Ρόμ­περτ Σά­παρντ (Robert Shapard): Ἡ ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτη ἐ­πα­νε­πι­νό­η­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης μυ­θο­πλα­σί­ας



Ρόμ­περτ Σά­παρντ (Robert Shapard)


Ἡ ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτη ἐ­πα­νε­πι­νό­η­ση

τῆς πο­λὺ σύν­το­μης μυ­θο­πλα­σί­ας


(The Remarkable Reinvention of Very Short Fiction)


ΠΟΛΥ ΣΥΝΤΟΜΗ μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­παν­τᾶ μὲ πολ­λὲς ὀ­νο­μα­σί­ες, ποὺ ποι­κίλ­λουν ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἔ­κτα­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας καὶ τὴ χώ­ρα. Στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, ἡ πλέ­ον δι­α­δε­δο­μέ­νη ὀ­νο­μα­σί­α εἶ­ναι flash· στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ micro. Ἄ­κρες μέ­σες, μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι δέ­κα φο­ρὲς συν­το­μό­τε­ρη ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­δο­σια­κὸ δι­ή­γη­μα, ὡ­στό­σο οἱ ἀ­ριθ­μοὶ δὲν μᾶς λέ­νε τὰ πάν­τα. Προ­τι­μῶ τὶς με­τα­φο­ρές, σὰν κι αὐ­τὴ τῆς Λί­σας Βα­λεν­σου­έ­λα: «Συ­νή­θως πα­ρο­μοιά­ζω τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ θη­λα­στι­κό, ἄ­γριο σὰν τὴν τί­γρη ἢ καὶ ἥ­με­ρο σὰν τὴν ἀ­γε­λά­δα, τὸ δι­ή­γη­μα μὲ πτη­νὸ ἢ ψά­ρι καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα μὲ ἔν­το­μο (στὶς κα­λύ­τε­ρές των πε­ρι­πτώ­σε­ων ἰ­ρι­δί­ζον).»(1)

       Ἡ ἀ­πή­χη­ση τῶν ἐν λό­γῳ «ἰ­ρι­δι­ζόν­των ἐν­τό­μων» ὁ­λο­έ­να καὶ με­γα­λώ­νει παγ­κο­σμί­ως, ἰ­δί­ως ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980 κι ἔ­πει­τα. Στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, ἀν­θο­λο­γί­ες, συλ­λο­γὲς καὶ βι­βλι­α­ρά­κια τοῦ εἴ­δους ἔ­χουν που­λή­σει ἕ­να ἑ­κα­τομ­μύ­ριο ἀν­τί­τυ­πα – λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ μπὲστ σέ­λερ τοῦ Τζὸν Γκρί­σαμ, ὅ­μως ὁ ἀ­ριθ­μὸς δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου εὐ­κα­τα­φρό­νη­τος. Ἠ­θο­ποι­οὶ τῆς τη­λε­ό­ρα­σης καὶ τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου ἔ­χουν δι­α­βά­σει τέ­τοι­α κεί­με­να στὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ, τὰ ἔ­χουν ἠ­χο­γρα­φή­σει γιὰ νὰ με­τα­δο­θοῦν μα­γνη­το­σκο­πη­μέ­να στὴν ἐκ­πομ­πὴ Selected Shorts τοῦ National Public Radio. Παγ­κό­σμια συ­νέ­δρια μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἔ­χουν δι­ε­ξα­χθεῖ καὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ δι­ε­ξά­γον­ται στὴν Ἐλ­βε­τί­α, τὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ σὲ ἄλ­λες χῶ­ρες. Στὴ Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α, ἔ­χει κα­θι­ε­ρω­θεῖ καὶ ἑ­ορ­τά­ζε­ται Ἐ­θνι­κὴ Μέ­ρα Flash Fiction (ὅ­πως δι­α­βά­ζου­με στὴν Guardian)(2), πράγ­μα ποὺ ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς Νέ­ας Ζη­λαν­δί­ας.

       Ἐν­τού­τοις, λί­γοι μοιά­ζουν νὰ γνω­ρί­ζουν ἀ­κρι­βῶς τοὺς λό­γους τῆς ἀ­πή­χη­σης τῶν μι­κρο­σκο­πι­κῶν αὐ­τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ἢ ἀ­κό­μη καὶ τί εἶ­ναι. Ἄ­ρα­γε εἶ­ναι μό­δα τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου; Εἶ­ναι σύν­το­μα δι­ό­τι ἡ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ τὸ Twitter ἔ­χουν συρ­ρι­κνώ­σει τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα δι­α­τή­ρη­σης τῆς προ­σο­χῆς; Ἂν ἰ­σχύ­ει τὸ τε­λευ­ταῖ­ο, ὁ Τζού­λιαν Γκόφ, πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ἰρ­λαν­δὸς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος ποὺ ζεῖ στὴ Γερ­μα­νί­α, τὸ βλέ­πει ἀρ­κε­τὰ θε­τι­κά. Στὸ Βest European Fiction 2010 (στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­με­τέ­χει μ’ ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα), ἐ­πι­ση­μαί­νει τὸ ἑ­ξῆς:

       «Ἡ γε­νιά μου, κα­θὼς καὶ οἱ νε­ό­τε­ροι, δέ­χον­ται τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α ὄ­χι μὲ τὴ μορ­φὴ μα­κρο­σκε­λοῦς, συ­νε­κτι­κῆς, αὐ­το­τε­λοῦς ἑ­νό­τη­τας (μιᾶς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς ται­νί­ας, ἑ­νὸς δί­σκου, ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος) ἀλ­λὰ μέ­σῳ θραυ­σμά­των ποὺ δι­α­φέ­ρουν ση­μαν­τι­κὰ ὡς πρὸς τὸ ὕ­φος. (Ζά­πινγκ, σερ­φά­ρι­σμα στὸ δι­α­δί­κτυ­ο, ἀ­να­πα­ρα­γω­γὴ κομ­μα­τι­ῶν μὲ τυ­χαί­α σει­ρὰ στὸ iPod). Ἡ συν­θή­κη αὐ­τὴ ἀλ­λά­ζει τὸν τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο δι­α­βά­ζου­με, ἄ­ρα εἶ­ναι εὔ­λο­γο ὅ­τι ὀ­φεί­λει νὰ ἀλ­λά­ξει καὶ ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο γρά­φου­με. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­α κα­τα­στρο­φὴ ἀλ­λὰ γιὰ εὐ­και­ρί­α. Ἔ­χου­με τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ κά­νου­με νέ­α πράγ­μα­τα, πράγ­μα­τα ποὺ προ­η­γου­μέ­νως δὲν θὰ γί­νον­ταν ἀν­τι­λη­πτά. Τὸ τυ­πι­κὸ δι­ή­γη­μα (ποὺ ἔ­χει εἰ­πω­θεῖ καὶ ξα­να­ει­πω­θεῖ δε­κά­δες χι­λιά­δες φο­ρὲς) πά­σχει ἀ­πὸ σύν­δρο­μο ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νης κα­τα­πό­νη­σης. Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο ἔ­χουν προ­σαρ­μο­στεῖ στὴν κρί­ση αὐ­τὴ καὶ ἔ­χουν δι­α­τη­ρή­σει τὸ κοι­νό τους. Ἡ λο­γο­τε­χνί­α δὲν τὸ ἔ­χει κά­νει.»(3)

       Ἡ συμ­βου­λὴ τοῦ Γκὸφ στοὺς νε­α­ροὺς συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι: «Κλέψ­τε ἀ­πὸ τὸ The Simpsons, ὄ­χι ἀ­πὸ τὸν Χέν­ρι Τζέ­ιμς.»

       Ἀ­κό­μη κι ἂν ἡ πο­λὺ μι­κρὴ φόρ­μα ἰ­σο­δυ­να­μεῖ μὲ ἐ­λευ­θε­ρί­α γιὰ τοὺς συγ­γρα­φεῖς, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ ἐ­μᾶς συ­νε­χί­ζου­με νὰ ἐ­ξο­μοι­ώ­νου­με τὴ «λο­γο­τε­χνί­α» μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (σί­γου­ρα ὄ­χι μὲ τὸ The Simpsons), πράγ­μα ποὺ ἴ­σως ἐ­ξη­γεῖ ἐν μέ­ρει για­τί οἱ κρι­τι­κοὶ ἔ­χουν δώ­σει τό­σο λί­γη προ­σο­χὴ σὲ δου­λει­ὲς τῆς συν­το­μί­ας τοῦ flash ἢ τοῦ sudden fiction. Ἐν­τού­τοις, ἂν κοι­τά­ξου­με ἀρ­κε­τὰ πί­σω, ἡ εἰ­κό­να δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ­ται. Σπου­δαῖ­οι συγ­γρα­φεῖς ἔ­γρα­ψαν πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες πο­λὺ πρὶν γρα­φτεῖ μυ­θι­στό­ρη­μα. Ὁ Πε­τρώ­νιος ἔ­γρα­ψε μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες στὴν ἀρ­χαί­α Ρώ­μη καὶ ἡ Μα­ρί­α τῆς Γαλ­λί­ας κα­τὰ τὸν με­σαί­ω­να. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Ντε­φό­ου (στὸν ἀγ­γλό­φω­νο κό­σμο του­λά­χι­στον), τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα —δη­λα­δή, ὁ τύ­πος τῆς ἐν­σαρ­κω­μέ­νης ρε­α­λι­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης— κυ­ρι­άρ­χη­σε καὶ κυ­ριαρ­χεῖ στὴ μυ­θο­πλα­σί­α. Ὡ­στό­σο, τὸν εἰ­κο­στὸ αἰ­ώ­να, πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­νά­με­σά τους ὁ Μπόρ­χες, ὁ Κορτά­σαρ, ὁ Βάλ­ζερ, ὁ Κάφ­κα, ὁ Μπου­τζάτι, ὁ Καλ­βί­νο, ἡ Ντί­νε­σεν καὶ ὁ Κα­ου­αμ­πά­τα ἐ­πέ­λε­ξαν νὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν στὴν πο­λὺ μι­κρὴ φόρ­μα. Ξε­κί­νη­σαν ἄ­ρα­γε μιᾶς μορ­φῆς ἀ­θό­ρυ­βη ἀ­να­γέν­νη­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ τώ­ρα μό­νον, χά­ρη στὶς ἀ­πέ­ραν­τες δυ­νά­μεις τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου, ἀν­θεῖ ἀ­πὸ τὴ Γροι­λαν­δί­α ὥς τὴν Ἰν­δο­νη­σί­α μὲ nanos, micros, suddens καὶ flashes;

       Ναὶ καὶ ὄ­χι. Γιὰ πο­λὺ και­ρὸ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, ἡ μό­νη ὑ­παρ­κτὴ πα­ρά­δο­ση ἦ­ταν κά­τι ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔπιαναν μιὰ σε­λί­δα καὶ δη­μο­σι­εύ­ον­ταν σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ ποι­κί­λης ὕ­λης σὰν τὸ Ladies Home Journal. (Ἡ λέ­ξη «πα­ρά­δο­ση» ἴ­σως δὲν ται­ριά­ζει ἐ­δῶ – μὲ βά­ση ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ με­λέ­τη πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Κα­λι­φόρ­νιας τὸ Journal εἶ­χε δη­μο­σι­εύ­σει ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α σὲ ὅ­λα τὰ τεύ­χη τῶν τε­λευ­ταί­ων πε­νήν­τα ἐ­τῶν. Λε­πτο­μέ­ρει­ες ὅ­πως τὸ σκη­νι­κὸ καὶ οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες ἄλ­λα­ζαν ὄν­τως, ὅ­μως ἡ πλο­κὴ πα­ρέ­με­νε ἡ ἴ­δια: πάν­τα κά­τι γί­νε­ται στὸ τέ­λος κι ἔ­χου­με χά­πι ἔντ.)

       Ὁ ρυθ­μὸς τοῦ πο­λὺ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος, σύμ­φω­να μὲ τὴν Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς, «συ­χνὰ προ­σο­μοιά­ζει ὑ­φο­λο­γι­κὰ στὴν ποί­η­ση μᾶλ­λον πα­ρὰ στὴ συμ­βα­τι­κὴ πρό­ζα, ἡ ὁ­ποί­α πρό­δη­λα ἐ­πι­δι­ώ­κει νὰ δρα­μα­το­ποι­ή­σει τὴν ἐμ­πει­ρί­α καὶ νὰ ξυ­πνή­σει συ­ναι­σθή­μα­τα· στοὺς σφι­χτοὺς καὶ μι­κροὺς χώ­ρους, ἡ ἐμ­πει­ρί­α περ­νᾶ μό­νον μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ὑ­παι­νιγ­μό».

       Ἤ­δη ὅ­μως τὸ 1985, ποὺ ὁ Τζέ­ιμς Τό­μας κι ἐ­γὼ ἀρ­χί­σα­με νὰ συλ­λέ­γου­με πο­λὺ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α Sudden Fiction, εἶ­χε συμ­πλη­ρω­θεῖ δε­κα­ε­τί­α ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πει­ρα­μα­τι­κὲς δου­λει­ὲς πρω­το­εμ­φα­νί­στη­καν αἰφ­νι­δί­ως στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Δὲν ἦ­ταν πο­τὲ τυ­πο­ποι­η­μέ­να, συ­χνὰ ξάφ­νι­α­ζαν, πάν­το­τε συ­νι­στοῦ­σαν μιᾶς μορ­φῆς πρό­κλη­ση. Ὁ­ρι­σμέ­να χρη­σι­μο­ποι­οῦν τὴ ρε­α­λι­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση, ἀλ­λὰ σὲ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ κλί­μα­κα. Ἄλ­λα προ­σεγ­γί­ζουν πλα­γί­ως τὴ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως τὸ πα­ρά­δο­ξο καὶ συγ­κι­νη­τι­κὸ «Mo­ther» τῆς Γκρέις Πέ­ϊ­λι, ποὺ ξε­κι­νᾶ μὲ τὴν ἀ­φη­γή­τρια νὰ λέ­ει πὼς ἀ­νέ­κα­θεν ἤ­θε­λε νὰ γρά­ψει μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ τὸ τέ­λος της θὰ εἶ­ναι «καὶ τό­τε πέ­θα­νε», καὶ κα­τὰ μιὰ ἔν­νοι­α μᾶς ξαφ­νιά­ζει στὴν ἑ­πό­με­νη σε­λί­δα κά­νον­τας ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό. Σὲ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες ση­μει­ώ­νε­ται μιὰ ἀλ­λό­κο­τη ἐ­πι­τά­χυν­ση, ὅ­πως στὴ λαμ­πρὴ ἱ­στο­ρί­α «A Fa­ble» του Ρό­μπερτ Φοξ, μὲ θέ­μα ἕ­ναν νε­α­ρὸ στὸν ὑ­πό­γει­ο σι­δη­ρό­δρο­μο ποὺ εἶ­ναι τό­σο μὰ τό­σο χα­ρού­με­νος ποὺ πά­ει πρώ­τη μέ­ρα γιὰ δου­λειὰ στὴν πό­λη, ποὺ ἐ­ρω­τεύ­ε­ται μιὰ ὄ­μορ­φη γυ­ναί­κα πού ’­ναι κα­θι­σμέ­νη ἀ­πέ­ναν­τί του, καὶ τοὺς παν­τρεύ­ει ὁ εἰ­σπρά­κτο­ρας στὴν ἑ­πό­με­νη στά­ση. Ὁ­ρι­σμέ­να ἄλ­λα ἀ­κο­λου­θοῦν ἀν­τί­στρο­φη πο­ρεί­α, ὅ­πως τὸ συγ­κι­νη­τι­κὸ «Cur­rents» τῆς Χάν­νας Βά­σκο­ϊλ, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­φή­γη­ση δὲν γί­νε­ται μέ­σω φλὰς μπὰκ (ποὺ ἐ­πι­στρέ­φουν στὸ πα­ρὸν) ἀλ­λὰ μὲ μι­κρὲς πα­ρα­γρά­φους ποὺ τα­ξι­δεύ­ουν ἀ­δυ­σώ­πη­τα ὁ­λο­έ­να καὶ βα­θύ­τε­ρα στὸ πα­ρελ­θόν.

       Οἱ ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τὲς δὲν συ­νι­στοῦν ἀ­να­γέν­νη­ση κά­ποι­ας ἀρ­χαί­ας φόρ­μας. Συ­νι­στοῦν ἀ­πό­πει­ρες ἐ­πα­νε­πι­νό­η­σης τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας.

       Πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς, ὅ­ταν τοὺς ρω­τή­σα­με γιὰ τὸ νέ­ο αὐ­τὸ εἶ­δος μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀ­να­φέρ­θη­καν στὴ σχέ­ση του μὲ ἄλ­λα εἴ­δη. «Ὁ ρυθ­μὸς τοῦ πο­λὺ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος», σύμ­φω­να μὲ τὴν Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς, συ­χνὰ προ­σο­μοιά­ζει ὑ­φο­λο­γι­κὰ στὴν ποί­η­ση μᾶλ­λον πα­ρὰ στὴ συμ­βα­τι­κὴ πρό­ζα, ἡ ὁ­ποί­α πρό­δη­λα ἐ­πι­δι­ώ­κει νὰ δρα­μα­το­ποι­ή­σει τὴν ἐμ­πει­ρί­α καὶ νὰ ξυ­πνή­σει συ­ναι­σθή­μα­τα· στοὺς σφι­χτοὺς καὶ μι­κροὺς χώ­ρους, ἡ ἐμ­πει­ρί­α περ­νᾶ μό­νον μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ὑ­παι­νιγ­μό».(4)

       Ἄλ­λοι, ὅ­πως ὁ Ρά­σελ Μπάν­κς, ἐ­πι­χεί­ρη­σαν νὰ φτά­σουν βα­θιὰ στὶς ἀ­παρ­χὲς τῆς φόρ­μας:

       Εἶ­ναι κά­τι μο­να­δι­κό, ἐγ­γε­νῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸ δι­ή­γη­μα, μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὸ σο­νέ­το ἢ τὸ γκα­ζὰλ – δύ­ο γορ­γές, ἀν­τίρ­ρο­πες κι­νή­σεις, ἐν­δε­χο­μέ­νως σὲ δι­α­λε­κτι­κὴ σύν­δε­ση, κι ἔ­πει­τα ἕ­να ἅλ­μα ποὺ ὁ­δη­γεῖ σὲ μιὰ ρι­ζι­κὴ λύ­ση ἡ ὁ­ποί­α ἀ­φή­νει στὸν ἀ­να­γνώ­στη μιὰ ἰ­δι­α­ζόν­τως εὐ­χά­ρι­στη ἀ­γω­νί­α. Ἡ πη­γή, ἡ ἀ­νάγ­κη νὰ φτια­χτεῖ ἡ φόρ­μα αὐ­τὴ μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἀ­νάγ­κη ποὺ γέν­νη­σε τὰ σκαν­δι­να­βι­κὰ κέ­νινγκ, τὰ ζὲν κό­αν, τὶς ἱ­στο­ρί­ες τῶν σού­φι, ὅ­που ἡ γλώσ­σα καὶ ἡ με­τα­φυ­σι­κὴ πα­λεύ­ουν γιὰ μιὰ λα­βὴ σὰν τοὺς ἀρ­χαί­ους ἕλ­λη­νες πα­λαι­στὲς καὶ ὄ­χι ἡ ἀ­νάγ­κη ποὺ γέν­νη­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἢ καὶ τὸ δι­ή­γη­μα ἀ­κό­μη, ὅ­που ἡ γλώσ­σα καὶ οἱ κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες κοι­μοῦν­ται γα­λή­νια ἡ μιὰ μέ­σα στὴν ἄλ­λη σὰν τὰ κου­τά­λια τῶν μπουρ­ζουά­δων.

       Κα­θὼς ὁ Τζέ­ιμς Τό­μας κι ἐ­γὼ συ­νε­χί­ζα­με νὰ συλ­λέ­γου­με ὑ­λι­κό, προ­σέ­ξα­με ὅ­τι ἕ­να κεί­με­νο, ὅ­σο πιὸ σύν­το­μο εἶ­ναι, θέ­τει ὑ­πὸ με­γα­λύ­τε­ρη ἀμ­φι­σβή­τη­ση τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ «πα­ρα­δο­σια­κοῦ» (ρε­α­λι­στι­κοῦ) δι­η­γή­μα­τος. Ὁ Τζέ­ιμς ἔ­θε­σε τὸ ἐ­ρώ­τη­μα: «Πό­σο σύν­το­μο μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να δι­ή­γη­μα γιὰ νὰ μὴν πά­ψει ν’ ἀ­πο­τε­λεῖ ὄν­τως δι­ή­γη­μα;» καὶ ἐμ­πνεύ­στη­κε τὸν τί­τλο Flash Fiction για μιὰ νέ­α ἀν­θο­λο­γί­α, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1992. Ὁ Τζε­ρὸμ Στὲρν στὴν ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε τὸ 1996 μὲ τί­τλο Micro Fiction τρά­βη­ξε ἀ­κό­μη πα­ρα­πέ­ρα τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τή. Συ­νέ­λε­ξε ἱ­στο­ρί­ες τῆς μι­σῆς ἔ­κτα­σης συγ­κρι­τι­κὰ μὲ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς ἱ­στο­ρί­ες flash fiction τοῦ Τζέ­ιμς. Λί­γα χρό­νια με­τά, κα­θὼς τὸ δι­α­δί­κτυ­ο ἔ­γι­νε μέ­ρος τῆς ζω­ῆς μας, ἐμ­φα­νί­στη­καν δι­α­δι­κτυα­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ μὲ ἀ­κό­μη πιὸ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ἔ­θε­σαν ἐκ νέ­ου τοὺς κα­νό­νες τοῦ παι­χνι­διοῦ καὶ πρό­τει­ναν, ἀ­σφα­λῶς, νέ­ες ὀ­νο­μα­σί­ες, ὅ­πως quick fictionnano fiction καὶ hint fiction. Σὺν τοῖς ἄλ­λοις, σὲ ἱ­στο­τό­πους ὅ­πως οἱ Double Room καὶ FlashFictionNet ἄρ­χι­σαν νὰ δη­μο­σι­εύ­ον­ται κρι­τι­κὲς γιὰ τὰ εἴ­δη αὐ­τά, ὡ­στό­σο στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες πάν­το­τε ἡ ἔμ­φα­ση θὰ δί­νε­ται στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ καὶ πρα­κτι­κὴ πλευ­ρά: τὸ θέ­μα μὲ τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πή­χη­ση ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ το flash fiction εἶ­ναι τὸ πῶς γρά­φε­ται. Δὲν μᾶς ἐκ­πλήσ­σει ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ ὅ­τι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι φοι­τη­τὲς προ­τι­μοῦν νὰ ἐ­πι­χει­ρή­σουν νὰ γρά­ψουν ἕ­να flash μιᾶς σε­λί­δας πα­ρὰ ἕ­να πα­ρα­δο­σια­κὸ δι­ή­γη­μα εἴ­κο­σι πέν­τε σε­λί­δων.

       Εἶ­ναι αὐ­τὸς κα­λὸς τρό­πος γιὰ νὰ μά­θει κα­νεὶς νὰ γρά­φει; Μπο­ρεῖ καὶ νὰ εἶ­ναι. Ἂς πά­ρου­με γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὴν Τζέιν Ἂν Φίλιπς, ἡ ὁ­ποί­α ὀ­φεί­λει τὴ φή­μη της στὴ θρυ­λι­κὴ συλ­λο­γὴ τοῦ εἴ­δους Black Tickets καὶ τῆς ὁ­ποί­ας τὸ πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα Lark and Termite ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο καὶ γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν καὶ γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο βι­βλί­ου. Ὡς νε­α­ρὴ ποι­ή­τρια, πο­λὺ πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου, ἔ­μα­θε μό­νη της νὰ γρά­φει γρά­φον­τας πε­ζὰ τῆς μιᾶς σε­λί­δας, βρί­σκον­τας στὴν πα­ρά­γρα­φο μιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α «μυ­στη­ρια­κὴ καὶ ἀ­να­τρε­πτι­κή», συμ­πλη­ρώ­νον­τας τὴν «ἁ­πλο­ϊ­κή, κοι­νὴ» φόρ­μα μὲ δυ­να­τές, λυ­ρι­κὲς εἰ­κό­νες, οἱ ὁ­ποῖ­ες λει­τουρ­γοῦν σω­ρευ­τι­κά. «Τὰ κα­λὰ πε­ζὰ τῆς μιᾶς σε­λί­δας ἔ­χουν τὴ δο­μὴ σπεί­ρας: οἱ λέ­ξεις ξε­δι­πλώ­νον­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν πυ­κνό, συμ­πα­γῆ πυ­ρή­να καὶ ἡ σπεί­ρα πε­ρι­στρέ­φε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὶς λέ­ξεις καὶ ξε­φεύ­γει ἀ­π’ τὰ πε­ρι­θώ­ρια τῆς σε­λί­δας», ὑ­πο­στη­ρί­ζει. «Τα­χύ­τη­τα, ἀ­κρί­βεια καὶ τέ­λος. Ἢ καὶ ὄ­χι. Τὰ πε­ζὰ τῆς μιᾶς σε­λί­δας θὰ πρέ­πει νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται στὸν νοῦ σὰν εἰ­κό­να κα­πνοῦ.»(5)

       Ἡ Φί­λιπς, πα­ρό­τι ἡ γρα­φή της εἶ­ναι λυ­ρι­κή, λέ­ει στοὺς μα­θη­τές της ὅ­τι τὰ μο­νο­σέ­λι­δα ὀ­φεί­λουν νὰ εἶ­ναι «ἀ­λη­θι­νὲς ἱ­στο­ρί­ες». Γιὰ νὰ βροῦ­με τί πρέ­πει νά ’­χει μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ νὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νὴ —τὰ ἐ­λά­χι­στα προ­α­παι­τού­με­να— μπο­ροῦ­με νὰ στρέ­ψου­με τὸ βλέμ­μα πέ­ραν τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν.


* * *


Πρὶν ἀ­πὸ λί­γα χρό­νια, δι­ορ­γα­νώ­θη­κε στὴν πρω­τεύ­ου­σα τῆς ἐ­παρ­χί­ας Νε­ου­κὲν στὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ παγ­κό­σμιο συ­νέ­δριο μὲ θέ­μα τὴν πο­λὺ σύν­το­μη μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τὴ συμ­με­το­χὴ ἑ­κα­τον­τά­δων ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κῶν ἀ­π’ ὅ­λον τὸν κό­σμο, τὴν Αὐ­στρί­α, τὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὸ Με­ξι­κό, τὴ Βρα­ζι­λί­α, τὴν Τζα­μά­ι­κα· οἱ πόρ­τες τοῦ ἀμ­φι­θε­ά­τρου τοῦ το­πι­κοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου ἄ­νοι­ξαν γιὰ νὰ ὑ­πο­δε­χτοῦν τὶς φω­τει­νές, ὄ­ψι­μα ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες, μέ­ρες τοῦ Νο­εμ­βρί­ου. Ἤ­μουν κι ἐ­γὼ ἐ­κεῖ, χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζω πο­λὺ κα­λὰ ἱ­σπα­νι­κά, ὡ­στό­σο δὲν δυ­σκο­λεύ­τη­κα νὰ ἀν­τι­λη­φθῶ τὸ πά­θος, τὸ κέ­φι καὶ τὴν εὐ­φυ­ΐ­α ποὺ συ­νε­πά­γε­ται ἡ ἑ­δραί­ω­ση τοῦ κύ­ρους τῆς πο­λὺ σύν­το­μης μυ­θο­πλα­σί­ας στὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς καὶ πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δές. Τὰ πο­λὺ σύν­το­μα πε­ζὰ στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ εἶ­ναι στὸ σύ­νο­λό τους συν­το­μό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀν­τί­στοι­χα ποὺ γρά­φον­ται στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, καὶ τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ τί­θεν­ται γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν ἔ­χουν νὰ κά­νουν πρω­τί­στως μὲ τὸ πό­σο σύν­το­μο μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ἀλ­λὰ μὲ τὸ κα­τὰ πό­σον εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη τὰ πο­λὺ σύν­το­μα πε­ζὰ νὰ ἀ­φη­γοῦν­ται ἱ­στο­ρί­ες. Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἕ­να micro ἢ mi­ni­fic­ción, ἀν­τι­στοί­χως μὲ ἕ­να sudden ἢ ἕ­να flash, εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἀ­πη­χεῖ κά­θε γνω­στὸ τρό­πο: τὸν ρε­α­λι­σμό, τὴ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α, τὸ φαν­τα­στι­κό, τὴν ἀλ­λη­γο­ρί­α, τὴν πα­ρα­βο­λή, τὸ ἀ­νέκ­δο­το.

       Σκε­φτεῖ­τε, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ρη, τὴν πο­λὺ γνω­στὴ Ἀλ­λη­λου­χία τῶν κή­πων τοῦ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ· ἕ­νας ἄν­τρας δι­α­βά­ζει μιὰ ἱ­στο­ρί­α μυ­στη­ρί­ου στὴν ὁ­ποί­α ἕ­νας ἄν­τρας ἕ­τοι­μος γιὰ φό­νο δι­α­σχί­ζει ἕ­να πάρ­κο, μπαί­νει σ’ ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα καί, μὲ τὸ μα­χαί­ρι στὸ χέ­ρι, ξε­γλι­στρᾶ πί­σω ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα αὐ­τὸν ποὺ δι­α­βά­ζει τὴν ἱ­στο­ρί­α μυ­στη­ρί­ου. Πρό­κει­ται γιὰ τὸ εἶ­δος τοῦ αἰ­νίγ­μα­τος ποὺ ἀ­κουμ­πᾶ στὸ φαν­τα­στι­κὸ (ἴ­σως καὶ γιὰ με­τα­φο­ρὰ γιὰ τὴν ἴ­δια τὴν ἀ­νά­γνω­ση) τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­ρέ­σει πο­λὺ στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή – βρι­σκό­μα­στε στὶς πα­ρυ­φὲς τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς μυ­θο­πλα­σί­ας, ὡ­στό­σο ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με τὴν ὕ­παρ­ξη μιᾶς ἱ­στο­ρί­ας ἢ ἀ­φή­γη­σης. Σκε­φτεῖ­τε τώ­ρα τὴν ἐ­πα­νεγ­γρα­φὴ (reescritura) (δη­μο­φι­λὴς φόρ­μα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ση­μαί­νει τὸ ξα­να­γρά­ψι­μο κει­μέ­νων ποὺ εἶ­ναι εὐ­ρέ­ως γνω­στά) τοῦ με­ξι­κα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Ἐντ­μοῦντο Βα­λα­ντές μὲ τί­τλο «Ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση»: «Οἱ μα­νι­α­σμέ­νες αὐ­τὲς σει­ρῆ­νες ποὺ οὐρ­λιά­ζουν πε­ρι­πλα­νώ­με­νες στὴν πό­λη ἀ­να­ζη­τών­τας τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α.»

       Πρῶ­τ’ ἀ­π’ ὅ­λα πα­ρα­τη­ροῦ­με τὴ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν σει­ρή­νων —πι­θα­νό­τα­τα πρό­κει­ται γιὰ τὶς σει­ρῆ­νες τῶν ἀ­σθε­νο­φό­ρων στὶς σύγ­χρο­νες πό­λεις—, ὕ­στε­ρα ἔρ­χε­ται, ἀ­σφα­λῶς, ἡ ἀ­πό­το­μη στά­ση στὸ ὄ­νο­μα Ὀ­δυσ­σέ­ας καὶ ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἀ­πὸ πλευ­ρᾶς μας τῆς πα­λιᾶς ἱ­στο­ρί­ας στὴν ὁ­ποί­α, δε­μέ­νος στὸ κα­τάρ­τι, ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας σα­γη­νεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὶς Σει­ρῆ­νες ποὺ θέ­λουν νὰ ρί­ξουν τὸ πλοῖ­ο του στὰ βρά­χια· μὲ τὸ ξάφ­νια­σμα αὐ­τὸ τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σης ἐ­γεί­ρον­ται ἐ­ρω­τή­μα­τα, προ­κύ­πτουν ἀν­τη­χή­σεις. Ἄ­ρα­γε ἀ­πο­τε­λεῖ γιὰ τὶς ἀρ­χαῖ­ες Σει­ρῆ­νες αἰ­ώ­νια κα­τα­δί­κη νὰ ψά­χνουν γιὰ πάν­τα, ἀ­κό­μη καὶ στὶς σύγ­χρο­νες πό­λεις, τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α ποὺ ξέ­φυ­γε; Ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ τὸ πεῖ; Μπο­ροῦ­με νὰ σκε­φτοῦ­με τὸν Λί­ο­πολντ Μπλοὺμ τοῦ Τζό­ις, ἕ­ναν σύγ­χρο­νο κα­θέ­ναν – οἱ σει­ρῆ­νες ἀ­να­ζη­τοῦν αὐ­τὸν τὸν ἴ­διο, τὸν ἀ­φη­γη­τὴ ἢ μή­πως ὅ­λους ἐ­μᾶς; Κα­θὼς ἡ σκέ­ψη μας ἀ­να­πτύσ­σε­ται, ξε­χνᾶ­με, ἴ­σως, ὅ­τι οἱ δώ­δε­κα λέ­ξεις του «Ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση» δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν κα­λὰ-κα­λὰ ὁ­λό­κλη­ρη πρό­τα­ση. Δι­α­θέ­τει στοι­χεῖ­α ἔ­πους – εἶ­ναι, ὅ­μως, ἱ­στο­ρί­α;


Βρῆ­κα τὸ κεί­με­νο μὲ τί­τλο «Ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση» σὲ μιὰ με­λέ­τη τοῦ Κό­λιν Πί­τερς μὲ τί­τλο «Minificción: A Narratological Investigation», ἡ ὁ­ποί­α ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Βι­έν­νης.(6) Η με­λέ­τη προ­σεγ­γί­ζει τὸ ἔρ­γο ὁ­ρι­σμέ­νων ἀ­φη­γη­μα­το­λό­γων ποὺ ἔ­λα­βαν μέ­ρος στὸ συ­νέ­δριο στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τῶν Λά­ου­ρο Σα­βά­λα καὶ Δα­βὶδ Λαγ­κμά­νο­βιτς, κα­θὼς καὶ τῶν Ζε­ρὰρ Ζε­νέτ, Τσβε­τὰν Τον­το­ρόφ, Ρο­λὰν Μπάρτ, καὶ τῆς Σλό­μιθ Ρί­νον Κι­νάν, ἡ ὁ­ποί­α ὁ­ρί­ζει ὡς ἐ­λά­χι­στο προ­α­παι­τού­με­νο ἑ­νὸς ἀ­φη­γή­μα­τος τὴν ὕ­παρ­ξη δύ­ο συμ­βάν­των. (Αὐ­τὸ μᾶς φέρ­νει στὸν νοῦ τὴ γνω­στὴ δή­λω­ση τοῦ Ε.Μ. Φόρ­στερ κα­τὰ τὶς δι­α­λέ­ξεις του στὴν Ὀξ­φόρ­φη τὸ 1927: «Ὁ βα­σι­λιὰς πέ­θα­νε κι ὕ­στε­ρα πέ­θα­νε ἡ βα­σί­λισ­σα· αὐ­τὸ συ­νι­στᾶ ἱ­στο­ρί­α.» Μὲ βά­ση τὸ κρι­τή­ριο αὐ­τὸ «Ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση» δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἱ­στο­ρί­α. Ὁ Πί­τερς, ὡ­στό­σο, τὴν ἀ­πο­δέ­χε­ται ὡ­ς mi­ni­fic­ción, ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ἁ­πλῶς ὅ­τι τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς ἀ­φή­γη­σης δὲν εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο γιὰ τὸ εἶ­δος.

       Ἐν­τού­τοις, ὁ Χού­λιο Ὀρ­τέγ­κα ἀ­πὸ τὸ Πε­ρού, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Μπρά­ουν, θέ­τει χα­μη­λό­τε­ρα τὸ ὅ­ριο γιὰ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ἕ­να κεί­με­νο ἱ­στο­ρί­α, ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅ­τι ἡ βά­ση μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να καὶ μό­νο συμ­βάν:

       Ἡ πρώ­τη ἱ­στο­ρί­α ποὺ γρά­φτη­κε πο­τέ, ὅ­πως δι­ά­βα­σα κά­που, ἐμ­φα­νί­ζε­ται σὲ μιὰ ἀρ­χαί­α αἰ­γυ­πτια­κὴ ἐ­πι­γρα­φὴ καὶ ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς: «ὁ Τζὸν πῆ­γε τα­ξί­δι.» Πῶς ξέ­ρου­με ὅ­τι ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ flash fiction καὶ ὄ­χι μὲ ντο­κου­μέν­το; Ὁ λό­γος εἶ­ναι ὅ­τι τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο κα­νεὶς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νά ’­χει φύ­γει ἀ­πὸ τὴν πό­λη του μὲ τὴ θέ­λη­σή του. Ἐ­πι­πλέ­ον, συμ­πυ­κνώ­νει τὴν οὐ­σί­α, τὸν πυ­ρή­να τοῦ sudden fiction: ὑ­πάρ­χει χα­ρα­κτή­ρας (τὸν λέ­ω «John», ὅ­μως ἔ­χει χι­λιά­δες ὀ­νό­μα­τα), ὑ­πάρ­χει κυ­ρί­αρ­χη δρά­ση (ἡ ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι σὲ πρῶ­το πλά­νο) καὶ ὅ,τι ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ἢ λέ­γε­ται συμ­βαί­νει σὲ ὁ­ρι­σμέ­νο χρό­νο. Καὶ κά­τι ἐ­ξί­σου ση­μαν­τι­κό, ἡ ἱ­στο­ρί­α αὐ­τὴ ἀ­ναγ­γέλ­λει τὸν βα­σι­κό­τε­ρο κα­νό­να κά­θε ἱ­στο­ρί­ας – τὴν πα­ρα­βί­α­ση ἑ­νὸς κώ­δι­κα. Ὁ Τζὸν εἶ­ναι ἕ­νας τυ­χο­δι­ώ­κτης ποὺ πη­γαί­νει ἐ­νάν­τια στὴν ἐ­ξου­σί­α καὶ ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ φύ­γει, νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σει, νὰ γνω­ρί­σει.(7)


Μπο­ροῦν νὰ ἐ­φαρ­μο­στοῦν τὰ κρι­τή­ρια αὐ­τὰ καὶ στὸ μυ­θι­στό­ρη­μα; Μὲ τὰ λό­για τοῦ βρα­βευ­μέ­νου μὲ Πού­λι­τζερ Ρόμ­περτ Ὄ­λεν Μπά­τλερ (μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος ποὺ γρά­φει καὶ flash fiction): «Ἡ μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἡ μορ­φὴ τέ­χνης ποὺ ἀ­πο­τυ­πώ­νει τὴ λα­χτά­ρα τῶν ἀν­θρώ­πων, εἴ­τε μι­λᾶ­με γιὰ μι­κρὰ εἴ­τε γιὰ με­γά­λα πε­ζά.»(8)

       Θὰ συμ­φω­νή­σω μὲ τὸν Μπά­τλερ. Εἶ­ναι ζή­τη­μα ἑ­στί­α­σης. Συλ­λέ­γω συ­στη­μα­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζά, ὅ­μως συ­χνὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νω τὸ χά­σι­μο μέ­σα σὲ κά­ποι­ο μυ­θι­στό­ρη­μα. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ χα­θεῖ μέ­σα σὲ μιὰ ἱ­στο­ρί­α μί­ας σε­λί­δας; Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς τὰ θέ­λω καὶ τὰ δύ­ο, τὴν ἔν­τα­ση τοῦ πο­λὺ σύν­το­μου καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, κά­πως φευ­γα­λέ­α, κι ὕ­στε­ρα προ­τι­μῶ κά­ποι­ο sudden fiction, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τέσ­σε­ρις ἢ πέν­τε σε­λί­δες. Πολ­λοὶ θαυ­μά­σιοι συγ­γρα­φεῖς προ­τι­μοῦν κεί­με­να τῆς ἔ­κτα­σης αὐ­τῆς, συγ­γρα­φεῖς ποὺ τοὺς ἔ­χει ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὸ Ὄμ­πι, τὸ Ὄ­σκαρ, τὸ Πού­λι­τζερ, ἀ­κό­μη καὶ τὸ Νόμ­πελ.

       Μιᾶς, ὅ­μως, καὶ μᾶς ἀ­πα­σχό­λη­σε κα­τὰ κύ­ριο λό­γο ἡ ἰ­δι­αι­τέ­ρως σύν­το­μη μυ­θο­πλα­σί­α, τί πιὸ ται­ρια­στὸ ἀ­πὸ τὸ νὰ μᾶς πεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη, κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, ὁ Γκι­γι­έρ­μο Σαμ­πέ­ριο, με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἱ­στο­ρί­α «Fantasma» («Φάν­τα­σμα») εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α δί­χως οὔ­τε μιὰ λέ­ξη, ὁ τί­τλος μό­νον, κι ὕ­στε­ρα μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα.

Ὄ­στιν, Τέ­ξας


Πη­γὲς
(1) Robert Shapard / James Thomas / Ray Gon­za­lez (ἐ­πιμ.), Sud­den Fi­ction Lati­no: Short-Short Sto­ries from the U­ni­ted Sta­tes and La­tin A­me­ri­ca (W.W. Nor­ton, 2010), 20.
(2) David Gaf­fney, «Top Flash Fi­ction Wri­ting Tips: Da­vid Gaf­fney», Guardian, 15 Μα­ΐ­ου 2012
(www.guardian.co.uk/childrens-books-site/2012/may/15/flash-fiction-tips-david-gaffney?newsfeed=true ).
(3) Aleksandar Hemon (ἐ­πιμ.), Best Eu­ro­pean Fi­ction 2010 (Dal­key Archi­ve Press, 2009), 374–75.
(4) Robert Shapard / James Thomas (ἐ­πιμ.), Sud­den Fic­tion: A­me­ri­can Short-Short Sto­ries (W. W. Norton, 1986), 247 (Joy­ce Ca­rol Oa­tes), 244–45 (Russell Banks).
(5) Jayne Anne Phillips, «‘Cheers,’ (or) How I Taught My­self to Wri­te,» στὸ Tara L. Masih (ἐ­πιμ.) The Rose Me­tal Press Fi­eld Gui­de to Wri­­ting Flash Fi­­ction (Ro­se Me­tal Press, 2009), 36, 37, 38.
(6) Colin Peters, « Minific­ción: A Nar­rato­lo­gical Inve­sti­gation» PhD diss., U­nive­ri­tat Wien, Σε­πτέμ­βριος 2008. Βλ. σ. 110 γιὰ τὸ Mini­fic­ción «La bus­que­da» τοῦ Ed­mun­do Va­la­dés: «E­sas si­re­nas enlo­­que­­ci­­das que aúl­­lan re­cor­­rien­do la ciu­­dad en bus­ca de U­li­ses.»
(7) Julio Ortega, «A Flash be­fore the Bang» στὸ Ta­ra L. Masih (ἐ­πιμ.), The Rose Me­­tal Press Fi­eld Gu­i­de to Wri­­ting Flash Fi­­ction, (Ro­se Me­tal Press, 2009), 150–51.
(8) Ro­bert O­len But­ler, «A Short Short The­o­ry», στὸ Tara L. Masih (ἐ­πιμ.), The Rose Me­tal Press Field Gui­de to Wri­ting Flash Fi­ction, (Ro­se Me­tal Press, 2009), 102.


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση World Literature Today, Σε­πτέμ­βριος 2012:

https://www.worldliteraturetoday.org/2012/september/remarkable-reinvention-very-short-fiction-robert-shapard

Ρόμ­περτ Σά­παρντ (Ro­bert Sha­pard). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Δι­ηύ­θυ­νε τὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Western Humanities τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Γι­ού­τα. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ (πε­ζο­γρα­φί­α) στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Χα­βά­ης. Μὲ τὸν James Thomas ἐ­πι­με­λή­θη­καν σει­ρὰ ἀν­θο­λο­γι­ῶν μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος (Flash καὶ Sudden Fiction).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).

Εἰκόνα: Φω­το­γρα­φί­α τῆς Grantand Caroline/Flickr


			

Ρόμπερτ Μάνς (Robert Mans): I can hardly wait


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


I can hardly wait*


ΤΑΝ ΕΚΕΙΝΗ ΑΝΕΒΗΚΕ στὴ σκη­νὴ τὸ βρά­δυ στὸ κλαμ­πά­κι στὸ Μπρόνξ, τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν σχε­δὸν γε­μά­το. Δὲν ἦ­ταν πρῶ­το ὄ­νο­μα, ἴ­σως δὲν ἦ­ταν κὰν γνω­στή. Ἢ του­λά­χι­στον ἔ­τσι νό­μι­ζε ἐ­κεῖ­νος. Ἢ τὸ εὐ­χό­ταν ἀ­πὸ ζή­λεια. Ὅ­μως, τὸ μα­γα­ζὶ γέ­μι­ζε γιὰ νὰ τὴ δοῦν. Τὸ ἤ­ξε­ρε.

     Σύν­νε­φα κα­πνοῦ, μυ­ρω­διὰ χυ­μέ­νης μπί­ρας, κά­νας μπά­φος στὴ ζού­λα ἀ­πὸ φό­βο μπού­κας τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ μου­σι­κή, πολ­λὴ μου­σι­κή. Καὶ ἐ­κεί­νη.

     Μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να σύν­νε­φο σὰν σκη­νι­κὰ ἐ­φὲ ἐμ­φα­νί­στη­κε. Μα­κρὺ κολ­λη­τὸ φό­ρε­μα, ξαν­θὰ μαλ­λιὰ ὣς τὴ μέ­ση, ἄρ­χι­σε ἀ­μέ­σως νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τὸ μι­κρό­φω­νο.


I can hardly wait…*


Οὔ­τε ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ πε­ρι­μέ­νω, σκέ­φτη­κε ἐ­κεῖ­νος. Καὶ τὸ μυα­λό του τα­ξί­δε­ψε στὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὴν εἶ­δε. Ἦ­ταν μὲ ἕ­ναν ἄλ­λο. Ἕ­ναν μὲ μα­κριὰ μαλ­λιά, ὅ­πως τῆς ἄ­ρε­σαν οἱ ἄν­τρες πάν­τα. Τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτε­ται, ἀ­πο­ρεῖ για­τί ἐ­κεί­νη πῆ­γε μα­ζί του. Τὰ μαλ­λιὰ του ἦ­ταν κον­τά. Δὲν εἶ­χε μη­χα­νή. Δὲν ἄ­κου­γε μέ­ταλ. Κι ὅ­μως τὸν ἄ­κου­γε νὰ μι­λά­ει σὰν ὑ­πνω­τι­σμέ­νη, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν ἔ­κα­ναν ἔ­ρω­τα. Σι­γὰ τὸ πρά­μα, σκέ­φτη­κε μὲ μιὰ δό­ση χα­μη­λῆς αὐ­το­ε­κτί­μη­σης.

            Γύ­ρι­σε δί­πλα του καὶ κοί­τα­ξε τὸν Ἄ­λεξ καὶ τὴ Βί­κη, ποὺ ἦ­ταν μα­ζί του στὸ τρα­πέ­ζι. Ἔρ­χον­ταν καὶ οἱ τρεῖς ἀ­πὸ τὸ Κου­ὶνς γιὰ νὰ τὴ δοῦν. Γιὰ ἐ­κεί­νους ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρά, μιὰ καὶ τοὺς εἶ­χε πρή­ξει τό­σο και­ρὸ γιὰ τὸ τυ­πά­κι ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει καὶ γού­στα­ρε. Κοί­τα­ζαν κι αὐ­τοὶ σὰν νὰ μὴν μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­ρι­μέ­νουν. Τί ὅ­μως;

            Ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ κου­νά­ει τοὺς ὑ­πέ­ρο­χους γο­φούς της ἡ­δο­νι­κά, ἀ­κο­λου­θών­τας κά­θε νό­τα, ὅ­πως ἔ­κα­νε στὰ ἀ­γα­πη­μέ­να της τρα­γού­δια καὶ προ­κα­λοῦ­σε μουγ­κρη­τὰ στοὺς θα­μῶ­νες. Δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Θε­ω­ροῦ­σε πὼς παί­ζει μα­ζί του. Ὅ­μως, ἤ­ξε­ρε πὼς θὰ φύ­γουν μα­ζὶ στὸ τέ­λος καὶ κα­θη­συ­χα­ζό­ταν. Γύ­ρι­σε πά­λι στὸν Ἄ­λεξ καὶ τὴ Βί­κη, ποὺ πλέ­ον κοί­τα­ζαν σὰν ὑ­πνω­τι­σμέ­νοι καὶ τοῦ φά­νη­κε πὼς καὶ οἱ δύ­ο ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τοὺς γο­φούς της. Ἔ­χει γοῦ­στο τώ­ρα, σκέ­φτη­κε, ἀλ­λὰ ἡ σκέ­ψη χά­θη­κε, ἀ­πὸ τοὺς στί­χους τοῦ τρα­γου­διοῦ ποὺ ἡ ἐ­λα­φρῶς μπά­σα φω­νὴ της ἄρ­θρω­νε μὲ ἔμ­φα­ση στὴ σκη­νή.


Lick my legs

Αnd I’m on fire

Lick my legs

And I’m desire*


Τὰ πό­δια της ἐμ­φα­νί­στη­καν ξαφ­νι­κὰ στὴν ὀ­θό­νη πί­σω ἀ­πὸ τὰ ντρὰμς καὶ εἶ­δε ἕ­ναν ἄν­τρα νὰ τῆς τὰ γλεί­φει. Ζή­λε­ψε πο­λὺ καὶ ἔ­στρε­ψε τὸ βλέμ­μα του ἀλ­λοῦ, μὰ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἡ κά­με­ρα ἔ­πε­σε στὸ πρό­σω­πο τοῦ ἄν­τρα καὶ ἦ­ταν ὁ ἴ­διος! Τί στό

            Κοί­τα­ξε γύ­ρω του νὰ δεῖ ποιός κοι­τοῦ­σε, ἐ­λα­φρῶς θυ­μω­μέ­νος ποὺ παί­ζει ἔ­τσι μα­ζί του μπρο­στά σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο, μὰ κα­νεὶς δὲν φαι­νό­ταν νὰ δί­νει ση­μα­σί­α στὴν ὀ­θό­νη.


Lick my legs*


            Ὁ ἄν­τρας —ὁ ἑ­αυ­τός του, τὸ εἴ­δω­λό του— ἔ­γλει­φε τώ­ρα τοὺς μη­ρούς της κι ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἔ­χει σπα­σμούς. Ὁ ντρά­μερ ἔ­παι­ζε μα­νι­α­σμέ­να καὶ ἡ κί­νη­ση τῆς μπαγ­κέ­τας του δη­μι­ουρ­γοῦ­σε σκι­ὲς ποὺ κά­λυ­πταν τὸ πρό­σω­πό της.

            Κοί­τα­ξε δί­πλα του μὲ μιὰ ἕ­τοι­μη δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ τοὺς φί­λους του. Συγ­γνώ­μη, δὲν ἤ­ξε­ρα, κά­τι τέ­τοι­ο ἀ­νό­η­το. Λὲς καὶ θὰ τοῦ ἔ­λε­γαν τί­πο­τα.


You’re not rid of me*


            Καὶ ὁ ἄν­τρας μὲ τὴ γυ­ναί­κα στὴν ὀ­θό­νη εἶ­χαν γί­νει ἕ­να καὶ κου­νοῦ­σαν τοὺς γο­φούς τους στὸν ρυθ­μὸ τῶν γο­φῶν ἐ­κεί­νης στὴ σκη­νή. Ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν, για­τί μο τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ ἀ­πό­ψε; Γε­μά­τος ντρο­πή, ἔ­σκυ­ψε στὸ ἰρ­λαν­δέ­ζι­κο ποὺ ἔ­πι­νε. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ βλέ­πει ἄλ­λο. Δὲν ἤ­ξε­ρε πὼς νὰ ἀν­τέ­ξει τὸν χω­ρι­σμὸ ποὺ τοῦ εἶ­χε ἔρ­θει ὡς σε­νά­ριο στὸ μυα­λὸ με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ κολ­πά­κι της.


You’re not rid of me*


            Σὰν νὰ τὸ ἄ­κου­σε στὸ αὐ­τί του καὶ σή­κω­σε ἀ­πό­το­μα τὸ κε­φά­λι. Καὶ τὴν εἶ­δε. Εἶ­χε κα­τέ­βει τὸ ἕ­να σκα­λο­πά­τι τῆς σκη­νῆς καὶ εἶ­χε κά­τσει πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοῦ τρα­γου­δοῦ­σε, καρ­φώ­νον­τάς τον στὰ μά­τια. Τὸ κοι­νὸ ἔ­μοια­ζε λὲς καὶ σὲ ἕ­να σε­νά­ριο ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας, ἐ­κεί­νη εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ τοὺς στα­μα­τή­σει τὸν χρό­νο. Ἕ­να χα­μό­γε­λο πα­γω­μέ­νο ἐ­δῶ, μιὰ κλί­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ ἐ­κεῖ, ἕ­να πο­τὸ ἀ­κί­νη­το στὸ χέ­ρι ἀλ­λοῦ, μιὰ μπαγ­κέ­τα στὸν ἀ­έ­ρα στὴ σκη­νή, μιὰ πέ­να στὴν κι­θά­ρα πά­νω στὴ χορ­δή. Ὅ­λα εἶ­χαν στα­μα­τή­σει ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ τρα­γού­δι της, καὶ τώ­ρα ἐ­ξα­πέ­λυ­ε μὲ δύ­να­μη τοὺς στί­χους στὸ πρό­σω­πό του. Rid of me, you’re not rid of me, I can hardly wait, lick my legs, desire…

            Ὅ­λα τὸν ἔ­λου­ζαν καὶ ἡ φω­νὴ της τὸν τα­ξί­δευ­ε ἀ­πὸ τὸ μπὰρ στὸ κρε­βά­τι τους. Ἡ ὀ­θό­νη εἶ­χε μα­γι­κὰ σβή­σει. Στὴ θέ­ση της δὲν ὑ­πῆρ­χε εἰ­κό­να. Μό­νο τὸ ὄ­νο­μα τοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε πάν­τα νὰ ὑ­πάρ­χει στὸν τοῖ­χο. Page and the Light Sources.

            Ἡ φω­νὴ τοῦ Ἄ­λεξ τὸν ξύ­πνη­σε. Εἰ­λι­κρι­νὰ τώ­ρα, ἐ­σὺ εἶ­σαι μὲ αὐ­τήν;

            Ναί…

            Τί νὰ σοῦ πῶ, συ­νέ­χι­σε ὁ φί­λος του. Ἐ­σὺ Βί­κη τί λές;

            Ἔ­ε­ε… τί νὰ πῶ; I can hardly wait to see her again!

            Νὰ σοῦ πῶ κά­τι; εἶ­παν καὶ οἱ δύ­ο στὸ τα­ξὶ με­τὰ γιὰ τὸ σπί­τι του, ὅ­που θὰ συ­νέ­χι­ζαν τὴ βρα­διά τους, πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν Πέ-

­ι­τζ νὰ γυ­ρί­σει ἀ­πὸ ἕ­να πάρ­τι μὲ κά­τι μου­σι­κοὺς πα­ρα­γω­γοὺς ὅ­που πῆ­γε μὲ τὸ γκροὺπ με­τὰ τὴ συ­ναυ­λί­α.

            Ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ποὺ τρα­γου­δοῦ­σε νο­μί­ζα­με ὅ­τι σᾶς βλέ­που­με νὰ κά­νε­τε ἔ­ρω­τα σὲ μιὰ ὀ­θό­νη πί­σω ἀ­πὸ τὰ ντράμς.

            

            Κά­να­με, σκέ­φτη­κε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε στὸ πρό­σω­πο τῆς Πέ­ι­τζ στὸ κρε­βά­τι τους κα­θὼς ἐ­κεί­νη ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νη πά­νω του.



* ΣτΜ:

Τί­τλος καὶ πρώ­τη ἀ­να­φο­ρά:

Δὲν μπο­ρῶ νὰ πε­ρι­μέ­νω

Στί­χοι μὲ σει­ρὰ ἐμ­φά­νι­σης:

Γλεῖ­ψε μου τὰ πό­δια

Καὶ παίρ­νω φω­τιὰ

Γλεῖ­ψε μου τὰ πό­δια

Καὶ γί­νο­μαι πό­θος

 

Γλεῖ­ψε μου τὰ πό­δια

 

Δὲν μὲ ξε­φορ­τώ­θη­κε­ς α­κό­μα (Χ2)

 

Μὲ ξε­φορ­τώ­θη­κες, δὲν μὲ ξε­φορ­τώ­θη­κες ἀ­κό­μα, δὲν μπο­ρῶ νὰ πε­ρι­μέ­νω, γλεῖ­ψε μου τὰ πό­δια, πό­θος… 

ΣτΣ: Τὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἐμ­πνευ­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ ἄ­κου­σμα τῶν τρα­γου­δι­ῶν τῆς PJ Harvey «Rid of Me» καὶ «Hardly wait» ἕ­να Σάβ­βα­το βρά­δυ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ὁ Ρόμ­περτ Μανς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη: «Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες» Ἀ­πὸ τὸ Ψυ­χι­κὸ Το­πί­ο Θα­νά­του στὴν Συμ­βο­λι­κὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Ἀ­πο­λύ­τρω­ση


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη [Ernest Hemingway, Ἀφιέρωμα 6/6]


«Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες»

Ἀ­πὸ τὸ Ψυ­χι­κὸ Το­πί­ο Θα­νά­του

στὴν Συμ­βο­λι­κὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Ἀ­πο­λύ­τρω­ση


ΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ὁ πα­σί­γνω­στος Ernest Hemingway; Τό ἐ­ρώ­τη­μα μπο­ρεῖ νά ἀ­κού­γε­ται ἀ­φε­λές, ἄν, πέ­ραν τοῦ Νόμ­πελ πού τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τό 1954, συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με τίς ἀλ­λε­πάλ­λη­λες ἐκ­δό­σεις τῶν ἔρ­γων του καί τίς δι­ε­θνεῖς ἐ­πι­τυ­χί­ες τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των του πού με­τα­φέρ­θη­καν στόν κι­νη­μα­το­γρά­φο.

       Ὅ­πως σ’ ­αὐ­τά, ἡ ἴ­δια ἡ ζω­ή του ἔ­πλε­ξε ἕ­να μύ­θο, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο εἰ­πώθη­κε πώς μπο­ρεῖ νά πα­ρο­μοια­στεῖ μέ αὐ­τόν τοῦ Βyron, τοῦ Whitman καί τοῦ Οscar Wilde· μιά μυ­θι­κή ἐ­ξει­κό­νι­ση τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κου ἡ­ρω­ϊ­σμοῦ, ἤ μᾶλ­λον τῆς Ἀ­με­ρι­κά­νι­κης φαν­τα­σί­ω­σης γιά τόν ἡ­ρω­ϊ­σμό.

       Σέ ὅ­λη του τή δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κή καί συγ­γρα­φι­κή δι­α­δρο­μή τοῦ ἄ­ρε­σε νά προ­κα­λεῖ θό­ρυ­βο γύ­ρω ἀ­πό τό πρό­σω­πό του καί τήν γρα­φή του. Μα­ζί μέ τόν Faulkner ξε­χώ­ρι­ζαν ὡς οἱ δύ­ο πιό ση­μαν­τι­κοί Ἀ­με­ρι­κα­νοί στυ­λί­στες. Τό ὕ­φος τους εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει τε­ρά­στια φή­μη γιά τήν, ἄ­νευ συγ­κρί­σε­ως, μο­να­δι­κό­τη­τα ἀλ­λά καί ἀ­νο­μοι­ό­τη­τά τους, ὥς τό ση­μεῖ­ο νά δι­ορ­γα­νώ­νον­ται ἐ­τή­σιοι δι­α­γω­νι­σμοί καί βρα­βεύ­σεις γιά κεί­νους πού θά ἔ­γρα­φαν τίς κα­λύ­τε­ρες πα­ρω­δί­ες τους! Οἱ πα­ρω­δί­ες τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ στύλ τοῦ Heminway ἦ­σαν οἱ πιό δι­α­σκε­δα­στι­κές, ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­κραί­ας του ἁ­πλό­τη­τας καί τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης θε­μά­των στά πλεῖ­στα τῶν ἔρ­γων του.

       Ἡ λο­γο­τε­χνι­κή ζω­ή του ξε­κί­νη­σε στά 1920 μέ τίς μι­κρές του ἱ­στο­ρί­ες, ἡ ἔκ­δο­ση τῶν ὁ­ποί­ων συ­νο­δεύ­τη­κε ἀ­πό μιά με­γά­λη δι­έ­νε­ξη. Γιά νά κα­τα­λά­βου­με τά αἴ­τια τῆς δι­α­φω­νί­ας, πρέ­πει νά ἀ­να­τρέ­ξου­με στήν σχέ­ση Βρε­τα­νῶν καί Ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων πρίν ἀ­πό τά 1920, καί νά το­νί­σου­με τήν μοι­ραί­α λέ­ξη γύ­ρω ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α γρά­φτη­καν τό­σα. Πρό­κει­ται γιά τό ὕ­φος ἤ ἀλ­λι­ῶς στύλ.

       Ὥ­σπου νά πα­ρου­σια­στεῖ ὁ Hemingway, o­ἱ τρό­ποι τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν αὐ­τούς τῶν Βρε­τα­νῶν: πλῆ­θος ἐ­πι­θέ­των καί ἐ­πιρ­ρη­μά­των, πε­ρί­ο­δοι καί ἡ­μι­πε­ρί­ο­δοι ἀ­κό­μα καί σέ μι­κρές πα­ρα­γρά­φους, λε­πτο­με­ρέ­στα­τες πε­ρι­γρα­φές, εὐ­δι­ά­κρι­τη καί, πο­λύ συ­χνά, κυ­ρί­αρ­χη ἡ φω­νή τοῦ συγ­γρα­φέ­α-ἀ­φη­γη­τῆ. Ἀρ­χι­μα­έ­στρος αὐ­τῆς τῆς ἐ­πιρ­ρο­ῆς ἦ­ταν, ἀ­πό πλευ­ρᾶς ἀν­δρῶν, κυ­ρί­ως ὁ Henry James, καί γυ­ναι­κῶν ἡ Virginia Woοlf. Στά ἔρ­γα τους βρί­σκου­με ἐ­κτε­νεῖς σχο­λια­σμούς ἐκ μέ­ρους τοῦ συγ­γρα­φέ­α, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἑρ­μη­νεύ­ουν τίς δι­α­λο­γι­κές ἀν­ταλ­λα­γές τῶν ἡ­ρώ­ων· ἄλ­λο­τε, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τόν ἀ­να­γνώ­στη προ­η­γοῦν­ται τῶν δι­α­λό­γων, ἄλ­λο­τε, ἐ­νερ­γο­ποι­ών­τας τήν πλο­κή ἕ­πον­ται. Με­τά τίς ρι­ζι­κές ἀ­να­μορ­φώ­σεις πού ἐ­πέ­φε­ρε ὁ Hemingway δη­μι­ουρ­γή­θη­καν δύ­ο ρεύ­μα­τα:

       (α) Ἕ­να ἐ­πι­κρι­τι­κό ἀ­πέ­ναν­τι στήν ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα, τήν ἀ­φαί­ρε­ση, τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιά τά ἐμ­πό­δια πού δη­μι­ουρ­γοῦν στόν ἀ­να­γνώ­στη οἱ γρί­φοι καί τό πλῆ­θος τῶν ὑ­παι­νιγ­μῶν στήν γρα­φή τοῦ Hemingway, πού προ­ῆλ­θε κυ­ρί­ως ἀ­πό μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φους.

       (β) Ἀ­κρι­βῶς γιά τά ἴ­δια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὑ­πῆρ­ξε ἰ­σχυ­ρή ὑ­πο­στη­ρι­κτι­κή κρι­τι­κή, προ­ερ­χό­με­νη πρω­τί­στως ἀ­πό δι­η­γη­μα­το­γρά­φους.


Στήν με­λέ­τη τοῦ Robert Paul Lamb(1) ὁ πρω­τεύ­ων ρό­λος τοῦ δι­α­λό­γου πού εἰ­σή­γα­γε, τό­σο στήν μι­κρή ὅ­σο καί στήν ἐ­κτε­τα­μέ­νη φόρ­μα ὁ Hemingway, ἀ­πο­δί­δε­ται στίς δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κές κα­τα­βο­λές του. Τό ὅ­τι ἔ­φτα­σε νά ἀ­φαι­ρέ­σει, σχε­δόν παν­τε­λῶς, τόν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό σχο­λια­σμό καί τήν «ἐ­ξου­σι­α­στι­κή» φω­νή αὐ­θεν­τί­ας τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ἐρ­χό­ταν σέ πλή­ρη ἀν­τί­θε­ση μέ τίς ἀρ­χές τοῦ Henry James, πού πί­στευ­ε πώς χω­ρίς αὐ­τές τό μυ­θι­στό­ρη­μα παύ­ει νά εἶ­ναι fiction καί με­τα­κι­νεῖ­ται στό δρά­μα. Βα­σι­σμέ­νη στούς ὅ­ρους τοῦ James, ἡ Virginia Woolf(2) ἔ­γρα­ψε τά ἀ­κό­λου­θα στήν ἀρ­νη­τι­κή της κρι­τι­κή γιά τόν Ηemingway:

Ὁ συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει νά φεί­δε­ται τῆς χρή­σης τοῦ δι­α­λό­γου, για­τί ὁ δι­ά­λο­γος ἀ­σκεῖ βί­αι­η πί­ε­ση στήν προ­σο­χή τοῦ ἀ­να­γνώ­στη. Πρέ­πει νά ἀ­κού­ει, νά βλέ­πει, νά πα­ρέ­χει τόν σω­στό τό­νο, καί νά κα­λύ­πτει τό ὑ­πό­βα­θρο μέ ὅ,τι λέ­νε οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες χω­ρίς βο­ή­θεια τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἑ­πο­μέ­νως, ὅ­ταν οἱ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κοί χα­ρα­κτῆ­ρες ἀ­φή­νον­ται νά μι­λή­σουν εὐ­θέ­ως εἶ­ναι για­τί ἔ­χουν κά­τι πο­λύ ση­μαν­τι­κό νά ποῦν, κά­τι πού δι­ε­γεί­ρει τόν ἀ­να­γνώ­στη, ὥ­στε νά συ­νει­σφέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο εἶ­ναι τό με­ρί­διό του στήν δη­μι­ουρ­γί­α. Ἀλ­λά, ἄν καί ὁ κ.Hemingway μᾶς κρα­τᾶ δια­ρκῶς στήν φω­τιά τοῦ δι­α­λό­γου, τόν μι­σό χρό­νο οἱ ἄν­θρω­ποί του λέ­νε αὐ­τό πού θά ἔ­πρε­πε νά λέ­ει ὁ συγ­γρα­φέ­ας γι αὐ­τούς μέ πολ­λή πε­ρισ­σό­τε­ρη οἰ­κο­νο­μί­α.

Οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί δι­η­γη­μα­το­γρά­φοι ὅ­μως εἶ­χαν ἀν­τί­θε­τες ἀ­πό­ψεις καί ὁ Lamb πού τίς πα­ρα­θέ­τει γρά­φει: «Ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά ἡ Dorothy Parker, προι­κι­σμέ­νη δι­η­γη­μα­το­γρά­φος ἡ ἴ­δια, ἔ­δει­ξε ὅ­τι ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πώς τό ὕ­φος του ἦ­ταν πιό ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό στό δι­ή­γη­μα ἀ­π’ ὅ­σο στό μυ­θι­στό­ρη­μα καί ὅ­τι τό μον­τέρ­νο δι­ή­γη­μα ἀ­παι­τοῦ­σε δρα­στι­κά δι­α­φο­ρε­τι­κές τε­χνι­κές δο­μῆς καί ἀ­να­πα­ρά­στα­σης, ὥ­στε νά ἰ­σχυ­ρο­ποι­ή­σουν τούς ἀ­να­γνῶ­στες ἀ­κρι­βῶς μέ τό νά τούς δί­νουν με­γα­λύ­τε­ρο ρό­λο σ’ αὐ­τό πού ἡ Woolf ὀ­νό­μα­ζε τό ἔρ­γο τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας.» Μα­ζί μέ τήν Parker συν­τάσ­σον­ταν ἡ Elizabeth Bowen καί ἡ Eudora Welty «πού στήν μον­τέρ­να μι­κρή ἱ­στο­ρία ἔ­νι­ω­θαν πο­λύ ἄ­νε­τα καί ἤ­θε­λαν, στίς δι­κές τους ἱ­στο­ρί­ες, νά ἀ­παλ­λα­γοῦν ἀ­πό τήν ὑ­πε­ρο­χή τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ συγ­γρα­φέ­α».

       Ἄν δε­χτοῦ­με πώς τά πα­ρα­πά­νω προσ­δι­ο­ρί­ζουν, χρο­νι­κά του­λά­χι­στον, τήν λο­γο­τε­χνι­κή δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Ηemingway μπο­ροῦ­με νά ἀ­πο­κα­λέ­σου­με τόν συγ­κε­κρι­μέ­νο πα­ρά­γον­τα ἱ­στο­ρι­κό.

       Μιά δεύ­τε­ρη πα­ρά­με­τρος, ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς τά­ξε­ως, ὁ­δη­γεῖ ὅ­σους ἀ­σχο­λοῦν­ται μέ τό ἔρ­γο του μέ­χρι σή­με­ρα, νά τήν ἐν­το­πί­ζουν χω­ρίς δυ­σκο­λί­α και νά συμ­φω­νοῦν γιά τήν ση­μα­σί­α της. Μπο­ροῦ­με νά τήν ἀ­πο­κα­λέ­σου­με ποι­η­τι­κό πα­ρά­γον­τα.

       Σχε­τι­κά μ’ αὐ­τόν, ὁ Ηarold Bloom(3), στόν συλ­λο­γι­κό τό­μο Ernest Hemingway (2011) πού προ­λο­γί­ζει, το­νί­ζει: «Ἡ εἰ­σα­γω­γή μου ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­α του στήν σύ­θε­ση μιᾶς μι­κρῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἐ­νῶ ἀμ­φι­σβη­τεῖ τήν ἐ­πι­τυ­χί­α τοῦ Hemingway ὡς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φου.» Τό πρῶ­το πού τοῦ ἀ­να­γνω­ρί­ζει εἶ­ναι οἱ ποι­η­τι­κοί πυ­ρῆ­νες στήν ρί­ζα τῶν ἔρ­γων του. Γρά­φει: «Ὁ ἀ­λη­θι­νός του τό­νος καί τό θαυ­μά­σιο ὕ­φος πρέ­πει νά ἀ­να­ζη­τη­θοῦν σ’ ἕ­ναν πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο καί πιό ἐκ­πλη­κτι­κό πρό­γο­νο, τόν Walt Whitman.» Προ­βαί­νον­τας σέ λε­πτο­με­ρέ­στε­ρες δι­ευ­κρι­νί­σεις καί ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα ὑ­πο­στη­ρί­ζει την θέ­ση του: «Αὐ­τό ὅ­μως πού φαί­νε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το εἶ­ναι πώς ὁ Hemingway ἀ­πο­τε­λεῖ τόν μο­να­δι­κό Ἀ­με­ρι­κα­νό συγ­γρα­φέ­α πρό­ζας τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡς στυ­λί­στας στέ­κε­ται ἀ­πέ­ναν­τι σέ μεί­ζο­νες ποι­η­τές: Stevens, Eliot, Frost, Hart Crane, Pound, W.C. Williams, Robert Penn Warren, καί Elizabeth Bishop. Τό ἰ­δί­ω­μά του βρί­σκε­ται πλη­σι­έ­στε­ρα στόν Whitman καί στόν Stevens πα­ρά στόν Faulkner, κι ἀ­κό­μα πλη­σι­έ­στε­ρα στόν Εliot πα­ρά στόν Fitzgerald, πού ἦ­ταν φί­λος του καί ἀν­τα­γω­νι­στής του. Εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­λε­γεια­κός ποι­η­τής πού πεν­θεῖ γιά τόν ἑ­αυ­τό του, πα­νη­γυ­ρί­ζει (μᾶλ­λον λι­γό­τε­ρο δρα­στι­κά) γιά τόν ἑ­αυ­τό του καί πού ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πό κα­τα­κερ­μα­τι­σμούς μέ­σα στόν ἑ­αυ­τό του. Κα­τεῖ­χε καί σπου­δαῖ­ο ὕ­φος καί σο­βα­ρή εὐ­αι­σθη­σί­α.»

       Ἦ­ταν ὄν­τως ἐξ αἰ­τί­ας τῶν δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κῶν του κα­τα­βο­λῶν καί μό­νον ἡ το­μή πού ἐ­πέ­φε­ρε στήν δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α; Ἀ­λη­θεύ­ει πώς στά πρῶ­τα κι­ό­λας δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κά του χρό­νια ἔ­μα­θε πῶς νά με­τα­δί­δει τά γε­γο­νό­τα συ­νο­πτι­κά, φρον­τι­σμέ­να καί εὐ­κρι­νῶς.Ὅ­μως, τό ἀ­πέ­ριτ­το, ἀ­κο­νι­σμέ­νο καί λει­α­σμέ­νο ὕ­φος του, δέν ἦ­ταν κα­τά κα­νέ­να τρό­πο αὐ­θόρ­μη­το. Ἦ­ταν μα­νι­ώ­δης ὡς πρός τήν ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση τῶν γρα­πτῶν του. Λέ­γε­ται πώς ἔ­γρα­ψε καί ξα­να­έ­γρα­ψε τό σύ­νο­λο, ἤ τμή­μα­τα, τῆς νου­βέ­λας Ὁ Γέ­ρος καί ἡ Θά­λασ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πό δι­α­κό­σι­ες φο­ρές, προ­τοῦ αἰ­σθαν­θεῖ ἕ­τοι­μος γιά τήν ἔκ­δο­σή της. Μο­χθοῦ­σε πά­νω στά ἔρ­γα του καί ἀ­να­θε­ω­ροῦ­σε ἀ­κού­ρα­στα. Ὁ ἴ­διος ἔ­λε­γε: «Τό ὕ­φος τοῦ συγ­γρα­φέ­α πρέ­πει νά εἶ­ναι εὐ­θύ καί προ­σω­πι­κό, οἱ ἀ­να­πα­ρα­στά­σεις του πλού­σι­ες καί γή­ϊ­νες, οἱ λέ­ξεις του ἁ­πλές καί σφρι­γη­λές.»

       Ὁ Bloom μέ ἀ­φο­ρι­στι­κό τρό­πο κα­τέ­λη­ξε στό συμ­πέ­ρα­σμα:

Μπο­ρεῖ πει­στι­κά νά ὑ­πο­στη­ρι­χθεῖ ὅ­τι εἶ­ναι ὁ κα­λύ­τε­ρος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος τῆς Ἀγ­γλι­κῆς ἀ­πό τούς Δου­βλι­νέ­ζους τοῦ Joyce μέ­χρι σή­με­ρα. Ἡ αἰ­σθη­τι­κή ἀ­ξί­α τῶν δι­η­γη­μά­των του εἶ­ναι πέ­ραν ἀμ­φι­σβή­τη­σης, κι ὡ­στό­σο ζη­τᾶ­με κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ἕ­να συγ­γρα­φέ­α τοῦ κα­νό­να. Τό δι­α­βό­η­το λά­θος του εἶ­ναι ἡ μο­νο­το­νί­α τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης, ἡ ὁ­ποί­α σέ μι­μη­τές του ἔ­γι­νε μιά βα­ρε­τή λι­τα­νεί­α καί με­ρι­κές φο­ρές, ὅ­ταν τήν ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με στόν ἴ­διο, μοιά­ζει μέ πα­ρω­δί­α τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του. Δέν ἦ­ταν αὐ­θεν­τι­κός ἠ­θι­κο­λό­γος, οὔ­τε μεί­ζων στο­χα­στής, οὔ­τε μά­στο­ρας τῆς ἀ­φή­γη­σης, οὔ­τε χα­ρι­σμα­τι­κός στήν ἀ­πει­κό­νι­ση προ­σώ­πων. Καί στά κα­λύ­τε­ρά του, ἀ­πο­τυγ­χά­νει στήν ἀ­φή­γη­ση ἤ τήν ἀ­πει­κό­νι­ση κά­ποι­ου χα­ρα­κτή­ρα. Μ’ ἄλλα λό­για δέν ἦ­ταν Τολ­στό­ϊ, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­λε­γε πώς θά ὑ­περ­βεῖ, ἄν μπο­ροῦ­σε νά ζή­σει ἀρ­κε­τά. Ἴ­σως ὁ Faulkner, ὁ Stevens, ὁ Frost, ἴ­σως Eliot καίHart Crane νά ἦ­σαν πιό δυ­να­τές συγ­γρα­φι­κές φω­νές ἀ­πό αὐ­τήν τοῦ Hemingway, ὅ­μως αὐ­τός μό­νος ἀ­πέ­κτη­σε τήν στα­θε­ρή διά­ρκεια μύ­θου.


Χω­ρίς νά ξε­χνᾶ­με τούς δύ­ο πα­ρά­γον­τες: τόν ἱ­στο­ρι­κό, καί αὐ­τόν τῆς ἐ­λε­γεια­κῆς εὐ­αι­σθη­σί­ας καί λυ­ρι­κῆς ποι­η­τι­κῆς στό­φας τοῦ συγ­γρα­φέ­α μας, τό ἀρ­χι­κό ἐ­ρώ­τη­μα πα­ρα­μέ­νει: Ποι­ός ἦ­ταν ὁ Ernest Heminwawy, ὁ δη­μι­ουρ­γός τοῦ μύ­θου του; Δέν ξέ­ρω ἄν, σύμ­φω­να μέ τήν ψυ­χο­λο­γι­κή ἀ­να­γνώ­ρι­ση πώς πολ­λά «ἐ­γώ» συ­να­παρ­τί­ζουν τήν προ­σω­πι­κό­τη­τα ἑ­κά­στου, μπο­ρεῖ νά ὑ­πο­στη­ρι­χθεῖ ὅ­τι ὑ­πῆρ­χαν πε­ρισ­σό­τε­ροι τοῦ ἑ­νός Ernests. Ἀ­πό τήν βι­ο­γρα­φί­α του ὅ­μως δι­α­κρί­νον­ται κα­θα­ρά, ὅ­σο καί μό­νι­μα, δύ­ο: ὁ ἕ­νας εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος τῆς πε­ρι­πέ­τειας, ὁ γε­νει­ο­φό­ρος στίς φω­το­γρα­φί­ες ἐ­φη­με­ρί­δων καί πε­ρι­ο­δι­κῶν, ὁ «Πά­πα», ὅ­πως ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του. Ὁ δεύ­τε­ρος ἦ­ταν ὁ εὐ­αί­σθη­τος συγ­γρα­φέ­ας, ὁ ὑ­πο­μο­νε­τι­κός ἀ­να­θε­ω­ρη­τής τῶν κει­μέ­νων του, ὁ κρυμ­μέ­νος ποι­η­τής.

       Αὐ­τός ὁ ποι­η­τής, ἴ­σως, γεν­νή­θη­κε ἑ­πτά μῆ­νες με­τά τήν φυ­σι­κή του γέν­νη­ση στίς 21 Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1899. Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας του, γε­νι­κός για­τρός dr Clarence Ed. Hemingway ἔ­κτι­σε ἕ­να μι­κρό κα­λο­και­ρι­νό σπί­τι στά βό­ρεια δά­ση τῆς λί­μνης Μί­σιγ­καν, σέ μιά πε­ρι­ο­χή πού τοῦ ἀ­πο­ψί­λω­σαν οἱ Ἰν­διά­νοι Ὄ­τα­βα. Ὑ­πῆρ­ξε ὁ Πα­ρά­δει­σος τοῦ Ernest γιά ὅ­λη τήν παι­δι­κή καί ἐ­νή­λι­κη ζω­ή του. Κλη­ρο­νό­μη­σε τήν λα­τρεί­α τοῦ πα­τέ­ρα του γιά τόν ὑ­παί­θριο βί­ο, κυ­νη­γών­τας, ψα­ρεύ­ον­τας, κα­τα­σκη­νώ­νον­τας στά δά­ση ἤ κά­νον­τας κη­που­ρι­κή, καί πάν­τα ἀ­να­ζη­τών­τας πε­ρι­πέ­τει­ες. Ξε­κί­νη­σε νά ψα­ρεύ­ει μα­ζί του ὅ­ταν ἦ­ταν τρι­ῶν ἐ­τῶν. Στά δώ­δε­κα ὁ παπ­πούς του τοῦ χά­ρι­σε ἕ­να μο­νό­καν­νο κυ­νη­γε­τι­κό ὅ­πλο.Ὅ­ταν πῆ­γε στό γυ­μνά­σιο ξε­κί­νη­σε μα­θή­μα­τα τσέ­λο, ἀλ­λά ἦ­ταν φα­νε­ρό πώς τά ὄ­νειρα τῆς μη­τέ­ρας του νά τόν δεῖ μου­σι­κό, ὅ­πως και ἡ ἴ­δια, δέν ἐ­πρό­κει­το νά εὐ­ο­δω­θοῦν. Ὅ­σα ἔ­ζη­σε στήν βό­ρεια Μί­σιγ­καν ἐν­τυ­πώ­θη­καν ἄ­σβη­στα στήν ψυ­χή του καί ἀ­πο­τέ­λε­σαν τό ὑ­λι­κό τῶν μι­κρῶν του ἱ­στο­ρι­ῶν γύ­ρω ἀ­πό τόν Νίκ Ἄν­ταμς, τήν πρώ­τη, νε­α­νι­κή του, λο­γο­τε­χνι­κή περ­σό­να. Τό ἐ­πί­θε­το τοῦ Νίκ, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τήν πρω­ταρ­χι­κή βί­ω­ση προ­σω­πι­κοῦ πα­ρα­δεί­σου τοῦ Ernest H. Ὁ ἴ­διος ὡ­στό­σο δέν ἦ­ταν ἀ­ψε­γά­δια­στος: τόν τα­λαι­πω­ροῦ­σε ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς πρό­βλη­μα ὅ­ρα­σης καί μιά ἐ­λατ­τω­μα­τι­κή προ­φο­ρά τοῦ ἤ­χου L. Σέ ὅ­λη του τή ζω­ή, τά L ἀ­κού­γον­ταν κά­πως σάν W’s. Ἔ­χον­τας ἕ­ναν πα­τέ­ρα πού τοῦ ζη­τοῦ­σε νά δί­νει τόν κα­λύ­τε­ρο ἑ­αυ­τό του σέ ὅ,τι κα­τα­πι­ά­νε­ται, ἡ ἐ­λατ­τω­μα­τι­κή ὅ­ρα­ση καί ἡ ἐ­λα­φριά γλωσ­σι­κή του ἀ­τέ­λεια τόν συ­νό­δευ­αν ὡς στίγ­μα­τα καί τόν πλή­γω­ναν ἀ­δι­ά­κο­πα. Ὅ­μως τό βα­θύ­τε­ρο τραῦ­μα του πρέ­πει νά ἦ­ταν ἡ αὐ­το­κτο­νί­α τοῦ πα­τέ­ρα του, με­τά τόν ἀ­κρω­τη­ρια­σμό τοῦ πο­διοῦ του, λό­γῳ δι­α­βή­τη, μέ τό ὅ­πλο του τό 1928. Τό­τε ὁ Εrnest ἦ­ταν 29 χρό­νων. Ἔ­κτο­τε δι­α­κα­τε­χό­ταν ἀ­πό τήν φο­βί­α ἤ προ­αί­σθη­ση πώς πα­ρό­μοι­ος θά ἦ­ταν καί ὁ δι­κός του θά­να­τος, ὅ­πως καί ἔ­γι­νε.

       T­ό 1954 ἡ Σου­η­δι­κή Ἀ­κα­δη­μί­α τοῦ ἀ­πέ­νει­με τό βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ «γιά τόν ἰ­σχυ­ρό τρό­πο καί τήν δε­ξι­ο­τε­χνί­α του στήν σύγ­χρο­νη ἀ­φή­γη­ση, πράγ­μα πού ἀ­πέ­δει­ξε στό Ὁ Γέ­ρος καί ἡ Θά­λασ­σα». Στό σα­φά­ρι πού εἶ­χε σχε­διά­σει, τήν ἴ­δια χρο­νιά στην Ἀ­φρι­κή, τό ἀ­ε­ρο­πλά­νο στό ὁ­ποῖ­ο με­τέ­βαι­νε συν­τρί­φτη­κε πά­νω ἀ­πό τό τό­τε Βελ­γι­κό Κογ­κό· στήν ἀρ­χή θε­ω­ρή­θη­κε νε­κρός. Ὡ­στό­σο ἐ­πέ­ζη­σε πα­ρά τά ἐγ­καύ­μα­τα, τά ἐ­σω­τε­ρι­κά τραύ­μα­τα, ἄλ­λα στήν σπον­δυ­λι­κή στή­λη καί ἄλ­λα στό κρα­νί­ο. Ἐ­πέ­στρε­ψε κου­τσός καί τά ἑ­πό­με­να χρό­νια ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό ὑ­ψη­λή ἀρ­τη­ρια­κή πί­ε­ση καί βα­ρειά κα­τά­θλι­ψη. Χρει­ά­στη­κε νά νο­ση­λευ­τεῖ στήν ψυ­χι­α­τρι­κή Mayo Clinic δυ­ό φο­ρές καί ἐ­πί μα­κρόν, ἀλ­λά κα­μιά ἀ­γω­γή, οὔ­τε αὐ­τή μέ ἠ­λε­κτρο­σόκ πού πρω­το­ε­φαρ­μο­ζό­ταν τό­τε, βελ­τί­ω­νε κα­θό­λου τήν κα­τά­στα­σή του. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στό σπί­τι του στίς 2 Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1961 αὐ­το­κτό­νη­σε πυ­ρο­βο­λών­τας μέ τήν κα­ραμ­πί­να του. Που­θε­νά στόν κό­σμο, ἀ­πό τό Κι­λι­μάν­τζα­ρο, τόν Κα­να­δᾶ, τήν Κού­βα, τήν Ἱ­σπα­νί­α ἤ ἀλ­λοῦ στήν Εὐ­ρώ­πη, δέν ξα­να­βρῆ­κε τόν πα­ρά­δει­σο του στίς Λί­μνες καί τά δά­ση τῆς Μί­σιγ­καν. Οὔ­τε κα­νέ­να σπά­νιο, πα­ρα­δεί­σιο πλά­σμα, ὅ­πως ὁ λευ­κός ἐ­λέ­φαν­τας· μα­κρι­νός καί ἀ­πλη­σί­α­στος πα­ρέ­μει­νε καί γιά τό ζεῦ­γος τῆς ἱ­στο­ρί­ας – βι­νι­έ­τας: Λό­φοι σάν Λευ­κοί Ἐ­λέ­φαν­τες, πού γρά­φτη­κε στήν Αὐ­στρί­α τό 1927.

       Ὅ­πως εἰ­πώ­θη­κε ἤ­δη, πολ­λοί με­λε­τη­τές, καί κυ­ρί­ως ὁ Robert Paul Lamp, ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ὁ Ε.Η. εἰ­σή­γα­γε τόν δι­ά­λο­γο ὡς τό οὐ­σι­α­στι­κό στοι­χεῖ­ο τοῦ ἀ­να­δυ­ό­με­νου μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος στόν εἰ­κο­στό αἰ­ώ­να. Ἡ με­γά­λη συμ­πί­ε­ση τοῦ χρό­νου μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο ξε­τύ­λι­γε μιάν ἔ­στω καί στοι­χει­ώ­δη πλο­κή, ἀ­παί­τη­σε ἀλ­λά καί προ­κά­λε­σε ὑ­ψη­λό βαθ­μό ὑ­παι­νι­κτι­κό­τη­τας· μεί­ω­σε τήν πυ­κνή ἀ­να­πα­ρά­στα­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος, ὅ­πως καί τήν αἴ­σθη­ση τῆς διά­ρκειας, ὅ­λα δη­λα­δή τά στοι­χεῖ­α πού βρί­σκον­ταν στήν καρ­διά τῶν τρό­πων τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ὥς τό­τε. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης βρέ­θη­κε ἀν­τι­μέ­τω­πος μέ τήν ἀ­νάγ­κη νά ὑ­πο­θέ­τει, χω­ρίς νά εἶ­ναι σί­γου­ρος πώς ὑ­πο­θέ­τει σω­στά. Ὁ Ηemingway ἔ­φτα­σε στό ση­μεῖ­ο νά ἀ­φαι­ρέ­σει, σχε­δόν παν­τε­λῶς, τόν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό σχο­λια­σμό καί τήν φω­νή αὐ­θεν­τί­ας τοῦ συγ­γρα­φέ­α.

       Το ἐ­ρώ­τη­μα ὥς ποῦ θά ἔ­φτα­νε ἡ νέ­α τέ­χνη τοῦ H. ἀ­παν­τή­θη­κε τόν Μά­η τοῦ 1927 μέ τούς Λό­φους, μιά ἱ­στο­ρί­α πού εἶ­ναι σχε­δόν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου δι­ά­λο­γος ἀ­νά­με­σα σ’ ἕ­να ζεῦ­γος πού γνω­ρί­ζε­ται κα­λά. Μι­λοῦν μ’ ἕ­να εἶ­δος «στε­νο­γρα­φί­ας» πού, ὅ­πως πα­ρα­τή­ρη­σε κά­ποι­ος, θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι ἀ­κα­τά­λη­πτη σέ ὅ­ποι­ον ἄλ­λον τήν ἄ­κου­γε. Γι’ αὐ­τό ὁ E.H. ὑ­πο­χρε­ώ­θη­κε νά συ­σχε­τί­σει τό­πο καί δι­ά­λο­γο ὥ­στε ὁ ἀ­να­γνώ­στης νά ἀν­τι­λη­φθεῖ πώς δέν πρό­κει­ται γιά ἀ­νο­η­σί­ες. Ἀ­πό τίς πρῶ­τες κου­βέν­τες ἀ­νά­με­σα στό ζευ­γά­ρι ἀρ­χί­ζουν ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νοι χει­ρι­σμοί πού ἀ­πο­κρυ­σταλ­λώ­νουν τίς δυ­να­μι­κές τῆς σχέ­σης, ἐκ­φρά­ζουν τόν χα­ρα­κτή­ρα τους, καί ἐγ­κλω­βί­ζουν τήν ἀρ­χό­με­νη πλο­κή. Πα­ρα­λεί­πει ἀ­κό­μη καί τό πε­ρί τί­νος τοῦ δι­α­λό­γου. Τό ὅ­τι, δη­λα­δή, ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ἔγ­κυ­ος καί ἐ­κεῖ­νος θέ­λει νά κά­νει ἔ­κτρω­ση· ἡ ἐγ­κυ­μο­σύ­νη, ἡ ἔ­κτρω­ση, τό παι­δί, δέν ἀ­να­φέ­ρον­ται οὔ­τε μιά φο­ρά. Λές καί ἤ­θε­λε νά αὐ­ξή­σει τήν πρό­κλη­ση, ἑ­στιά­ζει τόν φα­κό του σέ ἐ­ξω­τε­ρι­κά πράγ­μα­τα, ἀ­πο­φεύ­γον­τας κά­θε πρό­σβα­ση στήν συ­νεί­δη­ση τῶν χα­ρα­κτή­ρων. Ὁ δι­ά­λο­γος… μή-δι­ά­λο­γος εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως οὐ­δέ­τε­ρος καί ὁ συγ­γρα­φέ­ας δέν δι­ευ­κο­λύ­νει στό πα­ρα­μι­κρό τήν κα­τα­νό­η­ση ἐκ μέ­ρους τοῦ ἀ­να­γνώ­στη.

       Κα­τά τήν ἀ­νά­λυ­ση τῆς Elizabeth Bowen, οἱ ἥ­ρω­ες ἐκ­φρά­ζον­ται ὑ­πο­λο­γι­στι­κά ὁ ἕ­νας πρός τον ἄλ­λο καί αὐ­το­α­πο­κα­λύ­πτον­ται ἀ­θέ­λη­τα. Τό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς κου­βέν­τας εἶ­ναι τό­σο ἀ­δι­α­φα­νές πού μό­νο κά­τω ἀ­πό τό φῶς ὁ­λό­κλη­ρης τῆς ἱ­στο­ρί­ας μπο­ρεῖ νά γί­νει κα­τα­νο­η­τό. Μπο­ρεῖ π.χ. νά μι­λᾶ­νε γιά τήν γεύ­ση τοῦ πο­τοῦ, ὅ­πως θά νό­μι­ζε κά­θε ἄλ­λος, ἐ­κτός ἀ­πό τούς δυ­ό τους πού, στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ξέ­ρουν ὅ­τι μι­λᾶ­νε γιά τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά ἔ­χουν παι­δί. Ἐ­κεῖ­νος ὡ­στό­σο δέν δι­α­θέ­τει τήν ἱ­κα­νό­τη­τα νά βλέ­πει τόν κό­σμο μέ τά μά­τια της. Ἡ ὅ­ρα­σή του πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στόν ὁ­ρί­ζον­τα τῶν δι­κῶν του ἐ­πι­θυ­μι­ῶν. Μπο­ρεῖ νά τήν δι­α­βε­βαι­ώ­νει πώς εἶ­ναι σύμ­φω­νος μέ ὅ,τι θέ­λει ἡ ἴ­δια, ὁ τρό­πος του, ὅ­μως, εἴ­τε μέ τά λό­για εἴ­τε μέ τίς κι­νή­σεις καί τίς στά­σεις τοῦ σώ­μα­τος, ἀ­πο­κα­λύ­πτει πώς ἀ­πο­πει­ρᾶ­ται νά τήν ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­σει: τῆς λέ­ει ὅ­σα ἐ­κεί­νη θά ἤ­θε­λε νά ἀ­κού­σει. Τῆς ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τήν ἀ­γά­πη του, ἀλ­λά ἀ­πο­φεύ­γει νά ἀ­παν­τή­σει στίς ἐ­ρω­τή­σεις της ἐ­πεν­δύ­ον­τας τίς δι­κές του ἐ­πι­θυ­μί­ες μέ μιά «λο­γι­κή» πού προ­σβάλ­λει τήν με­τα­φο­ρι­κά ἐκ­φρα­σμέ­νη γλώσ­σα τῆς δι­κῆς της ἐ­πι­θυ­μί­ας. Κα­θώς δέν κα­τα­νο­εῖ τήν γλώσ­σα της, αὐ­τή κα­τα­φεύ­γει στό νά μι­μεῖ­ται τίς λέ­ξεις καί τίς φρά­σεις του ἤ νά ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται μέ πα­θη­τι­κά ἐ­πι­θε­τι­κή αὐ­το­άρ­νη­ση ἤ ἁ­πλῶς ἀρ­νού­με­νη τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τά του.

       Ἡ χρή­ση τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης ἀ­πο­τε­λεῖ τήν πιό ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτη πλευ­ρά τοῦ δι­α­λό­γου. Ἡ ἐ­πα­νά­λη­ψη λέ­ξε­ων πού ἀ­πο­τε­λοῦν κλει­διά, ὅ­πως τό «θέ­λω», καί πο­λυ­σύλ­λα­βων λέ­ξε­ων μέ ὅ­μοι­ες συλ­λα­βές, ὅ­πως: ὁ,τι­δή­πο­τε, ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε, δη­μι­ου­γεῖ μιάν ἰ­σχυ­ρή ἀ­λη­θο­φά­νεια· στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἡ με­τάλ­λα­ξη ἤ πα­ραλ­λα­γή τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου τους ἀ­πό τόν κα­θέ­να τους, βο­η­θᾶ τήν πρό­ο­δο τῆς ἱ­στο­ρί­ας, τήν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ὑ­πό­θε­σης. Γιά νά ἐ­πι­τευ­χθοῦν οἱ δι­πλοί σκο­ποί τοῦ δι­α­λό­γου, γί­νον­ται ἀ­συ­νή­θι­στες καί ποι­κί­λες δι­φο­ρού­με­νες χρή­σεις τῆς ἀν­τω­νυ­μί­ας. Πα­ρά­δειγ­μα: οἱ χρή­σεις τοῦ «αὐ­τό», ὄ­χι μό­νον κα­θρε­φτί­ζουν τόν στε­νο­γρα­φι­κό τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο οἱ ἀν­θρω­ποι ἀ­να­φέ­ρον­ται σέ θέ­μα­τα πού ἀμ­φό­τε­ροι κα­τα­νο­οῦν (ἤ νο­μί­ζουν ὅ­τι κα­τα­νο­οῦν), δη­μι­ουρ­γεῖ ἐ­πί­σης τό εἰ­ρω­νι­κό δι­φο­ρού­με­νο. Συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας τέ­τοι­α ἀ­κα­τα­μά­χη­τα προ­η­γού­με­να, του­τέ­στιν ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς, ὁ Hemingway, δι­α­τρα­νώ­νει πώς στόν δι­ά­λο­γο ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μπο­ρεῖ νά κα­ταν­τή­σει ἀ­δύ­να­τη.

       Προ­α­ναγ­γέ­λει, ἀ­πό τό 1927, τήν ἐ­ξα­πλω­μέ­νη δι­ε­θνῶς ἔκ­πτω­ση τῆς προ­φο­ρι­κῆς συ­νο­μι­λί­ας σέ φα­ρι­σα­ϊ­κή… φάρ­σα, τήν πλή­ρη ἀ­να­στρο­φή/δι­α­στρο­φή τῆς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς σύ­στα­σης: Ἔ­στω δὲ ὁ λό­γος ὑ­μῶν ναὶ ναίοὒ οὔ· τὸ δὲ πε­ρισ­σὸν τού­των ἐ­κ τοῦ πο­νη­ροῦ ἐ­στιν. (Ματθ. ε΄ 37).

       Ἡ GabrielaTucan(4) το­πο­θε­τεῖ δί­πλα στόν συγ­γρα­φέ­α τόν ζω­γρά­φο Edward Hopper και βλέ­πει τούς Λό­φους κά­τω ἀ­πό τόν φω­τι­σμό τῶν δι­κῶν του ἔρ­γων. Συγ­κρί­νον­τας τό δι­ή­γη­μα μέ τόν πί­να­κα Κα­λο­και­ρι­νό ἀ­πό­γευ­μα τοῦ 1947(5), καί ἑ­στι­ά­ζον­τας στίς κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νες σχέ­σεις, πα­ρα­τη­ρεῖ τόν ἀ­πό­μα­κρο τρό­πο πε­ρι­γρα­φῆς τοῦ Hemingway καί γρά­φει πώς ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι «γε­μά­τη σύγ­χυ­ση ἔν­τα­ση καί συγ­κρού­σεις». Ἡ ἡ­ρω­ϊ­δα, για πα­ρά­δειγ­μα, ξαφ­νι­κά και ἀ­σύν­δε­τα ἀ­να­φέ­ρει πώς οἱ λό­φοι μοιά­ζουν μέ «λευ­κούς ἐ­λέ­φαν­τες», ἀλ­λά ὁ ἄν­δρας δεν ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται. Ἡ ἀ­νι­κα­νό­τη­τά του νά ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ εἶ­ναι ἔν­δει­ξη τῆς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νης σχέ­σης, ἀλ­λ’ ἐ­πί­σης ἔν­δει­ξη τοῦ ἄγ­χους στήν ἐ­σω­τε­ρι­κή ζω­ή τῶν ἐ­ρα­στῶν. Ὁ στα­δια­κός κα­τα­κερ­μα­τι­σμός τους συ­νά­δει μέ τήν δι­ά­ψευ­ση τῶν προσ­δο­κι­ῶν, τήν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καί τήν γε­νι­κευ­μέ­νη βα­ριά δι­ά­θε­ση τῶν ἀν­θρώ­πων στά 1920, με­τά τήν βί­α τοῦ Πρώ­του Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου. Ἡ μα­τιά τοῦ ἀ­να­γνώ­στη στίς «δυ­ό σι­δη­ρο­δρο­μι­κές ρά­γες μέ­σα στόν ἥ­λιο» τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τά ἐμ­πό­δια, δη­λα­δή τά κε­νά καί τίς παύ­σεις στόν δι­ά­λο­γο τοῦ ζεύ­γους, πού ἀ­δυ­να­τοῦν ἐξ ἴ­σου νά κοι­νω­νή­σουν τίς δι­α­φο­ρε­τι­κές τους ἀ­ξί­ες. Οἱ συμ­βο­λι­κές σι­ω­πές φα­νε­ρώ­νουν τόν θυ­μό πού ὀγ­κώ­νε­ται στήν γυ­ναί­κα, κα­θώς ἀ­δυ­να­τεῖ νά ἀρ­θρώ­σει τί ἀ­κρι­βῶς μα­στί­ζει τήν σχέ­ση τους. Ἡ ἔν­τε­χνη ὑ­παινι­κτι­κή μέ­θο­δος τοῦ Hemingway ἐ­πι­τρέ­πει στόν ἀ­να­γνώ­στη νά συμ­πε­ρά­νει ὅ­τι καί οἱ δύ­ο σκέ­πτον­ται τό ἐν­δε­χό­με­νο τῆς ἔ­κτρω­σης. Χα­μέ­νη στίς σκέ­ψεις της, κά­θε­ται μα­ζί του στό ἴ­διο τρα­πέ­ζι ἀλ­λά δέν ἀγ­γί­ζον­ται. Τό συμ­πέ­ρα­σμά τῆς Tucan εἶ­ναι πώς «Ἡ γλώσ­σα τοῦ σώ­μα­τος, ἡ ἄ­δεια ἀ­πό­στα­ση ἀ­νά­με­σά τους, φα­νε­ρώ­νει πώς κά­τι λεί­πει ἀ­πό τήν σχέ­ση τους, ὅ­πως συμ­βαί­νει μέ τόν θε­α­τή τοῦ Hopper, ὁ ὁ­ποῖ­ος, μέ τήν σύ­νο­λη αἰ­σθη­τι­κή του, δεί­χνει τήν ἐ­πί­γνω­σή του γύ­ρω ἀ­πό τήν προ­βλη­μα­τι­κή σι­ω­πή στήν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα».


Ἡ με­τα­φο­ρι­κή γλώσ­σα τῆς ἡ­ρω­ϊ­δας, μᾶς ὁ­δη­γεῖ στό μεῖ­ζον θέ­μα τοῦ συμ­βο­λι­σμοῦ. Ὁ He­ming­way τόν χρη­σι­μο­ποί­η­σε μέ πολ­λούς ἐ­ξαι­ρε­τι­κούς τρό­πους. Στήν ἱ­στο­ρί­α του Λό­φοι σάν Λευ­κοί Ἐ­λέ­φαν­τες, ξαφ­νιά­ζει μέ τό πῶς τόν χει­ρί­ζε­ται γιά τά βά­σα­να τοῦ ζευ­γα­ριοῦ ὡς πρός ἕ­να δί­λημ­μα καί μιάν κα­θο­ρι­στι­κή ἀ­πό­φα­ση γιά τήν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή τους.

       Ἐ­πει­δή ὁ ἀ­να­γνώ­στης τῶν Λό­φων, μπο­ρεῖ νά ἐ­πι­θυ­μεῖ νά δι­α­σταυ­ρώ­σει τίς δι­κές του σκέ­ψεις γιά τόν συμ­βο­λι­σμό ἤ συμ­βο­λι­σμούς τοῦ δι­η­γή­μα­τος, τό πα­ρα­κά­τω ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πό τήν ἐρ­γα­σί­α τοῦ Adam Schaefers «Analyzing the Symbolism of Hills like White Elephants»(6), θά τοῦ δώ­σει τήν εὐ­και­ρί­α νά πα­ρα­κο­λου­θή­σει τήν ἀ­νά­λυ­ση τῶν κύ­ρι­ων ἀ­πό αὐ­τούς

Ἡ ἱ­στο­ρί­α δέν ἔ­χει ἁ­πλῶς πολ­λούς συμ­βο­λι­σμούς. Κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά τό κά­θε ση­μεῖ­ο της συμ­βο­λί­ζει ἕ­να δι­α­φο­ρε­τι­κό θέ­μα […] Ἀ­νά­με­σα στά πολ­λά σύμ­βο­λα τῆς ἱ­στο­ρί­ας, τρί­α εἶ­ναι τά πλέ­ον ἀ­να­γω­ρί­σι­μα: οἱ λό­φοι, οἱ λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες, καί ὁ σι­δη­ρο­δρο­μι­κός σταθ­μός.

       Οἱ λό­φοι μπο­ρεῖ νά ση­μαί­νουν ἐμ­πό­δια, τά ὁ­ποῖ­α οἱ ἄν­θρω­ποι πρέ­πει νά ὑ­περ­βοῦ­με γιά νά ἐ­πι­τύ­χου­με τίς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις μας. Τό ὅ­τι εἶ­ναι λό­φοι καί ὄ­χι τε­ρά­στια βου­νά, δεί­χνει πώς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά τά ξε­πε­ρά­σου­με. Ἑ­πο­μέ­νως τό μω­ρό τῆς Ζίγκ εἶ­ναι τό κύ­ριο ἐμ­πό­διο πού μπο­ροῦν νά ὑ­περ­βοῦν οἱ δυ­ό τους καί νά συ­νε­χί­σουν φυ­σι­ο­λο­γι­κά τή ζω­ή τους. Οἱ Λό­φοι δυ­να­τόν ν’ ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­α θέ­α­σης, ἀλ­λά μπλο­κά­ρουν τήν θέ­α ἐ­κεί­νων πού ζοῦν στήν κοι­λά­δα. Τοῦ­το ἀ­να­πα­ρι­στᾶ τήν εὐ­και­ρί­α πού ἀ­πο­τε­λοῦν γιά τό κο­ρί­τσι, ἐ­νῶ ὁ ἄν­δρας δέν βλέ­πει τί­πο­τα, για­τί στε­να­χω­ρι­έ­ται πώς τό παι­δί θά γί­νει αἰ­τί­α νά μήν ἔ­χει εὐ­τυ­χι­σμέ­νο καί ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο μέλ­λον. Οἱ Λό­φοι ἐ­πί­σης μπο­ροῦν νά ἐ­κλη­φθοῦν ὡς φαν­τα­σια­κή μορ­φή στό σχῆ­μα μιᾶς ἐγ­κυ­μο­νού­σας. Ἡ Z­ίγκ δυ­να­τόν νά ἔ­βλε­πε σ’ αὐ­τούς μιά ξα­πλω­μέ­νη ἔγ­κυ­ο μέ τήν κοι­λιά καί τά στή­θη φου­σκω­μέ­να ἀ­πό τήν ἐγ­κυ­μο­σύ­νη. Στή διά­ρκεια τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἡ Z­ίγκ πα­ρα­τη­ρών­τας τούς λό­φους σχο­λιά­ζει πώς οἱ δυ­ό τους θά μπο­ροῦ­σαν νά τά ἔ­χουν ὅ­λα αὐ­τά. Μ’ αὐ­τό ἐν­νο­εῖ πώς οἱ λό­φοι ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν μιά πρό­κλη­ση γιά μιά νέ­α ζω­ή στήν ὁ­ποί­α νά συμ­με­τέ­χουν καί εὐ­και­ρί­α γιά τούς δυ­ό τους.

       Οἱ λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες εἶ­ναι ἕ­να ἄλ­λος συμ­βο­λι­σμός πι­θα­νόν τοῦ μω­ροῦ. Ὁ λευ­κός ἐ­λέ­φαν­τας εἶ­ναι πο­λύ­τι­μη πε­ρι­ου­σί­α, τήν ὁ­ποί­α ὁ κά­το­χος δέν μπο­ρεῖ νά ξε­φορ­τω­θεῖ κa­ί πού τό κό­στος του (εἰ­δι­κά τῆς συν­τή­ρη­σής του), δέν ἀ­να­λο­γεῖ κα­θό­λου στήν χρη­σι­μό­τη­τα ἤ ἀ­ξί­α του. Για κά­ποι­ον εἶ­ναι ἄ­χρη­στο, ἀλ­λά ἀ­νε­κτί­μη­το δῶ­ρο γιά ἄλ­λον. Μ’ ἄλ­λα λό­για, τό μω­ρό ἦ­ταν ἀ­νε­κτί­μη­το γιά τό κο­ρί­τσι, ὁ σύν­τρο­φός της ὅ­μως δέν ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν ν’ ἀ­πο­κτή­σει παι­δί.

       Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος κύ­ριος συμ­βο­λι­σμός εἶ­ναι ὁ σι­δη­ρο­δρο­μι­κός σταθ­μός. Μπο­ρεῖ νά ση­μαί­νει πολ­λά πράγ­μα­τα. Ἡ μια πλευ­ρά του εἶ­ναι ἕ­να ξε­ρό καί πε­θα­μέ­νο το­πί­ο, πού ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει τήν ἐ­ξα­φά­νι­ση καί τόν θά­να­το τοῦ μω­ροῦ, ἐ­νῶ ἡ ἄλ­λη, πρά­σι­νη καί ὄ­μορ­φη, ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει τήν ζω­ή καί μιά νέ­α ἀρ­χή. Ἐ­κτός ἀ­πό τό το­πί­ο, καί οἱ σι­δη­ρο­γραμ­μές ἔ­χουν νό­η­μα. Πη­γαί­νουν πα­ράλ­λη­λα, πράγ­μα πού ση­μαί­νει πώς πο­τέ δεν ἀγ­γί­ζον­ται ἤ δεν εἰ­σχω­ροῦν ἡ μιά μέ­σα στήν ἄλ­λη. Κι αὐ­τό συμ­βο­λί­ζει τήν σχέ­ση τῆς Ζίγκ καί τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νου […]. Τό τέ­λος μᾶς ἀ­φή­νει ἀ­πο­ρη­μέ­νους καί ἡ ἀ­πό­φα­ση τοῦ κο­ρι­τσιοῦ πα­ρα­μέ­νει ἀ­σα­φής. Ἡ τε­λευ­ταί­α κου­βέν­τα τῆς Ζίγκ εἶ­ναι «Αἴ­σθά­νο­μαι μιά χα­ρά», κά­τι πού μᾶς κά­νει νά ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε ἄν πρό­κει­ται νά προ­χω­ρή­σει στήν ἔ­κτρω­ση.

Ἔ­στω καί μέ τόν στοι­χει­ώ­δη χάρ­τη τῆς ζω­ῆς τοῦ E.H. πού δό­θη­κε πα­ρα­πά­νω, ἕ­να γε­νι­κό πε­ρί­γραμ­μα, δη­λα­δή, κι­νού­με­νο ἀ­πό τήν ἀρ­χή στό τέ­λος (πα­ρα­λεί­πον­τας τήν συμ­με­το­χή του στόν Πρῶ­το καί Δεύ­τε­ρο Παγ­κό­σμιο, τόν ρό­λο του ὡς ἀν­τα­πο­κρι­τή στόν Μι­κρα­σι­α­τι­κό Πό­λε­μο, στόν Ἱ­σπα­νι­κό Ἐμ­φύ­λιο, τούς τραυ­μα­τι­σμούς, τούς γά­μους, καί πλεῖ­στα ἄλ­λα), τό ἀρ­χι­κό ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τοῦ τοῦ ἐ­πι­μέ­τρου γιά το ποι­ός ἦ­ταν, μπο­ρεῖ τώ­ρα νά με­τα­κι­νη­θεῖ ἀ­πό τό ποι­ός τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τάς του στό τί τῆς οὐ­σί­ας τοῦ προ­σώ­που του, ὅ­πως με­τα­κε­νώ­θη­κε κυ­ρί­ως στά δι­η­γή­μα­τά του. Θά ἐκ­θέ­σω τώ­ρα τά συμ­πε­ρά­σμα­τα στά ὁ­ποῖ­α κα­τέ­λη­ξα ἡ ἴ­δια, γιά νά κά­νω ξε­κά­θα­ρη τήν δι­κή μου θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί του:

       Δέν πι­στεύ­ω πώς ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α τοῦ Hemingway ὀ­φεί­λε­ται μό­νο στό ὕ­φος του μέ τίς και­νο­το­μί­ες πού εἰ­σή­γα­γε, κα­τά τήν με­θο­ρια­κή ἐ­πο­χή στήν ὁ­ποί­α ἐμ­φα­νί­στη­κε, καί τοῦ ἔ­δω­σε τίς εὐ­και­ρί­ες γιά νά σκι­τσά­ρει στιγ­μι­ό­τυ­πα μέ τα­χύ­τη­τα καί τόλ­μη. Αὐ­τό εἶ­ναι κά­τι πού τό ἔ­κα­ναν, καί συ­νε­χί­ζουν, πλεῖ­στοι συγ­γρα­φεῖς πού δέν ἀ­φή­νουν ἀ­νε­ξά­λη­πτες μνῆ­μες. Θε­ω­ρῶ πώς ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νος μέ μιά ἰ­σχυ­ρή ἀ­νι­χνευ­τι­κή κε­ραί­α τῶν ἀλ­λα­γῶν πού εἶ­χαν ἐ­πέλ­θει παγ­κο­σμί­ως, ἀλ­λά καί ἐ­πρό­κει­το νά ἐ­πέλ­θουν. Εἴ­τε ἐ­ξαι­τί­ας τῶν σο­βα­ρῶν ψυ­χι­κῶν του τραυ­μά­των, εἴ­τε πέ­ραν αὐ­τῶν, ζοῦ­σε μέ δρα­μα­τι­κή ἔν­τα­ση τήν «ἀ­γω­νί­α τῆς κε­νό­τη­τας καί τῆς ἔλ­λει­ψης νο­ή­μα­τος». Ἡ τε­λευ­ταί­α ἐμ­φα­νί­ζε­ται κυ­ρί­ως κα­τά τό τέ­λος μιᾶς ἐ­πο­χῆς. Γί­νε­ται κα­θο­λι­κή ὅ­ταν οἱ συ­νη­θι­σμέ­νες δο­μές νο­ή­μα­τος, ἰ­σχύ­ος, πί­στης καί τά­ξης ἀρ­χί­σουν νά δι­α­λύ­ον­ται, σύμ­φω­να μέ τήν ἀ­νά­λυ­ση τοῦ Paul Tillich(7), πού πε­ρι­έ­γρα­ψε τίς κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κές της προ­ϋ­πο­θέ­σεις καί τήν ὀ­νό­μα­σε «Τρί­τη Πε­ρί­ο­δο τῆς Ἀ­γω­νί­ας στήν Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δυ­τι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ».

       Ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νος, ἐ­πί­σης, μέ ἕ­να ἐ­ξαι­ρε­τι­κό ἀ­φτί πού τα­χύ­τα­τα συ­νε­λάμ­βα­νε τά κά­θε λο­γῆς στοι­χεῖ­α τοῦ προ­φο­ρι­κοῦ λό­γου. Δέν τόν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν κα­θό­λου οἱ πε­ρι­γρα­φές, για­τί γνώ­ρι­σε ἀ­πό τήν πιό μι­κρή του ἡ­λι­κί­α τήν πο­λυ­σύν­θε­τη δυ­να­μι­κή τῶν ἠ­χη­τι­κῶν μη­νυ­μά­των, σέ ὅ­σα φα­νε­ρώ­νουν, ἀ­πο­κρύ­πτουν καί κυ­ρί­ως ὑ­παι­νίσ­σον­ται, μέ­σα σέ πο­λύ σύν­το­μο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα. Ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς στη­ρί­ζον­ται στήν ὅ­ρα­σή τους. Ὁ E.H. στήν ἀ­κο­ή του. Ὡς γνή­σιος κυ­νη­γός ἀ­φουγ­κρα­ζό­ταν τίς μι­κρές καί με­γά­λες φω­νές στά δά­ση , καί ἀρ­γό­τε­ρα ὡς ἀν­τα­πο­κρι­τής ἄ­κου­σε τούς ἐκ­κω­φαν­τι­κούς κρό­τους στά πε­δί­α τῶν μα­χῶν.

       Ἡ ἀ­νι­χνευ­τι­κή του ἐ­σω­τε­ρι­κή συγ­γρα­φι­κή κε­ραί­α τόν ὁ­δή­γη­σε, ἴ­σως καί ἐν­στι­κτω­δῶς, μιάς καί δέν ἦ­ταν δι­α­νο­ού­με­νος τῆς θε­ω­ρί­ας καί τῶν στο­χα­σμῶν, στήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῆς ἀλ­λα­γῆς: οἱ ἄν­θρω­ποι δέν θά εἶ­χαν πιά χρό­νο γιά πο­λύ­πλο­κες ἀ­να­λύ­σεις, ἀλ­λά γιά δι­α­δο­χή εἰ­κό­νων ὅ­πως στόν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἡ φί­λη του Gertrude Stein τοῦ ἔ­δω­σε τό χω­ρο­χρο­νι­κό στίγ­μα τῆς ζω­ῆς ἑ­κα­τομ­μυ­ρί­ων ἀν­θρώ­πων μα­ζί μέ τήν δι­κή του, με­τα­φέ­ρον­τάς του τόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό ἑ­νός βο­η­θοῦ σέ γκα­ράζ τοῦ Πα­ρι­σιοῦ: Χα­μέ­νη Γε­νιά.(8) Ἐ­κεῖ­νος ἐ­πι­κεν­τρώ­θη­κε στό χά­νω· δη­λα­δή στήν κά­θε εἴ­δους ἀ­πώ­λεια.

Στούς Λό­φους σάν Λευ­κοί Ἐ­λέ­φαν­τες, κά­ποι­α στιγ­μή: Τό κο­ρί­τσι ση­κώ­θη­κε καί περ­πά­τη­σε ὥς την ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ. Στήν ἄλ­λη πλευ­ρά ἀ­πέ­ναν­τι, ὑ­πῆρ­χαν στα­ρο­χώ­ρα­φα καί στίς ὄ­χθες τοῦ Ἴμ­προ, σ’­ὅ­λο τό μῆ­κος, δέν­τρα. Μα­κριά, πέ­ρα ἀ­π’ το πο­τά­μι, βου­νά. Ἡ σκιά ἑ­νός σύν­νε­φου με­τα­κι­νή­θη­κε πά­νω ἀ­π’ τόν σι­τα­γρό καί τό κο­ρί­τσι εἶ­δε τό πο­τά­μι ἀ­νά­με­σα στά δέν­τρα.

       —Καί θά μπο­ρού­σα­με νά τά ἔ­χου­με ὅ­λα τοῦ­τα, εἶ­πε. Τά πάν­τα, καί κά­θε μέ­ρα τό κά­νου­με πιό ἀ­δύ­να­το.

Ὁ Ε.Η. δέν χά­νει εὐ­και­ρί­α στίς ἱ­στο­ρί­ες του νά μι­λή­σει γιά τήν ἐ­πι­λο­γή τῆς ἀ­πώ­λειας, μπρο­στά σ’ ἕ­να δί­λημ­μα· εἴ­τε πρό­κει­ται γιά φό­νο, εἴ­τε γιά χω­ρι­σμό, εἴ­τε γιά αὐ­το­κτο­νί­α, εἴ­τε γιά κα­τα­στρο­φή, εἴ­τε γιά ἥτ­τα. Ὁ ἄν­θρω­πος δι­α­λέ­γει αὐ­τό πού τόν ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πό κεῖ­νο πού ἐ­πι­θυ­μεῖ ἤ νο­σταλ­γεῖ.

       Γε­ρά ἐγ­κα­τε­στη­μέ­νη αὐ­τή ἡ ἀ­δι­έ­ξο­δη ἀ­γω­νί­α στήν ρί­ζα τῆς ὕ­παρ­ξής του, συ­νι­στοῦ­σε τό οὐ­σι­ῶ­δες τί πού με­τα­κέ­νω­νε στίς ἀ­φη­γή­σεις του. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ με­τα­νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα μπο­ροῦ­σε νά ἀ­να­γνω­ρί­σει τόν γκρε­μό ἐ­νώ­πιον τοῦ ὁ­ποί­ου, μέ ἐν­τε­λῶς λι­τά μέ­σα, τήν ἀ­νάγ­κα­ζε νά στα­θεῖ: ἐ­κεῖ πού προ­η­γου­μέ­νως τήν εἶ­χαν ὁ­δη­γή­σει οἱ ἐ­πι­λο­γές πί­σω ἀ­πό τά ἱ­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα καί τίς συν­θῆ­κες.

       Γιά τά συμ­πε­ρά­σμα­τα, πού ἤ­δη ἀ­νέ­φε­ρα, ἐ­νι­σχύ­θη­κα ἀ­πό ἕ­ναν ἄλ­λο Λευ­κό Ἐ­λέ­φαν­τα, ἀ­νω­νύ­μου συγ­γρα­φέ­α μιᾶς συλ­λο­γῆς Ἱ­στο­ρι­ῶν Χα­τά­κα. Ἱ­στο­ρί­ες, δη­λα­δή, ἀ­πό τήν βου­δι­στι­κή πα­ρά­δο­ση μέ ἥ­ρω­ες ζῶ­α. Εἶ­ναι ἡ ἀ­κό­λου­θη(9):

Ἕ­νας ὡ­ραῖ­ος λευ­κός ἐ­λέ­φαν­τα πού ζοῦ­σε στούς πρό­πο­δες ἑ­νός βου­νοῦ, συ­ναν­τή­θη­κε μέ μιά ὁ­μά­δα ἀν­θρώ­πων. Εἶ­χαν χά­σει τόν δρό­μο τους καί ἔ­κλαι­γαν για­τί πει­νοῦ­σαν καί δι­ψοῦ­σαν ὑ­περ­βο­λι­κά. Ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν μέ­ρος ἑ­νός με­γά­λου καί πλού­σιου κα­ρα­βα­νιοῦ. Κι ἔ­πει­τα ἀ­πό πολ­λές καί δι­ά­φο­ρες ἀ­τυ­χί­ες ἦ­σαν οἱ μό­νοι πού κα­τά­φε­ραν νά ἐ­πι­ζή­σουν. Ρώ­τη­σαν τόν ἐ­λέ­φαν­τα ποι­ό δρό­μο θά ἔ­πρε­πε νά ἀ­κο­λου­θή­σουν γιά νά φθά­σουν στήν πιό κον­τι­νή πό­λη. Ἐ­κεῖ­νος τούς ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι ἡ ἀ­πό­στα­ση πού τούς χώ­ρι­ζε ἀ­πό ὁ­ποι­α­δή­πο­τε πό­λη ἦ­ταν πο­λύ με­γά­λη καί ὅ­τι πο­τέ δέν θά κα­τά­φερ­ναν νά φθά­σουν στήν κα­τά­στα­ση πού ἦ­σαν. Τούς συ­νέ­στη­σε νά ξε­κου­ρα­στοῦν καί νά ἀ­να­λά­βουν δυ­νά­μεις. — Ἐ­δῶ κον­τά, συμ­πλή­ρω­σε, ἀ­νά­με­σα στίς πέ­τρες ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρό ρυά­κι γιά νά ξε­δι­ψά­σε­τε. Ἐ­πί­σης, ἐ­κεῖ κον­τά θά δεῖ­τε ἕ­ναν ἑ­τοι­μο­θά­να­το ἐ­λέ­φαν­τα. Ἀ­πό τό κρέ­ας του θά μπο­ρέ­σε­τε νά τρα­φεῖ­τε. για­τί σέ λί­γο θά ἔ­χει πε­θά­νει.

Ἀ­φοῦ τά εἶ­πε αὐ­τά ὁ λευ­κός ἐ­λέ­φαν­τας τούς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε καί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ἀ­νέ­βη­κε ψη­λά στό βου­νό καί χω­ρίς ἀρ­γο­πο­ρί­α ἔ­πε­σε στό κε­νό. Πί­στευ­ε μέ βε­βαι­ό­τη­τα πώς ὅ­ταν θά ἔ­φθα­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι στό ση­μεῖ­ο πού τούς εἶ­χε ὑ­πο­δεί­ξει, θά ἔ­βρι­σκαν τό σῶ­μα του, ἀ­κό­μη ζε­στό, κον­τά στό νε­ρό πού ἔ­τρε­χε, καί θά χόρ­ται­ναν τήν πεί­να τους. Ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Ἀλ­λά οἱ ἄν­θρω­ποι τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σαν καί, στήν ἀρ­χή, δέν θέ­λη­σαν νά φᾶ­νε τό κρέ­ας του. Ὅ­μως δέν ἄρ­γη­σαν νά ἀλ­λά­ξουν γνώ­μη. Κα­τά­λα­βαν ὅ­τι μό­νον ὅ­ταν θά μοί­ρα­ζαν με­τα­ξύ τους τό τε­ρά­στιο καί ἀ­γα­θό του σῶ­μα, θά ἔ­με­ναν πι­στοί στήν μνή­μη του καί ἡ θυ­σί­α του δέν θά πή­γαι­νε χα­μέ­νη. Αὐ­τή ἡ τρο­φή, ὄ­χι μό­νον θά τούς ἔ­δι­νε δυ­νά­μεις νά φθά­σουν σέ κά­ποι­α πό­λη, ἀλ­λά ἡ ἀ­νά­μνη­ση τοῦ κα­λό­καρ­δου ἐ­λέ­φαν­τα θά τούς βο­η­θοῦ­σε νά μεί­νουν δί­και­οι καί εὐ­γε­νι­κοί τήν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή τους.

Ποι­ό εἶ­ναι τό θέ­μα τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ; Εἶ­ναι τό μυ­στή­ριο μιᾶς θυ­σι­α­στι­κῆς ἐ­πι­λο­γῆς γιά μιά ὑ­πέρ­τα­τη πρά­ξη κα­λω­σύ­νης, δί­χως ἀ­παί­τη­ση κα­νε­νός ἀν­ταλ­λάγ­μα­τος. Ὁ σχο­λια­στής τῆς ἱ­στο­ρί­ας γρά­φει: «ἡ κα­λω­σύ­νη, τό­σο δε­μέ­νη μέ τήν χά­ρη, ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά πλη­σιά­σει καί πά­λι ἡ χά­ρη τούς ἀν­θρώ­πους καί νά τούς γε­μί­σει ἀ­πο­λύ­τως μέ ὅ­σα πί­στε­ψαν πώς ἔ­χα­σαν γιά πάν­τα.»

       Ἡ Ζίγκ, ἡ ἡ­ρω­ϊ­δα στήν μι­κρή ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ε.Η. τά δι­α­σθα­νό­ταν ὅ­λα τοῦ­τα καί μπο­ροῦ­σε νά τά συμ­πε­ρι­λά­βει μέ­σα σέ δυ­ό λέ­ξεις: τά πάν­τα: Θά μπο­ρού­σα­με νά ἔ­χου­με τά πάν­τα. Χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τας τούς μα­κρι­νούς λό­φους Λευ­κούς Ἐ­λέ­φαν­τες εἶ­χε ἤ­δη συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει τό εὖ­ρος τῆς ὑ­πάρ­ξε­ως καί μπο­ροῦ­σε νά ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σει στήν ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς ζω­ῆς ἄ­νο­στων ἐ­πα­να­λή­ψε­ων, τίς πλού­σι­ες δω­ρε­ές μιᾶς νο­η­μα­τι­σμέ­νης ζω­ῆς. Ἡ ψυ­χή της, ὄν­τας ἀ­νοι­χτή, ἀν­τη­χοῦ­σε τά πολ­λα­πλά νο­ή­μα­τα τοῦ ἀρ­χαί­ου συμ­βό­λου, καί ἀν­τα­πο­κρι­νό­ταν δε­κτι­κά. Ἀλ­λά ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος εἶ­χε χά­σει τόν σύν­δε­σμό του μέ τήν πη­γή πού ξε­δι­ψά­ει καί τρέ­φει. Ἦ­ταν ὁ ἐ­γω­πα­θής νάρ­κισ­σος, κά­πο­τε ἀ­λα­ζό­νας, κά­πο­τε ἀ­νό­η­τος, πάν­τα θο­ρυ­βώ­δης στίς συ­νά­ξεις γιά νά κερ­δί­ζει τό κέν­τρο τῆς προ­σο­χῆς, μέ τό ποῦ­ρο στό στό­μα καί τό μπου­κά­λι στό χέ­ρι, ὁ γη­τευ­τής τῶν γυ­ναι­κῶν, ἀλ­κο­ο­λι­κός καί φο­βι­κά ἀ­να­σφα­λής Ἔρ­νε­στ.

       Ἡ λο­γο­τε­χνί­α θά μπο­ροῦ­σε νά ὁ­ρι­σθεῖ ὡς ἕ­να Συμ­βο­λι­κό Δεῖ­πνο. Ὁ κα­θέ­νας συ­νει­σφέ­ρει μέ αὐ­τό πού εἶ­ναι. Για­τί αὐ­τό πού εἶ­ναι, προσ­δι­ο­ρί­ζει ἐν πολ­λοῖς καί αὐ­τό πού ἔ­χει. Ὁ Ηemingway διά μέ­σου τοῦ ὕ­φους του προ­σέ­φε­ρε τήν οὐ­σί­α τῶν ἀ­δι­έ­ξο­δων συγ­κρού­σε­ων καί πε­ρισ­σό­τε­ρο τῶν ἀ­νε­πί­στρο­φων ἀ­πω­λει­ῶν του. Δί­νει στούς ἀ­να­γνῶ­στες του τήν εὐ­και­ρί­α νά: «συμ­βο­λο­ποι­ή­σουν τά δι­κά τους ἀ­πω­θη­μέ­να ἤ ἀ­πο­κλει­σμέ­να τραυ­μα­τι­κά ψυ­χι­κά βι­ώ­μα­τα καί νά λά­βουν ἐ­πί­γνω­ση, ὡς ἕ­να βαθ­μό, τῆς προ­σω­πι­κῆς τους ἀ­λή­θειας.»(10)

       Στόν ἴ­διο φαί­νε­ται πώς, ἡ με­λαγ­χο­λί­α μέ τίς κα­τα­θλι­πτι­κές του κρί­σεις και τίς δι­ά­φο­ρες φά­σεις τους (κυ­ρί­ως τήν τε­λευ­ταί­α πού τόν ὁ­δή­γη­σε στήν αὐ­το­κτο­νί­α), «ὑ­πο­βα­στα­ζό­ταν ἀ­πό ἕ­να βα­θύ­τε­ρο ψυ­χι­κό πε­δί­ο θα­νά­του»(10). Πά­νω σ’ αὐ­τό, ἡ ἐν­δε­χό­με­νη προ­δι­ά­θε­σή του ἔ­χει ἀ­πα­σχο­λή­σει πολ­λούς με­λε­τη­τές. Μέ ἄλ­λα λό­για, τό πό­σο βά­σι­μο ἦ­ταν αὐ­τό πού ὀ­νο­μά­στη­κε «Κα­τά­ρα τῆς οἰ­κο­γέ­νειας Hemingway». Πράγ­μα­τι στό οἰ­κο­γε­νεια­κό του δέν­τρο ὑ­πάρ­χουν τό­σοι πολ­λοί ξαφ­νι­κοί, τρα­γι­κοί θά­να­τοι καί αὐ­το­κτο­νί­ες, ὥ­στε εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά πα­ρα­θε­ω­ρη­θοῦν ὡς ἁ­πλῶς συμ­πτώ­σεις. Ἐ­κτός ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα του καί τόν ἴ­διο, ἡ ἀ­δελ­φή του, ὁ ἀ­δελ­φός του, ὁ γιός του, καί ἡ ἐγ­γο­νή του πέ­θα­ναν εἴ­τε ἀ­πό ὑ­περ­βο­λι­κή δό­ση ναρ­κω­τι­κῶν εἴ­τε ἀ­πό αὐ­το­τραυ­μα­τι­σμούς μέ ὅ­πλο.(11)

       Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, δεν φαί­νε­ται νά βρέ­θη­κε κα­νείς νά τόν βο­η­θή­σει οὐ­σι­α­στι­κά, ὥ­στε, ἀ­πό τό ψυ­χι­κό πε­δί­ο θα­νά­του στό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν βυ­θι­σμέ­νος, νά ἀ­να­δυ­θεῖ «πρός ἕ­ναν τό­πο ὅ­που ὁ ἑ­αυ­τός του στα­θε­ρο­ποι­εῖ­ται καί δέν δι­α­λύ­ε­ται, ὅ­που ἀ­να­ζη­τεῖ­ται ὡς πρό­τυ­πο ταύ­τι­σης ἕ­νας ἄλ­λος πα­τέ­ρας, συμ­βο­λι­κός»(10).

       Ὡ­στό­σο, ἄ­ξί­ζει νά θυ­μό­μα­στε πώς εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ He­mi­ng­way πού εἶ­δε πρῶ­τος τούς Λό­φους ὡς Λευ­κούς Ἐ­λέ­φαν­τες, καί δι­ά­λε­ξε τήν θη­λυ­κή του περ­σό­να, τήν Ζίγκ, γιά νά τήν προι­κί­σει μέ δι­αί­σθη­τι­κή ὅ­ρα­ση ὥ­στε νά ἀν­τι­λη­φθεῖ ἀ­μέ­σως τό πλού­σιο σύμ­βο­λο γό­νι­μης ζω­ῆς.


Ἰ­ού­λιος –Δε­κέμ­βριος 2021


B­ι­βλι­ο­γρα­φί­α:
            (1) Robert Paul Lamb, Hemingway and the Creation of Twentieth Century Dialogue, στὸ Ernest Heminway, Bloom’s Literary Criticism,2011, σελ. 63.rleC:/Users/User1/Downloads/Harold%
            (2) Virginia Woolf, An Essay in Criticism. Review of Men Without Women by Ernest Hemingway, New York Herald Tribune Books (9 October 1927): 1, 8.
            (3) Ernest Hemingway, Edited and with and Introduction by Harold Bloom, New Edition 2011, Bloom’s Literary Criticism, Infobase Publishing.
            (4) Gabriela Tucan, (PDF) Exploring Fragmented Worlds: Hemingway and Hopper
https://www.researchgate.net/publication/330738168_Exploring_Fragmented_Worlds_Hemingway_and_Hopper
            (5)
            (6) Schaefers, Adam. «Analyzing the Symbolism of Hills like White Elephants by Ernest Hemingway». Lifestyle. 4-1-10:
http://www.associatedcontent.com/article/1340961/analyzing_the_symbolism_of_hills_like_pg2.html?cat=23
            (7) Paul Tillich, Τό θάρ­ρος τῆς ­πάρ­ξε­ως, 21ος τό­μος, Εἰ­σα­γω­γή, Με­τά­φρα­ση, Ση­μει­ώ­σεις Χρή­στου Μα­λε­βί­τση, ἐκδ. Ἁρ­μός, 2012, σελ. 84-85: Σέ τέ­τοι­ες κα­τα­στά­σεις τό μη­δέν ἔ­χει δι­πλή ὄ­ψη·μοιά­ζει μέ δύ­ο τύ­πους ἐ­φιά­λτη. Ὁ ἕ­νας τύ­πος εἶ­ναι ἡ ἀ­γω­νί­α τῆς ἐκ­μη­δε­νι­στι­κῆς στε­νό­τη­τας, τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας δι­α­φυ­γῆς καί τοῦ τρό­μου τῆς πα­γί­δευ­σης.Ὁ ἄλ­λος τύ­πος εἶ­ναι ἡ ἀ­γω­νί­α τῆς ἐκ­μη­δε­νι­στι­κῆς ἀ­νοι­κτό­τη­τας, τοῦ ἀ­πεί­ρου, τοῦ ἀ­σχη­μά­τι­στου δι­α­στή­μα­τος μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο κα­νείς πε­ρι­πί­πτει χω­ρίς τό­πο ὅ­που νά στα­θεῖ ἐ­πά­νω του. Κοι­νω­νι­κές κα­τα­στά­σεις σάν αὐ­τές πού πε­ρι­γρά­ψα­με ἔ­χουν τόν χα­ρα­κτή­ρα τό­σο τῆς πα­γί­δας χω­ρίς ἔ­ξο­δο ὅ­σο καί ἑ­νός ἄ­δει­ου, σκο­τει­νοῦ καί ἄ­γνω­στου κε­νοῦ χώ­ρου. Καί οἱ δυ­ό ὄ­ψεις τῆς αὐ­τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας προ­ξε­νοῦν τήν λαν­θά­νου­σα ἀ­γω­νί­α σέ κά­θε ἄ­το­μο πού τίς ἀ­τε­νί­ζει.Σή­με­ρα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πό μᾶς πράγ­μα­τι τίς ἀ­τε­νί­ζου­με.
            (8) Unknown, «Ernest Hemingway Biography». The Hemmingway Resource Center. 4-1-10:
http://www.lostgeneration.com/childhood.htm
            (9) Gustavo Martin Garzo, «Ὁ Λευ­κός Ἐ­λέ­φαν­τας», Πε­ρι­ο­δι­κό Εὐ­θύ­νη, Αὔ­γου­στος 2000, τεῦ­χος 344, σελ. 400-401.
            (10) Δημήτρης Κυ­ρια­ζῆς, «Ἀ­πό τήν Ἐ­νο­χή στή Δι­καί­ω­ση καί τήν Ἐ­ξι­λέ­ω­ση, στήν τρα­γω­δί­α τοῦ Αἰ­σχύ­λου: “Εὐ­με­νί­δες”». Στόν συλ­λο­γι­κό τό­μο Οἱ Γυ­ναι­κεῖ­ες Μορ­φές στόν Μύ­θο, πρό­λο­γος Π. Σα­κελ­λα­ρό­που­λος, Ἐ­πιμ. Ἀ. Βα­σι­λειάς – Ν. Πα­να­γι­ω­το­πού­λου. Ἐκ­δο­σεις Πα­πα­ζή­ση, Ἀ­θή­να 2008, σελ.102-144.
            (11) https://www.123helpme.com/essay/The-Curse-of-the-Hemingways-26490
& https://www.upi.com/Archives/2001/10/10/The-Hemingway-suicide-curse/8231002686400/
& https://edition.cnn.com/2013/01/21/health/hemingway-film/index.html
Mariel Hemingway explores her family’s troubled history in «Running from Crazy» The documentary premiered at the Sundance Film Festival,  2013.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρωτή­ματα σέ ἀ­νάλγη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να: Homage to Ernest Hemingway (περ.1967). Ἔργο τοῦ Michael Docherty (γ.1947).

N­τά­ϊ­αν Ἄν­τριους Χέ­νιν­γκφέλντ (Diane Andrews Henningfeld): Τρα­γι­κά καί κω­μι­κά στοι­χεῖ­α στήν ἱ­στο­ρί­α Λό­φοι σάν λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες



N­τά­ϊ­αν Ἄν­τριους Χέ­νιν­γκφέλντ (Diane Andrews Henningfeld)

[Ernest Hemingway, Ἀφιέρωμα 5/6]


Τρα­γι­κά καί κω­μι­κά στοι­χεῖ­α

στήν ἱ­στο­ρί­α Λό­φοι σάν λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες


Ο 1927 ὁ Ernest Hemingway ὁ­λο­κλή­ρω­σε καί ἐ­ξέ­δω­σε μιά συλ­λο­γή μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν του, μέ τί­τλο Ἄν­δρες χω­ρίς γυ­ναῖ­κες. Ἡ συλ­λο­γή πε­ρι­εῖ­χε ἀρ­κε­τές ἀ­ξι­ό­λο­γες ἱ­στο­ρί­ες, τίς ὁ­ποῖ­ες οἱ κρι­τι­κοί ἔ­χουν ἐ­ξε­τά­σει προ­σε­κτι­κά σχε­δόν ἀ­πό τήν πρώ­τη μέ­ρα τῆς ἔκ­δο­σής τους. Ἀ­νά­με­σά τους ἡ πλέ­ον εὐ­ρέ­ως ἀν­θο­λο­γη­μέ­νη καί ἡ πιό συ­χνά δι­δα­σκό­με­νη, ἀ­κό­μα καί τώ­ρα, εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α Λό­φοι σάν λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες, πού συ­νε­χί­ζει νά προ­κα­λεῖ τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τῶν εἰ­δι­κῶν καί τήν θερ­μή ἀν­τι­γνω­μί­α τῶν φοι­τη­τῶν.

       Πρό­κει­ται γιά μιά πα­ρά πο­λύ μι­κρή ἱ­στο­ρί­α, πε­ρί­που χί­λι­ες λέ­ξεις, σχε­δόν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου δι­ά­λο­γος. Ἄν καί ὑ­πάρ­χει θέ­μα, ἀ­που­σιά­ζει ἡ πλο­κή· ἄν καί ἀ­νά­με­σα στούς κύ­ριους χα­ρα­κτῆρες ἀν­ταλ­λάσ­σον­ται κου­βέν­τες, κα­μιά λύ­ση δέν δί­δε­ται. Τό θέ­μα τῆς συ­ζή­τη­σής τους, δη­λα­δή ἡ ἔ­κτρω­ση, πο­τέ δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται ὀ­νο­μα­στι­κά ἀ­πό κα­νέ­ναν τους. Πα­ρά τήν συν­το­μί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας, καί πα­ρά τά κε­νά πού δη­μι­ουρ­γεῖ ὁ δι­ά­λο­γος, οἱ λό­γιοι συ­νε­χί­ζουν νά γρά­φουν σε­λί­δες ἐ­πί σε­λί­δων κρι­τι­κοῦ σχο­λια­σμοῦ. Ἕ­να τό­σο με­γά­λο ἐν­δι­α­φέ­ρον γι’ αὐ­τήν, τό λι­γό­τε­ρο δεί­χνει πώς ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι πλού­σια, ἀ­νοι­χτή ὡς κεί­με­νο, καί προ­σκα­λεῖ τήν ἀ­να­γνω­στι­κή συμ­με­το­χή στήν δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­νεύ­ρε­σης νο­ή­μα­τος.

       Ἐμ­φα­νί­ζε­ται πα­ρα­πλα­νη­τι­κά ἁ­πλή. Ἕ­νας ἄν­δρας καί μιά γυ­ναί­κα κά­θον­ται σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι κά­ποι­ου ἱ­σπα­νι­κοῦ σι­δη­ρο­δρο­μι­κοῦ σταθ­μοῦ, πε­ρι­μέ­νον­τας τό τραῖ­νο. Μέ τήν συ­ζή­τη­ση στήν ὁ­ποί­α ἐμ­πλέ­κον­ται­, ὁ Hemingway φαί­νε­ται νά ὑ­παι­νίσ­σε­ται πώς πρό­κει­ται γιά κου­βέν­τα πού ἔ­χει ξε­κι­νή­σει καί συ­νε­χί­ζε­ται. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης ρί­χνε­ται στό μέ­σο τῆς κου­βέν­τας χω­ρίς συμ­φρα­ζό­με­να καί πρέ­πει νά ἀ­πο­σπά­σει ὅ­ποι­α πλη­ρο­φο­ρί­α μπο­ρεῖ ἀ­πό ὅ­σα λέ­γον­ται. Τό σκη­νι­κό τῆς ἱ­στο­ρί­ας εἶ­ναι σύγ­χρο­νο μέ τήν γρα­φή της· δη­λα­δή, ἄν καί δέν ση­μει­ώ­νε­ται συγ­κε­κρι­μέ­νη ἡ­με­ρο­μη­νί­α, μοιά­ζει νά το­πο­θε­τεῖ­ται κά­που με­τα­ξύ τῶν χρό­νων με­τά τόν Πρῶ­το Παγ­κό­σμιο, ἀλ­λά πρίν ἀ­πό τόν Ἱ­σπα­νι­κό Ἐμ­φύ­λιο. Ἐ­πι­πλέ­ον ἡ σκη­νο­θε­σί­α εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κά πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη, τό­σο χρο­νι­κά ὅ­σο καί το­πι­κά. Στήν πρώ­τη κι­ό­λας πα­ρά­γρα­φο δί­δε­ται τό πλαί­σιο τῆς ἱ­στο­ρί­ας μέ τήν ἀ­φη­γη­μα­τι­κή ἀ­ναγ­γε­λί­α πώς «τό ἐξ­πρές ἀ­πό τήν Βαρ­κε­λώ­νη φτά­νει σέ σα­ράν­τα λε­πτά», καί ,πρός τό τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἀ­ναγ­γέ­λε­ται ἀ­πό τήν Ἱ­σπα­νί­δα σερ­βι­τό­ρα πώς «Τό τραῖ­νο φτά­νει σέ πέν­τε λε­πτά». Ἄ­ρα, ὅ­λα τά τῆς ἱ­στο­ρί­ας συμ­βαί­νουν ἐν­τός τῶν τρι­α­πέν­τε λε­πτῶν. Ἐ­πι­πρό­σθετα οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες πο­τέ δέν ἐγ­κα­τα­λεί­πουν τόν συγ­κε­κρι­μέ­νο σι­δη­ρο­δρο­μι­κό σταθ­μό.

       Οἱ κρι­τι­κοί ἔ­χουν ἀ­να­γνώ­σει τό δι­ή­γη­μα μέ δι­ά­φο­ρους ση­μαν­τι­κούς τρό­πους. Ἄλ­λοι ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­ται στήν δο­μή του, ση­μει­ώ­νον­τας τήν χρή­ση τοῦ δι­α­λό­γου καί τήν θέ­ση τῶν λί­γων καί σύν­το­μων πε­ρι­γρα­φι­κῶν ση­μεί­ων. Ὁ John Hollander, γιά πα­ρά­δειγ­μα, προ­τεί­νει τήν ἰ­δέ­α πώς ἡ ἱ­στο­ρί­α ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ὅ­πως ἕ­να φίλμ ἤ θε­α­τρι­κό ἔρ­γο καί πώς τά σύν­το­μα πε­ρι­γρα­­φι­κά ση­μεῖ­α μπο­ροῦν νά ἀ­να­γνω­σθοῦν ὡς σκη­νο­θε­τι­κές ὁ­δη­γί­ες. Ἄλ­λοι ἀ­να­πτύσ­σουν προ­σε­κτι­κές καί πε­ρί­πλο­κες ἀ­να­γνώ­σεις βα­σι­σμέ­νες στό γλωσ­σι­κό ἐ­πί­πε­δο ἀ­νά­λυ­σης τῶν λέ­ξε­ων, ἐ­ξε­τά­ζον­τας τό πῶς ὁ Ηe­ming­way χρη­σι­μο­ποι­εῖ τίς νύ­ξεις, τίς πα­ρο­μοι­ώ­σεις, τήν εἰ­κο­νο­ποι­ΐ­α καί τόν συμ­βο­λι­σμό. Κά­ποι­οι ἀ­π’­αὐ­τούς ἐ­ξε­τά­ζουν τίς πη­γές του συν­δέ­ον­τας τήν ἱ­στο­ρί­α μέ τό νε­ω­τε­ρι­στι­κό ἀ­ρι­στούρ­γη­μα τοῦ Τ.S. Eliot Ἔ­ρη­μη Χώ­ρα. Μιά ὁ­μά­δα λο­γί­ων, πιό πρό­σφα­τα, συγ­κεν­τρώ­νει τό ἐν­δι­α­φέ­ρον της στό φυ­λε­τι­κό λε­ξι­λό­γιο, πα­ρα­τη­ρών­τας πο­λύ προ­σε­κτι­κά τούς δι­α­φο­ρε­τι­κούς γλωσ­σι­κούς τρό­πους ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας πού χρη­σι­μοποι­οῦν ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος καί ἡ Z­ίγκ. Κι ἀ­κό­μα ἄλ­λοι ἐ­πι­χει­ροῦν νά κά­νουν χρή­ση τῶν αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κῶν χει­ρο­γρά­φων καί ἐ­πι­στο­λῶν τοῦ He­ming­way γιά νά ἀ­να­γνώ­σουν μέ­ρη τῆς ἴ­διας τῆς ζω­ῆς του μέ­σα στήν ἱ­στο­ρί­α. Ὅ­πως καί νά ἔ­χει τό πράγ­μα τό γε­γο­νός τῶν πολ­λα­πλῶν τρό­πων προ­σέγ­γι­σης τῆς ἱ­στο­ρί­ας δέν ση­μαί­νει πώς ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι ἐ­λατ­τω­μα­τι­κή· πε­ρισ­σό­τε­ρο ση­μαί­νει πώς εἶ­ναι ἕ­να κεί­με­νο πού προ­σκα­λεῖ σέ συμ­με­το­χή.

       Σύμ­φω­να μέ τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα τοῦ Paul Smith, ὁ Ηe­ming­way δέν λέ­ει στόν ἀ­να­γνώ­στη «πῶς ἔ­φτα­σαν οἱ ἥ­ρω­ες στήν πα­ρού­σα κα­τά­στα­ση, ἤ πῶς θά λύ­σουν τήν σύγ­κρου­ση· δέν τό χρει­α­ζό­μα­στε νά μᾶς εἰ­πω­θεῖ, για­τί οἱ ἀ­παν­τή­σεις βρί­σκον­ται ἐν­σω­μα­τω­μέ­νες σέ ὅ,τι βλέ­που­με καί ἀ­κοῦ­με μέ τό­ση συν­το­μί­α». Ἄν καί ὁ Smith μοιά­ζει μ’ αὐ­τήν τήν θέ­ση νά προ­τεί­νει πώς οἱ «ἀ­παν­τή­σεις» βρί­σκον­ται ἐ­κεῖ πρός ἀ­νά­γνω­ση, ὑ­πάρ­χει ἡ πι­θα­νό­τη­τα πολ­λα­πλῶν ἀ­παν­τή­σε­ων χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τίς ἴ­δι­ες ἀ­ρά­δες τοῦ κει­μέ­νου.

       Ἡ Do­ro­thy Par­ker, σέ μιά ἀ­πό τίς πρῶ­τες κρι­τι­κές γιά τήν ἱ­στο­ρί­α Λό­φοι σάν λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες, τήν πε­ρι­έ­γρα­ψε ὡς «εὐ­αί­σθη­τη καί τρα­γι­κή». Ἄν καί εἶ­ναι ἀ­πί­θα­νο νά ἐν­νο­οῦ­σε ὅ­τι στούς Λό­φους ἔ­βλε­πε μιά τρα­γω­δί­α μέ τήν κλα­σι­κή Ἑλ­λη­νι­κή ση­μα­σί­α, ἡ πρό­τα­σή της μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τε­λέ­σει ση­μεῖ­ο εἰ­σα­γω­γῆς στήν ἱ­στο­ρί­α. Μιά ἐ­ξέ­τα­ση τό­σο τῶν κω­μι­κῶν ὅ­σο καί τῶν τρα­γι­κῶν στοι­χεί­ων ἀ­πο­κα­λύ­πτει πῶς λει­τουρ­γοῦν αὐ­τές οἱ ἰ­δέ­ες μέ­σα στήν ἱ­στο­ρί­α, καί πῶς ὁ μον­τερ­νι­σμός ἔ­χει με­τα­μορ­φώ­σει τίς ἴ­δι­ες αὐ­τές ἰ­δέ­ες.

       Ξε­κι­νών­τας, εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό νά ξε­κα­θα­ρί­σου­με πώς ὁ ὅ­ρος «κω­μι­κό» δέν συ­νε­πά­γε­ται ἐ­δῶ χι­οῦ­μορ, ἤ γέ­λιο. Σ’ αὐ­τήν τήν συ­ζή­τη­ση ἡ «κω­μω­δί­α» δέν πα­ρα­πέμ­πει σέ τη­λε­ο­πτι­κές κω­μω­δί­ες σχε­δι­α­σμέ­νες γιά νά εἶ­ναι ἀ­στεῖ­ες. Σύμ­φω­να μέ τόν σκο­πό αὐ­τῆς τῆς συ­ζή­τη­σης, ἡ κω­μω­δί­α πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νι­στᾶ μορ­φή πού μπο­ρεῖ νά λά­βει τό μυ­θι­στό­ρη­μα. Ἔ­χει τίς ρί­ζες της στίς ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες τε­λε­τές γο­νι­μό­τη­τας. Πα­νη­γυ­ρί­ζει τόν γά­μο, τήν σε­ξου­α­λι­κή ἕ­νω­ση, τήν γέν­νη­ση καί τήν συ­νέ­χεια τῆς κοι­νω­νί­ας. Ὡ­στό­σο δέν εἶ­ναι πάν­το­τε ἀ­νά­λα­φρη· συ­χνά φέ­ρει μα­ζί της τόν πό­νο, τήν μα­ταί­ω­ση, καί μιά κον­τι­νή κα­τα­στρο­φή. Ἡ ἀ­πει­λή τοῦ θα­νά­του βρί­σκε­ται πάν­το­τε ἐγ­κα­τα­στη­μέ­νη στήν ἀ­θέ­α­τη ἄλ­λη πλευ­ρά τῆς κω­μω­δί­ας. Ἐν κα­τα­κλεί­δι, ὡ­στό­σο, ὁ θρί­αμ­βος πά­νω στόν θά­να­το εἶ­ναι αὐ­τός πού δί­νει στήν κω­μω­δί­α τήν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή της φόρ­μα.

       Ἡ τρα­γω­δί­α ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά, ρι­ζώ­νει στόν θά­να­το καί τήν στει­ρό­τη­τα. Ἀ­ναγ­γέλ­λει τό τέ­λος μιᾶς γε­νιᾶς, τό τέ­λος μιᾶς οἰ­κο­γέ­νειας, τό τέ­λος τῆς κοι­νω­νί­ας. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές της εἰ­κό­νες εἶ­ναι ὁ χει­μώ­νας καί ἡ ἄ­γο­νη γῆ. Στόν μον­τερ­νι­σμό, τήν λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρί­ο­δο πού ἡ ἔ­ναρ­ξή της το­πο­θε­τεῖ­ται γε­νι­κῶς μέ­σα στόν Α’ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο, ἀν­τα­να­κλᾶ­ται ἡ ἀ­πώ­λεια τῆς κουλ­τού­ρας στήν ἱ­στο­ρί­α, ἡ ἀ­πώ­λεια τῆς πα­ρά­δο­σης καί τῆς βε­βαι­ό­τη­τας μπρο­στά στό μα­κε­λει­ό τοῦ Πο­λέ­μου, πε­ρισ­σό­τε­ρο πι­θα­νό πλέ­ον λό­γῳ τῆς ἀν­θρω­πο­γε­νοῦς τε­χνο­λο­γί­ας.

       Ὁ μον­τερ­νι­σμός μει­ώ­νει τό πε­δί­ο τοῦ τρα­γι­κοῦ στήν λο­γο­τε­χνί­α, ἑ­στι­ά­ζον­τας σέ ἐ­λάσ­σο­νες χα­ρα­κτῆ­ρες μέ­σα σέ πιό πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες σκη­νο­θε­σί­ες. Σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τίς τρα­γω­δί­ες τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, οἱ ἥ­ρω­ες πλέ­ον δέν χρει­ά­ζε­ται νά εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ροι ἀ­πό τήν ζω­ή, πα­γι­δευ­μέ­νοι στά δι­κά τους τρα­γι­κά λά­θη. Ἡ τρα­γι­κή κί­νη­ση μπο­ρεῖ μᾶλ­λον νά ἐν­το­πι­σθεῖ στήν ἀλ­λο­τρί­ω­ση καί ἀ­πο­μό­νω­ση τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς. Ἡ μον­τερνι­στι­κή τρα­γω­δί­α τεί­νει νά δώ­σει ἔμ­φα­ση στήν εἰ­ρω­νι­κή ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση, καί στό ἥ­συ­χο ἐ­λι­ο­τι­κό τέ­λος «ὄ­χι μέ ἕ­να μπάμ ἀλ­λά μ’ ­ἕ­να κλα­ψού­ρι­σμα».

       Πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­σε­κτι­κή ἐ­ξέ­τα­ση τῶν Λό­φων ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι ἡ Ζίγκ καί ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος βρί­σκον­ται σέ μιά στιγ­μή πού πα­ρα­παί­ει στό ὅ­ριο με­τα­ξύ κω­μι­κοῦ καί τρα­γι­κοῦ. Εἶ­ναι ἡ στιγ­μή μιᾶς ἀ­πό­φα­σης πού θά τούς σπρώ­ξει πρός τήν μιά ἤ τήν ἄλ­λη κα­τεύ­θυν­ση. Τό το­πί­ο ὁ­λό­γυ­ρά τους ἀν­τα­να­κλᾶ καί τά δύ­ο πι­θα­νά μελ­λού­με­να. Ἀ­πό τή μιά πλευ­ρά τοῦ σταθ­μοῦ ἡ γῆ εἶ­ναι εὔ­φο­ρη καί πρά­σι­νη. Τό νε­ρό τοῦ πο­τα­μοῦ τρέ­φει τήν νέ­α ζω­ή. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ κω­μι­κή το­πο­γρα­φί­α, ἡ το­πο­γρα­φί­α τῆς ἀ­να­γέν­νη­σης. Ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά τοῦ σταθ­μοῦ ἡ γῆ εἶ­ναι γυ­μνή, ἀ­φι­λό­ξε­νη καί σκο­νι­σμέ­νη, δέν τρέ­φε­ται καί δέν ἔ­χει καί ζω­ή. Ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος, ἕ­νας τύ­πoς μέ ση­μαν­τι­κά ψε­γά­δια, ἀ­πο­τυγ­χά­νει νά πα­ρα­τη­ρή­σει τήν δι­χο­τό­μη­ση τοῦ το­πί­ου. Ἡ ὀ­πτι­κή του πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται ἀ­πό τίς ἀ­νάγ­κες καί τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες του. Ζεῖ τό δια­ρκές «τώ­ρα» θέ­λον­τας μό­νο στιγ­μια­ῖες ἀ­πο­λαύ­σεις, καί κα­μιά ἀ­νά­πτυ­ξη δι­αρ­κεί­ας. Ἡ ἐγ­κυ­μο­σύ­νη τοῦ κο­ρι­τσιοῦ, κα­τά­στα­ση πού κα­τ’ ἀ­νάγ­κη δεί­χνει πρός τό μέλ­λον, ἔ­χει δι­α­τα­ρά­ξει τήν τω­ρι­νή του ἰ­σορ­ρο­πί­α. Ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῆς ἐγ­κυ­μο­σύ­νης τόν πι­έ­ζει νά ἀ­να­γνω­ρί­σει τό μέλ­λον. Εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σια­κό πώς πο­τέ σ’­ὁ­λό­κλη­ρη τήν ἱ­στο­ρί­α δέν ἀ­να­φέ­ρει τήν λέ­ξη «ἐγ­κυ­μο­σύ­νη» λές καί μό­νο τό νά τήν προ­φέ­ρει θά ἐμ­πλέ­ξει καί θά πε­ρι­πλέ­ξει τήν ζω­ή του.

       Ἡ Ζίγκ ἀ­πό τήν ἄλ­λη, μοιά­ζει νά ἔ­χει ὑ­ψη­λή ἐ­πί­γνω­ση τοῦ γκρε­μοῦ πά­νω ἀ­π’ τόν ὁ­ποῖ­ο στέ­κε­ται. Ὅ,τι εὔ­χε­ται εἶ­ναι ἡ κω­μι­κή λύ­ση, πώς ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νός θά τήν παν­τρευ­τεῖ, θά ἐ­πι­στρέ­ψουν στήν πα­τρί­δα, καί θά δη­μι­ουρ­γή­σουν οἰ­κο­γέ­νεια. Θά ἔ­χει συμ­με­το­χή στή γέν­νη­ση τῆς ἑ­πό­με­νης γε­νιᾶς, καί ἡ προ­σο­χή της θά ἑ­στι­ά­ζε­ται μπρο­στά. Ἐν­τού­τοις, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ἐ­πί­σης ὅ­τι αὐ­τό πού εὔ­χε­ται νά συμ­βεῖ δέν ὁ­μοιά­ζει μέ αὐ­τό πού θά ἀ­πο­κτή­σει. Ὅ­ταν ση­κώ­νε­ται καί περ­πα­τᾶ ὥς τήν ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ, πα­ρα­τη­ρεῖ τήν εὔ­φο­ρη κοι­λά­δα τοῦ Ἴμ­προ μπρο­στά της, καί κα­τα­λα­βαί­νει τήν σύν­δε­ση ἀ­νά­με­σα στό το­πί­ο καί τό μέλ­λον πού ἐ­πι­θυ­μεῖ. Σύμ­φω­να μέ τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα τοῦ Barry Stampfl, «Ἡ Ζίγκ μέ τήν κου­βέν­τα της γιά τό το­πίο ὑ­πο­δει­κνύ­ει τήν ἀ­λή­θεια γιά τήν σχέ­ση της μέ τόν Ἀ­με­ρι­κά­νο καί γιά τά συ­ναι­σθή­μα­τά της πρός τό ἀ­γέν­νη­τό της μω­ρό».

       K­α­τά κά­ποι­ο τρό­πο, αὐ­τή ἡ στιγ­μή εἶ­ναι χο­ρι­κή, μέ τήν ἔν­νοι­α τοῦ χρο­νι­κοῦ ση­μεί­ου ὅ­που ὁ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νος πα­ρα­τη­ρη­τής ἐκ­φρά­ζει μιά κρί­ση γιά τούς χα­ρα­κτῆ­ρες καί τίς πρά­ξεις τους. Σ’ αὐ­τήν τήν τό­σο μι­κρή, ἐ­λά­χι­στη, ἱ­στο­ρί­α ἡ Ζίγκ πρέ­πει νά ἀ­να­λά­βει τόν ρό­λο τοῦ ἴ­διου τοῦ δι­κοῦ της χο­ρι­κοῦ. Αὐ­τήν τή στιγ­μή, ἡ Ζίγκ βγαί­νει ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό της καί βλέ­πει τήν εὐ­ρύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση. Κοι­τά­ζον­τας πέ­ρα στήν κοι­λά­δα λέ­ει: «Καί θά μπο­ρού­σα­με νά τά ἔ­χου­με ὅ­λα αὐ­τά… Καί θά μπο­ρού­σα­με νά ἔ­χου­με τό κά­θε τι, καί κά­θε μέ­ρα τό κά­νου­με καί πιό ἀ­πί­θα­νο.» Εἶ­ναι σάν νά συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι τό κω­μι­κό τέ­λος ξε­γλι­στρά­ει μα­κριά της. Ἴ­σως μπο­ρεῖ νά παί­ξει ἕ­ναν ρό­λο στήν μον­τερ­νι­στική τρα­γω­δί­α, μιά τρα­γω­δί­α ὅ­που, στήν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, βρί­σκει τόν ἑ­αυ­τό της ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νο καί μό­νο μέ ἔν­το­νη τήν ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἀ­που­σί­ας ζω­ῆς στήν μή­τρα της. Στήν χει­ρό­τε­ρη, πε­θαί­νον­τας κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ἔ­κτρω­σης σέ κά­ποι­α κλι­νι­κή, μπο­ρεῖ νά βρε­θεῖ τρι­γυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πό ἀν­θρώ­πους πού δέ μι­λοῦν τήν γλώσ­σα της.

       Σέ ἀν­τί­θε­ση, πάν­τως, μέ τίς πα­ρα­δο­σια­κές κω­μω­δί­ες καί τρα­γω­δί­ες, οἱ Λό­φοι σάν λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες δέν προ­σφέ­ρουν μιά ἀ­να­γνω­ρί­σι­μη λύ­ση. Τό τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας μᾶλ­λον πα­ρα­μέ­νει δί­χως συμ­πέ­ρα­σμα, οἱ πι­θα­νές λύ­σεις κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νες. Γιά τήν Z­ίγκ, ἡ λα­χτά­ρα γιά τήν εὔ­φο­ρη κοι­λά­δα εἶ­ναι καί ἡ λα­χτά­ρα γιά ἕ­να Ἐ­δε­μι­κό πα­ρελ­θόν καί ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς ἐγ­κυ­μο­σύ­νης ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀ­πο­γό­νων γιά τήν προ­έ­κτα­ση στό μέλ­λον. Κα­μιά ἀ­πό τίς λύ­σεις δέν προ­σφέ­ρουν τήν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς λα­χτά­ρας της, καί τό γνω­ρί­ζει. Ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος μέ τήν μα­τιά του στίς βα­λί­τσες τους, πού εἶ­ναι γε­μά­τες ἀ­πό ταμ­πέ­λες ξε­νο­δο­χεί­ων, ση­μα­το­δο­τεῖ τόν πό­θο του νά πα­ρα­μεί­νει στό πα­ρόν δι­αρ­κεί­ας, ἕ­να πα­ρόν δί­χως πα­ρελ­θόν ἤ μέλ­λον. Καί πά­λι, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τῆς ἐ­πι­λο­γῆς τους, ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ ἀν­δρός θά πα­ρα­μεί­νει ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη.

       Ἡ ἱ­στο­ρί­α τε­λει­ώ­νει, τό τραῖ­νο στά­σι­μο, ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νο γιά πέν­τε λε­πτά στίς σι­δη­ρο­δρο­μι­κές γραμ­μές. Πα­γω­μέ­νοι στό με­σο­δι­ά­στη­μα ἀ­νά­με­σα στήν κω­μι­κή καί τήν τρα­γι­κή λύ­ση, οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες πα­ρα­μέ­νουν ἡ Ζίγκ καί ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος, μέ τόν δι­ά­λο­γο στα­μα­τη­μέ­νο. Ἄν καί κρι­τι­κοί, πα­νε­πι­στη­μια­κοί, ἀ­να­γνῶ­στες, φοι­τη­τές μπο­ροῦν νά δι­α­φω­νοῦν για­τί τό «τί θά συμ­βεῖ στή συ­νέ­χεια», ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πώς τί­πο­τα δέν συμ­βαί­νει στούς χα­ρα­κτῆ­ρες με­τά τό τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ὁ Ηe­ming­way ἀ­φή­νει τούς χα­ρα­κτῆ­ρες του ὅ­πως τούς βρῆ­κε, στό μέ­σον ἑ­νός εὐ­ρύ­τε­ρου κά­τι , ἔ­ξω ἀ­πό τά πε­ρι­θώ­ρια τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Πραγ­μα­τι­κά ἡ Ζίγκ και ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος φτά­νουν στό ση­μεῖ­ο νά ἐκ­προ­σω­ποῦν αὐ­τή τή στιγ­μή τήν χα­μέ­νη γε­νιά. Δί­χως λύ­ση, ἀ­πο­μο­νω­μέ­νοι καί ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νοι με­τα­ξύ τους, πα­ρα­μέ­νουν στόν ἐ­ρη­μό­το­πο τοῦ ἀ­τε­λέ­σφο­ρου, μέ τό ἐν­δε­χό­με­νο τῆς πα­ρά­δο­σης καί τῆς συ­νέ­χειας, ὅ­πως ἀ­να­πα­ρί­στα­ται στήν εὔ­φο­ρη κοι­λά­δα, ἐν­τε­λῶς ἀ­πρό­σι­το.



Πη­γή: Tra­gic and Co­mic E­le­ments of «Hills Like Wh­ite E­le­phants». Last Upda­ted on June 1, 2019, by eNotes E­dito­rial. Di­ane Andre­ws Hen­ningfeld

Hills Like White Elephants Essays and Criticism – eNotes.com

N­τά­ϊ­αν Ἄν­τριους Χέ­νιν­γκφέλντ (Diane Andrews Henningfeld). Ἐ­πί­τι­μη κα­θη­γή­τρια (Pro­fes­sor E­me­rita) τῆς Ἀγ­γλι­κῆς στό Κολ­λέ­γιο Adri­an τοῦ Μί­σιγ­καν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ θέ­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας καί ἱ­στο­ρί­ας γιά πολ­λές ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κές καί ἐκ­παι­δευ­τι­κές ἐκ­δό­σεις.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρω­τή­μα­τα σέ ἀ­νάλ­γη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰκόνα: Τὸ ἐξώ­φυλ­λο τῆς συλ­λο­γῆς διη­γη­μά­των τοῦ E­rnest He­ming­way Men With­out Wo­men, πρώ­τη ἔ­κδο­ση ἀπὸ τὸν νε­οϋρ­κέ­ζι­κο ἐ­κδο­τι­κὸ οἶ­κο Cha­rles Scrib­ner’s Sons τὸ 1927.

Βαγγέλης Δημητριάδης: Τὸ βατράχι


Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Τὸ βα­τρά­χι


ΑΠΟΤΕ, ΠΟΥ ΛΕΣ, στοὺς Μυ­τι­λη­νιούς, ἀ­πὸ ὅ­που κα­τα­γό­ταν ὁ θεῖ­ος Ἀ­ρί­σταρ­χος, ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Σχο­λαρ­χεί­ου καὶ κα­τὰ και­ρούς, ὅ­ταν ὑ­πε­ρί­σχυ­ε τὸ κόμ­μα του στὶς ἐ­κλο­γές, δά­σκα­λος τοῦ ἀλ­λη­λο­δι­δα­κτι­κοῦ, μιὰ θυ­γα­τέ­ρα εὐ­ϋ­πό­λη­πτης οἰ­κο­γέ­νειας δι­α­κα­τε­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α πὼς μέ­σα στὴν κοι­λιά της εἶ­χε ἕ­να βα­τρά­χι. Κα­νέ­νας για­τρὸς ἢ γι­ά­τρισ­σα, οὔ­τε ἡ Κα­τε­ρι­νι­ώ, ἡ μα­μὴ τοῦ Ἀ­ϊ-Ἀν­τώ­νη, δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τῆς βγά­λουν τὴν ἰ­δέ­α ἀ­πὸ τὸ μυα­λό. Τὸ κο­ρί­τσι ὑ­πέ­φε­ρε. Τὸ ἴ­διο καὶ οἱ γο­νεῖς της. Μιὰ μέ­ρα ὁ θεῖ­ος Ἀ­ρί­σταρ­χος ἐ­φο­δι­ά­στη­κε μὲ τὰ κα­τάλ­λη­λα μέ­σα καὶ πῆ­γε στὸ σπί­τι τῆς ἄρ­ρω­στης. Κου­βέν­τα στὴν κου­βέν­τα συμ­φώ­νη­σε μα­ζί της πὼς κά­πο­τε κά­πο­τε, σπά­νια βε­βαί­ως, μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ κι αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­δο­ξο, ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος βά­τρα­χος νὰ φω­λιά­σει στὴν κοι­λιὰ κά­ποι­ου ἀν­θρώ­που. Κολ­πα­δό­ρος καὶ κα­τα­φερ­τζῆς, ὁ μπάρ­μπας σου, τὴν ἔ­πει­σε νὰ κα­τα­πι­εῖ μιὰ χού­φτα μα­γνή­σιο, φο­βε­ρὸ κα­θαρ­τι­κὸ τῆς ἐ­πο­χῆς, ἐ­νῶ κρυ­φὰ το­πο­θέ­τη­σε ἕ­να ψό­φιο βα­τρά­χι στὸ δο­χεῖ­ο νυ­κτός, ὅ­που ἡ κο­πέ­λα ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο ἀ­να­κου­φί­στη­κε. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν κα­θό­λα αἴ­σιο, δι­ό­τι ἡ ἀ­σθε­νὴς κό­ρη θε­ώ­ρη­σε πὼς τὸ βα­τρά­χι τοῦ δο­χεί­ου βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴν κοι­λιά της. Ἔ­κτο­τε ἡ ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε καὶ ὁ θεῖ­ος Ἀ­ρί­σταρ­χος δο­ξά­στη­κε σφό­δρα στὴν πε­ρι­φέ­ρεια γιὰ πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ στὴ ζω­ή του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).


Κατερίνα Αγυιώτη: Τὸ βραβεῖο


Κα­τε­ρί­να Ἀ­γυι­ώ­τη


Τὸ βρα­βεῖ­ο


ΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, κά­θο­μαι σὲ μί­αν ἄ­κρη τῆς Τρα­φάλ­γκαρ Σκου­έ­αρ, τρώ­γον­τας τὸ με­ση­με­ρια­νὸ ποὺ ἔ­φε­ρα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Σκέ­φτο­μαι τὶς δύ­σκο­λες ὑ­πο­θέ­σεις τῆς προ­σω­πι­κῆς μου ζω­ῆς. Κά­ποι­α στιγ­μὴ παίρ­νει τὸ μά­τι μου μιὰ ἐ­πί­ση­μη πομ­πὴ νὰ εἰ­σέρ­χε­ται μὲ συγ­χρο­νι­σμέ­νο βη­μα­τι­σμὸ στὴν πλα­τεί­α.

        Σί­γου­ρα πρό­κει­ται γιὰ κά­τι σο­βα­ρό, τὰ κο­στού­μια τους εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πί­ση­μα, τὸ ὕ­φος τους ἐ­πί­σης. Δι­α­σχί­ζουν τὴν πλα­τεί­α κα­τευ­θυ­νό­με­νοι πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Δη­λα­δὴ τί πρὸς τὸ μέ­ρος μου, κα­θὼς συ­νε­χί­ζουν νὰ προ­χω­ροῦν κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­τι ἔρ­χον­ται εὐ­θεί­α κα­τα­πά­νω μου. Κο­κα­λώ­νω μὲ τὴν μπου­κιὰ στὸ στό­μα.

        Στα­μα­τοῦν ἀ­κρι­βῶς μπρο­στά μου. Γυ­ρί­ζουν ὁ ἕ­νας πρὸς τὸν ἄλ­λον καί, κλί­νον­τας τὰ κε­φά­λια τους, συ­νεν­νο­οῦν­ται μ’ ἕ­να μι­κρὸ σού­σου­ρο. Βγά­ζουν κά­τι ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ κου­τί. Εἶ­ναι ἕ­να χρυ­σὸ με­τάλ­λιο.

        Στρέφονται προς τα μένα, και μὲ βα­σι­λι­κὴ ἐ­πι­ση­μό­τη­τα στὰ εὐ­γε­νι­κά τους πρό­σω­πα, μὲ βρα­βεύ­ουν. Μοῦ περ­νοῦν στὸ λαι­μὸ τὸ με­τάλ­λιο. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ ὅ­τι πρέ­πει νὰ ἀ­φή­σω κά­τω τὸ τά­περ καὶ τὸ πι­ρού­νι μου, δι­ό­τι μοῦ προ­τεί­νουν τὸ χέ­ρι γιὰ χει­ρα­ψί­α.

        — Εὐ­χα­ρι­στῶ, ἀλ­λά… για­τί;,  ρω­τά­ω (στὰ ἀγ­γλι­κά).

        — Ξέ­ρε­τε ἐ­σεῖς, μοῦ ἀ­παν­τοῦν (ἐ­πί­σης στὰ ἀγ­γλι­κά). Καὶ ἀ­πο­χω­ροῦν κα­τό­πιν ἐ­λα­φριᾶς ὑ­πό­κλι­σης, στοι­χι­σμέ­νοι ὅ­πως ἦρ­θαν.

        Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι ξέ­ρω. Ὅ­πως ξέ­ρεις κι ἐ­σύ. Ὅ­πως ξέ­ρει, δη­λα­δή, γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ του κά­θε ἄν­θρω­πος. Ἁ­πλά, δὲν πε­ρι­μέ­νου­με νὰ πά­ρου­με καὶ κά­να βρα­βεῖ­ο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Κα­τε­ρί­να Ἀ­γυι­ώ­τη (Βό­λος 1976).  Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α καὶ Ψυ­χο­λο­γί­α στὸ Α.Π.Θ., κι ἐκ­παι­δεύ­τη­κε στὴ Συ­στη­μι­κὴ Θε­ρα­πεί­α. Πρό­σφα­τα ξε­κί­νη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χι­κὴ Ὑ­γεί­α. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει μὲ κεί­με­να, μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τά της σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά, ὅ­πως ἐ­πί­σης σὲ συλ­λο­γι­κὰ projects καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες.  Οἱ ποι­η­τι­κές της συλ­λο­γέ­ς Φρου­ρὸς (2016) και Ο Τα­μί­ας τοῦ Θε­οῦ (2019) κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Φαρ­φου­λᾶς. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον της ἔ­χει στρα­φεί στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἀ­πὸ τὸ 2014 ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Λον­δί­νο.


 

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη (Ernest Hemingway): Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες



Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη (Ernest Hemingway) [Ἀφιέρωμα 4/6]


Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες

(Hills Like White Elephants)


ΕΥΚΟΙ ΛΟΦΟΙ ἁ­πλώ­νον­ταν πά­νω ἀ­π’ τὴν κοι­λά­δα τοῦ Ἴμ­προ. Σὲ τού­τη δῶ τὴν πλευ­ρὰ οὔ­τε σκιὰ οὔ­τε δέν­τρα κι ὁ σταθ­μὸς κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ σι­δη­ρο­δρο­μι­κὲς γραμ­μές. Κολ­λη­τὰ στὸ πλά­ϊ τοῦ σταθ­μοῦ τὸ κτί­ριο ἔ­ρι­χνε ζε­στὴ τὴ σκιά του, καὶ στὴν ἀ­νοι­χτὴ εἴ­σο­δο τοῦ μπάρ, γιὰ νὰ μὴ μπαί­νουν μύ­γες, κρε­μό­ταν μιὰ κουρ­τί­να ἀ­πὸ χάν­τρες. Ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος καὶ τὸ κο­ρί­τσι ποὺ συ­νό­δευ­ε κά­θι­σαν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ κτί­ριο, σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι στὴ σκιά. Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ζέ­στη, καὶ τὸ ἐξ­πρὲς ἀ­πὸ τὴν Βαρ­κε­λώ­νη θὰ ἔ­φτα­νε σὲ σα­ράν­τα λε­πτά. Στα­μα­τοῦ­σε σ’ αὐ­τὴ τὴ δι­α­σταύ­ρω­ση γιὰ δυ­ὸ λε­πτὰ καὶ συ­νέ­χι­ζε γιὰ τὴ Μα­δρί­τη.

— Τί θά­ ‘ταν κα­λύ­τε­ρο νὰ πι­οῦ­με; ρώ­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι. Εἶ­χε βγά­λει τὸ κα­πέ­λο της καὶ τ’­ἄ­φη­σε πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι.

— Μὲ τό­ση ζέ­στη ἂς πι­οῦ­με μπύ­ρα, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

— Dos cervezas, πα­ράγ­γει­λε πρὸς τὴ με­ριὰ τῆς κουρ­τί­νας.

— Με­γά­λες; ρώ­τη­σε μιὰ γυ­ναί­κα ἀ­π’ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μπάρ.

— Ναί. Δυ­ὸ με­γά­λες.

        Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­φε­ρε δυ­ὸ πο­τή­ρια μπύ­ρας καὶ δυ­ὸ τσό­χι­να σου­πλά. Τ’ἀκούμπησε στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοὺς κοί­τα­ξε. Τὸ κο­ρί­τσι ἔ­βλε­πε πέ­ρα κα­τὰ τὴ σει­ρὰ τῶν λό­φων. Λευ­κοὶ κά­τω ἀ­π’­τὸν ἥ­λιο, σὲ μιὰν ἀ­γρο­τι­κὴ πε­ρι­ο­χὴ κα­φε­τιὰ καὶ ξε­ρή.

— Μοιά­ζουν μὲ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες, εἶ­πε.

— Δὲν ἔ­χω δεῖ πο­τὲ κα­νέ­ναν, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τὸς πί­νον­τας τὴ μπύ­ρα του.

— Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σες.

— Μπο­ρεῖ καὶ νὰ μπο­ροῦ­σα. Ἐ­πει­δὴ τὸ λὲς ἐ­σύ, δὲν ἀ­πο­δει­κνύ­ει τί­πο­τα.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ξε τὰ μπαμ­ποῦ τῆς κουρ­τί­νας.

— Ἔ­χουν ζω­γρα­φί­σει κά­τι ἐ­κεῖ πά­νω, εἶ­πε. Τί­λέ­ει;

— Anis del Toro. Εἶ­ναι πο­τό.

— Νὰ τὸ δο­κι­μά­ζα­με;

— Ὁ ἄν­τρας φώ­να­ξε «ἄ­κου» πρός τή με­ριά τῆς κουρ­τί­νας. Ἡ γυ­ναί­κα βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ μπάρ.

— Τέσ­σε­ρα reales.

— Δυ­ὸ Anis del Toro.

— Μὲ νε­ρό;

— Θὲς μὲ νε­ρό;

— Δὲν ξέ­ρω, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Εἶ­ναι κα­λὸ μὲ νε­ρό;

— Μιὰ χα­ρά.

— Τὰ θέ­λε­τε μὲ νε­ρό; ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα.

— Ναὶ μὲ νε­ρό.

— Ἔ­χει γεύ­ση γλυ­κό­ρι­ζας, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι κι ἄ­φη­σε τὸ πο­τή­ρι στὸ τρα­πέ­ζι.

— Ὅ­πως ὅ­λα.

— Ναί, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Τὰ πάν­τα ἔ­χουν γεύ­ση γλυ­κό­ρι­ζας. Ἰ­δί­ως τὰ πράγ­μα­τα ποὺ πε­ρί­με­νες τό­σο και­ρό, ὅ­πως τὸ ἀ­ψέν­τι.

— Οὔφ, Πά­ψε.

— Ἐ­σὺ τὸ ξε­κί­νη­σες, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.Ἐ­γὼ δι­α­σκέ­δα­ζα.Περ­νοῦ­σα τὴν ὥ­ρα μου εὐ­χά­ρι­στα.

— Ὡ­ραῖ­α, ἂς προ­σπα­θή­σου­με νὰ πε­ρά­σου­με κα­λά.

— Ὡ­ραῖ­α. Εἶ­πα πὼς τὰ βου­νὰ μοιά­ζουν μὲ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες. Δὲν ἦ­ταν ἔ­ξυ­πνο;

— Αὐ­τὸ ναί.

— Ἤ­θε­λα νὰ δο­κι­μά­σω τοῦ­το τὸ νέ­ο πο­τό. Αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι ποὺ κά­νου­με; Νὰ πε­ρι­ερ­γα­ζό­μα­στε τὰ γύ­ρω καὶ νὰ δο­κι­μά­ζου­με νέ­α πο­τά;

— Νο­μί­ζω, ναί.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ξε ἀ­πέ­ναν­τι κα­τὰ τοὺς λό­φους.

— Ὄ­μορ­φοι λό­φοι, εἶ­πε. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν μοιά­ζουν μὲ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες. Στὸ νοῦ μου εἶ­χα τὴν ἀ­πό­χρω­ση τοῦ δέρ­μα­τός τους ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα. Νὰ παίρ­να­με ἄλ­λο ἕ­να πο­τό;

— Ἐν­τά­ξει.

        Ὁ ζε­στὸς ἄ­νε­μος φύ­σα­γε τὴν κουρ­τί­να ἀ­πὸ μπαμ­ποῦ ὣς τὸ τρα­πέ­ζι τους.

— Ὡ­ραί­α ἡ μπύ­ρα καὶ δρο­σε­ρή, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

— Κα­λή, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.

— Ζίγ­κ, εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἁ­πλῆ ἐ­πέμ­βα­ση, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Οὔ­τε κὰν ἐ­πέμ­βα­ση.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ζε τὸ ἔ­δα­φος στὰ πό­δια τοῦ τρα­πε­ζιοῦ.

— Τὸ ξέ­ρω, Ζίγκ, δὲ θὰ σὲ πεί­ρα­ζε. Ἀ­λή­θεια, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Ἁ­πλά, ἀ­φή­νουν νὰ μπεῖ μέ­σα ἀ­έ­ρας.

        Τὸ κο­ρί­τσι δὲν ἔ­λε­γε τί­πο­τα.

— Θὰ ‘ρθῶ μα­ζί σου καὶ θὰ μεί­νω μα­ζί σου ὅ­λη τὴν ὥ­ρα. Ἁ­πλῶς θὰ ἀ­φή­σουν τὸν ἀ­έ­ρα νὰ μπεῖ καὶ με­τὰ ὅ­λα θὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα φυ­σι­ο­λο­γι­κά.

— Με­τά, τί θὰ κά­νου­με στὴ συ­νέ­χεια;

— Με­τὰ θὰ εἴ­μα­στε τέ­λεια. Ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἤ­μα­σταν πρίν.

— Τί σὲ κά­νει νὰ τὸ πι­στεύ­εις;

— Εἶ­ναι τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ μᾶς ἐ­νο­χλεῖ. Τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ μᾶς κά­νει δυ­στυ­χεῖς.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ξε τὶς χάν­τρες τοῦ μπαμ­ποῦ, σή­κω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ ἔ­πια­σε δυ­ὸ ἀ­π’­τὰ κορ­δό­νια τῆς κουρ­τί­νας.

— Καὶ θαρ­ρεῖς πὼς με­τὰ θὰ εἴ­μα­στε μιὰ χα­ρὰ κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι.

— Τὸ ξέ­ρω σί­γου­ρα. Νὰ μὴ φο­βᾶ­σαι, δὲ χρει­ά­ζε­ται. Ξέ­ρω ἕ­να σω­ρὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ τὴν ἔ­κα­ναν.

— Κι ἐ­γώ, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Κι ὕ­στε­ρα ὅ­λοι τους ἦ­σαν τό­σο εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι.

— Λοι­πόν, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας, ἂν δὲ θές, δὲν εἶ­σαι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νη νὰ τὴν κά­νεις.Οὔ­τε ἐ­γὼ θὰ σὲ ἀ­νάγ­κα­ζα, ἂν δὲν ἤ­θε­λες. Ἀλ­λὰ τὸ ξέ­ρω πὼς εἶ­ναι παν­τε­λῶς ἁ­πλή.

— Καὶ τὸ θὲς πραγ­μα­τι­κά;

— Εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με, αὐ­τὸ νο­μί­ζω. Ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω νὰ τὴν κά­νεις ἂν πραγ­μα­τι­κὰ δὲν τὸ θέ­λεις.

— Κι ἂν τὴν κά­νω θὰ εἶ­σαι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος με­τά, κι ὅ­λα θὰ εἶ­ναι ὅ­πως πρὶν καὶ θὰ μ’ ἀ­γα­πᾶς;

— Καὶ τώ­ρα σ’­ἀ­γα­πά­ω. Τὸ ξέ­ρεις πὼς σ’ ἀ­γα­πά­ω.

— Τὸ ξέ­ρω, ἀλ­λὰ ἂν τὴν κά­νω, με­τὰ δὲ θὰ τρέ­χει τί­πο­τα ἅ­μα λέ­ω πρά­μα­τα ὅ­πως γιὰ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες, καὶ θὰ σ’ ἀ­ρέ­σει;

— Καὶ τό­τε θὰ σ’ ἀ­γα­πά­ω. Καὶ τώ­ρα, ὅ­μως δὲ μπο­ρῶ νὰ τὸ σκέ­φτο­μαι. Ξέ­ρεις πῶς γί­νο­μαι ὅ­ταν στε­νο­χω­ρι­έ­μαι.

— Ἂν τὸ κά­νω, πο­τὲ δὲν θὰ στε­να­χω­ρη­θεῖς;

— Δὲ θὰ στε­να­χω­ρη­θῶ γιὰ κεῖ­νο, για­τί εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἁ­πλό.

— Τό­τε θὰ τὴν κά­νω. Ἐ­πει­δὴ δὲ μὲ νοιά­ζει γιὰ μέ­να.

— Τί θὲς νὰ πεῖς; Ἐ­γὼ πάν­τως νοι­ά­ζο­μαι γιὰ σέ­να.

— Ἄ, ναί. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲ νοι­ά­ζο­μαι γιὰ μέ­να. Θὰ τὴν κά­νω, καὶ με­τὰ ὅ­λα κα­λά.

— Ἂν νι­ώ­θεις ἔ­τσι, δὲν θέ­λω νὰ τὸ κά­νεις.

        Τὸ κο­ρί­τσι ση­κώ­θη­κε καὶ περ­πά­τη­σε ὣς τὴν ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ.

        Στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ ἀ­πέ­ναν­τι, ὑ­πῆρ­χαν χω­ρά­φια μὲ σι­τη­ρὰ καὶ στὶς ὄ­χθες τοῦ Ἴμ­προ, σ’­ ὅ­λο το μῆ­κος, δέν­τρα. Μα­κριά, πέ­ρα ἀ­π’ τὸ πο­τά­μι, βου­νά. Ἡ σκιὰ ἑ­νὸς σύν­νε­φου με­τα­κι­νή­θη­κε πά­νω ἀ­π’­τὸν σι­τα­γρὸ καὶ τὸ κο­ρί­τσι εἶ­δε τὸ πο­τά­μι ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα.

— Καὶ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὰ ἔ­χου­με ὅ­λα τοῦ­τα, εἶ­πε ἐ­κεί­νη. Τὰ πάν­τα, καὶ κά­θε μέ­ρα τὸ κά­νου­με πιὸ ἀ­δύ­να­το.

— Τί εἶ­πες;

— Εἶ­πα πῶς θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἔ­χου­με τὰ πάν­τα.

— Μπο­ροῦ­με νὰ τά ΄χου­με, τὸ κά­θε τί.

— Ὄ­χι.

— Μπο­ροῦ­με νά­ ‘χου­με ὅ­λο τὸν κό­σμο.

— Ὄ­χι, δὲ μπο­ροῦ­με.

— Μπο­ροῦ­με νὰ πᾶ­με ὁ­που­δή­πο­τε.

— Ὄ­χι, δὲ μπο­ροῦ­με. Δὲν εἶ­ναι δι­κός μας πιά.

— Δι­κός μας εἶ­ναι.

— Ὄ­χι, ἀ­δύ­να­τον. Δὲν εἶ­ναι δι­κός μας πιά.

— Εἶ­ναι.

— Ὄ­χι. Ἔ­τσι καὶ σοῦ τὸ πά­ρουν, πο­τὲ δὲν τὸ ξα­να­παίρ­νεις πί­σω.

— Ἀλ­λὰ δὲν τὸ πή­ρα­νε ἀ­κό­μα.

— Ἂς πε­ρι­μέ­νου­με καὶ θὰ δοῦ­με.

— Ἔ­λα, γύρ­να πί­σω στὴ σκιά, εἶ­πε αὐ­τός. Δὲν πρέ­πει νά ‘χεις τέ­τοια συ­ναι­σθή­μα­τα.

— Δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου συ­ναι­σθή­μα­τα, ἀ­πάν­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι. Γνω­ρί­ζω.

— Δὲ θέ­λω νὰ κά­νεις τί­πο­τα ποὺ δὲ θέ­λεις ἡ ἴ­δια…

— Οὔ­τε ποὺ δὲν εἶ­ναι κα­λὸ γιὰ μέ­να, εἶ­πε αὐ­τή. Ξέ­ρω. Παίρ­νου­με μιὰ μπύ­ρα ἀ­κό­μα;

— Ἐν­τά­ξει. Ἀλ­λὰ πρέ­πει ν’ ἀν­τι­λη­φθεῖς…

— Ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι . Εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Δὲ γί­νε­ται νὰ στα­μα­τή­σου­με αὐ­τὴ τὴν κου­βέν­τα;

        Κά­θι­σαν στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ζε τοὺς λό­φους ἀ­πέ­ναν­τι, στὴν ξε­ρὴ πλευ­ρὰ τῆς κοι­λά­δας, κι ὁ ἄν­τρας ἔ­βλε­πε πό­τε αὐ­τὴν καὶ πό­τε τὸ τρα­πέ­ζι.

— Πρέ­πει νὰ κα­τα­λά­βεις κα­λά, εἶ­πε, πὼς δὲν θέ­λω νὰ τὸ κά­νεις ἂν ἐ­σὺ δὲν θέ­λεις. Εἶ­μαι πέ­ρα γιὰ πέ­ρα πρό­θυ­μος νὰ τὸ ὑ­πο­μεί­νω, ἂν ση­μαί­νει κά­τι γιὰ σέ­να.

— Γιὰ σέ­να δὲ ση­μαί­νει τί­πο­τα; Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὰ βροῦ­με.

— Καὶ βέ­βαι­α ση­μαί­νει. Ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω κα­νέ­ναν ἄλ­λο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σέ­να. Δὲν θέ­λω κα­νέ­ναν ἄλ­λο. Καὶ ξέ­ρω πὼς εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἁ­πλό.

— Ναί, τὸ ξέ­ρεις πὼς εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἁ­πλό. Γιὰ σέ­να δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα νὰ τὸ λές, ἐ­γὼ ὅ­μως ξέ­ρω πο­λὺ κα­λά. Θὲς νὰ μοῦ κά­νεις μιὰ χά­ρη τώ­ρα;

— Γιὰ χά­ρη σου, τὰ πάν­τα.

— Μπο­ρεῖς σὲ πα­ρα­κα­λῶ, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, σὲ χι­λι­ο­πα­ρα­κα­λῶ, μπο­ρεῖς σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ πά­ψεις νὰ μι­λᾶς;

        Αὐ­τὸς δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ κοί­τα­ξε τὰ μπαγ­κά­ζια τους ἀ­κουμ­πι­σμέ­να στὸν τοῖ­χο τοῦ σταθ­μοῦ. Πά­νω τους εἴ­χα­νε ἐ­τι­κέ­τες ἀ­π’­ὅ­λα τά ξε­νο­δο­χεῖ­α ὅ­που εἶ­χαν δι­α­νυ­κτε­ρεύ­σει.

— Ὅ­μως δὲν θέ­λω νὰ κά­νεις… Δε­κά­ρα δὲ δί­νω γι­’­αὐ­τό.

— Θὰ ξε­φω­νί­σω, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.

        Ἡ γυ­ναί­κα βγῆ­κε μέ­σα ἀ­π’ τὶς κουρ­τί­νες μὲ δυ­ὸ πο­τή­ρια μπύ­ρας καὶ τά ‘βα­λε πά­νω στὰ νω­πὰ τσό­χι­να σου­πλά.

— Τὸ τραῖ­νο ἔρ­χε­ται σὲ πέν­τε λε­πτά, εἶ­πε.

— Τί λέ­ει; ρώ­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι.

— Πὼς τὸ τραῖ­νο ἔρ­χε­ται σὲ πέν­τε λε­πτά.

        Τὸ κο­ρί­τσι τὴν εὐ­χα­ρί­στη­σε μ’ ἕ­να λαμ­πε­ρὸ χα­μό­γε­λο.

— Ὥ­ρα νὰ πά­ω τὶς βα­λί­τσες στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ σταθ­μοῦ, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Αὐ­τὴ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε.

— Ἐν­τά­ξει. Με­τὰ γύρ­να, νὰ τε­λει­ώ­σου­με τὴ μπύ­ρα μας.

        Σή­κω­σε τὶς δυ­ὸ βα­ρι­ὲς βα­λί­τσες καὶ κου­βα­λών­τας τις ἔ­κα­νε τὸ γύ­ρω­ τοῦ σταθ­μοῦ ὣς τὶς ἄλ­λες ρά­γες. Σή­κω­σε τὰ μά­τια πά­νω ἀ­π’ τὶς ρά­γες, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει τὸ τραῖ­νο. Γυρ­νών­τας πέ­ρα­σε μέ­σα ἀπ΄ τὸ μπὰρ ὅ­που οἱ τα­ξι­δι­ῶ­τες πε­ρί­με­ναν πί­νον­τας. Ἤ­πι­ε ἕ­να Anis στὴ μπά­ρα καὶ τοὺς πε­ρι­ερ­γά­στη­κε. Λο­γι­κὰ ὅ­λοι τους ἀ­νέ­με­ναν τὴν ἄ­φι­ξη . Πα­ρα­μέ­ρι­σε τὴν κουρ­τί­να καὶ βγῆ­κε. Ἐ­κεί­νη κα­θό­ταν στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε.

— Αἰ­σθά­νε­σαι κα­λύ­τε­ρα; τὴν ρώ­τη­σε.

— Εἶ­μαι μιὰ χα­ρά, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. Δὲν τρέ­χει τί­πο­τα. Εἶ­μαι μιὰ χα­ρά.



Πη­γή: https://faculty.weber.edu/jyoung/English%202500/Readings%20for%20English%202500/Hills%20Like%20White%20Elephants.pdf

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη (Ernest Hemingway, 1899-1961): Ὁ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πό τούς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μέ τό βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καί συ­νε­χί­ζει νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στή γε­νέ­τει­ρά του, τίς ΗΠΑ, ὅ­σο καί στόν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πό τά γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καί ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός στά ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποι­όν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρω­τή­μα­τα σέ ἀ­νάλ­γη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να 1: Πη­γή: ἀ­πό τήν ἱ­στο­σε­λί­δα:

 https://cairoscene.com/ :

https://cairoscene.com/ArticleImages/20cef10b-9662-4e8e-a91d-7b4fef116c62.jpg

 

Εί­κό­να 2: Φω­το­γρα­φί­α τῆς Ni­lot­pal Ka­li­ta δη­μο­σι­ευ­μέ­νη στὸν ἱ­στό­το­πο https://unsplash.com/

Εἰ­κό­να 3: Ὁ Χέ­μιν­γουα­ίη τό 1923. Φω­το­γρα­φί­α δι­α­βα­τη­ρί­ου.

Δραματοποιήσεις:

 

Hills Like White Elephants

Παίζουν:

Massimiliano Rossi

Melissa Gava

συμμετέχει:

Francesca Viscardi

Σενάριο καὶ σκηνοθεσία:

Melissa Gava

(2012)

https://www.imdb.com/video/vi212379161

ἄλλες δραματοποιήσεις:

https://www.youtube.com/watch?v=11xJxByf9sM

https://www.youtube.com/watch?v=jAjJ4HE6woc

https://www.youtube.com/watch?v=lOmBYDUdkQ4

https://www.youtube.com/watch?v=jFYOIBwhaO0&t=21s

Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway): Ἰν­δι­ά­νι­κος Κα­ταυ­λι­σμός



Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway) [Ἀφιέρωμα 3/6]


Ἰν­δι­ά­νι­κος Κα­ταυ­λι­σμός

(Indian camp)


ΞΩ ΣΤΗΝ ΟΧΘΗ τῆς λί­μνης εἶ­χαν σύ­ρει μιά βάρ­κα ἀ­κό­μα. Οἱ δυ­ό Ἰν­διά­νοι πε­ρί­με­ναν ὄρ­θιοι. Ὁ Νίκ κι ὁ πα­τέ­ρας του μπῆ­καν στήν πρύ­μη, οἱ Ἰν­διά­νοι τρά­βη­ξαν τή βάρ­κα στό νε­ρό κι ὁ ἕ­νας τους μπῆ­κε μέ­σα γιά νά τρα­βά­ει κου­πί. Ὁ θεῖος T­ζώρτζ κά­θι­σε στήν πρύ­μη τῆς βάρ­κας ἀ­π’ τήν κα­τα­σκή­νω­ση. Ὁ πιό νέ­ος Ἰν­διά­νος τήν τρά­βη­ξε στό νε­ρό καί μπῆ­κε μέ­σα νά κω­πη­λα­τεῖ γιά τόν θεῖος Τζώρτζ. Οἱ δυ­ό βάρ­κες ξε­κί­νη­σαν στό σκο­τά­δι. Ὁ Νίκ ἄ­κου­γε τούς σκαρ­μούς τῆς ἄλ­λης βάρ­κας κάμ­πο­σο μπρο­στά τους, μα­κριά μέ­σα στήν ὁ­μί­χλη. Οἱ Ἰν­διά­νοι κω­πη­λα­τοῦ­σαν μέ γρή­γο­ρες κο­φτές κου­πι­ές. Ὁ Νίκ ἔ­γει­ρε στήν ἀγ­κα­λιά τοῦ πα­τέ­ρα του μέ τό μπρά­τσο του ὁ­λό­γυ­ρά του. Πά­νω στά νε­ρά ἔ­κα­νε κρύ­ο. Ὁ Ἰν­διά­νος δού­λευ­ε τά κου­πιά πο­λύ δυ­να­τά, ἀλ­λά ἡ ἄλ­λη βάρ­κα μπρο­στά ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν συ­νε­χῶς βα­θιά στήν ὁ­μί­χλη. «Ποῦ πᾶ­με, Μπαμ­πά;» Ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Πέ­ρα στόν Ἰν­δι­ά­νι­κο κα­ταυ­λι­σμό. Μιά Ἰν­διά­να εἶ­ναι βα­ριά ἄρ­ρω­στη.» «» ἔ­κα­νε ὁ Νίκ. Δι­α­σχί­ζον­τας τόν κόλ­πο βρῆ­καν τήν ἄλ­λη βάρ­κα στήν ἀ­κτή. Ὁ θεῖος Τζώρτζ κά­πνι­ζε ποῦ­ρο στό σκο­τά­δι. Οἱ δυ­ό νε­α­ροί Ἰν­διά­νοι ἔ­συ­ραν τή βάρ­κα πιό μέ­σα στήν ἀ­κτή. Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ ἔ­δω­σε ποῦ­ρα καί στούς δυ­ό Ἰν­διά­νους. Ἀ­νη­φο­ρί­ζον­τας ἀ­πό τήν ἀ­κτή περ­πα­τοῦ­σαν μέ­σα ἀ­πό ἕ­να λι­βά­δι μου­σκε­μέ­νο στή δρο­σιά, ἀ­κο­λου­θών­τας τόν νε­α­ρό Ἰν­διά­νο πού κρα­τοῦ­σε τή λάμ­πα. Με­τά μπῆ­καν στό δά­σος καί ἀ­κο­λού­θη­σαν ἕ­να μο­νο­πά­τι πού ἔ­βγα­ζε στό δρό­μο ὅ­που ξύ­λευ­αν, ὁ­δη­γών­τας πί­σω στούς λό­φους. Ἔ­φεγ­γε πε­ρισ­σό­τε­ρο στό δρό­μο τῶν λογ­γά­ρη­δων, για­τί οἱ κορ­μοί τῆς ξυ­λεί­ας ἦ­ταν κομ­μέ­νοι κι ἀ­πό τίς δυ­ό πλευ­ρές. Ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος στα­μά­τη­σε νά σβή­σει τή λάμ­πα του, καί ὅ­λοι συ­νέ­χι­σαν νά προ­χω­ροῦν κα­τά μῆ­κος τοῦ δρό­μου. Ἔ­κα­ναν μιά στρο­φή κι ἕ­νας σκύ­λος βγῆ­κε γαυ­γί­ζον­τας. Μπρο­στά φά­νη­καν τά φῶ­τα στίς πα­ράγ­κες τῶν Ἰν­διά­νων πού ξε­φλού­δι­ζαν τούς κορ­μούς. Πε­ρισ­σό­τε­ροι σκύ­λοι ὅρ­μη­σαν κα­τά πά­νω τους. Οἱ δυ­ό Ἰν­διά­νοι τούς ἔ­δι­ω­ξαν πί­σω στίς πα­ράγ­κες.

       Στό πα­ρά­θυ­ρο μιᾶς πα­ράγ­κας πιό κον­τά στό δρό­μο ὑ­πῆρ­χε φῶς. Μιά γριά γυ­ναί­κα ὄρ­θια στήν εἴ­σο­δο κρα­τοῦ­σε μιά λάμ­πα. Μέ­σα μιά νε­α­ρή Ἰν­διά­να ξα­πλω­μέ­νη σ’ ἕ­να ξύ­λι­νο ράν­τζο. Πά­λευ­ε ἐ­δῶ καί δυ­ό μέ­ρες νά γεν­νή­σει. Ὅ­λες οἱ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νες τοῦ κα­ταυ­λι­σμοῦ εἶ­χαν πά­ει νά τήν βο­η­θή­σουν. Οἱ ἄν­τρες ἔ­ξω φρε­νῶν μέ τίς κραυ­γές της εἶ­χαν ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ πέ­ρα στό δρό­μο νά κά­τσουν στά σκο­τει­νά καί νά κα­πνί­σουν. Αὐ­τή, μέ τό πού εἶ­δε μέ­σα στήν πα­ράγ­κα τόν Νίκ καί τούς δυ­ό Ἰν­διά­νους πί­σω ἀ­π’ τόν πα­τέ­ρα του καί τόν θεῖος Τζώρτζ, ξε­φώ­νι­σε. Ἦ­ταν πλα­γι­α­σμέ­νη στήν πιό χα­μη­λή κου­κέ­τα, τε­ρά­στια κά­τω ἀ­π’ τό πά­πλω­μα. Τό κε­φά­λι της γυ­ρι­σμέ­νο στή μιά πλευ­ρά. Στήν πά­νω κου­κέ­τα ἦ­ταν ὁ ἄν­τρας της. Πρίν τρεῖς μέ­ρες εἶ­χε κό­ψει πο­λύ ἄ­σκη­μα τό πό­δι του μ’ ἕ­να σκε­πάρ­νι. Κά­πνι­ζε πί­πα. Τό δω­μά­τιο μύ­ρι­ζε πο­λύ βα­ριά. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Νίκ δι­έ­τα­ξε νά βά­λουν νε­ρό στή φω­τιά, καί ὅ­σο ζε­σται­νό­ταν μι­λοῦ­σε στόν Νίκ. «Ἡ κυ­ρά ἀ­πό δῶ πρό­κει­ται νά γεν­νή­σει, Νίκ», εἶ­πε. «Ξέ­ρω», εἶ­πε ὁ Νίκ. «Δέν ξέ­ρεις», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ἄ­κου με. Αὐ­τό πού τῆς συμ­βαί­νει λέ­γε­ται το­κε­τός. Τό μω­ρό θέ­λει νά γεν­νη­θεῖ, κι αὐ­τή θέ­λει νά τό γεν­νή­σει. Ὅ­λοι οἱ μύ­ες της προ­σπα­θοῦν νά κά­νουν τό παι­δί νά γεν­νη­θεῖ. Αὐ­τό γί­νε­ται κά­θε φο­ρά πού φω­νά­ζει.» «Κα­τά­λα­βα» εἶ­πε ὁ Νίκ. Τό­τε ἀ­κρι­βῶς ἡ γυ­ναί­κα ξε­φώ­νι­σε. «Ἄχ, Μπαμ­πά, δέν μπο­ρεῖς νά τῆς δώ­σεις κά­τι νά τήν κά­νει νά πά­ψει νά ξε­φω­νί­ζει;» ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Ὄ­χι. Δέν ἔ­χω κα­νέ­να ἀ­ναι­σθη­τι­κό» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ἀλ­λά οἱ κραυ­γές της δέν εἶ­ναι κά­τι σο­βα­ρό. Οὔ­τε πού τίς ἀ­κού­ω για­τί δέν εἶ­ναι τί­πο­τα σο­βα­ρό.»

       Ὁ ἄν­τρας της στήν πά­νω κου­κέ­τα ἄλ­λα­ξε πλευ­ρό γυ­ρί­ζον­τας πρός τόν τοῖ­χο. Ἡ γυ­ναί­κα στήν κου­ζί­να ἔ­γνε­ψε στόν για­τρό πώς τό νε­ρό εἶ­χε ζε­στα­θεῖ. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Νίκ πῆ­γε στήν κου­ζί­να κι ἔ­ρι­ξε πε­ρί­που τό μι­σό ἀ­πό τό νε­ρό τῆς χύ­τρας σέ μιά λε­κά­νη. Στό νε­ρό πού ἔ­μει­νε στή χύ­τρα ἔ­βα­λε δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα πού ξε­τύ­λι­ξε ἀ­πό ἕ­να μαν­τή­λι. «Πρέ­πει νά βρά­σουν» εἶ­πε, κι ἄρ­χι­σε νά τρί­βει τά χέ­ρια του τό­ ’­να μέ τ’ ἄλ­λο μέ ἕ­να κομ­μά­τι σα­πού­νι πού εἶ­χε φέ­ρει ἀ­πό τήν κα­τα­σκή­νω­ση. Ὁ Νίκ πα­ρα­τη­ροῦ­σε τά χέ­ρια τοῦ πα­τέ­ρα του νά τρί­βουν τό ἕ­να τό ἄλ­λο μέ τό σα­πού­νι.

       Ὅ­σο ὁ πα­τέ­ρας του ἔ­πλε­νε τά χέ­ρια του πο­λύ προ­σε­κτι­κά καί σχο­λα­στι­κά, μί­λα­γε: «Βλέ­πεις, Νίκ, τά μω­ρά ὑ­πο­τί­θε­ται πώς γεν­νι­οῦν­ται μέ τό κε­φά­λι νά βγαί­νει πρῶ­το, ἀλ­λά με­ρι­κές φο­ρές δέν γί­νε­ται ἔ­τσι. Ὅ­ταν δέν ἔρ­χον­ται μέ τό κε­φά­λι, προ­κα­λοῦν με­γά­λους μπε­λά­δες σέ ὅ­λους. Μπο­ρεῖ νά χρεια­στεῖ νά χει­ρουρ­γή­σω τού­τη τήν κυ­ρά. Σέ λί­γο θά ξέ­ρου­με.» Ὅ­ταν φά­νη­κε ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος μέ τό πλύ­σι­μο τῶν χε­ρι­ῶν του, μπῆ­κε στό δω­μά­τιο κι ἔ­πια­σε δου­λειά. «Δέν τρα­βᾶς πέ­ρα αὐ­τό τό πά­πλω­μα, ἔ, Τζώρτζ;» εἶ­πε. «Κα­λύ­τε­ρα νά μήν τ’­ἀγ­γί­ξω.» Ἄρ­γό­τε­ρα ὅ­ταν ἄρ­χι­σε τήν ἐ­πέμ­βα­ση, ὁ θεῖος Τζώρτζ καί τρεῖς Ἰν­διά­νοι κρα­τοῦ­σαν τήν γυ­ναί­κα ἀ­κί­νη­τη. Αὐ­τή πά­τη­σε μιά δαγ­κω­νιά στό μπρά­τσο τοῦ θεί­ου Τζώρτζ κι ὁ θεῖος Τζώρτζ εἶ­πε, «Κα­τα­ρα­μέ­νη βρω­μο­ϊν­διά­να σκύ­λα!» κι ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος, πού τρα­βοῦ­σε τό κου­πί σάν ἔ­φερ­νε τόν θεῖο Τζώρτζ, τοῦ γέ­λα­σε κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά. Ὁ Νίκ βα­στοῦ­σε τήν λε­κά­νη γιά τόν πα­τέ­ρα του. Κρά­τη­σε πο­λύ. Ὁ πα­τέ­ρας του σή­κω­σε τό μω­ρό ψη­λά καί τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να μπά­τσο νά τό κά­νει ν’ ­ἀ­να­πνεύ­σει καί τό πα­ρέ­δω­σε στή γριά.

       «Βλέ­πεις; Εἶ­ναι ἀ­γό­ρι, Νίκ», εἶ­πε. «Πῶς σοῦ φαί­νε­ται νά εἶ­σαι βο­η­θός ἀ­σκού­με­νος για­τρός;» Ὁ Νίκ εἶ­πε «Κα­λά». Κοί­τα­ζε πέ­ρα γιά νά μή βλέ­πει τί ἔ­κα­νε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ὁ­ρί­στε, ξεμ­περ­δέ­ψα­με καί μ’ αὐ­τό» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του καί ἔ­βα­λε κά­τι μέ­σα στή λε­κά­νη. Ὁ Νίκ δέν τό κοί­τα­ξε. «Τώ­ρα» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του, «εἶ­ναι καί με­ρι­κά ράμ­μα­τα νά βά­λω. Μπο­ρεῖς νά βλέ­πεις, Νίκ, ἤ ὄ­χι, ὅ­πως θέ­λεις. Θά ρά­ψω τήν το­μή πού ἔ­κα­να.» Ὁ Νίκ δέν κοί­τα­ξε. Ἐ­δῶ καί πο­λύ ὥ­ρα εἶ­χε χά­σει κά­θε ἴ­χνος πε­ρι­έρ­γειας. Ὁ πα­τέ­ρας του τέ­λει­ω­σε καί ση­κώ­θη­κε.

       Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ καί οἱ τρεῖς Ἰν­διά­νοι ση­κώ­θη­καν. Ὁ Νίκ πῆ­γε τή λε­κά­νη στήν κου­ζί­να. Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ κοί­τα­ξε τό μπρά­τσο του. Ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος θυ­μή­θη­κε καί χα­μο­γέ­λα­σε. «Θά τοῦ βά­λω λί­γο ὀ­ξυ­ζε­νέ, Τζώρτζ», εἶ­πε ὁ για­τρός. Ἔ­σκυ­ψε πά­νω ἀ­π’­ τήν Ἰν­διά­να. Τώ­ρα ἦ­ταν ἥ­συ­χη μέ τά μά­τια κλει­στά. Ἦ­ταν πο­λύ ὠ­χρή. Δέν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί ἀ­πό­γι­νε τό μω­ρό ἤ ὅ,τι ἄλ­λο. «Θά γυ­ρί­σω τό πρω­ΐ», εἶ­πε ὁ για­τρός κα­θώς ση­κω­νό­ταν ὄρ­θιος.

       «Ἡ νο­σο­κό­μα ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Ἰ­γνά­τιο πρέ­πει νά εἶ­ναι ἐ­δῶ ὥς τό με­ση­μέ­ρι καί θά φέ­ρει ὅ,τι χρει­α­ζό­μα­στε.» Ἔ­νι­ω­θε νά φου­σκώ­νει ἀ­πό τό κα­μά­ρι του καί ἦ­ταν φλύ­α­ρος ὅ­πως οἱ παῖ­κτες τοῦ πο­δό­σφαι­ρου στά ἀ­πο­δυ­τή­ρια με­τά τόν ἀ­γώ­να. «Τοῦ­το δῶ εἶ­ναι γιά τό ἰ­α­τρι­κό πε­ρι­ο­δι­κό, Τζώρτζ», εἶ­πε. «Νά κά­νεις Και­σα­ρι­κή μέ σου­γιά καί νά ρά­ψεις μέ κά­που τριά­ντα μέ­τρα πε­το­νιά ἀ­πό λου­ρί­δες ἐν­τέ­ρου.» Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ ἀ­κουμ­ποῦ­σε στόν τοῖ­χο κοι­τά­ζον­τας τό μπρά­τσο του.

       «Ὤ, εἶ­σαι σπου­δαῖ­ος ἄν­τρας, ἐν­τά­ξει.» «Κα­λύ­τε­ρα νά ρί­ξω μιά μα­τιά στόν πε­ρή­φα­νο πα­τέ­ρα. Αὐ­τοί συ­νή­θως ὑ­πο­φέ­ρουν τά χει­ρό­τε­ρα γιά τέ­τοι­α μι­κρο­πράγ­μα­τα», εἶ­πε ὁ για­τρός. «Πρέ­πει νά πα­ρα­δε­χτῶ πώς τό πῆ­ρε κα­λά καί σ’ ­ὅ­λα ἦ­ταν κάμ­πο­σο ἥ­συ­χος.» Τρά­βη­ξε τήν κου­βέρ­τα ἀ­πό τό κε­φά­λι τοῦ Ἰν­διά­νου. Τό χέ­ρι του τρα­βή­χτη­κε μού­σκε­μα. Πά­τη­σε στήν ἄ­κρη τῆς πιό χα­μη­λῆς κου­κέ­τας, σκαρ­φά­λω­σε μέ τήν λάμ­πα στό ἕ­να χέ­ρι καί κοί­τα­ξε μέ­σα. Ὁ Ἰν­διά­νος κοι­τό­ταν μέ τό κε­φά­λι πρός τόν τοῖ­χο. Ὁ λαι­μός του κομ­μέ­νος πέ­ρα γιά πέ­ρα, ἀ­πό ἀ­φτί σ’ ἀ­φτί. Μιά λί­μνη ἀ­πό τό αἷ­μα πού εἶ­χε κυ­λή­σει σχη­μα­τι­ζό­ταν ἐ­κεῖ πού τό σῶ­μα του βού­λια­ζε στήν κου­κέ­τα. Μέ τήν κό­ψη πρός τά πά­νω τό ἀ­νοιγ­μέ­νο ξυ­ρά­φι ἀ­φη­μέ­νο στίς κου­βέρ­τες. «Βγά­λε τόν Νίκ ἔ­ξω ἀ­π’­ τήν πα­ράγ­κα, Τζώρτζ», εἶ­πε ὁ για­τρός. Δέ χρει­ά­στη­κε. Ὀ Νίκ, ὄρ­θιος στήν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, εἶ­χε κα­λή θέ­α τῆς πά­νω κου­κέ­τας, ὅ­ταν ὁ πα­τέ­ρας του μέ τή λάμ­πα στό ἕ­να χέ­ρι, ἔ­στρε­ψε τό κε­φά­λι τοῦ Ἰν­διά­νου. Μό­λις ἔ­παιρ­νε νά χα­ρά­ζει, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψαν βα­δί­ζον­τας στόν δρό­μο τῶν λογ­γά­ρη­δων ὥς τή λί­μνη.

       «Λυ­πᾶ­μαι πο­λύ πού σ’ ­ἔ­φε­ρα σ’ αὐ­τό τό ἀ­χού­ρι, Νί­κυ», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του δί­χως ἴ­χνος ἀ­πό τόν ἐν­θου­σια­σμό του με­τά τήν ἐ­πέμ­βα­ση. «Με­γά­λο λά­θος,τά σκά­τω­σα νά σέ ὑ­πο­βά­λω σ’­ὅ­λο αὐ­τό.» «Ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες γεν­νᾶ­νε, πάν­τα ζο­ρί­ζον­ται τό­σο σκλη­ρά;» ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Ὄ­χι, αὐ­τό πού ἔ­γι­νε ἦ­ταν κά­τι πο­λύ-πο­λύ ἐ­ξαιρε­τι­κό.» «Για­τί ἐ­κεῖ­νος αὐ­το­κτό­νη­σε, Μπα­μ­πά;» «Δέν ξέ­ρω, Νίκ. Μᾶλ­λον, δέν μπο­ροῦ­σε νά τό ἀν­τέ­ξει.»

       «Αὐ­το­κτο­νοῦν πολ­λοί ἄν­τρες, Μπαμ­πά;» «Ὄ­χι πά­ρα πολ­λοί, Νίκ», «Πολ­λές γυ­ναῖ­κες;» «Πο­λύ σπά­νια», «Πο­τέ;» «Ἄ, με­ρι­κές φο­ρές, ναί.»

       «Μπαμ­πά;» «Ναί.» «Ποῦ πῆ­γε ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ;» «Θά γυ­ρί­σει μιά χα­ρά.» «Εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά πε­θαί­νεις Μπαμ­πά;» «Ὄ­χι, νο­μί­ζω εἶ­ναι πο­λύ εὔ­κο­λο, Νίκ. Πάν­τα ἐ­ξαρ­τᾶ­ται.» K­ά­θον­ταν στήν βάρ­κα, ὁ Νίκ στήν πλώ­ρη, ὁ πα­τέ­ρας στά κου­πιά. Ὁ ἥ­λιος ἀ­νέ­βαι­νε πά­νω ἀ­πό τούς λό­φους. Μιά πέρ­κα ἀ­να­πή­δη­σε, φτι­ά­χνον­τας κύ­κλο στό νε­ρό. Ὁ Νίκ ἔ­σερ­νε τό χέ­ρι του στό νε­ρό. Τό ἔ­νι­ω­θε θερ­μό στήν τσου­χτε­ρή ψύ­χρα τοῦ πρω­ϊ­νοῦ. N­ω­ρίς τό πρω­ΐ στή λί­μνη κα­θι­σμέ­νος στήν πλώ­ρη τῆς βάρ­κας μέ τόν πα­τέ­ρα του νά κω­πη­λα­τεῖ, ἔ­νι­ω­θε ὁ­λό­τε­λα σί­γου­ρος πώς δέν θά πέ­θαι­νε πο­τέ.



Πη­γή: Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στό πε­ρι­ο­δι­κό Trans­atlan­tic Re­view τοῦ Ford Ma­dox Ford στό Πα­ρί­σι τό 1924. Βλ. έ­δῶ:

https://ia800306.us.archive.org/31/items/IndianCampErnestHemingway_661/IndianCampByErnestHemingway.pdf

Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway, 1899-1961): Ὁ Ἔρνεστ Χέ­μινγου­αίη ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πό τούς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μέ τό βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καί συ­νε­χί­ζει νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στή γε­νέ­τει­ρά του, τίς ΗΠΑ, ὅ­σο καί στόν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πό τά γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καί ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός στά ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρωτή­ματα σέ ἀ­νάλγη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να 1: Ἡ πα­ρά­γκα τῶν κυ­νη­γῶν στὰ ὄ­ρη Ἀ­ντι­ρο­ντάκ. Λι­θο­γρα­φία ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμέ­νη μὲ τὸ χέ­ρι, 1861, πα­ρα­γω­γὴ τῆς νε­ο­ϋ­ρκέ­ζι­κης Ἑ­ται­ρεί­ας Χα­ρα­κτι­κῆς Cur­rier & I­ves (1837-1907).

Εἰ­κό­να 2: Ὁ Χέ­μιν­γουα­ίη τό 1923. Φω­το­γρα­φί­α δι­α­βα­τη­ρί­ου.

Ἀλέξανδρος Ἀδαμόπουλος: Τὸ φασόλι


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ἀ­δα­μό­που­λος


Τὸ φασόλι


…ΧΙΛΙΟΕΙΠΩΜΕΝΕΣ μα­ται­ό­τη­τες:

Ποι­ός ἔ­χει τί, καὶ ποῦ τὰ βρί­σκει, καὶ ποι­ός εἶ­ναι φί­λος μὲ ποι­όν, καὶ ποῦ­θε κρα­τᾶ ἡ σκού­φια του, καὶ πό­σες γε­νι­ὲς βα­στά­ει τὸ τά­δε τζά­κι, καὶ ἂν ἡ Ἀ­νά­στα­σις εἶ­ναι ἐν­τὸς ἢ ἐ­κτός μας, καὶ ἂν ὁ Ἔ­ρως εἶν΄ ἔ­τσι ἢ ἂν εἶ­ναι ἀλ­λι­ῶς…

         Ἡ ἴ­δια φάρ­σα καὶ πάν­τα, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, τὸ ἴ­διο πάν­τα ψέ­μα.

            Ἔ­σκυ­βα σι­ω­πη­λὸς στὰ δί­χως ἀ­γά­πη μα­γει­ρε­μέ­να φα­γη­τὰ καὶ κα­τά­πι­να μὲ δυ­σκο­λί­α τὶς μπου­κι­ές, ὥ­σπου ὁ μι­κρὸς με­λα­ψὸς λα­κὲς —ποι­ός ξέ­ρει ποῦ τὸ ψά­ρε­ψαν καὶ τὸ μα­σκά­ρε­ψαν ἔ­τσι τὸ παι­δὶ— γε­μί­ζον­τας κρα­σὶ τὸ πο­τή­ρι μου, συ­νάν­τη­σε τὸ βλέμ­μα μου. Μι­σὴ στιγ­μὴ τὰ εἴ­πα­με ὅ­λα· ἔ­σκα­σαν δυ­ὸ λακ­κά­κια στὶς ἄ­κρες τῶν χει­λι­ῶν του κι ἔ­φυ­γε. Καὶ στὸν ἑ­πό­με­νο γύ­ρο, γε­μί­ζον­τας πά­λι τὸ πο­τή­ρι μου κρα­σί, ἀ­πί­θω­σ’ ἐ­πι­δέ­ξια πά­νω στὴν πε­τσέ­τα μου ἕ­να φα­σό­λι.

         Κα­νεὶς δὲν εἶ­δε τί­πο­τα, για­τί μι­λού­σα­νε γιὰ τὴν Ἀ­θα­να­σί­α τῆς ψυ­χῆς.

        Τὸ πῆ­ρα στὴ χού­φτα μου κι ἔ­βα­λα τὸ χέ­ρι στὴν τσέ­πη. Τὸ φα­σό­λι ἀ­κούμ­πη­σε μα­λα­κὰ πά­νω σε μί­α φλέ­βα καὶ μοῦ ἔ­στελ­νε τὶς ἀ­νά­σες του:

        …«Ἦ­ταν, ἔ­λε­γε, ἕ­να χω­ρά­φι γε­μά­το φα­σο­λι­ὲς καὶ ζου­ζού­νια καὶ σα­λιγ­κά­ρια καὶ μέ­ρα καὶ νύ­χτα καὶ κρύ­ο καὶ ζέ­στη καὶ που­λιὰ καὶ βρο­χὴ καὶ ἥ­λιο καὶ κα­λά­μια ποὺ τὶς στή­ρι­ζαν. Κι ὅ­ταν μὲ τὰ πολ­λὰ οἱ φα­σο­λι­ὲς ἔ­φτια­ξαν τὰ φα­σό­λια τους, ἤρ­θα­νε χέ­ρια καὶ τὰ μά­ζε­ψαν. Καὶ τὰ ’­βα­λαν σ’ ἕ­να τσου­βά­λι. Καὶ τὸ τσου­βά­λι τὸ ἄ­φη­σαν στὸ μα­γα­ζί. Κι ἐρ­χό­τα­νε ἡ σέ­σου­λα καὶ κά­θε τό­σο ἔ­παιρ­νε φα­σό­λια καὶ τὰ ’­βα­ζε σὲ σα­κοῦ­λες. Καὶ ἀ­πὸ μιὰ σα­κού­λα, ἀ­πὸ μιὰ τρύ­πα· ἕ­να ἔ­πε­σε. Ἔ­πε­σε στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου κι ἔ­μει­νε μό­νο του, κά­τω ἀ­πὸ κά­τι πα­πα­ροῦ­νες. Κι ὅ­ταν ἔ­μει­νε ἔ­τσι μό­νο, θυ­μό­τα­νε τὸ πε­ρι­βό­λι μὲ τὶς φα­σο­λι­ὲς κι ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε ζή­σει ἴ­σα­με τώ­ρα. Μὰ τώ­ρα νό­μι­ζε πὼς τί­πο­τα δὲν τοῦ θύ­μι­ζε τὴ ζω­ή του. Τί­πο­τα. Τώ­ρα ἤ­τα­νε μό­νο. Κα­τά­μο­νο. Καὶ τὸ κο­φί­νι μὲ τὴ σα­κού­λα ποὺ εἶ­χε τ’ ἄλ­λα φα­σό­λια, ξε­μά­κραι­νε πά­νω στὴ ρά­χη ἑ­νὸς γα­ϊ­δου­ριοῦ. Τὸ φα­σό­λι πά­γω­σε. Φώ­να­ξε· κα­νεὶς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ξα­να­φώ­να­ξε· κα­νέ­νας. Δά­κρυ­σε καὶ βάλ­θη­κε νὰ κλαί­ει.

        »Ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε. Μὲ τὶς μέ­ρες ἔ­κλαι­γε… Ὥ­σπου ἀ­π’ τὸ κλά­μα ἡ γῆς γύ­ρω του ἄρ­χι­σε νὰ νο­τί­ζει, νὰ μου­σκεύ­ει, καὶ τὸ φα­σό­λι φύ­τρω­σε.»

        «Μὴ χει­ρό­τε­ρα!» εἶ­πα. Ἄ­νοι­ξα τὴν πα­λά­μη, κι ἔ­βγα­λα τὸ χέ­ρι ἀ­π’ τὴν τσέ­πη καὶ σή­κω­σα τὸ πο­τή­ρι μου, κά­τι νὰ εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γὼ μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους. Με­τά· πά­λι στὴν τσέ­πη, ἔ­πι­α­σα τὸ φα­σό­λι, τό ’­σφι­ξα. Μὰ δὲν μοῦ ἔ­στελ­νε τί­πο­τα. Τί­πο­τα. Οὔ­τε μί­αν ἀ­νά­σα. Δαγ­κώ­θη­κα· για­τί ἔ­τσι;

        Ὅ­ταν φεύ­γα­με, ὁ μι­κρὸς λα­κὲς ἔ­σπευ­σε χα­ρού­με­νος νὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ βά­λω τὸ πα­νω­φό­ρι μου. Μὲ κοι­τοῦ­σε λάμ­πον­τας.

       «Εἶ­ναι πο­λὺ ἀ­νό­η­τη ἱ­στο­ρί­α» τοῦ εἶ­πα. Εἶ­χα πει­ρα­χτεῖ για­τὶ τὸ φα­σό­λι τὰ εἶ­πε ἔ­τσι ξε­ρὰ κι ὕ­στε­ρα στα­μά­τη­σε νὰ μοῦ λέ­ει. Τὸ χα­μό­γε­λό του ἔ­σβη­σε. Μὲ κοί­τα­ξε σο­βα­ρά, σκο­τει­νι­α­σμέ­νος, μὲ ὀ­δύ­νη:

        «Μά· ξέ­ρε­τε πό­σο πο­νά­ει ἕ­να φα­σό­λι ποὺ ἀρ­χί­ζει νὰ φυ­τρώ­νει, ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τό­σο κλά­μα;»

        Ὅ­μως εἶ­χα ἤ­δη φο­ρέ­σει τὸ ἕ­να μα­νί­κι τοῦ πα­νω­φο­ριοῦ μου. Ἔ­πρε­πε νὰ φο­ρέ­σω καὶ τ’ ἄλ­λο. Καὶ οἱ ἄλ­λοι ἔ­φευ­γαν. Δὲν εἶ­χα και­ρό.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ἀ­δα­μό­που­λος (1953) σπού­δα­σε Νο­μι­κὴ στὸ ΕΚΠ, σκη­νο­θε­σί­α καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὴν Ἀ­θή­να, καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὴ Σορ­βόν­νη (Sociologie Politique, Paris II). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο, τὴν με­τά­φρα­ση, τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὴν ποί­η­ση. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Μου­σεῖ­ο Ἑλ­λη­νι­κῶν Λα­ϊ­κῶν Μου­σι­κῶν Ὀρ­γά­νων ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τοῦ τὸ ’91, ὡς γε­νι­κὸς γραμ­μα­τέ­ας καὶ ὡς πρό­ε­δρος τοῦ Σω­μα­τεί­ου Φί­λων του Μου­σεί­ου. Δι­ε­τέ­λε­σε γε­νι­κὸς γραμ­μα­τέ­ας τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Δώ­δε­κα καὶ ἕ­να ψέ­μα­τα (δι­η­γή­μα­τα Ἴ­κα­ρος 1991, Ἄ­γρα 2009) ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γαλ­λι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ τούρ­κι­κα καὶ κυ­κο­φό­ρη­σε στὴν Τουρ­κί­α, τὴ Γερ­μα­νί­α, τὴ Γαλ­λί­α καὶ τὴν Ἰν­δί­α. Ψέ­μα­τα πά­λι (δι­η­γή­μα­τα, Ἄ­γρα 1999). Οἱ Δαι­μο­νι­σμέ­νοι θε­α­τρι­κὴ προ­σαρ­μο­γὴ τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου ἔρ­γου τοῦ Ντο­στο­γι­έφ­σκι ἀ­πὸ τὸν Albert Camus, με­τά­φρα­ση (ΚΘΒΕ 1991), Ὁ Σι­μι­γδα­λέ­νιος θέ­α­τρο-ποί­η­ση (13η ἔκ­δο­ση, Ἑ­στί­α 1993), κ.ἄ.


Ἀν­τρέ­α Με­χί­α (Andrea Mejía): Ἦ­ταν αὐ­τή ἡ μι­κρή ἱ­στο­ρί­α ἡ πιό λυ­πη­τε­ρή δι­ή­γη­ση τοῦ κό­σμου ἤ σκέ­τη ἀ­πά­τη;



Ἀν­τρέ­α Με­χί­α (Andrea Mejía[Ernest Hemingway, Ἀφιέρωμα 2/6]


Ἦ­ταν αὐ­τή ἡ μι­κρή ἱ­στο­ρί­α

ἡ πιό λυ­πη­τε­ρή δι­ή­γη­ση τοῦ κό­σμου

ἤ σκέ­τη ἀ­πά­τη;

 

ΝΑΣ ἀ­πό τούς χρυ­σούς κα­νό­νες τῆς συγ­γρα­φῆς μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν εἶ­ναι αὐ­τός πού δι­α­τύ­πω­σε ὁ Edgar Allan Poe ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στήν ἀ­νά­λυ­σή του γιά τό Κο­ρά­κι. Εἶ­ναι ὁ κα­νό­νας τοῦ «σὲ μιὰ μόνο ἀνάγνωση [in one sitting]». Σύμ­φω­να μ’ αὐ­τόν, τό λο­γο­τε­χνι­κό ἔρ­γο πού μπο­ρεῖ νά δι­α­βα­στεῖ μο­νο­κο­πα­νιᾶς δι­α­τη­ρεῖ τήν ἀ­με­σό­τη­τα τῆς ζω­η­ρῆς του ἐ­ντύ­πω­σης [effect]. Ἀν­τι­θέ­τως, ἄν ὁ ἀ­να­γνώ­στης στα­μα­τᾶ τήν ἀ­νά­γνω­ση γιά νά κά­νει ἕ­να δι­ά­λειμ­μα, ἡ ἰ­σχυ­ρή ἐντύ­πω­σή της χά­νε­ται ἐ­πει­δή ὑ­πει­σέρ­χον­ται «οἱ ὑ­πο­θέ­σεις τοῦ κό­σμου», μέ ἄλ­λα λό­για ἡ δι­ά­σπα­ση πού προ­κα­λεῖ ἡ πραγ­μα­τι­κή ζω­ή. Νά για­τί ἡ ἰ­δα­νι­κή μι­κρή ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει νά εἶ­ναι ἁ­πλῆ κι ὡ­στό­σο συ­ναρ­πα­στι­κή.

       Δε­κα­ε­τί­ες με­τά τήν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ δι­α­τυ­πω­μέ­νου ἀ­πό τόν Poe κα­νό­να ὁ Εrnest Hemingway προ­φα­νῶς ἐν­στερ­νι­ζό­με­νος τήν συμ­βου­λή μέ ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κό τρό­πο, δη­μι­ούρ­γη­σε μι­κρές ἱ­στο­ρί­ες σέ μιά ντόμ­πρα γλώ­σα, ἔ­τσι πού ὥς τά σή­με­ρα νά προκαλοῦν ἰ­σχυ­ρή ἐντύπωση σέ χι­λιά­δες ἀ­να­γνῶ­στες ὅ­λου τοῦ κό­σμου. Πι­θα­νόν τό πιό σπου­δαῖ­ο πα­ρά­δειγ­μα τῶν δε­ξι­ο­τή­των του βρί­σκε­ται στήν πλέ­ον σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α, πού θά μπο­ροῦ­σε νά θε­ω­ρη­θεῖ καί ἡ πιό τρα­γι­κή πού ἔ­γρα­ψε πο­τέ:

Πρὸς πώ­λη­ση: βρε­φι­κὰ πα­πού­τσια ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρε­τα

       Νά ὅ­μως πῶς ἔ­χει τό πράγ­μα· εἶ­ναι ἡ πιό σύν­το­μη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή γρα­φή πού ἀ­πο­δί­δε­ται στόν Ηemingway. Καί τό κα­λυ­τε­ρό­τε­ρο του­ίτ τοῦ κό­σμου, δέ θά μπο­ροῦ­σε νά πλη­σιά­σει τόν τρό­πο πού τό κεί­με­νο τοῦ He­ming­way κα­τα­φέρ­νει νά δι­η­γη­θεῖ μιάν ὁ­λό­κλη­ρη ἱ­στο­ρί­α μέ­σα σέ τό­σο λί­γες λέ­ξεις. Ἐ­να­πό­κει­ται στόν ἀ­να­γνώ­στη νά συμ­πλη­ρώ­σει τά κε­νά τῆς πλο­κῆς: τί βρί­σκε­ται πί­σω ἀ­π’­ αὐ­τήν τήν ἀγ­γε­λί­α; Γιά ποι­ό λό­γο πο­τέ δέν φο­ρέ­θη­καν τά πα­πού­τσια; Πα­ρά πού δέν ὑ­πάρ­χει ἀ­πάν­τη­ση, ἡ τρα­γω­δί­α εἶ­ναι πα­ρού­σα(1). Ὡ­στό­σο, τό μυ­στή­ριο πού πε­ρι­βάλ­λει τήν ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι τό­σο ἐν­δι­α­φέ­ρον ὅ­σο καί ἡ τεκ­μη­ρι­ω­μέ­νη πλη­ρο­φο­ρί­α γιά τήν γρα­φή τοῦ κει­μέ­νου, αὐ­τή πού συ­νε­τέ­λε­σε στήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ μύ­θου γύ­ρω ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α.

       Λέ­γε­ται ὅ­τι τό κεί­με­νο γρά­φτη­κε κά­που στά 1920 στό ξε­νο­δο­χεῖ­ο Algonquin τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, ὅ­που ὁ He­ming­way καί ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς στοι­χη­μά­τι­σαν δέ­κα δολ­λά­ρια γιά τό ποι­ός τους θά μπο­ροῦ­σε νά γρά­ψει τήν πιό σύν­το­μη ἀλ­λά καί πιό συ­ναρ­πα­στι­κή ἱ­στο­ρί­α. Σύμ­φω­να μέ τά λε­γό­με­να, ὁ H. ἀ­φοῦ τήν ἔ­γρα­ψε σέ μιά χαρ­το­πε­τσέ­τα, ἄ­φη­σε τούς ἄλ­λους νά τήν δι­α­βά­σουν κα­θώς μά­ζευ­ε τά χρή­μα­τα πού εἶ­χε κερ­δί­σει. Ἄν τό πράγ­μα ἀ­λη­θεύ­ει, δέν εἶ­ναι νά ἀ­πο­ρεῖ κα­νείς μέ αὐ­τό πού σκέ­πτον­ται πολ­λοί, πώς εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἰ­δι­ο­φυΐ­ας τοῦ Ηemingway.

       Ἐν­τού­τοις, ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­χνά, ἡ ἀ­λή­θεια πί­σω ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α ἐ­ξά­πτει τήν φαν­τα­σί­α λι­γό­τε­ρο, ὄν­τας πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀμ­φι­λε­γό­με­νη. Πρῶ­τον, πα­ρά πού ἀ­λη­θεύ­ει πώς ἡ σύ­να­ξη ἑ­νός κύ­κλου δι­α­νο­ουμέ­νων ὄν­τως πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στό Algonquin, δέν ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­ση­μες κα­τα­γρα­φές ἤ μαρ­τυ­ρί­ες γιά τό στοί­χη­μα στό ὁ­ποῖ­ο λέ­γε­ται πώς συμ­με­τεῖ­χε ὁ He­ming­way, καί οἱ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες μαρ­τυ­ρί­ες ἐκ­φρά­ζουν δι­α­φο­ρε­τι­κές ἐκ­δο­χές. Ἐ­πι­πλέ­ον ὑ­πάρ­χουν δυ­ό πι­θα­νές πη­γές πα­ρό­μοι­ας δο­μῆς καί πε­ρι­ε­χο­μέ­νου μέ αὐ­τό τοῦ κει­μέ­νου, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἐμ­φα­νί­στη­καν πρίν ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α. Ἡ πρώ­τη προ­έρ­χε­ται ἀ­πό ἕ­να δο­κί­μιο τοῦ Wil­liam R. Cane στά 1917, ὅ­που γρά­φει γιά τά «Μι­κρά Πα­πού­τσια, πού Πο­τέ δέν Φο­ρέ­θη­καν»· ἔ­ξο­χος τί­τλος γιά τήν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς γυ­ναί­κας πού ἔ­χα­σε τό παι­δί της. Ἡ ἄλ­λη μπο­ρεῖ νά ἰ­χνη­λα­τη­θεῖ πί­σω σέ μιάν ἀγ­γε­λί­α ἐ­φη­με­ρί­δας στά 1906 πού ἔ­λε­γε: «Πρός πώ­λη­ση παι­δι­κό καρ­ρό­τσι, ἀ­χρη­σι­μο­ποί­η­το παν­τε­λῶς. Ἀ­πευ­θυν­θεῖ­τε στό τά­δε γρα­φεῖο.»

       Δι­α­βά­ζον­τας αὐ­τές τίς δύ­ο πη­γές, ἡ ἱ­στο­ρί­α σα­φῶς χά­νει τήν μα­γεία της. Ὡ­στό­σο, τό πραγ­μα­τι­κό θέ­μα ἔγ­κει­ται στό γε­γο­νός πώς ὁ He­ming­way δη­μο­σι­ο­γρα­φοῦ­σε γιά πολ­λά χρό­νια, ὥ­στε ἦ­ταν ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μέ αὐ­τό τόν τύ­πο ἀγ­γε­λι­ῶν καί αὐ­τό τό ὕ­φος γρα­φῆς. Ἔ­τσι πολ­λοί λό­γιοι ἔ­φτα­σαν ν’ ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται γιά τό κα­τά πό­σο αὐ­τή ἡ μι­κρή ἱ­στο­ρί­α θά μπο­ροῦ­σε νά θε­ω­ρη­θεῖ λο­γο­πλο­κή ἤ ἄν αὐ­τό τό ψῆγ­μα ἔ­χει κα­μιά λο­γο­τε­χνι­κή ἀ­ξί­α. Τί κά­νει τό κει­με­νά­κι τοῦ He­ming­way λο­γο­τε­χνι­κό ἀ­ρι­στούρ­γη­μα κι ὄ­χι ἁ­πλῶς μιά σύν­το­μη ἀγ­γε­λί­α; Ποι­ό εἶ­ναι τό ὅ­ριο ἀ­νά­με­σα στήν ἄν­τλη­ση ἔμ­πνευ­σης ἀ­πό τήν ἀν­τι­γρα­φή ἑ­νός κει­μέ­νου; Ἡ ἀ­πάν­τη­ση σ’ αὐ­τές τίς ἐ­ρω­τή­σεις, ἄν καί ὑ­πο­κει­με­νι­κή, σχε­τί­ζε­ται μέ τήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ μύ­θου πί­σω ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α.

       Ἀ­κό­μη κι ἄν δέν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἀ­ξι­ό­πι­στη πλη­ρο­φο­ρί­α γιά τήν προ­έ­λευ­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἡ δι­ά­δο­σή της μα­ζί μέ τόν μύ­θο ἔ­χουν κά­τι κοι­νό: ὁ Peter Miller, ἀ­τζέν­της λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­ναι αὐ­τός πού κα­τέ­γρα­ψε τήν ἱ­στο­ρί­α στό βι­βλί­ο του: Get Published! Get Produced!: A Literary Agent’s Tips on How to Sell Your Writing [ύ­πω­σε! Μπές στήν Πα­ρα­γω­γή!: O­ἱ Συμ­βου­λές ἑ­νό­ς Ά­τζέν­τη Λο­γο­τε­χνί­ας γιά τό Πῶς νά Γί­νουν τά Γρα­φτά σου Εὐ­πώ­λη­τα.] <1991>. Γιά τήν εἰ­ρω­νεί­α τοῦ πράγ­μα­τος, ὁ Miller ἔ­γι­νε τό ζων­τα­νό πα­ρά­δειγ­μα ὅ­σων λέ­ει ὁ τί­τλος του· κα­τά­φε­ρε νά που­λή­σει τού­τη τήν ἱ­στο­ρί­α γιά τό πιό μι­κρό μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Hemingway σέ παγ­κό­σμιο ἀ­να­γνω­στι­κό κοι­νό, δί­χως στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα νά ἔ­χει πη­γές ἤ ἀ­πο­δεί­ξεις πώς εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή. Ποι­ός συγ­γρα­φέ­ας δέν θά ἤ­θε­λε νά ἔ­χει ἀ­τζέν­τη κά­ποι­ον σάν τόν Miller ;

       Αὐ­τές εἶ­ναι οἱ ἀ­παν­τή­σεις στό ἐ­ρώ­τη­μα πε­ρί λο­γο­κλο­πῆς καί τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ He­ming­way. Ἄν ὁ μύ­θος δέν εἶ­χε ὑ­πάρ­ξει, τό­τε παύ­ει νά ὑ­πάρ­χει καί λό­γος νά κα­τη­γο­ρεῖ­ται, σω­στά; Πα­ρά ταῦ­τα, μᾶς κά­νει νά σκε­φτό­μα­στε γύ­ρω ἀ­πό τό τί θε­ω­ροῦ­με λο­γο­τε­χνί­α. Για­τί τε­λι­κά, τό κεί­με­νο, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τοῦ ποι­ός τό ἔ­γρα­ψε, διαθέτει τήν ἰσχυρή ἐ­ντύ­πω­­ση πού ὁ Poe κα­θό­ρι­σε ὡς χρυ­σό κα­νό­να γιά τίς μι­κρές ἱ­στο­ρί­ες, καί ἐ­πί­σης δι­α­θέ­τει τήν ἱ­κα­νό­τη­τα νά τρέ­φει τήν ἀ­νάγ­κη μας νά συμ­πλη­ρώ­νουμε τά κε­νά στίς μυ­στη­ρι­ώ­δεις ἱ­στο­ρί­ες. Τε­λι­κά, μπο­ρεῖ αὐ­τή ἡ ἱ­στο­ρί­α νά μᾶς δεί­χνει πώς δέν ὑ­πάρ­χει πραγ­μα­τι­κός δι­α­χω­ρι­σμός ἀ­νά­με­σα στήν λο­γο­τε­χνί­α καί τίς κα­λύ­τε­ρες ἀγ­γε­λί­ες πού ἔ­χου­με δεῖ δη­μο­σι­ευ­μέ­νες, κι ἄν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος, οὔ­τε ἀ­με­τα­κί­νη­τος εἶ­ναι οὔ­τε ὁ­ρι­στι­κός. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πη­γή ἔμ­πνευ­σης κά­ποι­ου λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τος θά μπο­ροῦ­σε νά βρί­σκε­ται ἀ­κρι­βῶς μπρο­στά στά μά­τια μας, χω­ρίς κάν νά τό γνω­ρί­ζου­με.

 

(1) Μιά τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­νά­γνω­ση τῆς ἱ­­στο­ρί­ας πρός τήν ἀν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση, μπο­ρεῖ νά δι­α­βά­σει κα­νείς στό πε­ζό τῆς Ἡ­ρῶς Νι­κο­πού­λου «Τὰ δῶ­ρα». [Σ.τ.Ἐ.]

Μιά πο­λύ ση­μαν­τι­κή ἔ­ρευ­να γιά τήν ἀ­λή­θεια τῆς ἱ­στο­ρί­ας, μπο­ρεῖ κα­νείς νά δι­α­βά­σει στήν ἱ­στο­σε­λί­δα Quo­te In­ve­sti­ga­tor:

https://quoteinvestigator.com/2013/01/28/baby-shoes/

(ἐδῶ με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸν Γιῶρ­γο Θε­ο­χά­ρη:

https://dimartblog.com/2015/05/31/for-sale-baby-shoes-never-worn/)

[Σ.τ.Ἐ.]

* * *

Ὁ Χέμινγουαίη καὶ ἡ παρέα του

στὸ CAFE du DOME, Παρίσι.

Ἔργο τοῦ ζωγράφου Fernando Vicente Sánchez (γ. Μαδρίτη, 1963)

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: Culturacolectiva.com, στὶς 26.10.2017:

https://culturacolectiva.com/books/ernest-hemingway-short-story

Ἀν­τρέ­α Με­χί­α (Andrea Mejía): Με­ξι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, με­τα­φρά­στρια καί φοι­τή­τρια MSc Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς στό Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου. Πτυ­χι­οῦ­χος Ἀγ­γλι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας μέ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στή με­τά­φρα­ση ἀ­πό τό Ἐ­θνι­κό Αὐ­τό­νο­μο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Με­ξι­κοῦ (UNAM). Ἡ δι­α­τρι­βή της ἐ­πι­κεν­τρώ­θη­κε στόν ρό­λο τῶν γυ­ναι­κῶν ὡς «ὀρ­γα­νι­κῶν καλ­λι­τε­χνῶν» στά δι­η­γή­μα­τα τῆς Anaïs Nin. Ἔ­χει εἰ­δι­κευ­τεῖ στή συγ­γρα­φή καί τήν ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α γιά ψη­φια­κά μέ­σα, ὅ­πως τό Cultura Colectiva καί τό Google Arts & Culture.

Βλ.: https://blogs.ed.ac.uk/digitalhumanities2020/authors/

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρω­τή­μα­τα σέ ἀ­νάλ­γη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰκόνα 1: Ὑπερηχογράφημα ἐμβρύου. Εἰκαστικὸ ἔργο τῆς Laura Steerman. Ἱστοσελίδα: Quaintbaby. Ultrasound Art.

Εἰ­κό­να2: Ἔργο τοῦ ζωγράφου Fernando Vicente Sánchez (γ. Μαδρίτη, 1963).