Νόρα Νατζαριάν (Nora Nadjarian): Τὸ αὐγό


Νό­ρα Να­τζα­ριάν (Nora Nadjarian)


Αὐ­γό

(Egg)


ΑΝΑΜΕ τὸ αὐ­γὸ ἐ­λευ­θέ­ρας βο­σκῆς με­λά­το, τὸ σπά­σα­με καὶ πρὸς με­γά­λη μας ἔκ­πλη­ξη δὲν βρή­κα­με τί­πο­τε μέ­σα. Ἡ μη­τέ­ρα μου ἀ­να­στέ­να­ξε, λὲς καὶ κά­ποι­ος εἶ­χε ἁρ­πά­ξει τὸ νό­η­μα τῆς ζω­ῆς προ­τοῦ αὐ­τὸ γεν­νη­θεῖ. Ἐ­γὼ ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα, για­τί ἤ­θε­λα νά ’­χω ἕ­να κο­το­που­λά­κι καὶ νὰ τὸ κρα­τῶ στὸ κα­πέ­λο μου. Ὁ ἀ­δερ­φός μου εἶ­πε πὼς ἤ­θε­λε νὰ προ­σθέ­σει τὰ τσό­φλια στὰ δη­μη­τρια­κά του, γιὰ νὰ τὰ κά­νει ἁ­πλῶς πιὸ τρα­γα­νι­στά. Ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­τρε­ξε νὰ φέ­ρει τὴν κόλ­λα μέ­σα ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι στὸ ὁ­ποῖ­ο φυ­λά­ει ὅ­λα τα ἀ­κέ­φα­λα ἀ­γαλ­μα­τά­κια του.

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα Fictionaut (18.10.2009): http://fictionaut.com/stories/nora-nadjarian–2/egg

Νό­ρα Να­τζα­ριάν (Nora Nadjarian). Γεν­νή­θη­κε στὴν Κύ­προ καὶ σπού­δα­σε στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς κι ἔ­χει βρα­βευ­τεῖ καὶ ἐ­παι­νε­θεῖ γιὰ τὴ δου­λειά της σὲ δι­ε­θνεῖς δι­α­γω­νι­σμούς. Ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των (Ledra Street) κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2006. Ποι­ή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Κύ­προ, στὴ Γερ­μα­νί­α, στὴν Ἰν­δί­α, στὸ Ἰσ­ρα­ήλ, στὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α, στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο καὶ στὶς ΗΠΑ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Σημεῖον τῆς ἀγάπης του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Σημεῖον τῆς ἀγάπης του

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΗΣΟΝ Ζά­κυν­θον, ὅ­ταν ἀ­πέ­θα­νεν ἡ γυ­ναῖ­κα του, εἰς τὸ μνη­μό­συ­νόν της ἐ­πῆ­ρε εἰς τὸ κε­φά­λι του τὸν δί­σκον μὲ τὰ κόλ­λυ­βα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του ἕ­ως εἰς τὴν ἐκ­κλη­σί­αν, ση­μεῖ­ον τῆς ἀ­γά­πης του.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρ.» σ. 280 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 188-189 [Τἰτλος: «379.— Ἀ­π’ ἀ­γά­πη.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Adam Frie­del von Frie­dels­burg (πε­ρί­που 1780 – ;), Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης. Ἀρ­χη­γὸς τῶν στρα­τευμά­των τοῦ Μω­ριᾶ. Λι­θο­γρα­φία ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμέ­­νη μὲ τὸ χέρι (1832).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.


Ἐντμοῦντο Πὰς Σολδάν (Edmundo Paz Soldán): Παραμύθι μὲ δικτάτορα καὶ κάρτες


Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán)


Πα­ρα­μύ­θι μὲ δι­κτά­το­ρα καὶ κάρ­τες

(Cuento con dictador y tarjetas)


ΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ὁ δι­κτά­το­ρας Χο­α­κὶν Ἰ­τουρ­βί­δε δι­α­φέν­τευ­ε μιὰ βι­ο­τε­χνί­α καρ­τῶν καὶ εἶ­χε τὸ μο­νο­πώ­λιο τῆς πώ­λη­σης τῶν καρ­τῶν στὴ χώ­ρα καὶ μιὰ μέ­ρα τοῦ ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α νὰ κη­ρύ­ξει τὴν 26η Ἰ­ου­νί­ου Ἡ­μέ­ρα τῆς Φι­λί­ας καὶ οἱ κάρ­τες ποὺ φτι­ά­χτη­καν γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα εἶ­χαν μιὰ ἀ­πρό­σμε­νη ἐ­πι­τυ­χί­α στὸν πλη­θυ­σμὸ καὶ πραγ­μα­το­ποί­η­σαν θε­α­μα­τι­κὲς εἰ­σπρά­ξεις γιὰ τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση· αὐ­τὸ ὤ­θη­σε τὸν δι­­κτάτο­ρα νὰ κη­ρύ­ξει τὴν 14η τοῦ Αὐ­γού­στου Ἡ­μέ­ρα τῆς Ζή­λειας καὶ ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α ἐ­πα­να­λή­φθη­κε. Καὶ μὲ φό­ρα του ἡ δυ­να­μι­κή τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας συ­νε­χί­στη­κε καὶ σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ πεν­τα­ε­τί­α ὅ­λες οἱ μέ­ρες τοῦ ἔ­τους ἐ­ξαν­τλή­θη­καν καὶ ὑ­πῆρ­χε Ἡ­μέ­ρα τῆς Μνη­σι­κα­κί­ας καὶ Ἡ­μέ­ρα τῆς Ἄ­πι­στης Μνη­στῆς καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Προ­πα­πού­δων καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Συ­ζύ­γων ποὺ Ἀ­γα­πι­οῦν­ται ἀλ­λὰ στὴν Πραγ­μα­τι­κό­τη­τα Μι­σοῦν­ται καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Λα­τρῶν τοῦ Αὐ­νάν καὶ Ἡ­μέ­ρα αὐ­τῶν ποὺ Θά­θε­λαν νὰ κοι­μη­θοῦν μὲ τὶς Ὑ­πη­ρέ­τρι­ές τους καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ Μαρ­κή­σιου Ντὲ Σὰντ καὶ Ἡ­μέ­ρα αὐ­τῶν ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται Κεν­ταύ­ρους. Γιὰ νὰ δώ­σει χῶ­ρο σὲ νέ­ες ἐ­πι­νο­ή­σεις ἔ­πρε­πε νὰ χω­ρί­σει τὴν μέ­ρα σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη: τὸ σού­ρου­πο τῆς 3ης τοῦ Γε­νά­ρη κη­ρύ­χτη­κε Στιγ­μὴ αὐ­τῶν ποὺ Τοὺς Ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νουν Σὲξ στὸ Σκο­τά­δι ἑ­νὸς Κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ τὸ ξη­μέ­ρω­μα τῆς 16ης τοῦ Ὀ­κτώ­βρη Στιγ­μὴ αὐ­τῶν ποὺ Δὲν Σκο­τώ­νουν οὔ­τε μιὰ Μύ­γα καὶ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς 21ης  τοῦ Δε­κέμ­βρη Στιγ­μὴ τῶν Νο­σταλ­γῶν τοῦ Τσα­τσα­τσά. Καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ὁ δι­κτά­το­ρας ἤ­δη κο­νο­μοῦ­σε πιὸ πο­λὺ χρῆ­μα ἐ­τη­σί­ως μὲ τὴν πώ­λη­ση τῶν καρ­τῶν πα­ρὰ μὲ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κλε­βε ἀ­προ­κά­λυ­πτα ἀ­πὸ τὰ τα­μεῖ­α τοῦ Κρά­τους, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­φή­σει τὴν ἐ­ξου­σί­α. Ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει μα­ζί της, ὑ­πέρ­γη­ρος πιὰ καὶ σε­βά­σμιος πα­τριά­ρχης. Ὅ­ταν πέ­θα­νε ἦ­ταν ἕ­νας ὑ­πέρ­γη­ρος. Πρὸς τι­μήν του, ἡ Σύ­νο­δος τῶν Ἐ­ξε­χόν­των τῆς χώ­ρας κή­ρυ­ξε τὴν ὥ­ρα τέσ­σε­ρις καὶ εἴ­κο­σι ἑ­πτὰ λε­πτὰ καὶ δε­κα­πέν­τε δευ­τε­ρό­λε­πτα τῆς 2ης τοῦ Ἀ­πρί­λη σὰν τὴν Φευ­γα­λέ­α Στιγ­μὴ τῶν Ἰ­σό­βι­ων Δι­κτα­τό­ρων.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Rio Fugitivo:

http://riofugitivo.blogspot.com/2008/02/cuento-con-dictador-y-tarjeta-s-un.html

Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δὰν (Edmundo Paz Soldán): Γεν­νή­θη­κε στὴν Κο­τσαμ­πάμ­πα (Βο­λι­βί­α) τὸ 1967. Σπό­υ­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Ἱ­σπα­νό­φω­νη Λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει λά­βει πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις καὶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὰ ἑ­ξῆς βρα­βεῖ­α: Χου­ὰν Ροῦλ­φο (Pre­mio Ju­an Rul­fo 1997), Ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος (Pre­mio Na­cio­nal de No­ve­la) (Bo­li­via) 2002), Γκούγ­κεν­χά­ιμ (Guggen­heim Fellow­ship, 2006). Σύγ­χρο­νοι με­λε­τη­τὲς κα­τα­τάσ­σουν τὸ ἔρ­γο του στὸ Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα Μα­κόν­το (McΟndo), ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Μα­γι­κοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ, με­του­σι­ω­μέ­νου ὡς Μον­τέρ­νου Ρε­α­λι­σμοῦ μὲ συ­χνὲς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἀ­να­φο­ρές. Ἀ­πὸ τὸ 1991 ζεῖ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Cornell University ἀ­πὸ τὸ 1997 κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως: The New York Ti­­mes, El Pais, Ti­me καὶ E­ti­­que­­ta Ne­­gra. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ δυ­ὸ ται­νί­ες τοῦ Ἀλ­φόν­σο Μά­γιο (Alfonso Mayo) ἔ­χουν βα­σι­στεῖ σὲ δι­η­γή­μα­τά του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τός του τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson): Τὸ φθι­νό­πω­ρο


 

 

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson)


Τὸ φθινόπωρο

(The Fall)


ΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ποὺ βρῆ­κε δυ­ὸ φύλ­λα καὶ μπῆ­κε βα­στών­τας τα στὸ σπί­τι λέ­γον­τας στοὺς γο­νεῖς του πὼς εἶ­ναι δέν­τρο.


       Κι αὐ­τοὶ τοῦ εἶ­παν ἀ­φοῦ εἶ­ναι ἔ­τσι πή­γαι­νε στὴν αὐ­λὴ καὶ μὴν κά­τσεις καὶ με­γα­λώ­σεις στὸ κα­θι­στι­κὸ δι­ό­τι οἱ ρί­ζες σου μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­στρέ­ψουν τὸ χα­λί.


       Αὐ­τὸς εἶ­πε πλά­κα ἔ­κα­να δὲν εἶ­μαι δέν­τρο κι ἔ­ρι­ξε τὰ φύλ­λα του.


       Ὅ­μως οἱ γο­νεῖς του εἶ­παν κοί­τα εἶ­ναι φθι­νό­πω­ρο.



Πη­γή: Russell Edson, The Tunnel: selected poems, Oberlin, Oberlin College Press, Field Poetry Series, 1994 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Russell Edson, What A Man Can See, Penland, The Jargon Society, 1969].

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson) (1935, Κο­νέ­κτι­κατ – 2014, Κο­νέ­κτι­κατ). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἐ­ξέ­δω­σε ἀρ­κε­τὲς συλ­λο­γὲς μι­κρῶν πε­ζῶν, κα­θὼς καὶ ἕ­να βι­βλί­ο μὲ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Τὰ σχέ­δια στὰ βι­βλί­α του τὰ ἔ­φτια­χνε ὁ ἴ­διος. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ κει­μέ­νων Ὅ­ταν τὸ τα­βά­νι κλαί­ει (Αἰ­γό­κε­ρως, 1985) σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χι­ό­νη.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).

Μὰτ Μπελ (Matt Bell): Ὁ Ἀχόρταγος


Μὰτ Μπέλ (Matt Bell)


Ὁ ἀ­χόρ­τα­γος

(The Hungerer)


ΠΕΙΔΗ ὁ με­γά­λος δὲν ἤ­ξε­ρε ἄλ­λον τρό­πο γιὰ νὰ προ­στα­τεύ­σει τὴ μι­κρὴ —σί­γου­ρα ὄ­χι μὲ τὸ πλα­δα­ρὸ καὶ πα­χου­λὸ κορ­μί του, τὴν πρώ­τη καὶ δια­ρκῆ πη­γὴ ντρο­πῆς γι’ αὐ­τόν— πα­γί­δε­ψε τὴν ἀ­δερ­φὴ του μέ­σα στὸν φοῦρ­νο τοῦ ἀ­γρο­τό­σπι­του κρα­τών­τας κλει­στὴ τὴν πόρ­τα, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη πά­λευ­ε νὰ βγεῖ, καὶ δι­α­βά­ζον­τάς της τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της Πλὰθ γιὰ νὰ τὴν να­νου­ρί­σει. Ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὴν ζέ­στα­νε ὁ­μοι­ό­μορ­φα καὶ τὴν ἀ­κι­νη­το­ποί­η­σε, τὴν ἔ­ρι­ξε μέ­σα του μὲ πι­ρού­νι καὶ μα­χαί­ρι, κα­τα­βρο­χθί­ζον­τας τὸ νο­στι­μό­τα­το κρέ­ας της, μα­σου­λών­τας καὶ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ὄρ­γα­νό της, σπά­ζον­τας τὰ κό­κα­λα καὶ γλεί­φον­τας τοὺς χόν­δρους καὶ τὴν κρι­τσα­νι­στὴ πέ­τσα ὥ­σπου νὰ ἀ­δειά­σει τὸ πιά­το του. Ὕ­στε­ρα ἡ κοι­λιὰ τοῦ με­γά­λου πό­νε­σε τό­σο πο­λὺ ποὺ νό­μι­σε πὼς ἴ­σως καὶ νὰ πέ­θαι­νε ἐ­κεῖ στὸ τρα­πέ­ζι, ἀλ­λὰ δὲν πέ­θα­νε. Ἡ ζω­ή του τρά­βη­ξε σὲ μά­κρος, ἐ­πώ­δυ­να θλι­βε­ρὴ δί­χως τὴ ζων­τα­νὴ συν­τρο­φιὰ τῆς μι­κρῆς, καὶ πα­ρὰ τὴν ἀ­στεί­ρευ­τή του ὄ­ρε­ξη —τρώ­ω γιὰ δύ­ο, φώ­να­ζε συ­χνὰ κα­θι­σμέ­νος στὸ τρα­πέ­ζι πού ’χε στρώ­σει γιὰ ἕ­ναν, κι ὅ­λοι οἱ κά­τοι­κοι τῆς πό­λης τὸν ἔ­παιρ­ναν γιὰ ἠ­λί­θιο ὀλ­κῆς— ὁ με­γά­λος δὲν γεύ­τη­κε πο­τὲ ξα­νὰ τό­σο νό­στι­μο γεῦ­μα ἕ­ως ὅ­του ἔ­φτα­σε σὲ προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α, καὶ τό­τε ἔ­φε­ρε ἐ­πι­τέ­λους τὸ μα­χαί­ρι του στὴν πα­ρα­φου­σκω­μέ­νη μέ­χρι κι ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα κοι­λιά του, πι­στεύ­ον­τας πὼς ἡ ἀ­δερ­φή του —ποὺ τὴν εἶ­χε κα­τα­πι­εῖ—, γκρι­ζο­μάλ­λα ἐ­πι­τέ­λους κι ἀ­σφα­λὴς ὅ­πως κι ὁ ἴ­διος, ἀρ­κούν­τως ἀ­πω­θη­τι­κὴ ἐ­πι­τέ­λους ὥ­στε νὰ ἀ­φε­θεῖ ἐ­λεύ­θε­ρη, θὰ πά­ρει τὴ θέ­ση της στὸ τρα­πέ­ζι τῆς ζω­ῆς. Κι ἀ­πὸ τὴν πλη­γὴ τὴν ὁ­ποί­α ἄ­νοι­ξε στὸν ἑ­αυ­τό του, ξε­χύ­θη­κε ὄν­τως ἡ ζων­τα­νὴ ἀ­δερ­φή του – μό­λις ὅ­μως ἡ μι­κρὴ ξε­πρό­βα­λε βου­τηγ­μέ­νη στὸ αἷ­μα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ της, ὁ με­γά­λος εἶ­δε μιὰ κο­πέ­λα ποὺ δὲν εἶ­χε με­γα­λώ­σει κα­θό­λου, ἀν­τι­θέ­τως ἦ­ταν τό­σο νέ­α ὅ­σο καὶ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὴν εἶ­χε δεῖ: μιὰ παρ­θέ­να γε­μά­τη αἷ­μα, ἕ­τοι­μη νὰ μπεῖ ἐ­πι­τέ­λους σὲ μιὰ ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἐ­φη­βεί­α, ἔκ­πα­γλη ὡ­ραι­ό­τη­τα γεν­νη­μέ­νη δυ­ὸ φο­ρὲς σ’ ἕ­ναν κό­σμο ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ —ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τώ­ρα πιὰ— με­γά­λος, ὅ,τι κι ἂν ἔ­κα­νε, δὲν θὰ κα­τά­φερ­νε νὰ τὴν προ­φυ­λά­ξει



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα Wigleaf (23.03.2018) [ἐ­πι­λέ­χθη­κε γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γία Best Microfiction Anthology 2019]:

http://wigleaf.com/201803hungerer.htm

Μὰτ Μπέλ (Matt Bell). Γεν­νή­θη­κε στὸ Μί­σιγ­καν. Συγ­γρα­φέ­ας τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των In the Hou­se Upon the Dirt Be­tween the Lake and the Woods (2013) καὶ Scrap­per (2015), κα­θὼς καὶ ἀρ­κε­τῶν ἀ­κό­μα βι­βλί­ων. Ἡ πιὸ πρό­σφα­τη δου­λειά του εἶ­ναι ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των A Tree or a Person or a Wall (2016). Δι­δά­σκει στὸ πρό­γραμ­μα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τοῦ Ari­zona State Uni­ver­sity.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Proyecto GreQuerías. Antología del minicuento griego contemporáneo.


Proyecto GreQuerías

Antología del minicuento griego contemporáneo

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (ἐ­πι­μέ­λεια). Editorial EDA Libros


ΤΗΝ ΕΡΧΟΜΕΝΗ Τρί­τη στὶς 12 Ὀ­κτω­βρί­ου καὶ στὸ πλαί­σιο τοῦ 13ου φε­στι­βὰλ ΛΕΑ στὸ Μου­σεῖ­ο Μπε­νά­κη Ἑλ­λη­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ (Κουμ­πά­ρη 1, Ἀ­θή­να, 7 μ.μ.) θὰ γί­νει ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Proyecto GreQuerias ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πιὸ εὐ­ρεί­α πα­ρου­σί­α­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Πε­ρι­λαμ­βά­νει, με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ἱ­σπα­νι­κά, 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἰ­σά­ριθ­μων Ἑλ­λη­νί­δων καὶ Ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων. Συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση.

         Θὰ συ­ζη­τή­σουν γιὰ τὸ βι­βλί­ο οἱ Θε­ώ­νη Κάμ­πρα, Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να, Ἀ­λί­κη Μα­νω­λά, Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Χρῆ­στος Σι­ο­ρί­κης.

       Ἡ ἐκ­δή­λω­ση γί­νε­ται μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Μου­σεί­ου Μπε­νά­κη Ἑλ­λη­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ου Πα­νε­πι­στή­μιου Θεσ­σα­λο­νί­κης, τοῦ Ἰν­στι­τού­του Θερ­βάν­τες τῆς Ἀ­θή­νας, τῆς Σχο­λῆς Abanico καὶ τῶν ἐκ­δό­σε­ων EDA Libros.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ | «Proyecto GreQuerías» – LEA Festival (lea-festival.com)

         Μπο­ρεῖ­τε νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σε­τε τὴν ἐκ­δή­λω­ση ζων­τα­νὰ σὲ αὐ­τή τη σε­λί­δα YouTube  ή  Facebook

        Τὸ Live Streaming πραγ­μα­το­ποι­εῖ­τε μὲ τὴν εὐ­γε­νι­κὴ χο­ρη­γί­α τῶν κυ­ρί­ων Παν­τε­λὴ Μ. Σκού­φα­λου καὶ Πό­λας Σκου­φά­λου.

 

* * *

Στὶς 23 Ἀ­πρι­λί­ου 2020 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴν Ἱ­σπα­νί­α, ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο EDA Libros, ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ Μά­λα­γα, τὸ Ρroyecto GreQuerías. Antologia del minicuento griego contemporaneo (ἐ­ξώ­φυλ­λο: Δη­μή­τρης Χαν­τζό­που­λος). Ὁ ἐν λό­γω τό­μος, ἡ ἔκ­δο­ση τοῦ ὁ­ποί­ου χρη­μα­το­δο­τή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ Τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ, ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πιὸ ἐ­κτε­νῆ πα­ρου­σί­α­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἔ­χει γί­νει στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ μέ­χρι σή­με­ρα. Περιλαμβάνει, μεταφρασμένα στα ισπανικά, 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­πὸ ἰ­σά­ριθ­μους συγ­γρα­φεῖς. Δη­μι­ουρ­γοὶ τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας εἶ­ναι ὁ κα­θη­γη­τὴς τοῦ ΑΠΘ καὶ με­τα­φρα­στής, Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ ὁ φι­λο­λό­γος καὶ με­τα­φρα­στὴς Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να. Καὶ τὰ 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ, ὡς πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση ἢ ὡς ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση, στὸ Ἱ­στο­λό­γιον Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι, ἐ­νῶ ἡ με­τά­φρα­σή τους εἶ­ναι συλ­λο­γι­κή, προ­ϊ­ὸν δε­κά­δων ἐρ­γα­στη­ρί­ων ποὺ δι­ορ­γα­νώ­θη­καν, κα­τὰ τὴν τε­λευ­ταί­α πεν­τα­ε­τί­α, ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θο­λό­γους στὸ ΑΠΘ, στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γας, στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Θερ­βάν­τες τῆς Ἀ­θή­νας καὶ στὸ κέν­τρο Ἱ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας, Abanico.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ρωμαίϊκα κι Ἑλληνικά



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ρωμαίϊκα κι Ἑλληνικά

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα]


ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΑΔΕΣ Χι­ῶ­τες πα­ρου­σι­α­στή­κα­νε στὸν Ὄ­θω­να τὸ Βα­σι­λέ­α.

       Ἀ­φοῦ εἴ­πα­νε τὄ­να καὶ τ’ ἄλ­λο, πρά­μα­τα γε­νι­κὰ ποὺ συ­νει­θί­ζον­ται στὴν πρώ­τη γνω­ρι­μιά, ὁ Βα­σι­λέ­ας, ποὺ μό­νη γλῶσ­σα του εἶ­χε νὰ μι­λῇ τὴς Ἑλ­λη­νι­κοῦ­ρες ποὺ εἶ­χε πρω­το­μά­θει ἀ­πὸ τὸ Φί­λιπ­πο Ἰ­ω­άν­νου, τὸ δά­σκα­λό του καὶ κα­θη­γη­τὴ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ Ὀ­θώ­νει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο, γυ­ρί­ζει στὸν ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς τρεῖς Χι­ῶ­τες μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ συ­νει­θι­σμέ­νο σο­βα­ρό του καὶ ρω­τά­ει:

       — Πῶς προ­χω­ρεῖ τὸ ἐμ­πό­ριον;

       — Κε­σά­τια, Με­γα­λει­ό­τα­τε! λέ­ει ὁ Χι­ώ­της.

       Ὁ Ὄ­θω­νας ἀ­πο­ρεῖ· πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­κού­ει αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη. Κοι­τά­ζει αὐ­τὸν ποὺ μί­λη­σε στὰ μά­τια καὶ ξα­να­ρω­τά­ει:

       — Τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξις κε­σά­τια;

       Ὁ Χι­ώ­της ἀ­πο­ρεῖ κι’ αὐ­τός, μὰ ὁ ἄλ­λος Χι­ώ­της, πει­ὸ ἔ­ξυ­πνος, πε­τι­έ­ται κι’ ἀ­παν­τά­ει:

       — Δὲν ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       Κ’ εἶ­ν’ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ποὔ­λυ­σε τοῦ Βα­σι­λέ­α τὴν ἀ­πο­ρί­α.

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας, μὲ τὴν ἴ­δια πάν­τα σο­βα­ρό­τη του, γυ­ρί­ζει καὶ σ’ αὐ­τόν.

       — Καὶ ἡ λέ­ξις ντα­ρα­βέ­ρι τί ση­μαί­νει;

       Μὰ ὡς ποὺ ν’ ἀ­παν­τή­σῃ ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ τρί­τος Χι­ώ­της δὲν ἀρ­γεῖ καὶ λέ­ει:

       — Ἀ­λι­σβε­ρί­σι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας δὲν ἔ­κα­με ἄλ­λο ρώ­τη­μα. Καὶ φύ­γαν οἱ τρεῖς φί­λοι χα­ρού­με­νοι ποὺ φω­τί­σα­νε τὸ Βα­σι­λέ­α.

       Τὸ βρά­δυ στὸ βα­σι­λι­κὸ τρα­πέ­ζι, ἐ­κεῖ ποὺ ὁ ὑ­πα­σπι­στὴς Χα­τζη­χρῆ­στος (ξε­νό­γλωσ­σος ποὺ δύ­σκο­λα μι­λοῦ­σε ἁ­πλὰ Ἑλ­λη­νι­κά, μὰ τὴς Ἑλ­λη­νι­κοῦ­ρες δὲν τὴς εἶ­χε μά­θει ἀ­πὸ κα­νέ­να σο­φὸ δά­σκα­λο) ἤ­τα­νε σκυ­φτὸς στὸ πιά­το του, ἀ­κού­ει τὸ Βα­σι­λέ­α νὰ λέ­ῃ:

       — Τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξις κε­σά­τι, κύ­ρι­ε ὑ­πα­σπι­στά;

       — Κε­σά­τι, Με­γα­λει­ό­τα­τε; φω­νά­ζει ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος ξαφ­νι­σμέ­νος· κε­σά­τι θὰ πῇ… νὰ… κε­σά­τι, πῶς τὸ λέ­νε; Δὲν τὸ λὲν ἀλ­λοι­ῶς· κε­σά­τι… ἅ­μα δὲν ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι, ἔ­χει κε­σά­τι!

       — Καὶ ντα­ρα­βέ­ρι τί ση­μαί­νει;

— Ντα­ρα­βέ­ρι; (κι’ ἀ­πο­ρεῖ τώ­ρα ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος πει­ὸ πο­λὺ κι’ ἀ­πὸ τὸ Βα­σι­λέ­α τὸν ἴ­διο)· πῶς, ντα­ρα­βέ­ρι! Ἅ­μα ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι… δὲν ἔ­χει κε­σά­τι, ἅ­μα ἔ­χει κε­σά­τι, δὲν ἔ­χει… ἀ­λι­σβε­ρί­σι! Αὐ­τὸ θὰ πῇ, ἀ­λι­σβε­ρί­σι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       — Καὶ ἀλισβερίσι τί ση­μαί­νει;

— Ἀ­λι­σβε­ρί­σι θὰ πῇ… ντα­ρα­βέ­ρι! Ντα­ρα­βέ­ρι-ἀ­λι­σβε­ρί­σι, ἀ­λι­σβε­ρί­σι-ντα­ρα­βέ­ρι… δὲν τὸ ξέ­ρεις, Με­γα­λει­ό­τα­τε; Αὐ­τὸ θὰ πῇ!

       Κι’ ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος χει­ρο­νο­μεῖ ἄ­τα­χτα ὄ­χι για­τὶ δὲ μπο­ρεῖ νὰ ξη­γη­θῇ, πα­ρὰ για­τὶ δὲ θέ­λει ὁ Βα­σι­λέ­ας νὰ κα­τα­λά­βῃ.

       Μὰ ὁ Βα­σι­λέ­ας εἶ­χε πειὰ κα­τα­λά­βει τέ­λεια καὶ φω­τί­σθη­κε λαμ­πρά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση καὶ Γ. Τσο­κο­πού­λου «Πα­λαι­αὶ Ἀ­θῆ­ναι. – Ἡ Βα­σί­λισ­σα Ἀ­μα­λί­α», 1904, σ. 45.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 325-326 [Τίτλος: «699.— Ὁ Βα­σι­λιᾶς φω­τί­στη­κε.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ὄθων Α’. Φω­το­γρα­φία μὲ ἑλ­λη­νι­κὴ ἐν­δυ­μα­σία. Χ.χ.



		

	

Τίνα Κάτσαρη: Survivor


Κά­τσα­ρη Τί­να


Survivor


ΧΕΙ ΑΡΧΗΓΙΚΕΣ ΤΑΣΕΙΣ σ’ αὐ­τὸ τὸ τη­λε­ο­πτι­κὸ παι­χνί­δι. Κά­ποι­οι λέ­νε πὼς δὲν σκου­πί­ζει πο­τὲ τὴν κα­λύ­βα. Οὔ­τε κό­βει κλα­διὰ γιὰ τὴ φω­τιά. Οὔ­τε ση­κώ­νει τὰ στρώ­μα­τα γιὰ σκορ­πιούς, φί­δια ἢ πον­τί­κια. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ τὸν στό­χο οὔ­τε κο­λυμ­πᾶ γρή­γο­ρα. Ἤ­πι­ε νε­ρὸ καὶ τὸν ἔ­βγα­λαν ση­κω­τό. Κά­θε­ται μ’ ἕ­ναν συμ­παί­κτη πα­ρά­με­ρα στὴν πα­ρα­λί­α.

            Τί λέ­νε, κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει. Μι­λᾶ πα­ρά­ξε­να. Καὶ στὸν ὕ­πνο μι­λᾶ. Κι ἔ­χει καὶ βι­βλί­α μα­ζί του, κά­τι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Πα­ρό­λη τὴ ζέ­στη κυ­κλο­φο­ρεῖ ντυ­μέ­νος μ’ αὐ­τὲς τὶς ἀ­στεῖ­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες ἀ­πὸ μέ­ταλ­λο καὶ δέρ­μα καὶ τὰ νού­με­ρα τῆς τη­λε­θέ­α­σης χτυ­πᾶ­νε κόκ­κι­νο.  Στὰ παι­χνί­δια γνώ­σε­ων κερ­δί­ζει πάν­τα τοὺς ἀν­τι­πά­λους σὲ κά­ποι­ες ρο­μαν­τι­κὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες, ὅ­πως ὅ­τι μιὰ λι­βε­λού­λα ζεῖ γιὰ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις ὧ­ρες μό­νο. Ξέ­ρει ὅ­τι εἶ­ναι πιὸ πι­θα­νὸ νὰ σκο­τω­θεῖ κα­νεὶς ἀ­πὸ ἄ­νοιγ­μα φελ­λοῦ, πα­ρὰ ἀ­πὸ δη­λη­τη­ρι­ώ­δη ἀ­ρά­χνη. Στὴ θά­λασ­σα δὲν μπαί­νει για­τί κι ὁ Λου­δο­βί­κος ὁ δέ­κα­τος τέ­ταρ­τος τῆς Γαλ­λί­ας ἔ­κα­νε μπά­νιο μό­νο μί­α φο­ρὰ τὸν χρό­νο.

            Δὲν πα­ρα­πο­νι­έ­ται οὔ­τε γιὰ τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ βρο­χὴ οὔ­τε γιὰ τὸ κρύ­ο καὶ τὴν ὑ­γρα­σί­α. Ἡ κά­με­ρα τὸν ἔ­χει κα­τα­γρά­ψει νὰ πιά­νει ἕ­να δαυ­λὸ με­τὰ τὰ συμ­βού­λια τοῦ νη­σιοῦ καὶ νὰ τὸν προ­τάσ­σει σὰν ξί­φος μπρο­στὰ στὰ το­τέμ. Τὸ βα­σι­κό­τε­ρο πρό­βλη­μα μὲ τοὺς συμ­παῖ­κτες εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Μᾶλ­λον δὲν κα­τα­λα­βαί­νει τὰ πει­ράγ­μα­τά τους. Ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται καὶ πο­τέ, μὰ πο­τέ, δὲν ἀν­τα­πο­δί­δει. Δὲν εἶ­ναι τό­σο γρή­γο­ρος οὔ­τε καὶ σω­μα­τώ­δης, ἀλ­λὰ κερ­δί­ζει τοὺς πάν­τες στὴν εὐ­γέ­νεια. Ὅ­ταν νι­κοῦν, οἱ ἄλ­λοι βγά­ζουν πο­λε­μι­κὲς κραυ­γές, ὅ­ταν νι­κᾶ αὐ­τὸς δὲν μι­λά­ει. Κά­ποι­οι τὸν λέ­νε ψώ­νιο, ἄλ­λοι μι­λοῦν γιὰ στρα­τη­γι­κή. Κά­ποι­οι λέ­νε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ γρα­φι­κὸς δὲν θ’ ἀν­τέ­ξει μέ­χρι τὸ τέ­λος, θὰ εἶ­ναι ὁ ἑ­πό­με­νος ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ ἀ­πο­χώ­ρη­ση.

            Ἂν κά­τι τοῦ ἀ­να­γνω­ρί­ζουν, εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ κέρ­δι­σε τὸ ἔ­πα­θλο φα­γη­τοῦ. Ἡ αὐ­τοῦ ἐ­ξο­χό­της του τὸ μοί­ρα­σε στοὺς συμ­παῖ­κτες. Ἀ­κρι­βο­δί­και­α, ἔ­τσι κά­νει ἕ­νας ἱπ­πό­της. Ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε για­τί ἦρ­θε στὸ παι­χνί­δι, εἶ­πε για­τὶ μό­νο ἕ­νας ἱπ­πό­της μπο­ρεῖ νὰ κον­τα­ρο­χτυ­πη­θεῖ μὲ τὴν πεί­να. Δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρουν τὰ σχό­λια στὰ κοι­νω­νι­κὰ μέ­σα δι­κτύ­ω­σης, ἕ­νας ἱπ­πό­της δὲν ἀ­να­κα­τεύ­ε­ται μ’ αὐ­τά. Γι’ αὐ­τὸ οὔ­τε τὸ ἔ­πα­θλο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει. Ἐ­ξάλ­λου, ὁ μό­νος ποὺ τὸν κα­τα­λα­βαί­νει εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ συμ­παί­κτης μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κά­θε­ται πα­ρά­με­ρα κά­ποι­ες φο­ρὲς στὴν πα­ρα­λί­α.

            Ὁ πα­ρά­ξε­νος ἱπ­πό­της χαι­ρε­τᾶ τὸν ἀν­τί­πα­λο μὲ μιὰ ὑ­πό­κλι­ση, λέ­γον­τας: «vamos;»  Ὅ­λο ρω­τά­ει ἂν θὰ δι­α­γω­νι­στεῖ καὶ στὴν ἱπ­πα­σί­α, ὅ­λο ὑ­πο­σχέ­σεις εἶ­ναι ἡ πα­ρα­γω­γή.

            Ἀ­πὸ ποῦ τὸν ξε­θά­ψα­νε αὐ­τὸν τὸν πα­λι­ο­μο­δί­τη; λέ­νε κά­ποι­οι. Στὴν ὁ­μά­δα τῶν δι­α­σή­μων, κά­ποι­ος ἀ­π’ τὰ πε­ρα­σμέ­να.

            Μιὰ μέ­ρα κα­βα­λᾶ ἕ­ναν κορ­μὸ καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα στὸν ὁ­ρί­ζον­τα φω­νά­ζει: ἐ­πί­θε­ση! Αὐ­τὸς ὁ ρο­μαν­τι­κὸς τρε­λὸς ποὺ κα­βα­λᾶ τὸν κορ­μὸ καὶ τὸν φω­νά­ζει Ρο­σι­νάν­τε, θὰ βγεῖ γρή­γο­ρα ἀ­π’ τὸ παι­χνί­δι. Θὰ ξε­χα­στεῖ. Δὲν εἶ­ναι γιὰ ρο­μαν­τι­κοὺς αὐ­τὲς οἱ ἐ­πο­χές, λέ­νε κά­ποι­οι.

            Ὁ Δὸν Κι­χώ­της ὅ­μως, ἕ­νας ἀ­λη­θι­νὸς survivor, δὲν εἶ­ναι πε­ρα­στι­κός.  Γι’ αὐ­τὸν μι­λᾶ­με ἤ­δη τε­τρα­κό­σια χρό­νια.



Τί­να Κά­τσα­ρη (Αθήνα, 1978). Σπούδασε φιλολογία. Εἶναι φοιτήτρια στὸ Μεταπτυχιακὸ Πρόγραμμα Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας. Διηγήματά της ἔχουν δημοσιευτεί στὴ συλλογική ἔκ­δοση Ὁδὸς Δημιουργικῆς Γραφῆς 2 (ἐκδ. Ὀσελότος, Ἀθήνα 2013).

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Σωτήρης Παστάκας: Θόδωρος ὁ ἰδεολόγος


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Θόδωρος ὁ ἰδεολόγος


 ΘΟΔΩΡΟΣ ἦταν ὄ­μορ­φο παι­δί, προι­κι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ φύ­ση κι εἶ­χε εὐ­γε­νι­κοὺς τρό­πους, μιὰ ἔμ­φυ­τη εὐ­γέ­νεια ποὺ προ­έρ­χε­ται πάν­τα καὶ μό­νο ἀ­πὸ κα­λὰ παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ σω­στὴ ἀ­να­τρο­φή. Κα­τέ­φτα­σε στὸ Δαφ­νὶ πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ μιὰ ἅ­λω ἐ­πα­να­στά­τη καὶ μπο­ὲμ χα­ρα­κτή­ρα, ἀ­φοῦ γρή­γο­ρα μά­θα­με πὼς ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ Ψυ­χι­α­τρι­κὴ Κλι­νι­κὴ σὲ κά­ποι­α πό­λη τῆς Θεσ­σα­λί­ας, γιὰ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ὡς ἐ­πι­με­λη­τὴς βή­τα στὸ νε­ο­σύ­στα­το Ἐ­θνι­κὸ Σύ­στη­μα Ὑ­γεί­ας. Ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη τοῦ ρό­λου τοῦ Κλι­νι­κάρ­χη, ποὺ τοῦ εἶ­χαν προ­ε­τοι­μά­σει οἱ γο­νεῖς του ὡς ἰ­δι­ο­κτῆ­τες με­γά­λης Ψυ­χι­α­τρι­κῆς Κλι­νι­κῆς, φάν­τα­ζε στὰ μά­τια μας ὡς ἔμ­πρα­κτη ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας τοῦ Θοδωρῆ. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χή, θὰ μοῦ πεῖ­τε, καὶ θὰ συμ­φω­νή­σω μα­ζί σας, «ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ» καὶ ὁ Θό­δω­ρος δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ ἔ­κα­νε τὴ με­γα­λο­πρε­πῆ χει­ρο­νο­μί­α του ἀ­πὸ μι­μη­τι­σμὸ καὶ μό­νο.

        Ἀ­πὸ «μι­μη­τι­σμὸ» μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη γε­νιὰ Ἑλ­λή­νων τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ, ὅ­πως κι ἐ­γώ, ἐ­πι­στρέ­ψα­με νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σου­με τὴν «πα­τρί­δα» πρὸς τὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’70, ὑ­πα­κού­ον­τας στὸ γε­νι­κὸ σύν­θη­μα τῆς ἐ­πο­χῆς νὰ δώ­σου­με ὅ­λες μας τὶς δυ­νά­μεις στὴν ἀ­να­συγ­κρό­τη­ση τῆς Ἑλ­λά­δας, με­τὰ τὴ χούν­τα τῶν συν­ταγ­μα­ταρ­χῶν. Ἡ δι­κή μου ἑρ­μη­νεί­α ἦ­ταν πὼς μᾶς κα­θό­ρι­σε, πέ­ρα ἀ­πὸ κομ­μα­τι­κὲς ἐ­πι­τα­γές, ὁ Θί­α­σος τοῦ Θό­δω­ρου Ἀγ­γε­λό­που­λου: μᾶς ἔπι­α­σε κά­τι σὰν φαρ­μα­κε­ρὴ νο­σταλ­γί­α γιὰ τὸν τό­πο μας, ἀρ­χέ­γο­νες μνῆ­μες ξύ­πνη­σε αὐ­τὸ τὸ φίλμ, τὸ μό­νο ἑλ­λη­νι­κὸ φὶλμ ποὺ εἶ­χαν παί­ξει τό­τε οἱ κι­νη­μα­το­γρά­φοι τῆς Εὐ­ρώ­πης σὲ πρώ­τη προ­βο­λή, κι ὄ­χι οἱ κα­κο­α­ε­ρι­σμέ­νες γε­μά­τες κα­πνὸ σά­λες τῶν σι­νε­κλάμπ.

        Ὁ Θό­δω­ρος, ἐ­κεί­νη τὴν «ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ» ἐ­πο­χή, δὲν ἔ­νι­ω­θε μό­νος. Εἶ­χε πα­ρέ­α τὸν Ἄ­ρη, ποὺ εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ θέ­ση του καὶ τὴν κα­ρι­έ­ρα σὲ χρη­μα­τι­στη­ρια­κὸ κο­λοσ­σὸ μὲ ἕ­δρα τὴ Γε­νεύ­η γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ ὄ­νει­ρό του νὰ γί­νει ψυ­χί­α­τρος. Με­τὰ τὸ πτυ­χί­ο του μὲ ἄ­ρι­στα στὴν Ἰ­α­τρι­κή, ἀ­κο­λού­θη­σε τὶς συμ­βου­λὲς τοῦ ἑ­κα­τομ­μυ­ρι­ού­χου πε­θε­ροῦ του καὶ δι­έ­πρε­ψε στὰ οἰ­κο­νο­μι­κά. Στὰ σα­ράν­τα του χρό­νια, ὡς ἐ­πα­κό­λου­θό τῆς κρί­σης συ­νει­δή­σε­ως ποὺ συ­νο­δεύ­ει τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἡ­λι­κί­α, τὰ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὅ­λα: ἐ­πι­χει­ρή­σεις, γυ­ναί­κα, ἕ­ναν γιὸ καὶ τὶς ἐλ­βε­τί­ες, ξέ­θα­ψε ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι του τὸ πτυ­χί­ο τῆς Ἰ­α­τρι­κῆς καὶ ἦρ­θε ὡς ἁ­πλὸς εἰ­δι­κευ­ό­με­νος στὸ Δαφ­νί. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Θό­δω­ρο καὶ τὸν Ἄ­ρη, ἄλ­λοι ἔ­φευ­γαν ἀ­πὸ τὸ Δαφ­νὶ καὶ τὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ στε­λε­χώ­σουν μο­νά­δες τοῦ ΕΣΥ κα­θ’ ἅ­πα­σα τὴν ἐ­πι­κρά­τεια. Μέ­σα σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ γε­μά­τη ἀ­πὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὲς ζυ­μώ­σεις κι ἀ­να­ζη­τή­σεις, δὲν πή­ρα­με ἀ­μέ­σως χαμ­πά­ρι τὴν ψυ­χο­πα­θο­λο­γί­α τοῦ Θοδωρῆ. Ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­βά­σου­με σὲ κά­ποι­α ἐ­φη­με­ρί­α τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ εἰ­σα­γω­γῆς ποὺ ἔ­γρα­φε γιὰ νὰ ὑ­πο­ψι­α­στοῦ­με πὼς κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λὰ μα­ζί του. Τὸ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ για­τί ἦ­ταν με­γά­λο μά­θη­μα γιὰ μέ­να, ὡς εἰ­δι­κευ­ό­με­νος τό­τε, πὼς μπο­ροῦ­με νὰ κάνουμε δι­ά­γνω­ση γιὰ κά­ποι­ον ἁ­πλῶς ἀ­πὸ τὸν τρό­πο ποὺ γρά­φει: τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ τοῦ Θοδωρῆ ἦ­ταν γε­μά­τα μου­τζοῦ­ρες, λου­λου­δά­κια, ἀ­στρά­κια καὶ ἀ­να­δεί­κνυ­αν τὴ χά­λα­ση τῶν εἱρ­μῶν καὶ τῶν σκέ­ψε­ών του. Τὸν ἀγ­κα­λι­ά­σα­με ἐ­κεῖ στὸ ἐ­φη­με­ρεῖ­ο καὶ τε­λι­κὰ κά­ποι­ος συ­νά­δελ­φος τὸν ἔ­πει­σε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει φαρ­μα­κευ­τι­κὴ ἀ­γω­γή. Ἦ­ταν εἴ­πα­με ἡ ἐ­πο­χὴ ἐ­πα­να­στα­τι­κή, ὅ­λοι οἱ συ­νά­δελ­φοι ἤ­μα­σταν μιὰ ἀγ­κα­λιά.

        Ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα τὴν αὐ­το­κτο­νί­α τοῦ Θοδωρῆ ­σὲ κά­ποι­α φθη­νὴ παν­σιὸν στὴν Πλά­κα, ὅ­που δι­έ­με­νε ἐ­ξαρ­χῆς, ἀ­νί­κα­νος ὅ­πως ἦ­ταν νὰ κρα­τή­σει σπί­τι ἀ­πὸ μό­νος του, τὸ θε­ω­ρή­σα­με φυ­σι­κὸ ἐ­πα­κό­λου­θο μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης γε­νιᾶς. Ἡ αὐ­το­κτο­νί­α του σή­μα­νε τὴ δι­α­χω­ρι­στι­κὴ γραμ­μὴ ἀ­νά­με­σά σὲ μιὰ πα­λιὰ ἐ­πο­χὴ καὶ τὴν και­νούρ­για τῶν γιά­πις καὶ τῆς ἐ­κρη­κτι­κῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς ἀ­νό­δου. Ἔ­τρε­χαν πλέ­ον τὰ πρῶ­τα προ­γράμ­μα­τα τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης στὸ Δαφ­νί. Ὅ­σοι τὰ εἶ­χαν πά­ρει δὲν μι­λοῦ­σαν στοὺς ὑ­πό­λοι­πους καὶ τούμ­πα­λιν. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­ες ἀ­πὸ γι­ορ­τὴ καὶ τό­πο συ­νάν­τη­σης ὅ­λων κα­τάν­τη­σαν ἁ­πλὴ ὑ­πο­χρέ­ω­ση ποὺ ἔ­βγα­ζε ὁ κα­θέ­νας μό­νος του, σὲ πλή­ρη ἐ­ρή­μω­ση. Τὰ φράγ­κα ἦ­ταν πολ­λὰ κι ὁ Θοδωρῆς μιὰ φευ­γα­λέ­α θύ­μη­ση: ἄλ­λος ἕ­νας ἰ­δε­ο­λό­γος ποὺ δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ ὑ­περ­βεῖ τὴν ἐ­πο­χή του καὶ πέ­θα­νε μα­ζί της.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015).

Σωτήρης Παστάκας: (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει!

[τοῦ Λάζαρου Κουντουριώτη]


«ΗΤΟΝ κα­τὰ τὸ 1826, ὅ­τε ἡ Ἑλ­λὰς ἐ­θρή­νει τὴν πτῶ­σιν τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου· ἡ Πε­λο­πόν­νη­σος, ἐ­κτὸς ὀ­λί­γων τι­νῶν φρου­ρί­ων, ἔ­βλε­πε παν­τα­χοῦ πε­ρι­φε­ρο­μέ­νας τὰς φά­λαγ­γας τοῦ Ἰμ­βρα­ΐ­μου, καὶ ἡ εἰς Ὕ­δραν ἀ­πό­βα­σις ἐ­με­λε­τᾶ­το καὶ πα­ρε­σκευ­ά­ζε­το με­τὰ κρό­του. Τό­τε δὲν ἦ­σαν μό­νοι οἱ εὔ­πο­ροι οἱ θέ­λον­τες νὰ σω­θῶ­σι διὰ τῆς φυ­γῆς· ὁ φό­βος δι­ε­δό­θη εἰς τὸν λα­όν, ὠρ­γα­νί­σθη ἐν ἀ­κα­ρεὶ παμ­πλη­θὴς συ­νέ­λευ­σις εἰς τὴν θέ­σιν τὴν λε­γο­μέ­νην Σπι­τά­λια, καὶ ὅ­λοι οἱ παν­τα­χό­θεν συρ­ρέ­ον­τες ἤρ­χον­το μὲ σκο­πὸν νὰ συ­ζη­τή­σω­σιν ὄ­χι πε­ρὶ τοῦ ἂν πρέ­πει νὰ μεί­νω­σιν ἢ φύ­γω­σιν, ἀλ­λὰ πε­ρὶ τοῦ τρό­που καὶ τῶν μέ­σων τῆς φυ­γῆς. Τὴν σκη­νὴν ταύ­την γνω­ρί­ζο­μεν ἐκ μάρ­τυ­ρος αὐ­τό­πτου.

       »Προ­σε­κλή­θη εἰς τὴν συ­νέ­λευ­σιν καὶ ὁ ἀ­οί­δι­μος Λά­ζα­ρος Κουν­του­ρι­ώ­της, καὶ ἐλ­θόν­τα τὸν ὑ­πε­δέ­χθη­σαν με­τὰ τῆς συ­νή­θους εὐ­λα­βεί­ας. Ἐ­δό­θη εἰς αὐ­τὸν πρῶ­τον ὁ λό­γος, ἀλ­λὰ δὲν ἠ­θέ­λη­σε νὰ λα­λή­σῃ, καὶ ἔ­μει­νε σι­ω­πῶν με­χρι­σό­του πολ­λὰ ἐρ­ρέ­θη­σαν, καὶ ἡ φυ­γὴ ἀ­πε­φα­σί­σθη. Τό­τε μό­νον, λα­βὼν τὸν λό­γον,

       — »Κα­τευ­ό­διον, εἶ­πεν, ἀ­δελ­φοί, εὔ­χο­μαι νὰ εὐ­τυ­χή­σε­τε εἰς τὴν ξέ­νην γῆν, καὶ κα­λὴν ἀν­τά­μω­σιν εἰς τοῦ­τον ἢ εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον. Ἐ­γώ, ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μου, οἱ συγ­γε­νεῖς μου, οἱ πλοί­αρ­χοί μου καὶ αἱ οἰ­κο­γέ­νειαι τῶν πλοιά­ρχων μου δὲν ἔ­χο­μεν σκο­πὸν νὰ με­τα­το­πί­σω­μεν.

       »Οἱ λό­γοι οὗ­τοι ἠ­λέ­κτρι­σαν διὰ μιᾶς τὰ πλή­θη· αἱ φω­ναί:

       — Καὶ ὅ­λοι ἡ­μεῖς δὲν φεύ­γο­μεν· κα­νεὶς δὲν φεύ­γει! ἀν­τή­χη­σαν εἰς τὸν ἀ­έ­ρα.

       »Καὶ τῷ ὄν­τι, κα­νεὶς δὲν ἔ­φυ­γε, καὶ ἡ Ὕ­δρα ἐ­σώ­θη, καὶ ἐ­σώ­θη ὁ­λό­κλη­ρος ἡ Ἑλ­λὰς διὰ τῆς ἀ­πο­φά­σε­ως ἐ­κεί­νης.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Πα­νελ­λή­νιον» 21 Σε­πτ. 1854 (λό­γος Ε. Σί­μου στὸ μνη­μό­συ­νο τοῦ Λαζ. Κουν­του­ρι­ώ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 287 [Τίτλος: «611.— Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Διονύσιος Τσόκος (1814/1820-1862), Λάζαρος Κου­ντου­ριώ­της (1859). Ἐ­λαι­ο­γρα­φία. Ἑ­θνι­κὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Μου­σεῖο.