Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα

[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#2]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ:

­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν ­μη­ρο

καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α

ἕ­ως σή­με­ρα

 

Δι­ε­θνὴς ἐ­πι­σκό­πη­ση – Μὲ τὸ πε­ρι­σκό­πιο


ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΟΦΩΝΗ βι­βλι­ο­γρα­φί­α ἡ πιὸ ἐμ­πε­ρι­στα­τω­μέ­νη με­λέ­τη ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν ἐ­κλε­κτι­κὴ συγ­γέ­νεια τοῦ μύ­θου μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τοῦ Βρε­τα­νοῦ Lee Rourke, μὲ τί­τλο A brief history of fables: From Aesop to flash fiction(1), (Μί­α σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α τῶν μύ­θων: Ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α). Στὸ πρῶ­το μέ­ρος τῆς με­λέ­της πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ δι­α­χρο­νι­κό­τη­τα τοῦ ἔρ­γου τοῦ Αἰ­σώ­που. Στὸ δεύ­τε­ρο ἀ­νι­χνεύ­ε­ται ἡ πο­λι­τι­κή, φι­λο­σο­φι­κή, πνευ­μα­τι­κὴ καὶ σα­τυ­ρι­κὴ δι­ά­στα­ση ποὺ ἀ­πο­κτᾶ τὸ ἔρ­γο τῶν Marie de France, Rumi, William Caxton καὶ Jean de la Fontaine ὅ­ταν εἰ­δω­θεῖ σὲ δι­α­λε­κτι­κὴ σχέ­ση μὲ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που. Στὸ τρί­το μέ­ρος ἡ ἔ­ρευ­να ἐμ­βα­θύ­νει στὶς ρή­ξεις τῆς ἀ­φή­γη­σης τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ τοῦ δυ­τι­κοῦ κα­νό­να. Φω­τί­ζει τὸ ἔρ­γο τῶν Robert Walzer, Franz Kafka, James Joyce, Jorge Luis Borges καὶ Thomas Bernhard, ὑ­πὸ τὸ πρί­σμα τῆς λει­τουρ­γί­ας τοῦ μύ­θου καὶ πῶς ἀ­να­νε­ώ­θη­κε ἡ μορ­φὴ καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό του ὅ­ταν συν­δυ­ά­στη­κε μὲ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὴ συν­το­μί­α.

       Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μέ­ρος τὴν πόρ­τα πρὸς τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­νοί­γει ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ποὺ δι­α­τη­ρεῖ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του μύ­θου, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ὕ­λη κα­τα­λαμ­βά­νει συγ­κρι­τι­κὰ πο­λὺ μι­κρό­τε­ρη κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση, μὲ τὸ νό­η­μα νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται κυ­ρί­ως ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τή. Τὸ ἔρ­γο τῶν Blake Butler, HP Tinker, Joseph Young, Shane Jones καὶ Tania Hershman, φω­τί­ζει τοὺς δυ­νη­τι­κοὺς συν­δυα­σμοὺς εἰ­δο­λο­γι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη λό­γου, μὲ τὸν μύ­θο, ὅ­μως, νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ κύ­ριο δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο στὴ σύν­θε­ση τῶν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κῶν κει­μέ­νων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (microfiction, flash fiction, minificción).


&&&


ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΠΕΔΟ τὴν ἄρ­ρη­κτη σχέ­ση με­τα­ξὺ μύ­θου καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δι­έ­πε­ται ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας(2), ἔ­χει ἀ­να­δεί­ξει κυ­ρί­ως ἡ ἰ­δέ­α τοῦ Jorge Luis Borges ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α ξε­κι­νᾶ καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ τὸν μύ­θο. Πρό­κει­ται γιὰ ρυθ­μι­στι­κὴ ἀρ­χὴ τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας σύμ­φω­να μὲ τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα τοῦ 7ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὸ 2012 στὸ Βε­ρο­λί­νο, ὅ­που ἐ­ξε­τά­στη­καν πε­ραι­τέ­ρω οἱ ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες μὲ τὸν ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ μύ­θο καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ μυ­θο­λο­γί­α. Δι­α­φω­τι­στι­κὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­να­κοί­νω­ση τοῦ Antonio Serrano Cueto, La tradición clásica en el microrrelato: la órbita homérica y otras estelas ( κλα­σι­κὴ πα­ρά­δο­ση στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ­μη­ρι­κὴ τρο­χιὰ καὶ ἄλ­λα ­χνη). Μί­α ἐ­ξέ­χου­σα ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ με­λέ­τη ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος εἶ­ναι αὐ­τὴ τοῦ Miguel Herrero De Jáuregui μὲ τί­τλο Micronarrativa en la literatura griega antigua: fragmentos, allusions, epigramas(3) (Μι­κρο­α­φή­γη­ση στὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α: ­πο­σπά­σμα­τα, ­παι­νιγ­μοί, ­πι­γράμ­μα­τα).


&&&


ΤΟ 2011 ΚΥΚΛΟΦΡΗΣΕ νέ­α συλ­λο­γι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ ἔρ­γου τοῦ ποι­η­τῆ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, συγ­γρα­φέ­α καὶ δι­πλω­μά­τη Jorge Carrera Andrade (Ἐ­κουα­δόρ, 1903 – 1978) μὲ τί­τλο Micrograms(4). Οἱ ἔμ­με­τρες, πε­ζο­γρα­φι­κὲς ἢ δο­κι­μια­κὲς μι­κρο­α­φη­γή­σεις του δυ­σκο­λεύ­ουν ἀ­κό­μα τὴν κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­σή του, ὡ­στό­σο τὸ ἔρ­γο του ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζε­ται μὲ βά­ση τὴν ἐν ἐ­ξε­λί­ξει θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ὁ Andrade κι­νεῖ­ται μὲ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σά σε δι­ά­φο­ρα εἴ­δη, μὲ ὁ­δη­γὸ τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ποὺ δι­έ­κρι­νε ἀρ­χι­κά το ἐ­πί­γραμ­μα καὶ τὸν ἀ­φο­ρι­σμὸ τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς καὶ λα­τι­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας καὶ ἀρ­γό­τε­ρα καλ­λι­ερ­γή­θη­κε στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη γραμ­μα­τεί­α καὶ τέ­χνη. Αὐ­τὰ τὰ στοι­χεῖ­α συ­νυ­φαί­νει μὲ τὸ χα­ϊ­κοὺ καὶ τὸ ἱ­σπα­νι­κὸ μου­σι­κὸ εἶ­δος saeta ποὺ προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τοὺς με­σαι­ω­νι­κοὺς ψαλ­μούς. Ο Andrade θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πέν­τε ση­μαν­τι­κό­τε­ρους λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νοὺς ποι­η­τὲς τοῦ 20οῦ αἰ. μα­ζὶ μὲ τοὺς Jorge Luis Borges, Pablo Neruda, Octavio Paz καὶ Cesar Vallejo.


&&&


ΤΟΝ ΜΑΪΟ τοῦ 2018 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ δι­ε­θνὴς ἔ­ρευ­να τοῦ BBC, στὴν ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χαν 108 δι­α­κε­κρι­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς, πα­νε­πι­στη­μια­κοί, δη­μο­σι­ο­γρά­φοι, κρι­τι­κοὶ καὶ με­τα­φρα­στὲς ἀ­πὸ 35 χῶ­ρες, γιὰ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν 100 ἔρ­γων ποὺ δι­α­μόρ­φω­σαν τὸν κό­σμο(5). Στὴν πρώ­τη δε­κά­δα βρί­σκον­ται ἡ Ὀ­δύσ­σεια (Νo1) καὶ ἡ Ἰ­λιά­δα (Νο­10).

       Τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2017 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ Ὀ­δύσ­σεια(6), σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Βρε­τα­νί­δας Emily Wilson, κα­θη­γή­τριας κλα­σι­κῶν σπου­δῶν στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πεν­σιλ­βά­νια, στὶς ΗΠΑ. Ἡ δι­ε­θνὴς κρι­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­να­νε­ω­τι­κὴ μα­τιά της στὸ ὁ­μη­ρι­κὸ ἔ­πος καὶ ἀ­να­φέ­ρε­ται συ­χνὰ στὴν ἐ­πι­λο­γή της νὰ ἀ­πο­δώ­σει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ λέ­ξη «πο­λυ­τρό­πος» τοῦ πρω­το­τύ­που μὲ τὴν ἀγ­γλι­κὴ complicated (πο­λύ­πλο­κος), ἀν­τὶ τῆς λέ­ξης cunning (ἔ­ξυ­πνος, πο­νη­ρός, πα­νοῦρ­γος) ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ού­ταν ἕ­ως τώ­ρα. Ἡ ἀ­νά­δει­ξη γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τῆς ἔν­νοι­ας τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας στὸ ὁ­μη­ρι­κὸ ἔ­πος συ­νέ­βα­λε στὴν ἐ­πι­και­ρο­ποί­η­σή του, ἂν σκε­φτεῖ κα­νεὶς ὅ­τι ἔ­χει ἤ­δη κα­τα­γρα­φεῖ καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ­ται ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς σκέ­ψης στὶς ἐ­πι­στῆ­μες τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας(7).


&&&


ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΗ κρι­τι­κὴ τὸ πρῶ­το δεῖγ­μα γρα­φῆς ποὺ ἔ­χει γί­νει κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὡς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τὸ κεί­με­νο τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ Julio Torri (1889 -1970) μὲ τί­τλο A Circe (Στὴν Κίρ­κη(8)). Πρό­κει­ται γιὰ πα­ραλ­λα­γὴ τοῦ πε­ρά­σμα­τος τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α καὶ τοῦ πλη­ρώ­μα­τός του ἀ­πὸ τὶς Σει­ρῆ­νες (ρα­ψω­δί­α μ’) καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο Ensayos y poemas (Δο­κί­μια καὶ ποι­ή­μα­τα), 1917. Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο αἰ­ώ­να ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου μύ­θου ὡς οἰ­κου­με­νι­κοῦ καὶ δι­α­χρο­νι­κοῦ, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὴ σύ­στα­ση τοῦ κλά­δου τῆς σει­ρη­νο­λο­γί­ας (sirenología) ὡς δι­α­κρι­τοῦ πε­δί­ου φι­λο­λο­γι­κῶν με­λε­τῶν πλή­θους ὑ­περ­μι­κρῶν ἀ­φη­γή­σε­ων αὐ­τῆς τῆς θε­μα­το­λο­γί­ας.

       Δύ­ο ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ Javier Perucho, κα­θη­γη­τῆ φι­λο­λο­γί­ας στὸ Ἐ­θνι­κὸ Αὐ­τό­νο­μο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Με­ξι­κοῦ (UNAM), ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς μέ­χρι στιγ­μῆς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φία. Ἡ πρώ­τη, εἶ­ναι ἡ αἱ­ρε­τι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α Yo no canto, Ulises, cuento (Ἐ­γὼ δὲν τρα­γου­δῶ, Ὀ­δυσ­σέ­α, ἀ­φη­γοῦ­μαι), Fósforo, 2008. Ἡ δεύ­τε­ρη, μὲ τί­τλο La musica de las sirenas (Ἡ μου­σι­κὴ τῶν σει­ρή­νων), FOEM, 2013, εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὴ μνή­μη τοῦ σπου­δαί­ου Ἀρ­γεν­τι­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ David Lagmanovich (1927-2010), ὁ ὁ­ποῖ­ος με­λέ­τη­σε ἐν­δε­λε­χῶς τὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α πα­ραλ­λά­σουν τὸν μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α μὲ 60 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Rubén Darío, Jorge Luis Borges, Gabriel García Márquez, Eduardo Galeano, Nana Rodríguez, Ramón Gómez de la Serna, κ.ἄ. Αὐ­τὴ ἡ με­λέ­τη – ἀν­θο­λο­γί­α προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τὸ 6ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν Μπογ­κο­τὰ (Κο­λομ­βί­α) τὸ 2010 ποὺ ἑ­στί­α­σε σὲ δύ­ο θε­μα­τι­κές, τὴ nanoliteratura (να­νο­λο­γο­τε­χνί­α) καὶ τὴ sirenologia.


&&&


ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ τοῦ 1978 δη­μο­σι­εύ­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα The New Yorker ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Girl(9) (Κο­ρί­τσι) τῆς Jamaica Kincaid (Νῆ­σος Ἀν­τίγ­κου­α, Κα­ρα­ϊ­βι­κή, 1949), μί­ας ἀ­πὸ τὶς δι­ε­θνῶς ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νες ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ εἴ­δους(10). Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ μέ­θο­δο δι­α­παι­δα­γώ­γη­σης τῆς νε­α­ρῆς κό­ρης ποὺ ἐ­φαρ­μό­ζει ἡ μη­τέ­ρα της. Οἱ δύ­ο ἡ­ρω­ί­δες εἶ­ναι ἀ­νώ­νυ­μες, ἡ ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι κυ­ρί­ως δευ­τε­ρο­πρό­σω­πη, μὲ ρυθ­μό, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ προ­φο­ρι­κό­τη­τας καὶ ἀ­νοί­κεια προ­σέγ­γι­ση τοῦ θέ­μα­τος. Τὸ κεί­με­νο θυ­μί­ζει ψαλ­μό, ἀλ­λὰ καὶ τυ­πι­κὴ πλύ­ση ἐγ­κε­φά­λου. Σὲ 686 λέ­ξεις ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ (κά­θε) Κο­ρι­τσιοῦ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν κα­τά­στι­κτη ψυ­χο­στα­σί­α καὶ νο­ο­τρο­πί­α μη­τέ­ρας καὶ κό­ρης ἀ­πὸ κοι­νω­νι­κὰ στε­ρε­ό­τυ­πα, ἀ­πὸ τὴ σύγ­κρου­ση πο­λι­τι­σμι­κῶν πε­δί­ων καὶ γε­νε­ῶν καὶ τὴν ἀ­γρι­ό­τη­τα τῆς ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­ας.

       Στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α συ­χνὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ὑ­φο­λο­γι­κὰ ἀν­τλεῖ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τρα­γού­δι τοῦ πα­ρα­δο­σια­κοῦ μου­σι­κοῦ καὶ χο­ρευ­τι­κοῦ εἴ­δους κα­λύ­ψο (calypso songs), δο­μι­κοῦ στοι­χεί­ου τῆς κουλ­τού­ρας τῶν λα­ῶν τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς. Τὸ Κο­ρί­τσι βε­βαι­ώ­νει τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­τι τὸ ἔ­χει ἀ­παρ­νη­θεῖ, σβή­νον­τας συμ­βο­λι­κὰ τὴν ταυ­τό­τη­τά της καὶ προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ νέ­ες, ἔ­ξω­θεν ἐγ­γρα­φές.

       Οἱ ἀ­μέ­τρη­τες ἀ­να­λύ­σεις καὶ ἀ­να­φο­ρὲς στὸ Κο­ρί­τσι στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ κα­τα­γρα­φοῦν ἐ­δῶ, ὅ­πως καὶ τὰ δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δι­α­πραγ­μα­τεύ­ον­ται τὸ θέ­μα τῆς δι­α­παι­δα­γώ­γη­σης με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση τοῦ Κο­ρι­τσιοῦ. Πα­ρό­λα αὐ­τά, μί­α δι­ά­στα­ση ποὺ πα­ρα­μέ­νει ἀ­χαρ­το­γρά­φη­τη εἶ­ναι ὁ συ­σχε­τι­σμὸς τοῦ ὅ­ρου κα­λύ­ψο γι’ αὐ­τὸ τὸ μου­σι­κὸ καὶ χο­ρευ­τι­κὸ εἶ­δος μὲ τὴν Κα­λυ­ψὼ ἀ­πὸ τὴν ε’ ρα­ψω­δί­α τῆς Ὀ­δύσ­σειας. Ἂν καὶ ὁ ὅ­ρος προ­έρ­χε­ται πι­θα­νῶς ἀ­πὸ τὴν ἀ­φρι­κα­νι­κὴ λέ­ξη kaiso (ἐ­πι­φώ­νη­μα ἐν­θάρ­ρυν­σης), τὸ εἶ­δος κα­λύ­ψο ἔ­χει συμ­βά­λει στὴ δι­α­μόρ­φω­ση εἰ­δῶν ὅ­πως ἡ σάμ­πα καὶ ἡ ρέγ­κε κι ἔ­χει κα­τα­βο­λὲς ἀ­κό­μα καὶ στὸν κλα­σι­κὸ ἰν­δι­κὸ χο­ρό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πί­σης δι­α­χω­ρί­ζε­ται σὲ τμή­μα­τα κα­θα­ροῦ χο­ροῦ κι ἐ­ξι­στό­ρη­σης, ὅ­πως τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κὸ δρά­μα. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πα­ναν­θρώ­πι­νη καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἐ­πι­βί­ω­σε στὸ ἄ­νυ­σμα τοῦ χρό­νου καὶ τὴν ὀ­δύσ­σεια ἑ­νὸς ὅ­ρου ἡ ἑ­κά­στο­τε χρή­ση τοῦ ὁ­ποί­ου, ἰ­δί­ως σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὅ­πως τὸ Κο­ρί­τσι, με­τα­τρέ­πει τὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ κεί­με­νο σὲ δι­α­κεί­με­νο μὲ συμ­βο­λι­κὲς δι­α­κτι­νώ­σεις σὲ πο­λι­τι­σμι­κοὺς κώ­δι­κες ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τό. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ὁ ὅ­ρος κα­λύ­ψο πα­ρα­πέμ­πει συ­νειρ­μι­κὰ στὸ μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α καὶ στὸν ἀρ­χε­τυ­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς Κα­λυ­ψοῦς κι ἐ­νερ­γο­ποι­εῖ ἕ­να πα­λίμ­ψη­στο ἐν­νοι­ῶν μὲ με­τα­βαλ­λό­με­νο ση­μα­σι­ο­λο­γι­κὸ φορ­τί­ο, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πο­χή, ὅ­πως τὸ κάλ­λος, ἡ σα­γή­νη, ἡ ἀ­πο­πλά­νη­ση, ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ ὁρ­μή, ὁ ἵ­με­ρος, οἱ κοι­νω­νι­κοὶ καὶ ἠ­θι­κοὶ κώ­δι­κες, ἡ ἀ­πι­στί­α, ἡ σχέ­ση καὶ οἱ ρό­λοι ἐ­ξου­σί­ας ἀ­νά­με­σα στοὺς ἐ­ρω­τι­κοὺς συν­τρό­φους.


 

Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις – Μὲ τὸ μι­κρο­σκό­πιο


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ μύ­θος(11)


Ο ΜΥΘΟΣ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη ἀ­πάν­τη­ση ποὺ ἐ­πι­χεί­ρη­σαν νὰ δώ­σουν οἱ ἀρ­χαῖ­οι ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κοὶ πο­λι­τι­σμοὶ γιὰ τὴν κα­τα­γω­γὴ τοῦ σύμ­παν­τος. Γιὰ τοὺς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες ὁ μύ­θος σή­μαι­νε τὸν λό­γο ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν γιὰ νὰ ὀρ­γα­νώ­σουν τὸ ἀρ­χι­κὸ Χά­ος καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν πρώ­τη μορ­φὴ συμ­βο­λί­ζει τὴν πρω­ταρ­χι­κὴ ὤ­θη­ση στὸ σύμ­παν. Ὁ μύ­θος, ὅ­μως, σὲ ὅ­λες τὶς κουλ­τοῦ­ρες, ἁ­πλὸς ἢ πε­πλεγ­μέ­νος, ἀ­πο­τε­λεῖ δι­α­χρο­νι­κὰ μιὰ δι­α­νο­η­τι­κὴ κα­τα­σκευ­ὴ προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξη­γη­θεῖ ἡ φύ­ση, ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου καὶ τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους, νὰ δι­α­σω­θοῦν ἢ νὰ ἀλ­λά­ξουν πα­ρα­δο­σια­κὰ ἔ­θι­μα καὶ πο­λι­τι­κὲς καὶ θρη­σκευ­τι­κὲς ἰ­δε­ο­λο­γί­ες.

       Ὁ μύ­θος, χω­ρὶς νὰ ἀ­πω­λέ­σει τὴν κα­τα­στα­τι­κὴ ἀρ­χὴ τῆς κύ­ριας ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ὕ­λης κά­θε ἐκ­φω­νή­μα­τος, δι­α­τη­ρεῖ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ποὺ τοῦ ἀ­πέ­δω­σε ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης με­λε­τών­τας τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ τρα­γω­δί­α: «εἶ­ναι τὸ πρω­ταρ­χι­κὸ στοι­χεῖ­ο καὶ τὸ πρώ­τι­στο συ­στα­τι­κὸ μιᾶς ἀ­φή­γη­σης. Αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει ἀ­φή­γη­ση χω­ρὶς αὐ­τὴ νὰ ἐ­ξι­στο­ρεῖ ἕ­να μύ­θο, δη­λα­δὴ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, πραγ­μα­τι­κὴ ἢ φαν­τα­στι­κὴ»(12).

       Ὁ E. Μ. Forster, στὴν προ­σπά­θειά του νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ μύ­θου προ­βαί­νει στὴ δι­ά­κρι­ση ἱ­στο­ρί­ας καὶ πλο­κῆς, τὶς ὁ­ποῖ­ες θε­ω­ρεῖ ὡς τοὺς δύ­ο βα­σι­κοὺς τύ­πους ἀ­φή­γη­σης(13):

       (α) ἀ­φή­γη­ση γε­γο­νό­των ὀρ­γα­νω­μέ­νων σὲ χρο­νι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α μὲ ἔμ­φα­ση στὴν ἱ­στο­ρί­α, π.χ. Ὁ βα­σι­λιὰς πέ­θα­νε καὶ ἡ βα­σί­λισ­σα πέ­θα­νε.

       (β) ἀ­φή­γη­ση γε­γο­νό­των μὲ ἔμ­φα­ση στὴν αἰ­τι­ό­τη­τα, ποὺ συ­νι­στᾶ τὴν πλο­κή, π.χ. Ὁ βα­σι­λιὰς πέ­θα­νε καὶ ἡ βα­σί­λισ­σα πέ­θα­νε ἀ­πὸ θλί­ψη.

       Στὰ κο­ρυ­φαῖ­α δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὰ ὁ­ποῖ­α συ­νή­θως δὲν ξε­περ­νοῦν τὶς 700 λέ­ξεις μα­ζὶ μὲ τὸν τί­τλο, ἐν­το­πί­ζον­ται αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο τύ­ποι ἀ­φή­γη­σης, με­μο­νω­μέ­να ἢ συν­δυ­α­στι­κά. Ἡ εἰ­δο­ποι­ὸς δι­α­φο­ρὰ ποὺ συ­νι­στᾶ καὶ τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τοῦ εἴ­δους, ἔγ­κει­ται στὸν τρό­πο χρή­σης τοῦ πρώ­του τύ­που ὅ­που συ­χνά, εἴ­τε δὲν τη­ρεῖ­ται ἡ ἀ­κο­λου­θί­α «ἀρ­χὴ – μέ­ση – τέ­λος», ἢ κά­ποι­ο μέ­ρος ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Ἐξ οὗ καὶ τὰ δείγ­μα­τα αὐ­τὰ δί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μί­α με­γα­λύ­τε­ρη καὶ πο­λυ­πλο­κό­τε­ρη ἱ­στο­ρί­α (back story) ἀ­πὸ αὐ­τὴ ποὺ κα­τα­γρά­φε­ται σὲ λί­γες γραμ­μές, ἡ ὁ­ποί­α προ­κει­μέ­νου νὰ γί­νει πλή­ρως ἀν­τι­λη­πτὴ ἐν τῇ πρω­το­φα­νῇ συν­το­μί­α της συ­νή­θως ἀ­πο­φεύ­γε­ται τὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ φλὰς μπὰκ καὶ ἀ­κο­λου­θεῖ­ται ἡ μέ­θο­δος τοῦ πα­γό­βου­νου ποὺ ἀ­νέ­δει­ξε ὁ Ernest Hemingway – ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τοῦ εἴ­δους. Ἐ­πί­σης, ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ δεύ­τε­ρος τύ­πος, συ­χνὰ ἡ πλο­κὴ ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις ἡ ἐ­πι­τυ­χὴς συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἔγ­κει­ται στὴ στε­νὴ συ­νερ­γα­σί­α συγ­γρα­φέ­α – ἀ­να­γνώ­στη: ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας καὶ ὄ­χι ὡς δι­α­κο­σμη­τὴς ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ χώ­ρου, ὅ­πως δι­α­τει­νό­ταν ὁ Hemingway, ὀ­φεί­λει νὰ εἶ­ναι σα­φής, ἱ­κα­νὸς δι­α­χει­ρι­στὴς τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ του καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης νὰ τὸ συλ­λά­βει στὴ δι­ά­στα­σή του.

       Αὐ­τὴ ἡ συν­θή­κη, ἑρ­μη­νεύ­ει τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ ἀ­πο­τί­μη­ση καὶ ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας προ­ϋ­πο­θέ­τουν πολ­λὲς ἀ­να­γνώ­σεις. Ο Joseph Young ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὅ­τι τὸ κα­λὸ χα­ϊ­κοὺ καὶ ἡ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­θί­ζουν στὸ μυα­λό. Ἀ­φοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ κα­τα­νό­η­ση ἁ­πλώ­νε­ται στὸν ἐγ­κέ­φα­λο ἀ­νά­με­σα στὰ κε­νά των συ­νά­ψε­ων. Ἰ­δέ­α, βέ­βαι­α, ποὺ ἀ­νι­χνεύ­ε­ται καὶ στὴ μυ­θι­κὴ μέ­θο­δο(14) τοῦ T. S. Eliot γιὰ τὴν ποί­η­ση: ὁ ποι­η­τὴς δη­μι­ουρ­γεῖ τὴ μυ­θο­λο­γί­α του καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης τὴν ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­εῖ.

       Ὅ­μως ποί­η­ση καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι δι­α­κρι­τὰ εἴ­δη. Ἡ τε­λευ­ταί­α πα­ρα­μέ­νει ἐ­πί­σης πι­στὴ στὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἐ­φό­σον στὴν τέ­χνη βά­ζου­με ὅ­ρια καὶ ἡ κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­ναι a priori ὁ­ρι­ο­θε­τη­μέ­νη. H ρή­ξη μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση ποὺ ἔ­χει προ­κα­λέ­σει ὀ­φεί­λε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται συγ­κι­νεῖ καὶ τέρ­πει μέ­σῳ μιᾶς τό­σο συμ­βα­τι­κῆς πε­ρι­ο­χῆς ὅ­πως ἡ γλώσ­σα, ἐ­νῶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται ἐν­τὸς μιᾶς ἰ­δι­αί­τε­ρα πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ κερ­δί­ζει τὸ χρό­νο, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­νά­γνω­ση δια­ρκεῖ ἐ­λά­χι­στα, ἀλ­λὰ ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται ἔ­χει βά­θος κι ἐ­κλύ­ει δυ­σα­νά­λο­γη ἐ­νέρ­γεια ποὺ χα­ράσ­σει τὴ μνή­μη. Ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ τὸ μέ­γα ζη­τού­με­νο στὴν τέ­χνη τοῦ λό­γου: τὸν «δό­λο τῆς ἀ­φή­γη­σης» κα­τὰ τὸν Gerard Genette καὶ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ «πλά­νη» ποὺ κι­νεῖ ὅ­λο το μη­χα­νι­σμὸ τῆς ἀ­φή­γη­σης κα­τὰ τὸν Roland Barthes κι ἔ­χει ἐ­γεί­ρει πλῆ­θος ἐ­ρευ­νη­τι­κῶν ἐ­ρω­τη­μά­των στοὺς κόλ­πους τῆς σύγ­χρο­νης θε­ω­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ τὸν εἰ­δο­λο­γι­κὸ προσ­δι­ο­ρι­σμό της καὶ τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κό της ρό­λο. Ὅ­μως, ἡ ἀ­να­νέ­ω­ση τῶν μορ­φῶν εἶ­ναι πά­γιο ζη­τού­με­νο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό, ἀλ­λὰ καὶ κα­τὰ τὸν Juan Rulfo, ἡ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ προ­χω­ρά­ει εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ ἀ­νοί­γει δρό­μους.

       Στὴν ἐ­πο­χή μας, ὅ­που τα πάν­τα εἶ­ναι μιὰ (σύν­το­μη) ἱ­στο­ρί­α, δὲν εἶ­ναι μό­νο τὸ δι­α­δί­κτυ­ο ὑ­πεύ­θυ­νο γιὰ τὴ δη­μο­φι­λί­α καὶ δι­ά­δο­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς σκέ­ψης στὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, τὰ προ­γράμ­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ποὺ καλ­λι­ερ­γοῦν τὸ εἶ­δος συ­στη­μα­τι­κὰ (ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’20 στὶς ΗΠΑ), οἱ ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους, τὸ σύγ­χρο­νο ρα­δι­ό­φω­νο(15), ἡ ἀ­να­βί­ω­ση τοῦ μι­κρο­θε­ά­τρου(16) καὶ οἱ πο­λυ­ά­ριθ­μοι καὶ νέ­οι δη­μι­ουρ­γοὶ καὶ ἀ­να­γνῶ­στες δι­ε­θνῶς ποὺ γο­η­τεύ­ον­ται ἀ­πὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἡ ὑ­περ­μι­κρὴ ἀλ­λὰ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη ἀ­φή­γη­ση δύ­να­ται πλέ­ον νὰ τέρ­ψει εὐ­ρὺ καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νὸ δι­ε­θνῶς, νὰ με­τα­δώ­σει μη­νύ­μα­τα, νὰ θε­μα­το­ποι­ή­σει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση, ἀ­κό­μα καὶ νὰ με­τα­στοι­χει­ώ­σει τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση μὲ τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ λό­γο σὲ κλί­μα­κα ψη­φί­δας. Ἡ νέ­α αὐ­τὴ δυ­να­τό­τη­τα σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν εὐ­χέ­ρεια δη­μο­σι­ο­ποί­η­σης καὶ κυ­κλο­φο­ρί­ας της μὲ τὰ Νέ­α Μέ­σα συ­νά­δει μὲ τὴ νευ­τώ­νεια, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν κβαν­τι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου μας, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τὸ χά­ος ἔ­χει δο­μὴ καὶ δὲν ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὴν τυ­χαι­ό­τη­τα κι ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ­ται ἡ σχε­σια­κὴ ὕ­φαν­ση τοῦ κό­σμου.


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα


ΣΥΜΦΩΝΑ μὲ τὸν William Nelles(17), ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα ὡς λει­τουρ­γί­α δι­α­κρί­νει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐ­πει­δὴ ὑ­πο­στη­ρί­ζει ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴν ἔλ­λει­ψη καὶ τὴν πο­λυ­ε­πί­πε­δη ἑρ­μη­νεί­α. Ἂν κι ἐν­το­πί­ζε­ται καὶ σὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ἡ χρή­ση χα­ρα­κτή­ρων ἀ­πὸ ἄλ­λα λο­γο­τε­χνι­κά, θρη­σκευ­τι­κά, ἱ­στο­ρι­κὰ κεί­με­να, ἢ ἡ ἀ­να­φο­ρὰ σὲ περ­σό­νες τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ καὶ πο­λι­τι­κοῦ κό­σμου ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ στὸ ἔ­πα­κρο τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ κύ­ριο ζη­τού­με­νο γι’ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο κει­μέ­νων. Ὁ Nelles κα­τα­γρά­φει ὡς συ­νη­θέ­στε­ρη τὴ χρή­ση τέ­τοι­ων χα­ρα­κτή­ρων, ἀ­κό­μα καὶ ἱ­στο­ρι­κῶν φρά­σε­ων καὶ ἀ­πο­φθεγ­μά­των κυ­ρί­ως στοὺς τί­τλους, ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν ὀρ­γα­νι­κὸ τμῆ­μα κά­θε μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ συμ­βάλ­λουν στὴν πύ­κνω­ση καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τοῦ νο­ή­μα­τος. Πα­ρα­δείγ­μα­τα μὲ πο­λὺ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ πύ­κνω­σης εἶ­ναι ἡ φρά­ση ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἰ­ού­λιο Καί­σα­ρα, Veni, vidi, vici, ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ E. Hemingway Πρὸς πώ­λη­ση: Βρε­φι­κὰ πα­πού­τσια. Ἀ­φό­ρε­τα, ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη, Vita brevis: ὅν, off(18), ἢ τῆς Margaret Atwood, Longed for him. Got him. Shit. (19)

       Εὔ­στο­χα ὁ Lauro Zavala συν­δέ­ει τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα μὲ τὴ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα: «Ἡ πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ ὁ πλοῦ­τος τῶν κει­μέ­νων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὀ­φεί­λε­ται σὲ αὐ­τὸ ποὺ δὲ λέ­νε, δη­λα­δὴ στὴ συ­νεκ­δο­χι­κή τους δει­νό­τη­τα καὶ στὴν ἀλ­λη­γο­ρι­κὴ φύ­ση τους. Καὶ ἡ δι­α­κει­με­νι­κὴ δι­ά­στα­σή τους εἶ­ναι ἐ­νί­ο­τε ἡ πιὸ πε­ρί­πλο­κη, ἀλ­λὰ καὶ ἡ πιὸ κα­τα­νο­η­τὴ ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ θε­ω­ρί­α».(20)

       Πράγ­μα­τι, κά­θε μυ­θο­πλα­στι­κὸς λό­γος ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἀ­πὸ ἕ­να συγ­κε­ρα­σμὸ στοι­χεί­ων, ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νες ἐγ­γρα­φὲς ποὺ συ­νω­θοῦν­ται μέ­σα στὸ νέ­ο κεί­με­νο. Αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ σει­ρὰ ἐν­νοι­ο­λο­γι­κῶν συ­σχε­τί­σε­ων, ἐκ­φρα­στι­κῶν μι­μή­σε­ων καὶ λε­κτι­κῶν ἀ­να­φο­ρῶν, γε­γο­νὸς ποὺ ξε­περ­νά­ει τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἁ­πλῆς ἐ­πιρ­ρο­ῆς, ἢ τοῦ pastiche. Σύμ­φω­να μὲ τὴν Julia Kristeva, ποὺ εἰ­σή­γα­γε τὴν ἔν­νοι­α τῆς δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας στὴ με­λέ­τη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τoν Μikhail Bakhtin, ση­μαί­νει τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο στὸ δι­α­κεί­με­νο. Ἡ Kristeva, προ­τεί­νει τὴ «θε­ω­ρί­α τῆς κει­με­νι­κῆς δι­α­λε­κτι­κό­τη­τας» γιὰ νὰ ἀ­να­φερ­θεῖ «σὲ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ θέ­τουν ἕ­να κεί­με­νο σὲ σχέ­ση, εἴ­τε πρό­δη­λη, ἢ κρυ­φή, μὲ ἄλ­λα κεί­με­να». H δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα γί­νε­ται ἀ­δι­α­χώ­ρι­στη ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ καὶ στὸ πλαί­σιο τῶν νέ­ων τε­χνο­λο­γι­ῶν ποὺ ἐ­ξε­λίσ­σουν τὴ δι­α­δρά­ση, ἀ­πὸ τὸ δι­α­κεί­με­νο ὁ­δεύ­ου­με στὸ ὑ­περ-κεί­με­νο μὲ ὁ­δη­γοὺς-ἀ­φη­γη­τὲς «κυ­βερ­νι­κὰ συ­νει­δη­το­ποι­η­μέ­νους δη­μι­ουρ­γοὺς» (21).


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ σὲ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ πα­ραλ­λά­σουν τὸν μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α τῶν Carlos Fuentes, Augusto Monterroso, Ana Maria Shua, ἀλ­λὰ καὶ τὴν πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ, πε­ζο­γρά­φου καὶ εἰ­κα­στι­κοῦ Rafael Pérez Estrada (1934 -2000), Sirena negra (Μαύ­ρη σει­ρή­να), μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ἐ­δῶ.


&&&


Η ΣΥΛΛΟΓΗ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ Κώ­στα Ἀ­κρί­βου μὲ τί­τλο Τε­λευ­ταῖ­α νέ­α ἀ­πὸ τὴν Ἰ­θά­κη(22), μὲ εἴ­κο­σι ἕ­ξι «μυ­θι­στο­ρί­ες», ὅ­πως τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ἐμ­πνευ­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν ε’ ρα­ψω­δί­α τῆς Ὀ­δύσ­σειας. Ἂν καὶ δὲν πρό­κει­ται γιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, εἶ­ναι ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἡ ἀ­νά­γλυ­φη μορ­φο­λο­γι­κὴ καὶ ὑ­φο­λο­γι­κὴ αἰ­ώ­ρη­ση ἀ­νά­με­σα στὴ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα καὶ τὴν ποί­η­ση μὲ ὁ­δη­γὸ τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Στὰ ὀ­λι­γο­σέ­λι­δα δι­η­γή­μα­τα τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ­ται στὸ ἔ­πα­κρο ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ λει­τουρ­γεῖ ὅ­πως στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


&&&


ΔΥΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ ποὺ τεκ­μη­ρι­ώ­νουν τὴν πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τὴ δυ­να­μι­κή της ἑλ­λη­νι­κῆς πε­ρί­πτω­σης εἶ­ναι οἱ Flash fiction forward(23) (2006) καὶ Flash fiction international(24) (2015). Στὴν πρώ­τη πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πρώ­τη συμ­με­το­χὴ σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο Ὁ κ. Νί­κος Νί­κου(25) (Mr. Nikos Nikou), τῆς Ἔρ­σης Σω­τη­ρο­πού­λου, σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Στρα­τῆ Χα­βια­ρᾶ καὶ στὴ δεύ­τε­ρη ἡ ἱ­στο­ρί­α Ἀ­στεῖ­ο(26) (Joke), τοῦ Γιά­ννη Πα­λα­βοῦ, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Karen Van Dyck.

       Ση­μαν­τι­κὴ εἶ­ναι καὶ ἡ δι­ά­κρι­ση τοῦ Σώ­του Οἰ­κο­νο­μί­δη στὸν με­γα­λύ­τε­ρο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ (4ου στὴ σει­ρά, μὲ 35.609 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 149 χῶ­ρες) ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ Fundacion César Egido Serrano τὸ 2014, μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Alan (Ἄ­λαν), τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ (σελ. 228).


&&&


ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ θὰ δι­ε­ξα­χθεῖ στὸ Bristol τῆς Μ. Βρε­τα­νί­ας στὶς 20-22 Ἰ­ου­λί­ου 2018, σὲ συ­νέ­χεια τῆς Δι­ε­θνοῦς Ἡ­μέ­ρας Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (National Flash Fiction Day [NFFD]) ποὺ γι­ορ­τά­ζε­ται στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α ἀ­πὸ τὸ 2012 καὶ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε φέ­τος στὶς 16 Ἰ­ου­νί­ου(27) καὶ τῆς National Writing Day ποὺ δι­ε­ξή­χθη καὶ φέ­τος μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α σὲ ὅ­λη τὴν βρε­τα­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια στὶς 27 Ἰ­ου­νί­ου(28).


&&&


Η ΜΙΚΡΟΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ σταθ­μὸς ἑ­νὸς ἀ­κό­μα κύ­ριου προ­δρό­μου τοῦ εἴ­δους, τοῦ Julio Cortázar, μὲ τί­τλο Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων (1964), ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἀν­τι­κεί­με­νο ἑ­κα­τον­τά­δων με­λε­τῶν σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο γιὰ τὸ βαθ­μὸ πύ­κνω­σης καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει σὲ 545 λέ­ξεις στὸ πρω­τό­τυ­πο (ἐ­δῶ στὰ ἱ­σπα­νι­κά) καὶ σὲ 636 λέ­ξεις στὴν ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση ἐ­δῶ. Τὸ κείμενο μεταφράστηκε καὶ στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὸν Δη­μή­τρη Κα­λο­κύρη τὸ 1984 καὶ μπορεῖτε νὰ τὸ δια­βά­σε­τε στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον – Ἱ­στορίες Μπονζάι, κα­θὼς καὶ νὰ δεῖ­τε τὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων (1999), ποὺ βα­σί­ζε­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Cortázar, σὲ σκη­νο­θε­σί­α τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη (μὲ τοὺς Νό­τα Τσερ­νιά­φσκι καὶ Βαγ­γέ­λη Μου­ρί­κη (διά­ρκειας 6 λε­πτῶν).


Ἰ­ού­λιος, 2018

Ση­μει­ώ­σεις

       (1) Rourke Lee, A brief history of fables, From Aesop to Flash fiction, Hesperus Press Limited, London, 2011.

       (2) Τὸ ἄρ­θρο τῆς πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Ἑ­λέ­νης Κε­φά­λα, Borges and narrative economy (Ὁ Μπόρ­χες καὶ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μία) στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

       (3) στὰ ἱ­σπα­νι­κά, ἐ­δῶ.

       (4) Andrade, Jorge Carrera, Micrograms, translated by Alejandro de Acosta and Joshua Beckman, Wave Books, Seattle, USA, 2011.

       (5) http://www.bbc.com/culture/story/20180521-the-100-stories-that-shaped-the-world

καὶ http://www.kathimerini.gr/967506/article/epikairothta/kosmos/bbc-ta-deka-erga-poy-diamorfwsan-ton-kosmo—sthn-koryfh-h-odysseia

       6) http://books.wwnorton.com/books/detail.aspx?ID=4294996788 καὶ

https://www.theguardian.com/books/2017/dec/08/the-odyssey-translated-emily-wilson-review

       (7) Γε­ωρ­γο­πού­λου Πα­να­γι­ώ­τα, Ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς σκέ­ψης στὶς ἐ­πι­στῆ­μες τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας, Κρι­τι­κή, Ἀ­θή­να, 2010.

          (8) Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α ἐ­δῶ Χού­λιο Τό­ρι (Julio Torri): Στὴν Κίρκη.

          (9) Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

        (10) Στὸ ἄρ­θρο τῆς πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Maria Alejandra Olivares μὲ τί­τλο Microfiction as cognitive map: a reading of the Caribbean (Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία ὡς γνω­στι­κὸς χάρ­της: μί­α ἀ­νά­γνω­ση τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς), ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ σύ­νο­ψη τῆς σχε­τι­κῆς δι­α­τρι­βῆς της, πα­ρου­σι­ά­ζε­ται τὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τῆς Jamaica Kincaid. Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὸ ἄρ­θρο στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

          (11) Χρι­στο­δού­λου, Δή­μη­τρα Ι., Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (microfiction, flash fiction, minificción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο: με­λέ­τη γιὰ ἕ­να νέ­ο δι­ε­θνὲς κι ἐ­θνι­κὸ εἶ­δος λό­γου. Με­τα­πτυ­χια­κὴ ἐρ­γα­σί­α, Τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, Μέ­σων καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου, σ.σ. 56-58.

           (12) Πα­ρί­σης Ι. & Πα­ρί­σης Ν., Λε­ξι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κῶν ὅ­ρων, ΟΕΒΔ, ἔκδ. Δ’, 2003, σελ. 125.

           (13) Rimmon-Kenan Shlomith, Narrative Fiction, Contemporary Poetics, 2nd edit., New York, Routledge, 2002, σελ. 18

           (14) http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/586/526

           (15) https://storycorps.org

          (16) Μὲ τὸ μι­κρο­θέ­α­τρο πει­ρα­μα­τί­στη­καν πολ­λοὶ δρα­μα­τουρ­γοὶ τὸν 20ο αἰ., ὅ­πως ὁ Ρῶ­σος Andrei Platonov (1899-1951), ὁ Jose Ignacio (Βε­νε­ζου­έ­λα, 1937-1995), ὁ Βρα­ζι­λιά­νος Roberto Athayde (1949), τὸ ἔρ­γο τῶν ὁ­ποί­ων με­τα­φρά­ζε­ται καὶ δι­α­δί­δε­ται ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Νε­ό­τε­ροι συγ­γρα­φεῖς ἔ­χουν ἀρ­χί­σει νὰ τὸ ἀ­να­νε­ώ­νουν, ὅ­πως ὁ Miguel Alcantud, ἱ­δρυ­τὴς καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Microteatro, ἑ­νὸς ὑ­περ­δρα­στή­ριου ὀρ­γα­νι­σμοῦ μὲ ἕ­δρα σὲ 14 πό­λεις τοῦ κό­σμου (ΗΠΑ, Ἱ­σπα­νί­α, Με­ξι­κό, κ.α.), ὁ Γάλ­λος Joël Pommerat ἢ ὁ Ἰ­σπα­νὸς Santiago Molero. Στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 Τὰ Τα­χυ­δρά­μα­τα, Μι­κρὲς σκη­νὲς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς, τοῦ Γι­ώρ­γου Μα­νι­ώ­τη (Ἀ­θή­να, 1951) ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γι’ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος ποὺ βρί­σκει με­γά­λη ἀν­τα­πό­κρι­ση δι­ε­θνῶς τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια. Σχε­τι­κὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες μπο­ρεῖ­τε νὰ βρεῖ­τε ἐ­δῶ, ἐδῶ καὶ ἐδῶ.

         (17) Πλανόδιον – Ἱστορίες μπονζάι καὶ Nelles Williams, Microfiction: what makes a very short story very short?, vol.20, n.1, The Ohio University Press, 2012.

           (18) Κα­λο­κύ­ρης Δη­μή­τρης, Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν ­ριθ­μῶν, Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2001, σέλ. 149.

           (19) http://www.narrativemagazine.com/sixwords

           (20) Zavala Lauro, Breve y seductora: la minificcion en la ensenanza de teoria literaria.

         (21) Stam Robert, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ θε­ω­ρί­α τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, μτφ. Κ. Κα­κλα­μά­νη, Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004, σ.σ. 265, 270, 407.

         (22) Ἀ­κρί­βος Κώ­στας, Τε­λευ­ταί­α νέ­α ἀ­πὸ τὴν Ἰ­θά­κη, Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2016.

         (23) http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-32802-8/

         (24) http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-34607-7/

         (25) Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Ἔρ­σης Σω­τη­ρο­πού­λου, Ὁ βα­σι­λιὰς τοῦ φλί­περ, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 1997.

         (26) Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Γιά­ννη Πα­λα­βοῦ, Ἀ­στεῖ­ο, Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2012.

         (27) https://www.flashfictionfestival.com καὶ http://nationalflashfictionday.co.uk

          (28) https://www.nationalwritingday.org.uk/

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Advertisements

Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar): Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων



Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar)


Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων

(Continuidad de los parques)


ΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ νὰ δι­α­βά­ζει τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἐ­δῶ καὶ λί­γες μέ­ρες. Τὸ εἶ­χε ἀ­φή­σει για­τὶ με­σο­λά­βη­σαν ἐ­πεί­γου­σες ὑ­πο­θέ­σεις καὶ τὸ ξα­νά­πια­σε στὸ τρέ­νο, γυρ­νών­τας στὸ κτῆ­μα του· ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἀ­φη­νό­ταν νὰ τὸν τρα­βή­ξει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἡ πλο­κή, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν προ­σώ­πων. Τὸ ἴ­διο βρά­δυ, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­ψε ἕ­να γράμ­μα στὸν πλη­ρε­ξού­σιό του καὶ συ­ζή­τη­σε μὲ τὸν ἐ­πι­στά­τη γιὰ τὸ μί­σθω­μα ἑ­νὸς χω­ρα­φιοῦ, ξα­νά­πια­σε τὸ δι­ά­βα­σμα στὴν ἠ­ρε­μί­α τοῦ ἀ­να­γνω­στή­ριου, ἀ­π’ ὅ­που ἡ θέ­α ἁ­πλω­νό­ταν στὸ πάρ­κο μὲ τὶς βε­λα­νι­δι­ές. Χω­μέ­νος στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λυ­θρό­να, μὲ τὶς πλά­τες γυ­ρι­σμέ­νες πρὸς τὴν πόρ­τα γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὴν ἐ­νο­χλη­τι­κὴ πι­θα­νό­τη­τα κά­ποι­ων ἐν­δε­χό­με­νων πε­ρι­σπα­σμῶν, χά­ι­δευ­ε ποῦ καὶ ποῦ μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι τὸ πρά­σι­νο βε­λοῦ­δο καὶ στρώ­θη­κε νὰ δι­α­βά­ζει τὰ τε­λευ­ταῖ­α κε­φά­λαι­α. Ἡ μνή­μη του εἶ­χε συγ­κρα­τή­σει χω­ρὶς κό­πο τὰ ὀ­νό­μα­τα καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν κεν­τρι­κῶν ἡ­ρώ­ων· σχε­δὸν ἀ­μέ­σως πα­ρα­σύρ­θη­κε μὲς στὴν ψευ­δαί­σθη­ση τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε μὲ πα­ρά­λο­γη σχε­δὸν ἡ­δο­νὴ τὸ ὅ­τι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν λί­γο-λί­γο, ἀ­ρά­δα τὴν ἀ­ρά­δα, ἀ­π’ ὅ,τι τὸν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζε, καὶ πὼς αἰ­σθα­νό­ταν πό­τε-πό­τε τὸ κε­φά­λι του ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σε ἀ­να­παυ­τι­κὰ στὸ βε­λοῦ­δο τῆς ψη­λῆς ρά­χης, καὶ ὅ­τι τὰ τσι­γά­ρα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ βρί­σκον­ται κον­τὰ στὸ χέ­ρι του, καὶ πὼς πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, τὸ ἀ­ε­ρά­κι τοῦ δει­λι­νοῦ χό­ρευ­ε κά­τω ἀ­πὸ τὶς βε­λα­νι­δι­ές. Λέ­ξη μὲ λέ­ξη, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν πο­τα­πὴ τε­λι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν ἡ­ρώ­ων, ἐ­νῶ ἀ­φη­νό­ταν νὰ χά­νε­ται στὶς εἰ­κό­νες ποὺ σχη­μα­τί­ζον­ταν καὶ ἀ­πο­κτοῦ­σαν χρῶ­μα καὶ κί­νη­ση, πα­ραυ­ρέ­θη­κε αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας τῆς τε­λι­κῆς συ­νάν­τη­σης στὴν κα­λύ­βα τοῦ δά­σους. Πρώ­τη μπῆ­κε ἡ γυ­ναί­κα, φο­βι­σμέ­νη· τώ­ρα ἦρ­θε ὁ ἐ­ρα­στὴς μὲ τὸ πρό­σω­πο γρα­τζου­νι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ τί­ναγ­μα ἑ­νὸς κλα­διοῦ. Τοῦ φι­λοῦ­σε ὑ­πέ­ρο­χα τὶς γρα­τζου­νι­ὲς γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει τὸ αἷ­μα, ἐ­νῶ αὐ­τὸς τρα­βι­ό­ταν ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὰ χά­δια, δὲν εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ ἐ­πα­να­λά­βει τὴν τε­λε­τουρ­γί­α ἑ­νὸς πά­θους κρυ­φοῦ ποὺ τὸ συγ­κά­λυ­πταν ἕ­νας σω­ρὸς φύλ­λα ξε­ρὰ καὶ μυ­στι­κὰ μο­νο­πά­τια. Τὸ στι­λέ­το ἔ­γι­νε χλια­ρὸ ἀ­κουμ­πών­τας στὸ στῆ­θος του, καὶ ἀ­πὸ κά­τω χτυ­ποῦ­σε ἡ ζα­ρω­μέ­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α. Ἕ­νας λα­χα­νια­στὸς δι­ά­λο­γος ξε­τυ­λι­γό­ταν μέ­σα στὶς σε­λί­δες σὰν ἕ­να πο­τά­μι ἀ­πὸ ἑρ­πε­τά, καὶ εἶ­χε τὴν αἴ­σθη­ση πὼς ὅ­λα εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σι­στεῖ ἀ­πὸ πάν­τα. Ὣς καὶ αὐ­τὰ τὰ χά­δια ποὺ τύ­λι­γαν τὸ σῶ­μα τοῦ ἐ­ρα­στῆ σὰν γιὰ νὰ τὸν συγ­κρα­τή­σουν καὶ νὰ τὸν με­τα­πεί­σουν, σχε­δί­α­ζαν φρι­κτὰ τὸ πε­ρί­γραμ­μα ἑ­νὸς ἄλ­λου σώ­μα­τος, ποὺ ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ ἐ­ξον­τω­θεῖ. Δὲν εἶ­χαν πα­ρα­λεί­ψει τί­πο­τα: ἄλ­λο­θι, συμ­πτώ­σεις, πι­θα­νὰ λά­θη. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη τὸ κά­θε λε­πτὸ εἶ­χε τὴ σκο­πι­μό­τη­τά του, ὑ­πο­λο­γι­σμέ­νη μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια. Τὴν ἄ­γρια καὶ ἀ­μεί­λι­κτη σκη­νὴ ποὺ τῆς ἔ­κα­νε, μό­λις ποὺ δι­έ­κο­πτε πό­τε-πό­τε ἕ­να χέ­ρι νὰ χα­ϊ­δέ­ψει ἕ­να μά­γου­λο. Ἄρ­χι­σε νὰ νυ­χτώ­νει.

       Χω­ρὶς νὰ κοι­τά­ζον­ται, δε­μέ­νοι σφι­χτὰ στὸ ἔρ­γο ποὺ εἶ­χαν νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σουν, χω­ρί­στη­καν στὴν πόρ­τα τῆς κα­λύ­βας. Ἐ­κεί­νη ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ μο­νο­πά­τι ποὺ τρα­βοῦ­σε κα­τὰ τὸ βο­ριά. Ἐ­κεῖ­νος, στὸ ἀν­τί­θε­το μο­νο­πά­τι, γύ­ρι­σε μιὰ στιγ­μὴ νὰ τὴν δεῖ νὰ φεύ­γει, μὲ τὰ μαλ­λιά της λυ­τά. Μὲ τὴ σει­ρά του ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει κι αὐ­τός, κα­τα­φεύ­γον­τας στὰ δέν­τρα καὶ τοὺς φρά­χτες, ὥ­σπου ξε­χώ­ρι­σε μὲς στὴ μα­βιὰ ὁ­μί­χλη τῆς χα­ραυ­γῆς τὴν ἀ­λέ­α ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ σπί­τι. Τὰ σκυ­λιὰ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ γα­βγί­σουν, καὶ δὲν γά­βγι­σαν. Τὴν ὥ­ρα αὐ­τὴ ὁ ἐ­πι­στά­της δὲν ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, καὶ δὲν ἦ­ταν. Ἀ­νέ­βη­κε τὰ τρί­α σκα­λο­πά­τια τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ μπῆ­κε. Μέ­σ’ ἀ­π’ τὸ αἷ­μα ποὺ βού­ι­ζε στ’ αὐ­τιά του τοῦ ἐρ­χόν­ταν ἀ­κό­μα τὰ λό­για τῆς γυ­ναί­κας: πρῶ­τα μιὰ γα­λά­ζια αἴ­θου­σα, ὕ­στε­ρα ἕ­νας δι­ά­δρο­μος, με­τὰ μιὰ σκά­λα μὲ χα­λί. Στὸ πά­νω πά­τω­μα, δυ­ὸ πόρ­τες. Στὸ πρῶ­το δω­μά­τιο κα­νείς, στὸ δεύ­τε­ρο κα­νείς. Ἡ πόρ­τα τοῦ μι­κροῦ σα­λο­νιοῦ, καὶ ὑ­στέ­ρα, μὲ τὸ στι­λέ­το στὸ χέ­ρι, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, ἡ ψη­λὴ ρά­χης μιᾶς πρά­σι­νης, βε­λού­δι­νης πο­λυ­θρό­νας, τὸ κε­φά­λι τοῦ ἄν­τρα ποὺ κά­θε­ται στὴν πο­λυ­θρό­να δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα.



Πηγή: περ. Χάρτης, ἀρ. 10, Φεβρουάριος 1984. Τὸ πρω­τότυπο πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Fi­nal del ju­e­go (Τέ­λος τοῦ παι­χνι­διοῦ), 1956 (ἐκδ. Su­da­me­ri­ca­na).

Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar) (Βρυ­ξέλ­λες, 1914-Πα­ρί­σι, 1984). Μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἀ­πὸ τὸ 1952 ἐρ­γα­ζό­ταν στὴν ΟΥ­ΝΕ­ΣΚΟ ὡς με­τα­φρα­στής. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ P­r­e­s­e­n­c­ia (1940).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης (Ρέ­θυ­μνο, 1948). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τράμ, τὶς ὁ­μώ­νυ­μες ἐκ­δό­σεις λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τέ­χνης (1971-87) καθὼς καὶ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της (1982-87). Ὑ­πῆρ­ξε δι­ευ­θυν­τὴς συν­τά­ξε­ως καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τέ­ταρ­το(1985-87). Ἔ­χει κά­νει τρεῖς ἐκ­θέ­σεις κο­λὰζ καὶ εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε βι­βλί­α γιὰ παι­διά. Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς Ὁ­μη­ρι­κῆς (1996) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Τὸ 2014 τιμήθηκε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν, γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Δραματοποίηση:

Ἀχιλ­λέας Κυριακίδης (1999)

Ἄλλες δραματοποιήσεις:

https://www.youtube.com/watch?v=0zL9tb0y16g

https://www.youtube.com/watch?v=G_tFWxA7-ho

https://www.youtube.com/watch?v=GUDspbzxplE

https://www.youtube.com/watch?v=xGKqGyIeE9w

https://www.youtube.com/watch?v=2J0aA_XOvAE

https://www.youtube.com/watch?v=HrJNiwu-Ajs

Τὸ ἰσπανικὸ πρωτότυπο:

Διαβάζει ὁ Χούλιο Κορτάσαρ:

Julio Cortázar

Continuidad de los parques

Había empezado a leer la novela unos días antes. La abandonó por negocios urgentes, volvió a abrirla cuando regresaba en tren a la finca; se dejaba interesar lentamente por la trama, por el dibujo de los personajes. Esa tarde, después de escribir una carta a su apoderado y discutir con el mayordomo una cuestión de aparcerías, volvió al libro en la tranquilidad del estudio que miraba hacia el parque de los robles. Arrellanado en su sillón favorito, de espaldas a la puerta que lo hubiera molestado como una irritante posibilidad de intrusiones, dejó que su mano izquierda acariciara una y otra vez el terciopelo verde y se puso a leer los últimos capítulos. Su memoria retenía sin esfuerzo los nombres y las imágenes de los protagonistas; la ilusión novelesca lo ganó casi en seguida. Gozaba del placer casi perverso de irse desgajando línea a línea de lo que lo rodeaba, y sentir a la vez que su cabeza descansaba cómodamente en el terciopelo del alto respaldo, que los cigarrillos seguían al alcance de la mano, que más allá de los ventanales danzaba el aire del atardecer bajo los robles. Palabra a palabra, absorbido por la sórdida disyuntiva de los héroes, dejándose ir hacia las imágenes que se concertaban y adquirían color y movimiento, fue testigo del último encuentro en la cabaña del monte. Primero entraba la mujer, recelosa; ahora llegaba el amante, lastimada la cara por el chicotazo de una rama. Admirablemente restañaba ella la sangre con sus besos, pero él rechazaba las caricias, no había venido para repetir las ceremonias de una pasión secreta, protegida por un mundo de hojas secas y senderos furtivos. El puñal se entibiaba contra su pecho, y debajo latía la libertad agazapada. Un diálogo anhelante corría por las páginas como un arroyo de serpientes, y se sentía que todo estaba decidido desde siempre. Hasta esas caricias que enredaban el cuerpo del amante como queriendo retenerlo y disuadirlo, dibujaban abominablemente la figura de otro cuerpo que era necesario destruir. Nada había sido olvidado: coartadas, azares, posibles errores. A partir de esa hora cada instante tenía su empleo minuciosamente atribuido. El doble repaso despiadado se interrumpía apenas para que una mano acariciara una mejilla. Empezaba a anochecer.

            Sin mirarse ya, atados rígidamente a la tarea que los esperaba, se separaron en la puerta de la cabaña. Ella debía seguir por la senda que iba al norte. Desde la senda opuesta él se volvió un instante para verla correr con el pelo suelto. Corrió a su vez, parapetándose en los árboles y los setos, hasta distinguir en la bruma malva del crepúsculo la alameda que llevaba a la casa. Los perros no debían ladrar, y no ladraron. El mayordomo no estaría a esa hora, y no estaba. Subió los tres peldaños del porche y entró. Desde la sangre galopando en sus oídos le llegaban las palabras de la mujer: primero una sala azul, después una galería, una escalera alfombrada. En lo alto, dos puertas. Nadie en la primera habitación, nadie en la segunda. La puerta del salón, y entonces el puñal en la mano, la luz de los ventanales, el alto respaldo de un sillón de terciopelo verde, la cabeza del hombre en el sillón leyendo una novela.

Ἀνάλυση τοῦ κειμένου στὰ ἰσπανικὰ

ἀπὸ τὸν Fernando Chelle:

 

https://letralia.com/lecturas/2016/04/30/lectura-comentada-de-continuidad-de-los-parques-de-julio-cortazar/

 

Νότα Σεφερλῆ: Friend-ship



Νό­τα Σε­φερ­λῆ

Friend-ship


Α ΒΡΑΔΙΑ τὸ λι­μά­νι θυ­μί­ζει ται­νί­α τε­χνι­κο­λόρ. Στὸ βά­θος τὸ μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ὅ­λο καὶ σκο­τει­νιά­ζει ἀλ­λὰ πο­τὲ ἐν­τε­λῶς. Σὲ πρῶ­το πλά­νο τὰ φω­τα­γω­γη­μέ­να πλοῖ­α ἐν πα­ρα­τά­ξει, ἕ­τοι­μα πρὸς ἀ­να­χώ­ρη­ση. Πρῶ­το σαλ­πά­ρει τὸ Κνω­σός, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ γρή­γο­ρο τῆς Blue Star Ferries καὶ λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα τὸ Λα­τώ, μιὰ ἀρ­χόν­τισ­σα στὰ λευ­κὰ μὲ γε­ρὸ σκα­ρὶ πα­ρ’ ὅ­λα τὰ χρο­νά­κια της καὶ τὶς συ­χνὲς ἐ­πεμ­βά­σεις στὰ χέ­ρια τῶν εἰ­δι­κῶν.

       Ἐ­δῶ καὶ τό­σα βρά­δια ἡ ἴ­δια ται­νί­α. Τὸ σα­ρα­βα­λά­κι περ­νᾶ τὴν πύ­λη Ε2 τοῦ λι­μα­νιοῦ, πάν­τα τὴν ἴ­δια ὥ­ρα, λί­γο πρὶν τὶς ἐν­νιά. Ὁ ὁ­δη­γός του, μιὰ σκο­τει­νὴ ἀ­ξύ­ρι­στη φι­γού­ρα, παρ­κά­ρει τὸ αὐ­το­κι­νη­τά­κι στὴν ἄ­κρη τοῦ μό­λου, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὸν φα­νὸ τῆς εἰ­σό­δου. Δὲ βγαί­νει πο­τὲ ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­κού­γε­ται πά­λι ἡ ἴ­δια κα­σέ­τα· o κα­η­μὸς μιᾶς κρη­τι­κῆς λύ­ρας καὶ ἡ ἔν­ρι­νη φω­νὴ τοῦ τρα­γου­δι­στῆ. Ὁ ὁ­δη­γός, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸ τι­μό­νι, πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴ νη­ο­πομ­πή. Πρῶ­το ἀ­να­χω­ρεῖ τὸ Κνω­σός, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ γρή­γο­ρο τῆς Blue Star Ferries καὶ λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα ἡ ἀρ­χόν­τισ­σα Λα­τώ. Καὶ μό­νο ὅ­ταν ἐ­κεί­νη βγεῖ ἀ­πὸ τὸ λι­μά­νι, ὁ ὁ­δη­γὸς βά­ζει μπρὸς τὴ μη­χα­νή, μαρ­σά­ρει, κά­νει ἐ­πὶ τό­που στρο­φή, περ­νᾶ ξα­νὰ τὴν πύ­λη Ε2 καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ πλη­σι­έ­στε­ρο κα­φε­νεῖ­ο. Πα­ραγ­γέλ­νει ρα­κὶ ποὺ τὸ πί­νει ἀ­μί­λη­τος. Ἀ­μί­λη­τος βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζὶ πε­ρί­που μιὰ ὥ­ρα με­τά. Μπαί­νει στὸ σα­ρα­βα­λά­κι, βά­ζει μπρὸς τὴ μη­χα­νή, μαρ­σά­ρει καὶ χά­νε­ται στὸ σκο­τά­δι.

       Ἕ­να χει­μω­νι­ά­τι­κο βρά­δυ τὸ σε­νά­ριο τρο­πο­ποι­ή­θη­κε. Ἡ ἀρ­χόν­τισ­σα ἔ­λει­πε – βρι­σκό­ταν, εἶ­παν, πα­ρο­πλι­σμέ­νη στὸ λι­μά­νι τῆς Σού­δας. Πολ­λὰ ἀ­κού­στη­καν: ὅ­τι ἀλ­λά­ζει γραμ­μή, ὅ­τι πά­ει γιὰ νέ­α ἐ­πι­σκευ­ή, μπο­ρεῖ καὶ γιὰ σκρὰπ – δὲ γλι­τώ­νει, εἶ­παν, τὸ δι­α­λυ­τή­ριο. Μό­νο ἐ­κεῖ­νος δὲ μί­λη­σε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το, ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο κι ἄρ­χι­σε νὰ κό­βει βόλ­τες ἐ­κεῖ ποὺ ἄλ­λο­τε ἔ­δε­ναν καὶ ξέ­δε­ναν τὴν ἀρ­χόν­τισ­σα. Ἂν κά­ποι­ος πλη­σί­α­ζε θὰ τὸν ἄ­κου­γε νὰ μουρ­μου­ρί­ζει ναυ­τι­κὰ πα­ραγ­γέλ­μα­τα.

       «Πρό­σω δε­ξιά. Ἀ­ρι­στε­ρὰ μι­σὴ πλώ­ρη. Πα­ρα­πά­νω πλώ­ρη. Κρά­τει πλώ­ρη. Κρά­τει πρύ­μη. Μὴ βι­ρά­ρεις τὸ πλω­ριὸ – μὴ βι­ρά­ρεις τὸ πλω­ριό…»


       Ἦ­ταν, βλέ­πεις, δύ­σκο­λη στὶς μα­νοῦ­βρες. Μο­νο­τί­μο­νη μὲ μπα­τα­ρι­στὲς μη­χα­νές, ὅ­ταν ἔ­βγα­ζε και­ρό, ζο­ρι­ζό­ταν νὰ πιά­σει ντό­κο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νό­τα Σε­φερ­λῆ (Ἀ­θή­να, 1962). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α καὶ δι­δά­σκει στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση.



		

	

Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid): Κορίτσι



Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid)


Κο­ρί­τσι

(Girl)


Α ΠΛΕΝΕΙΣ τὰ ἀ­σπρό­ρου­χα τὶς Δευ­τέ­ρες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις πά­νω στὶς πέ­τρες. Νὰ πλέ­νεις τὰ χρω­μα­τι­στὰ τὶς Τρί­τες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις στὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Μὴν βγαί­νεις στὸν καυ­τὸ ἥ­λιο μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κά­λυ­πτο. Νὰ μα­γει­ρεύ­εις τὴν τη­γα­νη­τὴ κο­λο­κύ­θα σὲ πο­λὺ καυ­τὸ γλυ­κὸ λά­δι. Μού­λια­ζε στὸ νε­ρὸ τὰ ἐ­σώ­ρου­χά σου ἀ­μέ­σως μό­λις τὰ βγά­ζεις. Ὅ­ταν ἀ­γο­ρά­ζεις βαμ­βά­κι γιὰ νὰ φτιά­ξεις γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου μιὰ ὡ­ραί­α μπλού­ζα, πρό­σε­χε νὰ μὴν ἔ­χει κόλ­λα, για­τὶ ἀλ­λι­ῶς θὰ χα­λά­σει στὸ πλύ­σι­μο. Ξαλ­μύ­ρι­ζε ἀ­πο­βρα­δὶς τὸ πα­στὸ ψά­ρι πρὶν τὸ μα­γει­ρέ­ψεις. Ἀ­λη­θεύ­ει ὅ­τι τρα­γου­δᾶς benna(1) στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο τὶς Κυ­ρια­κές; Νὰ τρῶς πάν­τα μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­κα­τεύ­ει τὸ στο­μά­χι τοῦ ἄλ­λου, ὅ­ταν σὲ βλέ­πει. Τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ περ­πα­τᾶς σὰν κυ­ρί­α, ὄ­χι σὰν τὴν τσού­λα ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ μὴν τρα­γου­δᾶς benna στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ τὶς Κυ­ρια­κές. Νὰ μὴν μι­λᾶς σὲ ἀ­λῆ­τες, οὔ­τε κὰν ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε ὁ­δη­γί­ες. Μὴν τρῶς φροῦ­τα στὸ δρό­μο, θὰ σὲ πά­ρουν στὸ κυ­νή­γι οἱ μύ­γες. Μὰ δὲν τρα­γου­δά­ω πο­τὲ benna τὶς Κυ­ρια­κὲς καὶ εἰ­δι­κὰ στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἕ­να κουμ­πί. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἡ κουμ­πό­τρυ­πα γιὰ τὸ κουμ­πὶ ποὺ μό­λις ἕ­ρα­ψες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται τὸ στρί­φω­μα τοῦ πο­δό­γυ­ρου ὅ­ταν βλέ­πεις ὅ­τι ἔ­χει ξη­λω­θεῖ, γιὰ νὰ μὴν κυ­κλο­φο­ρεῖς σὰν τὴν πόρ­νη ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Ἔ­τσι σι­δε­ρώ­νε­ται τὸ χα­κὶ παν­τε­λό­νι τοῦ πα­τέ­ρα σου γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει τσα­κί­σεις. Ἔ­τσι φυ­τεύ­ε­ται ἡ μπά­μια – μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι για­τὶ στὸ φυ­τὸ τῆς μπά­μιας φω­λιά­ζουν τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια. Ὅ­ταν φυ­τεύ­εις κο­λο­κά­σι(2), βε­βαι­ώ­σου ὅ­τι ἔ­χει πάν­τα ἀρ­κε­τὸ νε­ρό, ἀλ­λι­ῶς σοῦ καί­ει τὸν λαι­μὸ ὅ­ταν τὸ τρῶς. Ἔ­τσι σκου­πί­ζεις μιὰ γω­νί­α, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις τὸν αὐ­λό­γυ­ρο. Ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς πο­λύ, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς κα­θό­λου, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ συμ­πα­θεῖς πο­λύ. Ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ τσά­ι, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο μὲ ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ προ­σκε­κλη­μέ­νο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ με­ση­με­ρια­νό, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ πρω­ι­νό. Ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι πα­ρου­σί­ᾳ ἀν­δρῶν οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν σὲ γνω­ρί­ζουν κα­λά, κι ἔ­τσι δὲν θὰ κα­τα­λά­βουν ἀ­μέ­σως τὴν πόρ­νη ποὺ σὲ προ­ει­δο­ποί­η­σα νὰ μὴν γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ πλέ­νε­σαι κά­θε μέ­ρα, ἐν ἀ­νάγ­κῃ μὲ τὸ ἴ­διο σου τὸ σά­λιο. Μὴν γο­να­τί­ζεις στὸ χῶ­μα γιὰ νὰ παί­ξεις μὲ τοὺς βό­λους, δὲν εἶ­σαι ἀ­γό­ρι, ξέ­ρεις. Μὴν ἀγ­γί­ζεις τὰ φυ­τὰ τῶν ἄλ­λων, μπο­ρεῖ νὰ κολ­λή­σεις τί­πο­τα. Μὴν πε­τᾶς πέ­τρες στοὺς κό­τσυ­φες, για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι κό­τσυ­φες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἡ ζύ­μη γιὰ τὸ ψω­μί, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πί­τες ἀ­πὸ πλα­τα­νό­φυλ­λα, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πι­πε­ρι­ὲς στὴν κα­τσα­ρό­λα. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ κα­τὰ τοῦ κρυ­ώ­μα­τος. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ γιὰ νὰ ρί­ξεις τὸ παι­δί, πρὶν ἀ­κό­μα γί­νει κα­λὰ-κα­λὰ παι­δί. Ἔ­τσι πι­ά­νε­ται ἕ­να ψά­ρι. Ἔ­τσι πε­τᾶς πί­σω στὴ θά­λασ­σα ἕ­να ψά­ρι ποὺ δὲν σοῦ ἀ­ρέ­σει, κι ἔ­τσι κα­νέ­να κα­κὸ δὲν θὰ σὲ βρεῖ ποὺ τὸ πέ­τα­ξες. Ἔ­τσι ἐκ­φο­βί­ζεις ἕ­ναν ἄν­δρα, ἔ­τσι σὲ ἐκ­φο­βί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας. Ἔ­τσι ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­δρα. Ἂν αὐ­τὸ δὲν λει­τουρ­γή­σει, ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λοι τρό­ποι, κι ἂν κι αὐ­τοὶ δὲν λει­τουρ­γή­σουν, μὴν νι­ώ­θεις καὶ τό­σο ἄ­σχη­μα ἂν πα­ραι­τη­θεῖς ἀ­π’ τὴν προ­σπά­θεια. Ἔ­τσι φτύ­νεις στὸν ἀ­έ­ρα, ἂν νι­ώ­σεις τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ κά­νεις, κι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ κου­νη­θεῖς γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μὴν πέ­σει πά­νω σου. Ἔ­τσι τὰ βγά­ζεις πέ­ρα οἰ­κο­νο­μι­κὰ μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ μή­να. Νὰ ζου­λᾶς πάν­τα το ψω­μὶ γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖς ὅ­τι εἶ­ναι φρέ­σκο. Κι ἂν ὁ φούρ­να­ρης δὲν μ’ ἀ­φή­σει νὰ πιά­σω τὸ ψω­μί; Θὲς νὰ πεῖς ὅ­τι με­τὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά, θὰ γί­νεις πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ὁ φούρ­να­ρης δὲν ἀ­φή­νει νὰ πλη­σιά­σει τὸ ψω­μί;


       (1) Εἶ­δος ὁ­μα­δι­κοῦ τρα­γου­διοῦ (calypso music) τῶν κα­τοί­κων τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς σὲ μορ­φὴ ἐ­ρω­τα­παν­τή­σε­ων, μέ­σῳ τοῦ ὁ­ποί­ου ἀν­τάλ­λα­σαν σκαν­δα­λώ­δη νέ­α ἢ κου­τσομ­πο­λιά.
       (2) Κο­λο­κα­σί­α ἡ ἐ­δώ­δι­μος ἢ ἁ­πλά, κο­λο­κά­σι, εἶ­ναι ἕ­να φυ­τὸ ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται γιὰ τοὺς βρώ­σι­μους κον­δύ­λους του ποὺ μοιά­ζουν μὲ γλυ­κο­πα­τά­τα. Ἂν καὶ εὐ­δο­κι­μεῖ κυ­ρί­ως σὲ τρο­πι­κὲς πε­ρι­ο­χές, ὅ­πως στὰ νη­σιὰ τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ, τὴν Ἀ­σί­α ἢ τὴν Δυ­τι­κὴ Ἀ­φρι­κή, ἀ­παν­τᾶ­ται σὲ πολ­λὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς Κύ­πρου.


Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Κο­ρί­τσι», ἢ «Girl» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker στὸ τεῦ­χος Ἰ­ου­νί­ου τοῦ 1978 καὶ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των At the Bottom of the River ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1983.

Ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ διαβάζει τὸ πεζό της «Κορίτσι» («Girl»):

Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid), ἢ ἀλ­λι­ῶς Maria Elaine Cynthia Potter Richardson, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ ἀ­λη­θι­νό της ὄ­νο­μα, γεν­νή­θη­κε στὶς Ἀν­τίλ­λες τὸ 1949 καὶ εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σὲ ἡ­λι­κί­α 17 χρο­νῶν ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν Β. Ἀ­με­ρι­κή, ὅ­που σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker κα­θὼς καὶ σὲ ἄλ­λα ἔν­τυ­πα. Δί­δα­ξε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ θή­τευ­σε ὡς κα­θη­γή­τρια Ἀ­φρι­κα­νι­κῶν καὶ Ἀ­φρο­α­με­ρι­κά­νι­κων Σπου­δῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Χάρ­βαρντ. Στὰ βι­βλί­α της θί­γον­ται θέ­μα­τα ὅ­πως ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­α καὶ ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά, ὁ δι­α­χω­ρι­σμὸς τῶν φύ­λων καὶ ἡ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα, οἱ σχέ­σεις μη­τέ­ρας-κό­ρης, κα­θὼς καὶ οἱ τα­ξι­κὲς καὶ φυ­λε­τι­κὲς δι­α­φο­ρές.

       Ὁ τρό­πος γρα­φῆς τῆς Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ δι­χά­ζει τοὺς με­λε­τη­τές της, κα­θὼς κά­ποι­οι ἀ­π’ αὐ­τοὺς θε­ω­ροῦν πὼς τὸ ἔρ­γο της ἑ­στι­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ κρι­τι­κὴ ποὺ ἀ­σκεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς At the Bottom of the River, κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Autobiography of My Mother, ἀν­τα­να­κλοῦν τὰ πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη καὶ ἔ­θι­μα τῆς χώ­ρας της καὶ τοὺς ἔ­χει ἀ­πο­δο­θεῖ ὁ ὅ­ρος «μα­γι­κὸς ρε­α­λι­σμός». Ἡ ἴ­δια ἡ Κίνκεϊντ μι­λών­τας σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο γρα­φῆς της, πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς στὰ βι­βλί­α της συ­ναν­τῶν­ται τὸ «μα­γι­κὸ» καὶ τὸ «ρε­α­λι­στι­κὸ» στοι­χεῖ­ο, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ἀ­πα­ραί­τη­τα πὼς τὰ ἔρ­γα ἀ­παν­τοῦν στὰ κρι­τή­ρια τοῦ «μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ». Ἄλ­λοι, ὡ­στό­σο, κα­τα­τάσ­σουν πρω­τί­στως τὸ ἔρ­γο της στὰ πλαί­σια τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, χά­ρη στὸν πο­λι­τι­στι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο καὶ πει­ρα­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς γρα­φῆς της. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ δεῖγ­μα αὐ­τοῦ εἶ­ναι τὸ δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο «Κορίτσι» («Girl»). Σ’ αὐ­τὴν τὴν σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ με­τα­τρέ­πει σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἀ­φή­γη­μα τὶς ὁ­δη­γί­ες συμ­μόρ­φω­σης μιᾶς μη­τέ­ρας ἀ­πὸ ἕ­να χω­ριὸ τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς πρὸς τὴν κό­ρη της καὶ μᾶς με­τα­φέ­ρει μέ­σῳ τῶν εἰ­κό­νων, τῶν γεύ­σε­ων καὶ τῶν ἀ­ρω­μά­των στὸν δι­κό της τό­πο κα­τα­γω­γῆς, ἐμ­πνευ­σμέ­νη κα­τὰ πά­σα πι­θα­νό­τη­τα ἀ­π’ τὴν δι­κή της παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α. Πρό­κει­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ γιὰ μιὰ λί­στα προ­τρο­πῶν καί, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς σὲ μιὰ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ ζων­τα­νὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν ἠ­θῶν τῆς ἀν­τιλ­λι­ά­νι­κης κοι­νω­νί­ας μοιά­ζει νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζει τὸ κεί­με­νο γε­ω­γρα­φι­κὰ ἢ νὰ τοῦ ἀ­πο­δί­δει ἕ­ναν κα­θα­ρὰ το­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, τὸ ἔρ­γο κα­τα­φέρ­νει τε­λι­κὰ νὰ με­τα­δώ­σει ἕ­να πο­λὺ εὐ­ρύ­τε­ρο μή­νυ­μα ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ οἰ­κου­με­νι­κὰ σχε­δὸν τὶς ἀν­τι­λή­ψεις ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τὸ πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ νε­α­ρὸ κο­ρί­τσι σὲ γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι, στὸ δι­ή­γη­μα ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται οἱ ὁ­μοι­ό­τη­τες στὴν δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὶς προ­κα­τα­λή­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο φύ­λο ἀ­νά­με­σα στὶς «πρω­τό­γο­νες» καὶ τὶς «πο­λι­τι­σμέ­νες» κοι­νω­νί­ες. Πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς φαι­νο­με­νι­κὰ πρό­κει­ται γιὰ δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κό­σμους ποὺ λει­τουρ­γοῦν ἀρ­χι­κὰ σὰν ἀν­τι­θε­τι­κοὶ πό­λοι, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τό­σο ὁ ἐ­ξω­τι­κὸς κό­σμος τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς, ὅ­σο καὶ ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­πτυγ­μέ­νος οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ τε­χνο­λο­γι­κὰ δυ­τι­κὸς κό­σμος, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο βα­θιὰ ἀν­δρο­κρα­τού­με­νοι.

       Τέ­λος, πολ­λοὶ εἶ­ναι ἐ­πί­σης αὐ­τοὶ ποὺ ξε­χω­ρί­ζουν τὸ ἔρ­γο τῆς Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­ως, ἀ­νά­με­σά τους ἡ λο­γο­τέ­χνις καὶ φι­λό­σο­φος Susan Sontag (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1933-2004), γιὰ τὴν συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα ποὺ τὸ δι­α­κρί­νει, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἀ­τρό­μη­τη καὶ μὲ ἀ­κρί­βεια ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ μι­λᾶ γι’ αὐ­τὰ ποὺ θέ­λει νὰ πεῖ, ἀν­τι­βαί­νον­τας τὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ πρό­τυ­πα γρα­φῆς. Ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γρά­φει ἡ Giovanna Covi, κα­θη­γή­τρια Ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Σπου­δῶν Φύ­λου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Τρέν­το καὶ με­λε­τή­τρια τῆς Κίνκεϊντ, «οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς χο­ρεύ­ουν στὸν χτύ­πο τῶν ταμ­πούρ­λων καὶ τὸν ρυθ­μὸ τῆς τζάζ (…)».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φία καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ καὶ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὴν ἐ­τή­σια ἀν­θο­λο­γί­α «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (τό­μοι 2014-2017), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/.



		

	

Σταυρούλα Τσούπρου: Στὴν θέση του


Σταυρούλα Τσούπρου


Στὴν θέ­ση του


Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ κα­λύ­πτει ὁ­λό­κλη­ρο τὸν τοῖ­χο, σὲ ὕ­ψος καὶ σὲ μῆ­κος, ἑ­νὸς με­γά­λου πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δου σα­λο­νιοῦ αὐ­τὸ τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, τὸ φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ πλῆ­θος συρ­τά­ρια. Συρ­τά­ρια πού, ὅ­μως, δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἴ­δια. Ἄλ­λα ἦ­ταν μι­κρὰ καὶ ἄλ­λα με­γά­λα, ἄλ­λα κλει­δω­μέ­να καὶ ἄλ­λα ξε­κλεί­δω­τα, καὶ σὲ ἄλ­λα ὁ χῶ­ρος πρὸς πλή­ρω­ση ἔ­χα­σκε ἀ­δεια­νός, ἕ­τοι­μος, ὡ­στό­σο, γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χή, ὅ­πως τὸ θη­κά­ρι ποὺ προ­σμέ­νει τὸ σπα­θὶ γιὰ τὸν και­ρὸ τῆς εἰ­ρή­νης. Κά­ποι­α ἀ­νά­με­σά τους, μά­λι­στα, ἦ­ταν χρω­μα­τι­στὰ – γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­χαν ὑ­πάρ­ξει χρω­μα­τι­στά, δι­ό­τι, τώ­ρα πιά, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα, εἶ­χαν ἀ­πω­λέ­σει ἐ­κεί­νη τὴν πα­λιὰ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζουν τὸ πλου­μι­στὸ φῶς τῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς πη­γῆς· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο δι­ά­στη­μα, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, αὐ­τὴ ἡ πο­λύ­τι­μη ἰ­δι­ό­τη­τα χα­νό­ταν καὶ τὰ συρ­τά­ρια ἐ­πέ­στρε­φαν στὴν κοι­νή, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­χρω­μί­α τους, ποὺ ἄλ­λο­τε πλη­σί­α­ζε στὸ γκρί, ἄλ­λο­τε στὸ μπὲζ καὶ ἄλ­λο­τε στὸ μο­λυ­βί. Ἔ­τσι, οἱ ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς δι­α­φο­ρὲς τους ἑ­στι­ά­ζον­ταν, πλέ­ον, στὸ μέ­γε­θος, ἢ στὸν ὄγ­κο, καὶ στὶς κλει­δω­νι­ές, καί, βέ­βαι­α, στὴν κα­τά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α εἶ­χαν κα­τα­φέ­ρει νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὸ σχῆ­μα τους με­τὰ τὴν το­πο­θέ­τη­σή τους· αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἦ­ταν πο­λὺ βα­σι­κό.

        Τὰ πιὸ με­γά­λα βρί­σκον­ταν στὴν βά­ση τοῦ ἐ­πί­πλου· κα­νείς, ὅ­μως, πο­τέ, δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ πεῖ ἂν ἦ­ταν τὰ πιὸ βα­ριὰ ἢ τὰ πιὸ ἐ­λα­φριά (τὸ ἔ­πι­πλο, ἐν­νο­εῖ­ται, δὲν ὑ­πα­γό­ταν στοὺς φυ­σι­κοὺς νό­μους καὶ ἄ­ρα δὲν κιν­δύ­νευ­ε νὰ χά­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α του), τὰ πιὸ πλού­σια ἢ τὰ πιὸ βα­ρε­τά – τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους ἦ­ταν ἀ­πρό­σι­το, κλει­δω­μέ­νο γιὰ πάν­τα, προ­φυ­λαγ­μέ­νο μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα μά­τια, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὰ κα­λο­προ­αί­ρε­τα ἐ­πί­σης. Τὸ κλει­δὶ αὐ­τῶν τῶν συρ­τα­ρι­ῶν δὲν βρι­σκό­ταν που­θε­νὰ καὶ τὰ πνευ­μα­τι­κὰ δι­και­ώ­μα­τά τους τὰ εἶ­χε τὸ Ἄ­γνω­στο, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νο μέ­σα στοὺς αἰ­ῶ­νες. Ὅ­σο οἱ σει­ρὲς ἀ­νέ­βαι­ναν σὲ ὕ­ψος, ὁ ὄγ­κος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν μί­κραι­νε· ἡ σύν­θε­ση τῶν πε­ρι­ε­χο­μέ­νων τους ποί­κιλ­λε, γε­γο­νὸς ποὺ τὰ δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σε. Αὐ­τὴ ἡ ποι­κι­λί­α ἦ­ταν μί­α ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­α­φο­ρά, μὴ ὁ­ρα­τὴ γιὰ τὸν ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ πα­ρα­τη­ρη­τή, ὅ­πως, ἄλ­λω­στε, καὶ τὸ βά­ρος τους: μό­νον ὅ­ποι­ος τὰ ἄ­νοι­γε, ἕ­να πρὸς ἕ­να, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ γιὰ αὐ­τὲς τὶς κρυ­φὲς ἀν­τι­θέ­σεις, ἢ καὶ τὶς κρυ­φὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες, πα­ραλ­λα­γὲς ἢ δι­α­κυ­μάν­σεις, καί, στὴν συ­νέ­χεια, νὰ κρί­νει (ἂν τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε κά­τι τέ­τοι­ο) πό­σο ἡ σύν­θε­ση τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἐκ­δη­λω­νό­ταν στὸ σύ­νο­λο, στὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ ἐ­πί­πλου κα­τὰ τὴν κί­νη­σή του στὸν χῶ­ρο. Οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ κλει­δο­κρά­τωρ δὲν ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το ὅ­τι θὰ ἀ­σχο­λεῖ­το μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐ­πί­πο­νη ἐρ­γα­σί­α, ἔ­τι μᾶλ­λον πού, συ­χνά, ἄ­φη­νε τὰ κλει­διὰ νὰ κρέ­μον­ται ἀ­πὸ τὸ σπαγ­κά­κι τους ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ συρ­τά­ρια, ξε­χνών­τας, κά­πο­τε, καὶ νὰ τὰ κλει­δώ­σει, ὅ­ταν τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἦ­ταν ἄ­νευ ση­μα­σί­ας ἢ δὲν πα­ρου­σί­α­ζε κά­τι τὸ ἀ­ξι­ό­μεμ­πτο.

        Ἡ με­γά­λη ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα, λοι­πόν, ἦ­ταν ἡ κα­τά­στα­ση τοῦ σχή­μα­τος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν, τὰ ὁ­ποῖ­α, ξε­χά­σα­με νὰ ποῦ­με πώς, ἦ­ταν κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ἀ­πὸ ὑ­λι­κὸ εὔ­πλα­στο κα­τὰ τὰ πρῶ­τα χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα τοῦ βί­ου τους, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ συρ­τά­ρι νὰ μπο­ρεῖ νὰ συμ­πι­έ­ζε­ται, ἂν ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν θέ­ση ποὺ τοῦ προ­ο­ρι­ζό­ταν, ὥ­σπου νὰ χω­νευ­τεῖ, τε­λι­κά, ἐ­κεῖ, πρὶν ἡ πο­λυ­και­ρί­α τὸ κα­ταν­τή­σει ἄ­καμ­πτο. Ὡ­στό­σο, αὐ­τὰ τὰ κα­κο­φορ­μα­ρι­σμέ­να συρ­τά­ρια κα­τέ­στρε­φαν τὴν ἁρ­μο­νί­α τοῦ συ­νό­λου (κά­ποι­ος ἄλ­λος θὰ ἔ­λε­γε ἴ­σως πώς, ἁ­πλῶς, δι­α­σκέ­δα­ζαν τὴν ὁ­μοι­ο­μορ­φί­α του).

        Ὁ λό­γος ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ ἀρ­χι­κὸ σχῆ­μα κά­ποι­ων συρ­τα­ρι­ῶν πα­ρα­μορ­φω­νό­ταν, κα­θι­στών­τας τα ἀ­κα­τάλ­λη­λα γιὰ τὴν προ­α­πο­φα­σι­σμέ­νη θέ­ση τους, ἦ­ταν ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ ἀ­συμ­φω­νί­α τους μὲ τὸν ἔμ­ψυ­χο πυ­ρή­να τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης μα­κρο­δο­μῆς, ἡ ὁ­ποί­α λει­τουρ­γοῦ­σε ἐξ ὑ­παρ­χῆς βά­σει γε­νε­τι­κὰ δο­σμέ­νων προ­δι­α­γρα­φῶν. Στὸ πλαί­σιο αὐ­τῶν τῶν προ­δι­α­γρα­φῶν, προ­βλε­πό­ταν, φυ­σι­κά, καὶ ἡ δυ­να­τό­τη­τα ἀ­πο­κλί­σε­ων, μὲ τὸν ἴ­διο, πε­ρί­που, τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μιὰ στα­τι­στι­κὴ με­λέ­τη ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὴν πι­θα­νό­τη­τα τοῦ λά­θους. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ἐρ­χό­ταν ἡ στιγ­μὴ οἱ ἀ­πο­κλί­σεις αὐ­τὲς νὰ μποῦν στὸ ἀν­τί­στοι­χο συρ­τά­ρι καὶ αὐ­τὸ μὲ τὴν σει­ρά του νὰ τα­κτο­ποι­η­θεῖ στὴν θέ­ση του, τὸ σχῆ­μα τῆς μι­κρο­δο­μῆς, ἀλ­λοι­ω­μέ­νο κα­θὼς ἦ­ταν, ἐ­πι­βαλ­λό­ταν νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ ὅ­πως ὅ­πως. Ἡ πλη­γή, δι­ό­τι τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­πο­κλί­σεις εἶ­ναι πλη­γές, κα­κο­φόρ­μι­ζε, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ γι­νό­ταν ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ οἱ δυ­σά­ρε­στες ὀ­σμὲς φυ­λα­κί­ζον­ταν στὸν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χῶ­ρο τους, γιὰ τὸ δι­ά­στη­μα, του­λά­χι­στον, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸ συρ­τά­ρι πα­ρέ­με­νε κλει­στό. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­πό­με­νε ἐμ­φα­νὲς ἦ­ταν τὸ ἄ­γαρ­μπα συμ­μα­ζε­μέ­νο σχῆ­μα, ἔν­δει­ξη ὅ­τι τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, γιὰ μί­α ἀ­κό­μη φο­ρά, συ­νι­στοῦ­σε ἕ­να ἀ­τε­λές, καὶ γι’ αὐ­τὸ βα­σα­νι­σμέ­νο, δη­μι­ούρ­γη­μα. Στὶς πε­ρι­πτώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες τὸ δη­μι­ούρ­γη­μα ἀ­πο­κτοῦ­σε συ­νεί­δη­ση τοῦ βα­σα­νι­σμοῦ του, τὸ ἔ­πι­πλο κλυ­δω­νι­ζό­ταν πο­λὺ συ­χνὰ ἀ­πὸ μυ­στι­κὲς κα­ται­γί­δες – ἀλ­λὰ ὑ­πῆρ­χαν καὶ οἱ μα­κά­ρι­ες πε­ρι­πτώ­σεις τῆς ἄ­γνοι­ας ἢ τῆς στω­ι­κῆς καρ­τε­ρι­κό­τη­τας· σὲ αὐ­τές, οἱ κλυ­δω­νι­σμοὶ ἦ­ταν σπά­νιοι καὶ τὸ ἔ­πι­πλο συ­νέ­χι­ζε τὴν ἀ­έ­ρι­νη πο­ρεί­α του, ὄ­χι ἁρ­μο­νι­κό, ὄ­χι τέ­λει­ο, ἀλ­λὰ ἀρ­κε­τὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο.

        Ἔ­σπρω­ξε μὲ μί­α τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια τὸ ἀ­σου­λού­πω­το συρ­τά­ρι στὴν θέ­ση του. Τὸ δι­πλα­νό του εἶ­χε ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ γε­μί­ζει.



Πη­γή: Καὶ τὸ αὔ­ριο τώ­ρα εἶ­ναι, (ἐκδ. Γρη­γό­ρη, 2017)

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).


Νόρα Νατζαριάν: Ὁ ταχυδακτυλουργός


Νό­ρα Να­τζα­ριάν


Ὁ Τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γός


ΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ποὺ τὸν εἶ­δα στὸν κῆ­πο του, ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­παιρ­νε βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες καὶ ἔ­σκα­βε μὲ τὰ χέ­ρια του τὸ χῶ­μα, τὴν πη­χτὴ λά­σπη. Λὲς καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ κά­τι πο­λύ­τι­μο ποὺ εἶ­χε χά­σει.

        Εἶ­ναι ἀ­κό­μα ὁ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γός μου, σκέ­φτη­κα, κι ἂν ὁ κό­σμος ἦ­ταν τε­λι­κὰ δί­και­ος, ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ τρα­βοῦ­σε μέ­σα ἀ­π’ τὸ χῶ­μα τὴν ἴ­δια του τὴ ζω­ὴ σὲ σχῆ­μα ἑ­νὸς κα­τά­λευ­κου λα­γοῦ. Τὸ δῶ­ρο ἑ­νὸς γεν­ναι­ό­δω­ρου Θε­οῦ, μιὰ δεύ­τε­ρη εὐ­και­ρί­α, μιὰ πα­ρά­τα­ση. Καὶ θὰ τὸν χει­ρο­κρο­τοῦ­σα, ὅ­πως τὸν χει­ρο­κρο­τοῦ­σα μι­κρού­λα, ὅ­ταν στὰ γε­νέ­θλια μου ἔ­βγα­ζε κέρ­μα­τα ἀ­π’ τὴ μύ­τη του, λου­λού­δια πλα­στι­κὰ ἀ­π’ τὶς τσέ­πες του καὶ γέ­λια τραν­τα­χτὰ ἀ­π’­τὸ που­θε­νά.

        Στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μιὰ φο­ρὰ μό­νο πα­ρα­μί­λη­σε στὸν ὕ­πνο του καὶ προ­σπά­θη­σε ν’ ­ἀ­να­ση­κω­θεῖ. «Ὁ κῆ­πος», μουρ­μού­ρι­σε σὰν στρι­φο­γύ­ρι­ζε. Ξα­νὰ καὶ ξα­νά. «Ὁ κῆ­πος. Ρέ­να, φτιά­ξε τὴ βα­λί­τσα μου. Θὰ φύ­γω σύν­το­μα γιὰ ἕ­να μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι. Καὶ ποῦ ’­σαι, μὴ ξε­χά­σεις τὸ σμό­κιν μου, τὰ ἄ­σπρα μου τὰ γάν­τια καὶ τὸ ἡ­μί­ψη­λό μου».

***

Ὁ ἄν­τρας δι­α­σχί­ζει τὸν δρό­μο καὶ περ­πα­τά­ει μὲ βῆ­μα γορ­γὸ κα­τὰ τὸ μῆ­κος τῆς λί­μνης Κό­μο. Ἐ­δῶ στὸ μι­κρὸ Μπε­λά­τζιο, ὅ­που ἔ­φθα­σε μό­λις ψὲς τὸ βρά­δυ, ρου­φά­ει ἀ­χόρ­τα­γα τὴ γλυ­κιὰ μυ­ρω­διὰ τῆς ἄ­νοι­ξης, τὸ ἄ­ρω­μα τῆς φρέ­σκιας ζω­ῆς. Αὐ­τὲς οἱ μυ­ρω­δι­ὲς τοῦ φέρ­νουν στὸ νοῦ κά­ποι­ες ἄλ­λες ἐ­πο­χές, μιὰ ἄλ­λη ὕ­παρ­ξη. Ἀ­γναν­τεύ­ει τὴ μα­γευ­τι­κή, γα­λή­νια λί­μνη καὶ τὸ βλέμ­μα του πέ­φτει στὸ βά­θος τοῦ ὑ­πέ­ρο­χου αὐ­τοῦ το­πί­ου, ἐ­κεῖ ποὺ ὑ­ψώ­νον­ται οἱ Ἄλ­πεις. Ὑ­πάρ­χω, σκέ­φτε­ται, καὶ ὑ­πῆρ­χα, κά­πο­τε, κά­που ἀλ­λοῦ. Αὐ­τὸς εἶ­ναι τώ­ρα ὁ κό­σμος μου κι ἐ­γὼ εἶ­μαι αὐ­τὸς ὁ κό­σμος. Παν­τοῦ ὁ­λό­γυ­ρα, ἡ λί­μνη ἀν­τα­να­κλᾶ τὰ βου­νά. Εἶ­ναι ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη λί­μνη ποὺ εἶ­δε μέ­χρι στιγ­μῆς σ’­αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι. Ὄ­χι, ὄ­χι…, ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη λί­μνη ποὺ εἶ­δε πο­τὲ στὴ ζω­ή του, μιὰ λί­μνη ὅ­πως λέ­με «ὄ­νει­ρο». «Μή­πως ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι;­» Χα­μο­γε­λά­ει. Ἡ ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη τοῦ ὁ­λο­γά­λα­νου οὐ­ρα­νοῦ τοῦ δί­νει πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὴ τὴν αἴ­σθη­ση.

        Σὲ μιὰ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὴ ἔ­παυ­λη κρυμ­μέ­νη πί­σω ἀ­πὸ ψη­λό­λι­γνα κυ­πα­ρίσ­σια, ἀ­πό­ψε, μπρο­στὰ σ’ ἕ­να με­γά­λο κοι­νό, ὁ ἄν­τρας θὰ κά­νει ἕ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ καὶ ἀ­συ­νή­θι­στο θέ­α­μα τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γί­ας. Μέ­σα ἀ­πὸ δε­ξι­ο­τε­χνι­κὲς ἐ­πι­δεί­ξεις ὁ ἄν­τρας θὰ ὁ­δη­γή­σει τὸ κοι­νό του στὸν κό­σμο τῶν ψευ­δαι­σθή­σε­ων. Αἰ­ω­ρή­σεις, ἐμ­φα­νί­σεις, ἐ­ξα­φα­νί­σεις, ἀ­πί­στευ­τες ὀ­φθαλ­μα­πά­τες θὰ τοὺς μα­γέ­ψουν καὶ θὰ τοὺς ἐν­θου­σιά­σουν ὅ­λους. Δυ­να­τὰ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα θὰ ἀ­πο­θε­ώ­σουν τὸν τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γὸ μέ­χρι ποὺ θὰ φτά­σει ἡ στιγ­μὴ τῆς ἀ­λή­θειας.

        Καὶ ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ κα­θα­ρί­σει τὸ λα­ρύγ­γι του καὶ θὰ πεῖ: «Κυ­ρί­ες καὶ Κύ­ριοι, σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ. Θὰ­ ’­θε­λα μο­νά­χα νὰ προ­σθέ­σω κά­τι. Εἶ­μαι κι ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος μί­α ὀ­φθαλ­μα­πά­τη. Αὐ­τὸς ποὺ βλέ­πε­τε δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸς ποὺ νο­μί­ζε­τε. Ἡ ζω­ή μας, φί­λοι καὶ φί­λες, εἶ­ναι ἕ­να με­γά­λο ψέ­μα. Μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν ὅ­λοι θὰ σᾶς κλαῖ­νε στὴν κη­δεί­α σας, σκυ­φτοί, χλω­μοὶ καὶ μαυ­ρον­τυ­μέ­νοι, ἐ­σεῖς θὰ ἔ­χε­τε ἤ­δη πε­ρά­σει σὲ μιὰ ἄλ­λη δι­ά­στα­ση, σὲ μιὰ ἄλ­λη, θαυ­μά­σια ὕ­παρ­ξη, ὅ­που δὲ θὰ σᾶς ἀ­να­γνω­ρί­σει κα­νεὶς πιά. Αὐ­τοὶ ποὺ σᾶς ἔ­χα­σαν θὰ σᾶς ψά­χνουν ἀ­πε­γνω­σμέ­να, μά­ται­α, ἐ­νῶ ἐ­σεῖς θὰ ζεῖ­τε εὐ­τυ­χι­σμέ­να κά­που ἀλ­λοῦ. Μέ­χρι τό­τε, ἀ­γα­πη­τοί μου, θὰ ἔ­χε­τε πιὰ κα­τα­λά­βει τὸ κόλ­πο μὲ τὸν τε­μα­χι­σμὸ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς.»

***

— Ρέ­να, φτιά­ξε μου τὴ βα­λί­τσα. Θὰ φύ­γω γιὰ ἕ­να μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι. Καὶ ποῦ ’­σαι, μὴ ξε­χά­σεις τὸ σμό­κιν μου, τὰ ἄ­σπρα μου τὰ γάν­τια καὶ τὸ ἡ­μί­ψη­λό μου. Ἀ­πό­ψε θὰ πι­ῶ κρα­σὶ κόκ­κι­νο μέ­χρι νὰ με­θύ­σω.

        — Μὰ τί λὲς τώ­ρα πα­τέ­ρα; Ποι­ά βα­λί­τσα; Ποι­ό σμό­κιν;

        — Ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ τί λέ­ω. Εἶ­σαι ἡ μό­νη ἐ­δῶ μέ­σα ποὺ μὲ κα­τα­λα­βαί­νει. Ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι θὰ κλαῖ­νε καὶ θὰ μὲ πεν­θοῦν αὔ­ριο, με­θαύ­ριο, τοῦ χρό­νου καὶ γιὰ πάν­τα. Ἐ­σὺ κο­ρί­τσι μου θὰ ξέ­ρεις, ἔ; Ἔ­τσι εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νος ὁ κό­σμος. Εἶ­ναι τὸ ἀ­νε­ξή­γη­το τῆς ζω­ῆς ποὺ τὴν κά­νει τό­σο ὄ­μορ­φη, τό­σο μα­γι­κή… Χά­νεις, κερ­δί­ζεις, ζεῖς, πε­θαί­νεις …

        — Ὁ για­τρὸς εἶ­πε νὰ μήν…

        — Ὁ για­τρὸς νὰ πά­ει στὸν δι­ά­βο­λο… Καὶ δὲς τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ κόλ­πο μὲ τὸ κρα­σὶ ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται… Ἕ­να πο­τή­ρι με­τὰ ἀ­π’ τὸ ἄλ­λο, καὶ τὰ βλέ­πεις ὅ­λα δι­α­φο­ρε­τι­κά. Τὴ νύ­χτα ὅ­λα γί­νον­ται ἕ­να, ὁ οὐ­ρα­νὸς καὶ ἡ γῆ δὲν ξε­χω­ρί­ζουν πιά.

        Ὁ πα­τέ­ρας μου βγαί­νει ἔ­ξω στὸν κῆ­πο. Πα­ρό­λο ποὺ δὲ βλέ­πει τί­πο­τα, μὰ ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, μέ­σα στὸ ἀ­πέ­ραν­το σκο­τά­δι, περ­πα­τά­ει ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα καὶ τὰ φυ­τὰ σὰν τυ­φλός, κρα­τών­τας σφι­χτὰ μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι τὴν μι­κρή του βα­λί­τσα. Δὲ σκον­τά­φτει οὔ­τε μί­α φο­ρά. Καὶ μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη αὐ­τὴ ἡ­συ­χί­α, μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη μα­γεί­α τῆς νύ­χτας, κά­θε­ται γιὰ λί­γο κά­τω στὸ χῶ­μα. Τό­τε τὸν κυ­ρι­εύ­ει ξαφ­νι­κά τὸ ἀ­πε­ρί­γρα­πτο συ­ναί­σθη­μα ὅ­τι τὸ σῶ­μα του ἀ­δειά­ζει σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­πὸ αἷ­μα. Ὅ­τι τὸ αἷ­μα ποὺ κυ­λά­ει στὶς φλέ­βες του τὸ ρου­φᾶ­νε οἱ ρί­ζες τῶν δέν­τρων ποὺ φύ­τε­ψε πρὶν χρό­νια. Κι ἀρ­χί­ζει νὰ σκά­βει.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νό­ρα Να­τζα­ριά­ν (Λε­με­σός). Σπού­δα­σε ξένες γλῶσσες καὶ γλωσσολογία στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Μάντζεστερ στὴν Ἀγ­γλί­α. Στὰ ἔρ­γα της δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ Κυ­πρια­κὸ πρό­βλη­μα καὶ τὴν ἀρ­μέ­νι­κη κα­τα­γω­γή της. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Κο­ρί­τσι, Λύ­κος, Ὀ­στά (διηγήματα, 2011). Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.


Ξένια Ψαρροῦ: Ἡ ταυτότητα


Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ


Ἡ ταυ­τό­τη­τα


ΡΟΝΙΑ ΜΑΖΕΥΑ μπρά­βο τρι­γυρ­νών­τας σ’ ἔ­ρη­μες γει­το­νι­ές: ἐ­δῶ κα­τοι­κοῦ­σαν χι­λιά­δες μά­τια.

Ὕ­στε­ρα, πάν­τρευ­α αὐ­τὸ ποὺ γεν­νοῦ­σα, τὸ παι­δί μου, μὲ γαμ­προὺς χω­ρὶς σύ­νο­ρα. Οὔ­τε ἤ­ξε­ρα ποῦ κα­τοι­κοῦ­σε με­τά. Ἔ­λε­γα: «Δὲν γέν­νη­σα κα­λὸ παι­δί, ἂς κά­νω ἄλ­λο.» Πρὶν τὸ γεν­νή­σω τὸ ἔ­γρα­φα στὸ κολ­λέ­γιο καὶ με­τὰ τὸ πάν­τρευ­α. Δὲν τὸ με­γά­λω­να πο­τέ. Καὶ πάν­τα ἀ­νά­πη­ρο τὸ πα­ρέ­δι­δα σὲ χέ­ρια ἀ­μύ­η­τα στὸ με­γά­λω­μα. Τὰ ἀ­νύ­παν­τρα παι­διά μου τὰ ἔ­στελ­να στὰ φα­νά­ρια, σὰν τὰ ἀ­λη­τά­κια, νὰ μα­ζεύ­ουν χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ νὰ μοῦ τὰ φέρ­νουν τὴ νύ­χτα. Τὰ ἔ­βα­ζα σὲ τε­ρά­στια κου­τιά, ὥ­σπου δὲν χω­ρού­σα­με ἄλ­λο καὶ φεύ­γα­με με­τα­νά­στες στὸν πα­ρα­κά­τω δρό­μο. Μέ­χρι πι­σί­να εἶ­χα φτιά­ξει. Χω­ρὶς νε­ρό, ὅ­μως. Ἦ­ταν γε­μά­τη κου­τιὰ κι αὐ­τή.

        Καὶ πάν­τα κα­τέ­λη­γα στρι­μωγ­μέ­νη στὸ μι­κρὸ δω­μα­τιά­κι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων μὲ τὶς βα­λί­τσες μου γε­μά­τες μπρά­βο. Ὅ­σο ἤ­μουν ἐ­κεῖ δὲν γεν­νοῦ­σα. Μό­νο ἄ­νοι­γα τὰ κου­τιά μου. Τὰ λυ­πη­μέ­να βρά­δια, τὰ βρο­χε­ρά, πή­γαι­να κρυ­φὰ στὰ θέ­α­τρα, ἔ­σβη­να ἀ­πὸ τὴ μαρ­κί­ζα τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν πρω­τα­γω­νι­στῶν κι ἔ­βα­ζα τὸ δι­κό μου. Ἤ­θε­λα νὰ πι­στεύ­ω πὼς τὸ ἐ­πί­θε­τό μας —Με­βλέ­πης— ἀ­νῆ­κε στὴν ἄ­γνω­στη ἀ­κό­μα δυ­να­στεί­α τῶν Με­βλέ­πη­δων. Οὔ­τε νὰ ἀ­να­σά­νω μπο­ροῦ­σα, οὔ­τε νὰ κοι­μη­θῶ. Γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­νο­οῦ­σα κά­θε μέ­ρα μιὰ ταυ­τό­τη­τα ἄ­ξια ν΄ἀ­γα­πη­θεῖ. Μὲ τοὺς μο­να­χοὺς ἤ­μουν μο­να­χὴ καὶ μὲ τὶς που­τά­νες που­τά­να. Μὲ τοὺς κο­λυμ­βη­τὲς κο­λυμ­βή­τρια, μὲ τοὺς δι­α­νο­ού­με­νους δι­α­νο­ού­με­νη. Καὶ πάν­τα φω­το­γρα­φι­ζό­μουν δί­πλα στὸν πρῶ­το. Χω­ρὶς κό­πο δι­κό μου.

        Μὰ καὶ μὲ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­ρι­χναν λά­σπη στὸν πρῶ­το, ἤ­μουν πρώ­τη. Κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε τί πι­στεύ­ω. Οὔ­τε κι ἐ­γώ. Πε­ρι­πλα­νι­ό­μουν πρό­σφυ­γας στὶς χῶ­ρες τῶν ἄλ­λων καὶ σὰν σί­φου­νας ἔ­κλε­βα τὰ πα­λα­μά­κια κι ἔ­φευ­γα.

        Μὲ φώ­να­ζαν: «Ἡ πρω­τεύ­ου­σα τοῦ ἀ­νέ­μου». Χώ­ρα δὲν εἶ­χα. Οὔ­τε ἑ­στί­α.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ (Κρή­τη, 1961). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ Ἀ­γω­γὴ στὸ Βου­κου­ρέ­στι καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια σὲ σχο­λεῖ­ο. Γρά­φει μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ποι­ή­μα­τα. Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Τελευταῖο της βιβλίο: Τὸ παι­δί (ποί­η­ση, 2018, ἐκ­δ. Πα­να­γό­που­λος Νε­κτά­ριος).