ται­ω­μέ­νο ἕ­να ἀ­μυ­δρὸ χα­μό­γε­λο στὰ με­λα­νὰ χεί­λη τοῦ Πά­ο­λο. Ὅ­μως. Τὰ ὀρ­θά­νοι­χτα μά­τια του, κα­τά­στι­κτα καὶ ὑ­γρά,  ἰ­ρι­δί­ζουν ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α εἰ­κό­να ποὺ εἶ­δαν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δε­κά­του ὀ­ρό­φου, λί­γο πρὶν ξε­ψυ­χή­σει.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.


Advertisements

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Ταμπλὸ βιβὰν

 

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


«Ταμ­πλὸ βι­βὰν»

Τὰ συν­τρι­βά­νια
εἶ­ναι μιὰ πρό­κλη­ση
μιὰ προ­δι­ά­θε­ση
νὰ σκέ­φτε­σαι
λο­ξά!

Γ. Πα­τί­λης

ΑΘΕ ΦΟΡΑ ποὺ περ­νοῦ­σε ἀ­π’ τὴν Πλα­τεί­α Θε­ά­τρου, τὴν πιὸ πο­λυ­σύ­χνα­στη πλα­τεί­α τῆς πό­λης, μὲ τὸ μαρ­μά­ρι­νο συν­τρι­βά­νι σὲ σχῆ­μα ρό­δου καὶ τὶς γυ­μνὲς νύμ­φες στὴ μέ­ση, τὰ κορ­μιά τους τεν­τω­μέ­να σὰν τό­ξα νὰ κρα­τοῦν ἕ­να τε­ρά­στιο φύλ­λο στὴν δρο­σε­ρὴ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ὁ­ποί­ου κεί­τον­ταν ρά­θυ­μα, ὅ­μοι­α μὲ τρυ­φε­ρὸ χοι­ρο­μέ­ρι πά­νω σὲ μπρούν­τζι­νη πι­α­τέ­λα, ὁ ἴ­διος ὁ Ἔ­ρως, μιὰ σκέ­ψη περ­νοῦ­σε πάν­τα ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ τοῦ ἥ­ρω­ά μας. Ἢ μᾶλ­λον δυ­ὸ σκέ­ψεις. Ἡ πρώ­τη σκέ­ψη δὲν μᾶς ἀ­φο­ρᾶ. Κι ὅ­σο γιὰ τὴ δεύ­τε­ρη, δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ κα­θα­ρὸς συγ­γρα­φι­κὸς οἶ­στρος, για­τὶ ὁ ἥ­ρω­άς μας κά­θε φο­ρὰ ποὺ δι­έ­σχι­ζε τὸ πλαι­σι­ω­μέ­νο μὲ φα­νο­στά­τες γυ­α­λι­στε­ρὸ δά­πε­δο πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­σταυ­ρω­νό­ταν μὲ χά­ρη ἀ­μέ­τρη­τες σό­λες καὶ τα­κού­νια, ἤ­θε­λε μὲ ὅ­λο του τὸ εἶ­ναι νὰ γρά­ψει ἕ­να δι­ή­γη­μα ποὺ θὰ ὑ­μνοῦ­σε τὴν Πλα­τεί­α καὶ τὸν κό­σμο της. Δὲν ἦ­ταν κά­τι ἁ­πλὸ τὸ νὰ περ­νᾶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο τῆς πό­λης: μιὰ εὐ­φο­ρί­α τύ­λι­γε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κορ­μί του καὶ μιὰ αἴ­σθη­ση αἰ­σι­ο­δο­ξί­ας, μιὰ ἐ­κρη­κτι­κὴ ὄ­ρε­ξη γιὰ ζω­ὴ τὸν συ­νέ­παιρ­νε. Εἴ­τε περ­νοῦ­σε βι­α­στι­κὸς γιὰ κά­ποι­α δου­λειά, εἴ­τε περ­νοῦ­σε τυ­χαῖ­α για­τὶ ἔ­τσι τὸ ἤ­θε­λε ὁ δρό­μος του, εἴ­τε ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο κυ­ρι­α­κά­τι­κο πε­ρί­πα­τό του, πάν­τα, σὲ κά­θε στιγ­μή, ὁ ἥ­ρω­άς μας ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε στὸν ἑ­αυ­τό του τὴν συγ­γρα­φι­κή του ἔμ­πνευ­ση. Μιὰ ἔμ­πνευ­ση με­γα­λε­πί­βο­λη, μιὰ ἔμ­πνευ­ση χει­μαρ­ρώ­δης, μιὰ ἔμ­πνευ­ση… Ἀ­δύ­να­το νὰ ἐ­ξη­γή­σει! Ἡ ζω­ὴ ἡ ἴ­δια σὲ ὅ­λες της τὶς ἐκ­φάν­σεις ἔ­μοια­ζε νὰ ξε­τυ­λί­γε­ται μπρο­στὰ στὰ μά­τια του μέ­σα ἀ­πὸ τὰ κου­νή­μα­τα, τὰ περ­πα­τή­μα­τα καὶ τὰ φερ­σί­μα­τα μιᾶς ἀ­τέ­λει­ω­της σει­ρᾶς ἀν­θρώ­πι­νων χα­ρα­κτή­ρων ποὺ εἶ­χαν σὰν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς τὴν Πλα­τεί­α. Καὶ δὲν ἦ­ταν μό­νο οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λὰ καὶ τὰ ἴ­δια τὰ κτή­ρια ποὺ συ­νει­σέφε­ραν μὲ τὸν δι­κό τους τρό­πο στὴν δη­μι­ουρ­γί­α μιᾶς τέ­τοι­ας γι­ορ­τι­νῆς ἀ­τμό­σφαι­ρας. Λου­σμέ­να φῶς, πάλ­λον­ταν στὸν σφυγ­μὸ τῆς πό­λης κι ἔ­μοια­ζαν νὰ τοῦ χα­μο­γε­λοῦν τσαχ­πί­νι­κα κά­θε φο­ρὰ ποὺ στέ­κον­ταν νὰ τὰ χα­ζέ­ψει, σὰν γυ­ναῖ­κες ποὺ δὲν φο­βοῦν­ται τὸν θαυ­μα­σμό. Για­τί τὰ κτή­ρια ποὺ πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζαν τὴν Πλα­τεί­α Θε­ά­τρου εἶ­χαν καμ­πύ­λες ποὺ ξε­μυ­ά­λι­ζαν, στρογ­γυ­λὰ μπαλ­κό­νια ρυθ­μοῦ ἄ­κρως χο­ρευ­τι­κοῦ, ἐν­τυ­πω­σια­κοὺς τρού­λους κι ἀ­να­το­λί­τι­κα σκα­λι­στὰ πα­ρά­θυ­ρα μὲ πε­ρι­τέ­χνες δι­α­κο­σμή­σεις σὰν ἀ­ρα­χνο­ΰ­φαν­τα φου­στά­νια. Τὰ κτή­ρια τῆς Πλα­τεί­ας Θε­ά­τρου ἔ­κα­ναν κά­ποι­ον νὰ νι­ώ­θει ση­μαν­τι­κός. Ἐ­δῶ δὲν ἔ­βλε­πες πο­τὲ σκου­ρι­α­μέ­νους κά­δους, κολ­λη­μέ­νες τσί­χλες, κι­τρι­νι­σμέ­νες δι­α­φη­μί­σεις κλει­δα­ρά­δων, οὔ­τε ἕ­να σκου­πι­δά­κι, οὔ­τε μιὰ πα­ρα­φω­νί­α, δὲν ἐ­πρό­κει­το πα­ρὰ γιὰ μιὰ ὑ­παί­θρια κα­λο­στη­μέ­νη σκη­νή, ἕ­να tableau vivant κα­θω­σπρε­πι­σμοῦ καὶ πο­λι­τι­στι­κοῦ με­γα­λεί­ου! Γι’ αὐ­τόν, γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸν λό­γο ὁ ἥ­ρω­άς μας ἀ­γα­ποῦ­σε τό­σο τὴν Πλα­τεί­α Θε­ά­τρου, για­τὶ ἐ­κεῖ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς ν’ ἀ­πο­λαύ­σει τὴν πλά­νη τῆς ζω­ῆς, μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ ξε­χά­σει, νὰ με­θύ­σει ἀ­πὸ ὀ­μορ­φιά! Δὲν προ­λά­βαι­νες νὰ πα­τή­σεις τὸ πό­δι σου στὴν Πλα­τεί­α καὶ τὰ ἀ­ρώ­μα­τα σὲ ἔπι­α­ναν ἀ­π’ τὰ μοῦ­τρα. Ἀ­ρώ­μα­τα ἀ­πὸ δῶ, ἀ­ρώ­μα­τα ἀ­πὸ κεῖ… Καμ­παρ­ντί­νες, παλ­τό, ποῦ καὶ ποῦ κα­νὰ χα­ρού­με­νο κα­πέ­λο, κα­λο­σι­δε­ρω­μέ­να που­κά­μι­σα, κου­στού­μια τῆς τε­λευ­ταί­ας μό­δας, ὅ­λα τὰ ροῦ­χα —συγ­γνώ­μη οἱ ἄν­θρω­ποι— ἔ­βα­ζαν τὰ κα­λά τους ὅ­ταν ἐ­πρό­κει­το νὰ δι­α­σχί­σουν τὴν Πλα­τεί­α. Κι ἂν ὅ­λες τὶς ἡ­μέ­ρες τοῦ χρό­νου ἡ Πλα­τεί­α προ­σέ­φε­ρε πάν­τα ἕ­να τέ­τοι­ο εὐ­χά­ρι­στο θέ­α­μα, τό­τε ἡ κα­λύ­τε­ρη τῶν πα­ρα­στά­σε­ων δί­νον­ταν πάν­τα τὶς Κυ­ρια­κές! Οἱ Κυ­ρια­κὲς ἔ­χουν αὐ­τὴν τὴν κυ­ρι­α­κά­τι­κη ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ δὲν πε­ρι­γρά­φε­ται μ’ ἄλ­λη λέ­ξη. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ποὺ τὶς Κυ­ρια­κὲς οἱ ἄν­θρω­ποι φο­ροῦν τὰ κυ­ρι­α­κά­τι­κά τους, βγαί­νουν κυ­ρι­α­κά­τι­κα, περ­πα­τοῦν κυ­ρι­α­κά­τι­κα, χα­μο­γε­λοῦν, χαι­ρε­τοῦν καὶ δί­νουν κυ­ρι­α­κά­τι­κες χει­ρα­ψί­ες. Ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου τυ­χαῖα, για­τὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς λί­γη μα­ται­ο­δο­ξί­α κά­νει τὴ σχό­λη πιὸ γλυ­κειὰ κι ἂν κά­ποι­ος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται τὸ ἀν­τί­θε­το εἶ­ναι για­τὶ δὲν εἶ­ναι κα­νο­νι­κὸς ἄν­θρω­πος τὶς ὑ­πό­λοι­πες μέ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δας. Δὲν χρει­ά­ζε­ται με­γά­λη ἐ­ξυ­πνά­δα γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει κα­νεὶς ὅ­τι πρέ­πει νὰ εἶ­ναι κα­νο­νι­κὸς ἀ­πὸ τὴ Δευ­τέ­ρα μέ­χρι τὸ Σάβ­βα­το γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ νι­ώ­σει τὴν ξε­χω­ρι­στὴ μα­ται­ο­δο­ξί­α τῆς Κυ­ρια­κῆς. Ἡ ξε­χω­ρι­στό­τη­τα τῆς Κυ­ρια­κῆς, νὰ ἕ­νας ὡ­ραῖ­ος τί­τλος. Μιὰ μέ­ρα σὰν αὐ­τή, τὸ βά­δι­σμα τῶν ἀν­θρώ­πων γί­νε­ται πιὸ ἀρ­γό, τὸ σῶ­μα πιὸ νω­χε­λι­κό, τὸ πρό­σω­πο πιὸ χα­μο­γε­λα­στό, οἱ κα­στα­νά­δες βγαί­νουν στοὺς δρό­μους —ὅ­ταν εἶ­ναι Χει­μώ­νας— πλα­νό­διοι πω­λη­τὲς συρ­ρέ­ουν ἀ­π’ ­ὅ­λες τὶς πάν­τες, ἄ! νὰ καὶ ὁ κ. Χα­τζη­βα­σι­λεί­ου, πῶς εἶ­στε, τί κά­νε­τε, τί ἔ­λε­γα, ἄ ναί, πό­σο ὡ­ραί­α εἶ­ναι ἡ Πλα­τεί­α Θε­ά­τρου, σφύ­ζει ἀ­πὸ ζω­ή! πό­σο ἡ­λι­ό­λου­στη εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ Κυ­ρια­κή, ὅ­λοι εἶ­ναι πα­ρόν­τες, ἡ δη­μο­τι­κὴ ἀ­στυ­νο­μί­α κό­βει βόλ­τες, ὁ ζη­τιά­νος στὴν γω­νιά του, ἕ­νας-δυὸ συν­τα­ξι­οῦ­χοι στὸ παγ­κά­κι, ἡ λα­χει­ο­πώ­λισ­σα, παι­δά­κια τρέ­χουν ἀ­νέ­με­λα, μπλέ­κον­ται σὲ φοῦ­στες σὲ γραμ­μὴ ἀμ­πίρ, ζη­τοῦν πα­γω­τό, ἕ­νας πο­δη­λά­της περ­νᾶ ξυ­στά, ἕ­να μπα­λό­νι ξε­φεύ­γει ἀ­π’ τὸ χέ­ρι κά­ποι­ου μι­κροῦ, κλάμ­μα­τα, νου­θε­σί­ες, γέ­λια —τί­πο­τα σο­βα­ρό— το μπα­λό­νι αἰ­ω­ρεῖ­ται, ἀ­νυ­ψώ­νε­ται σι­γὰ-σι­γά, ὅ­λο καὶ πιὸ ψη­λά, ὅ­λο καὶ πιὸ ψη­λά, χά­νε­ται μὲς στὰ σύν­νε­φα… δὲν μοιά­ζει πα­ρὰ μὲ κουκ­κί­δα, μια πο­λὺ μι­κρή, ἀ­σή­μαν­τη μαύ­ρη κουκ­κί­δα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λειο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Ἐ. Χ. Γονατᾶς: Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς λίμνης


Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς


Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς λίμνης


ΙΤΡΙΝΟ βρο­χε­ρὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὄρ­θιοι στὰ σκα­λο­πά­τια τῆς μαρ­μα­ρέ­νιας ἀ­πο­βά­θρας, κοι­τά­ζου­με τὸ βα­θύ, τα­ραγ­μέ­νο νε­ρὸ τῆς λί­μνης.

        Ἕ­νας με­γά­λος ἀ­στα­κὸς περ­νά­ει μπρο­στά μας· τό­σο κον­τὰ καὶ τό­σο ἀρ­γὰ κο­λυμ­πά­ει, ποὺ μιὰ μυ­στι­κὴ συ­νεν­νό­η­ση γί­νε­ται ἀ­μέ­σως με­τα­ξύ μας: «Νὰ τὸν πι­ά­σου­με ἀ­π’ τ’ αὐ­τιά!».

        Ἁρ­πά­ζω κι ἐ­γὼ ἕ­ν΄ αὐ­τὶ κι ἀρ­χί­ζου­με νὰ τὸν τρα­βᾶ­με. Τὸ αὐ­τὶ του εἶ­ναι με­γά­λο, μα­λα­κὸ καὶ κα­φτό. Κα­θὼς τὸν ἀ­νε­βά­ζου­με σι­γὰ-σι­γὰ καὶ μὲ κό­πο ἀ­π’ τὸ θο­λὸ νε­ρό, για­τί εἶ­ναι πο­λὺ βα­ρύς, βλέ­πω πό­σο γε­λα­στή­κα­με. Δὲν ἀ­να­σύ­ρα­με, ὅ­πως νο­μί­ζα­με, τὸν ἀ­στα­κό, ἄλ­λα ἕ­ναν με­γα­λό­σω­μο οὐ­ραγ­κο­τάγ­κο μι­σο­πνιγμέ­νο, ποὺ χτυ­πι­ό­ταν γυ­ρεύ­ον­τας νὰ μᾶς ξε­φύ­γει.

        Με­τα­νι­ώ­νω ποὺ ἀ­να­κα­τεύ­τη­κα.

        Ὁ οὐραγ­κο­τάγ­κος δὲν ἔ­χει δύ­να­μη ν΄ ἀν­τι­στα­θεῖ καὶ σὲ λί­γο ὑ­πο­ταγ­μέ­νος ὁ­λό­τε­λα στὴν τύ­χη του, ἀ­φή­νει νὰ τοῦ δέ­σου­με τὰ σα­γό­νια μὲ τὸ σκοι­νί. Στὰ με­γά­λα μά­τια του, ὅ­πως μὲ κοι­τά­ζουν, δὲ δι­α­κρί­νω θυ­μὸ ἀλ­λὰ ἀ­πέ­ραν­τη θλί­ψη.

        Στὴ στιγ­μὴ ὅ­λα ξε­κα­θα­ρί­ζουν μέ­σα μου. Κα­τα­λα­βαί­νω πὼς μπλέ­χτη­κα σ’ ἕ­να ἀ­παί­σιο ἔγ­κλη­μα. Ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ βρε­μέ­νος οὐραγ­κο­τάγ­κος, ποὺ τουρ­του­ρί­ζει κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὰ πό­δια μας, εἶ­ναι ἕ­να μο­να­δι­κὸ ζῶ­ο μὲ σπά­νια πνευ­μα­τι­κὰ προ­σόν­τα, ποὺ ὅ­μοι­ό του δὲ θὰ ξα­να­βρε­θεῖ· γνω­ρί­ζει ἄ­πται­στα τὴ γλώσ­σα ποὺ μι­λᾶ­με κι ἄλ­λες ἀ­κό­μα πολ­λές.

        Μιὰ κοι­τά­ζω τὰ χέ­ρια μου ποὺ ἔ­χει μεί­νει στὴν πα­λά­μη τους ἡ ζέ­στα τοῦ βε­λου­δέ­νιου του αὐ­τιοῦ, καὶ μιὰ τοῦ ρί­χνω ἔ­νο­χες μα­τι­ές, σὰν νὰ τὸν πα­ρα­κα­λῶ νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σει.

        Τὸ σο­φὸ ζῶ­ο μέ­νει βου­βό.

        Ἀ­πο­τρα­βι­έ­μαι πα­ρά­με­ρα κι ἀ­να­λύ­ο­μαι σὲ πο­τα­μοὺς δα­κρύ­ων.



Πηγή: Τὸ βάραθρο (διηγήματα, ἐκδ. Στιγμή, 1984).

 

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρες (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.


Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)



[Ἡ Μικρομυθοπλασία Παντοῦ. Δίμηνη Διεθνὴς Ἐπισκόπηση.

Δελτίο#1]


Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου


Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)


ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο Mi­ni­fic­ción y na­no­fi­lo­lo­gia. La­ti­tu­des de la hi­per­bre­ve­dad (Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ να­νο­φι­λο­λο­γί­α. Γε­ω­γρα­φι­κὰ πλά­τη τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης[1]) κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2017 σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Ana Rueda, σὲ συ­νέ­χεια τοῦ 8ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 2014 στὸ Kentucky. Ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πρώ­τη συλ­λο­γι­κὴ προ­σπά­θεια σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο νὰ πα­ρου­σια­στεῖ ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸς δι­ά­λο­γος ποὺ ἔ­χει ἀ­να­πτυ­χθεῖ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ὑ­πὸ δι­ε­ρεύ­νη­ση λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος καὶ πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο γνω­στὸ κυ­ρί­ως ὡς microfiction καὶ minificción, στὴν ἀγ­γλο­σα­ξω­νι­κὴ καὶ ἰ­σπα­νό­φω­νη κρι­τι­κή, ἀν­τί­στοι­χα.

            Ὁ τό­μος ἑ­στιά­ζει κυ­ρί­ως στὴ δεύ­τε­ρη καὶ χω­ρί­ζε­ται σὲ ἕ­ξι ἑ­νό­τη­τες μὲ τί­τλο: «Δη­μι­ουρ­γί­α», «Θε­ω­ρη­τι­κοὶ καὶ τυ­πο­λο­γι­κοὶ στο­χα­σμοί», «Πλατ­φόρ­μες πα­ρα­γω­γῆς καὶ δι­ά­δο­σης», «Πε­ρι­γράμ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (I. Hispanoamerica καὶ II. Europa)», «Σύν­το­μος ἄ­τλαν­τας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας», καὶ «Τὸ μέλ­λον τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας». Πε­ρι­λαμ­βά­νει τριά­ντα ἑ­πτὰ κεί­με­να στὰ ὁ­ποῖ­α προ­σεγ­γί­ζε­ται δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὰ ἡ ἀ­συ­νή­θι­στα με­γά­λη πα­ρα­γω­γὴ τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80. Ἕ­νας τρό­πος πα­ρου­σί­α­σης αὐ­τοῦ τοῦ τό­μου θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶναι τὸ σύν­το­μο πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ τὶς θέ­σεις τῶν με­λε­τη­τῶν ἀ­νὰ ἑ­νό­τη­τα, ἀ­κο­λου­θών­τας τὴ σει­ρὰ τοῦ βι­βλί­ου καὶ μιὰ ἀ­να­λυ­τι­κὴ λο­γι­κή. Ἔ­τσι, θὰ ἐ­πα­λη­θευ­ό­ταν ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ὑ­πό­θε­ση πολ­λῶν ἀ­πὸ τοὺς πα­ρα­πά­νω ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α γεν­νή­θη­κε στοὺς κόλ­πους τῶν κυ­ρί­αρ­χων λο­γο­τε­χνι­κῶν εἰ­δῶν (ἔ­πος, λυ­ρι­κὴ ποί­η­ση, μυ­θι­στό­ρη­μα, δι­ή­γη­μα), ἐ­πι­βί­ω­σε στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ἐ­θνι­κῶν λο­γο­τε­χνι­ῶν κι ἐμ­φα­νί­ζει ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 ἀμ­φι­λε­γό­με­να γιὰ με­ρι­κούς, νέ­α γιὰ ἄλ­λους, εἰ­δο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ κι ἔν­το­νες τά­σεις αὐ­το­δι­ά­θε­σης: δύ­ο πρό­σφα­τα δε­δο­μέ­να ποὺ εὐ­θύ­νον­ται γιὰ τὴν ἔν­τα­ση ἡ ὁ­ποία κα­τα­γρά­φε­ται στὸ δι­ε­θνῆ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ δι­ά­λο­γο. Ὅ­μως, εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὴ ἡ ἔν­τα­ση καὶ ἡ αἴ­σθη­ση δι­α­νο­η­τι­κῆς ἀ­τα­ξί­ας καὶ ἀ­να­γνω­στι­κῆς ἀ­να­κά­λυ­ψης ποὺ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νον­ται σὲ ὅ­λο τὸν τό­μο καὶ ἐ­πι­βάλ­λουν μί­α συ­στη­μι­κὴ πα­ρου­σί­α­σή του, δη­λα­δὴ ἑ­στί­α­ση στοὺς συ­σχε­τι­σμοὺς τῶν θέ­σε­ων ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται.

            Ἀ­νάγ­κη ποὺ ἐ­νι­σχύ­ε­ται καὶ ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­φω­νί­α ὡς πρὸς τὸν ὅ­ρο ποὺ πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με γιὰ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, τὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­δει­κνύ­ουν ἡ ἐ­πι­με­λή­τρια, Ana Rueda, στὴν ἐ­κτε­νῆ εἰ­σα­γω­γή της, ἀλ­λὰ καὶ ἡ Julia Johnson. Ἡ τε­λευ­ταί­α, κα­τα­λή­γει στὸν ὄ­ρο microficción (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[2]), ἐ­φό­σον θε­ω­ρεῖ ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ὅ­ρος ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὴν οὐ­σί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: δη­λα­δὴ τὴ δια­ρκῆ αἴ­σθη­ση τοῦ φευ­γα­λέ­ου σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα καὶ τὴ συν­το­μία.

            Ἡ ἑ­τε­ρο­γέ­νεια τῶν δι­α­φο­ρε­τι­κῶν θέ­σε­ων καὶ προ­σεγ­γί­σε­ων τοῦ ζη­τή­μα­τος «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» λει­τουρ­γεῖ σὰν ἕ­να φυ­σι­κὸ ἐκ­κρε­μὲς ἐ­πά­νω ἀ­πὸ τὶς χῶ­ρες ποὺ χαρ­το­γρα­φοῦν­ται καὶ τὶς χρο­νι­κὲς πε­ρι­ό­δους ποὺ φω­τί­ζον­ται, τὸ ὁ­ποῖ­ο τα­λαν­τώ­νε­ται ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἄ­κρα μὲ πολ­λὲς ἐν­δι­ά­με­σες στά­σεις, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ ρο­πὴ(3) ποὺ ἀ­σκεῖ­ται στὴ ση­μεια­κὴ μά­ζα, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α.

            Στὸ ἕ­να ἄ­κρο βρί­σκε­ται ἡ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­λυ­τι­κὴ πα­ρὰ θε­ω­ρη­τι­κὴ θέ­ση τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ David Roas, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὅ­ρο microstory (μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α) καὶ θε­ω­ρεῖ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὑ­πο­εῖ­δος τοῦ δι­η­γή­μα­τος (short story). Ἡ ἐ­κτε­νὴς ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α του στη­ρί­ζει σθε­να­ρὰ τὴν το­πο­θέ­τη­σή του σὲ αὐ­τὸ τὸ ἄ­κρο καὶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι «οἱ κρι­τι­κοὶ δὲν ἔ­χουν κα­τα­φέ­ρει νὰ ἀ­πο­δεί­ξουν ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ νέ­ο εἶ­δος καὶ κα­τα­λή­γουν νὰ δί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο βά­ρος στὶς πι­έ­σεις τοῦ πα­ρα­κει­μέ­νου». Δὲν πα­ρα­γνω­ρί­ζει τὴν ἐγ­κυ­ρό­τη­τα καὶ τὴν ἰ­σχὺ τῆς μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ας, ἀν­τι­θέ­τως, προ­βαί­νει στὴν αἰ­σθη­τι­κή της ἀ­πο­τί­μη­ση, ὑ­περ­το­νί­ζει τὴ δυ­να­μι­κὴ καὶ τὴ δυ­σκο­λί­α συγ­γρα­φῆς της. Ὡ­στό­σο, ἐκ­φρά­ζει τὴν ἔν­το­νη ἀ­νη­συ­χί­α του νὰ με­τα­τρα­πεῖ σὲ μό­δα. Εὔ­λο­γα, ὅ­μως, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­κα­λέ­σει κα­νεὶς ἐ­δῶ τὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ τοῦ Ralph Waldo Emerson ὅ­τι «κά­θε γε­νε­ὰ πρέ­πει νὰ γρά­ψει τὰ δι­κά της βι­βλί­α» (Ταί­η­λορ, 2010:59). Ἐ­νῶ θε­ω­ρη­τι­κὰ ἐ­πι­μέ­νει στὴν κει­με­νο­κεν­τρι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, πρα­κτι­κὰ ὁ Roas ἀν­τλεῖ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ κοι­νω­νι­κὸ φαι­νό­με­νο. Τὰ κοι­νω­νι­κὰ φαι­νό­με­να, ὅ­μως, ἔ­χουν πάν­τα καὶ μιὰ πο­λι­τι­σμι­κὴ δι­ά­στα­ση, για­τὶ εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να καὶ συμ­βο­λι­κὰ καὶ συ­νε­πῶς τὸ ζή­τη­μα εἶ­ναι σύν­θε­το. Πα­ρό­λα αὐ­τά, τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μά του ὅ­τι ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ εἶ­ναι ἐ­λά­χι­στα τὰ κα­λὰ δείγ­μα­τα, συγ­κρι­τι­κὰ μὲ τὴν πρω­το­φα­νῆ μα­ζι­κὴ πα­ρα­γω­γή της γιὰ τὰ μέ­χρι τώ­ρα γνω­στὰ δε­δο­μέ­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ὥ­στε νὰ ὑ­φί­στα­ται ἀλ­λα­γὴ Πα­ρα­δείγ­μα­τος, δὲν ἀν­τι­κρού­ε­ται εὔ­κο­λα. Δι­καί­ως θε­ω­ρεῖ ὅ­τι πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει με­θο­δο­λο­γί­α, τα­ξι­νο­μη­τι­κὸς ὁ­δη­γὸς καὶ μέ­τρο στὴν πα­ρα­γω­γή, στὴν κα­τα­νά­λω­ση καὶ στὴ συγ­κρό­τη­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς ὑ­πό­στα­σης αὐ­τοῦ του τύ­που κει­μέ­νων (δι­ά­χυ­ση μέ­σῳ δι­α­δι­κτύ­ου, ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἔ­ρευ­να, συ­νέ­δρια, πα­νε­πι­στη­μια­κὲς με­λέ­τες κι ἐκ­δό­σεις, συλ­λο­γές, ἀν­θο­λο­γί­ες, κλπ.), δι­ό­τι δι­α­βλέ­πει ὅ­τι στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ μᾶς «κα­τα­βρο­χθί­σει ὁ δει­νό­σαυ­ρος τοῦ Μον­τερ­ρό­σο».

            Το­πο­θέ­τη­ση ποὺ δι­ευ­κο­λύ­νουν οἱ Ἀρ­γεν­τι­νοὶ συγ­γρα­φεῖς Ana Maria Shua καὶ Raúl Brasca. Ἡ πρώ­τη, δι­α­κρί­νει τὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη ἀ­πὸ τὴν ἀγγλό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τοὺς ὅ­ρους microrrelato καὶ micro(s), ἀν­τί­στοι­χα. Πα­ρου­σιά­ζει μί­α πο­λὺ ἑλ­κυ­στι­κὴ σει­ρὰ συμ­βου­λῶν καὶ γιὰ ἐ­πί­δο­ξους συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, στὶς ὁ­ποῖ­ες ἐ­ξε­τά­ζει ἐν­δε­λε­χῶς τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἐκ­δο­χὲς αὐ­τοῦ του εἴ­δους ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ. Ὁ δεύ­τε­ρος, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὄ­ρο microficción, μό­λις στὸ πρῶ­το κεί­με­νο τοῦ τό­μου, συμ­πυ­κνώ­νει τὴν ποι­η­τι­κή του σὲ πέν­τε σε­λί­δες καὶ πε­τυ­χαί­νει ὅ,τι καὶ ἡ ἴ­δια ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: πα­ρα­μέ­νει ἀ­μέ­το­χος πα­ρα­τη­ρη­τὴς τῶν τα­λαν­τώ­σεων τοῦ ἐκ­κρε­μοῦς. Θε­ω­ρεῖ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­παι­τη­τι­κὸ εἶ­δος, τὴ δι­α­κρί­νει ἀ­πὸ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα (mi­cro­cu­ento/mi­cror­re­la­to) καὶ γιὰ νὰ τὴν ἑρ­μη­νεύ­σει θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ἡ πύ­κνω­ση, τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της, ὀ­φεί­λε­ται στὴ σι­ω­πὴ ὡς δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο της, ὡς ἀ­κρο­γω­νια­ῖος λί­θος τοῦ γλωσ­σι­κοῦ μη­χα­νι­σμοῦ της, τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νια­κῆς πρα­κτι­κῆς της καὶ τῆς χρή­σης της. Το­πο­θέ­τη­ση μὲ ἄρ­ρη­τες ἀλ­λὰ σα­φεῖς ἀ­να­γω­γὲς στὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, δη­λα­δὴ τὴ σω­στὴ δι­α­χεί­ρι­ση τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ, τὸ συ­νο­λι­κὸ φι­λο­σο­φι­κὸ corpus τοῦ Ludwig Wittgenstein, τὴ γλωσ­σι­κὴ στρο­φὴ καὶ τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας νὰ συ­νά­πτει ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς κι ἐ­σω­τε­ρι­κὲς σχέ­σεις μὲ τὴ φι­λο­σο­φί­α(4), πα­ρὰ τὴν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­σή­ της. Φω­τί­ζον­τας αὐ­τὴ τὴ δι­ά­στα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ το­πο­θε­τη­θεῖ ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τα μὲ τὸν Roas, ὅ­μως τὸν πα­ρου­σι­ά­ζου­με ἐ­δῶ, ἐ­πει­δὴ στὸ δεύ­τε­ρο κεί­με­νό του, τὸ προ­τε­λευ­ταῖ­ο τοῦ τό­μου, ἐκ­θέ­τει τὴν ὑ­περ­τρο­φι­κὴ συγ­γρα­φι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα καὶ πα­ρα­γω­γὴ ἀν­θο­λο­γι­ῶν καὶ τοὺς θε­ω­ρη­τι­κούς, πρα­κτι­κοὺς καὶ προ­σω­πι­κοὺς λό­γους ποὺ ὑ­πο­κι­νοῦν τοὺς ἀν­θο­λό­γους νὰ συ­νε­νώ­σουν συγ­κε­κρι­μέ­να κεί­με­να ὑ­πὸ τὴ σκέ­πη ἑ­νὸς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νου ἔρ­γου καὶ νὰ ἐ­πι­λέ­ξουν μιὰ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀ­κο­λου­θί­α. Ἔ­τσι, ἐκ­φρά­ζει τὴν ἀν­τί­θε­σή του στὸ ἐν­δε­χό­με­νο τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται μα­ζι­κό­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, νὰ κα­τα­λή­ξει στὴν πλά­νη τῆς «πα­νί­ε­ρης ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς φόρ­μας» τῆς ἐ­πο­χῆς μας, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ Ro­as.

            Πρὸς τὴν ἴ­δια κα­τεύ­θυν­ση κα­τα­γρα­φῆς τῆς πα­ρα­γω­γῆς τῆς (ὑ­περ)σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης κι­νοῦν­ται καὶ ἡ Stella Maris Pog­gian μὲ τὸν Ri­car­do Ha­ye, ὁ Ja­vier Os­wal­do Mo­re­no Ca­ro καὶ ὁ Ra­úl Mi­ra­nda στὴν τρί­τη ἑ­νό­τη­τα, «Πλατ­φόρ­μες πα­ρα­γω­γῆς καὶ δι­ά­χυ­σης», οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐν­το­πί­ζουν καὶ ἀ­να­λύ­ουν τὴν πλη­θώ­ρα (ὑ­περ)σύν­το­μων ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν δο­μῶν στὸ σύγ­χρο­νο κι­νη­μα­το­γρά­φο, τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια καὶ τὸ ντο­κι­μαν­τέρ, ἀν­τί­στοι­χα. Ὁ­μοί­ως καὶ ὁ Ba­si­lio Pu­ja­nte ποὺ ἑ­στιά­ζει στὴ σχέ­ση με­τα­ξὺ ἱ­στο­λο­γί­ων καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀλ­λὰ θε­ω­ρεῖ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὴ φαι­νο­με­νι­κὴ ἁ­πλό­τη­τα τῶν κει­μέ­νων ποὺ προ­κύ­πτουν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ὁ­λο­έ­να καὶ στε­νό­τε­ρη σχέ­ση πα­ρά­γον­τες ποὺ βελ­τι­ώ­νουν τὴν ποι­ό­τη­τα ρη­μα­τι­κῆς ἔκ­φρα­σης κι εὐ­νο­οῦν τὴν προ­σω­πι­κή, ἐκ­δη­μο­κρα­τίζο­ντάς τη σὲ εὐ­ρεί­α κλί­μα­κα. Ἐ­νι­σχυ­τι­κὰ λει­τουρ­γεῖ καὶ ἡ το­πο­θέ­τη­ση τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ John Patrick Allen, ποὺ πα­ρου­σιά­ζει πα­νο­ρα­μι­κὰ τὴν ὑ­περ­μι­κρὴ ἀ­φή­γη­ση 140 χα­ρα­κτή­ρων τοῦ Twitter καὶ στο­χά­ζε­ται γιὰ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα ὅ­ρια τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κει­μέ­νου ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα στὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης.

            Ξε­περ­νών­τας αὐ­τὰ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ὅ­ρια, ὁ ἐ­πί­σης Ἀ­με­ρι­κα­νὸς John Proctor, πα­ρου­σιά­ζει τὶς ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στες δυ­να­τό­τη­τες ποὺ προ­σφέ­ρει ἡ (ὑ­περ) συν­το­μί­α καὶ στὸ δο­κι­μια­κὸ λό­γο. Αὐ­τὲς κα­τα­γρά­φει μέ­σα ἀ­πὸ τὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πρό­γραμ­μά του The beginning and the end (Ἡ ἀρ­χὴ καὶ τὸ τέ­λος), ὀρ­γα­νι­κὸ τμῆ­μα τοῦ πο­λυ­ε­τοῦς προ­γράμ­μα­τος The List and the Story (Ἡ λί­στα καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α) στὸ ἱ­στο­λό­γιό του, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να πα­λίμ­ψη­στο ἡ­με­ρο­λο­για­κῆς γρα­φῆς, ἀ­φο­ρι­σμῶν, πο­λι­τι­σμι­κῆς/λο­γο­τε­χνι­κῆς/μου­σι­κῆς κρι­τι­κῆς καὶ με­τα­λό­γου.

            Οἱ πα­ρα­πά­νω ἀ­πα­ραί­τη­τες το­πο­θε­τή­σεις γιὰ τὴν ἐμ­βά­θυν­ση τῆς ἔ­ρευ­νας, ἀ­πο­δυ­να­μώ­νουν με­ρι­κῶς τὴν κει­με­νο­κεν­τρι­κὴ καὶ ὁ­λι­στι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τοῦ Roas, ἂν σκε­φτεῖ κα­νεὶς ὅ­τι ἀ­φο­ροῦν προ­βλη­μα­τι­σμοὺς ποὺ ἐ­γεί­ρον­ται γε­νι­κὰ γιὰ τὴ χρή­ση καὶ τὸ ρό­λο τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας. Τὰ ἠ­θι­κὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ θί­γον­ται δι­ε­ρευ­νῶν­ται καὶ στὸ πλαί­σιο τῶν σύγ­χρο­νων Κοι­νω­νι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν ποὺ κα­τα­γρά­φουν τὶς με­τα­βαλ­λό­με­νες πτυ­χὲς τῆς συμ­βο­λι­κῆς τά­ξης, τοῦ με­ταν­θρω­πι­σμοῦ, τῶν θε­ω­ρί­ων τοῦ χά­ους καὶ τῶν δι­κτύ­ων, τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας, ὑ­λι­κό­τη­τας καὶ πο­λυ­ση­μί­ας τῆς ἔν­νοι­ας τοῦ κό­σμου. Τί­θεν­ται με­θο­δο­λο­γι­κὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ ἀν­τι­κεί­με­να γιὰ τὴ με­τα-κλα­σι­κὴ Ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α καὶ τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὴν ἀ­φή­γη­ση ὡς ἀν­τι­κεί­με­νο στὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα ὡς κα­τά­στα­ση. Ἀ­να­φέ­ρον­ται ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς προ­κλή­σεις ποὺ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὶς Ψη­φια­κὲς Ἀν­θρω­πι­στι­κὲς Σπου­δὲς ἢ/καὶ τὶς Πο­λι­τι­σμι­κές, ποὺ με­λε­τοῦν νέ­ες μορ­φὲς συλ­λο­γι­κό­τη­τας καὶ τὴν ἀ­ξί­α τῆς χρή­σης τῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὴν κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή, ἢ ἑρ­μη­νεύ­ον­ται στὸ πλαί­σιο ρευ­μά­των ὅ­πως ὁ νέ­ος ἱ­στο­ρι­σμός, ποὺ ἐ­ξε­τά­ζει κά­θε πο­λι­τι­σμι­κὸ γε­γο­νὸς ὡς «προ­ϊ­όν της κουλ­τού­ρας του ποὺ ἐ­πη­ρε­ά­ζει μὲ τὴ σει­ρά του αὐ­τὴ τὴν κουλ­τού­ρα» (Τζι­ό­βας, 2017: 3, 19, 547). Ἑ­πο­μέ­νως, οἱ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ὑ­πο­θέ­σεις τοῦ Roas, δὲν ἐ­πα­λη­θεύ­ον­ται πλή­ρως, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ ζή­τη­μα «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» νὰ χρί­ζει πε­ραι­τέ­ρω δι­ε­ρεύ­νη­σης.

            Ἡ το­πο­θέ­τη­ση τοῦ Ottmar Ette, ἱ­δρυ­τῆ τοῦ τμή­μα­τος Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Potsdam, φαί­νε­ται νὰ ἀ­παν­τά­ει ἐκ πρώ­της στὴν ἄ­πο­ψη τοῦ Roas. Ο Ette χρη­σι­μο­ποι­εῖ πλη­θώ­ρα πα­ρεμ­φε­ρῶν ὅ­ρων γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(5). Δι­αρ­θρώ­νει ἕ­να πα­νό­ρα­μα ἀ­πὸ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα, θε­μα­το­λο­γί­α καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ποὺ συλ­λέ­γει ἀ­πὸ τὴν ἀ­παρ­χὴ τοῦ ἔν­τε­χνου λό­γου μὲ κρι­τή­ριο τὸ βαθ­μὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας (Ἔ­πος τοῦ Γκιλ­γκα­μές, Ἴ ΤσίνγκΒι­βλί­ο τῶν ἀλ­λα­γῶν, Ὁ­μη­ρι­κὰ Ἔ­πη, Βί­βλος, ρω­σι­κὴ μυ­θι­στο­ρί­α, συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Ἐλ­βε­τοῦ Martin Suter[6]). Θε­ω­ρη­τι­κο­ποι­εῖ τὴ σχέ­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­έ­να­ης κί­νη­σης προ­τεί­νον­τας ἕ­να σύν­θε­το ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ σχῆ­μα mociónemoción (κί­νη­ση –συ­ναί­σθη­μα), ἐ­φό­σον θε­ω­ρεῖ ὅ­τι τὸ ἕ­να κι­νη­το­ποι­εῖ τὸ ἄλ­λο καὶ εἶ­ναι ἀλ­λη­λέν­δε­τα στὸ σύ­νο­λο τῶν πο­λὺ σύν­το­μων ἀ­φη­γή­σε­ων δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ οἰ­κου­με­νι­κά. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Ette, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α προ­σφέ­ρει αἰ­σθη­τι­κὴ ἀ­πό­λαυ­ση, ρέ­πει πρὸς τὴν αἰ­σθη­τι­κή του bricolage (τὴν ὁ­ποί­α θε­ω­ρεῖ ὡς πο­λι­τι­σμι­κὴ τε­χνι­κὴ) καὶ τοῦ modèle rèduit ὅ­πως τὰ ὅ­ρι­σε ὁ Claude Levi-Strauss(7) καὶ τὰ ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζει ὁ Ette, ἀ­παν­τών­τας θε­τι­κὰ στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἐ­ὰν «τὸ μι­κρὸ εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ο». Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ συμ­φω­νεῖ οὐ­σι­α­στι­κὰ μὲ τὸν Με­ξι­κα­νὸ Lauro Zavala, ποὺ ἤ­δη ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες δι­ε­θνεῖς δη­μο­σι­εύ­σεις του εἶ­χε ἐ­πι­στή­σει τὴν προ­σο­χὴ ὅ­τι ὀ­φεί­λου­με νὰ ἐ­λέγ­ξου­με καὶ κα­τὰ πό­σο τὸ ζή­τη­μα «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» εἶ­ναι καὶ ζή­τη­μα αἰ­σθη­τι­κῆς(8). Ὡ­στό­σο, ὁ Ette, προ­βλη­μα­τί­ζε­ται μὲ τὰ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα ποὺ ὑ­φί­σταν­ται καὶ ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὴ σύγ­χυ­ση ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ ἐ­φαρ­μο­γὴ τῆς ὑ­πάρ­χου­σας τυ­πο­λο­γί­ας καὶ με­θο­δο­λο­γί­ας. Ἔ­τσι, ἀ­πο­βλέ­πει στὸν κρί­σι­μο ρό­λο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­λά­βει ἡ να­νο­φι­λο­λο­γί­α ὡς πο­λι­τι­σμι­κὴ θε­ω­ρί­α. Δι­α­τεί­νε­ται ὅ­τι σὲ ἕ­να ἀ­νοι­κτὸ σύ­στη­μα, ὅ­πως ἡ λο­γο­τε­χνί­α, εἶ­ναι θε­μι­τὴ ἡ ἀ­τα­ξί­α καὶ τεκ­μη­ρι­ώ­νει ὅ­τι ἡ «ἄ­τα­κτη καὶ ἀ­νή­συ­χη» microficción (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ ἐρ­γα­στή­ριο μελ­λον­τι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν εἰ­δῶν.

            Ὁ Ary Malaver κι­νεῖ­ται πα­ράλ­λη­λα μὲ τὸν Ette. Συν­δέ­ει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τὴ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α καὶ προ­τεί­νει δύ­ο προ­σεγ­γί­σεις «να­νο(τε­χνο)φι­λο­λο­γι­κὲς» —μί­α φθί­νου­σα καὶ μιὰ ἀ­νο­δι­κὴ— γιὰ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τὸ σχη­μα­τι­σμὸ αὐ­τοῦ του εἴ­δους κει­μέ­νων. Ἡ πρώ­τη πλη­σιά­ζει στὸν πυ­ρή­να τοῦ ἐ­λά­χι­στου μέ­σω τῆς μεί­ω­σης ἢ ἀ­φαί­ρε­σης, ἐ­νῶ ἡ δεύ­τε­ρη ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται στὴ σύν­θε­ση σύν­το­μων ρη­μα­τι­κῶν κα­τα­σκευ­ῶν. Καὶ οἱ δύ­ο προ­ω­θοῦν ἐ­νερ­γὰ τὴ συ­ζή­τη­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὴν αὐ­το­δι­ά­θε­σή της.

            Στὸ ἄλ­λο ἄ­κρο τοῦ ἐκ­κρε­μοῦς, βρί­σκε­ται ἡ ὑ­πό­θε­ση τοῦ Lauro Zavala ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὄ­ρο minificción) εἶ­ναι τὸ νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ποὺ θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν 21ο αἰ. Ἡ πα­ρου­σί­α­σή του λαμ­βά­νει ὡς δε­δο­μέ­νη τὴν ἀλ­λα­γὴ πα­ρα­δείγ­μα­τος ποὺ ἔ­χει ἀ­πο­δεί­ξει στὴ γνω­στό­τε­ρη με­λέ­τη του συλ­λο­γῆς, κα­τα­γρα­φῆς καὶ τα­ξι­νό­μη­σης κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη με­ξι­κα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α(9), ἂν καὶ ἡ με­θο­δο­λο­γί­α του δι­χά­ζει καὶ ἡ τυ­πο­λο­γί­α του ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἕ­ξι κύ­ρια ἄ­λυ­τα θε­ω­ρη­τι­κὰ κι ἑρ­μη­νευ­τι­κὰ προ­βλή­μα­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ὁ ἴ­διος ἔ­χει ἀ­να­δεί­ξει. Στὸν τό­μο ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζου­με ἐ­δῶ, ἑ­στιά­ζει στὸ στρα­τη­γι­κὸ χῶ­ρο ποὺ κα­τα­λαμ­βά­νει τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴν πλει­ο­ψη­φία τῶν κει­μέ­νων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ κα­λύ­πτουν τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς με­ξι­κα­νι­κῆς καὶ ἰ­σπα­νό­φω­νης πα­ρα­γω­γῆς τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἀ­να­λύ­ει τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ἡ ἔ­ρευ­να πρέ­πει νὰ στρα­φεῖ καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα, τὴν ἔν­τυ­πη μορ­φὴ καὶ τὴ ρη­μα­τι­κὴ ἔκ­φρα­ση προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, το­πο­θέ­τη­ση τὴν ὁ­ποία θε­ω­ροῦ­με κρί­σι­μη προ­κει­μέ­νου νὰ πε­ρι­ο­ρι­στεῖ ὁ σχε­τι­κι­σμὸς καὶ τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα.

            Στὴν ἴ­δια πλευ­ρά, τῆς δε­δο­μέ­νης ἀλ­λα­γῆς Πα­ρα­δείγ­μα­τος, το­πο­θε­τοῦν­ται ἡ Adriana Azucena Rodríguez καὶ ὁ Juan Αrmando Epple. Ἡ Rodríguez ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­τι τὸ ὑ­περ­φυ­σι­κὸ ἀ­πο­τε­λεῖ δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο στὴν ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κα­νι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν πρω­το­φα­νῆ ἱ­κα­νό­τη­τά της νὰ ὑ­περ­βαί­νει τὰ ὅ­ρια τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, πα­ρὰ τὴν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­σή της. Ὁ Epple, ἑ­στιά­ζει στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη ἀ­στυ­νο­μι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, μὲ βά­ση τὴν τυ­πο­λο­γι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ Tzvetan Todorov, καὶ στὸ κα­τὰ πό­σο ἱ­κα­νο­ποι­εῖ τὴν αὐ­ξα­νό­με­νη προ­τί­μη­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν στὴν ἀ­στυ­νο­μι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α.

            Πα­ράλ­λη­λα κι­νοῦν­ται καὶ οἱ Gonzalo Baptista, Natalia Cadillo Alonso, Óscar Gallegos καὶ Karina Elizabeth Vázquez οἱ ὁ­ποῖ­οι με­λε­τοῦν δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πτυ­χὲς τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ξε­χω­ρί­ζουν οἱ José de la Colina, Luisa Josefina Hernández καὶ ὁ Luis Loayza. Ἡ Gloria Ramirez Fermín ἀ­να­λύ­ει τὸ ρό­λο τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ καὶ τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς δο­μῆς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Max Aub μὲ τί­τλο Crímenes ejemplares(10) ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­ρι­στούρ­γη­μα τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

            Δι­α­φω­τι­στι­κό, καὶ σὲ πα­ρεμ­φε­ρὲς πλαί­σιο ἐ­λέγ­χου ἀλ­λα­γῆς Πα­ρα­δείγ­μα­τος, εἶ­ναι τὸ πα­νό­ρα­μα τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ πα­ρου­σιά­σει ἡ Barbara Fraticelli στὴν τέ­ταρ­τη ἑ­νό­τη­τα, ὅ­που χαρ­το­γρα­φοῦν­ται ἔρ­γα, συγ­γρα­φεῖς καὶ ἱ­στο­ρι­κὲς πε­ρί­ο­δοι ἀκ­μῆς καὶ πα­ρακ­μῆς τοῦ εἴ­δους. Δί­νε­ται μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ χρή­σι­μη βά­ση δε­δο­μέ­νων σὲ δι­α­χρο­νι­κὴ κλί­μα­κα, μὲ με­ρι­κὴ ἑ­στί­α­ση στὸ ἔρ­γο συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως τοῦ Italo Calvino, τῆς Eliana Elia, τῆς Eugenia Serafini, κ.ἄ. Πιὸ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νες, χρο­νι­κὰ καὶ γε­ω­γρα­φι­κὰ στο­χευ­μέ­νες, εἶ­ναι οἱ με­λέ­τες τῶν Julio María Fernández Meza, Bruno Silva Rodríguez καὶ Margaret Stefanski. Ὁ πρῶ­τος ἐ­ξε­τά­ζει τὴ δο­μὴ καὶ τὴ λει­τουρ­γί­α τῶν ἀ­φο­ρι­σμῶν τοῦ Γερ­μα­νοῦ φυ­σι­κοῦ Georg Lichtenberg (1742-1799), μὲ χρή­σι­μες συγ­κρί­σεις μὲ πα­ρα­δείγ­μα­τα καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α (π.χ. Ἱπ­πο­κρά­της). Ὁ δεύ­τε­ρος δι­ε­ρευ­νᾶ τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν Πορ­το­γα­λί­α, πε­ρί­ο­δος ποὺ ἔ­χει ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἡ Stefanski, μᾶς συ­στή­νει τὴν πο­λω­νι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δὲν ἔ­χει με­λε­τη­θεῖ σὲ βά­θος, πα­ρὰ τὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ πλοῦ­το της, καὶ ἀ­να­λύ­ει τὸ ἔρ­γο δύ­ο Πο­λω­νῶν συγ­γρα­φέ­ων: τοῦ Stanisław Stachura καὶ τοῦ Sławomir Mrożek, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὴν ποι­η­τι­κή τους ποὺ δι­α­τέ­μνε­ται ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέ­α τῆς συν­το­μί­ας.

            Ἡ πέμ­πτη ἑ­νό­τη­τα, μὲ γε­νι­κὸ τί­τλο Σύν­το­μος ἄ­τλαν­τας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας κι­νεῖ­ται ἐ­πί­σης πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ θέ­ση τοῦ Zavala, ἐ­φό­σον ἐ­ξε­τά­ζον­ται ἐ­θνι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ες στὶς ὁ­ποῖ­ες κα­τα­γρά­φον­ται ἀρ­χι­κὰ ἐν­δεί­ξεις ἀλ­λα­γῆς Πα­ρα­δείγ­μα­τος καὶ ἡ πε­ραι­τέ­ρω δι­ε­ρεύ­νη­ση ἴ­σως ἐ­πι­λύ­σει κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ προ­α­να­φερ­θέν­τα με­θο­δο­λο­γι­κὰ καὶ τυ­πο­λο­γι­κὰ προ­βλή­μα­τα καὶ νὰ ἄ­ρει ἑρ­μη­νευ­τι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα. Ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ τὶς με­λέ­τες ἕ­ξι ἐ­ρευ­νη­τρι­ῶν: Ana Sofía Marques Viana Ferreira, M.J. Fievre, Barbara Fraticelli, Dóra Bakucz, Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου καὶ Kristín Guôrún Jónsdóttir ποὺ πε­ρι­η­γοῦν­ται σὲ ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ ἀ­χαρ­το­γρά­φη­τες γε­ω­γρα­φι­κὲς πε­ρι­ο­χὲς ὅ­πως ἡ Πορ­το­γα­λί­α καὶ ἡ Βρα­ζι­λί­α, ἡ Ἀ­ϊ­τὴ καὶ οἱ Γαλ­λι­κὲς Ἀν­τίλ­λες, ἡ Ἰ­τα­λί­α καὶ ἡ Ρου­μα­νί­α, ἡ Οὐγ­γα­ρί­α, ἡ Ἑλ­λά­δα καὶ ἡ Ἰσ­λαν­δί­α, ἀν­τί­στοι­χα, καὶ πα­ρου­σιά­ζουν τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα τυ­πο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ κά­θε πε­ρί­πτω­σης, ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις ποὺ φέ­ρουν ση­μά­δια ρή­ξης μὲ τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κρι­τι­κή. Αὐ­τὴ ἡ ἐ­ρε­θι­στι­κὴ πε­ρι­πλά­νη­ση ἀ­πο­πνέ­ει τὴν πιὸ φι­λό­δο­ξη πλευ­ρὰ τοῦ συ­νο­λι­κοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος τοῦ τό­μου δι­ό­τι ἐν­τεί­νει τὴν ἀ­τα­ξί­α τοῦ δι­ε­θνοῦς δι­α­λό­γου, ἐ­φό­σον συμ­πυ­κνώ­νει σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ σε­λί­δες μιὰ τε­ρά­στια ἔ­κτα­ση πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στὴ δι­α­χρο­νι­κὴ καὶ συγ­χρο­νι­κὴ ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, αὐ­ξά­νον­τας τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς δι­ε­ρεύ­νη­σής της. Ὑ­πόρ­ρη­τα φι­λο­δο­ξεῖ νὰ με­τριά­σει τὸν θε­ω­ρη­τι­κὸ καὶ πο­λι­τι­σμι­κὸ σχε­τι­κι­σμὸ ποὺ εὐ­νο­εῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ἕ­ως τώ­ρα θε­ω­ρη­τι­κὴ πο­λυ­φω­νί­α καὶ ἀ­νη­συ­χεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν Zavala. Ἀ­ξί­ζει νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι σὲ αὐ­τὸ τὸ τμῆ­μα συγ­κεν­τρώ­νον­ται πολ­λὰ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ κεί­με­να τῶν χω­ρῶν αὐ­τῶν με­τα­φρα­σμέ­να γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἀγ­γλι­κὴ ἢ ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα.

            Ἂν καὶ εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα αἰ­σθη­τὴ ἡ ἔλ­λει­ψη το­πο­θέ­τη­σης ἐ­ρευ­νη­τῶν ἀ­πὸ τὴν Ἀ­σί­α καὶ τὴν Ἀ­φρι­κή, ὅ­πως καὶ ἀ­πὸ ἄλ­λες χῶ­ρες μὲ με­γά­λη λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση (π.χ. Γαλ­λί­α, Η.Π.Α., Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ Ρω­σί­α) τῶν ἡ­πεί­ρων ποὺ ἐκ­προ­σω­ποῦν­ται ἤ­δη στὸν τό­μο (Εὐ­ρώ­πη, Βό­ρεια καὶ Νό­τια Ἀ­με­ρι­κή), τὸ ὅ­λο ἐγ­χεί­ρη­μα τοῦ τό­μου εἶ­ναι κομ­βι­κό: συγ­κεν­τρώ­νει με­γά­λο τμῆ­μα τῶν τε­λευ­ταί­ων ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν ἐ­ξε­λί­ξε­ων, χαρ­το­γρα­φεῖ ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τα πε­δί­α καὶ θέ­τει νέ­α ζη­τή­μα­τα ἐ­πα­λη­θεύ­ον­τας τὴν ἄ­πο­ψη τῆς πλει­ο­ψη­φί­ας τῶν με­λε­τη­τῶν ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­φή­με­ρη τά­ση, ἀλ­λὰ τρό­πο σκέ­ψης ποὺ θὰ ἀ­πα­σχο­λεῖ γιὰ και­ρὸ τὴ δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὴ ἔ­ρευ­να καὶ πα­ράλ­λη­λα θὰ ἀ­να­νε­ώ­νε­ται ἡ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ὅ­λα τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη.

            Αὐ­τὸ προ­κύ­πτει καὶ ἀ­πὸ τὴν ἕ­κτη καὶ τε­λευ­ταί­α ἑ­νό­τη­τα τοῦ τό­μου, Τὸ μέλ­λον τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει σύν­το­μες πα­ρεμ­βά­σεις τῶν Lauro Zavala, Ana María Shua, Raúl Miranda, David Roas, Raúl Brasca καὶ Ottmar Ette —με­ρι­κὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς δὲν ξε­περ­νοῦν τὴ μί­α σε­λί­δα— ἐν εἴ­δει ἐ­πι­πλέ­ον ζη­τη­μά­των πρὸς πε­ραι­τέ­ρω δι­ε­ρεύ­νη­ση καὶ πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση.

            Ὅ­λα τα πα­ρα­πά­νω ἐλ­πί­ζου­με νὰ ἐ­πα­νε­ξε­τα­στοῦν στὸ 10ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ θὰ δι­ε­ξα­χθεῖ 21-23 Ἰ­ου­νί­ου 2018 στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ St. Gallen(11) τῆς Ἐλ­βε­τί­ας μὲ θέ­μα Vivir lo breve: nanofilologia y microformatos en obras de arte (Βι­ώ­νον­τας τὴ συν­το­μί­α: να­νο­φι­λο­λο­γί­α καὶ μι­κρὲς φόρ­μες σὲ ἔρ­γα τέ­χνης).


Μά­ϊος, 2018

Ση­μει­ώ­σεις
            (1) Ὁ τό­μος Minificción y nanofilologia. Latitudes de la hiperbrevedad, ed. Ana Rueda, I­be­ro­a­me­ri­ca­na Vervuert, Madrid, 2017, δὲν κυ­κλο­φο­ρεῖ σὲ ἑλ­λη­νι­κὴ με­τά­φρα­ση. Γιὰ τὴν κρι­τι­κὴ του πα­ρου­σί­α­ση ἐ­δῶ οἱ με­τα­φρά­σεις εἶ­ναι δι­κές μου.
            (2) Προ­τεί­νω τὸν σύν­θε­το ὅ­ρο «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α», ὡς πλη­σι­έ­στε­ρο στὸν ἀν­τί­στοι­χο ἀγ­γλι­κὸ καὶ ἰ­σπα­νι­κὸ microfiction–mi­ni­fic­ción, τοὺς ὁ­ποί­ους θε­ω­ρῶ πι­θα­νό­τε­ρους νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σουν καὶ ὡς πλη­ρέ­στε­ρο γιὰ τὸν τύ­πο αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων.
            (3) Ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ βα­ρύ­τη­τα ποὺ δί­νε­ται στὴ γλωσ­σα­να­λυ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση, στὴ γε­νε­α­λο­γί­α τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, στὴν ὁ­ρο­λο­γί­α, στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α, στὴν πρόσ­λη­ψη, στὴν πο­λι­τι­σμι­κὴ κρι­τι­κή, στὸ ρό­λο τῶν Νέ­ων Μέ­σων, κ.ἄ.
            (4) Ἡ σχέ­ση αὐ­τὴ ἐ­λέγ­χε­ται μὲ βά­ση τὴν ἑ­στί­α­ση στὸ μυ­θο­πλα­στι­κὸ λό­γο, τὴν πρώ­τη ὕ­λη τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κει­μέ­νου, ἡ ὁ­ποί­α στὴν πε­ρί­πτω­ση ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς σχέ­σης μὲ τὴ φι­λο­σο­φί­α ἀ­πο­τε­λεῖ δε­ξα­με­νὴ ἰ­δε­ῶν, θε­μα­τι­κῶν ἐν­νοι­ῶν, χα­ρα­κτή­ρων, πρά­ξε­ων, νο­η­τι­κῶν πει­ρα­μά­των, κ.ἄ., καὶ δι­ευ­κο­λύ­νει πολ­λα­πλῶς τὴ φι­λο­σο­φι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κή. Στὴν πε­ρί­πτω­ση ἐ­σω­τε­ρι­κῆς σχέ­σης ὁ μυ­θο­πλα­στι­κὸς λό­γος μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ πη­γὴ ὅ­λων τῶν πα­ρα­πά­νω καὶ νὰ ἐμ­πλου­τί­ζει τὴ φι­λο­σο­φι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κή: τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο νὰ βα­σί­ζε­ται σὲ κά­ποι­ο συ­στη­μα­τι­κὸ φι­λο­σο­φι­κὸ στο­χα­σμὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐν­σω­μα­τώ­νει, ἐν­στερ­νί­ζε­ται ἢ μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο συν­δι­α­λέ­γε­ται κρι­τι­κὰ μα­ζί του. Ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα ποὺ δί­νει ὁ Κούν­τε­ρα εἶ­ναι ἡ «Με­τα­μόρ­φω­ση» τοῦ Κάφ­κα, ἕ­ναν ἀπὸ τοὺς προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: «συλ­λαμ­βά­νει μί­α δυ­να­τό­τη­τα τῆς ὕ­παρ­ξης (δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τοῦ κό­σμου του) καὶ μᾶς κά­νει νὰ βλέ­που­με τί εἴ­μα­στε, γιὰ ποι­ές πρά­ξεις εἴ­μα­στε ἱ­κα­νοί.»
            (5) Με­ρι­κοὶ μό­νο ἀ­πὸ αὐ­τοὺς εἶ­ναι οἱ microrrelato, microcuento, minificción, micronarración, mi­cro­tex­to, prosa breve, narración corto, miniaturas, τοὺς ὁ­ποί­ους δι­α­τη­ρῶ ἀ­με­τά­φρα­στους, δι­ό­τι στό­χος τῆς πα­ρά­θε­σής τους εἶ­ναι νὰ το­νι­στεῖ ἡ ἀ­νάγ­κη εὕ­ρε­σης ἑ­νὸς κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτοῦ ὄ­ρου καὶ κοι­νῆς τυ­πο­λο­γί­ας, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ πο­λυ­φω­νί­α δι­ευ­ρύ­νει τὸ ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὸ πε­δί­ο καὶ ἀρ­κε­τοὶ με­λε­τη­τὲς (ὅ­πως ὁ Ette) τὴν ἀ­ξι­ο­ποι­οῦν πρὸς αὐ­τὴ τὴν κα­τεύ­θυν­ση.
            (6) Suter Martin, Abschalten. Die Business Class macht Ferien. Δὲν ἀ­να­φέ­ρον­ται πε­ραι­τέ­ρω στοι­χεῖ­α. Τὸ βι­βλί­ο κυ­κλο­φο­ρεῖ σὲ ἑλ­λη­νι­κὴ με­τά­φρα­ση μὲ τί­τλο Business Class: ἱ­στο­ρί­ες ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κῆς τρέ­λας, μτφ. Μαί­ρη Λι­βα­νί­ου, Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2003.
            (7) bricolage· ὅ­ρος ποὺ εἰ­σή­γα­γε ὁ Claude Levi -Strauss, γιὰ τὸ καλ­λι­τέ­χνη­μα ἀ­πὸ ὅ,τι ὑ­λι­κὰ ἔ­χει ὁ μά­στο­ρας (bricoleur) στὰ χέ­ρια του. Ὁ G. Genette, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν ὅ­ρο με­τα­φο­ρι­κὰ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κρι­τι­κή. Στὸ Palimpsestes (1982), ὁ­ρί­ζει τὸ bricolage ὡς «τὴν κα­τα­σκευ­ὴ κά­τι και­νού­ριου ἀ­πὸ κά­τι πα­λιὸ» καὶ τὸν χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἐ­ναλ­λὰξ μὲ τὸν ὅ­ρο pastiche, ὡς μιὰ ἀ­κό­μα δι­α­κή­ρυ­ξη ὑ­περ-κει­με­νι­κό­τη­τας. modèle rèduit· ὅ­ρος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Claude Levi-Strauss στὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἄ­γρια σκέ­ψη (1962): «οἱ γι­α­πω­νέ­ζι­κοι τύ­ποι, οἱ μι­κρο­γρα­φί­ες αὐ­το­κι­νή­των καὶ τὰ κα­ρά­βια στὶς μπο­τί­λι­ες εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ στὴ γλώσ­σα τῆς μα­στο­ρι­κῆς ὀ­νο­μά­ζε­ται “μον­τέ­λο σὲ μι­κρὴ κλί­μα­κα”», σ. 120 στὸ Ἄ­γρια σκέ­ψη, μτφ. Εὔ­α Καλ­πουρ­τζῆ, Πα­πα­ζή­σης, Ἀ­θή­να, 1977.
            (8) Zavala Lauro, La minificción bajo el microscopio, México: Universidad Nacional Autónoma de México, 2006.
            (9) Zavala Lauro, Seis problemas para la minificción, un género del tercer milenio: Brevedad, Di­ve­rsi­dad, Complicidad, Fractalidad, Fugacidad, Virtualidad, 2010, δι­α­θέ­σι­μο στὸν σύνδεσμο ἐδῶ.
            (10) Aub Max, Πα­ρα­δειγ­μα­τι­κοὶ φό­νοι, μτφ. Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης, Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2002.
            (11) Ἡ ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ συ­νε­δρί­ου γιὰ πε­ραι­τέ­ρω πλη­ρο­φο­ρί­ες στὸν σύν­δε­σμο ἐ­δῶ.
Βι­βλι­ο­γρα­φί­α
  1. Ταί­η­λορ Τσαρ­λς, Πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κό­τη­τα, μτφ. Φ. Παι­ο­νί­δης, Πό­λις, Ἀ­θή­να, 2010.
  2. Τζι­ό­βας Δη­μή­τρης, Ἡ πο­λι­τι­σμι­κὴ ποι­η­τι­κὴ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας. Ἀ­πὸ τὴν ἑρ­μη­νεί­α στὴν ἠ­θι­κή, Πα­νε­πι­στη­μια­κὲς Ἐκ­δό­σεις Κρή­της, Ἡ­ρά­κλει­ο, 2017.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.



		

	

Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μικρομυθοπλασία



Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου


Μικρομυθοπλασία

Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα


Τί εἶ­ναι;

Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(1), microfiction, flash fiction, minificción: εἶ­ναι ἕ­νας τύ­πος σύν­το­μου, μυ­θο­πλα­στι­κοῦ κει­μέ­νου, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ σχε­τί­ζε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος καὶ δὲ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν κα­θο­ρι­σμέ­νο τρό­πο ρη­μα­τι­κῆς ἔκ­φρα­σης (Rueda, ed., 2017: 12). Τὸ κα­τὰ πό­σο εἶ­ναι ἢ δὲν εἶ­ναι ἕ­να νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος δι­ε­ρευ­νᾶ­ται ἀ­κό­μα. Στὸ σύ­νο­λο τῆς δι­ε­θνοῦς βι­βλι­ο­γρα­φί­ας προ­τεί­νε­ται ἡ δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὴ προ­σέγ­γι­σή του ποὺ δι­α­πλέ­κει τὴ λο­γο­τε­χνι­κή, κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὴ καὶ ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὴ κρι­τι­κή.


Τί κά­νει;

Ἡ πρω­τε­ϊ­κῆς φύ­σης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συν­δυά­ζει μὲ πρω­το­φα­νῆ τρό­πο τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα μὲ τὴ συν­το­μί­α. Καλ­λι­ερ­γεῖ­ται στὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φή­γη­σης, τὸν πυ­ρή­να τῶν ἄ­πει­ρων δυ­να­το­τή­των. Ἐ­κεῖ ποὺ εὐ­δο­κι­μεῖ τὸ τρί­πτυ­χο κί­νη­ση – λό­γος – παι­χνί­δι καὶ προσ­δί­δει ἐ­λευ­θε­ρί­α στὸ πε­δί­ο τῆς σκέ­ψης, σα­φή­νεια καὶ ψυ­χα­γω­γί­α στὴ γλώσ­σα, ἀν­τί­στοι­χα.

       Ἡ Δα­νέ­ζα πα­νε­πι­στη­μια­κὸς Gitte Mose, σὲ με­λέ­τη τῆς σχε­τι­κὰ μὲ τὴ σύγ­χρο­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὴ Δα­νί­α(2), χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ πα­ρα­κά­τω σχῆ­μα τῶν ἐ­πι­με­λη­τῶν Jeppe Brixvold καὶ Hans Otto Jørgensen τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Antologi af dansk kortprosa (1998) (*), στὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­φαί­νε­ται ἡ σχέ­ση τῶν συγ­γε­νι­κῶν, ἤ­δη τα­ξι­νο­μη­μέ­νων εἰ­δῶν ποὺ συ­να­παρ­τί­ζουν τὸ γε­νε­α­λο­γι­κὸ πε­δί­ο (genrefelt) τῆς ἀ­τα­ξι­νό­μη­της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας:

Τὸ πα­ρα­πά­νω πε­δί­ο μοιά­ζει μὲ μαγ­μα­τι­κὸ θά­λα­μο ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἡ­φαι­στεί­ου. Τὰ πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να ποὺ προ­κύ­πτουν ἀ­πὸ τοὺς ἀ­μέ­τρη­τους συν­δυα­σμοὺς ἀ­νά­με­σα στὰ συγ­γε­νι­κὰ εἴ­δη ποὺ τὸ ἀ­πο­τε­λοῦν, ἀ­να­νε­ώ­νουν ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τα τὴ σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γή.


Για­τί μᾶς ἀ­φο­ρᾶ;

Ἄν­θρω­πος καὶ ἀ­φή­γη­ση δι­α­πλέ­κον­ται. Ἀ­πο­τε­λοῦ­με μέ­ρος τῆς ἀ­φή­γη­σης, ζοῦ­με μέ­σα της, τὴ με­τα­σχη­μα­τί­ζου­με καὶ μᾶς ἐ­πη­ρε­ά­ζει στὴν ἑρ­μη­νεί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση τοῦ κό­σμου καὶ τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μας. Ἡ πο­λὺ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα ἔ­χει μα­κρὰ πα­ρά­δο­ση, ἀλ­λὰ ἡ σύγ­χρο­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­θεῖ δι­ε­θνῶς ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80. Ἡ εὐ­ρεί­α δι­ά­δο­σή της χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸν 21ο αἰ. τῶν ρευ­στῶν κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῶν συν­θη­κῶν καὶ τῆς προ­ηγ­μέ­νης τε­χνο­λο­γί­ας. Ἀ­πο­τε­λεῖ πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο κι ἕ­να σύγ­χρο­νο δεί­κτη δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας, ἡ ὁ­ποί­α στο­χεύ­ει στὴν καλ­λι­έρ­γεια τῆς νο­η­μο­σύ­νης (ἐν­δο­προ­σω­πι­κή, δι­α­προ­σω­πι­κή, λε­κτι­κή, χω­ρι­κή, συ­ναι­σθη­μα­τι­κή). Ἡ δι­ά­δο­σή της ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α ἀ­κό­μα ἔν­δει­ξη ἀλ­λα­γῆς Πα­ρα­δείγ­μα­τος: τῆς στρο­φῆς στὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ στὶς σύν­θε­τες δυ­να­μι­κὲς δο­μὲς τῶν μι­κρο­σκο­πι­κῶν φαι­νο­μέ­νων, ποὺ ἐ­ρευ­νῶν­ται τό­σο στὴν κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὴ θε­ω­ρί­α, ὅ­σο καὶ στὶς θε­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, ποὺ ἀ­φή­νουν πί­σω τους σχε­δὸν ἕ­ναν αἰ­ώ­να ἀ­να­λυ­τι­κῆς σκέ­ψης καὶ τὴν κα­θο­λι­κό­τη­τα τοῦ νευ­τώ­νει­ου ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ προ­τύ­που.

       Ἡ σύν­θε­τη φύ­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας συ­σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα ὡς κα­τά­στα­ση (sto­ry­tel­ling). Τὸ storytelling, ἡ σύγ­χρο­νη τε­χνι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, ἐ­λέγ­χου κι ἐ­ξου­σί­ας, ἐ­φαρ­μό­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ τὴν ἰ­α­τρι­κὴ μέ­χρι τὶς εἰ­κα­στι­κὲς τέ­χνες, τὴν πὸπ κουλ­τού­ρα καὶ τὶς δι­α­προ­σω­πι­κὲς σχέ­σεις: τὰ πάν­τα εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α, ἰ­δα­νι­κὰ σα­φής, πο­λυ­ε­πί­πε­δη καὶ ταυ­τό­χρο­να μι­κρή, γιὰ νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι (ἢ τὴν ὀ­θό­νη).

       Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α  θὰ ἐ­ξε­τα­σθεῖ καὶ ὑ­πὸ αὐ­τὸ τὸ πρί­σμα στὸ προ­σε­χὲς (10ο στὴ σει­ρὰ) δι­ε­θνὲς συ­νέ­δριο ποὺ θὰ δι­ε­ξα­χθεῖ 21 -23 Ἰ­ου­νί­ου 2018 στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ St. Gallen(4) τῆς Ἐλ­βε­τί­ας μὲ θέ­μα Vivir lo breve: nanofilologia y microformatos en obras de arte (Βι­ώ­νον­τας τὴ συν­το­μί­α: να­νο­φι­λο­λο­γί­α καὶ μι­κρὲς φόρ­μες στὰ ἔρ­γα τέ­χνης). Ὁ νε­ο­σύ­στα­τος ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸς κλά­δος τῆς να­νο­φι­λο­λο­γί­ας δη­μι­ουρ­γή­θη­κε προ­κει­μέ­νου νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο καὶ νὰ ξε­πε­ρα­στοῦν τὰ με­θο­δο­λο­γι­κὰ καὶ τυ­πο­λο­γι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα στὰ ὁ­ποῖ­α ὁ­δη­γεῖ ἡ ἑρ­μη­νεί­α, ἀ­νά­λυ­ση καὶ τα­ξι­νό­μη­ση τῆς σύν­θε­της φύ­σης τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ βά­ση τὴν κλα­σι­κὴ ἢ/καὶ με­τὰ-κλα­σι­κὴ ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α. Ἡ να­νο­φι­λο­λο­γί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μιὰ δι­α­θε­μα­τι­κὴ σύ­ζευ­ξη ἀ­νά­με­σα στὶς γραμ­μα­το­λο­γι­κὲς σπου­δὲς καὶ τὶς θε­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, τὴν ὁ­ποί­α εἰ­ση­γή­θη­κε ὁ Ottmar Ette τὸ 2007 καὶ σχε­δι­ά­στη­κε γιὰ τὴ με­λέ­τη τῆς ὑ­περ­μι­κρῆς ἀ­φή­γη­σης: ἑ­νὸς νέ­ου τύ­που λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων μὲ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ εἰ­κο­νο­ποι­ΐ­ας (Rueda, ed., 2017: 17), ποὺ ἐν­το­πί­ζον­ται ταυ­τό­χρο­να σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ψη­φια­κὴ μορ­φή, ὡς ἀ­φη­γή­μα­τα ρη­μα­τι­κῆς καὶ ἄλ­λης φύ­σης (ἦ­χος, εἰ­κό­να). Ἰ­δι­αί­τε­ρα ἡ εἰ­κό­να συμ­βάλ­λει στὴ συ­νο­χὴ καὶ τὴν κλι­μά­κω­ση καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ σύμ­βα­ση στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πά­νω στὴν ὁ­ποί­α θε­με­λι­ώ­νε­ται ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α.

      Μέ­σα σὲ αὐ­τὸ τὸ σύν­θε­το λο­γο­τε­χνι­κὸ οἰ­κο­σύ­στη­μα ποὺ ἀ­να­πτύσ­σε­ται γύ­ρω καὶ διὰ μέ­σου τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ἀγ­γλό­φω­νη καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ δι­α­τη­ροῦν ση­μαν­τι­κὸ προ­βά­δι­σμα. Ὡ­στό­σο, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν σύγ­χρο­νες, ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τες ἐ­θνι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ες, ὅ­πως ἡ ἑλ­λη­νι­κή, ὡς ἄρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴν (πο­λὺ) σύν­το­μη ἔμ­με­τρη καὶ πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα (ἐ­πί­γραμ­μα, μύ­θος, δι­ή­γη­μα), ἡ ὁ­ποί­α πα­ρου­σιά­ζει με­γά­λη ὑ­φο­λο­γι­κὴ καὶ θε­μα­τι­κὴ ποι­κι­λο­μορ­φί­α στὴ χώ­ρα μας.


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ:

Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι ἐ­φή­με­ρη τά­ση, ἀλ­λὰ ἐ­πί­τευγ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης νό­η­σης. Δὲν εἶ­ναι μό­νο τρό­πος γρα­φῆς, ἀλ­λὰ καὶ τρό­πος σκέ­ψης ποὺ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ δι­α­χρο­νι­κὴ ἰ­δέ­α τῆς συν­το­μί­ας, τῆς εὐ­γλωτ­τί­ας, τοῦ ἐλ­λει­πτι­κοῦ λό­γου, τῆς σι­ω­πῆς ὡς δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο του καὶ κυ­ρί­ως τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, ποὺ δι­έ­πε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ αἰ­σθη­τι­κὴ ἀρ­χὴ «κα­τὰ τὸ εἰ­κὸς καὶ ἀ­ναγ­καῖ­ον», καὶ πη­γά­ζει ἀ­πὸ τὸν σύγ­χρο­νο τρό­πο ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή. Ἔ­τσι, το­πο­θε­τεῖ τὴ λο­γο­τε­χνί­α στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή, ὅ­που ἐ­πι­κρα­τεῖ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ κα­τά­στα­ση.

       Πα­ράλ­λη­λα, ἀ­πο­τε­λεῖ πρό­βλη­μα στὴν ἀ­φή­γη­ση ἐ­φό­σον με­ταλ­λάσ­σε­ται δια­ρκῶς λό­γῳ τῶν σχέ­σε­ων ποὺ συ­νά­πτει μὲ τὰ ἄλ­λα τα­ξι­νο­μη­μέ­να εἴ­δη κι ἀν­τι­στέ­κε­ται μὲ πρω­το­φα­νῆ τρό­πο στὸ νὰ ὁ­ρι­στεῖ καὶ νὰ ἀ­πο­κτή­σει ἕ­να κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὄ­νο­μα. Ἀ­πέ­χει ἀ­πὸ τὴν αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα, τὴ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὴ μορ­φὴ κει­μέ­νου – παι­χνί­δι τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ. Εἶ­ναι ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρα σύν­το­μο κεί­με­νο-κό­σμος ποὺ δὲν πε­ρι­γρά­φει, ἀλ­λὰ κά­νει μὲ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­στι­κὸ τρό­πο ἐν­δο­σκό­πη­ση στὴ σύγ­χρο­νη ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση, ἑ­στι­ά­ζον­τας στὸ χρό­νο τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ κει­μέ­νου. Εἶ­ναι ἕ­να ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο, συ­νη­θέ­στε­ρα μὲ ἀρ­χή, μέ­ση καὶ κλει­στὸ τέ­λος, ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας καὶ συμ­με­το­χι­κῆς ἀ­νά­γνω­σης καὶ μὲ τὴ δεύ­τε­ρη με­τα­βλη­τὴ πε­δί­ου, τὸ χῶ­ρο (τό­πο), νὰ εἶ­ναι σπά­νια δι­α­κρι­τός· συ­χνὰ νὰ ὑ­πο­νο­εῖ ἕ­να στε­νὸ ψυ­χι­κὸ πα­ρὰ φυ­σι­κὸ χῶ­ρο (Nelles, 2012: 91). Οἱ συ­νή­θως ἀ­νώ­νυ­μες ἡ­ρω­ί­δες καὶ ἥ­ρω­ες τῶν κει­μέ­νων τοῦ εἴ­δους φαί­νε­ται νὰ ἀ­να­στο­χά­ζον­ται πά­νω στὸ γνω­στι­κὸ καρ­τε­σια­νὸ ὑ­πο­κεί­με­νο, περ­νών­τας στὴ με­τα­καρ­τε­σια­νὴ ρη­το­ρι­κή: μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α κλο­νί­ζε­ται ξα­νὰ ἡ στα­θε­ρὴ θέ­ση τοῦ Ἐ­γὼ ποὺ κα­τεῖ­χε τὸ καρ­τε­σια­νὸ ὑ­πο­κεί­με­νο. Ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἡ ρωγ­μὴ στὴν ἀν­τι­κει­με­νι­κὴ γνώ­ση καὶ τὸν ἐρ­γα­λεια­κὸ λό­γο, ποὺ ἐ­πι­κρά­τη­σαν ὡς προ­τάγ­μα­τα τοῦ Δι­α­φω­τι­σμοῦ.

       Οἱ μι­κρο­σκο­πι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ποὺ ἐν­το­πί­ζον­ται παν­τοῦ συ­νι­στοῦν ἕ­να ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­το καὶ δια­ρκῶς δι­α­στελ­λό­με­νο σύμ­παν ἀ­πὸ αὐ­τό­φω­τες, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες, μὲ τὰ πα­ρα­πά­νω ἰ­δι­αί­τε­ρα ποι­ο­τι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ποὺ ἀμ­φι­σβη­τοῦν τὸ πλα­τω­νι­κὸ φῶς, τὴν τε­λι­κὴ ἐ­νό­ρα­ση, τὴ μί­α καὶ μο­να­δι­κὴ ἀ­λή­θεια κι ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζουν τὴν πλα­τω­νι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ μι­κροῦ καὶ τοῦ με­γά­λου.


Μάϊος, 2018
(*) Σ.τ.Ἐ. Τρί­α ἀ­πὸ τὰ πε­ρι­λαμ­βα­νό­με­να στὴν ἐν λό­γῳ ἀν­θο­λο­γί­α δι­η­γή­μα­τα μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­σει ὁ ἀ­να­γνώ­στης στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας με­τα­φρα­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὴν συ­νερ­γά­τι­δά μας Εὔ­η Ξη­ρο­με­ρί­τη.
Ὑ­πο­ση­μει­ώ­σεις
            (1) Προ­τεί­νω τὸ σύν­θε­το ὄ­ρο «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α», ὡς πλη­σι­έ­στε­ρο στὸν ἀν­τί­στοι­χο ἀγ­γλι­κὸ καὶ ἱ­σπα­νι­κὸ microfiction – minificcion, τοὺς ὁ­ποί­ους θε­ω­ρῶ πι­θα­νό­τε­ρους νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σουν καὶ ὡς πλη­ρέ­στε­ρο γιὰ τὸν τύ­πο αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων.
            (2) Mose Gitte, Danish Short Shorts in the 1990s and the Jena-Romantic Fragments, στὸ Winther Per, Lothe Jakob, Skei Hans H. (eds), The Art of Brevity: Excursions in Short Fiction Theory and Analysis, Columbia: University of South Carolina Press, 2004.
            (3) Ἡ προ­σθή­κη τῆς λέ­ξης microfiction στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ σχή­μα­τος εἶ­ναι δι­κή μου.
            (4) https://cls.unisg.ch/de/anlaesse/anlaesse-und-vortraege-an-der-hsg-neu/2018/21-06-2018-x-congreso-nanofilologia-y-minificcion
Βι­βλι­ο­γρα­φί­α
  1. Mose Gitte, Danish Short Shorts in the 1990s and the Jena-Romantic Fragments, στὸ Winther Per, Lothe Jakob, Skei Hans H. (eds), The Art of Brevity: Excursions in Short Fiction Theory and Analysis, Columbia: University of South Carolina Press, 2004.
  2. Nelles Williams, Microfiction: what makes a very short story very short?, vol.20, n.1, The Ohio University Press, January, 2012.
         3. Rueda Ana, (ed.), Minificción y nanofilología: latitudes de la hi­per­bre­ve­dad, Madrid: Iberoamericana, 2017.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.



		

	

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της: Ἡ Τε­λευ­ταί­α Νύ­χτα



Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Ἡ Τε­λευ­ταί­α Νύ­χτα


ΠΑΡΧΟΥΝ νύ­χτες ἀ­τε­λεί­ω­τες, κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν συμ­βαί­νει ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, καὶ ἄλ­λες, ὅ­ταν τὰ πάν­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν.»

       Αὐ­τὸ μό­νο πρό­λα­βε κι ἔ­γρα­ψε στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της ἡ Μό­να πρὶν ἕ­να ξαφ­νι­κό, ἀ­δι­ό­ρα­το φῶς, ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀπ΄ἔ­ξω καὶ ὁ­λο­έ­να δυ­νά­μω­νε, ἀρ­χί­σει νὰ τυ­λί­γει τὰ βι­βλί­α καὶ τοὺς πί­να­κές της —τὰ «πα­ρά­θυ­ρά» της, ὅ­πως ἔ­λε­γε πάν­τα— στὸ πα­ρα­φορ­τω­μέ­νο ὑ­πνο­δω­μά­τιο.

       — Ὤ, ὄ­χι… ὄ­χι ἀ­κό­μα, ψέλ­λι­σε ἡ Μό­να.

       Τό­τε μό­νο ἀ­κού­στη­κε σο­βα­ρὴ ἡ Φω­νή:

       — Ἂν δὲν θέ­λεις ἀ­κό­μα, μὴν δι­α­μαρ­τύ­ρε­σαι γιὰ τὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες νύ­χτες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος,1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.



		

	

Konstantinos Paleologos: Orientación profesional



Konstantinos Paleologos


Orientación profesional


ADA mañana se inclina sobre los contenedores de basura que se encuentran alineados delante del hotel lujoso. Con aplomo –pues, no parece que le molesten las miradas, entre perplejas y despectivas, de los transeúntes– busca cosas que le permitan trapichear para sacarse un dinerillo: botellas vacías, juguetes destartalados, ropa, libros… Ayer, en uno de los contenedores, encontró un abultado billetero de piel de cocodrilo. No se molestó siquiera en abrirlo. No se siente listo para cambios radicales.



Primera publicación: en el blog Planodion – Historias Bonsái, 26 de marzo de 2013.

Konstantinos Paleologos, es profesor titular de Traductología Aplicada en la Universidad Aristóteles de Salónica y traductor.

Traducción: Konstantinos Paleologos.