Μιχαήλα Πλιαπλιά: Ρι­νό­κε­ρως


plialiamixaila-rinokeros-eikonaalbrecht-durer-the_rhinoceros


Μιχαήλα Πλιαπλιά

 

Ρι­νό­κε­ρως


01-EpsilonΙΧΕ ΠΑΝΩ ΤΟΥ ὁ­λό­κλη­ρη συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ ἀ­δι­ά­τρη­τα κε­λύ­φη, τῶν ὁ­ποί­ων οὐ­δέ­πο­τε ἔ­νι­ω­σε τὸ βά­ρος, φο­λί­δες ποὺ κά­λυ­πταν τὰ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὰ κον­τά του πό­δια, ἀν­θε­κτι­κὲς ὁ­πλές, ἕ­να ἄ­καμ­πτο κέ­ρα­το χα­μη­λὰ στὸ ρύγ­χος του, καὶ ἕ­να ἄλ­λο ἀ­τρο­φι­κό, μὰ καὶ ὕ­που­λο ποὺ κο­σμοῦ­σε τὴ ρά­χη του. Αὐ­τὸ τὸ ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο κτῆ­νος θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ σκο­τώ­σει ἀ­πὸ λά­θος, καὶ ἦ­ταν τό­σο τέ­λει­ο ἐ­πει­δὴ ἀ­κρι­βῶς δὲν ὑ­πῆρ­χε. Ὁ Ντύ­ρερ δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τέ του πραγ­μα­τι­κὸ ρι­νό­κε­ρω, καὶ γιὰ νὰ τὸν σχε­διά­σει, βα­σί­σθη­κε μο­να­χὰ σ’ ἕ­να πρό­χει­ρο σκί­τσο καὶ μιὰ γρα­πτὴ συ­νο­δευ­τι­κὴ πε­ρι­γρα­φὴ σταλ­μέ­να στὴ Νυ­ρεμ­βέρ­γη, πι­θα­νό­τα­τα ἀ­πὸ κά­ποι­ον Γερ­μα­νὸ τυ­πο­γρά­φο. Τὰ στοι­χεῖ­α ποὺ εἶ­χε λοι­πόν, μπο­ροῦ­σαν νὰ τὸν πλη­ρο­φο­ρή­σουν κυ­ρί­ως γιὰ τὶς ἀ­να­λο­γί­ες καὶ τὸ βα­σι­κὸ σχῆ­μα τοῦ ζώ­ου, τὰ ὁ­ποῖ­α καὶ ἀ­να­πα­ρά­στη­σε πι­στά, ὄ­χι ὅ­μως καὶ τὸ ἀ­κρι­βὲς πα­ρου­σι­α­στι­κό του. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι χρει­ά­στη­κε σὲ με­γά­λο πο­σο­στὸ νὰ τὸ ἐ­πι­νο­ή­σει, στά­θη­κε μί­α εὐ­τυ­χὴς συγ­κυ­ρί­α γιὰ τὸ μα­κά­ριο ζῶ­ο ποὺ προι­κο­δο­τή­θη­κε μὲ ἕ­να πλῆ­θος νέ­ων φαν­τα­στι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ἕ­ως ὅ­του θε­ω­ρη­θεῖ ἄρ­τιο ἀ­πὸ τὸν, δί­χως ἄλ­λο, εὐ­σπλα­χνι­κὸ καὶ πο­λυ­μή­χα­νο δη­μι­ουρ­γό του. Ἔ­τσι ἕ­να ἐ­νυ­πό­στα­το ὂν ἐν­δυ­ό­με­νο ἀ­νυ­πό­στα­τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ με­τα­τρέ­πε­ται σὲ ὑ­βρί­διο τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ τῆς φαν­τα­σί­ας καὶ κα­τα­λή­γει νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει μέ­σῳ τῆς πλη­ρό­τη­τάς του τὴν θε­ω­ρί­α πε­ρὶ τῆς ἀ­νε­πάρ­κειας αὐ­τοῦ του κό­σμου.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 


Μιχαήλα Πλιαπλιά (Κα­βά­λα, 1980). Σπού­δα­σε Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στη­μια­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς τῆς Βε­νε­τί­ας  IUAV, στὸ Τε­χνο­λο­γι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ντὲλφτ TU Delft καὶ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος σπου­δῶν τῆς Ἀ­νώ­τα­της Σχο­λῆς Κα­λῶν Τε­χνῶν «Ψη­φια­κὲς Μορ­φὲς Τέ­χνης». Ἔρ­γα της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ σὲ ἐκ­θέ­σεις τέ­χνης καὶ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ὅ­πως στo «Learning from Cities» (10η Μπι­ε­νά­λε Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς τῆς Βε­νε­τί­ας, 2006, Βε­νε­τί­α / Μα­κε­δο­νι­κὸ Μου­σεῖ­ο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης, 2007, Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἀ­πο­τε­λεῖ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ δι­κτύ­ου καλ­λι­τε­χνώ­ν Res Ratio Network. Λο­γο­τε­χνι­κά της κεί­με­να καὶ δο­κί­μια ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.

Εἰκόνα: Ὁ «Ρινόκερως» τοῦ Ἄλμπρεχτ Ντύρερ (1515).



		

	

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Πλύ­ση σὲ ὑ­ψη­λὴ θερ­μο­κρα­σί­α


espadamanuel-plysiseypsilithermokrasia-eikona-01


Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada)


Πλύ­ση σὲ ὑ­ψη­λὴ θερ­μο­κρα­σί­α


03-PiΑΝΤΑ μοῦ ἔ­πλε­νες τὰ ροῦ­χα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μὲ ἐγ­κα­τέ­λει­ψες ἔ­πρε­πε νὰ μά­θω νὰ κά­νω τὴ μπου­γά­δα. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα ἕ­να πρό­γραμ­μα ὑ­ψη­λῆς θερ­μο­κρα­σί­ας, καὶ τὰ παν­τε­λό­νια καὶ τὰ που­λό­βερ μου μά­ζευ­αν, τό­σο ποὺ ἔ­μοια­ζαν μω­ροῦ. Μιὰ μέ­ρα ξέ­χα­σα ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν πε­νήν­τα εὐ­ρώ. Με­τὰ τὸ στύ­ψι­μο με­τα­τρά­πη­κε σὲ ἕ­να τῶν πέν­τε. Τὴ μέ­ρα ποὺ ἄ­φη­σα τὸ κι­νη­τὸ μά­ζε­ψα μιὰ συ­σκευ­ὴ μι­κρο­σκο­πι­κή, με­γέ­θους ἑ­νὸς με­γά­λου δα­χτύ­λου. Ἄλ­λη φο­ρὰ τὸ πλυν­τή­ριο με­τέ­τρε­ψε μί­α κα­νο­νι­κὴ μπά­λα πο­δο­σφαί­ρου σὲ ἕ­ναν ἀ­σή­μαν­το βῶ­λο. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ βά­λω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Πῆ­ρα στὴν τύ­χη ἕ­να ἀ­πὸ τὸ ρά­φι: Τζου­ρά­σικ Πάρκ τοῦ Μά­ι­κλ Κρά­ι­τον. Με­τὰ τὴν πλύ­ση βγῆ­κε τὸ δι­ή­γη­μα μὲ τὸν δει­νό­σαυ­ρο τοῦ Μον­τε­ρό­σο. Σή­με­ρα μπῆ­κα ἐ­γὼ στὸ πλυν­τή­ριο. Σοῦ γρά­φω αὐ­τὸ τὸ ση­μεί­ω­μα μὲ τὴν καρ­διὰ μα­ζε­μέ­νη. Του­λά­χι­στον ξε­πέ­ρα­σα τὸ χω­ρι­σμό μας.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Manuel Espada, Per­so­na­jes se­cun­da­ri­os [Δευ­τε­ρεύ­ον­τες ρό­λοι], ἐκ­δό­σεις me­no­scu­ar­to, 2015.

Μα­νου­ὲλ ­σπά­δα (ManuelEspada) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (El desguace, 2007 καὶ Fuera de temario, 2010). Τὸ Zoom (Ἐκ­δό­σεις Parentesis, 2011) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸ εἶ­δος ἤ­δη δε­κα­τρί­α χρό­νια πρὶν στὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Radio 3, «El ojo de ya ve», κι ἔ­χει κερ­δί­σει πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ γρά­φει τὸ blog La espada oxidada

(www.manuespada.-blogspot.com). Βλ. περισσότερα ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της ἰ­σπα­νό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ e-poema, Ποι­εῖν καὶ Τὸ Δέν­τρο. Γιὰ τὸ ἰ­στο­λό­γιό μας, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα καὶ με­τά­φρα­σε δι­η­γή­μα­τα τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Κὶμ Μουν­ζό.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Μι­κρο­c­u­e­n­to ἢ miniδιήγημα


palaiologoskonstantinos-mikrocuentoiminidiigima-eikona-01


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Μι­κρο­c­u­e­n­to ἢ miniδιήγημα


06-sΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ὀ­νο­μά­ζε­ται μι­κρο­δι­ή­γη­μα, ἀλ­λὰ καὶ ὑ­πέρ­μι­κρο δι­ή­γη­μα, ὑ­πέρ­βρα­χυ δι­ή­γη­μα, μι­κρο­α­φή­γη­μα, ἱ­στο­ρί­α μπον­ζά­ι κ.λπ. Στὰ ἰ­σπα­νι­κά, ἀ­νά­λο­γα, οἱ προ­τει­νό­με­νες ὀ­νο­μα­σί­ες εἶ­ναι καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση πολ­λές: mi­ni­cu­en­to, minir­rela­to, micror­rela­to, nano­cu­ento, re­la­to mí­ni­mo, tex­tí­cu­lo, cu­e­ntí­ni­mo κ.λπ. Ὅ­λοι αὐ­τοὶ οἱ ὄ­ροι προ­σπα­θοῦν νὰ ὁ­ρί­σουν ὄ­χι τό­σο τὴ μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ σύν­το­μου (μὲ βά­ση τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν λέ­ξε­ων) καὶ τοῦ φευ­γα­λέ­ου (μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ ἀ­φή­νει ἡ ἀ­νά­γνω­ση ἑ­νὸς τέ­τοι­ου κει­μέ­νου), ὅ­σο τὴν πε­ζο­γρα­φί­α τῆς ἀ­φαί­ρε­σης, τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, δη­λα­δή, ποὺ ζη­τᾶ, σχε­δὸν ἀ­παι­τεῖ, ἀ­πὸ τὸν ἀ­να­γνώ­στη τὴν ἐ­νερ­γὴ συμ­με­το­χή του, ὥ­στε οὐ­σι­α­στι­κὰ νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ θὰ πλά­σει τὸ δι­κό του ἀ­φή­γη­μα παίρ­νον­τας ὡς ἀ­φορ­μὴ τὴ στοι­χει­ώ­δη ἱ­στο­ρί­α ποὺ τοῦ προ­σφέ­ρει ἡ ἱ­στο­ρί­α μπον­ζά­ι.

        Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να σχε­τι­κὰ νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος (τὸ τέ­ταρ­το ἀ­φη­γη­μα­τι­κό, με­τὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, τὴ νου­βέ­λα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα) τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἔ­χει κλεί­σει ἀ­κό­μα κα­λὰ-κα­λὰ τρεῖς δε­κα­ε­τί­ες ζω­ῆς, ἡ μι­κρὴ σὲ ἔ­κτα­ση ἀ­φή­γη­ση, ὅ­μως, ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν, δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ φροῦ­το τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Μὲ μυ­θο­πλα­στι­κὸ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως δι­δα­κτι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα μᾶς εἶ­ναι γνω­στὴ ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Ἡ­σί­ο­δου καὶ τοῦ Αἰ­σώ­που γιὰ νὰ πε­ρά­σου­με, στὴ συ­νέ­χεια, στὸν Ἀ­πολ­λό­δω­ρο, τὰ πα­ρα­μύ­θια τῆς Ἀ­να­το­λῆς, τοὺς ἀρ­χαί­ους πα­ρα­δο­ξο­γρά­φους (Ἀ­πολ­λώ­νιο, Ἀν­τί­γο­νο κ.ἄ.), τοὺς λα­τί­νους συγ­γρα­φεῖς (Κι­κέ­ρω­να, Πε­τρώ­νιο κ.λπ.), τὸν Πλού­ταρ­χο, ἀρ­γό­τε­ρα τὸν Βο­κά­κιο, τὰ με­σαι­ω­νι­κὰ ἀ­σκη­τι­κὰ καὶ ἁ­γι­ο­λο­γι­κὰ κεί­με­να κ.λπ. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα του 19ου αἰ­ώ­να, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα πιὸ ἔν­το­να ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, συ­ναν­τοῦ­με δείγ­μα­τα ὑ­περ­σύν­το­μης λο­γο­τε­χνί­ας στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ πολ­λῶν χω­ρῶν (κυ­ρί­ως ἰ­σπα­νό­φω­νων, γαλ­λό­φω­νων καὶ ἀγ­γλό­φω­νων) μὲ κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοὺς Ἔν­τγκαρ Ἄ­λαν Πό­ε, Χά­ου­αρντ Λάβ­κρα­φτ, Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, Βι­σέν­τε Οὐ­ϊ­δόμ­προ, Ραμ­πιν­τρα­νὰθ Ταγ­κόρ, Ζε­ρὰρ ντὲ Νερ­βὰλ κ.ἄ.

        Προ­ϊ­όν­τος τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ἡ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση ἐμ­πλου­τί­ζε­ται μὲ τὴ συ­νει­σφο­ρὰ με­γά­λων ὀ­νο­μά­των τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς καὶ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἠ­πεί­ρου: ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ ἐ­ξέ­χον­τες συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Ἄν­τον Τσέ­χοφ, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα, ὁ Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπίρς, ὁ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, ὁ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, ὁ Τζὸν Ἀπ­ντά­ικ, ὁ Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα ἢ ὁ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες.

        Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ συγ­κε­κρι­μέ­να τὴν ἰ­σπα­νό­γρα­φη μι­κρο­α­φή­γη­ση μὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­λο­δο­ξί­ες, αὐ­τὴ ἐμ­φα­νί­ζε­ται πε­ρὶ τὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καί, ἀ­κό­μα πιὸ δυ­να­μι­κά, στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, συμ­πί­πτον­τας μὲ τὸ ἀ­πό­γει­ο τοῦ ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου Συμ­βο­λι­σμοῦ (Mo­der­ni­smo hi­spa­no­a­me­ri­ca­no). Ἀ­νά­με­σα στοὺς πο­λὺ ση­μαν­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὸ εἶ­δος ξε­χω­ρί­ζου­με τὸν Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο ἀ­πὸ τὴ Νι­κα­ρά­γου­α (τὸ 1888 ἐκ­δί­δει τὸ Azul, τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει βρα­χέ­α ἀ­φη­γή­μα­τα), τὸν Χο­σὲ Ἀν­τό­νιο Ρά­μος Σοῦ­κρε ἀ­πὸ τὴ Βε­νε­ζου­έ­λα καὶ τὸν Χι­λια­νὸ Βι­σέν­τε Οὐ­ϊ­δόμ­προ. Στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ὅ­πως ση­μει­ώ­σα­με καὶ προ­η­γου­μέ­νως, ἡ ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­α­φή­γη­ση γνω­ρί­ζει ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἄν­θι­ση, κυ­ρί­ως στὴν Ἰσπα­νί­α, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὸ Με­ξι­κό: Λε­ο­πόλ­δο Λου­γό­νες, Ἀλ­φόν­σο Ρέ­γες, Χου­ὰν Ρα­μὸν Χι­μέ­νεθ (βρα­βεῖ­ο Νομ­πὲλ Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 1956), Χού­λιο Τό­ρι, Ρα­μὸν Γκό­μεθ δὲ λὰ Σέρ­να, Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο, Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, Ἐ­δουά­ρδο Γκα­λε­ά­νο κα­θὼς καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι δί­νουν στὸ εἶ­δος τέ­τοι­α ὤ­θη­ση, ὥ­στε μπο­ροῦ­με νὰ ἰ­σχυ­ρι­στοῦ­με βά­σι­μα ὅ­τι ἄλ­λα­ξαν τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης παγ­κο­σμί­ως.

        Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980 καὶ ἐν­τεῦ­θεν, ὅ­ταν πλέ­ον κα­θι­ε­ρώ­νον­ται οἱ ὄ­ροι microrrelato καὶ minicuento (ἀ­πο­δό­σεις τοῦ ἀγ­γλι­κοῦ short short story), ἡ πα­ρα­γω­γὴ καὶ ἡ δη­μο­τι­κό­τη­τα τοῦ σύν­το­μου ἀ­φη­γή­μα­τος ἐ­κτο­ξεύ­θη­κε, παγ­κο­σμί­ως, σὲ ἐ­πί­πε­δα ποὺ κα­νεὶς δὲν φαν­τα­ζό­ταν μέ­χρι τό­τε. Φυ­σι­κά, στὴν ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἄν­θι­ση τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος ἔ­παι­ξαν κα­τα­λυ­τι­κὸ ρό­λο καὶ οἱ νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες οἱ ὁ­ποῖ­ες, τό­σο σὲ ἐ­πί­πε­δο πα­ρα­γω­γῆς ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­πί­πε­δο δι­ά­χυ­σης, ἐ­ξα­σφα­λί­ζουν τα­χεί­α δι­ά­δο­ση καὶ εὐ­ρεί­α ἀ­να­γνω­σι­μό­τη­τα. Εἶ­ναι ἑ­κα­τον­τά­δες οἱ δι­α­δι­κτυα­κὲς το­πο­θε­σί­ες ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ δί­νουν βῆ­μα τό­σο σὲ νέ­ους καὶ ἄ­γνω­στους συγ­γρα­φεῖς (στὴν πλει­ο­νό­τη­τα τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων) ὅ­σο καὶ σὲ κα­τα­ξι­ω­μέ­νους πε­ζο­γρά­φους, ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­τάς τους ταυ­τό­χρο­να πλα­τύ­τα­το κοι­νό. Δὲν λεί­πουν οἱ πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ ἡ δι­ά­χυ­ση αὐ­τοῦ του εἴ­δους λο­γο­τε­χνί­ας γί­νε­ται μέ­σω twitter ἢ SMS, ἐ­νῶ ἕ­να πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ μέ­ρος αὐ­τῆς τῆς πα­ρα­γω­γῆς δὲν ἐκ­δί­δε­ται τε­λι­κὰ σὲ κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­δο­σια­κὲς ἔν­τυ­πες μορ­φὲς ἔκ­δο­σης (βι­βλί­ο, πε­ρι­ο­δι­κό, ἐ­φη­με­ρί­δα κ.λπ.).

        Ποι­ά εἶ­ναι ὅ­μως τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος; Ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, τὸ πρῶ­το ἀ­πὸ αὐ­τά. Βέ­βαι­α δὲν ὑ­πάρ­χει συμ­φω­νί­α γιὰ τὸν ἀ­νώ­τα­το ἀ­ριθ­μὸ λέ­ξε­ων: Ἑ­κα­τό; Δι­α­κό­σι­ες; Πεν­τα­κό­σι­ες; Μιὰ σε­λί­δα; Δύ­ο; Με­ρι­κὲς γραμ­μὲς μό­νο; Τὸ ὅ­ριο εἶ­ναι συ­ζη­τή­σι­μο, ἄλ­λω­στε τὸ ση­μαν­τι­κὸ σὲ ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα δὲν εἶ­ναι τό­σο τὸ νὰ πε­ρι­έ­χει λί­γες λέ­ξεις, ὅ­σο τὸ νὰ μὴν ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρες λέ­ξεις ἀ­πὸ ὅ­σες χρει­ά­ζον­ται.

         Τὸ δεύ­τε­ρο ση­μαν­τι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα, δη­λα­δή, ὅ­σο μι­κρὴ καὶ ἂν εἶ­ναι ἡ ἔ­κτα­σή του εἶ­ναι προ­ο­ρι­σμέ­νο νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ μιὰ ἱ­στο­ρί­α καὶ πρέ­πει νὰ τὴν ἀ­φη­γη­θεῖ μὲ ἔν­τα­ση, ἀ­φοῦ (ἀν­τί­θε­τα μὲ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα) στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γιὰ «φλυ­α­ρί­ες». Συ­νε­πῶς ἔ­χει πλο­κὴ (ἀλ­λὰ ὄ­χι πε­ρί­πλο­κη), συγ­κε­κρι­μέ­νο χῶ­ρο στὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ἡ ἀ­φή­γη­ση (ἀλ­λὰ μὲ ἐ­λά­χι­στες ἢ κα­θό­λου πε­ρι­γρα­φὲς) καὶ χα­ρα­κτῆ­ρες (ἀλ­λὰ μὲ μη­δα­μι­νὴ ἀ­να­φο­ρὰ στὰ φυ­σι­κὰ ἢ ψυ­χο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους).

         Τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι, κα­θὼς προ­εί­πα­με, ἡ ἀ­φαί­ρε­ση (ἤ, ἀλ­λι­ῶς, ἡ ἔλ­λει­ψη, ἡ βρα­χυ­λο­γί­α), ἄλ­λω­στε, ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὁ ση­μαν­τι­κὸς ἰ­σπα­νὸς μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρά­φος Χουὰν Πέ­δρο Ἀ­πα­ρί­θιο: «αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ κεί­με­νο ἔ­χει με­γα­λύ­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται». Μὲ ἄλ­λα λό­για, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα δὲν ὑ­φί­στα­ται δί­χως τὴν ἐ­νερ­γὸ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρέ­πει, κα­τα­φεύ­γον­τας στὶς γνώ­σεις καὶ τὴ φαν­τα­σί­α του, νὰ «ἐ­φεύ­ρει» αὐ­τὸ ποὺ δὲν εἶ­ναι ἐμ­φα­νές: ἀ­πὸ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν ἡ­ρώ­ων ἢ τοῦ το­πί­ου ἐν­τὸς τοῦ ὁ­ποί­ου ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται ἡ δρά­ση μέ­χρι τὸ ἴ­διο τὸ τέ­λος (τὸ ὁ­ποῖ­ο στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα πα­ρα­μέ­νει ἐν­τε­λῶς ἀ­νοι­κτό).

        Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει συγ­κρι­θεῖ, πα­ρο­μοια­σθεῖ ἢ καὶ ταυ­τι­στεῖ, ἀ­πὸ πλευ­ρᾶς κρι­τι­κῶν ἀλ­λὰ καὶ ἀ­να­γνω­στι­κοῦ κοι­νοῦ, μὲ ἄλ­λες μορ­φὲς σύν­το­μης ἔκ­φρα­σης τό­σο ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας: σύν­το­μες ποι­η­τι­κὲς συν­θέ­σεις (π.χ. χα­ϊ­κού, ποί­η­ση σὲ πε­ζὸ λό­γο κ.λπ.), ἀ­φο­ρι­σμούς, πα­ρα­βο­λές, μύ­θους κ.ἄ. ὅ­σο καὶ ἐ­κτὸς λο­γο­τε­χνί­ας: ἀ­νέκ­δο­τα, γκρά­φι­τι, δι­α­φη­μι­στι­κὰ σπότ, ἄρ­θρα στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ Τύ­πο κ.ἄ. Σὲ αὐ­τὴν τὴ «σύγ­χυ­ση» συ­νέ­τει­ναν, σκο­πί­μως ἢ ἄ­θε­λά τους, συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Μπόρ­χες μὲ τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμούς του ἢ ἡ συμ­πα­τρι­ώ­τισ­σά του Κλά­ρα Ὀμ­πλι­γά­δο, ἡ ὁ­ποί­α το­νί­ζει κα­τὰ τρό­πο ἐμ­φα­τι­κὸ τὴν πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει αὐ­τὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, τὴν εὐ­χέ­ρεια, δη­λα­δή, μὲ τὴν ὁ­ποί­α οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἀ­πὸ ἄλ­λα εἴ­δη κει­μέ­νων, ὑ­πο­νο­μεύ­ον­τας ἀ­κό­μα καὶ τὶς κα­θι­ε­ρω­μέ­νες τυ­πο­γρα­φι­κὲς συμ­βά­σεις, καὶ προ­σαρ­μό­ζει τὰ πάν­τα στὰ μέ­τρα του: «[Τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα] δι­α­τρέ­χουν ὅ­λα τὰ εἴ­δη, ὅ­λες τὶς τε­χνι­κές: στη­ρί­ζον­ται σὲ ἄλ­λα κεί­με­να, ὑ­φαί­νουν δε­σμοὺς μὲ ἄλ­λες μορ­φὲς κει­μέ­νων: εἶ­ναι παι­χνί­δι, ποί­η­μα, ἀ­πό­φθεγ­μα, πα­ρα­μύ­θι μὲ ζῶ­α, ἀ­νέκ­δο­το, μυ­θι­στό­ρη­μα, μύ­θος, μέ­χρι καὶ μι­κρὴ ἀγ­γε­λί­α.» Ἀν­τί­θε­τα, ὁ πε­ρου­βια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας Φερ­νάν­το Ἰ­γου­α­σά­κι ἀ­πορ­ρί­πτει κα­θέ­τως τὴν οἱ­αν­δή­πο­τε σχέ­ση τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος μὲ ὅ­λα τα προ­α­να­φερ­θέν­τα εἴ­δη κει­μέ­νων: «Ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει ὡς στό­χο νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, ὡς ἐκ τού­του, μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει πλο­κή, ἀ­τμό­σφαι­ρα, χα­ρα­κτῆ­ρες. Αὐ­τὰ ὅ­μως ποὺ σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δὲν συ­νά­δουν μὲ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι οἱ μα­κρο­σκε­λεῖς ἀ­φο­ρι­σμοί, τὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζὸ λό­γο, τὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­νέκ­δο­τα καὶ οἱ ἀμ­πε­λο­φι­λο­σο­φί­ες.»

        Στὶς μέ­ρες μας, ὅ­πως το­νί­σα­με προ­η­γου­μέ­νως, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, δη­λα­δή, τῆς βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης γνω­ρί­ζει ἐκ­πλη­κτι­κὴ δι­ά­δο­ση: ἐκ­δί­δον­ται ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, δι­ορ­γα­νώ­νον­ται δι­ε­θνεῖς δι­α­γω­νι­σμοὶ (μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μη συμ­με­το­χὴ συγ­γρα­φέ­ων), πραγ­μα­το­ποι­οῦν­ται συ­νέ­δρια, θε­σπί­ζον­ται βρα­βεῖ­α, γρά­φον­ται δι­δα­κτο­ρι­κὲς δι­α­τρι­βές, ἔ­χει στη­θεῖ ἐν ὀ­λί­γοις μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη «βι­ο­μη­χα­νί­α» γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος. Ἐν­δει­κτι­κή των μα­ζι­κῶν δι­α­στά­σε­ων ποὺ ἔ­χει λά­βει ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι ἡ πα­ρα­κά­τω πλη­ρο­φο­ρί­α: τὸ 2015, στὸ VI Δι­ε­θνῆ Δι­α­γω­νι­σμὸ Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Museo de la Palabra ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ ἰ­σπα­νι­κὸ Ἵ­δρυ­μα César Egido Serrano δι­α­γω­νί­στη­καν 35.609 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­πὸ 149 χῶ­ρες!

        Ὅ­πως εἶ­ναι λο­γι­κό, αὐ­τὴ ἡ μα­ζι­κό­τη­τα δὲν προ­ά­γει (πάν­τα) τὴν ποι­ό­τη­τα, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις ὑ­πε­ρι­σχύ­ει, κα­τὰ τρό­πο πα­ρα­πλα­νη­τι­κό, ἡ ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ συγ­γρα­φὴ ἑ­νὸς μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι ἔρ­γο εὔ­κο­λο καὶ ἁ­πλο­ϊ­κό, δί­χως ἰ­δι­αί­τε­ρες ἀ­παι­τή­σεις, στὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­δο­θεῖ ὁ κα­θέ­νας. Τὴν ἀ­πα­τη­λὴ αὐ­τὴ ἀν­τί­λη­ψη προ­σπα­θεῖ νὰ κα­ταρ­ρί­ψει μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κὲς θε­ω­ρη­τι­κοὺς τῆς σύγ­χρο­νης ἰ­σπα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ Ἰ­ρέ­νε Ἄν­τρες-Σουά­ρεθ, το­νί­ζον­τας ὅ­τι: «σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ἰ­δι­α­ζόν­τως δύ­σκο­λο, τό­σο ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νο καὶ ἀ­παι­τη­τι­κὸ ὅ­σο καὶ ἡ ποί­η­ση, ἀ­φοῦ καὶ τὰ δύ­ο εἴ­δη χτί­ζον­ται μὲ ἀ­κρί­βεια χι­λι­ο­στοῦ καὶ φι­λο­δο­ξοῦν στὸ ἀ­κραῖ­ο ξε­γύ­μνω­μα καὶ στὴν οὐ­σι­α­στι­κὴ χρή­ση τῆς γλώσ­σας.» Αὐ­τὰ ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι τὰ στοι­χή­μα­τα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 21οῦ αἰ­ώ­να: νὰ κα­τα­ξι­ω­θεῖ στὴ συ­νεί­δη­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν ὡς αὐ­τό­νο­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος καὶ νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πὸ τὴν ἤ­ρα τῆς μα­ζι­κο­ποι­η­μέ­νης πα­ρα­γω­γῆς. Αὐ­τὸ τὸ δεύ­τε­ρο δὲν φαν­τά­ζει κα­θό­λου εὔ­κο­λο…

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


 

Κέϊτ Σοπέν (Kate Chopin): Ὁ τυφλός

chopinkate-otyflos-eikona-01


Κέ­ϊτ Σο­πέν (Kate Chopin)


τυ­φλός

(The blind man)


04-omikron ΑΝΤΡΑΣ ΜΕ ΤΟ ΜΙΚΡΟ κόκ­κι­νο κου­τὶ στὸ χέ­ρι κα­τη­φό­ρι­σε ἀρ­γὰ τὸν δρό­μο. Τὸ πα­λιὸ ψά­θι­νο κα­πέ­λο του καὶ τὰ ξε­θω­ρι­α­σμέ­να ροῦ­χα του ἔ­μοια­ζαν μου­σκε­μέ­να ἀ­π’ τὴ βρο­χὴ ἀλ­λε­πάλ­λη­λες φο­ρὲς καὶ στε­γνω­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο ἄλ­λες τό­σες. Δὲν ἦ­ταν γέ­ρος, ἀλ­λὰ ἔ­δει­χνε ἀ­δύ­να­μος· καὶ περ­πα­τοῦ­σε μὲς στὸν ἥ­λιο, πά­νω στὸ ἀ­σφαλ­το­στρω­μέ­νο πε­ζο­δρό­μιο ποὺ τσου­ρού­φλι­ζε τὰ πό­δια του. Ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι προ­τι­μοῦ­σαν τὴν ἀ­πέ­ναν­τι πλευ­ρὰ τοῦ δρό­μου, κα­θὼς περ­πα­τοῦ­σαν εὐ­χά­ρι­στα κά­τω ἀ­π’ τὸν πλού­σιο ἴ­σκιο τῶν δέν­τρων ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ἐ­κεῖ. Ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε για­τί ἦ­ταν τυ­φλός, καὶ ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­νό­η­τος.

           Τὸ κόκ­κι­νο κου­τὶ πε­ρι­εῖ­χε μο­λύ­βια ποὺ πά­σχι­ζε νὰ που­λή­σει. Δὲν κρα­τοῦ­σε μπα­στού­νι, ἀλ­λὰ κα­θο­δη­γοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του σέρ­νον­τας πό­τε τὸ πό­δι του πά­νω στὶς πέ­τρι­νες πλά­κες καὶ πό­τε τὸ χέ­ρι του πά­νω στὶς σι­δε­ρέ­νι­ες μπά­ρες. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ σκόν­τα­φτε στὰ σκα­λο­πά­τια κά­ποι­ου σπι­τιοῦ, τὰ ἀ­νέ­βαι­νε. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀ­φοῦ κα­τόρ­θω­νε νὰ φτά­σει στὴν πόρ­τα μὲ με­γά­λη δυ­σκο­λί­α, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὸ κου­δού­νι καὶ τό­τε κα­τέ­βαι­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ καὶ τρα­βοῦ­σε τὸν δρό­μο του. Κά­ποι­ες σι­δε­ρέ­νι­ες ἐ­ξώ­πορ­τες ἦ­ταν κλει­δω­μέ­νες, ἀ­φοῦ οἱ ἰ­δι­ο­κτῆ­τες τῶν σπι­τι­ῶν ἔ­λει­παν σὲ δι­α­κο­πές, καὶ κεῖ­νος ξό­δευ­ε πολ­λὴ ὥ­ρα πα­λεύ­ον­τας νὰ τὶς ἀ­νοί­ξει, κά­τι ποὺ δὲν εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α, κα­θὼς εἶ­χε ὅ­λο τὸν χρό­νο στὴ δι­ά­θε­σή του.

           Ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ κα­τόρ­θω­νε νὰ βρεῖ τὸ κου­δού­νι, ἀλ­λὰ ὅ­ποι­ος τύ­χαι­νε νὰ τοῦ ἀ­νοί­ξει —ἄν­τρας ἢ γυ­ναί­κα— δὲν χρει­α­ζό­ταν μο­λύ­βια, οὔ­τε καὶ κα­τά­φερ­νε νὰ τοὺς πα­ρα­κι­νή­σει ὥ­στε νὰ ἐ­νο­χλή­σουν τὴν κυ­ρί­α τοῦ σπι­τιοῦ γιὰ κά­τι τό­σο ἀ­σή­μαν­το.

           Ὁ ἄν­τρας περ­πα­τοῦ­σε πολ­λὴ ὥ­ρα καὶ εἶ­χε φτά­σει πο­λὺ μα­κριὰ δί­χως νὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ που­λή­σει τί­πο­τα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ὶ κά­ποι­ος ποὺ ἐ­πι­τέ­λους εἶ­χε βα­ρε­θεῖ νὰ τὸν βλέ­πει νὰ τρι­γυ­ρί­ζει ἄ­σκο­πα τὸν ἐ­φο­δί­α­σε μ’ αὐ­τὸ τὸ κου­τὶ μὲ τὰ μο­λύ­βια καὶ τὸν ἔ­στει­λε νὰ βγά­λει τὸ ψω­μί του. Τὸν βα­σά­νι­ζε ἡ πεί­να, ποὺ τοῦ τρυ­ποῦ­σε τὸ στο­μά­χι μὲ τὰ σου­βλε­ρὰ δόν­τια της, καὶ ἡ δί­ψα ποὺ τοῦ ξέ­ραι­νε τὸ στό­μα. Ὁ ἥ­λιος τὸν ἔ­ψη­νε. Φο­ροῦ­σε πά­ρα πολ­λὰ ροῦ­χα, γι­λέ­κο καὶ παλ­τὸ πά­νω ἀ­π’ τὸ που­κά­μι­σο. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ εἶ­χε βγά­λει καὶ νὰ τὰ κου­βα­λά­ει στὸ χέ­ρι ἢ νὰ τὰ πε­τά­ξει· ἀλ­λὰ οὔ­τε κὰν ποὺ τοῦ πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ κά­τι τέ­τοι­ο. Μιὰ κα­λὴ γυ­ναί­κα ποὺ τὸν εἶ­δε ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο κά­που ψη­λὰ τὸν λυ­πή­θη­κε κι εὐ­χή­θη­κε μέ­σα της νὰ δι­α­σχί­σει τὸν δρό­μο γιὰ νὰ πά­ει στὴ σκιά.

           Ὁ ἄν­τρας χώ­θη­κε σ’ ἕ­να στε­νὸ ὅ­που ἔ­παι­ζε μιὰ πα­ρέ­α ἐν­θου­σι­α­σμέ­νων παι­δι­ῶν κά­νον­τας φα­σα­ρί­α. Τὸ χρῶ­μα τοῦ κου­τιοῦ ποὺ κου­βα­λοῦ­σε τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή τους καὶ θέ­λη­σαν νὰ δοῦν τί πε­ρι­εῖ­χε. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ ἀ­πο­πει­ρά­θη­κε νὰ τοῦ τ’ ἁρ­πά­ξει. Αὐ­τός, ὅ­μως, προ­σπα­θών­τας ἐν­στι­κτω­δῶς νὰ προ­στα­τεύ­σει τὰ ὑ­πάρ­χον­τά του καὶ συ­νά­μα τὸ μο­να­δι­κὸ μέ­σο συν­τή­ρη­σής του, ἀν­τι­στά­θη­κε, ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς καὶ τὰ ἔ­βρι­σε. Κά­ποι­ος πε­ρα­στι­κὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός, βλέ­πον­τας πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ἡ αἰ­τί­α τῆς ἀ­να­τα­ρα­χῆς, τὸν τρά­βη­ξε ἀ­π’ τὸ κο­λά­ρο βί­αι­α· μό­λις, ὅ­μως, ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἦ­ταν τυ­φλός, σκέ­φτη­κε μὲ σύ­νε­ση κι ἀ­πέ­φυ­γε νὰ τὸν χτυ­πή­σει ἀ­πο­μα­κρύ­νον­τάς τον. Ἐ­κεῖ­νος συ­νέ­χι­σε νὰ περ­πα­τᾶ μὲς στὸν ἥ­λιο.

           Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἄ­σκο­πης πε­ρι­πλά­νη­σής του ἔ­στρι­ψε σ’ ἕ­ναν δρό­μο ὅ­που κι­νοῦν­ταν πά­νω κά­τω τε­ρα­τώ­δη τρὰμ μ’ ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ θό­ρυ­βο, κου­δου­νί­ζον­τας τὰ καμ­πα­νά­κια τους καὶ κά­νον­τας κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὸ ἔ­δα­φος νὰ τρέ­μει κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια του ἐ­ξαι­τί­ας τῆς τρο­με­ρῆς ὁρ­μῆς τους. Ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­σχί­ζει τὸν δρό­μο.

           Τό­τε συ­νέ­βη κά­τι – κά­τι τρο­με­ρὸ ποὺ ἔ­κα­νε τὶς γυ­ναῖ­κες νὰ λι­πο­θυ­μοῦν καὶ τοὺς πιὸ δυ­να­τοὺς ἀ­πὸ τοὺς ἄν­τρες ποὺ τὸ εἶ­δαν νὰ λι­πο­ψυ­χοῦν καὶ νὰ ζα­λί­ζον­ται. Τὰ χεί­λη τοῦ ὁ­δη­γοῦ ἦ­ταν γκρί­ζα ὅ­πως καὶ τὸ πρό­σω­πό του, γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια στα­χτογ­κρί­ζα κι αὐ­τὸς τραν­τα­ζό­ταν κι ἔ­τρε­με ἀ­πὸ τὴν ὑ­πε­ράν­θρω­πη προ­σπά­θεια ποὺ εἶ­χε κα­τα­βά­λει νὰ στα­μα­τή­σει τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ἄ­ρα­γε πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ τὰ πλή­θη τό­σο ξαφ­νι­κά, ἂν ὄ­χι διὰ μα­γεί­ας; Ἀ­γό­ρια ποὺ ἔ­τρε­χαν, γυ­ναῖ­κες καὶ ἄν­τρες συν­τε­τριμ­μέ­νοι πά­νω στὸ τι­μό­νι τους κοι­τοῦ­σαν τὴν ἀ­πο­τρό­παι­α θέ­α: για­τροὶ ποὺ ἔ­σπευ­δαν μὲ τ’ ἁ­μα­ξά­κια κα­θο­δη­γη­μέ­νοι, λές, ἀ­πὸ τὴ Θεί­α Πρό­νοι­α.

           Καὶ ὁ τρό­μος κο­ρυ­φώ­θη­κε ὅ­ταν ὁ κό­σμος ἀ­να­γνώ­ρι­σε στὴ νε­κρὴ κι ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νη φι­γού­ρα ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς πλου­σι­ό­τε­ρους, ἰ­σχυ­ρό­τε­ρους καὶ πιὸ χρή­σι­μους γιὰ τὴν κοι­νω­νί­α ἄν­τρες τῆς πό­λης,  ἄν­τρα ποὺ δι­α­κρι­νό­ταν γιὰ τὴ σύ­νε­ση καὶ τὴν προ­νο­η­τι­κό­τη­τά του. Δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ τοῦ εἶ­χε ἐ­πι­φυ­λά­ξει ἡ μοί­ρα ἕ­να τό­σο φρι­κτὸ τέ­λος. Ἔ­φευ­γε βι­α­στι­κὸς ἀ­πὸ τὴν ἐ­ται­ρί­α του, μιὰ καὶ εἶ­χε ἀρ­γή­σει, γιὰ νὰ βρε­θεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του, ποὺ ἐ­πρό­κει­το νὰ ξε­κι­νή­σει σὲ μιὰ δυ­ὸ ὧ­ρες γιὰ τὸ ἐ­ξο­χι­κό τους στὴν ἀ­κτὴ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ. Στὴ βι­α­σύ­νη του δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε τὸ αὐ­το­κί­νη­το ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση κι ἐ­πα­να­λή­φθη­κε τὸ σύ­νη­θες καὶ σπα­ρα­ξι­κάρ­διο συμ­βάν. Ὁ τυ­φλὸς δὲν ἤ­ξε­ρε τὴν αἰ­τί­α ὅ­λης αὐ­τῆς τῆς ἀ­να­στά­τω­σης. Εἶ­χε δι­α­σχί­σει τὸν δρό­μο καὶ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ, σκον­τά­φτον­τας μὲς στὸν ἥ­λιο, σέρ­νον­τας τὸ πό­δι του πά­νω στὶς πλά­κες τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Vogue στὶς 13 Μα­ΐ­ου 1897. Βλ. Ka­te Chopin, A Vo­ca­tion and a Voi­ce, Sto­ries (Pen­guin Clas­sics, 1991)

καὶ

http://www.flashfictiononline.com/fpublic0028-blind-man-kate-chopin.html

Κέ­ιτ Σο­πέν (Kate Chopin, (1850-1904) Τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα ἦ­ταν Katherine O’ Flaherty. Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας γαλ­λο­κα­να­δι­κῆς καὶ ἰρ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ ἐ­νη­λί­κους. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα της θε­ω­ροῦν­ται οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των της Bayou Folk (1894) καὶ A night in A­ca­die (1897) κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The A­wa­ke­ning (1899) – με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ους πρό­δρο­μος τῶν φε­μι­νι­στριῶν συγ­γρα­φέ­ων τοῦ 20ου αἰ­ώ­να. Γε­νι­κό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο της δί­νει ἔμ­φα­ση στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ στὸν δια­ρκῆ ἀ­γώ­να τους νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν τὴ δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα στὴν κοι­νω­νί­α τοῦ Νό­του τῶν ΗΠΑ στὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

Μιχαὴλ Βέσιμ (Михаил Вешим): Ἡ ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ


besimmichail-iepochitoutherismou-eikona-01


Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ (Михаил Вешим)


Ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ θε­ρι­σμοῦ

(По жътва)

[2004]


[Ὁ ἀ­να­γνώ­στης τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας θὰ κα­τα­νο­ή­σει κα­λύ­τε­ρα τὸ μπον­ζά­ι ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ, ἂν δι­α­βά­σει προ­η­γου­μέ­νως τὸ πα­σί­γνω­στο στὴν Βουλ­γα­ρί­α ὁ­μώ­νυ­μο πε­ζὸ (1904) τοῦ Ἐ­λὶν Πε­λὶν ποὺ δη­μο­σι­εύ­σα­με χθές. Γραμ­μέ­νο ἑ­κα­τὸ χρό­νια με­τὰ (2004) ἀ­πὸ τὸ πε­ζὸ τοῦ δι­ά­ση­μου συμ­πα­τρι­ώ­τη του, καὶ πά­νω στὸ χνά­ρι του, «Ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ θε­ρι­σμοῦ» τοῦ Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ ἔρ­χε­ται νὰ σα­τυ­ρί­σει τὰ ἤ­θη μιᾶς με­ρί­δας τῆς νε­ο­λαί­ας, δι­α­βρω­μέ­νης ἀ­πὸ τὴν μου­σι­κὴ ὑ­πο­κου­λτού­ρα τῆς Δύ­σης καὶ τὰ ναρ­κω­τι­κά, στὴν με­τα“κομ­μου­νι­στι­κὴ” κα­πι­τα­λι­στι­κὴ πιὰ Βουλ­γα­ρί­α. Σ.Τ.Ε.]


d-delta-somataΥΝΑΤΟ ΘΕΡΙΣΜΑ πέ­φτει μέ­σα στὰ κλὰμπ τοῦ φαρ­δύ­καμ­που τῆς Σό­φιας. Ἀ­πὸ ἄ­κρη σὲ ἄ­κρη, μέ­χρι ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι ἀν­θρώ­που, κου­νι­οῦν­ται χρυ­σὰ στά­χια κά­να­βης καὶ κου­ρα­σμέ­νοι ἐρ­γά­τες δι­α­κρί­νον­ται ἐ­κεῖ στὰ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα. Ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες ἕ­να φο­βε­ρὸ καύ­σω­να στὸ sound. Τὰ φω­τει­νὰ ἐ­φὲ λάμ­πουν ἄ­γρια καὶ ἀ­νε­λέ­η­τα, ἀλ­λὰ οἱ καυ­τές τους ἀ­κτί­νες δὲν δι­ώ­χνουν ἀ­πὸ τὰ χω­ρά­φια τοῦ κλὰμπ τοὺς ἐρ­γα­τι­κοὺς νέ­ους. Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­κού­ρα­στα θε­ρί­ζουν ἐ­κεῖ καὶ συγ­κεν­τρώ­νουν χρυ­σὰ δε­μά­τια ἰν­δι­κῆς κά­να­βης. Ἱ­δρώ­τας τρέ­χει ἀ­πὸ τὰ μέ­τω­πά τους, ἡ ψυ­χὴ μέ­νει χω­ρὶς δύ­να­μη, μὰ δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­παυ­λα. Πε­ρι­μέ­νει ἡ ὥ­ρι­μη κά­να­βη.

       Καὶ νά σ’ αὐ­τὴν τὴν σκλη­ρὴ ἐ­πο­χή, κά­τω ἀ­πὸ τὴν καυ­τὴ κό­λα­ση τῶν προ­βο­λέ­ων ἠ­χοῦν οἱ ρυθ­μοὶ τοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος «Με­τρό­πο­λη» καὶ ρέ­ουν σὲ techno-κύ­μα­τα μέ­χρι τὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν προ­σευ­χὴ εὐ­χα­ρι­στί­ας. Ση­κώ­νον­ται κά­που ἀ­πὸ τὴν γω­νί­α δυ­να­τοὶ κρό­τοι καὶ ντε­σιμ­πὲλ καὶ δυ­να­μω­μέ­νο μέ­σα ἀ­πὸ χι­λιά­δες βάτ, ὑ­ψώ­νε­ται ἕ­να τρα­γού­δι νέ­ο, ἀ­νέ­με­λο, φαρ­δὺ-πλα­τὺ σὰν τὸν κάμ­πο, ἱ­ε­ρὸ σὰν τὸν ἔ­ρω­τα.

       Ὁ Ντὶ Τζέ­ι Νι­κό­λα Ἔ­ϊ ἀ­φή­νει τὸ βα­ρὺ δε­μά­τι κά­να­βης καὶ γιὰ κάμ­πο­ση ὥ­ρα ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν θέ­ση του. Ὕ­στε­ρα χα­μο­γε­λα­στὸς πα­ρα­τη­ρεῖ τὴν γριά του μη­τέ­ρα καὶ τὴν μι­κρή του ἀ­δελ­φού­λα νὰ κου­νι­οῦν­ται μό­νες στὴν πί­στα. Ἡ ἀ­δελ­φή του κα­τα­πί­νει ἕ­να χά­πι ἔκ­στα­ση καὶ χα­ρού­με­να τὸν πει­ρά­ζει:

       «Ἀ­δελ­φέ, μέ­σα ἀ­π’ αὐ­τὲς ἐ­δῶ τὶς τε­χνο­λο­γί­ες, δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀ­να­γνω­ρί­σεις τὴν φω­νὴ τῆς Πέν­κα!»

       «Τὴν πιά­νω, ἀλ­λὰ ἀ­δύ­να­τη… Ὅ­ταν μι­ξα­ρι­στεῖ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ καὶ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἠ­χεῖα­, ἡ vocal χά­νε­ται!», ἀ­παν­τᾶ ὁ Ντὶ Τζέ­ι Νι­κό­λα Ἔ­ϊ, καὶ συμ­πλη­ρώ­νει:

       «Μη­τέ­ρα, γιὰ κά­τσε νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς καὶ νὰ τοὺς ἀ­κού­σεις! Ἂν πιά­σεις τὴν vocal τῆς Πέν­κα μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ πα­τιρ­ντί, νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι πράγ­μα­τι θὰ γί­νει νύ­φη σου!»

       Ση­κώ­νε­ται ὄρ­θια ἡ γριά του μη­τέ­ρα, πί­νει τὸ λε­ξο­τα­νίλ της, τοῦ χα­μο­γε­λᾶ μὲ ἀ­γά­πη, κα­θὼς κου­νι­έ­ται στοὺς ξέ­φρε­νους ρυθ­μοὺς τῆς μου­σι­κῆς:

       «Ἂν ἐ­σὺ δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζεις τὴν φω­νή της, ἐ­γὼ θὰ τὴν κα­τα­λά­βω;»

       «Ἂν τραγουδοῦσε μό­νη της, πέ­ρα ἀ­πὸ θά­λασ­σες, θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζα. Ἀλ­λὰ μὲ τὸ “Με­τρό­πο­λη”… ἀ­κό­μη κι ἕ­νας ἔμ­πει­ρος Ντὶ Τζέ­ι σὰν κι ἐ­μέ­να δυ­σκο­λεύ­ε­ται.»

       Ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο σε­πα­ρὲ ἄ­ξαφ­να κα­τα­φτά­νει ἕ­να “φτι­αγ­μέ­νο” ξυ­πό­λυ­το πι­τσι­ρί­κι καὶ φο­βι­σμέ­νο ἀ­να­κοι­νώ­νει, ὅ­τι ἡ Πέν­κα ἔ­χει λι­πο­θυ­μή­σει ἀ­πὸ ὑ­περ­βο­λι­κὴ δό­ση.

       Ἡ ἄ­σχη­μη εἴ­δη­ση με­τα­δό­θη­κε στό­μα μὲ στό­μα σ’ ὅ­λο τὸν κάμ­πο τοῦ κλάμπ. Ἔ­τρε­ξε ὁ Ντὶ Τζέ­ι Νι­κό­λα Ἔϊ τρε­λα­μέ­νος, σὲ ἀ­πόγνω­ση, μέ­ρια­ζε τὸν κό­σμο καὶ ἔ­πε­σε δί­πλα ἀ­πὸ τὸ ἄ­ψυ­χο σῶ­μα τῆς κο­πέ­λας.

       «Πέν­κα, χα­ρά μου, techno-χα­ρά μου, τρα­γού­δι μου techno!», πνί­γε­ται ἡ φω­νή του μέ­σα σὲ λυγ­μούς, ἐ­πί­σης σὲ στὺλ techno.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο βρά­δυ τὰ φῶ­τα συ­νέ­χι­σαν νὰ καῖ­νε ἀ­νε­λέ­η­τα καὶ τὰ ὄρ­γα­να τοῦ «Με­τρό­πο­λη» κρο­τοῦ­σαν ξα­νὰ μέ­χρι τὸν Θε­ό. Ἀλ­λὰ μέ­σα στὰ χω­ρά­φια τοῦ κλάμπ, γε­μά­τα κά­να­βη, δὲν ὑ­πῆρ­χαν ἐρ­γά­τες. Τὰ στά­χια καί­γον­ταν καὶ ἔ­πε­φταν μο­να­χι­κά.

       Ὁ κάμ­πος μὲ τὴν ἰν­δι­κὴ κά­να­βη γι­όρ­τα­ζε βα­ριὰ γι­ορ­τή.

       Κή­δευ­αν τὴν Πέν­κα, τὸ μα­νε­κέν.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στο­σε­λί­δα http://www.litclub.bg/library/nbpr/veshim/po_zhutva.html.

mihail-veshim-02

Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ (Михаил Вешим) (ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Μιχαὴλ Γκε­όρ­γκι­εφ Μί­σεβ [Ми­ха­ил Ге­ор­ги­ев Ми­шев]) (Σό­φια Βουλ­γα­ρί­ας, 1960). Βούλ­γα­ρος συγ­γρα­φέ­ας, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος, γιὸς τοῦ συγ­γρα­φέα Γκε­όρ­γκι Μί­σεβ. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­χι­συν­τά­κτης τῆς σα­τι­ρι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Στάρ­σελ. Ὁ Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ συμ­με­τέ­χει μὲ δι­κά του χι­ου­μο­ρι­στι­κὰ δι­η­γή­μα­τα στὴν Ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὸ παγ­κό­σμιο χι­οῦ­μορ, δί­πλα στὸν Μὰρκ Του­έ­ιν καὶ τὸν Γούν­τι Ἄλ­λεν. Τὸ βι­βλί­ο του Ὁ Ἄγ­γλος γεί­το­νας γνω­ρί­ζει με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α. Ἀ­να­μέ­νε­ται ἡ ἔκ­δο­σή του καὶ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκιόλα (Ντού­πνι­τσα, Βουλ­γα­ρί­α, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κά, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το ξέ­νων γλωσ­σῶν τῆς Σό­φιας καὶ ζεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντουμ­πά­ρο­βα. Γιὰ τὸ ἱστολόγιό μας ἔχει μεταφράσει πεζὰ τοῦ Νικόλα Ράντεφ καὶ τοῦ Βέσελ Τσάνκοφ.

Εἰ­κό­να: φω­το­γρα­φί­α τοῦ Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ – εἰ­ρω­νι­κή, γιὰ μᾶς, τοῦ ‘με­γα­λο­ϊ­δε­α­τι­σμοῦ’ τοῦ Τύ­που ὡς τέ­ταρ­της ἐ­ξου­σί­ας.


 

Ἐλὶν Πελίν (Елин Пелин): Ἡ ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ


pelinelin-iepochitoutherismou-eikona-03


Ἐ­λὶν Πε­λίν (Елин Пелин)

Ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ θε­ρι­σμοῦ

(По жътва)

[1904]


03-SigmaΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ του ἔ­χει φτά­σει ὁ ἐ­ξαν­τλη­τι­κὸς θε­ρι­σμὸς τῶν σι­τη­ρῶν στὸν φαρ­δύ­καμ­πο τῆς Σό­φιας. Ἀ­πὸ ἄ­κρη σὲ ἄ­κρη, μέ­χρι ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι ἀν­θρώ­που, κυ­μα­τί­ζουν χρυ­σὰ στα­ρέ­νια στά­χια καὶ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νοι ἐρ­γά­τες φαί­νον­ται ἐ­κεῖ ἀ­πὸ τὰ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα. Ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες ἕ­ναν φο­βε­ρὸ καύ­σω­να. Ἕ­νας γα­λά­ζιος οὐ­ρα­νὸς ἔ­χει συρ­ρι­κνω­θεῖ πά­νω ἀ­πὸ τὴν γῆ καὶ ρί­χνει φω­τιὰ καὶ λαύ­ρα. Πά­νω ἀ­πὸ τὸν κάμ­πο τρέ­μει μιὰ ὁ­μί­χλη, σκέ­τη κό­λα­ση. Ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­να δά­ση κου­ρα­σμέ­να μπλα­βί­ζουν, σὰν νὰ πε­ρι­μέ­νουν πό­τε ὁ κάμ­πος θὰ φουν­τώ­σει στὶς φλό­γες. Τὰ που­λιὰ ἔ­χουν ἀ­πο­δρά­σει μα­κριά, πέ­ρα στὰ ἀ­νή­λια­στα λαγ­κά­δια καὶ οὔ­τε οἱ φω­νές τους ἀ­κού­γον­ται. Μο­νά­χα κά­που-κά­που ἄ­κου­γε­ται τὸ γουρ­γού­ρι­σμα ἀ­γρι­ο­πε­ρί­στε­ρου στὰ φύλ­λα δρο­σε­ρῆς ἀ­γρι­α­χλα­διᾶς. Ἡ ζέ­στη δυ­σβά­στα­κτη καὶ ἀ­πο­πνι­κτι­κή.

       Πά­νω στὸν οὐ­ρά­νιο θό­λο ὁ ἥ­λιος ἔ­χει στα­μα­τή­σει φλε­γό­με­νος καὶ ἀ­νε­λέ­η­τος, ἀλ­λὰ οἱ καυ­τές του ἀ­κτί­νες δὲν πτο­οῦν τοὺς ἐρ­γα­τι­κοὺς χω­ρι­κούς. Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­κού­ρα­στα θε­ρί­ζουν καὶ συγ­κεν­τρώ­νουν τὰ χρυ­σὰ δε­μά­τια. Ἱ­δρώ­τας τρέ­χει ἀ­πὸ τὰ κού­τε­λά τους, ἡ ψυ­χὴ μέ­νει χω­ρὶς δύ­να­μη, μὰ δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­παυ­λα. Τὸ ὥ­ρι­μο σι­τά­ρι δὲν πε­ρι­μέ­νει.

       Φέ­τος ὁ Κύ­ριος εὐ­λό­γη­σε τὰ χω­ρά­φια καὶ δὲν ἔ­στει­λε οὔ­τε χα­λά­ζια, οὔ­τε ἀ­κρί­δες στοὺς ἁ­μαρ­τω­λούς, βα­σα­νι­σμέ­νους χω­ρι­κούς. Τοὺς ἔ­δω­σε εὐ­ερ­γε­τι­κὲς βρο­χὲς τὸν Μά­ϊ­ο καὶ δὲν θέ­λη­σε νὰ τοὺς στε­ρή­σει τὴν ὀ­νει­ρε­μέ­νη ἐλ­πί­δα γιὰ πλού­σια σο­δειά. Τί λό­για ἁ­γνά, τί προ­σευ­χὲς ἀ­πο­σπά­στη­καν ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­ζω­ο­γο­νη­μέ­νες ψυ­χὲς τῶν χω­ρι­κῶν:

       «Ὁ Κύ­ριος μᾶς βο­η­θά­ει! Ἂς δου­λέ­ψου­με, ἂς δου­λέ­ψου­με!»

       Καὶ νά, σ’ αὐ­τὴν τὴν σκλη­ρὴ ἐ­πο­χὴ τοῦ χρό­νου καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὴν καυ­τὴ κό­λα­ση τοῦ ἥ­λιου, πά­νω ἀ­πὸ τὸν φαρ­δύ­καμ­πο ἠ­χοῦν τρα­γού­δια καὶ ρέ­ουν πρὸς τὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν προ­σευ­χὴ εὐ­χα­ρι­στί­ας. Φω­νὲς κο­ρι­τσι­ῶν ὑ­ψώ­νουν ἕ­να τρα­γού­δι νέ­ο, ἀ­νέ­με­λο, φαρ­δὺ-πλα­τὺ σὰν τὸν κάμ­πο, ἱ­ε­ρὸ σὰν τὸν ἔ­ρω­τα.

       Ὁ λε­βέν­της Νι­κό­λας συ­χνὰ-πυ­κνὰ ἀ­φή­νει κά­τω το βα­ρὺ δε­μά­τι καὶ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται. Ὕ­στε­ρα χα­μο­γε­λα­στὸς πα­ρα­τη­ρεῖ τὴν γριά του μη­τέ­ρα καὶ τὴν μι­κρή του ἀ­δελ­φού­λα πῶς θε­ρί­ζουν τὰ στά­χια μό­νες. Ἡ ἀ­δελ­φή του γυ­ρί­ζει πρὸς τὴν με­ριά του καὶ πο­νη­ρὰ τὸν πει­ρά­ζει:

       «Ἀ­δελ­φέ, δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀ­να­γνω­ρί­σεις τὴν φω­νὴ τῆς Πέν­κα!»

       Καὶ τὸ ἡ­λι­ο­κα­μέ­νο της προ­σω­πά­κι λάμ­πει ἀ­πὸ τὸ χα­μό­γε­λο.

       «Τὴν πιά­νω, ἀλ­λὰ ἀ­δύ­να­μη… ἀ­να­μι­γνύ­ε­ται μὲ τὶς ἄλ­λες καὶ χά­νε­ται!», ἀ­παν­τᾶ ὁ Νι­κό­λας καὶ συμ­πλη­ρώ­νει:

       «Μη­τέ­ρα, γιὰ κά­τσε νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς καὶ νὰ τὶς ἀ­κού­σεις! Ἂν πιά­σεις τὴν φω­νὴ τῆς Πέν­κα, νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι πράγ­μα­τι θὰ γί­νει νύ­φη σου!»

       Ἰσιώνει τὴν πλά­τη ἡ γριά του μη­τέ­ρα, τοῦ χα­μο­γε­λά­ει μὲ ἀ­γά­πη καὶ σκύ­βον­τας μὲ τὸ δρε­πά­νι, τοῦ λέ­ει:

       «Ἂν ἐ­σὺ δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζεις τὴν φω­νή της, ἐ­γὼ θὰ τὴν κα­τα­λά­βω;»

       «Ἂν τρα­γου­δοῦσε μό­νη της, πέ­ρα ἀ­πὸ θά­λασ­σες, θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζα!»

       Ἄ­ξαφ­να τὸ τρα­γού­δι τῶν κο­ρι­τσι­ῶν σώ­πα­σε καὶ ὁ κάμ­πος ἡ­σύ­χα­σε. Καὶ νά, ἀ­πὸ κά­που μα­κριὰ ὑ­ψώ­θη­κε μιὰ μο­να­χι­κὴ φω­νή, ψη­λὴ καὶ κου­δου­νι­στή. Στὴν ἀρ­χὴ τρε­μά­με­νη καὶ ἀ­νά­λα­φρη, ἀλ­λὰ σι­γὰ-σι­γὰ δυ­νά­μω­σε καὶ ἁ­πλώ­θη­κε δρι­μύ­τε­ρη πά­νω ἀ­πὸ τὸν κάμ­πο. Ὁ Νι­κό­λας ἀ­μό­λη­σε τὸ δε­μά­τι καὶ χτύ­πη­σε τὶς πα­λά­μες του.

       «Ὁ­ρί­στε, εἶ­ναι ἐ­κεί­νη!»

       Κι ἔ­μει­νε νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται.

       Τὸ τρα­γού­δι πλάταινε, νέ­ο καὶ ἀ­νέ­με­λο, κα­θα­ρὸ σὰν πη­γή, γε­μά­το ἐ­πι­θυ­μί­ες καὶ ἐλ­πί­δα. Ἐ­κεῖ­νο ἔ­φτια­χνε μπου­κέ­τα ἀ­πὸ γλυ­κό­λο­γα καὶ τὰ ἔ­στελ­νε μὲ ἀ­γά­πη σὲ κά­ποι­ον κά­που. Τὴν μιὰ τα­ραγ­μέ­να χα­νό­ταν, τὴν ἄλ­λη ὑ­ψω­νό­ταν θαρ­ρα­λέ­α, σὰν νὰ πά­λευ­ε μὲ κά­ποι­ο με­γά­λο κα­η­μό, μὲ κά­ποι­α μο­χθη­ρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α, μὰ ὕ­στε­ρα νι­κη­φό­ρα ἀ­πο­κο­ρυ­φω­νό­ταν, ρέ­ον­τας ὁρ­μη­τι­κὰ καὶ ὑ­πε­ρή­φα­να.

       Δὲν κρα­τή­θη­κε ὁ Νι­κό­λας, στά­θη­κε στὴν μέ­ση του χω­ρα­φιοῦ καὶ ἀ­να­φώ­νη­σε:

       «Ἔ­ε­ε-ἔ­εχ!»

       Ἠ­χη­ρά, ἀ­να­ζω­ο­γο­νη­τι­κὰ γέ­λια τοῦ ἀ­πάν­τη­σαν ἀ­πὸ τὰ κον­τι­νὰ χω­ρά­φια.

       Τὰ χρυ­σὰ στά­χια τα­ρά­χτη­καν ἐ­λα­φριὰ καὶ σι­γο­ψι­θύ­ρι­σαν χα­ρού­με­να.

       Τὸν ἄ­κου­σε ἡ Πέν­κα ἀ­πὸ μα­κριὰ ποὺ ἦ­ταν καὶ τοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να τρα­γού­δι ἐ­ρω­τι­κό, ὅ­λο νο­ή­μα­τα.

       Πά­νω ἀ­πὸ τὸν φαρ­δύ­καμ­πο, λὲς καὶ μ’ ἕ­ναν σταυ­ρὸ στὸ χέ­ρι, ἄ­νοι­ξε τὰ φτε­ρά της ἡ ἐλ­πί­δα, ἀ­κο­λου­θού­με­νη ἀ­πὸ τὴν χα­ρά.

       Πῆ­ραν τὰ πά­νω τους οἱ κου­ρα­σμέ­νες ψυ­χὲς καὶ ὁ κάμ­πος σεί­σθη­κε ἀ­πὸ τρα­γού­δια καὶ γέ­λια.

       Ἀλ­λὰ ἄ­ξαφ­να, ἀ­πὸ ἕ­να μα­κρι­νὸ χω­ρά­φι κα­τέ­φτα­σε ἕ­να ξυ­πό­λυ­το πι­τσι­ρί­κι καὶ φο­βι­σμέ­νο ἀ­να­κοί­νω­σε, ὅ­τι ἡ Πέν­κα εἶχε λι­πο­θυ­μή­σει.

       Ἡ ἄ­σχη­μη αὐ­τὴ εἴ­δη­ση με­τα­δό­θη­κε στό­μα μὲ στό­μα σ’ ὅ­λο τὸν κάμ­πο.

       «Ἡ Πέν­κα κα­τέρ­ρευ­σε ἀ­πὸ τὴν ζέ­στη!»

       «Θε­ὲ καὶ Κύ­ρι­ε!»

       «Καὶ ἄλ­λο θύ­μα!»

       Οὔ­τε θε­ο­μη­νί­α δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ χτυ­πή­σει τό­σο βα­ριὰ τὶς ψυ­χὲς τῶν χω­ρι­κῶν.

       Πέ­τα­ξαν οἱ ἄν­θρω­ποι τὰ κο­φτε­ρὰ δρε­πά­νια καὶ κυ­ρι­ευ­μέ­νοι ἀ­πὸ τρό­μο καὶ θλί­ψη, ἔ­τρε­χαν πρὸς τὸ χω­ρά­φι τῆς Πέν­κα.

       «Ἂς εἶ­ναι ψέ­μα, Κύ­ρι­ε!»

       Καὶ γυ­ναῖ­κες, καὶ κο­ρί­τσια, καὶ ἄν­δρες, καὶ μη­τέ­ρες συγ­κεν­τρώ­θη­καν ἔν­τρο­μοι στὸ χω­ρά­φι της.

       Δί­πλα σ΄ ἕ­να χρυ­σα­φέ­νιο δε­μά­τι εἶ­χε πέ­σει ἀ­νά­σκε­λα, σὰν πυ­ρο­βο­λη­μέ­νη, ἡ Πέν­κα – τὸ κα­μά­ρι τοῦ χω­ριοῦ. Τὸ λευ­κό της μαν­τί­λι σκέ­πα­ζε τὰ μά­τια της, γιὰ νὰ σκιά­σει τὸ ὡ­ραῖ­ο της πρό­σω­πο. Τὰ πυ­κνά της μα­τό­κλα­δα – κλει­σμέ­να γιὰ πάν­τα. Ἀ­πὸ τὰ μι­σά­νοι­χτά της χεί­λη εἶ­χε τρέ­ξει μιὰ ἄ­λι­κη στά­λα αἵ­μα­τος, χρω­μα­τί­ζον­τας τὸν λευ­κό της λαι­μό. Τὸ ἕ­να της χέ­ρι ἀ­κό­μη κρα­τοῦ­σε τὸ κο­φτε­ρὸ δρε­πά­νι, ἐ­νῶ στὸ ἄλ­λο βα­στοῦ­σε τὰ κομ­μέ­να στά­χια.

       Τὸ κο­ρί­τσι εἶ­χε πά­θει θερ­μο­πλη­ξί­α.

       Ἔ­τρε­ξε ὁ Νι­κό­λας τρε­λα­μέ­νος, σὲ ἀπόγνωση, μέ­ρια­ζε τὸν κό­σμο κι ἔ­πε­σε δί­πλα ἀ­πὸ τὸ ἄ­ψυ­χο σῶ­μα τῆς κο­πέ­λας.

       «Πέν­κα, χα­ρά μου, Πέν­κα, τρα­γού­δι μου!», πνί­γη­κε ἡ φω­νή του μέ­σα σὲ λυγ­μούς.

       Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ὁ ἥ­λιος καὶ πά­λι ἔ­και­γε ἀ­νε­λέ­η­τα, ἀλ­λὰ στὰ χω­ρά­φια δὲν ὑ­πῆρ­χαν ἐρ­γά­τες. Τὰ στά­χια καί­γον­ταν κι ἔ­πε­φταν μο­να­χι­κά.

       Ὁ κάμ­πος γι­όρ­τα­ζε βα­ριὰ γι­ορ­τή.

       Κή­δευ­αν τὴν Πέν­κα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος: Виртуална библиотека за българска литература – Словото (Βουλ­γα­ρι­κὴ εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»:

http://www.slovo.bg/showbio.php3?ID=85)

καὶ

https://chitanka.info/text/5293  .

pelin_elin

­λὶν Πε­λίν (Елин Пелин) (ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Ντη­μή­ταρ Ἰ­βά­νωφ Στο­γιά­νωφ [Димитър Иванов Стоянов]) (Μπάϊλοβο, 1877 – Σόφια, 1949). Βούλ­γα­ρος συγ­γρα­φέ­ας, “ζω­γρά­φος” καὶ ὑ­μνη­τὴς τοῦ βουλ­γα­ρι­κοῦ χω­ριοῦ, κο­σμα­γά­πη­τος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μὲ πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης τὴ ζω­ὴ τῶν συγ­χω­ρια­νῶν του ἀ­πὸ τὸ Μπά­ϊ­λο­βο τῆς Βουλ­γα­ρί­ας. Ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα τοῦ συγ­γρα­φέ­α εἶ­ναι τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Γῆ καὶ γε­νιὰ τῶν Γε­ρα­κά­δων. Ἔρ­γα τοῦ Ἐ­λὶν Πε­λὶν εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να σὲ 40 ξέ­νες γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα (Ντού­πνι­τσα, Βουλ­γα­ρί­α, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κά, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το ξέ­νων γλωσ­σῶν τῆς Σό­φιας καὶ ζεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντουμ­πά­ρο­βα. Γιὰ τὸ ἱστολόγιό μας ἔχει μεταφράσει πεζὰ τοῦ Νικόλα Ράντεφ καὶ τοῦ Βέσελ Τσάνκοφ.



		

	

Μιγκὲλ Ἄνχελ Ἐρνάντεθ Ναβάρο (Migel Ángel Hernández Navarro): Memento

navarromigelangelhernandez-memento-eikona-01


Μιγ­κὲλ Ἄν­χελ Ἐρ­νάν­τεθ Να­βά­ρο (Migel Ángel Hernández Navarro)


Memento


02-ypsilonΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ἀ­να­ζή­τη­σης δι­α­σχί­ζον­τας τὶς πιὸ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες θά­λασ­σες, ὁ πει­ρα­τὴς βρῆ­κε τε­λι­κά τὸ σεν­τού­κι μὲ τὸ θη­σαυ­ρό. Μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια κι ἕ­να ἐ­λα­φρὺ χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη, δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι δὲν πε­ρι­εῖ­χε οὔ­τε χρυ­σά­φι οὔ­τε κει­μή­λια οὔ­τε δι­α­μάν­τια οὔ­τε κἂν ἀ­ση­μέ­νια νο­μί­σμα­τα, ἀλ­λὰ κά­τι πιὸ πο­λύ­τι­μο καὶ πιὸ πε­ρί­ερ­γο ταυ­τό­χρο­να, ἕ­να κι­τρι­νι­σμέ­νο χαρ­τὶ ποὺ πρὶν πο­λὺ και­ρὸ κά­ποι­ος εἶ­χε βά­λει ἐ­κεῖ: τὸ χάρ­τη τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Demasiado tarde para volver, Ἐκ­δό­σεις Tres Fronteras, Murcia, 2008.

Να­βά­ρο, Μιγ­κὲλ Ἄν­χελ Ἐρ­νάν­τεθ (Navarro, Migel Ángel Her­nán­dez) (Μούρ­θια, 1977). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ κα­θη­γη­τὴς Ἱ­στο­ρί­ας τῆς Τέ­χνης (Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μούρ­θια), ἔ­γρα­ψε, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα δο­κί­μια γύ­ρω στὴν τέ­χνη, τὰ ἑ­ξῆς λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα: Infraleve: lo que queda en el espejo cuan­­do dejas de mirarte (2004), El bebedor de lágrimas (2008), Demasiado tarde para vol­ver (2008), Cu­a­der­no [..] duelo (2011) καὶ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Intento de e­sca­pa­da (2013), ποὺ με­τα­φρά­στη­κε στὰ γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ πορ­το­γα­λι­κά, καὶ El instante de peligro, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πέ­κτη­σε τι­μη­τι­κὴ δι­ά­κρι­ση τοῦ Βρα­βεί­ου Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Herralde.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Σά­δι Ἄμ­ρο Ρον­τρίγ­κε­θ (Sadi Amro Rodríguez) (Μα­δρί­τη 1980). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ἔ­ζη­σε κα­τὰ και­ροὺς στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τώ­ρα δι­δά­σκει νέ­α ἑλ­λη­νι­κὰ στὸ Δι­δα­σκα­λεῖ­ο Ξέ­νων Γλωσ­σῶν τῆς Μά­λα­γα (Escuela Oficial de Idiomas de Málaga).