Ἄν­τρος Λυ­ρί­τσας: Κατάθλιψη



Ἄν­τρος Λυ­ρί­τσας


Κα­τά­θλι­ψη


ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΚΥΛΙ ποὺ μ’ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πάν­τα σὰν τυ­φλὸ καὶ μοῦ ‘­δει­χνε τὰ δόν­τια του ὅ­ταν κον­το­στε­κό­μουν νὰ τοῦ ρί­ξω μιὰ κλω­τσιά, τὸ ἡ­μέ­ρε­ψα, τοῦ πέ­ρα­σα λου­ρὶ καὶ τώ­ρα τὸ ἀ­κο­λου­θῶ ἐ­γὼ σὰν τυ­φλός, κα­θὼς ὀ­σμί­ζε­ται τὶς κα­ται­γί­δες καὶ μοῦ ἀ­νοί­γει τὸν δρό­μο. Στὸν πε­ρί­πα­το, τρί­βε­ται πά­νω στὶς γάμ­πες τῶν γυ­ναι­κὼν ἢ τοὺς γλύ­φει τὸ πρό­σω­πο καὶ κεῖ­νες μὲ κοι­τά­ζουν βα­θιὰ μέ­σα στὰ μά­τια καὶ μὲ ρω­τᾶ­νε πὼς τὸ λέ­νε, μὰ τὸ βά­ζουν στὰ πό­δια ὅ­ταν τοὺς λέ­ω: «Πλού­τω­να». Τὰ παι­δά­κια συ­χνά τοῦ χα­ϊ­δεύ­ουν τὴ μου­σού­δα μὰ κεῖ­νο τὰ κοι­τά­ζει πε­ρί­λυ­πο. Ἀ­λυ­κτᾶ­ κά­θε ποὺ δὲν ἔ­χει φεγ­γά­ρι καὶ τὸ κλά­μα του μοιά­ζει μὲ νύ­κτα ποὺ ἔ­χα­σε τὰ ἀ­στέ­ρια της. Ξέ­ρει πὼς σύν­το­μα θὰ πε­θά­νω καὶ μὲ πα­ρη­γο­ρεῖ κου­νών­τας τὴν οὐ­ρά του. «Δὲν βα­ρι­έ­σαι», μοῦ κά­νει, «ἕ­να ψέ­μα εἶ­ναι ἡ ζω­ή,  αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μό­νη ἀ­λή­θεια». Κι ἐ­γὼ ποὺ βα­ρι­έ­μαι τὶς ἀμ­πε­λο­φι­λο­σο­φί­ες του τὸ δαγ­κώ­νω βα­θιά, κι αὐ­τό, νι­ώ­θον­τας τὴ θλί­ψη μου, κά­νει πή­δους ὡς τὸ τα­βά­νι καὶ μοῦ χα­μο­γε­λᾶ. Σὰν εἴ­μα­στε κι οἱ δυ­ὸ στὰ κέ­φια, τοῦ ρί­χνω τὴ σε­λή­νη δε­μέ­νη μὲ  κορ­δέ­λα κι αὐ­τὸ τὴ φέρ­νει καὶ τὴν ἀ­πο­θέ­τει στὰ πό­δια μου μπρο­στά. Ὅ­ταν κου­ρα­στοῦ­με ἀ­π’ τὸ παι­γνί­δι ἔρ­χε­ται καὶ ξα­πλώ­νει στὸ στέρ­νο μου γιὰ νὰ μὲ προ­φυ­λά­ξει ἀ­πὸ τὰ ὄ­νει­ρα. Ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ τοὺς δυ­ό μας κρυ­φὰ πα­ρα­κα­λεῖ νὰ πε­θά­νου­με μα­ζὶ για­τὶ κα­νέ­νας ἂπ΄τοὺς δυ­ό μας δὲν θὰ μπο­ρέ­σει νὰ ἀν­τέ­ξει τὸν χα­μὸ τοῦ ἄλ­λου. Μὰ κα­τὰ βά­θος γνω­ρί­ζου­με πὼς θὰ πε­θά­νου­με τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἐ­γὼ μὲ ἕ­να γρύλ­λι­σμα ἀ­πὸ βε­λοῦ­δο στὰ χεί­λη κι ἐ­κεῖ­νο μὲ ἕ­να τρα­γού­δι ποὺ θὰ μι­λᾶ γιὰ πα­ρα­δεί­σια που­λιὰ ποὺ τό­ ‘σκα­σαν γιὰ  τὴν κό­λα­ση…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τρος Λυ­ρί­τσας (Κύ­προς, Τεμ­βριά, 1955), Σπού­δα­σε νο­μι­κὰ στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε σὰν δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τὰ ΝΕΑ καὶ στὸ Γρα­φεῖ­ο Τύ­που καὶ Πλη­ρο­φο­ρι­ῶν τῆς  Κυ­πρια­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας. Δι­ε­τέ­λε­σε γιὰ μί­α πεν­τα­ε­τί­α Σύμ­βου­λος Τύ­που στὴν Κυ­πρια­κὴ Πρε­σβεί­α στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ τὴν συλ­λο­γὴ μὲ δο­κί­μια Δο­κί­μια καὶ ἀ­δό­κη­τα. Δη­μο­σι­εύ­ει κα­τὰ και­ροὺς ἄρ­θρα στὸν κυ­πρια­κὸ τύ­πο καὶ σὲ πο­λι­τι­στι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.


			

Τζί­μης Πα­νού­σης: Ὁ σχι­ζο­φρε­νὴς δο­λο­φό­νος μὲ τὸ μπαμ­πά­κι



Τζί­μης Πα­νού­σης  (Ἀφιέρωμα, 4/6)


Ὁ σχι­ζο­φρε­νὴς δο­λο­φό­νος μὲ τὸ μπαμ­πά­κι


Δῶ­στε μου ἐ­πι­χο­ρή­γη­ση νὰ σπεί­ρω κα­λαμ­πό­κια,
νὰ φτά­σου­νε πο­λὺ ψη­λά, νὰ κρύ­ψου­νε τὰ κλώ­νια
τῆς ‘­βλο­γη­μέ­νης χα­σι­σιᾶς πού ‘ν στὴν πα­ρα­νο­μί­α,
γιὰ νὰ ξο­φλή­σω δά­νεια, νὰ φά­ει κι ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α.

ΩΣ ΝΑ ΠΑΝΕ ΚΑΤΩ τὰ μπαμ­πά­κια μὲ τέ­τοι­ες τι­μές; Ἂν τό ‘­ξέ­ρα ὅ­τι θὰ βά­ζω καὶ ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη μου τὴν τρύ­πια, θὰ κοί­τα­γα νὰ βρῶ σπό­ρο ὀλ­λαν­δι­κό, νὰ σπεί­ρω χαν­ζα­πλά­στ καὶ τσι­ρό­τα ποὺ τὰ ζη­τά­ει ἡ ἀ­γο­ρὰ ἡ νε­ό­πλου­τη. Στὴν ἀρ­χὴ ἔ­βα­ζα κα­πνά, ποὺ τὰ βρῆ­κα ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου, ὅ­πως τὰ εἶ­χε βρεῖ κι αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὸν παπ­πού του. Με­τά, ἄρ­χι­σε νὰ πέ­φτει ἡ ζή­τη­ση για­τί ὁ κο­σμά­κης ἐ­θί­στη­κε στὸ Marlboro ποὺ ἔ­χει καὶ κά­τι ἄλ­λο μέ­σα ποὺ δὲν τὸ μαρ­τυ­ρᾶ­νε, ὅ­πως δὲν μαρ­τυ­ρᾶ­νε καὶ τὴ συν­τα­γὴ τῆς κό­κα-κό­λα, ποὺ τὴ συ­νή­θι­σε ἡ συ­χω­ρε­μέ­νη ἡ Χρι­στί­να Ὠ­νά­ση για­τὶ στὴν κό­κα, κολ­λᾶς. Σὰν νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τὸ μὲ τοὺς Ἀ­με­ρι­κά­νους ποὺ βά­ζου­νε ὅ,τι βρί­σκου­νε μέ­σα στὰ τσι­γά­ρα (ἀ­πὸ μέ­λι μέ­χρι πο­τά­σα, καὶ με­τὰ τὰ βρά­ζου­νε), βά­λα­νε καὶ τὶς ταμ­πέ­λες: «Τὸ κά­πνι­σμα βλά­πτει τρο­με­ρὰ τὴν ὑ­γεί­α», μᾶς κά­να­νε τοὺς πε­λά­τες ὑ­πο­ψή­φιους καρ­κι­νο­πα­θεῖς, καὶ τὰ ἔ­σο­δα ἀ­πὸ τὸν κα­πνὸ γί­να­νε κα­πνός. Γιὰ νὰ σοῦ δώ­σω νὰ κα­τα­λά­βεις τὴν προ­πα­γάν­δα τῶν ἐ­πεν­δυ­τῶν τοῦ τέ­ταρ­του Ρά­ιχ, τὶς ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις τὶς κολ­λᾶ­νε ὅ­που τους συμ­φέ­ρει. Ξε­ρί­ζω­σα, λοι­πόν, τὰ κα­πνὰ κι ἔ­βα­λα μπαμ­πά­κι ἐ­πι­δο­τού­με­νο. Θά ‘­χω τὸ κε­φά­λι μου ἥ­συ­χο, σκέ­φτη­κα. Ποῦ νὰ φαν­τα­στῶ ὅ­τι θὰ πε­τά­γα­νε τὰ στρώ­μα­τα μὲ τὰ μπαμ­πά­κια καὶ θὰ τὴν ἀ­ρά­ζα­νε πά­νω σε εἰ­σα­γό­με­νους κο­κο­φοί­νι­κες! Με­τά, βγή­κα­νε καὶ οἱ σερ­βι­έ­τες μὲ τὰ πτε­ρύ­για — ἄλ­λο με­γά­λο πλῆγ­μα γιὰ τὸ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὸ βαμ­βά­κι ποὺ δὲ δι­α­θέ­τει τὴν αἴ­γλη τοῦ πλα­στι­κοῦ. Ἔ­τσι ποὺ πᾶ­με, ἂν δὲ γί­νει πό­λε­μος νὰ ξε­σκαρ­τά­ρου­με, θὰ βά­ζου­με ἐμ­φι­α­λω­μέ­νο νε­ρὸ στὸ κα­ζα­νά­κι τῆς του­α­λέ­τας, ἐ­νῶ ἀ­π’ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα μας θὰ ψο­φᾶ­νε κα­μιὰ δε­κα­ριὰ ἀ­προ­σάρ­μο­στοι ἀ­πὸ τὴ δί­ψα. «Ἔ­τσι εἶ­ναι ὁ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμὸς» μᾶς εἶ­πε ὁ γε­ω­πό­νος ἀ­πὸ τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Γε­ωρ­γί­ας ποὺ μᾶς φέρ­νει μὲ τὸ ἀ­ζη­μί­ω­το τὰ δη­λη­τή­ρια τοῦ ὑ­πουρ­γοῦ γιὰ τὸν ἀρ­γὸ θά­να­το τῶν χω­ρα­φι­ῶν. Μπῆ­κα μέ­σα, λοι­πόν, καὶ μὲ τὸ μπαμ­πά­κι, καὶ τώ­ρα σκέ­φτο­μαι, ὅ­πως καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι στὸ χω­ριό, νὰ φυ­τέ­ψω ἄ­σφαλ­το. Θὰ ρί­ξω πίσ­σα, χα­λί­κι, ἄμ­μο, κι ἄ­σ’ τους νὰ κου­ρεύ­ον­ται. Θὰ πά­ω στὴν Ἀ­θή­να καὶ θὰ γί­νω κομ­μώ­τρια. Ποι­ὸς θὰ προ­σέ­ξει ὅ­τι εἶ­μαι ἄν­τρας, ἔ­τσι ποὺ τοὺς ζα­λί­ζει κά­θε βρά­δυ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση μὲ τὴν ἡ­ρω­ί­νη τῶν σχο­λεί­ων;

       Σχό­λα­σα, λοι­πόν, πάρ­κα­ρα τὸ τρα­κτὲρ στὸ με­γα­λύ­τε­ρο μπλό­κο —μὴ μοῦ τὸ κλέ­ψου­νε— καὶ κα­τέ­βη­κα στὴν Ἀ­θή­να. Μοῦ λεί­πει, βέ­βαι­α, τὸ κα­φε­νεῖ­ο, ἀλ­λὰ ἔ­μα­θα ὅ­τι ἀ­νοί­γουν ἑ­ξα­κό­σια ἑ­ξήν­τα ἕ­ξι κα­ζί­να στὴν πε­ρι­φέ­ρεια, καὶ ὅ,τι βγά­ζω ἀ­πὸ τὸ ντα­βα­τζι­λί­κι, πά­ω, τοὺς τὰ ἀ­κουμ­πά­ω καὶ ξε­δί­νω. Για­τί τὸ κομ­μω­τή­ριο εἶ­ναι βι­τρί­να, ὅ­πως κα­τα­λά­βα­τε. Δὲν κα­τέ­βη­κα μό­νος μου στὴν πρω­τεύ­ου­σα, δι­ό­τι κά­τι σκαμ­πά­ζω κι ἐ­γὼ ὁ βλά­χος ἀ­πὸ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμό. Ἔ­χω ἕ­ναν ξά­δερ­φο μπά­τσο —μα­κρι­νό, βέ­βαι­α, για­τί ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μας εἶ­ναι ἀ­ρι­στε­ρή—, καὶ μοῦ πού­λη­σε τέσ­σε­ρις Βουλ­γά­ρες πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ ἐ­πι­πέ­δου μὲ εἰ­δί­κευ­ση στὸ πρω­κτι­κὸ ἄ­νευ προ­φυ­λα­χτι­κού.

       Ἔι­τζ νὰ φά­ν’ κι οἱ κό­τες οἱ παν­τρε­μέ­νες, ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι ζα­λι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὶς τσόν­τες καὶ τοὺς ρυθ­μοὺς σύγ­κλι­σης. Ἄλ­λη ζω­ὴ ‘­δῶ στὴν πρω­τεύ­ου­σα! Δὲ σὲ ξέ­ρει κα­νέ­νας, δὲν ξέ­ρεις κα­νέ­ναν. Ἀλ­λά, δό­ξα τῷ Θε­ῶ, τοῦ που­λιοῦ τὸ γά­λα τὸ κερ­δί­ζω, καὶ μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω. Τὸ μό­νο ποὺ στε­νο­χω­ρι­έ­μαι, εἶ­ναι ποὺ ὁ γιός μου ὁ μα­λά­κας ἔ­πε­σε στὴν πρέ­ζα, καὶ μό­λις πε­θά­νω, τὸ μπουρ­δέ­λο τὸ κομ­μω­τή­ριο θὰ πά­ει στρά­φι. Εἶ­μαι στὰ πα­ζά­ρια τώ­ρα μὲ ξέ­νους ἐ­πεν­δυ­τὲς νὰ τὸ που­λή­σω, νὰ πά­ω νὰ τσι­μεν­τώ­σω τὴν Ἐλ­βε­τί­α, νά ‘­μαι κον­τὰ καὶ στὸ παι­δί μου ποὺ μπαι­νο­βγαί­νει στὰ νο­σο­κο­μεῖα. Τώ­ρα ποὺ τὸ θυ­μή­θη­κα, ἔ­χω ξε­χά­σει καὶ τὸ τρα­κτὲρ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βι­ο­καρ­πὲτ ποὺ φτιά­χνει βι­ο­νι­κὰ χα­λιὰ ντί­τζι­ταλ γιὰ ρα­δι­ό­φω­να. Δὲν ἐ­νο­χλεῖ, ὅ­μως, μοῦ ‘­πά­νε. Βα­ρε­θή­κα­νε οἱ πρω­τευ­ου­σιά­νοι τὶς βόλ­τες καὶ κλει­στή­κα­νε γιὰ πάν­τα στὰ σπί­τια τους. Ποῦ νὰ τρέ­χεις τώ­ρα στὶς κω­λο­ε­κλο­γές, ἀ­φοῦ τὰ δεί­χνει ὅ­λα ἡ τη­λε­ό­ρα­ση; Ἔ­χω δεῖ τό­σο πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ αὐ­το­κί­νη­τό μου στὶς δι­α­φη­μί­σεις, ποὺ τὸ σι­χά­θη­κα. Θὰ τοῦ βά­λω φω­τιά, θὰ πά­ρω τὴν ἀ­σφά­λεια καὶ θὰ γυ­ρί­σω στὸ χω­ριό. Εἶ­μαι ἀ­κό­μα ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν πρώ­τη μου κα­τσί­κα.



Πη­γή: Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Β΄ ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2005.

[Αὐ­το-ερ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005:]

Τζί­μης Πα­νού­σης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1954, στὶς 12 Φε­βρου­α­ρί­ου, λί­γο πρὶν τὶς 12 τὰ με­σά­νυ­χτα […]. Γρά­φει τρα­γού­δια, βι­βλί­α καὶ κά­νει ἐκ­πομ­πὲς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­πὸ τὸ 1988. Ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ἐν­νέ­α χρό­νων παί­ζον­τας Κα­ραγ­κι­ό­ζη, μὲ αὐ­το­σχέ­δι­ες φι­γοῦ­ρες ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λα πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα ἱ­δρύ­μα­τος ἀ­προ­σάρ­μο­στων παι­δι­ῶν στὸ Χο­λαρ­γό. Ἔ­χει ἀλ­λερ­γί­α στὸ ὀ­πα­δι­λί­κι ὅ­λων τῶν τύ­πων, ἀ­πὸ κόμ­μα­τα καὶ ὀρ­γα­νώ­σεις μέ­χρι πο­δο­σφαι­ρι­κὲς ὁ­μά­δες καὶ πα­τρί­δες. Σι­χαί­νε­ται τοὺς ἀ­με­ρι­να­νο­τσο­λιά­δες, τοὺς νε­ο­γε­νί­τσα­ρους ἐκ­συγ­χρο­νι­στὲς καὶ τοὺς χρη­μα­τό­δου­λους ἀρ­πα­κο­λα­τζῆ­δες […]. Κομ­πορ­ρη­μο­νεῖ ὁ ἴ­διος, ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε συγ­κι­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ντέρ­μπι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀν­τι­πά­λων Δό­ξας καὶ Χρή­μα­τος (τὸ παί­ζει στάν­ταρ Χί, καὶ μά­λι­στα μη­δὲν μη­δέν). Συμ­πα­γὴς καλ­λι­τέ­χνης βα­ρέ­ων βα­ρῶν, ἔ­χει στὴν πλά­τη του ἕ­να βα­ρὺ ἔμ­φραγ­μα κι ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κό, ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος (;) μὲ τὴν εὐ­χή: «Νὰ μᾶς ἔ­χει ὁ θε­ὸς γε­ροὺς νὰ μπο­ροῦ­με ν’ ἀρ­ρω­στή­σου­με, δι­ό­τι ἡ ἀρ­ρώ­στια στὸ κα­πά­κι δὲ λέ­ει, εἶ­ναι του­μα­τσί­λα….».

Εἰ­κό­να: Εἰ­κό­να: Πέτρος Ζερβός, ἐφ. Ἐλευθεροτυπία, 15/07/2011.


Τζί­μης Πα­νού­σης: Κά­θε ἐμ­πό­ριο γιὰ κα­λό



Τζί­μης Πα­νού­σης (Ἀφιέρωμα, 3/6)


Κά­θε ἐμ­πό­ριο γιὰ κα­λό


ΜΑΡΙΝΑ βύ­θι­σε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση τὰ πρη­σμέ­να πό­δια της στo ζε­στὸ νε­ρὸ ποὺ ἄ­χνι­ζε στὴν πλα­στι­κὴ λε­κά­νη μπρο­στὰ στὸ πα­λιὸ σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι. Αὐ­τὴ ἡ λε­κά­νη, μα­ζὶ μὲ τὸ κρε­βά­τι κι ἕ­να ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο τά­βλι ἤ­τα­νε καὶ τὰ μο­να­δι­κὰ ἔ­πι­πλα τοῦ δω­μα­τί­ου, ὄ­χι ὅ­μως καὶ τῆς Μα­ρί­νας, ποὺ τὰ ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τά της (ροῦ­χα, κα­τσα­ρό­λες, κα­ρέ­κλες) τὰ εἶ­χε στὰ ἄλ­λα δω­μά­τια, ἀ­φοῦ τὸ σπί­τι ἦ­ταν τριά­ρι. Ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο δι­α­μέ­ρι­σμα στοῦ Γκύ­ζη, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὴν Ἱπ­πο­κρά­τους. Ἐ­δῶ ἔ­με­νε καὶ ὁ Μα­νώ­λης, ὁ ἀ­δελ­φὸς τῆς Ἑ­λέ­νης, ποὺ πέ­θα­νε στὴ χούν­τα, ἀ­πὸ καρ­κί­νο. Τὴ Μα­ρί­να, αὐ­τός, (τα­χυ­δρό­μος ἤ­τα­νε) τὴν εἶ­χε γιὰ νὰ τὸν πε­ρι­ποι­εῖ­ται καὶ ἦ­ταν καὶ κομ­μά­τι τσιμ­πη­μέ­νος μα­ζί της. Λε­φτὰ γιὰ νὰ τὴν πλη­ρώ­νει, βέ­βαι­α, δὲν πε­ρισ­σεύ­α­νε, γι’ αὐ­τὸ τῆς εἶ­χε δώ­σει ἕ­να δω­μά­τιο, καὶ τῆς ἐ­πέ­τρε­πε νὰ βά­ζει τὰ πράγ­μα­τά της καὶ στὰ ὑ­πό­λοι­πα δύ­ο γιὰ νὰ τὴν ὑ­πο­χρε­ώ­σει μπᾶς καὶ τοῦ κά­τσει. Ὅ­ταν ἄ­νοι­γες τὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸ δω­μά­τιο τῆς Μα­ρί­νας, φά­τσα ἀ­πέ­ναν­τι ἤ­τα­νε τὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα τῆς πε­ρι­ο­χῆς. «Ἔ­χεις καὶ θέ­α τοὺς μπά­τσους», τῆς ἔ­λε­γε ὁ Μα­νώ­λης γε­λών­τας, κι αὐ­τὴ τσαν­τι­ζό­τα­νε, για­τί εἶ­χε ἀ­δερ­φὸ χω­ρο­φύ­λα­κα. Ὁ Μα­νώ­λης, ἀ­π’ τὰ χα­ρά­μα­τα, ση­κω­νό­τα­νε καὶ πή­γαι­νε στὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο νὰ πα­ρα­λά­βει τὸν σά­κο μὲ τὰ γράμ­μα­τα. Με­τά, πά­λι γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι, τά ‘­δι­νε στὴ Μα­ρί­να, κι αὐ­τὴ ἔ­βγαι­νε νὰ τὰ μοι­ρά­σει, για­τί αὐ­τός, με­τὰ τὴν Ἀλ­λα­γή, εἶ­χε πέ­σει στὴν πρέ­ζα καὶ δὲν τὸν βα­στά­γα­νε τὰ πό­δια του. Ξά­πλω­νε, λοι­πόν, στὸ κρε­βά­τι τῆς Μα­ρί­νας, ἄ­νοι­γε καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τοὺς μπά­τσους ἀ­πέ­ναν­τι. Οἱ μπά­τσοι, βέ­βαι­α, τὰ ξέ­ρα­νε ὅ­λα. Καὶ γιὰ τὴ λού­φα στὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο, καὶ γιὰ τὴν πρέ­ζα. Ἀλ­λὰ κά­να­νε τὰ στρα­βὰ μά­τια, κι ὁ Μα­νώ­λης αὐ­τὸ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σε. Μιὰ γει­το­νιά, ἔ­λε­γε, εἴ­μα­στε. Ἅ­μα ἀρ­χί­σει νὰ καρ­φώ­νει ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, χα­θή­κα­με. Εἶ­χε πιά­σει μά­λι­στα καὶ φι­λί­ες μὲ τοὺς σκο­πούς, καὶ πιὸ πο­λὺ μ’ ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἀ­π’ τὴν Ἤ­πει­ρο. Τὸν ἐ­λέ­γα­νε Χα­ρί­ση, τὸ μι­κρό του δὲν τοῦ τό ‘­χε πεῖ, καὶ εἶ­χε μπεῖ στὸ σπί­τι κά­να-δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ σχό­λα­σμα καὶ παί­ξα­νε τά­βλι. Τὴ μιὰ φο­ρὰ τοὺς βρῆ­κε κι ἡ Μα­ρί­να νὰ παί­ζου­νε κι ἔ­κα­νε με­γά­λη φα­σα­ρί­α στὸ Μα­νώ­λη, μπᾶς καὶ μπλέ­ξει τὸ νε­α­ρὸ κι ἔ­χου­νε τρα­βήγ­μα­τα. Κι ἐ­πει­δὴ ὁ Μα­νώ­λης δὲν ἔ­παιρ­νε ἀ­πὸ λό­για, πῆ­γε μό­νη της καὶ βρῆ­κε τὸν ἀ­στυ­νό­μο καὶ τοῦ ‘­πε νὰ μὴν ἔρ­χε­ται στὸ σπί­τι γιὰ νὰ μὴ χα­λά­σει τὴν κα­ρι­έ­ρα του. Τοῦ ‘­πε καὶ τὰ βά­σα­νά της, ὅ­λη μέ­ρα πο­δα­ρό­δρο­μο χω­ρὶς νὰ πλη­ρώ­νε­ται, πὼς δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν στὸν κό­σμο, καὶ τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ὁ ἀ­στυ­νό­μος, τὴν παν­τρεύ­τη­κε, πῆ­ρε καὶ τὰ πράγ­μα­τά της ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μ’ ἕ­να τρί­κυ­κλο, κι ἔ­μει­νε ὁ Μα­νώ­λης μό­νος του μὲ τρί­α δω­μά­τια. Εἶ­δε κι ἀ­πό­ει­δε, Μα­ρί­να ἄλ­λη δὲν ἔ­βρι­σκε, γκρέ­μι­σε, λοι­πόν, τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸ τμῆ­μα: τό ‘­κα­νε πόρ­τα. Ἔ­βα­λε καὶ μιὰ ταμ­πέ­λα: «Αἰ­τή­σεις», εἶ­χε καὶ τὶς γνω­ρι­μί­ες του μὲ τὰ ὄρ­γα­να, μπῆ­κε καὶ σ’ ἕ­να κόλ­πο μὲ κά­τι ἄ­δει­ες τα­ξί, καὶ τώ­ρα ἔ­χει δι­κό του βεν­ζι­νά­δι­κο ὁ Μα­νώ­λης.


Πη­γή: Μι­κρο­α­στι­κὴ κα­τα­στρο­φή, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005.

[Αὐ­το-ερ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005:]

Τζί­μης Πα­νού­σης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1954, στὶς 12 Φε­βρου­α­ρί­ου, λί­γο πρὶν τὶς 12 τὰ με­σά­νυ­χτα […]. Γρά­φει τρα­γού­δια, βι­βλί­α καὶ κά­νει ἐκ­πομ­πὲς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­πὸ τὸ 1988. Ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ἐν­νέ­α χρό­νων παί­ζον­τας Κα­ραγ­κι­ό­ζη, μὲ αὐ­το­σχέ­δι­ες φι­γοῦ­ρες ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λα πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα ἱ­δρύ­μα­τος ἀ­προ­σάρ­μο­στων παι­δι­ῶν στὸ Χο­λαρ­γό. Ἔ­χει ἀλ­λερ­γί­α στὸ ὀ­πα­δι­λί­κι ὅ­λων τῶν τύ­πων, ἀ­πὸ κόμ­μα­τα καὶ ὀρ­γα­νώ­σεις μέ­χρι πο­δο­σφαι­ρι­κὲς ὁ­μά­δες καὶ πα­τρί­δες. Σι­χαί­νε­ται τοὺς ἀ­με­ρι­να­νο­τσο­λιά­δες, τοὺς νε­ο­γε­νί­τσα­ρους ἐκ­συγ­χρο­νι­στὲς καὶ τοὺς χρη­μα­τό­δου­λους ἀρ­πα­κο­λα­τζῆ­δες […]. Κομ­πορ­ρη­μο­νεῖ ὁ ἴ­διος, ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε συγ­κι­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ντέρ­μπι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀν­τι­πά­λων Δό­ξας καὶ Χρή­μα­τος (τὸ παί­ζει στάν­ταρ Χί, καὶ μά­λι­στα μη­δὲν μη­δέν). Συμ­πα­γὴς καλ­λι­τέ­χνης βα­ρέ­ων βα­ρῶν, ἔ­χει στὴν πλά­τη του ἕ­να βα­ρὺ ἔμ­φραγ­μα κι ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κό, ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος (;) μὲ τὴν εὐ­χή: «Νὰ μᾶς ἔ­χει ὁ θε­ὸς γε­ροὺς νὰ μπο­ροῦ­με ν’ ἀρ­ρω­στή­σου­με, δι­ό­τι ἡ ἀρ­ρώ­στια στὸ κα­πά­κι δὲ λέ­ει, εἶ­ναι του­μα­τσί­λα….».

Τζί­μης Πα­νού­σης: Πο­νά­ω, ἄ­ρα ὑ­πάρ­χω



Τζί­μης Πα­νού­σης  (Ἀφιέρωμα, 2/6)


Πονά­ω, ἄ­ρα ὑ­πάρ­χω


ΑΧΝΩ ΝΑ ΒΡΩ μιὰ γριά! Μιὰ συγ­κε­κρι­μέ­νη γριὰ μ’ ἕ­να βά­τρα­χο! Συ­χνά­ζει σὲ πα­ζά­ρι στὰ βά­θη τῆς Ἀ­να­το­λῆς, — Βιρ­μα­νί­α, Τα­ϊ­λάν­δη, Ἀ­να­το­λι­κὸ Τι­μόρ, θὰ σὲ γε­λά­σω καὶ δὲν εἶ­ναι σω­στό, κα­νο­νι­κὰ ἐ­σὺ θὰ πρέ­πει νὰ γε­λᾶς μ’ αὐ­τὰ ποὺ λέ­ω! Τὴν εἶ­δα σὲ δελ­τί­ο εἰ­δή­σε­ων, ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ ἄ­χρη­στα, ποὺ τοὺς ξε­φεύ­γει μί­α στὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ριο καὶ κά­τι χρή­σι­μο. Αὐ­τὴ ἡ γριὰ εἶ­ναι ἡ σω­τη­ρί­α μου! Τῆς δί­νεις ἕ­να εὐ­ρὼ καὶ σοῦ βά­ζει τὸν ζων­τα­νὸ βά­τρα­χο στὴ γυ­μνή σου πλά­τη, τὴ βα­τρα­χο­σφουγ­γί­ζει καὶ σοῦ παίρ­νει τὸν πό­νο. Ἡ κοι­λιὰ τοῦ βα­τρά­χου ἔ­χει κά­ποι­α ἀ­ναι­σθη­τι­κὴ οὐ­σί­α, ἔ­χει καὶ ἡ γριὰ μιὰ ἀ­φα­σί­α, νά ὁ συν­δυα­σμὸς ποὺ σκο­τώ­νει τοὺς πό­νους. Χρό­νια πολ­λὰ ὑ­πο­φέ­ρω, ἀ­γά­πη μου, ἀ­πὸ πό­νους στὴν πλά­τη, καὶ σ’ τὸ ἀ­να­φέ­ρω για­τὶ τὰ αἴ­τια εἶ­ναι ψυ­χο­λο­γι­κὰ μὲ κοι­νω­νι­κὲς προ­ε­κτά­σεις. Εἶ­ναι τὸ ἀρ­χέ­γο­νο σύν­δρο­μο τοῦ Ἄ­τλαν­τος. Ὁ γί­γαν­τας δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα νὰ κου­βα­λά­ει ὁ­λά­κε­ρη τὴ Γῆ στὴν πλά­τη του, ἐ­γώ, ὅ­μως, πῶς ν’ ἀν­τέ­ξω τὰ παγ­κό­σμια βά­σα­να ποὺ μα­ζο­χι­στι­κὰ ἔ­χω ἀ­να­λά­βει νὰ κου­βα­λή­σω; Τυ­ραν­νι­κή, οὕ­τως εἰ­πεῖν, ἡ συ­νή­θεια νὰ φορ­τώ­νε­σαι στὴν πλά­τη τὰ βά­σα­να τοῦ κό­σμου καὶ νά ‘ρ­χε­ται ὁ νο­τιᾶς, ὁ γαρ­μπὴς καὶ ὁ που­νέν­τες νὰ σοῦ χώ­νου­νε πυ­ρω­μέ­να καρ­φιὰ στὰ πλευ­ρὰ καὶ στὶς κλει­δώ­σεις. Ὑ­πάρ­χου­νε καὶ χει­ρό­τε­ρα, ὅ­πως τὸ σύν­δρο­μο τῆς σταυ­ρώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος, ποὺ ἔ­χεις πο­νο­κέ­φα­λο ἐ­κεῖ ποὺ κά­θε­ται τὸ ἀγ­κά­θι­νο στε­φά­νι, ἢ αὐ­χε­νι­κὸ στὸ ὑ­πο­ζύ­γιον πλη­ρω­μῶν τῆς ἀ­πλη­στί­ας τῶν ἀ­φεν­τι­κῶν.



Πη­γή: Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Β΄ ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2005.

[Αὐ­το-ερ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005:]

Τζί­μης Πα­νού­σης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1954, στὶς 12 Φε­βρου­α­ρί­ου, λί­γο πρὶν τὶς 12 τὰ με­σά­νυ­χτα […]. Γρά­φει τρα­γού­δια, βι­βλί­α καὶ κά­νει ἐκ­πομ­πὲς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­πὸ τὸ 1988. Ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ἐν­νέ­α χρό­νων παί­ζον­τας Κα­ραγ­κι­ό­ζη, μὲ αὐ­το­σχέ­δι­ες φι­γοῦ­ρες ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λα πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα ἱ­δρύ­μα­τος ἀ­προ­σάρ­μο­στων παι­δι­ῶν στὸ Χο­λαρ­γό. Ἔ­χει ἀλ­λερ­γί­α στὸ ὀ­πα­δι­λί­κι ὅ­λων τῶν τύ­πων, ἀ­πὸ κόμ­μα­τα καὶ ὀρ­γα­νώ­σεις μέ­χρι πο­δο­σφαι­ρι­κὲς ὁ­μά­δες καὶ πα­τρί­δες. Σι­χαί­νε­ται τοὺς ἀ­με­ρι­να­νο­τσο­λιά­δες, τοὺς νε­ο­γε­νί­τσα­ρους ἐκ­συγ­χρο­νι­στὲς καὶ τοὺς χρη­μα­τό­δου­λους ἀρ­πα­κο­λα­τζῆ­δες […]. Κομ­πορ­ρη­μο­νεῖ ὁ ἴ­διος, ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε συγ­κι­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ντέρ­μπι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀν­τι­πά­λων Δό­ξας καὶ Χρή­μα­τος (τὸ παί­ζει στάν­ταρ Χί, καὶ μά­λι­στα μη­δὲν μη­δέν). Συμ­πα­γὴς καλ­λι­τέ­χνης βα­ρέ­ων βα­ρῶν, ἔ­χει στὴν πλά­τη του ἕ­να βα­ρὺ ἔμ­φραγ­μα κι ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κό, ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος (;) μὲ τὴν εὐ­χή: «Νὰ μᾶς ἔ­χει ὁ θε­ὸς γε­ροὺς νὰ μπο­ροῦ­με ν’ ἀρ­ρω­στή­σου­με, δι­ό­τι ἡ ἀρ­ρώ­στια στὸ κα­πά­κι δὲ λέ­ει, εἶ­ναι του­μα­τσί­λα….».

Εἰ­κό­να: Ἀ­πὸ τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση τῆς πη­γῆς.



		

	

Νών­τας Τσίγ­κας: Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη ἱ­στο­ρί­α σὲ μπλὲ φόν­το



Νών­τας Τσίγ­κας


Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη ἱ­στο­ρί­α σὲ μπλὲ φόν­το


στὸν ἐκ Νε­βέ­σκης Λυγ­κη­στί­δος Κω­στά­κη Λού­στα τὸν ΙΙΙ
Θε­ο­δώ­ρου τοῦ ΙΙ, τῆς Πε­λα­γο­νί­ας
καὶ τῆς Ἄ­νω Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας Ἔ­ξαρ­χον

ΙΣΩ αὐ­τὸ τὸ μπλέ. Βρί­σκε­ται παν­τοῦ ἁ­πλω­μέ­νο σὰν ἐ­κτό­πλα­σμα κι ἔ­χει κα­λύ­ψει τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πρω­τομ­πῆ­κα δῶ μέ­σα. Ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ μπλὲ χον­τρὸ χαρ­τὶ μὲ κά­πως γυ­α­λι­σμέ­νη τὴ μιά του ἐ­πι­φά­νεια. Κα­λύ­πτει φυ­ρὰ πα­ρα­θύ­ρια σὰν σκιά­διο. Κά­πο­τε ἀν­τι­κα­θι­στᾶ ἀ­κό­μα καὶ τζά­μια ποὺ λεί­πουν. Στὴν ἕ­δρα τῆς δα­σκά­λας κά­τω ἀ­πὸ τὸ γυ­ά­λι­νο ἀν­θο­δο­χεῖ­ο, μὲ τὰ χρυ­σάν­θε­μα τὸ Φθι­νό­πω­ρο ἢ τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα καὶ τὶς μαρ­γα­ρί­τες τὴν Ἄ­νοι­ξη, στέ­κει τσι­τω­μέ­νο ὁ­λο­καί­νουρ­γιο ἀ­τσα­λά­κω­το ἀ­θάμ­πω­το. Κα­θη­λω­μέ­νο μὲ ἀ­ό­ρα­τες πι­νέ­ζες στὶς γω­νί­ες παίρ­νει τὴ μορ­φὴ τοῦ ξύ­λι­νου τρα­πε­ζιοῦ ποὺ κα­λύ­πτει. Στὰ τε­τρά­δια καὶ τὰ σχο­λι­κὰ βι­βλί­α σὰν τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το καὶ ἐ­πί­ση­μο κα­πλάν­τι­σμα.

       Νό­μος τῆς ὁ­μοι­ο­μορ­φί­ας. Βά­φει μὲ μπλὲ ρου­ὰ καὶ τὶς πο­δι­ὲς τῶν κο­ρι­τσι­ῶν. Ἕ­να λευ­κὸ κο­λά­ρο μὲ πρι­ο­νω­τὴ πε­ρι­φέ­ρεια τυ­λί­γε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λαι­μὸ κι ἀ­πο­δε­σμεύ­ει τὸ πρό­σω­πο ἀ­πὸ τὸ ὑ­πό­λοι­πο σῶ­μα. Τὸ κά­νει νὰ κεί­τε­ται πα­ρα­δο­μέ­νο σὲ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λο τά­σι. Καὶ τὰ πρῶ­τα χάρ­τι­να δη­μι­ουρ­γή­μα­τα στὴ χαρ­το­κο­πτι­κὴ ἦ­σαν μπλὲ κου­νε­λά­κια ποὺ κου­νοῦ­σαν τ’ αὐ­τιά τους καὶ μπλὲ ἐ­πί­σης οἱ ἀ­τα­ξί­δευ­τες βαρ­κοῦ­λες. Τί γύ­ρευ­αν αὐ­τὲς οἱ ἔρ­μες στὰ ὀ­κτα­κό­σια μέ­τρα ὑ­ψό­με­τρο; Εἶ­ναι ἕ­να ἀ­δυ­σώ­πη­το μπλέ, ποὺ κά­πο­τε ἀγ­γί­ζει τὸ βα­θὺ κυα­νὸ τῆς με­λά­νης, σκοῦ­ρο καὶ ἔν­το­νο στὸν ὑ­περ­θε­τι­κὸ βαθ­μὸ ποὺ λὲς καὶ ὑ­πάρ­χει γιὰ νὰ ἐ­πι­βάλ­λε­ται σ’ ὅ­λα τ’ ἄλ­λα χρώ­μα­τα. Σο­βα­ρό, ἐ­πί­ση­μο καὶ αὐ­στη­ρό, ἐ­πι­θε­τι­κὸ καὶ ἱ­κα­νὸ νὰ δι­α­βρώ­σει τὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ καὶ νὰ μο­λύ­νει τοὺς νευ­ρῶ­νες. Στὸ ἴ­διο σχε­δὸν χρῶ­μα ρὰφ κι οἱ φθαρ­μέ­νες στο­λὲς τῶν ἀν­δρῶν τῶν ΤΕΑ ποὺ ἡ για­γιά μου ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἀ­πο­κα­λεῖ ΜΑΥδες. Καὶ τὰ φαρ­διὰ ροῦ­χα τοῦ εὔ­σω­μου κλη­τή­ρα τῆς Κοι­νό­τη­τας. Κε­πέγ­κια καὶ πορ­το­πα­ρά­θυ­ρα στὰ μα­γα­ζιὰ τῆς πλα­τεί­ας ἀ­κο­λου­θοῦν στὸ ἴ­διο βι­ο­λί: σι­έλ, γα­λά­ζιο, μπλὲ σκοῦ­ρο. Ποι­όν Θε­ὸ ἄ­ρα­γε προ­σπα­θεῖ νὰ μᾶς κρύ­ψει αὐ­τὸ τὸ ἁ­πλό­χε­ρα χυ­μέ­νο χρῶ­μα; Πε­θα­μέ­νο χρῶ­μα καὶ μιὰ χάρ­τι­νη πα­τρί­δα…

       Στε­ρε­ώ­νω μὲ ρευ­στὴ κόλ­λα, πά­νω σε χάρ­τι­νο μπλὲ φόν­το, κομ­μά­τια σὲ σχῆ­μα ἀ­στε­ρι­ῶν ἀ­πὸ τὸ ἀ­ση­μό­χαρ­το τῶν πα­κέ­των τῶν τσι­γά­ρων. Βρα­διὰ Χρι­στου­γέν­νων χω­ρὶς ξά­στε­ρο οὐ­ρα­νὸ ποὺ γι­ορ­τά­ζει, πῶς νὰ ὑ­πάρ­ξει; Σω­ρὸς πα­κέ­των ἀ­πὸ τσι­γά­ρα ἔ­χουν μα­ζευ­τεῖ: Ἄ­ρω­μα Κε­ρά­νης, Κα­ρέ­λια, Πα­πα­στρά­τος 5, Ἔ­θνος ἐ­ξαι­ρε­τι­κά, Μα­τσάγ­γος, Santé. Ἀ­πὸ σέρ­τι­κα ἄ­φιλ­τρα ὅ­λα. Ἡ ἀρ­χι­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α πε­ρι­λαμ­βά­νει τὴν ἀ­πό­σπα­ση καὶ συλ­λο­γὴ τῶν χρή­σι­μων στοι­χεί­ων. Τὸ λε­πτὸ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το ἀ­πο­χω­ρί­ζε­ται μὲ μιὰ λε­πτὴ κί­νη­ση ἀ­πὸ τὸ σχε­δὸν δι­α­φα­νὲς χαρ­τὶ ποὺ κα­λύ­πτει τὴ μιά του πλευ­ρά. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῶν τσι­γά­ρων ἔν­το­νη ἀ­κό­μα. Κι ἂς ἔ­χουν πε­ρά­σει μέ­ρες ποὺ φου­μα­ρί­στη­κε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο. Συ­νή­θεια ὅ­λων τῶν πι­τσι­ρι­κά­δων τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὴ νὰ ἐ­φαρ­μό­ζουν τὴν λε­πτὴ ἀ­ση­μέ­νια ἐ­πι­φά­νεια στὰ χεί­λη καὶ νὰ ἐκ­φω­νοῦν φω­νή­εν­τα ἢ χει­λι­κὰ σύμ­φω­να βββ, πππ καὶ δι­φθόγ­γους ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον «οὔ». Συν­το­νι­σμὸς σὲ μέ­ταλ­λα καὶ ἄ­γου­ρα χεί­λη. Μιὰ δό­νη­ση ποὺ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται σὰν ρί­γος σὲ ὅ­λο το πρό­σω­πο. Ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες ἡ­δο­νές. Μὲ πό­σα λί­γα μπο­ροῦ­σε νὰ χα­ρεῖ κα­νείς…

       Σὲ ἀ­δεια­νοὺς με­γά­λους ντε­νε­κέ­δες ἀ­πὸ τυ­ρὶ ἔ­χου­με μπή­ξει, μέ­σα σὲ χῶ­μα βα­ρὺ μο­λύ­βι, κλα­διὰ ἀ­πὸ πο­ώ­δεις κέ­δρους ποὺ οἱ ξυ­λο­κό­ποι φέρ­νουν ἀ­πὸ τὸ ρου­μά­νι πά­νω στὰ σα­μά­ρια τῶν μου­λα­ρι­ῶν. Ἀν­τι­κρί­ζω τώ­ρα τοὺς κέ­δρους στο­λι­σμέ­νους μὲ πο­λύ­χρω­μες εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς χαλ­κο­μα­νί­ες. Στὰ κλα­διά τους κρέ­μον­ται ἀλ­λο­πρό­σαλ­λα ἀγ­γε­λού­δια ποὺ ἔ­χουν τὸ πρό­σω­πο τῆς Θε­ο­δό­τας. Ἐ­κεί­νης ποὺ ἀ­πο­δό­θη­κε νω­ρὶς στὸ Θε­ό. Τῆς μι­κρῆς συμ­μα­θή­τριας ποὺ στὰ ὀ­κτώ της κά­η­κε μὲ κα­μι­νέ­το ποὺ ἔ­σκα­σε στὰ χέ­ρια της κα­θὼς οἱ γο­νεῖς της ἔ­λει­παν ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Τὸ ρο­δα­λό της πρό­σω­πο στὸ φέ­ρε­τρο δὲν κι­νοῦ­σε κα­μιὰ ὑ­πο­ψί­α γιὰ τὸν θά­να­το ποὺ τὸ κα­τοι­κοῦ­σε. Κι οἱ ξαν­θές της μποῦ­κλες ἔ­παι­ζαν πά­νω στὸ ἤ­ρε­μο πρό­σω­πο μὲ κά­θε σεί­σι­μο τῆς λυγ­μι­κῆς πομ­πῆς… Ἕ­νας ὕ­πνος μο­νά­χα. Ἑ­νὸς ἀ­πρό­σε­χτου μι­κροῦ παι­διοῦ. Τὴν ξα­να­συ­νάν­τη­σα αὐ­τὴ τὴ μορ­φὴ πολ­λὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα στὰ πό­δια τῆς «Μαν­τό­να Σιξ­τί­να» τοῦ Ρα­φα­ὴλ στὴν Πι­να­κο­θή­κη τῆς Δρέσ­δης. Ἑ­ξήν­τα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα ἄν­θρω­ποι καί­γον­ταν κι ἐ­κεῖ σε ὑ­πό­γεια, στὶς ὄ­χθες καὶ τὰ νε­ρὰ τοῦ Ἔλ­βα, ὅ­πως ἡ Θε­ο­δό­τα. Ἀ­νύ­πο­πτοι, σι­ω­πη­λοί, ἀ­πελ­πι­στι­κὰ μό­νοι κι ἀ­βο­ή­θη­τοι…

       Ἂν λά­βεις ὑ­πό­ψη πὼς τὰ πυ­κνὰ καὶ ἀ­τί­θα­σα κλα­διὰ τοῦ κέ­δρου σ’ ἔ­χουν πρω­τύ­τε­ρα ἀγ­κα­θί­σει ὕ­που­λα καὶ ἀ­λύ­πη­τα, σὲ κά­θε προ­σπά­θεια νὰ τὸν στο­λί­σεις, αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πεις εἶ­ναι χω­ρὶς κα­μιὰ ἀμ­φι­βο­λί­α ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο γιὰ κλά­μα­τα. Δί­πλα ἡ με­γά­λη σχο­λι­κὴ φάτ­νη κα­λυμ­μέ­νη —μὲ τί ἄλ­λο;— μπλὲ κό­λα καὶ τοῦ­φες ἀ­πὸ βαμ­βά­κι ποὺ ὑ­πο­δύ­ον­ται μὲ ἀ­πελ­πι­στι­κὸ τρό­πο τὸ χι­ό­νι. Μὲ ξύ­λι­νες χει­ρο­λα­βὲς μπρὸς πί­σω σὰν φο­ρεῖ­ο, ἕ­τοι­μη γιὰ με­τα­φο­ρὰ ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι στὰ χέ­ρια τῶν παι­διῶν. Φω­τί­ζε­ται μὲ λαμ­πά­κι ποὺ φέγ­γει μὲ μιὰ κρυμ­μέ­νη πί­σω ἀ­πὸ τὸ πα­χνὶ τῶν ζώ­ων μπα­τα­ρί­α Berec. Ἀ­πὸ τὶς ἑ­φτὰ τὸ πρω­ὶ ἡ κου­στω­δί­α τοῦ σχο­λεί­ου περ­νᾶ μὲ τὴ σει­ρὰ τὶς γει­το­νι­ές:

Χι­ό­νια στὸ καμ­πα­να­ριὸ

ποὺ Χρι­στού­γεν­να ση­μαί­νει

       Στὰ σπί­τια μὲ πρό­σφα­τα πέν­θη σε­βα­σμός, κα­τε­βα­σμέ­νο κε­φά­λι, σιω­πη­λὴ ἀ­πο­χώ­ρη­ση. Τὰ γνω­ρί­ζου­με ἕ­να πρὸς ἕ­να αὐ­τά. Τὰ σπί­τια «τῶν λυ­πη­μέ­νων»… Ἀλ­λὰ ξέ­ρου­με καὶ τὰ σπί­τια ὅ­που οἱ ἄν­θρω­ποί τους δὲν εἶ­ναι σὲ θέ­ση ν’ ἀ­κοῦ­νε πιὰ μή­τε τὶς φω­νὲς τῶν ἀγ­γέλ­λων οὔ­τε τὶς δι­κές μας, ἀ­φοῦ τὸ στοι­χει­ὸ τῆς ἀ­που­σί­ας καὶ τῶν ἀ­πο­χω­ρι­σμῶν κά­νει κου­μάν­το μέ­σα τους. Ἡ λύ­πη κι ἐ­κεῖ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα σὰν οἰ­κό­ση­μο. Τὰ ρό­πτρα ἀ­ρα­χνι­α­σμέ­να, ἀ­κού­νη­τα και­ρό. Ὁ σύρ­της πε­ρα­σμέ­νος μὲ ἀ­σφά­λεια στὴ θέ­ση του. Στὸ σπί­τι τῆς χή­ρας Κούλ­κως βρί­σκου­με ξαφ­νι­α­σμέ­νοι τὸ δι­ά­δη­μα τοῦ Χά­ρου: τὸ κα­πά­κι ἀ­πὸ τὸ σα­νι­δέ­νιο φέ­ρε­τρο, ποὺ κα­τα­σκεύ­α­σε ὁ Ντά­φας δε­ξιὸς ψάλ­της τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς καὶ μα­ραγ­κὸς κα­τὰ κύ­ριο ἐ­πάγ­γελ­μα. Τό ’­χει ντύ­σει μὲ μαῦ­ρο πα­νὶ κι ἔ­χει στε­ρε­ώ­σει ἐ­πά­νω τα ἀ­πα­ραί­τη­τα θρη­σκευ­τι­κὰ σύμ­βο­λα μὲ λε­πτὲς λευ­κὲς ται­νί­ες. Ἀ­πὸ και­ρὸ τὰ ση­μά­δια τῆς ἀρ­ρώ­στιας τῆς μο­νά­κρι­βης θυ­γα­τέ­ρας εἶ­χαν ἀ­πελ­πί­σει για­τροὺς καὶ συγ­γε­νεῖς. Καὶ νὰ ποὺ ἡ μέ­ρα ἔ­φτα­σε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα. Δὲν ἔ­χει κλεί­σει τὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε. Πέν­τε ἀ­πὸ μᾶς θὰ χρεια­στεῖ μὲ ἐν­το­λὴ τοῦ δα­σκά­λου νὰ συ­νο­δέ­ψουν τὴν νε­κρὴ μέ­χρι τὴν ἐκ­κλη­σιὰ καὶ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ὡς ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γα. Ἐ­πί­γεια Σε­ρα­φεὶμ καὶ Χε­ρου­βεὶμ ἀ­πο­σβο­λω­μέ­να μπρο­στὰ στὸ θρῆ­νο τῆς μά­νας. Πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων καὶ μιὰ νέ­α γυ­ναί­κα ντυ­μέ­νη τὸ νυ­φι­κό της κοι­μᾶ­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα ἐ­κεί­νου ποὺ τὰ βλέ­πει ὅ­λα κά­τω ἀ­πὸ τὸ σκο­τει­νὸ τροῦ­λο. Εἶ­ναι βα­θὺ σού­ρου­πο ὅ­ταν ἔ­χουν τε­λει­ώ­σει ὅ­λα…

       Ξα­νὰ στὸ σχο­λεῖ­ο. Νύ­χτα. Ἡ πα­ρω­δί­α χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κου δέν­τρου, ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν της σκη­νῆς, μέ­σα σὲ βά­σεις τυ­λιγ­μέ­νες μὲ τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο μπλέ. Ἡ σχο­λι­κὴ γι­ορ­τὴ ποὺ ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ ἀρ­χι­νᾶ. Τὸ πο­δο­βο­λη­τὸ τῶν νη­πί­ων πί­σω ἀ­πὸ τὴ σκη­νή. Ἡ μα­δη­μέ­νη φάτ­νη. Τὰ πα­ρά­φω­να τρα­γού­δια ἀ­πὸ τὶς παι­δι­κὲς φω­νές. Δὲν ἀρ­γεῖ τὸ γέ­λιο ν’ ἀν­θί­σει στὰ πρό­σω­πα καὶ σὰν με­τα­δο­τι­κὸ ἐ­ξάν­θη­μα νὰ ἐ­ξα­πλω­θεῖ μιὰ ἔ­ξα­ψη πά­νω τους. Τὰ ἀ­να­πό­φευ­κτα λά­θη, οἱ στρα­βο­τι­μο­νι­ὲς τῆς θε­α­τρι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας, οἱ ξε­χα­σμέ­νοι στί­χοι τῶν ποι­η­μά­των ποὺ ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ πα­ρα­λεί­πον­ται, ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α γιὰ τὶς δε­κα­πέν­τε μέ­ρες σχό­λης ποὺ ἔρ­χον­ται. Ἡ χαρ­μο­λύ­πη. Τὸ χον­τρὸ ἀ­στεῖ­ο της ψεύ­τρας ζω­ῆς. Καὶ μιὰ ξύ­λι­νη σόμ­πα στὸ μέ­σον της αἴ­θου­σας ὅ­που πά­νω της ἔ­χουν ξε­χα­στεῖ λί­γες φλοῦ­δες πορ­το­κά­λι. Τὸ χι­ό­νι ποὺ πέ­φτει ψι­θυ­ρι­στὰ ἔ­ξω καὶ σκε­πά­ζει τώ­ρα ἐ­κεί­νην μὲ τὸ νυ­φι­κὸ στὰ φρε­σκο­σκαμ­μέ­να χώ­μα­τα.

       Ὅ­ταν ὁ δά­σκα­λος μοι­ρά­ζει μέ­σα σὲ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα τὰ φτω­χι­κὰ δῶ­ρα ποὺ κλη­ρώ­νον­ται κι ὕ­στε­ρα τὴ συγ­κεν­τρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ συγ­κο­μι­δὴ ἀ­πὸ τὰ κά­λαν­τα: πορ­το­κά­λια, μαν­τα­ρί­νια, κα­ρύ­δια, μύ­γδα­λα, φι­στί­κια, ξε­ρὰ σύ­κα, μῆ­λα, κά­στα­να ὡς καὶ χα­ρού­πια, κά­τι ἀ­νά­με­σά σε «Δεῦ­τε τε­λευ­ταῖ­ον ἀ­σπα­σμὸν» ἢ «Δι­ε­μοι­ρά­σαν­το…» καὶ «Κα­λὴν ἑ­σπέ­ραν ἄρ­χον­τες…» σὰ νὰ μοῦ σι­γο­μουρ­μου­ρί­ζει ἡ σκλη­ρὴ ἐ­δῶ πά­νω βι­ω­τὴ μὲ κεῖ­νο τὸ μπλέ της, ποὺ μέ­σα του πέ­φτουν καὶ σκο­τώ­νον­ται ὅ­λα τα χρώ­μα­τα, θυ­μί­ζον­τάς μου τὸ «Δυ­ὸ πόρ­τες ἔ­χει ἡ ζω­ὴ» κι ὅ­που βέ­βαι­ά τα παι­διὰ μπαι­νο­βγαί­νουν «μὲ ἐ­λευ­θέ­ρας».



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ δι­η­γη­μά­των Ἐ­πο­χι­α­κὸς Δι­α­νο­μέ­ας (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2013).

Νών­τας Τσίγ­κας (Ἀ­θή­να (1959). Ἔ­ζη­σε μέ­χρι τὴν ἐ­φη­βεί­α του στὸ Βο­γα­τσι­κὸ Κα­στο­ριᾶς. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴ Νευ­ρο­λο­γί­α. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λη­τὴς τῶν ἀ­δη­μο­σί­ευ­των ἡ­με­ρο­λο­γί­ων τοῦ Ἴ­ω­νος Δρα­γού­μη. Τὸ 2021 ἐκ­δό­θη­καν σὲ δι­κή του Εἰ­σα­γω­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια-σχό­λια-ἐ­πί­με­τρο Ἴ­ω­νος Δρα­γού­μη, Τὰ «κρυμ­μέ­να» ἡ­με­ρο­λό­για, Ὀ­κτώ­βριος 1912-Αὔ­γου­στος 1913 (Πα­τά­κης). Βι­βλί­α του ποὺ ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ: Οὑ ἀ­πά­ν’ κι οὑ κά­τ’ οὑ κό­σμους (2009)· Μαῦ­ρο χι­ό­νι, «Δι­ά­πυ­ροΝ» (2010)· Ἐ­πο­χια­κὸς δι­α­νο­μέ­ας (Δι­η­γη­μα­τα, «Πα­νο­πτι­κόν», 2013)· Μα­θή­μα­τα Πα­τρι­δο­γνω­σί­ας Ι – δυ­ὸ δι­η­γή­μα­τα· Μα­θή­μα­τα Πα­τρι­δο­γνω­σί­ας ΙΙ, Ἡ κοι­μω­μέ­νη (2019). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Μα­νου­ὲλ Ρό­χας (Manuel Rojas): Πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων στὸ Σαν­τιά­γκο



Μα­νου­ὲλ Ρό­χας (Manuel Rojas)


Πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων στὸ Σαν­τιά­γκο

(Nochebuena en Santiago)


Ο ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ εἶναι Αὔ­γου­στος, ἂν καὶ οἱ συγ­γε­νεῖς μου καὶ οἱ φί­λοι μου μὲ φω­νά­ζουν Τί­το, ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὸ ποὺ δὲν ξέ­ρω ἂν ὀ­φεί­λε­ται στὴν ἀ­δυ­να­μί­α ποὺ μοῦ ἔ­χουν ἢ στὴν ἰ­δέ­α τους γιὰ τὸ κον­τό μου ἀ­νά­στη­μα (λέ­ω κον­τὸ καὶ ὄ­χι χα­μη­λὸ για­τὶ τὸ θε­ω­ρῶ πιὸ ἀ­κρι­βές· τὸ δεύ­τε­ρο ἐ­πί­θε­το ἀ­πευ­θύ­νε­ται σὲ αὐ­τοὺς ποὺ δὲν κα­τά­λα­βαν). Δὲν εἶ­μαι Χι­λια­νὸς ἀλ­λὰ Γου­α­τε­μαλ­τέ­κος. Ἦρ­θα ἐ­δῶ λί­γο ἀ­φό­του ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὴ Βο­λι­βί­α, χώ­ρα στὴν ὁ­ποί­α ὑ­πη­ρε­τοῦ­σα, σχε­δὸν μὲ με­γά­λη μου λύ­πη, σὲ μιὰ θέ­ση γραμ­μα­τέ­α τῆς πρε­σβεί­ας τῆς Γου­α­τε­μά­λας. Λέ­ω «σχε­δὸν μὲ με­γά­λη μου λύ­πη» για­τὶ δὲν πι­στεύ­ω στὶς πρε­σβεῖ­ες οὔ­τε στοὺς γραμ­μα­τεῖς καὶ ἂν δέ­χτη­κα τὴ θέ­ση ἦ­ταν ἐ­πει­δὴ ὁ πρό­ε­δρος ἦ­ταν φί­λος μου καὶ ὑ­πο­σχό­ταν νὰ δου­λέ­ψει πραγ­μα­τι­κὰ γιὰ τὸ κα­λό του λα­οῦ. Ἀλ­λὰ ὁ ἄν­θρω­πος, ἀ­πε­ρί­σκε­πτος, βάλ­θη­κε νὰ μι­λά­ει γιὰ ἀ­γρο­τι­κὴ με­ταρ­ρύθ­μι­ση καὶ ἐ­θνι­κο­ποί­η­ση καὶ οἱ μέ­το­χοι τῶν ἐ­ται­ρι­ῶν φρού­των καὶ ἄλ­λου τύ­που, μέ­το­χοι ποὺ δὲν ζοῦν στὴ Γου­α­τε­μά­λα ἀλ­λὰ ἀλ­λοῦ, κα­τσού­φια­σαν, ἂν καὶ θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ ποῦ­με, ἔ­τρι­ξαν τὰ δόν­τια. Πα­ρε­νέ­βη ἕ­νας πρέ­σβης, ἦρ­θε σὲ συ­νεν­νό­η­ση μὲ με­ρι­κοὺς στρα­τι­ω­τι­κοὺς —λέ­ω με­ρι­κοὺς για­τί ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ λί­γοι εἶ­ναι ἀρ­κε­τοί— καὶ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν αὐ­το­νό­η­το· στὴ Λί­μα τοῦ Πε­ροῦ, κοι­τά­ζον­τας δυ­τι­κά, εἶ­πα: «Με­ξι­κὸ ἢ Χι­λή»· κέρ­δι­σε ἡ Χι­λὴ καὶ νά ‘μαι.

       Νά ‘μαι, μὲ τὸ κορ­μὶ λί­γο χά­λια, ὅ­πως λέ­νε οἱ Χι­λια­νοί. Εἶ­ναι μιὰ κα­τά­στα­ση ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται τὸ ξη­μέ­ρω­μα ἢ στὸ ξύ­πνη­μα. Ἡ ἔκ­φρα­ση εἶ­ναι ἀ­κρι­βὴς καὶ σχε­δόν μοῦ­ ἀ­ρέ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ «κροῦ­δο»(1), ὅ­πως λέ­νε οἱ Με­ξι­κά­νοι ἢ «χαν­γκό­βερ» ὅ­πως τὸ λέ­νε ἄλ­λοι: πο­νο­κέ­φα­λος, στό­μα ξε­ρό, μαγ­κω­μέ­νη σπον­δυ­λι­κὴ στή­λη, μεί­ω­ση ἐν­θου­σια­σμοῦ γιὰ ζω­ή, τά­ση γιὰ ἀ­κι­νη­σί­α ἢ ὁ­ρι­ζον­τί­ω­ση, δυ­σφο­ρί­α στοὺς θο­ρύ­βους καὶ στὶς φω­νές, αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ πιὸ κοι­νὰ συμ­πτώ­μα­τα. Κα­τα­πο­λε­μεῖ­ται μὲ τὰ ἴ­δια ὅ­πλα ποὺ τὴν προ­κα­λοῦν, πράγ­μα ποὺ λέ­γε­ται «ἀ­να­συ­στή­νω τὸ σῶ­μα», similia similibus curantar, ἢ μὲ τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α, νε­ρό, χρό­νο καὶ ἀ­σπι­ρί­νες. Θὰ ὄ­φει­λα νὰ πῶ ὅ­τι συμ­βαί­νει σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὶς μέ­ρες 2 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, 19 καὶ 20 Σε­πτεμ­βρί­ου, 25 Δε­κεμ­βρί­ου, ἐ­πί­σης τὶς μέ­ρες ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦν κά­ποι­ες γι­ορ­τές, κι­νη­τὲς ἢ μή: Σὰν Λου­ίς, Σὰν Μα­νου­έλ, Σὰν Φραν­θί­σκο, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ κα­μιὰ δω­δε­κα­ριὰ ἢ καὶ πα­ρα­πά­νω ἄλ­λους ἁ­γίους λι­γό­τε­ρο γνω­στοὺς καὶ δὲν θὰ ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὸ νὰ πῶ ὅ­τι ὅ­λες οἱ μέ­ρες, σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ χώ­ρα, ξη­με­ρώ­νουν μὲ τὸν ὀρ­γα­νι­σμὸ χά­λια ἑ­κα­τον­τά­δες ἄ­το­μα ποὺ τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα γι­όρ­τα­ζαν τὸν ἑ­αυ­τό τους, γι­όρ­τα­ζαν ἄλ­λους ἢ ἁ­πλὰ με­θοῦ­σαν ἐ­πει­δὴ δὲν μπο­ροῦ­σαν ἢ δὲν ἤ­ξε­ραν νὰ κά­νουν κά­τι ἄλ­λο. Πράγ­μα πού, ὅ­πως νο­μί­ζω, συμ­βαί­νει σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο γι’ α­υτὸ καὶ δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ θο­ρυ­βη­θοῦ­με ἐ­πει­δὴ συμ­βαί­νει στὴ Χι­λή.

       Σή­με­ρα, ἀ­κρι­βῶς, εἶ­ναι 25 Δε­κεμ­βρί­ου, μέ­ρα ζέ­στης καὶ ὀρ­γα­νι­σμοῦ χά­λια. Νὰ εἶ­σαι χά­λια μιὰ μέ­ρα μὲ κρύ­ο, τὸν Ἰ­ού­λιο ἢ τὸν Αὔ­γου­στο, εἶ­ναι δυ­σά­ρε­στο, ἀλ­λὰ νὰ τὸν ἔ­χεις μιὰ μέ­ρα μὲ ζέ­στη εἶ­ναι πο­λὺ χει­ρό­τε­ρο. Λέ­νε πολ­λὰ γιὰ τὴν Πα­ρα­μο­νὴ τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἀλ­λὰ δὲ λέ­νε ὅ­τι μιὰ τέ­τοι­α νύ­χτα δὲν εἶ­ναι αἰ­ώ­νια, ὅ­τι φτά­νει μιὰ στιγ­μὴ ποὺ ἡ νύ­χτα καὶ ἡ γι­ορ­τὴ τε­λει­ώ­νουν καὶ ἔρ­χε­ται ἡ και­νούρ­για μέ­ρα μὲ τὸ τρο­με­ρό της φῶς. Τὸ χει­ρό­τε­ρο εἶ­ναι ὅ­τι χτὲς ἤ­μουν κρα­τού­με­νος στὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα. Κρα­τού­με­νος ὡς με­θυ­σμέ­νος καὶ ὡς κλέ­φτης πα­που­τσι­ῶν.

       Τὸ ἱ­στο­ρι­κό μου εἶ­ναι ἔν­τι­μο, καὶ ἂς ἔ­χω ὑ­πάρ­ξει γραμ­μα­τέ­ας τῆς πρε­σβεί­ας. Ἤ­δη ἔ­χω πεῖ ποι­οί ἦ­ταν οἱ λό­γοι ποὺ μὲ ὤ­θη­σαν νὰ δε­χτῶ αὐ­τὸ τὸ πό­στο. Σὲ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση ὅ­μως, στὴν κα­τη­γο­ρί­α γιὰ κλο­πή, ὑ­πάρ­χει κά­τι ποὺ μὲ πό­νε­σε πο­λύ, ποὺ μὲ πο­νά­ει ἀ­κό­μα καί, ὅ­σο καὶ νὰ ὑ­πῆρ­ξαν γραμ­μα­τεῖς ποὺ κα­τη­γο­ρή­θη­καν γιὰ λα­θρεμ­πό­ριο χρυ­σοῦ ἢ ξέ­νου συ­ναλ­λάγ­μα­τος, γιὰ κλο­πὴ σὲ οὐ­ί­σκι ἢ γιὰ κα­τα­σκο­πεί­α, κα­νείς, ἀ­π’ ὅ­τι ξέ­ρω, δὲν ἔ­χει κα­τη­γο­ρη­θεῖ ὅ­τι ἔ­κλε­ψε «ἕ­να» με­τα­χει­ρι­σμέ­νο πα­πού­τσι.

       Ὅ­ταν μπῆ­κα στὴν ὁ­δὸ Σὰν Φραν­θί­σκο εἶ­δα τὸ με­θυ­σμέ­νο, καί, δὲν ξέ­ρω για­τί, συγ­κι­νή­θη­κα, ἂν καὶ μέ­ρος αὐ­τῆς τῆς συγ­κί­νη­σης ὀ­φει­λό­ταν στὸ πόν­τσε ἐν λέ­τσε (2), στὸ κρα­σὶ καὶ σὲ ἄλ­λα πο­τὰ ποὺ κα­τα­νά­λω­σα κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς νύ­χτας. Ἦ­ταν πιὸ πι­ω­μέ­νος ἀ­πὸ μέ­να καὶ βρι­σκό­ταν ἀ­νά­με­σα σε δυ­ὸ ἀ­στυ­νο­μι­κοὺς ἀν­τι­στε­κό­με­νος στὴ σύλ­λη­ψή του, ὄ­χι ἀν­τι­στε­κό­με­νος βί­αι­α ἀλ­λὰ μὲ ἕ­να εἶ­δος σι­ω­πη­ρῆς καὶ με­τρη­μέ­νης ἀν­τί­δρα­σης. Στα­μά­τη­σα.

       — Καὶ για­τί …μὲ θὰ μὲ φυ­λα­κί­σε­τε; – εἶ­πε. Δὲν ἔ­χου­με σή­με­ρα Πά­σχα;

       Ὁ ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸς τό­νος τῆς φω­νῆς του ἦ­ταν λί­γο παι­δι­κός.

       — Ἄν­τε, προ­χώ­ρα! – εἶ­πε ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς σπρώ­χνον­τάς τον δυ­να­τά.

       Πλη­σί­α­σα.

       — Για­τί τὸν παίρ­νε­τε; – ρώ­τη­σα.

       Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­στυ­νο­μι­κοὺς μοῦ ἀ­πάν­τη­σε:

       — Εἶ­ναι με­θυ­σμέ­νος καὶ ἔ­κα­νε με­γά­λη φα­σα­ρί­α.

       — Ὅ­μως —τοῦ εἴ­πα— σή­με­ρα εἶ­ναι Πά­σχα, μέ­ρα γιὰ τὰ κά­λαν­τα, γιὰ τὴν ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σα στὰ ἀν­θρώ­πι­να πλά­σμα­τα, ἡ μέ­ρα ποὺ γι­ορ­τά­ζε­ται ἡ γέν­νη­ση τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου συμ­βό­λου τῆς ἀ­δελ­φο­σύ­νης ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους ἐ­δῶ καὶ δυ­ὸ χι­λιά­δες χρό­νια. Πρέ­πει νὰ ἀ­γα­πᾶ­με καὶ νὰ συγ­χω­ροῦ­με.

       Ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς μὲ κοί­τα­ξε σὰν νὰ τοῦ εἶ­χα πεῖ ὅ­τι τὸ τε­τρά­γω­νο τῆς ὑ­πο­τεί­νου­σας ἰ­σοῦ­ται μὲ τὸ ἄ­θροι­σμα τῶν τε­τρα­γώ­νων τῶν κα­θέ­των, μιὰ μα­τιὰ ποὺ μὲ τύ­λι­ξε ὁ­λό­κλη­ρο —πράγ­μα ποὺ δὲν τὸν δυ­σκό­λε­ψε καὶ πο­λύ—, ἐ­ξέ­τα­σε τὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὰ μά­τια μου καὶ ἰ­δί­ως τὸ στό­μα καὶ μοῦ εἶ­πε:

       — Εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ τοῦ δί­νε­τε, κύ­ρι­ε. Εἶ­στε καὶ ἐ­σεῖς μι­σο­με­θυ­σμέ­νος.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο σπρώ­ξι­μο ἔ­ρι­ξε τὸ με­θυ­σμέ­νο πά­νω στὸν τοῖ­χο, τὸ με­θε­πό­με­νο τὸν πῆ­γε μέ­χρι τὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου, ὅ­που πα­ρα­λί­γο νὰ πέ­σει· ἄλ­λο σπρώ­ξι­μο τὸν ἰ­σορ­ρό­πη­σε. Σπρώ­ξι­μο ἀ­πὸ δῶ σπρώ­ξι­μο ἀ­πὸ κεῖ, οἱ δυ­ὸ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ καὶ ὁ πι­ω­μέ­νος πῆ­ραν τὸ δρό­μο γιὰ τὸ πιὸ κον­τι­νὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα, ἀλ­λὰ ἤ­μουν καὶ ἐ­γώ, ρη­το­ρεύ­ον­τας καὶ λα­λών­τας, ὅ­πως λέ­γε­ται κα­τὰ τὸ κοι­νῶς λε­γό­με­νο, σχε­τι­κὰ μὲ τὰ Χρι­στού­γεν­να καὶ τὸ νό­η­μά τους. Εἶ­χε φτά­σει ἡ στιγ­μὴ ποὺ ἤ­μουν στου­πὶ στὸ με­θύ­σι, ἡ στιγ­μὴ ποὺ τὸ ἀλ­κο­ὸλ ποὺ ἤ­πι­ες ἀ­νε­βαί­νει μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη δύ­να­μη πρὸς τὸ κε­φά­λι καὶ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ δη­λη­τη­ρι­α­σμέ­νος μὲ ἀλ­κο­όλ, ἤ­δη κου­ρα­σμέ­νος, χά­νει λί­γο τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του. Ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ λό­γο μου, ἀ­να­στέ­να­ξα λί­γο καὶ ὁ με­θυ­σμέ­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος καὶ αὐ­τὸς ἦ­ταν στου­πί, ἀ­πάν­τη­σε στοὺς ἀ­να­στε­ναγ­μούς μου, βγά­ζον­τας κά­τι δυ­να­τὲς κραυ­γὲς καὶ πέ­φτον­τας στὸ ἔ­δα­φος· τὸν ἔ­συ­ραν καὶ τό­τε ἔ­χα­σε ἕ­να πα­πού­τσι, ἕ­να χρω­μα­τι­στὸ πα­πού­τσι ποὺ μά­ζε­ψα μὲ κίν­δυ­νο νὰ καρ­φω­θῶ κά­τω σκύ­βον­τας. Τὰ τε­τρά­γω­να ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν με­τὰ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­κό­μα στὸ σκο­τά­δι· πα­πού­τσι στὸ χέ­ρι, μι­λών­τας καὶ βγά­ζον­τας ἀ­πὸ κα­μιὰ μι­κρὴ κραυ­γή, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι μι­σῶ τὶς δυ­να­τὲς κραυ­γές, πα­ρα­τη­ρών­τας ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση κά­ποι­ων μέ­τρων τὸν κα­κο­ποι­η­μέ­νο καὶ τοὺς δι­ῶ­κτες, ἀ­κο­λού­θη­σα γιὰ Σὰν Φραν­θί­σκο.

       Ἐ­πι­τέ­λους, με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να δι­ά­στη­μα καὶ μιὰ ἀ­πό­στα­ση ποὺ μοῦ φά­νη­κε πο­λὺ με­γά­λη, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι ἔμ­παι­να σὲ μιὰ ζώ­νη δυ­να­τοῦ φω­τός· ἦ­ταν ἡ πόρ­τα τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ τμή­μα­τος. Ἐ­κεῖ, κά­τω ἀ­πὸ μιὰ ἐ­κτυ­φλω­τι­κὴ λάμ­πα, ὁ με­θυ­σμέ­νος μὲ ἔ­δει­χνε μὲ τὸ χέ­ρι καὶ τσί­ρι­ζε:

       — Αὐ­τὸς ὁ λι­μο­κον­τό­ρος μοῦ ἔ­κλε­ψε τὸ πα­πού­τσι!

       Εἶ­χε πε­ρά­σει τὸ βα­ρὺ με­θύ­σι. Πλη­σί­α­σα, πα­ρέ­δω­σα τὸ πα­πού­τσι καὶ προ­σπά­θη­σα νὰ πῶ στοὺς ἀ­στυ­νο­μι­κοὺς ὅ­τι ἐ­γώ…, ἀλ­λὰ οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ δὲν ἦ­ταν οἱ ἴ­διοι ποὺ εἶ­χα δεῖ μπαί­νον­τας στὴν ὁ­δὸ Σὰν Φραν­θί­σκο. Αὐ­τοὶ δὲ μὲ γνώ­ρι­ζαν. Ποι­ά στιγ­μὴ εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει; Τὸ ἀ­γνο­ῶ. Αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι ὅ­τι μπῆ­κα μέ­σα μὲ μιὰ σπρω­ξιὰ καὶ πέ­ρα­σα τὴ νύ­χτα σὲ ἕ­να κε­λὶ μὲ τὸ με­θυ­σμέ­νο νὰ ρο­χα­λί­ζει πλά­ι μου.

       Δὲν ἔ­με­νε πο­λὺ ἀ­πὸ τὴ νύ­χτα τῆς Πα­ρα­μο­νῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἀλ­λά, ὅ­σο λί­γο καὶ νὰ ἔ­με­νε, εἶ­χα χρό­νο γιὰ νὰ ξε­χά­σω τὰ κά­λαν­τα, τὴν ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σα στὰ ἀν­θρώ­πι­να πλά­σμα­τα καὶ τὰ σύμ­βο­λα τῆς ἀ­δελ­φο­σύ­νης.


(1) Ἡ λέ­ξη στὴν ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα ση­μαί­νει «ὠ­μός», ἀλ­λὰ ἐ­δῶ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ φα­γη­τὸ τῆς Χι­λῆς ποὺ πα­ρα­σκευ­ά­ζε­ται μὲ ὠ­μὸ μο­σχα­ρί­σιο κρέ­ας.
(2) Πόν­τς μὲ ρού­μι καὶ γά­λα. Εἶ­ναι χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πο­τὸ τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς.


Πη­γή: https://lecturia.org/cuentos-y-relatos/manuel-rojas-nochebuena-en-santiago/6677/

Μα­νου­ὲλ Ρό­χας (Manuel Rojas). Γεν­νή­θη­κε στὸ Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες τὸ 1896 καὶ πέ­θα­νε στὸ Σαν­τιά­γκο τὸ 1973. Ἂν καὶ ἡ μα­κρὰ ζω­ή του καὶ τὸ με­γά­λο του ἔρ­γο τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ πει­ρα­μα­τι­στεῖ καὶ νὰ προ­βάλ­λει τὶς πιὸ ποι­κί­λες ἀν­θρώ­πι­νες κα­τα­στά­σεις, ὁ Ρό­χας πα­ρέ­μει­νε πι­στὸς σὲ μιὰ βα­θιὰ ρι­ζω­μέ­νη ὀ­πτι­κή τῶν πραγ­μά­των: αὐ­τὴ τοῦ λα­ϊ­κοῦ ἀν­θρώ­που, τα­πει­νοῦ καὶ ἐ­πί­μο­νου, ὑ­πο­χω­ρη­τι­κοῦ καὶ ἀ­ρι­στο­κρά­τη, ἀ­κό­μα καὶ ἂν δὲν εἶ­χε τί­πο­τα ἢ ὑ­πῆρ­ξε πε­ρι­θω­ρι­ο­ποι­η­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν κοι­νω­νί­α. Τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του ἑ­στι­ά­ζε­ται στὴν οὐ­σι­α­στι­κὴ ἀλ­λη­λεγ­γύ­η με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων, τὴ συμ­πό­νοι­α ποὺ δὲ χρει­ά­ζε­ται με­γά­λα λό­για ἢ χει­ρο­νο­μί­ες γιὰ νὰ ἐκ­δη­λω­θεῖ. Στὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τῆς πα­ρα­γω­γι­κῆς του πο­ρεί­ας ὁ Ρό­χας θε­ω­ροῦν­ταν ὁ πιὸ σπου­δαῖ­ος χι­λια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ὁ με­γα­λύ­τε­ρος μον­τέρ­νος κλη­ρο­νό­μος τῆς με­γά­λης πα­ρά­δο­σης τοῦ χι­λια­νοῦ ρε­α­λι­σμοῦ. Παι­δὶ τα­πει­νῶν Χι­λια­νῶν με­τα­να­στῶν, με­γά­λω­σε στὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ϊ­ρες, στὸ Ρο­ζά­ριο καὶ στὴ Μεν­τό­ζα, ἐ­νῶ ἐ­παγ­γέλ­θη­κε τὰ πάν­τα: βο­η­θὸς ρά­φτη, μα­ραγ­κός, μη­χα­νι­κός, ἠ­λε­κτρο­λό­γος, φύ­λα­κας σὲ τσίρ­κο, ἐ­λαι­ο­χρω­μα­τι­στής… Στὴ Μεν­τό­ζα, ἡ ἐ­πα­φή του μὲ ἐ­ξό­ρι­στους Χι­λια­νοὺς ἀ­ναρ­χι­κοὺς ὑ­πῆρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κὴ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ του ταυ­τό­τη­τα, ἡ ἀ­ναρ­χι­κὴ χροι­ὰ τῶν δι­η­γη­μά­των του θὰ εἶ­ναι πάν­τα πρό­δη­λη, κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να σχῆ­μα ἄρ­νη­σης ἢ ἀν­τί­στα­σης σὲ κά­θε μορ­φὴ κοι­νω­νι­κῆς ἢ ἰ­δε­ο­λο­γι­κῆς κα­θε­στη­κυί­ας σκέ­ψης, ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὴν τῆς ὀρ­γα­νω­μέ­νης ἀ­ρι­στε­ρᾶς. Ἔρ­γα τοῦ Μα­νου­ὲλ Ρό­χας εἶ­ναι τά: Hombres del sur, El delicuente, Lanchas en la bahñia, la ciudad de las Césares, Hijo de Ladrón, Mejor que el vino, ἀ­νά­με­σα σὲ ἄλ­λα.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Παλαιολόγος: Ὁ αἰ­ω­νό­βιος


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


αἰ­ω­νό­βιος


ΤΑΝ ΠΗΡΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ νὰ γρά­ψει τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του, τὸ ἔ­κα­νε με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρι­μη σκέ­ψη, ἄλ­λω­στε σὲ λί­γους μῆ­νες θὰ ἔ­κλει­νε τὰ 70 καὶ αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι δὲν εἶ­χε και­ρὸ γιὰ χά­σι­μο. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες μιᾶς ζω­ῆς ἄρ­χι­σαν νὰ ξε­πη­δοῦν σὰν χεί­μαρ­ρος πά­νω στὸ χαρ­τί· ἔ­γρα­φε μὲ τέ­τοι­ο ρυθ­μὸ ὥ­στε μέ­σα σὲ τρεῖς μῆ­νες ἔ­φτα­σε στὸ πα­ρόν (του).

        Ὁ κύ­ριος Βα­σί­λης, ὅ­μως, εἶ­χε γλυ­κα­θεῖ ἀ­πὸ τὸ ἐ­θι­στι­κὸ με­θύ­σι τῆς αὐ­το­μυ­θο­πλα­σί­ας. Οἱ τρεῖς μῆ­νες τοῦ εἶ­χαν φα­νεῖ λί­γοι· τὸ χέ­ρι του δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­φή­σει τὸ μπλὲ Bic στυ­λό. Ἄρ­χι­σε, λοι­πόν, νὰ γρά­φει γιὰ τὰ μελ­λού­με­νά του, ὄ­χι ὅ­μως ἐν εἴ­δει προ­φη­τεί­ας, πα­ρὰ ἐν εἴ­δει βι­ώ­μα­τος.

        Συ­νέ­χι­σε μὲ τὸν ἴ­διο φρε­νή­ρη ρυθ­μὸ γιὰ ἄλ­λους τρεῖς μῆ­νες, ὅ­ταν καὶ πέ­θα­νε (πολ­λοὶ εἶ­παν ὅ­τι τὸν ἐ­ξάν­τλη­σε ἡ πυ­ρε­τώ­δης συγ­γρα­φή), κα­τα­φέρ­νον­τας νὰ γί­νει, ἔ­τσι, ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­ζη­σε 101 χρό­νια ἂν καὶ πέ­θα­νε στὰ 70 του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γο­ς (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Dimitris Tulios: Las pantuflas de la madre


Dimitris Tulios


Las pantuflas de la madre


L ROSTRO DE LA MADRE es infalible. Lo miras y te dice qué ocurre. Y no solo en sus adentros.

            Sus mejillas han sido rajadas como por un río de lágrimas que fluía otrora, pero que ya se ha secado, dejando árida la piel.

            Vino el primo y sobrino a darles el pésame a los dos viejitos y al ya único hijo. Emisario de la pena también él. La pérdida de la hija fue el motivo.

            Buena gente el primo. Con un humor emanado desde su profunda tristeza y su enfermedad. La misma enfermedad que expulsó a la niña de este mundo.

            Fingidas las risas. Hinchados los párpados del padre de tanto desbor­damiento. Ya no hay lágrimas. Después se secaron también las palabras, acabaron las historias del primo y sobrino.

            «¿Preparo café?», vino a romper el silencio la proposición de la madre. Mis dientes reprimían la pena mordiendo algo ondulado que nadaba en el ambiente. El primo asintió.

            «Bendito sea el camino», madre, hoy, salita-cocina-despensa-cazo. Tus pantuflas arrastrándose por la alfombra interpretan un monólogo. Madre, hay lenguas que no conocemos aún. Y ya las hablas a la perfección.

            El café, madre, sin embargo, nos lo debes.



Fuente: Planodion Bonsái, 3 de junio de 2021.

Dimitris Tulios (Patras, 1966). Trabaja como docente. Ha participado en obras colectivas de poesía y cuentos.

Traducción colectiva de equipo Proyecto GreQuerías. Revisión: Eduardo Lucena y Konstantinos Paleologos.


Ana Strulia: La intrusa


Ana Strulia 


La intrusa


NA MAÑANA me desperté y no recordaba nada. Acababa de abrir los ojos y antes de que me diese tiempo a preguntarme cuál era esta desconocida habitación y cómo había llegado aquí, la puerta se abrió y entró apresuradamente una Señora desaliñada –llevaba la ropa puesta de tal modo que no alcanzabas a comprender si había dormido con ella o si se había vestido para salir– la cual, con sorprendente seguridad, me dijo alterada: “¡Levántate rápido, Ana! ¿Qué estás haciendo?, vas a llegar tarde.”

            Sin darme tiempo a reaccionar, desapareció dando un portazo; sin embargo, yo había conseguido ya un primer dato sobre mi persona, que me llamaba Ana, y que por algún motivo debía apresurarme. Esto último me provocó un cierto malestar. Habría preferido haber tenido el tiempo suficiente para curiosear la habitación.

            Tal y como venían las cosas, no tenía tiempo para mucho. Me levanté rápidamente, eché una mirada apresurada al espejo y abrí el armario para vestirme. Me puse una blusa y un pantalón, cogí también un abrigo y abrí la puerta.

            Antes incluso de llegar al rellano, la misma Señora apareció por mi izquierda y, con la misma premura de antes, sin esperar ni un instante, me gritó: “¿Qué quieres que te tenga para almorzar? Y no se te ocurra tardar; te lo tiene dicho el médico: tienes que descansar.” Su voz me llegaba ahora desde la derecha.

            Estaba ya en el piso superior. Ventanales por todas partes y frente a mí un sofá con una mesita – la salita. Estuve un tiempo preguntándome si debía girar a la izquierda o a la derecha, pero de nuevo sabía que a la izquierda estaba la cocina, y que debía irme.

            Así pues, me dirigí a la derecha y, tras dos o tres pasos, me encontré en un enorme salón: Al frente un comedor, al fondo dos sofás y, más allá, en el rincón de la izquierda, un piano. Al lado de este estaba la puerta del balcón y junto a ella la de la salida. “Una pena que no tenga tiempo para enterarme de si sé tocar el piano”, pensé. “Y lo peor es no saber por qué tengo que darme prisa”. La Señora, por supuesto, no estaba por ninguna parte. “Debe de estar en la terraza” pensé, “de todos modos, no puedo arriesgarme. Mejor irme ahora que estoy a tiempo”.

            Fui directamente hacia la salida y, antes de abrir la puerta, me detuve para gritar “Me voy”, sin obtener respuesta. Me subí al ascensor y le di al botón de la planta baja.

            Cuarto piso. “Así que estaba en el quinto”. Conforme iba bajando pisos, pensé: “¿Por qué me alegro de haber escapado, si no sé de qué ni a dónde iré ahora? ¿Por qué huyo? No sé el motivo pero he de volver… Ya que me esperan…”

            Del ascensor salí al pasillo del edificio, y busqué en mis bolsillos. Ni papeles, ni dinero, ni nada de nada. Ni siquiera sabía en qué ciudad y en qué país me encontraba. Me decidí: “Voy a volver y lo preguntaré.”

            Me subí al ascensor y le di al botón del quinto. Me sentí inquieta mientras subía. Me avergonzaba molestar de nuevo a la ocupada Señora, que tanto se preocupaba de que llegase a tiempo, pero no me quedaba otra opción.

Estaba ahora enfrente de la única puerta de la quinta planta. No había ni nombre ni mirilla; nada, únicamente el timbre. Llamé y esperé. Tras unos segundos se escucharon unos pasos apresurados, y la puerta se abrió. Entré y vi la espalda de la Señora conforme se alejaba rauda, casi corriendo. Temí que desapareciese de nuevo. “Eeeh…”, dije, corriendo yo también tras ella.

            “¿Por qué has vuelto?” me gritó sin detenerse. Estábamos ya en la salita y corríamos hacia la cocina. “Un momento”, le grité y al instante me arrepentí. “Lo he dicho demasiado fuerte”, pensé, y me sentí peor que antes. Se detuvo, se giró hacia mí y me miró. Tenía los ojos enrojecidos y brillantes. “¿Qué ha pasado ahora? ¿Qué se te ha olvidado?”, me preguntó enfadada, y parecía a punto de marcharse. Tragué saliva. Le dije insegura: “Perdona, ¿pero quién eres?”

            Bajó la vista y se dejó caer sobre el sillón. Por un momento pareció calmarse. Pero solo por un instante. Después volvió a enfurecerse y me gritó enfadada: “¿No crees que esto está durando demasiado? ¡BASTA YA! ¡BASTA! Tienes que olvidar ya y seguir adelante. Imagina, chiquilla, que un día despiertas y has dejado todo atrás. Imagina que un día despiertas y no recuerdas nada.”



Fuente: Planódion-Bonsái, 30/08/2022.

Ana Strulia (Volos, 1983). Estudió Filología en Salónica (Universidad Aristóteles de Salónica), Lingüística (Máster, París 8) y Antropología de la Educación en París (Máster, París 5) y Edición de Textos (Fundación Cultural del Banco Nacional de Grecia) y Bellas Artes en Atenas (Máster, Facultad de Bellas Artes de Atenas), donde vive y trabaja.

Traducción: Alejandro Laguna López

Revisión: Rafael Herrera – Konstantinos Paleologos

La presente traducción es producto de las clases de Traducción Literaria que imparte Konstantinos Paleologos en la Facultad de Letras de la Universidad Aristóteles de Salónica, curso 2022/23.


Rena Samará-Maina: Fotos de boda


Rena Samará-Maina


Fotos de boda


I PRIMER MARIDO era alto y robusto. En invierno vestía siempre gorro de visera y en verano un Panamá. Tiene estilo, decían mis amigas. La verdad es que nunca andaba al descubierto, la cabeza siempre la tenía tapada, y no por razones de estilo, como creían mis amigas, sino para que no se le notara la alopecia. Cuando veía anuncios de champús y de geles para el cabello, se echaba siempre a llorar. Y a continuación sacaba las fotos de la escuela y contemplaba durante horas sus ricitos, que caían indómitos sobre sus ojos. Mi suegra, hasta que él cumplió los cuarenta, lo llamaba ricitos míos, y yo a duras penas contenía la risa. Estaba tan gracioso acurrucado en sus brazos, mientras ella le acariciaba el pelo inexistente. Cuando murió guardé el cepillo de plata de su pelo inexistente. Lo saqué después de años en desuso del cajón – fue entonces cuando empecé con la quimio.

            Mi segundo marido pelo tenía de sobra. De cerebro no tanto. Deshabitada su bella cabeza rubia. Al verlo por primera vez –un poco después de recuperarme– me dije que la vida me debe una segunda oportunidad. Me casé a mucha honra y gloria. Pero su honra era deshonrosa. De noche deambulaba entre casas de juego, y de día marcaba barajas. Mi vida se convirtió en un infierno. Hubo días en los que no teníamos ni un dracma para comprar pan. A punto estuve de vender mi propio culo para saldar sus deudas. Y el pelo que había vuelto a crecerme volvió a escasear. Una noche que salió para desplumarlos a todos, según me dijo, le di dos besos, cerré la puerta al mal y cambié en plena noche la cerradura. Lo único que me quedó de aquel fue una baraja marcada.

            Mi tercer marido es gay. Sé que se casó conmigo solo para disimular. Profesor de secundaria, filólogo, no vaya a dar pie a habladurías. Y la pobre de su madre, para zafarse de los comentarios de las lenguas viperinas de sus amigas. Honesto, sin embargo, me puso las cartas sobre la mesa desde el principio. En casa todo marcha como un reloj. Hogar en orden, sonrisas, comprensión y aceptación. De sexo, nada, pero qué más da. A la menopausia le bastan las caricias, los besos y un par de palabras tiernas. En las frías noches de invierno me peina el pelo con el cepillo de plata y jugamos a las cartas con la baraja marcada. Después de todo, no es inalcanzable la felicidad.



Fuente: Planodion Bonsái, 20 de octubre de 2020.

Rena Samará-Maina (Komotiní, 1969). Estudió Filología Clásica. Dirige y coordina el Círculo de Lectores de su ciudad natal.

Traducción colectiva de equipo Proyecto GreQuerías. Revisión: Eduardo Lucena y Konstantinos Paleologos.