Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов): Μαρία Ντι­μι­τρόβα: Μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов)


Μαρία Ντι­μι­τρόβα:

Μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ


Ο ΕΡΓΟ τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ κα­τα­λαμ­βά­νει ἕ­ναν χῶ­ρο στὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ κοι­νό­το­πο δὲν μπο­ρεῖ μὲ τί­πο­τα νὰ δι­α­χω­ρι­στεῖ ἀ­πὸ τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο. Ἀ­κο­λου­θών­τας δύ­ο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς ποὺ ἔ­τυ­χαν θερ­μῆς ὑ­πο­δο­χῆς, τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μυ­θο­πλα­σί­ας, ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1999, τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα, μᾶς τὸν σύ­στη­σε ὡς πι­στὸ χρο­νι­κο­γρά­φο τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δι­ό­τυ­πο λο­γο­τε­χνι­κὸ προ­βο­κά­το­ρα, ἀ­να­τα­ρά­ζον­τας τὰ γα­λή­νια νε­ρὰ τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴ με­τά­βα­ση τῆς χώ­ρας στὴ δη­μο­κρα­τί­α. Ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ εἶ­χε τὴν ἰ­δέ­α νὰ γρά­ψει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο «θὰ πε­ρι­έ­χει τὰ πάν­τα (ὅ­λα ὅ­σα δὲν βρί­σκει κα­νεὶς στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα) – μιὰ φυ­σι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῆς του­α­λέ­τας, προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες καὶ ἀρ­χαί­α φι­λο­σο­φί­α, κου­βέν­τες τὶς ὁ­ποῖ­ες ἄ­κου­σε κα­τὰ τύ­χη, μύ­γες καὶ τὰ κα­θη­με­ρι­νά, λί­στες, ἀρ­χι­κὰ μέ­ρη μυ­θι­στο­ρη­μά­των» – δη­λα­δὴ ὅ­λα ὅ­σα «βρί­σκον­ται στὸ κε­φά­λι κά­ποι­ου ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­φη­γη­θεῖ τὴ δι­κή του ἀ­πί­θα­νη ἱ­στο­ρί­α». Ἡ ἀ­πι­θα­νό­τη­τα αὐ­τὴ συ­νι­στᾶ γιὰ τὸν Γκο­σπον­τί­νοφ σύμ­πτω­μα ἑ­νὸς και­ροῦ «κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ ὑ­ψη­λὸ δὲν ὑ­πάρ­χει πιὰ καὶ τὸ μό­νο ποὺ μᾶς ἀ­πο­μέ­νει εἶ­ναι ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή», κα­τα­δει­κνύ­ον­τας τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τῶν κα­θι­ε­ρω­μέ­νων εἰ­δο­λο­γι­κῶν τα­ξι­νο­μή­σε­ων ν’ ἀ­πει­κο­νί­σουν τὴν «ἀ­που­σί­α σπου­δαί­ων γε­γο­νό­των» στ’ ἀ­πό­νε­ρα τῆς με­τα­κομ­μου­νι­στι­κῆς Βουλ­γα­ρί­ας. Τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ἔ­χει δο­μη­θεῖ μὲ πα­ρεμ­φε­ρῆ τρό­πο ἐ­πά­νω σε μιὰ ἑ­κού­σια ἑ­τε­ρο­γέ­νεια, ἐ­πι­λέ­γον­τας ἀν­τὶ γιὰ πλο­κὴ μιὰ ἀλ­λη­λο­δι­α­δο­χὴ κε­φα­λαί­ων τὰ ὁ­ποῖ­α κι­νοῦν­ται πρὸς ποι­κί­λες κα­τευ­θύν­σεις καὶ ἐ­πὶ τῆς οὐ­σί­ας δὲν ἀ­να­πτύσ­σον­ται πα­ρὰ συσ­σω­ρεύ­ον­ται σ’ ἕ­να ἀρ­χεῖ­ο βι­ω­μέ­νης ἐμ­πει­ρί­ας. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ χα­μη­λοῦ ρί­σκου νεῦ­μα στὸν με­τα­μον­τερ­νι­σμό, τὸ ἐ­ξα­το­μι­κευ­μέ­νο αὐ­τὸ ὕ­φος εἶ­ναι κομ­μά­τι μιᾶς εὐ­ρύ­τε­ρης τά­σης, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­μέ­λιο τοῦ συ­νό­λου τῆς δου­λειᾶς τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ —ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του καὶ τὰ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, τὰ δο­κί­μια, τὰ σε­νά­ρια καὶ τὰ κό­μικ του μέ­χρι τὴ συλ­λο­γι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο Ἔ­ζη­σα τὸν σο­σι­α­λι­σμό (Аз жи­вях со­ци­а­ли­зма)—, νὰ δι­α­φυ­λά­ξει τὸ χει­ρο­πια­στὸ καὶ ὅ,τι μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας μπο­ροῦ­με ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με καὶ νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σὰν ἀν­τί­δο­το στὸ νὰ συλ­λά­βου­με τὴν ἰ­δε­ο­λο­γί­α καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α ὡς ἀ­φαί­ρε­ση, ἀ­πο­συν­δε­δε­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­κτυ­πό τους στὶς ζω­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων.

       Ἡ ὑ­πὸ ἐ­ξα­φά­νι­ση καὶ ἀ­με­τά­φρα­στη γλώσ­σα τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας, τῶν προ­γό­νων του καὶ ἡ γλώσ­σα τῆς κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας συ­να­πο­τε­λοῦν τὸ θέ­μα τοῦ τε­λευ­ταί­ου του βι­βλί­ου The Story Smuggler (Ὁ λα­θρέμ­πο­ρος ἱ­στο­ρι­ῶν). Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἀν­τί­δρα­ση ἐ­νάν­τια στὴν «κουλ­τού­ρα τῆς σι­ω­πῆς» στὴ Βουλ­γα­ρί­α —σι­ω­πὴ σὰν κι αὐ­τὴ ποὺ προ­κα­λοῦν ὅ­λα τα ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ συ­στή­μα­τα— τὸ ἔργο αὐ­τὸ εἶ­ναι ἕ­να προ­σω­πι­κὸ μι­κρο­χρο­νι­κὸ τῶν στιγ­μῶν ἐ­κεί­νων τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ ποὺ δὲν ἔ­φτα­σαν πο­τὲ ν’ ἀ­πο­τυ­πω­θοῦν σὲ κά­ποι­ο κεί­με­νο. Ἕ­να, ἴ­σως ὄ­χι καὶ τὸ πιὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ἀ­πό­σπα­σμα στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὴν ἐ­πί­σκε­ψή του σὲ μιὰ ἔκ­θε­ση μὲ φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Ἄλ­φρεντ Στίγ­κλιτς(1) λει­τουρ­γεῖ ὡς μι­κρό­κο­σμος ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κει­μέ­νου. Πε­ρι­γρά­φον­τας τὶς δύ­ο ἐμ­μο­νὲς τοῦ Στίγ­κλιτς, τὰ σύν­νε­φα καὶ τὴν Τζόρ­τζια Ὀ’Κίφ, ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ πε­ρι­γρά­φει τὶς «δι­α­κό­σι­ες φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1920 καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1930 οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­πει­κο­νί­ζουν σύν­νε­φα: ἀ­ραι­ά, πυ­κνά, ψη­λά, χα­μη­λά, ἀ­μυ­δρὰ» καὶ τὶς «πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τρι­α­κό­σι­ες φω­το­γρα­φί­ες ποὺ ἀ­πει­κο­νί­ζουν τὴν Ὀ’Κίφ: χέ­ρια, πα­λά­μες, στή­θη, χεί­λη, μά­τια, προ­φίλ, ἀν­φάς, μέ­χρι καὶ τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν […]. Νὰ φω­το­γρα­φί­ζει συ­νε­παρ­μέ­νος τὴν κά­θε πτυ­χὴ καὶ τὴν κά­θε καμ­πύ­λη, τὸ κά­θε ἑ­κα­το­στὸ τοῦ σώ­μα­τός της, σὰν νὰ προ­σπα­θεῖ ἀ­πε­γνω­σμέ­να μέ­σα ἀ­πὸ ἀ­πα­νω­τὲς λή­ψεις νὰ στα­μα­τή­σει τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου». Ἀ­κό­μη κι ἂν γνω­ρί­ζει κα­νεὶς πὼς ἡ ἀ­πο­τυ­χί­α εἶ­ναι βέ­βαι­η, ὁ με­θο­δι­κὸς αὐ­τὸς ψυ­χα­ναγ­κα­σμὸς μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι στὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ὁ μό­νος τρό­πος νὰ τὴν ἀ­πο­σο­βή­σει.

Μα­ρί­α Ντι­μι­τρό­βα


ΠΩΣ γρά­φτη­κε τὸ βι­βλί­ο The Story Smuggler (Ὁ λα­θρέμ­πο­ρος ἱ­στο­ρι­ῶν); Εἶ­ναι ἀ­πόρ­ροι­α τοῦ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας; Ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ βουλ­γα­ρι­κά;

ΔΕΝ ΕΧΕΙ κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ βουλ­γα­ρι­κά, γρά­φτη­κε εἰ­δι­κὰ γιὰ τὴ σει­ρὰ The Cahier Series. Ὑ­πάρ­χουν ὁ­ρι­σμέ­νες ἐ­πι­κα­λύ­ψεις, ἴ­σως κά­ποι­ες πα­ρά­γρα­φοι, ποὺ τὶς πῆ­ρα αὐ­τού­σι­ες ἀ­πὸ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ἡ ἰ­δέ­α ὅ­μως εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή. Πρό­κει­ται γιὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ριά μου, γραμ­μέ­να ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα ποὺ πέ­ρα­σα σ’ ἕ­να φραγ­κι­σκα­νι­κὸ μο­να­στή­ρι στὴν Ἐλ­βε­τί­α.

 

Πῶς κύ­λη­σε ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς με­τά­φρα­σης;

       Θέ­λη­σα ἡ με­τά­φρα­ση, ἢ ἡ ἀ­δυ­να­μί­α με­τά­φρα­σης, νὰ συ­νι­στᾶ ἐγ­γε­νὲς κομ­μά­τι τοῦ κει­μέ­νου. Συ­νε­πῶς, ἀ­φε­τη­ρί­α ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἀ­με­τά­φρα­στο τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς λέ­ξης тъ­га («ta­ga»: θλί­ψη, με­λαγ­χο­λί­α), ἡ ἔν­νοι­α ὅ­σο καὶ ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ κα­θαυ­τή. Τὸ κεί­με­νο τὸ ἀ­παρ­τί­ζουν μιὰ σει­ρὰ προ­σω­πι­κὲς ση­μει­ώ­σεις οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­κο­λου­θοῦν τὴ δο­μὴ ποὺ ἔ­χουν τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ρια ποὺ παίρ­νω μα­ζί μου ὅ­ταν τα­ξι­δεύ­ω. Κου­βα­λῶ πάν­τα μα­ζί μου ἕ­να, τώ­ρα πρέ­πει νά ’­μαι στὸν 67ο τό­μο ἢ κά­που ἐ­κεῖ γύ­ρω.


Τὸ ἔ­χε­τε μα­ζί σας αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή;

       Ναί, ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου τὸ πιὸ πρό­σφα­το. Μιᾶς καὶ τα­ξι­δεύ­ω συ­χνά, ἔ­χω πά­νω μου τὰ τε­λευ­ταῖ­α δε­κα­πέν­τε του­λά­χι­στον.


Γρά­φε­τε κα­θό­λου στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή;

       Ναί, ὅ­λα ὅ­μως ξε­κι­νοῦν ἀ­π’ τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ρια: οἱ ἰ­δέ­ες, οἱ φρά­σεις. Τὰ ἐ­ξε­λίσ­σω, φυ­σι­κά, στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ κι ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι γρά­φω ἐ­κεῖ πε­ζὸ λό­γο, ὅ­μως ποί­η­ση μπο­ρῶ νὰ γρά­ψω μο­νά­χα στὸ χαρ­τί. Εἶ­μαι ποι­η­τὴς ἀ­να­λο­γι­κός. Ἡ ποί­η­ση πού ’­ναι γραμ­μέ­νη σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ ὑ­πο­λο­γι­στὴ εἶ­ναι ὁ­λό­τε­λα δι­α­φο­ρε­τι­κὸ εἶ­δος.


Δι­ά­βα­σα πρό­σφα­τα μιὰ συ­νέν­τευ­ξη στὴν ὁ­ποί­α μιὰ ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει στα­μα­τή­σει τε­λεί­ως νὰ γρά­φει σὲ χαρ­τί, ὅ­τι οἱ κι­νη­τι­κὲς δυ­να­τό­τη­τες ποὺ δί­νει τὸ νὰ με­τα­κι­νεῖς ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ ἔ­χουν φτά­σει ν’ ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τοῦ τρό­που γρα­φῆς της.

       Ἀ­κρι­βῶς, πρό­κει­ται γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς. Γιὰ μέ­να, τὸ γρά­ψι­μο σὲ ὑ­πο­λο­γι­στὴ εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ γρή­γο­ρο, σὲ βά­ζει σὲ ἀ­πό­στα­ση. Στὸ χαρ­τί, δὲν μπο­ρῶ ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ν’ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σω τί ἔ­χω γρά­ψει, ἔ­τσι ὅ­μως γεν­νι­οῦν­ται ἄλ­λες μορ­φὲς καὶ ἄλ­λα σχή­μα­τα, μέ­σ’ ἀ­π’ τὰ λά­θη αὐ­τά. Ἡ ἐμ­πει­ρί­α αὐ­τή, τοῦ λά­θους, τῆς ἀν­τι­γρα­φῆς, πα­ρα­μέ­νει πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ γιὰ μέ­να. Ἔ­γρα­ψα τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη καὶ ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ τὸ δα­κτυ­λο­γρα­φή­σω καὶ ἐ­κτύ­πω­σα ὅ­λες τὶς σε­λί­δες μα­ζί, εἶ­χα ξε­χά­σει νὰ τὶς ἀ­ριθ­μή­σω. Κα­τάρ­γη­σα τὸν φά­κε­λο ἐ­κεῖ­νο, ἡ σει­ρὰ εἶ­χε χα­θεῖ διὰ παν­τὸς καὶ ἦ­ταν αὐ­τὸς ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἡ δο­μὴ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἔ­χει τὴ μορ­φὴ λα­βυ­ρίν­θου, ἡ φυ­σι­κὴ δη­λα­δὴ ἀ­τα­ξί­α τῶν σε­λί­δων ἐ­κεί­νων. Θὰ μπο­ροῦ­σα, σα­φῶς, νὰ ἔ­χω ἀ­να­κτή­σει τὴ σει­ρὰ ἀ­π’ τὸ ἀρ­χι­κὸ ἀρ­χεῖ­ο, προ­τί­μη­σα ὅ­μως νὰ προ­σα­να­το­λι­στῶ μὲ βά­ση τὶς κό­λες αὐ­τὲς τὸ χαρ­τί. Σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­πί­σης ὅ­τι ἡ ἀ­σφα­λέ­στε­ρη, ἡ πα­λαι­ό­τε­ρη τε­χνο­λο­γί­α εἶ­ναι τὸ χαρ­τί. Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πὼς εἶ­ναι κι ἡ πιὸ στέ­ρε­η. Βρί­σκω ὁ­πωσ­δή­πο­τε πα­ρη­γο­ριὰ σ’ αὐ­τό.


Θὰ ἤ­θε­λα νὰ μά­θω πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ρευ­στὴ μορ­φὴ τοῦ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας. Ἡ ρευ­στό­τη­τα μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι ἠ­θε­λη­μέ­νη καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, κα­θὼς φαί­νε­ται, συμ­πτω­μα­τι­κή. Πῶς ἐ­πι­λέ­γει κα­νεὶς τὸ τέ­λος, ἐ­φό­σον ἔ­χει οἰ­κο­δο­μή­σει κά­τι μὲ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος, κά­τι ποὺ δὲν τε­λει­ώ­νει;

       Ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα εἶ­ναι πο­λὺ βα­σι­κὴ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τὸ καὶ ἦ­ταν βα­σι­κὸ ζη­τού­με­νο γιὰ μέ­να τὸ νὰ τὴν πε­τύ­χω, δι­ό­τι συν­δέ­ει με­τα­ξύ τους τὶς δύ­ο βα­σι­κὲς δο­μὲς ποὺ συν­δι­α­μορ­φώ­νουν τὴ γε­νι­κὴ ἰ­δέ­α τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ἀρ­χι­κὰ ὁ λα­βύ­ριν­θος, μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο ὀ­φεί­λει κα­νεὶς νὰ μὴν εἶ­ναι πο­τὲ βέ­βαι­ος ἂν ὁ δρό­μος ποὺ πῆ­ρε βγά­ζει μπρο­στὰ ἢ πί­σω. Ἔ­πει­τα, ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κή, στὴν ὁ­ποί­α πα­ρα­μέ­νου­με πάν­το­τε, θυ­μί­ζον­τας λι­γά­κι τὴ γά­τα τοῦ Σρέν­τιγ­κερ, δί­χως νὰ εἶ­ναι σα­φὲς ἂν εἴ­μα­στε νε­κροὶ ἢ ζων­τα­νοί, σὲ μιὰ κα­τά­στα­ση κυ­μα­το­σω­μα­τι­δια­κοῦ δυ­ϊ­σμοῦ. Βρῆ­κα τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ —πὼς μπο­ρεῖς νὰ βρί­σκε­σαι ταυ­τό­χρο­να σὲ δύ­ο μέ­ρη, σὲ δύ­ο κα­τα­στά­σεις, σὰν κύ­μα καὶ σὰν σω­μα­τί­διο— πο­λὺ θελ­κτι­κή. Τὴ με­τα­μόρ­φω­ση αὐ­τή, τὴν παν­τα­χοῦ πα­ρου­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν δυ­να­τὴ στὴ λο­γο­τε­χνί­α πρὶν τὴν ἀ­να­κα­λύ­ψει ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κή: γρά­φον­τάς τα αὐ­τά, εἶ­σαι ἐ­δῶ καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­σαι καὶ στὰ παι­δι­κὰ χρό­νια τοῦ παπ­ποῦ σου. Ἔ­φτια­ξα, συ­ναι­σθα­νό­με­νος, μιὰ ἀ­να­λο­γί­α, μιὰ χρο­νο­μη­χα­νὴ διὰ μέ­σου τῆς ὁ­ποί­ας μπαί­νεις ταυ­τό­χρο­να στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ παπ­ποῦ σου, τοῦ πα­τέ­ρα σου καὶ τὴ δι­κή σου. Ἐ­ξοῦ καὶ τὸ ν’ ἀ­πο­φύ­γω νὰ δώ­σω ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο τέ­λος, τὸ ν’ ἀ­φή­σω τὸ τέ­λος ἀ­νοι­χτό, εἶ­χε γιὰ μέ­να με­γά­λη ση­μα­σί­α, δι­ό­τι οἱ ἱ­στο­ρί­ες δί­χως τέ­λος, οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ δὲν εἶ­ναι ὁ­ρι­στι­κὰ δι­α­μορ­φω­μέ­νες, ἀ­φή­νουν χῶ­ρο γιὰ ὅ­λα τα ἐν­δε­χό­με­να. Ἂν τὶς κλεί­σεις, ἂν τὶς ὁ­λο­κλη­ρώ­σεις, ἀ­πο­κό­βεις τὴν πι­θα­νό­τη­τα νὰ συμ­βεῖ κά­τι ἄλ­λο. Τὸ πρό­βλη­μα σ’ ἕ­ναν λα­βύ­ριν­θο δὲν εἶ­ναι ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μό­νο ἕ­νας δρό­μος, ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ δρό­μοι, τὸ πρό­βλη­μα εἶ­ναι πὼς εἶ­ναι ὅ­λοι τους λά­θος. Καὶ φέ­ρεις καὶ τὸ βά­ρος τῆς ἐ­πι­λο­γῆς. Ὅ­σο γιὰ τὰ τε­λει­ώ­μα­τα, πάν­το­τε ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ὡς μυ­θι­στό­ρη­μα ξε­κι­νη­μά­των, ἔ­χον­τας γιὰ βα­σι­κὴ ἰ­δέ­α τὴν ἑ­ξῆς: τί ὡ­ραῖ­α ποὺ θὰ ἦ­ταν νὰ ζοῦ­με τὴ ζω­ή μας ὣς τὴ σε­λί­δα 17 κι ὕ­στε­ρα ν’ ἀλ­λά­ζου­με, εἴ­τε χα­ρα­κτή­ρα εἴ­τε ζω­ή.


Εἶ­στε ταγ­μέ­νος στὸ νὰ συν­τη­ρεῖ­τε μιὰ κά­ποι­α αἴ­σθη­ση πὼς βρι­σκό­μα­στε δια­ρκῶς στὸ ξε­κί­νη­μα κά­ποι­ου πράγ­μα­τος;

       Κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α. Ἂν καὶ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ἔ­χει τέ­λη, τὰ τέ­λη αὐ­τὰ εἶ­ναι πολ­λα­πλά, δι­ό­τι τὸ βι­βλί­ο ἔ­χει δο­μη­θεῖ γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ πολ­λα­πλό­τη­τα ἑ­αυ­τῶν. Ἐ­φό­σον ἔ­χεις γεν­νη­θεῖ καὶ εἶ­σαι πολ­λὰ πράγ­μα­τα μα­ζί, κα­τα­νο­εῖς ἐν­τέ­λει ὅ­τι πε­θαί­νον­τας συ­νε­χί­ζεις νὰ εἶ­σαι ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα. Ὁ θά­να­τός σου συν­δυά­ζει πολ­λά, πε­θαί­νεις σὰν Μι­νώ­ταυ­ρος, σὰν δέν­τρο γκίγ­κο, σὰν φρου­τό­μυ­γα, πε­θαί­νεις μέ­σ’ ἀ­π’ τὸν θά­να­το ὅ­λων των ὑ­πό­λοι­πων πραγ­μά­των. Ἡ ἀ­νοι­χτό­τη­τα αὐ­τὴ καὶ τὸ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος τῶν ξε­χω­ρι­στῶν κομ­μα­τι­ῶν, τὰ ξε­χω­ρι­στὰ κε­φά­λαι­α, εἶ­ναι μιὰ ἀ­πό­πει­ρα νὰ ξε­γλι­στρή­σω ἀ­π’ τὸ τέ­λος.


Κά­ποι­ος κρι­τι­κὸς ἔ­γρα­ψε ὅ­τι τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βα­στεῖ ὡς ἐκ­πλή­ρω­ση κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο τῶν ὑ­πο­σχέ­σε­ων ποὺ ἄ­φη­σε τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα.

       Ὄν­τως, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας φτά­νει βα­θύ­τε­ρα, ἐ­νῶ δι­α­θέ­τει καὶ πλο­κή. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἦ­ταν ἕ­να βι­βλί­ο γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ν’ ἀ­φη­γη­θοῦ­με τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἴ­διας μας τῆς ζω­ῆς καὶ μιὰ ἀ­πό­πει­ρα νὰ εἰ­πω­θεῖ ἡ ἱ­στο­ρί­α αὐ­τὴ μέ­σα ἀ­πὸ τὶς μύ­γες καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α τους, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α ἄλ­λων πραγ­μά­των. Νο­μί­ζω πὼς κά­ποι­ος κρι­τι­κὸς τῆς Village Voice τὸ ἀ­πο­κά­λε­σε μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ἀρ­χί­ζει καὶ ξα­ναρ­χί­ζει τραυ­λί­ζον­τας, τραυ­λί­ζον­τας δι­ό­τι ἡ τά­ση ν’ ἀ­φη­γη­θοῦ­με δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἦ­ταν, δι­ό­τι δὲν μπο­ρεῖς νὰ πεῖς μιὰ ἱ­στο­ρί­α σή­με­ρα ὅ­πως θὰ τὴν εἶ­χες πεῖ τὸν 19ο αἰ­ώ­να. Ἡ ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι ὀρ­γα­νω­μέ­νη μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἦ­ταν ὀρ­γα­νω­μέ­νη τὸν 19ο αἰ­ώ­να, ἡ συ­νέ­χεια δι­α­κό­πτε­ται, κι ἔ­τσι γιὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα πι­στὸ στὸ πα­ρόν, τὸ μό­νο ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει εἶ­ναι νὰ τραυ­λί­ζει καὶ νὰ πα­ρα­μέ­νει στὴν ἀρ­χή, πα­ρεκ­κλί­νον­τας ὁ­λο­έ­να σὲ νέ­α ξε­κι­νή­μα­τα. Ὅ­σο γιὰ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, πα­ρὰ τὶς δι­α­σπά­σεις καὶ τὶς συν­τρι­βές, ἀ­φή­νει ἐν­δε­χο­μέ­νως με­γα­λύ­τε­ρα πε­ρι­θώ­ρια νὰ δεῖ κα­νεὶς τὴ ζω­ὴ αἰ­σι­ό­δο­ξα. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἦ­ταν συν­το­μό­τε­ρο, τα­χύ­τε­ρο, πιὸ ἔν­το­νο, ἰ­δω­μέ­νο ὑ­πὸ τὸ πρί­σμα ἑ­νὸς νε­ό­τε­ρου ἀν­θρώ­που. Τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας εἶ­ναι πιὸ ἀρ­γό, σω­ρευ­τι­κό, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τὰ ἄ­δεια αὐ­τὰ τε­τρα­γω­νά­κια, κα­λύ­πτον­τας με­γα­λύ­τε­ρο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα γρά­φτη­κε γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990, τὶς δι­α­σπά­σεις καὶ τὶς συν­τρι­βὲς ποὺ ὄν­τως ὑ­πο­στή­κα­με τό­τε. Ἡ ἐν λό­γῳ δε­κα­ε­τί­α εἶ­χε τε­ρά­στια ση­μα­σί­α γιὰ μέ­να, γιὰ τὴ γε­νιά μου. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ἐ­πι­χει­ρεῖ μιὰ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ αἰ­ώ­να, μέ­σα ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, φτά­νον­τας πο­λὺ πα­λιὰ στὴν ἀ­δι­κί­α τοῦ μύ­θου τοῦ Μι­νώ­ταυ­ρου (τοῦ Μι­νώ­ταυ­ρου ποὺ δὲν τοῦ ἔ­χουν δώ­σει τὸ προ­νό­μιο τῆς φω­νῆς).


Ἀμ­φό­τε­ρα τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἔ­χουν, ὅ­πως φαί­νε­ται, μιὰ πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νη σχέ­ση μὲ τὸ συγ­κεί­με­νο καὶ μὲ τὴν γκά­μα, ἀ­πὸ χρο­νι­κὴ ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ γε­ω­γρα­φι­κὴ σκο­πιά, ἐ­φό­σον κα­λύ­πτουν μιὰ χρο­νι­κὴ πε­ρί­ο­δο ἡ ὁ­ποί­α ἐ­κτεί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα ἴ­σα­με τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς οἰ­κο­γέ­νειας τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να. Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἀμ­φό­τε­ρα ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν­ται, μὲ τρό­πο χει­ρο­πια­στό, μὲ βά­ση ἀν­τι­κεί­με­να ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ βι­βλί­ου ἐ­κεί­νου μὲ θέ­μα τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ μυ­θο­λο­γί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο πολ­λὰ παι­διὰ ποὺ με­γά­λω­σαν τό­τε στὴ Βουλ­γα­ρί­α —μα­ζὶ κι ἐ­γὼ— θ’ ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν, μέ­χρι καὶ τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἔκ­δο­ση στὴν ὁ­ποί­α γί­νε­ται ἀ­να­φο­ρά. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα το­πο­θε­τεῖ τὴ ζω­ὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που μέ­σα σ’ ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο, ὁ­ρα­τὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὕ­στε­ρα τὴν ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει μὲ τ’ ἀρ­χι­κὰ κομ­μά­τια κλα­σι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων, ὑ­πο­νο­ών­τας σχε­δὸν πὼς δὲν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴ ζω­ὴ αὐ­τὴ μι­λών­τας μό­νο γι’ αὐ­τή, ἀ­πε­ναν­τί­ας ἡ ἐ­ξι­στό­ρη­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ το­πο­θε­τη­θεῖ δί­πλα στὶς ἄλ­λες, δι­ό­τι αὐ­τὸ τῆς προσ­δί­δει κύ­ρος ἢ βα­ρύ­τη­τα. Εἶ­χα τὴν πε­ρι­έρ­γεια νὰ μά­θω κα­τὰ πό­σον ἡ τά­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἠ­θε­λη­μέ­νη.

       Ἔ­χε­τε δί­κιο ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἡ δο­μὴ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­κρι­βῶς μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοι­α το­πο­θέ­τη­ση ἐν­τὸς συγ­κε­κρι­μέ­νου πλαι­σί­ου ἀ­να­φο­ρᾶς, μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς ἀ­το­μι­κοὺς φι­λο­σό­φους, τὸν Δη­μό­κρι­το, τὸν Ἐμ­πε­δο­κλῆ· ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέ­α τῆς ἀ­να­γω­γῆς στὰ ἄ­το­μα, τὴν ἀρ­χὴ αὐ­τὴ τῆς ἀρ­χαί­ας φι­λο­σο­φί­ας. Τὴν ἰ­δέ­α τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων καὶ τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης, ὑ­λι­κῆς ὑ­πό­στα­σης τὴ θε­ω­ρῶ πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ δι­ό­τι ἀ­πο­δί­δει πι­στὰ τὸ πῶς βλέ­πει τὸν κό­σμο τὸ παι­δί. Ἡ ὀ­πτι­κὴ αὐ­τὴ παί­ζει τὸν ρό­λο της καὶ στὰ δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀ­πορ­ρέ­ον­τας συ­χνὰ ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α, τὸ νὰ κοι­τᾶ δη­λα­δὴ ἕ­να παι­δὶ τὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μέ­τρο ἢ ἀ­πὸ ἐ­λά­χι­στα πιὸ ψη­λὰ καὶ νὰ βλέ­πει τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τά. Ὅ­λες οἱ παι­δι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις ποὺ ἔ­χω —με­γά­λω­σα σ’ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριό— κα­τα­λή­γουν στὴ Βί­βλο τὴν ὁ­ποί­α δι­ά­βα­ζε ἡ για­γιά μου (τὸ βι­βλί­ο τὸ τύ­λι­γε συ­νω­μο­τι­κὰ μέ­σα στὴν ἐγ­κε­κρι­μέ­νη ἐ­φη­με­ρί­δα), στὶς μύ­γες στὸ τα­βά­νι, στὸν γυ­μνὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ λαμ­πτή­ρα. Ὅ­λα αὐ­τὰ πα­ρα­μέ­νουν μὲ κά­ποι­ον τρό­πο στὴ συ­νεί­δη­ση τοῦ παι­διοῦ. Τὸ πῶς βλέ­πω γε­νι­κῶς τὴν ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι ἄρ­ρη­κτα δε­μέ­νο μὲ τὰ προ­η­γού­με­να κι ἀ­πο­τε­λεῖ πι­θα­νὸν κομ­μά­τι τῆς σα­φή­νειας τῶν βι­βλί­ων μου. Τὸ νὰ μι­λῶ, δη­λα­δή, γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ δί­χως αὐ­τό, οἱ μύ­γες λό­γου χά­ρη, νὰ μὲ ἀ­πω­θεῖ, ἀν­τι­θέ­τως νὰ τὸ προ­σεγ­γί­ζω ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ ὅ­τι κι αὐ­τὲς ἀ­κό­μη, οἱ μύ­γες, δι­α­θέ­τουν κά­τι ὑ­ψη­λό­τε­ρο ἢ καὶ ἱ­ε­ρό. Στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ὑ­πάρ­χει ἕ­να κε­φά­λαι­ο μὲ τί­τλο «Σκα­τὰ βου­βα­λιοῦ ἢ Τὸ ὑ­ψη­λὸ βρί­σκε­ται παν­τοῦ». Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ πὼς πράγ­μα­τι τὸ ὑ­ψη­λὸ βρί­σκε­ται παν­τοῦ, πὼς θὰ μπο­ρού­σα­με κά­τι ποὺ βλέ­πει ἕ­να παι­δὶ σὲ κά­ποι­ο βουλ­γα­ρι­κὸ χω­ριὸ νὰ τὸ ἐ­ξυ­ψώ­σου­με καὶ νὰ τὸ με­τα­φέ­ρου­με στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο, παγ­κό­σμιο πλαί­σιο καὶ πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι ἐ­ξί­σου εὐ­γε­νὲς μὲ ὅ,τι συμ­βαί­νει στὰ ἀ­νά­κτο­ρα τοῦ Μπά­κιγ­χαμ.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει ἕ­να πα­λιὸ δο­κί­μιο τῆς Ἐ­λὶφ Μπα­τού­μαν γιὰ τὸν Ἰ­σα­ὰκ Μπάμ­πελ· ἡ γρά­φου­σα ἐ­πι­ση­μαί­νει ἕ­να κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Μπάμ­πελ γρά­φει γιὰ μύ­γες «ποὺ πε­θαί­νουν σ’ ἕ­να βά­ζο γε­μά­το γα­λα­κτῶ­δες ὑ­γρὸ»(2) καὶ τὸ συ­σχε­τί­ζει μὲ ἄλ­λες μύ­γες ποὺ πνί­γον­ται ἢ πε­θαί­νουν στὴ ρω­σι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α (ἕ­να με­λα­νο­δο­χεῖ­ο γε­μά­το νε­κρὲς μύ­γες στὶς Νε­κρὲς ψυ­χές)· ἕ­ναν στί­χο γιὰ μύ­γες-κα­νί­βα­λους μέ­σα σ’ ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρὸ στοὺς Ἀ­δερ­φοὺς Κα­ρα­μά­ζοφ(3). Μοῦ ἔ­κα­νε ὅ­μως ἐν­τύ­πω­ση τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἐ­νῶ οἱ ρω­σι­κὲς μύ­γες μοιά­ζουν πάν­το­τε νὰ ση­μαί­νουν τὴ θνη­τό­τη­τα ἢ τὴ σή­ψη, στὶς δι­κές σας μύ­γες ὑ­πάρ­χει κά­τι ζω­τι­κό, κά­τι ποὺ κα­τα­φά­σκει τὴ ζω­ή, κά­τι σὰν ὑ­περ­τρο­φο­δό­τη­ση.

       Ναί, στὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἡ μύ­γα εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να ἄγ­γε­λος καὶ Ἑ­ω­σφό­ρος, ἔ­τσι ὅ­πως κι­νεῖ­ται με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ θα­νά­του, με­τα­ξύ τῶν ζων­τα­νῶν καὶ τῶν νε­κρῶν. Οἱ μύ­γες ἐμ­φα­νί­στη­καν πο­λὺ νω­ρὶς στὴ δου­λειά μου κι ἔ­κτο­τε κά­νουν αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α τους σὲ ὅ­λα μου τὰ βι­βλί­α. Ἀρ­χι­κά, στὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ ποὺ ἐ­ξέ­δω­σα τὸ 1992 μὲ τί­τλο Lapidarium (Лапидариум) ἡ μύ­γα ἐμ­φα­νί­στη­κε πιὸ πο­λὺ σὰν λέ­ξη, σὰν ἦ­χος – муха (muha).


Γνω­ρί­ζω πὼς συ­νερ­γα­στή­κα­τε μ’ ἕ­ναν καλ­λι­τέ­χνη στὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς κό­μικ μὲ τί­τλο Ἡ αἰ­ώ­νια μύ­γα (Вечната муха). Θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ μοῦ πεῖ­τε λί­γα λό­για γιὰ τὸ πῶς συ­νέ­βη;

       Ἡ ἰ­δέ­α ἦ­ταν ἡ ἑ­ξῆς: νὰ δι­η­γη­θῶ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου, ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ὀ­πτι­κὴ καὶ μὲ τὴ συμ­με­το­χὴ μιᾶς μύ­γας. Ἦ­ταν ἕ­να νεῦ­μα ποὺ ἔ­δει­χνε πρὸς τὸν ἀν­τι­αν­θρω­πο­κεν­τρι­σμό μου, νὰ τα­ρα­κου­νή­σου­με τὴν ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου. Τὸ πιὸ πρό­σφα­το γρα­πτό μου στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μύ­γα παί­ζει ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο εἶ­ναι τὸ λιμ­πρέ­το μου γιὰ τὴν ὄ­πε­ρα, ἕ­να ἀ­κό­μη ἔρ­γο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει στὰ βουλ­γα­ρι­κά.


Πῶς προ­έ­κυ­ψε;

       Λέ­γε­ται Space Opera. Ἦ­ταν πα­ραγ­γε­λί­α τοῦ Με­γά­λου Θε­ά­τρου τῆς Λυ­ρι­κῆς Σκη­νῆς τοῦ Πόζ­ναν. Τὸ θέ­μα του εἶ­ναι ἡ ἐ­περ­χό­με­νη ἀ­πο­στο­λὴ στὸ δι­ά­στη­μα τῶν δύ­ο πρώ­των ἀ­στρο­ναυ­τῶν ποὺ θὰ πᾶ­νε στὸν Ἄ­ρη καὶ τὸ πρό­βλη­μα δὲν εἶ­ναι τε­χνο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως ἀλ­λὰ τὸ πῶς δύ­ο ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν ν’ ἀ­νε­χτοῦν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον γιὰ πεν­τα­κό­σι­ες μέ­ρες ὥ­στε νὰ φέ­ρουν σὲ πέ­ρας τὸ τα­ξί­δι με­τ’ ἐ­πι­στρο­φῆς. Θὰ πρέ­πει νά ’­ναι κά­ποι­ο ζευ­γά­ρι πο­λὺ στα­θε­ρό, πο­λὺ δε­μέ­νο. Ἡ ὄ­πε­ρα πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ με­τα­φο­ρὰ τῆς κλει­στο­φο­βί­ας αὐ­τῆς στὸ δι­ά­στη­μα, μέ­σα στὸ δι­α­στη­μό­πλοι­ο, καὶ τὸ τί συμ­βαί­νει μό­λις ἕ­νας τρί­τος χα­ρα­κτή­ρας —μιὰ μύ­γα— κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὸ σκη­νι­κό. Δὲν εἶ­ναι μιὰ κοι­νὴ μύ­γα, εἶ­ναι μιὰ μύ­γα πού ’­ναι ἱ­κα­νὴ νὰ δι­α­βά­σει τὶς σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων· αὐ­τὸ ποὺ στα­δια­κὰ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται εἶ­ναι πὼς ἡ μύ­γα εἶ­ναι τὸ πρῶ­το ὂν ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Ἄ­ρη ποὺ ἔ­φτα­σε στὴ Γῆ καὶ μπῆ­κε στὸ δι­α­στη­μό­πλοι­ο στὰ κρυ­φὰ γιὰ νὰ γυ­ρί­σει στὴ γε­νέ­τει­ρά της. Ἡ ἰ­δέ­α προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α: μιὰ μύ­γα ἦ­ταν πράγ­μα­τι ὁ πρῶ­τος ζων­τα­νὸς ὀρ­γα­νι­σμὸς ποὺ στάλ­θη­κε στὸ δι­ά­στη­μα, τὸ 1947, ὅ­ταν οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ ἐ­κτό­ξευ­σαν ἕ­ναν πύ­ραυ­λο V-2 ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­σπά­σει ἀ­πὸ τοὺς να­ζὶ με­τὰ τὴ λή­ξη τοῦ Β΄ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου. Χρει­ά­ζον­ταν ἕ­να θνη­τό, φθαρ­τὸ ὅν, τὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ εἶ­ναι σὲ θέ­ση ν’ ἀν­τέ­ξει στὸ δι­ά­στη­μα μο­να­χὰ δύ­ο ἢ τρεῖς ὧ­ρες κι ἔ­τσι δι­ά­λε­ξαν τὴν κοι­νὴ φρου­τό­μυ­γα· νο­μί­ζω ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ὀ­νο­μα­σί­α τῆς εἶ­ναι Drosophila melanogaster. Ὁ­λό­κλη­ρη, λοι­πόν, ἡ ὄ­πε­ρα πη­γά­ζει καὶ πά­λι ἀ­π’ τὴν ἴ­δια ἀν­τι­αν­θρω­πο­μορ­φι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα νὰ προ­βλη­θοῦν οἱ ζων­τα­νοὶ ὀρ­γα­νι­σμοὶ ποὺ πῆ­γαν στὸ δι­ά­στη­μα προ­τοῦ πά­ει ὁ ἄν­θρω­πος – ἡ Λά­ϊ­κα τὸ σκυ­λί, οἱ πί­θη­κοι τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν, τὰ σκου­λή­κια. Ἡ ὄ­πε­ρα ἀρ­χί­ζει καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ μιὰ χο­ρω­δί­α ἀ­πὸ μύ­γες καὶ ἡ ση­μα­σί­α τους ἔγ­κει­ται ἀ­κρι­βῶς στὴ φθαρ­τό­τη­τα καὶ τὸν ἐ­φή­με­ρο χα­ρα­κτή­ρα τῆς μύ­γας. Ὁ θά­να­τος, ἡ φθαρ­τὴ φύ­ση, εἶ­χε καὶ ἔ­χει τε­ρά­στια ση­μα­σί­α γιὰ μέ­να, τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἴ­σως ση­μα­σί­α ἀ­π’ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο.


Βρί­σκε­τε κά­ποι­α σύν­δε­ση μὲ τὴν ἀ­να­δυ­ό­με­νη λο­γο­τε­χνί­α τῆς ὑ­περ­θέρ­μαν­σης τοῦ πλα­νή­τη, στὴν ὁ­ποί­α ἡ μύ­γα εἶ­ναι συ­χνὰ ἀ­πει­λη­τι­κή;

       Ναί, ἂν καὶ ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο ἀ­κό­μη κι ἔ­πει­τα βλέ­που­με μύ­γες νὰ τι­μω­ροῦν, φρι­κτὲς μύ­γες. Κι ἐ­κεῖ ἐ­πί­σης, οἱ μύ­γες ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὴν ἀ­πο­σύν­θε­ση, τὴ σή­ψη. Στὸ Литературен Вестник (βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση), στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­γρα­φα γιὰ 20 χρό­νια, εἴ­χα­με ἀ­φι­ε­ρώ­σει ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο τεῦ­χος στὴ μύ­γα, φι­λο­ξε­νών­τας ἕ­να ποί­η­μα τοῦ Μπρόν­τσκι γιὰ τὴ μύ­γα ὡς κα­τα­στρο­φι­κὸ ὂν, τὸ ἀν­τί­θε­το τῆς μέ­λισ­σας, ποὺ ἔ­γι­νε κομ­μου­νι­στι­κὸ σύμ­βο­λο – ἡ μέ­λισ­σα, ποὺ δι­α­θέ­τει ὀρ­γά­νω­ση, ποὺ οἰ­κο­δο­μεῖ.


Μέ­ρος τοῦ με­λισ­σιοῦ.

       Ναί, τὸ με­λίσ­σι ὡς σύ­νο­λο εἶ­ναι σὰν μιὰ μι­κρὴ κομ­μου­νι­στι­κὴ κοι­νω­νί­α. Ἑ­πο­μέ­νως, ἡ ἰ­δε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι πα­ροῦ­σα στὴν εἰ­κό­να τῆς μύ­γας καὶ τῆς μέ­λισ­σας.


Πῶς ἀ­πο­φα­σί­σα­τε ν’ ἀ­να­μει­χθεῖ­τε μὲ τὴν ὄ­πε­ρα;

       Ἔ­λα­βα ἕ­να γράμ­μα ἀ­πὸ ἕ­ναν πο­λω­νὸ συν­θέ­τη, τὸν Ἀ­λε­ξάν­τερ Νό­βακ. Εἶ­χαν ἐκ­δο­θεῖ δύ­ο βι­βλί­α μου στὰ πο­λω­νι­κὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Μοῦ ἔ­γρα­ψε πὼς εἶ­χε ἀ­κού­σει μιὰ συ­νέν­τευ­ξη ποὺ ἔ­δω­σα στὸ πο­λω­νι­κὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ μοῦ πρό­τει­νε νὰ γρά­ψω τὸ λιμ­πρέ­το γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη ὄ­πε­ρά του, δί­νον­τάς μου πλή­ρη ἐ­λευ­θε­ρί­α ὡς πρὸς τὸ θέ­μα, γιὰ νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει καὶ νὰ συν­θέ­σει ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω τὴ μου­σι­κή. Ἀρ­χι­κά, ἀρ­νή­θη­κα δι­ό­τι δὲν εἶ­χα γρά­ψει πο­τὲ τί­πο­τε γιὰ τὴν ὄ­πε­ρα καὶ δὲν δι­έ­θε­τα κα­θό­λου εἰ­δι­κὲς γνώ­σεις γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος. Ἐ­πέ­μει­νε πο­λύ, ὡ­στό­σο, καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ μοῦ στέλ­νει σιν­τὶ μὲ σύγ­χρο­νες ὄ­πε­ρες. Ξε­κί­νη­σα μὲ τὸ Einstein on the Beach τοῦ Φί­λιπ Γκλὰς καὶ τὸ Nixon in China τοῦ Τζὸν Ἀν­ταμς καὶ λί­γο-λί­γο κόλ­λη­σα. Ὅ­πως τὸ κα­τα­λά­βαι­να πρὶν ἀ­σχο­λη­θῶ, ἡ ὄ­πε­ρα ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος ξο­φλη­μέ­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ταί­ρια­ζε κα­θό­λου μὲ τὸ δι­κό μου γρά­ψι­μο, καὶ πή­γαι­νε ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ μα­ζὶ μ’ ἕ­να συ­ναι­σθη­μα­τι­κό, με­γα­λο­πρε­πὲς ὕ­φος. Οἱ ὄ­πε­ρες αὐ­τές, ὅ­μως, μοῦ ἔ­δει­ξαν πὼς ὑ­πάρ­χει κι ἄλ­λος τρό­πος καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψα πὼς πολ­λοὶ συν­θέ­τες συ­νερ­γά­ζον­ται μὲ ποι­η­τές, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ Φί­λιπ Γκλὰς ποὺ δού­λε­ψε μὲ τὸν Γκίν­σμπεργκ. Δὲν ἤ­μουν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὸς μό­νον ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ὄ­πε­ρα, ἤ­μουν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὸς καὶ ὡς πρὸς τὸ ἂν ὁ πλα­νή­της Ἄ­ρης εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λος γιὰ τὸ θέ­μα μου, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἤ­θε­λα νὰ μοιά­ζει μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α ἢ μὲ οὐ­το­πι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α ἀλ­λὰ μὲ μιὰ ἀ­πει­λὴ ποὺ σο­βεῖ. Ἤ­θε­λα νὰ πε­ρά­σω τὸ μή­νυ­μα ὅ­τι τὸ κυ­ρί­αρ­χο θέ­μα δὲν εἶ­ναι τε­χνο­λο­γι­κὸ ἀλ­λὰ ψυ­χο­λο­γι­κό, νὰ θί­ξω το πῶς ζοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι ὁ ἕ­νας μα­ζὶ μὲ τὸν ἄλ­λον.

       Ὁ Ἀ­δὰμ καὶ ἡ Εὕ­α, πέ­ρα ἀ­πὸ σύμ­βο­λα τοῦ πρώ­του ἄν­δρα καὶ τῆς πρώ­της γυ­ναί­κας, εἶ­ναι καὶ πο­λὺ κοι­νὰ πο­λω­νι­κὰ ὀ­νό­μα­τα. Ἀρ­χι­κὰ δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ ἐν­σω­μα­τώ­σω τὴ μύ­γα στὸ ἔρ­γο, στὴ συ­νέ­χεια ὅ­μως δι­ά­βα­σα πα­ρα­πά­νω καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι ἡ μύ­γα εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος ζων­τα­νὸς ὀρ­γα­νι­σμός. Ἔ­τσι, ἔ­νι­ω­σα αὐ­το­στιγ­μεὶ νὰ συν­δέ­ο­μαι προ­σω­πι­κὰ μὲ τὸ ὑ­λι­κὸ καὶ τὸ θε­ω­ρῶ πάν­το­τε κρί­σι­μο σὲ κά­θε δου­λειά μου νὰ ὑ­πάρ­χει τὸ προ­σω­πι­κὸ αὐ­τὸ στοι­χεῖ­ο. Μιὰ ἀ­πὸ τὶς πλέ­ον λυ­πη­ρὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἤ­μουν παι­δὶ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Λά­ϊ­κας τῆς σκυ­λί­τσας, καὶ πάν­το­τε ἔ­νι­ω­θα πὼς πρέ­πει νὰ βρί­σκε­ται ἀ­κό­μη κά­που ἐ­κεῖ πά­νω. Αὐ­τὸ ἦ­ταν με­γά­λο κομ­μά­τι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων. Κά­πως ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ γρά­ψω τὸ λιμ­πρέ­το αὐ­τὸ σὰν ὠ­δὴ στὴ Λά­ϊ­κα, στὶς μύ­γες, σὲ ὅ­λα τα ὄν­τα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται κα­τὰ τὴν ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τοῦ δι­α­στή­μα­τος, τὰ μι­σὰ ἀ­π’ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἐ­πέ­στρε­ψαν πο­τέ, κα­θὼς καὶ στὴ δυ­σπι­στί­α μου ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι μὲ τὸ νὰ πᾶ­με στὸ δι­ά­στη­μα θὰ λύ­σου­με τὸ πρό­βλη­μα τῶν ἀν­θρώ­πι­νων σχέ­σε­ων. Ἡ μύ­γα στὴν ὄ­πε­ρα κα­τα­φτά­νει μὲ μιὰ δό­ση εἰ­ρω­νεί­ας· καυ­χι­έ­ται ὅ­τι εἶ­ναι «ἡ πρώ­τη μύ­γα ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται σὲ ὄ­πε­ρα». Ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ σύγ­κρου­σης τῆς ὑ­ψη­λῆς φύ­σης τῆς ὄ­πε­ρας μὲ τὴν πο­τα­πό­τη­τα τῆς μύ­γας. Δού­λε­ψα πά­νω σ’ αὐ­τὸ μα­ζὶ μὲ τὸν συν­θέ­τη καὶ ἀ­να­πτύ­ξα­με πε­ραι­τέ­ρω ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ θέ­μα­τα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να συγ­κι­νη­τι­κὸ κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ μύ­γες τρα­γου­δοῦν ἐν χο­ρῷ τὴ δι­κή τους ἐκ­δο­χὴ γιὰ τὶς ἀ­παρ­χὲς τοῦ κό­σμου, τὸ ὁ­ποῖ­ο πά­ει κά­πως ἔ­τσι: «Ἐν ἀρ­χή, ὁ Θε­ὸς ἔ­πλα­σε τὴ μύ­γα, δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μό­νον ἡ μύ­γα καὶ ἀ­πὸ τὴ μύ­γα γεν­νή­θη­καν τὰ πάν­τα» – μιὰ ἐκ­δο­χὴ ἀ­πό­κρυ­φη, τὴν ὁ­ποί­α ὁ­ρι­σμέ­να μέ­λη τοῦ θιά­σου ἀρ­νή­θη­καν νὰ τρα­γου­δή­σουν στὶς πρό­βες δι­ό­τι πή­γαι­νε κόν­τρα στὶς πε­ποι­θή­σεις τους.


Ἔ­νι­ω­σαν πὼς ἐ­ναν­τι­ώ­νε­ται στὸν κα­θο­λι­κι­σμό; Τὸ βρῆ­καν βλά­σφη­μο;

       Ναί, ἀρ­νή­θη­καν νὰ συμ­με­τά­σχουν καὶ χρει­ά­στη­κε συν­το­νι­σμέ­νη προ­σπά­θεια γιὰ νὰ τοὺς με­τα­πεί­σου­με ὅ­τι πρό­κει­ται πε­ρὶ μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ὅ­τι ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸ ἐν­νο­οῦ­σα αὐ­τὸ γιὰ τὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α καὶ τὴ Γέ­νε­ση καὶ ὄ­χι γιὰ τοὺς κα­θο­λι­κούς. Τὸ κα­τα­νο­ῶ πὼς τὸ λιμ­πρέ­το ἦ­ταν προ­κλη­τι­κό, κι ἐ­νῶ ὁ­ρι­σμέ­νοι κρι­τι­κοὶ τὸ ἀγ­κά­λια­σαν, ἄλ­λοι τὸ ἐ­ξέ­λα­βαν σὰν γε­λοι­ο­ποί­η­ση τοῦ εἴ­δους. Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση, ὅ­μως, πὼς οἱ συ­νερ­γα­σί­ες με­τα­ξὺ συν­θε­τῶν καὶ συγ­γρα­φέ­ων ὑ­πῆρ­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὲς γιὰ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ὄ­πε­ρας. Ὁ συν­θέ­της μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο συ­νερ­γά­στη­κα δου­λεύ­ει τώ­ρα πά­νω σε μιὰ νέ­α ὄ­πε­ρα, ποὺ τὸ λιμ­πρέ­το της θὰ τὸ γρά­ψει ἡ Ὄλ­γκα Τό­καρ­τσουκ.


Κά­τι ἄλ­λο ἢ μᾶλ­λον κά­ποι­ος ἄλ­λος ποὺ ἔ­χει δια­ρκῆ πα­ρου­σί­α στὰ βι­βλί­α σας εἶ­ναι ὁ Γκα­ου­στίν, σὰν χα­ρα­κτή­ρας ἀλ­λὰ καὶ σὰν ἄλ­τερ ἔγ­κο. Θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ μᾶς πεῖ­τε πε­ρισ­σό­τε­ρα γι’ αὐ­τὸν καὶ γιὰ τὸ πῶς τὸν ἐ­πι­νο­ή­σα­τε;

       Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴν ποί­η­σή μου – ὅ­πως καὶ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μο­τί­βα ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται στὴ δου­λειά μου. Ἤ­θε­λα στὴν ἀρ­χὴ κά­ποι­ου ποι­ή­μα­τος νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μό­το ποὺ νὰ μὴν τὸ ὑ­πο­γρά­φω ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος κι ἔ­τσι ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ ἐ­πι­νο­ή­σω ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα καὶ σκέ­φτη­κα τὸν Γκα­ου­στίν, ἕ­ναν τρο­βα­δοῦ­ρο τοῦ δέ­κα­του τρί­του αἰ­ώ­να. Τὸ μό­το ἔ­πι­α­νε τρεῖς ἀ­ρά­δες καὶ ἔ­λε­γε πε­ρί­που: «Τὸν τρο­βα­δοῦ­ρο τὸν δη­μι­ούρ­γη­σε ἡ γυ­ναί­κα, τὸ ξα­να­λέ­ω, αὐ­τὴ ἐ­φηῦ­ρε τὸν ἐ­φευ­ρέ­τη.» Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλί­ου, θυ­μᾶ­μαι πὼς συ­νάν­τη­σα τυ­χαῖ­α τὸν κα­θη­γη­τή μου τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας —τὸν κα­λύ­τε­ρο στὸ ἀν­τι­κεί­με­νό του— μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη καὶ μοῦ εἶ­πε, σχε­δὸν σὰν νά ’­ναι ἔ­νο­χος γιὰ κά­τι, «Ἔ­χω φά­ει ὅ­λο το ἀ­πό­γευ­μα νὰ ψά­χνω στὰ ἀρ­χεῖ­α τῆς βι­βλι­ο­θή­κης γι’ αὐ­τὸν τὸν Γκα­ου­στὶν καὶ δὲν βρί­σκω κα­μιὰ ἀ­πο­λύ­τως πη­γὴ ποὺ νὰ τὸν ἀ­να­φέ­ρει». Ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ ὄ­μορ­φη φι­λο­φρό­νη­ση. Κά­πως ἔ­τσι, ὁ Γκα­ου­στὶν προ­χώ­ρη­σε καὶ βρῆ­κε τὸν δρό­μο του, κά­νον­τας τὴν ἐμ­φά­νι­σή του μὲ δι­ά­φο­ρες μορ­φές.


Πό­τε κα­θί­σα­τε καὶ γρά­ψα­τε γιὰ πρώ­τη φο­ρά;

       Ὅ­ταν ἤ­μουν ἑ­φτὰ ἢ ὀ­χτὼ χρό­νων, εἶ­χα πά­ρει ἕ­να πα­λιὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο τῆς μη­τέ­ρας μου ἢ τοῦ παπ­ποῦ μου κι ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω ποι­ή­μα­τα. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἦ­ταν πο­λὺ σκο­τει­νά, δὲν ἔ­μοια­ζαν μὲ παι­δι­κὰ ποι­ή­μα­τα. Σὰν παι­δὶ ἤ­μουν κά­πως βα­ρύς· μπο­ρεῖ νὰ ἔ­ζη­σα εὐ­τυ­χι­σμέ­να παι­δι­κὰ χρό­νια, σκε­φτό­μουν ὅ­μως ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ σκο­τει­νὰ πράγ­μα­τα, τὸ γῆ­ρας, τὸν θά­να­το.


Πι­στεύ­ε­τε πὼς αὐ­τὸ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι πολ­λὰ παι­διὰ ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρὸ τὰ με­γά­λω­ναν οἱ παπ­ποῦ­δες τους, ἑ­πο­μέ­νως περ­νοῦ­σαν πο­λὺ χρό­νο ἐ­κτε­θει­μέ­να στὸ γῆ­ρας;

       Ἀ­κρι­βῶς, θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ ὅ­ταν ἤ­μουν ὀ­χτὼ χρό­νων τὴ για­γιά μου ν’ ἀ­νοί­γει τὴν ντου­λά­πα καὶ νὰ μοῦ λέ­ει, «Ὅ­ταν πε­θά­νω καὶ μὲ θά­ψε­τε, θέ­λω νὰ φο­ρά­ω αὐ­τὸ κι ἐ­κεῖ­νο τὸ ροῦ­χο» καὶ ζοῦ­σα λὲς κι εἶ­χα τὸν θά­να­το μέ­σα ἐ­κεῖ στὴν ντου­λά­πα· ἂν ἅ­πλω­να τὸ χέ­ρι μου, θὰ τὸν ἔ­πι­α­να. Ἔ­βγα­ζε καὶ δο­κί­μα­ζε δι­ά­φο­ρα ροῦ­χα, φο­ροῦ­σε ἕ­να και­νού­ριο μαν­τί­λι στὸ κε­φά­λι καὶ κοι­τι­ό­ταν στὸν κα­θρέ­φτη γιὰ νὰ δι­α­πι­στώ­σει ἂν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ εὐ­πα­ρου­σί­α­στη γιὰ νὰ τὴ βρεῖ ὁ θά­να­τος.

       Ὅ­πως καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι τοῦ και­ροῦ της, συ­νή­θι­ζε νὰ λέ­ει φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὴ λα­ϊ­κὴ πα­ρά­δο­ση, ἔ­δει­χνε κά­ποι­ον κι ἔ­λε­γε «ἔ­χει φτε­ρὰ ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ του», «ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ ἔ­κα­νε ἔ­ρω­τα μ’ ἕ­ναν δρά­κο», σὰν ἕ­νας ντό­πιος Μάρ­κες τοῦ χω­ριοῦ, χω­ρὶς νὰ τὸν ἔ­χει οὔ­τε κὰν ἀ­κου­στά.


Πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς μι­λοῦν γιὰ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο καμ­πῆς ἢ γιὰ κά­ποι­α ἐ­πιρ­ρο­ὴ ποὺ τοὺς ἔ­δω­σε σχε­δὸν τὴν ἄ­δεια νὰ γρά­ψουν ὅ­πως γρά­φουν, εἴ­τε δι­ό­τι κά­τι τέ­τοι­ο δὲν ὑ­πῆρ­χε ὣς τό­τε εἴ­τε δι­ό­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο. Ὑ­πῆρ­ξε κά­τι ἀν­τί­στοι­χο γιὰ ἐ­σᾶς; Ἔ­χω στὸν νοῦ μου ἰ­δί­ως τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρεκ­κλί­νει σα­φῶς ἀ­πὸ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση καὶ ἀ­π’ ὅ,τι γρα­φό­ταν τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο.

       Πράγ­μα­τι, μό­λις ἐκ­δό­θη­κε, ἀ­πο­τέ­λε­σε ἀν­τι­κεί­με­νο δι­α­μά­χης ἡ ὁ­ποί­α ξε­δι­πλώ­θη­κε σὲ μιὰ σει­ρὰ συ­ζη­τή­σε­ων ἀλ­λὰ καὶ κρι­τι­κῶν μὲ θέ­μα τὸ ἂν μπο­ρεῖ κα­νεὶς ἀ­κό­μη καὶ νὰ γρά­ψει κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο. Συ­νει­δη­το­ποι­ῶ τώ­ρα πιὰ πὼς τὸ βι­βλί­ο ἴ­σως ἦ­ταν τολ­μη­ρὸ κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α, τό­τε ὅ­μως δὲν τὸ βί­ω­να ἔ­τσι. Ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ἔ­γρα­φα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ποί­η­ση καὶ αἰ­σθα­νό­μουν πὼς ὅ,τι κι ἂν συμ­βεῖ, εἶ­μαι ἕ­νας ποι­η­τὴς ποὺ ἔ­τυ­χε ἁ­πλῶς νὰ γρά­ψει κά­ποι­α στιγ­μὴ καὶ πε­ζὸ λό­γο. Δὲν εἶ­μαι ὅ­μως ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τούς, τοὺς πε­ζο­γρά­φους, καὶ δὲν θὰ ἔμ­παι­να πο­τὲ στὸ σι­νά­φι τους. Τὸ ὅ­τι ἐρ­χό­μουν στὸ ἐν λό­γῳ εἶ­δος ἀ­πὸ ἀλ­λοῦ μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω πὼς μπο­ρῶ νὰ κά­νω τὰ πάν­τα. Τὸ ἄλ­λο ση­μαν­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι ὅ­τι μι­λᾶ­με γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990, τό­τε ποὺ ὄν­τως νι­ώ­θα­με πὼς ὅ­λα εἶ­ναι ἐ­φι­κτά, καὶ στὴ γλώσ­σα καὶ στὰ πάν­τα. Καὶ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κα­θί­σω νὰ γρά­ψω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ νὰ λει­τουρ­γεῖ ὡς μυ­θι­στό­ρη­μα, ποὺ νὰ πα­ρι­στά­νει πὼς εἶ­ναι τυ­πι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, εἰ­δι­κὰ ἐ­φό­σον εἶ­χα ἤ­δη συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι ἡ πα­ρά­δο­ση αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν πλέ­ον δυ­να­τὸ νὰ συ­νε­χι­στεῖ ἢ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ἐ­παρ­κής. Ἤ­θε­λα νὰ μι­λή­σω εὐ­θέ­ως στὸν ἀ­να­γνώ­στη. Καί, ἐρ­χό­με­νος ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση, ἤ­θε­λα κά­θε πρό­τα­ση νὰ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κή. Τὸ στοι­χεῖ­ο αὐ­τὸ χα­ρα­κτή­ρι­ζε καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸ κα­θε­τὶ ποὺ γρά­φω, ἡ ἑ­στί­α­ση στὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν προ­τά­σε­ων, ποὺ συν­δέ­ε­ται πιὸ πο­λὺ μὲ τὴν ποί­η­ση.

       Βί­ω­σα καὶ τὸ ἑ­ξῆς καὶ μοῦ ἔ­δω­σε ἴ­σως τὴν ἄ­δεια· ξε­κί­νη­σα νὰ γρά­φω στὰ τριά­ντα μου, τὸ 1998, μὲ τὸ ποὺ βγῆ­κε τὸ δι­α­ζύ­γιό μου. Τὸ κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ζεῖ γιὰ μῆ­νες σ’ ἕ­να δω­μά­τιο χω­ρὶς τη­λέ­φω­νο εἶ­ναι προ­σω­πι­κό, αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό. Κά­πως ἔ­τσι εἶ­χαν τὰ πράγ­μα­τα —πα­ρά­ξε­νος και­ρός, και­ρὸς ἀ­πο­μό­νω­σης— ὅ­ταν ξέ­θα­ψα τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ριά μου —τό­τε εἶ­χα πε­ρί­που δε­κα­πέν­τε— καὶ θέ­λη­σα νὰ γρά­ψω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ν’ ἀν­τα­να­κλᾶ τὶς ση­μει­ώ­σεις ποὺ βρί­σκον­ταν ἀ­τά­κτως ἐρ­ρι­μέ­νες στὶς σε­λί­δες τους.

       Μιὰ ἀ­κό­μη ση­μαν­τι­κὴ ἐ­πιρ­ρο­ὴ εἶ­ναι τὸ βι­βλί­ο Ὁ θά­να­τος ἑ­νὸς με­λισ­σο­κό­μου (En biodlares dod) τοῦ Λὰρς Γκού­σταφ­σον μὲ θέ­μα ἕ­ναν δά­σκα­λο ποὺ ἔ­χει δι­α­γνω­στεῖ μὲ καρ­κί­νο κι ὁ ὁ­ποῖ­ος ζεῖ μό­νος του καὶ κρα­τᾶ ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὰ λου­λού­δια, τὴ με­λισ­σο­κο­μί­α, τὰ φυ­το­λό­για κλπ. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ἔ­τρε­φα ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴ βο­τα­νι­κὴ καὶ περ­νοῦ­σα πο­λὺ χρό­νο στὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη δι­α­βά­ζον­τας γιὰ τέ­τοι­ου εἴ­δους θέ­μα­τα, προ­τοῦ ἀ­πο­φα­σί­σω νὰ γρά­ψω ἕ­να ἄρ­θρο μὲ θέ­μα πῶς ἐ­πέ­δρα­σε o λό­γος τῆς βο­τα­νι­κῆς των ἀρ­χῶν τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να στὴ λο­γο­τε­χνί­α.


Πῶς σᾶς φά­νη­κε ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ βι­βλί­ου ἀ­νὰ τὸν κό­σμο;

       Μοῦ ἄ­ρε­σε ποὺ ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ βι­βλί­ου ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο. Στὴ Γαλ­λί­α, οἱ κρι­τι­κοὶ ἔ­γρα­ψαν ὅ­τι τὸ ὕ­φος εἶ­ναι εὐ­θυ­γραμ­μι­σμέ­νο μὲ τὴ γαλ­λι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση, ὅ­τι τὸ εἶ­χαν ἐ­φεύ­ρει γάλ­λοι συγ­γρα­φεῖς, ἐ­νῶ πα­ρέ­θε­ταν καὶ τὰ σχε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα. Στὴν Ἀγ­γλί­α, ὑ­πῆρ­ξε γε­νι­κὴ συμ­φω­νί­α ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἡ δύ­να­μη τοῦ βι­βλί­ου δὲν ὀ­φεί­λε­ται στὶς με­τα­μον­τέρ­νες τε­χνι­κές του, ἀλ­λὰ στὸ ὅ­τι πα­ρὰ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες τε­χνι­κὲς εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α του αὐ­τὴ ποὺ σὲ συ­ναρ­πά­ζει. Στὴ Village Voice γρά­φτη­κε ἐ­πί­σης ὅ­τι ὁ με­τα­μον­τερ­νι­σμὸς εἶ­ναι πα­ρω­χη­μέ­νος. Ἡ πιὸ πρό­σφα­τη με­τά­φρα­ση μέ­χρι σή­με­ρα εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴν Ἰσ­λαν­δί­α, ὅ­που το βι­βλί­ο δι­α­βά­στη­κε σὰν πο­λὺ χα­ρού­με­νο, εὔ­θυ­μο καὶ εἰ­ρω­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα.Ὑ­πάρ­χει ὄν­τως εἰ­ρω­νι­κὴ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση τὴν ὁ­ποία δὲν βρί­σκου­με στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ποὺ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες του τὸ βρῆ­καν ἐν γέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο.


Στὴ θέ­ση τῆς εἰ­ρω­νεί­ας ὑ­πάρ­χει κά­τι πιὸ προ­σω­πι­κό.

       Ναί, κι ἐ­νῶ τὰ με­τα­μον­τέρ­να αὐ­τὰ παι­χνί­δια μὲ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σαν καὶ μοῦ ἔ­δω­σαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ γρά­ψω τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­λη­σα νὰ κά­νω ἕ­να ἀ­κό­μη βῆ­μα καὶ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τὴν εἰ­ρω­νι­κὴ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση καὶ ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α πι­στεύ­ω πὼς τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας εἶ­ναι τὸ γεν­ναι­ό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Κι ὅ­μως, πα­ρό­τι ἔ­νι­ω­θα πὼς τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας βρί­σκε­ται πιὸ κον­τὰ στὸ κλα­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι πολ­λοὶ ἐκ­δό­τες, ἰ­δί­ως ἀγ­γλό­φω­νοι, τὸ φο­βή­θη­καν ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λύ. Καὶ μό­νο ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τή, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση δη­λα­δὴ νὰ δώ­σεις κά­τι σ’ ἕ­ναν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ ἐν­δέ­χε­ται νὰ μὴν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς μυ­θι­στό­ρη­μα, μὲ τὴν κλα­σι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου, φάν­τα­ζε ἰ­δι­αί­τε­ρα δυ­σοί­ω­νη.


Νι­ώ­σα­τε πο­τὲ ὅ­τι τὸ γρά­ψι­μό σας ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νους προ­γό­νους στὴ λο­γο­τε­χνί­α ἢ πὼς στρέ­φε­ται ἐν­δε­χο­μέ­νως συ­νει­δη­τὰ ἐ­ναν­τί­ον μιᾶς συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐ­θνι­κῆς πα­ρά­δο­σης στὴ Βουλ­γα­ρί­α; Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ τῶν δύ­ο μυ­θι­στο­ρη­μά­των σας εἶ­ναι ἡ παν­τε­λής, σχε­δόν, ἔλ­λει­ψη προ­η­γού­με­νου στὰ βουλ­γα­ρι­κὰ γράμ­μα­τα.

       Δι­α­θέ­τω φι­λο­λο­γι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο καὶ πολ­λὰ κλα­σι­κὰ βουλ­γα­ρι­κὰ ἔρ­γα ἔ­χουν συμ­βά­λει στὴ δι­ά­πλα­σή μου. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια πὼς ὅ­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ὑ­πῆρ­ξε ἀ­μη­χα­νί­α λό­γῳ του ὅ­τι συγ­κρου­ό­ταν μὲ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὅ­τι δὲν προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ πε­ζο­γρα­φι­κὴ πα­ρά­δο­ση ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ρῆγ­μα, ὡς πρὸς τὸ ὕ­φος, στὴν πα­ρά­δο­ση ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη αἴ­σθη­ση ἀ­πό­δρα­σης ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ 1989. Θυ­μᾶ­μαι νὰ περ­νῶ ὅ­λη τὴ μέ­ρα στὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη, μιᾶς καὶ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο χρό­νο τῶν σπου­δῶν μου στα­μά­τη­σα νὰ πη­γαί­νω στὸ πα­νε­πι­στή­μιο λό­γῳ τῶν γε­γο­νό­των τοῦ 1989. Βρι­σκό­μα­στε εἴ­τε στὸν δρό­μο εἴ­τε στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὅ­που ἀ­κού­γα­με τὶς ἀ­να­τα­ρα­χὲς ποὺ συ­νέ­βαι­ναν ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ξω. Δι­ά­βα­ζα κυ­ρί­ως φι­λο­σο­φί­α, ἐ­νῶ μ’ ἐν­δι­έ­φε­ρε καὶ ἡ ἐ­θνο­με­θο­δο­λο­γί­α. Ὁ Σούλ­τς, ἡ συ­νο­μι­λί­α στὸν Γκαρ­φίν­κελ, ἡ με­λέ­τη τῆς πραγ­μα­το­λο­γι­κῆς λει­τουρ­γί­ας τῆς γλώσ­σας —τὸ πῶς ξε­κι­νᾶ μιὰ συ­νο­μι­λί­α, τὸ πῶς μι­λᾶ­με— μ’ ἔ­φε­ραν πο­λὺ κον­τὰ στὴν κοι­νο­το­πί­α. Ἡ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνία εἶ­ναι πιὸ με­γα­λο­πρε­πής, πιὸ συν­τη­ρη­τι­κή. Τὰ μι­κρὰ κι ἀ­σή­μαν­τα πράγ­μα­τα ποὺ ἦ­ταν κομ­μά­τι τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς καὶ τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σε­ων —ἔ­νι­ω­θα πὼς ὁ σο­σι­α­λι­σμὸς ὅ­λος ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό, αὐ­τοῦ του εἴ­δους ἡ ἐ­λά­χι­στη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Οἱ συ­νο­μι­λί­ες εἶ­χαν ὡς ἑ­ξῆς: «πῶς εἶ­σαι, τί κά­νεις», «ἐν­νο­εῖς τί θὰ ἔ­κα­να», «ναί, τί θὰ ἔ­κα­νες», «φεύ­γει ἡ ζω­ή, γερ­νᾶ­με, ση­μα­σί­α ἔ­χει τὰ παι­διὰ νὰ εἶ­ναι κα­λὰ καὶ νὰ ἔ­χουν ὑ­γεί­α, θὰ τὰ βο­η­θή­σου­με ὅ­πως μπο­ροῦ­με»— ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ κα­τα­σκευ­ές.

       Πρό­κει­ται σχε­δὸν γιὰ ἕ­να ζὲν τοῦ κοι­νό­το­που. Ἡ εἰ­ρω­νεί­α μου δὲν σκλη­ραί­νει ἀρ­κε­τὰ ὥ­στε νὰ φτά­σει νὰ γί­νει σαρ­κα­σμός. Προ­σπα­θοῦ­σα ἀ­κό­μη νὰ κα­τα­νο­ή­σω, νὰ ἐμ­πλα­κῶ. Μ’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α, πι­στεύ­ω πὼς δὲν εἶ­μαι οὔ­τε ἕ­νας τυ­πι­κὸς με­τα­μον­τέρ­νος συγ­γρα­φέ­ας καὶ δὲν ἔ­νι­ω­σα πο­τὲ πὼς ἀ­νή­κω στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη πα­ρά­δο­ση. Ἀ­που­σιά­ζει ἐν­τε­λῶς ἡ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση, ἡ σά­τι­ρα· γύ­ρευ­α μιὰ αἴ­σθη­ση πα­ρη­γο­ριᾶς, τρυ­φε­ρό­τη­τας.


Ἔ­κα­να ὁ­ρι­σμέ­νες σκέ­ψεις γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ σω­μα­τι­κό­τη­τα τῆς γλώσ­σας, τὸ νὰ ἐκ­λαμ­βά­νει κα­νεὶς τὶς λέ­ξεις σὰν ξε­χω­ρι­στὲς ὀν­τό­τη­τες, κά­ποι­ες ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων βρί­σκον­ται ὑ­πὸ τὴν ἀ­πει­λὴ τῆς ἐ­ξα­φά­νι­σης. Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τή, νὰ φτια­χτεῖ τὸ ἀρ­χεῖ­ο μιᾶς γλώσ­σας ποὺ χά­νε­ται, νὰ δι­α­τη­ρη­θοῦν ἡ γλώσ­σα τῶν προ­γό­νων, οἱ ἰ­δι­ω­μα­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις μιᾶς ὁ­ρι­σμέ­νης ἐ­πο­χῆς, ἐκ­φρά­σεις ποὺ δὲν χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται πιὰ κλπ. ἦ­ταν μιὰ προ­σπά­θεια ποὺ ἔ­γι­νε συ­νει­δη­τά;

       Εἶ­χα ἐ­ξαρ­χῆς στὸ μυα­λό μου τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας νὰ λει­τουρ­γή­σει ὡς χρο­νο­κά­ψου­λα. Γρά­φω ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς κά­τι δι­α­τη­ρῶ, εἶ­ναι ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο γρά­φου­με. Ὅ­σο γιὰ τὴ γλώσ­σα, ἕ­να κομ­μά­τι της προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ για­γιά μου, εἶ­ναι μιὰ προ­σο­σι­α­λι­στι­κὴ γλώσ­σα, σχε­δὸν μυ­θο­λο­γι­κὴ ὑ­πὸ μί­α ἔν­νοι­α. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, εἴ­χα­με μέ­λισ­σες καὶ ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα τῶν με­λισ­σῶν, μὲ ἄλ­λα λό­για ἡ «βα­σί­λισ­σα μέ­λισ­σα», ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ με­λίσ­σι, ἡ για­γιά μου φώ­να­ζε «μάτ, μάτ, μάτ» καὶ ἡ μέ­λισ­σα ἐ­πέ­στρε­φε στὸ με­λίσ­σι. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θα ὅ­τι mat (μὰτ) εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἡ ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ ρί­ζα τῆς λέ­ξης «mother» (μη­τέ­ρα). Ἑ­πο­μέ­νως, μι­λᾶ­με στὴ μέ­λισ­σα στὴν ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ γλώσ­σα. Τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σα αὐ­τὸ σ’ ἕ­να ποί­η­μα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να ποί­η­μα τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης, τὸ «Μυ­στι­κοὶ δεῖ­πνοι τῆς γλώσ­σας», τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ γιὰ τὴ «γλώσ­σα τοῦ παπ­ποῦ Οὐ­ί­τμαν καὶ τοῦ παπ­ποῦ μου / αὐ­τὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­ρι­ό­ταν τὰ πρό­βα­τα / αὐ­τὴ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­λά­βαι­ναν», τὴ γλώσ­σα «τοῦ παπ­ποῦ Ἔ­λιοτ καὶ τοῦ πα­τέ­ρα μου», τῆς «για­γιᾶς Ἔ­μι­λυς καὶ τῆς για­γιᾶς Λί­ζας (τῆς Ἐ­λι­σα­βέ­τας Μπαγ­κριά­να) καὶ τῆς για­γιᾶς μου»· τὶς ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σεις καὶ τὶς συν­δέ­σεις αὐ­τὲς τὶς θε­ω­ροῦ­σα πάν­τα πο­λὺ ση­μαν­τι­κές.

      Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη δι­ά­βα­ζα κυ­ρί­ως ποί­η­ση ἀ­πὸ τὶς δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 1930 καὶ τοῦ 1940 καὶ ἡ γλώσ­σα ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ βρί­σκον­ταν στὸν πε­ρί­γυ­ρό μου μα­ζὶ μὲ τὴν ποί­η­ση αὐ­τή, ὁ συν­δυα­σμὸς αὐ­τός, ὑ­πῆρ­ξε στα­θε­ρὸ κομ­μά­τι τοῦ γρα­ψί­μα­τός μου. Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ ὅ­ταν ἀ­να­φέ­ρω τὶς ἐ­πιρ­ρο­ές μου, ὁ Μπόρ­χες πάν­τα πά­ει μα­ζὶ μὲ τὴ για­γιά μου, συν­δυ­α­στι­κά, πο­τὲ χω­ρι­στά. Τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ τοῦ θαυ­μα­στοῦ μέ­σα στὸ κα­θη­με­ρι­νὸ τὴν ἔ­χω κον­τά μου ἀ­πὸ τὰ παι­δι­κά μου χρό­νια, τό­τε ποὺ δι­ά­βα­ζα Ἀν­τερ­σεν καὶ περ­νοῦ­σα πολ­λὴ ὥ­ρα μό­νος. Οἱ γο­νεῖς μου ἐρ­γά­ζον­ταν κι ἔ­τσι περ­νοῦ­σα πολ­λὲς ὧ­ρες σὲ δι­ά­φο­ρα δω­μά­τια, προ­σπα­θών­τας νὰ ἐ­πι­νο­ή­σω δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα γιὰ νὰ πε­ρά­σω τὸν και­ρό μου, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα προ­σπα­θοῦ­σα νὰ με­τα­τρέ­ψω τὸ νε­ρὸ σὲ λε­μο­νά­δα ἢ νὰ ἐ­κτε­λέ­σω ἕ­να πεί­ρα­μα φυ­σι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα δι­α­βά­σει, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα νὰ βά­λω μιὰ τρί­χα ἀ­πὸ τὴν οὐ­ρὰ ἑ­νὸς ἀ­λό­γου στὸ νε­ρὸ ὥ­στε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα μέ­ρες νὰ με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ φί­δι. Ὑ­πῆρ­χε στὴ γλώσ­σα μιὰ ποι­ό­τη­τα σχε­δὸν ὁ­ρα­τὴ καὶ ἡ ἴ­δια ποι­ό­τη­τα ὑ­πῆρ­χε καὶ στὰ ἀν­τι­κεί­με­να τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να παι­χνί­δι ποὺ ἔ­λε­γε: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­σὺ εἶ­σαι ἐ­σύ, ποιός ἔ­φα­γε σκα­τά, ἐ­γὼ ἢ ἐ­σύ;». Ἡ σύν­δε­ση αὐ­τή, λοι­πόν, μὲ τὴ γλώσ­σα ἔρ­χε­ται ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α καὶ ἕ­να κομ­μά­τι της εἶ­ναι συ­χνὰ ἡ γλώσ­σα τῆς παι­δι­κῆς μου ἡ­λι­κί­ας. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να μό­το στὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ λέ­ει «Μό­νο το κοι­νό­το­πο μοῦ κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον» καὶ πράγ­μα­τι μό­νο τὸ ἐ­φή­με­ρο, τὸ θνη­τὸ μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε. Ἡ για­γιά μου ἔ­λε­γε συ­χνὰ ὅ­τι «οἱ μύ­γες καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι μοι­ρά­ζον­ται τὴν ἴ­δια συ­νεί­δη­ση», ὅ­τι δὲν εἴ­μα­στε ση­μαν­τι­κοὶ πα­ρὰ μό­νο τρῶ­με ψω­μί, σὰν τὶς μύ­γες. Θὰ μπο­ρού­σα­με εἴ­τε νὰ ὑ­πάρ­χου­με εἴ­τε νὰ μὴν ὑ­πάρ­χου­με. Δὲν εἴ­μα­στε ἀ­ναγ­καῖ­οι, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καὶ οἱ μύ­γες, δὲν εἴ­μα­στε ἀ­πα­ραί­τη­τοι. Αὐ­τὴ ἡ ἡ­συ­χα­στι­κὴ σχε­δὸν πα­ραί­τη­ση ἀ­πὸ τὸ νό­η­μα τοῦ κό­σμου εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ καὶ ὑ­πὸ μί­α ἔν­νοι­α πο­ρεύ­ε­σαι μ’ αὐ­τή. Ζή­σα­με σὲ δι­ά­φο­ρα ὑ­πό­γεια δω­μά­τια στὸ νοί­κι, μεί­να­με σὲ κλει­στο­φο­βι­κοὺς χώ­ρους. Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ ἀ­νή­κουν σὲ μιὰ προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση, εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ποὺ λέ­νε ἱ­στο­ρί­ες καὶ ὅ­ταν τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο μέ­νεις εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο, μό­νο μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ συν­δε­θεῖς μὲ τὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ἡ για­γιά μου ὄν­τως κα­λοῦ­σε ἀν­θρώ­πους νὰ μᾶς ἐ­πι­σκε­φθοῦν καὶ νὰ μᾶς μι­λή­σουν γιὰ τοὺς τό­πους στοὺς ὁ­ποί­ους εἶ­χαν τα­ξι­δέ­ψει καὶ γιὰ ὅ­σα εἶ­χαν κά­νει ἐ­κεῖ. Ὅ­ταν δὲν ἔ­χεις κα­μιὰ πρό­σβα­ση στὸν κό­σμο καὶ γνω­ρί­ζεις ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν ἐ­λά­χι­στοι τρό­ποι γιὰ νὰ τὸν βι­ώ­σεις μὲ τρό­πο φυ­σι­κό, καὶ δὲν εἶ­σαι ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μὲ τὴ με­τα­φυ­σι­κή, ἐν­τέ­λει ἐ­φευ­ρί­σκεις ἰ­δι­ω­τι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ ἱ­ε­ροῦ.


Λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη πό­σο στέ­ρε­η καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νη εἶ­ναι ἡ γλώσ­σα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀν­τλεῖ­τε τὸ λε­ξι­λό­γιό σας, ποι­ά εἶ­ναι ὡς τώ­ρα ἡ ἐμ­πει­ρί­α σας ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ με­τά­φρα­ση; Ἔ­παι­ξε ρό­λο ἡ συ­νερ­γα­σί­α ἢ θὰ λέ­γα­με πὼς εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ζή­τη­μα ἐμ­πι­στο­σύ­νης;

       Ἡ συ­νερ­γα­σί­α ἔ­χει παί­ξει με­γά­λο ρό­λο στὰ βι­βλί­α μου, ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὸν λό­γο ὅ­τι ἡ κα­θε­μιὰ πρό­τα­ση ξε­χω­ρι­στὰ ἔ­χει ση­μα­σί­α. Πάν­το­τε ἀ­νη­συ­χῶ ὅ­ταν οἱ με­τα­φρα­στὲς δὲν μοῦ ἀ­πευ­θύ­νουν ἐ­ρω­τή­μα­τα καὶ ὅ­ταν δὲν μι­λᾶ­με ἐ­νό­σω με­τα­φρά­ζουν. Συ­χνὰ σ’ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις προ­κύ­πτουν τε­ρα­τώ­δη λά­θη. Ἀ­πο­λαμ­βά­νω ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α μὲ τοὺς κα­τὰ και­ροὺς με­τα­φρα­στὲς τοῦ ἔρ­γου μου καὶ τὸ νὰ βρί­σκο­μαι ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὰ ἀ­με­τά­φρα­στα στοι­χεῖ­α τῆς κά­θε γλώσ­σας. Δὲν ἔ­χου­με ἀ­κό­μα ἀ­πο­φα­σί­σει ἂν ἡ λέ­ξη тъга ἀ­πο­δί­δε­ται μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­κρί­βεια ὡς θλί­ψη ἢ με­λαγ­χο­λί­α. Ξα­να­σκε­φτό­μα­στε, ἐ­πί­σης, πῶς θὰ με­τα­φρά­σου­με τὴν τε­λευ­ταί­α πρό­τα­ση τοῦ προ­λό­γου στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας: τὴ στιγ­μὴ ποὺ μι­λᾶ­με εἶ­ναι «Ἐ­μεῖς εἶ­μαι» ἀλ­λὰ ἡ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὴ ση­μα­σί­α εἶ­ναι «Ἐ­γὼ εἶ­ναι» καὶ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ ὅ­τι ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ἐν­σαρ­κώ­νει καὶ ἄλ­λους χα­ρα­κτῆ­ρες. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι ἂν θὰ ἐ­πι­λέ­ξου­με ὅ,τι ἀ­κού­γε­ται φυ­σι­κό­τε­ρο ἢ ὅ,τι με­τα­φέ­ρει κα­λύ­τε­ρα τὸ νό­η­μα.

       Ἕ­να ἄλ­λο πρό­βλη­μα εἶ­ναι ν’ ἀ­πο­φα­σί­σου­με τὴν πο­σό­τη­τα τῶν πραγ­μά­των ποὺ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ ἐ­ξη­γή­σου­με σ’ ἕ­ναν «ξέ­νο» ἀ­να­γνώ­στη. Ἡ με­τα­φρά­στριά μου στὰ ἀγ­γλι­κά, ἡ Ἄν­τζε­λα Ρον­τέλ, εἶ­χε μιὰ πο­λὺ κα­λὴ ἰ­δέ­α, νὰ προ­σθέ­σου­με ὑ­πο­σε­λί­δι­ες ση­μει­ώ­σεις, οἱ ἐκ­δό­τες ὅ­μως δὲν τὴν ἐν­στερ­νί­στη­καν. Ἐ­ξάλ­λου, τὸ βι­βλί­ο ἔ­χει ἤ­δη στὴν ἀρ­χι­κή του μορ­φὴ πολ­λὲς λί­στες καὶ κά­ψου­λες λέ­ξε­ων.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει ἕ­να ἐ­κτε­νὲς ἄρ­θρο ποὺ εἶ­χε γρά­ψει ὁ Ντι­μί­ταρ Κε­νά­ροφ στὴν Boston Review πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα πε­ρί­που χρό­νια, στὸ ὁ­ποῖ­ο σᾶς ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «τὸν λι­γό­τε­ρο βούλ­γα­ρο με­τα­ξύ των βούλ­γα­ρων συγ­γρα­φέ­ων», ἀ­να­φε­ρό­με­νος στὸ ὕ­φος σας καὶ στὴν αἰ­σθαν­τι­κό­τη­τά σας. Πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι λέ­ει κά­τι αὐ­τό;

       Εἶ­ναι πα­ρά­δο­ξο δι­ό­τι τὰ θέ­μα­τά μου καὶ οἱ ἱ­στο­ρί­ες μου συν­δέ­ον­ται μὲ πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο μὲ τὴ Βουλ­γα­ρί­α. Αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ κά­νω καὶ ποὺ ἴ­σως προ­ξε­νεῖ αὐ­τὴ τὴν ἐν­τύ­πω­ση εἶ­ναι νὰ πῶ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες αὐ­τὲς το­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες —χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­κλεί­ω ἱ­στο­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970 καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980— καὶ ν’ ἀ­φυ­πνί­σω μιὰ κά­ποι­α συλ­λο­γι­κὴ μνή­μη στὸν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ δὲν ἔ­χει γνώ­σεις γιὰ τὸν τό­πο αὐ­τό. Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ πὼς μι­λᾶς γιὰ τὴ με­λαγ­χο­λί­α ἑ­νὸς παι­διοῦ στὴ Βουλ­γα­ρί­α τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νο σ’ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο κά­ποι­ο ἀ­πό­γευ­μα τοῦ 1978, κι ὕ­στε­ρα κά­ποι­ος στὴ Ζυ­ρί­χη ἔρ­χε­ται, σὲ μιὰ ἐκ­δή­λω­ση ποὺ δι­α­βά­στη­κε κά­ποι­ο κεί­με­νό σου, καὶ σοῦ λέ­ει ὅ­τι δὲν ἔ­χει ἐ­πι­σκε­φτεῖ πο­τὲ τὴ Βουλ­γα­ρί­α οὔ­τε ἔ­χει ζή­σει πο­τέ του σὲ ὑ­πό­γει­ο, κι ὅ­μως ἔ­νι­ω­σε πὼς ἄ­κου­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς δι­κῆς του παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ἔ­νι­ω­σε τὸ ἴ­διο αἴ­σθη­μα ἐγ­κα­τά­λει­ψης. Οἱ κα­τη­γο­ρί­ες αὐ­τὲς εἶ­ναι ἐ­ξάλ­λου οἰ­κου­με­νι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες ποὺ ἔ­χουν προ­κύ­ψει ἀ­πὸ πράγ­μα­τα συγ­κε­κρι­μέ­να, το­πι­κά. Τὸ λέ­ω καὶ στοὺς μα­θη­τές μου, δὲν νο­εῖ­ται νὰ ξε­κι­νᾶ­τε ἀ­πὸ τὸ οἰ­κου­με­νι­κό· ὀ­φεί­λε­τε σ’ ἕ­να ἀρ­χι­κὸ ἐ­πί­πε­δο νὰ το­πο­θε­τεῖ­τε τὴ λε­πτο­μέ­ρεια. Εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ κά­ποι­α δη­μό­σια ἀ­νά­γνω­ση στὴ Γερ­μα­νί­α ποὺ ἦρ­θε καὶ μὲ βρῆ­κε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πε­ρί­με­νε ν’ ἀ­κού­σει γιὰ συμ­πλο­κὲς Βουλ­γά­ρων καὶ Ὀ­θω­μα­νῶν, γι­α­τα­γά­νια, σφα­γές, τὰ ἐ­θνι­κὰ δη­λα­δὴ λο­γο­τε­χνι­κὰ στε­ρε­ό­τυ­πα. Εἶ­ναι ἕ­να πρό­βλη­μα αὐ­τὸ στὸ ἐ­θνι­κὸ το­πί­ο.


Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, εἶ­ναι σὰν νὰ ἀ­να­γεν­νᾶ­ται ἀ­κρι­βῶς τὸ εἶ­δος τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ­τε, εἰ­δι­κὰ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἀ­να­δη­μι­ουρ­γί­α τῆς γλώσ­σας τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ ὕ­στε­ρου δέ­κα­του ἔ­να­του αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ εἰ­κο­στοῦ. Ἀ­να­φέ­ρο­μαι στὴν Ὕψωμα (Възвишение) τοῦ Μι­λὲν Ροῦ­σκοφ, στὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των τοῦ Γκε­όρ­γκι Μπο­ζί­νοφ μὲ θέ­μα τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς Βουλγαρικῆς Ἀ­ναγέννησης…

       Ναί, ὑ­πάρ­χει ρεῦ­μα πρὸς τὸ ἱ­στο­ρι­κό, ἴ­σως ὅ­μως ἔ­χω μιὰ κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου, καὶ ἡ ἐ­ξή­γη­ση αὐ­τὴ δὲν ἔ­χει με­γά­λη σχέ­ση μὲ τὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἐν­νο­ῶ μ’ αὐ­τὸ ὅ­τι οἱ συγ­γρα­φεῖς συ­χνὰ προ­αι­σθά­νον­ται καὶ προ­βλέ­πουν τὶς προ­τι­μή­σεις τῶν ἀ­να­γνω­στῶν ἢ ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν τὸ κά­νουν, τὶς πε­τυ­χαί­νουν ἀ­πὸ σύμ­πτω­ση. Αὐ­τὸ δὲν πά­ει φυ­σι­κὰ στὸν Μπο­ζί­νοφ, ἐ­φό­σον ἔ­γρα­ψε τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980, μὰ ἀ­να­φέ­ρο­μαι κα­τὰ κύ­ριο λό­γο στὸν Μί­λεν Ροῦ­σκοφ καὶ τὸν ἕ­τε­ρο πα­σί­γνω­στο συγ­γρα­φέ­α ἱ­στο­ρι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των, τὸν Βλαν­τι­μὶρ Ζά­ρεφ, γιὰ νὰ φέ­ρω ἕ­να ἀ­κό­μη πα­ρά­δειγ­μα. Λί­γα βι­βλί­α ἔ­χουν τρα­βή­ξει πολ­λὴ προ­σο­χή· ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως πι­θα­νὲς ἐ­ξη­γή­σεις ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ ὁ­ρι­σμέ­νες ὄ­ψεις τῆς ἀ­πή­χη­σης τοῦ εἴ­δους. Μιὰ ἐ­ξή­γη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ τυ­πι­κὸς βούλ­γα­ρος ἀ­να­γνώ­στης τῆς γε­νιᾶς τῶν γο­νι­ῶν μου ποὺ ἔ­χει με­γα­λώ­σει δι­α­βά­ζον­τας ἱ­στο­ρι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα —τὴν Ὥ­ρα τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ (Време разделно) τοῦ Ἀν­τὸν Ντόν­τσεφ, τὰ βι­βλί­α τῆς Βέ­ρας Μου­ταφ­τσί­ε­βα κλπ.— καὶ οἱ πρό­σφα­τες ἐν­σαρ­κώ­σεις τους κου­βα­λοῦν ἐ­νί­ο­τε μιὰ νο­σταλ­γι­κὴ αὔ­ρα γιὰ τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο καὶ γιὰ τὴν ἐ­πα­νόρ­θω­ση τῆς κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νης ἐ­θνι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τοῦ πα­ρόν­τος. Τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα αὐ­τὰ μᾶς μι­λοῦν γιὰ ἕ­να ἔν­δο­ξο πα­ρελ­θόν, γιὰ χα­ϊν­τού­κους καὶ ἥ­ρω­ες, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­τας ἕ­να με­γα­λεῖ­ο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Ἀ­πὸ τὴ μί­α νὰ μὴν ξέ­ρου­με ποι­οί εἴ­μα­στε τώ­ρα κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη νὰ μα­θαί­νου­με ὅ­τι κά­πο­τε ὑ­πήρ­ξα­με σπου­δαῖ­οι.

      Νο­μί­ζω πὼς αὐ­τὸ σχε­τί­ζε­ται μὲ μιὰ εὐ­ρύ­τε­ρη ἀ­νη­συ­χί­α, μὲ μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς στὸ μέλ­λον θὰ εἴ­μα­στε μᾶλ­λον ἐλ­λι­πεῖς, καὶ σὰν ἀν­τί­δρα­ση σ’ αὐ­τὸ ἔρ­χε­ται ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ κοι­τά­ξου­με πί­σω. Αὐ­τὸ ποὺ μὲ προ­βλη­μα­τί­ζει εἶ­ναι πώς, σὲ κά­ποι­ους ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς, τά­χι­στα ὅ­λο αὐ­τὸ με­τα­τρέ­πε­ται ἀ­νε­παι­σθή­τως σὲ ἐ­θνι­κι­σμό. Εἶ­ναι πολ­λὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σαν τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, δὲν θὰ τὰ ἀ­πα­ριθ­μή­σω, καὶ το­πο­θε­τοῦν τὸν Βούλ­γα­ρο πο­λὺ ψη­λά, στὴν κα­τη­γο­ρί­α τοῦ ἱ­ε­ροῦ· ὑ­πάρ­χει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ μᾶς λέ­ει πῶς οἱ ρο­μὰ κλέ­βουν καὶ λε­η­λα­τοῦν τὰ βουλ­γα­ρι­κὰ χω­ριὰ κι ἕ­νας βούλ­γα­ρος ἥ­ρω­ας ξε­ση­κώ­νει τὸ ἔ­θνος ἐ­ναν­τί­ον τους. Εἶ­ναι σκέ­τη σπέ­κου­λα. Θυ­μᾶ­μαι τὸν και­ρὸ ποὺ εἶ­χα ἀ­να­λά­βει τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Ἔ­ζη­σα τὸν σο­σι­α­λι­σμό (Аз живях социализма), ποὺ τὴν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν προ­σω­πι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις δι­α­φό­ρων ἀ­τό­μων ἀ­πὸ τὴ σο­σι­α­λι­στι­κὴ πε­ρί­ο­δο, καὶ ἡ ὁ­ποί­α κρί­θη­κε αὐ­το­μά­τως ἀ­πορ­ρι­πτέ­α. Οἱ κρι­τι­κοὶ δι­ε­ρω­τῶν­το ἂν ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὸν σο­σι­α­λι­σμό, ἐ­νῶ κά­ποι­ος πο­λι­τι­κὸς ἐ­πι­στή­μο­νας εἶ­χε γρά­ψει ὅ­τι «Δὲν θὰ πρέ­πει ν’ ἀ­φή­σου­με ν’ ἀ­φη­γη­θοῦν τὸν σο­σι­α­λι­σμὸ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὸν ἔ­ζη­σαν». Με­ρο­λη­πτοῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λύ, εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ πε­ρά­σει και­ρός, νὰ τὰ δοῦ­με ἀ­πὸ μιὰ κά­ποι­α ἀ­πό­στα­ση, οὕ­τως ὥ­στε οἱ πε­ρι­γρα­φὲς νὰ εἶ­ναι ψυ­χρὲς καὶ οὐ­δέ­τε­ρες, πράγ­μα­τα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τος λό­γῳ τοῦ τρό­που μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­νο­ῶ τὸν κό­σμο ὡς συγ­γρα­φέ­ας. Αὐ­τὸ ποὺ λεί­πει εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς οἱ προ­σω­πι­κές, ἰ­δι­ω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων αὐ­τῶν.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει τὴν κρι­τι­κή σας στὸ Μου­σεῖ­ο Ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κῆς Τέ­χνης τῆς Σό­φιας μὲ τὸ ποὺ ἄ­νοι­ξε τὸ 2011· σᾶς θυ­μᾶ­μαι ν’ ἀ­σκεῖ­τε δρι­μεί­α κρι­τι­κὴ στὴν ἀ­νι­στο­ρι­κὴ πα­ρου­σί­α­ση καὶ στὸν ἀ­νι­στο­ρι­κὸ τρό­πο ἔκ­θε­σης τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων.

       Εἶ­ναι τρο­με­ρό. Ἐ­πί­σης, εἴ­χα­με μα­ζευ­τεῖ κά­ποι­οι φί­λοι καὶ σκε­φτό­μα­σταν νὰ φτι­ά­ξου­με κά­τι σὰν Μου­σεῖ­ο τῆς Κρα­τι­κῆς Ἀ­σφά­λειας, πράγ­μα τε­λεί­ως ἀ­φε­λὲς φυ­σι­κά, δι­ό­τι τέ­τοι­ου εἴ­δους πράγ­μα­τα ἐμ­πο­δί­ζον­ται στὴ ρί­ζα τους καὶ οἱ ἐν­το­λὲς ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα κλι­μά­κια. Εἴ­χα­με, ὅ­μως, βά­λει μπρο­στὰ πολ­λὰ σχέ­δια, ἡ ἰ­δέ­α μας ἔ­πι­α­νε πε­ρί­που πε­νήν­τα σε­λί­δες. Ἦ­ταν τὸν και­ρὸ ποὺ βρι­σκό­μουν στὸ μο­να­στή­ρι στὴν Ἐλ­βε­τί­α. Ξό­δε­ψα ἀρ­κε­τὸ χρό­νο, ἔ­φτια­ξα τὴν πα­ρου­σί­α­ση αὐ­τή, βρή­κα­με ἀρ­χι­τέ­κτο­νες, βρή­κα­με τὸ μέ­ρος. Τὴν ἰ­δέ­α τὴν πή­ρα­με στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πὸ τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ἐ­θνι­κοῦ ἀρ­χεί­ου ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ κτί­ριο αὐ­τό, στὰ ὑ­πό­γεια, στὸν ἀ­ριθ­μὸ 5 τῆς ὁ­δοῦ Μο­σκόβ­σκα, τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1960 συ­νε­λάμ­βα­ναν οὐκ ὀ­λί­γους νε­α­ροὺς γιὰ δι­α­τά­ρα­ξη τῆς τά­ξης —ἐ­πει­δὴ φο­ροῦ­σαν στε­νὰ παν­τε­λό­νια ἢ κά­ποι­ο ἄλ­λο ροῦ­χο ποὺ ἔ­μοια­ζε δυ­τι­κό— κι ὕ­στε­ρα τοὺς ἔ­στελ­ναν στὸ στρα­τό­πε­δο ἐρ­γα­σί­ας στὸ Μπέ­λε­νε. Ἤ­θε­λε νὰ τὸ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει, ὅ­ταν ὅ­μως ἡ κυ­βέρ­νη­ση τοῦ Ὀ­ρε­σάρ­σκι ἦλ­θε στὴν ἐ­ξου­σί­α, τὰ πάν­τα φυ­σι­κὰ κα­τέρ­ρευ­σαν [τὴ στιγ­μὴ ποὺ το­πο­θέ­τη­σε τὸν με­γι­στά­να τῶν μίν­τια Ντε­λιὰν Πέ­εφ­σκι ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς Ὑ­πη­ρε­σί­ας Ἐ­θνι­κῆς Ἀ­σφά­λειας, πυ­ρο­δο­τών­τας τὶς μα­ζι­κὲς δι­α­δη­λώ­σεις τοῦ 2013]. Τὸ πρό­βλη­μα δὲν τὸ προ­κά­λε­σε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἡ κυ­βέρ­νη­ση αὐ­τὴ ἢ ἡ προ­η­γού­με­νη. Δὲν ὑ­πάρ­χει, ἁ­πλῶς, ἡ συλ­λο­γι­κὴ βού­λη­ση ποὺ χρει­ά­ζε­ται γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ κά­τι αὐ­τῆς τῆς κλί­μα­κας. Ἡ ἐ­ναν­τί­ω­ση πα­ρα­εῖ­ναι ἰ­σχυ­ρή.


Ὑ­πάρ­χει ἡ αἴ­σθη­ση στὴ Βουλ­γα­ρί­α πὼς ὁ­ρι­σμέ­να κτί­ρια ποὺ χτί­στη­καν πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1989 πα­ρέ­μει­ναν καὶ πα­ρα­μέ­νουν ἄ­θι­κτα, κι αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν γί­νε­ται εὐ­ρέ­ως κου­βέν­τα.

       Ναί, ἄ­θι­κτα ἀ­πὸ τὴ μί­α, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη μπαί­νουν στὴ δη­μό­σια σφαί­ρα μὲ νέ­ους τρό­πους, μὲ τὴ χρή­ση τῶν νέ­ων μέ­σων, ἀ­πὸ τὸ φέ­ισ­μπουκ καὶ ἀ­πὸ τὰ τρὸλ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου… τὸ κα­τά­λα­βα κα­λύ­τε­ρα τὰ τε­λευ­ταῖ­α τρί­α χρό­νια, ἰ­δί­ως ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πάν­το­τε εἶ­χα ξε­κά­θα­ρη θέ­ση κι ἦ­ταν πάν­το­τε φα­νε­ρό το ποῦ κι­νοῦ­μαι. Δὲν ὀρ­γα­νώ­θη­κα πο­τὲ σὲ κόμ­μα, εἶ­χα ὅ­μως δέ­κα χρό­νια στή­λη στὴν Дневник [ὑ­ψη­λῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας ἐ­φη­με­ρί­δα ἐ­θνι­κῆς ἐμ­βέ­λειας], κι ἔ­τσι κά­θε ἑ­βδο­μά­δα ἔ­γρα­φα αὐ­τὰ ποὺ πί­στευ­α. Τὸ 2013, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­λη­ψη τῆς ἐ­ξου­σί­ας ἀ­πὸ τὸν Ὀ­ρε­σάρ­σκι, ἐκ­φώ­νη­σα μιὰ ὁ­μι­λί­α μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη, ἡ ὁ­ποί­α τε­λι­κὰ ἀ­κού­στη­κε εὐ­ρέ­ως ἀλ­λὰ καὶ πα­ρερ­μη­νεύ­τη­κε εὐ­ρέ­ως. Μί­λη­σα γιὰ τὸ πο­λι­τι­κὸ κὶτς ποὺ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε στὴ δη­μό­σια σφαί­ρα καὶ εἶ­πα ὅ­τι μό­νο ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δι­α­βά­ζει θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀν­τι­στα­θεῖ ἐ­παρ­κῶς, πὼς εἶ­ναι ζή­τη­μα πο­λι­τι­κὸ τὸ νὰ δι­α­θέ­τεις καὶ ν’ ἀ­να­πτύσ­σεις γοῦ­στο ποὺ νὰ συ­νι­στᾶ ἀ­νά­χω­μα ἐ­ναν­τί­ον τοῦ πο­λι­τι­κοῦ αὐ­τοῦ κίτς. Ὑ­πάρ­χει στὴν ὁ­μι­λί­α ἕ­να ση­μεῖ­ο στὸ ὁ­ποῖ­ο λέ­ω «ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δι­α­βά­ζει εἶ­ναι ὄ­μορ­φος» δι­ό­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­α­φθα­ρεῖ μὲ τὴν ἴ­δια εὐ­κο­λί­α, πρῶ­τα καὶ κύ­ρια χά­ρη στὴν αἰ­σθη­τι­κή του. Ἀ­κο­λού­θη­σε καὶ ἔν­το­νη ἀν­τί­δρα­ση καὶ μιὰ κά­ποι­α προ­σκόλ­λη­ση στὸ πρό­σω­πό μου ὡς δι­α­μορ­φω­τῆ τῆς κοι­νῆς γνώ­μης, κα­θὼς τὸ μή­νυ­μα αὐ­τὸ γιὰ τὸν «ὄ­μορ­φο» δι­α­δη­λω­τὴ τὸ σφε­τε­ρί­στη­καν κά­ποι­οι καὶ τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σαν σὰν πο­λε­μι­κὸ ὑ­λι­κὸ ἐ­νάν­τια στὸ κί­νη­μα. Σὰν νὰ λέ­με ὅ­τι ἂν τοὺς ἀ­πο­κα­λῶ ὄ­μορ­φους, αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ ὅ­τι ὅ­σοι δὲν δι­α­δη­λώ­νουν εἶ­ναι ἄ­σχη­μοι, τέ­τοι­α πράγ­μα­τα. Οἱ ρη­το­ρι­κὲς αὐ­τὲς δι­α­μά­χες ἐν­σω­μα­τώ­νον­ται φυ­σι­κὰ στὶς ἀν­τί­στοι­χες λο­γο­τε­χνι­κές.


Ἡ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ας ποὺ φτι­ά­ξα­τε μὲ τὸν Τε­ον­τὸρ Οὖ­σεφ, Ἡ τυ­φλὴ Βά­ϊ­σα (Blind Vaysha) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ Ὄ­σκαρ. Πῶς ξε­κι­νή­σα­τε νὰ δου­λεύ­ε­τε μα­ζί; Θὰ δοῦ­με στὸ μέλ­λον καὶ κά­ποι­α ἄλ­λη συ­νερ­γα­σία σας;

       Δι­α­σκευ­ά­ζου­με τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας γιὰ νὰ τὸ κά­νου­με κι­νού­με­νο σχέ­διο. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πά­νω σ’ αὐ­τὸ εἴ­χα­με ξε­κι­νή­σει νὰ δου­λεύ­ου­με ἀ­πὸ κοι­νοῦ καὶ ἡ Τυ­φλὴ Βά­ι­σα προ­έ­κυ­ψε σχε­δὸν κα­τὰ τύ­χη, κι ἂς μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο το­πι­κή. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ δι­α­σκευ­ή, συ­νερ­γα­στή­κα­με ἐ­πί­σης καὶ γιὰ τὸ φυλ­λά­διο ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴ σει­ρὰ The Cahier Series. Ὅ­σο γιὰ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, μό­λις τώ­ρα, τὸ κα­νά­λι ARTE ἀ­νέ­λα­βε τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῆς τρι­αν­τα­πεν­τά­λε­πτης ται­νί­ας. Ὁ Τε­ον­τὸρ μοῦ ἔ­γρα­ψε μό­λις δι­ά­βα­σε τὸ βι­βλί­ο καὶ ἀ­πο­δεί­χτη­κε πὼς εἶ­χε γεν­νη­θεῖ κι αὐ­τὸς τὸ 1968. Κολ­λή­σα­με κα­τευ­θεί­αν μὲ τὸ ποὺ γνω­ρι­στή­κα­με. Δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς σι­ω­πη­λούς, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ πολ­λοὺς ἄλ­λους βούλ­γα­ρους συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν τὴν ἐ­σω­στρέ­φεια.


Ποι­ούς σύγ­χρο­νους βούλ­γα­ρους συγ­γρα­φεῖς δι­α­βά­ζε­τε; Μι­λῆ­στε μας γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους ἀ­πὸ αὐ­τούς. Πεῖ­τε μας καὶ γιὰ μὴ Βούλ­γα­ρους.

       Δὲν δι­α­βά­ζω καὶ πολ­λοὺς σύγ­χρο­νους, ξα­να­δι­α­βά­ζω ὅ­μως συ­χνὰ πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς πα­λιούς· δι­ά­βα­σα προ­σφά­τως τὸν Ἰ­βά­ι­λο Πε­τρόφ, ποὺ πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά. Ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι πὼς ὑ­πάρ­χει ἐ­δῶ κα­λὸ γε­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο ἐ­παγ­γελ­μα­τι­σμοῦ καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζω πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους συγ­γρα­φεῖς ποὺ δου­λεύ­ουν στὶς μέ­ρες μας.

Ποιά εἶ­ναι τὰ ἄ­με­σα σχέ­διά σας;

       Κέρ­δι­σα μιὰ ὑ­πο­τρο­φί­α στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη καὶ θὰ μεί­νω τοῦ χρό­νου ἐ­κεῖ. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Κάλ­μαν στὴ Δη­μό­σια Βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, ὅ­που θὰ περ­νά­ω τὶς πιὸ πολ­λὲς μέ­ρες. Ἡ Ἐ­λὶφ Μπα­τού­μαν ὑ­πῆρ­ξε κα­τὰ τὸ πα­ρελ­θὸν ὑ­πό­τρο­φος.


Σὲ ποι­ά πό­λη βρί­σκε­τε αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ἡ βά­ση σας, πρὶν με­τα­φερ­θεῖ­τε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη; Γνω­ρί­ζω ὅ­τι μέ­να­τε στὴ Βι­έν­νη.

       Πῆ­γα ἐ­κεῖ γιὰ ἕ­ξι μῆ­νες, κά­πως ἰν­κόγ­κνι­το. Ἔ­γι­ναν κά­ποι­ες ἐκ­δη­λώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες δι­ά­βα­σα κεί­με­νά μου, γε­νι­κῶς ὅ­μως δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σα πο­λύ. Προ­η­γου­μέ­νως ἤ­μουν στὸ Βε­ρο­λί­νο ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ δὲν ἔ­χω που­θε­νὰ τὴ βά­ση μου. Εἶ­μαι κά­τι σὰν τὸν ἱ­πτά­με­νο Ὀλ­λαν­δό. Ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­πό­ψεις αὐ­τὸ εἶ­ναι ὄ­μορ­φο, τὸ Βε­ρο­λί­νο μ’ ἄ­ρε­σε πο­λὺ μὰ ἡ Βι­έν­νη…


Ἡ Βι­έν­νη δὲν ταί­ρια­ξε;

       Δὲν μπο­ροῦ­σα, πε­ρι­έρ­γως, νὰ γρά­ψω στὴ Βι­έν­νη, πα­ρα­εῖ­χε χα­λα­ροὺς ρυθ­μούς, πα­ρα­ῆ­ταν με­λαγ­χο­λι­κή. Χρει­ά­ζο­μαι ἀν­τί­βα­ρο στὴ με­λαγ­χο­λί­α μου.


Ἕ­να μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ ὑ­πάρ­χουν τρι­βές.

       Ναί, καὶ τὸ Βε­ρο­λί­νο εἶ­ναι κά­πως ἔ­τσι, εἶ­ναι πό­λη σκλη­ρή, ἄ­γρια. Στὴ Βι­έν­νη μπο­ροῦ­σες ν’ ἀ­φή­σεις ἁ­πλῶς τὸν χρό­νο νὰ κυ­λή­σει… καὶ συ­νέ­βη ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό.


Θὰ μ’ ἐν­δι­έ­φε­ρε νὰ δι­α­βά­σω γιὰ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη πε­ρα­σμέ­νη ἀ­π’ τὸ δι­κό σας φίλ­τρο. Δου­λεύ­ε­τε πά­νω σὲ κά­τι αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες;

       Ἐ­πι­χει­ρῶ ν’ ἀρ­χί­σω ἕ­να νέ­ο μυ­θι­στό­ρη­μα. Δι­ά­φο­ρες ἰ­δέ­ες συγ­κρού­ον­ται στὸ κε­φά­λι μου καὶ σχη­μα­το­ποι­οῦν­ται…


(1) Πρόκειται γιὰ τὸν σπου­δαῖο ἀμε­ρι­κα­νὸ φω­το­γρά­φο Al­fred Stie­glitz. Λαν­θα­σμέ­να στὸ πρω­τό­τυ­πο ἀ­να­γρά­φε­ται ὡς Ed­ward Stie­glitz (Σ.τ.Μ.).
(2) Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σχε­τι­κὸ ἐ­δά­φιο ἀ­πὸ τὸ ἀ­φή­γη­μα τοῦ Μπάμ­πελ: […] Μύ­γες πέ­θαι­ναν μέ­σα σὲ μιὰ πλα­τύ­στο­μη φιά­λη γε­μά­τη μὲ ἕ­να γα­λα­κτῶ­δες ὑ­γρό. Ἡ κα­θε­μιὰ πέ­θαι­νε μὲ τὸ δι­κό της τρό­πο. Στὴ μί­α ἡ ἀ­γω­νί­α δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ, μὲ βί­αι­α σκιρ­τή­μα­τα. Ἡ ἄλ­λη πέ­θαι­νε με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὰ τρε­μου­λι­ά­σμα­τα μό­λις αἰ­σθη­τά. […] [«Ἡ πρώ­τη μου ἀ­μοι­βὴ» στὸν τό­μο: Ἰ­σα­ὰκ Μπάμ­πελ, Στὸ ὑ­πό­γει­ο καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες, μτφρ. Σπύ­ρος Τσα­κνιᾶς, Στιγ­μή, Ἀ­θή­να 1988, σέλ. 98.] (Σ.τ.Μ.).
 (3) Μνη­μο­νι­κὸ λά­θος τῆς Ντι­μι­τρό­βα· πρό­κει­ται γιὰ τὸν μύ­θο τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­παγ­γέλ­λει ὁ Λεμ­πιά­ντκιν στὴν 5η ἑ­νό­τη­τα («Ὁ φρό­νι­μος ὄ­φις») τοῦ Πρώ­του μέ­ρους τῶν Δαι­μο­νι­σμέ­νων:
Κα­τσα­ρί­δα κα­τα­γό­με­νη ἀ­πὸ μέ­γα κύ­ρη
κα­τσα­ρί­δα ἀ­πὸ σό­ι κο­τσο­νά­το
καὶ μί­α μέ­ρα μέ­ρα βρέ­θη­κε μέ­σα στὸ πο­τή­ρι
σὲ πο­τή­ρι μυ­γο­φτύ­σμα­τα γε­μά­το.
[…]
Πῆ­ρε θέ­ση ἡ κα­τσα­ρί­δα ἐ­κεῖ στὸν πά­το
Νά­σου οἱ μύ­γες φα­σα­ρί­α:
«Τὸ πο­τή­ρι δὲν χω­ρά­ει , εἶ­ναι πιὰ γε­μά­το»
Ἐ­φω­νά­ζα­νε στὸ Δί­α.
Μὰ κα­θὼς αὐ­τὲς φω­νά­ζαν
Πλη­σιά­ζει ὁ Νι­κη­φό­ρος
Εὐ-γε­νέ­στα­τος πρε­σβύ­της…
[Βλ. με­τά­φρα­ση τοῦ Ἄ­ρη Ἀ­λε­ξάν­δρου στὸ Οἱ Δαι­μο­νι­σμέ­νοι, ἐκδ. Γκο­βό­στης, χ.χ., σελ. 176-177.] (Σ.τ.Μ.).


Πηγή: Music & Li­te­ra­ture. 17.08.2017. «A con­ver­sa­tion with Ge­o­rgi Gos­po­di­nov», ἀπὸ τὴ Maria Dimitrova.

https://www.musicandliterature.org/features/2017/8/17/conversation-with-georgi-gospodinov

Μα­ρί­α Ντι­μι­τρό­βα (Maria Dimitrova) εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζεῖ στὸ Λον­δί­νο.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът ид­ва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­­να­ρι­ο­γρα­φί­α:  Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ σχε­τι­κὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ. Φωτογραφία: Petya Vassileva.

Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz): Χίλιες και δύο νύχτες


Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz)


Χί­λι­ες καὶ δύ­ο νύ­χτες

(Mil y dos noches)


ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ στὸ τέ­λος της ἡ χι­λι­ο­στὴ καὶ μιὰ νύ­χτα, ἡ Σε­χρα­ζάντ, κου­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὶς τό­σες ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δώ­σει ἕ­να τέ­λος σὲ αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­φή­γη­σης ἐ­νώ­πιον ἑ­νὸς ἄν­τρα ποὺ κά­θε βρά­δυ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος χω­ρὶς νὰ τῆς δί­νει ἄ­φε­ση.

Νω­ρὶς τὸ πρω­ῒ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ πα­λά­τι. Ἀ­φοῦ τρι­γυρ­νοῦ­σε γιὰ ὧ­ρες ἔ­φιπ­πη, φτά­νον­τας στὰ βου­νὰ βρῆ­κε κα­τα­φύ­γιο στὴν κα­λύ­βα ἑ­νὸς βο­σκοῦ. Ἐ­κεῖ, ἀ­σφα­λὴς πιά, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ δύ­ο πράγ­μα­τα ποὺ λα­χτα­ροῦ­σε πιὸ πο­λύ. Τὰ πρω­ι­νὰ θὰ ἔ­γρα­φε τὴν πρώ­τη της νου­βέ­λα καὶ τὰ βρά­δια, θὰ ἔ­νι­ω­θε πά­νω στὸ σῶ­μα της τὴν ρυθ­μι­κὴ κί­νη­ση ἑ­νὸς ἄν­τρα, με­τὰ ἀ­πὸ τό­σες νύ­χτες πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ ἀ­πο­χῆς.


Πη­γή: Irene Andres-Suárez: Anto­lo­gía del mi­cror­re­la­to espa­ñol (1906-2011), el cu­arto gé­nero nar­rativo, Cá­tedra Le­tras His­pánicas

Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz) γεν­νή­θη­κε τὸ 1957 στὴν πό­λη Κάν­τιθ τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος Φι­λο­σο­φί­ας καὶ δι­δά­κτωρ Φι­λο­λο­γί­ας ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σε­βίλ­λης. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὸ γυ­μνά­σιο καὶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­ναι συν­το­νι­στὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ κέν­τρου τῆς Τε­του­ὰν καὶ μέ­λος τοῦ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ ἐ­πι­τε­λεί­ου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Σε­βίλ­λης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ πα­ρα­κά­τω βι­βλί­α: La luna azul. Cuentos desde Tetúan (2005), Letras minúsculas y coda (2009), Cronicas de reojo (2011) κ.ἄ. καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ δι­ά­φο­ρες ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες. Ἐ­πί­σης γρά­φει μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἄρ­θρα.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans): Μαθήματα τανγκό


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


Μαθήματα τανγκό

(Tango Lessons)


ΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ στὸ Μαν­χά­ταν, ὅ­που κά­πο­τε πη­γαῖ­ναν οἱ Λα­τί­νοι γιὰ χο­ρό. Εἶ­ναι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ ἔ­χει μιὰ φτω­χὴ με­τα­νά­στρια ἀ­πὸ τὸ Που­έρ­το Ρί­κο ἢ τὸν Ἅ­γιο Δο­μί­νι­κο ἢ τὸ Με­ξι­κό, μπὰς καὶ βγά­λει κά­να φράγ­κο γιὰ τὴν ἄ­δεια πα­ρα­μο­νῆς της, ἀλ­λὰ ἔ­φτια­ξε ἕ­να τό­σο γα­μά­το μπάρ, ποὺ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τὸ ἐκ­θεί­α­σαν στὸν χρό­νο ποὺ κά­νει μιὰ σπί­θα νὰ ἐ­ξα­πλω­θεῖ μὲ ὀ­χτὼ μπο­φὸρ καὶ ἔ­τσι τώ­ρα, στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες συ­χνά­ζει ὅ­λος ὁ κα­λὸς κό­σμος τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἀ­πὸ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ες, ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ποὺ ἀ­φή­νουν τὴ βα­ρε­τὴ κα­φε­τέ­ρια τῆς ἑ­ται­ρεί­ας τους σὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς οὐ­ρα­νο­ξύ­στες γιὰ νὰ πιοῦν μιὰ μπί­ρα στῆς Ντο­λό­ρες, ἕ­ως φοι­τη­τὲς καὶ φοι­τή­τρι­ες, ὅ­λων τῶν ἐ­θνι­κο­τή­των, ποὺ θέ­λουν νὰ μά­θουν τὰ μυ­στι­κὰ τοῦ ταν­γκό, γιὰ νὰ ἐν­τυ­πω­σιά­σουν κά­ποι­α γκό­με­να ἢ γκό­με­νο στὴν πα­τρί­δα. Για­τί πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, στῆς Ντο­λό­ρες λει­τουρ­γεῖ μιὰ σχο­λὴ χο­ροῦ. Ὄ­χι σὰν τὶς ἄλ­λες, ὅ­που πᾶς καὶ φο­ρᾶς τὴ στο­λὴ καὶ τὰ εἰ­δι­κὰ πα­πού­τσια σου καὶ μα­θαί­νεις βῆ­μα-βῆ­μα ἐ­πὶ μῆ­νες ἕ­ναν ἀ­πο­στει­ρω­μέ­νο χο­ρὸ γιὰ νὰ κο­κο­ρευ­τεῖς σὲ κά­ποι­ο πάρ­τι ἀ­πο­φοί­των ἢ μιὰ βρα­διὰ τῆς τά­ξης σου ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν. Στῆς Ντο­λό­ρες μά­θαι­νες ἐ­κεῖ, στὴ σκη­νή, ἀ­νά­με­σα στὰ τρα­πέ­ζια, στὴ μυ­ρω­διὰ τῆς χυ­μέ­νης μπί­ρας, τοῦ κα­πνοῦ, τῆς τη­γα­νί­λας ἀ­πὸ τὴν κου­ζί­να καὶ στὰ μουγ­κρη­τὰ κά­ποι­ου τε­λει­ω­μέ­νου ποὺ ξέ­μει­νε ἐ­κεῖ ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο τῆς ζω­ῆς ποὺ δὲν πῆ­ρε πο­τέ. Στῆς Ντο­λό­ρες, ἔμ­παι­νες μέ­σα, ἔ­λε­γες τί μπί­ρα θέ­λεις, ἂν καὶ πάν­τα ἴ­δια γεύ­ση εἶ­χε, καὶ με­τὰ πή­γαι­νες καὶ δι­ά­λε­γες ἀ­πέ­ναν­τι μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­πε­λι­ὲς ποὺ θὰ ἦ­ταν ἡ δα­σκά­λα σου ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, ἢ ὅ­ποι­ο βρά­δυ ἐρ­χό­σουν, ἂν ἄν­τε­χες ἢ ἂν δὲν ἦ­ταν πι­α­σμέ­νη. Τὴ σή­κω­νες πά­νω μὲ ἕ­να ἄγ­γιγ­μα στὸν ὦ­μο κι ἐ­κεί­νη σὲ γρά­πω­νε σφι­χτὰ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πὸ τὸν κῶ­λο, γιὰ νὰ σὲ πε­ρι­φέ­ρει μὲ μα­ε­στρί­α στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, τὴν Ἱ­σπα­νί­α ἢ ὅ­που ἀλ­λοῦ χο­ρεύ­ε­ται ταν­γκὸ καὶ νὰ σὲ κά­νει νὰ ξε­χά­σεις ὅ­τι ἤ­σουν στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­τι πρὶν λί­γο ἤ­σουν χω­μέ­νος σὲ ἔγ­γρα­φα, σὲ ἐρ­γα­σί­ες φοι­τη­τῶν, σὲ μιὰ κου­ζί­να, σὲ ἕ­να αἰ­δοῖ­ο ἢ στὸν σκου­πι­δό­το­πο τοῦ μυα­λοῦ σου.

        Τὸ βρά­δυ ποὺ πῆ­γα συ­στη­μέ­νος στῆς Ντο­λό­ρες εἶ­χα πι­εῖ τρεῖς μπί­ρες τὸ με­ση­μέ­ρι μὲ ἕ­ναν συ­νά­δελ­φο, εἶ­χα δι­ορ­θώ­σει λο­γο­κλεμ­μέ­νες ἐρ­γα­σί­ες, εἶ­χα γνω­ρί­σει τὴν και­νού­ρια μου συ­νερ­γά­τι­δα, εἶ­χα κολ­λή­σει στὴν κί­νη­ση καὶ εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει τρεῖς φο­ρὲς νὰ γυ­ρί­σω πί­σω. Χαί­ρο­μαι ποὺ δὲν τὸ ἔ­κα­να. Χαί­ρο­μαι ποὺ γνώ­ρι­σα τὴν Πι­λάρ. Χαί­ρο­μαι ποὺ ἐ­ξέ­λι­ξα τὴ ζω­ή μου χο­ρεύ­ον­τας. Για­τί ἡ Πι­λὰρ δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς μιὰ χο­ρεύ­τρια, ἦ­ταν τυ­φώ­νας… Σα­ρω­τι­κὴ καὶ πάν­τα φευ­γά­τη, σοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στὸ αὐ­τὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ χό­ρευ­ες καὶ σοῦ ἔ­παιρ­νε τὴν καρ­διὰ καὶ τὸ μυα­λό. Ἂν ἤ­σουν τυ­χε­ρὸς ἄ­κου­γες καὶ κά­να γλυ­κό­λο­γο, μὰ ἂν τολ­μοῦ­σες νὰ τῆς ἀν­τα­πο­δώ­σεις, χα­νό­ταν λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ. Σὲ πα­ρα­τοῦ­σε στὴ σκη­νὴ τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας τῆς Ντο­λό­ρες καὶ δὲν τὴν ξα­νά­βλε­πες ὅ­λο το βρά­δυ. Τὴ μό­νη φο­ρὰ ποὺ τὸ ἔ­κα­να καὶ τῆς εἶ­πα ὅ­τι χο­ρεύ­ει πο­λὺ ὡ­ραί­α, ἔ­μει­να νὰ κά­νω τὸ σκιά­χτρο μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να γιὰ νὰ φεύ­γουν τὰ κο­ρά­κια, ἡ κα­κο­τυ­χί­α καὶ οἱ ἀρ­νη­τι­κές μου σκέ­ψεις γιὰ τὸ τί συ­νέ­βη. Εἶ­χα τό­σα πολ­λὰ νὰ πῶ στὴν Πι­λάρ, μὰ οἱ λέ­ξεις μου ἔ­με­ναν πάν­τα κρε­μα­σμέ­νες στὰ χεί­λη, ἀ­φοῦ κυ­ρί­ως δὲν ἤ­θε­λα νὰ χα­θεῖ. Δὲν μὲ ἔ­νοια­ζε νὰ μά­θω ταν­γκό. Τί νὰ τὸ κά­νω ἄλ­λω­στε στὴν τά­ξη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ ξυ­πνή­σω κά­να βα­ρι­ε­στη­μέ­νο φοι­τη­τή. Τί νὰ τὸ κά­νω; Εἶ­χε πε­ρά­σει ὁ και­ρὸς ποὺ ἔ­κα­να ἔ­ρω­τα μὲ τὸ σῶ­μα. Τώ­ρα τὸ μυα­λὸ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε. Ὁ ἔ­ρω­τας ἄλ­λω­στε δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἡ προ­έ­κτα­ση τῶν σκέ­ψε­ών σου. Ὅ­σο πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρες καὶ γο­η­τευ­τι­κές, τό­σο πιὸ πο­λὺ φλό­γα βγά­ζει τὸ σῶ­μα σου. Σὰν τὴν Πι­λάρ. Σὰν τὸν χο­ρό της. Σὰν ἐ­μέ­να ποὺ ἀ­φη­νό­μουν στὰ χέ­ρια της νὰ μὲ μά­θει ταν­γκό. Νὰ μὲ μά­θει νὰ ζῶ, τὸ ἔ­λε­γα στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ αὐ­το­κι­νή­του μου κα­θὼς ἔ­φευ­γα. Τέ­τοι­α θὰ τῆς ἔ­λε­γα, ἂν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω, μὰ ἔ­τρε­μα νὰ τὸ κά­νω. Ἔ­κλει­να τὰ μά­τια καὶ μὲ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀ­νά­με­σα στὰ κα­θί­σμα­τα καὶ τὰ ἁ­πλω­μέ­να πό­δια καὶ τὶς φω­νὲς ὅ­σων μᾶς κοι­τοῦ­σαν. Ἐ­κεί­νη πε­τοῦ­σε κι ἐ­γὼ ἔ­σερ­να τὰ ἀ­δέ­ξια πό­δια μου στὸ πά­τω­μα ἀ­πὸ κά­τω της. Ναί, ἡ Πι­λὰρ δὲν ἦ­ταν γιὰ λι­γό­ψυ­χους καὶ ρι­ψά­σπι­δες. Δὲν τὴν ἄγ­γι­ζα πιὰ στὸν ὦ­μο ὅ­ταν ἔμ­παι­να μέ­σα. Δὲν χρει­α­ζό­ταν. Ἡ Πι­λὰρ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν μπρο­στά μου σὰν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸς καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε ἡ μου­σι­κὴ χα­νό­ταν στὸ σκο­τά­δι λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ, ἀ­φή­νον­τάς με ἔ­ρη­μο νὰ δι­ψά­ω γιὰ κά­τι ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο, ὄ­χι ὅ­μως γιὰ νε­ρό, οὔ­τε γιὰ μπί­ρα.

        Ἤ­θε­λε κό­τσια νὰ ἀ­γα­πή­σεις τὴν Πι­λάρ. Ἤ­θε­λε καὶ πο­λὺ ἀλ­κο­όλ. Μά, κυ­ρί­ως κό­τσια. Ὅ­πως χρει­ά­ζε­ται γιὰ τὶς πραγ­μα­τι­κὲς γυ­ναῖ­κες. Ὅ­πως χρει­ά­ζε­ται γιὰ αὐ­τὲς ποὺ σοῦ μα­θαί­νουν ὅ­τι ὑ­πάρ­χεις. Δὲν κα­τα­λή­ξα­με πο­τὲ σὲ κά­ποι­ο κρε­βά­τι μὲ τὴν Πι­λάρ. Δὲν τῆς μί­λη­σα πο­τὲ ἄλ­λω­στε γιὰ νὰ τὸ προ­τεί­νω. Ἔ­πλε­κε τὰ δά­χτυ­λά της στὰ δι­κά μου κι ἔ­παιρ­να αἷ­μα, καρ­διά, φω­νή, φῶς μέ­σα ἀ­πὸ τὶς φλέ­βες της ποὺ δι­α­γρά­φον­ταν στὰ λευ­κά της χέ­ρια. Ἐ­κεῖ, γιὰ μιὰ ὥ­ρα κά­θε βρά­δυ ἐ­πὶ τρεῖς μῆ­νες. Στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες. Ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Κά­η­κε ἕ­να με­ση­μέ­ρι ἀ­πὸ φω­τιὰ στὴν κου­ζί­να.

        Πῆ­γα ἕ­να βρά­δυ τὴν Κά­θριν σ’ ἐ­κεί­νη τὴ γει­το­νιὰ στὴ δέ­κα­τη ἐ­πέ­τει­ό μας. Ἡ Πι­λὰρ μοῦ ἔ­μα­θε νὰ ἀ­γα­πά­ω καὶ νὰ εἶ­μαι σύν­τρο­φος, πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἀλ­λι­ῶς;


 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες

(Нови безпокойства)


Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ τοῦ τη­λε­φώ­νου, πραγ­μα­τι­κὰ πρό­σφε­ρε πολ­λὰ στὸν κό­σμο. Καὶ κυ­ρί­ως, μιὰ ἀ­πὸ τὶς βα­σι­κές του ἀ­νη­συ­χί­ες: για­τί δὲν μοῦ τη­λε­φω­νεῖ κα­νείς;

      Πρίν, αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα δὲν ἐ­τί­θε­το.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 29.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης Πα­τί­λης.)



		

	

Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton): Παραδείσια Πουλιά


Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton)


Πα­ρα­δεί­σια Πουλιά

(Pasarea Paradisului)


 ΣΙΝΙΟΡΑ ἤ­τα­νε πάν­το­τε τρε­λή, ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ με­τα­κό­μι­σε στὸ ἄ­δει­ο δι­α­μέ­ρι­σμα τοῦ ἀ­πο­κά­τω ὀ­ρό­φου, πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν. Ἄρ­χι­σε ὅ­μως ν’ ἀ­κού­γε­ται πιὸ λο­γι­κὴ στὸν Νούν­τσιο, τώ­ρα ποὺ κι αὐ­τὸς πά­ει νὰ τρε­λα­θεῖ. Τοῦ ἔ­δει­ξε τὴ συλ­λο­γή της ἀ­πὸ εἴ­δη συλ­λε­κτι­κά: ἕ­ναν κα­θα­ρι­στὴ πί­πας ποὺ τὸν ἔ­λε­γε «τὸ ὅ­πλο τῆς Ἄν­νι Ὄ­ου­κλυ»· μιὰ πι­νέ­ζα ποὺ τὴν ἔ­λε­γε «τὸ κα­πέ­λο τοῦ Ἄμ­πυ Λίν­κολν»· ἕ­να νύ­χι ποὺ τὸ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «τὸ πλευ­ρὸ τοῦ δι­α­ό­λου». Κα­θη­με­ρι­νὰ ἔ­παιρ­νε κα­θέ­να ἀν­τι­κεί­με­νο καὶ τὸ ξε­σκό­νι­ζε ἀ­πὸ κά­τω μ’ ἕ­να μο­νὸ φτε­ρὸ στρου­θο­κα­μή­λου, ποὺ τὸ φύ­λα­γε δι­πλω­μέ­νο σ’ ἕ­να βα­ζά­κι ἀ­πὸ μπι­σκό­τα σκύ­λου. Πα­ρέ­δι­δε στὸν Νούν­τσιο μα­θή­μα­τα στὸ ψεύ­τι­κο ξυ­λό­φω­νό της —μιὰ ντου­ζί­να πα­ραλ­λα­γὲς στὸ «Tu vuo fa l’Ame­ri­cano»— καὶ με­τέ­φρα­ζε τὰ «πα­ρα­λει­πό­με­να τοῦ δι­κα­στη­ρί­ου» τῶν σκυ­λι­ῶν τῆς γει­το­νιᾶς.

        Τοῦ Νούν­τσιο τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὴ Σι­νι­ό­ρα, βα­σι­κὰ για­τὶ τοῦ ἔ­φτια­χνε γλυ­κὰ σάν­του­ιτς, ποὺ πο­τὲ δὲν τοῦ ‘φτια­χνε ἡ γυ­ναί­κα του κα­θώς, ὅ­πως ἔ­λε­γε, κά­νου­νε τὰ δά­χτυ­λα νὰ κολ­λᾶ­νε, κι ὅ,τι πιά­νει στὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς μέ­ρας νὰ κολ­λά­ει ἀ­πά­νω του, ὥ­σπου νὰ γί­νει μιὰ ὀ­πτι­κὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια μὲ τὰ δέ­κα πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­κα­νε με­τὰ τὸ κο­λα­τσιό.

        Τώ­ρα τοῦ ἄ­ρε­σε ἀ­κό­μα καὶ νὰ κά­θε­ται μὲ τὴ Σι­νι­ό­ρα στὸν κῆ­πο, κι ἄς ἔ­νι­ω­θε τὰ ἐ­νή­λι­κα παι­διά του καὶ τὸ ταί­ρι τους —καὶ τὴ γυ­ναί­κα του— νὰ κά­νου­νε «τσκ τσκ» πί­σω ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ δεύ­τε­ρου, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἡ Σι­νι­ό­ρα θὰ κα­θό­τα­νε στὴν ἀγ­κα­λιά του, θὰ τοῦ πλη­σί­α­ζε τὸ πο­τή­ρι μὲ τὴ λε­μο­νά­δα στὸ στό­μα καὶ θὰ τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στ’ αὐ­τὶ τὴ ρου­μά­νι­κη λέ­ξη γιὰ κά­θε λου­λού­δι στὸν κῆ­πο.


Zambilă, τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε.


                        Gălbenele.


                                    Floarea-soarelui.


                                                Pa-sa-re-a pa-ra-di-su-lu-i.


Ὁ­που­δή­πο­τε κι ἂν τοῦ ’­δει­χνε, ὁ Νούν­τσιο ἔ­βλε­πε μο­νά­χα πι­κρα­λί­δες καὶ τοὺς πο­λυ­και­ρι­σμέ­νους λε­κέ­δες ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­ζαν τὴ μι­κρού­λα, του­βλο­χτι­σμέ­νη αὐ­λή του – ἤ­ξε­ρε ὅ­μως πώς, μὲ λί­γη πί­στη, καὶ μὲ τὸ χρό­νο, καὶ μὲ ὅ­ρα­μα, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἰ­δεῖ καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα μὲ τὴν ἴ­δια κα­θα­ρό­τη­τα, ὅ­πως κι ἡ Σι­νι­ό­ρα:


        οἱ μί­σχοι τους οἱ λε­πτοί—


              καὶ τ’ ἀν­θο­βό­λη­μά τους σὰ φω­το­βο­λί­δα—


                    καὶ τὰ χεί­λια τους τὰ βα­θιά, τὰ βι­ο­λε­τιά.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση The Cincinnatti Review, 13.03.2019

(https://www.cincinnatireview.com/micro/micro-pasarea-paradisului-birds-of-paradise-by-molia-dumbleton/)

Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἔρ­γα της σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Sean O’Faolain Story Prize καὶ μὲ τὸ Columbia Journal Winter Fiction Award. Ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των πε­ρι­λή­φθη­κε στὴν τε­λι­κὴ λί­στα γιὰ τὸ Iowa Short Fiction Award (2018).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­ναν τό­μο δι­η­γη­μά­των. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἀγ­γλι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν: P. Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017, μὲ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe)· M. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (Βακ­χι­κόν, 2019, συ­νέκ­δο­ση μὲ Fondazione Mario Luzi)· Umberto Saba, Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Τρα­γου­δι­ῶν (Βακ­χι­κόν, 2019, Α΄ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν – Ἰ­τα­λι­κὸ Μορ­φω­τι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το). Με­τα­φρά­σεις καὶ κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά.


Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel): Συνομοταξία


Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel)


Συ­νο­μο­τα­ξί­α

(Phylum)


ΜΟΥΝ ΤΟ ΕΙΔΟΣ τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­βα­ζε νὰ τοῦ κα­θα­ρί­ζουν τ’ αὐ­τιά. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ δὲν τῆς ἄ­ρε­σαν κα­θό­λου οἱ σκύ­λοι. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με στὸ σπί­τι ἑ­νὸς δρό­μου ποὺ εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τῆς ἀ­σφάλ­του. Σοῦ εἶ­πα τὴ γνώ­μη μου γιὰ σέ­να. Σοῦ εἶ­πα νὰ μὴ μ’ ἐ­νο­χλεῖς. Τὸ σπί­τι δὲν σοῦ ἀ­νῆ­κε. Ὁ ἐν λό­γῳ δρό­μος πο­τὲ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε. Εἶ­χε μιὰ μυ­ρω­διὰ σὰν ἀν­τι­γριπ­πι­κὸ σι­ρό­πι. Μοῦ ἀ­ρέ­σει ἐ­κεῖ ποὺ μέ­νω νὰ μυ­ρί­ζει ὄ­μορ­φα.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ πή­γαι­νε σὲ συ­σκέ­ψεις ἐρ­γα­σί­ας. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε τὸ τυ­ρὶ γκούν­τα. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με σ’ ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα δί­πλα σ’ ἕ­να κα­τά­στη­μα ντε­λι­κα­τέ­σεν. Ἔ­κλε­βα χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι σου. Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἀ­πε­χθα­νό­σουν τὸ ντύ­σι­μό μου. Ξε­γλι­στροῦ­σα ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τὶς νύ­χτες καὶ πή­γαι­να στὸ Χάρ­λεμ. Βα­σι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τῶν πό­λε­ων εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­λοι μπο­ροῦν νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σουν παν­τοῦ καὶ νὰ μὴν τοὺς πά­ρουν εἴ­δη­ση. Ξέ­ρα­με ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο δι­ευ­κό­λυ­νε τὸ παι­χνί­δι. Μᾶς ἄ­ρε­σε ποὺ παι­ζό­ταν ἕ­να παι­χνί­δι.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ εὐ­χα­ρί­στως κο­λυμ­ποῦ­σε σὲ πι­σί­νες ξε­νο­δο­χεί­ων. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ εὐ­χα­ρί­στως ἄ­κου­γε στὸ ρά­διο θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Δὲν εἴ­χα­με παι­διά. Ἔ­βα­ζες ν’ ἀ­κού­σεις Μό­τσαρτ καὶ Μπὰχ κι ἔ­λε­γες ὅ­τι σοῦ ἄ­ρε­σε ἡ κλα­σι­κὴ μου­σι­κὴ ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα κι ἐ­σὺ ἤ­ξε­ρες ὅ­τι δὲν ξέ­ρεις ἄλ­λους συν­θέ­τες. Μοῦ ἀ­ρέ­σει ὁ Τζὼν Λέν­νον. Αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι συν­θέ­της. Ποι­ὸς τὸ λέ­ει;

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω ἀρ­γὰ τὶς νύ­χτες κι ὅ­ταν στε­νο­χω­ρι­ό­ταν τρα­βοῦ­σε τὰ μαλ­λιά του καὶ γο­νά­τι­ζε κι ἔ­κλαι­γε. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ ἔ­δι­νε στὴν ἀ­να­κύ­κλω­ση ὅ,τι σκου­πί­δια εἶ­χε, ἐ­πει­δὴ ἡ σκέ­ψη ὅ­τι σι­γὰ-σι­γὰ σκό­τω­να τὸν πλα­νή­τη μ’ ἔ­κα­νε νὰ θέ­λω νὰ βγά­λω τὰ λυσ­σα­κά μου. Ἤ­μα­σταν προ­σκολ­λη­μέ­νοι ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο κυ­ρί­ως ἀ­πὸ φό­βο.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ κοι­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἔ­βλε­πε μιὰ πα­ρέ­λα­ση ἀ­πὸ ἐ­λέ­φαν­τες, γά­τες κι ἀ­γρι­ο­γού­ρου­να. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­κο­βε τὸ φα­γη­τό του σὲ πολ­λὰ μι­κρὰ κομ­μά­τια, ἔ­τσι ὥ­στε οἱ μπου­κι­ὲς ποὺ ἔ­τρω­γε ἦ­ταν σὰν στα­φί­δες. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με σ’ ἕ­να αὐ­το­σχέ­διο οἴ­κη­μα στὸ Βερ­μόντ. Ξέ­ρα­με κι οἱ δυ­ό μας ὅ­τι οἱ συ­ζη­τή­σεις δὲν ἦ­ταν τὸ δυ­να­τό μας ση­μεῖ­ο. Κά­πο­τε δὲν μοῦ μί­λη­σες γιὰ ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο. Σοῦ φαί­νε­ται πο­λὺ με­γά­λο δι­ά­στη­μα;

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ σκά­λι­ζε πέ­τρες κι ἔ­φτια­χνε βέ­λη, ποὺ μα­γεί­ρευ­ε φί­δια κι ἔ­στρε­φε μὲ νο­σταλ­γί­α τὸ βλέμ­μα στὸ οὐ­ρα­νό. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ πι­πι­λοῦ­σε ἄ­χυ­ρα καὶ μα­γεί­ρευ­ε με­γά­λες πο­σό­τη­τες φα­γη­τοῦ γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὴν ἀ­γά­πη ὅ­λων. Ξα­πλώ­να­με στὴν ἀμ­μου­διὰ μιᾶς μα­κρι­νῆς πα­ρα­λί­ας μέ­χρι νὰ σα­πί­σου­με. Τὸ δέρ­μα μας ἔ­λι­ω­νε καὶ τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια μας ἄ­σπρι­ζαν στὸν ἥ­λιο καὶ στὸ τέ­λος τὰ μι­κρὰ παι­διὰ ἔρ­χον­ταν κι ἔ­παι­ζαν μα­ζί τους. Τὸ κά­στρο τῶν ὀ­στῶν μας εἶ­χε γύ­ρω του μιὰ τά­φρο καὶ τὸ φεγ­γά­ρι ἀ­νέ­βα­ζε τὴν πλημ­μύ­ρα τῆς θά­λασ­σας τό­σο κον­τά μας, ποὺ τὸ νε­ρὸ χτυ­ποῦ­σε τὴν πύ­λη τοῦ λει­ψά­νου μας. Ἤ­θε­λες νὰ φύ­γεις καὶ ν’ ἀ­κο­λου­θή­σεις τὸ φεγ­γά­ρι. Μοῦ ἀρ­κοῦ­σε νὰ πα­ρα­μεί­νω στὴν ἀμ­μου­διά. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α σου ἀ­πο­δεί­χτη­κε χω­ρὶς νό­η­μα για­τί στὸ τέ­λος μᾶς πῆ­ρε καὶ τοὺς δυ­ὸ ἡ θά­λασ­σα.


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Bomb (08.02.2018):

https://bombmagazine.org/articles/phylum

Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Belly Up, ἡ ὁ­ποί­α βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο 2018 Believer Book Award καὶ ἡ ὁ­ποί­α με­τα­φρά­ζε­ται ἤ­δη στὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Tin Hou­se, Con­jun­ctions, BombVi­ce, Noon, καὶ Guer­ni­ca. Ἔ­χει λά­βει χο­ρη­γί­ες καὶ ὑ­πο­τρο­φί­ες ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα ἱ­δρύ­μα­τα καὶ πα­νε­πι­στή­μια. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν προ­τα­θεῖ γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α Pushcart. Ζεῖ στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κού Πλα­νόδι­ο­ν ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flo­wer (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νόδι­ο­ν και Γρα­φή.


 

Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#14]

 

Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού


ΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ε­πι­στρέ­φει σπί­τι του και πιά­νει τη γυ­ναί­κα του στα πρά­σα με έ­ναν σκί­ου­ρο στο κρε­βά­τι. Η γυ­ναί­κα του τρο­μαγ­μέ­νη τον κοι­τά­ζει πά­νω α­πό τα σκε­πά­σμα­τα, κα­λυμ­μέ­νη ώς τη μύ­τη. Το κε­φα­λά­κι του σκί­ου­ρου ί­σα που ξε­προ­βάλ­λει κι αυ­τό δί­πλα της. Οι δρά­στες φαί­νον­ται τό­σο γε­λοί­οι μα­ζί που εί­ναι α­δύ­να­το στον άν­τρα να συγ­κρα­τή­σει τον ε­αυ­τό του, ξε­σπά­ει σε γέ­λια. Όρ­θιος στην πόρ­τα κοι­τά­ζει τα σκόρ­πια ρού­χα της γυ­ναί­κας του στο πά­τω­μα, τους ξη­ρούς καρ­πούς ε­δώ κι ε­κεί και η κα­τά­στα­ση πο­λύ γρή­γο­ρα ε­ξε­λίσ­σε­ται σε κλαυ­σί­γε­λο. Ξαφ­νι­κά ο άν­τρας κο­κα­λώ­νει, χλω­μιά­ζει κι ε­ξα­φα­νί­ζε­ται. Η γυ­ναί­κα κοι­τά­ζει έν­τρο­μη τον σκί­ου­ρο, πε­τά­γε­ται γυ­μνή α­πό το κρε­βά­τι και τρέ­χει έ­ξω α­πό το δω­μά­τιο, πί­σω α­πό τον άν­τρα της. Ο σκί­ου­ρος τι­νά­ζε­ται τρο­μαγ­μέ­νος κά­τω α­πό τα σκε­πά­σμα­τα. Α­κού­ει φω­νές, ουρ­λια­χτά και πη­δά­ει στο μα­ξι­λά­ρι, α­πό ε­κεί στο πά­τω­μα, αρ­πά­ζει μια χού­φτα καρ­πούς, σαλ­τά­ρει στο περ­βά­ζι του πα­ρα­θύ­ρου, στέ­κε­ται α­σά­λευ­τος για μια στιγ­μή, ή­συ­χος σα νε­κρός κι έ­πει­τα πη­δά­ει προς την έ­ξο­δο κιν­δύ­νου. Ε­κεί­νη α­κρι­βώς τη στιγ­μή η λε­πί­δα ε­νός τσε­κου­ριού καρ­φώ­νε­ται στο περ­βά­ζι. Ο σκί­ου­ρος τρυ­πώ­νει κι ε­ξα­φα­νί­ζε­ται μέ­σα σε έ­να κον­τι­νό κλα­δί, σκορ­πών­τας καρ­πούς παν­τού. «Ε­σύ και τα α­να­θε­μα­τι­σμέ­να σου κα­τοι­κί­δια!» ουρ­λιά­ζει ο άν­τρας στην κρε­βα­το­κά­μα­ρα α­νά­με­σα στα α­να­φι­λη­τά του. Ο σκί­ου­ρος κά­νει α­γώ­να δρό­μου α­πό δέν­τρο σε δέν­τρο μέ­χρι που α­πο­μα­κρύ­νε­ται. Κά­ποι­α στιγ­μή πι­ά­νε­ται ε­πι­τέ­λους α­πό κά­ποι­α κλα­διά στην κο­ρυ­φή ε­νός δέν­τρου για να πά­ρει α­νά­σα. Η μι­κρή του καρ­διά κον­τεύ­ει να σπά­σει. Φτά­νουν στα αυ­τιά του οι φω­νές α­πό το σπί­τι, η λε­πί­δα του τσε­κου­ριού λαμ­πυ­ρί­ζει καρ­φω­μέ­νη α­κό­μα στο πα­ρά­θυ­ρο. Λου­φά­ζει α­νά­με­σα στα φύλ­λα, κου­νών­τας την ου­ρά του πέ­ρα δώ­θε, και σκέ­φτε­ται, «Πώς στο δι­ά­ο­λο του ήρ­θε να με α­πο­κα­λέ­σει “κα­τοι­κί­διο”!»

       Αυ­τό εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[1] με τί­τλο Οι­κια­κή Φάρ­σα (Domestic Farce) του Barry Your­grau α­πό την πρώ­τη του συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ών A man jumps out of an air­plane (Ar­cade Pu­bli­shing, New York, 2017 [πρώ­τη έκ­δο­ση 1984]) που α­πο­τε­λεί ση­μεί­ο α­να­φο­ράς στο εί­δος. Ο Yourgrau, Α­με­ρι­κα­νός συγ­γρα­φέ­ας και περ­φόρ­μερ, ό­πως έ­χου­με α­να­φέ­ρει και σε προη­γού­με­νο δελ­τίο, έ­χει γεν­νη­θεί στη Ν. Α­φρι­κή και ζει ε­δώ και δε­κα­ε­τί­ες α­νά­με­σα στη Νέ­α Υ­όρ­κη και την Κων­σταν­τι­νού­πο­λη.

       Η φρά­ση του βιρ­του­ό­ζου της βρε­τα­νι­κής χι­ου­μο­ρι­στι­κής λο­γο­τε­χνί­ας Jerome K. Jerome, α­πό τη συλ­λο­γή δο­κι­μί­ων του The Idle thou­ghts of an i­dle fel­low (1886), η ο­ποί­α α­να­γρά­φε­ται στις πρώ­τες σε­λί­δες της συλ­λο­γής του Yourgrau, δι­α­περ­νά ό­χι μό­νο το συ­νο­λι­κό έρ­γο του τε­λευ­ταί­ου, αλ­λά και πολ­λών καλ­λι­ερ­γη­τών της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, προ­δρό­μων και σύγ­χρο­νων: Οι σκέ­ψεις τις ο­ποί­ες εί­μα­στε ι­κα­νοί να συλ­λά­βου­με κα­θα­ρά εί­ναι οι πο­λύ μι­κρές… Ό­λες οι με­γα­λύ­τε­ρες σκέ­ψεις εί­ναι α­σύλ­λη­πτες και τε­ρά­στι­ες για τους παι­δι­κούς εγ­κε­φά­λους μας.

       Στη δι­ε­θνή λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή το έρ­γο του κο­σμο­πο­λί­τη Your­grau συγ­κα­τα­λέ­γε­ται κά­που α­νά­με­σα στους Bre­ton, Ka­fka και Bor­ges. Κι­νεί­ται με ευ­ε­λι­ξί­α και χι­ού­μορ στη με­θό­ριο α­νά­με­σα σε ποί­η­ση, per­for­mance και πρό­ζα, αλ­λά α­πό τα πρώ­τα του βή­μα­τα πα­ρα­μέ­νει πι­στός στην α­φή­γη­ση ως κύ­ριο εκ­φρα­στι­κό του μέ­σο, ό­πως στο α­τα­ξι­νό­μη­το κεί­με­νό του με τί­τλο Apocrypha που συν­δι­α­λέ­γε­ται με την ι­στο­ρί­α του Μω­υ­σή. Δη­μο­σι­εύ­θη­κε ως πε­ζο­ποί­η­μα στο τεύ­χος του α­με­ρι­κα­νι­κού πε­ρι­ο­δι­κού Poetry τον Ι­ού­λιο του 1982[2], πριν συ­στα­θεί το ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δί­ο της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, και συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη συγ­κε­κρι­μέ­νη συλ­λο­γή. Η ι­στο­ρί­α έ­χει ως ε­ξής: έ­νας άν­τρας ψα­ρεύ­ει στην ε­ρη­μιά ό­ταν ξαφ­νι­κά βλέ­πει έ­να μω­ρό μέ­σα σε έ­να ψά­θι­νο κα­λά­θι να ε­πι­πλέ­ει α­κο­λου­θών­τας το ρεύ­μα του πο­τα­μού. Βου­τά­ει στο νε­ρό, πιά­νει το κα­λά­θι και δι­α­πι­στώ­νει ό­τι το μω­ρό εί­ναι κα­λά, τυ­λιγ­μέ­νο με χρυ­σο­ποί­κιλ­το πα­νί. Έκ­πλη­κτος κοι­τά­ζει γύ­ρω του, δεν υ­πάρ­χει ψυ­χή. Α­κουμ­πά­ει το κα­λά­θι με το μω­ρό στην ό­χθη και α­νε­βαί­νει ψη­λό­τε­ρα να ε­λέγ­ξει μή­πως υ­πάρ­χει κά­ποι­ος που το α­να­ζη­τά. Ξαφ­νι­κά έ­να δό­ρυ εκ­σφεν­δο­νί­ζε­ται α­πό το που­θε­νά, δι­α­περ­νά το κρα­νί­ο του και το σώ­μα του κα­τρα­κυ­λά στο πο­τά­μι. Τη στιγ­μή που το ρεύ­μα πα­ρα­σύ­ρει το ά­ψυ­χο σώ­μα του με το κον­τά­ρι να προ­ε­ξέ­χει σαν κα­τάρ­τι, το μω­ρό ξε­σπά­ει σε κλά­μα­τα κι έ­νας σκου­ρό­χρω­μος, σκυ­θρω­πός άν­τρας με λο­φί­ο στο κρά­νος του ξε­προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό τους θά­μνους. Την ί­δια στιγ­μή η γυ­ναί­κα του, η ο­ποί­α δι­α­βά­ζει τη Βί­βλο της στο σπί­τι τους, βλέ­πει την ώ­ρα στο ρο­λό­ι του τοί­χου, κλεί­νει το βι­βλί­ο με κρό­το και σπεύ­δει να βά­λει το βρα­δι­νό τους στο φούρ­νο. Με­τα­νι­ώ­νει που εί­χε μπερ­δέ­ψει τις α­να­γνώ­σεις της κι αι­σθά­νε­ται έ­να κύ­μα δυ­σφο­ρί­ας ό­πως κοι­τά­ζει τον ά­δει­ο δρό­μο.


Η συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των και μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ών της Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νής Stacy Hardy με τί­τλο Because the night (Pocko Editions, UK, 2015) α­πο­τε­λεί­ται α­πό εί­κο­σι μί­α ι­στο­ρί­ες, με συ­νο­δευ­τι­κό φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό του Ι­τα­λού Mario Pischedda. Ο­κτώ α­πό αυ­τές θε­ω­ρούν­ται υ­πο­δειγ­μα­τι­κές μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες για τη δι­ε­θνή κρι­τι­κή, χά­ρη «στην ι­σχυ­ρή πύ­κνω­ση, την τα­χεί­α α­νά­κρου­ση και τον υ­ψη­λό βαθ­μό συ­νέρ­γειας συγ­γρα­φέ­α–α­να­γνώ­στη που ε­πι­τυγ­χά­νουν», σύμ­φω­να με την Liesl Jobson, επίσης γνωστή διεθνώς Νοτιοαφρικανή συγγραφέα μικρομυθοπλασίας.

       Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α με τί­τλο Kisula που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη συλ­λο­γή, η η­ρω­ί­δα φτά­νει στο μα­γα­ζί ό­που δι­α­σκε­δά­ζουν οι φί­λοι της. Πί­νουν α­πό ώ­ρα και συ­ζη­τούν πά­λι το φλέ­γον θέ­μα: πώς γί­νε­ται οι Black Consciousness[3] τύ­ποι να έ­χουν πάν­τα λευ­κές συν­τρό­φους. Ό­λα τα μά­τια στρέ­φον­ται μί­α ε­πά­νω της μί­α σε έ­ναν α­πό τους συν­δαι­τυ­μό­νες, τον Andile, και ξαφ­νι­κά πέ­φτει σι­ω­πή. Ξε­χά­στε το. Δεν εί­μαι το κο­ρί­τσι του α­πλώς πη­δι­ό­μα­στε πε­ρι­στα­σια­κά[4], τους λέ­ει και ό­λοι, πλην του Andile, ξε­σπούν σε γέ­λια. Με­τά α­πό λί­γο η η­ρω­ί­δα φεύ­γει χω­ρίς να πλη­ρώ­σει και παίρ­νει το δρό­μο για το σπί­τι της πε­ζή. Σκέ­φτε­ται το λυ­πη­μέ­νο πρό­σω­πο του Andile και ό­σο πε­ρι­φέ­ρε­ται στην πό­λη, δυ­σφο­ρεί με τη σκέ­ψη ό­τι δεν εί­ναι πα­ρά η α­νε­πι­θύ­μη­τη λευ­κή α­νά­με­σά τους. Ό­ταν μπαί­νει στο θυ­ρω­ρεί­ο του κτι­ρί­ου που βρί­σκε­ται το δι­α­μέ­ρι­σμά της πιά­νει κου­βέν­τα με τον Kisula, τον Κον­γκο­λέ­ζο φύ­λα­κα του κτι­ρί­ου και με­τα­νά­στη, ο ο­ποί­ος έ­χει αλ­λά­ξει το ό­νο­μά του σε Gary και εί­ναι κολ­λη­μέ­νος μπρο­στά στην ο­θό­νη της τη­λε­ό­ρα­σης. Πα­ρα­κο­λου­θεί ζων­τα­νά τον πο­δο­σφαι­ρι­κό α­γώ­να α­νά­με­σα στη Χι­λή και στην ο­μά­δα που υ­πο­στη­ρί­ζει, τη Γαλ­λί­α. Πώς γί­νε­ται να τους υ­πο­στη­ρί­ζεις με­τά α­πό ό­σα έ­κα­ναν στην πα­τρί­δα σου; τον ρω­τά­ει. Ο Kisula α­να­ση­κώ­νει τους ώ­μους. Έ­χουν κα­λύ­τε­ρη ο­μά­δα, κοί­τα, της λέ­ει και κρα­τά­ει την α­νά­σα του ό­πως κι ε­κα­τομ­μύ­ρια φί­λα­θλοι στον πλα­νή­τη ε­κεί­νη τη στιγ­μή. Έ­να κον­τι­νό πλά­νο α­κο­λου­θεί την μπά­λα που σκί­ζει τον α­έ­ρα και τα δί­χτυ­α του τέρ­μα­τος της Χι­λής. Η Γαλ­λί­α κερ­δί­ζει τον α­γώ­να. Το γή­πε­δο σεί­ε­ται, ο Kisula ε­κρή­γνυ­ται α­πό χα­ρά και η η­ρω­ί­δα σε κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου βρί­σκε­ται να χο­ρεύ­ει και να ζη­τω­κραυ­γά­ζει μα­ζί του. Χο­ρεύ­ου­με και οι δύ­ο. Χο­ρεύ­ου­με και γε­λά­με σα να μοι­ρα­ζό­μα­στε κά­τι βα­θύ και α­λη­θι­νό και αι­ώ­νιο[5].

       Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της συλ­λο­γής με τί­τλο Squirreling πα­ρα­κο­λου­θού­με μια σκη­νή αυ­να­νι­σμού ως λύ­τρω­ση α­πό το πά­θος της η­ρω­ί­δας για τον σύν­τρο­φό της, με τον ο­ποί­ο έ­χει μό­λις χω­ρί­σει. Η η­ρω­ί­δα πεν­θεί και αρ­χί­ζει στα­δια­κά να αυ­το­ε­ρε­θί­ζε­ται με δι­ά­φο­ρα αν­τι­κεί­με­νά του, τα ο­ποί­α βρί­σκον­ται δι­ά­σπαρ­τα γύ­ρω της. Λα­χτα­ρά­ει σαν α­χόρ­τα­γος σκί­ου­ρος να τα α­πο­θη­κεύ­σει και να τα φυ­λά­ξει μέ­σα της, α­κό­μα και την ο­δον­τό­βουρ­τσά του, να μην μεί­νει χώ­ρος για τα συ­ναι­σθή­μα­τά της. Σε αυ­τό το ση­μεί­ο του κει­μέ­νου κο­ρυ­φώ­νε­ται η διτ­τή αί­σθη­ση που προ­κα­λούν πολ­λά δείγ­μα­τα γρα­φής της Hardy: α­πό τη μια η χρή­ση μιας κο­φτε­ρής γλώσ­σας προ­κει­μέ­νου να δι­α­τυ­πω­θεί ευ­θαρ­σώς η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της γυ­ναι­κεί­ας ε­ρω­τι­κής ε­πι­θυ­μί­ας α­πό την αν­δρι­κή φαν­τα­σί­α που καλ­λι­έρ­γη­σε ο που­ρι­τα­νι­σμός στη δυ­τι­κή κουλ­τού­ρα προς μια ά­νευ ο­ρί­ων σω­μα­τι­κή κι ε­ρω­τι­κή ε­ξε­ρεύ­νη­ση. Α­πό την άλ­λη η α­νά­δει­ξη της α­σύλ­λη­πτης τα­χύ­τη­τας με την ο­ποί­α το μυα­λό μας μέ­σω της φαν­τα­σί­ας μπο­ρεί να δι­α­κτι­νι­στεί σε έ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κό, σου­ρε­α­λι­στι­κό σύμ­παν. Εί­ναι το ση­μεί­ο στο ο­ποί­ο η η­ρω­ί­δα φαν­τά­ζε­ται την ο­δον­τό­βουρ­τσα του συν­τρό­φου της να με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε σκί­ου­ρο, να φω­λιά­ζει μέ­σα στη μή­τρα της α­νά­με­σα στους α­πο­θη­κευ­μέ­νους καρ­πούς του κι ε­κεί­νη να γεν­νά­ει έ­να στρα­τό χνου­δω­τά σκι­ου­ρά­κια. Για την η­ρω­ί­δα, έ­να τέ­τοι­ο γε­γο­νός, ως δί­δυ­μο α­πο­κύ­η­μα φαν­τα­σί­ας και α­πε­λευ­θέ­ρω­σης, εί­ναι ι­κα­νή να προ­κα­λέ­σει πα­νι­κό στην α­ποι­κί­α.

       Ι­δέ­α που α­παν­τά­ται συ­χνά στο έρ­γο της Hardy, για την ο­ποί­α η Α­φρι­κή μοιά­ζει με μη­χα­νή του χρό­νου: μπο­ρεί να δει κα­νείς ταυ­τό­χρο­να ει­κό­νες α­πό το πα­ρελ­θόν, το πα­ρόν και το μέλ­λον. Η Hardy δρα­στη­ρι­ο­ποι­εί­ται α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά κα­τά του ρα­τσι­σμού, αρ­θρο­γρα­φεί ως δη­μο­σι­ο­γρά­φος και δι­δά­σκει στο Με­τα­πτυ­χια­κό Τμή­μα Δη­μι­ουρ­γι­κής Γρα­φής στο Rhodes U­ni­ver­si­ty. Στην πρό­σφα­τη με­λέ­τη του Peter Blair[6] για την άν­θη­ση της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στην Ν. Α­φρι­κή, η Hardy συγ­κα­τα­λέ­γε­ται α­νά­με­σα στις τρεις κο­ρυ­φαί­ες με­λέ­τες πε­ρί­πτω­σης, μα­ζί με τους (ε­πί­σης λευ­κούς) Tony Eprile και Michael Cawood Green και η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Kisula α­να­λύ­ε­ται ως υ­πο­δειγ­μα­τι­κή.

       Η ι­στο­ρί­α Squirreling εί­ναι πο­λύ ι­δι­αί­τε­ρη. Μας πα­ρο­τρύ­νει να σκε­φτού­με έ­να κε­νό και την α­νάγ­κη να το γε­μί­σου­με; τη ρω­τούν σε μια α­πό τις συ­νεν­τεύ­ξεις της. Ε­πι­στρέ­φου­με στις μαύ­ρες τρύ­πες! α­παν­τά­ει η Hardy. Φταί­ει α­σφα­λώς ο κα­πι­τα­λι­σμός, η κα­τα­να­λω­τι­κή κοι­νω­νί­α…τα ο­ποί­α εί­ναι ε­χθροί της φαν­τα­σί­ας. Σε αυ­τή την ι­στο­ρί­α το θέ­μα μου εί­ναι ε­πί­σης ο­λό­κλη­ρη η κα­τα­σκευ­ή της «ε­νη­λι­κί­ω­σης», και οι συ­νέ­πει­ές της. Οι σκί­ου­ροι εί­ναι έ­να αν­τί­δο­το σε ό­λο αυ­τό – εί­ναι ό­λο ε­νέρ­γεια και ε­κλε­κτι­κοί και ζων­τα­νοί, ό­λο τρί­ζουν τα δόν­τια τους, τρε­μο­παί­ζουν τη φουν­τω­τή ου­ρά τους, εί­ναι ροζ και χνου­δω­τοί και φρε­νή­ρεις και η­λί­θιοι. Αλ­λά φυ­σι­κά οι τρύ­πες εί­ναι με­ρι­κές φο­ρές έ­ξο­δοι κιν­δύ­νου στις ι­στο­ρί­ες μου, θύ­ρες, λα­γού­μια, υ­πό­γεια τού­νελ, μυ­στι­κές δί­ο­δοι δι­α­φυ­γής.


Τον Α­πρί­λιο του 2020 ι­δρύ­θη­κε η πρώ­τη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στις Η.Π.Α στο Harry Ransom Centre (ΗRC) του Πα­νε­πι­στη­μί­ου του Τέ­ξας στο Ό­στιν. Η συλ­λο­γή α­πο­τε­λεί­ται α­πό πε­ρί­που δι­α­κό­σια πε­νήν­τα σπά­νια βι­βλί­α και πε­ρι­ο­δι­κά και εί­ναι δω­ρε­ά πέν­τε Α­με­ρι­κα­νών συγ­γρα­φέ­ων και πα­νε­πι­στη­μια­κών που συ­νέ­βαλ­λαν στην α­να­γνώ­ρι­ση και δι­ά­δο­ση του εί­δους: T. Hazuka, T. L. Masih, P. Painter, R. Scotellaro, και R. Shapard. Μό­λις ο­λο­κλη­ρω­θεί η ψη­φι­ο­ποί­η­σή της θα εί­ναι ε­λεύ­θε­ρης πρό­σβα­σης δι­ε­θνώς. Στο HRC βρί­σκον­ται τα πρω­τό­λεια των Charlotte κι Emily Brontë, τα χει­ρό­γρα­φα του Gabriel García Márquez, το ση­μει­ω­μα­τά­ριο του Jack Kerouac, το ξύ­λι­νο κου­τί του Ε.Ε.Cummings, πρω­τό­τυ­πα έρ­γα της Frida Kahlo, αλ­λά και συλ­λο­γή χει­ρο­γρά­φων και προ­σω­πι­κών αν­τι­κει­μέ­νων του Edgar Allan Poe, ό­πως το γρα­φείο του.

       Το 2008 οι Άγ­γλοι κα­θη­γη­τές στο Chester University Peter Blair και Ashley Chantler ί­δρυ­σαν το πε­ρι­ο­δι­κό Flash: The International Short- Short Story Magazine

       Στο τ.9, Νο2 (Ο­κτώ­βριος 2016) πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Μι­χά­λη Γκα­νά Δι­α­βά­ζει έ­να βι­βλί­ο[7] (She reads a book, μτφρ. Π. Νι­κο­λά­ου) και στο τ.10, Νο1 (Α­πρί­λιος 2017) η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Another night out της Ει­ρή­νης Ι­ω­άν­νου. Το 2015 ί­δρυ­σαν τις εκ­δό­σεις Flash: The international Short-Short Story Press, με πρώ­τη έκ­δο­ση τη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του David Swan με τί­τλο Stronger Faster Shorter: Flash Fictions. Σε αυ­τή εί­κο­σι πέν­τε μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ε­ξε­ρευ­νούν την πο­ρεί­α ε­νη­λι­κί­ω­σης ε­νός α­γο­ριού τη δε­κα­ε­τί­α του ’70. Στην ο­μό­τι­τλη ι­στο­ρί­α ο ε­νή­λι­κος πια ή­ρω­ας, ο ο­ποί­ος δι­α­τη­ρεί την πο­λύ υ­ψη­λή συ­ναι­σθη­μα­τι­κή του νο­η­μο­σύ­νη, α­πο­φαί­νε­ται: Τα σώ­μα­τά μας εί­χαν δι­α­με­λι­στεί σε κα­τα­στρο­φι­κά α­τυ­χή­μα­τα ι­λιγ­γι­ώ­δους τα­χύ­τη­τας, κι έ­πει­τα ε­πα­να­συ­ναρ­μο­λο­γή­θη­καν α­πό ε­πι­στή­μο­νες που χρη­σι­μο­ποι­ού­σαν βι­ο­νι­κή τε­χνο­λο­γί­α[8]. Ε­δώ ο Swan α­να­φέ­ρε­ται στις ρα­γδαί­ες αλ­λα­γές που βι­ώ­νει ο μι­κρός ή­ρω­ας και στις ε­πι­πτώ­σεις τους στην ψυ­χο­σύν­θε­σή του. Αν και χρη­σι­μο­ποι­εί την ει­κό­να με­τα­φο­ρι­κά, τε­λι­κά θο­λώ­νει το ό­ριο α­νά­με­σα στο πραγ­μα­τι­κό και το φαν­τα­στι­κό, δε­δο­μέ­νου ό­τι σή­με­ρα δε φαί­νε­ται τό­σο ε­ξω­πραγ­μα­τι­κή.

       H Seaborne Library, η βι­βλι­ο­θή­κη του πα­νε­πι­στη­μί­ου Chester, δι­α­θέ­τει την πρώ­τη ορ­γα­νω­μέ­νη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δι­ε­θνώς, η ο­ποί­α εμ­πλου­τί­ζε­ται χά­ρη στη δρά­ση των με­λών της έ­νω­σης International Flash Fiction Association (IFFA) που ί­δρυ­σαν οι Blair και Chantler και εί­ναι α­κα­δη­μα­ϊ­κού χα­ρα­κτή­ρα, με ε­στί­α­ση στην αγ­γλο­σα­ξω­νι­κή βι­βλι­ο­γρα­φία.

       Την αλ­μα­τώ­δη ε­ξέ­λι­ξη στη δι­ε­θνή έ­ρευ­να και πα­ρα­γω­γή με ε­στί­α­ση σε Ω­κε­α­νί­α και Α­σί­α μπο­ρεί να πα­ρα­κο­λου­θή­σει κα­νείς κα­τό­πιν α­να­ζή­τη­σης σε βι­βλι­ο­θή­κες πα­νε­πι­στη­μί­ων εδώ κι εδώ.


Η Α­νά­σα (Breath), το συν­το­μό­τε­ρο (1 λ.) θε­α­τρι­κό έρ­γο του Samuel Beckett, γρά­φτη­κε το 1969, εν­νιά χρό­νια με­τά το σε­νά­ριο του À bout de soufflé του Godard, σχε­δόν τέσ­σε­ρις αι­ώ­νες με­τά τη «με­λαγ­χο­λι­κή κω­μω­δί­α» του Shakespeare με τί­τλο Με το ί­­διο μέ­τρο (1604), στην ο­ποί­α ο δού­κας της Βι­έν­νης α­να­φέ­ρε­ται στο ε­φή­με­ρο της ζω­ής και στην α­νά­σα της τέ­χνης[9], κι έ­χει α­πο­τε­λέ­σει σπου­δή για πλή­θος καλ­λι­τε­χνών, ό­πως οι Alan Parson και Tim Burton. Ο Damien Hirst, το 2002, πο­λύ προ παν­δη­μί­ας Covid 19, στη δι­κή του υ­λο­ποί­η­ση της Α­νά­σας, εί­χε γε­μί­σει το χώ­ρο με νο­σο­κο­μεια­κά σκου­πί­δια, έ­ναν υ­πο­λο­γι­στή, έ­να πλη­κτρο­λό­γιο, ου­ρο­δο­χεί­α, λε­ρω­μέ­να σεν­τό­νια, μά­σκες, γάν­τια και στα τε­λευ­ταί­α δευ­τε­ρό­λε­πτα μό­λις που προ­λα­βαί­νου­με να δού­με μέ­σα σε έ­να γυ­ά­λι­νο τα­σά­κι δύ­ο γό­πες τσι­γά­ρου πλεγ­μέ­νες σε σχή­μα σβά­στι­κας. Η Α­νά­σα εί­ναι έ­να α­πό τα τα­χυ­δρά­μα­τα με θέ­μα τον έ­ρω­τα που ζή­τη­σε ο θρυ­λι­κός Βρε­τα­νός συγ­γρα­φέ­ας και κρι­τι­κός θε­ά­τρου Kenneth Tynan α­πό δι­ά­φο­ρους σύγ­χρο­νούς του συγ­γρα­φείς (J. Feiffer, J. Lennon, E. O’Brien, J. Levy, S. Shepard και L. Melfi) με σκο­πό να τα συμ­πε­ρι­λά­βει στην πα­ρά­στα­σή του με τί­τλο Oh! Calcutta, χω­ρίς να α­πο­κα­λύ­πτε­ται το ό­νο­μα της/του δη­μι­ουρ­γού του. Λέ­γε­ται ό­τι ο Beckett έ­γρα­ψε την Α­νά­σα του σε μί­α καρτ πο­στάλ και την τα­χυ­δρό­μη­σε στον Tynan. Έ­γι­νε, ό­μως, έ­ξαλ­λος ό­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ό­τι αν­τί των σκου­πι­δι­ών που έ­γρα­φε ο ί­διος ό­τι έ­πρε­πε να κα­τα­κλύ­ζουν τη σκη­νή, ο Tynan την εί­χε γε­μί­σει με γυ­μνά σώ­μα­τα και ό­τι, ε­πι­πλέ­ον, η πα­ρα­γω­γή α­πο­κά­λυ­ψε τε­λι­κά τη συμ­με­το­χή του. Πα­ρά τη φή­μη του δύ­στρο­που που πε­ρι­βάλ­λει τον Beckett, υ­πάρ­χει πάν­το­τε έ­να ί­χνος μαύ­ρου χι­ού­μορ. Και αν ζη­τή­σεις α­πό τον Beckett να σου γρά­ψει έ­να «ε­ρω­τι­κό σκε­τσά­κι», αυ­τό θα πά­ρεις, τη μα­ται­ό­τη­τα α­πό τη μή­τρα στον τά­φο σε έ­να λε­πτό[10].


Η Ε­σμε­ράλ­ντα α­νοί­γει τα μά­τια της. Το δω­μά­τιο εί­ναι ά­δει­ο. Δεν μπο­ρεί να θυ­μη­θεί πό­σο και­ρό εί­ναι μό­νη. Τη φα­γου­ρί­ζει το χέ­ρι της: φταί­ει το βλα­στά­ρι που φυ­τρώ­νει μέ­σα α­πό τον καρ­πό της. Η Ε­σμε­ράλ­ντα το πα­ρα­κο­λου­θεί να με­γα­λώ­νει και να βγά­ζει φύλ­λα. Τώ­ρα τη φα­γου­ρί­ζει και το πό­δι της, ο ώ­μος και το α­ρι­στε­ρό της μά­γου­λο. Κα­τα­πρά­σι­νοι μί­σχοι βλα­σταί­νουν α­πό μέ­σα τη­ς˙ φύλ­λα ξε­δι­πλώ­νον­ται χα­ϊ­δεύ­ον­τας το δέρ­μα της. Το πρώ­το λου­λού­δι αν­θί­ζει στο πρό­σω­πό της, τα ε­πό­με­να παν­τού στο σώ­μα της. Η Ε­σμε­ράλ­ντα χα­μο­γε­λά­ει και κλεί­νει τα μά­τια της. Ό­ταν τα ξα­να­νοί­γει δεν εί­ναι πια μό­νη. Βρί­σκε­ται γυ­ρι­σμέ­νη στο πλά­ι, ξα­πλω­μέ­νη ε­πά­νω σε φαρ­διά γό­να­τα. Αυ­τός έ­χει ε­πι­στρέ­ψει. Υ­πο­μο­νε­τι­κά, ξε­ρι­ζώ­νει α­γρι­ό­χορ­τα και βλα­στά­ρια, λου­λού­δια και φύλ­λα, ρά­βει τα δά­κρυ­α με με­τα­ξω­τό νή­μα. Γυ­ρί­ζον­τας τα μά­τια της, η Ε­σμε­ράλ­ντα μπο­ρεί να δει τη με­γά­λη βε­λό­να να μπαι­νο­βγαί­νει, να συρ­ρά­πτει τους δερ­μα­τι­κούς κρη­μνούς, να τρα­βά­ει και να σφίγ­γει. Στο πά­τω­μα, τα λου­λού­δια και τα φύλ­λα μα­ραί­νον­ται γρή­γο­ρα. Αυ­τός κό­βει το νή­μα, κά­νει έ­ναν σφι­χτό κόμ­πο, έ­πει­τα τα­κτο­ποι­εί την Ε­σμε­ράλ­ντα α­νά­με­σα στα μα­ξι­λά­ρια στη συ­νη­θι­σμέ­νη πο­λυ­θρό­να και βγαί­νει α­πό το δω­μά­τιο. Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[11] της Ι­τα­λί­δας Emanuela Valentini, με τί­τλο Η αν­θι­σμέ­νη Ε­σμε­ράλ­ντα (Esmeralda in bloom), α­πό το α­φι­έ­ρω­μα του πε­ρι­ο­δι­κού World Without Borders στην ι­τα­λι­κή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία. Η τε­λευ­ταί­α πα­ρου­σιά­ζει με­γά­λη άν­θη­ση, ι­δι­αί­τε­ρα στο εί­δος της λο­γο­τε­χνίας του φα­ντα­στι­κού, πρω­το­πό­ρος της ο­ποί­ας υ­πήρ­ξε ο δη­μι­ουρ­γός του Άρ­χον­τα των δα­χτυ­λι­δι­ών, J. R. R. Tolkien (γεν­νη­μέ­νος στην πό­λη Bloemfontein της Ν. Α­φρι­κής το 1892).


Ο μι­κρός Γκάμ­πορ μοιά­ζει σαν ό­λα τα μω­ρά, έ­νας α­φρά­τος Βού­δας τα μά­τια του ο­ποί­ου γλι­στρούν α­πό ε­δώ κι α­πό ε­κεί και αυ­τό ε­πει­δή δεν έ­χει μά­θει το κόλ­πο να ε­στιά­ζει το βλέμ­μα του. Α­δυ­να­τεί α­κό­μα και να στη­ρί­ξει όρ­θιο το ί­διο του το κε­φά­λι για να κοι­τά­ξει τρι­γύ­ρω, ε­πο­μέ­νως δεν εί­ναι να κα­τη­γο­ρεί κα­νείς τους γο­νείς του που τον βλέ­πουν ως μί­α λευ­κή σε­λί­δα ε­πά­νω στην ο­ποί­α θα γρά­ψουν, με α­γά­πη, ό,τι γνω­ρί­ζουν για τον κό­σμο.

       Αλ­λά α­πό τη στιγ­μή που ά­νοι­ξε τα μά­τια του στον λαμ­πε­ρό α­έ­ρα, α­πό τη στιγ­μή που τα δά­χτυ­λά του έ­σφι­ξαν κα­τά τύ­χη το δά­χτυ­λο της μη­τέ­ρας του, έ­να ση­μεί­ο της κου­βέρ­τας του, ή την κό­χη της κού­νιας του, ο Γκάμ­πορ σκέ­φτε­ται. Ε­δώ εί­ναι η μύ­τη του σκύ­λου, έ­πει­τα δεν εί­ναι, έ­πει­τα εί­ναι ε­δώ ξα­νά. Φω­νές πά­νε κι έρ­χον­ται. Τα πρό­σω­πα εί­ναι πα­νο­μοι­ό­τυ­πα και δι­α­φο­ρε­τι­κά. Το φως δι­α­δέ­χε­ται το σκο­τά­δι. Το υ­γρό δι­α­δέ­χε­ται το στε­γνό. Θέ­λει γά­λα. Δε θέ­λει γά­λα. Έ­νας ή­χος κλά­μα­τος έρ­χε­ται α­πό κά­που, και τον ξαφ­νιά­ζει, κι έ­πει­τα έρ­χε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο κλά­μα. Συμ­πε­ραί­νει δι­ά­φο­ρα, κα­τα­νο­εί τι ση­μαί­νει Εί­ναι. Ε­πι­νο­εί μια γλώσ­σα που πε­ρι­έ­χει ό­λη του τη γνώ­ση. Οι προ­τά­σεις του εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές, κά­θε μί­α πε­ρι­έ­χει έ­να ο­λό­κλη­ρο κε­φά­λαι­ο της φι­λο­σο­φί­ας του. Αγ­κουα­γκού εί­ναι έ­να α­πό αυ­τά. Το πα­ρα­πά­νω εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[12] του Α­με­ρι­κα­νού Bruce Holland Rogers με τί­τλο Aglaglagl που συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη δι­ε­θνή αν­θο­λο­γί­α Flash Fiction International (2015). Ό­πως μπο­ρεί να φαν­τα­στεί κα­νείς, το βρέ­φος θα μά­θει πο­λύ γρή­γο­ρα τη γλώσ­σα των γο­νι­ών του και συ­νη­θί­ζον­τας τα ξυ­ρά­φια μιας τέ­τοι­ας γλώσ­σας, ο μι­κρός Γκάμ­πορ θα ξε­χά­σει σχε­δόν ό,τι γνώ­ρι­ζε κά­πο­τε με βε­βαι­ό­τη­τα.

 

Έ­να ζευ­γά­ρι κέν­ταυ­ροι α­πο­θαυ­μά­ζει το παι­δί του που χο­ρο­πη­δά­ει α­πό δω κι α­πό κει σε μια πα­ρα­λί­α της Με­σο­γεί­ου. Ο πα­τέ­ρας γυρ­νά­ει προς τη μά­να και τη ρω­τά­ει: Πρέ­πει ά­ρα­γε να του πού­με πως δεν εί­ναι πα­ρά έ­νας μύ­θος; Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[13] του Κώ­στα Α­ξε­λού με τί­τλο Πραγ­μα­τι­κό και Φα­ντα­στι­κό, μί­α α­πό τις πολ­λές του ι­δί­ου που πε­ρι­έ­χον­ται στο Ciudad Seva, ση­μαν­τι­κό α­πο­θε­τή­ριο του εί­δους δι­ε­θνώς, του Πορ­το­ρι­κα­νού συγ­γρα­φέ­α Luis López Nieves.

 

Θε­ω­ρη­τι­κές δι­α­κλα­δώ­σεις


Η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α φαί­νε­ται να θέ­τει πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­ρω­τή­μα­τα α­πό ό­σα α­παν­τά­ει, δι­α­τη­ρών­τας ά­σβη­στη τη libido sciendi. Σε αυ­τή τη δί­ψα για γνώ­ση προ­στέ­θη­κε και η ό­ρε­ξη για τα­χύ­τη­τα, ό­πως την συ­νέ­λα­βαν οι Marx, Weber, Darwin, Freud και Nietzsche, οι ο­ποί­οι αμ­φέ­βαλ­λαν, ε­πι­χεί­ρη­σαν νο­η­τι­κά άλ­μα­τα, ό­πως ο Γα­λι­λαί­ος πριν α­πό αυ­τούς, συ­νέ­θε­σαν και συμ­πύ­κνω­σαν ι­δέ­ες, ο­ρά­μα­τα και με­θό­δους και προ­σάρ­μο­σαν το χρό­νο σε νέ­ες τα­χύ­τη­τες με­τα­λαμ­πα­δεύ­ον­τάς μας τον στο­χα­σμό τους για να συ­νε­χί­σου­με την κούρ­σα. Συ­χνά αμ­φι­σβη­τού­σε ο Κ. Κα­στο­ρι­ά­δης την έν­νοι­α του αν­τα­γω­νι­σμού για πρω­το­πο­ρί­ες και νε­ω­τε­ρι­σμούς. Ό­μως αν το κα­λο­σκε­φτού­με, ε­νώ οι ύ­αι­νες γεν­νι­ούν­ται με τα μά­τια α­νοι­χτά, ε­μείς με το που ερ­χό­μα­στε στον κό­σμο συμ­με­τέ­χου­με ό­λοι α­κού­σια σε μια δι­α­νο­η­τι­κή σκυ­τα­λο­δρο­μί­α. Γι’ αυ­τό έ­χει ση­μα­σί­α τι κρα­τάς πά­νω σου ως ε­φό­διο μέ­χρι το τέρ­μα και τι βά­ρος πε­τάς και α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­σαι.

       Κά­πως έ­τσι λει­τουρ­γεί και η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Και στον Βολ­ταί­ρο εν­το­πί­ζε­ται ε­ναλ­λα­γή σκη­νών, έ­νας γρή­γο­ρος ρυθ­μός πρω­τό­γνω­ρος για τα δε­δο­μέ­να της ε­πο­χής του, αλ­λά αυ­τή η σβελ­τά­δα υ­πη­ρε­τεί την α­πλού­στευ­ση[14]. Αν­τί­θε­τα, η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Hélene Cixous, με θέ­μα την α­πώ­λεια και τη μα­ται­ό­τη­τα και τί­τλο Quick Fiction: Death fiction, η ο­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη δη­μο­σί­ευ­ση της δι­ά­λε­ξης που έ­δω­σε το 2013 στον Κα­να­δά ο Άγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας και κρι­τι­κός Nicholas Royle με τί­τλο Quick Fiction: Some Remarks on Writing Today, εί­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή. Αν και θε­ω­ρώ τον ό­ρο «quick fiction» που προ­τεί­νει για τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α α­νε­παρ­κή να προσ­δι­ο­ρί­σει την πρω­τε­ϊ­κή φύ­ση της, ο Royle εύ­στο­χα, α­φού πρώ­τα μας θυ­μί­ζει ό­τι α­κό­μα και στα σαιξ­πη­ρι­κά κεί­με­να έ­χου­με κά­ποι­ες φο­ρές την αί­σθη­ση ό­τι κυ­νη­γά­με τη σκέ­ψη του συγ­γρα­φέ­α, στο κεί­με­νο της Ciroux εν­το­πί­ζει δύ­ο κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: πρώ­το, την τα­χύ­τη­τα με την ο­ποί­α κι­νεί­ται η α­φη­γη­μα­τι­κή πρά­ξη, με την Ciroux ει­δι­κά να κι­νεί­ται σε δι­α­φο­ρε­τι­κές τα­χύ­τη­τες ταυ­τό­χρο­να και να ε­πι­τα­χύ­νει. Δη­λα­δή, αλ­λι­ώς να τρέ­χει ο συλ­λο­γι­σμός της, αλ­λι­ώς το βλέμ­μα και η γλώσ­σα της και το ύ­φος της να ε­ναλ­λάσ­σε­ται α­νά­με­σα σε λυ­ρι­σμό –ρε­α­λι­σμό στην ε­λά­χι­στη κει­με­νι­κή έ­κτα­ση (γύ­ρω στις 250 λέ­ξεις στην αγ­γλι­κή με­τά­φρα­ση της Peggy Kamuf). Δεύ­τε­ρο, το στρο­βο­σκο­πι­κό βλέμ­μα κα­τά Deleuze, το phantasmoneiric fleux κα­τά Derrida, μια ο­πτι­κή γω­νί­α που δεν εί­ναι πια γω­νί­α, τύ­που παν­το­γνώ­στη α­φη­γη­τή του Flaubert, ή του nouveau roman, αλ­λά φά­σμα˙ ού­τε μό­νο ο­πτι­κή, που δι­α­θλά­ται πα­ράλ­λη­λα και α­πό τη συ­νεί­δη­ση, αλ­λά κά­τι πο­λυ­πλο­κό­τε­ρο, το ο­ποί­ο δύ­σκο­λα α­να­λύ­ε­ται βά­σει της α­φη­γη­μα­τι­κής δι­ά­κρι­σης των Stanzel και Genette, ποι­ος βλέ­πει, ποι­ος μι­λά­ει. Κι αν ε­λέγ­ξει κα­νείς τη γλώσ­σα της, βά­σει των τρι­ών ε­πι­πέ­δων που δι­α­κρί­νει ο Barthes στο λο­γο­τε­χνι­κό κεί­με­νο, δη­λα­δή γλώσ­σα, ύ­φος, τό­πος, θα δει ό­τι η γλώσ­σα της εί­ναι α­πλή, λα­κω­νι­κή, σα­φής, αλ­λά πυ­κνή.

       Ση­μει­ω­τέ­ον, τις η­μέ­ρες ε­κεί­νες που της ζή­τη­σε ο Royle να γρά­ψει και να του πα­ρα­δώ­σει το κεί­με­νο εί­χε πε­θά­νει ο α­γα­πη­μέ­νος της φί­λος Carlos Fuentes. Και σε αυ­τό το ση­μεί­ο α­να­τρέ­χει κα­νείς ό­χι στο δεί­χνω, δε λέ­ω, του H. James, ού­τε στην πα­ρό­τρυν­ση του Χι­λια­νού ποι­η­τή Vicente Huidobro, κά­ν’­τε το τρι­αν­τά­φυλ­λο να αν­θί­σει στο ποί­η­μα, ού­τε καν στον Chekhov, ή στον Wittgenstein, αλ­λά κα­τευ­θεί­αν στον Kafka: Α­πό τη στιγ­μή που η γλώσ­σα εί­ναι ά­νυ­δρη κά­ν’­τη να δο­νη­θεί με μια πυ­κνό­τη­τα[15]. Για την ε­πί­τευ­ξη αυ­τής της πύ­κνω­σης τον δι­ευ­κό­λυ­νε και η σύν­τα­ξη της γερ­μα­νι­κής πρό­τα­σης, με το ρή­μα στο τέ­λος, ό­πως υ­πο­νο­εί και η Lydia Davis στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Improving my German[16]. Πα­ρό­λα αυ­τά, ό­μως, δι­α­πι­στώ­νε­ται ό­τι με την πύ­κνω­ση ε­πι­τυγ­χά­νε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό μί­α κί­νη­ση, ό­χι σα να πη­γαί­νει κα­νείς α­πό ση­μεί­ο σε ση­μεί­ο γραμ­μι­κά, ό­πως στις προ­φο­ρι­κές, σύν­το­μες δι­η­γή­σεις, ού­τε α­πό κο­ρυ­φή σε κο­ρυ­φή, ό­πως αρ­γό­τε­ρα στους μύ­θους, τις πα­ρα­βο­λές ή τις βι­νι­έ­τες, ού­τε σα να τρέ­χει στα τυ­φλά με κα­τεύ­θυν­ση προς τη σι­ω­πή α­κο­λου­θών­τας τους Foucault και Beckett, o πρώ­τος να ε­πι­μέ­νει να μά­θει ποι­ος μι­λά­ει στο κεί­με­νο, ο δεύ­τε­ρος να σφυ­ρί­ζει, μα τι ση­μα­σί­α έ­χει[17]. Ού­τε καν ό­πως στις αρ­χές του φαι­νο­μέ­νου της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, εν μέ­σω α­πο­δο­μι­σμού – με­τα­μον­τερ­νι­σμού, να λο­ξο­δρο­μεί και να χά­νε­ται πε­ρι­χα­ρής, αλ­λά σα να δι­α­κτι­νί­ζε­ται στο σύμ­παν και στο κέν­τρο της γης ταυ­τό­χρο­να και να ε­πι­στρέ­φει α­στρα­πια­ία στο αρ­χι­κό ση­μεί­ο. Α­κέ­ραι­ος.

       Ε­πο­μέ­νως, το ζή­τη­μα της τα­χύ­τη­τας στο εί­δος που α­πα­σχο­λεί τη δι­ε­θνή κρι­τι­κή, α­φο­ρά πρω­τί­στως τη συγ­γρα­φι­κή δι­α­δι­κα­σί­α της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας σή­με­ρα, το πώς κι­νεί­ται η σκέ­ψη της/του συγ­γρα­φέ­α και ε­πα­κό­λου­θα πώς ε­νερ­γο­ποι­εί και τη σκέ­ψη κα­τά την α­νά­γνω­ση, ό­χι τον χρό­νο της α­νά­γνω­σης, δι­ό­τι σε αυ­τόν κα­τα­γρά­φε­ται το πα­ρά­δο­ξο να προ­κα­λεί­ται στά­σις. Με­τά την προ­φα­νώς σύν­το­μη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Μπάρ­νες, του Βο­λι­βια­νού Edmundo Paz Soldán, την Kisula ή την Οι­κια­κή Φάρ­σα που εί­δα­με πα­ρα­πά­νω, τα ο­ποί­α συ­νι­στούν έ­να υ­πο­δειγ­μα­τι­κό κεί­με­νο-κό­σμο το κα­θέ­να, δη­λα­δή έ­να α­πό­σταγ­μα α­φη­γη­μα­τι­κής μυ­θο­πλα­σί­ας[18] -α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α-, και εί­ναι σχε­δόν α­δύ­να­το να γρα­φτούν γρή­γο­ρα, με μια α­νά­σα, δύ­σκο­λα συ­νε­χί­ζει κα­νείς την α­νά­γνω­ση άλ­λου κει­μέ­νου μό­λις τα δι­α­βά­σει. Στα πε­ρισ­σό­τε­ρα υ­πο­δειγ­μα­τι­κά κεί­με­να μέ­σα σε λί­γες γραμ­μές βλέ­πει κα­νείς να καλ­πά­ζουν φι­λο­σο­φι­κά corpus, ι­δε­ο­λο­γί­ες, κι­νή­μα­τα, η­θι­κοί κώ­δι­κες, κοι­νω­νι­κές πρα­κτι­κές, πο­λι­τι­σμι­κοί δεί­κτες, μια α­έ­να­η α­να­ζή­τη­ση ερ­μη­νεί­ας των πραγ­μά­των: η υ­πό­γεια δι­α­νο­η­τι­κή αρ­τη­ρί­α που μας ε­νώ­νει ό­λους.

       Αυ­τό το πυ­κνό α­πο­τέ­λε­σμα της α­φη­γη­μα­τι­κής πρά­ξης για τη δη­μι­ουρ­γί­α μιας α­πο­λαυ­στι­κής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μοιά­ζει α­κό­μα δυ­σκο­λό­τε­ρο να ε­πι­τευ­χθεί α­πό μια γεν­νή­τρια πλο­κής, έ­να υ­πο­λο­γι­στι­κό πρό­γραμ­μα που χρη­σι­μο­ποι­εί­ται για την πα­ρα­γω­γή δι­η­γη­μά­των, ή μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ό­πως το φαν­τά­στη­κε ο Άγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας Roald Dahl στο δι­ή­γη­μά του The Great Automatic Grammatizator (1953). Ποι­ος αλ­γό­ριθ­μος θα μπο­ρού­σε να α­πο­φα­σί­σει τι θα κρα­τή­σει και τι θα πα­ρα­λεί­ψει, να πα­ρά­ξει αυ­τό­μα­τα κεί­με­νο με τό­ση πύ­κνω­ση, χι­ού­μορ, ει­ρω­νεί­α, ή φαν­τα­σί­α – τον ε­πι­τα­χυν­τή της σκέ­ψης και του συ­ναι­σθή­μα­τος;


Στο ό­ρα­μα και τη φαν­τα­σί­α βα­σί­στη­καν ε­κα­τό μα­νι­φέ­στα καλ­λιτε­χνι­κών κι­νη­μά­των στη δι­άρ­κεια μό­νο του 20ου αι. Στο α­φι­έ­ρω­μα της Rachel Cordasco που α­να­φέ­ρε­ται πα­ρα­πά­νω, δι­α­πι­στώ­νε­ται άν­θη­ση γε­νι­κά της ι­τα­λι­κής λο­γο­τε­χνί­ας του φαν­τα­στι­κού, ό­σο οι συγ­γρα­φείς συ­νε­χί­ζουν να χρη­σι­μο­ποι­ούν τις λέ­ξεις για να ε­ξε­ρευ­νή­σουν πα­ρά­ξε­νους, νέ­ους κό­σμους[19], και ει­δι­κά της ι­τα­λι­κής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, που προ­τεί­νει νέ­α μον­τέ­λα α­φή­γη­σης[20] με πολ­λούς συ­νε­χι­στές του Kafka[21], και ρο­πή προς το υ­πο­εί­δος του φαν­τα­στι­κού: what if (τι θα γι­νό­ταν ε­άν). Κα­τα­λυ­τι­κός ή­ταν ο ρό­λος του Primo Levi, ο ο­ποί­ος με­τά την κυ­κλο­φο­ρί­α της συλ­λο­γής δι­η­γη­μά­των του Storie naturali το 1967 έ­γρα­φε, Εί­μαι έ­να αμ­φί­βιο, έ­νας κέν­ταυ­ρος: μι­σός χη­μι­κός και μι­σός συγ­γρα­φέ­ας[22], για να α­παν­τή­σει στο ε­ρώ­τη­μα Τι εί­ναι η ζωή, και του Italo Calvino, ο ο­ποί­ος σκι­α­γρά­φη­σε το 1995 μια αι­σθη­τι­κή θε­ω­ρί­α της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[23]. Κομ­βι­κή, ε­πο­μέ­νως, ή­ταν η δε­κα­ε­τί­α του ’60 και στην Ι­τα­λί­α, με την έ­κρη­ξη του πει­ρα­μα­τι­σμού και του γε­νε­α­λο­γι­κού υ­βρι­δι­σμού υ­πό την ε­πί­δρα­ση των νέ­ων τε­χνο­λο­γι­ών και της ε­κτε­τα­μέ­νης α­νά­μει­ξης της φι­λο­σο­φί­ας με τη λο­γο­τε­χνί­α. Την α­σί­γα­στη α­νάγ­κη για την κα­τα­νό­η­ση της θέ­σης του αν­θρώ­που στο σύμ­παν υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται το ι­τα­λι­κό κί­νη­μα Connettivismo (Νexilism στην αγ­γλο­σα­ξω­νι­κή θε­ω­ρί­α), το ο­ποί­ο σύμ­φω­να με το μα­νι­φέ­στο του (2004), προ­σεγ­γί­ζει ο­λι­στι­κά το θέ­μα, με σύν­θε­ση ι­δε­ών, ό­πως α­πό τη συμ­βί­ω­ση της L. Margulis, ή α­πό τις θε­ω­ρί­ες των Latour (δί­κτυ­ο-δρά­στης) και DeLanda (θε­ω­ρί­α συ­ναρ­μο­λό­γη­σης). Το κί­νη­μα αυ­τό βα­σί­ζε­ται στο μα­νι­φέ­στο του Ι­τα­λι­κού Φου­του­ρι­σμού (1910) κι έ­χει συμ­βάλ­λει στη δι­ε­θνή προ­βο­λή της ι­τα­λι­κής fantascienza και micro fantascienza ση­μα­το­δο­τών­τας την ε­πι­κρά­τη­ση του υ­παρ­ξι­σμού (και του εξ­πρεσ­σι­ο­νι­σμού κα­τά πε­ρί­πτω­ση) ε­πί του ι­δε­α­λι­σμού. Ό­πως εί­δα­με πα­ρα­πά­νω, η Ε­σμε­ράλ­ντα α­να­πνέ­ει α­πό τα φύλ­λα, μας κα­λεί προ των ευ­θυ­νών μας για την πε­ρι­βαλ­λον­τι­κή κα­τα­στρο­φή και α­πευ­θύ­νε­ται σε έ­ναν κό­σμο που θε­ω­ρεί ως λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη την α­νι­σό­τη­τα, την ε­πι­τή­ρη­ση, την τρο­μο­κρα­τί­α ή την πο­ρεί­α μας προς έ­ναν γε­νε­τι­κά με­ταλ­λαγ­μέ­νο homo sapiens σε αν­θρω­πό­μορ­φο ρομ­πότ.

       Ο ό­ρος fantascienza πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στην Ι­τα­λί­α τον Ο­κτώ­βριο του 1952, ό­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε το πε­ρι­ο­δι­κό Urania και σε αν­τί­θε­ση με τον ό­ρο science fiction δί­νει προ­βά­δι­σμα στη φαν­τα­σί­α και ό­χι στην ε­πι­στή­μη. Το εν­δι­α­φέ­ρον εί­ναι ό­τι ε­νώ θα πε­ρί­με­νε κα­νείς στην κλί­μα­κα της micro fantascienza η φαν­τα­σί­α να πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται λό­γω μι­κρής κει­με­νι­κής έ­κτα­σης, αν­τί­θε­τα α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται και γι­γαν­τώ­νε­ται.

       Ο πί­να­κας του Umberto Boccioni, με τί­τλο Elasticity (1912), α­πει­κο­νί­ζει μια φαν­τα­σμα­γο­ρι­κή έ­κρη­ξη χρω­μά­των και σχη­μά­των. Σύμ­φω­να με τον Γερ­μα­νό θε­ω­ρη­τι­κό Thorsten Botz-Bornstein, ό­μως, συ­σχε­τί­ζε­ται με τις τρο­μο­κρα­τι­κές ε­νέρ­γει­ες του ISIS, κα­θώς για τους εξ­τρε­μι­στές ισ­λα­μι­στές οι ε­κρή­ξεις που προ­κα­λούν εί­ναι τό­σο ό­μορ­φες ό­σο το έρ­γο του Boccioni. Ο τε­λευ­ταί­ος, δι­α­κρί­θη­κε για τη δυ­να­μι­κό­τη­τα που εκ­πέμ­πουν τα έρ­γα του και ή­ταν έ­νας α­πό τους ση­μαν­τι­κό­τε­ρους θε­ω­ρη­τι­κούς του Ι­τα­λι­κού Φου­του­ρι­σμού. Στο μα­νι­φέ­στο τους οι λέ­ξεις βί­α, ι­σχύς, τα­χύ­τη­τα, ως σύμ­βο­λα της μον­τέρ­νας τε­χνο­λο­γί­ας, α­πο­τέ­λε­σαν το τρί­πτυ­χό τους. Το 1916 ο Boccioni, α­φού κα­τα­τά­χθη­κε στον στρα­τό, σκο­τώ­θη­κε κα­τά την εκ­παί­δευ­σή του στα τρι­αν­τα­τέσ­σε­ρά του χρό­νια α­πό πτώ­ση α­πό ά­λο­γο εν κι­νή­σει. Στην ι­στο­ρί­α του Boccioni, στην πο­λι­τι­κή αι­σθη­τι­κή των με­λών του ISIS, σε ό, τι μας κυ­νη­γά­ει και μας δι­χά­ζει, ί­σως δί­νει μί­α ε­ξή­γη­ση η συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του David Swan: Stronger Faster Shorter, ή α­νά­βει έ­να φως η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Rogers, το Aglaglagl, το ο­ποί­ο σε δι­κή μου ε­λεύ­θε­ρη με­τά­φρα­ση ση­μαί­νει, αν α­να­θε­ω­ρή­σου­με;

 

προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

 

Η ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή του Γι­ώρ­γου Πρε­βε­δου­ρά­κη, μι­κρά ο­νό­μα­τα, Πα­νο­πτι­κόν, 2020.

 

Η νου­βέ­λα του Χρή­στου Χρη­στί­δη, Γυ­μνός, Εκ­δό­σεις Εν­τευ­κτη­ρί­ου, 2020, απ’ ό­που η φρά­ση: το σά­βα­νο α­πό το σπάρ­γα­νο α­πέ­χει μια α­νά­σα.


Η συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των της Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νής Keletso Mopai If you keep digging, Black Bird, 2019.


Το σύν­το­μο δι­ή­γη­μα Salvatore του Somerset Maugham, το ο­ποί­ο δη­μο­σι­εύ­θη­κε το 1936 στο Cosmopolitan, α­π’ ό­που η φρά­ση: I wonder if I can do it.


Ο Γιά­ννης Γο­ρα­νί­της δια­βά­ζει έ­να α­πό­σπα­σμα α­πό Τα κο­σμο­κω­μι­κά (μτφρ. Α. Χρυ­σο­στο­μί­δης) του Italo Calvino στο α­φι­έ­ρω­μα α­να­γνώ­σε­ων κα­τά τη διά­ρκεια της κα­θο­λι­κής κα­ραν­τί­νας στην Ελ­λά­δα που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Α­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης για το πε­ρι­ο­δι­κό Χάρ­της.


Δύ­ο γεν­νή­τρι­ες πλο­κής για ό­λα τα λο­γο­τε­χνι­κά εί­δη, μί­α πα­λιό­τε­ρη και μια πιο πρό­σφα­τη (πη­γή: Jane Freedman).


To ι­στο­λό­γιο του Ι­τα­λού πε­ρι­βαλ­λον­τι­κού φω­το­γρά­φου Luca Locatelli.


To τρα­γού­δι του Paolo Conte, Via con me (Live at Montreux Jazz Festival, 2011).


Μί­α ει­κο­νι­κή ε­πί­σκε­ψη στο Museum of Broken Relationships, στο Ζάγ­κρεμπ (ά­γνω­στο ε­άν εκ­θέ­τει ο­δον­τό­βουρ­τσες).


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


[1]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[2]. H Κου­βα­νέ­ζα Dolores M. Koch (1928-2009) ή­ταν η θε­ω­ρη­τι­κός που έ­θε­σε το 1981 το ε­ρευ­νη­τι­κό ε­ρώ­τη­μα για τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, με την ι­στο­ρι­κή α­να­κοί­νω­σή της στο XX Congreso del Instituto Internacional de Literatura Iberoamericana, το ο­ποί­ο δι­ε­ξή­χθη στο Τέ­ξας.
[3]. Ό­ρος που εμ­φα­νί­στη­κε στα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του­’­60, στο πλαί­σιο της αν­τι-α­παρ­τχά­ιντ κι­νη­το­ποί­η­σης και φι­λο­σο­φί­ας, δι­α­τη­ρή­θη­κε στη με­τά-α­παρ­τχά­ιντ ε­πο­χή κι ε­ξα­κο­λου­θεί να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται μέ­χρι σή­με­ρα, συ­νή­θως με τα αρ­χι­κά BC. Α­να­φέ­ρε­ται στην ε­πα­να­εν­νοι­ο­λό­γη­ση της συ­νεί­δη­σης της φυ­λε­τι­κής ταυ­τό­τη­τας των γη­γε­νών Νο­τιο-α­φρι­κα­νών και της ε­νί­σχυ­σής της με την πραγ­μα­τι­κή α­νά­κτη­ση των αν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των τους.
[4]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[5]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[6]. Blair Peter, Hyper-compressions: The ri­se of flash fi­ction in “post-transi­tio­nal” South A­frica, The Jour­nal of Common­wealth Li­te­ratu­re, 2020, Vol.55 (I), p.p. 38-60, ©The Author (s) 2018.
[7]. Γκα­νάς Μι­χά­λης, Γυ­ναι­κών, μι­κρές και πο­λύ μι­κρές ι­στο­ρί­ες, Με­λά­νι, Α­θή­να, 2010.
[8]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[9]. Motte Warren, Small Worlds, M­ini­malism in Contem­pora­ry French Li­te­rature, University of Nebraska Press, 1999.
[10]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου, α­πό το άρ­θρο του Ted Mills στο ο­ποί­ο πα­ρα­πέμ­πω πα­ρα­πά­νω για την Α­νά­σα.
[11]. Με­τά­φρα­ση α­πό τα ι­τα­λι­κά στα αγ­γλι­κά: Sarah Jane Webb. Με­τά­φρα­ση α­πό τα αγ­γλι­κά δι­κή μου.
[12]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[13]. Α­ξε­λός Κώ­στας, Φι­λο-σο­φι­κά Αν-έκ­δο­τα, μτφρ. Θω­μάς Σκά­σης (πε­ρι­ο­δι­κό Ἡ λέ­ξη τ. 34, Μά­ι­ος 1984).
[14]. Auerbach Erich, Μί­μη­σις, μτφρ. Λ. Α­να­γνώ­στου, ΜΙΕΤ, Α­θή­να, 2005.
[15]. Deleuze Gills & Guattari Félix, Kafka –Toward a minor Literature, translated by D. Polan, University of Minnesota, 1986.
[16]. Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: Improving my German. All my life I have been try­ing to im­prove my Ger­man. At last my German is better—but now I am old and ill and don’t have long to li­ve. Soon I will be dead, with bet­ter Ger­man. The Paris Review, issue 234, Fall 2020.
[17]. Τζι­ό­βας Δη­μή­τρης, Με­τά την αι­σθη­τι­κή, Θε­ω­ρη­τι­κέ δο­κι­μές και ερ­μη­νευ­τι­κές α­να­γνώ­σεις της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας, Ο­δυσ­σέ­ας, 2003.
[18]. Η Slommith Rimmon – Kennan, σύμ­φω­νη με τη δο­μι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή θε­ω­ρί­α του Gérard Genette, ο­ρί­ζει την α­φη­γη­μα­τι­κή μυ­θο­πλα­σί­α ως α­φή­γη­ση μιας σει­ράς φαν­τα­στι­κών γε­γο­νό­των —κά­τι συμ­βαί­νει που μπο­ρεί να ει­πω­θεί με έ­να ρή­μα ή με το ό­νο­μα μιας πρά­ξης και ό­ταν συμ­βαί­νει κά­τι αλ­λά­ζει α­πό μί­α κα­τά­στα­ση σε μί­α άλ­λη— που τη δι­α­φο­ρο­ποι­εί α­πό άλ­λα λο­γο­τε­χνι­κά εί­δη, ό­πως τη λυ­ρι­κή ποί­η­ση ή τον πε­ρι­γρα­φι­κό πε­ζό λό­γο. Στο Rimmon-Kenan Shlomith, Narrative Fiction, Contemporary Poetics, 2nd edit., Routledge, New York, 2002.
[19]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[20]. Contadini Luigi, Le sug­gestio­ni del mi­cror­rela­to, στο Le For­me Del Nar­ra­re: Nel Tem­po e Tra i Gene­ri, vol. 2 Uni­ver­sitá degli Studi di Trento, 2016.
[21]. Ziolkowski, Saskia E­lizabeth, Kafka’s I­ta­li­an Pro­ge­ny, Uni­ver­sity of To­ro­nto Press, To­ro­nto 2020
[22]. Cassata Francesco, Fan­ta­scien­za? Scie­nce Fi­ction?, Eina­udi, σει­ρά Le­zio­ni Pri­mo Le­vi, To­rino, 2016 κι εδώ.
[23]. Στο Fra­ti­cel­li Bar­ba­ra, Ita­lia: Po­éti­cas de lo mí­ni­mo en el pa­nora­ma con­tempo­rá­neo, α­πό τον συλ­λο­γι­κό τό­μο Ana Ru­eda (ed.), Mini­fic­ción y nano­filo­lo­gía: la­titu­des de la hiper­bre­ve­dad, Ibe­roa­meri­cana, Ma­drid, 2017.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#13: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς (01-06-2020)

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ρωγ­μὴ στὸ σύ­στη­μα ἀ­σφα­λεί­ας



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ρωγ­μὴ στὸ σύ­στη­μα ἀ­σφα­λεί­ας

(Пробив в системата за сигурност)


ΑΝΤΑ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν, ἂν ἔ­χουν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ζω­ὴ οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῶν ἀ­ε­ρο­δρο­μί­ων, αὐ­τὲς οἱ πάν­το­τε σφιγ­μέ­νες, μὲ τὰ μαλ­λιὰ πι­α­σμέ­να πί­σω, μι­λι­τα­ρι­στι­κὰ εὐ­γε­νι­κές, ὄ­μορ­φες καὶ αὐ­στη­ρές, ἀ­πο­πνέ­ου­σες σι­γου­ριά, γυ­ναῖ­κες. Ἂν ὑ­πάρ­χει ἀ­μυ­χή, ση­μα­δά­κι, ρυ­τί­δα ἀ­π’ ὅ­που μπο­ρεῖ νὰ φα­νεῖ τί κρύ­βουν μέ­σα. Ἂν ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση, γιὰ κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές, ἐ­νῶ τοῦ δί­νει τὸ εἰ­σι­τή­ριο καὶ ρω­τά­ει αὐ­τό­μα­τα «δι­ά­δρο­μο ἢ πα­ρά­θυ­ρο», ξαφ­νι­κὰ νὰ στα­μα­τή­σει, νὰ κοι­τά­ξει κά­πως βα­θύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο καὶ ἁ­πλῶς νὰ πεῖ – οὔφ, ξε­θε­ώ­θη­κα… Εἶ­ναι σί­γου­ρος, ὅ­τι αὐ­το­μά­τως κά­τι τέ­τοι­ο θὰ ἐ­νερ­γο­ποι­οῦ­σε τὸν συ­να­γερ­μὸ τοῦ συ­στή­μα­τος ἀ­σφα­λεί­ας· τῆς ἴ­διας τῆς ζω­ῆς.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 30.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Αὐγὴ Λίλλη: Ἀνάποδα



Αὐγὴ Λίλλη


Ἀ­νά­πο­δα


ΑΠΛΩΣΕ ἀ­νά­πο­δα. Μὲ τὶς πα­τοῦ­σες νὰ κοι­τά­ζουν τὸ κε­φα­λά­ρι. Αὐ­τὸ κά­νει, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει ὕ­πνο. Μπᾶς καὶ ἀλ­λά­ξει λί­γο ἡ ἐ­νέρ­γεια, ἡ ρο­ὴ τῶν πραγ­μά­των. Ἂν δὲν κά­νει κρύ­ο, ἀ­νοί­γει καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ φω­τι­σμὸς τοῦ δρό­μου εἶ­ναι μο­νί­μως ἐ­κτὸς λει­τουρ­γί­ας καί, ὅ­ταν εἶ­ναι κα­θα­ρὸς ὁ οὐ­ρα­νός, τὰ ἀ­στέ­ρια δι­α­κρί­νον­ται λαμ­πε­ρά. Ση­κώ­νε­ται. Τρα­βᾶ τὴν κουρ­τί­να. Κοι­τά­ζει ἔ­ξω: Σε­πτέμ­βριος, ξα­στε­ριά. Τὰ μά­τια δὲν λέ­νε νὰ κλεί­σουν. Θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­δι­κὸ βι­βλί­ο ποὺ τοὺς εἶ­χε πά­ρει ἡ μα­μὰ μὲ τὸν Κα­λὸ Μά­γο ποὺ δί­δα­σκε ἀ­στρο­νο­μί­α. Δὲν ἔ­χει συγ­κρα­τή­σει καὶ πολ­λά, ἀλ­λὰ δι­α­κρί­νει ἀ­κό­μα τὶς Ἄρ­κτους, τὸν Ὠ­ρί­ω­να, τὸν Δρά­κον­τα, μπο­ρεῖ νὰ ἐν­το­πί­σει τὸν Δί­α καὶ τὸν Κρό­νο… Βλέ­πει τὴν οὐ­ρὰ τῆς Με­γά­λης Ἄρ­κτου καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζει: ἡ Μι­κρὴ θὰ εἶ­ναι κά­που ἐ­κεῖ στὴ γω­νί­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, σκέ­φτε­ται, θυ­μᾶ­ται. Κά­που ἐ­κεῖ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι, ἐ­πέ­με­νε καὶ γκρί­νια­ζε, δὲν τὴν βρί­σκει, δὲν τὴν βρί­σκει! Θὰ στὴν δεί­ξω ἐ­γώ, πε­ρί­με­νε, λέ­ει ἐ­κεῖ­νος. Κοι­τά­ει, ξα­να­κοι­τά­ει, ὑ­πο­λο­γί­ζει βά­σει τοῦ με­γά­λου τη­γα­νιοῦ, ἀλ­λὰ τί­πο­τα. Ξάφ­νου, νά, τῆς λέ­ει, νά, ἐ­κεῖ, καὶ τῆς δεί­χνει ἕ­να γα­λα­κτε­ρὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ λε­κὲ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­κεί­νη σκά­ει στὰ γέ­λια. Ἐ­κεῖ­νος δυ­σα­να­σχε­τεῖ. Μὰ ἡ Μι­κρὴ Ἄρ­κτος δὲν εἶ­ναι τό­σο μι­κρή, λέ­ει, εἶ­ναι καὶ αὐ­τὴ σὰν τη­γά­νι, ἀλ­λὰ μὲ ἕ­να πιὸ κυρ­τὸ χε­ρού­λι, καὶ ἁ­πλῶς κά­πως πιὸ μι­κρή! Ὄ­χι, αὐ­τὴ εἶ­ναι! Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι, καὶ τοῦ ἐ­ξη­γεῖ ξα­νά. Τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζεις βά­σει τῆς Με­γά­λης Ἄρ­κτου, ἐ­πὶ πέν­τε, ἐ­πὶ ἑ­φτά, δὲν θυ­μᾶ­ται τώ­ρα… Ἀλ­λὰ πῶς νὰ τὸν πεί­σει ποὺ ἔ­χει στρα­βω­θεῖ καὶ τὴ Μι­κρὴ Ἄρ­κτο δὲν βρί­σκει! Αὐ­τὴ εἶ­ναι σοῦ λέ­ω, για­τί ἐ­πι­μέ­νεις; Αὐ­τὸς ὁ λε­κές; Δεῖ­ξε μου τό­τε τὰ ἑ­πτὰ της ἀ­στέ­ρια! Ἐ­κεῖ­νος προ­σπα­θεῖ μὲ σι­γου­ριά, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη γε­λά­ει. Μά, αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα δὲν εἶ­ναι ἀ­στε­ρι­σμός, σὰν θραῦ­σμα ἀ­πὸ γα­λα­ξί­α εἶ­ναι, ἕ­νας λε­κές, ἕ­νας λε­κὲς στὸν οὐ­ρα­νό, τοῦ λέ­ει, ἐ­κεῖ­νος ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται καὶ ἐ­κεί­νην τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.



		

	

Σωτήρης Παστάκας: Ἀνιχνευτής Νικόλ


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Ἀνιχνευτής Νικόλ


ΙΧΕ ΚΛΕΙΣΕΙ ΡΑΝΤΕΒΟΥ γιὰ νὰ δῶ τὴν κό­ρη του, Νι­κόλ, στὴ Γ’ Λυ­κεί­ου, ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ ἦρ­θε μό­νος του. Βι­α­στι­κός, ἀ­μή­χα­νος, φαι­νό­ταν πὼς ἦ­ταν σκα­στὸς ἀ­πὸ τὴ δη­μό­σια ὑ­πη­ρε­σί­α στὴν ὁ­ποί­α δού­λευ­ε. Μοῦ ζή­τη­σε ἕ­να πο­τή­ρι κρύ­ο νε­ρὸ καὶ λί­γο με­τὰ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν του­α­λέ­τα μου. Ἤ­θε­λε μιὰ ἀ­πάν­τη­ση ἢ μᾶλ­λον ἕ­ναν ἐν­θαρ­ρυν­τι­κὸ λό­γο γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς κό­ρης του. Ἡ ὁ­ποί­α μό­λις γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὴν 5η Πα­νελ­λή­νια Ναυ­το­προ­σκο­πι­κὴ Regatta στὰ Κα­λὰ Νε­ρά, στὸ Πή­λιο, ἔ­σπευ­σε νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει πὼς ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μὲ μιὰ ἀ­νι­χνευ­τή. Τὴν εἶ­χε ἀ­πο­μο­νώ­σει τὸ βρά­δυ στὴ σκη­νὴ καὶ τὸ εἰ­δύλ­λιο ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἀ­νά­με­σα σὲ μα­θή­μα­τα κω­πη­λα­σί­ας μὲ τὴ μυ­θι­κὴ Ἀρ­γὼ καὶ τὴν ἐκ­δρο­μὴ μὲ τὸν Μου­τζού­ρη ὣς τὶς Μη­λι­ές. Κοι­τά­ζον­ταν στὰ μά­τια ὅ­ταν περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὴν Ἄ­νω Γα­τζέ­α, τὴν Ἁγία Τριά­δα, τὸν Ἅ­γιο Ἀ­θα­νά­σιο Πι­να­κά­των καὶ τὰ Ἀρ­γυ­ρέ­ϊ­κα. Στὴ γέ­φυ­ρα τοῦ Ἐ­βα­ρί­στο ντὲ Κί­ρι­κο, πά­νω ἀ­πὸ τὸν χεί­μαρ­ρο Τα­ξιά­ρχη, ἔ­δω­σαν αἰ­ώ­νιο ὅρ­κο ἀ­γά­πης. Στὶς Μη­λι­ές, ἡ Νι­κὸλ ἀ­γό­ρα­σε στὴν κα­λή της ἕ­να δα­κτυ­λι­δά­κι ἀ­πὸ χρω­μα­τι­σμέ­νο μέ­ταλ­λο καὶ μιὰ ψεύ­τι­κη κί­τρι­νη χάν­τρα.

        Δὲν ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἔ­λε­γε στὸν πα­τέ­ρα της τὶς ἐ­ρω­τι­κές της κα­τα­κτή­σεις. Τοῦ τὰ ἔ­λε­γε ὅ­λα ἀ­π’ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ «φα­σώ­θη­κε» στὰ δώ­δε­κα μὲ μιὰ συμ­μα­θή­τριά της. Εἶπε πὼς ἐ­πέ­με­νε νὰ παίρ­νει μα­ζί της μιὰ ἄλ­λη φι­λε­να­δί­τσα, σὲ ὅ­λες τὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς ἐ­ξορ­μή­σεις. Πὼς πέ­ρυ­σι τὸν ἀ­νάγ­κα­ζε νὰ τὴν πη­γαί­νει μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το σὲ γει­το­νι­κὴ πό­λη νὰ συ­ναν­τή­σει ἕ­να κο­ρί­τσι, με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴ Νι­κόλ, ποὺ τὸ εἶ­χε γνω­ρί­σει μέ­σω Φέισμπουκ. Ἡ ἀρ­χι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ πα­τέ­ρα ἦ­ταν ἂν «εἶ­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ μιὰ κό­ρη νὰ πε­ρι­γρά­φει τὴ σε­ξου­α­λι­κή της ζω­ὴ στὸν πα­τέ­ρα της». Τοῦ ἀ­πάν­τη­σα μὲ μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση: «Θὰ προ­τι­μού­σα­τε μᾶλ­λον νὰ μὴ γνω­ρί­ζε­τε τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ζω­ὴ τῆς κό­ρης σας, γιὰ νὰ εἶ­στε ἥ­συ­χος;»

        Τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ἄρ­χι­σαν νὰ πέ­φτουν βρο­χή: εἶ­ναι λε­σβί­α ἢ δὲν εἶ­ναι; Μή­πως εἶ­ναι μπα­ϊ­σέ­ξου­αλ; Μὴν τυ­χὸν καὶ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται ἁ­πλῶς ἡ Νι­κόλ, ὅ­πως κά­νουν ὅ­λα τὰ κο­ρί­τσια τῆς ἡ­λι­κί­ας της; Ἕ­να κο­ρί­τσι στὰ δε­κα­ε­φτά του δὲν εἶ­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ νὰ «κά­νει ἐμ­πει­ρί­ες»;

        Ἔ­βα­λα ἀ­νά­χω­μα τὴν ἰ­α­τρι­κὴ κα­τά­τα­ξη τῶν νό­σων: ἀ­πὸ τὰ μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80 ἡ ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α ἔ­πα­ψε πιὰ νὰ εἶ­ναι ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς Ψυ­χι­α­τρι­κῆς. Οἱ ψυ­χί­α­τροι ποὺ δα­πα­νοῦ­σαν χρό­νο γιὰ νὰ ἐ­πα­να­φέ­ρουν στὴν τά­ξη ἄ­το­μα μὲ ἀ­πο­κλί­νου­σες σε­ξου­α­λι­κὲς συμ­πε­ρι­φο­ρὲς ξο­δεύ­ουν πλέ­ον τὸν χρό­νο τους πη­γαί­νον­τας γιὰ κυ­νή­γι ἢ σκαρ­φα­λώ­νουν στὸν Ὄ­λυμ­πο. Φυ­σι­κά, θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τοῦ πῶ σί­γου­ρα μιὰ ἐ­κτί­μη­ση ἂν τὴν ἔ­βλε­πα, δι­ε­ρευ­νη­τι­κὰ μὲ τὴ σύμ­φω­νη γνώ­μη της, στὸ ἰ­α­τρεῖ­ο μου. Θὰ ἐ­κτι­μοῦ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν βαθ­μὸ λει­τουρ­γι­κό­τη­τάς της, τὴν ἀ­πό­δο­ση δη­λα­δὴ στὰ μα­θή­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου. «Ὅ­λοι οἱ κα­θη­γη­τὲς μᾶς δί­νουν συγ­χα­ρη­τή­ρια, για­τρέ. Ἡ Νι­κὸλ εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πι­με­λὴς καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἔ­ξυ­πνη», μοῦ ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας της, ὁ­πό­τε ἔ­κρι­να πὼς ἡ Νι­κὸλ ζοῦ­σε μιὰ χα­ρὰ τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α της καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ πα­ρέμ­βω. Μό­νον ἂν ὑ­πῆρ­χε ἔκ­πτω­ση τῆς λει­τουρ­γι­κό­τη­τας στὶς κα­θη­με­ρι­νές της ἀ­σχο­λί­ες, θὰ εἶ­χε νό­η­μα νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ μα­ζί της καὶ νὰ τῆς ἁ­πα­λύ­νω τὸ ἄγ­χος, ὅ­πως πρέ­πει νὰ κά­νω μὲ ὅ­λους τους νευ­ρω­σι­κοὺς ἀ­σθε­νεῖς. Καὶ τοῦ τὸ εἶ­πα.

        Ἔ­φυ­γε πε­πει­σμέ­νος πὼς γιὰ τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α τῆς κό­ρης του φταῖ­νε οἱ τη­λε­ο­πτι­κὲς σει­ρὲς καὶ τὰ πρω­ι­νά­δι­κα ποὺ ἔ­χουν γε­μί­σει «τοι­ού­τους», ἡ Ἀν­τὲλ Ἑ­ξαρ­χό­που­λος καὶ οἱ σε­ξου­α­λι­κὲς προ­τι­μή­σεις τοῦ πρω­θυ­πουρ­γοῦ τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου Ξα­βι­ὲ Μπε­τέλ. Φυ­σι­κά, ὅ­πως τὸ πε­ρί­με­να, δὲν τη­λε­φώ­νη­σε πο­τὲ νὰ κλεί­σει ραν­τε­βοὺ γιὰ μιὰ δεύ­τε­ρη ἐ­πί­σκε­ψη.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015).

Σωτήρης Παστάκας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).