Yanis Karkanévatos: Zapatos talla 42



Yanis Karkanévatos

 

Zapatos talla 42


En memoria de Dionisis

 

«TENGA», dijo la enfermera dejando en mis manos una caja de zapatos talla 42. Durante las últimas semanas –durante los escasos momentos que no estaba a su lado– me había poseído la angustia de la blanca y recién hecha cama que hoy me iba a encontrar. Era como si el sonido de la película de mi vida se hubiera cortado. Con la caja bajo el brazo, cogí el autobús de regreso. Un anciano, sentado frente a mí, miraba alternativamente la caja y sus zapatos. «Si los cuida, le van a durar toda una vida», me dijo. En casa, la abrí. Dentro estaban su móvil, el reloj que le había regalado para su cumpleaños de dos años atrás, su fular preferido y una pequeña cruz –seguramente no era suya– que la enfermera a lo mejor había encontrado en la mesilla de noche y consideró que le pertenecía. El móvil empezó a sonar. En la pantalla apareció la frase «número desconocido». Tardé en contestar, balbuceé «diga» desalentado pero, quienquiera que fuera, colgó sin decir palabra. Pensé que deberíamos fijar un lugar en el parque, en la alberca vacía tal vez, debajo de los plátanos, donde recogeríamos todos los móviles ya huérfanos y estos sonarían sin coordinación. Llamadas de parientes y amigos que todavía no habrían sido informados, o de nosotros mismos, que llamaríamos de vez en cuanto incluso sin ni siquiera esperar una respuesta. Compondríamos así la melodía de la tristeza y los pájaros en el parque se irían al cielo, ahuyentados por el incomprensible sonido de los humanos.



Fuente: Planodion-Bonsái, 28 de diciembre de 2016

Yanis Karkanévatos (Seres, 1966). Estudió en la Universidad Politécnica de Atenas y cine en la escuela de Stavrakos. Trabajó durante años en el extranjero como ingeniero y al mismo tiempo se ocupó de la dirección cinematográfica, del video art en el teatro y de la escritura (guiones, cuentos). Participó en la colección de cuentos Μαθαίνοντας Ποδήλατο (editorial Κέδρος, 2013).

La traducción colectiva es producto de las clases de Lengua Española que imparte Konstantinos Paleologos en el Centro [Διδασκαλείο] de Lenguas Extranjeras de la Universidad de Atenas. Tradujeron los estudiantes Panayota Bugá, Dionisía Nikolopulu, Leonidas Ikonomu, Zoe Tsianava.

Revisión: Eduardo Lucena.



		

	

Δημήτρης Παστουρματζῆς: “…ἔτσι κι ἀλλιῶς, χαμένοι εἴμαστε…”


Δη­μή­τρης Πα­στουρ­μα­τζῆς


«… ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, χα­μέ­νοι εἴ­μα­στε…»


ΡΗΓΟΡΑ! Τὸ ὀ­ξυ­γό­νο καὶ μιὰ καρ­δι­ο­το­νω­τι­κή!… Ἑ­τοί­μα­σε καὶ τὸν ὀ­ρό! Στὴν ἄ­κρη, κάν­τε χῶ­ρο… Ἔ­λα, μὴ χα­ζεύ­εις, πιά­σε τὸ οἰ­νό­πνευ­μα…

         Πα­νι­κὸς ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε στὴν ἀ­σφυ­κτι­κὰ μι­κρὴ κά­μα­ρη μὲ τὴν ἔν­το­νη μυ­ρω­διὰ τοῦ ἀν­τι­ση­πτι­κοῦ – ἰ­α­τρεῖ­ο, ἔ­γρα­φε μὲ κόκ­κι­να, κε­φα­λαῖ­α γράμ­μα­τα ἡ στρα­βο­καρφω­μέ­νη ξύ­λι­νη πι­να­κί­δα στὴν πόρ­τα. Φύ­λα­κες καὶ φυ­λα­κι­σμέ­νοι. Ὁ ἕ­νας φώ­να­ζε στὸν ἄλ­λον καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ στὸ που­θε­νά. Μό­νον ὁ κρα­τού­με­νος ποὺ ἐρ­γα­ζό­ταν σὰν νο­σο­κό­μος φαι­νό­ταν νὰ ξέ­ρει κά­πως τί τοῦ γί­νε­ται καὶ κα­τά­φερ­νε νὰ κά­νει κά­τι ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἴ­σως ἔ­πρε­πε νὰ γί­νουν.

         — Ἐ­σὺ νὰ τοῦ τρί­βεις συ­νέ­χεια τὰ πό­δια, γιὰ νὰ το­νώ­σου­με τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ αἵ­μα­τος, εἶ­πε σὲ μέ­να, ποὺ εἶ­χα μεί­νει ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος μπρο­στὰ σ’ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ χά­ος γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀ­ναί­σθη­το σῶ­μα.

          Τὶς σα­που­νά­δες ξέ­πλε­να ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου ὅ­ταν τὸν εἶ­δα, γυ­μνό, νὰ σπαρ­τα­ρά­ει σὰν ψά­ρι στὸ βρό­μι­κο πά­τω­μα, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ δι­α­χω­ρι­στι­κὸ τῶν λου­τή­ρων. Στὴν ἀρ­χὴ τά ‘­χα­σα —γιὰ μπά­νιο εἴ­χα­με ἔρ­θει—, με­τὰ εἶ­δα τὴ σύ­ριγ­γα μέ­σα στὰ νε­ρά. Προ­σπά­θη­σα νὰ τὸν ση­κώ­σω μὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα κι ἔ­πε­σα πά­νω του· ἔ­βα­λα τὶς φω­νές…

         — Μὴ στα­μα­τᾶς, μοῦ εἶ­πε ὁ νο­σο­κό­μος, ὅ­που νά ‘­ναι πρέ­πει νὰ ἔρ­θουν νὰ τὸν πά­ρουν.

        Τὰ πράγ­μα­τα εἶ­χαν ἠ­ρε­μή­σει κά­πως ἀ­φό­του τοὺς ἔ­βγα­λε ὅ­λους ἔ­ξω καὶ τώ­ρα μὲ βο­η­θοῦ­σε, ἂν καὶ μᾶλ­λον ἐ­λά­χι­στα ἦ­ταν αὐ­τὰ ποὺ μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη νὰ κά­νει.

         — Τί βά­ρε­σε; Πρέ­ζα; μὲ ρώ­τη­σε.

         — Δὲν ξέ­ρω… Ὅ,τι σκα­τὸ ἔ­βρι­σκε, τὸ βα­ροῦ­σε.

         — Τί τὴν ἔ­κα­νες τὴ σύ­ριγ­γα;

         — Τὴν ἔ­κρυ­ψα — αὐ­τὸν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι μπο­ροῦ­σα νὰ τὸν ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι.

         — Κα­λὰ ἔ­κα­νες. Τὸν φέ­ρα­τε γρή­γο­ρα καὶ μπο­ρεῖ νὰ τὴ γλι­τώ­σει, μὴν φορ­τω­θεῖ καὶ νέ­α δι­κο­γρα­φί­α.

         Καὶ μοῦ τό ‘­χε ὁρ­κι­στεῖ ὁ μα­λά­κας πῶς τὸ ἔ­κο­ψε…

       Δὲν εἶ­χαν πε­ρά­σει κα­λὰ-κα­λὰ δύ­ο μῆ­νες ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ μοῦ ‘­χε μεί­νει πά­λι στὰ χέ­ρια. Πα­ρὰ τρί­χα τὴν εἶ­χε γλι­τώ­σει καὶ δὲν ἔ­πε­σε σὲ κῶ­μα, ἂν καὶ στὸ τέ­λος εἶ­χα ἀ­ναγ­κα­στεῖ νὰ τὸν κό­ψω στὸ χέ­ρι. Τοῦ εἶ­χα βου­τή­ξει τὸ κε­φά­λι σ’ ἕ­να βα­ρέ­λι μὲ νε­ρό, τὸν περ­πά­τη­σα ὑ­πο­βα­στά­ζον­τάς τον, τὸν χα­στού­κι­σα, τοῦ μι­λοῦ­σα ὧ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες γιὰ νὰ τὸν κρα­τή­σω ξύ­πνιο, καὶ ὅταν μὲ τὰ πολ­λὰ συ­νῆλ­θε, τὸ μό­νο ποὺ βρῆ­κε νὰ πεῖ ἦ­ταν πὼς τοῦ εἶ­χα χα­λά­σει τὸ με­γά­λο τα­ξί­δι στὸ ἀ­συ­νεί­δη­το. Μὲ τὸ ζό­ρι κρα­τή­θη­κα καὶ δὲν τοῦ ἔ­χω­σα κα­μιὰ μπου­νιὰ στὴ μού­ρη.

         Εἶ­χα κα­ταν­τή­σει γκου­βερ­νάν­τα του ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας μέ­ρα ποὺ τὸν φέ­ραν στὴ φυ­λα­κή, σὲ ἄ­θλια κα­τά­στα­ση ἀ­πὸ τὸ προ­χω­ρη­μέ­νο σύν­δρο­μο στέ­ρη­σης. Χε­ζό­ταν πά­νω του, ξερ­νοῦ­σε πά­νω μου, αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε, ψη­νό­ταν στὸν πυ­ρε­τό· κα­τα­κα­λό­και­ρο καὶ δὲν τοῦ φτά­ναν τρεῖς κου­βέρ­τες. Φάρ­μα­κα, κομ­πρέ­σες, ξε­νύ­χτια. Πλύ­ν’ τον, ἄλ­λα­ξέ τον, σκέ­πα­σέ τον… Τί νὰ τὸν ἔ­κα­να…

         Τὸν ἤ­ξε­ρα ἀ­πὸ «ἔ­ξω». Συμ­μα­θη­τὲς στὸ Γυ­μνά­σιο κι ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἴ­δια πα­ρέ­α ἐκ­κο­λα­πτό­με­νων ἐγ­κλη­μα­τι­ῶν. Σὰν νὰ ἦ­ταν μό­λις χθὲς —κι ἂς εἶ­χαν πε­ρά­σει δέ­κα χρό­νια— ποὺ εἶ­χα ἀ­να­κα­λύ­ψει τὴ χρή­ση τῆς σύ­ριγ­γας καὶ τῆς ἡ­ρω­ί­νης καὶ σ’ ἕ­να ἄ­θλιο ὑ­πό­γει­ο ἀ­πο­κά­λυ­πτα τὶς πα­ρα­μυ­θέ­νι­ες* της ἰ­δι­ό­τη­τες σὲ ἄλ­λους πέν­τε ἢ ἕ­ξι τῆς πα­ρέ­ας. Δυ­στυ­χῶς, μά­θαι­νε κι αὐ­τὸς τὸ ἴ­διο εὔ­κο­λα…

         — Ἂν ἀρ­γή­σουν κι ἄλ­λο, θὰ μᾶς μεί­νει στὰ χέ­ρια, εἶ­πε ὁ νο­σο­κό­μος καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω.

         Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ με­λα­νιά­ζει καὶ μὲ τὸ ζό­ρι κα­τα­λά­βαι­νες ὅ­τι ἀ­να­πνέ­ει. Μὲ πιά­σαν τὰ κλά­μα­τα. Ἤ­θε­λα νὰ τὸν ἀγ­κα­λιά­σω, νὰ τοῦ πῶ «Μὴν πα­ρα­δί­νε­σαι».

         Κά­ποι­ος μὲ τρά­βη­ξε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ ἕ­νας ἄλ­λος ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο. Φω­νὲς καὶ πα­νι­κὸς πά­λι.

         — Γρή­γο­ρα, στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο…

         — Στὴν ἄ­κρη, νὰ βγεῖ τὸ φο­ρεῖ­ο…

         — Γρή­γο­ρα…

         Ἔ­μει­να νὰ κοι­τά­ζω τὸ πά­τω­μα.

         — Ἡ­σύ­χα­σε, θὰ τὴν πη­δή­ξει. Ἐ­σὺ ἕ­τοι­μα­σου, για­τί θὰ σὲ φω­νά­ξουν νὰ δώ­σεις κα­τά­θε­ση, εἶ­πε κά­ποι­ος πί­σω μου.

         Κού­νη­σα τὸ κε­φά­λι μη­χα­νι­κά. Στ’ αὐ­τιά μου μιὰ ἄλ­λη φω­νή, ξε­ψυ­χι­σμέ­νη κι ἀ­πό­μα­κρη, ἐ­κεῖ στὸ μπά­νιο, λί­γο προ­τοῦ χά­σει τὶς αἰ­σθή­σεις του:

         «Μὴν προ­σπα­θεῖς, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς χα­μέ­νοι εἴ­μα­στε».


Σ.τ.σ. Ἡ ἡ­ρω­ί­νη στὴ γλώσ­σα τῶν το­ξι­κο­μα­νῶν λέ­γε­ται καὶ “πα­ρα­μύ­θα”.


Πη­γή: Ὁ γενναῖος ποὺ δὲν εἶμαι (ἐκδόσεις Ἐντευκτηρίου, 1995). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Ἐν­τευ­κτή­ριο, ἀρ. 28-29, Φθι­νό­πω­ρο-Χει­μώ­νας 1994.

Δη­μή­τρης Πα­στουρ­μα­τζῆς (Σέρρες, 1964). Ἔκανε φυλακὴ, ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὶς Σέρρες. Συμμετεῖχε στον συλλογικὸ τόμο Κασσαβέτεια (1998).


Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου: Τὸ μέ­τρη­μα



Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου

Τὸ μέ­τρη­μα


ΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ τῆς μέ­ρας τὰ φύλ­λα τῆς λεύ­κας πέ­φτουν. Τὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἔ­τσι κα­θὼς ἀ­πο­σπῶν­ται ἀ­πὸ τὸ κλα­δὶ καὶ μὲ ἁ­πα­λὲς χο­ρευ­τι­κὲς κι­νή­σεις, δι­α­γρά­φον­τας ἀρ­γοὺς αἰ­σθη­σια­κοὺς κύ­κλους, προ­σγει­ώ­νον­ται στὸ ἔ­δα­φος. Ὥ­ρα τώ­ρα. Μέ­χρι ποὺ ἔρ­χε­ται τὸ σκο­τά­δι. Τό­τε ἀρ­χί­ζει νὰ με­τρά­ει. «Ἕ­να, δύ­ο, τρί­α… τριά­ντα-ἑ­φτά, τριά­ντα-ὀ­χτώ…». «Δε­κα­τρί­α» τὴν δι­α­κό­πτει ὁ Κυ­ριά­κος, αἰφ­νι­δι­ά­ζον­τάς την γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ καὶ κεί­νη πι­ά­νον­τας τὸ νῆ­μα ἀ­πὸ τὸ και­νούρ­γιο ση­μεῖ­ο ἐκ­κί­νη­σης συ­νε­χί­ζει: «Δε­κα­τέσ­σε­ρα, δε­κα­πέν­τε…». «Κα­λη­σπέ­ρα Με­ρο­πά­κι» τῆς λέ­ει καὶ ἐ­νῶ περ­νά­ει τὰ χέ­ρια του κά­τω ἀ­πὸ τοὺς ἀ­σθε­νι­κούς της ὤ­μους, τρα­βών­τας την ἁ­πα­λὰ πρὸς τὰ πά­νω, τῆς σκά­ει ἕ­να φι­λὶ στὸ μά­γου­λο. «Εἴ­κο­σι ἑ­φτά, εἴ­κο­σι ὀ­χτώ…». « Κα­τά­λα­βα» μο­νο­λο­γεῖ ὁ Κυ­ριά­κος, « λευ­κὴ νύ­χτα θὰ πε­ρά­σου­με πά­λι ἀ­πό­ψε». Τὴν συμ­πα­θεῖ. Ἔ­τσι κα­θὼς κουρ­νιά­ζει συρ­ρι­κνω­μέ­νη μέ­σα στὰ σεν­τό­νια, μὲ τὰ ἀ­σθε­νι­κά της χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να στὸ στῆ­θος καὶ τὰ γό­να­τα λυ­γι­σμέ­να πρὸς τὴν κοι­λιά. «Δε­κα­εν­νιὰ Με­ρό­πη» τῆς φω­νά­ζει ἐ­νῶ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν θά­λα­μο, δε­κα­εν­νιά». Ἔ­χει συ­χνὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ, ἀ­πὸ ποι­ό βρα­χυ­κύ­κλω­μα ὁρ­μώ­με­νη τὸ κά­νει αὐ­τό. Στὴν ἀρ­χὴ τὸν ἐ­κνεύ­ρι­ζε ὅ­πως καὶ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους στὴν κλι­νι­κὴ δη­λα­δή. Τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἕ­να ἄγ­χος αὐ­τὸ τὸ ἀ­στα­μά­τη­το καὶ ἀ­δι­και­ο­λό­γη­το μέ­τρη­μα. Δού­λευ­ε καὶ τὴν ἄ­κου­γε, μί­α ἐ­πί­μο­νη ὑ­πό­κρου­ση ποὺ ἔ­κα­νε τοὺς χτύ­πους τῆς καρ­διᾶς του νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νον­ται, τοῦ ἐ­πι­βαλ­λό­ταν μὲ τὸν τρό­πο της, τὸν τρέ­λαι­νε. Κά­πο­τε τῆς ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς μὰ τὸ με­τά­νι­ω­σε, εὐ­θὺς μό­λις εἶ­δε τὰ μά­τια της νὰ ὑ­γραί­νον­ται, ἐ­νῶ συ­νέ­χι­ζε, ἐγ­κλω­βι­σμέ­νη σὰν τὸν πον­τι­κὸ στὴ φά­κα, νὰ με­τρᾶ. «Ἑ­ξήν­τα- ἕ­ξι, ἑ­ξήν­τα- ἑ­φτά…». Οἱ συ­νά­δελ­φοι τὸν ἐ­πέ­πλητ­ταν. «Ἄ­σε την ρὲ σὺ τὴν κα­κο­μοί­ρα, τά ’χει χα­μέ­να, δὲν τὸ βλέ­πεις; Τὴν πα­ρη­γο­ρεῖ.» Κά­ποι­οι γε­λοῦ­σαν κρυ­φὰ μὲ τὴν ἐμ­μο­νή του ἀλ­λὰ δὲν τολ­μοῦ­σαν νὰ τὸ σχο­λιά­σουν φα­νε­ρά. Τὴν ἴ­δια δὲ φαι­νό­ταν νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. Ἁ­πλῶς συ­νέ­χι­ζε μὲ σι­σύ­φεια ἐ­πι­μο­νή, μέ­χρι ποὺ τὴν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος καὶ ἡ­σύ­χα­ζαν καὶ οἱ δύ­ο. Κι ἕ­να βρά­δυ ψη­νό­ταν στὸν πυ­ρε­τό. Τῆς ἀλ­λά­ζει τὰ σεν­τό­νια, τῆς βά­ζει κομ­πρέ­σες στὸ μέ­τω­πο νὰ δρο­σι­στεῖ. «Μέ­τρα μου λί­γο» τοῦ λέ­ει, κι αὐ­τὸς ἀρ­χί­ζει: «ἕ­να, δύ­ο, τρί­α,… , εἴ­κο­σι ἕ­να, εἴ­κο­σι δύ­ο…». « Πέν­τε… Κυ­ριά­κο». «Τί πέν­τε;» τὴ ρω­τά­ει. «Πέν­τε μῆ­νες κλεί­νω σή­με­ρα ἐ­δῶ» τοῦ ἀ­παν­τά­ει ἡ Με­ρό­πη καὶ γυ­ρί­ζει πλευ­ρὸ νὰ κοι­μη­θεῖ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου. Σπούδασε ἰατρικὴ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς για­τρός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται χρό­νια μὲ τὸ γράψιμο. Στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πεζὸ «Τὸ μπάσκετ».



		

	

Naya Koutroumani: The cruise


Naya Koutroumani


The cruise


THE SUN began to set and she thought how time had passed looking at the same sky. The clouds were so immobile they looked glued. It was closing time for most companies and herds of suits were trampling down the riverbank like a political meeting for penguins. Blue and grey suits with colourful nooses fluttering around dry throats dying for a pint of beer.

       It was nippy and their breath resembled baby dragon puffs, which thickened under their chin and fell down heavily on the frozen railings on the river.

       She could see all that while floating on her back, one arm half sunk and swaying like a swan’s wing. The other caught inside her soaked woolen jacket was unable to move. She could see everything clearly, because her eyes were wide open to the light and the movement around the Thames.

       But despite the images and colours and motion, the only thing she could think of was that she hadn’t found the time to do her Sunday chores. She hadn’t done the laundry nor tidied the kitchen cupboards, hadn’t fluffed the pillows, brushed the toilet bowl, hadn’t mopped the floor. But the worst thing was she hadn’t cooked for him. Hadn’t peeled the potatoes and arranged them carefully around the leg of lamb, like he likes, hadn’t seasoned the meat with salt and oregano and hadn’t squeezed any lemon on top of the surface shining with fat and oil. The oven was as cold as the railings above the water.

       The river carried her softly towards the right bank. A young couple overlooking the river saw her. The girl screamed and the people in suits turned and looked. She wished she still had her makeup on.

       The crowd continued to scream and point at her. It reminded her of how he’d shouted at her the night before. Barking like a dog with rabies because she hadn’t stitched the hole in his sock. He’d told her about the hole a week ago and she, being the absent minded person she is, forgot all about it.

       She gave him a glass of water after hearing how dry his throat was. He threw the water at her. She didn’t think that was very polite, water being so cold and all, but she said nothing. She started tidying up the wardrobe behind her, hoping he would calm down, sit on the sofa, watch TV and fall asleep like every other time.

       Not for a moment did she think he would open the drawer where she kept the knives, take the sharpest one of all, her knife, the one she never leaves behind even when they go on holidays, and slit her body the same way she does on the leg of lamb.

       She’d been taking care of him for three years now with all her love. She used to kiss him on the top of his head where his hair was thinning, straighten his collar, stroke him every time he sat close to her. There on the sofa watching TV.

       Look at her now, floating on the cold water like she is on that cruise he’d promised her. She hates wearing that grey woolen house jacket in front of all these strangers who point and shout improperly at her. She does the only thing she can. Pretends she doesn’t see them and looks at the clouds all glued and immobile. As the sun paints them pink and violet, she feels things are quieting down. The only sound she hears now is the splatter of the water on her body. A repetitive, self-assured sound that comforts her as the river pushes her gently towards the shore.



Source: First published on the blog Bonsai Stories (July 30, 2017).

Naya Koutroumani (Athens, 1963). Writes stories for advertising and for herself. Some of the latter have been published in literary magazines like Planodion, Diastixo and The Books Journal. She is about to take the plunge with a collection of short stories.

Translated from the Greek by the author.



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός: Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός


Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ


ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ προ­σε­κτι­κά. Αὐ­τιὰ τεν­τω­μέ­να, μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα. Μ’ ὅ­λες τὶς αἰ­σθή­σεις. Εὐ­αί­σθη­το θέ­μα, κρέ­μο­μαι ἀ­π’ τὰ χεί­λη τους, εἶ­ναι εἰ­δι­κοί. Κα­λε­σμέ­νοι σὲ τη­λε­ο­πτι­κὴ ἐκ­πομ­πή, συ­ζη­τοῦν γιὰ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α τῶν νέ­ων στὶς μέ­ρες μας. Ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν πολ­λοὺς κιν­δύ­νους. Εἶ­ναι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας. Ἴν­τερ­νετ, ἀ­δη­φά­γο σερ­φά­ρι­σμα, παι­χνί­δια τρισ­δι­ά­στα­τα, κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α. Μέ­σα σ’ ὅ­λα, μέ­σα ζων­τα­νά. Δυ­σκο­λεύ­ον­ται ὅ­μως νὰ δρά­σουν μέ­σα στὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Στὸ πά­νελ κι ἕ­νας ἀν­τι­δρα­στι­κός, ἀμ­φι­σβη­τί­ας. Ἕ­νας γο­νιός, μὴ κα­ταρ­τι­σμέ­νος ἐ­πι­στη­μο­νι­κά. Ὀ­νο­μά­ζει τὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, φαι­νο­με­νι­κή. Μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ή του, τοῦ φαί­νε­ται σὰν κά­τι νὰ κρύ­βε­ται. Σὰ νὰ τὴ χά­νει. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Συ­νε­χί­ζει, μὲ τράκ. Βι­ώ­νου­με τὸ εὔ­κο­λο πρῶ­το πλά­νο, αὐ­τὸ ποὺ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ τοὺς εἰ­κο­νι­κοὺς σκη­νο­θέ­τες τῆς ζω­ῆς, αὐ­τοὺς ποὺ πα­ρα­πλα­νοῦν ἠ­θο­ποι­ούς, πά­σης κα­τη­γο­ρί­ας θε­α­τὲς κι ἄλ­λους συν­τε­λε­στές. Χρει­ά­ζε­ται ἀ­δι­ά­κο­πη προ­σπά­θεια, ἐ­ξάν­τλη­ση ὅ­λων τῶν χρο­νι­κῶν πε­ρι­θω­ρί­ων, γιὰ νὰ γνω­ρί­σεις τὸν συ­νάν­θρω­πο, νὰ ἐμ­βα­θύ­νεις, νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖς. Νὰ φτά­σεις στὸ με­δού­λι. Τὸ ἴ­διο καὶ γιὰ τὴ ζω­ή. Ὅ­σα καὶ νὰ φα­νε­ρώ­νεις ἀ­πὸ δαύ­τη, θὰ συ­νε­χί­ζει νὰ κρύ­βε­ται κι ἐ­σὺ νὰ προ­σπα­θεῖς μπᾶς καὶ κα­τα­λά­βεις τί κα­πνὸ φου­μά­ρει. Χω­ρὶς νὰ εἶ­σαι πο­τὲ σί­γου­ρος γιὰ τὴν κρί­ση σου, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς προ­σπά­θειάς σου. Γιὰ ὅ­λους καὶ ὅ­λα. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Ἐ­κεῖ­νος μὲ κόκ­κι­να μά­γου­λα, πρώ­τη φο­ρὰ στὸ τη­λε­ο­πτι­κὸ το­πί­ο.

       Κα­λού­τσι­κος. Δι­ά­βα­ζα τὶς προ­άλ­λες σ’ ἕ­να βι­βλί­ο ἀ­στρο­φυ­σι­κῆς ὅ­τι τὸ φῶς ποὺ βλέ­που­με ἀ­πὸ κά­θε ἀ­στέ­ρι εἶ­ναι πα­ρελ­θόν­τος χρό­νου. Πολ­λὰ βρί­σκον­ται ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἔ­τη φω­τὸς μα­κριά μας. Πα­ρὰ τὴν τα­χύ­τη­τα τοῦ φω­τὸς μὲ τὴν ὁ­ποί­α τα­ξι­δεύ­ει ἡ λάμ­ψη τους ἐ­μεῖς τὴν βλέ­που­με τώ­ρα. Ἡ λάμ­ψη αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ δη­λώ­νει ὅ­τι πράγ­μα­τι ζοῦν. Μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι. Βλέ­που­με, στὸ πα­ρόν, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν τους ποὺ τα­ξι­δεύ­ει στὸ μέλ­λον, χω­ρὶς νὰ εἴ­μα­στε σί­γου­ροι σὲ τί κα­τά­στα­ση βρί­σκον­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ καὶ πι­θα­νὸν νὰ μὴν τὸ μά­θου­με πο­τέ. Εἶ­ναι καὶ τὰ πε­φτα­στέ­ρια. Γι­νό­μα­στε θι­α­σῶ­τες τῆς στιγ­μῆς ποὺ σβή­νουν, χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζου­με τὴ χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ τοῦ θα­νά­του τους.

       Μπέρ­δε­μα. Οἱ εἰ­δι­κοὶ ψυ­χο­λό­γοι μι­λοῦν γιὰ τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας, ποὺ ἐγ­κλω­βί­ζει τοὺς νέ­ους. Οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες τῆς ἑρ­μη­νεί­ας τοῦ σύμ­παν­τος μᾶς ἐ­νη­με­ρώ­νουν ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ φαί­νε­ται δὲν εἶ­ναι σὲ πραγ­μα­τι­κὸ χρό­νο, ὅ­τι ἡ δρά­ση στὴν τρέ­χου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ φαι­νο­με­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἐ­πα­λη­θεύ­ε­ται ὁ ἀν­τι­δρα­στι­κός; Συμ­βαί­νει κά­τι ἄλ­λο; Μή­πως δι­α­φεύ­γει, γιὰ κά­ποι­ους λό­γους, μιὰ λαν­θά­νου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

       Μᾶς λέ­νε, δη­λα­δή, ὅ­τι ἂν ὁ ἄν­θρω­πος κα­τοι­κή­σει τώ­ρα σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες καὶ προ­σπα­θή­σει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ νὰ με­λε­τή­σει τὸ φῶς τῆς γῆς καὶ τῶν νέ­ων της, θὰ λά­βει μιὰ πλα­σμα­τι­κὴ εἰ­κό­να. Ἔ­τσι, ἡ εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α οἱ εἰ­δι­κοὶ ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ζοῦν οἱ νέ­οι σή­με­ρα, θὰ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Θὰ εἶ­ναι μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ θὰ τὴ βλέ­πουν στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες δί­χως, ὅ­μως, νὰ ἐμ­φα­νί­ζον­ται μα­ζὶ καὶ οἱ συ­νέ­πει­ες τῶν πρά­ξε­ων τῶν νέ­ων τοῦ δι­κοῦ μας πλα­νή­τη. Μή­πως οἱ νέ­οι δι­αι­σθά­νον­ται ἢ γνω­ρί­ζουν κά­τι πα­ρα­πά­νω;

       Πῶς νὰ μὴ μπερ­δέ­ψουν οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες ὄ­χι μό­νο τοὺς νέ­ους ἀλ­λὰ ὅ­λους; Ἂς ἀ­πευ­θυν­θοῦ­με κα­λύ­τε­ρα στοὺς εἰ­δι­κούς, ποὺ γνω­ρί­ζουν ἄ­ρι­στα τὴν ψυ­χο­λο­γί­α νέ­ων, ἐ­φή­βων καὶ παι­δι­ῶν. Ἂς συμ­με­ρι­στοῦ­με τὴν ἀ­λη­θι­νή, ἐ­πι­στη­μο­νι­κή, θλι­βε­ρή τους δι­α­πί­στω­ση, ὅ­πως τὴν δι­α­τυ­πώ­νουν, τώ­ρα δά, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ο­πτι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­τι οἱ νέ­οι βι­ώ­νουν τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Μό­λις, ὅ­μως, ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς πα­νε­πι­στη­μί­ου σὲ ἄλ­λη ἐκ­πομ­πή. Λέ­ει ὅ­τι ἐ­μεῖς, τὰ τα­πει­νὰ ὄν­τα, ποὺ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μό­νο τὸ τρισ­δι­ά­στα­το σύμ­παν, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἐ­πω­φε­λη­θοῦ­με τῶν πλε­ο­νε­κτη­μά­των τῆς τα­χύ­τη­τας τοῦ φω­τὸς καὶ νὰ κι­νη­θοῦ­με ἀ­νά­λο­γα, θὰ πρέ­πει πρῶ­τα ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι νὰ γί­νου­με φῶς. Αὐ­τό, μὲ τὰ πολ­λὰ χρώ­μα­τα. Μπλέ, πρά­σι­νο, Κόκ­κι­νο. Ἀ­γα­πῶ τοὺς ἀ­στρο­φυ­σι­κούς. Τὶς ἐ­πι­στῆ­μες ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ σύμ­παν­τος. Εἶ­ναι σὰν πα­ρα­μύ­θι. Ἀ­πὸ μι­κρὸς ἤ­θε­λα κι ἐ­γὼ νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ, δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Ἐλ­πί­ζω νὰ γνω­ρί­σω κά­ποι­ον ἀ­πὸ κον­τά. Νὰ τοῦ πῶ γιὰ τὰ τα­ξί­δια τοῦ νοῦ ποὺ μοῦ χα­ρί­ζει. Νὰ τοῦ πῶ πὼς ἐλ­πί­ζω κι ἐ­γὼ σὲ μιὰ φω­τει­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τὴν πε­ρί­με­να πῶς καὶ πῶς κι ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ τὴν προ­σμέ­νω, πί­νον­τας τὸ πρω­ι­νό μου κα­φε­δά­κι, δου­λεύ­ον­τας, πη­γαί­νον­τας τὰ παι­διὰ στὸ σχο­λεῖ­ο, κά­νον­τας βόλ­τες μα­ζί τους στὴ θά­λασ­σα καὶ στὸ βου­νό, βγά­ζον­τας βόλ­τα τὸ σκύ­λο, παί­ζον­τας παι­χνί­δια τε­χνο­λο­γί­ας, σερ­φά­ρον­τας στὸ ἴν­τερ­νετ καὶ σχο­λι­ά­ζον­τας στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α, δι­α­βά­ζον­τας πα­ρα­μύ­θια, συ­ζη­τών­τας ἄλ­λο­τε γιὰ τὸ σά­κο καὶ τὰ ἀ­θλη­τι­κὰ πα­πού­τσια ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς ἀ­γο­ρά­σω καὶ τώ­ρα γιὰ τὶς σπου­δές τους, λέ­γον­τάς τους πό­σο πο­λύ τα ἀ­γα­πῶ, τὴν προ­σμέ­νω πνιγ­μέ­νος στὰ φι­λιά τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μοῦ θυ­μί­ζουν ὅ­τι δὲ θέ­λουν νὰ χά­σουν τὸ φῶς τους. Εἶ­ναι ἀ­γρί­μια, ἀν­τι­δροῦν. Σὲ ὅ­λα. Γιὰ νὰ μὴν ἐ­ξη­με­ρω­θοῦν. Γιὰ νὰ μὴ χά­σουν τὸ φῶς τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι μέ­σα τους. Μοῦ θυ­μί­ζουν τὸ δι­κό μου παι­δι­κὸ φῶς. Μοῦ θυ­μί­ζουν τί πρέ­πει ν’ ἀλ­λά­ξω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κὸς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ ΑΠΘ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ τῆς δι­α­φή­μι­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δ. Νη­σί­δες, 2009).



		

	

Naya Koutroumani: Underground



Naya Koutroumani


Underground

 

IT WAS AFTER FIVE when they buried me. I tried to breathe deeply, but dirt covered me and I sank into darkness. Then it started raining. The water dripped all over me, around me, inside me. It talked: ‘Don’t worry. Soon you’ll see the light again.’

       Yeah! Sure. I didn’t need such kindness. They stuffed me inside a tomb, with no way to deal with that unbearable silence. Did I say silence? No. Not silence. When sight became obsolete, my ears started picking up sounds. There was a lot going on in there. First, an endless tramping of millions of ants digging catacombs, carrying loot, satisfying the queen. Then it was the hissing. Devouring worms trying to spot me. There was also something else which I couldn’t make out. Something was happening right inside of me. A kind of intestine swelling. My skin being torn apart. A disease of the darkness.

       Every day I heard voices coming from the world above the ground. They stamped on my grave with their heavy galoshes and laughed. Pigs! I’d like to see them in my place. My only relief was when rain soaked the ground, refreshing my bones, making me feel alive. Its voice became a balsam to my painful existence:

       ‘Soon now. You’re going to see the light in a few days.’

       During the endless hours debating with myself, I was wondering what the hell did I do to deserve such punishment. Even if I was a murderer, they would have given me the electric chair and everything would be over in a minute. But this torture was to last forever. There was no sense of time inside the bowels of the earth.

       Suddenly, I heard a girl screaming. Another soul had been buried there. I think even deeper. I suppose I should thank God, for there was worse.

       ‘Is anybody there?’ I yelled. ‘Do you hear me? Are you buried in here too?’

       A strangled sigh. I stretched my ears.

       ‘Help!’ I heard a woman crying clearly now: ‘Is anybody there?’

       ‘Yes! I can hear you!’ My heart filled with joy. ‘You’re not alone. I’m down here too. Next to you!’ And that next to you gave me the power to live. Because now I had to be strong for  her.

       ‘My skin,’ she cried. ‘It’s cracking open!’

       ‘Don’t worry! It happens. You have to be patient. I heard that in a couple of days we’ll be out of here.’

       I tried to make my voice soothing and convince myself the rumours were true. ‘The only thing you need to do is try to move as little as possible. Don’t let the worms feel you’re here. Do you understand? It’s just a matter of time. Try to hold on.’

       I knew I had given her hope. She wasn’t crying anymore. How I wish I could see her. Hold her tight against my body. But the ground was thick and I was weak. The rain, my redeemer, fell on me. ‘Tomorrow,’ it whispered. ‘You’re out tomorrow.’

       I wished it was right. ‘Will the girl come out too?’ I shouted, but there was no answer. Only dripping.

       ‘Do you hear me?’ I yelled to her. ‘We’ll be out of here by tomorrow!’

       There was no response. Just a sound coming right out of hell’s jaws. Worms were eating something or someone on my left.

       It wasn’t fair. I couldn’t lose my best friend like that. I bit myself hard, bones and muscles hurt, and I let out a scream that froze the pigs’ laughter aboveground, I’m sure. My body opened up like a ripe melon. Green stuff came out of my skin and moved straight up. Was I dying? I tore up the layer separating dirt from sky and burst out in the sunlight. Barely. But I could breathe the air again.

       A hand touched me. ‘Look, Dad! Here comes the first bean!’

       Oh my God! I was a bean. I was never going to walk, love, go to school. Never get married or have a dog or a car or spend lazy Sunday mornings reading my newspaper in the livingroom.

       I gazed at the open fields. The other beans would spring out any minute now. Except for the bean on my left. She didn’t have the chance. At least, I thought, she died without knowing. Who knows? Maybe she was the luckiest of us all.



Source: First published on the blog Bonsai Stories (October 25, 2010).

Naya Koutroumani (Athens, 1963). Writes stories for advertising and for herself. Some of the latter have been published in literary magazines like Planodion, Diastixo and The Books Journal. She is about to take the plunge with a collection of short stories.

Translated from the Greek by the author.



		

	

Λίλη Μιχαηλίδου: Γυάλινος δίσκος


Λί­λη Μι­χα­ηλί­δου


Γυ­ά­λι­νος δί­σκος


[…Τὸ ἄγγιγμα ἑ­νὸς πο­λύ­τι­μου βι­βλί­ου ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε γιὰ τὸν Μέντελ

ὅ,­τι γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λο ἡ συ­νεύ­ρε­ση μὲ μιὰ γυ­ναί­κα…]


Στέ­φαν Τσβά­ιχ

Ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης Μέν­τελ


ΑΘΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ἀπὸ τὸν πάγ­κο, ἀ­νά­με­σα στὰ ρά­φια τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου. Ὑ­πο­λο­γί­ζω τὸ ὕ­ψος του, ἕ­να καὶ ἑ­βδο­μήν­τα πέν­τε, ἴ­σως καὶ ὀ­γδόν­τα, λε­πτός, κα­στα­νὰ μαλ­λιὰ ἕ­ως τοὺς ὤ­μους· κά­ποι­ες στιγ­μὲς τοῦ­φες ξε­φεύ­γουν καὶ πέ­φτουν στὸ πρό­σω­πό του, τὶς παίρ­νει ἁ­πα­λὰ καὶ τὶς στε­ρε­ώ­νει πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἀ­φτιά. Τὰ μά­τια του ἔ­χουν τὴν σπιρ­τά­δα τῆς νι­ό­της καὶ ἐκ­πέμ­πουν τὴ σι­γου­ριὰ πὼς κα­τέ­χουν αὐ­τὸ ποὺ κοι­τά­ζουν. Οἱ κι­νή­σεις του γρή­γο­ρες, σβέλ­τες σὰν θε­ρι­στῆ· τὰ δά­χτυ­λά του μὲ μα­ε­στρί­α χα­ϊ­δεύ­ουν τὰ πλῆ­κτρα τοῦ ὑ­πο­λο­γι­στῆ, ὅ­πως θὰ χά­ι­δευ­αν ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο σῶ­μα, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να δί­νει πλη­ρο­φο­ρί­ες στοὺς πε­λά­τες γιὰ τὸ ποῦ θὰ βροῦν, ποι­ὸ βι­βλί­ο.

        Ἀ­παν­τᾶ σὲ ἐ­ρω­τή­σεις γιὰ βι­βλί­α, γιὰ συγ­γρα­φεῖς, γιὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, γιὰ συγ­γράμ­μα­τα, ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες, ὁ­δη­γούς, λε­ξι­κά· ση­κώ­νε­ται πά­ει στὰ ρά­φια, προ­σθέ­τει νέ­α βι­βλί­α, με­τα­κι­νεῖ τὰ πα­λιά. Τὸ ὅ­λο πα­ρου­σι­α­στι­κό του μοιά­ζει μὲ ἐ­ξώ­φυλ­λο ἑ­νὸς ἄλ­λου βι­βλί­ου ποὺ δὲν τὸ βρί­σκεις στὰ ρά­φια, οὔ­τε εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μο γιὰ δι­ά­βα­σμα.

        Ἀ­πὸ μι­κρὸς μπαι­νό­βγαι­νε σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κι ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴ γεύ­ση τῶν βι­βλί­ων. Ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ δου­λεύ­ει, βρῆ­κε ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ ποὺ ζη­τοῦ­σε. Ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἀ­γά­πη καὶ ἡ ἔ­γνοι­α του, προ­σέ­δι­δε στὰ βι­βλί­α μιὰ δι­κή τους, ξε­χω­ρι­στὴ ζω­ή. Τὶς ὧ­ρες ἐρ­γα­σί­ας δὲν ἦ­ταν μό­νος, ἔ­νι­ω­θε ὅ­λων τῶν συγ­γρα­φέ­ων τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να πά­νω του· οἱ πε­λά­τες δὲν στα­μα­τοῦ­σαν νὰ μπαι­νο­βγαί­νουν, νὰ ψά­χνουν, νὰ ρω­τοῦν, νὰ δι­α­βά­ζουν, νὰ ἀ­γο­ρά­ζουν, νὰ πα­ραγ­γέλ­νουν, νὰ συ­ζη­τοῦν, νὰ ἀ­να­λύ­ουν, νὰ ἀ­πορ­ρο­φοῦν καὶ νὰ χορ­ταί­νουν μὲ νέ­ες καὶ πα­λι­ὲς ἐκ­δό­σεις, ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζαν. Τὰ βι­βλί­α, ἔ­λε­γε, συν­δέ­ουν τοὺς ἀν­θρώ­πους μὲ ἕ­ναν ἄλ­λο κό­σμο, τοὺς βο­η­θοῦν νὰ ξε­περ­νοῦν τὴ γεύ­ση τοῦ ἐ­φή­με­ρου καὶ τῆς λή­θης.

        Κά­θο­μαι στὸ κα­φὲ τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου. Εἶ­ναι γε­μά­το κό­σμο ποὺ ρου­φά­ει κι ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὸν κα­φὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­τι τὰ βι­βλία. Παίρ­νω ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ φυλ­λο­με­τρῶ, μὰ τὰ μά­τια μου εἶ­ναι στραμ­μέ­να πά­νω του. Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, μὲ κοι­τά­ζει καὶ χα­μο­γε­λᾶ μὲ νό­η­μα· συ­νε­χί­ζει τὴ δου­λειά του. Ὁ κό­σμος πε­ρι­μέ­νει οὐ­ρὰ στὸ τα­μεῖ­ο, ὄ­χι γιὰ πο­λύ, για­τί ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ­ται γρή­γο­ρα. Ἀ­νά­με­σά τους μιὰ νε­α­ρή, μὲ μα­κριὰ ἴ­σια μαλ­λιά, τζίν, πα­πού­τσια πά­νι­να, τα­γά­ρι σταυ­ρω­τὸ στὸν ὦ­μο της.

        Τὰ μά­τια του πέ­φτουν πά­νω της, αὐ­τὴ κοκ­κι­νί­ζει, δὲν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἡ σει­ρά της, αὐ­τὸς βι­ά­ζε­ται νὰ τε­λει­ώ­σει μὲ τοὺς πε­λά­τες μπρο­στά της, τὸ βλέ­πω στὶς κι­νή­σεις καὶ στὰ δά­χτυ­λά του στὸ τα­μεῖ­ο. Φτά­νει ἡ σει­ρά της, εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ δὲν θέ­λει νὰ τε­λει­ώ­σει, τὸ βλέμ­μα του τὴ χα­ϊ­δεύ­ει, τὰ μά­γου­λά της κοκ­κι­νί­ζουν ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μα­ζὶ μὲ τὰ βι­βλί­α, τῆς βά­ζει στὴν τσάν­τα κι ἕ­να χαρ­τά­κι, ἴ­σως τὸ τη­λέ­φω­νό του, σκέ­φτο­μαι.

        Ἡ νε­α­ρή τὰ παίρ­νει καὶ κά­θε­ται στὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα μου. Βγά­ζει ἕ­να-ἕ­να τὰ βι­βλί­α ποὺ ἀ­γό­ρα­σε, τὰ φυλ­λο­με­τρᾶ, τὰ ξα­να­βά­ζει στὴν τσάν­τα. Στὸ χέ­ρι της εἶ­ναι τώ­ρα τὸ χαρ­τά­κι τοῦ βι­βλι­ο­πώ­λη. Μὲ γρή­γο­ρη κί­νη­ση βά­ζω τὰ γυα­λιά μου, τὸ ξέ­ρω πὼς δὲν εἶ­ναι σω­στό, μὰ κά­τι μὲ σπρώ­χνει νὰ κοι­τά­ξω τὸ ση­μεί­ω­μα, «εἶ­σαι ὄ­μορ­φη» γρά­φει, ἡ καρ­διά μου σκιρ­τά­ει λὲς καὶ εἶ­ναι γραμ­μέ­νο γιὰ μέ­να. Μὲ συγ­κί­νη­σε, πρῶ­τα ἡ χει­ρο­νο­μί­α μὲ τὸ χαρ­τὶ καὶ τὸ ση­μεί­ω­μα «εἶ­σαι ὄ­μορ­φη». Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μη νέ­οι ρο­μαν­τι­κοὶ στὶς μέ­ρες μας; Σί­γου­ρα ὑ­πάρ­χουν, νὰ ποὺ τὸ βλέ­πω μὲ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια.

        Ἡ κο­πέ­λα δι­πλώ­νει τὸ χαρ­τά­κι καὶ τὸ βά­ζει στὸ τα­γά­ρι της. Ση­κώ­νει τὰ μά­τια νὰ τὸν κοι­τά­ξει. Δὲν ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Τὸν ἔ­ψα­ξε μὲ τὸ βλέμ­μα της. Τὸν εἶ­δε στὸ βά­θος τοῦ δι­α­δρό­μου, νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ μιὰ κο­πέ­λα κα­τε­βά­ζον­τας βι­βλί­α ἀ­πὸ τὰ ψη­λὰ ρά­φια. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὴ σκά­λα, τὴν παίρ­νει πα­ρά­με­ρα, τὴν ἀγ­κα­λιά­ζει καὶ τῆς δί­νει στὰ πε­τα­χτὰ ἕ­να φι­λί. Ἡ νε­α­ρὴ δί­πλα μου πα­γώ­νει. Στὰ μά­τια της ἄ­να­ψε μιὰ ἔκ­πλη­ξη ἀ­νά­μει­κτη μὲ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Ξα­να­βγά­ζει τὸ χαρ­τὶ ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα, τὸ τσα­κί­ζει στὴ χού­φτα της, ση­κώ­νε­ται καὶ τὸ πε­τά­ει πά­νω στὸν πάγ­κο, δί­πλα στὴν τα­μεια­κὴ μη­χα­νή. Ὥ­σπου νὰ ψά­ξω νὰ δῶ ποῦ ἦ­ταν ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης, ἡ κο­πέ­λα εἶ­χε ἤ­δη βγεῖ στὸ δρό­μο.

        Ἔ­νι­ω­σα κά­τι νὰ σπά­ει μὲ πά­τα­γο, σὰν ἕ­νας γυ­ά­λι­νος δί­σκος μὲ πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου, νὰ πέ­φτει στὸ μαρ­μά­ρι­νο πά­τω­μα καὶ τὰ κομ­μά­τια τους νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ον­ται σὲ ὅ­λο το χῶ­ρο τοῦ κα­φέ…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λί­λη Μι­χα­η­λί­δου (Λευ­κω­σί­α). Ποί­η­ση. Πε­ζο­γρα­φί­α. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ πό­λη δὲν θέ­λει συ­στά­σεις (Με­λά­νι, ἀ­φη­γή­μα­τα, 2011). Ποι­ή­μα­τα καὶ κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Κύ­προ καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.