1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τσάκας ὁ Ἀχάλαγος!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τσάκας ὁ Ἀχάλαγος!

[τοῦ Θανάση Τσάκα]


ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ σκο­τώ­θη­κε, κι’ ὁ Τσά­κας ὁ δεν­τρό­κορ­μος δὲν εἶ­χε πειὰ καρ­διὰ γιὰ πό­λε­μο. Ὁ Ἥ­ρω­ας, ποὺ φρόν­τι­ζε τὰ πα­λη­κά­ρια του κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του, δὲ ζοῦ­σε πειὰ νὰ το­νὲ θυ­μη­θῇ. Τε­λεί­ω­σε ὁ ἀ­γῶ­νας μὲ τοὺς Τούρ­κους, κι’ ὁ Τσά­κας, ποὺ πε­νῆν­τα χρό­νια Τούρ­κους σκό­τω­νε, ἀ­π’ ὅ­λους λη­σμο­νή­θη­κε. Δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ κεί­νους τοὺς Ἀ­γω­νι­στὲς ποὺ φω­νά­ζα­νε τὰ δί­κια τους καὶ τὰ γυ­ρεύ­α­νε μὲ τὸ σπα­θί τους ἀ­πὸ τὸ Κου­βέρ­νο. Ἔ­τσι κα­νέ­νας δὲν τὸν εἶ­δε οὔ­τε στ’ Ἀ­νά­πλι, οὔ­τε στὴν Ἀ­θή­να ν’ ἀ­νε­βαί­νῃ σκά­λες, νὰ φι­λῇ πο­δι­ές, πε­ρί­θαλ­ψες ἀ­ρι­στεῖ­α νὰ γυ­ρεύ­ῃ. Ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κε στ’ ἀ­γα­πη­μέ­να του βου­νὰ τῆς Δυ­τι­κῆς Ἑλ­λά­δας, οἰ­κο­νό­μη­σε λί­γα πα­λι­ό­γι­δα, κι’ ἀ­πὸ Κλέ­φτης, ἄ­γριος κι’ ἀ­φί­λι­ω­τος τοῦ Τούρ­κου ὀ­χτρός, γί­νη­κε ἥ­με­ρος τσο­πά­νης, ἄ­βλα­βος Πο­λύ­φη­μος, καὶ μο­να­χὰ τὸ πα­ρά­ψη­λο τ’ ἀ­νά­στη­μά του καὶ ἡ ἀν­τρει­ω­μέ­νη του κορ­μο­στα­σιὰ θὰ μαρ­τυ­ροῦ­σαν πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Τσά­κας ὁ ξα­κου­στός. Πε­ρή­φα­νος, πα­ρά­πο­νο πο­τέ του δὲν ξε­στό­μη­σε· ἔ­βα­λε τὴ γι­α­τα­γά­να στὸ θη­κά­ρι, ἔ­πη­ξε στά­νη, κ’ ἔ­πλε­ξε κα­λύ­βι, καὶ στε­φα­νώ­θη­κε μιὰ βλά­χα δρο­σε­ρὴ σὰν τοῦ Ἄ­σπρου τὰ νε­ρά.

       Κά­να­νε κά­πο­τε ὁ Ὄ­θω­νας καὶ ἡ Ἀ­μα­λί­α τὴν πε­ρι­ο­δεί­α τους κα­τὰ τὰ κα­τα­τό­πια ἐ­κεῖ­να, κι’ ὁ Γαρ­δι­κι­ώ­της Γρί­βας, ὁ ὑ­πα­σπι­στής, εἶ­πε μιὰ μέ­ρα στὸ Βα­σι­λέα:

       — Σὲ λί­γο ἐ­δῶ ποὺ πᾶ­με, θὰ σμί­ξου­με τὴ στά­νη τοῦ πε­ρί­φη­μου τοῦ Τσά­κα.

       — Ποῖ­ος εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ Τσά­κας;

       Ὁ Γρί­βας τὸν ἤ­ξε­ρε κα­λὰ ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τὸν ἀ­λη­σμό­νη­το, ποὺ πο­λε­μοῦ­σε κι’ αὐ­τὸς μα­ζὶ μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, καὶ ζω­γρά­φι­σε στοὺς Βα­σι­λιά­δες τὸ τί ἦ­ταν ὁ Τσά­κας.

       — Μὰ ἀ­κοῦ­τε, εἶ­πε, τὸ πει­ὸ πα­ρά­ξε­νο· γέ­ρος ἑ­κα­τὸ χρο­νῶν ὁ Τσά­κας, δὲν ἔ­χει πο­λὺν και­ρὸ ποὺ στε­φα­νώ­θη­κε τρί­τη φο­ρά…

       Οἱ Βα­σι­λιά­δες πα­ρα­ξε­νευ­τή­κα­νε καὶ στεῖ­λαν καὶ κα­λέ­σα­νε τὸν Τσά­κα. Τό­τε εἴ­δα­νε μπρο­στά τους ἕ­να γί­γαν­τα ἀ­σπρο­μάλ­λη, μὲ λογ­κω­μέ­να στή­θια, φρύ­δια καὶ μαλ­λιά, σὰν παμ­πά­λαι­ο μο­νο­δέν­τρι ποὺ τὸ τρέ­φει ἡ μο­να­ξιὰ κ’ ἡ ἀ­νε­μο­ζά­λη.

       — Δια­τί δὲν ἐ­ζη­τή­σα­τε ἀ­μοι­βὴν διὰ τὰς ὑ­πη­ρε­σί­ας σας; ρώ­τη­σε ὁ Βα­σι­λέ­ας μὲ τὰ δα­σκά­λι­κά του λό­για.

       Ὁ Τσά­κας ἀ­πο­κρί­θη­κε δυ­να­τό­φω­να:

       — Χα­ρὰ στὰ γου­νι­κὰ ποὺ καρ­τε­ρᾶ­νε νὰ δώ­σου­νε ψου­μὶ στὰ παι­διά τ’ς ἅ­μα σκά­σουν ἀ­π’ τὰ κλά­ϊ­μα­τα! [ἀ­λοί­μο­νο στὴν πα­τρί­δα ποὺ τό­σο ἀρ­γὰ συλ­λο­γί­στη­κε νὰ βο­η­θή­σῃ ἕ­ναν Ἀ­γω­νι­στή].

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας ξαφ­νί­στη­κε μὲ τὴν ἀ­πό­κρι­ση τού­τη τὴν πα­ρα­στα­τι­κή· τοὔ­δω­σε τὸ Σταυ­ρὸ τοῦ Σω­τῆ­ρα, μὰ πῆ­ρε καὶ ση­μεί­ω­ση νὰ τοῦ δώ­σῃ «πε­ρί­θαλ­ψη».

       Ἡ Βα­σί­λισ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ με­τα­ξὺ κύ­τα­ζε μιὰ τρι­αν­τά­ρα βλά­χα, με­γα­λό­σω­μη πλα­τώ­να [εἶδος ζαρκάδι] ποὺ στε­κό­ταν κι’ ἄ­κου­γε.

       — Εἶ­σαι κό­ρη τοῦ κα­πε­τά­νου; ρώ­τη­σε, κά­νον­τας πὼς δὲν ξέ­ρει.

       Ὁ Τσά­κας δὲν ἔ­δω­σε και­ρὸ τῆς γυ­ναί­κας ν’ ἀ­παν­τή­σῃ.

       — Ὁ Θε­γὸς δὲ μ’ χά­ρ’­σε πι­διὰ μὲ κα­μιὰ ἀ­π’ τὴς τρεῖς γ’­ναῖ­κες ποὺ πῆ­ρα· ἡ στερ­νή, ἡ τρί­τ’ εἶ­ν’ αὐ­τεί­νη ὅ­π’ βλέ­π’ς, Κυ­ρὰ Βα­σί­λισ­σα!

       — Μὰ εἶ­ναι πο­λὺ νέ­α καὶ τὴν ἀ­δί­κη­σες νὰ τὴν πά­ρῃς γυ­ναῖ­κα σου, τό­σο προ­χω­ρη­μέ­νος στὰ χρό­νια, εἶ­πε ἡ Βα­σί­λισ­σα πο­νη­ρά.

       — Νὰ σ’ πῶ, Κυ­ρὰ Βα­σί­λισ­σα, εἶ­πε ὁ Τσά­κας· ἂν ἔ­ν’ [εἶ­ναι] νὰ χα­λά­ῃς τ’ Σα­ρα­κου­στή, τό­τε νὰ φᾷς ἀρ­νὶ ἢ π’­λα­κί­δα· μὰ ἂν ἔ­ν’ νὰ φᾷς πα­λι­ό­γι­δα, φά­ει κα­λύ­τε­ρα ξε­ρὸ τοὺ ψου­μά­κι σ’ νἄ­χῃς δι­ά­φου­ρου καὶ τὴν ψυ­χή σ’!

       Σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­κρι­ση ἔ­μει­νε ἡ Βα­σί­λισ­σα μ’ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα.

       Ἀ­πὸ τό­τε δὲν ἔ­παυ­ε νὰ ρω­τά­ῃ ὅ­σους γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὰ κα­τα­τό­πια ἐ­κεῖ­να:

       — Ζῇ ὁ γε­ρο-Τσά­κας ποὺ παν­τρεύ­τη­κε γέ­ρος ἑ­κα­τὸ χρο­νῶν;

Ἴ­σως ἀ­κό­μα ζῇ καὶ βα­σι­λεύ­ει.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 175-176 [Τίτλος: «346.— Ἀ­θά­να­τα γε­ρά­μα­τα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἄγνωστος. Πηγή: Εὐρυτάνας Ἰχνηλάτης

https://eyrytixn.blogspot.com/2013/03/blog-post_24.html

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Δανέζοι στὸ Με­σο­λόγ­γι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Δανέζοι στὸ Μεσολόγγι

[τοῦ Wilhelm Sponneck καὶ τοῦ Νάση Νίκα]


ΤΑΝ ὁ Βα­σι­λέ­ας Γε­ώρ­γιος, κα­τὰ τὰ 1863, τα­ξεί­δευ­ε πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Με­σο­λόγ­γι, το­νὲ συ­νώ­δευ­ε ὁ σύ­βου­λός του Σπόν­νεκ, ὁ πει­ὸ ἀ­νί­κα­νος ἀ­π’ ὅ­σους ἤρ­θα­νε μὲ πο­λι­τι­κὴ ἀ­πο­στο­λὴ στὴν Ἑλ­λά­δα ξέ­νοι καὶ πο­λὺ φι­λάρ­γυ­ρος(1). Ὁ Σπόν­νεκ κοί­τα­ζε πε­ρί­ερ­γος τὰ χω­μα­τέ­νια ἀ­πο­μει­νά­ρια τῶν προ­χω­μά­των, ποὺ ὁ Τοῦρ­κος κι’ ὁ Ἀ­ρά­πης ἀ­νά­ξιοι εἴ­χα­νε στα­θῆ νὰ τὰ πά­ρουν. Γυ­ρί­ζει τό­τε καὶ λέ­ει στὸν κύ­κλο ποὺ τὸν ἄ­κου­γε:

       — Ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­δύ­να­το πρό­χω­μα μὲ 400 Δα­νέ­ζους τὸ παίρ­νω ἐ­γὼ σὲ μιὰ καὶ μό­νη ἔ­φο­δο.

       Κά­ποι­ος Σου­λι­ώ­της τό­τε ἐ­κεῖ, ὁ γέ­ρο-Νί­κας [ἴ­σως ὁ Νά­ση-Νί­κας] ρώ­τη­σε κ’ ἔ­μα­θε τί λέ­ει ὁ ξέ­νος, κ’ εἶ­πε:

       — Τὸ παίρ­νει, λέ­ει, μὲ τε­τρα­κό­σους Δα­νέ­ζους; Μπο­ρεῖ, μὰ πρέ­πει κ’ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ θὰ εἶ­ναι μέ­σα νὰ εἶ­ναι Δα­νέ­ζοι σὰν αὐ­τόν.


(1) Κάποτε φιλο­νι­κοῦσε μιὰ βδο­μά­δα μὲ τὸν Αὐ­λάρ­χη Σκαρ­λά­το Σοῦ­τσο γιὰ 67 δρ. νομι­σμα­τικὴ δια­φο­ρὰ τῆς μι­σθο­δο­σί­ας του. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 184 [Τίτλος: «361.— Τ’ ἄ­παρ­το παίρ­νε­ται.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Wil­helm Carl Ep­pin­gen Spon­neck (1815-1888), φωτογραφία τοῦ Georg Emil Hansen (1833-1891). Δεκαετία τοῦ 1860.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μουτζώματα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Μουτζώματα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ οὐ μό­νον πνευ­μα­τώ­δης ἀλ­λὰ καὶ σφό­δρα ἀ­στεῖ­ος ἦ­το.

       Ἐ­πι­σκε­ψά­με­νος τὸ 1828 πλοί­αρ­χον πο­λε­μι­κοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ πλοί­ου ἤ­κου­σε αὐ­τὸν ὡς δι­ελ­θόν­τα μα­κρὸν καὶ τε­ρά­στιον βί­ον. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­θε­ώ­ρη­σε ταῦ­τα μὴ συμ­βι­βα­ζό­με­να μὲ τὴν ἡ­λι­κί­αν του, φαι­νό­με­νον ἴ­σως νε­ω­τέ­ρου ἀ­φ’ ὅ,τι ἦ­τον καὶ διὰ τοῦ­το τὸν ἠ­ρώ­τη­σε πό­σων ἐ­τῶν ἦ­το. Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ἐν­νο­ή­σας τὴν ἰ­δέ­αν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη καὶ ἐ­ξαίφ­νης ἀν­τὶ νὰ ἀ­παν­τή­σῃ διὰ τοῦ πρω­ρέ­ως ἐ­κτε­λοῦν­τος, ὡς Ἕλ­λη­νος, τὰ κα­θή­κον­τα δι­ερ­μη­νέ­ως ἔ­σπευ­σε νὰ ἀ­παν­τή­σῃ ἀ­μέ­σως διὰ συν­θή­μα­τος, δεί­ξας τὴν πα­λά­μην του μὲ ἀ­νοι­κτοὺς δα­κτύ­λους ἐν­νε­ά­κις (δηλ. ἐ­μού­τζω­σεν ἐν­νε­ά­κις) κα­τὰ πρό­σω­πον τοῦ ἐ­ρω­τή­σαν­τος Κο­λο­κο­τρώ­νη, ὅ­περ προὐ­κά­λε­σε τὸν γέ­λω­τα τῶν πα­ρόν­των Ἑλ­λή­νων, τό­τε ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης, ἐ­ρω­τη­θεὶς καὶ οὗ­τος πε­ρὶ τῆς ἡ­λι­κί­ας του ἔ­δει­ξε καὶ αὐ­τὸς κα­τὰ πρό­σω­πον τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νου ἀμ­φο­τέ­ρας τὰς πα­λά­μας του πεν­τά­κις (δηλ. δι­πλὴν μού­τζαν), προ­σθεὶς καὶ ἅ­παξ διὰ τῆς μιᾶς χει­ρός (ἁ­πλῆν μού­τζαν) καὶ ἀ­κό­μη τοὺς δυ­ὸ δα­κτύ­λους ἀ­πέ­ναν­τι τῶν δύ­ο ὀ­φθαλ­μῶν τοῦ ἐ­ρω­τή­σαν­τος (μι­κρὰν ἀλ­λὰ προ­σβλη­τι­κω­τέ­ραν μούν­τζαν) καὶ τε­λευ­ταῖ­ον τὸν πῆ­χυν τῆς χει­ρὸς ἀ­νωρ­θω­μέ­νον (συ­νή­θως ὡς ρυ­πα­ρᾶς ἰ­δέ­ας σχῆ­μα). Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ἐ­μέ­τρη­σεν ἀ­κρι­βῶς ἀ­νὰ δέ­κα ἔ­τη ἑ­κά­στην τὰς δι­πλᾶς μούν­τζας, πέν­τε τὴν ἁ­πλῆν καὶ δύ­ο τοὺς δυ­ὸ δα­κτύ­λους ὃ ἐ­στὶ 57 ἔ­τη ἀλ­λὰ τὸν ἀ­νωρ­θω­μέ­νον πῆ­χυν δὲν ἠ­ξεύ­ρει μὲ ποῖ­ον χρό­νον νὰ τὸν ὑ­πο­λο­γί­σῃ καὶ ἐ­ζή­τη­σε πε­ρὶ τού­του ἐ­ξη­γή­σεις. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης τοῦ εἶ­πεν ὅ­τι ση­μαί­νει ἥ­μι­συν, τό­τε οἱ πα­ρευ­ρε­θέν­τες Ἕλ­λη­νες ἐ­δό­θη­σαν εἰς ἄ­κρα­τον γέ­λω­τα, τοῦ­το ἔ­φε­ρεν εἰς πε­ρι­έρ­γειαν τὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸν νὰ ζη­τή­σῃ ἀ­πὸ τὸν Πρω­ρέ­α, με­τὰ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σιν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη ἐ­ξη­γή­σεις καὶ ὁ Πρω­ρεὺς τῷ ἐ­ξή­γη­σε τί ση­μαί­νει εἰς τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­θι­μα ἡ κα­τὰ τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἀ­νοι­χτὴ πα­λά­μη, οἱ δύ­ο δά­κτυ­λοι καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ον ρυ­πα­ρὸν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη ση­μεῖ­ον, προ­σθεὶς ὅ­τι προ­έ­βη εἰς τοῦ­το ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης δι­ό­τι ἠ­δύ­να­το νὰ ἀ­παν­τή­σῃ διὰ τοῦ δι­ερ­μη­νέ­ως πε­ρὶ τῆς ἡ­λι­κί­ας καὶ νὰ μὴ προ­κα­λέ­σῃ δ’ ἑ­νὸς ἀ­τό­που ἕ­τε­ρον ἄ­το­πον. Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ἐ­νε­θου­σιά­σθη διὰ τὴν πνευ­μα­τώ­δη ἀ­πάν­τη­σιν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη καὶ ὅ­ταν εἶ­δεν αὐ­τὸν με­τ’ ὀ­λί­γον εἰς τὴν πλα­τεῖ­αν τῷ εἶ­πε τὰς ὀ­λί­γας λέ­ξεις ἃς μα­θὼν ἀ­πὸ τὸν δι­ερ­μη­νέ­α ἀ­πε­στή­θι­σε:

       — Σὲ συγ­χαί­ρω, Στρα­τη­γέ, διὰ τὴν πνευ­μα­τώ­δη κα­τάλ­λη­λον πρὸς ἐ­μὲ ἀ­πάν­τη­σίν σου.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 58.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Pierre Peytier (1793-1864), Ὁ Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νη­ς μὲ τὴ συ­νο­δεί­α του (1828).

Γιά­ννης Πα­τί­λης: Τὰ Μι­κρὰ τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να



Γιά­ννης Πα­τί­λης


Τὰ Μι­κρὰ τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να

Μι­κρο-α­φη­γή­σεις γιὰ τὴν Με­γά­λη Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση


καὶ ποι­ός θ’ ἀρ­νη­θῇ πὼς τὸ ἀ­νέκ­δο­το τὸ ἀ­λη­θι­νὰ ἱ­στο­ρι­κὸ εἶ­ναι μά­θη­μα ἱ­στο­ρί­ας;
Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης

I. Ἱ­στο­ρι­κὴ προ­βο­λὴ τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να στὸ πα­ρόν


Ι ΕΠΕΤΕΙΟΙ εἶ­ναι ἴ­σως ὁ χει­ρό­τε­ρος τρό­πος νὰ τι­μή­σεις ἕναν σπου­δαῖο ἀγώνα τοῦ ἀν­θρώ­που γιὰ ἀξιοπρέπεια. Μέ­σα σὲ μιὰ σχέ­ση κυ­ρι­αρ­χί­ας ἡ αἱματηρὴ προ­σπά­θεια ὑ­πο­δεέ­στε­ρου κοι­νω­νι­κοῦ συ­νό­λου νὰ ἀ­πο­κτή­σει αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ καὶ αὐ­το­νο­μί­α ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἱ­στο­ρι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ἐ­ξου­σια­στή του, πα­ρα­μέ­νει πάν­τα μιὰ τέτοια σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση, ὅ­σο κι ἂν αὐ­τὴ στὴν πο­ρεί­α της, ἀν­τι­στρέ­φον­τας τοὺς ὅ­ρους της, κιν­δυ­νεύ­ει (καὶ κά­πο­τε συμ­βαί­νει) νὰ γί­νει μιὰ με­γά­λη ὑ­πό­θε­ση ντρο­πῆς γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, μιὰ μαύ­ρη σε­λί­δα κα­τε­ξου­σί­α­σης τῶν ἄλ­λων. Ὁ με­γά­λος ξε­ση­κω­μὸς τῶν ὀρ­θό­δο­ξων Ρω­μι­ῶν καὶ Ἀρ­βα­νι­τῶν τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, ἀ­πέ­ναν­τι στὸν Ὀ­θω­μα­νὸ δυ­νά­στη τους, δι­και­ο­λο­γη­μέ­να ἀ­ναρ­ρί­πι­σε στὰ στή­θη τῶν φι­λε­λεύ­θε­ρων ἀν­θρώ­πων τῆς ἐ­πο­χῆς, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­θνι­σμοῦ καὶ δόγ­μα­τος χρι­στι­α­νι­κοῦ, κρί­σι­μα γιὰ τὴν ὕ­παρ­ξη τῶν ἀν­θρώ­πων τοῦ και­ροῦ αἰ­σθή­μα­τα ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σης καὶ αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ ἀ­πὸ πα­ρό­μοι­ους ἢ ἀ­νά­λο­γους κοι­νω­νι­κοὺς δε­σπο­τι­σμούς. Δη­λα­δή: ἀ­πὸ τὴ σκλα­βιά.

       Ὁ νε­ο­ελ­λη­νι­κὸς ἐ­θνι­σμὸς τοὺς τε­λευ­ταί­ους δύ­ο αἰ­ῶ­νες, μ’ ὅ­λες τὶς ἐ­θνι­κι­στι­κὲς του ἀν­τι­φά­σεις καὶ τὶς ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὲς ἐ­κτρο­πές του στὴν με­τα­ξι­κὴ καὶ ἀ­πρι­λια­νὴ δι­κτα­το­ρί­α, κα­τά­φε­ρε νὰ δι­α­σώ­σει στὰ προ­τάγ­μα­τά του κρί­σι­μους πυ­ρῆ­νες πα­τρι­ω­τι­κούς, ἀν­τι­στα­σια­κοὺς καὶ δη­μο­κρα­τι­κούς, ἐ­νῶ μὲ τὴν προ­ϋ­πάρ­χου­σα ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­σή του, τὴν λει­τουρ­γι­κὴ καὶ θε­ο­λο­γι­κή, ὅ­σο καὶ μὲ τὴν βι­ω­μέ­νη μέ­σῳ τῆς γλώσ­σας του ἱ­κα­νό­τη­τα ὄ­σμω­σης τοῦ με­γα­πλη­θοῦς χω­ρο­χρο­νι­κῶς ἱ­στο­ρι­κοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ἀ­πέ­κτη­σε, ταυ­το­χρό­νως, καὶ δυ­να­τό­τη­τα ὑ­πέρ­βα­σης τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ του κρα­τι­σμοῦ καὶ τῆς ἀ­να­κλα­στι­κῆς πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης του ἑλ­λη­νο­κεν­τρι­κό­τη­τας πρὸς δι­ε­ξό­δους φύ­σε­ως οἰ­κου­με­νι­κῆς. Σπου­δαῖ­ες μορ­φὲς τοῦ δευ­τέ­ρου ἡ­μί­σε­ος τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ώ­να, σὰν ἐ­κεῖ­νες τοῦ Κώ­στα Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου, τοῦ Κορ­νή­λιου Κα­στο­ριά­δη, τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη, τοῦ Χρή­στου Γι­αν­να­ρᾶ, μᾶς ἔ­δει­ξαν μὲ τὴν σκέ­ψη τους ὅ­τι τέ­τοι­ες διέξο­δοι εἶ­ναι ἐ­φι­κτές.

       Ἡ πα­ρα­πά­νω οἰ­κου­με­νι­κὴ δι­έ­ξο­δος, ὡς ὑ­πε­ρε­θνι­κὸ ἀ­ξια­κὸ σύμ­παν εἶ­ναι ἡ πρώ­τη καὶ με­γα­λύ­τε­ρη πρό­κλη­ση γιὰ τὴν συγ­κρό­τη­ση ἀν­τι­στα­σια­κῆς πο­λι­τι­σμι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τοῦ σύγ­χρο­νου Νε­ο­έλ­λη­να ἀ­πέ­ναν­τι σὲ μιὰ ἀ­δι­έ­ξο­δη καὶ ἀν­θρω­πο­κα­τα­στρο­φι­κὴ ἐκ­με­ταλ­λευ­τι­κὴ τε­χνο­κα­πι­τα­λι­στι­κὴ παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση ποὺ μὲ τὰ ἐ­ξό­χως ἑλ­κυ­στι­κὰ τε­χνο­λο­γι­κὰ ση­μεῖ­α ταύ­τι­σης πρὸς τὴν ἴ­δια, ὁ­δη­γεῖ παν­τοῦ σὲ μιὰ δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­πο­συ­ναρ­μο­λό­γη­σης ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε πα­ρα­δο­σια­κῆς δι­α­φο­ρο­ποι­η­τι­κῆς συλ­λο­γι­κό­τη­τας σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν πλα­νή­τη, με­τα­τρέ­πον­τας κά­θε ἱ­στο­ρι­κὴ χώ­ρα σὲ ἑ­νια­ῖο ἀ­δι­α­φο­ρο­ποί­η­το γε­ω­γρα­φι­κὸ χῶ­ρο καὶ κά­θε ἱ­στο­ρι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὑ­πο­κεί­με­νο σὲ ἀ­πρό­σω­πη μά­ζα ἀ­γο­ρα­στῶν καὶ κα­τα­να­λω­τῶν.

       Ἡ δεύ­τε­ρη ἐ­ξί­σου σπου­δαί­α πρό­κλη­ση γιὰ τὴν συγ­κρό­τη­ση μιᾶς πα­ρό­μοι­ας ταυ­τό­τη­τας, κα­θὼς εἶ­ναι ἐ­ξί­σου ἱ­στο­ρι­κή, ὡς ἡ ἄλ­λη με­τω­πι­κὴ ὄ­ψη τοῦ Ἰ­α­νοῦ, κοι­τά­ζει αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ πρὸς τὰ πί­σω καὶ τὸ πα­ρελ­θόν, ἀ­να­σύ­ρον­τας, με­τὰ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ παγ­κό­σμιου πο­λι­τι­κοῦ δι­πο­λι­σμοῦ τὸ 1989, ἀρ­χα­ϊ­κὲς πο­λι­τι­σμι­κὲς ἐμ­μο­νὲς ποὺ λί­γες δε­κα­ε­τί­ες πρὶν φαι­νόν­του­σαν στὰ μά­τια τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων μας πα­ρω­χη­μέ­νες. Ἡ ἀ­να­κα­τα­νο­μὴ τῆς παγ­κό­σμιας κυ­ρι­αρ­χί­ας τὶς τρεῖς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες, φέρ­νει στὸ ἱ­στο­ρι­κὸ προ­σκή­νιο τὶς χῶ­ρες τῆς Ἀ­να­το­λῆς, ἄλ­λο­τε ‘εἰ­ρη­νι­κά’ (ἂν καὶ πάν­το­τε ἀν­τα­γω­νι­στι­κά) μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες καὶ τὴν στή­ρι­ξη τῆς Δύ­σης, ὅ­πως στὶς με­γά­λες οἰ­κο­νο­μί­ες τῆς Ἄ­πω Ἀ­να­το­λῆς, καὶ ἄλ­λο­τε ἐ­πι­θε­τι­κά, καὶ κά­πο­τε ὀ­δυ­νη­ρῶς βί­αι­α, μὲ τὴν ἀ­νά­καμ­ψη τῆς ἰσ­λα­μι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας, ὅ­πως στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες χῶ­ρες τῆς Ἐγ­γὺς καὶ Μέ­σης Ἀ­να­το­λῆς. Ἡ ἐ­πα­νεμ­φά­νι­ση, μέ­σα στὴν κί­νη­ση αὐ­τή, τοῦ νε­ο-ο­θω­μα­νι­κοῦ ἀ­να­θε­ω­ρη­τι­κοῦ ἐ­πε­κτα­τι­σμοῦ, ὑ­πο­χρε­ώ­νει τὸν Νε­ο­έλ­λη­να ἰ­σο­μοί­ρως πρὸς μιὰ ἀ­πέ­θαν­τη πο­λι­τι­σμι­κὴ ἐμ­μο­νὴ τοῦ «Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agresti Latiο» τοῦ Ὁ­ρά­τιου καὶ τοῦ τό­σο ὀ­δυ­νη­ρὰ ἐ­πί­και­ρου «Ἕλ­λη­νες ἀ­πο­δη­μοῦ­σι καὶ θά­λασ­σαν πε­ρῶ­σι ἵ­να γράμ­μα­τα μά­θω­σι»[1] τοῦ Με­γά­λου Ἀ­θα­να­σί­ου νὰ σκε­φτεῖ ὡς ἱ­στο­ρι­κὴ «Μοί­ρα τοῦ Τό­που» καὶ τὴν Μοί­ρα τῆς Γε­ω­γρα­φί­ας!

       Πράγ­μα­τι, τὸ Αἰ­γαῖ­ο μὲ τὰ νη­σιά του, εἴ­τε Αἰ­γαῖ­ο Πέ­λα­γος τὸ ὀ­νο­μά­σου­με ἐ­μεῖς εἴ­τε Θά­λασ­σα τῶν Νη­σι­ῶν ὅ­πως οἱ Ἀ­πέ­ναν­τι, δὲν παύ­ει νὰ εἶ­ναι μιὰ θά­λασ­σα ποὺ ἱ­στο­ρι­κή της μοί­ρα, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὰ ψά­ρια της, ἦ­ταν καὶ πα­ρα­μέ­νει νὰ ἑ­νώ­νει καὶ ὄ­χι νὰ χω­ρί­ζει τὶς τέσ­σε­ρις ἐ­δα­φι­κὲς πλευ­ρὲς τοῦ νο­η­τοῦ ὀρ­θο­γώ­νιου πα­ρα­λ­λη­λόγραμ­μου ποὺ τὴν πε­ρι­κλεί­ουν. Ἡ ἀ­κα­τά­παυ­στη ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῶν λα­ῶν τῆς πε­ρι­ο­χῆς πρὸς κά­θε κα­τεύ­θυν­ση τοῦ τε­τρα­πλεύ­ρου, σχε­δὸν πάν­το­τε ὁ­δη­γοῦ­σε, ἄλ­λο­τε βί­αια διὰ τῶν ὅ­πλων ἄλλοτε διὰ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας εἰ­ρη­νι­κά, σὲ ἀ­ξι­ώ­σεις κυ­ρι­αρ­χί­ας πρὸς τὶς ὑ­πό­λοι­πες πλευ­ρὲς τοῦ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρου ἰ­δι­ο­κτή­τη τῆς μιᾶς ἐξ αὐ­τῶν. Ἕ­ξι χι­λιά­δες χρό­νια προ­ϊ­στο­ρί­ας καὶ ἱ­στο­ρί­ας, ἀ­πὸ τοὺς αἰ­ῶ­νες τῆς Ὕ­στε­ρης Με­σο­λι­θι­κῆς Ἐ­πο­χῆς ὣς τὴν Τέ­ταρ­τη Βι­ο­μη­χα­νι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση, ποὺ μό­λις ἀρ­χί­σα­με νὰ δι­α­νύ­ου­με, μο­νό­το­να ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸ ἴ­διο: Εἴ­τε μὲ τὴν Μι­νω­ϊ­κὴ καὶ Μυ­κη­να­ϊ­κὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α, εἴ­τε μὲ ἐ­κεί­νη τῶν Περ­σῶν ἢ τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κὴ Ἡ­γε­μο­νί­α, εἴ­τε τὴν Μα­κε­δο­νι­κὴ καὶ κα­τό­πιν σει­ρα­ϊ­κῶς μὲ τὴν Ρω­μαι­ο-Βυ­ζαν­τι­νὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α καὶ τὴν ἑ­τε­ρο­γε­νῆ θρη­σκευ­τι­κῶς δι­α­δο­χό της Ὀ­θω­μα­νι­κή, τὸ Τε­τρά­πλευ­ρο δὲν ἡ­σύ­χα­ζε πα­ρὰ μό­νον ὅ­ταν πρω­τί­στως δυ­τι­κὴ καὶ ἀ­να­το­λι­κή του πλευ­ρὰ ἀ­πο­κτοῦ­σαν τὸ ἴ­διο ἀ­φεν­τι­κό. Ἡ τε­λευ­ταία ἱ­στο­ρι­κὴ εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­πο­κτή­σουν εἰ­ρη­νι­κῶς οἱ δύ­ο πλευ­ρὲς ἕ­να ἴ­διο ἀ­φεν­τι­κὸ στὸ Εὐ­ρώ[2], φαί­νε­ται πὼς χά­θη­κε, ἂν ὄ­χι διὰ ‘παν­τό­ς’ πάν­τως γιὰ τὶς ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νες γε­νι­ές.

       Τὸ δεύ­τε­ρο, λοι­πόν, στοι­χεῖ­ο συγ­κρό­τη­σης νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ταυ­τό­τη­τας ὡς ἀν­τι­στα­σια­κῆς ἐ­πι­βί­ω­σης καὶ συ­νέ­χειας τῶν ὑ­πο­κει­μέ­νων της στὸν συγ­κε­κρι­μέ­νο ἱ­στο­ρι­κὸ χῶ­ρο, εἶ­ναι ἡ πλή­ρης καὶ δρα­στι­κὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση αὐ­τῆς τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς γε­ω­γρα­φι­κῆς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τας καὶ τῶν συ­νε­πει­ῶν της. Ἡ τά­ση τοῦ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρου κα­τό­χου τῆς μί­ας πλευ­ρᾶς νὰ ἐ­πε­κτα­θεῖ πρὸς κά­θε ἄλ­λη κα­τεύ­θυν­ση, ὅ­σο, ὅ­πως καὶ ὅ­πο­τε μπο­ρεῖ νὰ τὸ ἐ­πι­τε­λέ­σει, ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἱ­στο­ρι­κῶς ἀ­κα­τά­σχε­τη. Καὶ ὅ­λοι ξέ­ρου­με ποι­ό εἶ­ναι —καὶ κυ­ρί­ως ποι­ό θὰ εἶ­ναι, μὲ βά­ση τὶς δη­μο­γρα­φι­κὲς προ­βο­λές— τὸ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο ἀ­φεν­τι­κὸ στὴν πε­ρι­ο­χή! Τὸ ἀ­πο­τρο­πα­ϊ­κὸ τρο­πά­ρι-μάν­τρα τῶν πτο­η­μέ­νων ἑλ­λα­δι­κῶν ἐ­λίτ Τὰ σύ­νο­ρα τῆς Ἑλ­λά­δος εἶ­ναι καὶ σύ­νο­ρα τῆς Εὐ­ρώ­πης εἶ­ναι βα­θειὰ ἀ­νι­στό­ρη­το γιὰ νὰ ἐλ­πί­ζει κα­νεὶς ὅ­τι θὰ ἐ­φαρ­μο­στεῖ πο­τέ – ἀ­κό­μη καὶ ἂν ἡ ΕΕ γι­νό­ταν πράγ­μα­τι κά­τι ἀν­τί­στοι­χο μὲ τὶς ΗΠΑ στὴν πε­ρι­ο­χή!

       Μ’ ὅ­λη τὴν κο­σμο­ϊ­σμο­ρι­κὴ ἥτ­τα ποὺ ὑ­πέ­στη τὸ 1922 ὁ μι­κρα­σι­α­τι­κὸς ἑλ­λη­νι­σμός, στὴν πρά­ξη δι­α­τη­ροῦ­σε, ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ κρά­τους τὸ 1832, τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῶν δύ­ο πλευ­ρῶν ἀ­νοι­χτή. Ἡ Συν­θή­κη τῆς Λω­ζά­νης, ποὺ ἐ­πι­σφρά­γι­σε τὴν δι­άρ­ρη­ξη αὐ­τῆς τῆς συ­νέ­χειας, μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πῆρ­ξε μιὰ ἀ­νυ­πο­λό­γι­στης ση­μα­σί­ας ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­θνι­κὴ ἐ­πι­τυ­χί­α μὲς στὴν Κα­τα­στρο­φή (κά­τι ποὺ σή­με­ρα τὸ κα­τα­λα­βαί­νου­με κα­λύ­τε­ρα), πλὴν ὅ­μως καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δυ­σβά­στα­κτη, κα­θὼς ταυ­το­χρό­νως συ­νι­στοῦ­σε ἕ­ναν γε­ω­στρα­τη­γι­κῶς ἀν­τι-ι­στο­ρι­κὸ συμ­βι­βα­σμό, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν ζή­τη­μα χρό­νου νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ ὁ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρος καὶ πλέ­ον ρε­α­λι­στὴς παί­κτης τῆς πε­ρι­ο­χῆς.

       Ἐ­πει­δὴ χι­λι­ε­τί­ες τώ­ρα, καὶ ὅ­σο ἡ Γε­ω­γρα­φί­α δὲν προ­βλέ­πε­ται νὰ ἀλ­λά­ξει, στὸ νο­η­τὸ τε­τρά­πλευ­ρο τοῦ Αἰ­γαί­ου ἡ κά­θε Μί­α Ἀ­κτὴ θὰ ζη­τά­ει πάν­τα νὰ συ­ναν­τη­θεῖ μὲ τὴν Ἄλ­λη!

 


II. Τὸ Ἀρ­χεῖ­ο τοῦ Αἵ­μα­τος: Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης


Ὁ Μη­τσά­κης γρά­φων πρὸ ἐ­τῶν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πε­ρί­φη­μα κομ­μά­τια του «Ἡ­λί­ου δύ­σις» καὶ βλέ­πων ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­αν τῶν Πα­τρῶν τὰ βου­νὰ τῆς Ναυ­πά­κτου ἀ­πέ­ναν­τι ἐ­φώ­να­ξε: «Γειά σου, Βλα­χο­γιά­ννη!» ὡς νὰ ἤ­θε­λε νὰ συν­δέ­σῃ μί­αν πό­λιν, ἡ ὁ­ποί­α δὲν εἶ­χε εἰς τὴν ση­με­ρι­νήν της ἀ­φά­νειαν νὰ ἐ­πι­δεί­ξῃ τί­πο­τε ἄλ­λο, μὲ μί­αν δό­ξαν.
Γε­ρά­σι­μος Βῶ­κος, «Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης», περ. Καλ­λι­τέ­χνης, ἔ­τος Β’, ἀρ. 23, Φε­βρουά­ριος 1912, σελ. 384.

 


ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ τὸ πα­ρὸν κεί­με­νο μὲ μιὰ ἔκ­φρα­ση κα­τα­φρό­νη­σης πρὸς τὶς ἐ­πε­τεί­ους. Πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να, ποὺ ὁ γρά­φων σὲ βά­θος ἀ­γνο­εῖ, ὅ­πως ἄλ­λω­στε οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι σὲ τού­τη τὴ χώ­ρα, φαν­τα­στή­κα­με τοῦ­το τὸ κεί­με­νο, μα­ζὶ μὲ τὴ μα­κρὰ σει­ρὰ μι­κρο-ἀ­φη­γή­σε­ων ποὺ τὸ συ­νο­δεύ­ουν ὡς πα­ρα­τε­τα­μέ­νο πλὴν εὐ­φραν­τι­κό μας ἐ­λά­χι­στο φό­ρο τι­μῆς σὲ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ὁ­λο­ζών­τα­νη προ­βο­λή ἐ­κεί­νου τοῦ Με­γά­λου Ξε­ση­κω­μοῦ βα­θειὰ μέ­σα στὸν Εἰ­κο­στὸ Αἰ­ώ­να, ἕ­ως τὸν θά­να­τό του τὸ 1945: στὸν Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη καὶ τὴν Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α του ἀ­πὸ ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­νέκ­δο­τα τῆς πε­ρι­ό­δου 1820–1864, ποὺ ἀ­πο­τέ­λε­σε στὸ μέ­γι­στο μέ­ρος τὴν βά­ση καὶ τῆς δι­κῆς μας ἀν­θο­λό­γη­σης. Ἡ συ­ναί­σθη­ση τῆς συ­νέ­χειας ποὺ ὑ­πο­βάλ­λει ἡ ἀ­νά­σα ἑ­νὸς τέ­τοι­ου ἀν­θρώ­που αἰ­σθη­τὴ ἀ­κό­μη στὰ χρό­νια τοῦ γρά­φον­τος εἶ­ναι πολ­λα­πλα­σί­ως πα­ρη­γο­ρη­τι­κὴ γιὰ τὴν ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κὴ ζων­τα­νὴ πα­ρου­σί­α τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἐ­πέ­τει­ο!

       Ἐ­ξάλ­λου εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶς δι­δα­κτι­κὴ ἡ το­πο­θέ­τη­ση στὸ προ­κεί­με­νο μιᾶς τέ­τοι­ας προ­σω­πι­κό­τη­τας, τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ οἱ ἀν­τί­στοι­χες πο­λι­τι­κὲς ἐ­λίτ αὐ­τοῦ τοῦ Τό­που, ἀ­πο­φά­σι­σαν, ὅ­πως ἀ­να­με­νό­ταν, νὰ ἑ­ορ­τά­σουν 100 χρό­νια πρίν, δη­λα­δὴ τὸ 1921, τὴν ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δα τῆς με­γά­λης Ἑλ­λη­νι­κῆς Ε­πα­νά­στα­σης. Χω­ρὶς νὰ ὑ­πο­κύ­ψει στὴν δε­ον­το­λο­γί­α τῆς ἐ­τι­κέ­τας —ποὺ θε­ω­ρη­τι­κὰ ‘ἐ­πέ­βαλ­λε’ σ’ αὐ­τόν, ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ Ἱ­δρυ­τῆ (μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τοῦ παν­το­δύ­να­μου Βε­νι­ζέ­λου τὸ 1914) τῶν Γε­νι­κῶν Ἀρ­χεί­ων τοῦ Κρά­τους, ὅ­σο καὶ ἐ­κεί­νη τοῦ Δι­ευ­θυν­τῆ τους ὣς τὸ 1937— στὴν εἰ­σα­γω­γι­κὴ «Ἀ­φι­έ­ρω­σι» τοῦ τό­μου ποὺ προ­α­να­φέ­ρα­με, καὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐκ­δό­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να τὸ 1927 μὲ τὴν «πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α» τοῦ Ἐμ­μα­νου­ὴλ Μπε­νά­κη, ὁ συν­τά­κτης του Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης ση­μεί­ω­νε με­τ’ ἐμ­φά­σε­ως τὰ πα­ρα­κά­τω:  

Τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸν Κρά­τος ἤρ­χι­σεν ἀ­πὸ τοῦ 1921 καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ κά­θε χρό­νον νὰ τε­λῇ ἑ­ορ­τὰς ἀ­να­μνη­στι­κὰς τῶν Θε­με­λι­ω­τῶν τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς του, κα­τὰ τὸν ἰ­δι­κόν του ἐν­τε­λῶς τρό­πον, τὸν πο­λὺ γνω­στὸν εἰς κά­θε Ἕλ­λη­να. Ἐ­ξα­πο­στέλ­λει ἐ­πὶ τό­που τὰ πο­λε­μι­κά του πλοῖ­α, φι­λο­ξε­νεῖ πλου­σί­ως τοὺς ἐ­πι­σή­μους καὶ τοὺς ἄλ­λους κα­λε­σμέ­νους του, προ­σφέ­ρον πρὸς αὐ­τοὺς πο­λυ­έ­ξο­δα γεύ­μα­τα, καὶ ἀ­παγ­γέ­λει λό­γους πα­νη­γυ­ρι­κούς. Δα­πα­νᾷ ὅ­μως, κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πον, καὶ θὰ δα­πα­νή­σῃ ἀ­κό­μη ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α τί­πο­τα δὲν θὰ μεί­νῃ ποῦ νὰ ἐν­θυ­μί­ζῃ εἰς τοὺς με­τα­γε­νε­στέ­ρους τὸν βί­ον καὶ τὰ ἔρ­γα τῶν Ἀν­δρῶν ἐ­κεί­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἵ­δρυ­σαν τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸν Κρά­τος, τί­πο­τε ποῦ νὰ δι­α­φω­τί­ζῃ πλη­ρέ­στε­ρα τὴν ἱ­στο­ρί­αν τοῦ Ἱ­ε­ροῦ μας Ἀ­γῶ­νος, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ με­γα­λύ­τε­ρον μέ­ρος μέ­νει ἀ­κό­μη σκο­τει­νόν.

       Διὰ τοῦ­το ἡ εὐ­γε­νὴς ἀ­πό­φα­σις τοῦ Κυ­ρί­ου Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη νὰ τυ­πώ­σῃ καὶ τὴν πα­ροῦ­σαν συλ­λο­γήν, εἰς τὴν ὁ­ποί­αν ἀ­να­ζοῦν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ση­μεῖ­α τοῦ βί­ου τῶν Ἀν­δρῶν ἐ­κεί­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­πλα­σαν καὶ ἐ­στε­ρέ­ω­σαν τὴν πο­λι­τι­κήν μας ὕ­παρ­ξιν, ἔρ­χε­ται πά­λιν νὰ τα­ρά­ξῃ τὴν λι­θί­νην ἀ­δι­α­φο­ρί­αν τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Κρά­τους. Ἐ­σύ­στη­σε μὲν τοῦ­το πρὸ χρό­νων Ἐ­πι­τρο­πὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος, συ­σταί­νει δὲ κά­θε φο­ρὰν καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρας ἑ­ορ­τα­στι­κὰς ἐ­πι­τρο­πάς, ἀλ­λ’ αὐ­τὸ τὸ κά­μνει πρὸς φε­να­κι­σμὸν τοῦ πα­τρι­ω­τι­κοῦ αἰ­σθή­μα­τος τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Λα­οῦ καὶ πρὸς σπα­τά­λην τοῦ χρή­μα­τός του.  


Βα­ρύ­τα­τη ἡ ἀ­πό­φαν­ση τοῦ ρου­με­λι­ώ­τη ἱ­στο­ρι­ο­δί­φη, μᾶς ὁ­δη­γεῖ κα­τευ­θεί­αν, 100 χρό­νια με­τά, στὶς τω­ρι­νές μας φι­έ­στες, μὲ τὴν Γιά­ννα Ἀγ­γε­λο­πού­λου καὶ τὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ «Ἑλ­λά­δα 2021», γιὰ νὰ ὑ­πο­γραμ­μι­στεῖ κα­λύ­τε­ρα μὲ τὴ μαύ­ρη της βε­βαι­ό­τη­τα τὸ πό­σο βα­θειὰ καὶ ἐμ­μο­νι­κὴ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἡ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὶς πραγ­μα­τι­κὲς ἀ­νάγ­κες τῆς κοι­νω­νί­ας καὶ τὶς κρα­τι­κὲς πο­λι­τι­κές, τῶν ὁ­ποί­ων οἱ οἰ­κο­νο­μι­κὲς σπα­τά­λες μὲ τὶς πα­νη­γυ­ρι­ώ­τι­κες ρη­το­ρεῖ­ες ποὺ τὶς συ­νο­δεύ­ουν, κα­θὼς συ­νέ­βη καὶ στὴν παγ­κό­σμια φι­έ­στα τῶν Ὀ­λυμ­πια­κῶν τοῦ 2004 στὴν Ἀ­θή­να, προ­ϋ­πο­θέ­τουν καὶ συ­νά­μα ἐμ­πε­δώ­νουν τὸν ἐκ­φε­να­κι­σμὸ θε­με­λι­ω­δῶν κοι­νω­νι­κῶν συ­ναι­σθη­μά­των ὅ­πως εἶ­ναι στὴν πα­ρού­σα συγ­κυ­ρί­α τὸ ἐ­θνι­κό – ἀλ­λὰ καὶ ὅ­πως κά­νουν πάν­τα τι­μὲς πα­νη­γυ­ρι­κὲς καὶ βρα­βεῖ­α ἀ­νέρ­γως, ἐ­κεῖ ποὺ τὴν μό­νη ἁρ­μό­ζου­σα στά­ση ὑ­πο­βάλ­λει ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λαι­ὸ ἀν­δρῶν ἀ­γα­θῶν ἔρ­γῳ γε­νο­μέ­νων ἔρ­γῳ καὶ δη­λοῦ­σθαι τὰς τι­μάς.

       Μό­νον ἔ­τσι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ το­πο­θε­τη­θεῖ στὴ δι­κή του συγ­χρο­νί­α ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ μὲ τὸ τε­ρά­στιο σὲ ὄ­γκο καὶ σπου­δαι­ό­τη­τα ἔρ­γο του τί­μη­σε τὸ ἔρ­γο τῶν Θε­με­λι­ω­τῶν, κα­τὰ τὴν ἔκ­φρα­σή του, τῆς πο­λι­τεια­κῆς μας ὑ­πάρ­ξε­ως, γε­νά­με­νος μὲ τὸν τρό­πο του κι αὐ­τὸς ἕ­νας πραγ­μα­τι­κὸς ἥ­ρω­ας τῆς νε­ώ­τε­ρής μας Ἱ­στο­ρί­ας ποὺ τό­σο ἀ­φο­σι­ω­μέ­να ἀ­γά­πη­σε καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε. Ὄ­χι ἄ­δι­κα, στὸν ἐ­πι­τά­φιο ὕ­μνο ποὺ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σε ὁ Σι­κε­λια­νός, βλέ­πει στὸν Βλα­χο­γιά­ννη ἕ­ναν σύγ­χρο­νο Δι­γε­νῆ Ἀ­κρί­τα ποὺ ἔ­σχα­το πρό­ταγ­μά του στὸ κρε­βά­τι τοῦ θα­νά­του μᾶς ἀ­φή­νει τὴ Λευ­τε­ριὰ ὣς τὰ ὕ­ψη / τὴ Λευ­τε­ριά ὣς τὸ θά­να­το, ποὺ ἂν αὐ­τὴ ὑ­πάρ­χει καὶ τ’ ἄλ­λα εἶ­ναι κα­λά, στὸν ἀ­πά­νω ἢ τὸν κά­τω κό­σμο!


       Ὁ ἐκ­δό­της τῶν Ἀ­πο­μνη­μο­νευ­μά­των τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη, τοῦ Κα­σο­μού­λη καὶ τοῦ Σπυ­ρο­μί­λιου, τοῦ πεν­τά­το­μου Χια­κοῦ Ἀρ­χεί­ου, ἀλ­λὰ καὶ πάμ­πολ­λων ἄλ­λων ἱ­στο­ρι­ο­δι­φι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν, δὲν ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας τυ­πι­κός, ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νος ‘ἀν­τι­κει­με­νι­κὸ­ς’ ἢ ‘ἀ­με­ρό­λη­πτο­ς’, ἱ­στο­ρι­κὸς καὶ ἑρ­μη­νευ­τὴς τοῦ κό­σμου τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να, ἕ­νας ‘ἀ­πα­θὴ­ς’ ἐ­ρευ­νη­τής του. Εἶ­ναι γνω­στὸς καὶ μαρ­τυ­ρεῖ­ται πολ­λα­χῶς ὁ ἁ­δρὸς κι ἁ­ψὺς, μο­νο­κόμ­μα­τος καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νος χα­ρα­κτή­ρας του, τὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ αὐ­το­συ­ναί­σθη­μα ἀ­σφά­λειας ποὺ τοῦ ἔ­δι­νε ἡ σου­λι­ώ­τι­κη ἀ­πὸ τὴ μά­να του καὶ ἡ ρου­με­λι­ώ­τι­κη ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του κα­τα­γω­γή, τό­σο ποὺ νὰ χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­λο­γι­ζό­μα­στε συ­χνὰ πα­ρό­μοι­ες μορ­φὲς (καὶ δὲν ἔ­χει λί­γες ὁ 19ος αἰ­ώ­νας) προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με σή­με­ρα πό­ση Πρω­τεύ­ου­σα ἤ­θους καὶ πο­λι­τι­σμοῦ ἔ­κρυ­βε ἡ κα­τό­πιν λε­γό­με­νη ‘Ἐ­παρ­χί­α’ καὶ πό­ση πα­ρα­μορ­φω­τι­κὴ δύ­να­μη ἐ­παρ­χι­ώ­τι­κης εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς ξι­πα­σιᾶς ἐ­πε­φύ­λασ­σαν στοὺς νε­ή­λυ­δες ἀ­φε­λεῖς αἱ νέ­αι Ἀ­θῆ­ναι, ποὺ τὸν κοι­νω­νι­κό τους τύ­πο προ­δι­έ­γρα­ψε ὡς σὲ μο­νο­κον­τυ­λιὰ ἡ λα­ϊ­κὴ πα­ροι­μί­α «Εἶ­δε κά­πο­τε πα­λά­τι κι ἔ­κα­ψε τὸ σπί­τι του»!

       Ἰ­δοὺ ἐ­λά­χι­στο πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πὸ τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ ἱ­στο­ρι­ο­δί­φη: στὴν συ­νέν­τευ­ξη ποὺ τοῦ πῆ­ρε γιὰ τὴν ἐφ. Ἑ­στί­α τῆς 10.03.1937, κα­τὰ τὴν ἔ­ρευ­νά του μὲ τί­τλο «Νὰ σω­θοῦν τὰ ἱ­στο­ρι­κά μας ὅ­πλα», ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος Κ. Γεν­νι­ώ­της (φ.ψ. τοῦ Κων­σταν­τί­νου Κου­κί­δη[3]), ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Βλα­χο­γιά­ννη νὰ με­τα­φέ­ρει αὐ­το­λε­ξεὶ τὰ λε­γό­με­νά του, προ­κει­μέ­νου νὰ κα­λυ­φθοῦν δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κῶς τὰ νῶ­τα καὶ τῶν δύ­ο, ση­μει­ώ­νει: «Ἡ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ φο­ρὰ μοῦ ἔ­δω­κε τὴν εὐ­και­ρί­αν ν’ ἀ­κού­σω ἀ­πὸ τοῦ βή­μα­τος τῆς Γε­νεύ­ης τὴν ἱ­στο­ρι­κὴν, ἀλ­λὰ καὶ τό­σον ἀ­συμ­βί­βα­στον μὲ τὴν ση­με­ρι­νὴν δι­ε­θνῆ κα­τά­στα­σιν φρά­σιν τοῦ Μπριὰν δι­α­κη­ρύσ­σον­τος, ὅ­τι τὰ κα­νό­νια καὶ ὅ­λα τὰ ὅ­πλα πρέ­πει νὰ το­πο­θε­τη­θοῦν εἰς μου­σεῖ­ον. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τῶν γεν. ἀρ­χεί­ων τοῦ Κρά­τους κ. Βλα­χο­γιά­ννης, μοῦ ἔ­κα­με πρό τι­νων ἡ­με­ρῶν τὸ ἴ­διον κή­ρυγ­μα, ἀλ­λ’ ὑ­πὸ ἄλ­λο πνεῦ­μα, πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κόν, τό­σον μά­λι­στα, ὥ­στε νὰ λά­βῃ, πρὸ κά­θε ὁ­μι­λί­ας του, ὅ­λα τὰ μέ­τρα του. Ἔ­κρι­νε τὸ ζή­τη­μα σο­βα­ρώ­τα­τον καὶ πο­λὺ ἐ­πεῖ­γον. Καὶ μοῦ ἐ­ζή­τη­σε νὰ μὴ τὸ χει­ρι­σθῶ μὲ τὸ “Γαλ­λι­κὸν” ὕ­φος τοῦ γρα­ψί­μα­τός μου, ποὺ τὸ δι­α­ποι­κίλ­λουν πο­λυ­ει­δεῖς “τζι­ρι­τζάν­τζου­λες”, ὡς μὴ συμ­βι­βα­ζό­με­νον, κα­θὼς εἶ­πε, πρὸς τὸ ὑ­πὸ συ­ζή­τη­σιν θέ­μα. Κα­τε­χό­με­νος ἀ­πὸ τὸν ἴ­διον φό­βον, μοῦ ἐ­ζή­τη­σε νὰ κα­τα­γρά­ψω αὐ­τού­σια ὅ­σα μοῦ εἶ­πεν, ὥ­στε ὁ ρό­λος μου νὰ πε­ρι­ο­ρι­σθῇ πε­ρί­που εἰς μί­αν ἐ­πι­βε­βαί­ω­σιν τοῦ πι­στοῦ τῆς ἀν­τι­γρα­φῆς των.»

       Ἡ ἔμ­με­ση πα­ρα­κει­με­νι­κὴ ἀ­να­φο­ρὰ τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου φω­το­γρα­φί­ζει μὲ σπαρ­τα­ρι­στὸ τρό­πο τὸ ­ἦθος τοῦ συ­νεν­τευ­ξι­α­ζό­με­νου. Νὰ προ­στε­θεῖ σχε­τι­κῶς τὸ θρυ­λού­με­νο ὅ­τι σὲ πα­λαι­ό­τε­ρους και­ροὺς ὁ ἐ­πα­χτί­της λο­γο­τέ­χνης δι­έ­κο­ψε τὴν συ­νερ­γα­σί­α του μὲ τὸ σπου­δαῖ­ο πε­ρι­ο­δι­κὸ τῆς ἐ­πο­χῆς Πα­να­θή­ναι­α, ἐ­πει­δὴ ὁ ἐκ­δό­της του του Κί­μων Μι­χα­η­λί­δης τοῦ ἄλ­λα­ξε σὲ κεί­με­νό του μί­α λέ­ξη!

       Δύ­σκο­λα συμ­βι­βά­ζε­ται μὲ τὰ ση­με­ρι­νὰ ἀν­θρω­πο­λο­γι­κὰ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὰ ἤ­θη ἡ εἰ­κό­να τοῦ κουμ­που­ρο­φό­ρου χει­με­ρι­νοῦ κο­λυμ­βη­τὴ τοῦ Φα­λη­ρι­κοῦ Δέλ­τα μὲ τὸν πα­θι­α­σμέ­νο ἐ­ρευ­νη­τή, συλ­λέ­κτη, με­λε­τη­τὴ καὶ ἐκ­δό­τη ἐγ­γρά­φων καὶ ἱ­δρυ­τὴ ἀρ­χεί­ων, καὶ δὴ τοῦ θε­με­λι­ω­δέ­στε­ρου γιὰ τὸν με­τα­γε­νέ­στε­ρο ἱ­στο­ρι­κὸ ἐ­ρευ­νη­τὴ τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να. Λί­γο νοιά­ζει ἡ κρι­τι­κὴ τῶν με­λε­τη­τῶν τοῦ ἔρ­γου του γιὰ «ἐγ­γρα­φο­λα­γνεί­α» καὶ ἀ­δυ­να­μί­α «ἱ­στο­ρι­κῆς συν­θέ­σε­ως», προ­κει­μέ­νου γιὰ ἄν­θρω­πο ποὺ δὲν τὴν ἐ­πε­δί­ω­ξε, μὲ ὁ­λο­φά­νε­ρη τὴν με­ρο­λη­ψί­α ὑ­πὲρ Ἀ­γω­νι­στῶν εἰς βά­ρος Φι­λι­κῶν, λο­γί­ων, Φα­να­ρι­ω­τῶν, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν πο­λι­τι­κῶν, ἀλ­λὰ καὶ πά­λιν ὑ­πέρ… Ρου­με­λι­ω­τῶν Ἀ­γω­νι­στῶν εἰς βά­ρος Μω­ρα­ϊ­τῶν! Κα­νεὶς ὅ­μως δὲν ἀμ­φι­σβή­τη­σε τὸν πλοῦ­το, τὴν ἐν­τι­μό­τη­τα, αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα καὶ ἀ­κρί­βεια τῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν του, ποὺ δί­και­α τὸν κα­τα­τάσ­σουν ὡς τὸν σπου­δαι­ό­τε­ρο ἱ­στο­ρι­ο­δί­φη καὶ ἐκ­δό­τη πη­γῶν τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να[4].

       Ὁ Κ. Δ. Γε­ωρ­γού­λης, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κρι­τι­κὰ με­τρη­μέ­νους με­λε­τη­τές του, στὸ δο­κί­μιό του «Ὁ ἐ­θνι­σμὸς τοῦ Βλα­χο­γιά­ννη» γρά­φει:

       Ἔ­δει­χνε ἔ­τσι ὅ­τι τὴ συλ­λο­γὴ καὶ τὴν ἔκ­δο­ση τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν πη­γῶν τὴν εἶ­χε θε­ω­ρή­σει ὡς τὴ σο­βα­ρώ­τε­ρη ἀ­πα­σχό­λη­ση τῆς ζω­ῆς του. Δὲν τὸν ἔ­φερ­νε πρὸς αὐ­τὴ κα­νέ­να ἄλ­λο κί­νη­τρο πα­ρὰ μο­νά­χα ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἀ­φο­σί­ω­ση. Στὴν ἐρ­γα­σί­α του τὸν ἐ­φώ­τι­ζε θε­ϊ­κὸς ἔ­ρως καὶ λα­τρεί­α πρὸς τὴν ἱ­στο­ρού­με­νη ἐ­πο­χή. Δὲν εἶ­χε ἀ­νάγ­κη νὰ προ­στρέ­ξη στοὺς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες ἱ­στο­ρι­ο­γρά­φους γιὰ νὰ βο­η­θη­θῆ ἀ­πὸ τὴν τε­χνι­κὴ τῶν με­θο­δο­λο­γι­κῶν τους ὁ­δη­γι­ῶν. Τὸν ὁ­δη­γεῖ μὲ ἀ­σφά­λεια ἡ στορ­γή, ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἐ­σώ­ψυ­χη σύν­θε­ση μὲ τὰ ἱ­στο­ρού­με­να καὶ τὴν κρι­τι­κή του ὀ­ξυ­δέρ­κεια ἐν­δυ­να­μώ­νει κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἐ­ναι­σθη­τι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα. Ὁ Βλα­χο­γιά­ννης εἶ­χε τὸ χά­ρι­σμα, νὰ ἐ­ναι­σθά­νε­ται ἄ­με­σα καὶ ἐ­νο­ρα­τι­κὰ μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ τὴ γνη­σι­ό­τη­τα καὶ τὴ ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν. Εἶ­χε τό­σο γνή­σια καὶ ἀ­λη­θι­νὰ ζή­σει τὴν ἰ­δι­ο­τυ­πί­α τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να, ὥ­στε τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του κρι­τή­ριο πο­τέ του δὲν ἐ­λά­θευ­ε. Στη­ριγ­μέ­νος στὶς ἱ­κα­νό­τη­τές του αὐ­τὲς καὶ στὸ θε­ϊ­κό του ζῆ­λο ἀ­νε­δεί­χτη­κε ὄ­χι μό­νο ἀ­κα­τα­πό­νη­τος συλ­λέ­κτης ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ ἀλ­λὰ καὶ ὁ ση­μαν­τι­κώ­τε­ρος ἐκ­δό­της τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν πη­γῶν τῆς Ἐ­θνε­γερ­σί­ας.

       Καὶ ἀλ­λοῦ: Ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ μα­τιὰ τοῦ Ἐ­πα­χτί­τη ἱ­στο­ρι­ο­γρά­φου μας κα­τευ­θύ­νε­ται πάν­το­τε στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ με­ρι­κό. Ἡ φλο­γε­ρή του ἐ­πι­θυ­μί­α εἶ­ναι νὰ ἀ­να­πα­ρα­στή­ση τὸ με­ρι­κὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ στὴν ἰ­δι­ά­ζου­σα ἰ­δι­ο­τυ­πί­α του. Δὲν ἀ­νέ­χε­ται κα­μιὰ ἀ­πο­λύ­τως προ­κα­τά­λη­ψη. Ἡ ἀ­ξί­α τῆς ἐ­πι­μέ­ρους μα­ρτυ­ρί­ας, ὅ­ταν ἀ­πο­δει­χθῆ ἀ­λη­θι­νή, εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸν ὁ­ρι­στι­κὴ καὶ ἀ­πό­λυ­τη. Πε­ρι­μέ­νει πάν­το­τε ὅ­τι ἡ ἔ­ρευ­νά του θὰ τοῦ δώ­σει στοι­χεῖ­α ποὺ ἠμ­πο­ροῦν νὰ ἔ­χουν ἀ­πρό­βλε­πτες συ­νέ­πει­ες γιὰ τὴν ἐ­κτί­μη­ση καὶ ἀ­να­σύν­θε­σή του ἱ­στο­ρι­κῶν γε­γο­νό­των. «Ἂν ἀ­ξι­ω­θῶ νὰ τε­λει­ώ­σω τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη», ἔ­γρα­φε λί­γο και­ρὸ πρὶν ἀ­πὸ τὸ θά­να­το του, «ὁ Ἕλ­λη­νας ἀ­να­γνώ­στης θὰ ἰ­δῆ νέ­α ἄ­γνω­στη καὶ ἀ­πί­στευ­τη ἱ­στο­ρί­α τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να». Ἡ δί­ψα γιὰ ἀ­να­κά­λυ­ψη ἀ­γνώ­στων δε­δο­μέ­νων τὸν πα­ρα­σύ­ρει σὲ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὸ πε­ρι­γρα­φι­σμὸ ποὺ κα­θι­στᾶ δύ­σκο­λη ἂν ὄ­χι ἀ­δύ­να­τη τὴ γε­νι­κὴ σύν­θε­ση. (Νέ­α Ἑ­στί­α, ἀρ. 515, Χρι­στού­γεν­να 1948.)


       Ἡ ρο­πὴ πρὸς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ τὸ με­ρι­κὸ σώ­ζει τὸ τό­δε τι τῆς ἱ­στο­ρί­ας, αὐ­τὸ ποὺ συ­νή­θως χά­νε­ται στὶς ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὲς συν­θέ­σεις, τὶς συ­νή­θως ἰ­δε­ο­λο­γι­κο­ποι­η­μέ­νες μὲ τὰ ὑ­στε­ρό­πρω­τα κρι­τή­ριά τους. Ἡ ἀ­λή­θεια τῆς μαρ­τυ­ρί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια τῶν προ­σώ­πων καὶ τῶν πραγ­μά­των, ὅ­που τὸ προ­τέ­ρη­μα ἢ τὸ ἐ­λάτ­τω­μα, οἱ συγ­κρού­σεις, τὰ πά­θη, οἱ στιγ­μὲς τῆς μι­κρό­τη­τας ἢ τοῦ με­γα­λεί­ου, κα­θὼς αὐ­τὲς συν­δέ­ον­ται μὲ ἀ­πρό­βλε­πτες ὅ­σο κι ἀ­σή­μαν­τες πτυ­χὲς τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, οἱ ἰ­δι­αί­τε­ροι τρό­ποι τῆς ἔκ­φρα­σης ἢ τῆς βι­ο­τῆς, ὅ­λα τους εἶ­ναι ἀ­να­πό­σπα­στα δε­μέ­να μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ καὶ μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε νὰ ἐγ­γυ­ῶν­ται ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­ναι δι­ό­λου εὔ­κο­λο πράγ­μα ἡ φαλ­κί­δευ­σή του, ἰ­δί­ως ἀ­πὸ ἀλ­λό­τρι­ες ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς σκο­πι­μό­τη­τες, ποὺ δια­ρκῶς ἀ­να­κα­τα­σκευά­ζουν κα­τὰ τὰ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὰ συμ­φέ­ρον­τά τους τὴν ἱ­στο­ρί­α.

       Μέ­νον­τας ὁ Βλα­χο­γιά­ννης πι­στὸς στὶς ἱ­στο­ρι­ο­δι­φι­κὲς του ἐρ­γα­σί­ες, προ­ση­λω­μέ­νος στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ τὸ με­ρι­κὸ τῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν καὶ στὸ  μο­να­δι­κὸ ἦ­θος που ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­πὸ κά­θε μιά τους, στὴν οὐ­σί­α μέ­νει κον­τὰ στὸν δαί­μο­νά του, ζεῖ σὲ μέ­γα βά­θος καὶ πλά­τος τὴν ἱ­στο­ρι­κή του ταυ­τό­τη­τα, δη­λα­δὴ τὸ πο­λύ­τι­μο αἴ­σθη­μα τῆς ἰ­θα­γέ­νειάς του, δι­α­δι­κα­σί­α ποὺ ἐ­πι­τε­λεῖ σὲ και­ροὺς ψυ­χι­κῆς ξε­νι­τειᾶς τὸ μέ­γα θαῦ­μα τῆς οἰ­κει­ό­τη­τας, τρο­φο­δο­τών­τας ταυ­τό­χρο­να τὴν ὑ­πε­ρη­φά­νεια τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ στη­ρί­ζον­τάς τους σὲ ἐ­πο­χὴ νε­ω­τε­ρι­κὴ τό­σο δι­α­λυ­τι­κὴ γιὰ ὅ­λα αὐ­τά – ἐ­πο­χὴ ποὺ σχε­δὸν σὲ τί­πο­τα δὲν δι­α­φέ­ρει κι ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς πὼς στὸν και­ρό μας ἔ­γι­νε ἀ­κό­μη πιὸ δι­α­λυ­τι­κὴ γιὰ πα­ρό­μοι­ες στά­σεις!

       Τὰ 724 ἀ­νέκ­δο­τα τῆς Ἱ­στο­ρι­κῆς Ἀν­θο­λο­γί­ας του, ξε­δι­α­λεγ­μέ­να ἀ­πὸ τὸ ἀ­πί­θα­νο εὗ­ρος τῆς ἱ­στο­ρι­ο­δι­φι­κῆς του ἐμ­πει­ρί­ας, μὲ τὸ συ­χνὰ χα­μη­λὸ ξε­χω­ρι­στό τους προ­φίλ, τὰ ἑ­στι­α­σμέ­να ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τὴν ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ μα­τιὰ ποὺ ἀ­πο­τυ­πώ­νει τό­σο τὸν γνω­στὸ ὅ­σο καὶ τὸν ἄ­γνω­στο ἥ­ρω­α μὲ τὰ σώ­ψυ­χα ἀλ­λὰ καὶ τὰ σώ­βρα­κά του (καὶ σὲ κά­ποι­ες ἐμ­βλη­μα­τι­κὲς στιγ­μὲς καὶ δί­χως αὐ­τά), μὲ τὴν με­τα­φο­ρι­κὴ σχε­δὸν μυ­θο­πλα­στι­κὴ τά­ση τῶν πο­λυ­ει­δῶν ἀ­φη­γη­τῶν τους, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν με­γά­λη τους πα­τρι­ω­τι­κὴ ἀλ­λὰ καὶ παι­δα­γω­γι­κὴ προ­σφο­ρὰ καὶ ἀ­ξί­α, συ­νι­στοῦν γιὰ τὸ Ἱ­στο­λό­γιό μας καὶ ἕ­να πρώ­της τά­ξε­ως γραμ­μα­τεια­κὸ ὑ­λι­κὸ ποὺ τὴν εἰ­δο­λο­γι­κή του ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα καὶ προ­σφο­ρό­τη­τα θὰ ἐ­ξε­τά­σου­με ἀ­μέ­σως με­τά.

.

III. Τὸ εἶ­δος τῆς μι­κρο-α­φή­γη­σης: τὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Ἀ­νέκ­δο­το


Ἡ ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α ὑ­φί­στα­το ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σε ἡ συγ­γρα­φὴ καὶ ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ὡς ἀ­φο­ρι­σμός, ἀλ­λη­γο­ρί­α, ἀ­πό­λο­γος, σκη­νή, πε­ρι­στα­τι­κό, πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­πί­γραμ­μα, γκρα­βού­ρα, μύ­θος, πα­ρα­βο­λή, πα­ροι­μί­α, ἀ­πό­φθεγ­μα, βι­νι­έ­τα καὶ μιὰ ἀ­τε­λεί­ω­τη ποι­κι­λί­α πο­λὺ σύν­το­μων ἀρ­χαί­ων λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἡ δι­α­φο­ρὰ μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α; Κα­μί­α ἢ πολ­λές. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι λο­γο­τε­χνί­α τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἑ­ξῆς, καὶ ἔ­χει τὶς ἴ­δι­ες δι­α­φο­ρὲς μὲ τοὺς προ­γό­νους της, ὅ­πως ἔ­χουν τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἡ ποί­η­ση ἢ τὸ δο­κί­μιο τοῦ 20οῦ καὶ τοῦ 21ου αἰ­ώ­να μὲ τοὺς δι­κούς τους προ­γό­νους.
Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo): «Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν: προ­σέγ­γι­ση στὴν ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α» (βλ. ἐ­δῶ).

ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ μί­α στε­νά­χω­ρη πτυ­χὴ στὴ ζω­ὴ τοῦ πα­ρόν­τος Ἱ­στο­λο­γί­ου, ποὺ φέ­τος ἔ­κλει­σε τὰ δέ­κα του χρό­νια, εἶ­ναι γιὰ τὸν ἱ­δρυ­τὴ καὶ ἐκ­δό­τη του ἐ­κεί­νη τῆς μο­νο­εί­δειάς του. Γεν­νη­μέ­νο, ὄ­χι μό­νο ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, ἀλ­λὰ πρω­τί­στως, κα­τὰ τὴν ἑ­τε­ρο­γο­νί­α τῶν σκο­πῶν, ἀ­πὸ τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ δο­κι­μα­στοῦν οἱ ἀν­το­χὲς πα­λι­ῶν ἐκ­δο­τι­κῶν πρα­κτι­κῶν καὶ ἀ­ξι­ῶν στὰ νέ­α μέ­σα, ὁ­δή­γη­σε, κα­τὰ τὴ λει­τουρ­γί­α του, σ’ ἕ­να ἐ­πι­πρό­σθε­το ἐ­νο­χλη­τι­κὸ αἴ­σθη­μα: στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος, ὅ­πως τεί­νει παγ­κο­σμί­ως νὰ δι­α­μορ­φω­θεῖ σή­με­ρα, μπο­ρεῖ, ἂν δὲν τὸ προ­σέ­ξει κα­νείς, ἡ συ­στα­τι­κή ἔν­τα­ση καὶ δι­α­φο­ρά πρὸς τὸν λε­γό­με­νο πο­λι­τι­σμὸ ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὴν καλ­λι­τε­χνι­κὴ δη­μι­ουρ­γί­α, ἢ ἁ­πλᾶ τὴν Τέ­χνη, νὰ ὑ­πο­κα­τα­στα­θεῖ εὔ­κο­λα ἀ­πὸ τὴν ἐρ­γα­λεια­κὴ συμ­πό­ρευ­ση καὶ συγ­χώ­νευ­ση μα­ζί του! Μό­νι­μο πα­ρα­κο­λού­θη­μα τῆς τέ­χνης ὅ­ταν αὐ­τὴ τεί­νει ­νὰ γί­νει εὔ­κο­λη καὶ μα­ζι­κή. Ἡ ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κὴ ἐ­πι­κέν­τρω­ση τῆς προ­σο­χῆς μας στὴν ἀ­να­δυ­ό­με­νη ἐ­λάσ­σο­να λο­γο­τε­χνί­α τοῦ και­ροῦ μας μὲ τοὺς ἀ­πει­ρά­ριθ­μους ‘συγ­γρα­φεῖ­ς’ τῆς μιᾶς σε­λί­δας, τοὺς ἀ­να­ρίθ­μη­τους δι­α­γω­νι­σμοὺς σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο καὶ τὰ ἀ­πί­θα­να βρα­βεῖ­α ποὺ τοὺς συ­νο­δεύ­ουν, οὕ­τως ὥ­στε τὰ 15 λε­πτὰ δη­μο­σι­ό­τη­τας ποὺ κα­τὰ τὸν Γου­ῶρ­χολ ἀν­τι­στοι­χοῦν στὸν κα­θέ­να μας νὰ βρί­σκουν τὸ ἰ­σο­δύ­να­μό τους στοὺς ποι­κι­λώ­νυ­μους τί­τλους δι­ά­κρι­σης τῶν ἐ­πι­τυ­χόν­των σ’ αὐ­τούς, μα­ζὶ μὲ τὸ θέ­ρι­ε­μα τῶν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κῶν σπου­δῶν παν­τοῦ, τὰ συμ­πό­σια καὶ τὰ σε­μι­νά­ρια, τὶς σχο­λὲς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς καὶ τὶς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς θέ­σεις καὶ κα­ρι­έ­ρες ποὺ στή­νον­ται γύ­ρω τους, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πα­ρα­λο­γο­τε­χνι­κὰ κιν­δυ­νεύ­ουν νὰ πλή­ξουν στὴν καρ­διὰ τὴν τέ­χνη ποὺ ἀ­γα­πή­σα­με καὶ στὴν ὁ­ποί­α ἀ­φι­ε­ρώ­σα­με πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ πλέ­ον ζων­τα­νὰ κομ­μά­τια τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, ἂν ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­με νὰ μέ­νου­με ἀ­νυ­πο­ψί­α­στοι καὶ ἐ­φη­συ­χα­μέ­νοι ὡς πρὸς τοὺς κιν­δύ­νους ποὺ τὴν ἀ­πει­λοῦν.

       Γι’ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς, προ­σπά­θη­σε καὶ προ­σπα­θεῖ χρό­νια τώ­ρα τοῦ­το τὸ Ἱ­στο­λό­γιο, ὑ­πη­ρε­τών­τας τὸν ὑ­ψη­λὸ ἐ­ρα­σι­τε­χνι­σμό, νὰ ἐ­ξευ­ρί­σκει τρό­πους καὶ μέ­τρα ἀν­τι­σταθ­μι­στι­κὰ τῶν κιν­δύ­νων αὐ­τῶν, μα­κριὰ ἀ­πὸ τοὺς αὐ­το­μα­τι­σμοὺς καὶ τὶς εὐ­κο­λί­ες τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου, ἐν­θαρ­ρύ­νον­τας ἐμ­βα­θύν­σεις καὶ προ­βλη­μα­τι­σμοὺς γιὰ τὸ εἶ­δος, ψη­λα­φών­τας τὶς ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κές του δι­α­συν­δέ­σεις, δι­ε­ρευ­νών­τας ὅ­ρια καὶ ἀν­το­χές, εὐ­νο­ών­τας, μὲ τὶς ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν ἀ­παι­τη­τι­κό­τε­ρες ἐ­πι­λο­γές του, ἐκ­φρά­σεις ποὺ δι­α­σώ­ζουν τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ ἀν­τι­νο­μι­κό­τη­τα τῶν και­ρῶν ἢ συν­τη­ροῦν ἔ­στω καὶ ἐν σμι­κρῷ τὸ χρο­νι­κῶς ἀ­ναλ­λοί­ω­το τρα­γι­κὸ αἴ­σθη­μα τῆς ζω­ῆς. Ἐ­πει­δὴ συ­νε­χὴς προ­σκόλ­λη­ση στὸ και­νούρ­γιο ἢ ἐ­πι­και­ρι­κὸ μᾶς κά­νει εὐ­κό­λως ἀ­να­λώ­σι­μους, προ­σπα­θή­σα­με νὰ δι­ευ­ρύ­νου­με τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α τῶν ἀ­να­γνω­στῶν καὶ τὴ δι­κή μας πα­λι­ώ­νον­τας τὸν χρό­νο τῶν ἀ­φη­γή­σε­ων μὲ τὴν προ­σφυ­γὴ σὲ κεί­με­να πα­λαι­ο­τέ­ρων συγ­γρα­φέ­ων καὶ ἐ­πο­χῶν, ὅ­πως κά­να­με συμ­βο­λι­κῶς ἐκ­κι­νών­τας τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας στὶς 5 Ἀ­πρι­λί­ου 2010 μὲ τὸν Αἴ­σω­πο, εἴ­τε υἱ­ο­θε­τών­τας δι­α­φο­ρε­τι­κὲς κα­τα­νο­ή­σεις τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ, ὅ­πως στὸ με­γά­λο πρό­σφα­το ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν ὀρ­θό­δο­ξη ἀ­σκη­τι­κή μας πα­ρά­δο­ση μὲ τὰ Μι­κρὰ Πατε­ρι­κά.

       Μέ­σα στὴν ἴ­δια λο­γι­κὴ ἀν­τί­στα­σης ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ἕ­να εἶ­δος ποὺ πά­ει νὰ γί­νει μό­δα, ἐγ­και­νι­ά­ζου­με σή­με­ρα Τὰ Μι­κρὰ τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να, μιὰ ἐ­κτε­τα­μέ­νη σει­ρὰ ἱ­στο­ρι­κῶν μι­κρο-α­φη­γή­σε­ων ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ με­γά­λου ἐ­θνι­κο-α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κοῦ ἀ­γώ­να τοῦ λα­οῦ μας. Ἡ συγ­κυ­ρί­α φέ­τος τῶν δι­α­κο­σί­ων ἐ­τῶν ἀ­πὸ τὴν ἔ­ναρ­ξή του τὸ 1821 εἶ­ναι μό­νον προ­σχη­μα­τι­κή. Ἡ οὐ­σί­α βρί­σκε­ται στὸ ἦ­θος ποὺ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν καὶ τὴν αὐ­το­γνω­σί­α στὴν ὁ­ποί­α κα­λοῦν. Ἐ­ὰν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἡ ταυ­τό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης πο­λι­τι­σμι­κῆς παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης, τῆς ἀ­να­γνω­ρί­σι­μης καὶ με­τα­φρά­σι­μης παν­τοῦ, τὸ Ἱ­στο­λό­γιό μας μὲ Τὰ Μι­κρὰ τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να εἰ­ση­γεῖ­ται στὸ Ἱστορικὸ Ἀνέκδοτο τὸ μι­κρο-α­φή­γη­μα τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ἐν­το­πι­ό­τη­τας ἢ τῆς Ἰ­θα­γέ­νειας, αὐ­τὸ ποὺ σὰν τὸ βα­θύ­τε­ρα ἐγ­κυ­στω­μέ­νο στὴ γλώσ­σα του ποί­η­μα θὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται πάν­τα στὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή του με­τά­φρα­ση.


Στὴν προ­σπά­θειά μας νὰ σκε­φτοῦ­με τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο μι­κρο-α­φή­γη­μα μὲ ὅ­ρους γραμ­μα­τεια­κούς, δι­α­πι­στώ­νου­με πρὸς με­γά­λη μας ἔκ­πλη­ξη ὅ­τι τὸν Γραμ­μα­το­λό­γο ἔ­χει ἤ­δη προ­λά­βει ὁ Ἱ­στο­ρι­ο­δί­φης!

       Σὲ ἕ­να ἐ­κτε­τα­μέ­νο πρό­λο­γο τριά­ντα σε­λί­δων, μὲ τὸν γε­νι­κὸ τί­τλο «Πα­ρα­μυ­θό­λο­γα» ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης προ­σπα­θεῖ νὰ κα­τα­νο­ή­σει, καὶ νὰ ἐ­ξη­γή­σει καὶ σὲ μᾶς, τὸ γραμ­μα­τεια­κὸ εἶ­δος τῶν κει­μέ­νων τῆς συλ­λο­γῆς του, ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ εὐ­ρύ­τε­ρο γραμ­μα­το­λο­γι­κὸ πλαί­σιο στὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ μπο­ρού­σα­νε νὰ ἐν­τα­χτοῦν.

       Ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς πα­ρα­μυ­θό­λο­γους, τοὺς λα­ϊ­κοὺς μύ­θους γιὰ ζῶ­α ἢ ἀν­θρώ­πους (μὲ τὴ στε­νό­τε­ρη στὴ δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση ση­μα­σί­α τοῦ ἀ­πό­λο­γου), συ­νή­θως ἀ­γνώ­στου συγ­γρα­φι­κῆς ταυ­τό­τη­τας, ὁ Βλα­χο­γιά­ννης πα­ρα­θέ­τει τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ ἀ­νέκ­δο­το, μὲ τὴ ση­μα­σί­α «ἱ­στο­ρι­κὸ πα­ρα­κα­τι­νῆς τά­ξης πε­ρι­στα­τι­κό, ποὺ οἱ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κοὶ ἱ­στο­ρι­κοὶ τὸ πα­ρα­λεί­πουν». Ἀ­πο­πει­ρᾶ­ται μά­λι­στα τὸν ὁ­ρι­σμό του: «Λό­γος ἢ πρά­ξη ἱ­στο­ρι­κοῦ προ­σώ­που μὲ νό­η­μα σύν­το­μο (σο­βα­ρὸ εἴ­τε ἀ­στεῖ­ο) ποὺ χρη­σι­μεύ­ει ὡς πα­ρά­δειγ­μα καὶ τύ­πος σὲ πε­ρί­στα­ση βι­ω­τι­κὴ ἀ­νά­λο­γη μ‘ ἐ­κεί­νη ποὺ τὸ γέν­νη­σε.»

       Ἀ­φοῦ κά­νει μιὰ σύν­το­μη ἀ­να­δρο­μὴ μὲ ἀρ­κε­τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα τό­σο στοὺς πα­ρα­μυ­θό­λο­γους (ἱ­στο­ρί­ες γιὰ ζῶ­α), ἀ­να­το­λι­κοὺς καὶ ἑλ­λη­νι­κοὺς ὅ­σο καὶ  στοὺς ἀ­πό­λο­γους (ἱ­στο­ρί­ες γιὰ ἀν­θρώ­πους), ἑλ­λη­νι­κοὺς καὶ ἀ­να­το­λι­κοὺς ἐ­πί­σης, δεί­χνον­τας μὲ τὰ πλού­σια πα­ρα­δείγ­μα­τά τους ποὺ πα­ρα­θέ­τει τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τους, περ­νᾶ στὸ κύ­ριο μέ­λη­μά του ποὺ εἶ­ναι τὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Ἀ­νέκ­δο­το, μὲ τὴν πε­ρι­γρα­φή, κα­τα­νό­η­ση κι ἐ­πι­μέ­τρη­ση τῆς ἀ­ξι­ο­πι­στί­ας του.

       Δε­κα­πέν­τε μῆ­νες δη­λώ­νει ὁ ἀν­θο­λό­γος ὅ­τι χρει­ά­στη­κε νὰ δου­λέ­ψει, ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 1924 ὣς τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1926 γιὰ νὰ συν­θέ­σει τὸ ὑ­λι­κὸ τῆς Ἀν­θο­λο­γί­ας του, ποὺ κα­λύ­πτει μό­νο τὴν πε­ρί­ο­δο 1821-1864 τῆς ἱ­στο­ρί­ας μας – ἔρ­γο ποὺ καὶ πά­λι δὲν θὰ τὸ ἀ­να­λάμ­βα­νε ἂν δὲν τοῦ ἔ­δι­νε τὴν ἀ­φορ­μὴ ὁ χο­ρη­γός του Μπε­νά­κης. Το­νί­σα­με τὸ «νὰ συν­θέ­σει», ἐ­πει­δὴ αὐ­το­νο­ή­τως τὴν ἔ­ρευ­να, με­λέ­τη καὶ κρι­τι­κὴ ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τῶν πλού­σι­ων πη­γῶν του, ὁ ἀν­θο­λό­γος ἐ­ξη­γεῖ ὅ­τι τὴν εἶ­χε ἤ­δη κά­νει ἐ­πὶ τρι­αν­τα­πέν­τε χρό­νια!

       Τὴν σπου­δαι­ό­τη­τα ποὺ ἀ­πο­δί­δει ὁ Βλα­χο­γιά­ννης στὸ ἱ­στο­ρι­κὸ ἀ­νέκ­δο­το γιὰ τὴν συμ­βι­ω­τι­κὴ κα­τα­νό­η­ση καὶ οἰ­κει­ο­ποί­η­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας μας, τὴν γνώ­ση τῆς ἀ­λή­θειας της, κα­τα­λα­βαί­νου­με ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­κρι­ση ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ γιὰ τὴν σπά­νι­δά του στὶς γρα­πτὲς πη­γές, λό­γι­ες ἢ λα­ϊ­κές:

Μέ­σα πά­λι στὴς ἱ­στο­ρί­ες τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης καὶ τῶν πα­ρα­κά­τω χρό­νων, κα­θὼς καὶ στ’ ἀ­πο­μνη­μο­νέ­μα­τα τῆς ἴ­διας ἐ­πο­χῆς, τὸ ἀ­νέκ­δο­το λί­γον τό­πο πιά­νει. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι γρα­φιά­δες ἀν­τὶ νὰ μᾶς πα­ρα­δώ­σουν ὅ­σα εἶ­δαν ἢ πρά­ξαν ἢ ἀ­κού­σα­νε μὲ ζων­τα­νὴ πε­ρι­γρα­φή, νο­μί­σα­νε τὸν ἑ­αυ­τό τους πο­λὺ σπου­δαι­ό­τε­ρο ὑ­πο­κεί­με­νο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ γρά­φα­νε καὶ προ­τι­μή­σα­νε νὰ παί­ξουν πρό­σω­πο τρα­νοῦ ἱ­στο­ρι­ο­γρά­φου, Θυ­κυ­δί­δη κα­θαυ­τό, ἢ νο­μί­σαν πὼς θὰ χά­να­νε πο­λὺ ἀ­πὸ τὴ σο­βα­ρό­τη­τά τους, ἂν μᾶς πα­ρα­δί­να­νε πι­στὰ καὶ φυ­σι­κὰ τὰ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­στα­τι­κὰ τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ἔ­τσι προ­τι­μή­σα­νε μὲ τὴ σο­φή τους νε­κρὴ γλώσ­σα καὶ τὸ ἄ­ψυ­χό τους ὕ­φος, ἂν καὶ θου­κυ­δι­δι­κό, ν’ ἁ­πλώ­σουν ἕ­να σά­βα­νο ψυ­χρὸ καὶ νὰ σκε­πά­σουν τὸ ἐ­ξαί­σιο θέ­α­τρο τοῦ ἱ­ε­ροῦ Ἀ­γῶ­να μας, ἐ­νῷ ἔρ­γο τους ἀ­λη­θι­νὸ ἤ­τα­νε νὰ μᾶς τὸ πα­ρα­δώ­σουν ὁ­λο­ζών­τα­νο.

       Ἐ­ξαί­ρε­ση κά­νει γιὰ τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα τοῦ Φω­τά­κου καὶ τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη (ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­λά­χι­στα στα­χυ­ο­λο­γεῖ, ἐ­πει­δὴ τὰ γρα­πτά του θε­ω­ρεῖ πλέ­ον γνω­στά, δί­νον­τας προ­τε­ραι­ό­τη­τα σὲ ἄλ­λες σπά­νι­ες πη­γές) ἐ­νῶ ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­μνή­σεις τῶν λο­γί­ων, γιὰ κεῖ­νες τοῦ Νι­κο­λά­ου Δρα­γού­μη, τοῦ Ραγ­κα­βῆ καὶ τοῦ Τερ­τσέ­τη. Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐγ­κώ­μιο ἀ­φι­ε­ρώ­νει στὴν ἀ­πο­μνη­μο­νευ­μα­το­γρα­φί­α τοῦ Λά­κω­νος πο­λι­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να Δη­μή­τριου Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη, ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀν­τλεῖ ἀ­να­λο­γι­κῶς τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ἐγ­γρα­φὲς τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας του.

       Γιὰ νὰ προ­βά­λει τὴν κρι­τι­κή του ἐ­ξέ­τα­ση τῶν πη­γῶν, ποὺ ἐ­ξα­σφα­λί­ζει τὸ κύ­ρος τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας του, πα­ρα­θέ­τει σει­ρὰ πα­ρα­δειγ­μά­των πλα­στῆς ταυ­το­ποί­η­σής τους, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ καὶ σή­με­ρα πι­στευ­τὸ ἀ­πὸ πολ­λοὺς σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο εἰ­σα­γω­γῆς τῆς καλ­λι­έρ­γειας τῆς πα­τά­τας στὴν Ἑλ­λά­δα ἀ­πὸ τὸν Κα­πο­δί­στρια.

       Ἀλ­λὰ καὶ τὶς πη­γὲς ποὺ ἔ­τσι ἐ­πι­λέ­γει νὰ συμ­πε­ρι­λά­βει στὴν ἀν­θο­λο­γί­α του δὲν τὶς ἀ­φή­νει πάν­το­τε ἀ­πεί­ρα­χτες! Ὁ ἔν­τον­ος δη­μο­τι­κι­σμός του, ἐ­πι­κου­ρού­με­νος ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἥσ­σο­να συγ­γρα­φι­κή του ἰ­δι­ό­τη­τα, τὴ λο­γο­τε­χνι­κή, τὸν ὁ­δη­γεῖ, ἂν καὶ «σπά­νια» ὅ­πως ἐ­ξη­γεῖ, στὴν αἰ­σθη­τι­κή τους ἀ­νά­πλα­ση, φρον­τί­ζον­τας σχο­λα­στι­κὰ νὰ δι­α­τη­ρη­θεῖ ἀ­πεί­ρα­χτος ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς πυ­ρή­νας τους μὲ τὸ πλη­ρο­φο­ρια­κό του φορ­τί­ο. Μὲ εἰ­λι­κρί­νεια, λοι­πόν, προ­ει­δο­ποι­εῖ τὸν ἀ­να­γνώ­στη γιὰ τὴν ἐκ­δο­τι­κή του μέ­θο­δο:

Πρέ­πει ἀ­μέ­σως νὰ δη­λώ­σω πὼς ἡ ἡ συλ­λο­γὴ τού­τη ποὺ δί­νω στὸ κοι­νὸ δὲν εἶ­ναι συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­νέκ­δο­τα κα­τὰ τὸν αὐ­στη­ρὸν ὁ­ρι­σμό τους. Ἴ­σα-ἴ­σα γιὰ νὰ φύ­γω ἀ­πὸ τὸν κίν­τυ­νο τῆς τε­χνη­τῆς με­τα­μόρ­φω­σης τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν πε­ρι­στα­τι­κῶν σ’ ἀ­νέκ­δο­τα, πρό­σε­ξα πο­λὺ τὸ σκό­πε­λο τῆς «ἀ­νεκ­δο­το­ποί­η­σης» ποὺ μί­λη­σα πιὸ πά­νω· δὲν ξε­μά­κρυ­να οὔ­τε ἀ­πὸ τὸ γράμ­μα οὔ­τε ἀ­πὸ τὸ νό­η­μα τῆς πη­γῆς, ποὺ μοὔ­δω­σε κά­θε φο­ρὰ τὴν ὕ­λη· δὲν πα­ρα­μόρ­φω­σα λοι­πὸν πα­ρὰ ξα­νά­πλα­σα ὅ,τι ηὗ­ρα, κι ὅ­που ηὗ­ρα ἀ­νέκ­δο­το, ἀ­νέκ­δο­το πά­λι ἔ­δω­σα, ὅ­που ηὗ­ρα σύν­το­μο γνω­μι­κό, ἔ­τσι πά­λι τ’ ἄ­φη­σα κτλ. καὶ μο­να­χὰ σπά­νια, ὅ­που ἀ­πάν­τη­σα ἄ­ψυ­χο ὑ­λι­κὸ σχο­λα­στι­κὰ δι­α­τυ­πω­μέ­νο μὲ ἀ­χρω­μά­τι­στη πε­ρι­γρα­φή, σα­χλὸ δι­ά­λο­γο, μ’ ἑλ­λη­νι­κοῦ­ρες βαλ­μέ­νες στὸ στό­μα ζων­τα­νῶν ἀν­θρώ­πων, θέ­λη­σα νὰ τοῦ δώ­σω χρῶ­μα μὲ τὴ γλῶσ­σα τὴν ἀ­λη­θι­νή, με τὴ φρα­στι­κὴ μορ­φὴ ποὺ πά­ει σὲ πρό­σω­πα καὶ σὲ ἤ­θη πε­ρα­σμέ­να. Δι­ά­λο­γο που­θε­νὰ δὲν ἔ­βα­λα τῆς φαν­τα­σιᾶς μου πα­ρὰ ἐ­κεῖ ὅ­που τὸ κεί­με­νο τὸν ἔ­δει­χνε κα­θα­ρὰ εἴ­τε σὲ ἄ­πλα­στη μορ­φή.


       Γι’ αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο εἶ­δος «ἀ­νά­πλα­σης» δί­νει ὁ Βλα­χο­γιά­ννης καὶ δυ­ὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα γιὰ νὰ τὸν ἐ­λέγ­ξου­με. Ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Ἄλ­κης Ἀγ­γέ­λου γιὰ τὰ ἱ­στο­ρι­κά του ἀ­νέκ­δο­τα «ἐ­πει­δὴ ἡ αὐ­στη­ρὴ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ συ­νεί­δη­σή του δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ τὰ πα­ρεμ­βά­λει στὸ κυ­ρί­ως ἔρ­γο του, τὰ συγ­κρό­τη­σε σὲ ἕ­να σῶ­μα καὶ μᾶς τὰ προ­σέ­φε­ρε ὄ­χι ὡς ἀ­πο­σπό­ρια, ἀλ­λὰ ὡς συμ­πλή­ρω­ση τοῦ κυ­ρί­ως ἱ­στο­ρι­κοῦ ἔρ­γου του».

       Μιὰ τέ­τοι­α, λοι­πόν, συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὴ πρὸς τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ ἔρ­γο ἀ­νά­πλα­σή τους, εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­πι­πλέ­ον λό­γος ποὺ κά­νει τὰ συγ­κε­κρι­μέ­να ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­νέκ­δο­τα ἕ­να ἐν­δι­α­φέ­ρον ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ εἶ­δος κα­τάλ­λη­λο γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας.


* * *


ΠΕΡΑΙΝΟΝΤΑΣ στὶς 20 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1926 ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης τὴν εἰ­σα­γω­γή στὴν Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α του, μᾶς ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ δί­χως νὰ κρύ­βει τὶς πο­λὺ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξες σκέ­ψεις του γιὰ τὴν «κα­κὴ μοί­ρα» ποὺ τὴν πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ τὸ κοι­νὸ τῆς ἐ­πο­χῆς του, καὶ ἰ­δί­ως ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ρη­το­ρι­κὴ ἀ­γυρ­τεί­α στὴν Ἑλ­λά­δα ποὺ ἑ­κα­τὸ χρό­νια ἔ­χει ποὺ ἔ­κα­νε τρε­χού­με­νη πα­λι­ο­μο­νέ­δα τὰ ἐ­θνι­κὰ ἰ­δα­νι­κά, τὴν ἱ­στο­ρί­α, τὴ γλῶσ­σα, καὶ τὰ μοι­ρά­ζει τά­χα φυ­λα­χτὰ θα­μα­τουρ­γὰ στοὺς χά­χη­δες ποὺ τὴν πι­στεύ­ουν

       Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τούς, τὴν χα­ρί­ζει, ὅ­πως λέ­ει:

       μ’ ἀ­λα­φρὴ καρ­διὰ ὄ­χι σ’ ἄλ­λους, μὰ στὴ και­νούρ­για μας γε­νιά, για­τὶ ἀ­π’ αὐ­τὴ μο­νά­χα πε­ρι­μέ­νω…


       Ἀ­λί­μο­νο!


       Χρει­ά­στη­καν ἑ­βδο­μῆν­τα τέσ­σε­ρα (74) χρό­νια καὶ πε­ρί­που τεσ­σε­ρι­σή­μι­σι (!) γε­νι­ές, στὸ κα­τώ­φλι πιὰ τοῦ 21ου αἰ­ώ­να, γιὰ νὰ ξα­να­δεῖ τού­τη ἡ Ἀν­θο­λο­γί­α τὸ φῶς τῆς δη­μο­σι­ό­τη­τας τὸ 2000 σὲ μιὰ αὐ­το­τε­λῆ φρον­τι­σμέ­νη ἔκ­δο­ση μὲ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Ἄλ­κη Ἀγ­γέ­λου ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ Βι­βλι­ο­πω­λεί­ου τῆς «Ἑ­στί­ας», ἂν ἐ­ξαι­ρέ­σου­με τὴν δί­χως τὸν πρό­λο­γο συμ­πε­ρί­λη­ψή της στοὺς ἑ­πτὰ τό­μους τῶν «ἁ­πάν­των» τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ἑ­ξήν­τα.


Καὶ τώ­ρα σ’ ἐ­μᾶς ποὺ ξα­να­σκε­φτό­μα­στε τὸ πα­ρὸν ξα­να­ζέ­στα­μά της,

       ἐν μέ­σῳ παν­δη­μί­ας, μὲ τὰ τούρ­κι­κὰ F16 νὰ ἁ­λω­νί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ νη­σιά, τὰ γε­ω­τρύ­πα­να τῆς ‘γεί­το­νο­ς’ νὰ  ἔ­χουν κω­λο­κα­θί­σει γιὰ τὰ κα­λὰ καὶ μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω τους στὰ νε­ρὰ τῆς ἑλ­λη­νό­φω­νης Κύ­πρου, τοὺς δῆ­θεν πιὸ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νους τῆς γε­νιᾶς μας νὰ ἐ­παί­ρον­ται γιὰ τὸν ἐ­θνο­μη­δε­νι­σμό τους, καὶ τὴν πο­λι­τι­κὴ ἐ­λὶτ τῆς χώ­ρας μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς ἕ­να νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο με­τα­πρα­τι­κὸ τζά­κι καὶ μιὰ φαν­τα­σμέ­νη πλου­το­κρά­τισ­σα νὰ ἑ­τοι­μά­ζε­ται νὰ χο­ρέ­ψει μὲ τὴ σει­ρά της καὶ μὲ τὸ πρό­σχη­μα τῆς Πα­λιγ­γε­νε­σί­ας πά­νω στὰ ἡ­μι­θα­νῆ ὁ­ρά­μα­τα γιὰ ἐ­θνι­κὴ ἀ­νε­ξαρ­τη­σία, πο­λι­τι­κὴ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια καὶ κοι­νω­νι­κὴ δι­και­ο­σύ­νη αὐ­τῶν ποὺ ἔ­χυ­σαν τὸ αἷ­μα τους γι’ αὐ­τὰ πρὶν ἀ­πὸ 200 χρό­νια,

       σὰν μιὰ δι­α­δι­κτυα­κὴ πο­λυ­το­νι­κὴ ἀ­νορ­θο­γρα­φί­α καὶ ἐκ­δο­τι­κὴ πα­ρα­ξε­νιὰ τοῦ ἐ­ξω­τι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους μπον­ζά­ϊ μᾶς φαί­νον­ται τοῦτα τὰ ἱστορικὰ ἀνέκδοτα, καὶ ἕ­να λά­θος ἀ­τα­βι­στι­κὸ ὄ­νει­ρο τοῦ ὑ­πε­ρή­λι­κος δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου ποὺ τὰ φι­λο­ξε­νεῖ.


Νέ­α Σμύρ­νη, 1 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2021

[1] Στὸ σχε­τι­κὸ χω­ρί­ο τοῦ ἱ­ε­ράρ­χη τὸ βά­ρος, βέ­βαι­α, πέ­φτει στὴ συ­νέ­χεια τοῦ λό­γου: «ἡ­μεῖς δὲ οὐ χρεί­αν ἔ­χο­μεν ἀ­πο­δη­μῆ­σαι διὰ τὴν βα­σι­λεί­αν τῶν οὐ­ρα­νῶν, οὔ­τε πε­ρᾶ­σαι θά­λατ­ταν διὰ τὴν ἀ­ρε­τήν. Φθά­σας γὰρ εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος· “Ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν ἐν­τὸς ὑ­μῶν ἐ­στιν”.» Εἶ­ναι με­γά­λη ἡ ἀ­πώ­λεια γιὰ τὴν ἀ­γω­νι­ῶ­σα συ­νεί­δη­ση τοῦ ση­με­ρι­νοῦ ἀν­θρώ­που, νὰ κα­τα­νο­εῖ­ται ἡ πα­ρα­πά­νω ἀν­τι­στι­κτι­κὴ ἐ­πι­σή­μαν­ση ὡς ἀ­πο­κλει­στι­κὴ ἀν­τί­θε­ση πρὸς τὸν ἀρ­χαῖ­ο πα­γα­νι­στι­κὸ ἑλ­λη­νι­σμὸ καὶ ὄ­χι ὡς δι­α­φο­ρὰ ποὺ πλου­τί­ζει τὸν πνευ­μα­τι­κὸ κό­σμο τοῦ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νου ἀν­θρώ­που τοῦ πα­ρόν­τος, με­τα­το­πί­ζον­τας τὸ βά­ρος τῆς πο­λι­τι­σμι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας ἀ­πὸ τὸν ἀ­πελ­πι­στι­κὰ κο­ρε­σμέ­νο πλα­νη­τι­κὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ χῶ­ρο στὸν ἀ­νε­ξάν­τλη­το ‘τό­πο’ τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κοῦ βι­ώ­μα­τος.
[2] Μιὰ ἰ­δέ­α ποὺ ἐ­ξέ­φρα­σα σὲ συ­νέν­τευ­ξή μου στὸν Στα­μά­τη Μαυ­ρο­ει­δῆ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Αὐ­γὴ στὶς 18.02.2001, μὲ τὸν μᾶλ­λον ἀ­φε­λῆ τί­τλο «Κλεί­νει ὁ κύ­κλος τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­σμοῦ».
[3] Γιὰ τὴν σύν­δε­ση μὲ τὸ πρό­σω­πο αὐ­τὸ τοῦ ἀ­στι­κοῦ μύ­θου γιὰ τὸν εὔ­ζω­να φρου­ρὸ μὲ τὸ ἴ­διο ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο ποὺ αὐτο­κτό­νη­σε πέ­φτον­τας ἀ­πὸ τὸν βρά­χο τῆς Ἀ­κρό­πο­λης τὴν ἡ­με­ρα ποὺ μπή­κα­νε οἱ Γερ­μα­νοὶ κα­τα­κτη­τὲς στὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ μὴν δεῖ τὴ σβά­στι­κα πά­νω σ’ αὐ­τή, βλ. ἐδῶ.
[4] Νὰ πι­στέ­ψου­με τὸ θρυ­λού­με­νο (βλ. πρό­χει­ρα ἐ­δῶ) πὼς ὁ ‘Μα­κρυ­γι­άν­νη­ς’ τῶν Ἀ­πο­μνη­μο­νευ­μά­των εἶ­ναι μιὰ περ­σό­να τοῦ Βλα­χο­γιά­ννη, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος εἶ­ναι ὁ πραγ­μα­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας; Θὰ εἴ­χα­με μιὰ δι­πλῆ ἐ­πι­τυ­χί­α: ἐ­θνι­κή, μὲ τὸν Βλα­χο­γιά­ννη «πιὸ ση­μαν­τι­κὸ πε­ζο­γρά­φο μας» κα­τὰ τὴν ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α τοῦ Σε­φέ­ρη, καὶ μιὰ παγ­κό­σμια πρω­τιὰ στὸ «φαν­τα­στι­κὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κὸ ἀ­πο­μνη­μό­νευ­μα ἐ­πο­χῆς»!

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε ἐν­νέ­α συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των καὶ δύ­ο συγ­κεν­τρω­τι­κές. Τε­λευ­ταί­α ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή του: Εἰ­κό­νες ἀ­πὸ μιὰ νέ­α (Gutenberg, Ἀ­θή­να, 2015). Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἔκ­δο­ση: Ἄγ­γε­λου Θ. Ση­μη­ρι­ώ­τη, Τὰ Ποι­ή­μα­τα [1893-1943], Τό­μοι Α΄+Β΄ (μὲ τὴν Ἔλ­σα Λι­α­ρο­πού­λου, Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο Νέ­ας Ἰ­ω­νί­ας Ἀτ­τι­κῆς, Νέ­α Ἰ­ω­νί­α 1995) καὶ δη­μο­σί­ευ­σε ἕ­ξι τό­μους δο­κι­μί­ου-κρι­τι­κῆς. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο (1978), συ­νεκ­δό­της τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Νῆ­σος· Μου­σι­κὴ καὶ Ποί­η­ση (1983-85) καὶ Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να (1984-85), καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον (1986-2012). Τὸν  Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε τὸν ἱ­στό­το­πο γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὸν ὁ­ποῖ­ο συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὴν Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ μα­ζί της ἐ­πι­με­λή­θηκε τοὺς ἀνθο­λο­γι­κοὺς τό­μους Μπονζάϊ γιὰ τὰ ἔ­τη 2014, 2015 καὶ 2016 ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πολ­λὲς ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ δύ­ο ἀν­θο­λο­γί­ες ποι­η­μά­των του ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ ἱ­σπα­νι­κά.

♠ ♠ ♠

Γιάννης Βλα­χο­γιά­ννης.  Ἐ­πί­με­τρο ἐργογραφικὸ

μετὰ κρίσεων γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο του

Ὁ Γιάννης Βλαχογιάννης ἔφηβος

Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης (φ.ψ. τοῦ Γιά­ννη Βλά­χου, Ναύ­πα­κτος, 1867– Ἀ­θή­να, 1945). Ὁ πα­τέ­ρας του Ὀ­δυσ­σέ­ας Βλά­χος κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ γε­νιὰ ἀ­γω­νι­στῶν τῆς Ρού­με­λης καὶ ἡ μη­τέ­ρα του Ἀ­να­στα­σί­α Γκι­ώ­νη ἀ­πὸ τὸ Σού­λι. Εἶ­χε τρεῖς ἀ­δερ­φοὺς καὶ τέσ­σε­ρις ἀ­δερ­φές. Οἱ ἀ­να­μνή­σεις τοῦ 1821 δι­α­τη­ρή­θη­καν ζων­τα­νὲς στὴ μνή­μη του καὶ δι­α­μόρ­φω­σαν σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά του. Ἔ­μα­θε τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα στὴ Ναύ­πα­κτο καὶ γιὰ τὰ γυ­μνα­σια­κὰ μα­θή­μα­τα τα­ξί­δε­ψε στὴ Ζά­κυν­θο, τὴν Κό­ριν­θο καὶ τὴν Πά­τρα. Τὸ 1886 γρά­φτη­κε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν στὸ τμῆ­μα Φι­λο­λο­γί­ας. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν σπου­δῶν του (τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν ὁ­λο­κλή­ρω­σε), ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς οἰ­κο­δι­δά­σκα­λος καὶ ὡς δι­ορ­θω­τὴς στὴν Ἐ­φη­με­ρί­δα τοῦ Κο­ρο­μη­λᾶ. Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­γι­νε συν­τά­κτης στὴν Ἑ­στί­α, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ συν­δρο­μὴ ὁ­μο­γε­νῶν (με­τα­ξὺ ἄλ­λων καὶ τοῦ Ἐμ­μα­νου­ὴλ Μπε­νά­κη) πε­ρι­συ­νέ­λε­ξε τε­ρά­στιο σὲ ὄγ­κο ἀρ­χεια­κὸ ὑ­λι­κὸ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να κυ­ρί­ως σχε­τι­κὸ μὲ τὸν Ἀ­γώ­να καὶ κα­τόρ­θω­σε νὰ ἐκ­δώ­σει ἕ­να μέ­ρος του (ὅ­πως τὰ ἀρ­χεῖ­α τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη, τοῦ Κα­σο­μού­λη καὶ τοῦ Σπυ­ρο­μή­λιου, τὸ Χια­κὸ ἀρ­χεῖ­ο, τὸ Ἀ­θη­να­ϊ­κὸ ἀρ­χεῖ­ο καὶ τὴ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη). Στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀρ­χεια­κῆς του ἔ­ρευ­νας ὁ Βλα­χο­γιά­ννης ἀ­φι­έ­ρω­σε ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του καὶ τα­ξί­δε­ψε στὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια καὶ τὸ Λον­δί­νο. Ἡ ἐρ­γα­σί­α του ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ συ­στη­μα­τι­κὴ καὶ συ­νέ­βα­λε ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στὴν κα­τα­γρα­φὴ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να. Τὸ 1914 μὲ δι­κή του εἰ­σή­γη­ση ἱ­δρύ­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Βε­νι­ζέ­λο τὰ Γε­νι­κὰ Ἀρ­χεῖ­α τοῦ Κρά­τους, ὅ­που δι­ε­τέ­λε­σε καὶ πρῶ­τος δι­ευ­θυν­τὴς ὣς τὸ 1937. Πέ­θα­νε τὸ 1945 στὴν Ἀ­θή­να κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νι­κῆς κα­το­χῆς. Ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας το­πο­θε­τεῖ­ται στὰ 1893 μὲ τὸ δι­ή­γη­μα Ὁ ξε­νι­τε­μέ­νος καὶ μὲ τὶς Ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Γιά­ννου Ἐ­πα­χτί­τη, συλ­λο­γὴ τρι­ῶν ἠ­θο­γρα­φι­κῶν διη­γη­μά­των γραμ­μέ­νων στὴ δη­μο­τι­κή. Ἔ­γι­νε γρή­γο­ρα δη­μο­φι­λὴς στοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς κύ­κλους καὶ ἐ­παι­νέ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Κω­στῆ Πα­λα­μά. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ὅ­πως τὰ Τέ­χνη, Ἠ­γη­σώ, Μοῦ­σα), ἐ­φη­με­ρί­δες (ὅ­πως ἡ Ἑ­στί­α, Ἀ­στρα­πή, Ἐ­φη­με­ρίς) καὶ ἡ­με­ρο­λό­για τῆς ἐ­πο­χῆς του. Οἱ οἰ­κο­νο­μι­κὲς δυ­σκο­λί­ες ποὺ τὸν συ­νό­δευ­αν σ’ ὅ­λη τὴ ζω­ή του δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ἐκ­δώ­σει πα­ρὰ ἕ­να μι­κρὸ μέ­ρος τοῦ συ­νο­λι­κοῦ ἔρ­γου του. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Προ­πύ­λαι­α (ἕ­ξι τεύ­χη ἀ­πὸ τὸ 1901 ὡς τὸ 1908), ὅ­που δη­μο­σί­ευ­σε ποι­ή­μα­τα, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ ἱ­στο­ρι­κὲς με­λέ­τες. Μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τῶν ἑ­κα­τὸ χρό­νων ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ Ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α ἐ­ξέ­δω­σε μὲ δι­κά του ἔ­ξο­δα τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Τὰ με­γά­λα χρό­νια (1930, πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση τὸ 1914) καὶ Τὰ πα­λι­κά­ρια τὰ πα­λιά (1931). Στὸ σύ­νο­λο τῶν γρα­πτῶν του πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται ποι­ή­μα­τα, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, ἱ­στο­ρι­κὲς με­λέ­τες, κρι­τι­κὰ δο­κί­μια, ἄρ­θρα, ἀ­κό­μη καὶ ἕ­να μο­νό­πρα­κτο ἔρ­γο γιὰ τὸ θέ­α­τρο (Χή­ρα μά­να). Ὡς λο­γο­τέ­χνης εἶ­ναι γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὴν πε­ζο­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γή του. Ὁ Βλα­χο­γιά­ννης ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ συν­δυά­σει ἱ­στο­ρι­κὰ (ἡ­ρω­ι­κῆς θε­μα­τι­κῆς) καὶ ἠ­θο­γρα­φι­κὰ στοι­χεῖ­α μὲ βα­σι­κὸ στό­χο του νὰ συμ­βά­λει στὸν ὁ­ρι­σμὸ τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ταυ­τό­τη­τας καὶ στὴν ψυ­χο­λο­γι­κὴ σύν­δε­ση τῶν νε­ο­ελ­λή­νων μὲ τὸ πα­ρελ­θόν τους. Ἰ­δι­αί­τε­ρης ση­μα­σί­ας εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ ψυ­χο­γρα­φι­κὲς καὶ συμ­βο­λι­κὲς δι­α­στά­σεις τῶν ἔρ­γων του. Γλώσ­σα τῶν γρα­πτῶν του εἶ­ναι ἡ δη­μο­τι­κὴ τὴν ὁ­ποί­α υἱ­ο­θέ­τη­σε ἐ­ξαρ­χῆς, ἀ­κό­μη καὶ στὶς ἱ­στο­ρι­κὲς με­λέ­τες του, δὲ συμ­με­τεῖ­χε ὅ­μως στὶς γλωσ­σι­κὲς δι­α­μά­χες τῆς ἐ­πο­χῆς του.

[Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ ΕΚΕΒΙ]

♠ ♠ ♠

Ὁ Κ.Θ. Δη­μα­ρᾶς γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη:

ΟΥΤΕ μπο­ροῦ­σε, οὔ­τε, ἀ­λη­θι­νά, δο­κί­μα­σε πο­τὲ ὁ Βλα­χο­γιά­ννης νὰ δεῖ τὸν κό­σμο ὅ­που ζοῦ­σε, τὸν κό­σμο τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἀλ­λοι­ῶς πα­ρὰ σὰν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς μάρ­τυ­ρές της. Ὅ­μως οἱ ἄ­πει­ρες γνώ­σεις του, ἡ γε­ρὴ κρί­ση του καὶ ἡ ἀ­σφα­λέ­στα­τη δι­αί­σθη­σή του, ποὺ εἶ­ναι κι αὐ­τὴ καρ­πὸς τῆς πεί­ρας καὶ τῆς γνώ­σης, τὸν ἔ­φερ­ναν κά­πο­τε σὲ με­ρι­κοὺς γε­νι­κοὺς στο­χα­σμοὺς ποὺ ζοῦν μέ­σα στὸ ἔρ­γο του σὰν αὐ­τό­νο­μα φω­τει­νὰ ση­μά­δια· εἴ­τε συμ­φω­νοῦ­με εἴ­τε δι­α­φω­νοῦ­με μὲ τοὺς στο­χα­σμοὺς αὐ­τούς,  πάν­τα φω­τί­ζουν τὴν ζή­τη­σή μας. Ἡ ἐ­πι­φύ­λα­ξη ποὺ προ­κα­λεῖ τὸ πά­θος του —τὸ πά­θος ποὺ ἔ­βα­ζε εἴ­τε μι­λοῦ­σε γιὰ ἀν­θρώ­πους τῆς ἱ­στο­ρί­ας, εἴ­τε μι­λοῦ­σε γιὰ τοὺς συγ­χρό­νους μας— δὲν πρέ­πει νὰ στα­θεῖ ἐμ­πό­διο στὸν πλου­τι­σμὸ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μᾶς προ­σφέ­ρει ὄ­χι μό­νο ἡ σο­φί­α του, ἀλ­λὰ καὶ ἡ κρί­ση καὶ ἡ δι­αί­σθη­σή του.

       Ἔρ­γο του ἱ­στο­ρι­κὸ σπου­δαι­ό­τα­το πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θοῦν καὶ οἱ συλ­λο­γὲς ποὺ εἶ­χε κα­ταρ­τί­σει. Δὲν ξέ­ρω τί τύ­χη με­λε­τοῦ­σε ὁ ἴ­διος νὰ τοὺς δώ­σει. Μὰ ὅ­πως τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο, τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ καὶ τὸ ἱ­στο­ρι­κό, ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε ὁ­λά­κε­ρο στὴν Ἑλ­λά­δα, ἔ­τσι πι­στεύ­ω πὼς καὶ τὸ συλ­λε­κτι­κό του ἔρ­γο τῆς ἀ­νή­κει. Τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ γέν­νη­μα ὁ Βλα­χο­γιά­ννης, «βγαλ­μέ­νος εἶ­μαι ἀ­πὸ τὴ λα­ϊ­κὴ ψυ­χὴ κ’ ἐ­γὼ» εἶ­χε γρά­ψει κά­που, ἔ­γρα­φε στὴ γλώσ­σα τοῦ λα­οῦ, μί­λη­σε γι’ αὐ­τόν. Ὅ­λα τὰ πλού­τη ποὺ μά­ζε­ψε, ἀ­πὸ τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ λα­ὸ βγῆ­καν καὶ στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ λα­ὸ πρέ­πει νὰ ἐ­πα­νέλ­θουν. Πολ­λὰ τὰ ἀ­πέ­δω­σε ὁ ἴ­διος ἐ­νό­σω ζοῦ­σε: ἀ­γά­πη, σο­φί­α, ἐ­μορ­φιά. Αὐ­τὰ ποὺ μέ­νουν ἂς τὰ ζη­τή­σει ὁ τό­πος του καὶ θὰ τὰ λά­βει πάν­τα, μὲ κά­ποι­ο τρό­πο. Κι ἂν ὅ­μως τοῦ­το πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ, ἄς μὴ ξε­χνοῦ­με πὼς ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ χρέ­ος τὸ με­γά­λο ποὺ θὰ ἔ­χου­με πάν­τως πρὸς τὴν μνή­μη του, θὰ προ­στε­θεῖ κ’ ἕ­να χρέ­ος, ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρο, ἡ ἀ­ξι­ο­ποί­η­ση τῶν κα­τα­λοί­πων του.

[«Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­νης», Νέ­α Ἑ­στί­α, ἀρ. 437-438, 01-15.09.1945, σέλ. 795]

♠ ♠ ♠

Ὁ Βα­σί­λει­ος Λα­ούρ­δας γιὰ τὸ ἦ­θος τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη:

ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη ἡ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ ἔχα­σε μί­αν ἀ­πὸ τὶς ἐ­λά­χι­στες ἐ­κεῖ­νες μορ­φὲς ποὺ μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τους καὶ μὲ τὸ ἔρ­γο τους εἶ­χαν τὴ δύ­να­μη νὰ τὴν δι­και­ώ­νουν καὶ νὰ τὴ σώ­ζουν. Ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης ἦ­ταν καὶ αὐ­τός, ὅ­πως οἱ λι­γο­στοὶ ἄλ­λοι συ­νο­δοι­πό­ροι του, μιὰ στε­ρε­ὴ καὶ βα­θι­ορ­ρι­ζω­μέ­νη δρῦς ἀ­νά­με­σά σὲ πλῆ­θος γρα­φιά­δες καὶ ἀ­χυ­ρο­γρά­φους. Ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­λά­χι­στους ἄν­δρες στὴν πνευ­μα­τι­κή μας ζω­ή.

       Τὴ στιγ­μὴ τού­τη πά­νω ἀ­πὸ τὰ εἰ­δι­κώ­τε­ρα ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τά του, πά­νω ἀ­πὸ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ του κεί­με­να καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ εὐ­ρή­μα­τά του, ἐ­κεῖ­νο ποὺ μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει εἶ­ναι ὁ Νό­μος τῆς ζω­ῆς του. Πό­σοι ἄλ­λοι εἶ­ναι ποὺ νὰ ἔ­χουν νὰ πα­ρου­σιά­σουν πά­νω καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς ἐ­πει­σο­δια­κές τους κα­θη­με­ρι­νὲς ἐμ­φα­νί­σεις ἕ­ναν Νό­μο ζω­ῆς ποὺ νὰ μπο­ρεῖ νὰ θε­με­λι­ώ­νει ψυ­χὲς καὶ νὰ στε­ρι­ώ­νει Ἔ­θνη; Ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης εἶ­χε. Καὶ σὲ τοῦ­το εἶ­ναι πρῶ­τα-πρῶ­τα ἡ με­γά­λη ἀ­ξί­α του μέ­σα στὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ μιᾶς χώ­ρας ποὺ κα­τέ­βα­σε τὴ γλώσ­σα σὲ φλυ­α­ρί­α, τὴ λο­γο­τε­χνί­α σὲ ναρ­κι­σι­σμό, τὴν ἐ­πι­στή­μη σὲ κα­ρι­έ­ρα καὶ τὸ πνεῦ­μα σὲ μι­κρο­πο­λι­τι­κή.

       Ὁ Νό­μος τῆς ζω­ῆς τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη εἶ­ναι ἁ­πλὸς καὶ κα­θα­ρός, σὰν κά­θε γνή­σιο Νό­μο. «Μεῖ­νε στὴν καρ­διὰ τοῦ λα­οῦ σου.» Τὴ φρά­ση τού­τη τὴν εἶ­παν, τὴ λέ­νε κα­θε­μέ­ρα καὶ θὰ τὴν λέ­νε ἀ­δι­ά­κο­πα πολ­λοί. Κα­νέ­νας ὅ­μως ὣς τώ­ρα, χώ­ρια ἀ­πὸ τὸν Σο­λω­μὸ καὶ τὰ πνευ­μα­τι­κά του τέ­χνα, δὲν τὴν ἔ­κα­νε πρά­ξη του, ὅ­πως ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης.

[«Ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­νης», Φι­λο­λο­γι­κὰ Χρο­νι­κά, ἀρ. 32, 01.09.1945, σελ. 319]

♠ ♠ ♠

Ὁ Ἄλ­κης Ἀγ­γέ­λου γιὰ τὴν

Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γι­ν­νη:

ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ λοι­πὸν γί­νε­ται τώ­ρα μᾶλ­λον αὐ­το­νό­η­το, προ­κει­μέ­νου γιὰ τὸν Βλα­χο­γιά­ννη. Τὰ σπου­δαῖ­α ἔρ­γα, οἱ σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι δὲν ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη καὶ ἀ­πὸ σπου­δαῖ­α λό­για γιὰ νὰ ἀ­να­δει­χθοῦν. Ἀν­τι­θέ­τως, ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται κα­λύ­τε­ρα, γί­νον­ται φυ­σι­κό­τε­ροι, εὐ­κο­λο­πλη­σί­α­στοι, καὶ φυ­σι­κὰ ἀν­θρω­πι­νό­τε­ροι, ὅ­ταν τοὺς κα­τε­βά­σου­με ἀ­πὸ τὰ βά­θρα στὰ ὁ­ποῖ­α συ­νή­θι­ζε νὰ τοὺς στή­νει ἡ ἐ­πο­χή, καὶ τοὺς βά­λου­με νὰ περ­πα­τή­σουν χω­ρὶς δε­κα­νί­κια, ἀ­πὸ μό­νοι τους, μέ­σα στὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ κοι­νοῦ θνη­τοῦ, μὲ τὶς ἀ­δυ­να­μί­ες τους καὶ μὲ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τά τους. Αὐ­τὴ ὅ­μως ἡ προ­σγεί­ω­ση, πο­λὺ δύ­σκο­λη γιὰ μιὰ ἐ­πο­χὴ ἀ­πε­ρί­γρα­πτης καὶ ἀ­φάν­τα­στης ρη­το­ρεί­ας, μό­νο μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ «ποι­η­τῆ» εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ γί­νει. Καὶ ἔ­γι­νε μὲ τὸ συ­νο­λι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Βλα­χο­γιά­ννη, τό­σο τὸ κα­θα­ρὰ ἱ­στο­ρι­κό, ὅ­σο καὶ τὸ κα­θα­ρὰ λο­γο­τε­χνι­κό. Ἐ­δῶ ἡ Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α βρί­σκει ἀ­πο­λύ­τως τὴν δι­καί­ω­σή της.

[«Ἡ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τοῦ Βλα­χο­γιά­ννη. Μιὰ νό­μι­μη ‘αὐ­θαι­ρε­σί­α’», στὸ Γιάν­νης Βλα­χο­γιά­ννης, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α, Ἐ­πι­μέ­λεια Ἄλ­κης Ἀγ­γέ­λου, Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς «Ἑ­στί­ας», Ἀ­να­τύ­πω­ση 01.2010 (Α’ ἔκ­δο­ση 2000), σελ. 78.]

Τζένιφερ Γουόρτμαν (Jennifer Wortman): Θέλω καινούργιο ἐγκέφαλο


Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman)


Θέ­λω και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο

(I Want a New Brain)


ΘΕΛΑ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ἐγ­κέ­φα­λο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ στα­μα­τή­σω νὰ μι­λά­ω γι’ αὐ­τό, για­τὶ τέ­τοι­ος ἦ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ εἶ­χα: Ἕ­νας ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ ἐ­πέ­με­νε κι ἐ­πέ­με­νε. Εἶ­χε ἐμ­μο­νὴ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ μὲ εἶ­χαν πλη­γώ­σει καὶ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ εἶ­χα πλη­γώ­σει ἐ­γώ. Ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γιὰ τὴ μέ­ρα ποὺ ξη­μέ­ρω­νε καὶ γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα. Μὲ κα­τέ­κρι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα ὅ­ταν ἐ­πι­κεν­τρω­νό­μουν στὴν κα­λο­πέ­ρα­σή μου. Ὅ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἤ­θε­λε κά­τι, δὲν στα­μα­τοῦ­σε μὲ τί­πο­τα. Ἦ­ταν χει­ρό­τε­ρος κι ἀπ’ τὸ γιό μου ποὺ μὲ ζά­λι­ζε ζη­τών­τας κα­ρα­μέ­λες μέ­χρι νὰ τοῦ βά­λω τὶς φω­νές. Ἂν ἔ­βα­ζα τὶς φω­νὲς στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ τὶς ἔ­βα­ζε κι ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴ σει­ρά του. Ἀλ­λά, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πά­λι μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νές. Κι ὁ γιὸς μου μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νὲς κα­μιὰ φο­ρὰ ἢ ἁ­πλῶς δὲν μὲ ἄ­κου­γε, εἴ­τε τοῦ ἔ­βα­ζα τὶς φω­νές, εἴ­τε τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά. Τό­τε, ὅ­μως, τοῦ ἔ­κλει­να συ­νή­θως τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κλεί­σω τὴν τη­λε­ό­ρα­ση στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου. Ἀ­κό­μα καὶ χω­ρὶς αὐ­τή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου δὲν ἔ­παυ­ε.

        «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴν οἰ­κο­γέ­νειά μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στοὺς φί­λους μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴ ψυ­χο­θε­ρα­πεύ­τρια μου, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κὰ ὅ­σο ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου αἰ­σθάν­θη­κε τὴν πε­ρι­φρό­νη­σή της.

        Ἔ­δω­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου φάρ­μα­κα. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἔ­λε­γε πράγ­μα­τα ὅ­πως, «Εἶ­σαι συ­νέ­νο­χη μὲ τὴ Big Pharm» ἢ «Εἶ­σαι ἀ­κό­μα ἐ­σύ;» καὶ «Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, δὲν ἔ­χει ἀ­πο­τέ­λε­σμα». Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πα­ρα­δέ­χον­ταν πὼς τὰ φάρ­μα­κα βο­η­θοῦ­σαν, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἁ­πλῶς με­γά­λω­νε τὴ σύγ­χυ­σή μου: Μὲ ἄλ­λα λό­για, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου, συ­νέ­χι­ζε νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, εἶ­χα ξα­πλώ­σει στὸν κα­να­πέ, ὅ­πως ἔ­κα­να συ­χνά. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­πει­σε νὰ δου­λέ­ψω μὲ τὸ λά­πτοπ, ξα­πλω­μέ­νη. Δὲν εἶ­χα τὸ λά­πτοπ, ὅ­μως, για­τί ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ εἶ­χε πεί­σει ὅ­τι θὰ δού­λευ­α κα­λύ­τε­ρα ἂν πρῶ­τα ξε­κου­ρα­ζό­μουν. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­κα­νε με­τὰ νὰ νι­ώ­σω ἔ­νο­χη ἐ­πει­δὴ ξε­κου­ρα­ζό­μουν καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια ἀ­νί­κα­νη τό­σο γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στῶ, ὅ­σο καὶ γιὰ νὰ ἐρ­γα­στῶ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι σύ­νη­θες γιὰ μέ­να. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἦ­ταν σύ­νη­θες ἦ­ταν ὅ­τι ὁ γιὸς μου γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο πιὸ ἀρ­γὰ ἀ­π’ ὅ­σο συ­νή­θως μ’ ἕ­να κου­τὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο μό­λις ποὺ πρό­σε­ξα, καὶ ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ ὑ­πεν­θύ­μι­σε πὼς εἶ­μαι ἀ­παί­σια μη­τέ­ρα.

        «Εἶ­ναι γιὰ σέ­να», μοῦ εἶ­πε. Ἔ­σκι­σε τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα τοῦ κου­τιοῦ. «Και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος!».

        «Μά, πῶς;»

        Μοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι εἶ­χε ἀ­δειά­σει τὸν κουμ­πα­ρά του ἀ­πὸ τὰ λε­φτὰ τῶν γε­νε­θλί­ων του καὶ εἶ­χε πά­ει σ’ ἕ­να κα­τά­στη­μα ἐγ­κε­φά­λων ποὺ εἶ­χε ἀ­νοί­ξει σ’ ἕ­να κομ­μά­τι τῆς πό­λης ποὺ μι­σοῦ­σα, ἀ­νά­με­σα σ’ ἕ­να και­νούρ­γιο μπα­ρά­κι κι ἕ­να στούν­τιο γι­όγ­κα καὶ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­α μὲ χει­ρο­ποί­η­τα γλυ­κὰ καὶ μι­κρὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα ποὺ ἄ­ναγ­κα­ζαν τοὺς κα­τοί­κους μὲ χα­μη­λὰ εἰ­σο­δή­μα­τα νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ κεῖ. «Μὰ ἔ­χεις πά­ει κι ἐ­σὺ σ’ αὐ­τὸ τὸ μπα­ρά­κι καὶ στὸ στούν­τιο γι­όγ­κα», εἶ­πε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        «Ἄς τὸ κά­νου­με, λοι­πόν!», εἶ­πα στὸ γιό μου.

        Ὁ και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος, μὲ τὶς πλη­θω­ρι­κὲς πτυ­χὲς του ἀ­πὸ ρὸζ μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νια σάρ­κα, ἔ­μοια­ζε σὰ νὰ εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο πε­ρι­ο­δι­κοῦ. Συμ­βου­λευ­τή­κα­με τὸ ἐγ­χει­ρί­διο, ἀ­φαι­ρέ­σα­με τὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου καὶ ἐγ­κα­τα­στή­σα­με τὸ νέ­ο ἐγ­κέ­φα­λο. Τι­νά­χτη­κα ἀ­π’ τὸν κα­να­πέ, ἑ­τοί­μα­σα στὸ γιό μου ἕ­να κο­λα­τσιὸ κι ὕ­στε­ρά τοῦ ἔ­θε­σα τὰ κα­τάλ­λη­λα ὅ­ρια σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πό­σο χρό­νο μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη μπο­ρεῖ νὰ περ­νά­ει. Ἄ­νοι­ξα τὸ λά­πτοπ μου καὶ δού­λε­ψα δί­χως δι­α­λείμ­μα­τα μέ­χρι τὴν ὥ­ρα ποὺ τε­λεί­ω­σα καὶ ρώ­τη­σα τὸ γιό μου ἂν ἤ­θε­λε νὰ πᾶ­με μιὰ βόλ­τα μὲ τὰ πο­δή­λα­τα. Θὰ γυρ­νού­σα­με γρή­γο­ρα για­τί ἤ­θε­λα νὰ φτιά­ξω ἕ­να γευ­στι­κὸ καὶ ὑ­γι­ει­νὸ δεῖ­πνο, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα σκο­πὸ νὰ ἑ­τοι­μά­σω ἐ­πι­με­λῶς, χω­ρὶς τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μου Netflix πε­ρι­σπα­σμό.

        Καὶ ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς θὰ σᾶς πῶ ὅ­τι ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος δὲν ἦ­ταν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὸς ἀ­π’ τὸν πα­λιό, ἢ ὅ­τι ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κός, ἀλ­λὰ σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα εἶ­χα χά­σει κά­τι, τὴν ἀν­θρω­πιά μου ἢ τὴν ψυ­χή μου ἢ ὅ­πως θέ­λε­τε νὰ τὸ πεῖ­τε. Ὅ­μως, ὄ­χι. Ἤ­θε­λα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ἀ­πέ­κτη­σα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ὅ­λα ἄλ­λα­ξαν πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο.

        Ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τό: Ὁ γιὸς μου, ἔ­χον­τας πα­ρα­στεῖ στὸ θαῦ­μα τοῦ νέ­ου μου ἐγ­κε­φά­λου, ἤ­θε­λε ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. «Θέ­λω ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ πρω­ί. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ βρά­δυ. Ἐ­κεῖ ποὺ πρὶν πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ γλυ­κά, τώ­ρα πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Στὴν ἀρ­χή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τὰ πα­ρα­κά­λια του μὲ ψυ­χραι­μί­α. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σα ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ πά­ρει και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του βρί­σκον­ταν ἀ­κό­μα σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα σχη­μα­τι­στεῖ. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του ἦ­ταν μιὰ χα­ρά. Κα­μιὰ φο­ρὰ ὑ­πέ­φε­ρε ἐ­ξαι­τί­ας του, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­νε μό­νο νὰ τὸν βο­η­θή­σει νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει.

        «Μὰ ἔ­χεις ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο.»

        «Κα­μιὰ φο­ρά» ἔ­λε­γα, «οἱ ἐγ­κέ­φα­λοι τὸ πα­ρα­τρα­βᾶ­νε καὶ μᾶς κά­νουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με. Κά­νουν πιὸ πο­λὺ κα­κό, πα­ρὰ κα­λό».

        «Ναί, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος αὐ­τὸς ποὺ σοῦ εἶ­πε ὅ­τι χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Πῶς ξέ­ρεις ὅ­τι δὲν τὸ ἔ­κα­νε ἁ­πλῶς γιὰ νὰ ὑ­πο­φέ­ρεις;»

        «Για­τί ὁ πα­λιός μου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο.»

        «Ἂν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο, για­τί χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο;» Ὅ­σο ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος προ­σπα­θοῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ μιὰ ξε­κά­θα­ρη, συ­νε­κτι­κὴ ἀ­πάν­τη­ση, ἐ­κεῖ­νος ἔ­λε­γε, «Για­τί, ἔ; Για­τί;»

        «Γιὰ νὰ μὴν ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ σοῦ φω­νά­ζω», τοῦ φώ­να­ζα.

        Με­τά μοῦ φώ­να­ζε ἐ­κεῖ­νος ἢ τοῦ φώ­να­ζα πά­λι ἐ­γὼ κι ὕ­στε­ρα κλεί­νον­ταν στὸ δω­μά­τιό του καὶ ‘γὼ στὸ δι­κό μου. Χρει­α­ζό­μουν μή­πως μιὰ και­νούρ­για καρ­διά, μιὰ και­νούρ­για φω­νή; Μιὰ και­νούρ­για ψυ­χή, ἕ­ναν και­νούρ­γιο κό­σμο, ἕ­ναν και­νούρ­γιο Θε­ό; «Σώ­πα τώ­ρα», ἔ­λε­γε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου. «Πή­γαι­νε νὰ μι­λή­σεις στὸ γιό σου.»

        Τὸν ἔ­βρι­σκα στὸ κρε­βά­τι του, τὰ μά­γου­λά του αὐ­λα­κω­μέ­να μὲ δά­κρυ­α. «Σώ­πα» τοῦ ἔ­λε­γα. «Σώ­πα τώ­ρα, σώ­πα.»



Πη­γή: Ἄ­πο τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Connotation Press. An Online Artifact (Τεῦ­χο­ς VΙ, Τό­μος X: Ἰ­ού­λιος, 2019): https://connotationpress.com/fiction/3398-jennifer-wortman-fiction

Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman). Δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ με­τα­ξὺ ἄλ­λων στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Glimmer Train, Normal School, Diagram, The CollagistSmokeLong Quarterly, The Collapsar. Ζεῖ μὲ τὸ σύ­ζυ­γο καὶ τὰ δυ­ό της παι­διὰ στὸ Κο­λο­ράν­το. Εἶ­ναι συν­τά­κτρια στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Colorado Review καὶ δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ «Lighthouse Writers Workshop». Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες, πα­τῆ­στε ἐδῶ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Τζοὺντ Χίγκινς (Jude Higgins): Φτερωτή ζωή


Τζοὺντ Χίγ­κινς (Jude Higgins)


Φτε­ρω­τὴ ζω­ή

(Bird life)


ΕΡΕΙΣ πῶς εἶ­ναι ὅ­ταν ἕ­να που­λὶ κου­του­λᾶ στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου καὶ πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος κι ἐ­σὺ τὸ ἀ­φή­νεις ἐ­κεῖ, ἐλ­πί­ζον­τας ὅ­τι ἁ­πλῶς ζα­λί­στη­κε· ἀλ­λὰ ὄ­χι, ἡ πρό­σκρου­ση τὸ ἄ­φη­σε νε­κρό – καὶ ἰ­δού: τὴν ἡ­μέ­ρα ἀ­κρι­βῶς τῶν γε­νε­θλί­ων σου μιὰ ὄ­μορ­φη μι­κρὴ τσί­χλα, μὲ λαμ­πρὸ φτέ­ρω­μα, κεί­τε­ται μπρο­στὰ στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα πά­νω στὸ χα­λά­κι μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ Κα­λω­σο­ρί­σα­τε. Ἀ­να­λο­γί­ζε­σαι τὴν εἰ­ρω­νεί­α τοῦ πράγ­μα­τος –πῶς γί­νε­ται κά­τι τό­σο νέ­ο νὰ μὴ γι­ορ­τά­σει πο­τὲ γε­νέ­θλια κι ἔ­πει­τα σκέ­φτε­σαι ὅ­τι εἶ­ναι πο­λὺ αἰ­σθη­μα­το­λο­γι­κὸ νὰ φαν­τά­ζε­σαι τὰ γε­νέ­θλια ἑ­νὸς που­λιοῦ. Προ­σπα­θεῖς ν’ ἀ­πο­φύ­γεις τὴν αἰ­σθη­μα­το­λο­γί­α.

        Εἶ­ναι ἐ­λα­φριά, τό­σο ἐ­λα­φριά, μιὰ τό­ση δὰ ἐν­τύ­πω­ση στὸ φτυ­α­ρά­κι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὴν μα­ζεύ­εις κι ἐν τῷ με­τα­ξὺ ὁ ἄν­τρας σου τὴν βγά­ζει φω­το­γρα­φί­α μο­λο­νό­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ κά­τι ποὺ θὲς ν’ ἀ­πο­τυ­πώ­σεις στὴ μνή­μη σου, εἰ­δι­κὰ μιὰ τέ­τοι­α μέ­ρα. Ἀλ­λά σοῦ εἶ­πε ὅ­τι τοῦ θύ­μι­σε τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ εἶ­χες φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι γιὰ ἕ­ναν χρό­νο, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἐ­πί­θε­ση ποὺ δέ­χτη­καν τὰ μι­κρὰ μαυ­ρο­πού­λια στὸ κα­λα­θά­κι τους στὸ κα­τώ­φλι ἀ­πὸ ἕ­να ξε­φτέ­ρι, ἀ­ναγ­κά­ζον­τάς τον νὰ πε­ρά­σει τὶς πρῶ­τες ὧ­ρες τῆς ἀ­που­σί­ας σου ξύ­νον­τας αἵ­μα­τα καὶ φτε­ρὰ γο­να­τι­στὸς στὸ πά­τω­μα.

        Δὲν τὸν ρώ­τη­σες ἂν ἔ­πει­τα πῆ­γε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα καὶ ξά­πλω­σε στὸ κρε­βά­τι ἔ­χον­τας κλει­στὲς τὶς κουρ­τί­νες καὶ νι­ώ­θον­τας πο­λὺ πλη­γω­μέ­νος σὰν νὰ εἶ­χε κου­του­λή­σει πά­νω σ’ ἕ­ναν γυ­ά­λι­νο τοῖ­χο ἐ­νῶ πί­στευ­ε ὅ­τι τα­ξί­δευ­ε στὸν κε­νὸ χῶ­ρο. Δὲν τὸν ρώ­τη­σες ἂν θὰ προ­τι­μοῦ­σε νὰ εἶ­χε ὁ­δη­γη­θεῖ κι αὐ­τὸς στὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α. Ἢ ἂν εἶ­χε ἀ­ναρ­ρώ­σει.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Flash Frontier:

http://www.flash-frontier.com/november-2016-birds/#birdlife

Τζοὺντ Χίγ­κινς (Jude Higgins) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἀν­θο­λο­γί­ες. Τὸ πρῶ­το της βι­βλι­α­ρά­κι μι­κρο­δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Τὸ σπί­τι τοῦ Χη­μι­κοῦ βγῆ­κε στὶς ἐκ­δό­σεις V Press τὸ 2017. Ἡ ἴ­δια θε­σμο­θέ­τη­σε τὸ Βρα­βεῖ­ο Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Bath Flash Fiction Award καὶ ὀρ­γά­νω­σε τὸ Φε­στι­βὰλ Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου ἐ­νῶ τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρει ὁ­τι­δή­πο­τε ἀ­φο­ρᾶ τὸ ἐν λό­γῳ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νο­δι­ο­ν ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νόδι­ο­ν και Γρα­φή.



		

	

Ρόμπερτ Μανς (Robert Mans): Μαθήματα πιάνου


Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans)


Μα­θή­μα­τα Πιά­νου

(Piano Lessons)

 

ΟΙΠΟΝ, ποῦ χά­θη­κες;, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέ­ϊ, κα­θι­σμέ­νος δέ­κα χρό­νια με­τὰ στὸ ἴ­διο μέ­ρος ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει, ἀ­γα­πή­σει, χο­ρέ­ψει καὶ χά­σει τὴν Πι­λάρ. Ἦ­ταν τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ό τους μὲ τὴν Κά­θριν, ὅ­ταν καὶ εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­π’ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, ποὺ δὲν ἦ­ταν πιὰ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, καὶ εἶ­χε δεί­ξει ἀ­δι­ά­φο­ρα στὴ σύ­ζυ­γό του ποῦ σύ­χνα­ζε κά­πο­τε. Ὁ πορ­τι­έ­ρης μὲ τὸ μαῦ­ρο κου­στού­μι καὶ τὸ πα­πι­γιὸν εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὴν πόρ­τα γιὰ τὸ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», τὸ νέ­ο πιά­νο μπὰρ ποὺ ἐκ­θεί­α­ζαν πιὰ ὅ­λα τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ τὰ σάϊτ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ὁ­λό­λευ­κο καὶ ἀρ­κε­τὰ φω­τει­νό, μὲ τρα­πέ­ζια πα­ρα­ταγ­μέ­να μὲ τά­ξη γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να πιά­νο μὲ οὐ­ρά, ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιὰ τὸν φι­λό­ξε­νο χῶ­ρο γιὰ ἄ­το­μα τῆς ἡ­λι­κί­ας του καὶ τοῦ σι­να­φιοῦ του. Ὅ­λοι μὲ τὰ ὄ­μορ­φα ροῦ­χα τους, κα­λο­στη­μέ­νοι καὶ λαμ­πε­ροί, γι­όρ­τα­ζαν τὶς ἐ­πε­τεί­ους, τὶς ἐ­πι­τυ­χί­ες, τὴ γέν­νη­ση κά­ποι­ας ἐλ­πί­δας, μὲ τὴ συ­νο­δεί­α τοῦ Μά­ϊκ στὸ πιά­νο. Ἐ­κεῖ­νος φο­ροῦ­σε σμό­κιν, ὅ­πως ταί­ρια­ζε στὴ θέ­ση του, καὶ τοὺς ἔ­παι­ζε δι­κές του πει­ραγ­μέ­νες με­λω­δί­ες ἢ τζὰζ δι­α­σκευ­ὲς γνω­στῶν τρα­γου­δι­ῶν.

        Τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ Ρέ­ϊ καὶ τῆς Κά­θριν ἔ­βλε­πε τὰ πλῆ­κτρα καὶ τὰ χέ­ρια τοῦ πι­α­νί­στα καὶ ὁ Ρέϊ χά­ζευ­ε τὸ πιά­νο ὅ­λο το βρά­δυ. Ὡ­ραῖ­ο το φα­γη­τό, ὡ­ραῖ­ο καὶ τὸ κρα­σί, ὡ­ραί­α καὶ ἡ Κά­θριν. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε ἐ­κεῖ­νο τὸ σχε­δὸν κα­τα­γώ­γιο μὲ τὴ χυ­μέ­νη μπί­ρα καὶ τὰ μουγ­κρη­τὰ τῶν ξέμ­παρ­κων μέ­θυ­σων. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε τὴ ζω­ή του τό­τε. Λί­γο μό­νο ἡ ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νη πί­στα τοῦ πιά­νου, ποὺ κα­τὰ σύμ­πτω­ση εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο ποὺ τὰ ἀ­δέ­ξια πό­δια του προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ πε­τά­ξουν μα­ζὶ μὲ τὴν Πι­λάρ.

        Τε­λεί­ω­σε τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ κρα­σὶ καὶ ὁ Ρέϊ ἤ­θε­λε κι ἄλ­λο. Ἡ Κά­θριν ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­να πο­τη­ρά­κι. Περ­νοῦ­σε κα­λὰ μα­ζί του. Ση­κώ­νον­τας δει­λά το χέ­ρι, ὅ­πως ὅ­ρι­ζαν πιὰ οἱ κα­λοί του τρό­ποι, γιὰ νὰ φω­νά­ξει τὸν σερ­βι­τό­ρο μὲ τὸ λευ­κὸ που­κά­μι­σο καὶ τὸ μαῦ­ρο πα­πι­γιόν, ὁ Ρέϊ τὸν ἐν­τό­πι­σε κον­τὰ στὸ δι­α­κρι­τι­κὸ καὶ προ­σεγ­μέ­νο μπὰρ νὰ παίρ­νει μιὰ ἄλ­λη πα­ραγ­γε­λί­α. Μό­λις ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ μπρο­στὰ μὲ τὸν δί­σκο, ὁ Ρέϊ δι­ά­βα­σε στὴν κά­νου­λα La Rubia. Κόλ­λη­σε τὸ βλέμ­μα του ἐ­κεῖ σε βαθ­μὸ ποὺ ἀ­νη­σύ­χη­σε τὴν Κά­θριν ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ τὸν ρω­τά­ει τί εἶ­χε πά­θει καὶ ἂν εἶ­χε δεῖ κά­τι ποὺ τὸν τρό­μα­ξε. Μὰ πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέϊ. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια ἡ ἴ­δια μπί­ρα. Σὰν κά­του­ρο ἦ­ταν τό­τε. Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴν μπί­ρα ἐ­δῶ πέ­ρα; Καὶ δί­χως νὰ ξε­κολ­λή­σει τὸ βλέμ­μα του ἀ­πὸ τὸ μπάρ, πα­ρήγ­γει­λε ἐ­σπευ­σμέ­να στὸν σερ­βι­τό­ρο ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε ἕ­να πο­τή­ρι κρα­σὶ ἀ­κό­μα γιὰ τὴ γυ­ναί­κα του καὶ μιὰ ξαν­θιὰ Rubia γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Γεύ­τη­κε τὴν κά­θε της γου­λιά, ἀλ­λὰ ἦ­ταν φα­νε­ρὰ πιὰ ἀ­νή­συ­χος. Ἡ Πι­λὰρ ἄρ­χι­σε νὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται νὰ χο­ρεύ­ει στὴν πί­στα. Τὰ γλυ­κό­λο­γα ποὺ πῆ­γε κά­πο­τε νὰ ξε­στο­μί­σει ἔρ­χον­ταν στὸ στό­μα του, ἀλ­λὰ τὰ ξέ­πλε­νε μὲ τὴν μπί­ρα καὶ τὸ σα­κά­κι του τὸν ἔ­σκα­γε. Ση­κώ­θη­κε στὴ μι­σὴ μπί­ρα νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα. Ἡ Κά­θριν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ μί­λη­σε. Ἤ­ξε­ρε αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα νὰ ἀ­φή­νει χῶ­ρο στὸν ἄλ­λο καὶ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σε αὐ­τὸ σ’ ἐ­κεί­νη.

        Οἱ του­α­λέ­τες κι αὐ­τὲς στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, δι­πλα­νὲς πόρ­τες καὶ ἡ δι­κή του κα­τει­λημ­μέ­νη ἀ­πὸ ἄλ­λον. Ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ πε­ρί­με­νε στὸν προ­θά­λα­μο. Βυ­θι­σμέ­νος στὴ μου­σι­κὴ τοῦ πιά­νου ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀλ­λο­τι­νὴ πί­στα, ἄ­κου­σε τὴν πόρ­τα νὰ ἀ­νοί­γει καὶ τὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ στὸν νι­πτή­ρα. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα νὰ μπεῖ μέ­σα, ὅ­μως συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς δὲν ἦ­ταν ἡ ἀν­τρι­κὴ ποὺ ἄ­νοι­ξε, ἀλ­λὰ ἡ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ τύ­πος θὰ χέ­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα τό­ση ὥ­ρα, σκέ­φτη­κε. Ἀ­κό­μα πα­ρα­συρ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ρυθ­μὸ τοῦ πι­α­νί­στα, κοί­τα­ξε ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὴ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ κα­θρέ­φτης φω­το­γρά­φι­ζε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ λε­πτὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κα­στα­νο­κόκ­κι­να μαλ­λιὰ πι­α­σμέ­να σὲ κό­τσο γιὰ νὰ πλύ­νει τὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ ξα­να­βα­φτεῖ, καὶ μαύ­ρη στε­νὴ φού­στα. Ὁ Ρέϊ κοκ­κά­λω­σε. Ὁ κα­θρέ­φτης τὸν ξε­γε­λοῦ­σε. Δὲν ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ ἔ­βα­ζέ το μπορ­ντὸ κρα­γιόν της. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τή. Τὸ κλὶκ στὴν πόρ­τα τῆς ἀν­τρι­κῆς του­α­λέ­τας τοῦ τά­ρα­ξε τὶς ἀ­να­μνή­σεις. Ὁ τύ­πος ποὺ ἔ­χε­ζε βγῆ­κε καὶ ἔ­ζω­νε τὸ που­κά­μι­σο μέ­σα στὸ κου­στού­μι του. Ὁ Ρέ­ϊ μπῆ­κε μέ­σα στὴ βρο­με­ρὴ του­α­λέ­τα καὶ κρα­τών­τας τὴ μύ­τη καὶ τὴ ζω­ή του σὲ ἀ­να­μο­νή, κα­τού­ρη­σε τὴ μι­σὴ μπί­ρα καὶ τὸ μι­σὸ μπου­κά­λι κρα­σί. Δὲν γί­νε­ται, σκε­φτό­ταν ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα. Τρα­βών­τας τὸ κα­ζα­νά­κι, ἄ­κου­σε «Mi amor» μέ­σα στὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ, ἀλ­λὰ ὅ­ταν βγῆ­κε ἔ­ξω ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε πιὰ τε­λει­ώ­σει καὶ φύ­γει.

        Γύ­ρι­σε στὸ τρα­πέ­ζι σὰν νὰ εἶ­χε μό­λις δεῖ φάν­τα­σμα. Ἡ Κά­θριν ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸ κρα­σί της καὶ δὲν εἶ­δε τὰ ξαν­θά του δά­κρυ­α νὰ χά­νον­ται μέ­σα στὴν μπί­ρα, κα­θὼς ἐ­πί­τη­δες τὴν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὰ μά­γου­λά του, γιὰ νὰ δρο­σι­στεῖ δῆ­θεν. Δὲν τῆς εἶ­χε πεῖ πο­τὲ γιὰ τὴν Πι­λάρ, γιὰ τὸ ταν­γκό, γιὰ τὰ «Mi amor» ποὺ κά­θε βρά­δυ ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ τῆς πεῖ καὶ δὲν τῆς ἔ­λε­γε τε­λι­κά, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀ­φή­σει σύ­ξυ­λο στὴν πί­στα καὶ χα­θεῖ γιὰ πάν­τα.

        Ὁ Μά­ϊκ χά­ι­δευ­ε τὰ πλῆ­κτρα μὲ τὰ τζὰζ χέ­ρια του καὶ πα­ρα­μόρ­φω­νε με­λω­δί­ες γνω­στῶν ρὸκ συγ­κρο­τη­μά­των ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ γιὰ νὰ τὰ χω­νέ­ψουν οἱ θα­μῶ­νες τῆς ἀ­νώ­τε­ρης τά­ξης. «Without you, I’m nothing» ἔ­λε­γε τὸ πιά­νο καὶ ὁ Ρέ­ϊ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἐ­κεί­νη στὴν του­α­λέ­τα ἢ στὴν μπί­ρα ἢ στὴν πί­στα ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ.



 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hel­lenic A­me­ri­can U­niver­sity στὴν Ἀ­θή­να.


Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ ἀργεντινοῦ ζωγράφου Fabian Perez (1967).



		

	

Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Σχεδία


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Σχε­δί­α


ΛΕΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ γιὰ μέ­ρες μὲ τὴν ἴ­ω­ση, ἄϋ­πνος καὶ βα­ρύς, βάλ­θη­κε νὰ τα­κτο­ποι­εῖ γιὰ ἐρ­γα­σι­ο­θε­ρα­πεί­α τὸ χά­ος τῆς βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­ταν ἔ­πε­σε πά­νω στοὺς ἥ­ρω­ες τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας καὶ ξα­στέ­ρω­σε ὁ νοῦς του καὶ βγῆ­κε ἀ­π’ τὴ θο­λού­ρα του νὰ τοὺς προ­ϋ­παν­τή­σει. Τὸν εἶ­χαν τα­ξι­δέ­ψει ἀ­τε­λεί­ω­τα ἐ­κεῖ­να τὰ δι­ά­φα­να κα­λο­καί­ρια, σὲ πε­ρι­πέ­τει­ες καὶ σκαν­τα­λι­ές. Ὁ Τὸμ  Σώ­γι­ερ, ἡ Μπέ­κι καὶ ὁ Χὸκ Φίν, κυ­ρί­ως αὐ­τός, στὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση τῆς Ἀ­τλαν­τί­δας, σκλη­ρὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο καὶ χρω­μα­τι­στὲς εἰ­κό­νες, ὄρ­θιος νὰ λά­μνει στὴ σχε­δί­α μὲ τὸν νέ­γρο-Τζὶμ, δρα­πε­τεύ­ον­τας πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α, μα­κριὰ ἀ­π’ τὸν πο­λι­τι­σμὸ ποὺ τὸν πλη­γώ­νει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­νι­κό, ἔκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­α­ς (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Κι­νη­τὴ γι­ορ­τή (δι­η­γή­μα­τα, Νη­σί­δες, 2018).


Κώ­στας Ἀ­ξε­λός: Ὁ Θάνατος



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός


Ὁ Θάνατος

(καὶ ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὴ ζω­ή)


ΝΑΣ ΚΙΝΕΖΟΣ μαν­δα­ρί­νος πρό­τει­νε κά­πο­τε στὸν κυ­βερ­νή­τη μιᾶς ἐ­παρ­χί­ας ἕ­να μέ­τρο ποὺ δὲν ἄρ­γη­σε νὰ υἱ­ο­θε­τη­θεῖ. Τὴν ὥ­ρα ποὺ τὸ θύ­μα ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ κε­φά­λι στὸ κού­τσου­ρο γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει ὁ δή­μιος νὰ τὸ ἀ­πο­κό­ψει, ἔ­φτα­νε καλ­πά­ζον­τας ἕ­νας πλου­μι­σμέ­νος ἱπ­πέ­ας καὶ φώ­να­ζε: «Στα­μα­τῆ­στε! Ὁ Ἄρ­χον­τας ἔ­δω­σε χά­ρη στὸν κα­τα­δι­κα­σμέ­νο.» Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τῆς ὑ­πέρ­τα­της εὐ­φο­ρί­ας ὁ δή­μιος ἔ­κο­βε τὸ κε­φά­λι τοῦ εὐ­τυ­χι­σμέ­νου θνη­τοῦ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 339.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.



		

	

Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel): Μιὰ ἱστορία καθὼς πρέπει


Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel)


Μιὰ ἱ­στο­ρί­α κα­θὼς πρέ­πει

(Una historia decente)

(1/2)


 ΚΑΡΜΕΝΘΙΤΑ ἦ­ταν πο­λὺ πει­θή­νια. Ἡ ἀ­θω­ό­τη­τα τῆς Καρ­μεν­θί­τα ἦ­ταν πα­ροι­μι­ώ­δης. Ἡ μη­τέ­ρα της ἐ­πα­γρυ­πνοῦ­σε γιὰ αὐ­τὴν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ ἔ­βα­ζε ἕ­να τεῖ­χος προ­στα­σί­ας ἀ­νά­με­σα στὴν κό­ρη της καὶ στὰ τε­χνά­σμα­τα τοῦ κό­σμου.

Ἡ μη­τέ­ρα, μὲ τὸ ποὺ ἔ­γι­νε ἡ Καρ­μεν­θί­τα δώ­δε­κα χρο­νῶν, φαί­νον­ταν πο­λὺ ἀ­νή­συ­χη. «Τὴν μέ­ρα ποὺ θὰ ἔ­χει πε­ρί­ο­δο ἡ κό­ρη μου γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ —σκε­φτό­ταν— ἀν­τί­ο στὴν χρυ­σή της ἀ­θω­ό­τη­τα.» Ὅ­μως κα­τά­φε­ρε νὰ λύ­σει τὸ πρό­βλη­μα. Ὅ­ταν εἶ­δε τὴν κό­ρη της νὰ χλο­μιά­ζει γιὰ πρώ­τη φο­ρά, ἔ­τρε­ξε στοὺς δρό­μους σὰν τρε­λὴ καὶ γύ­ρι­σε σύν­το­μα μὲ ἕ­να με­γά­λο μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια. «Πά­ρε κό­ρη μου, πά­ρε, τώ­ρα ἀρ­χί­ζεις νὰ γί­νε­σαι γυ­ναί­κα.» Καὶ ἡ Καρ­μεν­θί­τα, ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νη καὶ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη μὲ ἐ­κεῖ­να τὰ ὑ­πέ­ρο­χα κόκ­κι­να λου­λού­δια, ξέ­χα­σε νὰ ἔ­χει ἔμ­μη­νο ρή­ση. Ὅ­λους τους μῆ­νες, δώ­δε­κα φο­ρὲς τὸν χρό­νο, κα­τὰ τὴν διά­ρκεια πολ­λῶν χρό­νων, ἡ Καρ­μεν­θί­τα πα­ρέ­με­νε ἔ­τσι ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νη καὶ ἀ­λη­θι­νὰ προ­φυ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ κα­κό. Μὲ τοὺς μαύ­ρους κύ­κλους γιὰ προ­άγ­γε­λο κά­θε 30 τοῦ μή­να, ἡ μά­να της τῆς ἔ­βα­ζε ἕ­να μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια στὸ χέ­ρι.

        Ἡ Καρ­μεν­θί­τα ἔ­κλει­σε τὰ σα­ράν­τα. Ἡ μά­να της, γριὰ πιά, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τὴν φω­νά­ζει Καρ­μεν­θί­τα, ἀλ­λὰ ὅ­λοι τὴν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν Δό­νια Καρ­μέ­λα. Σὲ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­λι­κί­α, ἔ­φτα­σε ἕ­νας μή­νας ποὺ ἡ Καρ­μεν­θί­τα δὲν εἶ­χε μαύ­ρους κύ­κλους, τό­τε ἡ μη­τέ­ρα της, τῆς χά­ρι­σε ἕ­να μπου­κέ­το ἄ­σπρα λου­λού­δια. «Πά­ρε, κό­ρη μου, εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπου­κέ­το ποὺ σοῦ προ­σφέ­ρω, ἔ­χεις στα­μα­τή­σει ἤ­δη νὰ εἶ­σαι γυ­ναί­κα.» Ἡ Καρ­μεν­θί­τα ξε­ση­κώ­θη­κε. «Μά, μα­μά, οὔ­τε κὰν τὸ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξα.» Σὲ αὐ­τὸ ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα: «Τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο γιὰ ἐ­σέ­να κό­ρη μου.» Ἐ­κεῖ­νο τὸ λευ­κὸ μπου­κέ­το, μα­ρα­μέ­νο πιά, μα­δη­μέ­νο, δι­α­λυ­μέ­νο, ξε­ρό, ἦ­ταν τὸ μπου­κέ­το ποὺ ἔ­βα­λαν στὸ φέ­ρε­τρο τῆς Καρ­μεν­θί­τα.


Μιὰ μὴ κα­θὼς πρέ­πει ἱ­στο­ρί­α

(Historia indecente)

(2/2)


ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΙΚΙΤΑ, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε τὴν κρί­σι­μη ἠ­λι­κί­α, ἡ μη­τέ­ρα της ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τὸ ἴ­διο ποὺ ἔ­κα­νε ἡ μά­να τῆς Καρ­μεν­θί­τα, καὶ ὅ­ταν τὴν εἶ­δε νὰ γί­νε­ται χλω­μὴ καὶ νὰ ἔ­χει μαύ­ρους κύ­κλους, τῆς χά­ρι­σε ἕ­να μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια. Ὅ­μως ἡ Μα­ρι­κί­τα ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ ξε­δι­άν­τρο­πη ἀ­πὸ τὴν Καρ­μεν­θί­τα. Ἅρ­πα­ξε τὸ μπου­κέ­το, ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο, πέ­τα­ξε τὰ λου­λού­δια καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ ἔ­χει ἔμ­μη­νο ρή­ση.



Πη­γή: Antología del microrrelato español (1906-2011), el cuatro género narativo, Catedra Letras Hispánicas, 2013.

Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel) (Ἱ­σπα­νί­α 1900-Με­ξι­κὸ 1983). Γεν­νή­θη­κε στὴν Κα­λάν­τα (Calanda) τῆς Ἱ­σπα­νί­ας, κον­τὰ στὴν ἐ­παρ­χί­α τῆς Ἀ­ρα­γώ­νας, τὸ 1900.Ἦ­ταν γό­νος εὔ­πο­ρης οἰ­κο­γέ­νειας καὶ ἀ­να­τρά­φη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­στη­ρά. Τὴν πε­ρί­ο­δο 1917-1924 σπού­δα­σε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μα­δρί­της ὅ­που γνω­ρί­στη­κε —με­τα­ξὺ ἄλ­λων Ἱ­σπα­νῶν καλ­λι­τε­χνών— μὲ τὸν ζω­γρά­φο Σαλ­βα­δὸρ Ντα­λὶ κα­θὼς καὶ μὲ τὸν ποι­η­τὴ Φε­δε­ρί­κο Γκαρ­θί­α Λόρ­κα, μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους συν­δέ­θη­κε φι­λι­κά. Με­τὰ τὶς σπου­δές του ξε­κί­νη­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βο­η­θὸς σκη­νο­θέ­τη στὸ Πα­ρί­σι. Ἡ πρώ­τη του προ­σω­πι­κὴ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα ἐκ­δη­λώ­θη­κε μὲ τὸν Ἀν­δα­λου­σια­νὸ σκύ­λο, τὸ 1929, μί­α ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, μό­λις 17 λε­πτῶν. Ὡς κι­νη­μα­το­γρα­φι­στὴς θε­ω­ρεῖ­ται πλέ­ον ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τῆς παγ­κό­σμιας ἱ­στο­ρί­ας τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, ὡς συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι τὸ ἴ­διο τα­λαν­τοῦ­χος καὶ ἀ­πο­λαυ­στι­κός. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ καὶ ἐκ­δο­θεῖ ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α του, Ἡ Τε­λευ­ταί­α μου Πνο­ή­, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὀ­δυσ­σέ­α­ς, τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2015. Τὸ ἔρ­γο του χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὅ­πως τὸ δι­α­τυ­πώ­νει ὁ ἴ­διος μι­λών­τας γιὰ τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν αὐ­τοβι­ογραφία του, «­ἀ­πὸ ἕ­ναν ἔν­το­νο ἐ­ρω­τι­σμό, ὑ­πο­ταγ­μέ­νο σὲ μιὰ βα­θιὰ θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη καὶ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α τοῦ θα­νά­του­». Ἐ­κεί­νη τὴν βα­θιὰ θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη θὰ ἀ­πο­δo­μή­σει μὲ κά­θε τρό­πο τό­σο στὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ὅ­σο καὶ στὸ συγ­γρα­φι­κό.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.