Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ τὸν Σα­ρα­πί­ω­να τὸν ἐ­πι­λε­γό­με­νο Σεν­το­νά­κια



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά

 

Γιὰ τὸν Σα­ρα­πί­ω­να

τὸν ἐ­πι­λε­γό­με­νο Σεν­το­νά­κια

ΠΗΡΧΕ καὶ κά­ποι­ος ἄλ­λος Σα­ρα­πί­ων, ποὺ τοῦ δώ­σα­νε τὸ πα­ρα­τσού­κλι «σεν­το­νά­κιας», για­τὶ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σεν­τό­νι τί­πο­τ’ ἄλ­λο πο­τέ του δὲν φό­ρε­σε. Αὐ­τός, λοι­πόν, πολ­λὴν ἐ­ξή­σκη­σεν ἀ­κτη­μο­σύ­νην· ἐ­πι­πλέ­ον, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν καὶ γραμ­μα­τι­ζού­με­νος, ἀ­πο­στή­θι­ζε ὅ­λες τὶς Γρα­φές. Καὶ ἀ­πὸ τὴν πολ­λὴ με­λέ­τη τῶν Γρα­φῶν καὶ τὴ με­γά­λη του ἀ­κτη­μο­σύ­νη σὲ κελ­λὶ δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ ἡ­συ­χά­σει —κι ὄ­χι βέ­βαι­α για­τὶ τὸν πε­ρι­σποῦ­σαν τὰ «ὑ­λι­κά»— γι’ αὐ­τὸ τὴν ἀ­ρε­τή του αὐ­τὴ τὴν ἀ­νέ­δει­ξε γυ­ρο­φέρ­νον­τας τὴν Οἰ­κου­μέ­νη. Για­τὶ ἔ­τσι ἦ­ταν καὶ τὸ φυ­σι­κό του. Δι­α­φο­ρὲς στοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες ὑ­πάρ­χουν πολ­λές, ἡ οὐ­σί­α ὅ­μως εἶ­ναι μί­α.

       Δι­η­γόν­του­σαν, λοι­πόν, οἱ πα­τέ­ρες, πὼς ἀ­φοῦ πῆ­ρε κά­ποι­ον ἀ­σκη­τὴ μα­ζί του ὡς συμ­παί­κτη, πού­λη­σε τὸν ἑ­αυ­τό του, γιὰ εἴ­κο­σι νο­μί­σμα­τα, σὲ κά­ποι­ους εἰ­δω­λο­λά­τρες ἠ­θο­ποι­οὺς μιᾶς πό­λης. Κι ἀ­φοῦ σφρά­γι­σε τὰ λε­φτὰ τὰ ἔ­κρυ­ψε πά­νω του. Ἔ­μει­νε, λοι­πόν, μα­ζὶ μὲ τοὺς ἠ­θο­ποι­οὺς ποὺ τὸν ἀ­γό­ρα­σαν καὶ ποὺ τοὺς ὑ­πη­ρέ­τη­σε πι­στά, τό­σο και­ρό, ὅ­σο χρει­ά­στη­κε καὶ χρι­στια­νοὺς νὰ τοὺς κά­νει καὶ ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο νὰ τοὺς τρα­βή­ξει. Στὸν πο­λὺ και­ρὸ ποὺ ἔ­ζη­σε μα­ζί τους πρῶ­τος μπῆ­κε στὸ δρό­μο τοῦ Θε­οῦ ὁ ἠ­θο­ποι­ός, με­τὰ ἡ γυ­ναί­κα του καὶ ἔ­πει­τα ὅ­λο του τὸ σπί­τι. Λέ­γα­νε, μά­λι­στα, ὅ­τι, ὅ­σο και­ρὸ ἀ­γνο­οῦ­σαν τὸν ἄν­θρω­πο, αὐ­τὸς τοὺς ἔ­πλε­νε καὶ τῶν δυ­ο­νῶ τὰ πό­δια. Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, βα­φτί­στη­καν καὶ οἱ δυ­ό τους, καὶ ἀ­πέ­στη­σαν τοῦ θε­α­τρί­ζειν, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴ σε­μνὴ καὶ θε­ο­φο­βού­με­νη ζω­ή, λέ­νε στὸν ἅ­γιο, ποὺ κα­τόρ­θω­σε νὰ κλέ­ψει τὸν ἀ­πέ­ραν­το σε­βα­σμό τους: «Ἔ­λα, ἀ­δελ­φέ μας, νὰ σ’ ἐ­λευ­θε­ρώ­σου­με για­τὶ καὶ σὺ ἀ­πὸ αἰ­σχρὴ σκλα­βιὰ μᾶς ἐ­λευ­θέ­ρω­σες.» Καὶ ‘­κεῖ­νος τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: «Ἐ­πει­δὴ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς καὶ σώ­θη­κε ἡ ψυ­χή σας, θὰ σᾶς πῶ τὸ μυ­στι­κό μου· ἐ­γώ, λοι­πόν, ἐ­πει­δὴ σᾶς πό­νε­σα, ἂν καὶ ἤ­μουν ἀ­σκη­τὴς ἐ­λεύ­θε­ρος, αἰ­γυ­πτια­κῆς κα­τα­γω­γῆς, γιὰ τὸ χα­τή­ϡ­ρι σας πού­λη­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου, γιὰ νὰ σᾶς σώ­σω. Κ’ ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ ἦ­ταν ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ, ποὺ θέ­λη­σε μὲ τὴν δι­κή μου τὴν τα­πεί­νω­ση νὰ σώ­σει τὴν ψυ­χή σας, πάρ­τε τώ­ρα τὸ χρυ­σά­φι σας γιὰ νὰ φύ­γω κι ἄλ­λους μὲ τὴ σει­ρὰ νὰ βο­η­θή­σω.» Κ’ ἐ­κεῖ­νοι ἀ­φοῦ πολ­λὰ τὸν πα­ρα­κά­λε­σαν καὶ τὸν βε­βαί­ω­ναν, λέ­γον­τας, πώς: «σὰν πα­τέ­ρα θὰ σ’ ἔ­χου­με καὶ κύ­ριο, μό­νο μεῖ­νε μα­ζί μας», δὲν κα­τά­φε­ραν, τε­λι­κά, νὰ τὸν πεί­σουν. Τό­τε τοῦ εἶ­παν: «Δῶ­σ’ τὸ χρυ­σά­φι στοὺς φτω­χο­ό­υς, γιὰ μᾶς ἔ­γι­νε ἀρ­ρα­βὼν σω­τη­ρί­ας· μό­νο νά ‘ρ­χε­σαι, μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο, νὰ μᾶς βλέ­πεις…»

       Αὐ­τός, λοι­πόν, μὲ τὰ πολ­λά του τα­ξί­δια ἔ­φτα­σε κά­πο­τε στὴν Ἑλ­λά­δα. Τρεῖς μέ­ρες ἔ­μει­νε στὴν Ἀ­θή­να, κ’ ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μὶ δὲν ἀ­ξι­ώ­θη­κε ἀ­πὸ κα­νέ­να. Αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος οὔ­τε κέρ­μα δὲν κρά­τα­γε, οὔ­τε σακ­κού­λι, οὔ­τε προ­βειά, οὔ­τε τί­πο­τα. Τὴν τέ­ταρ­τη μέ­ρα τὸν ἔ­κο­ψ’ ἡ πεί­να. Πεί­να φο­βε­ρή. Ἀ­κού­σια. Ἀ­πὸ ‘­κεῖ­νες ποὺ σπρώ­χνουν στὴν ἀ­πι­στί­α. Στά­θη­κε, τό­τε, σ’ ἕ­να λό­φο τῆς πό­λης —ἐ­κεῖ ποὺ οἱ ἄρ­χον­τες ἦ­σαν μα­ζε­μέ­νοι— καὶ ἄρ­χι­σε δυ­να­τὰ νὰ θρη­νεῖ, χτυ­πών­τας μὲ κρό­το τὰ χέ­ρια του, καὶ νὰ κρά­ζει: «Ἄν­δρες Ἀ­θη­ναῖ­οι, βο­η­θᾶ­τε!». Κι ἀ­φοῦ τρέ­ξα­νε ὅ­λοι κον­τά του —φι­λο­σό­φοι κι ἀρ­χόν­τοι— τὸν ρω­τᾶ­νε: «Τί ἔ­χεις; κι ἀ­πὸ ποῦ ‘­σαι καὶ τί πά­σχεις;». Καὶ ‘­κεῖ­νος τοὺς λέ­ει: «Ὅ­σο γιὰ τὴν κα­τα­γω­γή μου, εἶ­μαι Αἰ­γύ­πτιος· ἀ­πὸ τὴν μέ­ρα ποὺ ἄ­φη­σα τὴν πα­τρί­δα μου σὲ τρεῖς δα­νει­στὲς ἔ­πε­σα· κι ἀ­π’ τοὺς δυ­ὸ γλύ­τω­σα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τοὺς πλή­ρω­σα καὶ τὸ χρέ­ος ξό­φλη­σα καὶ τί­πο­τα πιὰ δὲν τοὺς δέ­νει μα­ζί μου· ἀ­π’ τὸν τρί­το δὲν μπό­ρε­σα νὰ ξε­φύ­γω…» Καὶ ‘­κεῖ­νοι προ­σπα­θών­τας, γε­μά­τοι πε­ρι­έρ­γεια, νὰ μά­θουν γιὰ τοὺς δα­νει­στές, νὰ τοὺς κα­θη­συ­χά­σουν, τὸν ρω­τοῦ­σαν: «Ποῦ βρί­σκον­ται καὶ ποι­οὶ εἶ­ναι; ποιός εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ σ’ ἐ­νο­χλεῖ; δεῖξέ τον μας, νὰ σὲ βο­η­θή­σου­με.» Τό­τε τοὺς εἶ­πε: «Μ’ ἐ­νό­χλη­σαν ἀ­πὸ τὰ νιά­τα μου φι­λαρ­γυ­ρί­α καὶ γα­στρι­μαρ­γί­α καὶ πορ­νεί­α· κι ἀ­πὸ τὶς δύ­ο γλύ­τω­σα – φι­λαρ­γυ­ρί­α καὶ πορ­νεί­α πιὰ δὲν μ’ ἐ­νο­χλοῦ­νε. Ἀλ­λ’ ἀ­π’ τὴν πεί­να νὰ ξε­φύ­γω δὲν μπο­ρῶ. Τέ­ταρ­τη μέ­ρα σή­με­ρα καὶ πα­ρα­μέ­νει μοι ὀ­χλοῦ­σα ἡ γα­στήρ· ζη­τᾶ τὸ κα­θη­με­ρι­νό της – δί­χως αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται νὰ ζή­σω.» Τό­τε κά­ποι­οι φι­λό­σο­φοι, ποὺ νό­μι­ζαν πὼς βλέ­πα­νε θε­α­τρι­κὴ πα­ρά­στα­ση, τοῦ ­δῶ­σαν ἕ­να νό­μι­σμα. Αὐ­τὸς τὸ πῆ­ρε, τὸ κα­τέ­θε­σε ὁ­λό­κλη­ρο στὸν φοῦρ­νο, πῆ­ρε ἕ­να ψω­μὶ καὶ δί­χως νὰ στα­θεῖ στιγ­μή, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Πί­σω δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε. Κα­τά­λα­βαν, τό­τε, οἱ φι­λό­σο­φοι, πὼς ἦ­ταν ἀ­λή­θεια ἐ­νά­ρε­τος ἄν­θρω­πος κι ἀ­φοῦ πλή­ρω­σαν στὸν φούρ­να­ρη τὴν ἀ­ξί­α τοῦ ψω­μιοῦ, πῆ­ραν πί­σω τὸ πο­λὺ ἀ­κρι­βό­τε­ρο νό­μι­σμα.

       Κά­πο­τε, πά­λι, ἐ­πι­βι­βά­στη­κε σ’ ἕ­να πλοῖ­ο ποὺ ἔ­φευ­γε γιὰ τὴν Ρώ­μη, πα­ρι­στά­νον­τας τὸν τα­ξι­δι­ώ­τη. Οἱ ναυ­τι­κοὶ ποὺ νό­μι­ζαν ὅ­τι εἶ­χε ἀ­νε­βά­σει πρω­τύτε­ρα τὰ τρό­φι­μα ποὺ θὰ τοῦ χρει­ά­ζον­ταν στὸ τα­ξί­δι, ἢ ὅ­τι θά ‘­χε μα­ζί του χρή­μα­τα ν’ ἀ­γο­ρά­σει, τὸν δέ­χτη­καν χω­ρὶς ὑ­πο­ψί­ες. Ὁ κα­θέ­νας νό­μι­ζε πὼς κά­ποι­ος ἄλ­λος ἀ­νέ­βα­σε τὶς ἀ­πο­σκευ­ές του. Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, σαλ­πά­ρα­νε καὶ θά ‘­χαν φτά­σει πεν­τα­κό­σια στά­δια ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια – ἐ­κεῖ στὴν δύ­ση τοῦ ἡ­λί­ου, οἱ ἐ­πι­βά­τες ἄρ­χι­σαν νὰ τρῶ­νε. Τὸ πλή­ρω­μα εἶ­χε φά­ει νω­ρί­τε­ρα. Εἶ­δαν τὴν πρώ­τη μέ­ρα νὰ μὴν τρώ­ει καὶ εἶ­παν πὼς τὸν πεί­ρα­ξε ἡ θά­λασ­σα· τὸν βλέ­που­νε τὴν δεύ­τε­ρη, τὴν τρί­τη καὶ τὴν τέ­ταρ­τη τὸ ἴ­διο. Τὸν βλέ­που­νε τὴν πέμ­πτη μέ­ρα, νὰ κά­θε­ται ἥ­συ­χα, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὅ­λοι τρώ­γα­νε καὶ τοῦ λέ­νε: «Διὰ τί οὐκ ἐ­σθί­εις, ἄν­θρω­πε;» Τοὺς λέ­ει: «Για­τὶ δὲν ἔ­χω.» Τό­τε, ἄρ­χι­σε ὁ ἕ­νας νὰ ρω­τᾶ τὸν ἄλ­λο: «Ποι­ός πα­ρέ­λα­βε τὰ τρό­φι­μα καὶ τὶς ἀ­πο­σκευ­ές του;», καὶ ὅ­ταν δι­α­πί­στω­σαν πὼς δὲν τά ‘­χε πα­ρα­λά­βει κα­νείς, ἄρ­χι­σαν νὰ τσα­κώ­νον­ται μα­ζί του καὶ νὰ τοῦ λέ­νε: «Πῶς μπῆ­κες χω­ρὶς τρό­φι­μα· ἀ­πὸ ποῦ θὰ μᾶς δώ­σεις τὰ ναῦ­λα· ἀ­πὸ ποῦ θὰ τρῶς;». Τοὺς λέ­ει: «Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω μί­α πη­γαί­νε­τε καὶ ρίξ­τε με ὅ­που μὲ βρή­κα­τε.» Ἐ­κεῖ­νοι, ποὺ οὔ­τε γιὰ ἑ­κα­τὸ χρυ­σὰ δὲν θὰ στα­μα­τοῦ­σαν τὸ τα­ξί­δι τους, τρά­βη­ξαν στὸ σκο­πό τους. Ἔ­τσι πα­ρέ­μει­νε στὸ πλοῖ­ο καὶ μά­λι­στα τὸν τρέ­φα­νε ὥ­σπου νὰ φτά­σουν στὴν Ρώ­μη.

       Ὅ­ταν, λοι­πόν, ἔ­φτα­σε στὴν Ρώ­μη, ἐ­ξέ­τα­ζε προ­σε­κτι­κά, ἂν καὶ κα­τὰ πό­σον βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ κά­ποι­ος με­γά­λος ἀ­σκη­τὴς ἢ ἀ­σκή­τρια. Με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων συ­νάν­τη­σε καὶ τὸν μα­θη­τὴ τοῦ Ὠ­ρι­γέ­νη Δο­μνί­νο, ποὺ τὸ κρεβ­β­ά­τι του, με­τὰ τὸν θά­να­τό του θε­ρά­πευ­ε ἀ­σθε­νεῖς. Σχε­τί­στη­κε, λοι­πόν, μα­ζί του, πράγ­μα ποὺ ἄλ­λω­στε τὸν ὀφέ­λη­σε – για­τὶ ἦ­ταν ἄν­θρω­πος τε­τορ­νευ­μέ­νος σὲ ἦ­θος καὶ γνώ­σεις. Ἀ­πὸ αὐ­τὸν ἔ­μα­θε γιὰ ἀ­σκη­τὲς καὶ ἀ­σκή­τρι­ες ποὺ μό­να­ζαν ἐ­κεῖ καί, μά­λι­στα, γιὰ κά­ποι­α παρ­θέ­νο ποὺ ζοῦ­σε ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη, χω­ρὶς νὰ βλέ­πει ἄν­θρω­πο. Πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ποῦ μέ­νει, πά­ει καὶ λέ­ει στὴν γε­ρόν­τισ­σα ποὺ τὴν φρόν­τι­ζε: «Πὲς στὴν παρ­θέ­νο πὼς εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ τὴν συ­ναν­τή­σω· ὁ Θε­ὸς μὲ στέλ­νει.» Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ κον­τὰ δυ­ὸ-τρεῖς μέ­ρες τὴ συ­ναν­τᾶ καὶ τῆς λέ­ει:

       — Τί κά­θε­σαι;

       — Δὲν κά­θο­μαι, τοῦ ἀ­παν­τᾶ, ὁ­δεύ­ω.

       — Ποῦ ὁ­δεύ­εις;

       — Πρὸς τὸν Θε­ό.

       — Ζεῖς ἢ ἔ­χεις πε­θά­νει;

       — Ἂν πι­στεύ­ω στὸν Θε­ὸ εἶ­ναι για­τὶ πέ­θα­να· ἐ­κεῖ­νος ποὺ ζεῖ σαρ­κι­κὰ δὲν θὰ πο­ρευ­θεῖ.

       — Βε­βαί­ω­σέ με, λοι­πόν, ὅ­τι πέ­θα­νες κά­νον­τας ὅ,τι κά­νω.

       — Πράγ­μα­τα ποὺ μπο­ροῦν νὰ γί­νουν πές μου καὶ θὰ τὰ κά­νω.

       — Γιὰ τὸν νε­κρὸ ὅ­λα εἶ­ναι δυ­να­τά, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἀ­σέ­βεια. Βγὲς ἔ­ξω καὶ προ­χώ­ρα!

       — Εἰ­κο­σι­πέν­τε χρό­νια ἐ­δῶ μέ­σα καὶ δὲν βγῆ­κα· τώ­ρα για­τί νὰ βγῶ;

       — Ἐ­ὰν γιὰ τὸν κό­σμο πέ­θα­νες κι ὁ κό­σμος γιὰ σέ­να, τὸ ἴ­διο σοῦ κά­νει νὰ βγεῖς καὶ νὰ μὴ βγεῖς· προ­χώ­ρα λοι­πόν!

       Καὶ προ­χώ­ρη­σε· καὶ ἀ­φοῦ βγῆ­κε κ’ ἔ­φτα­σε σὲ κά­ποι­α ἐκ­κλη­σιὰ τῆς λέ­ει:

       — Ἂν θέ­λεις, λοι­πόν, νὰ μὲ βε­βαι­ώ­σεις ὅ­τι πέ­θα­νες καὶ δὲν ζεῖς πιὰ γιὰ ν’ ἀ­ρέ­σεις στοὺς ἀν­θρώ­πους, κά­νε ὅ,τι κά­νω, καὶ τό­τε θὰ κα­τα­λά­βω, πράγ­μα­τι, πὼς πέ­θα­νες· βγά­λε, ὅ­πως ἐ­γώ, ὅ­λα σου τὰ ροῦ­χα καὶ ρίξε τα στὸν ὦ­μο καὶ ὕ­στε­ρα βά­δι­σε στὸ μέ­σον τῆς πό­λης· ἐ­γὼ θὰ πη­γαί­νω μπρο­στὰ τὸ ἴ­διο γυ­μνός.

       — Πολ­λοὺς θὰ σκαν­δα­λί­ζω μ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­σχή­μια, τοῦ ἀ­παν­τᾶ, καὶ θά ‘χουν νὰ λέ­νε πὼς αὐ­τὴ τρελ­λά­θη­κε κ’ εἶ­ναι δαι­μο­νι­σμέ­νη.

       — Καὶ τί σὲ νοιά­ζει ἂν ποῦν ὅ­τι Ἐ­ξέ­στη καὶ δαι­μο­νι­ῶ­σά ἐστιν· ἐ­σὺ γι’ αὐ­τοὺς εἶ­σαι πε­θα­μέ­νη.

       — Ὅ,τι ἄλ­λο θέ­λεις τὸ κά­νω· τέ­τοι­α ἀ­να­μέ­τρη­ση νὰ μοῦ λεί­πει.

       — Πρό­σε­ξε, λοι­πόν, με­γά­λη ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου μὴν ἔ­χεις πιά: πὼς εἶ­σαι, τά­χα, πάν­των εὐ­λα­βε­στέ­ρα καὶ ἀ­πο­θα­νοῦ­σα τῷ κό­σμῳ· ἐ­γὼ ἀ­πὸ σέ­να εἶ­μαι πιὸ νε­κρὸς καὶ μ’ ἔρ­γα δεί­χνω πὼς πέ­θα­να γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους· ἐ­γὼ χω­ρὶς πά­θος ἢ ντρο­πὴ αὐ­τὸ τὸ κά­νω.

       Κι ἀ­φοῦ τῆς τσά­κι­σε τὸν ἐ­γω­ι­σμὸ ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­φή­νον­τάς την τα­πει­νω­μέ­νη.

       Ἔ­κα­νε καὶ ἄλ­λα πολ­λὰ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα πράγ­μα­τα, ἀ­πὸ τὰ συν­τεί­νον­τα εἰς ἀ­πά­θειαν. Πέ­θα­νε ἑ­ξήν­τα χρο­νῶν καὶ μέ­σα στὴν Ρώ­μη τὸν θά­ψαν.



Πη­γή: περ. Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να, ἀρ. 1, Χει­μώ­νας 1984, μτφ. Γιά­ννης Πα­τί­λης, ἀ­πὸ Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Κεί­με­νο. Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 198-209.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Δὸς αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα!



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Δὸς αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα!


ΙΠΕΝ ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος τῷ Ἀβ­βᾷ Ἀ­κα­κί­ῳ· ἡ γυ­νὴ τό­τε γι­νώ­σκει ὅ­τι συ­νέ­λα­βεν, ὅ­ταν στα­λῇ τὸ αἷ­μα αὐ­τῆς· οὕ­τως οὖν καὶ ἡ ψυ­χή, τό­τε γι­νώ­σκει ὅ­τι συ­νέ­λα­βε πνεῦ­μα ἅ­γιον, ὅ­ταν στα­λῇ τὰ ρέ­ον­τα ἀ­π’ αὐ­τῆς κά­τω­θεν πά­θη· ἐν ὅ­σῳ δὲ ἐ­νέ­χε­ται ἐν αὐ­τοῖς, πῶς δύ­να­ται κε­νο­δο­ξεῖν ὡς ἀ­πα­θής; δὸς αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα.


Δῶ­σε αἷ­μα καὶ πά­ρε πνεῦ­μα!

Εἶ­πε ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος στὸν Ἀβ­βᾶ Ἀ­κά­κιο: ἡ γυ­ναί­κα τό­τε γνω­ρί­ζει ὅ­τι συ­νέ­λα­βε, ὅ­ταν στα­μα­τή­σει ἡ ἐμ­μη­νό­ροι­ά της· ἔ­τσι, λοι­πόν, καὶ ἡ ψυ­χή, τό­τε γνω­ρί­ζει ὅ­τι συ­νέ­λα­βε πνεῦ­μα ἅ­γιο, ὅ­ταν στα­μα­τή­σουν νὰ τρέ­χουν ἀ­π’ αὐ­τὴν τὰ κα­τώ­τε­ρα πά­θη της. Ὅ­σο εἶ­ναι μπλεγ­μέ­νη μα­ζί τους, πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἐ­παί­ρε­ται ὅ­τι εἶ­ναι δί­χως πά­θη; Δῶ­σε αἷ­μα καὶ πά­ρε πνεῦ­μα!

[Μετάφραση: Γ.Π.]



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 63.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]


Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γυ­νή τις ἔ­χου­σα καρ­κῖ­νον



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γυ­νή τις ἔ­χου­σα καρ­κῖ­νον


ΥΝΗ ΤΙΣ ἔ­χου­σα πά­θος κα­τὰ τοῦ μα­στοῦ αὐ­τῆς, τὸ λε­γό­με­νον καρ­κῖ­νον, ἀ­κού­σα­σα πε­ρὶ τοῦ Ἀβ­βᾶ Λογ­γί­νου, ἐ­ζή­τη­σε συν­τυ­χεῖν αὐ­τῷ· ἐ­κά­θη­το οὖν οὗ­τος, ἐν τῷ ἐ­νά­τῳ ση­μεί­ῳ Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας· ἐ­πι­ζη­τού­σης δὲ τῆς γυ­ναι­κός, συ­νέ­βη τὸν μα­κά­ριον ἐ­κεῖ­νον συλ­λέ­γειν ξύ­λα πα­ρὰ τὴν θά­λασ­σαν· καὶ εὑ­ροῦ­σα αὐ­τόν, λέ­γει αὐ­τῷ· Ἀβ­βᾶ, ποῦ μέ­νει ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος ὁ δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ, μὴ εἰ­δυῖ­α ὅ­τι αὐ­τός ἐ­στιν· ὁ δέ φη­σι, τί θέ­λεις τὸν ἐ­πι­θέ­την ἐ­κεῖ­νον; μὴ ἀ­πέλ­θῃς πρὸς αὐ­τόν· ἐ­πι­θέ­της γάρ ἐ­στι· τί δέ ἐ­στιν ὃ ἔ­χεις; ἡ δὲ γυ­νὴ ἔ­δει­ξε τὸ πά­θος· ὁ δὲ σφρα­γί­σας τὸν τό­πον, ἀ­πέ­λυ­σεν αὐ­τήν, εἰ­πών· ἄ­πελ­θε καὶ ὁ Θε­ός σε θε­ρα­πεύ­ει· Λογ­γῖ­νος γάρ, οὐ­δέν σε δύ­να­ται ὠ­φε­λῆ­σαι· ἀ­πῆλ­θε δὲ ἡ γυ­νὴ πι­στεύ­σα­σα τῷ λό­γῳ καὶ ἐ­θε­ρα­πεύ­θη πα­ρα­χρῆ­μα· με­τὰ ταῦ­τα, δι­η­γη­σα­μέ­νη τι­σὶ τὸ πρᾶγ­μα, καὶ τὰ ση­μεῖ­α εἰ­ποῦ­σα τοῦ γέ­ρον­τος, μαν­θά­νει ὅ­τι αὐ­τός ἐ­στιν ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος.


Γιὰ κά­ποι­α γυ­ναί­κα ποὺ εἶ­χε καρ­κί­νο

Κά­ποι­α γυ­ναί­κα ποὺ ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ καρ­κί­νο τοῦ μα­στοῦ, ἄ­κου­σε γιὰ τὸν ἀβ­βᾶ Λογ­γῖ­νο καὶ ζή­τη­σε νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει. Αὐ­τὸς κα­θό­ταν στὸ ἔ­να­το δι­α­μέ­ρι­σμα τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρειας. Ἐ­κεῖ ποὺ τὸν γύ­ρευ­ε ἡ γυ­ναί­κα, ἔ­τυ­χε αὐ­τὸς νὰ μα­ζεύ­ει ξύ­λα κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα. Τὸν βρῆ­κε λοι­πὸν καὶ τοῦ λέ­ει: Ἀβ­βᾶ, ποῦ μέ­νει ὁ ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος, ὁ δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ – κα­θὼς δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἦ­ταν αὐ­τός. Κι αὐ­τὸς τῆς λέ­ει: τί τὸν θέ­λεις ἐ­κεῖ­νον τὸν ἀ­πα­τε­ώ­να; Μὴν πᾶς σ’ αὐ­τὸν, εἶ­ναι ἀ­πα­τε­ώ­νας. Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χεις; Κι ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἔ­δει­ξε τὸ πά­θη­μά της. Κι αὐ­τὸς σταύ­ρω­σε τὸ ση­μεῖ­ο, τὴν ἔ­δι­ω­ξε καὶ τῆς εἶ­πε: Πή­γαι­νε καὶ ὁ Θε­ὸς θὰ σὲ θε­ρα­πεύ­σει. Ὁ Λογ­γῖ­νος δὲν μπο­ρεῖ νὰ σὲ ὀ­φε­λή­σει κα­θό­λου. Ἔ­φυ­γε ἡ γυ­ναί­κα ποὺ πί­στε­ψε στὰ λό­για του καὶ θε­ρα­πεύ­τη­κε ἀ­μέ­σως. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τά, δι­η­γή­θη­κε σὲ κά­ποι­ους τὴν ὑ­πό­θε­ση καὶ τοὺς εἶ­πε κά­ποι­α ση­μά­δια τοῦ γέ­ρον­τος κι ἔ­τσι ἔ­μα­θε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος ἦ­ταν ὁ ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος.

[Με­τά­φρα­ση: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος]



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 63.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Βί­ος καὶ Πο­λι­τεί­α τῶν Ἁ­γί­ων Ἐν­νε­νή­κον­τα Ἐν­νέ­α Ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων Ἡ­μῶν



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Βί­ος καὶ Πο­λι­τεί­α

τῶν Ἁ­γί­ων Ἐν­νε­νή­κον­τα Ἐν­νέ­α Ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων Ἡ­μῶν

(ὧν ἐ­πι­ση­μό­τε­ρός ἐ­στιν ὁ Θεῖ­ος Ἰ­ω­άν­νης

ὁ κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν Ἐ­ρη­μί­της κα­λού­με­νος)

τῶν ἐν τῇ Νή­σῳ Κρή­τῃ Ἀ­σκη­σάν­των καὶ σω­θέν­των

ἑ­ορ­τα­ζόν­των τῇ 7 Ὀ­κτω­βρί­ου.

Μεταγραφεὶς παρὰ Νικηφόρου Ἱερομονάχου τοῦ Χίου)


ΥΤΟΣ ὁ Ὅ­σιος Πα­τὴρ ἡ­μῶν Ἰ­ω­άν­νης, ἦ­τον γέν­νη­μα καὶ θρέμ­μα τῆς Αἰ­γύ­πτου, με­τὰ καὶ ἄλ­λων τρι­ά­κον­τα πέν­τε Ὁ­σί­ων, οἵ τι­νες ἀ­να­χω­ρή­σαν­τες, διὰ ἀ­γά­πην Χρι­στοῦ, ἀ­πὸ τὴν πα­τρί­δα των, ἦλ­θον εἰς τὴν Κύ­προν, καὶ ἐ­κεῖ εἰς ὀ­λί­γον και­ρὸν εὐ­γῆ­κεν ἡ φή­μη των εἰς ὅ­λον τὸ Νη­σί­ον, καὶ συ­νέ­τρε­χον πολ­λοί, καὶ ὅ­λοι οἱ προ­σερ­χό­με­νοι ὠ­φε­λοῦν­το ψυ­χι­κῶς καὶ σω­μα­τι­κῶς, δι­ό­τι πολ­λοὶ ἀ­σθε­νεῖς καὶ κα­κῶς ἔ­χον­τες ἐ­θε­ρα­πεύ­ον­το. Εἰς αὐ­τὸ γοῦν τὸ Νη­σί­ον τῆς Κύ­πρου εὑ­ρί­σκον­το καὶ ἄλ­λοι τρι­ά­κον­τα ἐν­νέ­α Πα­τέ­ρες, εἰς δι­α­φό­ρους τό­πους ἀ­σκη­τι­κῶς πο­λι­τευ­ό­με­νοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­κού­σαν­τες τὴν ἀ­ρε­τὴν τῶν Ὁ­σί­ων τού­των τῶν ἐλ­θόν­των ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γυ­πτον, ἐ­πῆ­γον καὶ αὐ­τοί, καὶ ἀν­τα­μώ­θη­σαν ὅ­λοι, καὶ ἐ­ζοῦ­σαν ζω­ὴν ἐ­νά­ρε­τον καὶ ἀ­σκη­τι­κήν· ἀ­νε­χώ­ρη­σαν δὲ πά­λιν ἀ­πὸ τὴν Κύ­προν, ἦλ­θον εἰς Ἀτ­τά­λειαν, καὶ ἐ­κεῖ πά­λιν εὑ­ρῆ­καν ἄλ­λους εἴ­κο­σι τέσ­σα­ρας Μο­να­χούς,(1) καὶ ἀν­τα­μώ­θη­σαν μὲ αὐ­τοὺς καὶ ἐ­κεῖ­νοι οἱ εἴ­κο­σι τέσ­σα­ρες, καὶ ἔ­γι­νεν ὁ χο­ρὸς τῶν Ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων ἐν­νε­νή­κον­τα ἐν­νέ­α· καὶ μὴ θαυ­μά­ση­τε πῶς δὲν ἦ­σαν σω­στοὶ ἑ­κα­τόν, δι­ό­τι εἶ­χον τὸν Χρι­στὸν διὰ κε­φα­λήν των, καὶ οὕ­τως ἦ­σαν πά­λιν σω­στοὶ ἑ­κα­τόν. Ἀ­φ’ οὗ δὲ ἔ­κα­μαν με­ρι­κὸν και­ρὸν ἐ­κεῖ εἰς τὴν Ἀτ­τά­λειαν, πα­ρε­κά­λουν τὸν Θε­ὸν νὰ τοὺς ὁ­δη­γή­σῃ εἰς τό­πον ἁρ­μό­διον, νὰ μὴ τοὺς βλέ­πουν οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ τοὺς ἐ­παι­νοῦν καὶ δο­ξά­ζουν, δι­ό­τι πολ­λὰ τοὺς εὐ­φη­μοῦ­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ τό­που ἐ­κεί­νου, καὶ τοὺς ἐ­θαύ­μα­ζαν. Βλέ­πων δὲ ὁ Θε­ὸς τὸν πό­θον ὁ­ποῦ εἶ­χον νὰ ἡ­συ­χά­σουν, ὡ­δή­γη­σεν αὐ­τοὺς ν’ ἀ­να­χω­ρή­σουν ἀ­πὸ τὴν Ἀτ­τά­λειαν, καὶ νὰ ἔλ­θουν εἰς τὴν Κρή­την. Ἐμ­βαί­νων­τες λοι­πὸν ὅ­λοι εἰς ἕ­να κα­ρά­βι, ἦλ­θον εἰς ὀ­λί­γας ἡ­μέ­ρας εἰς τὴν πο­θου­μέ­νην των Κρή­την· ἔ­τυ­χεν ὅ­μως ἐ­ναν­τί­ος ἄ­νε­μος, ἀ­φ’ οὗ ἐ­πλη­σί­α­σαν εἰς τὴν Κρή­την· καὶ διὰ τοῦ­το δὲν ἠμ­πό­ρε­σαν νὰ ἀ­ρά­ξουν ἐ­κεῖ, μά­λι­στα ἐ­κιν­δύ­νευ­ε νὰ συν­τρι­φθῇ τὸ κα­ρά­βι· καὶ τοῦ­το ὅ­λον γέ­γο­νεν, ἵ­να δεί­ξῃ ὁ Θε­ὸς τὴν δύ­να­μίν του εἰς τοὺς Κρη­τι­κούς, καὶ νὰ δεί­ξῃ πῶς πλέ­ον ἠμ­πο­ρεῖ νὰ βο­η­θῇ εἰς τοὺς δού­λους του, μὲ κομ­μά­τι ῥα­βδὶ καὶ ῥά­σον (κα­θὼς θέ­λε­τε ἀ­κού­ση πῶς ἔ­κα­μεν εἰς τὸν Ὅ­σιον Ἰ­ω­άν­νην) πα­ρὰ ὁ­ποῦ ἠμ­πο­ροῦν νὰ βο­η­θοῦν σπα­θί­α καὶ κον­τά­ρια, εἰς τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ Κρη­τι­κοὶ εἶ­χον τό­τε τὸ θάῤ­ῥος των. Ἐ­πει­δὴ λοι­πὸν δὲν ἠμ­πο­ροῦ­σαν, ἀ­πὸ τὸν πο­λὺν ἄ­νε­μον νὰ πιά­σουν καὶ νὰ ἀ­ρά­ξουν εἰς τὴν Κρή­την, ἔ­δρα­μον εἰς τὸ ἀν­τί­πε­ρα Νη­σά­κι, ὁ­ποῦ ὀ­νο­μά­ζε­ται Γαῦ­δος (τὸ ὁ­ποῖ­ον εἶ­ναι μα­κρὰν ἀ­πὸ τὴν Κρή­την μί­λια τεσ­σα­ρά­κον­τα) καὶ ἐ­κεῖ ἔ­κα­μαν ἡ­μέ­ρας εἰ­κο­σι­τέσ­σα­ρας· εἶ­τα γε­νο­μέ­νης γα­λή­νης, ἐμ­βῆ­καν πά­λιν εἰς τὸ κα­ρά­βι καὶ ἦλ­θον εἰς τὴν Κρή­την.

       Θέ­λων ὅ­μως ὁ Θε­ὸς νὰ δο­ξά­σῃ τὸν Ἅ­γιον Ἰ­ω­άν­νην, καὶ νὰ φα­νε­ρώ­σῃ εἰς τοὺς ἀν­θρώ­πους τὴν ἀ­ρε­τήν του, τὸν ἐ­σκέ­πα­σεν ἐ­κεῖ ὁ­ποῦ ἐ­κοι­μᾶ­το, καὶ δὲν τὸν εἶ­δαν, οἱ ἄλ­λοι Ἀ­δελ­φοὶ ὅ­ταν ἀ­νε­χώ­ρη­σαν, καὶ οὕ­τως ἀ­πέ­μει­νεν ἐ­κεῖ εἰς τὴν Γαῦ­δον· καὶ τοῦ­το ἦ­τον (ὡς εἴ­πο­μεν) θέ­λη­μα Θε­οῦ, διὰ νὰ γέ­νῃ τὸ πα­ρά­δο­ξον καὶ φο­βε­ρὸν θαῦ­μα, ὁ­ποῦ θέ­λε­τε ἀ­κού­σῃ. Ἀ­φ’ οὗ λοι­πὸν εὐ­γῆ­καν οἱ εὐ­λο­γη­μέ­νοι Πα­τέ­ρες εἰς τὴν Κρή­την, ἀ­νε­ζή­τη­σαν τὸν Ἰ­ω­άν­νην, καὶ μὴ εὑ­ρόν­τες αὐ­τόν, ἐ­γνώ­ρι­σαν ὅ­τι ἔ­μει­νεν εἰς τὴν Γαῦ­δον, καὶ στα­θέν­τες με­τὰ με­γά­λης καὶ ἀ­δι­στά­κτου πί­στε­ως πρὸς τὸν Θε­όν, ἐ­φώ­να­ξαν ἀ­πὸ τὴν Κρή­την εἰς τὴν Γαῦ­δον, Ἀ­δελ­φὲ Ἰ­ω­άν­νη, ἐλ­θὲ πρὸς ἡ­μᾶς ἀ­φό­βως, καὶ μὴ δει­λιά­σῃς. Ἔρ­χε­ται λοι­πὸν ὁ Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης εἰς τὸν αἰ­για­λόν, καὶ προ­σευ­ξά­με­νος, καὶ εἰ­πὼν τὸ Ἅ­γιον Σύμ­βο­λον τῆς Πί­στε­ως, καὶ ἄλ­λα κα­τα­νυ­κτι­κά, ψαλ­μοὺς καὶ τρο­πά­ρια, καὶ σφρα­γί­σας τὴν θά­λασ­σαν μὲ τὸ Ση­μεῖ­ον τοῦ Σταυ­ροῦ, ἥ­πλω­σε τὸ ῥά­σον του ἐ­πά­νω εἰς τὰ ὕ­δα­τα· ποι­ή­σας ἔ­πει­τα καὶ εἰς τὸν ἑ­αυ­τόν του τὸ Ση­μεῖ­ον τοῦ Σταυ­ροῦ, ἀ­νέ­βη καὶ ἐ­κά­θι­σεν ἐ­πά­νω εἰς τὸ ῥά­σον του, ὡ­σὰν εἰς πλοῖ­ον, καὶ προ­σευ­χό­με­νος αὐ­τὸς ἐν τῇ θα­λάσ­σῃ, καὶ οἱ ἄλ­λοι Ἀ­δελ­φοὶ ἐν τῇ ξη­ρᾷ, ἤρ­χι­σε νὰ πλέ­ῃ ἀ­πὸ τρί­της ὥ­ρας τῆς ἡ­μέ­ρας, καὶ ἕ­ως τῆς ἕ­κτης ἔ­φθα­σεν ἀ­βλα­βὴς (ὢ τοῦ θαύ­μα­τος!) εἰς τὴν Κρή­την, καὶ δί­δων αὐ­τοῦ ὁ πρῶ­τος τῶν Ἀ­δελ­φῶν τὴν δε­ξιάν του, εὐ­γῆ­κεν ἔ­ξω, καὶ ἀ­σπα­ζό­με­νοι αὐ­τὸν ἅ­παν­τες οἱ Ἀ­δελ­φοὶ ἔ­ψαλ­λον «Τῷ συν­δέ­σμῳ τῆς ἀ­γά­πης συν­δε­ό­με­νοι οἱ ἀ­νά­ξιοι, τῷ δε­σπό­ζον­τι τῶν ὅ­λων, ἑ­αυ­τοὺς Χρι­στῷ ἀ­να­θέ­με­νοι, εὐ­αγ­γε­λι­ζό­με­νοι πᾶ­σιν εἰ­ρή­νην.» Πα­ρά­δο­ξον καὶ ὑ­περ­φυ­ὲς φαί­νε­ται τοῦ­το τὸ θαῦ­μα, καὶ εἶ­ναι τῇ ἀ­λη­θεί­ᾳ πα­ρά­δο­ξον, ἀλ­λὰ ὄ­χι καὶ ἀ­νώ­τε­ρον ἀ­πὸ τὴν δύ­να­μιν τῆς Πί­στε­ως· ἐ­πει­δὴ οὕ­τω ὑ­πό­σχε­ται ὁ Ποι­η­τὴς τῆς Κτί­σε­ως Χρι­στός, εἰς τοὺς πρὸς αὐ­τὸν πι­στεύ­ον­τας· «ὁ πι­στεύ­ων εἰς ἐ­μέ, τὰ ἔρ­γα ἃ ἐ­γὼ ποι­ῶ, κᾀ­κεῖ­νος ποι­ή­σει, καὶ μεί­ζο­να τού­των ποι­ή­σει» · καί, «ἐ­ὰν ἔ­χη­τε πί­στιν ὡς κόκ­κον σι­νά­πε­ως, ἐ­ρεῖ­τε τῷ ὄ­ρει τού­τῳ, ἄρ­θη­τι καὶ βλή­θη­τι εἰς τὴν θά­λασ­σαν, ἀρ­θή­σε­ται καὶ βλη­θή­σε­ται.»

       Ἀ­φ’ οὗ λοι­πὸν εὐ­φράν­θη­σαν οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες, εἰς τὸν θαυ­μα­στὸν ἐρ­χο­μὸν τοῦ Ὁ­σί­ου Ἰ­ω­άν­νου, ἀ­πὸ τὴν Γαῦ­δον εἰς τὴν Κρή­την, ἀ­νέ­βη­σαν ἐ­πά­νω εἰς τὰ ὄ­ρη καὶ βου­νὰ πρὸς τὸ Νό­τιον μέ­ρος τῆς Κρή­της, διὰ νὰ εὕ­ρουν σπή­λαι­α πρὸς κα­τοι­κί­αν καὶ εὗ­ρον τὸ πο­θού­με­νον εἰς τὸ μέ­ρος, ὁ­ποῦ ὀ­νο­μά­ζε­ται τῆς με­γά­λης Πέ­τρας τοῦ Χά­ρα­κος, εἰς χω­ρί­ον λε­γό­με­νον Ἀ­ζω­γυ­ραί­α, καὶ ἐ­κεῖ ἔ­μει­ναν ἡ­συ­χά­ζον­τες, καὶ προ­σευ­χό­με­νοι, καὶ ἡ τρο­φή των ἦ­τον ἀ­πὸ σκη­νό­καρ­πον καὶ κε­ρά­τια, καὶ χορ­τά­ρια τῆς γῆς· ἀλ­λ’ ἐ­πει­δὴ καὶ τὸ σπή­λαι­ον ἦ­τον μι­κρόν, καὶ δὲν ἐ­χω­ροῦ­σαν ὅ­λοι, ἐ­μοι­ρή­σθη­σαν εἰς δύ­ω, καὶ οἱ μὲν τριά­ντα ἕξ, ἐ­πέ­ρα­σαν ἀν­τί­πε­ρα τοῦ πο­τα­μοῦ εἰς ἕ­να σπή­λαι­ον, οἱ δὲ λοι­ποὶ ἔ­μει­ναν εἰς τὸ πρῶ­τον σπή­λαι­ον ἕ­ως τέ­λους τῆς ζω­ῆς των. Ὁ δὲ Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ἐ­πε­θύ­μει τὴν μο­να­ξί­αν, ὡ­σὰν ὁ­ποῦ ἦ­τον φι­λή­συ­χος καὶ τῆς μο­νώ­σε­ως ἐ­ρα­στής, διὰ νὰ προ­σεύ­χε­ται μό­νος μό­νῳ τῷ Θε­ῷ: ὅ­θεν ἐ­φα­νέ­ρω­σεν εἰς τοὺς Ἀ­δελ­φοὺς τὴν γνώ­μην του, καὶ ἐ­ζή­τει συγ­χώ­ρη­σιν νὰ ἀ­να­χω­ρή­σῃ· οἱ δὲ Ἀ­δελ­φοὶ ἀ­κού­ον­τες αὐ­τὸ ἐ­λυ­πή­θη­σαν πο­λύ, ὅ­μως βλέ­πον­τες τὸ ἀ­με­τά­θε­τον τῆς γνώ­μης του, ἔ­δω­καν εἰς αὐ­τὸν ἄ­δειαν καὶ μὴ θέ­λον­τες νὰ ἀ­να­χω­ρή­σῃ, καὶ ποι­ή­σαν­τες πα­ρά­κλη­σιν καὶ προ­σευ­χήν, ἔ­λε­γον προ­σευ­χό­με­νοι τὰ ἀ­κό­λου­θα λό­για· «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στὲ ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, ἐ­πει­δὴ καὶ ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ ἡ­μέ­τε­ρος Ἀ­δελ­φός, μέλ­λει νὰ ἀ­να­χω­ρή­σῃ ἀ­πὸ ἡ­μᾶς, ὁ­δή­γη­σον αὐ­τόν, νὰ πε­ρά­σῃ τὴν ζω­ήν του ἐν εἰ­ρή­νῃ καὶ ἡ­συ­χί­ᾳ, καὶ ἀ­ξί­ω­σον ἡ­μᾶς Δέ­σπο­τα τῶν ἁ­πάν­των, τὴν ἡ­μέ­ραν ὁ­ποῦ ἡ χά­ρις σου εὐ­δο­κή­σει νὰ πλη­ρώ­σῃ ὁ εἷς ἐξ ἡ­μῶν τὸ τέ­λος τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς ἐν τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, ἀ­ξί­ω­σον ἡ­μᾶς Δέ­σπο­τα, νὰ δώ­σω­μεν ὅ­λοι τὸ κοι­νὸν χρέ­ος τοῦ θα­νά­του, καὶ σύν­τα­ξον ἡ­μᾶς σὺν αὐ­τῷ εἰς τὴν Οὐ­ρά­νιόν σου Βα­σι­λεί­αν. Ἀ­μήν»· καὶ με­τὰ τὴν εὐ­χὴν βα­λὼν ὁ Ὅ­σιος Ἰ­ω­άν­νης με­τά­νοι­αν, ἀ­νε­χώ­ρη­σεν ἀ­πὸ τῆς Ἀ­δελ­φό­τη­τος· καὶ τίς δύ­να­ται νὰ εἰ­πῇ, τί κα­κο­πά­θειαις ἐ­πέρ­να εἰς ἐ­κεῖ­νον τὸν τό­πον, ὅ­που ἐ­πῆ­γε νὰ ἀ­σκη­τεύ­ῃ; ἡ τρο­φὴ τοῦ Ὁ­σί­ου τού­του ἦ­τον, τὸν μὲν χει­μῶ­να ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα τῆς γῆς, τὸ δὲ κα­λο­καῖ­ρι ἀ­πὸ σκη­νό­καρ­πον καὶ ἀ­γρι­ο­κε­ρά­τια, καὶ ἐ­ζοῦ­σε ζω­ὴν ἀγ­γε­λι­κήν, μὲ ὁ­λο­νυ­κτί­ους προ­σευ­χάς, ὑ­πὲρ αὐ­τοῦ καὶ ὑ­πὲρ τοῦ κό­σμου παν­τός· ἀ­πὸ δὲ τὴν πο­λὺν σκλη­ρα­γω­γί­αν ὁ­ποῦ ἔ­κα­μνεν, ἀ­δυ­νά­τη­σε τό­σον, ὁ­ποῦ δὲν ἠμ­πο­ροῦ­σε νὰ στέ­κε­ται εἰς τοὺς πό­δας ὀρ­θός, ἀλ­λ’ ἐ­πε­ρι­πά­τει σκυ­πτός, ὡς ζῶ­ον τε­τρά­πο­δον. Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡ­με­ρῶν (ἡ ἕ­κτη ἦ­τον τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου, ὅ­τε καὶ ὁ Θε­ὸς ἔ­μελ­λε νὰ τὸν πα­ρα­λά­βῃ, καὶ νὰ τὸν ἀ­να­παύ­σῃ εἰς τὴν οὐ­ρά­νιον ἀ­νά­παυ­σιν) εὐ­γῆ­κε νὰ εὕ­ρῃ τὴν συ­νει­θι­σμέ­νην του τρο­φήν, καὶ ἐ­κεῖ ὅ­που ἐ­πε­ρι­πά­τει (ὡς εἴ­πο­μεν) ὡ­σὰν ζῶ­ον τε­τρά­πο­δον σκυ­πτός, τὸν εἶ­δεν ἀ­πὸ μα­κρὰν ἕ­νας νέ­ος βο­σκὸς προ­βά­των, ὅ­στις εὐ­γῆ­κε τὴν ὥ­ραν ἐ­κεί­νην εἰς τὸ κυ­νῆ­γι, βλέ­πων αὐ­τὸν λέ­γω μέ­σα εἰς τὸν λόγ­γον, καὶ νο­μί­ζων ὅ­τι εἶ­ναι ζῶ­ον, ἔῤ­ῥι­ψε τὴν σα­γί­ταν καὶ τὸν ἐ­σα­γί­τευ­σε και­ρί­ως μέ­σα εἰς τὴν καρ­δί­αν· καὶ εὐ­θὺς ὁ Ἅ­γιος γνω­ρί­ζων ὅ­τι τὸν ἐ­θα­νά­τω­σε βέ­λος, ἔ­κα­με προ­σευ­χὴν εἰς τὸν Θε­όν, νὰ τὸν ἀ­ξι­ώ­σῃ νὰ φθά­σῃ ζων­τα­νὸς εἰς τὸ σπή­λαι­ον, ὃ καὶ ἐ­γέ­νε­το.

       Ὁ δὲ βο­σκὸς ὁ­ποῦ ἐ­πλή­γω­σε τὸν Ἅ­γιον, ἔ­τρε­ξε νὰ εὕ­ρῃ καὶ νὰ πά­ρῃ τὸ κυ­νῆ­γι, ὁ­ποῦ, ὡς ἐ­νό­μι­ζεν, ἐ­σκό­τω­σε, πλὴν δὲν τὸ εὑ­ρῆ­κε· βλέ­πει ὅ­μως στα­λαγ­μα­τί­ας αἵ­μα­τος, καὶ ἀ­κο­λου­θῶν εἰς αὐ­τάς, ἦλ­θεν εἰς τὸ σπή­λαι­ον, καὶ ἔ­φθα­σε τὸν Ἅ­γιον ἔ­τι ζῶν­τα, καὶ εἶ­χε τὰς χεῖ­ράς του δε­μέ­νας σταυ­ρο­ει­δῶς, καὶ τὴν σα­γί­ταν εἰς τὴν καρ­δί­αν του, καὶ εὐ­θὺς πί­πτει κα­τὰ γῆς ἀ­σπα­ζό­με­νος τοὺς πό­δας τοῦ Ἁ­γί­ου, καὶ κλαί­ων καὶ ὀ­δυ­ρό­με­νος, ἔ­λε­γεν, ἀλ­λοί­μο­νον εἰς ἐ­μὲ τὸν τα­λαί­πω­ρον, τί ἔ­πα­θον σή­με­ρον! φεῦ μοι τῷ ἀ­θλίῳ! πῶς ἐ­τυ­φλώ­θην, καὶ ἔ­γι­να φο­νεὺς εἰς ἄν­δρα δί­και­ον καὶ Ἅ­γιον! τί νὰ κά­μω! δὲν ἔ­χω ποῦ ἀλ­λοῦ νὰ προσ­δρά­μω, εἰ­μὴ μό­νον εἰς ἐ­σὲ Ἅ­γι­ε δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ, νὰ μοῦ συγ­χω­ρή­σῃς τὸ σφάλ­μα, καὶ νὰ πα­ρα­κα­λέ­σῃς τὸν Θε­όν, νὰ μὲ ὁ­δη­γή­σῃ εἰς με­τά­νοι­αν. Ταῦ­τα καὶ ἄλ­λα πολ­λὰ λέ­γον­τος τοῦ βο­σκοῦ με­τὰ δα­κρύ­ων, λέ­γει πρὸς αὐ­τὸν ὁ Ἅ­γιος μὲ τα­πει­νὴν καὶ ἤ­ρε­μον φω­νήν· ὁ Θε­ός, τέ­κνον μου, νὰ σοῦ δώ­σῃ με­τά­νοι­αν καὶ νὰ σοῦ συγ­χω­ρή­σῃ τὸ ἁ­μάρ­τη­μα ὁ­ποῦ ἔ­κα­μες σή­με­ρον εἰς ἐ­μὲ τὸν ἀ­νά­ξιον αὐ­τοῦ δοῦ­λον, καὶ νὰ σὲ ἀ­ξι­ώ­σῃ τῆς Βα­σι­λεί­ας του, ἀ­μήν· ἔ­πει­τα βου­λό­με­νος νὰ ἀ­να­χω­ρή­σῃ ὁ νέ­ος δὲν ἐ­δύ­να­το ἀ­πὸ τὴν τό­σην εὐ­ῳ­δί­αν καὶ ψαλ­μῳ­δί­αν τῶν Ἁ­γί­ων Ἀγ­γέ­λων ὁ­ποῦ ἤ­κου­εν ἄ­νω­θεν τρι­γύ­ρου τοῦ Ἁ­γί­ου Λει­ψά­νου· ὅ­μως με­τὰ πο­λὺν ὥ­ραν, νεύ­σει θεί­ᾳ, εὐ­γῆ­κεν ἔ­ξω τοῦ σπη­λαί­ου, διὰ νὰ τὸν κη­ρύ­ξῃ εἰς ὅ­λην τὴν πε­ρί­χω­ρον τῶν Χα­νί­ων, καὶ κη­ρύτ­των τὸν Ἅ­γιον, ἔ­λε­γε φα­νε­ρὰ καὶ τὸ σφάλ­μα του, καὶ εἰς ὀ­λί­γας ἡ­μέ­ρας ἀ­κου­στὸν ἐ­γέ­νε­το τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ἁ­γί­ου εἰς ὅ­λην τὴν Κρή­την, καὶ ἐ­πο­ρεύ­ον­το πλῆ­θος λα­οῦ, καὶ ἐ­προ­σκυ­νοῦ­σαν αὐ­τόν, καὶ ὅ­λοι οἱ με­τὰ πί­στε­ως ἐρ­χό­με­νοι εἰς προ­σκύ­νη­σίν του, ἐ­λάμ­βα­νον τῶν πα­θῶν των τὴν ἴα­σιν· καὶ οὕ­τω μὲν ὁ Θεῖ­ος Ἰ­ω­άν­νης, κρί­μα­σιν οἷς οἶ­δε Κύ­ριος, ἐ­τε­λεί­ω­σε τὴν πα­ροῦ­σαν ζω­ήν, μὲ βί­αι­ον θά­να­τον τῇ Ϛ´. τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου· οἱ δὲ λοι­ποὶ ἐν­νε­νή­κον­τα ὀ­κτὼ Συ­να­σκη­ταί του, εὑ­ρι­σκό­με­νοι εἰς τὰ ἄ­νω εἰ­ρη­μέ­να σπή­λαι­α τοῦ χω­ρί­ου Ἀ­ζω­γυ­ραία, κα­θὼς προ­εί­πο­μεν, ὅ­τι ἐ­ζή­τη­σαν ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸν νὰ ἀ­να­παυ­θοῦν ὅ­λοι μί­αν ἡ­μέ­ραν, οὕ­τω καὶ ἐ­γέ­νε­το· δι­ό­τι τὴν ἰ­δί­αν ἡ­μέ­ραν ὁ­ποῦ ὁ βο­σκὸς ἐ­φό­νευ­σε τὸν Ὅ­σιον Ἰ­ω­άν­νην εἰς τὸ Ἀ­κρω­τή­ριον, εἰς αὐ­τὴν τὴν ἰ­δί­αν ἀ­νε­παύ­θη­σαν ἐν Κυ­ρί­ῳ καὶ αὐ­τοὶ ὅ­λοι, εἰς τὰ σπή­λαι­α τῆς Ἀ­ζω­γυ­ραί­ας· καὶ κα­θὼς εἶ­ναι πα­λαι­ὰ πα­ρά­δο­σις εἰς τοὺς ἐν­το­πί­ους, ἄλ­λοι ἀ­κούμ­βι­ζον ἐ­πά­νω εἰς τὰς ῥά­βδους των, ἄλ­λοι ἔ­κλι­ναν τὰς κε­φα­λὰς εἰς τοὺς ὤ­μους των ἄλ­λοι ἵ­σταν­το προ­σευ­χό­με­νοι, καὶ ἄλ­λοι γο­να­τι­στοί, καὶ ἄλ­λοι ἄλ­λως, πα­ρέ­δω­σαν ἐν εἰ­ρή­νῃ τὰς μα­κα­ρί­ας αὐ­τῶν ψυ­χὰς τῷ Κυ­ρί­ῳ, ἀρ­ξά­με­νοι ἀ­πὸ τρί­της ὥ­ρας τῆς ἡ­μέ­ρας, καὶ τε­λευ­τή­σαν­τες ἕ­ως τῆς ἑ­βδό­μης. Πα­ρά­δο­ξον φαί­νε­ται τὸ τέ­λος τῶν Ἁ­γί­ων τού­των, πῶς τό­σοι ἄν­θρω­ποι ἀ­πέ­θα­νον εἰς μί­αν καὶ τὴν αὐ­τὴν ἡ­μέ­ραν· πα­ρά­δο­ξον μὲν, ἀλ­λ’ ὄ­χι καὶ ἀ­πί­στευ­τον «ὅ­που γὰρ βού­λε­ται Θε­ός, νι­κᾶ­ται φύ­σε­ως τά­ξις»· τὸ ἐ­ζή­τη­σαν πα­ρὰ Θε­οῦ, τὸ ἔ­λα­βον· «θέ­λη­μα γὰρ τῶν φο­βου­μέ­νων αὐ­τὸν ποι­ή­σει, καὶ τῆς δε­ή­σε­ως αὐ­τῶν εἰ­σα­κού­σε­ται», κα­τὰ τὴν τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἀ­πό­φα­σιν.

       Τὸ θαυ­μα­στὸν καὶ πα­ρά­δο­ξον ἀ­λη­θῶς εἶ­ναι πῶς τό­ση πλη­θύς, ἐν­νε­νή­κον­τα ἐν­νέ­α ἄν­θρω­ποι ἐ­σῴ­θη­σαν καὶ ἡ­γί­α­σαν ὅ­λοι, καὶ οὐ­δεὶς ἐξ αὐ­τῶν ἀ­πώ­λε­το· δώ­δε­κα ἦ­σαν οἱ Μα­θη­ταί, τοῦ Χρι­στοῦ, καὶ ἀ­πώ­λε­το ἐξ αὐ­τῶν ὁ Ἰ­ού­δας ὁ υἱ­ὸς τῆς ἀ­πω­λεί­ας· τεσ­σα­ρά­κον­τα ἦ­σαν οἱ ἐν Σε­βα­στεί­ᾳ τῇ λί­μνῃ ἀ­θλή­σαν­τες καὶ ἀ­πώ­λε­το ἐξ αὐ­τῶν ὁ εἷς· ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ὅ­μως οὐ­δεὶς ἀ­πώ­λε­το, ἀλ­λ’ ἅ­παν­τες ἐ­σώ­θη­σαν, καὶ ἐ­κοι­μή­θη­σαν, ὡς εἴ­ρη­ται, τῇ 6 τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου Μη­νός, εἰς τὴν ὁ­ποί­αν ἡ­μέ­ραν ἑ­ώρ­τα­ζ­ων καὶ τὴν μνή­μην αὐ­τῶν, ἕ­ως τὸ 1632, ἔ­τος ἀ­πὸ Χρι­στοῦ. Ἔ­πει­τα, ἐ­πει­δὴ ἦ­τον ἡ μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου καὶ πα­νευ­φή­μου Ἀ­πο­στό­λου Θω­μᾷ, τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, με­τε­τέ­θη εἰς τὴν ἑ­βδό­μην τοῦ αὐ­τοῦ Μη­νός, με­τὰ Συ­νο­δι­κῆς καὶ Πα­τρι­αρ­χι­κῆς Ἀ­πο­φά­σε­ως, τοῦ ἐν μα­κα­ρί­ᾳ τῇ λή­ξει γε­νο­μέ­νου Πα­τριά­ρχου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Κυ­ρίλ­λου τοῦ πρῴ­ην Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας Λού­κα­ρη ἐ­πι­λε­γο­μέ­νου τοῦ Κρη­τός· ὅ­θεν καὶ ὡς κε­κυ­ρω­μέ­νη ὑ­πὸ Συ­νο­δι­κῆς Ἀ­πο­φά­σε­ως ἡ ἄ­σκη­σίς των, καὶ ὅ­λη των ἡ Ἱ­στο­ρί­α, καὶ ἡ Ἁ­γι­ό­της των, δὲν μέ­νει εἰς τι­νὰ καμ­μί­α ἀμ­φι­βο­λί­α, διὰ τὰ πα­ρα­δό­ξως λε­γό­με­να πε­ρὶ αὐ­τῶν· καὶ μά­λι­στα ὁ­ποῦ θαυ­μα­τουρ­γοῦ­σι κα­θ’ ἑ­κά­στην καὶ ἐν γῇ καὶ ἐν θα­λάσ­σῃ εἰς τοὺς με­τὰ πί­στε­ως ἐ­πι­κα­λου­μέ­νους αὐ­τῶν τὴν βο­ή­θειαν·(2) ὧν ταῖς Ἁ­γί­αις πρε­σβεί­αις ἐ­λε­ή­σαι καὶ σώ­σαι ἡ­μᾶς ὁ Θε­ὸς ὡς ἀ­γα­θὸς καὶ φι­λάν­θρω­πος. Ἀ­μήν.


(1) Ἄ­δη­λος ὁ χρό­νος κα­θ’ ὃν ἤκ­μα­σαν οἱ Ὅ­σιοι οὗ­τοι· συμ­πε­ραί­νο­μεν ὅ­μως ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­δο­ξόν των δι­ή­γη­σιν, πῶς εἶ­ναι πα­λαι­ό­τα­τοι.
(2) Ἐκ τῶν Ὁ­σί­ων τού­των εὑ­ρί­σκε­ται μί­α κά­ρα θαυ­μα­σί­ως εὐ­ω­δι­ά­ζου­σα, ἐν Χί­ῳ ἐν τῷ Να­ῷ τοῦ Ἁ­γί­ου Βί­κτω­ρος, καὶ λέ­γου­σιν ὅ­τι εἶ­ναι τοῦ Ἰ­ω­άν­νου.


Πη­γή: Νέ­ον Λει­μω­νά­ριον, πε­ρι­έ­χον μαρ­τύ­ρια πα­λαι­ὰ καὶ νέ­α καὶ βί­ους Ὁ­σί­ων συλ­λε­χθέν­τα πα­ρὰ τοῦ Μα­κα­ρί­ου Νο­τα­ρᾶ, ἐν Ἀ­θή­ναις, 1873, σς 339-343 [τη­ρεῖ­ται ἡ ὀρ­θο­γρα­φί­α τοῦ πρω­το­τύ­που ὡς αὐ­θεν­τι­κὴ εἰ­κὼν μιᾶς ἐκ τῶν γλωσ­σι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν τῆς ἐ­πο­χῆς σ.τ.σ.].

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ρουμπίνια καὶ Σμαράγδια



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ρουμπίνια καὶ Σμαράγδια


ΑΠΟΙΑ Παρ­θέ­νος εἰς τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρειαν, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­γα­ποῦ­σε μὲ πό­θον με­γά­λον τὸν χρυ­σόν, καὶ ὄ­χι τὸν Χρι­στόν, εἰς τό­σην φι­λαρ­γυ­ρί­αν ἦλ­θεν, ὁποῦ πο­τὲ δὲν ἔ­δω­κεν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην, οὔ­τε εἰς ξέ­νον, οὔ­τε εἰς γνώ­ρι­μον, οὔ­τε ἁ­πλῶς εἰς κα­νέ­να πτω­χόν· ἀλ­λὰ μή­τε κἂν εἰς Ἐκ­κλη­σί­αν ἔ­δω­κεν ὀ­βο­λόν. Πολ­λαῖς φο­ραῖς, καὶ πολ­λοὶ ὁ­σι­ώ­τα­τοι Πνευ­μα­τι­κοὶ καὶ Πα­τέ­ρες τὴν ἐ­νου­θέ­τη­σαν· ὅ­μως τὴν εἶ­χε κυ­ρι­εύ­σῃ ­τὸ δαι­μό­νιον τῆς φι­λαρ­γυ­ρί­ας, καὶ δὲν τοὺς ἤ­κου­ε τε­λεί­ως. Εἶ­χεν ἀ­νε­ψιὰν ἀ­πὸ τὴν ἀ­δελ­φήν της, τὴν ὁ­ποί­αν ἔ­κα­μεν ὡς θυ­γα­τέ­ρα, διὰ νὰ τὴν κλη­ρο­νο­μή­σῃ ὅ­ταν ἀ­πο­θά­νῃ, καὶ δὲν ἐ­φρόν­τι­ζεν ἡ τα­λαί­πω­ρος, διὰ νὰ κα­τα­στή­σῃ τὸν πλοῦ­τόν της εἰς τὰς οὐ­ρα­νί­ους ἀ­πο­θή­κας μὲ τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην, ἀλ­λὰ νὰ τὸν ἀ­φή­κῃ εἰς χεῖ­ρας ἀ­να­ξί­ου γυ­ναί­ου, διὰ νὰ γέ­νῃ μά­λι­στα ὕ­λη τῆς αἰ­ω­νί­ου κο­λά­σε­ως. Με­γά­λη πο­νη­ρία εἶ­ναι καὶ αὐ­τὴ τοῦ σα­τα­νᾶ, ἤ­γουν ὁποῦ προ­φα­σί­ζον­ται πολ­λοὶ πὼς ἔ­χου­σι συγ­γε­νεῖς, ἢ τέ­κνα, ἢ γο­νεῖς, καὶ διὰ τοῦ­το τά­χα συ­νά­ζουν, διὰ νὰ τὰ ἀ­φή­σουν νὰ κυ­βερ­νῶν­ται κα­τό­πι μὲ ἐ­κεῖ­να, ὁποῦ ἤ­θε­λαν τοὺς ἀ­φή­σῃ. Ὅ­μως αὐ­τὴ εἶ­ναι πλά­νη τοῦ δι­α­βό­λου εἰς τοὺς πλε­ο­νέ­κτας. Οἱ ὁ­ποῖ­οι πολ­λαῖς φο­ραῖς φαρ­μα­κεύ­ουν γο­νεῖς, φο­νεύ­ουν ἀ­δελ­φούς, καὶ ἐ­πι­βου­λεύ­ον­ται συγ­γε­νεῖς. Ὥ­στε ὁποῦ προ­φα­σί­ζον­ται μό­νον διὰ νὰ τὰ ἀ­φή­σουν πρὸς κυ­βέρ­νη­σιν ἄλ­λων, ὅ­μως ὁ σκο­πὸς καὶ ἡ δι­ά­θε­σίς τους εἶ­ναι νὰ πλε­ο­νε­κτοῦ­σιν. Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος ὁποῦ φο­βᾶ­ται τὴν αἰ­ώ­νιον κό­λα­σιν, ὁποῦ ἀ­να­μέ­νει τοὺς φι­λαρ­γύ­ρους, ἠμ­πο­ρεῖ νὰ κυ­βερ­νή­σῃ καὶ τοὺς ἐ­δι­κούς του κα­τὰ τὴν ἀ­νάγ­κην τους, καὶ τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην ἐ­κεῖ ὁποῦ δύ­νε­ται νὰ μὴν ἀ­φί­νῃ.

       Αὐ­τὴν τὴν πλα­νε­μέ­νην φι­λο­χρή­μα­τον Παρ­θέ­νον ὁ Ἅ­γιος Μα­κά­ριος ὁ Πρε­σβύ­τε­ρος (ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τὴν φρον­τί­δα ἐ­κεί­νων τῶν ἀῤ­ῥώ­στων, ὁποῦ ἦ­τον καὶ μι­σε­ροὶ εἰς τὰ μέ­λη τους) ἠ­θέ­λη­σε μὲ ζῆ­λον θε­ϊ­κὸν νὰ ὠ­φε­λή­σῃ εἰς τὴν ψυ­χὴν μὲ τέ­τοι­ον τρό­πον. Μί­αν ἡ­μέ­ραν λέ­γει της κρυ­φί­ως· Εἰς τὸ χέ­ρι μου ἔ­τυ­χαν ἀ­τί­μη­ταις πέ­τραις, πολ­λὰ θαυ­μα­σταῖς καὶ εὐ­θη­ναῖς, ᾑ ὁ­ποί­αις εἶ­ναι ῥουμ­πί­νια καὶ σμα­ρά­γδια. Δὲν ἠ­ξεύ­ρω ὅ­μως ἢ ταῖς ἔ­κλε­ψαν, ἢ ταῖς ἔ­χουν ἀ­πὸ πραγ­μα­τεί­αν. Ἡ τι­μή τους εἶ­ναι πολ­λὴ καὶ δυσ­νό­η­τη, ὅ­μως αὐ­τὸς εὐ­χα­ρι­στεῖ­ται διὰ πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α. Λοι­πὸν μὴ χά­νῃς τὸν και­ρόν, ἔ­λα νὰ πη­γαί­νω­μεν νὰ ἰ­δῇς τὰς πέ­τρας, καὶ δό­σαι πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πὸ μί­αν μο­να­χὴν πέ­τραν τὰ πέρ­νεις, καὶ ᾑ ἄλ­λαις σοῦ ἀ­πο­μέ­νουν δι­ά­φο­ρον. Τοῦ­το κα­θὼς ἤ­κου­σεν ἐ­κεί­νη ἡ φι­λάρ­γυ­ρος γυ­νή, ἔ­πε­σεν εἰς τὸν τρά­χη­λον τοῦ Ἁ­γί­ου μὲ δέ­η­σιν, νὰ τῆς ἀ­γο­ρά­σῃ τοὺς λί­θους, δί­δων­τας εὐ­θὺς καὶ τὰ πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α, λέ­γου­σα, ὅ­τι δὲν θέ­λω νὰ φα­νῶ ἐ­γὼ εἰς τὸν που­λη­τήν.

       Πέρ­νων­τας λοι­πὸν ὁ ἅ­γιος Μα­κά­ριος τὰ φλω­ρί­α, τὰ ἐ­ξω­δί­α­σεν ὅ­λα εἰς ταῖς ἀ­ναγ­καί­αις ὑ­πη­ρε­σί­αις τῶν πτω­χῶν καὶ μι­σε­ρῶν. Με­τὰ τοῦ­το ἐ­πέ­ρα­σε και­ρὸς πο­λύς, καὶ ἡ Παρ­θέ­νος ἐ­κεί­νη, μὲ τὸ νὰ ἦ­τον τοι­οῦ­τος ἁ­γι­ώ­τα­τος ἄν­θρω­πος, εὐ­λα­βεῖ­το νὰ τοῦ ἀ­να­θυ­μή­σῃ διὰ τὰ φλω­ρί­α, ὁποῦ τοῦ ἔ­δω­κεν. Ὅ­μως μί­αν ἡ­μέ­ραν τὸν εὗ­ρε κα­τ’ ἰ­δί­αν εἰς τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν, καὶ λέ­γει του· Τί ὁ­ρί­ζεις, Πά­τερ, διὰ τοὺς λί­θους ἐ­κεί­νους, διὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἔ­δω­κα τὰ πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α; Λέ­γει της καὶ ὁ Ἄ­γιος· ἀ­πὸ ἐ­κεί­νην τὴν ἡ­μέ­ραν, ὁποῦ μοῦ ἔ­δω­κες τὰ νο­μί­σμα­τα, ἀ­πὸ ἐ­κεί­νην τὴν ἰ­δί­αν τὰ ἐ­πλή­ρω­σα εἰς τὴν τι­μὴν τῶν λί­θων, καὶ ἀ­νί­σως καὶ θέ­λεις, ἔ­λα εἰς τὸ πτω­χο­τρο­φεῖ­ον, νὰ τοὺς ἰ­δῇς, ὁποῦ εἶ­ναι ἐ­κεῖ φυ­λαγ­μέ­νοι. Ἐ­κεί­νη, ὡς ἤ­κου­σεν, ἦλ­θε με­τὰ χα­ρᾶς εἰς τὸ πτω­χο­τρο­φεῖ­ον, τὸ ὁ­ποῖ­ον ἦ­τον δί­πα­τον, καὶ εἰς τὸ ἀ­νώ­γει­ον εἶ­χαν ταῖς γυ­ναῖ­κες ταῖς μι­σε­ραῖς, εἰς δὲ τὸ κα­τώ­γε­ον ἐ­κεί­τον­το οἱ ἄν­δρες. Τό­τε λέ­γει ὁ Ἅ­γιος· Ποί­ους ἔ­χεις γνώ­μην νὰ ἰ­δῇς πρῶ­τον, τὰ ῥουμ­πί­νια, ἢ τὰ σμα­ρά­γδια; Καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­πε­κρί­θη, ὅ,τι εἶ­ναι εἰς τὸ θέ­λη­μά του. Ὅ­θεν τὴν ἀ­νέ­βα­σεν εἰς τὰς γυ­ναῖ­κας, ὁποῦ ἐ­κεί­τον­το μι­σε­ραῖς, καὶ λέ­γει· νά τὰ ρουμ­πί­νια. Ἔ­πει­τα τῆς ἔ­δει­ξε κά­τω καὶ τοὺς ἄν­δρας, λέ­γων­τας, νά τὰ σμα­ρά­γδια. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι οἱ πο­λύ­τι­μοι λί­θοι, ἀ­πὸ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν εὑ­ρί­σκεις ἀ­κρι­βε­στέ­ρους. Ταῦ­τα ἀ­κού­ων­τας ἐ­κεί­νη, ἀ­πὸ τὴν λύ­πην της λό­γον δὲν ἐ­λά­λη­σεν, ἀλ­λὰ ἦλ­θεν εἰς τὸν οἶ­κόν της, καὶ ἔ­πε­σεν εἰς τὸ κρεβ­βά­τι ἄῤ­ῥω­στη ἀ­πὸ τὴν πί­κραν της. Ὅ­μως με­τὰ ταῦ­τα, ἐ­πει­δὴ καὶ ἀ­φ’ οὗ ὑ­πάν­δρευ­σε τὴν ἀ­νε­ψιάν της, ἀ­πέ­θα­νεν ἄ­τε­κνος αὐ­τὴ ἡ ἀ­νε­ψιά, εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε διὰ ἐ­κεί­νην τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην τὸν ὅ­σιον Μα­κά­ριον, ὁ­ποῖ­ος ἐ­τε­λεί­ω­σε τὴν ζω­ὴν εἰς τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρειαν, εἰς τὴν φρον­τί­δα τῶν λε­λω­βη­μέ­νων, ἑ­κα­τὸν χρό­νων γέ­ρων­τας, τὸν ὁ­ποῖ­ον ἔ­φθα­σα καὶ εἶ­δα καὶ ἐ­γὼ ὁ τα­πει­νός.



Πη­γή: Λαυ­σα­ϊ­κόν ἢ­τοι Βί­βλος πε­ρι­έ­χου­σα Δι­η­γή­σεις ἀ­σκη­τι­κὰς Ἀν­δρῶν καὶ Γυ­ναι­κῶν, με­τα­φρα­σθεῖ­σα πα­ρά τι­νος Ἀ­νω­νύ­μου ἐκ τῆς Ἑλ­λη­νί­δος εἰς ἁ­πλῆν φρά­σιν, ἐν Βε­νε­τί­ᾳ, 1866, σς. 24-26 [τη­ρεῖ­ται ἡ ὀρ­θο­γρα­φί­α τοῦ πρω­το­τύ­που ὡς αὐ­θεν­τι­κὴ εἰκὼν μιᾶς ἐκ τῶν γλωσ­σι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν τῆς ἐ­­πο­χῆς σ.τ.σ.].

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ἰν­νᾶ, Πιν­νᾶ, Ριμ­μᾶ τῶν κρυσταλλίνων



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ἰν­νᾶ, Πιν­νᾶ, Ριμ­μᾶ

τῶν κρυσταλλίνων

 

Θάλ­ψις δε­χέ­σθω τοὺς ἀ­θλη­τὰς Κυ­ρί­ου,
Ἰν­νᾶν, Πιν­νᾶν, Ῥιμ­μᾶν τε τοὺς κρυ­σταλ­λί­νους.

ΟΥΤΟΙ οἱ ἅ­γιοι τρεῖς μάρ­τυ­ρες ἦ­σαν ἀ­πὸ μί­αν χώ­ραν, κει­μέ­νην κα­τὰ τὸ βό­ρει­ον μέ­ρος· κρα­τη­θέν­τες δὲ ἀ­πὸ τοὺς εἰ­δω­λο­λά­τρας βαρ­βά­ρους, πα­ρε­στά­θη­σαν εἰς τὸν ἄρ­χον­τα τῆς χώ­ρας, ὁ ὁ­ποῖ­ος βλέ­πων τοὺς μάρ­τυ­ρας ὁ­μο­λο­γοῦν­τας τὸν Χρι­στόν, κα­τε­δί­κα­σεν αὐ­τοὺς νὰ τε­λει­ώ­σω­σι τὴν ζω­ήν των μὲ τὸ κρύ­ον. Δέ­νον­ται λοι­πὸν πρῶ­τον οἱ ἅ­γιοι ἀ­πὸ ξύ­λα ὄρ­θια, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐμ­πή­χθη­σαν εἰς τὸ μέ­σον τοῦ πο­τα­μοῦ ἐν τῷ και­ρῷ τοῦ χει­μῶ­νος, ὅ­τε καὶ αὐ­τὸ τὸ φύ­σει εὐ­κί­νη­τον καὶ ὀ­λι­σθη­ρὸν νε­ρὸν δὲν δι­έ­φε­ρεν ἀ­πὸ τὰ ἀ­κί­νη­τα καὶ βα­ρέ­α σώ­μα­τα, ἐ­πει­δὴ ἦ­το ὅ­λον πα­γω­μέ­νον ἀ­πὸ τὸ ψῦ­χος. Ὅ­θεν μὲ τὴν τοια­ύτην βά­σα­νον πα­ρέ­δω­καν οἱ μα­κά­ριοι τὰς ψυ­χάς των εἰς χεῖ­ρας Θε­οῦ, καὶ ἔ­λα­βον τοὺς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.



Πη­γή: Συ­να­ξα­ρι­στὴς Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, ἐ­πε­ξερ­γα­σθεὶς ὑ­πὸ Θ. Νι­κο­λα­ΐ­δου Φι­λα­δελ­φέ­ως, τό­μος πρῶ­τος, Ἀ­θή­νη­σι, 1868, σελ. 396.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]

 

Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος: Μικρὰ Πατερικά



Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος


Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ι ΣΥΛΛΟΓΕΣ ἀ­πο­φθεγ­μά­των ἢ ἱ­στο­ρι­ῶν ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ ἀ­σκη­τῶν καὶ ἁ­γί­ων ὑ­πῆρ­ξαν ἕ­να δι­α­χρο­νι­κῶς προ­σφι­λὲς ἀ­νά­γνω­σμα τῶν πι­στῶν χρι­στια­νῶν πρὸς ψυ­χι­κὴ ὠ­φέ­λεια καὶ πνευ­μα­τι­κὴ οἰ­κο­δο­μή. Ἀ­πει­κο­νί­ζουν μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη πτυ­χὴ τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς πα­ρά­δο­σης, αὐ­τὴ τῶν ἀ­να­χω­ρη­τῶν τῆς Ἐ­ρή­μου οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­ζη­σαν μὲ τρό­πο ἀ­κραί­α ἀ­σκη­τι­κὸ σὲ τό­πους ἀ­πά­τη­τους τῆς Αἰ­γύ­πτου, τῆς Συ­ρί­ας, τῆς Πα­λαι­στί­νης καὶ τῆς Ἀ­ρα­βί­ας, κα­τὰ τὸν 4ο αἰ­ώ­να μ.Χ., ἀν­τι­δρών­τας στὴν προ­ϊ­ού­σα ἐκ­κο­σμί­κευ­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὅ­ταν αὐ­τὴ ἔ­γι­νε ἐ­πί­ση­μη θρη­σκεία τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας. Οἱ δι­η­γή­σεις αὐ­τὲς καὶ τὰ ἀ­πο­φθέγ­μα­τα εἶ­ναι συγ­κεν­τρω­μέ­να σ’ ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τὸν τί­τλο «Γε­ρον­τι­κόν» ἀ­γνώ­στου συγ­γρα­φέ­ως, συλ­λο­γὴ ποὺ δι­α­σώ­θη­κε, κυ­ρί­ως, ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση τοῦ Johannes Baptista Co­tel­lerious (Eccle­siae Grae­cae Monumenta) τὴν ὁ­ποί­α πι­στὰ ἀ­να­πα­ρῆ­γε ὁ J. P. Migne στὴν Πα­τρο­λο­γί­α του. Συγ­γε­νεῖς συλ­λο­γὲς εἶ­ναι καὶ τὸ Λαυ­σα­ϊ­κόν τοῦ Παλ­λα­δί­ου, ἀλ­λὰ καὶ τὸ Λει­μω­νά­ριον τοῦ Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου. Οἱ συλ­λο­γὲς αὐ­τὲς κα­λύ­πτουν μιὰ ἐ­πο­χὴ ἀ­πὸ τὸν 4ο ἕ­ως τὸν 7ο αἰ. μ.Χ. Μί­α ἄλ­λη πα­ρεμ­φε­ρὴς πη­γὴ τέ­τοι­ων δι­η­γή­σε­ων εἶ­ναι καὶ τὰ Μη­ναῖ­α ποὺ πε­ρι­έ­χουν ὄ­χι μό­νο τὶς ἀ­κο­λου­θί­ες τῆς κά­θε ἡ­μέ­ρας τοῦ μή­να ἀλ­λὰ καὶ σύν­το­μες —ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον— δι­η­γή­σεις γιὰ τοὺς ἁ­γί­ους ποὺ κά­θε ἡ­μέ­ρα τι­μᾶ­ται ἡ μνή­μη τους. Γιὰ τοὺς ἁ­γί­ους τῆς κά­θε ἡ­μέ­ρας μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ κα­νεὶς δι­η­γή­σεις γιὰ τὸν βί­ο τους στὰ «Συ­να­ξά­ρια». Ἰ­δι­αί­τε­ρη μνεί­α ἀ­ξί­ζει νὰ κά­νου­με στὸν Μέ­γα Συ­να­ξα­ρι­στὴ τοῦ Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­τη (ἡ πιὸ πρό­σφα­τη ἔκ­δο­ση ἀ­πὸ τὸν «Δό­μο») ἀλ­λὰ καὶ στὰ Μη­ναῖ­α τῆς ἔκ­δο­σης τῆς Ἰν­δί­κτου, ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νουν καὶ βί­ους νε­ώ­τε­ρον ἁ­γί­ων τῆς οἰ­κου­με­νι­κῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.

       Στὴν πα­ροῦ­σα ἀν­θο­λο­γί­α συγ­κεν­τρώ­σα­με κεί­με­να ἀ­πὸ τὸ Γε­ρον­τι­κὸν ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των (εἰ­σα­γω­γὴ Μο­να­χοῦ Θε­ο­κλή­του Δι­ο­νυ­σιά­του, ἐ­πιμ. Π. Β. Πά­σχου) στὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, ἐκδ. «Ἀ­στὴρ» Αλ. & Ε. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, γ΄ἔκδ.· τὸ Εἶ­πε Γέ­ρων…, τὸ γε­ρον­τι­κὸ σὲ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ ἀ­πό­δο­ση ὑ­πὸ Βα­σι­λεί­ου Πέν­τζα, ἐκδ. «Ἀ­στὴρ», 1999· Παλ­λα­δί­ου, Λαυ­σα­ϊ­κὴ ἱ­στο­ρί­α, μτφρ. Μο­να­χοῦ Συ­με­ών, ἔκδ. Ι.Μ. Σταυ­ρο­νι­κή­τα, 1980· Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Λει­μω­νά­ριον, μτφρ. Μο­να­χοῦ Θε­ο­λό­γου Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νοῦ, ἔκδ. Ἱ.Μ. Σταυ­ρο­νι­κή­τα, 1983· τὸ Νέ­ον μαρ­τυ­ρο­λό­γιον, Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, ἐκδ. «Ἀ­στὴρ», γ΄ἔκδ. 1961 καὶ ἀ­πὸ τὰ Μη­ναῖ­α, δι­α­φό­ρων ἐκ­δό­σε­ων (Σα­λί­βε­ρος, Φῶς κλπ).

       Εἴ­πα­με ὅ­τι τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ γρά­φτη­καν μὲ σκο­πὸ νὰ ἀ­πευ­θυν­θοῦν στοὺς πι­στοὺς χρι­στια­νοὺς πρὸς πνευ­μα­τι­κὴ οἰ­κο­δο­μή. Ὡ­στό­σο, ἕ­νας λό­γιος ἀ­να­γνώ­στης μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ στὰ κεί­με­να αὐ­τὰ καὶ ποι­κί­λα ἄλ­λα στοι­χεῖ­α ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὸν τρό­πο ἀ­φή­γη­σης, τὴ γλώσ­σα ἀλ­λὰ καἰ τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς ἐ­πο­χῆς στὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρον­ται. Ἐξ ἄλ­λου, οἱ συ­να­ξα­ρι­στὲς —κυ­ρί­ως— ἀλ­λὰ καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα κεί­με­να γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α γί­νε­ται ἐ­δῶ λό­γος ἀ­πο­τε­λοῦν βα­σι­κὴ πη­γὴ τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς λε­γο­μέ­νης Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας.

       Τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κό, ὅ­μως, εἶ­ναι ὅ­τι μᾶς με­τα­φέ­ρουν μιὰ πνευ­μα­τι­κό­τη­τα αἰ­ώ­νων ἡ ὁ­ποί­α δὲν μᾶς κα­λεῖ σὲ μιὰ συμ­μόρ­φω­ση μὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη δε­ον­το­λο­γί­α —πα­ρ’­ ὅ­λο ποὺ ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στη­ρί­ζε­ται στὶς γνω­στὲς βα­σι­κές της ἀρ­χές— ἀλ­λὰ ἀ­να­δει­κνύ­ουν τὴν προ­σω­πι­κὴ προ­σέγ­γι­ση καὶ τὴν προ­σω­πι­κὴ βί­ω­ση τῆς ἀ­λή­θειας. Ἐ­νῶ δη­λα­δὴ ἡ ἀ­λή­θεια ποὺ ὑ­πη­ρε­τοῦν εἶ­ναι μί­α, ὁ τρό­πος γιὰ νὰ βι­ω­θεῖ αὐ­τὴ ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πάν­τα προ­σω­πι­κός.

       Ὁ ἀ­να­γνώ­στης ποὺ ζεῖ στὴν ἐ­ρη­μί­α τῶν συγ­χρό­νων πό­λε­ων μπο­ρεῖ νὰ ἐν­τρυ­φή­σει στοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς αὐ­τοὺς θη­σαυ­ροὺς προ­κει­μέ­νου να ἀν­τι­λη­φθεῖ ποι­ός εἶ­ναι ὁ τρό­πος τῆς κα­τὰ Χρι­στὸν ζω­ῆς ὄ­χι στὰ πλαί­σια μιᾶς ἐν πολ­λοῖς ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νης ἐ­πί­ση­μης θρη­σκεί­ας. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῶν Γε­ρόν­των δὲν εἶ­ναι ἕ­νας πρα­κτι­κὸς ὁ­δη­γὸς ἑ­νὸς σύγ­χρο­νου μο­να­χοῦ. Ἀλ­λὰ ἀ­πο­κτᾶ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­ξί­α αὐ­τὴ ἡ πα­ρά­δο­ση μέ­σα στους ό­ρους της σύγ­χρο­νης ζω­ῆς. Οἱ δι­η­γή­σεις αὐ­τὲς μᾶς με­τα­φέ­ρουν μιὰ πνευ­μα­τι­κό­τη­τα αἰ­ώ­νων ἡ ὁ­ποί­α δὲν μᾶς κα­λεῖ σὲ μιὰ συμ­μόρ­φω­ση μὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη δε­ον­το­λο­γί­α —πα­ρ’­ὅ­λο ποὺ ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στη­ρί­ζε­ται στὶς γνω­στὲς βα­σι­κές της ἀρ­χές— ἀλ­λὰ ἀ­να­δει­κνύ­ουν τὴν προ­σω­πι­κὴ προ­σέγ­γι­ση καὶ τὴν προ­σω­πι­κὴ βί­ω­ση τῆς ἀ­λή­θειας. Ἐ­νῶ δη­λα­δὴ ἡ ἀ­λή­θεια ποὺ ὑ­πη­ρε­τοῦν εἶ­ναι μί­α, ὁ τρό­πος γιὰ νὰ βι­ω­θεῖ αὐ­τὴ ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πάν­τα προ­σω­πι­κός.

       Ὀ­φεί­λου­με ἐ­πί­σης νὰ ἐ­πι­ση­μά­νου­με τὸ ρι­ζι­κὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ πνεῦ­μα ποὺ με­τα­φέ­ρει ἡ πα­ρά­δο­ση τῶν ἀ­σκη­τῶν τῆς ἐ­ρή­μου ἐν σχέ­σει μὲ τὴν σύγ­χρο­νη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα ἢ μὲ τὶς δι­ά­φο­ρες με­θό­δους αὐ­το­βελ­τί­ω­σης ποὺ κυ­κλο­φο­ροῦν ἐν ἀ­φθο­νί­ᾳ στὶς μέ­ρες μας. Ἐ­νῶ δη­λα­δὴ οἱ μέ­θο­δοι αὐ­το­βελ­τί­ω­σης ἐμ­μέ­νουν σὲ μιὰ ἐ­γω­ι­στι­κὴ κα­τὰ βά­σιν τα­κτι­κὴ ὥ­στε νὰ «εἶ­σαι κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό σου» προ­κει­μέ­νου «νὰ εἶ­σαι κα­λὰ μὲ τοὺς ἄλ­λους» ἡ ἀ­σκη­τι­κὴ θε­ω­ρί­α συ­νί­στα­ται σὲ μιὰ ἐκ βά­θρων «ἀλ­λο­τρί­ω­ση» τοῦ ἐ­γώ, ἀ­φοῦ πα­ρα­θέ­τεις τὸν ἑ­αυ­τό σου ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὸν ἄλ­λον, προ­κει­μέ­νου νὰ βρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος διὰ τοῦ θε­ϊ­κοῦ δώ­ρου τῆς ἀ­γά­πης τὸ ἀ­λη­θι­νό του πρό­σω­πο. Καὶ τὸ ἀ­λη­θι­νό μας πρό­σω­πο προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴ «δι­ά­κρι­ση»: ὁ δρό­μος τοῦ κα­θε­νὸς ἂς πο­ρεύ­ε­ται μέ­σα στὸ πλαί­σιο τῶν κα­νό­νων μιᾶς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ μιᾶς πα­ρά­δο­σης εἶ­ναι μο­να­δι­κὸς καὶ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτος

       Αὐ­τὴ ἡ «δι­ά­κρι­ση» —ὅ­ρος θε­με­λι­ώ­δης τῆς πνευ­μα­τι­κό­τη­τας τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας— εἶ­ναι ἕ­να κομ­βι­κὸ ση­μεῖ­ο προ­κει­μέ­νου νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με ὅ­τι οἱ ἀ­φη­ρη­μέ­νες ἔν­νοι­ες καὶ οἱ γε­νι­κὲς ἀρ­χὲς κα­νο­νι­στι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα κα­θό­λου δὲν συμ­βάλ­λουν στὴν δι­ά­σω­ση τῆς προ­σω­πι­κῆς ἑ­τε­ρό­τη­τας, ἀ­πε­ναν­τί­ας ὁ­δη­γοῦν στὴν ὁ­μο­γε­νο­ποί­η­ση καὶ στὴν ἐ­ξά­λει­ψή της.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἡ τρι­βὴ μὲ τέ­τοι­α — «πε­ρι­θω­ρια­κὰ» γιὰ τὸν ση­με­ρι­νὸ λό­γιο ἀ­να­γνώ­στη— κεί­με­να εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πα­ραί­τη­το γύ­μνα­σμα προ­κει­μέ­νου νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τὸ βά­ρος καὶ τὸ βά­θος μιᾶς πα­ρα­δό­σε­ως ποὺ μᾶς κα­θό­ρι­σε. Ὅ­ταν ἐν­τρυ­φή­σει κα­νεὶς σ’­αὐ­τὴ τὴν φι­λο­κα­λι­κὴ πα­ρά­δο­ση ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι μό­νο ἡ δι­ά­χυ­ση αὐ­τῆς τῆς πα­ρα­δό­σε­ως στὴν κοι­νω­νι­κή μας ζω­ὴ μᾶς ἀ­παλ­λάσ­σει ἀ­πὸ τοὺς δε­σμοὺς τοῦ σο­γιοῦ, τῆς συγ­γέ­νειας, τῆς φα­τρί­ας, τοῦ συ­να­φιοῦ. Ἀ­πὸ τοὺς φυ­σι­κοὺς δε­σμοὺς τοῦ αἵ­μα­τος κι ἀ­πὸ τὴν λο­γι­κὴ τῆς ἰ­σχύ­ος. Ἀ­πὸ τὴν κα­τά­πτω­ση τοῦ λό­γου τοῦ Χρι­στοῦ σὲ μιὰ ἐ­ξου­σι­α­στι­κὴ θρη­σκεί­α ἕρ­μαι­ο τῶν πο­λι­τι­κῶν ἐ­ξου­σι­ῶν. Μᾶς δι­δά­σκει μὲ πολ­λα­πλοὺς τρό­πους τὴν κοι­νό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης ποὺ δὲν συν­θλί­βει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ προ­σώ­που.

       Μό­νο ἂν γνω­ρί­σου­με κα­λὰ μιὰ τέ­τοι­α πα­ρά­δο­ση —ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τοῦ τί πι­στεύ­ου­με— ἔ­χου­με μιὰ ἐλ­πί­δα νὰ γι­α­τρευ­τοῦ­με ἀ­πὸ τὴν δι­ε­γνω­σμέ­νη μας σχι­ζο­φρέ­νεια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. [Βλ. καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]

Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος (Κυ­πα­ρισ­σί­α Μεσ­ση­νί­ας, 1959). Ποι­η­τὴς καὶ φι­λό­λο­γος. Ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶ­ν μὲ δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴ μου­σι­κο­λο­γί­α. Ὑ­πῆρ­ξε μέ­λος τῶν ἐκ­δο­τι­κῶν ὁ­μά­δων γιὰ τὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς πε­ρι­ο­δι­κὲς ἐκ­δό­σει­ς Ἐ­ρου­ρέ­μ καὶ Ἴν­δι­κτος. Ἐκ­δί­δει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Κοι­νὸν τῶν Ὡ­ραί­ων Τε­χνῶν. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ἀ­να­κο­μι­δή. Ἀ­κο­λου­θί­α ποι­η­μά­των καὶ τρα­γου­δι­ῶν (ἐν Πλῷ, 2016).

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης.