Ἀλέξανδρος Κεφαλᾶς: Κάθε Κυριακὴ


Kefalas,Aleksandros-KatheKyriaki-Eikona-01


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κε­φα­λᾶς



Κά­θε Κυ­ρια­κή


02-SigmaΑΝ ΕΜΠΑΙΝΕΣ ΜΕΣΑ σὲ ἀγ­κά­λια­ζε εὐ­θὺς ἕ­να εὐ­χά­ρι­στο μυ­στη­ρι­ῶ­δες ἄ­ρω­μα ποὺ σὲ με­τέ­φε­ρε σὲ ἄλ­λες πιό… ἁ­γνὲς ἐ­πο­χές. Ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σουν με­ρι­κὰ λε­πτὰ γιὰ νὰ προσ­δι­ο­ρί­σεις τὶς λε­πτὲς μυ­ρω­δι­ὲς ζά­χα­ρης καὶ ψη­μέ­νου ἀ­μύ­γδα­λου ποὺ εἶ­χαν νο­τί­σει τὸν ἀ­έ­ρα. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της, μὲ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ μα­ξι­λα­ρά­κια, τὰ σε­με­δά­κια καὶ τὰ πλα­στι­κὰ λου­λού­δια ποὺ πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς νὰ βρεῖ στὸ σπί­τι μιᾶς γυ­ναί­κας τῆς ἡ­λι­κί­ας της, προ­κα­λοῦ­σε ἔκ­πλη­ξη στὸν ἀ­νυ­πο­ψί­α­στο ἐ­πι­σκέ­πτη ποὺ σπά­νια πέρ­να­γε τὸ κα­τώ­φλι του. Κά­θε γω­νιά του ἦ­ταν γε­μά­τη μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀν­τι­κεί­με­να στὴν πα­λέ­τα τῶν ὁ­ποί­ων κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε κυ­ρί­ως τὸ θα­λασ­σὶ καὶ τὸ ρο­δί. Κα­ρα­βά­κια, ἀν­θρω­πά­κια, ζω­ά­κια καὶ ὅ,τι μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ φαν­τα­στεῖ, κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ἀ­πὸ ξύ­λο καὶ πη­λὸ στὴν πλει­ο­νό­τη­τά τους ἀλ­λὰ κι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη καὶ ἀ­σή­μι, λί­γα κι ἐ­κλε­κτά, κά­λυ­πταν κά­θε ἐ­πι­φά­νεια πά­νω στὴν κον­σό­λα, στὴν ἐ­τα­ζέ­ρα, στὴ σι­φο­νι­έ­ρα καὶ τὸ σκρί­νιο τοῦ σα­λο­νιοῦ. Τὸ ἴ­διο αὐ­τὸ δι­α­κο­σμη­τι­κὸ μο­τί­βο ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­ταν, μᾶλ­λον, σὲ κά­θε δω­μά­τιο τοῦ μι­κροῦ σπι­τιοῦ ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν εἶ­χε πο­τὲ προ­χω­ρή­σει πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ κα­θι­στι­κὸ γιὰ νὰ τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει. Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ μι­κρὰ ἀ­να­θή­μα­τα πρέ­πει νὰ ξε­περ­νοῦ­σαν μι­σὸ αἰ­ώ­να ζω­ῆς, ὅ­πως μαρ­τυ­ροῦ­σε ἡ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη καὶ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη ὄ­ψη τους. Ἄλ­λα πά­λι ἐ­πι­δεί­κνυ­αν μὲ κραυ­γα­λέ­ο θρά­σος τὶς τά­σεις τῶν και­ρῶν. Μο­νά­χα σὰν κα­θό­σουν μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ τρα­πε­ζά­κι τοῦ σα­λο­νιοῦ κα­τα­λά­βαι­νες τὴν πη­γὴ αὐ­τῆς τῆς γλυ­κε­ρῆς μυ­ρω­διᾶς ποὺ ἀ­να­δυ­ό­ταν μέ­σα ἀ­πὸ μί­α κρυ­στάλ­λι­νη φον­τα­νι­έ­ρα· στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό της λαμ­πύ­ρι­ζαν σὰν μαρ­γα­ρι­τά­ρια κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ πο­λυ­ε­λαί­ου πάλ­λευ­κα τὰ κου­φέ­τα.

       «Κρά­τα μιὰ καὶ γιὰ τὴν κυ­ρὰ Ἀν­τω­νί­α…» εἶ­πε βα­ρι­ε­στη­μέ­να ὁ διά­κος στὸν νέ­ο καν­τη­λα­νά­φτη δεί­χνον­τας μὲ τὴν κε­φα­λή του μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ στὰ στα­σί­δια. Ἡ στε­α­το­πυ­γι­κή της σι­λου­έ­τα ἀ­σφυ­κτι­οῦ­σε μέ­σα στὸ μαῦ­ρο πα­λιό της τα­γέρ, ἐ­νῶ πά­λευ­ε νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ τὶς δί­πλες του λαι­μοῦ της μιὰ λε­πτο­δου­λε­μέ­νη κα­δέ­να μὲ τὸ βα­πτι­στι­κό της σταυ­ρου­δά­κι. Ὁ δι­ά­κο­νος συ­νέ­χι­σε τὸ ἴ­διο ἀ­δι­ά­φο­ρα:

       «Βρέ­ξει-χι­ο­νί­σει ἔρ­χε­ται στὸν ἐκ­κλη­σια­σμὸ κά­θε Κυ­ρια­κὴ ἡ δό­λια, χρό­νια τώ­ρα. Μέ­νει καὶ στὰ μνη­μό­συ­να καὶ τὶς βα­πτί­σεις… Γε­ρον­το­κό­ρη, μό­νη…»

       Σὰν τῆς πρό­σφε­ρε τὴν μπομ­πο­νι­έ­ρα ὁ καν­τη­λα­νά­φτης, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ πάλ­λευ­κα κου­φέ­τα φώ­τι­σε τὸ ἄ­δο­λο χα­μο­γε­λό της.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κε­φα­λᾶς (Ἀ­θή­να, 1977). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης στο Ἀ­με­ρι­κά­νι­κο Κολ­λε­γί­ο τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔχει ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐ­πι­με­λη­τὴς ἔκ­θε­σης σὲ γκα­λε­ρὶ, καὶ ἔχει δι­δά­ξει Ἱ­στο­ρί­ας τῆς τέ­χνης. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Ἡ Ἀγ­γλί­δα κυ­ρί­α (ἐκδ. Δι­ό­πρα). Ἔ­χει γράψει καὶ ἐκ­δώ­σει ἱ­στο­ρι­κὰ και σύγ­χρο­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, ποί­η­ση, πα­ρα­μύ­θι. Ἀ­πὸ τὸ 2012 συ­νερ­γά­σθη­κε μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ fanzin Ἀσ­τυ­δρό­μος. Σή­με­ρα ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ὁ Πο­λί­της.

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Κόρη


06-Gkospontinof,Gk.-Kori-Eikona-01


Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов)


Κόρη

(Дъщеря)

06-sΤΟ ΤΡΕΝΟ μπῆ­κε ἕ­νας ἄν­τρας μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος κου­βα­λοῦ­σε στὰ χέ­ρια, ὅ­πως κου­βα­λοῦν παι­δί, μιὰ με­γά­λη πά­νι­νη κού­κλα, ντυ­μέ­νη μὲ παι­δι­κὸ μπου­φάν.

       — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, δύ­ο ἐ­λεύ­θε­ρες θέ­σεις;

       Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐ­πι­βά­τες στὸ κου­πὲ κοι­τά­χτη­καν καὶ δὲν ἀ­πο­κρί­θη­καν.

       — Ο­ρί­στε – εἶ­πα, καὶ τοῦ ὑ­πέ­δει­ξα τὴ θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί μου. — Ὅ­μως, εἶ­ναι μο­νή.

       — Δὲν πει­ρά­ζει, αὐ­τὴ θὰ κα­θή­σει σὲ μέ­να.

       Τῆς ἔ­βγα­λε τὸ μπου­φάν, τῆς ἔ­φτια­ξε τὰ μαλ­λιά, τὴν βό­λε­ψε στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­θί­σμα­τος καὶ κά­θη­σε δί­πλα της. Ἔ­πει­τα τὴν πῆ­ρε στὰ γό­να­τά του. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι στὸ κου­πέ, ξε­γλί­στρη­σαν γιὰ νὰ ψά­ξου­νε θέ­σεις ἀλ­λοῦ. Ἀ­πο­μεί­να­με μό­νον οἱ δύ­ο μας, δη­λα­δὴ οἱ τρεῖς μας.

       — Πῶς τὴ λέ­νε; – ρώ­τη­σα.

       — Ἄν­τε, πὲς στὸν θεῖ­ο πῶς λέ­γε­σαι. Ἔ;

       Ἡ κού­κλα σι­ω­ποῦ­σε.

       — Πές, Μα­α-ρί­ι… Μα­ρί­α λέ­γε­ται. Εἶ­ναι ντρο­πα­λή.

       Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἡ­λι­κί­α ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ πα­ιδιά.

       — Γειά σου, Μα­ρί­α. Πό­σο χρο­νῶν εἶ­σαι;

       — Στὰ 5 —ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας.— Μό­νο ποὺ δὲν τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ μι­λά­ει καὶ πο­λύ. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; – χα­μο­γέ­λα­σε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὴν πει­ρά­ζει στὴ μύ­τη. Ἡ μύ­τη της ἦ­ταν ἕ­να φα­γω­μέ­νο ρὸζ κουμ­πί. — Θέ­λεις νὰ κα­θή­σου­με δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο; Ἄν­τε, ἀ­γα­πού­λα μου. Ἔ­λα νὰ δοῦ­με τώ­ρα τί ἔ­χει ἐ­κεῖ ἔ­ξω; Ὤ­ω­ω, δὲς αὐ­τὴ τὴν ἀ­γε­λά­δα πό­σο σο­βα­ρὴ μᾶς κοι­τά­ζει, καὶ τὸ γα­ϊ­δού­ρι ἐ­κεῖ, τὸ βλέ­πεις; Ὄ­χι, ὄ­χι, πιὸ πέ­ρα, δί­πλα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ δέν­τρο.

       Καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ με­τροῦν πό­σες ἀ­γε­λά­δες, γα­ϊ­δού­ρια, κό­τες, ἄ­λο­γα καὶ πρό­βα­τα θὰ ἔ­βλε­παν ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἡ τύ­χη τοὺς χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­δαν πε­λαρ­γούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­κό­μα πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὰ κα­ψα­λι­σμέ­να χω­ρά­φια τοῦ προ­χω­ρη­μέ­νου Αὐ­γού­στου. Αὐ­τὸς τῆς ἀ­φη­γεῖ­το μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸν πε­λαρ­γὸ καὶ τὴν ἀ­λε­ποῦ. Πο­λὺ τῆς ἀ­ρέ­σουν τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες, μοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι συ­νω­μο­τι­κά. Καὶ γε­νι­κῶς ὁ­τι­δή­πο­τε ἱ­στο­ρί­ες. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κά­ποι­α θεί­τσα μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζα στὸ κου­πὲ χω­ρὶς νὰ χαι­ρε­τή­σει, ἄ­φη­σε τὴ βα­λί­τσα της, ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα στὸν ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος μι­λοῦ­σε στὴν κού­κλα, ἅρ­πα­ξε πά­λι τὴ βα­λί­τσα, ἄ­νοι­ξε πά­λι τὴν πόρ­τα, πέ­τα­ξε ἕ­να ἀ­νω­μα­λά­ρες καὶ βγῆ­κε μὲ κρό­το. Ὁ ἄν­τρας ἔ­βα­λε τὶς πα­λά­μες του στ’ ἀ­φτιὰ τοῦ παι­διοῦ, τὸ ἀγ­κά­λια­σε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­μή­χα­να. (Τὰ ἀ­φτιά της ἦ­ταν δύ­ο μα­κριὰ σεν­τε­φέ­νια μύ­δια).

       — Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν προ­σέ­χουν τί λέ­νε μπρο­στὰ στὰ παι­διά. – Ἔ­μει­ναν γιὰ λί­γο ἔ­τσι, αὐ­τὴ ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νη ἐ­πά­νω του.

       — Νυ­στά­ζει. Κοι­μή­σου, ἀ­γα­πού­λα μου, κοι­μή­σου.

       Τὴν με­τα­κί­νη­σε προ­σε­κτι­κὰ στὸ κά­θι­σμα καὶ ἔ­βα­λε τὸ μπου­φὰν ἀ­πὸ πά­νω της.

       Φαι­νό­ταν, ὅ­τι ὁ ἄν­τρας εἶ­χε κά­τι νὰ μοῦ πεῖ, ὅ­μως δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ἀρ­χί­σει. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μπῆ­κε ὁ ἐ­λεγ­κτής, ἔ­κα­νε νό­η­μα, ἔ­ρι­ξε ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο βλέμ­μα πρὸς τὸ κοι­μι­σμέ­νο —κά­τω ἀ­π’ τὸ μπου­φάν— παι­δί, τσέ­κα­ρε τὰ εἰ­σι­τή­ρια καὶ βγῆ­κε. Δὲν κα­τά­λα­βε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, πῆ­ρα ἀ­νά­σα. Ὅ­λη τὴν ὥ­ρα κα­θό­μουν σ’ ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να μὴν τύ­χει καὶ γί­νει φα­σα­ρί­α, νὰ βγά­λει τὸ μπου­φάν, νὰ δεῖ ποι­ός κοι­μᾶ­ται κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τό, ν’­ ἀρ­χί­σει τὸ βρι­σί­δι καὶ νὰ φω­νά­ξει ἀ­στυ­νο­μί­α στὸ τρέ­νο. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ὁ φό­βος μου ἦ­ταν κυ­ρί­ως λό­γῳ τοῦ… παι­διοῦ, δηλ. τῆς κού­κλας. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ τῆς προ­κα­λέ­σουν κά­ποι­ο κα­κό. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖο, ται­ριά­ζει νὰ πῶ, ὅ­τι εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ὁ­μα­λός, ἐ­φό­σον γρά­φω καὶ δι­η­γή­μα­τα. Ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τὸ ἐ­πι­βα­ρύ­νει τὰ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ κα­τὰ τὰ λοι­πά, εἶ­μαι σὲ ὅ­λα μου ἐν­τά­ξει.

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ὁ ἄν­τρας τόλ­μη­σε τε­λο­σπάν­των νὰ ξε­κι­νή­σει. Κοί­τα­ξε πρὸς τὸ παι­δὶ καὶ εἶ­πε εὐ­θέ­ως ὅ­τι ἔ­χει νὰ μοῦ ζη­τή­σει μιὰ χά­ρη, ὅ­μως θὰ δεί­ξει κα­τα­νό­η­ση, ἂν τοῦ ἀρ­νη­θῶ. Τὸν ἐν­θάρ­ρυ­να νὰ συ­νε­χί­σει. Μι­λού­σα­με ψι­θυ­ρι­στὰ γιὰ νὰ μὴν τὴν ξυ­πνή­σου­με.

       — Μπαί­νω στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο —εἶ­πε— αὐ­τὴ ἀ­κό­μα δὲν ξέ­ρει. Ἔ­χω κά­τι ὄγ­κους ἐ­δῶ, οἱ για­τροὶ εἶ­παν ὅ­τι θὰ ἔ­χου­με σφα­γεῖ­ο, με­τὰ ἕ­να μή­να καὶ κά­τι, θε­ρα­πεί­α, ἄ­γνω­στο γιὰ πό­σο. Ἅ­μα δὲν ἦ­ταν αὐ­τή, θὰ τὰ εἶ­χα πα­ρα­τή­σει ὅ­λα, ὅ­μως…

       Ὁ ἄν­τρας ἔ­φτια­ξε ὄ­μορ­φά το μπου­φὰν ἐ­πά­νω της, κά­λυ­ψε τοὺς ὤ­μους της.

       — Δὲν θέ­λω νὰ μπεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μα­ζί μου. Δὲν θὰ ἀν­τέ­ξει, δὲν εἶ­ναι γι’ αὐ­τήν. Καὶ πά­λι, μό­νη της δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει ὁ­λωσ­δι­ό­λου, βλέ­πε­τε πῶς εἶ­ναι.

       — Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος….

       — Δεν ὑ­πάρ­χει κα­νείς, ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­φυ­γε… Μεί­να­με μό­νο οἱ δυ­ό μας.

       Δὲν κα­τά­λα­βα ἂν πέ­θα­νε, ἢ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Δὲν ρώ­τη­σα.

       — Θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως, σὲ κά­ποι­ο ἵ­δρυ­μα, προ­σω­ρι­νά – εἶ­πα ἐ­γώ, συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας ἀ­κα­ρια­ῖα ὅ­λη τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς πρό­τα­σής μου.

       — Πῆ­γα, ρώ­τη­σα σὲ δι­ά­φο­ρα… μὲ κα­τα­λα­βαί­νε­τε… Δὲν θέ­λουν οὔ­τε ν’ ἀ­κού­σουν, σὲ κα­νέ­να μέ­ρος. Λέ­νε πὼς εἶ­μαι τρε­λός, πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε τέ­τοι­ο παι­δὶ στὸ μη­τρῶ­ο. Ἐ­νῶ σὲ ἕ­να μέ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ σκυ­λιὰ μᾶς ἀ­μό­λη­σαν. Ἡ Μα­ρί­α, ἡ κα­η­με­νού­λα, πο­λὺ τρό­μα­ξε.

       Σω­πά­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, νύ­χτω­νε.

       — Κοι­τάξ­τε —εἶ­πε αὐ­τός— ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ μό­νος ποὺ τῆς μί­λη­σε. Γί­νε­ται νὰ σᾶς τὴν ἀ­φή­σω… προ­σω­ρι­νά;

       Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση εἶ­ναι δι­α­τυ­πω­μέ­νη μὲ ὅ­λη τὴν εὐ­θύ­τη­τα ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δο.

       — Γί­νε­ται… γιὰ ἕ­ναν-δύ­ο μῆ­νες… Αὐ­τὴ δὲν δη­μι­ουρ­γεῖ προ­βλή­μα­τα, οὔ­τε κὰν τρώ­ει… Ἐ­γὼ θὰ σᾶς ἀ­φή­σω χρή­μα­τα, ἐν­νο­εῖ­ται… Τῆς ἀρ­κεῖ νὰ ξέ­ρει, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι μό­νη. Μπο­ρεῖ­τε νὰ τῆς λέ­τε κά­τι, νὰ τῆς δι­α­βά­ζε­τε πα­ρα­μύ­θια, αὐ­τὴ κα­τα­λα­βαί­νει τὰ πάν­τα… Ἔ;

       Κα­θή­σα­με ἀρ­κε­τὰ λε­πτὰ ἔ­τσι. Στὸ κου­πὲ σκο­τεί­νια­ζε, δὲν ἀ­νά­ψα­με τὴ λάμ­πα. Ὁ ἄν­τρας ἔ­πρε­πε νὰ κα­τε­βεῖ στὸν ἑ­πό­με­νο σταθ­μό, στὴν πό­λη, ἐ­κεῖ ὅ­που θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζαν.

       Σί­γου­ρα εἶ­πα ναί. Ὁ ἄν­τρας ἔ­γρα­ψε σὲ ἕ­να χαρ­τά­κι τὸ ὄ­νο­μά του, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, τὸ τμῆ­μα καὶ τὸν για­τρὸ ποὺ θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζε. Τοῦ ἔ­δω­σα τὸ τη­λέ­φω­νό μου, ὑ­πο­σχέ­θη­κα νὰ τοῦ τη­λε­φω­νή­σω με­τὰ τὴν ἐ­πέμ­βα­ση καὶ νὰ ἔρ­θου­με στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο. Τοῦ εἶ­πα, ὅ­τι θὰ βγῶ νὰ κα­πνί­σω ἕ­να τσι­γά­ρο. Τοὺς ἄ­φη­σα νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν. Αὐ­τὸς δὲν τὴν ξύ­πνη­σε, πα­ρὰ μό­νο ἔ­φτια­ξε τὸ μπου­φὰν ἐ­πά­νω της. Τὸ τρέ­νο στα­μά­τη­σε. Ση­κώ­θη­κε, ντύ­θη­κε, δὲν ξε­κολ­λοῦ­σε τὸ βλέμ­μα του ἀ­π’ αὐ­τή, τὸν βο­ή­θη­σα νὰ κα­τε­βά­σει τὴ βα­λί­τσα του καὶ τό­τε πα­ρα­τή­ρη­σα πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν. Κα­τά­φε­ρε νὰ κα­τε­βεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ κου­πέ. Με­τα­κι­νή­θη­κα πρὸς τὸ δι­κό του μέ­ρος, δί­πλα στὸ παι­δί, καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψα μὲ τὸ χέ­ρι. Σή­κω­σα τὸν ἀν­τί­χει­ρα, ὅ­τι ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά, τὸ τρέ­νο ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κε καὶ ὁ ἄν­τρας ἔ­μει­νε στὸ σκο­τά­δι.

       Ὅ­ταν φτά­σα­με στὴ Σό­φια, ἀ­να­σή­κω­σα προ­σε­κτι­κά το κο­ρι­τσά­κι, ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νο καὶ μό­νο χα­λά­ρω­νε τὸ κε­φά­λι του στὸν ὦ­μο μου. Πῆ­ρα τὶς δύ­ο τσάν­τες στὸ ἄλ­λο χέ­ρι μου καὶ βγῆ­κα.


Πέ­ρα­σαν δύ­ο χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε. Ὁ πα­τέ­ρας, πέ­θα­νε μιὰ ἡ­μέ­ρα με­τὰ τὴν ἐγ­χεί­ρι­ση. Ἡ Μα­ρί­α εἶ­ναι πλέ­ον στὰ 7 καὶ ἐ­νό­σω ἐ­γὼ τε­λει­ώ­νω αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, παί­ζει στὸ πά­τω­μα δί­πλα μου.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Георги Господинов, И всичко стана луна, Жанет 45, Σόφια, 2013, σ. 89-93.

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).

Ἑλένη Ἀλεξίου: Ἀπὸ τὸ τίποτα


Aleksiou,Eleni-ApoToTipota-Eikona-04


Ἑλένη Ἀλεξίου


Ἀ­πὸ τὸ τί­πο­τα


02-KappaΑΘΙΣΑ ΜΕ ΘΕΑ πρὸς τὴν εἴ­σο­δο τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου. Ἡ πόρ­τα πρέ­πει νὰ ἄ­νοι­ξε μέ­χρι καὶ εἴ­κο­σι φο­ρές. Δὲν ἤ­σουν σὲ κα­νέ­να ἄ­νοιγ­μα. Ἀλ­λὰ κά­θε φο­ρά, πε­ρι­μέ­νον­τας ὅ­τι ἤ­σουν ἐ­σύ, καρ­δι­ο­χτυ­ποῦ­σα. «Ἀ­πὸ τὸ τί­πο­τα φτιά­χνε­ται ὁ Πα­ρά­δει­σος» ἀ­νέ­φε­ρε ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὰ λό­για τοῦ Ἐ­λύ­τη. Ἔ­τσι, ὅ­σες φο­ρὲς ἀ­νοι­γό­κλει­σε αὐ­τὴ ἡ πόρ­τα, ἀ­κό­μη κι ἂν πο­τὲ δὲν μπῆ­κες, τό­σες φο­ρὲς αἰ­σθάν­θη­κα εὐ­τυ­χι­σμέ­νη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Ἀ­λε­ξί­ου. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α, κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα, καὶ ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση. Κεί­με­νά της ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λό­για τῶν ἐκ­δό­σε­ων τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρῶν. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Τὸ Φλάς (ἔκδ. Λο­γεῖ­ον, 2009).

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Παιώνιες καὶ Μὴ μὲ λησμόνει


05-Gkospontinof,Gk.-PaioniesKaiMiMeLismonei-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Παι­ώ­νι­ες καὶ Μὴ μὲ λη­σμό­νει

(Божури и незабравки)


01-GammaΝΩΡΙΖΟΝΤΑΝ μό­λις με­ρι­κὲς ὧ­ρες. Αὐ­τὸς – λί­γο πά­νω ἀ­πὸ τὰ τριά­ντα, αὐ­τὴ λί­γο πιὸ κά­τω. Αὐ­τὸς ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­δώ­σει μέ­σῳ αὐ­τῆς ἕ­να πα­κέ­το γιὰ κά­ποι­ον γνω­στό του στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Αὐ­τὴ ἁ­πλῶς με­σο­λα­βοῦ­σε. Δου­λειὰ πέν­τε λε­πτῶν, ὅ­μως πιά, δύ­ο ἀ­πὸ τὶς συ­νο­λι­κὰ τρεῖς ὧ­ρες ποὺ ἀ­πέ­με­ναν ἕ­ως τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ βροῦν καμ­μί­α εὔ­λο­γη αἰ­τί­α γιὰ νὰ χω­ρι­στοῦν. Τώ­ρα, ἀ­κρι­βῶς ἑ­ξήν­τα λε­πτὰ πρὶν ἀ­πὸ τὴν πτή­ση, κά­θον­ταν στὴν ἄ­κρη τῆς κα­φε­τέ­ριας στὴν αἴ­θου­σα τῶν ἀ­να­χω­ρή­σε­ων, ἔ­πι­ναν τὸν τρί­το κα­φὲ καὶ σι­ω­ποῦ­σαν. Εἶ­χαν ἐ­ξαν­τλή­σει ὅ­λα τα θέ­μα­τα, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ συν­τη­ρή­σουν τὴ συ­ζή­τη­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἀ­γνώ­στους. Καὶ ἡ σι­ω­πὴ πλέ­ον ἄρ­χι­ζε νὰ μὴν ἔ­χει ὅ­μοι­ό της. Τὸ μι­κρὸ τρα­πέ­ζι ἀ­νά­με­σά τους ἦ­ταν γε­μι­σμέ­νο μὲ ἄ­δεια πλα­στι­κὰ κυ­πελ­λά­κια, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν ἀ­πο­κτή­σει τὰ πιὸ ἀ­πρό­σμε­να σχή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πο­λὺ στρί­ψι­μο στὰ χέ­ρια τους. Οἱ ἀ­να­δευ­τῆ­ρες τοῦ κα­φέ, ἦ­ταν ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα σπα­σμέ­νοι στὰ μι­κρό­τε­ρα πι­θα­νὰ κομ­μα­τά­κια, τὰ ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης μα­στο­ρε­μέ­να σὲ χω­νά­κια καὶ μι­κρο­σκο­πι­κὰ κα­ρα­βά­κια.

       Τοῦ ἦρ­θε ἰ­δέ­α, ὅ­τι ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ τρα­πέ­ζι γί­νε­ται κα­λὸ ready-made object ἤ, νὰ τὸ ποῦ­με, ἐγ­κα­τά­στα­ση, ἡ ὁ­ποί­α θὰ βα­πτι­ζό­ταν «Ἀ­πο­λο­γί­α τῆς ἀ­νη­συ­χί­ας» (πλα­στι­κὰ κυ­πελ­λά­κια τοῦ κα­φέ, ἀ­να­δευ­τῆ­ρες, ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης, ἄ­σπρο τρα­πε­ζά­κι). Με­τὰ τοῦ φά­νη­κε χα­ζὸ καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ σι­ω­πή­σει. «Αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­σι­ω­πᾶ­ται, με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ σπα­σμέ­νους ἀ­να­δευ­τῆ­ρες καὶ τσα­λα­κω­μέ­να κυ­πελ­λά­κια», εἶ­πε ξαφ­νι­κὰ αὐ­τή. Αὐ­τός, σκέ­φτη­κε ὅ­τι πο­τὲ πιὰ δὲν θὰ συ­ναν­τοῦ­σε ἄλ­λη τέ­τοι­α γυ­ναί­κα, ποὺ νὰ δι­α­βά­ζει τὶς σκέ­ψεις του καὶ μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ ἤ­θε­λε νὰ μεί­νει, ἕ­ως τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του, σὲ τού­τη τὴν κα­φε­τέ­ρια. Ξαφ­νι­ά­στη­κε, ποὺ με­τα­χει­ρί­στη­κε, ἔ­στω καὶ νο­ε­ρά, φρά­ση ὅ­πως «ἕ­ως τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του».


       — Ἄν­τε, νὰ μι­λή­σου­με – εἶ­πε αὐ­τή, ἂν καὶ δύ­ο ὧ­ρες τώ­ρα δὲν τὸ εἶ­χαν βου­λώ­σει.


Ἡ μί­α ὥ­ρα ποὺ ἀ­πέ­με­νε ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ λί­γος χρό­νος, γιὰ νὰ σπα­τα­λη­θεῖ σὲ πε­ρι­στρο­φὲς καὶ κα­ρα­βά­κια. Ὅ­μως, ἔ­τσι ὅ­πως αὐ­τὸς δὲν ξε­κι­νοῦ­σε, αὐ­τὴ ἁ­πλὰ εἶ­πε:


       — Πρέ­πει νὰ δε­χτοῦ­με, ὅ­τι με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ ἄν­θρω­ποι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ προ­σπερ­νοῦν­ται.

       — Ἡ εἰ­ρω­νεί­α εἶ­ναι, ὅ­τι τὸ κα­τα­λα­βαί­νουν μό­νο ὅ­ταν συ­ναν­τη­θοῦν – εἶ­πε αὐ­τός.

       — Σί­γου­ρα ὑ­πῆρ­χε τρό­πος νὰ ἰ­δω­θοῦ­με καὶ πιὸ πρίν. Ζού­σα­με τό­σο και­ρὸ στὴν ἴ­δια πό­λη. Δὲν γί­νε­ται νὰ μὴν εἴ­χα­με προ­σπε­ρα­στεῖ σὲ κά­ποι­ο φα­νά­ρι.

       — Θὰ σὲ εἶ­χα προ­σέ­ξει – εἶ­πε αὐ­τός.

       — Τὴν ἀ­γα­πᾶς; – ρώ­τη­σε αὐ­τή.

       — Τὸν ἀ­γα­πᾶς; – ρώ­τη­σε αὐ­τός.


Γρή­γο­ρα συμ­φώ­νη­σαν ὅ­τι δὲν ἔ­χει καμ­μί­α ση­μα­σί­α καὶ ὅ­τι κα­νέ­νας δὲν τοὺς φταί­ει.


Ἀρ­γό­τε­ρα αὐ­τὸς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μη­θεῖ τί­νος ἦρ­θε πρώ­του ἐ­τού­τη ἡ σω­τή­ρια (ὅ­πως νό­μι­ζε τό­τε) ἰ­δέ­α νὰ ἐ­φεύ­ρουν κοι­νὲς ἀ­να­μνή­σεις, νὰ συν­θέ­σουν ὁ­λό­κλη­ρη τὴ ζω­ή τους προ­τοῦ νὰ γνω­ρι­στοῦν καὶ με­τά. Ἄ­τολ­μη προ­σπά­θεια νὰ ἐκ­δι­κη­θοῦν τὴν πε­ρί­στα­ση ποὺ ἔ­τσι ἀ­νε­λέ­η­τα τοὺς ἔ­φε­ρε κον­τὰ γιὰ λί­γο, μό­νο γιὰ νὰ τοὺς προ­σπε­ρά­σει. Εἶ­χαν δι­α­θέ­σι­μα 50 λε­πτά.


       — Θυ­μᾶ­σαι —ἄρ­χι­σε αὐ­τός— ὅ­ταν ἤ­μα­σταν συμ­μα­θη­τές, ζού­σα­με ἀ­κρι­βῶς στὸν ἴ­διο δρό­μο. Σοῦ ἔ­ρι­χνα κρυ­φὰ στὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο κά­θε ἑ­βδο­μά­δα κι ἀ­πὸ ἕ­να δα­χτυ­λί­δι φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το ποὺ εἶ­χαν τὰ σο­κο­λα­τά­κια «Λά­κτα».

       — Ἀ­χὰ —εἶ­πε αὐ­τὴ— ὥ­στε ἐ­σὺ ἤ­σουν. Ὁ πα­τέ­ρας μου πάν­το­τε τὰ ἔ­βρι­σκε πρῶ­τος καὶ ὑ­πο­ψι­α­ζό­ταν ὅ­τι κά­ποι­ος τρε­λα­μέ­νος θαυ­μα­στὴς ἀ­πὸ τὴ γει­το­νιὰ στέλ­νει δα­χτυ­λί­δια ἀρ­ρε­βώ­νων στὴ μη­τέ­ρα μου. Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ὅ­τι ἦ­ταν γιὰ μέ­να.

       — Γιὰ σέ­να ἦ­ταν – εἶ­πε αὐ­τός.

       — Ἄ, ἐ­σὺ θυ­μᾶ­σαι —ξε­κί­νη­σε αὐ­τὴ— ὅ­ταν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μά­θη­μα τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου φύ­γα­με μό­νο οἱ δυ­ό μας γιὰ ’­κεῖ­νο τὸ μο­να­στή­ρι. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ πή­γα­με κά­που μό­νοι. Στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο δὲν εἶ­χε ἐ­λεύ­θε­ρα δω­μά­τια καὶ μᾶς ἔ­βα­λαν νὰ κοι­μη­θοῦ­με σὲ ἕ­να ἀ­π’ τὰ κε­λιὰ τῶν μο­να­χῶν. Ἤ­τα­νε πο­λὺ κρύ­ο καὶ τὸ κρε­βά­τι – σκλη­ρό. Μὲ ἔ­πια­σε λί­γο φό­βος. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε φο­ρὰ σταυ­ρο­κο­πι­ό­μουν κρυ­φὰ ἀ­πὸ σέ­να. Πέν­τε φο­ρὲς ἔ­κα­να τὸν σταυ­ρό μου ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα.

       — Ἕ­ξι, εἶ­πε αὐ­τός. Καὶ μέ­να μὲ ἔ­πια­σε φό­βος. Ἄ, θυ­μᾶ­σαι, ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ἦρ­θες νὰ μέ­νεις μα­ζί μου. Ἡ μη­τέ­ρα σου, εἶ­πε, ὅ­τι θὰ σὲ ἀ­πο­κη­ρύ­ξει ἐ­πι­σή­μως ἐ­πει­δὴ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἔ­χει ἐ­ξώ­γα­μα ἐγ­γό­νια.

       — Θυ­μᾶ­μαι – εἶ­πε αὐ­τή. — Καὶ ἐ­κτὸς αὐ­τοῦ δὲν γι­νό­ταν νὰ κά­νω παι­διά.


Σὲ τοῦ­το τὸ ση­μεῖ­ο σώ­πα­σε. Αὐ­τὸς ἔ­πια­σε τὸ χέ­ρι της γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ γνω­ρί­στη­καν. Ἐν­τε­λῶς ἐ­λα­φρά, πα­ρη­γο­ρη­τι­κά.


       — Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς – εἶ­πε αὐ­τός. — Ἄ, θυ­μᾶ­σαι, τό­τε ποὺ ἔ­σπα­σα τὸ πό­δι; Ἤ­μουν ἤ­δη στὰ 48, δού­λευ­α σὰν τρε­λὸς καὶ ’­κεῖ­νος ὁ μή­νας στὸ σπί­τι μοῦ φά­νη­κε ἀ­λη­θι­νὸς πα­ρά­δει­σος. Πῆ­ρες κι ἐ­σὺ ἄ­δεια, σχε­δὸν τοὺς ἀ­πεί­λη­σες ὅ­τι θὰ σπά­σεις τὸ χέ­ρι σου, ἐ­ὰν δὲ σὲ ἀ­φή­σουν. Καὶ ὁ­λό­κλη­ρο μή­να δὲν ξε­μυ­τί­σα­με ἀ­πὸ μέ­σα.

       — Ἄ, ὅ­ταν τὴν ἑ­πό­με­νη χρο­νιὰ μοῦ βρῆ­καν ἐ­κεῖ­νο τὸν ὄγ­κο… Ἐ­σὺ δι­ά­βα­σες κά­που, ὅ­τι ἡ γε­λω­το­θε­ρα­πεί­α γι­α­τρεύ­ει ἀ­πὸ τὸν καρ­κί­νο καὶ δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες ἀ­στα­μά­τη­τα μοῦ ἔ­λε­γες ἀ­νέκ­δο­τα, γιὰ νὰ γε­λά­ω. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ἀ­πο­ρῶ ποὺ τὰ ἔ­βρι­σκες. Ἤ­σουν τό­σο φο­βι­σμέ­νος καὶ τρυ­φε­ρός. Μᾶλ­λον τό­τε ἀ­σπρί­σαν ἐν­τε­λῶς τὰ μαλ­λιά σου. Καὶ κά­θε μέ­ρα μου ἔ­φερ­νες παι­ώ­νι­ες καὶ μὴ μὲ λη­σμό­νει.

       — Δό­ξα τῷ Θε­ῶ, ποὺ ἔ­γι­νες κα­λά. Τί θὰ γι­νό­μουν χω­ρὶς ἐ­σέ­να.


Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κά­λε­σαν ὅ­λους τους ἐ­πι­βά­τες γιὰ Νέ­α Ὑ­όρ­κη νὰ κα­τευ­θυν­θοῦν πρὸς τὸν τερ­μα­τι­κὸ σταθ­μὸ ἀ­να­χώ­ρη­σης. Σώ­πα­σαν ὄ­χι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ λε­πτό. Με­τὰ αὐ­τὴ ση­κώ­θη­κε καὶ εἶ­πε ὅ­τι πρέ­πει νὰ φύ­γει. Αὐ­τὸς πῆ­ρε τὴ βα­λί­τσα της καὶ ἔ­φυ­γαν μα­ζί. Πρὶν νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν ἔ­λεγ­χο δι­α­βα­τη­ρί­ων, αὐ­τὴ γύ­ρι­σε καὶ τὸν φί­λη­σε γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα. Ὡ­σὰν τε­λευ­ταί­α φο­ρά, σκέ­φτη­κε αὐ­τός, ἂν καὶ πο­τὲ πρὶν ἀ­πὸ τοῦ­το δὲν ὑ­πῆρ­ξε πρώ­τη φο­ρά.


Μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα αὐ­τὸς γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη κι ἔ­φυ­γε. Ἔ­νι­ω­θε τρο­με­ρὰ γε­ρα­σμέ­νος, μὲ κό­πο κι­νοῦ­σε τὰ πό­δια του. Ἐ­πί­τη­δες ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια, κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα μὲ τὸ κα­θρε­φτέ­νιο τζά­μι στὴν εἴ­σο­δο, γιὰ νὰ μὴ δεῖ στὴν ἀν­τα­νά­κλα­ση τὰ μαλ­λιά του ποὺ ἄ­σπρι­σαν ξαφ­νι­κὰ καὶ τοὺς σκυ­φτούς, γε­ρον­τι­κούς του ὤ­μους. Μὲ κά­θε βῆ­μα κα­τα­λά­βαι­νε ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ κα­θα­ρά, ὅ­τι δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ σπί­τι καὶ στὴν ἀ­πρό­σι­τα νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα του. Καὶ ὅ­τι πο­τὲ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τῆς ἐ­ξη­γή­σει, τί ἔ­κα­νε ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πε­νῆν­τα χρό­νια ποὺ ἔ­λει­πε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γά­ρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).



		

	

Χαρὰ Νικολακοπούλου: Τὸ λάθος παιδὶ


Nikolakopoulou,Chara-ToLathosPaidi-Eikona-02


Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου


Τὸ λά­θος παι­δί


07-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_ParkmanΟ ΚΟΙΤΟΥΣΑΝ ξέ­πνο­οι  ἀ­πὸ τρο­μά­ρα ὅ­ταν ἄρ­χι­ζε νὰ γα­βγί­ζει σὰν σκυ­λά­κι. Τὸ παι­δὶ ἦ­ταν ἤ­δη δυ­ό­μι­σι χρό­νων. Βέ­βαι­α στὴν ἀρ­χὴ δὲν τὸ πῆ­ραν στὰ σο­βα­ρά, κα­μώ­μα­τα ἑ­νὸς μω­ροῦ εἶ­παν.

       Ὅ­ταν ὅ­μως πέ­τα­ξε τρί­χες σὲ ὅ­λο του τὸ σῶ­μα, ἄ­σπρες τρί­χες καὶ μαῦ­ρες ἀ­νά­κα­τα καὶ τὸ δέρ­μα του ἄρ­χι­σε νὰ ἐμ­φα­νί­ζει ἀ­σπρό­μαυ­ρες βοῦ­λες, δὲν μπο­ρεῖ εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα, αὐ­τὸ δέν εἶ­ναι δι­κό μου παι­δί, κά­ποι­ο λά­θος κά­να­νε στὸ μαι­ευ­τή­ριο.

       Προ­χώ­ρη­σαν σὲ τέ­στ DNA καὶ —ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!— ὄν­τως τὸ παι­δὶ δὲν ἦ­ταν δι­κό τους. Ἀ­κο­λού­θη­σαν κα­ταγ­γε­λί­ες καὶ δι­κα­στή­ρια μὲ τὸ μαι­ευ­τή­ριο καὶ ἀ­γω­γὲς γιὰ γεν­ναί­α ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση καὶ ἐ­πὶ τέ­λους ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὸ σω­στὸ μω­ρὸ στὴν ἀ­γροι­κί­α ἑ­νὸς κά­ποι­ου ζεύ­γους Ντό­ναλντ λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Ρό­τσιλντ, ὄ­χι μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ δι­κή τους κω­μό­πο­λη.

       Ὡ­στό­σο, τὴ μέ­ρα ποὺ πῆ­γαν νὰ πά­ρουν πί­σω το μω­ρό τους, τὸ σω­στὸ μω­ρὸ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, κά­τι ἀ­να­πάν­τε­χο συ­νέ­βη.

       Τὸ ζεῦ­γος Ντό­ναλντ τοὺς ὑ­πο­δέ­χτη­κε στὸν κῆ­πο. Ἕ­νας τε­ρά­στιος μο­λοσ­σὸς τρι­βό­ταν χα­δι­ά­ρι­κα στὰ πό­δια τῆς κυ­ρᾶς του.

       Ἡ μη­τέ­ρα ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸ σω­στὸ μω­ρὸ καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ κοί­τα­ξε τὸ λά­θος παι­δί. Μπου­σού­λα­γε στὸ χορ­τά­ρι, δὲν ἦ­ταν σί­γου­ρο ὅ­τι θὰ περ­πα­τοῦ­σε τε­λι­κά, ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μά­λι­στα εἶ­χε ἀ­να­ση­κώ­σει τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του πό­δι καὶ κα­του­ροῦ­σε τὸν φρά­χτη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας Ντό­ναλντ, εἶ­χαν φυ­τε­μέ­να με­ρι­κὰ ὄ­μορ­φα λι­γού­στρα ἐ­κεῖ.

       «Τί φταί­ει τὸ κα­κό­μοι­ρο», εἶ­πε ἀ­πὸ μέ­σα της, «ἔ­τσι γεν­νή­θη­κε, ποιές ἁ­μαρ­τί­ες πλη­ρώ­νει;» Ἦ­ταν κα­λὴ γυ­ναί­κα καὶ ἀ­γα­θή.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸ κα­νο­νι­κὸ παι­δί, στρουμ­που­λὸ καὶ ἄ­σπρο, πο­λὺ πα­ρά­ξε­νο τῆς φά­νη­κε, τό­σο εἶ­χε συ­νη­θί­σει νὰ ξυ­πνά­ει μέ­σα στὴ νύ­χτα ὄ­χι ἀ­πὸ κλά­μα­τα ἀλ­λὰ ἀ­πὸ γαυ­γί­σμα­τα.

       Ὁ ἄν­τρας της κοι­τοῦ­σε πέ­ρα μα­κριὰ τὸν κα­πνὸ ἀ­πὸ τὰ ἐρ­γο­στά­σια ποὺ αὐ­λά­κω­νε τὸν οὐ­ρα­νό, ἡ ἐ­παρ­χί­α τους ἦ­ταν βι­ο­μη­χα­νι­κὸ κέν­τρο μὲ ἑ­κα­τον­τά­δες ἀλ­λο­δα­ποὺς ἐρ­γά­τες νὰ συρ­ρέ­ουν κα­θη­με­ρι­νὰ ψω­μο­ζη­τών­τας δου­λειά. Ἡ ἐγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τα τε­λευ­ταί­α εἶ­χε αὐ­ξη­θεῖ κα­τα­κό­ρυ­φα.

       Ὁ πα­τέ­ρας σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴ μη­τέ­ρα δὲν σκε­φτό­ταν τί­πο­τα εὐ­οί­ω­νο γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ μω­ροῦ οὔ­τε καὶ γιὰ τὸ δι­κό του. Ἦ­ταν ἕ­νας σπαγ­κο­ραμ­μέ­νος καὶ πο­λὺ πρα­κτι­κὸς ἄν­θρω­πος.

       Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ σύν­το­μη συ­νεν­νό­η­ση μὲ τὸν σύ­ζυ­γό της…

       — Θὰ κρα­τή­σου­με αὐ­τὸ τε­λι­κά, εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα, σὰν νὰ δι­ά­λε­γε κου­βερ­λὶ γιὰ τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα, κι ἔ­δει­ξε τὸ λά­θος παι­δά­κι. Θὰ τὸ κρα­τή­σου­με, μᾶς ἀ­ρέ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο, εἶ­ναι πῶς νὰ τὸ πῶ… πιὸ χρή­σι­μο ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο τὸ κα­νο­νι­κό. Τοὺς εἶ­χε φέ­ρει κα­λο­τυ­χί­α, αὐ­τὸ ἤ­θε­λε νὰ πεῖ.

       Ὅ­ταν γύ­ρι­σαν στὸ σπί­τι τους, ἀ­φή­νον­τας σὲ τε­ρά­στια ἔκ­πλη­ξη τὸ ζεῦ­γος Ντό­ναλντ, γέ­μι­σαν ἕ­να μπο­λά­κι μὲ σκυ­λί­σια τρο­φὴ πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα καὶ το­πο­θέ­τη­σαν ἐ­κεῖ ἀ­να­κούρ­κου­δα τὸ παι­δί.

       Ἦ­ταν στ’ ἀ­λή­θεια ἕ­να χρή­σι­μο παι­δά­κι-σκυ­λά­κι, δύ­ο σὲ ἕ­να, σὲ ἐ­πο­χὲς ποὺ ὁ κό­σμος μα­στι­ζό­ταν ἀ­πὸ φτώ­χεια, ἀ­νερ­γί­α καὶ ἐγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τα. Θὰ ἦ­ταν φύ­λα­κας ἀ­σφα­λῶς γιὰ τὸ σπί­τι, οὔ­τε λό­γος γιὰ ἔ­ξο­δα σπου­δῶν, γκο­με­νο­δου­λει­ές, playstation, video games καὶ τέ­τοι­ες ἀ­η­δί­ες, α­σε ποὺ στὸ μέλ­λον ὅ­λο καὶ κά­ποι­ο τσίρ­κο θὰ ἐ­πι­σκε­πτό­ταν τὴν πε­ρι­ο­χή τους σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση και­νού­ρι­ων θαυ­μά­των-τε­ρά­των.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δυτ. Μα­κε­δο­νί­ας. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ὡς κει­με­νο­γρά­φος σὲ δι­α­φη­μι­στι­κὲς ἑ­ται­ρί­ες. Ἀ­πὸ τὶς ἠ­λε­κτρο­νι­κὲς ἐκ­δό­σεις 24 γράμ­μα­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ με­τα­πτυ­χια­κὴ ἐρ­γα­σί­α της Πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ες καὶ γλωσ­σι­κὲς ἀ­κρο­βα­σί­ες στὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της Ἡ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Γυ­μνά­σιο (ἐκδ. Σι­δέ­ρη).


Ἀντώνης Ζέρβας: Ἀπαρακολουθήτως


Zerbas,Antonis-Aparakolouthitos-Eikona-03a


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας


Ἀπα­ρα­κο­λου­θή­τως

 

01-TaphΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ εἶναι τί μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα», δή­λω­νε ὁ νέ­ος λό­γιος σ’ ­ἕ­ναν πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ποὺ τοῦ πα­ρα­πο­νι­ό­ταν ὅ­τι πα­ρὰ τὶς ἐν­θου­σι­α­στι­κὲς ὑ­πο­σχέ­σεις του, εἶ­χε κρα­τή­σει ἀ­νέν­δο­τη σι­ω­πὴ σὰν κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο του.

       «Δη­λα­δὴ γιὰ σέ­να τὸ βι­βλί­ο δὲν εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κὸ γε­γο­νός!­», ἀ­πο­ροῦ­σε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας.

       «Μὰ κο­ρο­ϊ­δευ­ό­μα­στε. Ὅ­λα γε­γο­νό­τα εἶ­ναι.»

       Θέ­λα­με ν’­ ἀν­δρώ­νον­ται οἱ γε­νι­ὲς γύ­ρω ἀ­πὸ τὶς πνευ­μα­τι­κὲς αὐ­θεν­τί­ες. Θέ­λα­με νὰ πι­στεύ­ου­με ὅ­τι ὅ­σο πιὸ στε­νὸς ἦ­ταν ὁ τό­πος, τό­σο βα­θύ­τε­ρες οἱ ρί­ζες του. Ὅ­πως ἕ­να θε­ό­ρα­το πλα­τά­νι στὴ μέ­ση μιᾶς μι­κρῆς αὐ­λῆς. Ἀλ­λὰ αὐ­λὲς καὶ πλα­τά­νια δὲν ὑ­πάρ­χουν πλέ­ον.

       Πέ­ρυ­σι τὸ κα­λο­καί­ρι, πῆ­γα νὰ ξε­να­γή­σω λί­γους φί­λους στὸν βυ­ζαν­τι­νὸ πλα­τα­νώ­να τοῦ Ἁι-Γιά­ννη, ἔ­ξω ἀ­π’ ­τὸ χω­ριό μας, ὅ­που μοῦ ἀ­να­λο­γοῦν λί­γα προ­πα­το­ρι­κὰ στρέμ­μα­τα μὲ συ­κι­ές καὶ λι­ό­δεν­τρα. Ἡ θαυ­μά­σια θέ­ση εἶ­χε τε­λεί­ως ἀ­πο­ξε­ρα­θεῖ. Τὰ γι­γάν­τια πλα­τά­νια ἑ­τοι­μόρ­ρο­πα, που­θε­νὰ νε­ρό.

Α­ll c­h­a­n­g­ed, c­h­a­n­g­ed u­t­t­e­r­ly:

A t­e­r­r­i­b­le b­e­a­u­ty is b­o­rn.


       Εἴ­χα­με ἀ­κού­σει πὼς θὰ ὑ­πῆρ­χε πάν­τα μί­α τρο­με­ρὴ ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὴν κα­ρα­δο­κού­σα­με γιὰ νὰ γί­νου­με ποι­η­τές. Οἱ ἀλ­λα­γὲς δὲν μᾶς ἔ­καμ­πταν, πι­στεύ­α­με στὴν ἀ­ναλ­λοί­ω­τη ἀ­λή­θεια.

       Ἡ ὑ­πό­κω­φη με­τα­βο­λὴ τῶν πό­λε­ων μπο­ρεῖ μὲ τὰ πολ­λὰ νὰ συ­νη­θί­ζε­ται, ὅ­πως ἡ αὐ­ξο­μεί­ω­ση τοῦ βή­μα­τος ἀ­να­λό­γως τοῦ ὕ­ψους τῶν σκα­λο­πα­τι­ῶν. Τὸ φυ­σι­κὸ ἐ­ξό­χω­ρο ὅ­μως, ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ τὴν ὑ­πο­γρα­φὴ τοῦ αἰ­ώ­νιου, σὲ φέρ­νει κα­τα­πρό­σω­πο μὲ τὸ νό­η­μα τῶν λέ­ξε­ων, ποὺ δὲν ἔ­χουν πιὰ κα­νέ­να νό­η­μα : U­t­t­e­r­ly= ὁ­λο­σχε­ρῶς, ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου.


Ὅ­λα ἄλ­λα­ξαν, ἄλ­λα­ξαν ὁ­λο­σχε­ρῶς:

Μιὰ τρο­με­ρὴ ὀ­μορ­φιὰ ἦρ­θε στὸν κό­σμο.

 

Πο­τὲ δὲν εἶ­χα φαν­τα­σθεῖ πὼς οἱ λέ­ξεις θὰ κα­τέ­λη­γαν νὰ μὴν ἔ­χουν κα­νέ­να νό­η­μα γιὰ μᾶς, πα­ρ’ ­ὅ­λον ὅ­τι νο­μί­ζου­με πὼς τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με μὲ νό­η­μα.

       Ὁ ἄν­θρω­πος σή­με­ρα εἶ­ναι σὰν νὰ ψά­χνει κά­τι πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα, δη­λα­δὴ κά­τι πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, μι­λών­τας ἀ­στα­μά­τη­τα. Σὰν νὰ ξέ­ρει ὅ­τι δὲν ἀρ­κοῦν πιὰ οἱ λέ­ξεις. Μι­λή­θη­καν. Ὅ,τι εἶ­χαν νὰ δώ­σουν, τὸ ἔ­δω­σαν. Κα­νεὶς πλέ­ον δὲν νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὶς λέ­ξεις. Κι ὅ­σοι ἐ­πι­μέ­νουν, δὲν ξέ­ρουν γιὰ τί πράγ­μα νοι­ά­ζον­ται.


       Ἡ τρο­με­ρὴ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ κό­σμου.


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α: Με­ρι­κὰ Με­ρι­κά, Ἴν­δι­κτος, 2010), Με­ρη­σα­ήρ, Εἱρ­μοὶ Νε­κρώ­σι­μοι (Με­λά­νι, 2013), Καυ­σο­κα­λύ­βης (Νε­φέ­λη, 2014). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008).



		

	

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Τὰ Ἄσπρα Σώβρακα τῆς Ἱστορίας


04-Gkospontinof,Gk.-TaAspraSobrakaTisIstorias-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Τὰ Ἄ­σπρα Σώ­βρα­κα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας

(Белите Гащи на Историята)


14-Alpha-Century_Mag_Illuminated_A_CuypΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ξε­κι­νᾶ καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ ἕ­να τί­πο­τα καὶ χω­ρὶς κα­μί­α μπου­γά­δα. Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν κά­που στὰ τέ­λη τοῦ ’70 ἐ­πει­δὴ θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι ἤ­μουν πιὰ 9-10 χρο­νῶν καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό, ζού­σα­με σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι μὲ αὐ­λή, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς μι­κρό­τε­ρες πό­λεις τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, ποὺ βρί­σκε­ται στὴ σκιὰ τοῦ πιὸ μι­κροῦ βουλ­γα­ρι­κοῦ βου­νοῦ, τοῦ Σα­κάρ. Κά­πο­τε ἡ μι­κρὴ πό­λη ἦ­ταν ξα­κου­στή, δι­ό­τι σὲ αὐ­τὴν οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­ξέ­τρε­φαν κα­μῆ­λες ἀν­τὶ γιὰ γα­ϊ­δού­ρια ἢ ἄλ­λα ὑ­πο­ζύ­για, ὅ­μως ἡ τε­λευ­ταί­α κα­μή­λα θὰ πρέ­πει νὰ πέ­θα­νε ἐ­κεῖ γύ­ρω στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60. Ζού­σα­με σὲ τού­τη τὴ μι­κρὴ πό­λη δί­πλα στὸ πιὸ μι­κρὸ βου­νὸ (μι­κρό, ἀλ­λὰ βου­νό, ἔ­λε­γε ὁ κό­σμος) σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι μὲ δῶ­μα καὶ προ­θά­λα­μο καὶ αὐ­λί­τσα μὲ βρα­γι­ὲς ντο­μά­τες, δύ­ο κε­ρα­σι­ὲς δί­πλα στὸν φρά­χτη, ἀ­νά­με­σα στὶς ὁ­ποῖ­ες κρε­μό­ταν τὸ σκοι­νὶ γιὰ τὸ ἅ­πλω­μα τῆς μπου­γά­δας, καὶ ἕ­ναν κου­βὰ μὲ ὀλ­λαν­δι­κὰ λου­λού­δια (τὸ κα­μά­ρι τῆς μά­νας μου, μὼβ πρὸς ἴν­τιγ­κο).

       Μιὰ μέ­ρα ὁ πα­τέ­ρας μου ἅ­πλω­νε στὴν αὐ­λὴ ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο κε­ρα­σι­ές, ὅ­ταν στὴν πε­ρί­φρα­ξη πλη­σί­α­σε ὁ δι­πλα­νός μας, ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Δι­πλα­νός, δὲν εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ ται­ριά­ζει γιὰ τὸν μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς ἑ­βδο­μην­τά­ρης, γεν­νη­μέ­νος ἀ­ρι­στο­κρά­της, ὁ κα­λύ­τε­ρος δι­κη­γό­ρος στὴ μι­κρὴ πό­λη. Φο­ροῦ­σε μιὰ θρυ­λι­κὴ ρόμ­πα καὶ εἶ­χε τὸ πα­ρω­νύ­μιο Μπαλ­ζάκ. Τὸ πα­ρω­νύ­μιο ὀ­φει­λό­ταν ἐν μέ­ρει στὸ ὅ­τι ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν γνώ­ρι­ζε τέ­λεια γαλ­λι­κὰ καὶ εἶ­χε δι­α­βά­σει στὸ πρω­τό­τυ­πο ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε γρά­ψει ὁ Μπαλ­ζάκ. Γε­γο­νὸς μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔμ­παι­νε πά­ραυ­τα στὴν το­πι­κὴ βί­βλο τῶν κα­τορ­θω­μά­των καὶ πο­λὺ δύ­σκο­λα κά­ποι­ος, κά­πο­τε, θὰ τὸν με­τα­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Καὶ τί ξέ­ρα­με τό­τε γιὰ τὸν Μπαλ­ζάκ; Ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε με­γά­λος ἐ­ρα­στὴς καὶ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φὲ ἐ­νῶ ἔ­γρα­φε. Ἢ ὅ­τι ἔ­γρα­φε πο­λὺ ἐ­νῶ ἔ­πι­νε κα­φέ. Ὅ­πως καὶ νά ’χει, στὸ κε­φά­λι μου ἔ­μει­νε ἀ­πὸ τό­τε ὁ ἀ­ριθ­μὸς 42. Τώ­ρα, αὐ­τὸ ἦ­ταν 42 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἢ 42 κα­φέ­δες τὴν ἡ­μέ­ρα, δὲ θυ­μᾶ­μαι, ὅ­μως καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις τὰ νού­με­ρα προ­κα­λοῦ­σαν τὸν σε­βα­σμό. Καὶ αὐ­τὸς ὁ σε­βα­σμὸς με­τα­φε­ρό­ταν στὸν μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Πα­ρα­τη­ρῆ­στε, ὅ­τι κα­νεὶς δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε μπάρ­μπα-Κώ­στα, ἢ ἀ­κό­μα πιὸ χυ­δαῖα μπάρ­μπα-Κῶ­τσο. Ὄ­χι, αὐ­τὸς ἦ­ταν καὶ πα­ρέ­μει­νε ὣς τὸ τέ­λος ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν ὁ Μπαλ­ζάκ. Τὸ νὰ φο­ρᾶς ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ ρόμ­πα, τό­τε ποὺ εἶ­χαν σὲ ἐ­κτί­μη­ση τὸ ἀ­δι­ά­βρο­χο, τὸ γού­νι­νο παλ­τὸ καὶ τὸ που­λό­βερ, ἦ­ταν ζή­τη­μα τι­μῆς καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, ἕ­να στοι­χεῖ­ο ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας. Καὶ ἕ­ως σή­με­ρα τὴ θυ­μᾶ­μαι – μα­κριὰ κα­φε­τιὰ ρόμ­πα μὲ ἔν­το­νη γκρί­ζα μπορ­ντού­ρα γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ πέ­τα, μὲ τρί­α με­γά­λα σεν­τε­φέ­νια κουμ­πιὰ καὶ ζω­νού­λα, ἡ ὁ­ποί­α κα­τέ­λη­γε σὲ φοῦν­τες ποὺ θύ­μι­ζαν τὸ τε­λεί­ω­μα τῆς οὐ­ρᾶς τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ.

       Αὐ­τὴ ἡ ρόμ­πα τὸν ἔ­κα­νε νὰ φαί­νε­ται ὕ­πο­πτος μπρο­στὰ στὰ μά­τια τοῦ γεί­το­να ἐ­ξ’ ἀ­ρι­στε­ρῶν μας – ἑ­νὸς πο­λι­το­φύ­λα­κα ποὺ ἔ­φτα­σε λο­χί­ας, τὸν ὁ­ποῖ­ο φώ­να­ζαν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­λο­δι­κή του ἐ­πί­μο­νη θέ­λη­ση) καὶ γιὰ συν­το­μί­α Τσε­κα­τζή[1], ἐ­νῶ, ὅ­ταν δὲν ἤ­τα­νε κον­τά, Κα­ρα­βα­νά. Ἦ­ταν ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς πο­λι­το­φύ­λα­κες, τοὺς ὁ­ποί­ους πο­τὲ δὲν θὰ ἔ­βλε­πες δί­χως στο­λή, καὶ μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου βά­ζα­με κρυ­φὰ στοί­χη­μα ὅ­τι ἔ­χει στο­λὴ πι­τζά­μα μὲ ἐ­πω­μί­δες καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη γιὰ πι­στο­λά­κι νυ­κτός. Ὁ ἀ­δελ­φός μου ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ἐ­πί­σης, ὅ­τι σί­γου­ρα κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ πη­λί­κιο, κα­θώς, ὅ­ταν τὸ βρά­δυ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται κά­ποι­ον ὑ­πο­λο­χα­γὸ (καὶ τί ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἕ­νας λο­χί­ας) εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν κα­νο­νι­σμὸ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σει, καὶ ἡ ἀ­πό­δο­ση τι­μῆς χω­ρὶς τὸ πη­λί­κιο εἶ­ναι ἀ­πρέ­πεια, αὐ­τὸ κι ἐ­γὼ τὸ ἤ­ξε­ρα. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους, εἶ­χε βά­λει νὰ τοῦ γρά­ψουν μὲ κόκ­κι­να γράμ­μα­τα «ὁ Τσε­κα­τζὴς πρέ­πει νὰ ἔ­χει ψυ­χρὴ λο­γι­κή, φλο­γε­ρὴ καρ­διὰ καὶ κα­θα­ρὰ χέ­ρια» καὶ ἀ­πὸ κά­τω – Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς Ντζερ­ζίν­σκι. Ἕ­να σε­πτεμ­βρι­ά­τι­κο βρά­δυ κά­ποι­ος ἔ­σβη­σε τὸ «ψὺ» ἀ­πὸ τὸ «ψυ­χρὴ» καὶ τὸ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε μὲ τὸ «αἴσ» καὶ ἀ­πὸ τό­τε ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς ἔ­γι­νε ἄ­κρως κα­χύ­πο­πτος μὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν πό­λη καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα μὲ τοὺς γεί­το­νές του. Λε­γό­ταν, ὅ­τι ὅ­λο το φθι­νό­πω­ρο δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ε στὴν αὐ­λὴ καὶ ἕ­ως ὅ­του πέ­σει τὸ πρῶ­το χι­ό­νι κοι­μό­ταν ἔ­ξω, μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα, ἐ­πει­δὴ στὸ ἐγ­χει­ρί­διο ἐγ­κλη­μα­το­λο­γί­ας, ἔ­γρα­φε, ὅ­τι ὁ ἐγ­κλη­μα­τί­ας ἐ­πι­στρέ­φει πάν­τα στὸν τό­πο τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος, ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α.

       Καὶ ἔ­τσι, τὸ σπί­τι μας βρι­σκό­ταν στὴ νε­κρὴ ζώ­νη ἀ­νά­με­σα στὸ σπί­τι τοῦ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ) καὶ στὸ σπί­τι τοῦ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν τοῦ Μπαλ­ζὰκ (στὰ δε­ξιά). Καὶ τὰ τρί­α σπί­τια, στὸ κέν­τρο ἑ­νὸς δρό­μου μὲ τὸ ἠ­χη­ρὸ ὄ­νο­μα Σερ­γκί­εν­κο. Καὶ ἐ­νῶ γιὰ τὸν Μπαλ­ζὰκ γνω­ρί­ζα­με τί καὶ πῶς, γιὰ τὸ Σερ­γκί­εν­κο ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα δὲν ἔ­χω τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἰ­δέ­α, καὶ συ­νε­πῶς, πα­ρα­κα­λῶ ἐν­τε­λῶς σο­βα­ρά, ἂν κά­ποι­ος ξέ­ρει κά­τι γι’ αὐ­τό, ἂς ἐ­νη­με­ρώ­σει, θὰ χα­ρῶ νὰ τὸ μά­θω. Δι­ό­τι εἶ­μαι πε­πει­σμέ­νος, ὅ­τι κα­νέ­να ὄ­νο­μα δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο, εἰ­δι­κά το ὄ­νο­μα τοῦ δρό­μου ὅ­που με­γά­λω­σες – εἴ­τε εἶ­ναι Σερ­γκί­εν­κο, Μα­κά­ρεν­κο ἢ Κρι­βο­λάκ, ἔ­χει τὴ ση­μα­σί­α του στὴ δι­ά­πλα­ση τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας.


       Ὁ­ρί­στε, μνη­μο­νεύ­εις τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπαλ­ζὰκ καὶ πα­ρα­σύ­ρε­σαι σὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες.


       Μιὰ μέ­ρα, λοι­πόν, ὁ πα­τέ­ρας μου ἅ­πλω­νε στὴν αὐ­λὴ ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο κε­ρα­σι­ές, ὅ­ταν ὁ Μπαλ­ζὰκ πλη­σί­α­σε στὴν πε­ρί­φρα­ξη. Στά­θη­κε στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά της, μέ­σα στὴ σε­βά­σμια ρόμ­πα του καὶ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­νι­ω­σε ἄ­βο­λα ἔ­τσι ποὺ ἦ­ταν μὲ τὴ λε­κά­νη, φο­ρών­τας φα­νέ­λα καὶ μὲ ἕ­να κορ­δό­νι μὲ μαν­τα­λά­κια πε­ρα­σμέ­νο στὸν ὦ­μο. Τό­τε ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν σι­γά, ἀλ­λὰ αὐ­στη­ρά, τοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σω­στὸ με­γά­λος ἄν­τρας καὶ λε­βέν­της νὰ ντρο­πι­ά­ζε­ται μὲ τὴ λε­κά­νη καὶ νὰ βά­ζει μαν­τα­λά­κια, μέ­ρα με­ση­μέ­ρι, σὰν κά­ποι­α κο­πε­λού­δα. Καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὴ νύ­χτα. Ἔ­πρε­πε, μὲ κά­ποι­ο τρό­πο νὰ πε­ρά­σει ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὴ Σκύλ­λα τοῦ μπάρ­μπα-Κων­σταν­τὶν καὶ τὴ Χά­ρυ­βδη τῆς μά­νας μου.

       Τὸν σκέ­φτο­μαι, νὰ κρα­τᾶ τὸν φα­κὸ ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια, ἀ­λη­θι­νὸ φό­βη­τρο γιὰ τὶς γά­τες καὶ νὰ ξε­γλι­στρά­ει μὲ τὴ με­γά­λη τσίγ­κι­νη λε­κά­νη πρὸς τὴν ἁ­πλώ­στρα, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸν φρά­χτη τοῦ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Καὶ ποι­ὸς ξέ­ρει γιὰ πό­σο και­ρὸ θὰ συ­νε­χι­ζό­ταν αὐ­τό, ἂν ἕ­να βρά­δυ ὁ ξά­γρυ­πνος Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς δὲν δι­έ­κρι­νε τὸν ὕ­πο­πτο φω­τι­σμό. Αὐ­τός, σὰν ἔμ­πει­ρος Τσε­κα­τζὴς δὲν ρί­χτη­κε κα­τα­πά­νω του ἀ­μέ­σως, πα­ρὰ μό­νο ἔ­τρι­ψε τὰ κα­θα­ρά του χέ­ρια, λέ­γον­τας: ἔ, Μπαλ­ζά­κο, τώ­ρα θὰ σὲ κά­νω νὰ με­τα­νι­ώ­σεις μα­ζὶ μὲ ὅ­λο σου τὸ σό­ι. Ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι ὁ γε­ρὸ-μπουρ­ζου­άς, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ἔ­λε­γε, σκά­λι­ζε τὴ νύ­χτα στὴν αὐ­λὴ σὰν πον­τι­κός, γιὰ νὰ κρύ­ψει πό­τε κά­ποι­ον πο­λυ­γρα­φά­κο, πό­τε πε­ρί­στρο­φα, ἀ­κό­μη ἴ­σως καὶ λα­θραῖ­ο λά­δι· ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ὑ­πῆρ­χε με­γά­λο ζό­ρι μὲ τὸ λά­δι. (Ἐ­τοῦ­τες οἱ ρόμ­πες πῶς ἀ­γο­ρά­ζον­ται, ἐ;). Τὴν ἑ­πό­με­νη νύ­χτα, μιὰ βι­α­στι­κὰ σχη­μα­τι­σμέ­νη ὁ­μά­δα κρού­σης, ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις πο­λι­το­φύ­λα­κες (τό­σους δι­έ­θε­τε ἡ μι­κρὴ πό­λη) ὑ­πὸ τὴ δι­οί­κη­ση τοῦ ἴ­διου του Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς ἔ­λα­βε θέ­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ σπί­τια μας. Ὅ­μως, ὅ­λη νύ­χτα δὲν φά­νη­κε κα­νεὶς (ἡ μά­να μου δὲν ἐ­πλέ­νε κά­θε μέ­ρα) καὶ ἔ­τσι τὸ χά­ρα­μα, ἡ ὁ­μά­δα πά­λι συ­νω­μο­τι­κά, σκορ­πί­στη­κε. Αὐ­τὸ ἐ­πα­να­λή­φθη­κε καὶ τὴ δεύ­τε­ρη βρα­διά. Ἐ­νῶ γιὰ τὴν τρί­τη, ὁ Τσε­κα­τζὴς κου­βά­λη­σε ἀ­πὸ τὸ Ἔλ­χο­βο πραγ­μα­τι­κὸ ὑ­πη­ρε­σια­κὸ σκύ­λο. Γύ­ρω στὰ με­σά­νυ­χτα, ὁ πα­τέ­ρας μου βγῆ­κε μὲ τὴ λε­κά­νη, ξε­γλί­στρη­σε ὣς τὴν ἁ­πλώ­στρα, ἄ­να­ψε τὸν μι­κρὸ φα­κὸ καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ σκύ­λος γά­βγι­σε, οἱ προ­βο­λεῖς ἄ­να­ψαν καὶ τέσ­σε­ρις πο­λι­το­φύ­λα­κες μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς, τὸν πε­ρι­κύ­κλω­σαν.

       Φαν­τα­στεῖ­τε τώ­ρα ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ μνη­μει­ώ­δη καὶ ζω­η­ρὴ εἰ­κό­να. Ὁ σκύ­λος μὲ τὸ στό­μα ποὺ ἔ­χα­σκε, τό­νι­ζε τὴν πε­ρί­στα­ση. Τέσ­σε­ρις φι­γοῦ­ρες πο­λι­το­φυ­λά­κων μὲ στραμ­μέ­νους προ­βο­λεῖς. Λί­γο πιὸ μπρο­στὰ ἀ­π’ αὐ­τούς, ἡ ὁρ­μη­τι­κὴ φι­γού­ρα τοῦ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς κά­πως γερ­τὴ πρὸς τὰ ἐμ­πρός, μὲ πι­στό­λι στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ τὸ ἄλ­λο τεν­τω­μέ­νο ἀ­φύ­σι­κα πρὸς τὰ πί­σω, ὅ­πως ἄν­θρω­πος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ρί­ξει χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τὸν χτύ­πη­σε ὀ­βί­δα. Καὶ τέ­λος ὁ πα­τέ­ρας μου, μὲ πε­σμέ­νη λε­κά­νη, φο­ρών­τας ἄ­σπρα σώ­βρα­κα καὶ τὴ φυ­σιγ­γι­ο­θή­κη ἀ­πὸ μαν­τα­λά­κια πε­ρα­σμέ­νη στὸν ὦ­μο. Μπο­ροῦ­σα ἄ­νε­τα νὰ βολ­τά­ρω ἀ­νά­με­σα σὲ αὐ­τὲς τὶς φι­γοῦ­ρες καὶ νὰ τὶς τσιγ­κλί­ζω μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Φω­τί­στη­καν τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν γει­το­νι­κῶν σπι­τι­ῶν, ἐ­μεῖς, μὲ τὸν ἀ­δε­φό μου καὶ τὴ μά­να μου πη­δή­ξα­με στὸ κα­τώ­φλι. Τὸ ἑ­πό­με­νο δευ­τε­ρό­λε­πτο, ὅ­ταν οἱ φι­γοῦ­ρες ζων­τά­νε­ψαν καὶ ἡ εἰ­κό­να δι­α­λύ­θη­κε, ὁ Φέ­λιξ μουρ­μού­ρι­σε κά­τι σὰν συγ­γνώ­μη, ὁ πα­τέ­ρας μου σύρ­θη­κε χω­ρὶς λε­κά­νη στὸ σπί­τι καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ κλει­δώ­σα­με τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ νύ­χτα ὁ πα­τέ­ρας μου μά­ζε­ψε κου­ρά­γιο καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε στὴ μά­να μου ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ ξα­να­πλώ­σει καὶ τρεῖς μέ­ρες δὲν βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς φορ­τώ­θη­κε ἀ­μέ­σως μὲ με­ρι­κὰ και­νούρ­για πα­ρα­τσού­κλια. Ἐ­νῶ ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν κου­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: ἀν­θρώ­πι­νη κω­μω­δί­α, ἀν­θρώ­πι­νη κω­μω­δί­α…


       Αὐ­τὸ εἶ­ναι. Ποι­ὰ ἄλ­λη θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἀ­φοῦ συ­νέ­βη στὰ τέ­λη τοῦ ’70 σὲ μιὰ μι­κρὴ πό­λη, δί­πλα σε ἕ­να μι­κρό (το πιὸ μι­κρὸ) βου­νό, σὲ ἕ­να μι­κρὸ δρό­μο μὲ τὸ πομ­πῶ­δες ὄ­νο­μα Σερ­γκί­εν­κο, στὴν οὐ­δέ­τε­ρη ζώ­νη ἀ­νά­με­σα στὸν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ) καὶ στὸν Μπαλ­ζὰκ (στὰ δε­ξιά). Μό­νο σὲ τέ­τοι­α μέ­ρη καὶ σὲ τέ­τοι­ες στιγ­μές, με­τα­ξὺ στο­λῆς πο­λι­το­φύ­λα­κα καὶ μπουρ­ζου­α­ζι­κὴς ρόμ­πας, μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με γιὰ λί­γο το ἀ­λη­θι­νὸ πρό­σω­πο τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Μᾶλ­λον, ὄ­χι τὸ πρό­σω­πο, ἀλ­λὰ κα­τ’ εὐ­θεί­αν τα ἄ­σπρα σώ­βρα­κά της. Τί πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ροῦ­με νὰ θέ­λου­με.

1996


[1] ΣτΜ. — Ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς Ντζερ­ζίν­σκι (Фе́ликс Эдму́ндович Дзер­жи́н­ский, 1877-1926) ἦ­ταν ἡ­γε­τι­κὸ στέ­λε­χος τοῦ πο­λω­νι­κοῦ καὶ τοῦ ρω­σι­κοῦ ἐ­πα­να­στα­τι­κοῦ κι­νή­μα­τος. Τὸ ὄ­νο­μά του συν­δέ­θη­κε μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τῆς μυ­στι­κῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας τῶν μπολ­σε­βί­κων, στὶς 19 Δε­κεμ­βρί­ου 1917, ποὺ εἶ­χε ἀ­να­λά­βει νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν τά­ξη καὶ τὰ κε­κτη­μέ­να τῆς Ὀ­κτω­βρια­νῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας ἀν­τε­πα­να­στα­τι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ δο­λι­ο­φθο­ρὲς ἐ­νάν­τια στὸ Σο­βι­ε­τι­κὸ σο­σι­α­λι­στι­κὸ κρά­τος. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­δί­στα­κτη μυ­στι­κὴ ἀ­στυ­νο­μί­α ποὺ εἶ­χε τὴ δο­μὴ πο­λι­το­φυ­λα­κῆς, ὀ­νο­μα­ζό­ταν «Τσε­κᾶ» (ЧК) ἀ­πὸ τὰ ἀρ­χι­κά των λέ­ξε­ων «Чрезвычайная Комиссия» καὶ ἐ­πι­δό­θη­κε σὲ ἕ­να ἀ­νε­λέ­η­το κυ­νή­γι τῶν ἀν­τι­φρο­νούν­των καὶ τῶν λοι­πῶν «ἐ­χθρῶν του Λα­οῦ» ἐν­τὸς καὶ ἐ­κτός των συ­νό­ρων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γά­ρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).



		

	
Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 535 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.