Μιχαὴλ Μήτρας: Ἡ ἐκδοχὴ μιᾶς συνάντησης


Mitras,Michail-IEkdochiMiasSynantisis-Eikona-02


Μιχαὴλ Μήτρας


Ἡ ἐκ­δο­χὴ μιᾶς συ­νάν­τη­σης


ΗΜΕΡΑ βρο­χε­ρὴ μὲ γκρί­ζο φῶς πί­σω ἀ­π’ τὸ τζά­μι τῆς κα­φε­τέ­ριας


Βγά­ζον­τας ἀρ­γὰ τὰ μαῦ­ρα της γάν­τια τὸν κοί­τα­ξε


Ἕ­νας ἀ­δέ­ξιος δι­ά­λο­γος μὲ δι­α­στή­μα­τα σι­ω­πῆς καὶ βλέμ­μα­τα


Στὸ φλυ­τζά­νι πά­γω­νε τὸ τσά­ι, μὲ χρῶ­μα ποὺ σκού­ραι­νε


Ἕ­νας συ­νε­χὴς θό­ρυ­βος: συ­νο­μι­λί­ες, σερ­βι­ρί­σμα­τα, τη­λε­ο­πτι­κὸ ρε­πορ­τὰζ γιὰ τὸν πό­λε­μο, κι­νη­τὰ τη­λέ­φω­να, μαρ­σά­ρι­σμα μο­το­συ­κλέ­τας


«Δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ νο­μί­ζεις», τοῦ εἶ­πε χα­μη­λό­φω­να


Ἔ­νι­ω­σε σὰν νὰ βρι­σκό­ταν σὲ ἄ­δει­ο δω­μά­τιο


Πρὸς στιγ­μὴν τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή του ἡ πρω­το­σέ­λι­δη εἴ­δη­ση τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ποὺ δι­ά­βα­ζε κά­ποι­ος δί­πλα τους


Μιὰ φω­τει­νὴ λω­ρί­δα στὸ δά­πε­δο


Ὅ­πως ἡ αἰφ­νι­δι­α­στι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση ἑ­νὸς γε­γο­νό­τος: πρὶν δε­κα­ο­κτὼ χρό­νια σὲ ὑ­πε­ρα­στι­κὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, δι­α­σχί­ζον­τας τὸ ὀ­ρει­νὸ το­πί­ο ἑ­νὸς νη­σιοῦ κα­θὼς τέ­λει­ω­νε τὸ κα­λο­καί­ρι


Ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα ἔ­βγα­λε τὸ κρα­γιὸν κι ἄρ­χι­σε νὰ βά­φει τὰ χεί­λη της, κλεί­νον­τας τὰ μά­τια


Κα­θὼς ἡ πό­λη ἔ­παιρ­νε τὴ νυ­χτε­ρι­νή της ὄ­ψη


Τὸ πρω­ὶ τῆς ἴ­διας μέ­ρας στὴν μπὲζ ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ γρα­φεί­ου, ὅ­ταν τῆς τη­λε­φώ­νη­σε κι ἐ­κεί­νη δί­στα­ζε


«Μή­πως αὔ­ριο τὸ ἀ­πό­γευ­μα;», ἄ­κου­σε τὴ φω­νή του ἀλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­δη­μο­νί­α


Στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ ἀ­σαν­σὲρ εἶ­δε τὰ πρό­σω­πά τους, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­φύ­γουν τὸ βλέμ­μα του


Βγῆ­κε στὸν δρό­μο καὶ μὲ γρή­γο­ρο βη­μα­τι­σμὸ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε γιὰ ὧ­ρες στὴν πό­λη, φαν­τα­σι­ώ­νον­τας ἐκ­δο­χὲς τῆς αὐ­ρια­νῆς τους συ­νάν­τη­σης


Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ἐ­κεί­νη ἦρ­θε φο­ρών­τας γυα­λιὰ ἡ­λί­ου, κι ἂς ἦ­ταν προ­χω­ρη­μέ­νο ἀ­πό­γευ­μα


Ἡ ἁ­φὴ τοῦ δέρ­μα­τος σὲ μιὰ χει­ρα­ψί­α ἀ­να­δρο­μι­κῆς οἰ­κει­ό­τη­τας


Πα­ρα­τή­ρη­σε τὰ μαλ­λιά της ὑ­γρὰ ἀ­π’ τὴ βρο­χή


«Ποῦ τὸ θυ­μή­θη­κες τώ­ρα αὐ­τό,..», εἶ­πε σχε­δὸν ἐ­νο­χλη­μέ­νη


Ἡ εἰ­κό­να ἑ­νὸς ἀν­θι­σμέ­νου κή­που πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ μυα­λό του ἀ­στρα­πια­ῖα, γιὰ ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει ἀ­μέ­σως με­τὰ ἡ εἰ­κό­να μιᾶς βρα­χώ­δους ἀ­κτῆς


Βγαί­νον­τας ἀ­π’ τὸν κλει­στὸ χῶ­ρο, δι­α­πί­στω­σαν ὅ­τι ἡ βρο­χὴ εἶ­χε στα­μα­τή­σει κι ἐ­κεῖ­νος πρό­τει­νε νὰ βα­δί­σουν μὲς στὴ νύ­χτα


Ὁ θό­ρυ­βος ἑ­νὸς αὐ­το­κι­νή­του τὸν ἐμ­πό­δι­σε ν’ ἀ­κού­σει τὴν ἀ­πάν­τη­σή της


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μι­χα­ὴλ Μή­τρας, Μη­χα­νὴ Ἀ­να­ζή­τη­σης, πε­ζο-γρα­φή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2008.

Μι­χα­ὴλ Μή­τρας (Βό­λος, 1944). Ποί­η­ση, πεζογραφία, δι­ή­γη­μα, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση, m­a­il a­rt. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Ρα­δι­ο­σκη­νο­θε­σί­α στὸ Λον­δί­νο. Συ­νερ­γά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Χρο­νι­κό, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Φανταστικὴ νουβέλα (πεζογραφία, 1972).



		

	

Εὐγένιος Μάϊζελ (Евгений Майзель): Ὁ θάνατος τοῦ Κωνσταντίνου


Maizel,Eygenios-OThanatosTouKonstantinou-Eikona-01


Εὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель)

 

Ὁ θά­να­τος τοῦ Κων­σταν­τί­νου

(Смерть Константина)


06-Epsilon-423px-T2JB188_-_Jungle_Book_capital_BΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς μου, περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Κόρ­κι­νο.

Ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σα κά­ποι­ον νὰ φω­νά­ζει πί­σω μου : Κώ­στα! Κώ­στα!

       Ἐφ΄ὅ­σον δὲν ἔ­νι­ω­θα ἀρ­κε­τὰ Κώ­στας, σκέ­φθη­κα, ὅ­τι θὰ ἦ­ταν φρό­νι­μο νὰ μὴ ἀ­παν­τή­σω.

       Συ­νέ­χι­σα νὰ περ­πα­τά­ω. Ὄ­μορ­φη βρα­διά, ἥ­συ­χη, ψυ­χὴ ζῶ­σα τρι­γύ­ρω. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­στη­κε κά­τι σὰν ρι­πὲς αὐ­το­μά­του, ὅ­πως στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ παι­χνί­δια. Γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι: στὴν πόρ­τα τῆς μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νης κα­λύ­βας στε­κό­ταν ἕ­να κο­ρι­τσά­κι καὶ μὲ πυ­ρο­βο­λοῦ­σε στὰ σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ ἕ­να παι­δι­κὸ του­φέ­κι μὲ τη­λε­στό­χα­στρο.

       Ἔ­πε­σα μὲ τὰ μοῦ­τρα κά­τω, στὸ χαν­τά­κι, ὅ­σο πιὸ φυ­σι­κὰ μπο­ροῦ­σα καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα μὲ τὸ ἕ­να μά­τι μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα: τί θὰ κά­νει ἄ­ρα­γε; Κι ἐ­κεῖ­νο μὲ κοί­τα­ξε ἀ­η­δι­α­σμέ­νο, σὰν νὰ πά­τη­σε σκου­λή­κι, κα­τέ­βα­σε τὸ του­φέ­κι καὶ μπῆ­κε στὴν κα­λύ­βα του.

       Ἀ­φοῦ πε­ρί­με­να εὐ­γε­νι­κὰ λί­γη ὥ­ρα, ση­κώ­θη­κα, τί­να­ξα τὰ ροῦ­χα καὶ συ­νέ­χι­σα τὸ δρό­μο μου.

       Κά­τι σὰν νὰ κό­πη­κε, ὁ Κών­στα­ντῖ­νος πέ­θα­νε μέ­σα μου ὁ­ρι­στι­κά.

       Ἔ­φτα­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σὲ μαῦ­ρο χά­λι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή О­ч­е­нь к­о­р­о­т­к­ие т­е­к­с­ты: В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. – М.: Н­ЛО, 2000. (Πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να. Προ­σπά­θεια Ἀν­θο­λό­γη­σης, Μό­σχα, Ἔκδ. ΝΛΟ, 2000).

Eugeni MaizelΕὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель) (γεν. 1973). Ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ πα­νε­πισ­τη­μί­ου τῆς Ἁ­γί­ας Πε­τρού­πο­λης, συμ­με­τεῖ­χε ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ σει­ρὰ ἀ­πὸ δι­α­δι­κτυα­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα. Τακτικὴ συνεργάτιδα τοῦ ἱστολογίου Ἱστορίες Μπονζάι.



		

	

Ἁγνὴ Στρουμπούλη: Πρωινὴ συναυλία

PENTAX Image

 

Ἁ­γνὴ Στρουμ­πού­λη


Πρω­ι­νὴ συ­ναυ­λί­α


01-EpsilonΛΕΝΗ. Ἑ­λέ­νη. Ποῦ εἶ­σαι παι­δί μου…»

Ἔρ­χε­ται μέ­σα ἀ­π’ τὸ πάρ­κο ἡ φω­νὴ σπα­ραγ­μέ­νη καὶ χά­νε­ται.

         «Ἔ­λα κο­ρί­τσι μου…»

         Κα­τα­λα­βαί­νω πὼς ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ψά­χνει τὴν Ἑ­λέ­νη προ­χω­ρά­ει στὰ χα­μέ­να.

         Ὁ ἦ­χος τῆς φω­νῆς φα­νε­ρώ­νει ἐ­πί­γνω­ση τε­ρά­στιας ἀ­πό­στα­σης, ποὺ δὲν ἀν­τέ­χει.

         Γί­νο­μαι σί­γου­ρη πὼς φω­νά­ζει νε­κρή, τὴν κα­λεῖ γιὰ νὰ ὑ­πάρ­ξει ἔ­στω γιὰ λί­γο στὸ κά­λε­σμά του.

         Στὴν ἀρ­χὴ νό­μι­σα πὼς ἦ­ταν φω­νὴ ἄν­τρα, ὕ­στε­ρα μοῦ φά­νη­κε γυ­ναί­κας φω­νή…

         Δὲν ἔ­χει φύ­λο ὁ πό­νος.

         Τρεῖς μέ­ρες τώ­ρα βγαί­νει ἀ­ξη­μέ­ρω­τα καὶ τὴ φω­νά­ζει στὸ ἔ­ρη­μο πάρ­κο, ὅ­ταν οἱ μό­νοι ἦ­χοι εἶ­ναι ἀ­πὸ δε­κο­χτοῦ­ρες καὶ σπο­ρα­δι­κὰ σπουρ­γί­τια.

         Δέ­κα ὀ­χτώ, δέ­κα ὀ­χτώ… μο­νό­το­νο κρώ­ξι­μο· Ἑ­λέ­νη, Ἑ­λέ­νη… ἀλ­λο­παρ­μέ­νη φω­νή· σπουρ­γί­τι, σπουρ­γί­τι…

         Ποι­ός δι­ευ­θύ­νει αὐ­τὴ τὴ μουν­τὴ πρω­ι­νὴ συ­ναυ­λί­α;

         Σι­γὰ σι­γὰ πυ­κνώ­νει ἡ κί­νη­ση δί­πλα στὸ πάρ­κο.

         Ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, ποὺ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα θρι­αμ­βεύ­ει, χω­νεύ­ει κά­θε ξε­χω­ρι­στὴ φω­νὴ σ’ ἕ­ναν ἑ­νια­ῖο συμ­πα­γῆ ἦ­χο.

(1994)

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἡ μύ­γα (μι­κρὰ πε­ζά, ἐκδ. Ἀ­πό­πει­ρα, Ἀ­θή­να, 2004).

Ἁ­γνὴ Στρουμ­πού­λη (Πει­ραι­ᾶς, 1952). Πε­ζο­γρα­φί­α, με­τά­φρα­ση, παι­δι­κὸ βι­βλί­ο. Ἀ­πὸ τὸ 1995 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ λα­ϊ­κὰ πα­ρα­μύ­θια, κά­νει ρα­δι­ό­φω­νο καὶ δί­νει πα­ρα­στά­σεις σ’ ὅ­λη τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δι­δά­σκει τὴν τέ­χνη τῆς ἀ­φή­γη­σης στὸ Δῆ­μο Ἀ­θη­ναί­ων καὶ στὸ Μου­σεῖ­ο Μπε­νά­κη. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Ἡ μύ­γα (μικρὰ πε­ζά, ἐκδ. Ἀ­πό­πει­ρα, Ἀθήνα, 2004).

Φώτης Κόντογλου: Ὁ Ταλιάνης καὶ τὸ μαγαζί του


Kontoglou,Fotis-OTalianisKaiToMagaziTou-Eikona-03


Φώ­της Κόν­το­γλου


Ὁ Τα­λιά­νης καὶ τὸ μα­γα­ζί του


03-SigmaΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ κά­νει κα­νεὶς γνω­ρι­μιὰ μὲ ἀν­θρώπους εἰ­δῶν-εἰ­δῶν. Οἱ πολ­λοὶ ἀ­π’ αὐ­τοὺς ξε­χνι­οῦν­ται, μὰ κά­τι λί­γοι μο­να­χὰ ἀ­πο­μέ­νου­νε μέ­σα στὴν καρ­διά του. Κ’ ἐ­γώ, σὰν ἄν­θρω­πος ποὺ εἶ­μαι, ἔ­δε­σα γνω­ρι­μί­α μὲ κάμ­πο­σους, πολ­λὲς φο­ρὲς χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λω, ἀ­κό­μα καὶ μὲ ἀν­θρώ­πους κα­τα­φρο­νε­μέ­νους, ποὺ τοὺς ἔ­χου­νε οἱ ἄλ­λοι γιὰ τῆς γῆς τὰ κα­τα­κάθια. Καί, μ’ ὅ­λα ταῦ­τα, σὲ κά­τι τέ­τοι­ους βρῆ­κα πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ μαρ­γα­ρι­τά­ρι, ποὺ δὲν τὸ βρί­σκεις σὲ ἀν­θρώ­πους ποὺ ἔ­χου­νε φη­μι­σμέ­νο ὄ­νο­μα κι ἄλ­λα πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ψεύ­τι­κα στο­λί­δια ποὺ τὰ τι­μᾶς. Τοὺς ἀν­θρώ­πους τοὺς τρώ­γει σὰν σα­ρά­κι ἡ μα­νί­α νὰ φαί­νουν­ται σπου­δαῖ­οι καὶ νὰ τοὺς θαυ­μά­ζει ὁ κό­σμος. Σὰν τὰ λου­λού­δια εἶ­ναι κ’ οἱ ἄν­θρω­ποι, ἄλ­λοι ἀ­γα­πᾶ­νε τὰ φαν­τα­χτε­ρὰ τὰ λου­λού­δια, ποὺ τὰ που­λᾶ­νε γιὰ νὰ στο­λί­ζου­νε τὰ τρα­πέ­ζια τους ἢ τὶς κη­δεῖ­ες τους, κι ἄλ­λοι πά­λι, οἱ λι­γο­στοὶ κ’ οἱ φτω­χοὶ σὰν ἐ­μέ­να, ἀ­γα­πᾶ­νε τὰ τα­πει­νὰ τ’ ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα τοῦ βου­νοῦ. Μὰ αὐ­τὰ ἔ­χου­νε τὴ μο­σκο­βο­λιά, ἐ­νῶ τ’ ἄλ­λα, τὰ ἐ­πί­ση­μα, εἶ­ναι σὰν νά ‘­ναι κα­νω­μέ­να ἀ­πὸ χαρ­τὶ κι ἀ­μύ­ρι­στα, μο­νά­χα ποὺ ἔ­χου­νε ἀρ­χον­τι­κιὰ ὄ­ψη καὶ ζω­η­ρὰ χρώ­μα­τα, καὶ κεῖ­να πολ­λὲς φο­ρὲς ψεύ­τι­κα, κα­νω­μέ­να μὲ μπο­γι­ὲς ποὺ τὶς βά­ζου­νε στὴ ρί­ζα τους.

       Θέ­λου­νε νὰ ἔ­χου­νε σπου­δαῖ­α καὶ φαν­τα­χτε­ρὰ πράγ­μα­τα στὰ σπί­τια τους, ἀ­κό­μα καὶ στὰ μνή­μα­τά τους. Γιὰ τοῦ­το, ὅ­ποι­ος δὲν ἔ­χει τέ­τοι­ες ἀ­νό­η­τες ἔ­γνοι­ες, στὰ μά­τια τους εἶ­ναι «πτω­χὸς τῷ πνεύ­μα­τι», ἀ­δι­α­φό­ρε­τος, ἐ­χθρός τῆς προ­ό­δου. Ἕ­νας κου­φι­ο­κε­φα­λά­κης «μον­δέρ­νος» μοῦ εἶ­πε κά­πο­τε: «Μὰ δὲν κα­τα­λά­βα­τε ὅ­τι ὁ πο­λι­τι­σμέ­νος ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει χω­ρὶς τέ­τοι­ες φι­λο­δο­ξί­ες καὶ ὅ­τι ἡ ζω­ὴ μας πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἕ­νας δια­ρκὴς ἀν­τα­γω­νι­σμός;» Ἤ­θε­λα νὰ τοῦ πῶ: «Ἴ­σια-ἴ­σια τὸ κα­τά­λα­βα καὶ γι’ αὐ­τὸ ἀ­πό­μει­να ἔ­τσι ποὺ εἶ­μαι.» Κ’ εἶ­πα μέ­σα μου: «Ἄφες τοὺς νε­κροὺς θά­πτειν τοὺς ἑ­αυ­τῶν νε­κρούς!» Θυ­μή­θη­κα κά­ποι­α λό­για ποὺ μοῦ εἶ­πε μιὰ φο­ρὰ ἕ­νας ἁ­πλὸς κι ἀ­γράμ­μα­τος ἄν­θρω­πος: «Ἡ γῆ γιὰ κα­θε­αυ­τοῦ δι­κά της παι­διὰ ἔ­χει τ’ ἄ­γρια τὰ χορ­τά­ρια. Τ’ ἄλ­λα, ποὺ τὰ ἡ­μέ­ρε­ψε ὁ ἄν­θρω­πος, τά ‘­χει γιὰ προ­γό­νια της. Γι’ αὐ­τὸ θε­ρι­εύ­ου­νε τ’ ἀ­λη­θι­νά τὰ παι­διά της καὶ πνι­γοῦ­νε τὰ προ­γό­νια, κι ὁ ἄν­θρω­πος τὰ ξεβο­τα­νί­ζει. Μὲ τὸν και­ρὸ τὰ προ­γό­νια αὐ­τά, δη­λα­δὴ τὰ ἥ­με­ρα, γυ­ρί­ζου­νε στὸ φυ­σι­κό τους κι ἀ­γρι­εύ­ου­νε καὶ γί­νουν­ται πά­λι ἀ­λη­θι­νὰ παι­διὰ τῆς γῆς, για­τί ἡ μάν­να τους τὰ θέ­λει ἄ­γρια.» Κ’ ἕ­να ἄλ­λο ποὺ μοῦ εἶ­πε ὁ ἴ­διος: «Τὸν Ἀ­πρί­λη με­γα­λώ­νου­νε οἱ καρ­ποί, τὸ κρι­θά­ρι, τὸ σι­τά­ρι, καὶ πιὸ ὕ­στε­ρα τ’ ἀ­πί­δια, τὰ σῦ­κα, τὰ στα­φύ­λια, καὶ λέ­νε στὴ μάν­να τους τὴ γῆς: “Μάν­να, πᾶ­με νὰ μᾶς φᾶ­νε τὰ θη­ρί­α!” — δη­λα­δὴ οἱ ἄν­θρω­ποι. Καὶ κεί­νη τοὺς ἀ­πο­κρί­νε­ται: “Ἔν­νοι­α σας, κ’ ἐ­γὼ θὰ τὰ φά­ω σὰν ἔρ­θει ἡ σει­ρά τους!”…» Λοι­πόν, τί ἀν­τα­γω­νι­σμὸς καὶ ξεαν­ταγω­νι­σμός; Ὁ ξιπ­πα­σμέ­νος ἄν­θρω­πος θαρ­ρεῖ πὼς κά­τι κά­νει τά­χα μὲ τὶς ἐ­πι­δεί­ξεις του καὶ μὲ τὸ νὰ κα­τα­φρο­νᾶ τὸν ἄλ­λον, ποὺ δὲν ἔ­χει τὶς κου­τὲς αὐ­τὲς λε­πτο­λο­γί­ες, ἀλ­λὰ ζεῖ ἁ­πλὰ κι ἀ­φτι­α­σί­δω­τα. Μὲ τέ­τοι­α ἀ­σκιὰ φου­σκω­μέ­να ἀ­πὸ πε­ρη­φά­νεια φορ­τώ­νου­νε τὸ κα­ρά­βι τῆς ζω­ῆς τους αὐ­τοὶ οἱ τε­τρα­πέ­ρα­τοι ἀ­νό­η­τοι, ποὺ δὲν ἔ­χου­νε και­ρὸ νὰ δοῦ­νε τὴν οὐ­σί­α τῆς ζω­ῆς, ὣς ποὺ νὰ πᾶ­νε νὰ τ’ ἀ­ρά­ξου­νε ἀ­δεια­νὸ στὸ μαρ­μα­ρέ­νιο μου­ρά­γιο τοῦ τά­φου. Γι’ αὐ­τό, οἱ τέ­τοι­οι, κα­τα­γι­νό­με­νοι μ’ αὐ­τὰ τὰ τριμ­μέ­να καὶ τὰ συ­νη­θι­σμέ­να, δὲν ἔ­χου­νε πο­τὲς ἀ­πά­νω τους κα­μιὰν ἔ­μορ­φη καὶ πα­ρά­ξε­νη μα­νία, ποὺ νὰ τοὺς ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους καὶ ποὺ νὰ δί­νει χα­ρα­χτῆ­ρα στὴ ζω­ή τους, πα­ρὰ εἶ­ναι κρύ­οι, ἄ­νο­στοι, προ­σποι­η­μέ­νοι, χω­ρὶς κα­μιὰ μυ­ρου­διά, σὰν τὰ ψεύ­τι­κα λου­λού­δια ποὺ εἴ­πα­με.

       Κά­ποι­οι ἀ­π’ αὐ­τούς, ἐ­νῶ λεί­πει ἀ­πὸ πά­νω τους κά­θε οὐ­σί­α τῆς ζω­ῆς, κα­τα­πι­ά­νουν­ται νὰ κα­τα­σκευ­ά­σου­νε κά­ποι­ο ψεύ­τι­κο εἴ­δω­λό της, γιὰ νὰ ξε­χω­ρί­σου­νε μ’ αὐ­τὸ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους καὶ νὰ φα­νοῦ­νε πὼς δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς συ­νη­θι­σμέ­νους. Ἔ­τσι τὸ ρί­χνου­νε στὴν τέ­χνη καὶ κά­νου­νε κά­τι κού­φια χαρ­το­φά­ναρα, ποὺ τὰ λέ­νε μὲ λο­γῆς-λο­γῆς ὀ­νό­μα­τα, σου­ρε­α­λι­σμό, ὑ­παρ­ξι­σμό, ἀ­μο­ρα­λι­σμό, κ’ ἕ­να σω­ρὸ ἄλ­λα. Μὲ τέ­τοι­ες τε­χνι­κὲς σκη­νο­θε­σί­ες θαρ­ροῦν πὼς μπο­ροῦ­νε νὰ γί­νου­νε πρω­τό­τυ­ποι, ἐ­νῶ εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι κα­νω­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸ πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νο ζυ­μά­ρι. Σύμ­φω­να μὲ κά­ποι­ες συν­τα­γὲς κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται κ’ ἡ πρω­το­τυ­πί­α στὰ χρό­νια μας. Τὸ «Ὁ ποι­η­τὴς γεν­νι­έ­ται, δὲν γί­νε­ται» εἶ­ναι πιὰ μό­νο γιὰ μᾶς τοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς πα­λαι­ο­η­με­ρο­λο­γί­τες. Κι ὅ­πως ὅ­λα τα τε­χνη­τὰ πρά­μα­τα ἔ­χου­νε τὴν πε­θα­μέ­νη μυ­ρου­διὰ ποὺ μυ­ρί­ζει τὸ ἐρ­γα­στή­ριο, ἔ­τσι κ’ ἡ ζω­ὴ τους εἶ­ναι κρύ­α, ἀ­νά­λα­τη, χη­μι­κή, μ’ ἕ­ναν λό­γο «αἰ­σθη­τι­κή». Μὰ μπο­ρεῖ νὰ βρε­θεῖ πορ­το­κα­λιὰ στὴ Σπι­τσβέρ­γη ἢ μο­σκο­βο­λη­μέ­νος βα­σι­λι­κὸς στὴν Τέρ­ρα Νό­βα; Βα­σι­λι­κὸς καὶ γα­ρύ­φαλ­λα καὶ μαντζου­ρά­να καὶ κά­θε λο­γῆς μυ­ρου­δι­κὸ λου­λού­δι βγαί­νει ἐ­κεῖ ποὺ πιά­νει ὁ σπό­ρος τους ἀ­πὸ φυ­σι­κό του, καὶ τό­τες ἔ­χου­νε χά­ρη κι ἀ­λή­θεια. Μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α δὲν μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ζω­ή, οὔ­τε μὲ τὴν ψευ­τιὰ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ἀ­λή­θεια. Μιὰ ἀ­λή­θεια ὑ­πάρ­χει, ἡ ἀ­λη­θι­νή.

       Μὰ αὐ­τὰ τὰ φι­λο­σο­φι­κὰ ποὺ εἶ­πα, ἴ­σως νά ‘­τα­νε κα­λύ­τε­ρα νὰ λεί­πα­νε. Πιὸ φα­νε­ρὸ γί­νε­ται τὸ πρᾶγ­μα ποὺ θέ­λω νὰ πῶ, ἀ­πὸ μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Τὴν ἔ­χω γρά­ψει, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λες, σ’ ἕ­να τε­φτέ­ρι ποὺ μά­ζε­ψα κάμ­πο­σους ἀν­θρώ­πους ὁ­ποὺ εἴ­χα­νε κά­ποι­α ἔ­μορ­φη ἰ­δι­ο­τρο­πί­α στὴ ζω­ή τους, καὶ ποὺ ζή­σα­νε χω­ρὶς νά ‘­χου­νε κα­μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ συν­τα­γὴ στὸ κε­φά­λι τους, δη­λα­δὴ δί­χως νὰ σκη­νο­θε­τη­θοῦ­νε τὴ ζω­ή τους. Ὅ,τι κά­να­νε, τὸ κά­να­νε ἀ­προ­σποί­η­τα, φυ­σι­κά, καὶ γι’ αὐ­τὸ ἤ­τα­νε ἀ­λη­θι­νὸ καὶ ζων­τα­νό.

       Στὴν οἰ­κου­μέ­νη δὲν πι­στεύ­ω νὰ ὑ­πάρ­χει ἄλ­λο μα­γα­ζὶ σὰν τὸ μα­γα­ζὶ ποὺ εἶ­χε ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης ὁ Τα­λιά­νης στὴν πα­τρί­δα μου. Πρω­το­φα­νές!

       Αὐ­τὸ τὸ μα­γα­ζὶ ἤ­τα­νε μέ­σα στὸ με­γά­λο ταρ­σί, κα­λό, ἁ­πλό­χω­ρο. Κι ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης ἤ­τα­νε ἄν­θρω­πος νοι­κο­κύ­ρης, μὲ πε­ρι­ου­σί­α, τῆς κα­λῆς κοι­νω­νί­ας. Ἀλ­λὰ τί που­λοῦ­σε αὐ­τὸ τὸ μα­γα­ζί; Τί­πο­τα! Τὸ εἶ­χε γιὰ νὰ περ­νᾶ τὴν ὥ­ρα του, γιὰ νὰ πη­γαί­νει νά τ’ ἀ­νοί­γει καὶ νὰ τὸ κλεί­νει, ὅ­πως οἱ ἄλ­λοι μα­γα­ζι­ά­το­ρες, νά ‘χει δου­λειά, νὰ μὴ στε­να­χω­ρι­έ­ται· εἶ­χε νὰ φά­γει καὶ νὰ πι­εῖ καὶ τοῦ πε­ρισ­σεύ­α­νε. Ἀν­τὶ λοι­πὸν νὰ που­λᾶ, ἀ­γό­ρα­ζε. Τί ἀ­γό­ρα­ζε; Πα­λι­ο­σί­δε­ρα.

       Στὶς ἀ­νοι­χτὲς κα­πάν­τζες ἤ­τα­νε κρε­μα­σμέ­να κλει­διά, πα­λιοκλει­δα­ρι­ές, πα­λι­ό­καρ­φα, τσά­γρε­ς(1), μεν­τε­σέ­δες ἀ­πὸ πόρ­τες κι ἀ­πὸ πα­ρα­θύ­ρια, πα­ράν­τια(2), μα­σι­έ­ς(3), χαλ­κά­δες, γάν­τζοι, ψι­λὲς ἁ­λυ­σί­δες, μπουρ­γοῦ­δε­ς (4), κα­τσα­βί­δια σκου­ρι­α­σμέ­να, ὅ,τι σί­δε­ρο βά­λει ὁ νοῦς σου. Στὶς μό­στρες, μπρο­στὰ στὶς κα­πάν­τζες, εἶ­χε βαλ­μέ­να κά­τι ξύ­λι­να κου­τιὰ καὶ κρί­νε­ς(5), κ’ εἶ­χε βαλ­μέ­νο μέ­σα τὸ δι­α­λε­χτό τὸ πρά­μα: πρό­κες, καρ­φιὰ ψι­λά, τσαγ­κα­ράδι­κα, βί­δες, τσο­κα­ρό­καρ­φα (κο­σκι­νό­προ­κες), ἀγ­κί­στρια, ὅλα σκου­ρι­α­σμέ­να. Ἀλ­λοῦ εἶ­χε βαλ­μέ­να τὰ πιὸ χον­τρύ­τε­ρα: γύ­φτι­κα καρ­φιά, πα­ρα­λί­κια, κλα­δευ­τή­ρια, τσα­κά­δες, σου­γιά­δες κολο­κο­τρώ­νη­δες. Πολ­λὰ ἀ­π’ αὐ­τὰ ἤ­τα­νε ὁ­λό­τε­λα λι­ω­μέ­να ἀ­πὸ τὴ σκου­ριά. Μέ­σα, τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ χον­τρὰ σι­δε­ρι­κά, στοι­βι­α­σμέ­να ἀ­πὸ χρό­νια στὰ ἄ­δυ­τα, κ’ εἶ­χε ἀ­φή­σει στὴ μέση λί­γον τό­πο γιὰ νὰ περ­νᾶ. Τα­νά­λι­ες, τσιμ­πί­δια, κά­νου­λες, τσουγ­χρά­νες, δρε­πά­νια, πρι­ό­νια, βα­ρί­δια τοῦ καν­τα­ριοῦ, σί­δε­ρα ἀ­πὸ πα­λάν­τζες κι ἀ­πὸ ζυ­γα­ρι­ές, σί­δε­ρα γιὰ σι­δέ­ρω­μα, μαγκα­λο­πό­δα­ρα, ὅ­λα παμ­πά­λαι­α, κα­τα­φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τὴ σκου­ριά. Στὶς γω­νί­ες κει­τόν­τα­νε τὰ πιὸ βα­ριά, ἄγ­κου­ρες ὁ­λά­κε­ρες ἢ κομ­μα­τια­σμέ­νες, ἁ­λυ­σί­δες κα­ρα­βί­σι­ες, σί­δε­ρα τῆς σα­βού­ρας (μαν­τέ­μια), ὄ­κια, μπρα­τσό­λια, πε­ρό­νια τῆς κα­ρί­νας, κολ­ντε­μί­ρια(6), βε­λό­νια τοῦ τι­μο­νιοῦ, χάρ­πες, μα­κα­ρά­δες, κα­μά­κια, σί­δε­ρα ποὺ σι­δε­ρώ­να­νε τὰ φέ­σια, κει­τά­με­να ἐ­κεῖ πέ­ρα ἀ­πὸ τριά­ντα-σα­ράν­τα χρό­νια. Στοὺς τοί­χους ἤ­τα­νε κρε­μα­σμέ­νες ἁ­λυ­σί­δες βα­ρι­ές, πυ­ρο­στι­ὲς μὲ λι­ω­μέ­να πο­δά­ρια, κλει­δά­ρες γύ­φτι­κες, κομ­μά­τια ἀ­πὸ κάγ­κε­λα, κι ἄλ­λα τέ­τοι­α σα­ρά­βα­λα.

       Πλά­γι στὴν πόρ­τα ἤ­τα­νε ἕ­νας μπάγ­κος κ’ εἶ­χε ἀ­πά­νω μιὰ ζυ­γα­ριά, τὸ μο­νά­χο πρᾶγ­μα ποὺ δὲν ἤ­τα­νε σκου­ρι­α­σμέ­νο, μά­λι­στα ἤ­τα­νε γυ­α­λι­σμέ­νη καὶ πε­ρι­ποι­η­μέ­νη. Ὅ,τι σι­δε­ρέ­νιο πρᾶγ­μα βρί­σκα­νε τὰ φτω­χό­παι­δα, τὸ πη­γαί­να­νε στὸν κὺρ-Γι­ώρ­γη. Ἂν ἤ­τα­νε μι­κρά, πρό­κες, ψι­λὲς ἁ­λυ­σί­δες καὶ τέ­τοι­α, ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης τά ’βα­ζε στό ‘­να τά­σι τῆς ζυ­γα­ριᾶς, κι ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λο, ἀν­τὶ γιὰ ζύ­για, ἔ­ρι­χνε στραγ­γά­λια, ὣς ποὺ νά ‘ρ­θει ἡ ζυ­γα­ριὰ στὸ ἴ­σιο, καὶ τὰ ’δι­νε γιὰ πλη­ρω­μὴ στὸ παι­δὶ ποὺ τὰ πῆ­γε. Αὐ­τὸ ἤ­τα­νε τὸ λε­πτὸ ἐμ­πό­ριο. Τὰ χον­τρὰ καὶ τὰ βα­ριά τὰ σί­δε­ρα τὰ συμ­φω­νοῦ­σε μὲ τὸ κομ­μά­τι.

       Τὸ κα­τά­στη­μα εἶ­χε καὶ χον­τζε­ρέ(7), μὰ ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης τρα­βοῦ­σε τὸ συρ­τά­ρι μο­νά­χα γιὰ νὰ πλη­ρώ­σει τὸν κα­φὲ ποὺ τοῦ ἔ­φερ­νε ὁ κα­φε­τζὴς ἢ γιὰ νὰ δώ­σει ἐ­λε­η­μο­σύ­νη σὲ κα­νέ­ναν φτω­χόν.

       Καὶ νὰ μὴ φαν­τα­στεῖς πὼς ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης ἤ­τα­νε κα­νέ­νας σα­λε­μέ­νος(8). Ἤ­τα­νε ἄν­θρω­πος σο­βα­ρός, οἰ­κο­γε­νειά­ρχης, ὡς ἑ­ξήν­τα χρο­νῶν, βρα­κὰς μὲ και­νούρ­για ροῦ­χα κι ἀ­κρι­βὰ σαλ­βά­ρια, κα­τα­κά­θα­ρος, μὲ με­τζὶτ φέ­σι, σ’ ὅ­λα νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νος στὸ πα­ρου­σι­α­στι­κό του. Ἄ­νοι­γε κ’ ἔ­κλει­νε τὸ μα­γα­ζί του τα­χτι­κά, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ἔμ­πο­ροι, μα­νι­φα­του­ρι­έ­ρη­δες, μι­σιρ­τζῆ­δες, σπε­τσέ­ρη­δες, κα­φε­τζῆ­δες, τα­βερ­νά­ρη­δες· καί, τὶς ὧ­ρες ποὺ δὲν εἶ­χε δου­λειὰ ἡ πιά­τσα, ἔ­παι­ζε τά­βλι ἢ πρέ­φα καὶ φου­μά­ρι­ζε ναρ­γκι­λὲ μὲ τοὺς ἄλ­λους ἔμ­πο­ρους, εἶ­χε μά­λι­στα μα­νί­α νὰ συ­ζη­τᾶ πο­λι­τι­κὰ καὶ κου­βέν­τια­ζε στο­χα­στι­κὰ κα­θὼς καὶ στ’ ἄλ­λα τὰ ζη­τή­μα­τα.

       Τὸ Σαβ­βα­τό­βρα­δο, σὰν χτυ­ποῦ­σε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, σφα­λοῦ­σε τὸ μα­γα­ζὶ καὶ πή­γαι­νε στὴν ἐκ­κλη­σί­α, στὴ μη­τρό­πο­λη, ποὺ ἤ­τα­νε κον­τὰ στὴν ἀ­γο­ρά. Ὅ­πο­τε ἔ­βρε­χε, κα­θό­τα­νε στὸ τε­ζιά­κι καὶ κου­βέν­τια­ζε μὲ κα­νέ­ναν φί­λο του. Ἔ­παιρ­νε καὶ φη­με­ρί­δα ἀ­πὸ τὴ Σμύρ­νη, τὴν «Ἀ­μάλ­θεια», κ’ ἔ­κα­νε μιὰ βδο­μά­δα ὣς νὰ τὴ δι­α­βά­σει. Τὴν προ­σφά­γι­ζε λί­γη-λί­γη, ὣς ποὺ νά ‘ρ­θει ἡ ἄλ­λη, στ’ ἄλ­λο τὸ τα­ξί­δι.

       Ἀρ­ρώ­στη­σε λί­γες μέ­ρες πρὶν πε­θά­νει, καὶ τό­τες ἔ­κλει­σε πιὰ γιὰ πάν­τα ἐ­κεῖ­νο τὸ μα­γα­ζί, καὶ δὲν ἄ­νοι­ξε ὣς ποὺ φύ­γα­νε οἱ Ἀ­ϊ­βα­λι­ῶ­τες καὶ ρή­μα­ξε ἡ πο­λι­τεί­α.


  1. Μπεν­τού­γι­ες.

  2. Μαν­τά­λια.

  3. Τσιμ­πί­δες.

  4. Τρυ­πά­νια.

  5. Στρογ­γυ­λὰ κου­τιά.

  6. Μα­κρι­ὲς ἀμ­πά­ρες.

  7. Τα­μεῖ­ο, συρ­τά­ρι γιὰ τὰ λε­φτά.

  8. Μὲ σα­λε­μέ­νο μυα­λό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Τὸ Ἀ­ϊ­βα­λί, ἡ πα­τρί­δα μου (ἐκδ. Ἄγκυρα, 2014).

Φώ­της Κόν­το­γλου (λο­γο­τε­χνι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Φώ­τιου Ἀ­πο­στολ­λέ­λη, Ἀ­ϊ­βα­λί, 1895-Ἀ­θή­να, 1965). Πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­να­ζή­τη­σε τὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα στὴν ἔκ­φρα­ση μέ­σῳ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρά­δο­ση, τό­σο στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὅ­σο καὶ στὸ ζω­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Εἶ­χε ση­μαν­τι­κό­τα­τη συμ­βο­λὴ στὸν χῶ­ρο τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς εἰ­κο­νο­γρα­φί­ας. Θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς «Γε­νιᾶς τοῦ Τριά­ντα». Μα­θη­τές του ὑ­πῆρ­ξαν ὁ Γιά­ννης Τσα­ρού­χης, ὁ Νί­κος Ἐγ­γο­νό­που­λος, ὁ Κώ­στας Ξυ­νό­που­λος καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι. Πα­ράλ­λη­λα, ὁ Κόν­το­γλου ὑ­πῆρ­ξε προι­κι­σμέ­νος συγ­γρα­φέ­ας, ὑ­πέρ­μα­χος τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καὶ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς πα­ρά­δο­σης, λά­τρης τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς φύ­σης καὶ μέ­γας θα­λασ­σο­γρά­φος. Αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα πραγ­μα­τεύ­ε­ται στὰ βι­βλί­α του καὶ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τρεῖς χι­λιά­δες ἄρ­θρα του, δη­μο­σι­ευ­μέ­να σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Pedro Cazas (Ἀ­ϊ­βα­λί, τυπ. Αἰ­ο­λι­κὸς Ἀ­στήρ, 1918).  Κυ­κλο­φο­ροῦν ἕν­τε­κα τό­μοι ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο του ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Ἀ­στήρ» (1962 κ.ἑ.).



		

	

Ἀν­τώ­νης Ψάλ­της: Ἀ­πο­σκευ­ή


13-Psaltis,Antonis-Aposkeyi-Eikona-01


Ἀν­τώ­νης Ψάλ­της


Ἀ­πο­σκευ­ή


17-oΑΛΟΝΣΟ ΚΙΧΑΝΟΣ, ποὺ συ­νή­θι­ζε μέ­χρι τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ νὰ ὑ­πο­γρά­φει τ’ ὄ­νο­μά του μὲ τὸ ἄλ­φα ἐν­τὸς κύ­κλου, ἔ­στρε­ψε τὸ ὕ­στα­το βλέμ­μα του στὰ δι­α­κο­σμη­τι­κὰ σου­βε­νὶρ ἀ­πὸ τὸ θε­ρι­νὸ τα­ξί­δι στὴν Βαρ­κε­λώ­νη· ἔ­κλει­σε καὶ κλεί­δω­σε, διὰ παν­τός, τὴ θύ­ρα τῆς ἐρ­γέ­νι­κης γκαρ­σο­νι­έ­ρας καὶ μὲ τὸ μυα­λό του ἐ­λεύ­θε­ρο καὶ κα­θα­ρό, χω­ρὶς τὶς σκο­τει­νὲς σκι­ὲς ποὺ πά­νω του ἔ­ρι­χνε τὸ πι­κρὸ καὶ συ­νε­χὲς δι­ά­βα­σμα τῶν ἱπ­πο­τι­κῶν, ὅ­πως τὰ πα­ρο­μοί­α­ζε, βι­βλί­ων, ξε­κί­νη­σε γιὰ τὴ βάρ­δια του, φύ­λα­κας φυ­λα­κῶν, ἔ­χον­τας ἤ­δη κα­τὰ νοῦ πὼς ὁ ἑ­πό­με­νος θὰ τὸν ἔ­βρι­σκε νὰ ἔ­χει ση­μα­δέ­ψει τὴν καρ­διά του μὲ τὸ ὑ­πη­ρε­σια­κὸ πι­στό­λι. Ὅ­πως καὶ ἔ­γι­νε. Δί­χως ση­μεί­ω­μα. Δί­χως ἐ­ξή­γη­ση. Πα­ρὰ μο­νά­χα σὲ μιὰ χα­ρα­μά­δα τῶν μα­τι­ῶν του στιλ­πνὰ νὰ κα­θρε­φτί­ζον­ται, ἀ­κό­μη, ἕ­να ξύ­λι­νο κον­τά­ρι κι ἕ­να μπρού­τζι­νο λε­γέ­νι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Ἀν­τώ­νης Ψάλ­της (Κρανιὰ Ὀλύμπου, 1977). Σπού­δα­σε Νο­μικὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­κη­γὀ­ρος στὴ Λά­ρι­σα. Τὸ 2005 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το του ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Ὁ ἥ­ρω­ας μέ­σα μου καὶ τὸ 2013 τὸ δεύ­τε­ρο μὲ τί­τλο Τὸ καν­τή­λι καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ : Τε­φλόν, Φαρ­φου­λᾶς, Πα­ρέμ­βα­ση, Πόρ­φυ­ρας, Τὰ ποι­η­τι­κά καὶ Jazz and Jazz. Με­τα­φρά­σεις του ἀ­πὸ τὴν Πα­λα­τι­νὴ Ἀν­θο­λο­γί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἡ κου­τσὴ Μα­ρί­α καὶ Ποι­η­τι­κή.



		

	

Ήλίας Κεφάλας: Δυσαριστοτόκεια

Kefalas,Ilias-Dysaristotokeia-Eikona-03


Ἠ­λί­ας Κε­φά­λας


Δυ­σα­ρι­στο­τό­κεια


01-MiΕΣΑ ΣΤΗ ΖΕΣΗ τοῦ μα­θή­μα­τος ὁ φοι­τη­τὴς σή­κω­σε τὸ χέ­ρι του: «Μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση κύ­ρι­ε κα­θη­γη­τά. Φω­τί­στε σᾶς πα­ρα­κα­λῶ τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου, λύ­στε τὴν ἀ­πο­ρί­α μου.» Ὁ κα­θη­γη­τὴς μὲ τὰ πλεῖ­στα ὁ­μη­ρι­κὰ με­λε­τή­μα­τα συγ­κα­τέ­νευ­σε ἀ­μέ­σως καὶ μὲ τὸ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὸ στὸ βλέμ­μα του πε­ρί­με­νε. Ὁ φοι­τη­τὴς ξε­ρό­βη­ξε καὶ συ­νέ­χι­σε: «Ἤ­θε­λα νὰ μά­θω ἂν ἦ­ταν εὔ­κο­λη ἡ συ­νερ­γα­σί­α σας μὲ τὸν συγ­γρα­φέ­α στὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Ὁ­μή­ρου. Εἴ­χα­τε δι­α­φω­νί­ες, εἴ­χα­τε δι­α­πλη­κτι­σμούς; Ποι­ὸς ὑ­πο­χω­ροῦ­σε; Ὁ ἄ­ναρ­χος καὶ πλη­θω­ρι­κὸς δη­μι­ουρ­γὸς τῶν “Τερ­τσι­νῶν” ἤ ὁ με­θο­δι­κὸς φι­λό­λο­γος μὲ τὴν ἀ­κρί­βεια τοῦ γλωσ­σο­λό­γου;» Ὁ κα­θη­γη­τὴς χα­μο­γέ­λα­σε καὶ δι­ευ­κρί­νη­σε: «Ὄ­χι, δὲν εἴ­χα­με δι­α­πλη­κτι­σμούς, του­λά­χι­στον τέ­τοι­ους ποὺ νὰ τοὺς θυ­μᾶ­μαι. Ἀν­τι­θέ­τως ἡ ποι­η­τι­κὴ θη­τεί­α τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ ἡ γλωσ­σο­πλα­στι­κή του δύ­να­μη ὑ­πῆρ­ξαν γό­νι­μες καὶ λυ­σι­τε­λεῖς. Εἰ­δι­κὰ στὴν με­τά­φρα­ση τῶν σύν­θε­των ὁ­μη­ρι­κῶν λέ­ξε­ων, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀν­τι­κα­τα­στα­θοῦν ἀ­πὸ ἄλ­λες σύγ­χρο­νες σύν­θε­τες, γιὰ νὰ προ­σθέ­τουν εὐ­γλωτ­τί­α στὸ κεί­με­νο καὶ εὔ­στο­χη ἀν­τι­στοί­χως ση­μα­σί­α. Νὰ ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα: Στὸ Σ´τῆς Ἰ­λιά­δας, ἐ­κεῖ ὅ­που ἡ Θέ­τις πα­ρα­πο­νι­έ­ται γιὰ τὴν σκλη­ρή της τύ­χη, ποὺ τὴν κα­τα­δί­κα­ζε νὰ δεῖ νε­κρὸ τὸν γιό της, τὸν ἡ­ρω­ι­κὸ Ἀ­χιλ­λέ­α, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο οὔ­τε ἡ ἀν­δρεί­α του οὔ­τε ἡ θε­ϊ­κή του κα­τα­γω­γὴ ἦ­ταν ἀρ­κε­τές, γιὰ νὰ τοῦ ἀ­πο­τρέ­ψουν τὸν θά­να­το, χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸν ἑ­αυ­τό της ὡς δυ­σα­ρι­στο­τό­κεια. Πῶς θὰ με­τα­φρά­ζα­με αὐ­τὴ τὴ σύν­θε­τη λέ­ξη; Ὁ εὐ­φάν­τα­στος συγ­γρα­φέ­ας, ἀ­φοῦ τὸ σκέ­φτη­κε γιὰ λί­γο, μοῦ ἔ­δω­σε τὴ λύ­ση: πι­κρο­λε­βεν­το­μά­να!»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἠ­λί­ας Κε­φά­λας (Μέ­λι­γος Τρι­κά­λων, 1951). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­­­τι­κός. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὴν Ἀ­θή­να. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸν Μέ­λι­γο Τρι­κά­λων. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Τὰ μα­στί­για (1980, ποί­η­ση).

Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar): Ἡ καθημερινὴ ἐφημερίδα καθημερινά


Cortazar,Julio-IKathimeriniEfimeridaKathimerina-Eikona-01


Χού­λιο Κορ­τά­σαρ (J­u­l­io C­o­r­t­á­z­ar)


Ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ ἐ­φη­με­ρί­δα κα­θη­με­ρι­νά

(El diario a diario)


04-KappaΑΠΟΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ, ἀ­φοῦ ἀ­γο­ρά­σει τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ τὴν βά­λει πα­ρα­μά­σχα­λα, παίρ­νει τὸ τράμ. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα κα­τε­βαί­νει ἔ­χον­τας ἀ­κό­μα πα­ρα­μά­σχα­λα τὴν ἴ­δια ἐ­φη­με­ρί­δα.

       Ἀλ­λὰ πιὰ δὲν εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἐ­φη­με­ρί­δα, τώ­ρα εἶ­ναι ἕ­νας σω­ρὸς ἀ­πὸ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιὰ ποὺ ὁ κύ­ριος ἀ­φή­νει σ’ ἕ­να παγ­κά­κι τῆς πλα­τεί­ας.

       Μό­λις ὁ σω­ρὸς ἀ­π’ τὰ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιὰ ἀ­πο­μεί­νει μό­νος στὸ παγ­κά­κι, με­τα­τρέ­πε­ται καὶ πά­λι σὲ ἐ­φη­με­ρί­δα, μέ­χρι ποὺ ἕ­νας νε­α­ρὸς τὴ βλέ­πει, τὴ δι­α­βά­ζει καὶ τὴν ἀ­φή­νει με­ταλ­λαγ­μέ­νη σ’ ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιά.

       Μό­λις ὁ σω­ρὸς ἀ­πὸ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιὰ ἀ­πο­μεί­νει, μό­νος στὸ παγ­κά­κι, με­τα­τρέ­πε­ται καὶ πά­λι σὲ ἐ­φη­με­ρί­δα, μέ­χρι ποὺ τὴ βρί­σκει μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α, τὴ δι­α­βά­ζει καὶ τὴν ἀ­φή­νει με­ταλ­λαγ­μέ­νη σ’ ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιά. Ὕ­στε­ρα τὴν παίρ­νει σπί­τι της καὶ στὸ δρό­μο τὴ χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιὰ νὰ τυ­λί­ξει μι­σὸ κι­λὸ ρα­δί­κια. Σ’ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς χρη­σι­μεύ­ουν οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες με­τὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς ἐκ­θαμ­βω­τι­κὲς με­τα­μορ­φώ­σεις.



Δραματοποίηση:



Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ  Ἱ­στο­ρί­ες τῶν Κρ­ονό­πιο καὶ τῶν Φά­μα (β΄ ἔκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1983. Πρωτότυπο: Hi­sto­ri­as de Cro­no­pios y de Fa­mas, 1962).

J­u­l­io C­o­r­t­á­z­ar (Βρυ­ξέλ­λες, 1914-Πα­ρί­σι, 1984). Μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἀ­πὸ τὸ 1952 ἐρ­γα­ζό­ταν στὴν ΟΥ­ΝΕ­ΣΚΟ ὡς με­τα­φρα­στής. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ P­r­e­s­e­n­c­ia (1940).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἑλένη Χαρατσῆ. Με­τά­φρα­ση. Ἄλλες ἐρ­γα­σί­ες της: Luis Se­púl­ve­da, Ὁ κό­σμος τοῡ τέ­λους τοῦ κόσμου (ἐκδ. Opera, 1969), Ga­stón Ba­que­ro, Λέ­ξεις γραμ­­μέ­νες στὴν ἄμ­μο ἀ­πό ἕ­ναν ἀθῶο (ἐκδ. Μικρὴ Ἄρκτος, 2001), To­más Se­go­via, 14+1 ποιήματα (ἐκδ. Ἀπόπειρα, 2010) κ.ἄ.

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 630 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.