Ἄντριου Μακκουάιγκ (Andrew McCuaig): Τὸ πορτοφόλι

Бςˇ́ԁ ˏÙ ԇӠ׉ύϐԙӇӠӔ`ĉτɁ ́˃Qٍ ӔǠň͉ʇ τϠHǍٍ-ȅӓKύɊǓ/PHASMA/nׁ̉NjɄǓ


 

Ἄν­τριου Μακ­κουά­ιγκ (Andrew McCuaig)

 

Τὸ πορ­το­φό­λι

 

(The Wallet)


 12-Omikron-Hymnus_in_Romam_61_2ΤΑΝ Η ΙΛΕΪΝ ΕΦΤΑΣΕ στὴ δου­λειά, τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ πα­ρα­τή­ρη­σε ἦ­ταν ὅ­τι ὁ Τρό­ι εἶ­χε ἀ­φή­σει τὸ πορ­το­φό­λι του πά­νω στὸ μι­κρὸ ρά­φι δί­πλα σὲ μιὰ μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νη κού­πα μὲ κό­κα-κό­λα. Ὁ Τρό­ι συ­νή­θι­ζε νὰ πα­ρα­τά­ει τὸ φα­γη­τὸ του τα­κτι­κὰ σὰν ἐ­κεί­νη νὰ ἦ­ταν ἡ ὑ­πη­ρέ­τριά του, ἀλ­λὰ τὸ πορ­το­φό­λι του δὲν τὸ ξέ­χνα­γε συ­χνά, πα­ρὰ μό­νο μί­α φο­ρὰ τὸ μή­να. Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ εἶ­χε συμ­βεῖ αὐ­τό, ἦ­ταν μό­λις ἡ δεύ­τε­ρη βρα­διά της στὴ δου­λειὰ κι εἶ­χε σκε­φτεῖ ὅ­τι μᾶλ­λον δο­κί­μα­ζε τὴν ἐν­τι­μό­τη­τά της, ἢ ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, ὅ­τι ἦ­ταν μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α, γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει νὰ τὴ δεῖ. Ὄν­τως, εἶ­χε ἐ­πι­στρέ­ψει μι­σὴ ὥ­ρα με­τὰ καὶ ἐ­σκεμ­μέ­να ἔ­τρι­βε τὸ σῶ­μα του στὸ δι­κό της, κα­θὼς ἔ­παιρ­νε πί­σω τὸ πορ­το­φό­λι του, ἀν­τὶ νὰ στα­θεῖ ἁ­πλῶς στὴν πόρ­τα καὶ νὰ τῆς ζη­τή­σει νὰ τοῦ τὸ φέ­ρει. Εἶ­χαν κά­νει μιὰ ἀ­μή­χα­νη, σύν­το­μη συ­ζή­τη­ση στὴ στε­νὴ καμ­πί­να δι­ο­δί­ων, πρὶν ση­κώ­σει στὸ τέ­λος τὸ πορ­το­φό­λι του, γιὰ νὰ τὴ χαι­ρε­τή­σει λέ­γον­τας «ἀν­τί­ο καὶ κα­λὴ τύ­χη». Κα­θὼς ἔ­φευ­γε, ἔ­τρι­ψε πά­λι τὸ σῶ­μα του στὸ δι­κό της.

       Τώ­ρα, ἐ­νῶ εἶ­χε βο­λευ­τεῖ πά­νω στὸ σκαμ­πὸ τὴν ὥ­ρα τῆς βάρ­διας της, αἰ­σθα­νό­ταν ἀ­κό­μα τὴν ἐ­πί­μο­νη πα­ρου­σί­α του. Ἡ Σλό­ι σή­κω­σε τὴν κού­πα μὲ τὴν κό­κα-κό­λα καὶ τὴν το­πο­θέ­τη­σε προ­σε­κτι­κά, νὰ μὴν ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­σει μὲς στὸν κά­δο σκου­πι­δι­ῶν ποὺ εἶ­χε στὰ πό­δια της. Ἡ κό­κα-κό­λα εἶ­χε γί­νει σὰ λά­σπη λό­γω τῆς κα­λο­και­ρι­νῆς ζέ­στης κι ἐ­κεί­νη κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι της ἀ­πε­γνω­σμέ­να. Ἴ­σι­ω­νε τὴ στοί­βα ἀ­πὸ κέρ­μα­τα πά­νω στὸ ρά­φι, γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἡ ὥ­ρα. Δυ­ὸ καμ­πί­νες πιὸ κά­τω, ὁ Χο­σὲ τῆς ἔ­γνε­ψε καὶ τῆς σή­κω­σε τοὺς ἀν­τί­χει­ρές του, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι ἔ­κα­νε κά­τι χα­ρι­τω­μέ­νο. Ἦ­ταν ἄλ­λος ἕ­νας λε­χρί­της ποὺ σὲ κά­θε δι­ά­λειμ­μά του στε­κό­ταν στὴν πόρ­τα της, κοι­τών­τας τὴν ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω καὶ φυ­σών­τας τὸν κα­πνὸ τοῦ τσι­γά­ρου του μέ­σα στὴν καμ­πί­να της. Τοῦ ἔ­γνε­ψε, γιὰ νὰ γυ­ρί­σει πρὸς τὸ μέ­ρος της.

       Τώ­ρα ὁ δρό­μος μπρο­στά της ἁ­πλω­νό­ταν σκο­τει­νός. Κά­θε λί­γο ἐμ­φα­νί­ζον­ταν ἀ­πὸ μα­κριὰ προ­βο­λεῖς ἁ­μα­ξι­ῶν ποὺ ἔ­μοια­ζαν μὲ ἀρ­γὰ τρέ­να, ἀλ­λὰ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς οἱ ὁ­δη­γοὶ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὴ λω­ρί­δα τα­χεί­ας κυ­κλο­φο­ρί­ας. Με­τά, μπο­ρεῖ νὰ ἐμ­φα­νί­ζον­ταν τρί­α ἢ τέσ­σε­ρα ἁ­μά­ξια στὴ σει­ρὰ κι ἔ­νι­ω­θε εὐ­γνώ­μων ποὺ θὰ ἔ­κα­νε τὶς συ­νη­θι­σμέ­νες κι­νή­σεις «φτά­σε, πά­ρε, στρί­ψε, μά­ζε­ψε, στρί­ψε, φτά­σε, κα­λη­νύ­χτα». Τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε, ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν ἔ­φερ­ναν ἀρ­κε­τὰ κον­τὰ τὸ αὐ­το­κί­νη­τό τους, ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον αὐ­τὸ τῆς ἔ­δι­νε τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ τεν­τω­θεῖ καὶ λί­γο. Μέ­χρι τὰ με­σά­νυ­χτα εἶ­χε δώ­σει ρέ­στα σὲ εἴ­κο­σι ἕ­ξι ἀν­θρώ­πους. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο ρε­κόρ της γιὰ αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα ἦ­ταν ἑ­βδο­μήν­τα δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι καὶ τὸ μι­κρό­τε­ρο δώ­δε­κα.

       Γύ­ρω στὶς τρεῖς ἡ ὥ­ρα τὸ ξη­μέ­ρω­μα, ἕ­να ἁ­μά­ξι ποὺ ἄ­στρα­φτε σὰν πυ­γο­λαμ­πί­δα ἦρ­θε κα­τὰ πά­νω της μὲ πο­λὺ μεγάλη τα­χύ­τη­τα. Ἐ­πέ­λε­ξε νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη. Τὰ φρέ­να ἔ­κα­ναν ἕ­να ἀ­παί­σιο τρί­ξι­μο κι ἡ ἐ­ξά­τμι­ση ἔ­βγα­λε ἕ­να δυ­να­τὸ βου­η­τό. Ἦ­ταν μιὰ κί­τρι­νη Σε­βέτ, ἕ­να σκου­ρι­α­σμέ­νο ἁ­μά­ξι βγαλ­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80. Ἡ Ἰ­λέ­ιν ἔ­γει­ρε μπρο­στὰ μὲ τὸ χέ­ρι της ἕ­τοι­μο, ἀλ­λὰ ἡ ὁ­δη­γός, μί­α νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα δὲν ἔ­κα­νε κα­μιὰ κί­νη­ση νὰ πλη­ρώ­σει. Κοι­τοῦ­σε εὐ­θεί­α, στὸ πρό­σω­πό της ἔ­πε­φταν κα­στα­νὲς τοῦ­φες καὶ τὰ δυ­ό της χέ­ρια ἦ­ταν σφιγ­μέ­να γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ τι­μό­νι. Πί­σω της ὑ­πῆρ­χε μιὰ πα­λιὰ βα­λί­τσα ποὺ ξε­χεί­λι­ζε ἀ­πὸ ροῦ­χα.

       «Κα­λη­μέ­ρα» εἶ­πε ἡ Ἰ­λέ­ιν.

       «Χρει­ά­ζο­μαι χρή­μα­τα» τῆς ἀ­πάν­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα.

       Ἡ Ἰ­λέ­ιν δεί­λια­σε. «Ἐν­νο­εῖ­τε πῶς δὲν ἔ­χε­τε νὰ πλη­ρώ­σε­τε τὰ δι­ό­δια;»

       «Ὄ­χι, ἁ­πλὰ ἐν­νο­ῶ ὅ­τι χρει­ά­ζο­μαι χρή­μα­τα». Τό­τε, γύ­ρι­σε πρὸς ἐ­κεί­νη κι ἡ Ἰ­λέ­ιν εἶ­δε τὰ θο­λὰ της μά­τια καὶ τὸ λε­ρω­μέ­νο πρό­σω­πό της. Ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἄ­σχη­μη, βα­θιὰ πλη­γὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἕ­να της μά­τι καὶ τὸ δέρ­μα γύ­ρω-γύ­ρω ἦ­ταν πρη­σμέ­νο καὶ με­λα­νι­α­σμέ­νο. Φαι­νό­ταν ὅ­τι εἶ­χε καὶ μιὰ πιὸ πα­λιὰ οὐ­λὴ στὴ μύ­τη της καὶ ξε­ρα­μέ­νο αἷ­μα στὴν ἄ­κρη τοῦ στό­μα­τός της. Τὸ βλέμ­μα τῆς ἦ­ταν θλιμ­μέ­νο κι ἔν­το­νο κι ἔ­κα­νε τὴν Ἰ­λέ­ιν νὰ γυ­ρί­σει ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη.

       Ἦ­ταν ἕ­τοι­μη νὰ ση­κώ­σει τὴν μπά­ρα καὶ νὰ τῆς πεῖ νὰ συ­νε­χί­σει τὴν πο­ρεί­α της, ὅ­ταν εἶ­δε κά­τι νὰ κι­νεῖ­ται στὸ πί­σω κά­θι­σμα. Κοι­τά­ζον­τας πιὸ προ­σε­χτι­κά, εἶ­δε ὅ­τι ἦ­ταν δυ­ὸ παι­διά, τὸ ἕ­να γύ­ρω στὰ πέν­τε, τὸ ἄλ­λο με­τὰ βί­ας δύο. Κα­νέ­να δὲν κα­θό­ταν σὲ κά­θι­σμα αὐ­το­κι­νή­του, οὔ­τε φο­ροῦ­σαν ζώ­νη. Τὰ μά­τια τους ἦ­ταν δι­ά­πλα­τα ἀ­νοι­χτὰ καὶ φο­βι­σμέ­να καὶ τό­τε ἡ Ἰ­λέ­ιν συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ποὺ τῆς εἶ­χε τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ στὸ σκο­τά­δι. Τὸ μι­κρό­τε­ρο κρα­τοῦ­σε ἕ­να γκρί­ζο ἀρ­κου­δά­κι, τὸ με­γα­λύ­τε­ρο πι­πι­λοῦ­σε τὸν ἀν­τί­χει­ρά του.

       Ὁ Χο­σὲ τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε. Τῆς ἔ­γνε­ψε ση­κώ­νον­τας τὶς πα­λά­μες του καὶ συ­νο­φρυ­ώ­θη­κε. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε μά­θει νὰ γνέ­φει μὲ ἕ­ναν συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο, ὅ­ταν κα­θυ­στε­ροῦ­σε κι ὁ Χο­σὲ φαι­νό­ταν ὅ­τι πε­ρί­με­νε αὐ­τὴ τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Ἀν­τὶ γι΄ αὐ­τό, τοῦ σή­κω­σε τὸν ἀν­τί­χει­ρα, γιὰ νὰ τοῦ δεί­ξει πὼς ὅ­λα ἦ­ταν κα­λὰ καὶ κρυ­φὰ ἔ­πια­σε τὸ πορ­το­φό­λι τοῦ Τρό­ι. Τὸ ἄ­νοι­ξε καὶ βρῆ­κε ἐ­νε­νήν­τα δύο δο­λά­ρια μέ­σα. Τὰ πῆ­ρε στὸ χέ­ρι της καὶ τὸ ἅ­πλω­σε πρὸς τὴ γυ­ναί­κα. Ἐ­κεί­νη μό­λις τὰ πῆ­ρε, ἅρ­πα­ξε τὸ τι­μό­νι κι ἔ­φυ­γε γρή­γο­ρα. Τὸ πρό­σω­πο τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου κο­ρι­τσιοῦ φαι­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ πί­σω πα­ρά­θυ­ρο, κα­θὼς τὸ ἁ­μά­ξι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν μὲς στὸ σκο­τά­δι καὶ τὰ μά­τια του ἔ­λαμ­παν σὰν ἀ­στρα­φτε­ρὲς πέ­τρες.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fiction Forward, 80 very short stories, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Ἄν­τριου Μακ­κουά­ιγκ (Andrew McCuaig). Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α στὸ γυ­μνά­σιο La Follette. Ἔχει κερ­δί­σει τὸ Boulevard Short Fiction Contest γιὰ Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους Συγγραφε[ις το 2006, καθώς καὶ τὸ Howard Frank Mosher Short Fiction Prize ἀπὸ τὸ Hunger Mountain τὸ 2007.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Βα­σι­λεί­α Μπλέ­τσα. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American College. Δι­δά­σκων μα­θή­μα­τος: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.



		

	

Τζὶμ Κρέις (jim Crace): 21

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τζὶμ Κρέ­ις (Jim Crace)


 

21

 


12-EpsilonΝΑΣ ΝΕΑΡΟΣ ΑΝΤΡΑΣ, σχε­τι­κὰ ὑ­πέρ­βα­ρος καὶ πο­λὺ ἀγ­χώ­δης γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α του, τε­λεί­ω­σε τὸ γύ­ρο του στὰ ρά­φια καὶ τὰ ψυ­γεῖ­α τοῦ σου­περ­μάρ­κετ καὶ στά­θη­κε στὴν οὐ­ρὰ ντρο­πι­α­σμέ­νος, ὡς συ­νή­θως.

       Τα­κτο­ποί­η­σε τὶς ἀ­γο­ρὲς του στὸ τα­μεῖ­ο καὶ πε­ρί­με­νε, μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὸ δρό­μο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α, κα­θὼς ἡ γυ­ναί­κα στὸ τα­μεῖ­ο σκά­να­ρε τοὺς κω­δι­κοὺς ἀ­πὸ τὰ φάρ­μα­κα, τὶς βι­τα­μί­νες, τὸ ἀ­πο­σμη­τι­κὸ χώ­ρου, τὸ χαρ­τὶ ὑ­γεί­ας, τὰ κα­τε­ψυγ­μέ­να «Γεύ­μα­τα γιὰ Ἕ­ναν», τὶς κον­σέρ­βες, τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, τὴν μπύ­ρα καὶ τὸ ἀ­πο­σμη­τι­κό του, τὸ ψω­μί, τὶς μπα­νά­νες, τὸ γά­λα, τὸ ἄ­πα­χο γι­α­ούρ­τι, τὸν ντε­κα­φε­ϊ­νὲ καὶ τὶς λι­χου­δι­ὲς τῆς ἡ­μέ­ρας: ψη­μέ­να μπου­τά­κια κο­τό­που­λου, λί­γα στα­φύ­λια, μία πλά­κα σο­κο­λά­τας καὶ δυ­ὸ κρουα­σάν. Πέ­ρα­σε τὸν ἀν­τί­χει­ρά του πά­νω ἀ­πὸ τὰ ἀ­νά­γλυ­φα νού­με­ρα τῆς πι­στω­τι­κῆς του κάρ­τας, κα­θὼς κά­θε προ­ϊ­ὸν ἔ­βγα­ζε ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἦ­χο ἀ­πὸ τὸ τα­μεῖ­ο.

       Ὁ ὑ­πο­λο­γι­στὴς τοῦ τα­μεί­ου ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὴν «Ταυ­τό­τη­τα τοῦ Πε­λά­τη» τοῦ νέ­ου ἄν­τρα, τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀ­να­λο­γί­α με­τα­ξὺ λι­πα­ρῶν καὶ ἀ­μύ­λου, τὴν οἰ­κεί­α ἐ­πι­λο­γὴ ἀ­πὸ τὶς κον­σέρ­βες, τὴν πρό­σφα­τη καὶ αὐ­ξα­νό­με­νη ποι­κι­λί­α τῶν συμ­πλη­ρω­μά­των ὑ­γεί­ας, τὸν ξε­χω­ρι­στὸ συν­δυα­σμὸ τῶν μη­νια­ίων πε­ρι­ο­δι­κῶν. Οἱ ἀ­γο­ρὲς ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν τὸν κά­θε πε­λά­τη. Προ­τοῦ ἡ γυ­ναί­κα στὸ τα­μεῖ­ο πε­ρά­σει τὴν πι­στω­τι­κή του κάρ­τα, ὁ ὑ­πο­λο­γι­στὴς εἶ­χε πα­ρα­θέ­σει τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ νέ­ου ἄν­τρα, τὴ λί­στα μὲ τὶς ἀ­γο­ρὲς του τοὺς τε­λευ­ταί­ους ἑ­πτὰ μῆ­νες, τὴν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση φε­ρεγ­γυ­ό­τη­τας τῆς κάρ­τας του, τὸ πο­σο­στό του στὴν κλί­μα­κα «Ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος Πε­λά­της». Γνώ­ρι­ζε σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς τὸ ποι­ός ἦ­ταν καὶ τὸ πῶς ζοῦ­σε. Μπο­ροῦ­σε νὰ συμ­πε­ρά­νει πῶς ἦ­ταν τὸ τα­πει­νό του δω­μά­τιο πά­νω ἀ­πὸ τὸ τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ γρα­φεῖ­ο, πό­σο πα­λιὸ ἦ­ταν, χω­ρὶς κα­θό­λου λου­λού­δια, πό­σο λει­τουρ­γι­κὸ καὶ πό­σο κραύ­γα­ζε γιὰ ἀλ­λα­γή. Ἐ­δῶ ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ ἡ γά­τα του εἶ­χε πε­θά­νει ἢ εἶ­χε χα­θεῖ πρὶν τρεῖς μῆ­νες. Δὲν εἶ­χε ἀ­γο­ρα­στεῖ γα­το­τρο­φὴ γιὰ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα. Ἐ­δῶ ἦ­ταν ὁ πε­λά­της ποὺ δὲν εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὴ γει­το­νιά του γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μί­α ἑ­βδο­μά­δα, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἐ­νερ­γὴ ψη­φια­κὴ μνή­μη του. Πέ­ρυ­σι τὴν ἄ­νοι­ξη εἶ­χε προ­σπα­θή­σει, ἀ­πο­τυ­χη­μέ­να, νὰ κό­ψει τὰ γλυ­κὰ καὶ τὴ ζά­χα­ρη. Σή­με­ρα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­χε ἀν­τι­στα­θεῖ στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του πα­ρόρ­μη­ση νὰ ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να πα­κέ­το ποῦ­ρα Cheroots.

       Στὸ τα­μεῖ­ο ὁ ὑ­πο­λο­γι­στὴς ἐμ­φά­νι­σε τὸ μή­νυ­μα: «Cheroots…Cheroots. Ὑ­πεν­θύ­μι­σε στὸν πε­λά­τη ὅ­τι δὲν ἔ­χει ἀ­γο­ρά­σει δη­μη­τρια­κὰ ἢ τυ­ρὶ ἢ λα­χα­νι­κὰ αὐ­τὸ τὸ μή­να. Ὑ­πεν­θύ­μι­σέ του τὶς εἰ­δι­κές μας προ­σφο­ρές: 12 μπου­κά­λια μπύ­ρας lager στὴν τι­μὴ τῶν 10. Ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να μπου­κά­λι ἀ­πὸ τὸ Boulevard λι­κέρ μας καὶ σοῦ δί­νου­με τὸ δεύ­τε­ρο δῶ­ρο. Ὑ­πεν­θύ­μι­σέ του ὅ­τι ὁ χρό­νος περ­νά­ει πιὸ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ ὅ­σο νο­μί­ζει, τὸ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κό του θὰ ἔ­χει τε­λει­ώ­σει μέ­χρι τώ­ρα, ὅ­πως καὶ τὰ ἀν­τι­συλ­λη­πτι­κὰ ποὺ εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει πρὶν δυ­ὸ χρό­νια. Τοῦ χρει­ά­ζον­ται τὰ βα­σι­κά, ὅ­πως ρύ­ζι καὶ μα­κα­ρό­νια, σα­πού­νι, ὀ­δον­τό­κρε­μα, ἀ­λεύ­ρι, λά­δι καὶ μπα­χα­ρι­κά. Ἐ­νη­μέ­ρω­σέ τον γιὰ τὰ Προ­γράμ­μα­τα Λι­α­νι­κῆς μας καὶ πὼς πα­ρα­μέ­νου­με ἀ­νοι­χτοὶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τῆς Κυ­ρια­κῆς. Συμ­βού­λευ­σέ τον νὰ μα­γει­ρεύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ὀ­φεί­λει νὰ συ­γυ­ρί­ζει καὶ νὰ κα­θα­ρί­ζει τὰ πλα­κά­κια τοῦ μπά­νιου του μὲ τὸ νέ­ο μας λευ­καν­τι­κὸ μὲ λε­μό­νι. Πρέ­πει νὰ ξε­κι­νή­σει ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Πρό­τει­νέ του νὰ κά­νει ἄλ­λη μιὰ γύ­ρα στοὺς δι­α­δρό­μους μας. Ἀ­μέ­σως. Για­τί αὐ­τὸ ποὺ ἐ­πι­λέ­γου­με εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ εἴ­μα­στε. Δὲ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ χά­σει αὐ­τὴ τὴ δεύ­τε­ρη εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γή­σει τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ τὸ φα­γη­τό.»


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fiction Forward, 80 very short stories, NEW York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Τζιμ Κρέ­ις (Jim Crace) (1946-): Βρε­τα­νός μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος μὲ πλού­σια πα­ρα­γω­γή μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των. Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ και­νο­τό­μους καὶ πρω­τό­τυ­πους συγ­γρα­φείς μὲ με­γά­λη ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ φαν­τα­στι­κοὺς κό­σμους και τό­πους.

Με­τά­φρα­ση ὰπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νε­φέ­λη Γα­λα­νοῦ. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American College. Δι­δά­σκων μα­θή­μα­τος: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.



		

	

Ἕλενα Πέγκα: Michael


Pegka,Elena-Mickael-Eikona-01


Ἕ­λε­να Πέγ­κα


Μickael


D-Delta-SomataΕΝ ΤΟΝ ΗΞΕΡΑ. Ἦ­ταν ὁ τα­ξι­θέ­της σὲ ἕ­να ἐ­ναλ­λα­κτι­κὸ σι­νε­μὰ στὸ Βό­ρει­ο Λον­δί­νο. Εἶχα πά­ει μό­νη μου ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ἐ­κεῖ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σω ἕ­να ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν Pina Bausch, νὰ δῶ σὲ βίν­τε­ο πα­ρα­στά­σεις της. Ἔ­παι­ζε τὸ «Cafe Muler». Ἦ­ταν πο­λὺ ὄ­μορ­φος, καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ προ­βο­λή, πή­γα­με μα­ζὶ στὸ δι­πλα­νὸ μπὰρ γιὰ ἕ­να πο­τό. Μὲ φλέρ­τα­ρε, ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στα μα­ζί του, τοῦ ἔ­δω­σα τὸ τη­λέ­φω­νό μου. Μὲ πῆ­ρε τὴν ἄλ­λη μέ­ρα καὶ μοῦ πρό­τει­νε νὰ τὸν συ­ναν­τή­σω τὰ με­σά­νυ­χτα, στὴν ἄ­κρη τῆς πό­λης, στὸ Hackney. Δέ­χτη­κα. Τὸ Hackney εἶ­ναι κα­κὴ γει­το­νιά, φτω­χὴ καὶ ἐ­πι­κίν­δυ­νη, καὶ τὸ με­τρὸ τοῦ Λον­δί­νου κλεί­νει με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα. Ὑ­πάρ­χουν λε­ω­φο­ρεῖ­α. Μό­νο μὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο θὰ μπο­ροῦ­σα ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ἀ­πὸ κεῖ στὸ κέν­τρο ὅ­που ἔ­με­να. Ἤ­μουν μό­νη στὸ Λον­δί­νο, δὲν δού­λευ­α, καὶ ἡ συγ­κά­τοι­κός μου ἔ­λει­πε σὲ δι­α­κο­πές. Δὲν εἶ­χα ἄλ­λους φί­λους ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή, καὶ δὲν χρει­α­ζό­ταν νὰ δώ­σω σὲ κα­νέ­ναν λο­γα­ρια­σμὸ γιὰ τὸ τί ἔ­κα­να, ποῦ πή­γαι­να, μὲ ποι­όν. Στὸ τη­λέ­φω­νο μοῦ ζή­τη­σε νὰ φο­ρέ­σω κά­τι σέ­ξυ, νὰ πῶ τὸ ὄ­νο­μά μου στὸν πορ­τι­έ­ρη τοῦ πάμπ, ἐ­κεῖ­νος θὰ μὲ πε­ρί­με­νε μέ­σα.

       Ἔ­τσι ἔ­κα­να. Χά­ρη­κε ὅ­ταν μὲ εἶ­δε. Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου βέ­βαι­ος πῶς θὰ ἐρ­χό­μουν. Μοῦ πα­ρήγ­γει­λε μί­α μπί­ρα καὶ ἕ­να δι­πλὸ οὐ­ΐσκυ. Ὅ,τι ἔ­πι­νε καὶ κεῖ­νος. Μοῦ εἶ­πε πὼς ἦ­ταν ἠ­θο­ποι­ός, πὼς καὶ οἱ δύ­ο γονεῖς του εἶ­χαν σκο­τω­θεῖ σὲ αὐ­το­κι­νη­τι­κὸ ἀ­τύ­χη­μα ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρός, καὶ πὼς εἶ­χε με­γα­λώ­σει μὲ ἕ­ναν φί­λο τοῦ πα­τέ­ρα του, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἐ­πί­σης, πρό­σφα­τα εἶ­χε πε­θά­νει. Δὲν θυ­μᾶ­μαι νὰ τοῦ μί­λη­σα γιὰ μέ­να. Στὶς τρεῖς τὸ πρω­ῒ τὸ πὰμπ ἔ­κλει­σε. Ἔ­ξω στὸ δρό­μο ἔ­κα­νε κρύ­ο. Μοῦ εἶ­πε πὼς ἔ­χει, τὰ κλει­διὰ ἑ­νὸς δια­με­ρί­σμα­τος ἑ­νὸς φί­λου του ποὺ ἔ­λει­πε, καὶ πὼς θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ πᾶ­με ἐ­κεῖ περ­πα­τών­τας. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν κον­τά. Μοῦ εἶ­πε πὼς δὲν εἶ­χε δι­κό του σπί­τι. Ἔ­με­νε ἀ­πὸ δῶ καὶ ἀ­πὸ κεῖ, σὲ φί­λους. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ πα­ρα­μεί­νει στὸ Λον­δί­νο. Θὰ πή­γαι­νε στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ μό­λις εἶ­χε τὰ χρή­μα­τα γιὰ τὸ εἰ­σι­τή­ριο. Περ­πα­τή­σα­με σὲ ἔ­ρη­μους δρό­μους, χω­ρὶς ἀν­θρώ­πους καὶ χω­ρὶς αὐ­το­κί­νη­τα. Θυ­μᾶ­μαι πὼς ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ ὡ­ραί­α νύ­χτα, βλέ­πα­με τὰ σπί­τια, τοὺς κή­πους, τοὺς φρά­χτες, σκο­τει­νὰ καὶ μυ­στη­ρι­ώ­δη, ἔ­τσι ὅ­πως πο­τὲ δὲν εἶ­ναι μέ­σα στὴ μέ­ρα. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα δὲν ἦ­ταν κον­τά. Περ­πα­τή­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, ἐ­γὼ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ποῦ βρι­σκό­μα­σταν, ἐ­κεῖ­νος μὲ πή­γαι­νε δε­ξιά, ἀ­ρι­στε­ρά, εὐ­θεί­α, πά­νω, κά­τω.

       Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν σὲ ἕ­να κτί­ριο ὑ­πὸ κα­τα­σκευ­ή, μι­σὸ χτι­σμέ­νο, μι­σὸ για­πί. Τὸν ρώ­τη­σα ἂν εἶ­χε ξα­νάρ­θει. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρά. Ξε­κλεί­δω­σε μιὰ πόρ­τα καὶ μπή­κα­με σὲ ἕ­ναν χῶ­ρο ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ κου­ζί­να. Ἦ­ταν μιὰ κου­ζί­να ποὺ εἶ­χε ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων καὶ ἕ­να στρω­μέ­νο δι­πλὸ κρε­βά­τι. Ἐ­κεῖ βγά­λα­με τὰ ροῦ­χα μας. Μὲ τρά­βη­ξε πά­νω του καὶ μοῦ εἶ­πε: «Θέ­λω νὰ μπῶ μέ­σα σου ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ ἀ­νοίγ­μα­τα τοῦ σώ­μα­τός σου, θέ­λω νὰ μπῶ ἀ­πὸ κεῖ ποὺ μὲ θέ­λεις νὰ μπῶ καὶ ἀ­πὸ κεῖ ποὺ δὲν μὲ θέ­λεις, θέ­λω νὰ σοῦ προ­κα­λέ­σω πό­νο, νὰ σὲ δῶ νὰ πο­νᾶς, νὰ σὲ δῶ σὲ ἔκ­στα­ση, μί­λη­σέ μου, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μί­λα μου, συ­νέ­χεια, χω­ρὶς δι­α­κο­πή, μὴ στα­μα­τᾶς, μί­λα μου, ὅ,τι σοῦ ἔρ­χε­ται, πὲς σὲ μέ­να ὅ,τι θὰ ἔ­λε­γες σὲ κεῖ­νον ποὺ ἀ­γα­πᾶς, ὅ­λα, θέ­λω νὰ σὲ ἀ­κού­σω νὰ τὰ λές.» Τοῦ μί­λη­σα, δι­στα­χτι­κά, ἐ­πι­θε­τι­κά, βί­αι­α, τρυ­φε­ρά, πο­λὺ ἁ­πα­λά, ὅ­πως ἤ­θε­λα. Ὅ­πως μοῦ ζή­τη­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Σφι­χτὲς ζῶ­νες καὶ ἄλ­λα δέρ­μα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα, 2011).

Ἕλε­να Πέγ­κα (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Θέ­α­τρο, Πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ φι­λο­σο­φί­α στὸ Πανεπιστήμιο Wesleyan τοῦ Κό­νε­τικατ τῶν ΗΠΑ. Κεί­με­νά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, σου­η­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει γρά­ψει τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν βρα­βευ­μέ­νη ται­νί­α τοῦ Λά­κη Πα­πα­στά­θη Τὸ μό­νο τῆς ζω­ῆς του τα­ξί­διον. Δι­δά­σκει γρα­φὴ θε­α­τρι­κοῦ ἔρ­γου στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πα­τρῶν. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Αὐ­τὴ θε­ρι­νή (ἔκδ. Ἄ­γρα, 1986).



		

	

Τζένιφερ Α. Χάουαρντ (Jennifer A. Howard): Ἡ κατάληξη

Howard,JenniferA.-Ikataliski-Eikona-03

Τζέ­νι­φερ Α. Χά­ου­αρντ (Jennifer A. Howard)


κα­τά­λη­ξη

(How to End up)


 

03-PiΡΩΤΑ, ΑΠΟΦΟΙΤΗΣΕ ἀ­πὸ τὸ κολ­λέ­γιο. Τώ­ρα εἶ­σαι κι ἐ­πί­ση­μα ενήλικας.

       Με­τά, ὑ­πο­σχέ­σου σὲ κά­ποι­ον ὅ­τι θὰ τὸν ἀ­γα­πᾶς γιὰ πάν­τα. Πές του, «κα­νέ­νας ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­σέ­να δὲ θὰ φι­λή­σει πο­τὲ αὐ­τὰ τὰ χεί­λη» (χά­ι­δε­ψέ τα μὲ τὰ δά­χτυ­λά σου γιὰ ἔμ­φα­ση). Σύ­ρε τὸ χέ­ρι σου μέ­χρι τὸ μπρο­στι­νὸ μέ­ρος τοῦ τζίν σου καὶ πὲς «κι αὐ­τό σοῦ ἀ­νή­κει, ἐ­πί­σης». Δι­ά­λε­ξε μιὰ με­ριὰ στὸ κρε­βά­τι ποὺ θὰ εἶ­ναι μό­νο δι­κιά σου, ἀλ­λὰ μοι­ρά­σου τὸ ἀ­πο­σμη­τι­κό σου καὶ τὸν κω­δι­κό σου. Στὰ τα­ξί­δια μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το δι­ά­βα­ζε δυ­να­τὰ με­γά­λα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Συμ­φω­νῆστε ποι­ὸ θὰ εἶ­ναι τὸ τρα­γού­δι σας. Ὅ­ταν πλέ­ον δὲ θὰ σὲ κα­λύ­πτει ἡ ἀ­σφά­λεια ὑ­γεί­ας τῶν γονι­ῶν σου, πά­ρε τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ τὸ γι­ορ­τά­σεις δη­μο­σί­ως. Δι­ά­λε­ξε ἕ­ναν πά­στο­ρα ἀ­πὸ τὸν τη­λε­φω­νι­κὸ κα­τά­λογο κι ἂν γί­νε­ται δι­ά­λε­ξε ἕ­ναν ποὺ θὰ ἔ­χει δι­κή του σφρα­γί­δα. Σέρ­βι­ρε κε­φτέ­δες γιὰ φα­γη­τό.

         Ἀγοράστε ἀ­πὸ κοι­νοῦ μί­α βα­σι­κὴ οἰ­κια­κὴ συ­σκευ­ή. Ψάξ­τε κι ἀγοράστε ἕ­να σπί­τι. Ἄλ­λα­ξε τὸ ἐ­πί­θε­τό σου καὶ πὲς στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φί­λες σου ὅ­τι εἶ­ναι πα­ρά­δο­ση γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς σου. Ὀρ­γα­νῶστε μα­ζὶ τὸ σπί­τι. Κάν­τε ἔ­ρευ­να σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες μὲ ἰ­δέ­ες γιὰ δι­α­κό­σμη­ση, γιὰ νὰ βρεῖ­τε χρῶ­μα γιὰ τοὺς τοί­χους.

       Κά­νε τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια γιὰ χρό­νια. Ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ ἐ­σέ­να πό­σα χρό­νια. Ἀλ­λὰ κά­που ἐ­κεῖ, ξε­κί­να νὰ κοι­μᾶ­σαι ὅ­ταν βρί­σκε­σαι στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ σὲ με­γά­λα τα­ξί­δια. Ἄρ­χι­ζε νὰ κου­ρά­ζε­σαι ποὺ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τό­σο πο­λὺ τὸ δελ­τί­ο και­ροῦ. Πεῖ­σε τὸν ἑ­αυ­τό σου ὅ­τι πο­τὲ δέ σοῦ ἄ­ρε­σε τὸ σὲξ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς.

       Ὅ­ταν νι­ώ­σεις ἕ­τοι­μη, ξε­κί­να νὰ ἀ­νυ­πο­μο­νεῖς γιὰ τὴ στιγ­μὴ τῆς νύ­χτας ποὺ ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­χει κοι­μη­θεῖ. Ἐ­ρω­τεύ­σου ἐ­κεῖ­νες τὶς ὡ­ραῖ­ες προ­τά­σεις μέ­σα στὰ βι­βλί­α ποὺ θὰ παίρ­νεις στὸ κρε­βά­τι γιὰ δι­ά­βα­σμα. Πι­ὲς πο­λὺ σ’ ἕ­να πάρ­τι καὶ φί­λα κά­ποι­ον πο­λὺ μι­κρό­τε­ρό σου. Θυ­μή­σου πῶς δί­νουν φι­λιά. Μηχανι­κὰ φι­λιά. Πά­ρε το ἀ­πό­φα­ση ὅ­τι εἶ­σαι μιὰ ἠ­θι­κὴ τσού­λα. Ὑ­πο­κρί­σου ὅ­τι προ­σπα­θεῖς νὰ πεί­σεις τὸν ἄν­τρα σου νὰ κά­νει κι αὐ­τὸς τὸ ἴ­διο, ἀλ­λὰ εὐ­χή­σου νὰ δι­α­φω­νή­σει. Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ θέ­λει ἀρ­κε­τὴ προ­σπά­θεια.

       Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ προ­χω­ρή­σεις τὴ ζω­ή σου σι­γά-σι­γά. Σκόρ­πι­σε στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α τὶς ἀγ­γε­λί­ες μὲ τὰ κυ­κλω­μέ­να μὲ κόκ­κι­νο στυ­λὸ δι­α­με­ρί­σμα­τα. Ἀ­να­ρω­τή­σου ποι­ὸς θὰ πά­ρει τὸ μι­σο­ά­δει­ο ὑ­γρὸ σα­πού­νι χε­ρι­ῶν τοῦ μπά­νιου καὶ σι­γου­ρέ­ψου ὅ­τι τὰ δη­μη­τρια­κὰ θὰ τὰ πά­ρεις ἐ­σύ. Κρύ­ψε τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να σου βι­βλί­α στὴ δου­λειά. Ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ ἀ­να­φέ­ρε­σαι στὸν ἑ­αυ­τό σου στὸ α’ ἑ­νι­κὸ πρό­σω­πο δη­μο­σί­ως. Πά­ρε τη­λέ­φω­νο τὴ μη­τέ­ρα σου καὶ ζή­τη­σέ της κου­τιά.

       Μό­λις τοῦ ρα­γί­σεις τὴν καρ­διά, κά­νε τον νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι μό­νο μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο θὰ ἐ­πι­βί­ω­νες. Γί­νε πα­ρά­τολ­μη μὲ τὶς καρ­δι­ὲς τῶν ἄλ­λων καὶ ἄ­στα­τη μὲ τὴ δι­κή σου. Μά­θε νὰ ζεῖς χω­ρὶς τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἔ­πι­πλά σου, ἀλ­λὰ βα­σί­σου στὰ τσι­γά­ρα σου. Θὰ σοῦ χρεια­στοῦν, ὅ­ταν θὰ κό­ψεις κά­θε ἐ­πα­φή. Δι­ά­γρα­ψε τὰ μι­σὰ ὀ­νό­μα­τα τῆς τη­λε­φω­νι­κῆς σου ἀ­τζέν­τας μὲ ἀ­νε­ξί­τη­λο μαρ­κα­δό­ρο. Συ­νή­θι­σε νὰ μὴ φο­ρᾶς τὴ βέ­ρα σου στοὺς πε­ρι­πά­τους πρὸς τὸ μα­γα­ζί.

       Καὶ τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, κά­νε πα­ρέ­α μὲ γυ­ναῖ­κες κυ­νι­κὲς καὶ ὀ­νει­ρο­πό­λες. Βγὲς μα­ζί τους καὶ πά­ρε τὸν ἀ­πο­γευ­μα­τι­νό σου ὑ­πνά­κο μὲς στὴ ζε­στα­σιὰ καὶ μὲ ὄ­μορ­φα συ­ναι­σθή­μα­τα. Πα­ρα­δέ­ξου ἐ­κεῖ­να ποὺ χρει­ά­ζε­σαι. Μεῖ­νε ἥ­συ­χη ὅ­τι θὰ σὲ ἀ­γα­ποῦν ἀ­κό­μα κι ἂν κα­τα­λα­βαί­νουν ὅ­τι κά­ποι­ες φο­ρὲς εἶ­σαι ἁ­πλὰ ἕ­να κο­ρί­τσι ποὺ θέ­λει νὰ κά­νει τὸ δι­κό του. Ὁ δρό­μος τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς δὲν εἶ­ναι πάν­τα ὁ ἴ­διος μὲ ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σες, γιὰ νὰ φτά­σεις μέ­χρι ἐ­δῶ, θὰ σοῦ θυ­μί­σουν.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 very short stories, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Τζέ­νι­φερ Α. Χά­ου­αρτ (Jennifer A. Howard): Ζεῖ, δι­δά­σκει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Passages North στὴ χι­ο­νι­σμέ­νη Upper Peninsula τοῦ Μί­σιγ­καν. Ἡ συλ­λο­γή μὲ τὰ ὑ­πέρ­μι­κρα δι­η­γή­μα­τά της μὲ τί­τλο How to End Up, ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὴ New Delta Review.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Βα­σι­λεί­α Μπλέ­τσα. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American College. Δι­δά­σκων μα­θή­μα­τος: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

Γιῶργος Σκαμπαρδώνης: Ὁ καστανὰς τῆς Β’ Δημοτικοῦ

Skampardonis,Giorgos-OKastanasTisB'Dimotikou-Eikona-01

Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης


 

Ὁ κα­στα­νὰς τῆς Β΄ Δη­μο­τι­κοῦ

 


01-DeltaΕΚΕΜΒΡΙΟΣ. ΚΑΤΕΒΑΙΝΩ τὴν Τσι­μι­σκή· γω­νί­α μὲ Ἀ­ρι­στο­τέ­λους, βλέ­πω τὸν κα­στα­νὰ ἀ­π’ τὸ πα­λιὸ Ἀ­να­γνω­στι­κό τῆς Β’ Δη­μο­τι­κοῦ, τὸν ζω­γρα­φι­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν Γι­ῶρ­γο Μα­νου­σά­κη (κά­ποι­οι νο­μί­ζου­νε, λά­θος, ὅ­τι εἶ­ναι ζω­γρα­φιὰ τοῦ Γραμ­μα­τό­που­λου), νὰ κά­θε­ται στὴ γω­νί­α μὲ τὴ φου­φοὺ καὶ νὰ ψή­νει κά­στα­να. Στὲκο­μαι δι­στα­κτι­κὰ μπρο­στά του. Τὸν κοι­τά­ζω ἐ­πί­μο­να, ἐ­ξε­τα­στι­κὰ – κι ὅ­μως εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος, ὁ ἴ­διος, αὐ­το­προ­σώ­πως. Τοῦ ζη­τά­ω ἀ­μή­χα­νος ἕ­να σα­κου­λά­κι. Αὐ­τὸς πιά­νει ἐ­πι­δέ­ξια με­ρι­κὰ ψη­μέ­να κά­στα­να μὲ μιὰ μα­σιά, τὰ βά­ζει προ­σε­κτι­κὰ σὲ μιὰ μι­κρὴ χάρ­τι­νη σα­κού­λα καὶ μοῦ τὰ δί­νει – βγά­ζω καὶ τὸν πλη­ρώ­νω.

       Προ­χω­ρά­ω πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος πα­ρα­κά­τω. Νι­ώ­θω τὴ χού­φτα μου ζε­στὴ ἀ­π’ τὰ κά­στα­να, σὰν κοι­λιὰ τρυ­γό­νας – παίρ­νω ἕ­να, τὸ ξε­φλου­δί­ζω ἀπ’ τὰ σκα­σμέ­να τσό­φλια κι ἐ­νῶ τὸ τρώ­ω ξε­φυ­σών­τας για­τί εἶ­ναι καυ­τό, βλέ­πω ἀ­πὸ μα­κριὰ νὰ ‘ρ­χε­ται κα­τα­πά­νω μου ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ δη­μο­τι­κοῦ σχο­λεί­ου, ὁ κύ­ριος Πα­πα­στρα­τη­γό­που­λος, ποὺ μᾶς ἔ­κα­νε τό­τε γραμ­μα­τι­κή: αὐ­στη­ρός, μέ­σα στὸ γκρὶ κο­στού­μι του, ἄ­καμ­πτος, κρα­τών­τας ἕ­ναν ξύ­λι­νο χά­ρα­κα. Φτά­νει δί­πλα μου, στέ­κει ἀ­κί­νη­τος, βλο­συ­ρός, βλέ­πει τί κρα­τά­ω στὰ χέ­ρια, καὶ μὲ ρω­τά­ει, ἐ­νῶ χτυ­πά­ει ρυθ­μι­κά, ἀ­πει­λη­τι­κὰ τὸν χά­ρα­κα στὴ χού­φτα του:

       «Σκαμ­παρ­δώ­νη, πῶς λέ­με τὰ κά­στα­να στὰ ἀρ­χαῖ­α;»

       Ἄρ­χι­σαν νὰ τρέ­μουν τὰ πό­δια μου. Βου­βά­θη­κα. Ξε­ρο­κα­τά­πια.

       Μὲ κοι­τά­ζει ἐ­πι­τι­μη­τι­κὰ καὶ συ­νε­χί­ζει:

       «Διὸς κά­ρυ­α. Πε­νήν­τα δύ­ο χρό­νια πέ­ρα­σαν κι ἀ­κό­μα δὲν τὸ ’μα­θες;»

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Νο­έμ­βριος (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πα­τά­κη, 2014).

Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης (Θεσσαλονίκη, 1953). Δι­ή­γη­μα, Μυθι­στό­ρη­μα. Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Μά­τι φώ­σφο­ρο, κου­μάν­το γε­ρό (ἐκδ. Κα­στανι­ώ­της, 1992). Ἔ­γρα­ψε μὲ τὸν Παν­τε­λῆ Βούλ­γα­ρη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν ται­νί­α Ὅ­λα εἶ­ναι δρό­μος. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Νο­έμ­βριος (ἐκδ. Πα­τά­κης, 2014). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.

Βιτσεσλὰφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух): Ἐγὼ καὶ ἡ περεστρόικα


 

Pietsouch,Bitseslaf-EgoKaiIPerestroika-Eikona-04

 

Βιτσεσλὰφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух)


Ἐγὼ καὶ ἡ περεστρόικα

(Я и перестройка)


10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΩΡΑ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ πῶς ἔ­πε­σε ἡ πε­ρε­στρό­ι­κα. Δὲν ἔ­πε­σε ἀ­κρι­βῶς, ἀλ­λὰ θὰ πέ­σει ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­παρ­χαι­ω­μέ­νης μορ­φῆς τῆς οἰ­κο­γέ­νειας καὶ τοῦ γά­μου ποὺ δε­σπό­ζει στὸν πραγ­μα­τι­κὸ σο­σι­α­λι­σμό. Γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, πρέ­πει νὰ σᾶς προ­ει­δο­ποι­ή­σω ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ δὲν ἔ­γι­ναν με­γά­λες δη­μι­ουρ­γί­ες, ἀ­πὸ μιὰ σα­χλα­μά­ρα ποὺ τοὺς στά­θη­κε ἐμ­πό­διο. Ἂς πά­ρου­με τὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Πέ­τρου Φιο­ν­τό­ρο­βιτς, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν πραγ­μα­το­ποί­η­σε τὴ με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κή του ἀ­πο­στο­λή, μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­χε κά­νει δη­μό­σιο κή­ρυγ­μα στὴ γυ­ναί­κα του Αἰ­κα­τε­ρί­νη(1) γιὰ τὸ φρε­νι­α­σμέ­νο ταμ­πε­ρα­μέν­το της.

       Ὅ­λο το προ­η­γού­με­νο ἔ­τος δού­λευ­α πά­νω σὲ ἕ­να σχέ­διο ρι­ζι­κῆς ἀ­να­μόρ­φω­σης πού, κα­τὰ τοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμούς μου, θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε τὴ χώ­ρα στὰ ὅ­ρια τῆς ἀ­πό­λυ­της εὐ­η­με­ρί­ας καί, τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κό, στὸ μι­κρό­τε­ρο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Αὐ­τὴ ἡ δου­λειὰ τρά­βα­γε σὲ μά­κρος. Ὑ­πο­λό­γι­ζα νὰ τὴν τε­λει­ώ­σω τὸν χει­μώ­να καὶ ναὶ μὲν τὴν τέ­λει­ω­σα τὸν χει­μώ­να, ἀλ­λὰ ὄ­χι τὸν χει­μώ­να τοῦ ἴ­διου ἔ­τους, ἐ­πει­δὴ με­τὰ τὴν Ὀ­κτω­βρια­νὴ ἐ­πέ­τει­ο μπε­κρού­λια­ζα φο­βε­ρά. Ἡ γυ­ναί­κα μου, ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, συμ­βι­βά­στη­κε ὅ­πως-ὅ­πως μὲ αὐ­τὸ τὸ συ­νε­χὲς με­θύ­σι, στὸ μέ­τρο πού, τρό­πος τοῦ λέ­γειν, ἦ­ταν προ­φα­νὲς ὅ­τι ἐ­γὼ κου­βα­λοῦ­σα ἕ­να ἀ­πάν­θρω­πο φορ­τί­ο: δου­λειὰ στὸ ἐργοστά­σιο, δου­λειὰ στὸ σπί­τι καὶ ἀ­κό­μα κά­θε εὐ­λο­γη­μέ­νο βρά­δυ νὰ πη­γαί­νω στὴν κου­ζί­να καὶ νὰ δου­λεύ­ω πά­νω σὲ αὐ­τὸ τὸ ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ σχέ­διο, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μο­χθῶ, σχε­δὸν μέ­χρι τὸ πρω­ί. Νὰ ὅ­μως ποὺ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να τὰ Σάβ­βα­τα καὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς δὲ μὲ ἀ­φή­νει νὰ πά­ω που­θε­νά, ὅ­ταν ἔ­χω πολ­λὴ ἀ­νάγ­κη νὰ χαλα­ρώ­σω ἀ­πὸ τὴν τρε­λὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα μὲ τὸν μπαλ­τὰ καὶ λέ­ει:

       — Σάβ­βα­το καὶ Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι στὸ σπί­τι!

       Ἄρ­γη­σα, ξάρ­γη­σα τε­λεί­ω­σα τὸ σχέ­διό μου. Τὴ νύ­χτα τῆς τρί­της πρὸς τὴν τε­τάρ­τη τοῦ Δε­κεμ­βρί­ου ἔ­βα­λα τὴν τε­λευ­ταί­α τε­λεί­α, το­πο­θέ­τη­σα τὸ χει­ρό­γρα­φο στὸ ντο­σι­ὲ μὲ τὶς με­τα­ξω­τὲς κορ­δέ­λες, τὸ πῆ­ρα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τὸ τα­χτά­ρι­σα γύ­ρω-γύ­ρω στὸ δω­μά­τιο, χόρ­τα­σα νὰ κοι­τά­ζω τὸν ἑ­αυ­τό μου στὸν κα­θρέ­φτη, ποι­οί εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, τὰ αὐ­το­δί­δα­κτα τα­λέν­τα, καὶ ἔ­κρυ­ψα τὸ ντο­σι­ὲ στὸ πα­τά­ρι. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ἀ­κό­μα εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι τὴ δου­λειά μου θὰ τὴν ἔ­θα­βα, για­τί πρέ­πει νὰ φαν­τα­ζό­μου­να πο­λὺ κα­λὰ τὶς κα­τα­στρο­φι­κὲς συ­νέ­πει­ες, ἂν προ­σπα­θοῦ­σα νὰ τὴν σπρώ­ξω πρὸς τὶς Ἀρ­χές, «γι’ αὐ­τὸ ἀ­κού­σα­με ἕ­να σω­ρὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α»: ἂς πά­ρου­με τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ πρώ­του μας ἀ­νε­μο­πλό­ου Κου­σμὰ Ζι­ό­μοφ, ποὺ τὸν μα­στί­γω­σαν δη­μό­σια, ὄ­χι μό­νο μιὰ φο­ρά, γιὰ τὴν ἐ­φεύ­ρε­ση τοῦ ἀ­νε­μό­πτε­ρου. Ὅ­μως οἱ πο­λι­τι­σμέ­νοι μας ἀ­πό­γο­νοι ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ ξέ­ρουν ὅ­τι τὸ γό­νι­μο ρω­σι­κὸ μυα­λὸ δὲν λα­γο­κοι­μό­ταν οὔ­τε κὰν στοὺς πιὸ σι­χα­με­ροὺς και­ρούς. Με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρι­μη σκέ­ψη ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω πε­ρί­λη­ψη τοῦ σχε­δί­ου μου καὶ νὰ τὴ στεί­λω στὰ «παι­διὰ» τοῦ ὑ­πουρ­γι­κοῦ συμ­βου­λί­ου, τὸ πι­θα­νό­τε­ρο ἀ­πὸ μα­ται­ο­δο­ξί­α, καὶ ἔ­τσι πῆ­ραν τὰ μυα­λά μου ἀ­έ­ρα.

       Θαυ­μα­στὰ τὰ ἔρ­γα σου, Κύ­ρι­ε: ἔ­στει­λα τὸ πα­κέ­το τὴ Δευ­τέ­ρα καὶ ἤ­δη τὸ Σάβ­βα­το μοῦ τη­λε­φώ­νη­σαν. Μιὰ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαι­νό­ταν νε­α­νι­κὴ μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε:

       — Τώ­ρα θὰ σᾶς μι­λή­σει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κά­τι ἄ­να­ψε μέ­σα μου τὴν πε­ρη­φά­νια καὶ εἶ­χα καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ κρα­τι­κοῦ στε­λέ­χους. Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι, ἂν μὲ αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα ὁ­λο­κλη­ρω­νό­τα­νε ἡ μοί­ρα τοῦ σχε­δί­ου μου, ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α μου θὰ εἶ­χε ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό. Φυ­σι­κά, ἐ­γὼ ἔ­κα­να ἕ­να μορ­φα­σμό, κού­νη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι μου κά­νον­τας νό­η­μα στὴ γυ­ναί­κα μου, γιὰ νὰ ση­κώ­σει τὴν πα­ράλ­λη­λη συ­σκευ­ὴ καὶ μ΄ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ὁ ἄν­τρας της κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ πα­λα­βὸς ὀ­νει­ρο­πό­λος εἶ­ναι, ἀλ­λὰ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ κρα­τι­κὸ στέ­λε­χος.

       — Χαί­ρε­τε, Ἀ­λε­ξάντρ Ἰ­βά­νιτς, – λέ­ει ξαφ­νι­κὰ ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς, — τί κά­νε­τε, πῶς εἶ­σθε;

       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τά­ω: — Ἀ­π’ ὅ,τι ξέ­ρω, ὅ­λα κα­λά.

       — Γιὰ ἐ­σᾶς δὲν εἶχα ἀ­κού­σει κά­τι νω­ρί­τε­ρα, – συ­νε­χί­ζει τὸ λόγο του ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ποῦ ἐρ­γά­ζε­σθε: στὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Ἐ­πι­στη­μῶν ἢ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τοῦ Ἀμ­πάλ­κιν;

       — Ἐ­γώ, – ἀ­παν­τά­ω: γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, εἶ­μαι πρα­κτι­κὸς ποὺ ἀ­σχο­λοῦ­μαι ἄ­με­σα στὴ βι­ο­μη­χα­νί­α.

       — Καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τά σας καὶ ὁ βαθ­μός σας ποι­οί εἶ­ναι;

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἁ­πλό: εἶ­μαι ἐρ­γά­της με­τάλ­λου ἀ­νώ­τα­της βαθ­μί­δας – νά καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τα, νά καὶ ὁ βαθ­μός μου!

       — Μὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τὲ Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νιτς, θὰ πρέ­πει νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με νὰ συ­ζη­τή­σου­με σο­βα­ρά. Οἱ ἰ­δέ­ες σας μᾶς κί­νη­σαν «ἔν­το­να» τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χουν στὸ ση­μεί­ω­μά σας, νὰ ποῦ­με, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σκο­τει­νὰ ση­μεῖ­α ποὺ χρει­ά­ζον­ται «ἀ­πο­σα­φή­νι­ση» ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α. Τί λέ­τε, εἶστε νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με, νὰ μι­λή­σου­με σο­βα­ρά;

       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τῶ καὶ κά­νω μα­τά­κι στὴ γυ­ναί­κα μου. (Μὰ ποι­ός εἶ­μαι! Ἔ­ζη­σες δέ­κα πέν­τε χρό­νια μα­ζί μου καὶ στὴν οὐ­σί­α δὲν ξέ­ρεις ποι­ός εἶ­μαι.)

       — Τό­τε, μᾶλ­λον, ἂς μὴ κα­θυ­στε­ρή­σου­με αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ – λέ­ει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ἂς συ­ναν­τη­θοῦ­με καὶ σή­με­ρα. Ἐ­μεῖς, ἐν­νο­εῖ­ται, θὰ στεί­λου­με αὐ­το­κί­νη­το νὰ σᾶς πά­ρει…

       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τά­ω.

       Με­τά, συν­δέ­ε­ται πά­λι ἡ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαί­νε­ται νε­α­νι­κὴ καὶ ἀ­να­κοι­νώ­νει: τὸ αὐ­το­κί­νη­το θὰ ἔρ­θει σὲ δε­κα­πέν­τε λε­πτά, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι δε­κα­ε­πτὰ-εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα.

       Βά­ζον­τας στὴ θέ­ση του τὸ ἀ­κου­στι­κό, ἔ­ρι­ξα χα­ρού­με­νες μα­τι­ὲς στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να καὶ ξε­κί­νη­σα νὰ ντύ­νο­μαι. Ἀλ­λὰ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να πῆ­ρε τὸν μπαλ­τά, στά­θη­κε στὴν πόρ­τα καὶ κα­τὰ τὴ συ­νή­θειά της εἶ­πε:

       — Τὸ Σάβ­βα­το καὶ τὴν Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι ἐ­δῶ!

       — Μά, εἶ­σαι μὲ τὰ κα­λά σου…! – ἀ­να­φω­νῶ, τὴ στιγ­μὴ ποὺ χώ­νω τὰ πό­δια μου στὰ και­νούρ­για τσε­χοσ­λο­βά­κι­κα μπο­τά­κια. Ἔ­χεις ἰ­δέα;… Ποιός μὲ κα­λεῖ, για­τί καὶ σὲ ποι­ό μέ­ρος; Αὐ­τὸ εἶ­ναι κρα­τι­κὴ ὑ­πό­θε­ση! Τώ­ρα φθά­νει γιὰ μέ­να μιὰ «Τσά­ι­κα»(2)… Ποῦ κολ­λά­ει τὸ Σάβ­βα­το καὶ ἡ Κυ­ρια­κή;

       — Κολ­λά­ει, – ξε­κα­θα­ρί­ζει ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, στὸ ὅ­τι καὶ τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το ποὺ εἶ­χες κρα­τι­κὲς ὑ­πο­θέ­σεις ἐμ­φα­νί­σθη­κες με­τὰ τὶς δύ­ο τὴ νύ­χτα, καὶ ἤ­σου­να καὶ στου­πί! Καὶ τὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το ἦρ­θε νὰ σὲ πά­ρει, μό­νο ποὺ δὲν ἦ­ταν «Τσά­ι­κα» ἀλ­λὰ «Πρώ­των Βο­η­θει­ῶν», – ἢ τὸ ξε­χνᾶς Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νο­βιτς ἐ­πει­δὴ ἤ­σουν σου­ρω­μέ­νος;

       Μὰ καὶ πῶς νὰ τὸ ξέ­χνα­γα, φυ­σι­κὰ καὶ δὲν τὸ ξέχασα: τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το μὲ ἔ­πι­α­σε ξαφ­νι­κὰ τό­ση με­λαγ­χο­λί­α, —αὐ­τὸ συ­νέ­βη τὸ πρω­ὶ ποὺ δι­ά­βα­σα γιὰ τὴν ἐ­περ­χό­με­νη οἰ­κο­νο­μι­κὴ κα­τάρ­ρευ­ση— πού, ἁ­μαρ­τί­α ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νη, τη­λε­φώ­νη­σα σὲ ἕ­να φί­λο ποὺ ἐρ­γά­ζε­ται στὶς «πρῶ­τες βο­ή­θει­ες» καὶ μὲ πή­ρα­νε γιὰ πι­θα­νὴ «σαλ­μο­νέ­λω­ση» ποὺ δῆ­θεν εἶ­χε πέ­σει στὸ ἐρ­γο­στά­σιό μας.

       Μὲ δυ­ὸ λό­για, μὲ κα­νέ­να τρό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ φέ­ρω ἀν­τίρ­ρη­ση στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να, για­τί τό­τε πραγ­μα­τι­κὰ ἐμ­φα­νί­στη­κα στὶς δύο τὸ πρω­ὶ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἤ­μουν στου­πί.

(1) Ἐν­νο­εῖ τὴ Με­γά­λη Αἰ­κα­τε­ρί­νη ποὺ ἀ­νέ­τρε­ψε τὸν σύ­ζυ­γό της Πέ­τρο.

(2) Πο­λυ­τε­λὲς σο­βι­ε­τι­κὸ αὐ­το­κί­νη­το.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἀνθολογία И.И. Яцен­ко: Рус­ская «нет­ра­диц­ионная» про­за ко­нца ХХ века, Санкт-Пе­те­рбург, «Зла­тоуст» 2004 (Ρω­σι­κὴ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α τοῦ τέ­λους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, ἐκ­δό­σεις Ζλα­τα­ού­στ 2004). Πρώτη δημοσίευση τῆς με­τά­φρα­σης στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Βακ­χι­κόν (30-03-2015).

Pietsouch,Bitseslaf-Eikona-02Βιτσεσλάφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух) (Вячеслав Пьецух) (Μό­σχα, 1946). Τε­λεί­ω­σε τὸ παι­δα­γω­γι­κὸ ἰν­στι­τοῦ­το. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν βι­βλί­ων Ἀλ­φά­βη­το (1983), Νέ­α μο­σχο­βί­τι­κη φι­λο­σο­φί­α (1989), Ραμ­μάτ (1990), Ἐ­γὼ καὶ οἱ ἄλ­λοι (1990), Κύ­κλοι (1992), Παι­δά­κι τοῦ κρά­τους (1997). Ζεῖ στὴ Μό­σχα. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ γρά­φτη­κε τὸ 1989. Εἶ­ναι ἐκ­πρό­σω­πος τῆς «εἰ­ρω­νι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας». Σκο­πός της εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῶν λαν­θα­σμέ­νων ἐ­κτι­μή­σε­ων. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἡ ἀ­φή­γη­ση τοῦ Πι­έ­τσουχ φτά­νει στὸ μον­τερ­νι­σμό, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸν πα­ρα­λο­γι­σμὸ τοῦ κό­σμου. Τὸν ἥ­ρω­α τοῦ Πι­έ­τσουχ τὸν σώ­ζει ἡ ρή­ξη του μὲ τὸν κό­σμο, τὸ κλεί­σι­μο στὸν ἑ­αυ­τό του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Μου­σι­κός. Σπού­δα­σε ρω­σι­κὰ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πού­σκιν καὶ στὸ Κέν­τρο Ρω­σι­κῶν Σπου­δῶν Μίρ. Ἔ­χει πά­ρει τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης «Ἄντον Τσέχωφ» 2010 καὶ ἔ­χει ἀ­ναρ­τή­σεις στὸ ἱστολόγιο Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι καὶ στὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ σε­νά­ρια τῆς β’ γυ­μνα­σί­ου τῆς ἱ­στο­σε­λί­δας τοῦ ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου.

Ἠλίας Κουτσοῦκος: Τὰ μαχητικὰ στὴ μύτη


 

Koutsoukos,Ilias-TaMachitikaStiMyti-Eikona-03


Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος


 Τὰ μα­χη­τι­κὰ στὴ μύ­τη

 

02-OmikronΓΙΩΡΓΟΣ θέ­λει νὰ βγά­λει με­ρι­κὲς φω­τὸ στὴ μύ­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους, στὸ ἀ­έ­τω­μα τοῦ μο­να­χοῦ Ἰ­ω­σήφ, ποὺ βρί­σκε­ται στὸ ἀ­κραῖ­ο τμῆ­μα τῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας, τρα­κό­σια μέ­τρα πά­νω ἀπ’ τὴ θά­λασ­σα, στὴν κο­ρυ­φὴ τῶν βρά­χων.

        Πᾶ­με μὲ τὸ τζὶπ καὶ τὸ ἀ­φή­νου­με δι­α­κό­σια μέ­τρα πρὶν ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ κε­λὶ τοῦ γέ­ρον­τα. Εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι, Ἰ­ού­λιος, καὶ στὶς ἄ­κρες των βρά­χων ὁ ἀ­έ­ρας σφυ­ρί­ζει.

        Τὸ κε­λὶ ἔ­χει ἕ­να μι­κρὸ αὔ­λει­ο χῶ­ρο ὅ­που βρί­σκον­ται κι ἀ­νε­μί­ζουν στὰ ψη­λὰ κον­τά­ρια τους δυ­ὸ ση­μαῖ­ες. Μί­α ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ μί­α τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου.

        «Αὐ­τὲς ἀ­νε­μί­ζει ὁ γέ­ρον­τας ὅ­ταν περ­νοῦν τὰ κορ­σὲρ καὶ τὰ F16 ἀ­πὸ πά­νω του χαμηλά», μοῦ λέ­ει ὁ Γι­ῶρ­γος, ἐ­νῶ φω­νά­ζει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ἰ­ω­σήφ.

        Ὁ Ἰ­ω­σὴφ ἐμ­φα­νί­ζε­ται χαμο­γε­λα­στός, κι ὅ­πως τὸν κό­βω, εἶ­ναι του­λά­χι­στον δέ­κα χρό­νια μι­κρό­τε­ρός μου, πράγ­μα ποὺ δὲν εἶ­ναι ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο γιὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­ά­στα­ση τοῦ σε­βα­σμοῦ μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν φη­μί­ζε­ται γιὰ τὶς κα­λύ­τε­ρες δι­α­θέ­σεις του ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς θρη­σκευ­τι­κοὺς «μύ­θους».

        Ὡ­στό­σο, ὁ Ἰ­ω­σὴφ ἔ­χει ἕ­να θερ­μὸ χαμό­γε­λο στὰ χεί­λη καὶ μᾶς κα­λω­σο­ρί­ζει στὸ ἀ­έ­τω­μά του, λέ­ει:

        «Πε­ράστε, παι­διά, πε­ράστε γιὰ μιὰ ρα­κὴ κι ἕ­να γλυ­κό, ἔ­χω δι­κό μου γλυ­κὸ συ­κα­λά­κι, ἐ­λᾶ­τε, ἐ­λᾶ­τε μέ­σα.»

        Περ­νᾶ­με στὸ κε­λὶ τοῦ γέ­ρον­τα καὶ τὸ πρῶ­το ποὺ βλέ­πω εἶ­ναι μιὰ με­γά­λη, γύ­ρω στὸ ἕ­να μέ­τρο, μι­νι­α­τού­ρα μα­χη­τι­κοῦ F16 μέ­σα σὲ φά­ιμ­περ­γκλας ποὺ γρά­φει στὴ βά­ση του «στὸν γέ­ρον­τα Ἰ­ω­σὴφ ἀ­πὸ τοὺς πι­λό­τους τῆς Τα­νά­γρας» καὶ πά­νω ἀπ’ τὴ μι­νι­α­τού­ρα μιὰ στο­λὴ πι­λό­του μα­χη­τι­κοῦ μὲ τὸ ὄ­νο­μά του κεν­τη­μέ­νο στὸ δε­ξὶ στῆ­θος «Ἰ­ω­σήφ» καὶ ὅ­λα τα δι­α­κρι­τι­κὰ τῆς Μοί­ρας.

        Ὁ Γι­ῶρ­γος τὸν ρω­τά­ει ἂν μέ­νει μό­νος του στὸ κε­λὶ κι ὁ γέ­ρον­τας ἀ­παν­τά­ει μὲ φυ­σι­κό­τη­τα πὼς μέ­νει μὲ ἄλ­λους δυ­ό, ποὺ ἐ­μεῖς δὲν τοὺς βλέ­που­με, για­τί εἶ­ναι οἱ ἄγ­γε­λοί του.

       Εἶ­ναι σί­γου­ρο, σκέ­φτο­μαι, πὼς ὁ Ἰ­ω­σὴφ χά­νει λά­δια, πλὴν ὅ­μως θέ­λω νὰ τὸν ἀ­κού­σω στὶς δι­η­γή­σεις του καὶ τὸν ρω­τά­ω πῶς κι ἔ­τσι ἔ­πι­α­σε παρ­τί­δες μὲ τοὺς πι­λό­τους τῆς Πο­λε­μι­κῆς Ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας, κι ἐ­νῶ μᾶς σερ­βί­ρει τὸ συ­κα­λά­κι καὶ τὴ ρα­κὴ καὶ τοῦ λέ­με «εὐ­λό­γη­σον», μ’ ἕ­να χαρού­με­νο πρό­σω­πο μᾶς λέ­ει πώς, ὅ­ταν ἄρ­χι­σαν πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια οἱ ἀ­ε­ρο­μα­χί­ες στὸ Αἰ­γαῖ­ο, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες πα­ρα­βιά­σεις τοῦ ἐ­να­έ­ριου χώ­ρου μας γί­νον­ταν λίγο πιὸ πέ­ρα ἀ­π’ τὴ μύ­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους, κι ὅ­ταν οἱ δι­κοί μας κυ­νη­γοῦ­σαν τοὺς Τούρ­κους καὶ τοὺς ἔ­δι­ω­χναν, με­τὰ πε­τοῦ­σαν χαμηλά πρὸς τὴ μύ­τη κι ὁ Ἰ­ω­σὴφ ἔ­βγαι­νε στὴν αὐ­λὴ καὶ κου­νοῦ­σε τὶς ση­μαῖ­ες κι οἱ πι­λό­τοι τὶς ἔ­βλε­παν καὶ χαί­ρον­ταν καὶ ξα­να­γυρ­νοῦ­σαν σὲ χαμη­λὴ πτή­ση δυ­ὸ καὶ τρεῖς φο­ρὲς γιὰ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σουν. Με­τὰ ἦρ­θαν γιὰ προ­σκύ­νη­μα στὸ Ὅ­ρος καὶ τὸν συ­νάν­τη­σαν καὶ ξα­να­ῆρ­θαν καὶ ξα­να­ῆρ­θαν καὶ τοῦ ἔ­φε­ραν τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο καὶ με­τὰ τοῦ ἔ­φτια­ξαν καὶ τὴ στο­λή, πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα πι­λό­τοι, ὅ­λοι βα­θύ­τα­τα πι­στοί, ἀν­θυ­πο­σμη­να­γοί, ὑ­πο­σμη­να­γοί, σμη­να­γοί, ὁ δι­οι­κη­τής τους, ὁ σμή­ναρ­χος, καὶ ὁ γέ­ρον­τας ἔ­γι­νε ὁ προ­στά­της τῆς Μοί­ρας τους καὶ τὸν κά­λε­σαν στὴν Τα­νά­γρα καὶ τοῦ κά­να­νε γι­ορ­τὴ —κι ὅ­σο μᾶς τὰ δι­η­γεῖ­ται, τό­σο λάμ­πει τὸ πρό­σω­πό του— κι ὁ γέ­ρον­τας ξέ­ρει ἀ­π’ ἔ­ξω κι ἀ­να­κα­τω­τὰ ὅ­λο το ἐ­πι­χει­ρη­σια­κὸ πρό­γραμ­μα τῆς Μοί­ρας, ξέ­ρει τὰ πάν­τα γύ­ρω ἀ­π’ τὸ μα­χη­τι­κὸ F16 καὶ μά­λι­στα κο­ρυ­φώ­νει τὴ δι­ή­γη­ση του λέ­γον­τάς μας:

        «Ὅ­ταν κυ­νη­γᾶς τὸν ἄ­πι­στο μὲ δύ­ο μάχ, ὅ­ταν παίρ­νεις κλει­στὲς στρο­φὲς στὰ τε­τρα­κό­σια πε­νῆν­τα μέ­τρα μὲ τέ­τοι­ες τα­χύ­τη­τες κι ἀρ­χί­ζεις νὰ τὰ βλέ­πεις ὅ­λα κόκ­κι­να, δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν πά­θεις βέρ­τιγ­κο, τό­τε οἱ Ἀρ­χάγ­γε­λοι Μιχα­ὴλ καὶ Γα­βρι­ὴλ μὲ ἐν­το­λὴ τῆς Πα­να­γί­ας ἐ­πεμ­βαί­νουν, ὁ­δη­γοῦν οἱ ἴ­διοι ἀ­π’ τὸ κόκ­πιτ τ’ ἀ­ε­ρο­πλά­νο καὶ τὸ γυρ­νᾶ­νε ἀ­σφα­λὲς στὴ βά­ση του, ἀ­φοῦ πρῶ­τα πε­τά­ξει ἀ­π’ τὸ Ὅ­ρος γιὰ νὰ πά­ρει εὐ­λο­γί­α.»

        Λέ­ω ἀ­πὸ μέ­σα μου πὼς δὲν γί­νε­ται νὰ ἀ­κυ­ρώ­σεις αὐ­τὴ τὴ λαμ­πρὴ ἱ­στο­ρί­α μὲ τὶς με­τα­φυ­σι­κές σου ἀ­νε­πάρ­κει­ες, κι ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζο­μαι νὰ τὸν ρω­τή­σω ἂν ἤ­θε­λε νὰ γί­νει πι­λό­τος πρὶν γί­νει Ἰ­ω­σὴφ στὸ Ἅ­γιο Ὅ­ρος, ὁ Γιῶρ­γος τοῦ κά­νει τὴν ἐ­ρώ­τη­ση πῶς κου­νοῦν τὰ μα­χη­τι­κὰ τὰ φτε­ρά τους γιὰ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σουν κι ὁ γέ­ρον­τας ση­κώ­νε­ται ὄρ­θιος ἀ­π’ τὸ σκα­μνά­κι του, φέρ­νει τὰ χέ­ρια σ’ ἔ­κτα­ση καὶ μὲ τὰ μά­τια γε­μά­τα γλυ­κιὰ ἔκ­στα­ση κά­νει «Νά, ἔ­τσι τὰ κου­νοῦν», καὶ πά­ει πλά­για ἀ­ριστερὰ καὶ πλά­για δε­ξιὰ καὶ μὲ τὸ στό­μα του κά­νει «βοῦ, βοῦ, βοῦ, βοῦ, βοῦ» τὸν ἦ­χο ἀ­π’ τὶς τουρ­μπί­νες…

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν De­li­ve­ry Boy (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος (Ἀ­θή­να, 1950). Ποίηση, διήγημα. Ἀ­πὸ τὸ 1967 ζεῖ μό­νι­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 1977 ἕ­ως τὸ 1985 ὑ­πῆρ­ξε μό­νι­μος συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἱ­δρυ­τι­κὸ στέ­λε­χος τῆς ΕΡΤ3 καὶ δι­ευ­θυν­τής της. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ποι­ή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πα­ραλ­λάξ (1978). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Βόλ­τες μὲ πι­τζά­μες (ἀ­φη­γή­μα­τα, 1985). Ἄλ­λα: Ὀ­νει­ρι­κὸς τρο­μο­κρά­της (μι­κρὰ πε­ζά, 1987), Κα­λύ­τε­ρα νὰ νι­κοῦ­σαν οἱ κόκ­κι­νοι (δι­η­γή­μα­τα, 1991) κ.ἄ.

 

Ρεάλια ἐδῶ!

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 549 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.