Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕναν φρικτὸ φονιά



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕναν φρικτὸ φονιά


ΛΕΓΟΝ πε­ρί τι­νος Ἀβ­βᾶ Ἀ­πολ­λῶ εἰς Σκῆ­τιν, ὅ­τι ποι­μὴν ἦν ἄ­γροι­κος· καὶ ἰ­δὼν γυ­ναῖ­κα ἐν γα­στρὶ ἔ­χου­σαν ἐν τῷ ἀ­γρῷ, ἐ­νερ­γη­θεὶς ὑ­πὸ τοῦ δι­α­βό­λου εἶ­πε· θέ­λω ἰ­δεῖν πῶς τὸ βρέ­φος κεῖ­ται ἐν τῇ κοι­λί­ᾳ αὐ­τῆς· καὶ ἀ­ναρ­ρή­ξας αὐ­τήν, εἶ­δε τὸ βρέ­φος· καὶ εὐ­θέ­ως ἐ­πά­τα­ξεν αὐ­τὸν ἡ καρ­δί­α αὐ­τοῦ· καὶ κα­τα­νυ­γείς, ἦλ­θεν εἰς Σκῆ­τιν, καὶ ἀ­νήγ­γει­λε τοῖς πα­τρά­σιν ὃ ἐ­ποί­η­σεν· ἤ­κου­σε δὲ αὐ­τῶν ψαλ­λόν­των· αἱ ἡ­μέ­ραι τῶν ἐ­τῶν ἡ­μῶν ἐν αὐ­τοῖς ἑ­βδο­μή­κον­τα ἔ­τη· ἐ­ὰν δὲ ἐν δυ­να­στεί­αις, ὀ­γδο­ή­κον­τα· καὶ τὸ πλεῖ­ον αὐ­τῶν κό­πος καὶ πό­νος· καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· εἰ­μὶ τεσ­σα­ρά­κον­τα ἐ­τῶν, μί­αν εὐ­χὴν μὴ ποι­ή­σας· καὶ νῦν ἐ­ὰν ζή­σω ἄλ­λα τεσ­σα­ρά­κον­τα ἔ­τη, οὐ παύ­ο­μαι εὐ­χό­με­νος τῷ Θε­ῷ, ἵ­να συγ­χω­ρή­σῃ μοι τὰς ἁ­μαρ­τί­ας μου· οὐ­δὲ γὰρ ἐρ­γό­χει­ρον ἐ­ποί­ει· ἀλ­λὰ πάν­το­τε ηὔ­χε­το, λέ­γων· ἥ­μαρ­τον ὡς ἄν­θρω­πος, ὡς Θε­ὸς ἱ­λά­σθη­τι· καὶ γέ­γο­νεν αὐ­τῷ ἡ εὐ­χὴ αὕ­τη, εἰς με­λέ­την νυ­κτὸς καὶ ἡ­μέ­ρας· ἦν δὲ ἀ­δελ­φὸς μέ­νων με­τ’ αὐ­τοῦ· καὶ ἤ­κου­σεν αὐ­τοῦ λέ­γον­τος· ὤ­χλη­σά σοι Κύ­ρι­ε, ἄ­φες μοι, ἵ­να ἀ­να­παύ­σω­μαι μι­κρόν· καὶ ἐ­γέ­νε­το αὐ­τῷ πλη­ρο­φο­ρί­α, ὅ­τι συ­νε­χώ­ρη­σεν αὐ­τῷ ὁ Θε­ὸς πά­σας τὰς ἁ­μαρ­τί­ας αὐ­τοῦ, καὶ τὸ τῆς γυ­ναι­κός· εἰς δὲ τὸ παι­δί­ον οὐκ ἐ­πλη­ρο­φο­ρή­θη· καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ τις τῶν γε­ρόν­των, ὅ­τι καὶ τὸ τοῦ παι­δί­ου συ­νε­χώ­ρη­σέ σοι ὁ Θε­ός· ἀλ­λὰ ἀ­φί­ει σε ἐν πό­νῳ, ὅ­τι συμ­φέ­ρει τῇ ψυ­χῇ σου.


* * *


ΕΛΕΓΑΝ γιὰ κά­ποι­ον ἀβ­βᾶ Ἀ­πολ­λὼ στὴν Σκή­τη, ὅ­τι ὡς κο­σμι­κὸς ἦ­ταν ἀ­γροῖ­κος τσο­πά­νης. Κι ὅ­ταν κά­πο­τε εἶ­δε στὸ χω­ρά­φι μιὰ γυ­ναί­κα ἔγ­κυ­ο, πα­ρα­κι­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν δι­ά­βο­λο, εἶ­πε: «θέ­λω νὰ δῶ πῶς κά­θε­ται τὸ βρέ­φος μέ­σα στὴν κοι­λιά της.» Κι ἀ­φοῦ τὴν ἔ­σχι­σε, εἶ­δε τὸ βρέ­φος. Κι ἀ­μέ­σως τὸν πό­νε­σε δυ­να­τὰ ἡ καρ­διά του. Καὶ κα­τα­συν­τριμ­μέ­νος ἦλ­θε στὴ Σκή­τη καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε στοὺς πα­τέ­ρες αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε. Τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη τοὺς ἄ­κου­σε νὰ ψέλ­νουν: «οἱ ἡ­μέ­ρες τῆς ζω­ῆς μας ἕ­ως ἑ­βδο­μήν­τα χρό­νια· κι ἂν εἴ­μα­στε δυ­να­τοί, ὀ­γδόν­τα. Τὰ πα­ρα­πά­νω κό­πος καὶ πό­νος.» Καὶ τοὺς εἶ­πε: «εἶ­μαι σα­ράν­τα χρο­νῶν καὶ μιὰ προ­σευ­χὴ δὲν ἔ­κα­μα. Καὶ τώ­ρα, ἂν ζή­σω ἄλ­λα σα­ράν­τα χρό­νια, δὲν θὰ παύ­σω νὰ προ­σεύ­χο­μαι στὸ Θε­ό νὰ μοῦ συγ­χω­ρή­σει τὶς ἁ­μαρ­τί­ες.» Καὶ δὲν ἔ­φτια­χνε τί­πο­τε πρὸς τὸ ζῆν μὲ τὰ χέ­ρια του· πα­ρὰ προ­σευ­χό­ταν πάν­το­τε λέ­γον­τας: «ὡς ἄν­θρω­πος ἁ­μάρ­τη­σα, ὡς Θε­ὸς λυ­πή­σου ­με.» Καὶ τού­τη ἡ προ­σευ­χὴ ἦ­ταν ἡ με­λέ­τη του μέ­ρα καὶ νύ­χτα. Ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­ποι­ος ἀ­δελ­φὸς ποὺ ἔ­με­νε μα­ζί του· καὶ τὸν ἄ­κου­σε νὰ λέ­ει: «Κύ­ρι­ε, σὲ ἐ­νό­χλη­σα· ἄ­σε μὲ νὰ ξε­κου­ρα­στῶ λι­γά­κι.» Καὶ ἔ­μα­θε ὅ­τι ὁ Θε­ὸς τοῦ συγ­χώ­ρη­σε ὅ­λες τὶς ἁ­μαρ­τί­ες, ἀ­κό­μη καὶ ἐ­κεί­νη τῆς γυ­ναί­κας. Ἀλ­λὰ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ παι­δὶ δὲν ἔ­μα­θε κά­τι· καὶ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς γέ­ρον­τες τοῦ εἶ­πε ὅ­τι καὶ τὸ ἁ­μάρ­τη­μα τοῦ παι­διοῦ σοῦ συγ­χώ­ρη­σε ὁ Θε­ός· ἀλ­λὰ σὲ ἀ­φή­νει νὰ πο­νᾶς, ἐ­πει­δὴ αὐτὸ συμ­φέ­ρει τὴν ψυ­χή σου. (Με­τά­φρα­ση: Γ.Π.)



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 20.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Σπύ­ρος Κρό­κος: Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου



Σπύ­ρος Κρό­κος


Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου


ΕΡΝΩ ΤΗΝ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὥ­ρα κα­θι­σμέ­νος σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο ξύ­λι­νο παγ­κά­κι, δί­πλα ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τη­μέ­νη πλά­στιγ­γα γιὰ τὰ ἐμ­πο­ρεύ­μα­τα. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς τά­βλες ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸν λει­τουρ­γι­κό του κορ­μό, κά­τω ἀ­πὸ τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ σφυ­ρο­κό­πη­μα τῶν και­ρι­κῶν συν­θη­κῶν καὶ τοῦ χρό­νου, ἔ­χουν σα­πί­σει καὶ δι­α­λυ­θεῖ. Οἱ κα­ρό­βι­δες ποὺ συγ­κρα­τοῦν τὸ με­ταλ­λι­κὸ σκε­λε­τὸ μὲ τὰ ξύ­λα τῆς πλά­της καὶ τοῦ κα­θί­σμα­τος ποὺ ἀ­πέ­μει­ναν, ἔ­χουν ρι­λα­ξά­ρει, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ συν­δέ­σεις νὰ ξε­θυ­μά­νουν. Ἔ­τσι, ἡ πα­ρα­μι­κρὴ κί­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει τὸ σύ­νο­λο τῆς κα­τα­σκευ­ῆς σὲ μιὰ ἄ­ναρ­χη τα­λάν­τω­ση πό­τε δε­ξιὰ καὶ πό­τε ἀ­ρι­στε­ρά, δί­νον­τας, γιὰ ὅ­ποι­ον κά­θε­ται, τὴν εἰ­κό­να τῆς ἀ­κού­σιας συμ­με­το­χῆς του σὲ θε­α­τρι­κὴ φαρ­σο­κω­μω­δί­α. Μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔρ­χο­μαι ἐ­δῶ. Ἰ­δι­αί­τε­ρά τα δρο­σε­ρὰ κα­λο­και­ρι­ά­τι­κα δει­λι­νὰ καὶ τὰ μουν­τὰ χει­με­ρι­νὰ ἀ­πο­με­σή­με­ρα. Τό­τε ποὺ τὸ ψι­λό­βρο­χο δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­νο στὴ σι­γα­λιὰ τῆς ἐγ­κα­τά­λει­ψης, συ­νε­πι­κου­ρού­με­νο ἀ­πὸ τὸν τσίγ­κο τοῦ ὑ­πο­στέ­γου, ἐκ­φρά­ζει τὶς ἀν­τιρ­ρή­σεις του κα­τὰ τρό­πο ἐκ­κω­φαν­τι­κό. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ρη­μαγ­μέ­νου το­πί­ου μὲ σα­γη­νεύ­ει, ἀ­σκών­τας μου πα­ράλ­λη­λα μιὰ ἕλ­ξη μυ­στη­ρια­κή, σχε­δὸν ἱ­ε­ρή. Μιὰ ἱ­ε­ρό­τη­τα ποὺ ἐ­φορ­μεῖ ἀ­πὸ τὸ ρό­λο ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζει ἡ ἄρ­ρη­κτη σχέ­ση πα­ρελ­θόν­τος καὶ μνή­μης, τό­σο ἐ­πά­νω στὸ πα­ρὸν ποὺ βι­ώ­νε­ται, ὅ­σο καὶ στὸ μέλ­λον ποὺ σχε­δι­ά­ζε­ται καὶ προσ­δο­κᾶ­ται.

       Ἐ­κεῖ­νος δὲν κά­θε­ται πο­τέ. Τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ κι­νεῖ­ται. Ὅ­πως τό­τε. Ἀρ­γὰ καὶ με­θο­δι­κά. Ἐ­πι­θε­ω­ρών­τας τὶς πα­ρο­πλι­σμέ­νες σι­δη­ρο­τρο­χι­ὲς καὶ τοὺς σκα­σμέ­νους στὸν ἥ­λιο στρω­τῆ­ρες, μὲ τὸ βλέμ­μα νὰ τα­λαν­τεύ­ε­ται ἀ­δι­ά­κο­πα ἀ­πὸ τὴ μί­α ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ στὴν ἄλ­λη. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς φρέ­σκιας πίσ­σας ἔ­χει ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τῶν ἀ­γρι­ό­χορ­των ποὺ ἔ­χουν φυ­τρώ­σει πα­ρα­πλεύ­ρως τῶν γραμ­μῶν. Ξα­να­σαί­νει στὸ γε­ρα­σμέ­νο σῶ­μα τῆς γῆς ποὺ πό­τι­σε μὲ ἱ­δρώ­τα, ἀ­γω­νί­ες, ἄγ­χη, ἐλ­πί­δες καὶ ὄ­νει­ρα. Οἱ δεῖ­κτες τοῦ με­γά­λου ρο­λο­γιοῦ τῆς ἀ­πο­βά­θρας ἔ­χουν ἀ­πὸ χρό­νια πα­γώ­σει καὶ ἡ δί­γλωσ­ση πι­να­κί­δα τοῦ σταθ­μοῦ δὲν ἔ­χει πλέ­ον δη­λω­τι­κὸ νό­η­μα ἄ­φι­ξης γιὰ κα­νέ­ναν τα­ξι­δι­ώ­τη. Ὁ ὑ­γρὸς δυ­τι­κὸς ἄ­νε­μος ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει τὶς σκου­ρι­α­σμέ­νες ἁ­λυ­σί­δες ποὺ τὴν κρα­τᾶ­νε δε­μέ­νη στὸ στέ­γα­στρο, σ’ ἕ­να ἄρ­ρυθ­μο μοι­ρο­λό­ι ἀ­να­μνή­σε­ων κι ἀ­να­πό­λη­σης. Δὲν εἶ­ναι μό­νο οἱ μνῆ­μες ἀ­πὸ τοὺς συ­ριγ­μοὺς τοῦ τραί­νου κα­θὼς μπαί­νει στὸ σταθ­μό, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ εἰ­κό­νες καὶ οἱ ἦ­χοι ποὺ τοῦ ἔ­δι­ναν ζω­ή: οἱ δο­νή­σεις ἀ­πὸ τὶς τρα­βέρ­σες ποὺ συγ­κρα­τοῦν τὶς ρά­γες ὅ­ταν τὸ σι­δε­ρέ­νιο φί­δι κυ­λά­ει ἐ­πά­νω τους, οἱ κλαγ­γὲς τῆς πέ­δη­σης, ὁ προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὸς ἦ­χος τῶν φα­να­ρι­ῶν καὶ οἱ μπά­ρες ποὺ κα­τε­βαί­νουν στὰ γει­το­νι­κὰ πα­σά­για, τὸ λε­φού­σι τῶν ἐ­πι­βα­τῶν μὲ τὶς ἀ­πο­σκευ­ές τους καὶ ἡ σπου­δή τους γιὰ ἐ­πι­βί­βα­ση καὶ ἀ­πο­βί­βα­ση, τὸ σφύ­ριγ­μα τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, ὁ στριγ­κὸς ἦ­χος τῶν σι­δη­ρο­τρο­χι­ῶν ἀ­πὸ τοὺς ἑ­λιγ­μοὺς ποὺ ἐ­κτε­λεῖ ὁ κλει­δοῦ­χος.

       Τὸ βλέμ­μα μου ἀ­κο­λου­θεῖ τὸ δι­κό του κα­θὼς αὐ­τὸ δι­α­τρέ­χει τὰ τρί­α με­γά­λα μπλὲ παν­τζού­ρια —κλει­στὰ πλέ­ον— στὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο τοῦ δί­πα­του κτη­ρί­ου. Στιγ­μὲς ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ πα­ρα­κο­λου­θῶ νὰ κα­τε­βαί­νει νο­η­τὰ τὴ βαμ­μέ­νη μὲ κα­φε­τὶ λα­δομ­πο­γιὰ δρύ­ι­νη σκά­λα, ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ μι­κρὴ ἀ­πο­θή­κη στὸ ἰ­σό­γει­ο. Τώ­ρα στέ­κε­ται στὴν ξύ­λι­νη, ξε­φλου­δι­σμέ­νη, δί­φυλ­λη πόρ­τα τῆς εἰ­σό­δου, μὲ τὴν το­ξο­ει­δὴ κά­σα καὶ τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα. Ἡ ζω­ὴ τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν τῶν σι­δη­ρο­δρο­μι­κῶν κυ­λοῦ­σε πάν­τα δί­πλα στὸ σταθ­μό. Ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λες δύ­ο κα­τοι­κί­ες, μι­κρό­τε­ρες, ἰ­σό­γει­ες αὐ­τές, στὴν πί­σω πλευ­ρὰ τοῦ σταθ­μοῦ. Ἔ­βλε­παν στὸν ἀ­κά­λυ­πτο χῶ­ρο μὲ τοὺς φοί­νι­κες καὶ τὶς λε­μο­νι­ές. Πα­ρα­τη­ρῶ μα­ζί του τὶς ἄ­δει­ες ἀ­πο­βά­θρες κι ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὶς λο­γι­ῶν-λο­γι­ῶν ψυ­χὲς ποὺ τὶς μοι­ρά­στη­καν: φοι­τη­τές, ἐρ­γα­ζό­με­νοι, του­ρί­στες, τα­ξι­δευ­τές, φαν­τά­ροι, μα­θη­τές, τυ­χο­δι­ῶ­κτες. Χι­λιά­δες πρό­σω­πα πό­τι­σαν τὸ χῶ­μα αὐ­τὸ μὲ δά­κρυ­α, εἴ­τε ἀ­πὸ τὴ συγ­κί­νη­ση τῆς ἀν­τά­μω­σης εἴ­τε ἀ­πὸ τοὺς λυγ­μοὺς τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ.

       Ἡ στέρ­φα γῆ δὲ μαρ­τυ­ρᾶ σή­με­ρα τί­πο­τα ἀ­πὸ τοὺς ἔν­δο­ξους χρό­νους της. Βι­ώ­νω τὴ βου­βή του θλί­ψη κα­θὼς πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ γε­μά­το φθο­ρὲς ἑ­τοι­μόρ­ρο­πο κτί­ριο, ποὺ νο­μο­τε­λεια­κὰ θὰ τὸ ὁ­δη­γή­σουν σὲ κα­τάρ­ρευ­ση. Πάν­τα πο­νᾶς ὅ­ταν κά­τι ξε­ρι­ζώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ψυ­χή σου. Μὲ κοι­τά­ζει. Νο­μί­ζω πὼς ἔ­χει βουρ­κώ­σει. Ἴ­σως νὰ βούρ­κω­σα ἐ­γώ… Κα­τα­φέρ­νω νὰ ση­κω­θῶ ἀ­πὸ τὸ παγ­κά­κι ἀ­φοῦ πρῶ­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­μαι γιὰ κάμ­πο­σα δευ­τε­ρό­λε­πτα ὡς κομ­πάρ­σος, σὲ ἄλ­λη μί­α ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς κα­κό­τρο­πα σκη­νο­θε­τη­μέ­νες πα­ρα­στά­σεις του. Βα­δί­ζω πρὸς ἐ­κεῖ­νον προ­σπα­θών­τας νὰ μι­λή­σω κα­θα­ρὰ καὶ στα­θε­ρά, κοι­τών­τας τον στὰ μά­τια.

       «Πα­τέ­ρα μή­πως νὰ πη­γαί­νου­με; Τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ au­to­mo­tri­ce φαί­νε­ται πὼς ἔ­βα­λε κα­θυ­στέ­ρη­ση…». Κά­νω μιὰ προ­σπά­θεια νὰ χα­μο­γε­λά­σω, μά­ται­η…

       «Πᾶ­με ἀ­γό­ρι μου» ἀ­πο­κρί­νε­ται σφίγ­γον­τας τὰ χεί­λη σὲ μιὰ γλυ­κό­πι­κρη ἔκ­φρα­ση.

       Κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Ἐ­πι­τα­χύ­νω γιὰ νὰ τὸν προ­λά­βω. Περ­πα­τῶ πλά­ι του. Ἁ­πλώ­νω τὸ χέ­ρι καὶ τοῦ σφίγ­γω τὸν ὦ­μο. Ἀν­τα­πο­δί­δει χτυ­πών­τας με στορ­γι­κὰ στὴν πλά­τη. Γυ­ρί­ζω τὸ κε­φά­λι ὠ­θού­με­νος ἀ­πὸ τὴν ὁρ­μέμ­φυ­τη ἀ­νάγ­κη τῆς στερ­νῆς μα­τιᾶς. Ἀν­τι­κρί­ζω τὸ πε­ρι­φραγ­μέ­νο πί­σω μέ­ρος τοῦ σταθ­μοῦ. Εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς ἄ­κου­σα τὸ «κλὶκ» τῆς χρο­νο­μη­χα­νῆς. Κα­ρὲ μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς ἀρ­χί­ζουν νὰ ξε­τυ­λί­γον­ται στὸ πα­νὶ τῆς μνή­μης, ρά­θυ­μα κι ἐ­πι­λε­κτι­κά. Κα­τα­νι­κῶ τὴν πρό­κλη­ση καὶ ἐ­πα­νέρ­χο­μαι. Σὲ μιὰ τυ­χαί­α συ­νάν­τη­ση μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, ἔ­μα­θα πὼς πά­ει και­ρὸς ποὺ οἱ φοί­νι­κες ἔ­χουν ξε­ρα­θεῖ. Ἀ­λή­θεια… πό­σο θὰ ἤ­θε­λα νὰ μυ­ρί­σω τὰ ἄν­θη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς δί­φο­ρες λε­μο­νιές…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ε. Κρό­κος (Ἀ­θή­να, 1973) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ δίδαξε στὸ δη­μό­σιο Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς, ἐ­νῶ βρί­σκον­ται σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη οἱ με­τα­πτυ­χια­κές του σπου­δὲς στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Οἱ πει­ρα­μα­τι­σμοὶ του ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­ται πρὸς τὸ πα­ρὸν στὸ δι­ή­γη­μα καὶ στὸ μι­κρὸ-δι­ή­γη­μα.


 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#11]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo[1]


ΜΙΚΡΟΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Emi­ly Ra­bo­teau, ποὺ δια­κρί­θη­κε στὴν πρώ­τη θέ­ση στὸν IV διε­θνῆ δια­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Mu­se­um of Words – Ce­sar Edi­go Ser­rano Foun­dation τὸ 2015, εἶ­χε τί­τλο Στρεί­δια[2] καὶ ἦ­ταν ἡ ἑ­ξῆς:

       Στα­μα­τῶ συ­χνὰ κα­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή μου στὸ σπί­τι, με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς συ­ναν­τή­σεις στὸ κέν­τρο, στὸ Ὄ­ϊ­στερ μπὰρ στὸ Γκρὰντ Σέν­τραλ Στέ­ι­σιον γιὰ ἕ­να πιά­το μὲ ἕ­ξι Blue Points[3] στὸν πά­γο. Ἐ­χθὲς μιὰ νε­α­ρὴ μη­τέ­ρα κά­θι­σε δί­πλα μου στὸν πάγ­κο, τρώ­γον­τας σὲ ἕ­να μπὸλ βε­λου­τὲ σού­πα μὲ ὀ­στρα­κο­ει­δῆ μὲ τὸ μω­ρό της στὴν ἀγ­κα­λιά της. Χα­μο­γέ­λα­σα στὸ μω­ρό, τὸ ὁ­ποῖ­ο πέ­τα­ξε ἕ­να κου­τά­λι στὸ πά­τω­μα. Ἡ νε­α­ρὴ ἦ­ταν ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη. «Πε­ρι­μέ­νω μὲ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ μπο­ρῶ νὰ τρώ­ω μό­νη μου μὲ ἕ­να βι­βλί­ο», εἶ­πε. Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ κοί­τα­ζα πρὸς τὰ πί­σω. Τὸ μω­ρὸ ποὺ ἔ­χα­σα, μι­κρὸ σὰν στρεί­δι, θὰ ἦ­ταν δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν κο­ρί­τσι ἂν εἶ­χε ζή­σει.


Tὸ 2004, δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὸ Quar­ter­ly West ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α —ση­μεῖο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ εἴ­δους— μὲ τί­τλο «Ρεύ­μα­τα» («Currents») τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Han­nah Bot­to­my Vos­kuil. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ξε­κι­νά­ει ἕ­να βρά­δυ μὲ τὸν Gary νὰ πί­νει οὐ­ί­σκι στὸ σκο­τει­νὸ μπαλ­κό­νι τοῦ σπι­τιοῦ του μὲ θέ­α τὸν ὠ­κε­α­νό. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε κλεί­σει ἀ­φη­ρη­μέ­νη τὰ φῶ­τα, κα­θὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἠ­ρε­μή­σει τὶς δί­δυ­μες δω­δε­κά­χρο­νες ἐγ­γο­νές της. Θέ­λω καὶ οἱ δυ­ό σας νὰ πᾶ­τε γιὰ κο­λύμ­πι αὔ­ριο πρω­ῒ-πρω­ΐ. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἔ­χω δύ­ο φώ­κι­ες σὰν κι ἐ­σᾶς νὰ φο­βοῦν­ται τὸ νε­ρό, τοὺς ἔ­λε­γε ἐν­θαρ­ρυν­τι­κά. Νω­ρί­τε­ρα ἡ μί­α ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐγ­γο­νές της κρα­τοῦ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ή της τὸ χέ­ρι ἑ­νὸς συ­νο­μί­λη­κού της Φι­λιπ­πι­νέ­ζου, κα­θὼς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τοὺς ἀν­θρώ­πους τῶν πρώ­των βο­η­θει­ῶν νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸν νε­κρὸ ἀ­δελ­φό του μὲ τὸ φο­ρεῖ­ο ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἡ ἀ­δερ­φὴ τοῦ κο­ρι­τσιοῦ ἄ­δεια­ζε τὸ στο­μά­χι της πά­νω ἀ­πὸ μιὰ λε­κά­νη του­α­λέ­τας. Ἕ­ως τό­τε πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸ χέ­ρι τοῦ νε­κροῦ ἀ­γο­ριοῦ νὰ πα­ρα­δέρ­νει ἄ­ψυ­χο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ φο­ρεῖ­ο ὥ­σπου νὰ τὸ με­τα­φέ­ρουν τρέ­χον­τας ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Νω­ρί­τε­ρα ὁ Gary εἶ­χε δι­α­κρί­νει ἕ­να κε­φά­λι ἀ­νά­με­σα στὰ κύ­μα­τα, ἀλ­λά, λό­γῳ τῆς ξαφ­νι­κῆς θα­λασ­σο­τα­ρα­χῆς καὶ ἀ­να­στά­τω­σης, κα­θὼς ὅ­λοι κο­λυμ­ποῦ­σαν πα­νι­κό­βλη­τοι πρὸς τὰ ἔ­ξω, τὸ εἶ­χε πε­ρά­σει γιὰ μιὰ συ­στά­δα φύ­κια. Ὁ ναυ­α­γο­σώ­στης εἶ­χε μό­λις ση­μά­νει συ­να­γερ­μὸ γιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να πα­λιρ­ροια­κὰ ρεύ­μα­τα ποὺ πλη­σί­α­ζαν στὴν πα­ρα­λί­α. Μό­λις πρίν, ὅ­μως, τοὺς εἶ­χε κα­λέ­σει ὅ­λους ἀ­πὸ τὸ με­γά­φω­νο νὰ σχη­μα­τί­σουν μιὰ ἀν­θρώ­πι­νη ἁ­λυ­σί­δα ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτὴ ἕ­ως τὰ ἀ­βα­θῆ, ἀ­νά­με­σά τους ὁ Gary καὶ οἱ δί­δυ­μες κό­ρες του, προ­κει­μέ­νου νὰ σώ­σουν ἕ­να ἀ­γό­ρι ποὺ πνι­γό­ταν, σύμ­φω­να μὲ τὸν ἀ­δερ­φό του. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος εἶ­χε τρέ­ξει νὰ εἰ­δο­ποι­ή­σει τὸν ναυ­α­γο­σώ­στη δεί­χνον­τάς του ξέ­πνο­ός τα κύ­μα­τα, λέ­γον­τας μό­νο ὁ ἀ­δερ­φός μου. Πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τὸ ἦ­ταν μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη, κα­λο­και­ρι­νὴ μέ­ρα.


Τὸ 2010 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ ἱ­στο­ρί­ες ἕ­ως 25 λέ­ξεις Hint Fi­ction: an an­tho­lo­gy of Sto­ri­es in 25 Words or Fe­wer (ἐπ. Robert Swart­wood), στὴν ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χε καὶ ἡ Joy­ce Ca­rol Oa­tes. Ἡ ἱ­στο­ρί­α της εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ἑ­ξῆς: Ὁ πρῶ­τος χρό­νος τῆς χή­ρας, Μὲ κρά­τη­σα ζων­τα­νή (Widows First Year, I kept myself alive). Σὲ αὐ­τὴ συμ­πυ­κνώ­νει μὲ ἀ­κρί­βεια τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ βι­ώ­νου­με με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πώ­λεια ἀ­γα­πη­μέ­νων προ­σώ­πων. Ὁ Geor­ges Bra­que[4] εἶ­χε πεῖ ὅ­τι Ἡ ἐ­πι­βί­ω­ση δὲν κα­ταρ­γεῖ τὴν ἀ­νά­μνη­ση καὶ ὁ Γιῶρ­γος Πρε­βε­δου­ρά­κης[5] στὸ ποί­η­μά του «Ὧ­ρες-ὧ­ρες», ὅ­τι: Ἂν δὲ σοῦ ἔ­μοια­ζε ἀ­σή­κω­τη ἡ ζω­ὴ δὲν θά ’χες δύ­να­μη οὔ­τε σε­λί­δα νὰ γυ­ρί­σεις. Ἡ Oates τὸ 2008 ἔ­χα­σε τὸν ἄν­τρα της Raymond Smith με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια κοι­νοῦ βί­ου. Τὸ 2011 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο της A wi­dow’s sto­ry (Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χή­ρας) στὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­γρά­φει τὴν ἐμ­πει­ρί­α της μέ­σα ἀ­πὸ γε­γο­νό­τα, ἀ­να­μνή­σεις, σκέ­ψεις καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα ἀ­πὸ τὴ συμ­βί­ω­σή τους καὶ τὴν ἀ­πώ­λεια.

       Ὁ J. Derrida στὸ βι­βλί­ο τοῦ Of Grammatology (1967) ὁ­ρί­ζει τὴ γρα­φὴ ὡς κά­τι ποὺ φέ­ρει μέ­σα του τὸ ἴ­χνος μιᾶς αἰ­ώ­νιας με­τα­βο­λῆς: τὴ δο­μὴ τῆς ψυ­χῆς, τὴ δο­μὴ τοῦ ση­μεί­ου. Ὁ Θα­νά­σης Βαλ­τι­νὸς ὁ­λο­κλη­ρώ­νει τὸ ἀ­φή­γη­μά του Μπλὲ βα­θύ, σχε­δὸν μαῦ­ρο γρά­φον­τας: Ἀλ­λὰ ἡ μνή­μη δὲν πα­ρα­με­ρί­ζε­ται. Ἡ μνή­μη εἶ­ναι.

       Σὲ αὐ­τὸ τὸ πνεῦ­μα κι­νεῖ­ται καὶ ἡ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ συλ­λο­γὴ 51 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο Fin­ding a way (Ad hoc, 2019) τῆς Βρε­τα­νί­δας ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους Dia­ne Sim­mons, στὴν ὁ­ποί­α ἡ ζω­ὴ λάμ­πει διὰ τῆς ἀ­που­σί­ας της με­τὰ τὴν ξαφ­νι­κὴ ἀ­πώ­λεια τῆς κό­ρης της Laura τὸ 2015. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τῆς θλί­ψης μὲ ρε­α­λι­σμὸ καὶ γεν­ναι­ό­τη­τα μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς μη­τέ­ρας, τοῦ πα­τέ­ρα, τοῦ ἀ­δελ­φοῦ καὶ τοῦ συ­ζύ­γου τῆς νε­α­ρῆς.


Τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2019 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Θυ­μή­σου»[6] («Remember») τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Dan Schwartz, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι χρει­ά­στη­κε πε­ρί­που εἴ­κο­σι χρό­νια γιὰ νὰ τὴν ὁ­λο­κλη­ρώ­σει. Ὁ ἀ­νώ­νυ­μος ἥ­ρω­ας γλύ­τω­σε στὰ ἑ­πτά του ἀ­πὸ μιὰ πει­να­σμέ­νη τί­γρη ποὺ τὸ εἶ­χε σκά­σει γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο. Ἀ­πὸ τό­τε εἶ­χε ἐκ­φρά­σει τὴν ἀ­δι­α­νό­η­τη ἐ­πι­θυ­μί­α του νὰ ζή­σει στὸ νε­ρό. Χρει­ά­στη­καν πολ­λὰ χρό­νια ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νων σπου­δῶν, ἀλ­λὰ καὶ τύ­χη, ὥ­σπου δή­λω­σε ἐ­θε­λον­τὴς στὸ πα­ρά­τολ­μο πεί­ρα­μα ἑ­νὸς ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ προ­γράμ­μα­τος ποὺ θὰ ἐ­ξέ­τα­ζε τὶς πι­θα­νό­τη­τες δι­α­βί­ω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που στὰ βά­θη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Ὁ ἥ­ρω­ας πα­ρέ­μει­νε γιὰ πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πο­κομ­μέ­νος ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὴν ὑ­πο­βρύ­χια ζω­ή του, ἀ­νά­με­σά σε ὄ­μορ­φα σι­ω­πη­λὰ πλά­σμα­τα, καλ­λι­ερ­γών­τας τὸν κῆ­πο του, παί­ζον­τας βι­ο­λὶ καὶ κα­τα­γρά­φον­τας τὶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κές του πα­ρα­τη­ρή­σεις γιὰ ὑ­δα­το­καλ­λι­έρ­γει­ες. Ἔ­νι­ω­θα ὡ­ραί­α ποὺ μὲ εἶ­χαν ξε­χά­σει. Τὰ ζῶ­α ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρα στὴ φύ­ση τους καὶ δὲ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν.

       Μιὰ μέ­ρα ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας δύ­της ἀ­πὸ τὸ πρό­γραμ­μα, δι­ά­βα­σα γιὰ σέ­να σὲ κά­τι ξε­χα­σμέ­νες ση­μει­ώ­σεις καὶ ἤ­θε­λα νὰ βε­βαι­ω­θῶ ὅ­τι δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ κά­ποι­ο λά­θος, τοῦ εἶ­πε. Ἔ­λεγ­ξε τὴν πό­λη ποὺ εἶ­χε κα­τα­σκευά­σει ὁ ἥ­ρω­ας κι ἔ­φυ­γε γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴν ἐ­πι­φά­νεια, ὅ­μως χά­θη­κε. Στὴν ἐ­πι­φά­νεια ση­μαί­νει ἀ­κό­μα πολ­λὰ ὅ­ταν κά­ποι­ος ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, κι ἔ­τσι ἀ­κο­λού­θη­σε νέ­α ὁ­μά­δα γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σει τὸν ἀ­γνο­ού­με­νο δύ­τη, ἡ ὁ­ποί­α ὅ­ταν ἔ­φτα­σε σὲ μέ­να μοῦ ἔ­δω­σε νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­τι τὸ πεί­ρα­μα εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τὴν πό­λη μου. Ἂν ὑ­πῆρ­χαν φῶ­τα θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὰ σβή­σω.

       Ἡ γῆ δὲν ἦ­ταν πιὰ ἡ ἴ­δια γιὰ τὸν ἥ­ρω­α. Τὸν δυ­σκό­λευ­ε ἡ ἀ­ε­ρό­βια ἀ­να­πνο­ή, τὸ βά­δι­σμα, οἱ ἐγ­χρή­μα­τες συ­ναλ­λα­γές, ἡ λε­κτι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, τὸ νὰ εἶ­ναι ἕ­νας συ­νη­θι­σμέ­νος ἄν­θρω­πος. Κα­νεὶς δὲ μὲ θυ­μᾶ­ται, ἑ­πο­μέ­νως κα­νεὶς δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται νὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ θυ­μη­θῶ. Ὁ δύ­της ἀ­γνο­εῖ­ται ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ὁ ἥ­ρω­ας τὸν φαν­τά­ζε­ται νὰ κρύ­βε­ται στὸ βυ­θὸ γιὰ νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση του. Κα­θέ­νας βρί­σκει ὅ,τι ἀ­φή­νει ὁ ἄλ­λος πί­σω του: ἕ­ναν ἄ­δει­ο κῆ­πο, ἕ­να ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο βι­ο­λί, ἕ­να μελ­λον­τι­κὸ ἐ­ρεί­πιο.


Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2020 ἐγ­και­νι­ά­ζε­ται τὸ Bas­sins de Lu­miè­res στὸ Bordeaux, ἕ­να ἀ­κό­μα μου­σεῖ­ο ψη­φια­κῆς, δι­α­δρα­στι­κῆς τέ­χνης μὲ ἐκ­θέ­σεις-πα­ρα­γω­γὲς ἐμ­βύ­θι­σης (immersive exhibitions) σὲ μὴ στα­τι­κά, κα­λει­δο­σκο­πι­κὰ εἰ­κα­στι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τῆς προ­ηγ­μέ­νης τε­χνο­λο­γί­ας. Ἀ­νά­λο­γη μό­νι­μη μου­σεια­κὴ στέ­γη ὑ­πάρ­χει ἀ­πὸ τὸ 2018 καὶ στὸ Mori­Buil­ding Di­gi­tal Art Mu­seum στὸ Τό­κυ­ο, ὅ­που πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ ὁ­μά­δα team­Lab Bor­der­less. Ἐ­κεῖ ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖ καὶ νὰ χα­θεῖ μέ­σα σὲ συ­ναρ­πα­στι­κοὺς κα­ταρ­ρά­κτες, ὠ­κε­α­νούς, δά­ση, κ.ἄ. Ἡ Χρι­στί­να Δη­μα­κο­πού­λου στὸ ἄρθρο της ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: Ἄλ­λω­στε, ἡ ἴ­δια ἡ ὀ­νο­μα­σί­α τῆς ὁ­μά­δας (teamLab Borderless) εἶ­ναι ἐ­δῶ ἀ­πο­λύ­τως δη­λω­τι­κὴ ἑ­νὸς καλ­λι­τε­χνι­κοῦ προ­γράμ­μα­τος ποὺ μοιά­ζει μέ­σῳ τῆς ἄρ­σης τῶν ὁ­ρί­ων νὰ ὑ­πό­σχε­ται στὸν θε­α­τὴ ἕ­να ψη­φια­κὰ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γη­μέ­νο ὠ­κε­ά­νει­ο αἴ­σθη­μα σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα τὴ χα­μέ­νη προ­νο­μια­κή του ἐ­πο­πτεία.


Ἡ νου­βέ­λα Σφι­χτές ζῶ­νες καὶ ἄλ­λα δέρ­μα­τα (Ἄ­γρα, 2011) τῆς Ἕλε­νας Πέγκα ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ 36 μι­κρές, αὐ­τό­νο­μες ἱ­στο­ρί­ες. Στὰ «Κε­φά­λια» ἕ­να κα­λο­καί­ρι στὴν ὑ­πό­γεια ἀ­πο­θή­κη ἑ­νὸς σπι­τιοῦ στὴν Κά­λυ­μνο βλέ­που­με δύ­ο παι­δι­κὰ κε­φά­λια νὰ ξε­χω­ρί­ζουν ἀ­νά­με­σα σὲ μιὰ θά­λασ­σα ἀ­πὸ φου­σκω­τὰ σφουγ­γά­ρια. Τὰ παι­διὰ —ἕ­να κο­ρί­τσι κι ἕ­να ἀ­γό­ρι— φι­λι­οῦν­ται καὶ χα­ϊ­δεύ­ουν τὸ ἕ­να τὸ κε­φά­λι τοῦ ἄλ­λου. Ὁ ἀ­φη­γη­τής, τὸ τό­τε δε­κά­χρο­νο ἀ­γό­ρι ποὺ ἔ­χει πιὰ με­γα­λώ­σει, θυ­μᾶ­ται τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ εἶ­χαν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή: δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τε ἄλ­λο πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τό, κα­μί­α σω­μα­τι­κὴ μνή­μη. Τὰ σώ­μα­τά τους ἦ­ταν χω­μέ­να μέ­σα στὰ σφουγ­γά­ρια, δὲν τὰ ἔ­νι­ω­θαν, σὰ νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χαν. Αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­βάλ­λει τὸν στί­χο τοῦ Χρι­στι­α­νό­που­λου ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Μι­κρά ποι­ήμα­τα: Τὸ φι­λὶ ἑ­νώ­νει πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὸ κορ­μί.


Ἡ Ἰ­σπα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας Julia Otxoa, σύγ­χρο­νη ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς, γρά­φει σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς δη­μο­φι­λέ­στε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες της μὲ τί­τλο «Ἡ δύ­να­μη τῆς μοί­ρας»[7]: Ὁ σκύ­λος μα­λώ­νει μὲ τὴ γά­τα, ἡ γά­τα μὲ τὸν πον­τι­κό, ὁ πον­τι­κὸς μὲ τὴ μυ­γα­λή, ἡ μυ­γα­λὴ μὲ τὴν ἀ­ρά­χνη, ἡ ἀ­ρά­χνη μὲ τὴ μύ­γα, ἡ μύ­γα μὲ τὸ μυρ­μήγ­κι, τὸ μυρ­μήγ­κι μὲ τὸν ψύλ­λο, ἀλ­λὰ ὁ ψύλ­λος, τό­σο μι­κρὸς ποὺ εἶ­ναι δὲν ἔ­χει σὲ ποι­ὸν μι­κρό­τε­ρο νὰ τὰ ψάλ­λει, κι ἔ­τσι, ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος, προ­ε­τοι­μά­ζει τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση γιὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει τὸν σκύ­λο.


Βρι­σκό­μα­στε στὴν αὐ­γὴ μιᾶς νέ­ας δι­α­στη­μι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης, τῆς ἐ­πα­νά­στα­σης τοῦ μικροῦ, ἀ­να­κοί­νω­σε τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2019 ὁ Peter Beck, ἱ­δρυ­τὴς τῆς δι­α­στη­μι­κῆς ἑ­ται­ρεί­ας κα­τα­σκευ­ῆς πυ­ραύ­λων Rocket Lab (2006) ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ χερ­σό­νη­σο Mahia στὸ Auckland τῆς Νέ­ας Ζη­λαν­δί­ας. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἐρ­γα­στή­ριο ἐ­πι­τεύ­χθη­κε ὁ σχε­δια­σμὸς τῶν Electron, τῶν πιὸ σύγ­χρο­νων καὶ μι­κρό­τε­ρων πυ­ραύ­λων ἕ­ως σή­με­ρα, ποὺ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ μᾶς δί­νουν τὴ δυ­να­τό­τη­τα μί­ας ἐ­κτό­ξευ­σης κά­θε 72 ὧ­ρες χω­ρὶς δι­α­στη­μι­κὰ ἀ­πό­βλη­τα. Ἤ­δη μέ­χρι τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2019 εἶ­χαν τε­θεῖ σὲ τρο­χιὰ ἀρ­κε­τοὶ Electron, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν στὸ ἡ­λια­κό μας σύ­στη­μα ἑκατοντάδες μικρές κεφαλὲς σὲ μέ­γε­θος δα­χτυ­λι­κοὺ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τος ποὺ συλ­λέ­γουν καὶ μᾶς δι­α­βι­βά­ζουν χρή­σι­μα δε­δο­μέ­να γιὰ τὴν ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τοῦ δι­α­στή­μα­τος μέ­σω τεσ­σά­ρων κα­με­ρῶν καὶ χι­λιά­δων αἰ­σθη­τή­ρων ποὺ φέ­ρει κα­θε­μί­α.


Ὁ Κρό­νος, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ὁ­ποί­ου προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸν χρό­νο, εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ὀ­μορ­φό­τε­ρους πλα­νῆ­τες τοῦ ἡ­λια­κοῦ μας συ­στή­μα­τος χά­ρη στοὺς ἐν­τυ­πω­σια­κούς του δα­κτυ­λί­ους. Ἀ­πὸ τὸ 2007 τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ δι­α­στη­μι­κὸ σκά­φος Cassini τῆς NASA, ὥ­σπου κα­τα­στρά­φη­κε πρό­σφα­τα στὸ δι­ά­στη­μα. Μιὰ δε­κα­ε­τί­α πε­ρί­που νω­ρί­τε­ρα ὁ Γερ­μα­νὸς W. G. Se­bald, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πέ­με­νε νὰ ἐ­ξερευ­νᾶ τὴ μνή­μη καὶ εἶ­χε ἐν­τρυ­φή­σει στὸ ἔρ­γο τρι­ῶν κύ­ρι­ων προ­δρό­μων τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Kafka, Borges καὶ Bernhard), στὸ βι­βλί­ο του Οἱ δα­κτύ­λι­οι τοῦ Κρό­νου, ποὺ βρί­θει ἀ­πὸ μι­κρές, ἐγ­κι­βω­τι­σμέ­νες ἱ­στο­ρί­ες καὶ συγ­κλο­νι­στι­κὲς εἰ­κό­νες, γρά­φει:

       […] ὅ­ταν ξάφ­νου μοῦ φά­νη­κε πὼς εἶ­δα μιὰ ὠ­χρό­λευ­κη μά­ζα νὰ σα­λεύ­ει στὴν ἀ­κρο­για­λιά. Κυ­ρι­ευ­μέ­νος ἀ­πὸ ξαφ­νι­κὸ πα­νι­κό, κά­θι­σα ἀ­να­κούρ­κου­δα καὶ κοί­τα­ξα πά­νω ἀ­πὸ τὸ χεῖ­λος τοῦ γκρε­μοῦ. Ξα­πλω­μέ­νο ἐ­κεῖ κά­τω, στὴ ρί­ζα τοῦ βρά­χου, ἦ­ταν ἕ­να ζευ­γά­ρι, ἕ­νας ἄν­δρας, σκέ­φτη­κα, πε­σμέ­νος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κορ­μὶ ἑ­νὸς ἄλ­λου πλά­σμα­τος ποὺ μό­νο τα πό­δια του ξε­χώ­ρι­ζαν, λυ­γι­σμέ­να καὶ ἀ­νοιγ­μέ­να δι­ά­πλα­τα. Μέ­σα στὸ ξαφ­νι­κὸ σά­στι­σμα ποὺ ἔ­νι­ω­σα στὴ θέ­α αὐ­τῆς τῆς εἰ­κό­νας, μοῦ φά­νη­κε πὼς τὰ πό­δια τοῦ ἄν­δρα τι­νά­χτη­καν μὲ ἕ­ναν σπα­σμό, ὅ­πως συμ­βαί­νει ὅ­ταν κά­ποι­ος πε­θαί­νει στὴν ἀγ­χό­νη. Ἐν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, ὁ ἴ­διος ἦ­ταν τώ­ρα ἀ­κί­νη­τος, ὅ­πως γα­λή­νια καὶ ἀ­σά­λευ­τη ἦ­ταν καὶ ἡ γυ­ναί­κα. Σὰν ἕ­να γι­γάν­τιο μα­λά­κιο ξε­βρα­σμέ­νο στὴν ἀ­κτὴ κει­τό­ταν ἐ­κεῖ κά­τω σμί­γον­τας σὲ ἕ­να δύ­σμορ­φο σῶ­μα, ἕ­να πο­λυ­πλό­κα­μο δι­κέ­φα­λο θα­λάσ­σιο τέ­ρας πα­ρα­συρ­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ κύ­μα­τα, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δεῖγ­μα ἑ­νὸς τρο­με­ροῦ εἴ­δους ποὺ ξε­φυ­σών­τας τὸν ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὰ ρου­θού­νια τοῦ βου­λιά­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ βα­θιὰ στὸ χα­μό του.


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Νὰ πα­ρα­τη­ρεῖς καὶ νὰ κα­τα­γρά­φεις συ­στη­μα­τι­κὰ κρα­τών­τας ση­μει­ώ­σεις τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τά σου, τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά σου, τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ἀν­θρώ­πων, ζώ­ων, κοι­νω­νι­ῶν, τὸν και­ρό, ἱ­στο­ρι­κὰ καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὰ γε­γο­νό­τα, πάν­τα σύμ­φω­να μὲ τὰ προ­σω­πι­κά σου ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α πρέ­πει νὰ ἐμ­πι­στεύ­ε­σαι. Νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­σαι συ­νε­χῶς στὶς ση­μει­ώ­σεις σου, νὰ δου­λεύ­εις κά­θε λέ­ξη, νὰ ἐ­πι­με­λεῖ­σαι ἐν­τα­τι­κά τα κεί­με­νά σου καὶ νὰ δι­α­βά­ζεις τοὺς κα­λύ­τε­ρους κλα­σι­κοὺς καὶ σύγ­χρο­νους συγ­γρα­φεῖς, χω­ρὶς νὰ ἑ­στιά­ζεις ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στοὺς τε­λευ­ταί­ους. Ἀ­νή­κεις ἤ­δη στὸ πα­ρόν.

       Οἱ πα­ρα­πά­νω εἶ­ναι μερικὲς ἀ­πὸ τὶς προ­τά­σεις γιὰ ὀ­ξυ­δερ­κεῖς ἀ­να­γνῶ­στες καὶ συγ­γρα­φεῖς —πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γλώσ­σας καὶ τοῦ κό­σμου— τῆς Ly­dia Da­vis, ση­μαν­τι­κῆς ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους. Πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δο­κί­μια τῶν τε­λευ­ταί­ων τριά­ντα ἐ­τῶν ποὺ συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο Es­says O­ne (Farrar, Straus and Giroux, Νο­έμ­βριος 2019). Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ συ­ναρ­πα­στι­κὴ πε­ρι­πλά­νη­ση στὴν τέ­χνη τῆς γρα­φῆς μὲ οἰ­κου­με­νι­κὴ καὶ δι­α­χρο­νι­κὴ δι­ά­στα­ση. Ἡ ἀ­πο­θη­σαύ­ρι­ση τοῦ τό­μου ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­να­γνω­στι­κὴ πρό­κλη­ση κι ἐ­ρευ­νη­τι­κὴ πρό­τα­ση γιὰ θε­ω­ρη­τι­κοὺς τοῦ εἴ­δους. Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς προ­σω­πι­κές της ἐ­ξε­ρευ­νή­σεις καὶ τὴν πο­λυ­ε­τῆ, ἐν­τα­τι­κὴ ἄ­σκη­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας κα­τα­γρά­φει τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ βλέμ­μα καὶ τὶς νέ­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ὁ­δοὺς ποὺ δι­ά­νοι­ξαν ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους καὶ μὴ ὅ­πως οἱ Kafka, Walser, Altenberg, Borges, Beckett, Bernhard, Isaac Babel, Grace Paley, Clarice Lispector, Regina Ullmann, κ.ἄ.

       Γιὰ τὴν Davis ὁ χα­ρα­κτή­ρας εἶ­ναι ἡ γλώσ­σα. Πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ­τι ἡ ρη­μα­τι­κὴ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει ἀ­να­νε­ω­τι­κὴ ἢ ρη­ξι­κέ­λευ­θη μορ­φὴ (π.χ. σὲ ἐ­πί­πε­δο σύν­τα­ξης, γραμ­μα­τι­κῆς, στί­ξης, ἐ­πι­λο­γῆς λε­ξι­λο­γί­ου) εἶ­ναι ἀ­πόρ­ροι­α μιᾶς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης καὶ νο­η­τι­κῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας. Τὸ πῶς βλέ­πει κα­νεὶς τὰ πράγ­μα­τα ὄ­χι μό­νο μέ­σῳ τῆς ὅ­ρα­σης ἀλ­λὰ καὶ τοῦ τρό­που ποὺ σκέ­φτε­ται δι­α­μορ­φώ­νει τὰ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα, τὶς φόρ­μες ποὺ ἐ­πι­λέ­γει καὶ τὶς ἐ­πιρ­ρο­ές του, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ στὸ «A be­lo­ved duck gets coo­ked, On forms and in­flu­en­ces», ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πέν­τε δο­κί­μιά της ποὺ ἀ­πο­τέ­λε­σαν τὴ βά­ση τῶν δι­α­λέ­ξε­ών της στὸ πα­νε­πι­στή­μιο ὅ­που δί­δα­σκε Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὸν τό­μο.


       Ἡ σύγ­χρο­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α γιὰ νὰ κα­τα­νο­η­θεῖ καὶ νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει τὸν στό­χο της —τὴν ἀ­να­νέ­ω­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὴν ψυ­χα­γω­γί­α— προ­α­παι­τεῖ εὐ­ρυ­μά­θεια, ἀρ­γὴ ἀ­νά­γνω­ση, πλή­ρως ἐ­νερ­γὸ καὶ συμ­με­το­χι­κὸ ἀ­να­γνώ­στη καὶ πο­λυ­σχι­δῆ συγ­γρα­φέ­α ποὺ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἀν­τί­λη­ψη καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη συ­νεί­δη­ση. Ἡ ση­μα­σί­α ποὺ ἀ­πο­δί­δουν πολ­λοὶ θε­ω­ρη­τι­κοὶ καὶ ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους στὴ δύ­να­μη τῆς εἰ­κό­νας[8] καὶ στὴ δύ­να­μη τῆς λέ­ξης δὲν εἶ­ναι κά­τι νέ­ο. Ἡ E. Dickinson ἔ­λε­γε: Δὲν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα στὸν κό­σμο ποὺ νὰ ἔ­χει τό­ση δύ­να­μη ὅ­ση ἡ λέ­ξη. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς γρά­φω μί­α καὶ τὴν κοι­τά­ζω μέ­χρις ὅ­του ἀρ­χί­σει νὰ λάμ­πει. Ὁ J. P. Sartre ἐν­τό­πι­ζε στὶς λέ­ξεις-κλει­διὰ τὴν οὐ­σί­α τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης. Ὁ W.G.Sebald στοὺς Δα­κτύ­λιους τοῦ Κρό­νου ἔ­γρα­φε: Ὅ­πο­τε τυ­χαί­νει νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σω κά­ποι­α ἀ­πὸ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ση­μει­ώ­σεις, ἀ­πο­ρῶ πάν­τα πῶς ἕ­να ἴ­χνος χα­μέ­νο ἀ­πὸ και­ρὸ στὸ νε­ρὸ ἢ στὸν ἀ­έ­ρα, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἀ­νε­ξί­τη­λο ἐ­δῶ, πά­νω στὸ χαρ­τί. Ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει πρό­ο­δος δί­χως πα­ρελ­θόν. Ἀ­κό­μα καὶ στὸ μα­νι­φέ­στο τῶν Ψη­φια­κῶν Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν (Digital Humanities Manifesto 2.0) ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ὅ­πως σὲ ὅ­λες τὶς ἐ­πα­να­στά­σεις τῶν μέ­σων, τὸ πρῶ­το κύ­μα τῆς ψη­φια­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης κοί­τα­ζε πί­σω κα­θὼς προ­χω­ροῦ­σε μπρο­στά. Ἡ κύ­ρια θε­μα­το­λο­γί­α ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ τὸν δυ­τι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να —ζω­ή, ἔ­ρω­τας, θά­να­τος— ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται[9] καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ σὰν χα­μη­λό­φω­νος, γλυ­κὸς στε­ναγ­μός.

       Ὁ Ἐμμ. Ρο­ϊ­δης ἔ­λε­γε ὅ­τι Ἂν δὲν ὑ­πῆρ­χον δύ­ται, οὐ­δὲ μαρ­γα­ρῖ­ται ἤ­θε­λον ὑ­πάρ­χει. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, αὐ­τὸ τὸ ἀρ­χι­πέ­λα­γος ἀ­πὸ σύν­το­μες καὶ πε­ρι­ε­κτι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ποὺ ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ δι­α­μορ­φώ­νε­ται κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ΄80 καὶ με­τά, ἡ ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση καὶ ἡ κα­τά­δυ­ση ἀ­φο­ροῦν ἰ­σο­με­ρῶς συγ­γρα­φέ­α καὶ ἀ­να­γνώ­στη ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νει ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τη καὶ πολ­λὰ ὑ­πο­σχό­με­νη, λό­γῳ τῆς δυ­να­τό­τη­τας ἀλ­λα­γῆς κλί­μα­κας καὶ ὀ­πτι­κῆς ποὺ πα­ρέ­χει.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὸ ἄρ­θρο τῆς Anne Weisgerber «Flash fiction as language art», στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­τι­με­τω­πί­ζε­ται ὡς τέ­χνη τῆς γλώσ­σας.


Τὸ βι­βλί­ο λο­γο­τε­χνι­κῆς κρι­τι­κῆς τῆς Jane Alison μὲ τί­τλο Me­an­der, Spi­ral, Ex­plo­de: De­sign and Pat­tern in Nar­rati­ve γιὰ τὸ ἔρ­γο συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως οἱ W. G. Se­bald, An­ne Car­son, Mar­gue­ri­te Du­ras, Ga­bri­el Ga­rcia Ma­rquez, Ja­ma­ica Kin­caid, Cla­ri­ce Li­spe­ctor, κ.ἄ., ποὺ ἔ­χουν ἀ­νοί­ξει νέ­ους δρό­μους στὴν ἀ­φή­γη­ση.


Τὸ βι­βλί­ο τοῦ Sa­muel Beckett, Πρό­ζες 1945-1980, μτφρ. Ἐ. Μα­ρω­νί­τη, εἰ­σα­γω­γὴ Γ. Βῶ­κος, Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2010.


[1]. Γλυ­κεῖς στε­ναγ­μοί.

[2]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[3]. Εἶ­δος στρει­δι­ῶν.

[4]. Braque George, Ἡ μέ­ρα καὶ ἡ νύ­χτα (Τε­τρά­δια 1917 -1955), 2η ἔκ­δο­ση, μτφρ. καὶ σχό­λια Γ.Π. Σαβ­βί­δης, Ποι­κί­λη Στο­ὰ – Λέ­σχη, Ἀ­θή­να, 1989.

[5]. Πρε­βε­δου­ρά­κης Γι­ῶρ­γος, Στιγ­μι­ό­γρα­φο, Πλα­νό­διον, Ἀ­θή­να, 2011.

[6]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[7]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[8]. Ἰ­δέ­α ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τό­σο τὴν ὀ­πτι­κή μας ἀν­τί­λη­ψη στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐ­γε­λια­νὴ ἀν­τί­λη­ψη τῆς τέ­χνης σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἡ τέ­χνη κα­λεῖ­ται νὰ πεῖ μὲ εἰ­κό­νες αὐ­τὸ ποὺ ἡ φι­λο­σο­φί­α λέ­ει μὲ ἔν­νοι­ες.

[9]. Στὸ βι­βλίο τοῦ Gil­les De­leu­ze Διαφορὰ καὶ ἐπανάληψη (Dif­fére­nce et Ré­pé­ti­tion, 1968), ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα σὲ με­τά­φρα­ση Κων­σταν­τί­νου Β. Μπούν­τα, με­λε­τᾶ­ται καὶ ἡ τε­χνι­κή του σύγ­χρο­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ποὺ στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ δι­α­φο­ρὰ καὶ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη, ὄ­χι μό­νο στὸν πλέ­ον ἀ­φη­ρη­μέ­νο στο­χα­σμὸ τοῦ ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ στὶς ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νες τε­χνι­κές του. Ὡ­στό­σο ἡ ἔν­νοι­α τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης στὸν Deleuze, δι­α­τη­ρεῖ πολ­λὰ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ F. Nietzsche καὶ τοῦ Søren Kierkegaard, τοῦ Δα­νοῦ ὑπαρξιστῆ φι­λο­σό­φου, ὅ­πως τὴν ἀ­νέ­λυ­σε στὸ βι­βλί­ο του Ἡ ἐ­πα­νά­λη­ψη: Ὁ κύ­κλος τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης: Ἐ­πανα­λαμ­βά­νον­τας τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη, τὸν ὁ­ποῖ­ο συν­δέ­ουν ἄρ­ρη­κτα μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι Σκαν­δι­να­βοὶ θε­ω­ρη­τι­κοί του εἴ­δους.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).

Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ) (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Εἰκόνα: Τὸ πραγματικὸ Grand Central Oyster Bar – New York.

(https://www.afar.com/places/grand-central-oyster-bar-new-york)



		

	

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass): Μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα



Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass)


Μιὰ ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα

(A story about the body)


ΚΕΙΝΟ τὸ κα­λο­καί­ρι, κι ἐ­νῶ ἐρ­γα­ζό­ταν σ’ ἕ­να θέ­ρε­τρο καλ­λι­τε­χνῶν, ὁ νε­α­ρὸς ἀρ­τί­στας τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ἐ­δῶ καὶ περίπου μί­αν ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν Γι­α­πω­νέ­ζα, ζω­γρά­φος, σχε­δὸν ἑ­ξήν­τα ἐ­τῶν καὶ σκε­φτό­ταν ὅ­τι ἴ­σως ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Λά­τρευ­ε τὴν τέ­χνη της, ἡ ὁ­ποί­α προ­σο­μοί­α­ζε στὸν τρό­πο ποὺ κι­νοῦ­σε τὸ σῶ­μα της ἢ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὰ χέ­ρια της, στὸν τρό­πο ποὺ τὸν κοι­τοῦ­σε κα­τά­μα­τα, ἐνῶ σκε­φτό­ταν τὶς ἀ­παν­τή­σεις ποὺ θὰ ἔ­δι­νε στὶς ἐ­ρω­τή­σεις του. Μιὰ νύ­χτα, κι ἐ­νῶ ἐ­πέ­στρε­φαν ἀ­πὸ μιὰ συ­ναυ­λί­α, ἔ­φτα­σαν στὴν ἐ­ξώ­πορ­τά της, κι ἀ­φοῦ στράφηκε πρὸς αὐτὸν τοῦ ’­πε, «Νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ σοῦ δο­θῶ. Τὸ ἴ­διο ἰ­σχύ­ει κι ἀ­πὸ μέ­ρους μου, ἀλ­λὰ πρέ­πει πρῶ­τα νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι ἔ­χω ὑ­πο­βλη­θεῖ σὲ δι­πλὴ μα­στε­κτο­μή», κι ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος δὲν κα­τά­λα­βε, τοῦ ἐ­ξή­γη­σε· «Ἔ­χω χά­σει καὶ τὰ δυ­ό μου στή­θη.» Ὁ ἠ­λε­κτρι­σμὸς ποὺ ἔ­νι­ω­θε ὅ­λη μέ­ρα σὰν μου­σι­κὴ στὸ στο­μά­χι του καὶ στὸ στέρ­νο του ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­στρα­πια­ῖα, καὶ πί­ε­σε τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ τὴν κοι­τά­ξει κα­θὼς τῆς ἔ­λε­γε, «Λυ­πᾶ­μαι, δὲ νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα». Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν ἐ­ξο­χι­κὴ κα­λύ­βα του ποὺ βρι­σκό­ταν πλά­ι στὰ πεῦ­κα, καὶ τὸ πρω­ὶ βρῆ­κε ἕ­να μι­κρὸ μπλὲ βα­ζά­κι στὴ βε­ράν­τα μπρο­στὰ ἀπ’ τὴν πόρ­τα του. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ ρο­δο­πέ­τα­λα, ἀλ­λὰ κα­θὼς τὸ σή­κω­σε, δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι τὰ ρο­δο­πέ­τα­λα μό­λις ποὺ κά­λυ­πταν τὴν ἐ­πι­φά­νεια· ὅ­λο τὸ ὑ­πό­λοι­πο βά­ζο —μᾶλ­λον θὰ εἶ­χε σκου­πί­σει τὶς γω­νι­ὲς τοῦ ἀ­τε­λι­έ της— ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ νε­κρὲς μέ­λισ­σες.


Καὶ σὲ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους:

.


Πη­γή: Jon Mukand, Art­icula­tions: The Body and Il­lness in Poetry, Iowa, Univ. of Iowa Press, 1994.

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ποι­η­τής, γεν­νή­θη­κε τὸ 1941 στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο καὶ με­γά­λω­σε στὸ προ­ά­στιο Σὰν Ρα­φα­έλ. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στάν­φορντ, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­λα­βε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του δί­πλω­μα. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια καὶ ἰν­στι­τοῦ­τα ἀ­νὰ τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια. Ἡ ποί­η­σή του ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε ση­μαν­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ κί­νη­μα τῶν beatniks καὶ ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ τῆς Ἀ­να­το­λῆς. Ὁ ἴ­διος πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ ἔρ­γο του δι­α­μορ­φώ­θη­κε κά­τω ἀ­π’ τὶς ἐ­πι­δρά­σεις ποι­η­τῶν ὅ­πως ὁ Lew Welch, ὁ Pablo Ne­ruda, ὁ César Val­lejo καὶ οἱ Πο­λω­νοὶ Zbi­gniew Her­bert, Wi­sława Szy­mbor­ska καὶ Cze­sław Mi­łosz. Μά­λι­στα, ὁ Hass με­τέ­φρα­σε ἐ­νῶ δί­δα­σκε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­κλε­ϊ τὸ ἔρ­γο τοῦ Mi­łosz. Δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται ἐ­νερ­γὰ στὸν το­μέ­α τῆς οἰ­κο­λο­γο­τε­χνί­ας, μὲ ἀ­κτι­βι­στι­κὲς δρά­σεις καὶ δη­μό­σι­ες πα­ρεμ­βά­σεις. Εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νος μὲ τὴν ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια κα­τὰ τοῦ πο­λέ­μου, Brenda Hillmann.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.



		

	

Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας: Πρώ­τη μέ­ρα στὸ σχο­λεῖ­ο



Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας


Πρώ­τη μέ­ρα στὸ σχο­λεῖ­ο


ΤΑΝ ΑΚΟΜΗ θεοσκότεινα ἔ­ξω. Ἡ μη­τέ­ρα εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἀ­ξη­μέ­ρω­τα καὶ ἔ­κα­νε ἑ­τοι­μα­σί­ες. Τὴν ἄ­κου­γε νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο στὴν κου­ζί­να καὶ τούμ­πα­λιν. Τὸ μι­κρό τους σπί­τι τρεῖς κά­μα­ρες ὅ­λο κι ὅ­λο, δύ­ο ὑ­πνο­δω­μά­τια καὶ ἡ κου­ζί­να. Οἱ πιὸ χα­ρού­με­νες ἀ­να­μνή­σεις του ἀ­πο­κτή­θη­καν σὲ αὐ­τὰ τὰ πε­νῆν­τα τε­τρα­γω­νι­κά.

       Ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα κα­θό­ταν ἀ­κί­νη­τος στὸ κρε­βά­τι νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται γνώ­ρι­μους ἤ­χους. Τὸ τρί­ξι­μο τῆς δί­φυλ­λης ντου­λά­πας ἀ­πὸ ὅ­που ἔ­βγα­ζε τὰ ροῦ­χα γιὰ νὰ τὰ βά­λει στὴ βα­λί­τσα, μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ ξε­χω­ρί­σει ἀ­πὸ αὐ­τὸ τῶν ντου­λα­πι­ῶν τῆς κου­ζί­νας. Ἄ­κου­γε τὸ νε­ρὸ ποὺ κό­χλα­ζε γιὰ νὰ τοὺς βρά­σει αὐ­γό. Τὸ συν­δύ­α­σε μὲ τὸ χτύ­πη­μα τῶν πιά­των στὸ τρα­πέ­ζι καὶ κα­τά­λα­βε πὼς τοὺς ἑ­τοί­μα­ζε πρω­ι­νό.

       Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ση­κω­θεῖ. Τὸ μού­δια­σμα ποὺ ἔ­νι­ω­θε ἦ­ταν ἕ­να μεῖγ­μα ἀ­γω­νί­ας, ἐ­λά­χι­στου φό­βου γιὰ τὸ ἄ­γνω­στο καὶ τῆς χα­ρᾶς γιὰ τὸ και­νού­ριο ποὺ ἔρ­χε­ται, γιὰ τὴν ἔκ­πλη­ξη, ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ ἔκ­πλη­ξη για­τί στὴν ἔ­χουν μαρ­τυ­ρή­σει. Αὐ­τὰ ἦ­ταν ποὺ τὸν κρά­τη­σαν ξύ­πνιο ἀ­πό­ψε, δὲν τοῦ κόλ­λα­γε κα­θό­λου ὕ­πνος. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα ἔ­πλα­θε εἰ­κό­νες γιὰ τὸ νέ­ο σχο­λεῖ­ο. Ἦ­ταν σί­γου­ρα πρω­το­πο­ρια­κὸ ἀ­φοῦ συμ­με­τεῖ­χαν καὶ οἱ γο­νεῖς στὰ μα­θή­μα­τα. Γε­γο­νὸς ποὺ πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ χα­ρά, τοῦ αὔ­ξα­νε λι­γά­κι τὸ ἄγ­χος.

       Ἀ­πὸ τὸν δρό­μο ἀ­κού­στη­καν φω­νές, δι­ό­λου πε­ρί­ερ­γο πα­ρό­λο ποὺ δὲν εἶ­χε φέ­ξει ἀ­κό­μη. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια κου­μάν­το στὴν πό­λη τους ἔ­κα­νε ὁ στρα­τός. Αὐ­τοὶ οἱ στριφ­νοί, νευ­ρι­κοὶ ἄν­τρες, μὲ τὶς κα­τά­μαυ­ρες στο­λὲς καὶ τὰ κόκ­κι­να πε­ρι­βρα­χι­ό­νια. Τοὺς εἶ­χε συ­νη­θί­σει, δὲν τὸν τρό­μα­ζαν πιά. Σί­γου­ρα θὰ ἦ­ταν πο­λὺ κα­λύ­τε­ρο τὸ και­νού­ριο σχο­λεῖ­ο, ἀ­φοῦ τὴν προ­η­γού­με­νη ἡ μα­μὰ καὶ ὁ μπαμ­πὰς τοῦ εἶ­χαν μι­λή­σει γι’ αὐ­τὸ μὲ τό­ση συγ­κί­νη­ση. Εἶ­χε μπεῖ γιὰ τὰ κα­λά τὸ Φθι­νό­πω­ρο κι ἀ­νυ­πο­μο­νοῦ­σε ν’ ἀρ­χί­σουν τὰ μα­θή­μα­τα. Ὅ­τι θὰ τοὺς με­τέ­φε­ραν μὲ κα­μι­ό­νια δὲν τὸ ἔ­βρι­σκε πε­ρί­ερ­γο. Τὸ μυα­λό του ἦ­ταν στοὺς συμ­μα­θη­τὲς ποὺ θὰ γνώ­ρι­ζε, στὰ νέ­α παι­χνί­δια καὶ τὰ τρα­γού­δια ποὺ θὰ μά­θαι­νε. Σί­γου­ρα θὰ ταί­ρια­ζε ἀ­πό­λυ­τα σ’ ἕ­να σχο­λεῖ­ο ποὺ ἀ­γα­ποῦν τὰ λου­λού­δια, τό­σο, ποὺ ἂν δὲν φο­ρᾶς ἕ­να ἡ­λι­ο­τρό­πιο στὸ πέ­το δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ εἰ­σέλ­θεις.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας (Reutlingen  τῆς  Γερ­μα­νί­ας, 1971). Ἀ­πὸ τὸ 1977 ζεῖ στὴν Κο­μο­τη­νή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος τοῦ Τμή­μα­τος Βι­βλι­ο­θη­κο­νο­μί­ας καὶ Συ­στη­μά­των Πλη­ρο­φό­ρη­σης τοῦ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς βι­βλι­ο­θη­κο­νό­μος στὴν Δη­μο­τι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη Κο­μο­τη­νὴς (1996-98) καὶ ἀ­πὸ τὸ 1998 στὴν Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Τμή­μα­τος Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Ταυ­τό­χρο­να σπου­δά­ζει Δι­οί­κη­ση Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων στὸ Τμῆ­μα Οἰ­κο­νο­μι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ Δ.Π.Θ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Τε­ταρ­τη­μό­ρια (ποί­η­ση 2019). Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πολ­λὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Τρί­α πο­τή­ρια, μὴ πολ­λά ἐ­στι;



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Τρί­α πο­τή­ρια, μὴ πολ­λά ἐ­στι;


ΔΕΛΦΟΣ ἠ­ρώ­τη­σε τὸν Ἀβ­βᾶν Σι­σώ­ην, λέ­γων· τί ποι­ή­σω; ὅ­τι ἀ­παν­τῶ εἰς τὴν ἐκ­κλη­σί­αν καὶ πολ­λά­κις γί­νε­ται ἀ­γά­πη καὶ κρα­τοῦ­σί με· λέ­γει αὐ­τῷ ὁ γέ­ρων· κό­πον ἔ­χει τὸ πρᾶγ­μα· λέ­γει οὖν Ἀ­βρα­ὰμ ὁ μα­θη­τὴς αὐ­τοῦ· ἐ­ὰν γέ­νη­ται ἀ­πάν­τη­σις ἐν Σαβ­βά­τῳ ἢ ἐν Κυ­ρια­κῇ καὶ πί­ῃ ἀ­δελ­φὸς τρί­α πο­τή­ρια, μὴ πολ­λά ἐ­στι; λέ­γει ὁ γέ­ρων· ἐ­ὰν οὐκ ἔ­στι σα­τα­νᾶς, πολ­λὰ οὐκ ἔ­στιν.


Τρί­α πο­τή­ρια, μή­πως εἶ­ναι πολ­λά;

Ἕ­νας ἀ­δερ­φὸς ρώ­τη­σε τὸν Ἀβ­βᾶ Σι­σώ­η, λέ­γον­τάς του: τί νὰ κά­νω; Για­τὶ συ­ναν­τῶ τοὺς ἀ­δερ­φοὺς στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς γί­νε­ται ἀ­γά­πη καὶ μὲ κρα­τοῦ­νε. Τοῦ λέ­ει ὁ Γέ­ρον­τας: ἔ­χει κό­πο τὸ πρᾶγ­μα. Τοῦ λέ­ει λοι­πὸν ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ὁ μα­θη­τής του: Κι ἂν γι­νει συ­να­πάν­τη­μα τὸ Σάβ­βα­το ἢ τὴν Κυ­ρια­κὴ καὶ πι­εῖ ὁ ἀ­δερ­φὸς τρί­α πο­τή­ρια, μή­πως εἶ­ναι πολ­λά; Καὶ λέ­ει ὁ γέ­ρον­τας: ἂν δὲν ὑ­πάρ­χει σα­τα­νᾶς, δὲν εἶ­ναι πολ­λά.

[Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 110.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Τζόρντι Γουΐλλιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz): Ἄλογα



Τζόρντι Γουΐλλιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz)


Ἄ­λο­γα

(Horses)


«ΑΛΟΓΑ εἶ­ν’ ὅ­λα στὴ ζω­ή», εἶ­πε ὁ Σμέλ­γκορ, κα­θι­σμέ­νος ἀ­πά­νω σ’ ἕ­να κορ­μό.

       Ὁ Σμέλ­γκορ εἶ­χε προ­σχω­ρή­σει σὲ μιὰ νέ­α θρη­σκεί­α: τὴν ἱπ­πο­λα­τρία. Πι­στεύ­α­νε πὼς τὰ πάν­τα ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἄ­λο­γα. Ἕ­να δέν­τρο ἤ­τα­νε φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­λο­γά­κια. Τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ τοῦ­τα ἀ­λο­γά­κια ἤ­τα­νε φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἀ­κό­μα πιὸ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­λο­γά­κια. Μο­να­δι­κὴ ἐ­ξαί­ρε­ση: τὰ ἴ­δια τ’ ἄ­λο­γα. Κεῖ­να ἤ­σαν ἕ­να πράγ­μα ἀ­δι­αί­ρε­το.

       «Μὰ κοί­τα δῶ», εἶ­πε ὁ Στή­βεν­σον, κα­θι­σμέ­νος πλά­ι στὸν Σμέλ­γκορ, μ’ ἕ­να κλα­δά­κι ἐ­λά­της στὸ κα­πέ­λο του. «Σὰν τί θὰ συμ­βεῖ ἅ­μα πά­ρω τὸ τσε­κού­ρι μου καὶ κό­ψω τ’ ἄ­λο­γο στὰ δυ­ό;»

       «Μπο­ρεῖς νὰ τὸ κό­ψεις στὰ δυ­ὸ ἢ στὰ ἑ­κα­τό», εἶ­πε ὁ Σμέλ­γκορ. «Ἀλ­λὰ δὲ θὰ κομ­μα­τιά­σεις τὴν ἀ­λο­γο­σύ­νη του». Ὁ Στή­βεν­σον ἔ­πρε­πε νὰ κά­τσει νὰ τὸ σκε­φτεῖ. Εἶ­χε με­γα­λώ­σει σὲ χοι­ρο­στά­σιο. Ὁ πα­τέ­ρας του πο­τὲ δὲν εἶ­χε ἄ­λο­γο. Ἀν­τὶ γιὰ τοῦ­το, ὁ Στή­βεν­σον πέρ­να­γε τὶς μέ­ρες του πα­σα­λειμ­μέ­νος μὲ γουρ­νο­κο­πρι­ές. Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τὶς ξέ­πλε­νε στὸ πη­γά­δι, τ’ ἄλ­λα παι­διὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ταν ἀ­πὸ κον­τά του στὸ σχο­λει­ό.

       «Καὶ τὰ γου­ρού­νια τὸ ἴ­διο;», εἶ­πε ὁ Στή­βεν­σον ρου­φών­τας τὴ μύ­τη του. «Τί μοῦ λὲς δη­λα­δή, πὼς τὰ γου­ρού­νια εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να ἀ­π’ ἄ­λο­γα;»

       Τὰ πάν­τα εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἄ­λο­γα», εἶ­πε ἤ­ρε­μα ὁ Σμέλ­γκορ.

       Ὁ Στή­βεν­σον ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους. Ἐ­κεῖ πέ­ρα ἦ­ταν ἕ­νας λό­φος πρά­σι­νος, ποὺ ἔ­βγα­ζε σ’ ἕ­να ρυά­κι ποὺ κε­λά­ρυ­ζε. Πλά­ι στὸ ρυά­κι βρι­σκόν­του­σαν ἀ­γε­λά­δες. Πα­ρα­πέ­ρα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­νε­μό­μυ­λος, δί­πλα σε μιὰ πέ­τρι­νη κα­λύ­βα. Ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν κα­λύ­βα στε­κό­τα­νε μιὰ γρι­ού­λα. Ἤ­τα­νε κι ἕ­να χα­λά­κι κρε­μα­σμέ­νο σὲ μιὰ πόρ­τα με­γά­λη, κι ἡ γυ­ναί­κα τὸ κο­πά­να­γε. Ὁ Στή­βεν­σον σκε­φτό­ταν: ἦ­ταν ὁ­λό­κλη­ρος ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ μιὰ σκέ­ψη συ­ναρ­πα­στι­κή. Οὔ­τε κὰν τό ’­ξε­ρε κεί­νη πὼς παν­τοῦ, στὰ μπρά­τσα της, μὲς στὴν καρ­διά της, ἴ­σα­με κά­τω στὰ πό­δια της, μιὰ με­γά­λη ἱπ­πο­δρο­μί­α γι­νό­τα­νε μέ­σα στὸ αἷ­μα της.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Jellyfish (12.06.2017):

https://jellyfishreview.wordpress.com/2017/06/12/horses-by-geordie-williams-flantz/

Τζόρ­ντι Γου­ΐλ­λιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz). Συγ­γρα­φέ­ας, ζεῖ στὴ Min­nea­polis τῆς Minne­sota. Ἡ πε­ζο­γρα­φί­α του ἐμ­φα­νί­στη­κε στὶς ἐ­πι­θε­ω­ρή­σεις Sha­dows & Tall Trees, G.U.D. Maga­zine, New Genre Maga­zine, καὶ R.KV.R.Y Quarterly. Πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα του:

geordiewilliamsflantz.tumblr.com.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ, ἀγ­γλι­κά καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Βακ­χι­κόν: Peter Huchel, Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe), Μ. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (συ­νέκ­δο­ση μὲ τὸ Fondazione Mario Luzi). Ὑ­πό ἔκ­δο­ση εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ποι­η­μά­των τοῦ U. Sabα (Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν Ἰ­τα­λι­κοῦ Μορ­φω­τι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Ἀ­θη­νῶν, 2018). Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λά λο­γο­τε­χνι­κά πε­ρι­ο­δι­κά.