Ὄλγα Παπακώστα: ΕΣΥ


Papakosta,Olga-ESY-Eikona-04



Ὄλ­γα Πα­πα­κώ­στα


ΕΣΥ


01-Taphὸ νού­με­ρό μου ἀ­πέ­χει τρι­α­κό­σι­ες ἑ­βδο­μήν­τα μο­νά­δες ἀ­π’ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­ριθ­μὸ ποὺ σχη­μα­τί­στη­κε στὸν πί­να­κα μὲ κόκ­κι­να ψη­φια­κὰ στοι­χεῖ­α σὰν ἐ­φιά­λτης κά­τι ξαφ­νι­κὸ θὰ σοῦ συμ­βεῖ δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι κά­νουν ἀ­έ­ρα μὲ χθε­σι­νὲς ἐ­φη­με­ρί­δες ἢ πιά­νουν θέ­ση στὰ σκα­λιὰ κα­θι­σμέ­νοι πά­νω στὶς ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες τους ἀ­νά­θε­μα τὴν κλη­ρο­νο­μι­κό­τη­τά μου τί δου­λειὰ ἔ­χω ἐ­δῶ πέ­ρα βά­ζω τὸ χαρ­τά­κι στὸ πορ­το­φό­λι μου καὶ σκέ­φτο­μαι πὼς ἂν δὲν φύ­γω ἀ­μέ­σως θὰ γί­νω εἶ­μαι σὰν κι αὐ­τοὺς ὑ­πο­λο­γί­ζω πό­σοι τὴν ὥ­ρα δι­α­κό­σιοι μέ­σος ὅ­ρος ἀ­να­μο­νῆς καὶ λοι­πὰ θὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ὅ­ταν μπο­ρέ­σω ἡ μπρο­στι­νή μου γυρ­νά­ει καὶ μὲ κοι­τά­ει ἀ­πει­λη­τι­κὰ για­τὶ τὸ νού­με­ρο της εἶ­ναι ἀ­κό­μα με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­π’ τὸ δι­κό μου βγά­ζω τὸ κι­νη­τὸ ἀ­π’ τὴν τσάν­τα ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­παν­τᾶ στρί­βω στὴν Τρί­της Σε­πτεμ­βρί­ου στέ­κο­μαι στὸ φα­νά­ρι κα­λὰ ποὺ ἔ­βα­λα ἀν­τη­λια­κὸ κά­νω πὼς δὲν προ­σέ­χω τὶς τα­χυ­παλ­μί­ες ἔ­χω βι­βλί­ο μα­ζί μου ἕ­να τοῦ Ρὸθ μό­νο νὰ βρῶ κά­ποι­ο κα­φὲ στὴν Πα­τη­σί­ων λέ­γε­ται Commercio καὶ Κύ­ρι­ε πα­ραγ­γέλ­νω ντε­κὰφ καὶ συ­νε­χί­ζω ἀ­πὸ κεῖ ποὺ στα­μά­τη­σα χθὲς ἕ­νας γέ­ρος ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ μιὰ λε­σβί­α τὴν πά­ει στὸ κομ­μω­τή­ριο τῆς ἀ­γο­ρά­ζει ἀ­κρι­βὰ ροῦ­χα στὸ τέ­λος θὰ αὐ­το­κτο­νή­σει μὲ τὴν κα­ραμ­πί­να του ἔ­χει πολ­λὴ φα­σα­ρί­α τί νὰ κά­νω θὰ μεί­νω κι ἄλ­λο στὸν ἥ­ρω­ά μου τὸν Σά­ι­μον Ἄξ­λερ πα­λιὰ ἦ­ταν ἠ­θο­ποι­ὸς ἀλ­λὰ ἔ­χα­σε τὸ τα­λέν­το του τὸ μα­κρὺ τα­ξί­δι τῆς μέ­ρας μέ­σα στὴ νύ­χτα ἔ­γι­νε τὸ τα­ξί­δι μιᾶς με­γά­λης μέ­ρας μέ­σα στὴ νύ­χτα στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 οἱ με­τα­φρα­στὲς δὲν ἦ­ταν τό­σο ἀ­κρι­βεῖς αὐ­τὸ τὸ ἔρ­γο εἶ­χε παι­χτεῖ πα­λιὰ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη φεύ­γον­τας ἀ­π’ τὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ ἔ­βλε­πα τὸν τί­τλο στὴ μαρ­κί­ζα τοῦ θε­ά­τρου ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου μὰ γιὰ στά­σου ἐ­κεῖ δὲν εἶ­χε θέ­α­τρο θὰ ξε­χά­σω τὴν πό­λη μου ἀ­νά­βω τσι­γά­ρο ἐ­φό­σον στὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι μιὰ τρι­με­λὴς οἰ­κο­γέ­νεια κα­πνί­ζει ἐ­πί­σης ὁ γιὸς φο­ρά­ει σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη μι­λά­ει μὲ τὴ μά­να του βαμ­μέ­νη ξαν­θιὰ μὲ ἄ­σπρη ρί­ζα κι ὁ σύ­ζυ­γος κομ­πο­λό­ι πρέ­πει νὰ πά­ω του­α­λέ­τα στὸν δεύ­τε­ρο ὄ­ρο­φο σκα­λιὰ με­τα­κί­νη­ση πῶς βα­ρι­έ­μαι δὲ χρει­ά­ζε­ται νὰ κλει­δώ­σω εὐ­τυ­χῶς εἶ­ναι κα­θα­ρὰ χῶ­ρος γυ­α­λι­στε­ρὸς κι ἄ­σπρος σὰ χει­ρουρ­γεῖ­ο τὴν καρ­διά μου σχε­δὸν τὴν ἀ­κού­ω ἂς βια­στῶ κα­λύ­τε­ρα φρστ φερ­μου­ὰρ πλέ­νω χέ­ρια θὰ ἀ­γο­ρά­σω νε­ρὸ καὶ θ’ ἀ­φή­σω φι­λο­δώ­ρη­μα κα­νεὶς δὲν πρό­κει­ται νὰ μοῦ στε­ρή­σει πά­τερ ἡ­μῶν ὁ ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς εὐ­χα­ρι­στῶ γειά σας τὴ δω­ρε­ὰν πε­ρί­θαλ­ψη ποι­ός πά­ει ξα­νὰ στὴ Μα­κε­δο­νί­ας ἦρ­θα ἀ­πὸ τὴ Μα­κε­δο­νί­α κι ἀρ­ρώ­στη­σα ἀλ­λὰ εἶ­μαι τὸ ἑ­ξα­κό­σια ἐ­νε­νήν­τα τέσ­σε­ρα τοὺς νί­κη­σα θὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τη­θῶ ἀ­μέ­σως τὴν αὐ­το­κτο­νί­α τοῦ γέ­ρου θὰ τὴν δι­α­βά­σω αὔ­ριο


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ὄ­χι ἀ­κό­μη Κάρ­μεν [Ποι­ή­μα­τα] (ἐκδ. Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2013).

Ὄλ­γα Πα­πα­κώ­στα (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1966). Σπού­δα­σε Κλασ­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Με­τέ­φρα­σε τὶς Του­σκου­λα­νὲς Δι­α­τρι­βὲς τοῦ Κι­κέ­ρω­να (ἔκδ. Ὠ­κε­α­νί­δα, Ἀ­θή­να, 2003-4). Πρῶ­το βι­βίο της: Ὄ­χι ἀ­κό­μη Κάρ­μεν [Ποι­ή­μα­τα] (ἐκδ. Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2013).



		

	

Ἰωάννα Ντούλα: Μέταλλο ψυχρὸ

 

Ntoula,Ioanna-MetalloPsychro-Eikona-01


Ἰ­ω­άν­να Ντού­λα


Μέ­ταλ­λο ψυ­χρὸ


06-Delta-Chronica_Polonorum_DΕΝ ΞΕΡΕΙ ΑΠΟ ΑΥΤΑ, τοὺς τὸ δι­ευ­κρί­νι­σε, τί χρει­ά­ζο­μαι γιὰ νὰ μοιά­ζουν ὅ­λα φυ­σι­ο­λο­γι­κά. Ὅ­λα νὰ πα­ρι­στά­νουν πὼς εἶ­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κά, ὅ­λα νὰ γί­νουν ὅ­πως εἴ­θι­σται. Οἱ ὁ­δη­γί­ες σα­φεῖς, τὸ κο­στού­μι μαῦ­ρο, τὸ που­κά­μι­σο λευ­κό, τὰ πα­πού­τσια μὲ κορ­δό­νι, κα­λο­γυ­α­λι­σμέ­να.

       Στὴ ντου­λά­πα του βρί­σκει τὴ ρόμ­πα κρε­μα­σμέ­νη. Σκέ­φτε­ται νὰ μπεῖ ὁ­λό­κλη­ρος μέ­σα καὶ νὰ κα­θί­σει στὸ ξύ­λι­νο ρά­φι, ἀ­νά­με­σα σὲ τριμ­μέ­να παν­τε­λό­νια καὶ σκο­ρο­φα­γω­μέ­νες γρα­βά­τες. Νὰ κλεί­σει τὴν πόρ­τα. Νὰ τὰ κα­νο­νί­σει ὅ­λα ὡς συ­νή­θως, ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση. Μὲ ἕ­να τη­λε­φώ­νη­μα, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει ἀ­πο­τέ­φρω­ση καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­π’ εὐ­θεί­ας πα­ρά­δο­ση τῆς τε­φρο­δό­χου στὸ σπί­τι. Θά ’ρί­χνε τὴν τέ­φρα στὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας, θὰ ἔ­κλει­νε τὸ κα­πά­κι καὶ θὰ τρα­βοῦ­σε τὸ κα­ζα­νά­κι. Ἁ­πλό.

       Οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις του στὴ γκαρ­σο­νι­έ­ρα τοῦ τρί­του ὀ­ρό­φου ἦ­ταν πάν­τα με­τρη­μέ­νες. Κά­τσε σὲ μιὰ με­ριά, πα­τέ­ρα. Ἡ στά­χτη ἀ­πὸ τὸ τσι­γά­ρο του στὸ πά­τω­μα μιὰ ζα­λι­σμέ­νη εὐ­θεί­α, ἕ­να σύρ­σι­μο δια­ρκὲς ἀ­πὸ τὶς μάλ­λι­νες παν­τό­φλες του χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι. Τὰ μά­τια του τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν, ἔ­κα­ναν γκὲλ στοὺς ἄ­δει­ους τοί­χους. Συγ­κεν­τρω­νό­ταν γιὰ ὥ­ρα στὸν σύρ­τη στὴν πόρ­τα, ἕ­να τό­σο μι­κρὸ ἀν­τι­κεί­με­νο ἀ­πὸ μέ­ταλ­λο ψυ­χρὸ ποὺ χώ­ρι­ζε τὸ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἔ­ξω. Ἐ­κεῖ­νον ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας βά­δι­ζε ἀ­στα­μά­τη­τα, τριά­ντα τε­τρα­γω­νι­κὰ ὅ­λα κι ὅ­λα, ὁ ἀ­έ­ρας ὁ ἴ­διος, οἱ κου­βέν­τες ἐ­λά­χι­στες. Μιὰ λί­στα ἀ­πὸ ἐ­ρω­τή­σεις, τὶς ἐ­ξαν­τλοῦ­σε στὸ πρῶ­το πεν­τά­λε­πτο καὶ ὕ­στε­ρα στε­κό­ταν μὲ τὸ ρο­λό­ι στὸ χέ­ρι, νὰ πε­ρά­σει λί­γο ἀ­κό­μα ἡ ὥ­ρα ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε στὸν ἑ­αυ­τό του, νὰ μεί­νω λί­γο πα­ρα­πά­νω, χω­ρὶς νὰ λέ­ει λέ­ξη, πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ γε­μί­σει τὸ χρό­νο μὲ ἀ­τέ­λει­ω­τες παύ­σεις, νὰ ἀ­να­σά­νει λί­γη ἀ­πὸ τὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του, ὥ­σπου νὰ μπου­κώ­σει. Νὰ τὸν ἀ­φή­σει – ἀ­σφα­λή – πί­σω ἀ­πὸ τὴν θω­ρα­κι­σμέ­νη πόρ­τα.

       Ἀ­πέ­ναν­τί του τὸ κρε­βά­τι. Πη­γαι­νο­έρ­χε­ται στὸ χῶ­ρο, τριά­ντα τε­τρα­γω­νι­κὰ ὅ­λα κι ὅ­λα, ἀ­πο­στρέ­φει τὸ βλέμ­μα ἀ­πὸ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να σεν­τό­νια. Ἐ­κεῖ τὸν βρῆ­κε, γυ­ρι­σμέ­νο στὸ πλά­ι. Τὰ μά­τια μι­σά­νοι­χτα, τὰ βλέ­φα­ρα κο­κα­λω­μέ­να. Μπρο­στὰ στὸ κρε­βά­τι οἱ παν­τό­φλες του. Προ­σέ­χει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ πὼς στρα­βο­πα­τοῦ­σε καὶ ἐ­κεῖ­νος πρὸς τὰ ἔ­ξω· ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ὁ ἴ­διος. Βγά­ζει τὰ πα­πού­τσια του —σκέ­φτε­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ νὰ τὰ ἀν­ταλ­λά­ξει μὲ τὰ και­νού­ρια μὲ τὸ κορ­δό­νι— καὶ γλι­στρά­ει τὰ πό­δια του στὴν φθαρ­μέ­νη τσό­χα, στὶς λακ­κοῦ­βες τῶν δι­κῶν του δα­χτύ­λων.

       Τε­λευ­ταῖα οἱ ἐ­ρω­τή­σεις ἦρ­θαν καὶ στέ­ρε­ψαν. Μιὰ στὸ τό­σο τοῦ τη­λε­φω­νοῦ­σε, ναί πα­τέ­ρα, θὰ πε­ρά­σω, τὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες. Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν, ἐ­κεῖ­νος ὄ­χι. Ὅ­πως πάν­τα, πρῶ­τα τη­λε­φώ­νη­σε, ὕ­στε­ρα πῆ­γε καὶ στή­θη­κε ἀ­π’ ἔ­ξω. Χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι, φώ­να­ξε τὸ ὄ­νο­μά του, στὸ τέ­λος χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸ κλει­δί. Ξε­κλεί­δω­σε τέσ­σε­ρις φο­ρὲς καὶ σκόν­τα­ψε στὰ μέ­τρα ἀ­σφα­λεί­ας. Αὐ­τὸς κλει­σμέ­νος ἔ­ξω, σὲ ἕ­να ἀν­τε­στραμ­μέ­νο τσι­μεν­τέ­νιο κλου­βί. Ἀ­πό­δρα­ση ἢ εἴ­σο­δος μὲ τ’ ἐμ­πο­δί­ων.

       Βρί­σκει τὸ ρο­λό­ι του, οἱ δεῖ­κτες ἀ­κί­νη­τοι, δὲν πει­ρά­ζει σκέ­φτε­ται, ἀρ­κεῖ νὰ τοῦ τὸ φο­ρέ­σει. Νὰ τό ‘χει στὸ χέ­ρι του, ἔ­τσι τοῦ ’­χουν πεῖ. Προ­σω­πι­κὰ ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ θὰ ἤ­θε­λε νὰ ἔ­χει μα­ζί του δὲν βρί­σκει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ σκε­φτεῖ. Βγά­ζει τὰ τσι­γά­ρα ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του, ναί, αὐ­τὸ θὰ μπο­ροῦ­σε. Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του πα­κέ­το, μι­σό, χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­νο. Πει­στι­κό, μᾶς κά­νει.

       Τὸν φαν­τά­ζε­ται ντυ­μέ­νο μὲ τὸ ὁ­λο­καί­νου­ριο κο­στού­μι, ξυ­ρι­σμέ­νο, ξα­πλω­μέ­νο, ἐν­τε­λῶς ἄ­καμ­πτο, ἀ­σφα­λῆ. Ὁ ἴ­διος θὰ το­πο­θε­τή­σει τὸ κα­πά­κι —μὲ προ­σο­χή, νὰ ἐ­φαρ­μό­σει κα­λὰ— καὶ θὰ τὸν ἀ­φή­σει πί­σω του. Ὕ­στε­ρα θὰ γυ­ρί­σει στὴ μι­κρὴ γκαρ­σο­νι­έ­ρα, νὰ βά­λει τὰ πράγ­μα­τα σὲ μιὰ σει­ρά. Θὰ ἀ­νοί­ξει τὰ πα­ρά­θυ­ρα, μό­λις νὰ μπεῖ μιὰ ρι­πὴ κρύ­ου ἀ­έ­ρα καὶ ὕ­στε­ρα θὰ κλει­στεῖ στοὺς τοί­χους της. Πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἀ­τσά­λι­νη πόρ­τα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ω­άν­να Ντού­λα (Ἀ­θή­να 1981). Σπού­δα­σε Ἐ­φαρ­μο­σμέ­να Μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ ΕΜΠ καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Οἰ­κο­νο­μι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸν τρα­πε­ζι­κὸ χῶ­ρο, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα φοι­τᾶ στὸ ΜΠΣ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Στὸ πα­ρελ­θὸν ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς στὸ ΕΚΕΒΙ. Τὸ δι­ή­γη­μά της «Μὲ τὴν πλά­τη στὸν ἥ­λιο» ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μαν­δρα­γό­ρας. Τὸ δι­ή­γη­μά της «Στὴν ὄ­χθη τοῦ πά­γου» δι­α­κρί­θη­κε στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ δι­α­γω­νι­σμὸ τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­ρά­ξε­νες μέ­ρες καὶ θὰ δη­μο­σι­ευ­τεῖ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2014.


Ἀλέξανδρος Μιστριώτης: Ἡ γυναίκα του τὸν ἀπατᾶ…


Mistriotis,Aleksandros-IGynaikaTouTonApata...-Eikona-02


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Μι­στρι­ώ­της


Ἡ γυ­ναί­κα του τὸν ἀ­πα­τᾶ…


H-Itta-SomataΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ τὸν ἀ­πα­τᾶ. Δὲν ξέ­ρει πῶς νὰ ἀν­τι­δρά­σει. Ὁ κα­φὲς ἀρ­γεῖ νὰ ἔρ­θει, χά­νει τὴν ὑ­πο­μο­νή του καὶ ση­κώ­νε­ται καὶ φεύ­γει. Δὲν ἀ­κού­ει τὸν θό­ρυ­βο τῆς πό­λης γύ­ρω. Οἱ σκέ­ψεις πᾶ­νε πο­λὺ γρή­γο­ρα. Δὲν ἔ­χει δι­καί­ω­μα νὰ τὴν κα­τα­δι­κά­σει. Προ­σπα­θεῖ νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὶς ἔν­το­νες ἀν­τι­δρά­σεις, τὶς φο­βᾶ­ται. Ἔρ­χον­ται εἰ­κό­νες πρό­σω­πα στιγ­μὲς καὶ και­νού­ρι­ες ἑρ­μη­νεῖ­ες γε­γο­νό­των, βλεμ­μά­των, συ­ζη­τή­σε­ων. Ὀρ­γί­ζε­ται, σφίγ­γει τὰ δόν­τια καὶ βρί­ζει μη­χα­νι­κά. Τὰ παι­διὰ τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρουν ἢ εἶ­ναι μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α; Δὲν θέ­λει νὰ τὴν μι­σή­σει καὶ λέ­ει στὸν ἑ­αυ­τό του πὼς δὲν ἀ­ξί­ζει νὰ τὸν ἀ­γα­ποῦν. Ὄ­χι! Τό ’­χει κά­νει αὐ­τὸ στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ εἶ­ναι κα­τα­στρο­φι­κό. Φαν­τά­ζε­ται τὸ κρεβ­βά­τι τους καὶ αἰ­σθά­νε­ται ἀ­η­δί­α καὶ τα­ρα­χή, ἀλ­λὰ δὲν θέ­λει νὰ δι­α­λυ­θοῦν ὅ­σα ἔ­χτι­σαν αὐ­τὰ τὰ χρό­νια. Συγ­κεν­τρώ­νε­ται σὲ σκέ­ψεις ὅ­λο ἀ­νω­τε­ρό­τη­τα κι αὐ­τὸ τοῦ δί­νει αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Πρέ­πει πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα νὰ δεῖ πῶς θὰ αἰ­σθαν­θεῖ, ὅ­ταν θὰ τὴν ξα­να­δεῖ. Ἴ­σως πρέ­πει νὰ προ­κα­λέ­σει ἕ­να σόκ, νὰ κά­νει σα­μα­τά, γιὰ νὰ ξα­να­έλ­θει ἰ­σορ­ρο­πί­α στὴν σχέ­ση, δὲν θὰ τοῦ συγ­χω­ροῦ­σε νὰ μὴν πλη­γω­θεῖ. Αἰ­σθά­νε­ται κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ ὅ­λα αὐ­τά, για­τί νὰ τοῦ συμ­βεῖ, αὐ­τό, τώ­ρα; Κα­τὰ βά­θος, ὅ­μως, αἰ­σθά­νε­ται εὐ­γνω­μο­σύ­νη κά­τι ποὺ ἀ­κό­μα δὲν ὁ­μο­λο­γεῖ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ σει­ρὰ σύν­το­μων κει­μέ­νων Τὸ Λί­γο. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Μι­στρι­ώ­της (Ὀτ­τά­βα, Κα­να­δᾶς, 1973). Με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Κα­λὲς Τέ­χνες στὴν Γαλ­λί­α. Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2004. Ἡ πρώ­τη του καλ­λι­τε­χνι­κὴ γλώσ­σα εἶ­ναι ἡ γρα­φή. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν συμ­με­το­χή του στὰ εἰ­κα­στι­κὰ πράγ­μα­τα ἐρ­γά­ζε­ται στὸ θέ­α­τρο καὶ τὸν χο­ρό, κά­νει ἀ­να­γνώ­σεις κει­μέ­νων του μὲ «σκη­νι­κά» στοι­χεῖ­α καὶ ἐ­νη­με­ρώ­νει τὸ ἱ­στο­λό­γιο Στὴν Ἀθήνα.



		

	

Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου: Ἡ μικρομυθοπλασία ὡς πολιτισμικὸ φαινόμενο

Christodoulou,DimitraI.-IMikromythoplasiaOsPolitismikoFainomeno-Eikona-02

[Τὸ πα­ρα­κά­τω κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν τελευταία ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις εἰ­ση­γή­σεις ποὺ ἔ­γι­ναν στὸ κοι­νὸ στὶς 9 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015, ἡ­μέ­ρα πα­ρου­σί­α­σης τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 στὸν χῶ­ρο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴν βρα­διὰ τῆς πα­ρου­σί­α­σης στὸ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ τῆς 16ης Μαρ­τί­ου 2015.]

 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο


04-Sigma-Chronica_Polonorum_SΤΙΣ 15 ΜΕ 18 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2014, πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Πα­νε­πι­στή­μιο Κεν­τά­κι), πρώ­τη φο­ρὰ σὲ ἀγ­γλό­φω­νο χῶ­ρο. Ἐ­κεῖ προ­έ­κυ­ψαν ἄ­κρως ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα συμ­πε­ρά­σμα­τα, ποὺ εὐ­ελ­πι­στοῦ­με ὅ­τι θὰ δη­μο­σι­ευ­θοῦν σύν­το­μα στὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ὅ­πως μοῦ με­τέ­φε­ραν ὁ Με­ξι­κα­νὸς πα­νε­πι­στη­μια­κὸς κι ἐ­ρευ­νη­τὴς τοῦ εἴ­δους Lauro Zavala καὶ ὁ Γερ­μα­νὸς Dr. Ottmar Ette, φαί­νε­ται ὅ­τι συ­νό­ψι­σαν τὶς με­λέ­τες ποὺ ἔ­χουν ἐκ­πο­νη­θεῖ τὰ τε­λευ­ταῖ­α 30 χρό­νια κι ἐν­τό­πι­σαν τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς πο­λὺ σύν­το­μης μυ­θο­πλα­στι­κῆς φόρ­μας, ἡ ὁ­ποί­α τεί­νει νὰ αὐ­το­νο­μη­θεῖ συ­στή­νον­τας ἀλ­λα­γὴ πα­ρα­δείγ­μα­τος καὶ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος λό­γου, τὰ κύ­ρια συ­στα­τι­κὰ τοῦ ὁ­ποί­ου εἶ­ναι ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ μυ­θο­πλα­σί­α, ἡ ἔλ­λει­ψη, ἡ ὀρ­θο­έ­πεια καὶ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, δηλ. ἡ ρύθ­μι­ση στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ, ποὺ λει­τουρ­γεῖ ὡς κύ­ριο εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό.

       Ἡ αὐ­το­δι­ά­θε­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας εἶ­χε ἐ­πι­ση­μαν­θεῖ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ 1ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ὁ Zavala πρὶν 16 χρό­νια (1998, Με­ξι­κό). Ἀ­κο­λού­θη­σαν ἡ Σα­λα­μάν­κα (2002), ἡ Playa Ancha στὴ Χι­λὴ (2004), ἡ Ἐλ­βε­τί­α (2006), ἡ Ἀρ­γεν­τι­νὴ (2008), ἡ Κο­λομ­βί­α (2010) καὶ ἡ Γερ­μα­νί­α (Βε­ρο­λί­νο,2012). Τὸ 2001, ἡ Δα­νὴ Gitte Mose, στὸ δι­ε­θνὲς Short Fiction Conference στὸ Oslo, πα­ρου­σί­α­σε τὴ θέ­ση της ὡς πρὸς τὴ δι­α­λε­κτι­κὴ σχέ­ση τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴ χώ­ρα της μὲ τὸ γερ­μα­νι­κὸ Ρο­μαν­τι­σμό. Ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι «δι­α­φαί­νε­ται ἡ πί­στη τῆς γε­νιᾶς τῶν νέ­ων συγ­γρα­φέ­ων στὶς δυ­να­τό­τη­τες δη­μι­ουρ­γί­ας σχέ­σε­ων ποι­κί­λων τύ­πων ἀ­νά­με­σα σὲ ἑ­τε­ρό­κλη­τα στοι­χεῖ­α. Μιὰ ἀ­νά­γλυ­φη ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ ξα­να­χτι­στεῖ ὁ κό­σμος, ποὺ εὐ­θύ­νε­ται γιὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ αὐ­τῆς τῆς γε­νιᾶς ὡς “ἡ γε­νιὰ τοῦ Lego”». Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται, με­ρι­κῶς, ἡ ἄ­πο­ψη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να νέ­ο, ἀ­να­δυ­ό­με­νο, ὑ­βρι­δι­κὸ εἶ­δος, ποὺ κι­νεῖ­ται στὰ ὅ­ρια ἄλ­λων τα­ξι­νο­μη­μέ­νων εἰ­δῶν (μύ­θο, πα­ρα­βο­λή, ἐ­πί­γραμ­μα, χα­ϊ­κού, δι­ή­γη­μα, κ.ἄ.). Ὅ­τι, δηλ., δα­νεί­ζε­ται ἐ­πι­λε­κτι­κὰ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ πολ­λὰ εἴ­δη, ἐνῶ ἕ­να δεύ­τε­ρο κύ­ριο εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του εἶ­ναι ἡ ἐγ­γε­νὴς τά­ση γιὰ ἐ­πι­λε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες ποὺ συ­νά­πτει μὲ αὐ­τά.

       Τὸ 2008 δη­μο­σι­εύ­ον­ται δύ­ο ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς με­λέ­τες: τῆς Ν. Ἀ­φρι­κα­νῆς ποι­ή­τριας καὶ συγ­γρα­φέ­ως Liesl Jobson καὶ τοῦ Αὐ­στρια­κοῦ Peters Colin, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἑ­στιά­ζει στὴν κα­τη­γο­ρί­α τῆς ἰ­σπα­νό­φω­νης minificcion, καὶ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὰ με­θο­δο­λο­γι­κὰ προ­βλή­μα­τα τῶν 3 ἐ­πι­κρα­τέ­στε­ρων τυ­πο­λο­γι­ῶν τῶν ἰ­σπα­νό­φω­νων θε­ω­ρη­τι­κῶν Zavala, Lagmanovich καὶ Koch. Ἡ τε­λευ­ταί­α, ὡ­στό­σο, ὑ­πῆρ­ξε πρω­το­πό­ρος στὴν με­λέ­τη τοῦ εἴ­δους, κα­θὼς ἐκ­πό­νη­σε τὴν πρώ­τη ἱ­στο­ρι­κὰ σχε­τι­κὴ ἔ­ρευ­να καὶ πα­ρου­σί­α­σε στὸ City University, στὴ Ν. Ὑ­όρ­κη τὸ 1981. To 2007 στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Potsdam, ὁ Dr. Ette, εἰ­ση­γεῖ­ται τὴν ἵ­δρυ­ση νέ­ου ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ πε­δί­ου Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας, ἀ­φοῦ δι­α­πι­στώ­νει τὴν ἔλ­λει­ψη ἀ­νά­λο­γων με­θο­δο­λο­γι­κῶν ἐρ­γα­λεί­ων στὶς ὑ­πάρ­χου­σες γραμ­μα­το­λο­γι­κὲς σπου­δὲς καὶ στὶς ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὲς θε­ω­ρί­ες. Οἱ προ­βλη­μα­τι­σμοὶ γιὰ τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ κα­τα­γω­γὴ καὶ τὴν εἰ­δο­λο­γι­κὴ τα­ξι­νό­μη­ση ποὺ ἔ­χουν ἀ­να­κύ­ψει στὴ δι­ε­θνῆ πα­νε­πι­στη­μια­κὴ κοι­νό­τη­τα, ἀ­πα­σχό­λη­σαν καὶ τοὺς συμ­με­τέ­χον­τες (ἀ­πὸ Γαλ­λί­α, Σου­η­δί­α, Χὸνγκ Κόνγκ, κ.ἀ.) στὸ 5ο Δι­ε­θνὲς Συμ­πό­σιο Γε­νε­α­λο­γι­κῶν Σπου­δῶν (Βρα­ζι­λία, 2009), μὲ ση­μα­ντι­κό­τερη συμβολὴ τὴν πα­ρου­σί­α­ση τῆς με­λέ­της τοῦ J. Guimaraes. Τὸ 2010 ὁ ἰ­σπα­νὸς πα­νε­πι­στη­μια­κὸς καὶ συγ­γρα­φέ­ας David Roas, ἐ­πι­χει­ρεῖ τὴν πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Poeticas del microrrelato), ἀ­π’ ὅ­που προ­κύ­πτει ὅ­τι, του­λά­χι­στον, ἡ ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ρέ­πει πρὸς τὴ μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τὴ ἔ­κτα­ση (λί­γων λέ­ξε­ων ἢ ἐ­λά­χι­στων γραμ­μῶν, συ­νή­θως μὲ τὸν ὅ­ρο minificcion), τό­σο ὅ­μως ὅ­σο νὰ δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κή της ἀρ­τι­ό­τη­τα. Τὸ 2012 στὴ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Ἰ­σπα­νί­δας Leticia Valbuena, με­λε­τῶν­ται ὅ­λες οἱ ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ κι ἔν­τυ­πη μορ­φὴ ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν Ἱ­σπα­νί­α ἀ­πὸ τὸ 1990 ἕ­ως τὸ 2011 καὶ προ­κύ­πτει ὅ­τι ἀ­ριθ­μοῦν πλέ­ον πολ­λὲς ἑ­κα­τον­τά­δες καὶ συ­νι­στοῦν μιὰ νέ­α λο­γο­τε­χνι­κή, ἐκ­δο­τι­κὴ καὶ ἀ­να­γνω­στι­κὴ κα­τη­γο­ρί­α. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ (Μά­ι­ος 2012), στὴν Ἀγ­γλί­α ὁ Dr. Calum Kerr ἱ­δρύ­ει τὴ Δι­ε­θνῆ Ἡ­μέ­ρα Flash Fiction, ἐ­νῶ τὴν ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νη, τὸν Μά­ι­ο τοῦ 2013 ἡ ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Lydia Davis κερ­δί­ζει τὸ δι­ε­θνὲς λο­γο­τε­χνι­κὸ βρα­βεῖ­ο Τhe Man Booker Prize 2013. Ἡ Davis, καλ­λι­ερ­γεῖ συ­στη­μα­τι­κὰ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος πά­νω ἀ­πὸ 30 χρό­νια, ὑ­πῆρ­ξε πάν­το­τε ἀ­τα­ξι­νό­μη­τη καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες ἰ­δι­αί­τε­ρες φω­νὲς τῆς σύγ­χρο­νης ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς καὶ παγ­κό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας. Τὸν Ἰ­ού­νιο 2013, δι­ορ­γα­νώ­νε­ται τὸ Flash Mob 2013 μὲ πρω­το­φα­νῆ ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ τὴ Μ. Βρε­τα­νί­α ἕ­ως τὴ Ν.Ζη­λαν­δί­α.


Πί­σω ἀ­πὸ ὅ­λα τα πα­ρα­πά­νω, ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν μό­νο ἐν­δει­κτι­κὰ στοι­χεῖ­α, δι­α­φαί­νε­ται ὅ­τι πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο ἡ συ­ζή­τη­ση πα­ρα­μέ­νει ἀ­νοι­χτὴ ὡς πρὸς ἕ­να κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὄ­νο­μα, κοι­νὲς τυ­πο­λο­γί­ες καὶ με­θο­δο­λο­γί­ες προ­σέγ­γι­σης, ἡ σύγ­χρο­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συ­νι­στᾶ:

       * ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρεῦ­μα στὴν τέ­χνη τοῦ λό­γου καὶ στὴν τη­λε­ο­πτι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη

       * ἕ­να παγ­κό­σμιο φαι­νό­με­νο, κα­θὼς πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν συμ­πυ­κνω­μέ­νο, ἀ­πο­σταγ­μα­τι­κὸ λό­γο δια­ρκῶς με­ταλ­λασ­σό­με­νο καὶ μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ μορ­φὴ ποὺ ἀ­να­πτύσ­σε­ται ταυ­τό­χρο­να στὴν ἔν­τυ­πη καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ

       * ἀλ­λα­γὴ στὴ σκέ­ψη. Ἐ­ξοῦ καὶ στὴ δι­ε­ρεύ­νη­σή της δι­α­πλέ­κον­ται ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κή, λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὴ κρι­τι­κή. Γε­γο­νὸς ποὺ συ­νά­δει μέ:

       – τὸν ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ τῆς ἔν­νοι­ας τῆς δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας ποὺ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὶς ἀν­θρω­πι­στι­κὲς σπου­δὲς σή­με­ρα,

       – τὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ ἰμ­πε­ρι­α­λι­σμὸ ποὺ βι­ώ­νου­με, ὅ­που ἀ­πὸ τὴν ἰ­α­τρι­κὴ μέ­χρι τὶς δι­α­προ­σω­πι­κὲς σχέ­σεις τὰ πάν­τα εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α, καὶ

       – τὸ storytelling, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ σή­με­ρα τὴν ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη μη­χα­νὴ ποὺ κα­τα­σκευά­ζει ἱ­στο­ρί­ες καὶ χει­ρα­γω­γεῖ τὰ πνεύ­μα­τα. Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ποὺ μι­λᾶ­με, μό­νο στὶς ΗΠΑ, λει­τουρ­γοῦν πε­ρὶ τὰ 900 προ­γράμ­μα­τα Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς σὲ πα­νε­πι­στη­μια­κὸ ἐ­πί­πε­δο ὅ­που ἐ­ρευ­νᾶ­ται καὶ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ ἐ­ξαί­ρε­τα δείγ­μα­τα γρα­φῆς.


Με­τὰ ἀ­πὸ τρι­ε­τῆ ἐν­δε­λε­χῆ ἔ­ρευ­να, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἡ σύγ­χρο­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­πο­τε­λεῖ δί­κτυ­ο καὶ μέ­σο δι­κτύ­ω­σης σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἐ­πί­πε­δα, ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­ναν καί­ριο δεί­κτη τῆς στρο­φῆς στὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, ἀ­φή­νον­τας πί­σω μας σχε­δὸν ἕ­ναν αἰ­ώ­να ἀ­να­λυ­τι­κῆς σκέ­ψης.

       Ἑ­πο­μέ­νως, ἡ ἀν­θο­λο­γί­α, ποὺ κρα­τᾶ­με ἀ­πό­ψε στὰ χέ­ρια μας, ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς πο­λυ­ε­τοῦς συ­στη­μα­τι­κῆς με­λέ­της καὶ συλ­λο­γῆς τῶν ἐ­πι­με­λη­τῶν της μέ­σῳ τῆς ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κῆς ἱ­στο­σε­λί­δας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, μὲ συγ­κι­νεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα. Κα­λύ­πτει εὐ­ρὺ χρο­νο­λο­γι­κό, ὑ­φο­λο­γι­κὸ καὶ θε­μα­το­λο­γι­κὸ φά­σμα καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πρώ­τη ἑλ­λη­νι­κὴ προ­σπά­θεια σὲ ἔν­τυ­πη μορ­φή, μὲ φω­τει­νὴ ἐ­ξαί­ρε­ση τὶς δύ­ο ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ Κ. Πα­λαι­ο­λό­γου, ποὺ ἑ­στιά­ζουν στὸ ἱ­σπα­νό­φω­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα.

       Αὐ­τὸ ποὺ θέ­λω κυ­ρί­ως νὰ ἐ­πι­ση­μά­νω εἶ­ναι ὅ­τι κα­τα­γρά­φον­τας κα­νεὶς σὲ χρο­νο­λο­γι­κὸ πί­να­κα τὶς 83 ἱ­στο­ρί­ες ποὺ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α, δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι:

       – στὶς 83 ἱ­στο­ρί­ες οἱ 48 ἀ­να­δει­κνύ­ουν ἑλ­λη­νι­κὲς φω­νές, γε­γο­νὸς ἰ­δι­αί­τε­ρης ση­μα­σί­ας, κα­θὼς ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση.

       – ἀ­πὸ τὶς 48 ἑλ­λη­νι­κὲς φω­νές, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες (17) εἶ­ναι ἱ­στο­ρί­ες νέ­ων στὸν ἐκ­δο­τι­κὸ στί­βο, οἱ 12 κα­τα­ξι­ω­μέ­νων, οἱ 11 πα­λαι­ό­τε­ρων δη­μι­ουρ­γῶν στὴν καρ­διὰ τοῦ 20οῦ αἰ., οἱ 5 συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ἔ­ζη­σαν στὸ πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ τὸν 19ο στὸν 20ὸ αἰ., μί­α τοῦ Λευ­κά­διου Χὲρν (19ος αἰ.) καὶ δύ­ο ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὸν Μό­σχο Ἰ­ω­άν­νη τὸν Εὐ­κρα­τᾶ καὶ τὸν Αἴ­σω­πο.


Τε­λει­ώ­νον­τας, θέ­λω νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σω καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση τὴν Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη γιὰ τὴν πο­λύ­τι­μη στή­ρι­ξη καὶ τὴ συ­νερ­γα­σί­α μας στὴν ἔ­ρευ­νά μου καὶ νὰ τοὺς εὐ­χη­θῶ κα­λὴ ἐ­πι­τυ­χί­α στὸ ἐγ­χεί­ρη­μά τους νὰ ση­μά­νουν τὴν ἔ­ναρ­ξη μιᾶς πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σας πε­ρι­πλά­νη­σης στὸ θαυ­μα­στὸ κό­σμο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Ἱ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.



		

	

Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος: Μικροδιήγημα καὶ συλ­λο­γι­κὴ μετάφραση


Palaiologos,MikrodiigimaKaiSyllogikiMetafrasi-Eikona-01

 

[Τὸ πα­ρα­κά­τω κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν τρίτη ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις εἰ­ση­γή­σεις ποὺ ἔ­γι­ναν στὸ κοι­νὸ στὶς 9 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015, ἡ­μέ­ρα πα­ρου­σί­α­σης τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 στὸν χῶ­ρο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴν βρα­διὰ τῆς πα­ρου­σί­α­σης στὸ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ τῆς 16ης Μαρ­τί­ου 2015.]

 

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση


02-EpsilonΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ γιὰ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο, λέ­νε κά­ποι­οι, πρέ­πει νὰ πε­ρι­έ­χει ἀ­πα­ραι­τή­τως τὰ ἑ­ξῆς συ­στα­τι­κά: σέξ, ἀ­πι­στί­α, μυ­στή­ριο, αἷ­μα, ἥ­ρω­ες εὐ­γε­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς καὶ ἀ­να­φο­ρὲς στὰ θεῖ­α. Σύμ­φω­να μὲ αὐ­τὴ τὴ συν­τα­γή, τὸ πιὸ «συμ­πυ­κνω­μέ­νο» μυ­θι­στό­ρη­μα θὰ ἦ­ταν τὸ ἑ­ξῆς: «Θε­έ μου!!!, εἶ­πε ἡ μαρ­κη­σί­α, θὰ μὲ σκο­τώ­σει ὁ ἄν­τρας μου: εἶ­μαι ἔγ­κυ­ος καὶ δὲν γνω­ρί­ζω ἀ­πὸ ποι­όν…». Μὰ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ 18 λέ­ξεις; θὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ­τε δι­καί­ως. Ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι, φυ­σι­κά, «ὄ­χι», ἡ τη­λε­γρα­φι­κὴ ἀ­φή­γη­ση τῶν πε­ρι­πε­τει­ῶν τῆς μαρ­κη­σί­ας δὲν ἀ­νή­κει σὲ κα­νέ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, εἶ­ναι ἕ­να ἀμ­φι­βό­λου γού­στου ἀ­στεῖ­ο, ποὺ ὅ­μως μᾶς βο­η­θά­ει νὰ δι­α­κρί­νου­με τὴ δι­α­φο­ρὰ ποὺ ὑ­πάρ­χει με­τα­ξὺ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος καὶ βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης, δι­α­φο­ρὰ ποὺ δὲν ἔγ­κει­ται τό­σο στὴν ἔ­κτα­ση ὅ­σο στὶς προ­θέ­σεις τους: τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα εἶ­ναι ἕ­να σύμ­παν, φι­λο­δο­ξεῖ, ἀ­κό­μα καὶ στὴν ὑ­πο­τι­θέ­με­νη πε­ρί­πτω­ση ποὺ δὲν θὰ ξε­περ­νοῦ­σε τὶς δύ­ο ἀ­ρά­δες, νὰ συμ­πε­ρι­λά­βει τὰ πάν­τα, ἀν­τι­θέ­τως ἡ βρα­χεί­α ἀ­φή­γη­ση στὴν ἰ­δα­νι­κὴ μορ­φή της δὲν θὰ συμ­πε­ρι­λάμ­βα­νε τί­πο­τα, θὰ ἄ­φη­νε τὰ πάν­τα στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ἀ­φοῦ τὰ κα­θο­ρι­στι­κὰ στοι­χεῖ­α ποὺ τὴν προσ­δι­ο­ρί­ζουν (πλὴν τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας) εἶ­ναι ἡ ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἀ­φαι­ρε­τι­κό­τη­τα (λέ­ξεις, πε­ρι­έρ­γως, μα­κρο­σκε­λεῖς καὶ οἱ δύ­ο).

       «Ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως, ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ παγ­κό­σμιου πο­λι­τι­σμοῦ φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι ἄρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ με­γά­λου με­γέ­θους», ἔ­λε­γε ὁ σκη­νο­θέ­της Θέ­με­λης Γλυ­νά­τσης πα­ρου­σι­ά­ζον­τας, τὸ Δε­κέμ­βριο τοῦ 2012, τὴν ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Mini71cuentos, μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἔ­χει «τρο­φο­δο­τή­σει» μὲ σει­ρὰ με­τα­φρά­σε­ων τὸ ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. «Ὅ­μως τὰ πράγ­μα­τα δὲν εἶ­ναι τό­σο ἁ­πλά – πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴν κα­τα­σκευ­ὴ τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς καὶ τῆς ἠ­θι­κῆς τοῦ με­γά­λου με­γέ­θους, ὑ­πάρ­χει ἡ ταυ­τό­χρο­νη, καὶ ἀν­τι­στρό­φως ἀ­νά­λο­γη, ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ἀ­φή­γη­σης τοῦ μι­κροῦ».

       Μπο­ρεῖ πράγ­μα­τι ἡ μι­κρὴ σὲ ἔ­κτα­ση ἀ­φή­γη­ση νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν, ἀ­πὸ τὶς κα­τα­βο­λὲς ὅ­λων τῶν ση­μαν­τι­κῶν πο­λι­τι­σμῶν, καὶ νὰ πα­ρου­σιά­ζει ἀ­δι­άρ­ρη­κτη συ­νέ­χεια στὸ χρό­νο, πο­τὲ ὅ­μως δὲν εἶ­χε γνω­ρί­σει τὴν ἐκ­πλη­κτι­κὴ δι­ά­δο­ση τῆς ἐ­πο­χῆς μας στὴν ὁ­ποί­α, βε­βαί­ως, παί­ζουν κα­τα­λυ­τι­κὸ ρό­λο οἱ νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες. Γιὰ τὶς μα­ζι­κὲς δι­α­στά­σεις ποὺ ἔ­χει λά­βει ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κὴ ἡ πα­ρα­κά­τω πλη­ρο­φο­ρί­α: τὸ 2013, στὸν ΙΙΙ Δι­ε­θνῆ Δι­α­γω­νι­σμὸ Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Museo de la Palabra ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ ἰ­σπα­νι­κὸ ἵ­δρυ­μα Cesar Egido Serrano συμ­με­τεῖ­χαν 22.571 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­πὸ 119 χῶ­ρες!

       Στὶς ἰ­σπα­νό­φω­νες χῶ­ρες τὸ minicuento (ἀλ­λι­ῶς minirrelato, mini­ficci­on, microrrelato, microficcion, nanocuento, relato minimo κ.λπ.), ἐμ­φα­νί­ζε­ται μὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­λο­δο­ξί­ες πε­ρὶ τὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να γιὰ νὰ γνω­ρί­σει ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἄν­θη­ση προ­ϊ­όν­τος τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Ἀ­νά­με­σα στοὺς συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὸ εἶ­δος ξε­χω­ρί­ζου­με τοὺς Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, Βι­σέν­τε Οὐ­ϊ­δόμ­προ, Χου­ὰν Ρα­μὸν Χι­μέ­νεθ, Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἐ­δουά­ρδο Γκα­λε­ά­νο, κ.ἄ., ὅ­λοι τους συγ­γρα­φεῖς πρώ­της γραμ­μῆς ποὺ ἄλ­λα­ξαν τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης παγ­κο­σμί­ως.

       Ἐ­δῶ καὶ μιὰ δε­κα­ε­τί­α πε­ρί­που ἔ­χω ἐ­πι­λέ­ξει αὐ­τὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος μὲ τὶς βα­θι­ὲς ρί­ζες στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α γιὰ τὰ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης ποὺ δι­ορ­γα­νώ­νω καὶ συν­το­νί­ζω στὸ ΑΠΘ, τὸ ΕΚΠΑ, τὸ ΕΚΕΜΕΛ ἢ τὸ Abanico γιὰ δύ­ο λό­γους: ἐ­πι­τρέ­πει τὴν ἐ­να­σχό­λη­ση στὸ πλαί­σιο τοῦ ἴ­διου ἐρ­γα­στη­ρί­ου μὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ὕ­φη καὶ προ­σφέ­ρει τὴ δυ­να­τό­τη­τα ὕ­παρ­ξης τε­λι­κοῦ συλ­λο­γι­κοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος ἐν­τὸς λο­γι­κοῦ χρο­νι­κοῦ πλαι­σί­ου.

       Ἂς δοῦ­με, ὡς πα­ρά­δειγ­μα, τῆς «πά­λης» μὲ τὶς λέ­ξεις μέ­χρι τὴ συλ­λο­γι­κὴ ἐκ­δο­χή, τὴ με­τα­φρα­στι­κὴ «πε­ρι­πέ­τεια» τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος «Tras la pared» τοῦ ἰ­σπα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Ὄ­σκαρ Σι­πάν. Οἱ ἐκ­δο­χὲς 1, 2 καὶ 3 ἀ­νή­κουν σὲ σπου­δα­στὲς τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου, ἐ­νῶ ἡ 4η εἶ­ναι ἡ τε­λι­κὴ ἐκ­δο­χή:


Tras la pared

Los oígo copular a todas horas, tras la pared de mi habitación. Quizás debí emparedarlos por separado.


Ἐκ­δο­χὴ 1: Πί­σω ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο

Τοὺς ἀ­κού­ω ποὺ πη­δι­οῦν­ται ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή, πί­σω ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου μου. Ἴ­σως ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς ἐν­τοι­χί­σω χω­ρι­στά.


Ἐκ­δο­χὴ 2: Πί­σω ἀ­π’ τὸν τοῖ­χο

Τοὺς ἀ­κού­ω νὰ συ­νου­σι­ά­ζον­ται συ­νε­χῶς, πί­σω ἀ­π’ τὸ τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου μου. Ἴ­σως ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς ἐν­τοι­χί­σω χω­ρι­στά.


Ἐκ­δο­χὴ 3: Πί­σω ­πὸ τὸν τοῖ­χο

Τοὺς ἀ­κού­ω νὰ τὸ κά­νουν ὅ­λη τὴν ὥ­ρα, πί­σω ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου μου. Ἴ­σως νὰ ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς ἐν­τοι­χί­σω ξε­χω­ρι­στά.


Ἐκ­δο­χὴ Τε­λι­κή: Πί­σω ­πὸ τὸν τοῖ­χο

Τοὺς ἀ­κού­ω νὰ συ­νου­σι­ά­ζον­ται ὅ­λη τὴν ὥ­ρα, πί­σω ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου μου. Ἴ­σως ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς εἶ­χα ἐν­τοι­χί­σει χώ­ρια.


       Στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2010 ἀ­να­ζη­τών­τας μέ­σο γιὰ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση ὁ­ρι­σμέ­νων ἰ­σπα­νι­κῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ποὺ εἴ­χα­με με­τα­φρά­σει μὲ τὶς σπου­δά­στρι­ές μου τοῦ ΕΚΕΜΕΛ, ἦρ­θα, μέ­σῳ μιᾶς κοι­νῆς φί­λης, τῆς Μα­ρί­ας Σπυ­ρι­δο­πού­λου, σὲ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη ποὺ ἑ­τοί­μα­ζε, ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή, τὸ Ἱ­στο­λό­γιο. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι τὸ πρῶ­το μι­κρο­δι­ή­γη­μα ποὺ μᾶς δη­μο­σί­ευ­σε ἦ­ταν «Ἡ με­τα­μόρ­φω­ση» τοῦ Ἀλ­μπὲρτ Γκαρ­σί­α Ἐ­λέ­να, στὶς 7 Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ 2010. Ἀ­κο­λού­θη­σαν δε­κά­δες δη­μο­σι­εύ­σεις με­τα­φρά­σε­ων, ἀ­το­μι­κῶν καὶ συλ­λο­γι­κῶν, ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ τὰ κα­τα­λα­νι­κά.

       Τὶς προ­άλ­λες δι­έ­τρε­ξα ξα­νὰ ὅ­λα, κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ὅ­λα, αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να καὶ σκέ­φτη­κα πὼς με­τα­φρα­στὲς καὶ συγ­γρα­φεῖς, εἴ­μα­στε πο­λὺ τυ­χε­ροὶ ποὺ βρή­κα­με στὸ πρό­σω­πο τοῦ Πα­τί­λη κά­ποι­ον ποὺ μᾶς ἕ­νω­σε σὲ ἕ­να συλ­λο­γι­κὸ μι­κρὸ-ὑ­περ­κεί­με­νο. Τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­με καὶ συ­νε­χί­ζου­με γιὰ τὸ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15…

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Βασίλης Μανουσάκης: Τὸ Μπονζάι ὡς τεχνούργημα

Manousakis,Basilis-ToBonsaiOsTechnourgima-Eikona-02

 

[Τὸ πα­ρα­κά­τω κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν δεύτερη ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις εἰ­ση­γή­σεις ποὺ ἔ­γι­ναν στὸ κοι­νὸ στὶς 9 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015, ἡ­μέ­ρα πα­ρου­σί­α­σης τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 στὸν χῶ­ρο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴν βρα­διὰ τῆς πα­ρου­σί­α­σης στὸ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ τῆς 16ης Μαρ­τί­ου 2015.]

 

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης

 

Τὸ Μπον­ζά­ι ὡς τε­χνούρ­γη­μα


02-KappaΛΗΘΗΚΑ νὰ χω­ρέ­σω ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο εἶ­δος σὲ μπου­κά­λι 750 λέ­ξε­ων. Νὰ μι­λή­σω γιὰ τὸ ὕ­φος, τὴ δο­μή του, τὶς τε­χνι­κές του, τοὺς συγ­γρα­φι­κούς του τρό­πους ἢ ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α του. Καὶ σκέ­φτη­κα γρά­φον­τας ἐ­τοῦ­το ἐ­δῶ τὸ κεί­με­νο πὼς ἀν­τὶ νὰ τὰ πῶ ὅ­λα αὐ­τά, ποὺ σί­γου­ρα τὰ ἔ­χουν πεῖ ἢ θὰ τὰ ποῦν οἱ συ­νο­μι­λη­τές μου ἢ μπο­ρεῖ­τε καὶ νὰ τὰ δι­α­βά­σε­τε στὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ ἱ­στο­λό­γιο ποὺ ἔ­χουν στή­σει ὁ Γιά­ννης Πα­τί­λης μὲ τὴν Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο νὰ στη­ρί­ξω τὴν ἀ­πο­ψι­νὴ ὁ­μι­λί­α σὲ μιὰ ἀ­να­λο­γί­α ποὺ θὰ σᾶς δώ­σει κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου νὰ κα­τα­λά­βε­τε τί εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρος κό­σμος ἀ­σχο­λεῖ­ται καὶ κυ­ρί­ως καὶ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο: ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρος κό­σμος δι­α­βά­ζει.

       Τὸ δι­ή­γη­μα Μπον­ζά­ι, λοι­πόν, εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο τὸ πλοῖ­ο ποὺ βλέ­που­με καὶ θαυ­μά­ζου­με το­πο­θε­τη­μέ­νο μέ­σα στὰ μπου­κα­λά­κια σὲ κά­ποι­α ὄ­μορ­φα μα­γα­ζιὰ μὲ εἴ­δη δώ­ρων τὸ κα­λο­καί­ρι κι ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε: μὰ πῶς τὰ κα­τά­φε­ρε ὁ συ­ναρ­μο­λο­γη­τής του νὰ τὸ φτιά­ξει μὲ τό­ση ἀ­κρί­βεια σὲ τό­σο μι­κρὸ χῶ­ρο; Κά­θε κα­τάρ­τι εἶ­ναι στὴ θέ­ση ποὺ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι, τὰ ἱ­στί­α καὶ τὰ πα­νιὰ φου­σκω­μέ­να γιὰ νὰ δί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ τα­ξι­διοῦ, οἱ κά­βοι μα­ζε­μέ­νοι καὶ βλέ­που­με ἀ­κό­μα καὶ μι­κρὰ ἀν­θρω­πά­κια, κα­πε­τά­νιο στὸ τι­μό­νι τοῦ κα­ρα­βιοῦ ἢ ναῦ­τες νὰ τεν­τώ­νουν τὰ σκοι­νιὰ ἐ­νί­ο­τε.

       Καὶ εἶ­ναι αὐ­τὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­γὼ προ­σω­πι­κὰ θέ­λω νὰ στα­θῶ ἀ­πό­ψε καὶ ὁ­μο­λο­γῶ πὼς μὲ ἔ­χει συ­νε­πά­ρει στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος, τό­σο ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη συγ­γρα­φῆς ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη ἀ­νά­γνω­σής του. Τὸ Μπον­ζά­ι τα­ξι­δεύ­ει, ρέ­ει σὰν τὸ κα­ρά­βι μας στὸ νε­ρό, στὸ τι­μό­νι ὑ­πάρ­χει πρω­τα­γω­νι­στής, οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες τὸν βο­η­θοῦν καὶ προ­ω­θοῦν τὴν ὑ­πό­θε­ση σὰν τοὺς προ­α­να­φερ­θέν­τες ναῦ­τες καὶ ὅ­μως ταυ­τό­χρο­να ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν γί­νον­ται στὴν ἀ­νοι­χτὴ θά­λασ­σα τῆς πλο­κῆς ἢ τὸν ὠ­κε­α­νὸ τῶν λέ­ξων, ἀλ­λὰ μέ­σα σὲ ἕ­να μπου­κά­λι καὶ πρέ­πει νὰ γί­νουν μὲ τό­ση ἀ­κρί­βεια ποὺ ἂν ὁ συγ­γρα­φέ­ας τοῦ βά­λει μιὰ λέ­ξη ἢ φρά­ση πα­ρα­πά­νω θὰ βρεῖ στὰ τοι­χώ­μα­τά του καὶ τὸ πλοῖ­ο του θὰ τσα­κι­στεῖ.

       Θὰ μοῦ πεῖ­τε τώ­ρα για­τί νὰ τσα­κι­στεῖ, νὰ χα­λά­σει τὸ δι­ή­γη­μα γιὰ με­ρι­κὲς λέ­ξεις πα­ρα­πά­νω; Δὲν ὑ­πο­νο­ῶ φυ­σι­κὰ ὅ­τι θὰ χα­λά­σει ἢ θὰ χά­σει τὴν ἀ­ξί­α του. Ἁ­πλῶς τὰ Μπον­ζά­ι εἶ­ναι ἔ­τσι δο­μη­μέ­να καὶ τὸ σκε­πτι­κό τους τό­σο αὐ­στη­ρὸ ποὺ οἱ ἴ­διοι οἱ συγ­γρα­φεῖς τους ἔ­χουν ἀ­πὸ πρὶν ἀ­πο­φα­σί­σει πὼς ἢ θὰ παί­ξουν μὲ τοὺς κα­νό­νες τους ἢ δὲν θὰ τὰ γρά­ψουν κα­θό­λου. Εἶ­ναι μὲ ἄλ­λα λό­για ἡ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ ποὺ ὁ συγ­γρα­φέ­ας δὲν ἀ­φή­νε­ται ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει, ἀλ­λὰ κά­θε τό­σο με­τρά­ει λέ­ξεις γιὰ νὰ δεῖ ἂν τε­λι­κὰ μπο­ρεῖ νὰ πεῖ αὐ­τὸ ποὺ θέ­λει, χω­ρὶς νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο πλαί­σιο. Σὲ πιά­νει ἄγ­χος, πι­στέψ­τε με, ἀλ­λὰ ἂν πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­φε­θεῖς στὴ μα­γεί­α τοῦ μι­κροῦ χώ­ρου, ὅ­πως θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λέ­σου­με, τό­τε σί­γου­ρα θὰ γευ­τεῖς καὶ θὰ δι­α­κρί­νεις τὴν πλη­ρό­τη­τα ποὺ τε­λι­κὰ ἔ­χουν πολ­λὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα, ἐ­νῶ φαι­νο­με­νι­κὰ δὲν τὴν ἔ­χουν λό­γῳ τῆς μι­κρῆς τους φόρ­μας.

       Τί κρύ­βουν, ὅ­μως, αὐ­τὰ τὰ τε­χνουρ­γή­μα­τα, για­τὶ πε­ρὶ αὐ­τοῦ πρό­κει­ται, ἀ­φοῦ πολ­λὲς φο­ρὲς μοιά­ζουν μὲ ἀν­τι­κεί­με­να σμι­λε­μέ­να μὲ τὸ χέ­ρι; Κρύ­βουν μα­ε­στρί­α σί­γου­ρα, εἰ­δάλ­λως πῶς ἀλ­λι­ῶς θὰ χω­ροῦ­σες ὁ­λό­κλη­ρο κό­σμο σὲ μιὰ πα­λά­μη λέ­ξεις; Κρύ­βουν νο­ή­μα­τα, ἀ­φοῦ τὰ πρὶν καὶ τὰ με­τὰ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς πα­ρα­λεί­πον­ται καὶ ὑ­πο­νο­οῦν­ται. Κρύ­βουν τὴ γλώσ­σα, ἀ­φοῦ αὐ­τὴ ξε­πη­δά­ει ἀ­πὸ μέ­σα τους μό­νο κα­τ’ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­νάγ­κη καὶ γί­νε­ται ἐρ­γα­λεῖ­ο ποὺ ὑ­πη­ρε­τεῖ τὸν σκο­πὸ τοῦ με­γέ­θους. Κρύ­βουν σκέ­ψεις, ἀ­φοῦ ὁ συγ­γρα­φέ­ας τους δὲν θέ­λει ἢ δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ ἐκ­φρά­σει αὐ­τὰ ἀ­κρι­βῶς ποὺ σκέ­φτε­ται κι ἔ­τσι προ­σκα­λεῖ καὶ προ­κα­λεῖ τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ τὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει. Καὶ τέ­λος, ἀλ­λὰ τὸ ἴ­διο ση­μαν­τι­κὸ μὲ τὰ προ­η­γού­με­να, κρύ­βουν τὶς ἴ­δι­ες τους τὶς λέ­ξεις, ἀ­φοῦ σὲ αὐ­τὰ τὸ λί­γο, τὸ ἐλ­λει­πτι­κό, εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α. L­e­ss is m­o­re, ὅ­πως λέ­ει καὶ τὸ γνω­στὸ σλόγ­καν. Καὶ εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α ποὺ μέ­νει στὸ μυα­λό, ἀ­φοῦ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἔ­χει κα­τα­να­λω­θεῖ σὲ ἐ­λά­χι­στο χρό­νο. Καὶ αὐ­τὸς ὁ ἀ­πό­η­χος εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α του, θὰ πρό­σθε­τα ἐ­γώ, καὶ ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ Μπον­ζά­ι ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πρό­τα­ση ποὺ συ­νά­δει καὶ μὲ τὴν ἐ­πο­χή μας με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γία. Δι­δά­σκει με­τά­φρα­ση στην Ἑλ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἔ­νω­ση. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νος (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον γιὰ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ το Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι.



		

	

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ὄψεις καὶ κατόψεις ἑνὸς νέου οἰκήματος


Nikopoulou,Iro-OpseisKaiKatopseisEnosOikimatos-Eikona-01

[Τὸ πα­ρα­κά­τω κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πρώ­τη ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις εἰ­ση­γή­σεις ποὺ ἔ­γι­ναν στὸ κοι­νὸ στὶς 9 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015, ἡ­μέ­ρα πα­ρου­σί­α­σης τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 στὸν χῶ­ρο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴν βρα­διὰ τῆς πα­ρου­σί­α­σης στὸ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ τῆς 16ης Μαρ­τί­ου 2015.]


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ὄ­ψεις καὶ κα­τό­ψεις ἑ­νὸς νέ­ου οἰ­κή­μα­τος

Μι­κρὸ σκα­ρί­φη­μα-ὁ­δοι­πο­ρι­κό


01-HttaΤΑΝ ΠΑΝΩ στὴν ἐμ­φά­νι­ση τῆς κρίσης, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι κοι­τοῦ­σαν νὰ πε­ρι­κό­ψουν τὶς δα­πά­νες τους καὶ νὰ μὴν κά­νουν νέ­α ἀ­νοίγ­μα­τα· τό­τε ἀ­κρι­βῶς, ποὺ ἀ­πο­φα­σί­σα­με μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη νὰ φτιά­ξου­με ἕ­να και­νούρ­γιο σπί­τι.

       Ἡ κοι­νή μας ἀ­γά­πη καὶ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὴν λο­γο­τε­χνί­α, μᾶς κά­νει νὰ συ­ζη­τᾶ­με μὲ τὶς ὧ­ρες γιὰ κεί­με­να δι­κά μας καὶ ἄλ­λων, γιὰ μορ­φὲς καὶ ρεύ­μα­τα, γιὰ τά­σεις καὶ στά­σεις προ­σώ­πων καὶ ἐν­τύ­πων, συ­χνὰ μὲ τέ­τοι­ο πά­θος ποὺ ἡ Ρω­ξά­νη, ἡ σο­φή μας γά­τα, μπαί­νει στὴ μέ­ση καὶ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­νή­συ­χη προ­σπα­θών­τας νὰ μᾶς μοι­ρά­σει τὰ δί­κια. Ἡ ἀ­γά­πη ὅ­μως γιὰ τὴ μι­κρὴ φόρ­μα ἦ­ταν κοι­νὴ κι εὔ­κο­λα συμ­φω­νή­σα­με στὰ σχέ­δια τοῦ νέ­ου σπι­τιοῦ της. Κά­πως ἔ­τσι, τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2009 στὸ πο­λυ­μορ­φι­κὸ γρα­φεῖ­ο-ἐρ­γα­στή­ριο-ἐν­δι­αί­τη­μα τῆς Νέ­ας Σμύρ­νης καὶ ὥ­ρα ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ γεν­νή­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α γιὰ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι.

       Τὸν ἴ­διο πε­ρί­που και­ρό, τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2009 με­τὰ καὶ ἀ­πὸ σχε­τι­κὲς συ­ζη­τή­σεις ποὺ κά­να­με μὲ τὸν συ­νερ­γά­τη καὶ φί­λο, συγ­γρα­φέ­α καὶ με­τα­φρα­στή, Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη, ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ ἑ­τοι­μά­σουμε στὸ Πλα­νό­διον δύ­ο ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος· ἕ­να ἀγ­γλό­φω­νου κι ἕ­να ἑλ­λη­νι­κοῦ. Στὸ ὀ­πι­σθό­φυλ­λο τοῦ τεύ­χους 47 δη­μο­σι­εύ­θη­κε σχε­τι­κὴ πρό­σκλη­ση συμ­με­το­χῆς ποὺ ζη­τοῦ­σε μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα μὲ πλο­κὴ ἕ­ως 750 λέ­ξεις. Οἱ πρῶ­τοι κα­νό­νες/ὅ­ροι/ὅ­ρια εἶ­χαν μπεῖ. Οἱ τρεῖς τό­μοι ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν ἀ­πὸ τὸ ἔν­τυ­πο Πλα­νό­διον μὲ τὴν συ­νε­πι­μέ­λεια καὶ τῶν τρι­ῶν, ἄρ­δευ­αν καὶ ταυ­το­χρό­νως προί­κι­ζαν μὲ ὕ­λη, τὸ ἱ­πτά­με­νο ψη­φια­κὸ ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι», ποὺ ἐν τῷ με­τα­ξὺ —προ­λαβαί­νο­ντας τὸ τεῦ­χος τοῦ Ἰ­ου­νί­ου, μὲ τὸ ὁ­ποῖο θὰ ξε­κι­νοῦ­σε ἡ Ἀν­θο­λο­γία— πῆ­ρε μορ­φὴ καὶ ὑ­πό­στα­ση στὸν ἱ­στο­χῶ­ρο τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010, δι­α­τη­ρών­τας ὡ­στό­σο ὅ­λα τα τυ­πο­γρα­φι­κὰ με­ρά­κια ποὺ ὑ­πῆρ­χαν καὶ στὸ ἔν­τυ­πο Πλα­νό­διον μέ­χρι κε­ραί­ας ἢ γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια μέ­χρι βα­ρεί­ας.

       Τὸ τα­ξί­δι εἶ­χε ἀρ­χί­σει.


Προ­σω­πι­κά, μὲ τὴν μι­κρὴ φόρ­μα ἔ­χω κα­η­μὸ καὶ πάν­τα μὲ ἐ­νέ­πνε­ε καὶ μὲ κα­θο­δη­γοῦ­σε ἡ ἄ­πο­ψη τοῦ Μπόρ­χες ὅ­τι δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ γρά­φου­με μυ­θι­στο­ρή­μα­τα/πο­τα­μοὺς τὴν στιγ­μὴ ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με τὰ ἴ­δια στὶς λί­γες σε­λί­δες ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος. Θε­ω­ρῶ πὼς εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς πε­ρι­πλο­κό­τη­τες μὲ λί­γες λέ­ξεις καὶ βρί­σκω ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα τὴν δυ­να­τό­τη­τα τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἐμ­πλο­κῆς τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ποὺ συμ­βαί­νει μό­νο ὅ­ταν ἀ­φή­νε­ται χῶ­ρος καὶ σ΄ αὐ­τόν, δη­λα­δὴ ὅ­ταν δὲν εἶ­ναι ὅ­λα εἰ­πω­μέ­να καὶ λυ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α.

       Τέσ­σε­ρα χρό­νια τώ­ρα δι­α­βά­ζου­με καὶ ξε­χω­ρί­ζου­με κεί­με­να: καὶ ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­ά­ριθ­μα ποὺ μᾶς στέλ­νουν, καὶ ἀ­πο­θη­σαυ­ρί­ζον­τας ἀ­πὸ πα­λαι­ό­τε­ρες συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, καὶ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ —ἔ­στω δειγ­μα­το­λη­πτι­κῶς— ἐ­πι­λέ­γο­ντας ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα καὶ τὸν με­σαί­ω­να, φτά­νο­ντας μέ­χρι τοὺς νε­ώ­τε­ρους χρό­νους καὶ τοὺς δύο τε­λευ­ταί­ους αἰῶ­νες, 19ο καὶ 20ο. Ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ποὺ νι­ώ­θω μὲ κά­θε ἐ­πι­λο­γὴ καὶ ἀ­νάρ­τη­ση εἶ­ναι με­γά­λη, γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς λό­γους κά­θε φο­ρά. Ἄλ­λο­τε για­τί συ­στή­νου­με στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νὸ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἕ­ναν ξέ­νο συγ­γρα­φέ­α ἐ­λά­χι­στα γνω­στὸ στὴν Ἑλ­λά­δα, συχνὰ μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­φι­έ­ρω­μα κα­μω­μέ­νο μὲ τὴν πο­λύ­τι­μη συ­νερ­γα­σί­α τῶν φί­λων/με­τα­φρα­στῶν μας πάν­τα ἀ­π’ εὐ­θεί­ας ἀ­πὸ τὴν γλώσ­σα τοῦ πρω­τό­τυ­που, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα αὐ­τὸ ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται τοῦ­τον τὸν και­ρὸ μὲ φι­λο­λο­γι­κὴ ἐμ­βρί­θεια ἀ­πὸ τὸν φί­λο καὶ συ­νερ­γά­τη Συ­με­ὼν Σταμ­που­λοῦ γιὰ τὸν βι­εν­νέ­ζο μι­νια­του­ρί­στα Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ, ἄλ­λο­τε πά­λι, για­τί ἀ­να­κα­λύ­πτου­με στὸ δί­κτυ­ο πὼς ὑ­πάρ­χουν ἤ­δη δρα­μα­το­ποι­η­μέ­να ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα φιλ­μά­κια γιὰ τὰ ἀ­ναρ­τη­μέ­να μας δι­η­γή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­ξι­ο­ποι­οῦ­με κι ἐ­μεῖς ἐμ­πλου­τί­ζον­τας καὶ μὲ αὐτὰ τὴν ὕ­λη μας…

       Ἔ­πει­τα, ὑ­πάρ­χει ἐ­κεί­νη ἡ ξε­χω­ρι­στὴ χα­ρὰ ὅ­ταν ξα­να­να­κα­λύ­πτεις ξε­χα­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς, λη­σμο­νη­μέ­να κεί­με­να ποὺ ὅ­μως δι­α­τη­ροῦν τὰ ἀ­ρώ­μα­τά τους ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα, κι ἀ­ξί­ζουν τὴν προ­σο­χή μας, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὰ πε­ζὰ τῆς κων­σταν­τι­νου­πο­λί­τισ­σας Ἀ­λε­ξάν­δρας Πα­πα­δο­πού­λου ἢ τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Γκρά­βα­λη, κ.ἄ. Ἐ­πί­σης, ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι μὲ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι κα­θὼς καὶ μὲ τὴν τω­ρι­νὴ ἔν­τυ­πη Ἀν­θο­λο­γία συμ­με­τέ­χου­με στὴν ἐ­ξά­πλω­ση τῆς νέ­ας αὐ­τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας καὶ στὴν δι­α­μόρ­φω­ση τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς της.

       Τώ­ρα, ὅ­σον μὲ ἀ­φο­ρᾶ προ­σω­πι­κά, ἔ­χουν ὑ­πάρ­ξει καὶ πε­ρι­πτώ­σεις πιὸ δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἐμ­πλο­κῆς μου, ὅ­πως συ­νέ­βη μὲ τὴ γνω­στὴ φρά­ση, τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ να­νο­δι­ή­γη­μα, ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ: «Πρὸς πώ­λη­ση: παι­δι­κὰ πα­πού­τσια, ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρε­τα.»

       Στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α μὲ δαι­μό­νι­ζε πάν­τα τὸ σχε­δὸν αὐ­το­νο­ή­τως ὑ­πο­νο­ού­με­νο με­λὸ σκη­νι­κό. Στοι­χη­μά­τι­σα, λοι­πόν, μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου γρά­φο­ντας ἕ­να δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο Τὰ Δῶ­ρα —τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ­τε νὰ βρεῖ­τε ἀ­ναρ­τη­μέ­νο στὸ ἱ­στο­λό­γιο— ποὺ ἔ­χει ἴ­διο θέ­μα ἀλ­λὰ καὶ ἀν­τι­στρα­τεύ­ε­ται καὶ ἀν­τι­στρέ­φει ἐν­τε­λῶς τὸ με­λο­δρα­μα­τι­κὸ τό­νο ποὺ ὑ­πο­βάλ­λει τὸ κεί­με­νο τοῦ Χέ­μιν­γου­εϊ.

       Σί­γου­ρα, ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι δῶ­ρα τοῦ τα­ξι­διοῦ. Καὶ μι­λᾶ­με γιὰ με­γά­λο τα­ξί­δι μὲ πλού­σιο φορ­τί­ο, γι’ αὐ­τὸ καὶ τὸ σπί­τι/κι­βω­τὸς ποὺ προ­σπα­θή­σα­με νὰ φτι­ά­ξου­με μὲ τὸν Γιά­ννη εἶ­ναι ὅ­σο γί­νε­ται πιὸ εὐ­ρύ­χω­ρο. Ἔ­χει κεν­τρι­κὸ χῶ­ρο ὑ­πο­δο­χῆς τῆς κά­θε νέ­ας ἀ­νάρ­τη­σης, καὶ πολ­λὲς δι­α­κλα­δώ­σεις. Ἀ­ρι­στε­ρὰ βρί­σκον­ται: συ­νεν­τεύ­ξεις συγ­γρα­φέ­ων, οἱ με­τα­φρα­στὲς τῶν 12 γλωσ­σῶν, βιν­τε­ο­σκο­πη­μέ­νες ἀ­να­γνώ­σεις, θε­μα­τι­κὲς καὶ ὑ­φο­λο­γι­κὲς κα­τη­γορι­ο­ποι­ή­σεις τῆς ὕ­λης, κ.ἄ. Δε­ξιά μας συ­ναν­τᾶ­με τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος, κεί­με­να ἀ­να­φο­ρᾶς σχε­τι­κὰ μὲ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, τὴν με­γά­λη λί­στα τῶν πα­λαι­ῶν καὶ νε­ό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ φι­λο­ξε­νοῦν­ται, καί, στὸ τέ­λος τῆς δε­ξιᾶς στή­λης, τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ἔ­χου­με με­τα­φρά­σει στὰ ἀγ­γλι­κά, ἀ­νοί­γο­ντας μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ ἕ­να μι­κρὸ πα­ρά­θυ­ρο πρὸς τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πε­ζο­γρα­φία γιὰ τὸν ἀγ­γλό­φω­νο ἀ­να­γνώ­στη.

       Γιὰ νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με τὸ μέ­γε­θος τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος μὲ ὅ­ρους τοῦ ἔν­τυ­που κό­σμου, μιὰ ποὺ ἡ δι­κτυα­κὴ εἰ­κό­να συ­νή­θως μᾶς ἐ­ξα­πα­τᾶ, μι­λᾶ­με γιὰ ἕ­να ὑ­λι­κὸ κει­μέ­νων ποὺ θὰ ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε, μέ­χρι σή­με­ρα, μὲ πε­ρί­που 2000 ἐ­κτυ­πω­μέ­νες σε­λί­δες Α4, ἢ μὲ δύ­ο τρο­φαν­τοὺς τό­μους τῶν 1000 σε­λί­δων ἕ­κα­στος, ἢ μὲ ὀ­κτὼ τεύ­χη πε­ρι­ο­δι­κοῦ, ὅ­πως τοῦ Πλα­νό­δι­ου, τῶν 250 σε­λί­δων τὸ κα­θέ­να.

       Μιὰ Ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὸ ὑ­λι­κὸ αὐ­τὸ – στὴν οὐ­σί­α μιὰ Ἀν­θο­λο­γί­α Ἀν­θο­λο­γί­ας, τὴν σκε­φτό­μα­σταν ἀ­πὸ και­ρὸ καὶ μά­λι­στα σὲ ἐ­τή­σια βά­ση, καὶ χαι­ρό­μα­στε ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­τὴ τὴν ἔκ­δο­ση, για­τί εἶ­ναι ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­στρέ­φου­με τὴν δου­λειά μας στὸ κό­σμο ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο προ­ερ­χό­μα­στε, στὸν κό­σμο τοῦ ἔν­τυ­που βι­βλί­ου.

       Συ­νε­χί­ζο­ντας ἔ­τσι νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τὸ τα­ξί­δι.


                                                                                   Νέ­α Σμύρ­νη 05.01.2015


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἑλ­λη­νι­στὶ ὁ γρί­φος (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 520 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.