Νατάσα Κεσμέτη: Σκάφανδρο στὸ παγωνὶ ἢ Ἕνας βα­θὺς ἄνθρωπος


Kesmeti,Natasa-Skafandro-Eikona-01


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη


Σκά­φαν­δρο στὸ πα­γω­νὶ

Ἕ­νας βα­θὺς ἄν­θρω­πος


02-OmikronΤΑΝ ΔΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙ νὰ τὰ σπρώ­ξει πέ­ρα καὶ τὰ θυ­μᾶ­ται κα­τα­λε­πτῶς ὅ­λα ἐ­κεῖ­να, ὁ Φύ­λα­κας βρί­σκει μιὰ γω­νιὰ καὶ κλαί­ει. Εἶ­ναι βέ­βαι­α Κα­λύ­μνιος. Ἐ­κεῖ κυ­ρί­ως δί­νουν τό­σο σπά­νια ὀ­νό­μα­τα σὰν αὐ­τὸ τοῦ Σκευ­ο­φύ­λα­κα.

       Ὅ­ταν ὁ πό­νος κά­πως ξε­θυ­μά­νει κι ὁ θυ­μὸς κα­τα­λα­γιά­σει ἀρ­κε­τά, ὁ Φύ­λα­κας σκέ­φτε­ται τὸ σῶ­μα τῆς ἀ­γά­πης του, τὸν τρό­πο ποὺ χα­μη­λώ­νει τὰ βλέ­φα­ρα, τὸν ἀρ­γὸ βη­μα­τι­σμό της, τοὺς ἀ­να­στε­ναγ­μούς της, ὅ­ταν τὴν ἀγ­κα­λιά­ζει βα­θιὰ καὶ μπο­ρεῖ πιὰ νὰ ἀ­να­πνεύ­σει ἐ­λεύ­θε­ρα ὣς τὴν ἑ­πό­με­νη κρί­ση. Οἱ ἀ­να­στε­ναγ­μοί της τὸν βε­βαι­ώ­νουν πὼς εἶ­ναι ἐ­πι­θυ­μη­τός, κι ἡ ψυ­χή του γε­μί­ζει θαυ­μα­σμὸ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ποὺ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τό­σο ἐ­πι­θυ­μη­τός. Ἐ­νῶ εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς στραμ­μέ­νος σ’ αὐ­τήν, εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να στραμ­μέ­νος στὸ ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ κα­μά­ρι γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του.

       Γιὰ κάμ­πο­σα χρό­νια, καὶ μά­λι­στα τὰ πιὸ κρί­σι­μα, τὸν Φύ­λα­κα τὸν δι­ώ­χνα­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια δι­ώ­χνα­νε τοὺς δι­κούς του, χω­ρὶς νὰ κά­νουν ἐ­ξαί­ρε­ση γι’ αὐ­τόν. Ὅ­λοι στὴν οἰ­κο­γέ­νειά του ἦ­σαν κου­ρα­στι­κοὶ καὶ ἀ­νε­πι­θύ­μη­τοι ἄν­θρω­ποι. Ὁ Φύ­λα­κας ἔ­κα­νε ὅ,τι περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι του νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ συγ­γε­νεῖς καὶ ξέ­νους ἔ­τσι ποὺ νὰ κα­τα­φέ­ρει τε­λι­κὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει τὴν κα­τά­στα­ση, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ρί­ξει κα­νέ­να βέ­λο μπρο­στὰ στὰ μά­τια του. Αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­ταν ἤ ἔ­νι­ω­θε γρα­φό­ταν ἀ­μέ­σως στὸ πρό­σωπό του, κι ὅ­σο ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ μιὰν ἀ­νε­ξή­γη­τη ἔκ­φρα­ση συμ­πά­θειας νὰ φα­νε­ρω­νό­ταν, ὁ κα­θέ­νας εὔ­κο­λα μά­θαι­νε τί πραγ­μα­τι­κὰ πί­στευ­ε. Ὅ­ποι­ες προ­σπά­θει­ες καὶ νὰ ἔ­κα­νε, δὲν κα­τά­φερ­νε πα­ρὰ νὰ γί­νει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­νε­πι­θύ­μη­τος. Ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θὰ τὸν δι­ώ­χνα­νε.

       Σὰν ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο σπρώ­χτη­κε νὰ ρί­χνει γρή­γο­ρες, κο­φτὲς μα­τι­ές, νὰ μὴν ἑ­στιά­ζει που­θε­νὰ γιὰ πο­λὺ τὸ βλέμ­μα του, νὰ λει­τουρ­γεῖ μὲ δυ­ὸ λό­για τὴν ὅ­ρα­ση σὰν ὄ­σφρη­ση κι ἔ­τσι νὰ μυ­ρί­ζει ἀ­κα­τά­παυ­τα ἀ­νοι­γο­κλεί­νον­τας τὰ βλέ­φα­ρα ἤ με­τα­κι­νών­τας τοὺς βολ­βοὺς τῶν μα­τι­ῶν ὅ­πως ρου­θού­νια κά­ποι­ου νυ­χτό­βιου θη­ρευ­τῆ. Ὁ ἴ­διος νι­ώ­θει ἐ­λά­χι­στα προ­στα­τευ­μέ­νος πί­σω ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­σχέ­διο σκά­φαν­δρο τῶν βι­α­στι­κῶν βλεμ­μά­των. Στὴ λα­χα­νι­α­σμέ­νη καρ­διά του πα­ρα­μέ­νει ρι­ζω­μέ­νη ἡ βε­βαι­ό­τη­τα πὼς πο­τὲ δὲν θὰ γί­νει ὅ,τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­ξαρ­χῆς λα­χτα­ροῦ­σε.

       Ἡ κρί­ση ἔρ­χε­ται καὶ τὸν βρί­σκει τὶς πιὸ ἀ­να­πάν­τε­χες ὧ­ρες, ἂν καὶ κά­ποι­α ἀ­να­κα­τω­σού­ρα στὸ στο­μά­χι ἤ μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη τα­ρα­χὴ στὸ στέρ­νο προ­ει­δο­ποι­εῖ γιὰ τὸν ἐρ­χο­μό της. Πρέ­πει ὁ­πωσ­δή­πο­τε κά­που νὰ χω­θεῖ καὶ νὰ κλά­ψει, νὰ σφί­ξει τὶς γρο­θι­ές του, ὥ­σπου τὰ νύ­χια νὰ χω­θοῦν στὶς φοῦ­χτες του, ἐ­νῶ οἱ λυγ­μοὶ τῆς λύσ­σας καὶ τοῦ πό­νου ὀγ­κώ­νον­ται στὸ στῆ­θος του τό­σο ποὺ φο­βᾶ­ται πὼς κά­πως ἔ­τσι θὰ ἔρ­θει τὸ τέ­λος του. Συ­νή­θως ὅ­μως ἡ­συ­χά­ζει καὶ τό­τε ἀ­μέ­σως γο­να­τί­ζει μπρο­στὰ στὴν εἰ­κό­να τῆς ἀ­γά­πης του, ὅ­πως ἄλ­λοι θὰ ἔ­κα­ναν μπρο­στὰ σὲ μιὰ ἱ­ε­ρὴ εἰ­κό­να.

       Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ποὺ τοὺς δι­ώ­χνα­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ, ἀ­φοῦ μὲ ὁ­λο­φά­νε­ρη δυ­σφο­ρί­α τοὺς εἶ­χαν ἀ­νε­χτεῖ γιὰ λί­γο, κά­ποι­οι συγ­γε­νεῖς πρὶν τοὺς ξε­φορ­τω­θοῦν ἄ­φη­σαν τὸν Φύ­λα­κα νὰ ρί­ξει μα­τι­ὲς στὴ βι­βλι­ο­θή­κη τους. Ἐ­κεῖ εἶ­χε ἀ­να­κα­λύ­ψει πα­ρα­χω­μέ­νη τὴν Ἀ­φρό­δι­τη. Ἂν καὶ τὸ τέ­λος της τοῦ εἶ­χε προ­ξε­νή­σει τρό­μο, γιὰ λό­γους ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξη­γή­σει ἔ­γι­νε τὸ κα­τα­φύ­γιό του. Αὐ­τὴ δὲν θὰ τὸν ἔ­δι­ω­χνε πο­τὲ φαν­τα­ζό­ταν – μᾶλ­λον πί­στευ­ε. Δὲν τὴν εἶ­χε πλά­σει ὁ­λό­τε­λα γυ­μνὴ οὔ­τε ἀ­νά­με­σα σὲ πέ­πλα. Ἡ δι­κή του φοροῦ­σε βε­λού­δι­νο φό­ρε­μα σὲ χρῶ­μα πα­γω­νὶ καὶ ὅ­ταν τοῦ ἄ­νοι­γε τὴν ἀγ­κα­λιά της τοῦ πα­ρά­δι­νε ταυ­τό­χρο­να τὸ κλει­δὶ γιὰ τὸ βα­σί­λει­ο τῶν πα­γω­νι­ῶν.

       Με­γα­λώ­νον­τας ὡ­στό­σο δὲν τὰ πῆ­γε ἄ­σκη­μα μὲ τὴν ζω­ή του. Κι ὅ­ταν γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­γά­πη του, αἰ­σθάν­θη­κε ν’ ἀ­να­κου­φί­ζε­ται γιὰ ὅ­λους τους πα­λιοὺς πό­νους. Τῆς ἔ­κρυ­ψε τὶς κρί­σεις ποὺ κά­πως ἔ­χουν ἀ­ραι­ώ­σει. Ἀ­πὸ μέ­σα του τὴν ἀ­πο­κα­λεῖ Ἀ­φρο­δί­τη. Θὰ ἦ­ταν σχε­δὸν εὐ­τυ­χὴς ἀλ­λὰ μιὰ ἀ­γω­νί­α τὸν τρώ­ει:

       Ἂν αὐ­τό, ποὺ δὲν τολ­μᾶ κὰν νὰ ὀ­νο­μά­σει ἔ­ρω­τά της, κά­πο­τε τε­λει­ώ­σει;

       Ὅ­σο οἱ ἀ­να­στε­ναγ­μοί της τὸν φα­νε­ρώ­νουν θαυ­μά­σιο στὰ μά­τια του, μπο­ρεῖ νὰ ἐ­λέγ­χει τὸν πα­νι­κό – ἂν ὄ­χι καὶ τὶς κρί­σεις του.

       Ἕ­να μό­νο τῆς ἀ­πα­γό­ρευ­σε ἀ­πό­λυ­τα: νὰ μὴ φο­ρέ­σει πο­τὲ βε­λοῦ­δο καὶ κα­νέ­να χρῶ­μα ποὺ νὰ θυ­μί­ζει ἔ­στω καὶ ἀ­μυ­δρὰ τὸ πα­γω­νί. «Ἐ­σὺ εἶ­σαι κα­μω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ πιὸ ἀ­κρι­βὸ βε­λοῦ­δο!» ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει κι ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­χει ρω­τή­σει για­τί αὐ­τὴ ἡ πα­ρα­ξε­νιά. Ἔ­τσι κι ἄλ­λι­ως δὲν τὸν ἔ­χει γιὰ «ἐ­πι­φα­νεια­κὸ ἄν­θρω­πο», τὸ ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­το. Ἔ­πει­τα τὸ βε­λοῦ­δο δὲν κυ­ρια­ρχεῖ στὶς βι­τρί­νες ἀ­πὸ χρό­νια.

       Ὁ Φύ­λα­κας ἐ­ρευ­νών­τας κα­χύ­πο­πτα μέ­σα ἀ­π’ τὸ σκά­φαν­δρό του γιὰ ση­μά­δια, πα­ρα­κα­λεῖ νὰ μὴν ἔρ­θει πο­τὲ στὴ μό­δα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-20012.



		

	

Άλέξανδρος Στεφανίδης: The letters


imagesOYEZECV4-


­λέ­ξαν­δρος Στε­φα­νί­δης


The letters

 

October 25 1970.

 

06-Delta-Chronica_Polonorum_Dear Alexander,

I have received your picture and I am glad to have a fine looking boy like you. I am a teacher of the second grade in Warwick, New York…

 

 

Ἀ­πρί­λιος 16 1971

 

Dear Alexander,

Χά­ρη­κα ποὺ ἔ­λα­βες τὸ γράμ­μα μου. Δὲν ἔ­χω φω­το­γρα­φί­α τοῦ Ἐμ­πά­ι­αρ Στέ­ητ Μπίλ­ντινγκ, τοῦ ψη­λό­τε­ρου κτι­ρί­ου τοῦ κό­σμου, ἀλ­λά σοῦ στέλ­νω τὸ Ἄ­γαλ­μα τῆς Ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Ἂν πο­τὲ ἐ­πι­σκε­φτεῖς τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, θὰ τὸ συ­ναν­τή­σεις κα­θὼς θὰ ἔρ­χε­σαι. Εἶ­ναι πο­λὺ με­γά­λο, στὸ κε­φά­λι του μπο­ροῦν νὰ στα­θοῦν σα­ράν­τα ἄν­θρω­ποι… Θὰ ἤ­θε­λα πο­λὺ νὰ ἐ­πι­σκε­φτῶ κά­πο­τε τὴν Ἑλ­λά­δα…

 

 

8 Αὐ­γού­στου 1973

 

Dear Alexander,

Πραγ­μα­τι­κὰ χά­ρη­κα τὸ γράμ­μα σου. Περ­νᾶς ξε­κού­ρα­στες δι­α­κο­πὲς στὴ θά­λασ­σα; Τὶς τε­λευ­ταῖ­ες βδο­μά­δες τα­ξί­δε­ψα στὸ δυ­τι­κὸ τμῆ­μα τῶν ΗΙΙΑ καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να στὴν Ἀ­ρι­ζό­να, στὴν Κα­λι­φόρ­νια καὶ στὸ Γκρὰντ Κά­νυ­ον ποὺ τὸ δι­α­σχί­ζει ὁ πο­τα­μὸς Κο­λο­ράν­το…

 

Yours truly

Your mother

Grace Klees

 

Ἔ­τσι ἤ κά­πως ἔ­τσι ἄρ­χι­σε καὶ συ­νε­χί­στη­κε ἡ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α τους γιὰ ἑ­πτὰ χρό­νια. Ἐ­κεί­νη μιὰ φι­λάν­θρω­πος κυ­ρί­α ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κή, πί­στευ­ε πὼς ἀλ­λη­λο­γρα­φοῦ­σε μ’ ἕ­να παι­δὶ ἀ­πὸ κά­ποι­ο ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο στὴν Ἑλ­λά­δα κι ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο ἀ­παν­τοῦ­σε μὲ τὴ δι­κή του θέ­λη­ση καὶ σκέ­ψη. Οἱ ἀ­παν­τή­σεις ὅ­μως δὲν ἦ­ταν δι­κές του. Ἦ­ταν κοι­νὲς ὅ­λων των παι­δι­ῶν τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος σὲ κά­θε ἕ­ναν ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς φι­λάν­θρω­πους, ποὺ κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο εἶ­χαν υἱ­ο­θε­τή­σει, ἀ­πὸ μα­κριὰ ἕ­να παι­δὶ τοῦ Ὀρ­φα­νο­τρο­φεί­ου, γιὰ νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν μα­ζί του.

Στὴν ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ με­λέ­τη, πέρ­να­γε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος καὶ μοί­ρα­ζε στοὺς παι­δο­νό­μους τὴν ἀ­πάν­τη­ση. Αὐ­τὸ τὸ ἀ­παν­τη­τι­κὸ γράμ­μα γρα­φό­ταν στὸν πί­να­κα κι ὅ­λα τα παι­διὰ ἀν­τι­γρά­φα­νε τὴν ἴ­δια ἀ­πάν­τη­ση. Ἔ­πει­τα, ἡ γραμ­μα­τέ­ας με­τέ­φρα­ζε τὸ γράμ­μα στ’ ἀγ­γλι­κά, τὸ κό­πια­ρε στὴ γρα­φο­μη­χα­νή, ἔ­γρα­φε ξε­χω­ρι­στὰ τ’ ὄ­νο­μα τοῦ κά­θε παι­διοῦ στὸ φά­κε­λο κι ἔ­τσι ἦ­ταν ἕ­τοι­μο ν’ ἀ­πο­στα­λεῖ στοὺς πα­ρα­λῆ­πτες, στὶς δι­ά­φο­ρες πο­λι­τεῖ­ες τῶν ΗΠΑ.

Τὰ γράμ­μα­τα ποὺ ἔ­παιρ­νε, ἀ­φοῦ εἶ­χαν με­τα­φρα­στεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­εύ­θυν­ση, τὰ δι­ά­βα­ζε μὲ προ­σο­χὴ πολ­λὲς φο­ρές, Γιὰ μέ­ρες ἦ­ταν τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του ἀ­νά­γνω­σμα. Τὰ βρά­δια κου­κου­λω­νό­ταν μὲ τὴν κου­βέρ­τα καί, φω­τί­ζον­τάς τα μὲ τὸ φα­κό, τὰ ξα­να­δι­ά­βα­ζε κοι­τών­τας ἐ­πί­μο­να τὶς κάρ­τες μὲ τὰ το­πί­α: Νέ­α Ὑ­όρ­κη, Γκρὰντ Κά­νυ­ον, ἡ γέ­φυ­ρά τοῦ Σὰν Φραν­τσί­σκο, τὸ Ἄ­γαλ­μα τῆς Ἐ­λευ­θε­ρί­ας καὶ ἄλ­λα. Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς φω­το­γρα­φί­ες, τα­ξί­δευ­ε νο­ε­ρὰ μέ­χρι νὰ τὸν πά­ρει ὁ ὕ­πνος.

Κά­ποι­ες φο­ρὲς τὰ γράμ­μα­τα εἶ­χαν καὶ με­ρι­κὰ δο­λά­ρια. Τὰ χρή­μα­τα τὰ δι­α­χει­ρι­ζό­ταν ὁ δι­ευ­θυν­τὴς στ’ ὄ­νο­μα τοῦ «τυ­χε­ροῦ» παι­διοῦ. Τὰ ἀ­ξι­ο­ποι­οῦ­σε μὲ συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο. Δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἔ­τσι μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη «τρά­πε­ζα» γιὰ τὰ παι­διὰ τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος. Σ’ αὐ­τὴν δὲν ὑ­πῆρ­χαν χρή­μα­τα νὰ ἐ­κτα­μι­εύ­σουν. Ὑ­πῆρ­χαν μό­νο γλυ­κί­σμα­τα. Μὲ τὰ χρή­μα­τα ἡ δι­εύ­θυν­ση ἀ­γό­ρα­ζε σο­κο­λά­τες, κα­ρα­μέ­λες, μπι­σκό­τα, γκο­φρέ­τες, ἰ­δί­ως ὅ­σες εἶ­χαν μέ­σα συλ­λε­κτι­κὰ χαρ­τά­κια κι ἦ­ταν οἱ ἀ­γα­πη­μέ­νες τῶν παι­δι­ῶν. Κά­θε δυ­ὸ μῆ­νες πε­ρί­που, ὅ­σοι εἶ­χαν λε­φτὰ στὴν «τρά­πε­ζα» περ­νοῦ­σαν κά­ποι­ο συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­πό­γευ­μα ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ, ὅ­που, πά­νω σ’ ἕ­να με­γά­λο τρα­πέ­ζι, ὑ­πῆρ­χαν στοι­βαγ­μέ­να σὲ ὀρ­γα­νω­μέ­νες ντά­νες γλυ­κί­σμα­τα δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀ­ξί­ας. Πέρ­να­γε, λοι­πόν, ὁ «δι­και­οῦ­χος», δι­ά­λε­γε ὅ,τι ἤ­θε­λε ἀ­πὸ τὰ γλυ­κί­σμα­τα καὶ στὸ τέ­λος ἀ­φαι­ροῦ­σαν τὸ κό­στος ἀ­πὸ τὸ λο­γα­ρια­σμό του. Ἂν ἀ­πὸ κα­κὸ ὑ­πο­λο­γι­σμὸ δι­ά­λε­γε με­γα­λύ­τε­ρης ἀ­ξί­ας γλυ­κί­σμα­τα, ἔ­πρε­πε ν΄ ἀ­φαι­ρέ­σει τό­σα ὅ­σα ν’ ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται σὲ ὅ­σα χρή­μα­τα εἶ­χε στὸ λο­γα­ρια­σμό. Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο, πε­ρί­με­ναν ὅ­λοι, ἐ­κεῖ­νοι, οἱ «ἄ­τυ­χοι», ὅ­σοι δὲν εἶ­χαν « κε­φά­λαι­ο » καὶ πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζαν τὸν ἐ­ξερ­χό­με­νο, ποὺ κρα­τοῦ­σε μὲ πε­ρη­φά­νια τὴ σα­κού­λα μὲ τὰ «πράγ­μα­τα», ὅ­πως τὰ ὀ­νό­μα­ζαν, γιὰ νὰ τὸν πεί­σουν νὰ δώ­σει κά­τι καὶ σ’ ἐ­κεί­νους.

— Θὰ μοῦ δώ­σεις, φί­λε, θὰ μοῦ δώ­σεις; Ἔ­λα, ρέ…

Στὴν ἀρ­χὴ τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα τὸν εἶ­χαν μπερ­δέ­ψει μὲ τὴν ὑ­πο­γρα­φὴ τοῦ τέ­λους: Sincerely, Your Mother, Grace Klees.

Ἡ μη­τέ­ρα σου… Grace Klees!

Ὅ­μως ἡ μά­να του, τὸ ἤ­ξε­ρε, ἔ­κα­νε ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς δου­λει­ὲς στὸ μη­χα­νουρ­γεῖ­ο τοῦ θεί­ου του. Πό­τε ἔ­γι­νε δα­σκά­λα; Πό­τε πῆ­γε στὴν Ἀ­με­ρι­κή; Ἄλ­λα­ξε τ’ ὄ­νο­μά της;

Στὸ κυ­ρι­α­κά­τι­κο ἐ­πι­σκε­πτή­ριο τὴν κοι­τοῦ­σε δι­α­φο­ρε­τι­κά. Μᾶλ­λον σὰν νὰ τὴ θαύ­μα­ζε. Ἐ­κεί­νη τὸ πρό­σε­ξε καὶ τοῦ εἶ­πε:

— Μὰ τί ἔ­χεις;

Πῆ­γε κον­τά της.

— Μα­μά, εἶ­σαι δα­σκά­λα ;

Δὲν ἄ­κου­σε τί τῆς εἶ­πε καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ τὸν ρω­τά­ει ἂν εἶ­ναι κα­λά.1

— Εἶ­σαι, δα­σκά­λα; ξα­νά­πε πιὸ δυ­να­τά.

Ἔκ­πλη­κτη, κοί­τα­ξε τὴν παι­δο­νό­μο, λί­γο πιὸ κεῖ.

Ὅ­ταν συ­νάν­τη­σε τὸ βλέμ­μα της, ρώ­τη­σε:

— Μὰ τί λέ­ει;

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

 Πη­γή: Τὸ χά­δι (ἔκδ. Ἄ­γρα, 2013).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Στε­φα­νί­δης: (Πει­ραι­ᾶς, 1962). Σπού­δα­σε Ἀν­θρω­πι­στι­κὲς Σπου­­δὲς στὸ Ἀ­νοι­χτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, στὸ τμῆ­μα Σπου­δὲς στὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ Πο­λι­τι­σμό.


Θέμης Λιβεριάδης: Τὸ ξημέρωμα


Liberiadis,Themis-ToKsimeroma-Eikona-01c


Θέ­μης Λι­βε­ριά­δης


Τὸ ξη­μέ­ρω­μα


02-MiΟΥ ΤΟ ’ΛΕΓΑΝ καὶ δὲν τὸ πί­στευ­α, ὥ­σπου τὸ εἶ­δα μὲ τὰ μά­τια μου.

Λί­γο πρὶν ξη­με­ρώ­σει, ἐ­νῶ ἀ­κό­μα εἶ­ναι βα­θὺ σκο­τά­δι, στρί­βουν πρῶ­τα ἀ­πὸ τὴν ­πά­νω πό­λη στὴν ὁ­δὸ τοῦ Κάσ­σαν­δρου. Πιά­νουν σχε­δὸν ὅ­λο τὸ πλά­τος τοῦ δρό­μου. Συ­νή­θως τὰ συ­νο­δεύ­ει κι ἕ­να με­γά­λο σκυ­λί.

       Ὅ­ταν τὰ πρω­το­βλέ­πεις νὰ πλημ­μυ­ρί­ζουν τὸ κα­τά­στρω­μα τοῦ δρό­μου καὶ τὰ πε­ζο­δρό­μια δὲν πι­στεύ­εις τὰ μά­τια σου: τό­σα ζων­τα­νὰ μὲς στὴν καρ­διὰ τῆς νε­κρῆς πό­λης. Ἕ­να ἄ­σπρο πο­τά­μι ποὺ προ­χω­ρά­ει κα­τα­πά­νω σου.

       Ἤ­τα­νε πρώ­τη φο­ρὰ καὶ ­ξαφ­νι­α­σμέ­νος κυ­κλώ­θη­κα. Περ­νοῦ­σαν πλά­ι μου μὲ τὴ ζέ­στα τους καὶ τὴ βα­ριὰ τὴν μυ­ρω­διά τους. Ὅ­ταν βρέ­θη­κα στὴν μέ­ση δι­έ­κρι­να ἀ­π’ ἔ­ξω τὸ σκυ­λί. Μὲ εἶ­χε πιὰ κα­τα­λά­βει γιὰ κα­λά. Μύ­ρι­ζε μα­νι­α­σμέ­νο τὸ φό­βο μου καὶ προ­σπα­θοῦ­σε, κα­θὼς ση­κώ­νον­ταν στὰ πί­σω πό­δια, νὰ μὲ δι­α­κρί­νει μὲς στὸ κο­πά­δι.

       Πα­ρα­κα­λοῦ­σα νὰ μὴν τέ­λει­ω­νε ἐ­κεῖ­νο τὸ προ­χώ­ρη­μα. Ἡ βρώ­μα τους ἤ­τα­νε πιὰ δι­κή μου βρώ­μα. Μὲ προ­στά­τευ­ε καὶ τὴν ἤ­θε­λα. Καὶ ἡ προ­βιά τους τό­σο ζε­στὴ μὲς στὸ κρύ­ο ξη­μέ­ρω­μα.


Τὸ ἤ­ξε­ρα πὼς κά­πο­τε θὰ γί­νον­ταν κι αὐ­τό. Τώ­ρα τὸ μαῦ­ρο τὸ σκυ­λὶ μὲ πε­ρι­μέ­νει νὰ βγῶ ἀ­π’ τὸ σω­ρό. Ἔ­χει σου­βλε­ρὰ δόν­τια καὶ δυ­να­τὰ πό­δια. Θὰ ’­μαι πο­λὺ τυ­χε­ρὸς ἂν δὲν μὲ ξε­σχί­σει ὁ­λό­τε­λα. Ξέ­ρω πὼς δὲ θὰ τὸ πα­λέ­ψω. Ἔ­χει τὸ δί­κιο – ὅ­λο δι­κό του.

       Ὅ­σα μέ­νουν πιὰ ἀ­πὸ ’δῶ καὶ ’μ­πρὸς εἶ­ναι μιὰ ­ξευ­τε­λι­στι­κή δι­α­δι­κα­σί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βιβλίο πεζογραφίας Ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὴν ­φι­γέ­νεια (ἐκδ. Ἑρμῆς, 1980).

Θέ­μης Λι­βε­ριά­δης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1940). Σπού­δα­σε νο­μι­κὰ καὶ βι­ο­μη­χα­νι­κὴ κο­στο­λό­γη­ση. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς καὶ πα­ρα­γω­γὸς λο­γο­τε­χνι­κῶν ἐκ­δη­λώ­σε­ων στὴ «Θεσ­σα­λο­νί­κη, Πο­λι­τι­στι­κὴ Πρω­τεύ­ου­σα Εὐ­ρώ­πης 1997». Συ­νερ­γά­της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Στὴν λο­γο­τε­χνί­α πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1962 μὲ ποί­η­σή του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Παν­σπου­δα­στι­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Ἀ­σκή­σεις ἑ­τοι­μό­τη­τας (ποί­η­ση, ἔκδ. Ἑ­ξάν­τας, 1995), Προ­χω­ρών­τας στὸ δι­ά­δρο­μο (Ἁρ­μός, 2002), Ἡ Ἐ­λευ­θε­ρί­α πλα­γιά­ζει σὲ μαῦ­ρο γρα­φεῖ­ο (ποί­η­ση, Ἁρ­μός, 2009) κ.ἄ.



		

	

Ὄλγα Παπακώστα: On Reading

Papakosta,Olga-OnReading-Eikona-01

Ὄλ­γα Πα­πα­κώ­στα


On Reading


02-SigmaΤΟ ΣΕΙΣΜΟ τοῦ ’78 κρὰκ κρὰκ βγῆ­καν ὅ­λα τὰ ρά­φια ἀ­π’ τοὺς τοί­χους χί­λιοι δι­α­κό­σιοι τό­μοι (ἢ ὀ­κτα­κό­σιοι πε­νήν­τα τέσ­σε­ρις ἢ ἑ­ξα­κό­σιοι ἐν­νιὰ ἢ τρεῖς χι­λιά­δες ἑ­κα­τὸν δύ­ο) ἐκ­σφεν­δο­νί­στη­καν στὸ πά­τω­μα κά­ποι­οι ἀ­πὸ αὐ­τοὺς μάλιστα ἔ­κα­ναν θρύ­ψα­λα τὸ τζά­μι τῆς μπαλ­κο­νό­πορ­τας τό­τε ὁ μπαμ­πὰς ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει «παι­δί μου, παι­δί μου, κα­τα­στρε­φό­μα­στε» τὰ βι­βλί­α ἦ­ταν ὅ­λη του ἡ ζωή.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ὄ­χι ἀ­κό­μη Κάρ­μεν [Ποι­ή­μα­τα] (ἐκδ. Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2013).

Ὄλ­γα Πα­πα­κώ­στα (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1966). Σπού­δα­σε Κλασ­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Με­τέ­φρα­σε τὶς Του­σκου­λα­νὲς Δι­α­τρι­βὲς τοῦ Κι­κέ­ρω­να (ἔκδ. Ὠ­κε­α­νί­δα, Ἀ­θή­να, 2003-4). Πρῶ­το βι­βίο της: Ὄ­χι ἀ­κό­μη Κάρ­μεν [Ποι­ή­μα­τα] (ἐκδ. Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2013).



		

	

Ἐ.Χ. Γονατᾶς: Τὸ εἴδωλο


Gonatas,E.Ch.-ToEidolo-Eikona-01


Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς


Τὸ εἴ­δω­λο


01-Ypsilon­ΠΑΡ­ΧΕΙ ἕ­να κα­τά­μαυ­ρο με­τα­ξω­τὸ που­λί, μ’ ἕ­να μο­να­δι­κὸ χρυ­σὸ φτε­ρὸ στὴν οὐ­ρά του.

            Ὅ­ταν προ­βάλ­λει ἡ αὐ­γή, κί­τρι­νη, με­τα­νοι­ω­μέ­νη στὰ πε­ρι­βό­λια πί­σω ἀ­π’ τὶς μου­σμου­λι­ὲς ἤ ὅ­ταν ἀρ­χί­ζει τὸ σού­ρου­πο ν’ ἁ­πλώ­νει τὶς γα­λα­ζο­κόκ­κι­νες σκι­ές του στὶς ἄ­πα­τες λαγ­κα­δι­ές, τό­τε τὸ που­λί, ποὺ φω­λιά­ζει στὶς πέ­τρες τῶν ἔ­ρη­μων λι­βα­δι­ῶν, βγαί­νει ἀ­π’ τὴν τρύ­πα του, ξε­χύ­νε­ται στὸ δά­σος μὲ τὰ κου­δού­νια· τὸ χνού­δι του ζα­λί­ζει τὰ λου­λού­δια. Εἶ­ναι τὸ φό­βη­τρο τῶν μυ­η­μέ­νων κυ­νη­γῶν. Στὴ μου­σι­κὴ τῶν φτε­ρῶν του ὑ­πο­χω­ροῦν τὰ βή­μα­τά τους.

            Δὲ φεύ­γει πο­τὲ μπρο­στὰ στὸν κίν­δυ­νο, δὲν ἀ­φή­νει πο­τὲ τὴ θέ­ση του, δὲν κρύ­βε­ται πο­τὲ ἀ­π’ τὰ μά­τια τῶν ἐ­χτρῶν του τα­ξι­δεύ­ον­τας τυ­λιγ­μέ­νο σ’ ἕ­να πρά­σι­νο φύλ­λο, ὅ­πως κά­νουν ὅ­λα τ’ ἄλ­λα που­λιά.

            Με­τρι­οῦν­ται στὰ δά­χτυ­λα οἱ κυ­νη­γοὶ ποὺ μπο­ροῦ­νε νὰ παι­νευ­τοῦν ὅ­τι τὸ εἶ­δαν δυ­ὸ-τρεῖς φο­ρὲς ὁ­λά­κε­ρη τὴ ζω­ή τους. Ἀλ­λὰ οὔ­τε ἕ­νας τα­ρι­χευ­τὴς σπά­νι­ων που­λι­ῶν δὲν καυ­χή­θη­κε ὣς τὰ σή­με­ρα πὼς πλού­τι­σε μ’ αὐ­τὸ τὴ συλ­λο­γή του.

            Ἀλ­λοί­μο­νο σ’ ἐ­κεῖ­νον ποὺ χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει συ­να­παν­τι­έ­ται ὁ­πλι­σμέ­νος, γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ μα­ζί του. Τὸν προ­σκα­λεῖ νὰ πλη­σιά­σει μὲ τὴ σο­βα­ρὴ χά­ρη τοῦ χρω­μα­τι­σμοῦ του, μὲ τὴν ἀ­νεί­πω­τη γλύ­κα τῆς φω­νῆς του, μὲ τὶς ρυθ­μι­κὲς κι­νή­σεις τοῦ χρυ­σοῦ φτε­ροῦ του. Ὁ κυ­νη­γὸς ἀ­νυ­πο­ψί­α­στος φτά­νει κον­τά, ση­μα­δεύ­ον­τας πάν­τα μὲ ὑ­ψω­μέ­νη τὴν κα­ραμ­πί­να κα­τὰ πά­νω του καὶ τὸ δά­χτυ­λο στα­θε­ρὸ στὴ σκαν­τά­λη.

            Τὴ στιγ­μὴ ποὺ εἶ­ναι ἕ­τοι­μος πιὰ νὰ τρα­βή­ξει, βλέ­πει μὲ φρί­κη, στὸ κλα­δί, στὸ βρά­χο ἢ στὴν πε­ζού­λα τοῦ ξε­ρο­πή­γα­δου, τὸ ἴ­διο κα­τά­μαυ­ρο που­λὶ νὰ τὸν κοι­τά­ζει, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μ’ ἕ­να ἀλ­λι­ώ­τι­κο βλέμ­μα.

            Ποῦ τὰ ξέ­ρει αὐ­τὰ τὰ μά­τια; Ποῦ τὰ ‘­χει ξα­να­δεῖ αὐ­τὰ τὰ μαλ­λιὰ; Ποῦ τὰ θυ­μᾶ­ται αὐ­τὰ τὰ πο­λὺ γνώ­ρι­μα χα­ρα­χτη­ρι­στι­κὰ ποὺ εἶ­ναι ἀν­τι­κρύ του;

            Ὄ­χι δὲν κά­νει λά­θος.

            Στὸ μαῦ­ρο κορ­μὶ τοῦ που­λιοῦ, στὴ θέ­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ του, βρί­σκε­ται τώ­ρα κολ­λη­μέ­νο τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ ὁ­μοί­ω­μα τῆς δι­κιᾶς του κε­φα­λῆς. Εἶ­ναι τὸ δι­κό του πρό­σω­πο πού, σὰν μέ­σα ἀ­πὸ ἀ­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νο κιά­λι ποὺ μι­κραί­νει τὰ πρά­μα­τα, ση­μα­δεύ­ει στὸ κλα­δί, στὸ βρά­χο ἢ στὴν πε­ζού­λα τοῦ ξε­ρο­πή­γα­δου.

            Ποι­ὸς θὰ τολ­μή­σει νὰ ρί­ξει τὸ βό­λι πά­νω στὸ εἴ­δω­λό του τὴν ὥ­ρα ποὺ πά­ει νὰ χτυ­πή­σει ἕ­να που­λί;


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἡ κρύ­πτη (δι­η­γή­μα­τα, Κεί­με­να, Ἀ­θή­να, 1979).

Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρες (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.


 

Κώστας Ριτσώνης: Ρήξις

Ritsonis,Kostas-Riksis-Eikona-01

Κώ­στας Ρι­τσώ­νης


Ρή­ξις


O-Omikron-SomataΓΙΑΤΡΟΣ ΤΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ τῆς εἶ­πε ὅ­τι εἶ­χε πά­θει ἀ­τε­λῆ ρή­ξη. Ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἡ δου­λειὰ νὰ γί­νει μέ­χρι τὸ τέ­λος μὲ κά­ποι­ον ἄλ­λο κα­λύ­τε­ρο. Ἐ­πέ­με­νε. Θὰ τῆς ἔ­κα­νε καὶ κα­λὸ στὰ νεῦ­ρα. Δὲ θὰ ἔ­πι­νε συ­νέ­χεια librium. Δὲ θὰ ἔ­χα­νε τὸ φῶς της. Οὔ­τε θά ’­χε τὸ τρε­μού­λια­σμα στὰ χέ­ρια.

       Γι’ αὐ­τὸ πῆ­ρε τὸ ποῦλ­μαν Θεσ­σα­λο­νί­κη-Ἀ­θή­να. Μὲ μιὰ βα­λί­τσα ἦρ­θε νὰ μεί­νει στὴ νο­νά της.

      Συγ­κι­νή­θη­κα μό­λις τὴν εἶ­δα νὰ πε­ρι­μέ­νει κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Κά­νιγ­γος.

      Στὸ σπί­τι μου, καὶ μά­λι­στα στὴν κά­μα­ρά μου, ὑ­πῆρ­χε ἐ­λά­χι­στο φῶς. Ἔ­ρι­ξα τὸ ἄ­σπρο φου­στά­νι της στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ ἑ­τοι­μά­στη­κα μὲ ἀ­θω­ό­τη­τα. Ὅ­πως πα­λιά. Χω­ρὶς πολ­λοὺς κιν­δύ­νους. Προ­η­γου­μέ­νως τῆς ἔ­βγα­λα τὰ πα­πού­τσια μέ­σα στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α καὶ τὴν κου­βά­λη­σα ση­κω­τὴ ὡς τὸ ἁ­πα­λὸ στρω­μα­τέξ.

       Μὰ δὲν κα­τά­λα­βα τί συ­νέ­βαι­νε. Αἰφ­νι­δι­ά­στη­κα.

      Ἦ­ταν σὰν νὰ μοῦ τὸ πρό­τει­νε, καὶ μά­λι­στα στὰ ἴ­σια! Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε καὶ τῆς εἶ­πα: «Σκέ­ψου τὴ ζω­ή σου, Ἄν­να, καὶ τὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α σου. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­να­λά­βω εὐ­θύ­νες. Γιὰ τ’ ­ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ.»

      Τό­τε ἄ­κου­σα μὲ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση κά­τι πού μοῦ ψι­θύ­ρι­σε στ’ αὐ­τὶ καὶ μὲ πί­κρα­νε. Ἀ­τε­λὴς ρῆ­ξις. Δὲν τὸ πε­ρί­με­να πο­τὲ αὐ­τό. Ἔ­τσι λυ­πη­μέ­νος πῆ­ρα φό­ρα χω­ρὶς ν’ ἀ­κού­ω τὰ πα­ρα­κά­λια της καὶ τὰ «συ­χώ­ρε­σέ με».

      Ἀ­πὸ κεί­νη τὴν μέ­ρα ἡ ζω­ή μας στὴν Ἀ­θή­να ἔ­γι­νε ἀ­νυ­πό­φο­ρη. Ὄ­χι μό­νο δὲν τῆς ἔ­φυ­γαν τὰ νεῦ­ρα ἀλ­λὰ ἔ­παιρ­νε πιὸ πο­λὺ librium ἀ­πὸ πρίν. Ἀ­παι­τοῦ­σε νὰ τὴν βγά­ζω κά­θε μέ­ρα βόλ­τα, λὲς καὶ ἤ­μα­σταν ζευ­γά­ρι. Ὅ­μως δὲν τὴν χώ­νευ­α κα­τὰ βά­θος.

       Κά­ποι­ος ἄλ­λος εἶ­χε προ­φτά­σει.

      Πή­γα­με στὸ Κε­φα­λά­ρι καὶ τὴν ἔ­πια­σε νευ­ρι­κὴ κρί­ση. Κι ἐ­γὼ γι­νό­μουν νευ­ρα­σθε­νι­κός.

      Πή­γα­με καὶ στὸ ὑ­παί­θριο σι­νε­μὰ ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ τὴν ἔ­πια­σε κρί­ση ξα­νὰ καὶ κου­νοῦ­σε τὴν μπρο­στι­νὴ κα­ρέ­κλα. Χά­σα­με καὶ τὰ librium φεύ­γον­τας.

      Πρὶν φύ­γει γιὰ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη τὰ ψά­λα­με λι­γά­κι στὴν πλα­τεί­α Κά­νιγ­γος. Τὸ μά­τι τοῦ φι­λέλ­λη­να μᾶς κοί­τα­ζε ἀ­δι­ά­φο­ρα κα­θὼς βρι­ζό­μα­σταν. Ἔ­τρε­με τὸ με­λα­χρι­νὸ κορ­μὶ χω­ρὶς τὸ φάρ­μα­κό του. Ἔ­γι­νε κα­βγάς. Ἡ ρῆ­ξις ἔ­γι­νε τε­λεία.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κώ­στας Ρι­τσώ­νης (Ἀ­θή­να, 1946). Τε­λεί­ω­σε τὴν Πο­λυ­τε­χνι­κὴ Σχο­λὴ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Γρά­φει ἀ­πὸ τὸ 1969. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἀγ­κα­λιά (ἐκδ. Δι­α­γώ­νιος), τε­λευ­ταῖ­ο: Τρα­γού­δια στὰ μα­κά­μια (ἐκδ. Ποι­ή­μα­τα τῶν φί­λων).



		

	

Μάριος Χάκκας: Γκορπισμός


Gkorpas,Thomas(Leptomereia-FotoD.Geros)


Μά­ριος Χάκ­κας


Γκορ­πι­σμός


ΓΚΟΡΠΙΣΜΟΣ κι ἐ­λα­φρὰ νευ­ρα­σθέ­νεια. Σκουν­του­φλῶ στὸ παρ­κό­με­τρο καὶ βρί­ζω τὸν ὅ­ποι­ο δι­α­βά­τη, «βλα­κόμου­τρο», αὐ­τὸν ποὺ γε­λά­ει, «βλα­κό­με­τρο», χα­χα­νί­ζει ἀ­πὸ πά­νω, «παρ­κό­μου­τρο», τά­χα εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἐ­λέγ­χει τὰ πάρ­κινγκ, μπά, δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ δου­λειά του, μᾶλ­λον εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ μπα­νί­ζει στὰ πάρ­κα, γι’ αὐ­τὸ καὶ γὼ τὸν φω­νά­ζω παρ­κό­μου­τρο. Ἔ, κά­πως βο­λεύ­τη­κε τώ­ρα, ἄλ­λα πέ­φτω πά­νω σ’ ἄλ­λο παρ­κό­με­τρο, κά­θε πέν­τε μέ­τρα κι ἀ­πὸ ἕ­να, ἕ­να πάρ­κο παρ­κό­μου­τρα κι ἄλ­λα τό­σα βλα­κό­μου­τρα γύ­ρω μου, ποὺ ἐ­λέγ­χουν τὴν κα­τά­στα­σή μου, μοῦ με­τρᾶ­νε τὴν πί­ε­ση, κα­τε­βαί­νει ἡ βε­λό­νη, προ­χω­ρεῖ στὸ μη­δὲν καὶ μοῦ ἔ­χουν ἀγ­κι­στρω­μέ­να τὰ χέ­ρια καὶ δὲ μπο­ρῶ νὰ ρί­ξω κέρ­μα πα­ρά­τα­σης. Θέ­λω νὰ μεί­νω, νὰ μεί­νω, νὰ μεί­νω, ρί­χνον­τας ἀ­δι­ά­κο­πα κέρ­μα, ἔ­τσι ποὺ νὰ φτά­σω στὸ τέρ­μα συμ­πλη­ρώ­νον­τας τὸ μέ­σο πο­σο­στὸ τῆς ζω­ῆς. «Ἕρ­μα», φω­νά­ζω, σα­βού­ρα, τὸ βά­ρος τῆς γῆς, καὶ σα­βου­ρώ­νω ὅ,τι βρί­σκω μπρο­στά μου, γε­μί­ζω τὶς τσέ­πες μου μ’ ἄ­δει­ες μπο­τί­λι­ες, με­τὰ τὶς ἀλ­λά­ζω μὲ μαν­τα­λά­κια, μιὰ ἀτ­ζέν­τα, μπρε­λὸκ μὲ κλει­διά, τσα­τσά­ρα, πέ­τρες ποὺ βγαί­νουν ἀλα­φρό­πε­τρες, ὅ,τι μοῦ λα­χαί­νει, ἀρ­κεῖ νὰ μεί­νω στὸ βά­ρος μου ὥ­σπου νὰ πιά­σω τὸ μέ­σο πο­σο­στὸ ἡ­λι­κί­ας, ἀ­π’ ὁ­που­δή­πο­τε μπο­ρῶ νὰ πια­στῶ, ἔ­στω ἀ­πὸ ἕ­να κά­ποι­ο μα­στό, τὸ σχῆ­μα τῆς γῆς στὸ μι­σό, ἀ­νω­φε­λές.

            Κι ὁ ἐ­κνευ­ρι­σμὸς συ­νε­χί­ζε­ται (ποι­ὸς ἐ­κνευ­ρι­σμός; κα­νο­νι­κὴ νευ­ρα­σθέ­νεια), κι ἀγ­κα­λιά­ζω ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ μιὰ γυ­ναί­κα, κι ἀ­πὸ κεῖ προ­κύ­πτει μιὰ ἄλ­λη, κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη μιὰ ἄλ­λη, ὅ­πως ἕ­νας ποι­η­τὴς προ­κύ­πτει ἀ­πὸ κά­ποι­ον ἄλ­λον, ὁ Ἐγ­γο­νό­που­λος ἀ­πὸ τὸν Ἐμ­πει­ρί­κο κι ὁ Γκόρ­πας ἀ­πὸ τὸν Γκόρ­πα. Εἶ­ναι βέ­βαι­α κι οἱ χει­ρουρ­γι­κοὶ κα­θρέ­φτες ποὺ ἐ­πι­τεί­νουν αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση, ποὺ πλη­θαί­νουν ὄ­χι μό­νο τὸ φῶς ἀλ­λὰ καὶ τὰ εἴ­δω­λα καὶ κά­νουν τὴν ἀγ­κα­λιά μου τε­ρά­στια. Ἀ­πὸ κεῖ καὶ ἡ ἔ­παρ­σή μου ποὺ τό­σο σο­κά­ρει τοὺς ἄλ­λους, ὅ­ταν λέ­ω πὼς κα­νέ­νας δὲν εἶ­δε ὅ­πως ἐ­γὼ τὸ φεγ­γά­ρι, κι οὔ­τε ἐ­κεῖ­νον τὸ χει­μω­νι­ά­τι­κο δρό­μο μὲ τοὺς γλόμ­πους νὰ φρίτ­τουν.

            Για­τὶ ἂν τὴ ρο­ὴ αἵ­μα­τος τὴ με­τροῦν ἀ­π’ τ’ αὐ­τί μου, ὅ­πως καὶ στοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους, ὅ­μως τὴ ρο­ὴ σπέρ­μα­τος τὴν κα­τα­γρά­φουν ἀ­πό τὴν ἁ­φή μου. Γι’ αὐ­τὸ ρί­χνο­μαι τό­σο συ­χνὰ πά­νω σὲ γυ­ναῖ­κες ἀ­νέ­τοι­μες (Μά, ποῦ πά­ει τὸ χέ­ρι σας; Μιὰ χει­ρα­ψί­α ἀ­θώ­α, κι ἐ­σεῖς τὸ φτά­σα­τε ὣς τὴ μα­σχά­λη), μοῦ ἀρ­νοῦν­ται ὅ­λες για­τί πα­ρου­σι­ά­ζο­μαι ἔ­τσι ἀ­βά­στα­χτος.

            Βι­ά­ζο­μαι, αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Μὰ δὲ γί­νε­ται ἀλ­λι­ῶς, ὅ­σο θυ­μᾶ­μαι τὸν Φα­τε­μὶ ποὺ τὸν κά­να­νε φέ­τες, (Ἐ­κεί­νον τὸν ἄλ­λο­τε ὑ­πουρ­γὸ τῆς Περ­σί­ας), νέ­ον ἄν­θρω­πο, κι ὁ ἀ­νη­ψιός του νὰ εἰ­σπράτ­τει τὰ λύ­τρα, λέ­ω πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γιὰ μέ­να σὲ τοῦ­τον τὸν κό­σμο κι ὅ­που νά­ναι θὰ πρέ­πει νὰ φεύ­γω κι ἂς μὴν πιά­σω ἐ­πι­τέ­λους τὸ μέ­σο πο­σο­στὸ τῆς ζω­ῆς. Ὅ,τι εἶ­ναι ἀ­κό­μα νὰ ζή­σω, νὰ ζή­σω γρή­γο­ρα καὶ στὰ πε­τα­χτὰ κι ἀ­πὲ νὰ τοῦ δί­νω λέ­γον­τας ἀ­λὰ Σκα­ρίμ­πα «ἔ­κα­να πρὸς τὰ δῶ γιὰ ἕ­να πρά­μα», ἂν δὲ γί­νη­κε νὰ τὸ βρῶ μέ­χρι σή­με­ρα, τί πε­ρι­μέ­νω; Νὰ μεί­νω ἕ­να κου­βα­ρά­κι ποὺ θὰ μὲ ση­κώ­νουν οἱ δι­κοί μου στὰ χέ­ρια;

            «Κον­τεύ­εις;», τα­χτι­κὰ μὲ ρω­τᾶ­νε. «Ἔ, ὅ­που νά­ναι», τοὺς λέ­ω. «Δη­λα­δή, δη­λα­δή;» «Νά, πε­ρί­που», χρη­σι­μο­ποι­ῶ ἀ­ο­ρι­στί­ας ση­μαν­τι­κὰ κι ἀ­μέ­σως θυ­μᾶ­μαι τὰ νε­κρο­τα­φεί­α αὐ­το­κι­νή­των, ἄ­χρη­στα σί­δε­ρα, βου­λι­αγ­μέ­νες λα­μα­ρί­νες, ξε­κοι­λι­α­σμέ­νες τα­πε­τσα­ρί­ες καὶ λά­στι­χα σά­πια. Ποῦ τὸ κάλ­λος καὶ ποῦ ἢ λαμ­πρά­δα; Ποῦ οἱ γκό­με­νες ποὺ ξά­πλω­ναν μέ­σα γιὰ τσάρ­κα; Ποῦ ἡ ἄ­σφαλ­τος ποὺ ἔ­τρε­χε κά­τω τους μ’ ἑ­κα­τὸν πε­νήν­τα χι­λι­ό­με­τρα; Ἐ­ρη­μιὰ κι ἀ­κι­νη­σί­α.

            «Ἀ­νά­σκε­λα. Ἀ­κί­νη­τος.» Εἶ­ναι και­ρὸς τώ­ρα ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ βά­ζουν κά­τω ἀ­πὸ τὴν κε­φα­λὴ τοῦ κο­βαλ­τί­ου, δο­κι­μά­ζουν τὸ πε­δί­ο βο­λῆς, ση­μα­δεύ­ουν μὲ τὸ μαρ­κα­δό­ρο, κα­τε­βά­ζουν αὐ­τὸ τὸ τε­τρά­γω­νο μά­τι ποὺ ἐκ­πέμ­πει ἀ­ό­ρα­τες κά­μες, ὕ­που­λα χώ­νον­ται σὲ σά­πια κρέ­α­τα, κά­θε μέ­ρα μὲ ξε­κοι­λιά­ζουν, μὲ θέ­λουν ἀ­κί­νη­το, γιὰ πάν­τα ἀ­κί­νη­το, ἀ­νά­σκε­λα κι ἀ­κί­νη­το.

            Γκόρ­πα, Γκόρ­πα, (Ποι­ὸς εἶ­ναι; Νὰ πὰ νὰ τὸν μά­θε­τε.) μό­νο ἐ­μεῖς ψι­λι­α­στή­κα­με, μό­νο ἐ­μεῖς πή­ρα­με τό­σο σο­βα­ρὰ αὐ­τὴ τὴν ὑ­πό­θε­ση, γι’ αὐ­τὸ κι ὅ­λα τρι­γύ­ρω πολ­τός, φρε­νο­λο­γι­κὲς κλι­νι­κές, ἀ­πὸ δῶ προ­κύ­πτουν τ’ ἀ­ναρ­χού­με­να κεί­με­να, τὰ γρα­φτά μας χω­ρὶς κῶ­λο οὔ­τε μύ­τη. Δὲν ὑ­πάρ­χει γιὰ μᾶς κοι­νω­νι­κὸ ψευ­δὸς εἴ­τε για­τὶ ἤρ­θα­με πο­λὺ νω­ρίς, εἴ­τε πο­λὺ ἀρ­γά, δὲν ὑ­πάρ­χει συγ­γρα­φι­κὸ ψεῦ­δος για­τὶ δι­α­λυ­θή­κα­με μα­ζὶ μὲ τὰ πράγ­μα­τα καὶ ποῦ νὰ κά­θε­σαι τώ­ρα νὰ συν­θέ­τεις;

            Τὸ ξέ­ρω πιά, δὲ θὰ πιά­σω τὸ μέ­σο πο­σο­στὸ τῆς ζω­ῆς. Πο­λὺ ποὺ μὲ νοιά­ζει! Ἄλ­λω­στε, ἴ­σως νὰ μὴν εἶ­ναι καὶ ἄ­δι­κο. Ἄλ­λοι συ­νο­μή­λι­κοί μου φύ­γαν νω­ρί­τε­ρα. Ἐ­γὼ σὲ σχέ­ση μ’ αὐ­τοὺς ὀ­φε­λή­θη­κα, κά­πνι­σα κά­να – δυ­ὸ ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες τσι­γά­ρα, ἅ­πλω­σα τὰ μαλ­λιά μου στὴ νύ­χτα, τὸ σῶ­μα μου στὴν ἀ­κρο­θα­λασ­σιά. Ὅ­μως ὁ Κυ­λά­κος πέ­ρα­σε γιὰ πάν­τα στὴ νύ­χτα σπά­ζον­τας τὴ ρα­χο­κο­κα­λιά του μὲ μιὰ βου­τιὰ στὰ δε­κα­ο­χτώ του, ὅ,τι εἴ­χα­με τε­λει­ώ­σει τὸ γυ­μνά­σιο, κι ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σαν εἴ­κο­σι χρό­νια, ἔ­κα­να χι­λιά­δες βου­τι­ὲς καὶ δὲν τὸν θυ­μή­θη­κα οὔ­τε μιὰ φο­ρά.

            Κι ἔ­πει­τα, εἶ­ναι κι αὐ­τὴ ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α ποὺ συμ­πε­ρι­φέ­ρο­μαι γκορ­πι­κά, μιὰ τε­λευ­ταῖ­α προ­σπά­θεια νὰ ὑ­πάρ­ξω κα­τό­πι μὲ τ’ ἀ­ναι­μι­κά μου γρα­φτά. Μή­πως ὑ­πῆρ­ξα καὶ πρὶν νὰ θέ­λω νὰ ὑ­πάρ­ξω με­τά; Κι ἂν θὰ ὑ­πάρ­ξω, εἶ­μαι τώ­ρα πιὰ βέ­βαι­ος, δὲ θὰ ὀ­φεί­λε­ται στὰ γρα­φτά μου, ἀλ­λὰ στὶς πρά­ξεις μου, στὰ κο­ρί­τσια ποὺ χά­ι­δε­ψα, στοὺς φί­λους ποὺ φί­λε­ψα πα­ρη­γο­ριὰ κι ἐγ­καρ­τέ­ρη­ση, γιὰ ὅ­σο και­ρὸ φυ­σι­κὰ θὰ ὑ­πάρ­χουν κι αὐ­τοί.

            Κι ὅ­ταν θὰ βρί­σκον­ται μα­ζε­μέ­νοι πα­ρέ­α οἱ φί­λοι, θὰ μοῦ βγά­ζουν κι ἐ­μέ­να πο­τή­ρι, κι ὅ­πως κά­ποι­ος θὰ ρί­χνει μιὰ βόλ­τα στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ἡ πλά­κα θὰ λέ­ει:

«Τὸ κλαῖ­με ὅ­λοι μας μα­ζὶ

τὸ πιὸ λε­βέν­τι­κο κα­λὸ παι­δί»

ἕ­νας ἄλ­λος θὰ φω­νά­ζει τὸ γνω­στὸ «κα­λὰ στέ­φα­να», κι αὐ­τὸ ἂς εἶ­ναι γιὰ μέ­να ἕ­να εἶ­δος μνη­μό­συ­νο, ὄ­χι βέ­βαι­α φι­λο­λο­γι­κό, μᾶλ­λον μιὰ ζων­τα­νὴ πα­ρου­σί­α ποὺ λέ­νε, μιὰ δι­καί­ω­ση πὼς κά­νον­τας πρὸς τὰ δῶ «γιὰ κεῖ­νο τὸ πρά­μα», μπο­ρεῖ νὰ μὴν τὸ βρῆ­κα, ἀλ­λὰ πάν­τως κά­τι ἄ­φη­σα πί­σω μου.


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ὁ μπιν­τὲς καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Κέδρος, 1972)

Μά­ριος Χάκ­κας (Μα­κρα­κώ­μη Φθι­ώ­τι­δας 1931-Ἀ­θὴ­να 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας. Βι­βλί­α του:  Ὄ­μορ­φο κα­λο­καί­ρι (1965, ποί­η­ση), Ὁ τυ­φε­κι­ο­φό­ρος τοῦ ἐ­χθροῦ (1966, δι­η­γή­μα­τα) κ.ἄ., τώ­ρα συγ­κεν­τρω­μέ­να στὰ Ἅ­παν­τά του (Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1986).

 

Εἰκόνα: Θωμᾶς Γκόρπας (φωτογραφία Δημήτρης Γέρος, λεπτομέρεια).


Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 504 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.