Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα

(The Book I Read)


ΟΥΣΑ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τοῦ κα­θη­γη­τῆ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τῆς ζω­γρά­φου συ­ζύ­γου του. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε γρά­ψει πολ­λὰ δι­ά­ση­μα βι­βλί­α, ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἐκ­θέ­σει τοὺς πί­να­κές της σὲ ἀ­ξι­ο­σέ­βα­στες γκα­λε­ρί. Φαν­τα­ζό­μουν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά τους νὰ ἔ­χει βι­βλί­α ἀ­πὸ τοῖ­χο σὲ τοῖ­χο, κι ἀ­νά­με­σά τους αὐ­θεν­τι­κοὺς πί­να­κες. Ἦ­ταν ὁ τύ­πος τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος ποὺ φαν­τα­ζό­μουν πὼς θὰ κα­τοι­κοῦ­σα μιὰ μέ­ρα, ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ ἡ μέ­ρα φαι­νό­ταν πο­λὺ μα­κριὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α πῶς θὰ ἔ­φτα­να σ’ αὐ­τή. Ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας εἶ­χε μιὰ κό­ρη ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νο γά­μο. Εἶ­χε κον­τὰ μαλ­λιὰ καὶ φο­ροῦ­σε κον­τὲς φοῦ­στες καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ τὴν Τζὶν Σίμ­περγκ στὸ Μὲ Κομ­μέ­νη τὴν Ἀ­νά­σα. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀ­νέ­βαι­νε ἀγ­κα­ζὲ τὸν λό­φο πρὸς τὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας, μὲ βι­βλί­α πι­ε­σμέ­να στὸ στῆ­θος τους ἐ­νάν­τια στὸν ἄ­νε­μο. Γε­λοῦ­σαν μὲ τὸ πό­σο δύ­σκο­λο τὸ ἔ­κα­νε ὁ ἄ­νε­μος νὰ φτά­σουν στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ λό­φου. Σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω μιὰ κό­ρη σὰν αὐ­τὴ – κά­ποι­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ γε­λού­σα­με μὲ τὰ χα­ζὰ πράγ­μα­τα. Καὶ σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω ἕ­ναν πα­τέ­ρα σὰν τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας – κά­ποι­ον μὲ με­γά­λες ἰ­δέ­ες, ποὺ ὅ­μως ἔ­βρι­σκε ἀ­κό­μα εὐ­χα­ρί­στη­ση στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς προ­κλή­σεις. Στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, εἶ­χα δεῖ γκρα­φί­τι στοὺς τοί­χους στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες γιὰ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τὴν κό­ρη του καὶ τὸ τί ἔ­κα­ναν με­τα­ξύ τους. Μοῦ φαί­νον­ταν σκλη­ρὰ καὶ ἄ­δι­κα.

       Μιὰ μέ­ρα, ἡ κό­ρη μοῦ χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα. Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸ «The Book I Read» τῶν Talking Heads κι ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ μι­λή­σου­με γι’ αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Τὸ ἴ­διο κι ἐ­γώ. Κά­να­με μιὰ με­γά­λη καὶ γε­μά­τη νό­η­μα συ­ζή­τη­ση ποὺ κρά­τη­σε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἕ­ως νω­ρὶς τὸ βρά­δυ. Ἀγ­γί­ξα­με πολ­λὰ ση­μαν­τι­κὰ ση­μεῖ­α. Ἐ­γὼ τό­νι­σα πό­σο ὡ­ραῖ­ο θὰ ἦ­ταν ἂν ὁ πα­τέ­ρας της, ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας, ἦ­ταν μα­ζί μας. Θὰ εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες φι­λο­σο­φί­ες νὰ μοι­ρα­στεῖ. Ἀ­νέ­φε­ρα τὰ σκλη­ρὰ γκρα­φί­τι ποὺ εἶ­χα δεῖ στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες στὸ πα­νε­πι­στή­μιο καὶ πό­σο ἄ­δι­κα τὰ θε­ω­ροῦ­σα. Ἐ­κεί­νη σή­κω­σε ἀ­δι­ά­φο­ρά τους ὤ­μους. Τὰ εἶ­χαν δεῖ κι ἐ­κεῖ­νοι. Δὲν τοὺς ἐ­νο­χλοῦ­σε, μοῦ εἶ­πε. Ἔ­δει­ξε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Πά­νω του ὑ­πῆρ­χε μιὰ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου μου μέ­λος τῶν Rolling Stones, τοῦ Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς (ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει), νὰ χα­μο­γε­λά­ει στὴν κά­με­ρα. «Θέ­λεις νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με;» εἶ­πε, κρα­τών­τας τὸ στρί­φω­μα τῆς δι­κῆς της μπλού­ζας. Ἐ­πά­νω της εἶ­χε τυ­πω­μέ­νο τὸ πορ­τρέ­το τῆς Πά­τι Σμίθ, φω­το­γρα­φι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸν Μέ­ι­πλθορπ, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ Horses. Δὲν φο­ροῦ­σε τί­πο­τε ἀ­πὸ κά­τω. Ἦ­ταν μι­κρο­κα­μω­μέ­νη, μὲ μι­κρὰ στή­θη, ἀλ­λὰ ὄ­χι σὰν ἀ­γό­ρι. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ φύ­λο της. Αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὴν κου­ζί­να μου. Εἶ­χε σκο­τει­νιά­σει ἀρ­κε­τὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἀ­νά­ψει φῶ­τα. Ὅ­μως, ζοῦ­σα στὸ ἰ­σό­γει­ο. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα τί θὰ σκε­φτό­ταν κά­ποι­ος ποὺ θὰ ἀ­νέ­βαι­νε τὸν λό­φο, ἂν κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔ­λε­γα πὼς θὰ σκε­φτό­ταν: πῶς αὐ­τὸς ὁ πα­λιά­τσος στά­θη­κε τό­σο τυ­χε­ρός; Ἤλ­πι­ζα νὰ κοι­τά­ξουν καὶ νὰ τὸ σκε­φτοῦν ὄν­τως αὐ­τό. Ἐ­κεί­νη δὲν φαι­νό­ταν νὰ σκέ­φτε­ται κά­τι. Μοῦ ἔ­δω­σε τὸ μπλου­ζά­κι της, ὅ­πως θὰ ἔ­δι­νε στὸ τα­μεῖ­ο ἑ­νὸς βι­βλι­ο­πω­λεί­ου ἕ­να βι­βλί­ο, τῆς ἔ­δω­σα κι ἐ­γὼ τὸ δι­κό μου κι ἔ­πει­τα πῆ­γε πά­νω. Γιὰ τὴν ὑ­πό­λοι­πη μί­α ὥ­ρα ἢ κά­τι πα­ρα­πά­νω, τὴν ἄ­κου­γα νὰ βη­μα­τί­ζει στὸ δω­μά­τιο ἀ­πὸ πά­νω μου. Ἐ­γὼ εἶ­χα στυ­λώ­σει τὰ μά­τια στὸ τα­βά­νι, προ­σπα­θών­τας νὰ φαν­τα­στῶ ποῦ βρι­σκό­ταν, τὰ βι­βλί­α γύ­ρω της, τοὺς πί­να­κες.

       Τὴν ξα­νά­δα κά­να-δυ­ὸ φο­ρὲς με­τὰ ἀ­πὸ τό­τε, νὰ ἀ­νε­βαί­νει μὲ τὸν πα­τέ­ρα της τὸν ἀ­νε­μο­δαρ­μέ­νο λό­φο, κου­βα­λών­τας πάν­τα βι­βλί­α μα­ζί τους. Ἀρ­γό­τε­ρα, με­τα­κό­μι­σε στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ ἔ­βγα­λε δι­κό της βι­βλί­ο – ἕ­να χρο­νι­κὸ μὲ θέ­μα τὸ με­γά­λω­μα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ ἕ­ναν φι­λό­σο­φο πα­τέ­ρα. Γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ μπῆ­κε στὸ βι­βλί­ο, πό­ζα­ρε μπρο­στά σε γκρα­φί­τι στὸ τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Μοῦ φά­νη­καν κα­κο­φτι­αγ­μέ­να, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω τί ἔ­λε­γαν. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ ξε­κούμ­πω­το σα­κά­κι της, φο­ροῦ­σε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸν Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς. Μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ἔ­γι­να ἀ­θά­να­τος.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.


			

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Οἱ Παρενθετικοί



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Οἱ Παρενθετικοί

(Parentheticals)


ΧΕΤΕ ΑΚΟΥΣΕΙ τὰ ἕ­ξι στά­δια κοι­νω­νι­κοῦ δια­χω­­ρι­σμοῦ, τὴν ἰ­δέ­α πὼς ὅ­λοι οἱ ἐν ζω­ῇ ἄν­θρω­ποι βρί­σκον­ται μό­νο ἕ­ξι βή­μα­τα —ἕ­ξι χει­ρα­ψί­ες— μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ νὰ συ­ναν­τή­σουν ἢ γνω­ρί­σουν ὅ­λους τους ἄλ­λους. Τὸ 1993, γύ­ρι­σαν μιὰ ται­νί­α γι’ αὐ­τό. Στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Τὴν πό­λη μου. Ἐ­στι­ά­ζον­τας στὴ φή­μη καὶ τὸ χρῆ­μα, ἐ­ξέ­τα­σε τὴν ἐγ­γύ­τη­τα τῶν προ­νο­μί­ων καὶ τῆς ἔν­δειας, τῆς δι­α­ση­μό­τη­τας καὶ τῆς ἀ­νω­νυ­μί­ας. Ὑ­πάρ­χει μιὰ σκά­λα ἀ­νά­με­σα, ὑ­παι­νί­χθη­κε ἡ ται­νί­α, καὶ ἡ δι­α­δρο­μὴ εἶ­ναι δι­πλῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας.

       Στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ποὺ ἐ­γὼ περ­πά­τη­σα, τὰ ἕ­ξι στά­δια φαί­νον­ταν σὰν ὑ­περ­βο­λή. Γιὰ νὰ εἶ­σαι ἕ­ξι στά­δια μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ φή­μη καὶ τὸ χρῆ­μα, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πᾶς κά­που, ὅ­πως τὸ Κάν­σας, για­τὶ ὅ­που καὶ νὰ κοι­τοῦ­σες, ὅ­που κι ἂν πή­γαι­νες στὸ δι­κό μου Μαν­χά­ταν, τὰ ἄ­κρα συ­νυ­πῆρ­χαν καὶ οἱ δι­α­ση­μό­τη­τες ἔ­τρω­γαν σα­λά­τα στὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι. Ἴ­σως σὲ αὐ­τὸ νὰ ὀ­φεί­λε­ται ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ παι­χνι­διοῦ Ἕ­ξι Στά­δια μὲ τὸν Κέ­βιν Μπέ­ι­κον.


Ἡ θε­ω­ρί­α ἔ­λε­γε πὼς ὁ Κέ­βιν Μπέ­ι­κον, ἕ­νας ἠ­θο­ποι­ὸς ποὺ ἡ με­γά­λη του ἐ­πι­τυ­χί­α ἦρ­θε μὲ τὸ Footloose, εἶ­χε ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ τό­σες πολ­λὲς ται­νί­ες ποὺ μό­νο ἕ­ξι στά­δια τὸν χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λο ἠ­θο­ποι­ὸ ἐν ζω­ῇ. Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς, λέ­ω, ὅ­μως: ἔ­ζη­σα τρί­α τε­τρά­γω­να μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν Κέ­βιν Μπέ­ι­κον. Τὸν ἔ­βλε­πα ὅ­λη τὴν ὥ­ρα νὰ κα­λεῖ τα­ξὶ στὸν δρό­μο, νὰ μπαί­νει στὸν ὑ­πό­γει­ο, νὰ φέρ­νει πε­ζὸς ἕ­να παι­δὶ σπί­τι ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς προ­σπερ­νοῦ­σε, βυ­θι­σμέ­νος στὸν Μπε­ϊ­κο­νι­κὸ ἑ­αυ­τό του. Κά­να δυ­ὸ φο­ρὲς μοῦ ἔ­γνε­ψε ἕ­ναν χαι­ρε­τι­σμό. Ἡ σύ­ζυ­γός του, Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, δὲν μοῦ ἔ­γνε­ψε πο­τὲ καὶ ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ τὴν κα­τη­γο­ρή­σει; Μὲ μαλ­λιὰ σὰν χαί­τη λι­ον­τα­ριοῦ καὶ φι­γού­ρα μπα­λα­ρί­νας, προ­σέλ­κυ­ε τὴν προ­σο­χὴ ποὺ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες γυ­ναῖ­κες προ­σπα­θοῦν νὰ ἀ­γνο­ή­σουν. Μιὰ φο­ρά, ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ γυ­μνα­στή­ριό μου, φο­ρών­τας ἕ­να λευ­κὸ ὁ­λό­σω­μο κορ­μά­κι ποὺ ἔ­μοια­ζε νὰ ἔ­χει ζω­γρα­φι­στεῖ μὲ σπρέ­ι στὴν ψη­λό­λι­γνη, εὐ­λύ­γι­στη φι­γού­ρα της. Δὲν εἶ­χε οὔ­τε γραμ­μά­ριο λί­πους πά­νω της. Ὁ ἀ­δερ­φός της γυ­μνα­ζό­ταν στὸ ἴ­διο γυ­μνα­στή­ριο. Ἦ­ταν ψη­λό­τε­ρος καὶ εἶ­χε πα­ρό­μοι­α κορ­μο­στα­σιά. Μυ­ώ­δης, ἰ­σχνός, σμι­λε­μέ­νος. Προ­πο­νοῦν­ταν στὴν πυγ­μα­χί­α – χτυ­ποῦ­σε μὲ δύ­να­μη τὸν σά­κο, ἔ­δι­νε κο­φτὲς γρο­θι­ὲς στὸν προ­πο­νη­τι­κὸ μι­κρὸ σά­κο, γρον­θο­κο­ποῦ­σε τὸν ἀ­έ­ρα μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη σὲ γύ­ρους τῶν τρι­ῶν λε­πτῶν. Μιὰ μέ­ρα, μπῆ­κε μέ­σα μὲ μαυ­ρι­σμέ­νο μά­τι. Τὸν χτύ­πη­σε ξαφ­νι­κὰ ἕ­νας παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στος σὲ μιὰ μπον­τέγ­κα στὴν Ἄμ­στερ­νταμ Ἄ­βε­νιου. «Χρι­στέ μου» εἶ­πα κοι­τά­ζον­τας ἐ­ξε­τα­στι­κὰ τὸ μέ­γε­θος καὶ τὸ πό­σο μὸβ ἦ­ταν, «τί ἔ­κα­νες;». Ἔ­σκυ­ψε τὸ σῶ­μα του σὰν πυγ­μά­χος, ἔ­κα­νε προ­σποι­ή­σεις μὲ τοὺς ὤ­μους καὶ ἔ­ρι­ξε με­ρι­κὲς ἀ­στρα­πια­ῖες γρο­θι­ές. «Ἄρ­χι­σα νὰ χο­ρεύ­ω», εἶ­πε. «Ἔ­πρε­πε νὰ δεῖς τὸ δι­κό του πρό­σω­πο.» Κά­να-δυ­ὸ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ στούν­τιο γι­όγ­κα, ὅ­που πή­γαι­να κι ἐ­γώ. Τὸ ἴ­διο σῶ­μα πυγ­μά­χου, ἐκ­πλη­κτι­κὰ γυ­μνα­σμέ­νος. Στὴ γι­όγ­κα, ὅ­μως, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ προ­χω­ρή­σει πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χι­κὲς στά­σεις. Ἄν­τε­ξε εἴ­κο­σι λε­πτά, ἔ­πει­τα κά­θι­σε στὸ πά­τω­μα κόν­τρα στὸν τοῖ­χο, βρῆ­κε τὴν ἀ­νά­σα του κι ἔ­φυ­γε.

 

Ἀ­να­φέ­ρω τὸν ἀ­δερ­φὸ τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν σχε­δὸν δι­ά­ση­μος. Ἀ­πεῖ­χε ἕ­να στά­διο ἀ­πὸ τὴν ἀ­δερ­φή του, ποὺ ἦ­ταν δι­ά­ση­μη. Ἔ­τρω­γε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της. Ἦ­ταν ὁ θεῖ­ος τῶν παι­δι­ῶν τοῦ Κέ­βιν Μπέ­ι­κον (ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι τώ­ρα δι­ά­ση­μο). Ποῦ εἶ­ναι ὅ­μως τώ­ρα ὁ ἀ­δερ­φὸς τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ; Στὸ μυα­λό μου, τὸν βλέ­πω νὰ κά­θε­ται ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸν τοῖ­χο τοῦ στούν­τιο γι­όγ­κα μὲ τὸ μαῦ­ρο σόρ­τς του καὶ τὸ λευ­κὸ φα­νε­λά­κι, γε­μά­τος ἱ­δρώ­τα, μὲ τὸ στῆ­θος του νὰ ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νει, προ­σπα­θών­τας νὰ βρεῖ τὴν ἀ­νά­σα του, ἐ­νῶ κοι­τοῦ­σε μὲ δυ­σπι­στί­α, σὰν νὰ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν, αὐ­τό; Αὐ­τὸ μὲ ἔ­βγα­λε νὸκ ἄ­ουτ;


Εἶ­ναι πα­ρεν­θε­τι­κός. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸν βγά­λεις ἀ­πὸ τὴν πρό­τα­ση τῆς ἀ­φή­γη­σης τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἡ πρό­τα­ση θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ εἶ­ναι σω­στή. Κά­πως ἔ­τσι: «Ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­που κά­πο­τε ἔ­ζη­σε ὁ ἀ­δερ­φὸς τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, εἶ­ναι τὸ μέ­ρος ὅ­που οἱ χα­ρι­σμα­τι­κοὶ καὶ οἱ τυ­χε­ροὶ ἔρ­χον­ται νὰ παί­ξουν» καὶ ἡ πρό­τα­ση γί­νε­ται «Ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη εἶ­ναι τὸ μέ­ρος ὅ­που οἱ χα­ρι­σμα­τι­κοὶ καὶ οἱ τυ­χε­ροί…» Ὑ­πάρ­χουν ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀ­πὸ ἐ­μᾶς ἐ­κεῖ ἔ­ξω. Τὸ ξέ­ρω: ἐ­γὼ εἶ­μαι ἕ­νας. Εἶ­μαι κι ἐ­γὼ πα­ρεν­θε­τι­κός. Ὅ­μως, ἤ­μουν ἐ­κεῖ, κα­θι­σμέ­νος σὲ πα­τώ­μα­τα μὲ τὴν πλά­τη ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη σὲ δι­ά­φο­ρους τοί­χους, πα­ρα­κο­λου­θών­τας τοὺς χα­ρι­σμα­τι­κοὺς καὶ τοὺς τυ­χε­ροὺς νὰ περ­νᾶ­νε καὶ νὰ ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται, γα­μῶ­το, φί­λε, τί συ­νέ­βη;


Τὸ Πα­ρεν­θε­τι­κοί εἶ­ναι ἕ­να βι­βλί­ο (ἐν ἐ­ξε­λί­ξει) ποὺ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα, ἐ­κεί­νους τοὺς ἀν­θρώ­πους, καὶ αὐ­τὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα Μπον­ζά­ι ἢ με­γα­λύ­τε­ρα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ δευ­τε­ρεύ­ου­σες προ­τά­σεις ποὺ σβή­νον­ται, ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ ἀ­φή­νον­ται στὸ πε­ρι­θώ­ριο, ἐ­νῶ οἱ ὄ­μορ­φοι παί­ζουν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Τὸ πα­ρα­πά­νω κεί­με­νο εἶ­ναι ἀ­νέκ­δο­το καὶ τὸ πα­ρα­χώ­ρη­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας στὸν με­τα­φρα­στή του καὶ τα­κτι­κὸ συ­νερ­γά­τη μας Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη γιὰ νὰ χρη­σι­μεύ­σει ὡς εἰ­σα­γω­γὴ στὸ τρέ­χον μι­κρὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τῶν Ἱ­στο­ρι­ῶν Μπον­ζά­ϊ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α του. Συγ­γρα­φέ­α καὶ με­τα­φρα­στὴ τὸ ἱ­στο­λόγιό μας τοὺς εὐ­χα­ρι­στεῖ καὶ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση αὐ­τή.

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὸ ἀγγλικὸ δακτυλόγραφο:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς.

[τοῦ Γιώργη Ἀνεμογιάννη]


ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤὉΛΟΣ λί­γες μέ­ρες πρω­τύ­τε­ρα, μα­ζὶ μὲ ρου­με­λι­ώ­τι­κα στρα­τέ­μα­τα στελ­μέ­να ἀ­πὸ στε­ριᾶς, εἶ­χε δο­κι­μά­σει νὰ κυ­ρι­έ­ψῃ τὸν Ἔ­πα­χτο [Ναύ­πα­χτο] καὶ τὸ Κα­στέλ­λι τὸ ρου­με­λι­ώ­τι­κο [Ἀν­τίρ­ριο], μὰ τί­πο­τε δὲν κα­τά­φε­ρε. Τό­τε, χω­ρὶς δύ­να­μη στε­ρια­νή, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ χτυ­πή­σῃ μό­νος τὰ τούρ­κι­κα κα­ρά­βια ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­να κά­του ἀ­πὸ τὸ Κά­στρο τοῦ Ἐ­πά­χτου, κά­στρο ἀρ­μα­τω­μέ­νο μὲ βα­ριὰ κα­νό­νια. Μὲ μέ­σα πρό­χει­ρα ἀρ­μα­τώ­σα­νε, πρώ­τη φο­ρά, μπουρ­λό­το, μὰ ὅ­ταν ζη­τῆ­σαν ἀ­νά­με­σα στὰ πλη­ρώ­μα­τα τὸν κα­πε­τά­νιο ποὺ θὰ κυ­βερ­νοῦ­σε τὸ μπουρ­λό­το, κα­νέ­νας ἀ­π’ τοὺς ὀ­χτα­κό­σιους ναῦ­τες τοῦ στό­λου, οὔ­τε Σπε­τσι­ώ­της οὔ­τε Ὑ­δραῖ­ος οὔ­τε Ψα­ρια­νός, δὲν πα­ρου­σι­ά­στη­κε πα­ρὰ ἕ­να ναυ­τά­κι Πα­ξι­νός, τ’ ὄ­νο­μά του Γι­ώρ­γης.

       Οἱ κα­πε­τά­νιοι τοῦ στό­λου ποὺ τὸν εἶ­δαν ἔ­τσι ντρο­πα­λὸ καὶ τό­σο νει­ό, το­νὲ ρω­τῆ­σαν τί ζη­τά­ει πλη­ρω­μή του.

       Ὁ Γι­ώρ­γης εἶ­πε μὲ χα­μό­γε­λο καὶ πρό­σχα­ρη τὴν ὄ­ψη:

       — Τώ­ρα δὲ θέ­λω τί­πο­τε, μὰ ἂν δώ­σῃ ὁ Θε­ὸς καὶ πε­τύ­χω, τό­τε θὰ σᾶς πά­ρω ἀ­πὸ δέ­κα τάλ­λα­ρα νὰ κά­μω ἕ­να χά­ρι­σμα τῆς ἀρ­ρε­βω­νι­α­στι­κῆς μου.

       Κά­θι­σε στὸ τι­μό­νι ὁ Πα­ξι­νὸς μο­νά­χος, κι’ ἀ­πὸ πί­σω ἔ­σερ­νε τὴ βάρ­κα μὲ γε­ρὰ πα­λη­κά­ρια στὰ κου­πιὰ γιὰ νὰ τὸν πά­ρουν, ἀ­φοῦ θἄ­βα­νε τὴ φω­τιά.

       Τὸ μπουρ­λό­το ἔ­φτα­σε κον­τὰ στὸ κά­στρο· τὰ Τούρ­κι­κα κα­ρά­βια καὶ τοῦ κά­στρου τὰ κα­νό­νια ἀρ­χί­σα­νε νὰ τὸ χτυ­ποῦν. Τό­τε τῆς βάρ­κας ὁ κα­πε­τά­νιος, ὁ Σπε­τσι­ώ­της Μυρ­για­λῆς, βι­ά­στη­κε κ’ ἔ­βα­λε τὴ φω­τιὰ στὸ μπουρ­λό­το ἀ­φί­νον­τας μέ­σα καὶ τὸν Πα­ξι­νό. Ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ἀ­πὸ φό­βο τά­χα ἢ ἀ­πὸ βι­α­σύ­νη ἄ­και­ρη; Ἄ­να­ψε ἀ­μέ­σως τὸ μπουρ­λό­το, κι’ ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα φω­νά­ζα­νε τοῦ Πα­ξι­νοῦ νὰ πέ­σῃ στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ γλυ­τώ­σῃ, μὰ αὐ­τὸς ἀρ­νή­θη­κε. Ἡ πλώ­ρη τοῦ μπουρ­λό­του και­γό­ταν ὅ­λη, τὰ τούρ­κι­κα κα­νό­νια ξερ­νού­σα­νε τὴς μπά­λες γύ­ρω του, κι’ αὐ­τὸς δὲν ἔ­φευ­γε. Μὰ τὸ μπουρ­λό­το του γύ­ρι­σε ἀν­τί­πλω­ρα στὸν ἄ­νε­μο, κ’ οἱ φλό­γες τό­τε σκε­πά­σαν ὅ­λο τὸ κα­τά­στρω­μα καὶ το­νὲ δι­ῶ­ξαν ἀ­πὸ ‘­κεῖ. Τοῦ κά­κου πιὰ πά­λαι­βε μὲ τὰ στοι­χειά, τὸν ἄ­νε­μο καὶ τὴ φω­τιά· ὁ Πα­ξι­νὸς καὶ πά­λι δὲν ἤ­θε­λε μή­τε ἀ­π’ αὐ­τὰ νὰ νι­κη­θῇ.

       Κρε­μά­στη­κε ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴν πρύ­μη μ’ ἕ­να σκοι­νὶ ποὺ τὄ­φτεια­σε πα­λάγ­κο, πρό­χει­ρα, κ’ ἐ­κεῖ­θε κυ­βερ­νοῦ­σε τὸ φλο­γι­σμέ­νο του σκα­φί­δι, μὰ σὲ λί­γο οἱ φλό­γες το­νὲ δι­ῶ­ξαν κι’ ἀ­πὸ τὸ πα­λάγ­κο του. Ὁ Πα­ξι­νὸς ἔ­πε­σε τό­τε στὸ νε­ρὸ καὶ κο­λυμ­πῶν­τας πο­λε­μοῦ­σε ἀ­κό­μα νὰ κυ­βερ­νή­σῃ κα­τὰ τὸ σκο­πό του, ὥ­σπου τούρ­κι­κες βάρ­κες τὸν κυ­κλῶ­σαν καὶ τὸν πή­ρα­νε, μὰ σύ­ρα­νε καὶ τὸ μπουρ­λό­το μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὰ κα­ρά­βια τους.

       Οἱ Ἕλ­λη­νες κα­πε­τά­νιοι ἀρ­γά, ὅ­μως καὶ τοῦ κά­κου δο­κι­μά­σα­νε νὰ σώ­σουν τὴ ζω­ὴ τοῦ Πα­ξι­νοῦ μὲ σκλά­βους καὶ μὲ χρή­μα­τα ποὺ δί­ναν.

       Οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­φοῦ το­νὲ σου­βλί­σαν καὶ τὸν ψῆ­σαν, ὕ­στε­ρα κρε­μα­σμέ­νον ἀ­πὸ τοὺς προ­μα­χῶ­νες το­νὲ δεί­χνα­νε γιὰ καύ­χη­μά τους τὸν ἀ­φάν­τα­στο τὸν ἥ­ρω­α, τὸ Γι­ώρ­γη Πα­ξι­νό.

       Γι­ώρ­γης Ἀ­νε­μο­γιά­ννης ἤ­τα­νε τ’ ὄ­νο­μά του.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ι. Φι­λή­μο­νος Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλλ. Ἐ­πα­να­στ. Γ´, σ. 336.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 272-273 [Τίτλος: «581.— Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Τὸ ἄγαλμα τοῦ Γιώρ­γου Ἀνε­μογιάν­νη στὴν εἴ­σο­δο τοῦ λι­μα­νιοῦ τῆς Ναυ­πά­κτου. Ἔρ­γο (1966) τοῦ γλύ­πτη Νικό­λα (Νι­κό­λα­ου Παυ­λό­που­λου, 1909-1990).



		

	

Ἰσμήνη-Μαρία Τσοχαλῆ: Μετὰ τὴν παραλία


Ἰ­σμή­νη-Μα­ρί­α Τσο­χα­λῆ


Με­τὰ τὴν πα­ρα­λί­α


ΗΜΕΡΑ Η ΖΕΣΤΗ εἶ­ναι ἀ­πο­πνι­κτι­κή. Προ­σπά­θη­σες μά­ται­α νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖς στὶς ση­μει­ώ­σεις, ποὺ τὶς κου­βά­λη­σες γιὰ τρί­τη φο­ρὰ στὴν πα­ρα­λία, κά­τω ἀ­π’ τὴν ψά­θι­νη ὀμ­πρέ­λα τοῦ δή­μου. Τώ­ρα κοι­τᾶς τὸ νε­ρό, ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νο μέ­σα στὴ λάμ­ψη τοῦ ἥ­λιου, καὶ σὰν νὰ πε­ρι­μέ­νεις ἕ­να ση­μά­δι γιὰ νὰ μὴ δώ­σεις τὴν ἐ­ξέ­τα­ση τὴν ἄλ­λη ἑ­βδο­μά­δα.

        Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀρ­γεῖ κι ἀ­πο­φα­σί­ζεις νὰ βγεῖς μὲ τὰ πό­δια στὸν κεν­τρι­κό. Περ­πα­τᾶς στὰ δρο­μά­κια ἀ­νά­με­σα στὰ ἐ­ξο­χι­κὰ σπί­τια, μὲ τὸν ἥ­λιο κόν­τρα στὸ πρό­σω­πο. Λί­γο με­τὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἂν πη­γαί­νεις πρὸς τὴ σω­στὴ κα­τεύ­θυν­ση καὶ συ­νει­δη­το­ποι­εῖς πό­σο ἔ­χεις ἱ­δρώ­σει. Κον­το­στέ­κε­σαι καὶ κοι­τᾶς γύ­ρω τὶς αὐ­λὲς – δὲν εἶ­ναι ψυ­χὴ ἔ­ξω. Μέ­σα στὴν πη­χτὴ ζέ­στη ποὺ μοιά­ζει νὰ σκε­πά­ζει κά­θε ἄλ­λο θό­ρυ­βο νι­ώ­θεις ξαφ­νι­κὰ νὰ σὲ βα­ραί­νει ὁ ἀ­στα­μά­τη­τος ἦ­χος τῶν τζι­τζι­κι­ῶν.

       Σὲ μιὰ αὐ­λὴ πα­ρα­κά­τω βλέ­πεις κά­ποι­ον· πλη­σιά­ζεις στὰ κάγ­κε­λα τῆς πε­ρί­φρα­ξης καὶ κοι­τᾶς μέ­σα. Μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κά­θε­ται σὲ μιὰ βε­ράν­τα τρί­α σκα­λιὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ ἔ­δα­φος. Φο­ρά­ει μαύ­ρη ρόμ­πα καὶ γυα­λιὰ μυ­ω­πί­ας μὲ λε­πτὸ σκε­λε­τό, καὶ σοῦ θυ­μί­ζει κά­πως τὴ για­γιά σου. «Συγ­γνώ­μη, ξέ­ρε­τε πῶς θὰ βγῶ στὸν κεν­τρι­κό;» Φαί­νε­ται πὼς δὲν σὲ ἄ­κου­σε κα­λά, για­τὶ παίρ­νει μιὰ ἀ­πο­ρη­μέ­νη ἔκ­φρα­ση καὶ φέρ­νει τὸ χέ­ρι κον­τὰ στὸ αὐ­τί της. Βά­ζεις τὸ πρό­σω­πό σου ἀ­νά­με­σα στὰ κάγ­κε­λα καὶ ξα­να­ρω­τᾶς πιὸ δυ­να­τά: «Συγ­γνώ­μη, χά­θη­κα λί­γο. Ξέ­ρε­τε πῶς θὰ βγῶ ἀ­πὸ δῶ στὸν κεν­τρι­κό;» Σοῦ κά­νει νό­η­μα μὲ τὸ χέ­ρι νὰ πε­ρι­μέ­νεις, ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ ἔρ­χε­ται πιὸ κον­τά. Ὅ­μως ἀν­τὶ νὰ στρί­ψει καὶ νὰ κα­τέ­βει τὰ σκα­λιά, πη­γαί­νει εὐ­θεί­α καί, πρὶν συ­νει­δη­το­ποι­ή­σεις τί πρό­κει­ται νὰ συμ­βεῖ, φτά­νει στὴν ἄ­κρη τῆς βε­ράν­τας —ποὺ εἶ­ναι ἕ­να ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νο πε­ζού­λι χω­ρὶς κάγ­κε­λα— καὶ συ­νε­χί­ζει.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις τί βλέ­πεις. Ἕ­να μαῦ­ρο σῶ­μα ξα­πλω­μέ­νο στὶς πλά­κες τῆς αὐ­λῆς. Κά­τω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι, ποὺ εἶ­ναι γυ­ρι­σμέ­νο στὸ πλά­ϊ, ἀρ­χί­ζει νὰ σχη­μα­τί­ζε­ται μιὰ κη­λί­δα ποὺ με­γα­λώ­νει. Κόκ­κι­νη. Βρί­σκεις τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα καὶ προ­σπα­θεῖς νὰ τὴν ἀ­νοί­ξεις – εἶ­ναι κλει­δω­μέ­νη. Χω­ρὶς νὰ τὸ ἀ­πο­φα­σί­σεις, βγαί­νει ἡ φω­νή σου: «Ἡ για­γιά! Ἔ­πε­σε ἡ για­γιά!» Νι­ώ­θεις σὰν νὰ βρί­σκε­σαι σὲ ὄ­νει­ρο.

       Ἀ­πὸ τὸ σπί­τι βγαί­νει ἕ­νας παπ­πούς, κοι­τά­ει κά­τω κι ἀ­λα­φι­ά­ζε­ται. Ση­κώ­νει τὰ χέ­ρια στὸ κε­φά­λι, φω­νά­ζει, κλαί­ει. «Ἄχ, πέν­τε λε­πτὰ σὲ ἄ­φη­σα, πῶς πῆ­γες κι ἔ­πε­σες;»

       Κρα­τᾶς σφι­χτά τὰ κάγ­κε­λα καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ πᾶς οὔ­τε μπρο­στὰ οὔ­τε πί­σω – μό­νο κοι­τᾶς. Πό­σο φο­βᾶ­σαι ὅ­ταν γερ­νᾶς, σκέ­φτε­σαι. Νό­μι­ζες ὅ­τι συ­νέ­βαι­νε τὸ ἀν­τί­θε­το.

       Ἀ­πὸ τὸν πά­νω ὄ­ρο­φο ἀ­νοί­γουν κι ἄλ­λες πόρ­τες, κα­τε­βαί­νουν δυ­ὸ-τρεῖς ἀ­κό­μη. Πη­γαι­νο­έρ­χον­ται, ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, ἕ­να μα­ξι­λά­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τῆς για­γιᾶς. Τὰ αἵ­μα­τα εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸν σκε­λε­τὸ τῶν γυ­α­λι­ῶν ποὺ ἄ­νοι­ξε τὸ δέρ­μα, ἀ­κοῦς νὰ λέ­νε, δὲν φαί­νε­ται νά ’­χει ἄλ­λη πλη­γή. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ξα­πλω­μέ­νη, μὲ τὰ μά­τια κλει­στά.

       «Κα­λὰ ποὺ ἤ­σουν κι ἐ­σύ, παι­δί μου. Περ­νοῦ­σες καὶ τὴν εἶ­δες πε­σμέ­νη, ἔ;» σὲ ρω­τά­ει μιὰ γυ­ναί­κα, ἀ­πὸ τὴ μέ­σα πλευ­ρὰ τῆς αὐ­λῆς.

       Τι­νά­ζε­σαι, σὰν νὰ μὴν πε­ρί­με­νες ὅ­τι σὲ βλέ­πουν. «Ἔ; Ναί, ναί…» ἀ­κοῦς τὴ φω­νή σου νὰ λέ­ει ψέ­μα­τα γιὰ σέ­να.

       «Ἔ­χει ἄ­νοι­α ἡ κα­η­μέ­νη. Τώ­ρα θά ’ρ­θει καὶ τὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Θὰ πε­ρι­μέ­νεις μέ­χρι νὰ ἔρ­θει;»

       «Ἔ… δὲν μπο­ρῶ, συγ­γνώ­μη. Πρέ­πει νὰ φύ­γω.»

       Σή­με­ρα μπο­ρεῖ νὰ σκό­τω­σα μιὰ για­γιά, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νεις στὸν ἑ­αυ­τό σου κα­θὼς φεύ­γεις ἀ­πὸ κεῖ ὅ­σο γί­νε­ται πιὸ γρή­γο­ρα. Ὅ­ταν πι­στεύ­εις ὅ­τι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κες ἀρ­κε­τά, βρί­σκεις μιὰ πέ­τρα καὶ κά­θε­σαι γιὰ λί­γο μὲ τὸ κε­φά­λι πά­νω στὰ γό­να­τα. Τὸ μά­γου­λό σου καί­ει, κι ὅ­σο πα­ρα­τη­ρεῖς τὸ σχῆ­μα τῆς σκιᾶς σου ποὺ μαυ­ρί­ζει στὸ χῶ­μα, ἀρ­χί­ζει νὰ ἁ­πλώ­νε­ται μέ­σα σου ἡ σκέ­ψη —ποὺ σοῦ φαί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ λο­γι­κὴ— ὅ­τι σὲ ζά­λι­σε ὁ ἥ­λιος κι ὅ­τι τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἔ­γι­νε στ’ ἀ­λή­θεια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰσμήνη-Μαρία Τσο­χα­λῆ (Ἀ­θή­να, 1985). Σπου­δὲς Παι­δα­γω­γι­κῆς στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν, Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας στὴν Ἀγ­γλί­α. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρά­στρια ὑ­πο­τι­τλι­σμοῦ.



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ύ­δωρ



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#17]

 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ύ­δωρ[1]

 

            μπα­νι­έ­ρα


Ο ΜΩΡΟ ΜΟΥ παί­ζει στην μπα­νι­έ­ρα, ευ­τυ­χι­σμέ­νο. Αρ­χί­ζω να του λού­ζω το κε­φα­λά­κι κι έ­τσι περ­νά ο χρό­νος. Τό­τε το μω­ρό ξε­κι­νά­ει. Ό­ταν αρ­χί­σω να ξε­πλέ­νω τα μαλ­λιά του, τον χά­νω. Γυρ­νά­ω και νά ’τος πά­λι. Δεν κα­τα­λα­βαί­νω τι συμ­βαί­νει και παίρ­νω το αυ­στη­ρό μου. Τον μα­λώ­νω. Δε μ’ α­ρέ­σει αυ­τό που κά­νει. Το μω­ρό γε­λά­ει, το δι­α­σκε­δά­ζει ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο, α­στρά­φτει για μια στιγ­μή και ξα­να­χά­νε­ται. Η α­νυ­πο­μο­νη­σί­α μου δεν κα­τα­φέρ­νει πα­ρά να χει­ρο­τε­ρεύ­σει τα πράγ­μα­τα. Κά­θε φο­ρά εμ­φα­νί­ζε­ται κι ε­ξα­φα­νί­ζε­ται πιο α­στρα­πια­ία, δε μου α­φή­νει χρό­νο να δι­α­μαρ­τυ­ρη­θώ. Κά­τω α­πό τη μά­σκα της ε­νό­χλη­σής μου, πιά­νω με την ά­κρη του μα­τιού μου το πο­νη­ρό του βλέμ­μα, η τυ­φλό­τη­τά μου εί­ναι ο θρί­αμ­βός του, η ζή­λεια μου το πά­θος του. Για λί­γο, συ­νε­χί­ζω α­κό­μα να αν­τι­δρώ: δε γνω­ρί­ζω πώς να υ­πο­δε­χθώ την α­δυ­να­μί­α. Το μω­ρό θέ­λει μό­νο να παί­ξει. T­ο παι­χνί­δι θαμ­πώ­νει και δια­ρκεί ό­λη τη ζω­ή. Αυ­τή εί­ναι η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[2] με τί­τλο Το μω­ρό (The baby) της Αρ­γεν­τι­νής María Negroni που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται[3] στη δι­ε­θνή αν­θο­λο­γί­α Flash Fiction International. Στο πρω­τό­τυ­πο ι­σπα­νι­κό κεί­με­νο ό­μως, με τί­τλο El bebé, α­πό το βι­βλί­ο της Night journey, η πα­ρα­πά­νω μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ξε­κι­νά­ει με το α­πό­φθεγ­μα της Μαργαρίτας Β’, Κό­μισ­σας της Φλάν­δρας και του Αι­νώ, η οποία εί­χε μια μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή ζωή τον 13ο αι.: αυ­τός που δεν έχει τί­πο­τα να κρύ­ψει, δεν έχει τί­πο­τα να δεί­ξει[4].


            βρο­χή


«Λα­τρεύ­ε­τε τη μυ­ρω­διά της βρο­χής; Υπάρ­χει ένα απώ­τε­ρο κί­νη­τρο πί­σω από το δέ­λε­αρ του πε­τρι­χώ­ρου» εί­ναι ο τί­τλος του άρ­θρου[5] της Jacinta Bowler στο Science Alert, όπου ανα­φέ­ρο­νται νέα στοι­χεία για την αγα­πη­μέ­νη μας μυ­ρω­διά. Το 1964 Αυ­στρα­λοί επι­στή­μο­νες δη­μο­σί­ευ­σαν στο πε­ριο­δι­κό Nature μια με­λέ­τη για τη φύ­ση της αρ­γι­λι­κής οσμής της γε­ω­σμί­νης, μιας βιο­σύν­θε­σης που πα­ρά­γε­ται κα­τά την απο­σύν­θε­ση βα­κτη­ρί­ων και μι­κρο­βί­ων. Της απέδωσαν τον σύν­θε­το όρο πε­τρι­χώ­ρος (pe­tri­chor), από τον συν­δυα­σμό των ελ­λη­νι­κών λέ­ξε­ων «πέ­τρα» και «ιχώρ» ή «ιχώ­ρος» – το χρυ­σα­φέ­νιο αί­μα των θε­ών στην ελ­λη­νι­κή μυ­θο­λο­γία. Με­τα­γε­νέ­στε­ρες έ­ρευ­νες επα­λή­θευ­σαν την αν­θρώ­πι­νη έλ­ξη στη μυ­ρω­διά της βρο­χής. Το 2015 ερευ­νη­τές του ΜΙΤ ανα­κοί­νω­σαν τα πει­ρα­μα­τι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα για τον, άγνω­στο μέ­χρι τό­τε, μη­χα­νι­σμό απε­λευ­θέ­ρω­σης της γε­ω­σμί­νης στο πε­ρι­βάλ­λον, ενώ το 2018 απα­ντή­θη­κε το ερώ­τη­μα αν μό­νο ο άν­θρω­πος έχει αυ­τή την ευαι­σθη­σία. Τα πει­ρά­μα­τα έδει­ξαν ότι οι μι­κρο­σκο­πι­κοί πό­δου­ροι ή springtails, αρ­θρό­πο­δα της τά­ξης Collembola που συμ­βιώ­νουν με άλ­λους μι­κρο-ορ­γα­νι­σμούς στην υγρή, νε­κρή ορ­γα­νι­κή ύλη ενός οι­κο­συ­στή­μα­τος, μοι­ρά­ζoν­ται μα­ζί μας την ί­δια έλ­ξη, ως ανα­πό­σπα­στο μέ­ρος μιας αλ­λη­λέν­δε­της δια­δι­κα­σί­ας ανα­πα­ρα­γω­γής. Τα βα­κτή­ρια του γέ­νους των Στρεπ­το­μυ­κή­των λί­γο πριν ολο­κλη­ρώ­σουν τον κύ­κλο ζω­ής «προ­σκα­λούν» τους παμ­φά­γους πό­δου­ρους στις αποι­κί­ες τους εκλύ­ο­ντας την αγα­πη­μέ­νη οσμή που ερε­θί­ζει τις κε­ραί­ες τους, έτσι ώστε να τρα­φούν με τα υπο­λείμ­μα­τά τους και το σώ­μα τους να γί­νει φο­ρέ­ας δια­σκορ­πι­σμού των σπο­ρί­ων με τα νέα βα­κτή­ρια σε με­γα­λύ­τε­ρο εύ­ρος του συ­στή­μα­τος, ανα­κυ­κλώ­νο­ντας μια δια­δι­κα­σία εκα­τομ­μυ­ρί­ων ετών. Την επό­με­νη φο­ρά που θα μυ­ρί­σε­τε τη βρο­χή, μπο­ρεί­τε να απο­λαύ­σε­τε το γε­γο­νός ότι αυ­τό που μυ­ρί­ζε­τε εί­ναι ένας ολό­κλη­ρος κύ­κλος ζω­ής με τον δι­κό του μι­κρό τρό­πο, κα­τα­λή­γει η Bowler στο άρ­θρο της.


Ο Raymond Carver στο ποί­η­μά του με τί­τλο Βρο­χή[6] γρά­φει: Ξύ­πνη­σα σή­με­ρα το πρωί με μια τρο­με­ρή/ επι­θυ­μία να μεί­νω στο κρε­βά­τι όλη τη μέ­ρα / και να δια­βά­ζω. Πο­λέ­μη­σα για ένα λε­πτό ενα­ντί­ον της. Τε­λι­κά πα­ρα­δί­νε­ται στην ατμό­σφαι­ρα του βρο­χε­ρού πρω­ι­νού και ανα­ρω­τιέ­ται: Θα ζού­σα άρα­γε τη ζωή μου με τον ίδιο τρό­πο ξα­νά; / Θα έκα­να τα ίδια ασυγ­χώ­ρη­τα λά­θη; Ναι, και μι­σή μό­νο ευ­και­ρία να εί­χα. Ναι.

       Ο Anton Chekhov στο δι­ή­γη­μά του «Τα Φρα­γκο­στά­φυ­λα» πε­ρι­γρά­φει την εξής σκη­νή: Ο Ιβάν Ιβά­νιτς βγή­κε έξω, έπε­σε στο νε­ρό με θό­ρυ­βο και κο­λύ­μπη­σε στη βρο­χή, ανε­μί­ζο­ντας πλα­τιά τα χέ­ρια και από αυ­τόν έφευ­γαν κύ­μα­τα και στα κύ­μα­τα στα­μα­τού­σαν άσπρες γραμ­μές. Κο­λύ­μπη­σε μέ­χρι τη μέ­ση του πα­ρα­πό­τα­μου και έκα­νε βου­τιά και ύστε­ρα από ένα λε­πτό εμ­φα­νί­στη­κε σε άλ­λο ση­μείο και κο­λύ­μπη­σε πιο μα­κριά και όλο έκα­νε βου­τιές, προ­σπα­θώ­ντας να φτά­σει τον βυ­θό. «Αχ, Θεέ μου», επα­να­λάμ­βα­νε γε­μά­τος ευ­χα­ρί­στη­ση. «Αχ, Θεέ μου…». Κο­λύ­μπη­σε μέ­χρι τον μύ­λο, μί­λη­σε εκεί για κά­τι με χω­ρι­κούς και επέ­στρε­ψε πί­σω. Στη μέ­ση του πα­ρα­πό­τα­μου ξά­πλω­σε πά­νω στο νε­ρό, με το πρό­σω­πο εκτε­θει­μέ­νο στη βρο­χή. Ο Μπούρ­κιν και ο Αλιό­χιν εί­χαν ντυ­θεί ήδη και ήταν έτοι­μοι να φύ­γουν, ενώ εκεί­νος ακό­μη κο­λυ­μπού­σε και έκα­νε βου­τιές. «Αχ, Θεέ μου…», μο­νο­λο­γού­σε. «Αχ, Κύ­ριε ελέ­η­σον!» «Ελά­τε, αρ­κε­τά!», του φώ­να­ξε ο Μπούρ­κιν.

       Αυ­τή η σκη­νή απο­τε­λεί το ει­σα­γω­γι­κό ση­μεί­ω­μα του νέ­ου βι­βλί­ου δο­κι­μί­ων για την ρω­σι­κή δι­η­γη­μα­το­γρα­φία με τί­τλο A swim in a Pond in the Rain (Κο­λύ­μπι σε μια λί­μνη υπό βρο­χή) του Αμε­ρι­κα­νού George Saunders, ο οποί­ος τη δι­δά­σκει τα τε­λευ­ταία εί­κο­σι χρό­νια στο Syracuse University. Στο βι­βλίο εξε­ρευ­νά τη συγ­γρα­φι­κή δια­δι­κα­σία, την ανα­γνω­στι­κή λει­τουρ­γία και την αμ­φί­δρο­μη σχέ­ση τους, κι επι­χει­ρεί να φω­τί­σει αφε­νός την αλ­λη­λε­πί­δρα­ση των σπου­δα­στών του με αυ­τά τα κεί­με­να και αφε­τέ­ρου τον πε­ριρ­ρέ­ο­ντα στο­χα­σμό τους: Πώς οφεί­λου­με να ζού­με; Τι εί­ναι αλή­θεια και πώς μπο­ρού­με να τη γνω­ρί­ζου­με;


Έχου­με ανα­φέ­ρει σε προηγούμενο δελτίο την άπο­ψη του David Drury για τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία ότι μοιά­ζει με απύθ­με­νη λι­μνού­λα, η κα­τα­βύ­θι­ση στην οποία δη­μιουρ­γεί την εκ­πλη­κτι­κή αί­σθη­ση που βιώ­νει κα­νείς σε μια αιω­ρού­με­νη ανε­μό­σκα­λα, όταν γλι­στρά­ει μέ­σα σε ένα πη­γά­δι ή σε μια από­το­μη νε­ρο­τσου­λή­θρα. Η πρώ­τη πρό­τα­ση της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[7] της Αμε­ρι­κα­νί­δας Mary Hamilton με τί­τλο Η μού­χλα μυ­ρί­ζει σαν το σπί­τι (Mold smells like home) κα­τα­φέρ­νει ακρι­βώς αυ­τό και εί­ναι η εξής: Κρα­τά­με τον Γουόλ­τερ σε μιά σπη­λιά επει­δή εί­ναι άσχη­μος. Οι φί­λοι του Γουόλ­τερ τον έχουν κλει­δώ­σει σε μια σπη­λιά στο δά­σος. Η πόρ­τα που σφρα­γί­ζει τη σπη­λιά έχει ρωγ­μές κι ένα μι­κρό άνοιγ­μα αρ­κε­τό για να του δί­νουν φα­γη­τό και νε­ρό, αλ­λά και για να μπο­ρεί ο Γουόλ­τερ να βγά­ζει το χέ­ρι του και να απο­λαμ­βά­νει τη βρο­χή επά­νω του. Μέ­σα από τις ρωγ­μές βλέ­πει τον γα­λα­νό ου­ρα­νό, το δά­σος, το πο­τά­μι, τον κα­ταρ­ρά­κτη, τη λί­μνη στο βά­θος, το φεγ­γά­ρι στη λί­μνη, τα αστέ­ρια και το σύ­μπαν τις νύ­χτες, αλ­λά και τα πάρ­τι και τα λου­κούλ­λεια γεύ­μα­τα που ορ­γα­νώ­νουν οι φί­λοι του στο δά­σος. Η σπη­λιά γί­νε­ται ο κό­σμος του και η μυ­ρω­διά της μού­χλας του φαί­νε­ται οι­κεία. Στην ιστο­ρία προ­στί­θε­ται και το άλο­γο ενός γαιο­κτή­μο­να της πε­ριο­χής, το οποίο τα βρά­δια το έσκα­γε και κο­λυ­μπού­σε στη λί­μνη κυ­νη­γώ­ντας τον αντι­κα­το­πτρι­σμό του φεγ­γα­ριού, όμως ο γαιο­κτή­μο­νας το απο­κε­φά­λι­σε προς συμ­μόρ­φω­ση και πλέ­ον τη μέ­ρα τρι­γυρ­νά­ει στο δά­σος και σκο­ντά­φτει πα­ντού. Ίσως φαί­νε­ται σκλη­ρό, αλ­λά εί­ναι για το κα­λό του, ανα­φέ­ρει στην αρ­χή η Hamilton, μι­λώ­ντας για τον Γουόλ­τερ, και κα­τα­λή­γει: Και γνω­ρί­ζει ότι θα του κρα­τή­σου­με το χέ­ρι και ότι θα του πού­με ότι βρί­σκε­ται εδώ επει­δή ακρι­βώς εί­ναι υπερ­βο­λι­κά ωραί­ος για τον κό­σμο.

 

            λί­μνη


Στο δυ­τι­κό Βε­ρο­λί­νο στη λί­μνη Βαν­ζεέ στην άκρη ενός μο­νο­πα­τιού υπάρ­χουν δύο επιγραφές, μία μι­κρή και μία με­γά­λη. Στη μι­κρή ανα­γρά­φε­ται το όνο­μα της Henriette Vogel, η οποία εγκα­τέ­λει­ψε την οι­κο­γέ­νειά της και ακο­λού­θη­σε μέ­χρι το τέ­λος της σύ­ντο­μης σχέ­σης τους τον ποι­η­τή Heinrich von Kleist, το όνο­μα του οποί­ου ανα­γρά­φε­ται στη με­γά­λη. Εκεί ο Heinrich πυ­ρο­βό­λη­σε την Henriette κι έπει­τα αυ­το­πυ­ρο­βο­λή­θη­κε. Αν δε γνω­ρί­ζει κά­ποιος την ιστορία τους, ίσως προ­σπε­ρά­σει το ση­μείο. Η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[8] του Ισπα­νού Rafael Pérez Estrada, από τη συλ­λο­γή του El ladrón de atardeceres, με τί­τλο Γνω­ρί­ζω μό­νο (Sólo sé), εί­ναι η εξής: Γνω­ρί­ζω μό­νο ότι, αν ανοί­ξω το ποί­η­μα θα πρέ­πει να αι­μορ­ρα­γεί. Στον ίδιο βαθ­μό γλωσ­σι­κής ακρί­βειας και λα­κω­νι­κό­τη­τας εί­ναι και η πρώ­τη στρο­φή του ποι­ή­μα­τος του Αμε­ρι­κα­νού Mark Strand με τί­τλο Eating poetryΜε­λά­νι κυ­λά­ει από τις γω­νί­ες του στό­μα­τός μου / Δεν υπάρ­χει ευ­τυ­χία σαν τη δι­κή μου. /Τρώω ποί­η­ση.


Το πρώτο βι­βλίο της Βρε­τα­νί­δας Claire-Louise Bennett με τί­τλο Pond (Λί­μνη) κι­νεί­ται στα όρια σπον­δυ­λω­τού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος-νου­βέ­λας, ή συλ­λο­γής δι­η­γη­μά­των-μι­κρο­μυ­θο­πλα­σιών, οπό­τε διαφεύγει της τα­ξι­νό­μη­σης σε μία από τις πα­ρα­πά­νω κα­τη­γο­ρί­ες. Η ανώ­νυ­μη, νε­α­ρή αφη­γή­τρια κα­τα­φεύ­γει σε ένα χω­ριό στη δυ­τι­κή ακτή της Ιρ­λαν­δί­ας και αρ­χι­κά φαί­νε­ται να βυ­θί­ζε­ται στην ανυ­παρ­ξία. Κα­τα­γρά­φει την καθημερινότητά της, όπως την επι­μο­νή της να φτιά­ξει το κα­λύ­τε­ρο πό­ριτζ ή μια συ­νά­ντη­σή της με μια αγε­λά­δα σε έναν από τους μο­να­χι­κούς πε­ρι­πά­τους της, όμως δια­πι­στώ­νου­με ότι κά­τω από την ακύ­μα­ντη αφη­γη­μα­τι­κή επι­φά­νεια και την αδιό­ρα­τη πλο­κή μαί­νε­ται μια υπαρ­ξια­κή κα­ται­γί­δα. Στην ιστο­ρία της με τί­τλο The Big Day, η ηρω­ί­δα ανα­ρω­τιέ­ται για­τί η σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά της το­πο­θέ­τη­σε μια πι­να­κί­δα που γρά­φει «Λί­μνη» δί­πλα στη λί­μνη. Στην ιστο­ρία της με τί­τλο Morning, noon & night δεί­χνει πό­σο λα­τρεύ­ει να τε­μα­χί­ζει βρώ­σι­μα εί­δη, ενώ ξα­πλω­μέ­νη δί­πλα στον εφή­με­ρο ερα­στή της σκέ­φτε­ται τα λα­χα­νι­κά εκεί έξω στο σκο­τά­δι, τη γη στην οποία φυ­τρώ­νουν, σα να μην εί­χε ανοι­χτεί πο­τέ ξα­νά. Στην τε­λευ­ταία πρό­τα­ση της ιστο­ρί­ας με τί­τλο Words escape me απο­φαί­νε­ται με ντο­στο­γιεφ­σκι­κό τρό­πο για τον πρό­τε­ρο βίο της: Ήμουν κά­τω από τη γη. Η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[9] της με τί­τλο Τη­γα­νιά (Stir-Fry) που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στο βι­βλίο εί­ναι η εξής: Μό­λις πέ­τα­ξα το βρα­δι­νό μου στον σκου­πι­δο­τε­νε­κέ. Γνώ­ρι­ζα όταν το έφτια­χνα ότι θα το πε­τού­σα, έτσι πρό­σθε­σα σ’ αυ­τό όλα τα πράγ­μα­τα που δε θέ­λω να ξα­να­δώ.

 

            πι­σί­να


Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[10] της Νε­ο­ζη­λαν­δής Shannon Savvas με τί­τλο Το Κράκεν, δη­λα­δή το κε­φα­λό­πο­δο θα­λάσ­σιο τέ­ρας που εντοπίζεται στους σκαν­δι­να­βι­κούς μύ­θους, ηρω­ί­δα εί­ναι μια τρο­με­ρή για­γιά. Κά­θε μέ­ρα βυ­θί­ζε­ται στη φθο­ρά του χρό­νου, βά­φει τα χεί­λη και τα νύ­χια της, αλ­λά με τα χα­μη­λο­τά­κου­να πα­πού­τσια της, τις μα­κριές φού­στες και τους γυρ­τούς ώμους της κα­λυμ­μέ­νους μέ­ς στο κα­τα­κα­λό­και­ρο, περ­νά­ει απα­ρα­τή­ρη­τη. Εκτός από όταν πη­γαί­νει για κο­λύ­μπι στην πι­σί­να, με τον λου­λου­δά­το σκού­φο και το ολό­σω­μο μα­γιό της, εκεί δεν μπο­ρεί να κρυ­φτεί κα­νείς. Όταν κά­θε­ται στην ξα­πλώ­στρα τα εγ­γο­νά­κια της πα­ρα­τη­ρούν με τρό­μο τις σμηγ­μα­τορ­ροϊ­κές κε­ρα­τώ­σεις στο δέρ­μα των χε­ριών της και τα δια­τρέ­χουν με τα δα­χτυ­λά­κια τους. Προ­σο­χή στα δρα­κό­ντεια λέ­πια μου, τους λέ­ει. Εξε­λίσ­σο­μαι. Όσο πιο άτα­κτα εί­στε, τό­σο με­τα­μορ­φώ­νο­μαι. Στα γουρ­λω­μέ­να μά­τια τους βλέ­πει ότι ξέ­ρουν πως η ατα­ξία δεν προ­κα­λεί μό­νο μπε­λά­δες, αλ­λά και δύ­να­μη.[…] Αυ­τό με χα­ρο­ποιεί επει­δή γνω­ρί­ζω, τα πι­τσι­ρί­κια δι­ψούν για δρά­μα, τρό­μο, σκο­τει­νή φα­ντα­σία, όχι για γλυ­κα­νά­λα­τες ιστο­ρί­ες. Αμί­λη­τα, αλ­λά εν­θου­σια­σμέ­να μα­ζεύ­ο­νται γύ­ρω της και συ­νε­χί­ζουν να πα­ρα­τη­ρούν το υπό­λοι­πο σώ­μα της, την κυτ­τα­ρί­τι­δα και τις πε­ταγ­μέ­νες φλέ­βες στα πό­δια της. Ένα άγ­γιγ­μά σας και τα σά­πια σκου­λή­κια μου, μπλε από το δη­λη­τή­ριο, θα σας σκο­τώ­σουν, τα προει­δο­ποιεί ψι­θυ­ρι­στά. Τό­τε πι­σω­πα­τούν και ξε­ρο­κα­τα­πί­νουνΒυ­θί­ζο­μαι στο νε­ρό και πε­ρι­μέ­νω την κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή. Όταν τα παι­διά ξε­χνιού­νται παί­ζο­ντας ξα­νά στην πι­σί­να η ηρω­ί­δα πε­τά­γε­ται μέ­σα από το νε­ρό και φω­νά­ζει Εί­μαι το Κρά­κεν. Τσι­ρίγ­μα­τα, κλά­μα­τα και πα­νι­κός επι­κρα­τεί πα­ντού. Τό­τε η ηρω­ί­δα βγαί­νει από την πι­σί­να, τι­νά­ζει το νε­ρό από πά­νω της, πη­γαί­νει στο μπαρ και απο­λαμ­βά­νει το τσι­γά­ρο και το δρο­σε­ρό της τζιν.


Τί­πο­τα δεν εί­ναι τρο­με­ρό εκτός από τον ίδιο τον φό­βο, έχει πει ο Fr.​Bacon. Φέ­τος τον Ιού­νιο συ­μπλη­ρώ­νο­νται 35 χρό­νια από τον θά­να­το του Jorge Luis Borges, ο οποί­ος έχει πει και το ο χρό­νος εί­ναι ένα πο­τά­μι που με πα­ρα­σύ­ρει, αλ­λά το πο­τά­μι εί­μαι εγώ. Η τα­φι­κή του στή­λη στο Βα­σι­λι­κό Κοι­μη­τή­ριο της Γε­νεύ­ης απο­τε­λεί μια σύντομη, αλ­λά ολό­κλη­ρη ιστορία, με ανα­φο­ρές στη Μάχη του Μάλντον κα­τά τη διάρ­κεια των θα­λάσ­σιων επι­δρο­μών των Βί­κινγκς στα τέ­λη του 10ου αι. Στη στή­λη ανα­γρά­φο­νται και κά­ποιες φρά­σεις, μία από τις οποί­ες ανή­κει στο ομό­τι­τλο αγ­γλι­κό ποί­η­μα που εί­χε με­τα­φρά­σει ο ίδιος και ξε­χώ­ρι­ζε: and ne forhtedon na, δη­λα­δή, μη φο­βά­σαι.

 

            πο­τά­μι


Οι αριθ­μοί στο τα­ξί­με­τρο μπλέ­κο­νται με­τα­ξύ τους κι έπει­τα εξα­φα­νί­ζο­νται, και δεν πει­ρά­ζει διό­τι οι αριθ­μοί εί­ναι μια επι­νό­η­ση όπως η αγά­πη. Έτσι ξε­κι­νά­ει η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[11] της Αμε­ρι­κα­νί­δας Francine Witte Βόλ­τα με τα­ξί (Cab Ride) στην οποία μια γυ­ναί­κα παίρ­νει τα­ξί να πά­ει στο νο­σο­κο­μείο στη μη­τέ­ρα της που πε­θαί­νει. Ο ασπρο­μάλ­λης, αμί­λη­τος τα­ξι­τζής, λί­γο πριν στρί­ψει στην εί­σο­δο του νο­σο­κο­μεί­ου λο­ξο­δρο­μεί και η γυ­ναί­κα ανα­στα­τώ­νε­ται. Πε­ρί­με­νε, του λέ­ει, σου εί­πα πά­με στο Σεντ Ελί­ζα­μπεθ. Το γνω­ρί­ζω, της απα­ντά­ει ο τα­ξι­τζής κλεί­νο­ντας το τα­ξί­με­τρο. Ας κά­νου­με πρώ­τα μια βόλ­τα από το πο­τά­μι. Η γυ­ναί­κα τρο­μο­κρα­τεί­ται και την ίδια στιγ­μή θυ­μά­ται τη μη­τέ­ρα της που τη ρω­τού­σε πώς προ­τι­μού­σε τα αβγά που της ετοί­μα­ζε, μά­τια ή ομε­λέ­τα; Ο τα­ξι­τζής την πα­ρα­κο­λου­θεί από τον κα­θρέ­φτη, Τα νο­σο­κο­μεία μπο­ρούν να πε­ρι­μέ­νουν με­ρι­κά λε­πτά, της λέ­ει. Η κό­ρη μου ήταν μό­λις πέ­ντε. Με­τά από μια πο­λύ σύ­ντο­μη βόλ­τα στο πο­τά­μι, με διά­φο­ρους αν­θρώ­πους να τρέ­χουν γύ­ρω τους και τους γλά­ρους να πε­τούν ξέ­νοια­στοι, η ηρω­ί­δα πριν απο­βι­βα­στεί έξω από το νο­σο­κο­μείο, ει­σπνέ­ει βα­θιά τον κα­θα­ρό αέ­ρα από το πα­ρά­θυ­ρο κι αι­σθά­νε­ται ένα ξαφ­νι­κό πε­τά­ρι­σμα κά­τω από τις μα­σχά­λες της.

       Η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[12] του Ισπα­νού Antonio Cabrera πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στην αν­θο­λο­γία Galería de hiperbreves, έχει τί­τλο Διαί­σθη­ση και εί­ναι η εξής: Γρή­γο­ρα, εί­πε, ρίξ­τε στο πο­τά­μι τις στά­χτες του Φοί­νι­κα.

 

            κα­ταρ­ρά­κτης

 

Η γυ­ναί­κα μι­λά­ει τό­σο, και εγώ γε­λάω. Κά­θο­μαι στο μπρά­τσο του ξε­φτι­σμέ­νου κα­να­πέ μας, η γυ­ναί­κα μου μι­λά­ει, κι εγώ γε­λάω μέ­χρι εσχά­των. Ο ήρω­ας στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[13] του Αμε­ρι­κα­νού Douglas W. Milliken με τί­τλο Αλα­τού­χο διά­λυ­μα (Saline) φο­ρά­ει ένα μα­κό, κο­ντο­μά­νι­κο μπλου­ζά­κι, πι­θα­νόν της γυ­ναί­κας του, που αφή­νει εκτε­θει­μέ­νη την κοι­λιά του, αλ­λά ολο­καί­νου­ρια εσώ­ρου­χα, επει­δή ακό­μα και οι χει­ρό­τε­ρες κα­τα­στά­σεις αξί­ζουν ωραία πράγ­μα­τα, βλέ­πει τη γυ­ναί­κα του που μι­λά­ει απέ­να­ντί του, δεν προ­σέ­χει, δεν ακού­ει, ού­τε που κα­τα­λα­βαί­νει τι λέ­ει, εκεί­νη συ­νε­χί­ζει ακα­τά­παυ­στα, σα να μην πι­στεύ­ει ού­τε η ίδια την ιστο­ρία που λέ­ει. Ο ήρω­ας μό­νο βλέ­πει τα Μαύ­ρα μαλ­λιά σαν μυ­θι­κός κα­ταρ­ρά­κτης. Και γε­λά­ει, επτά η ώρα το πρωί και η γά­τα τους τούς κοι­τά­ει βα­ριε­στη­μέ­να, η γυ­ναί­κα του χεί­μαρ­ρος, αυ­τός γε­λά­ει με όλο του το εί­ναι σα να εξαρ­τώ­νται ζω­ές από το γέ­λιο μου, αμέ­τρη­τες μι­κρο­σκο­πι­κές ζω­ές, ή τέ­λος πά­ντων, τρεις ζω­ές. Αυ­τές οι τρεις ζω­ές. Η γυ­ναί­κα μου και η γά­τα μου: γε­λάω για να μας κρα­τή­σω ζω­ντα­νούς. Το εσω­τε­ρι­κό του μπρά­τσου μου ακό­μα καί­ει και με φα­γου­ρί­ζει κα­θώς τα οστά μου εξα­κο­λου­θούν να τρέ­μουν —έτσι αι­σθά­νο­μαι, σαν μό­νι­μες δο­νή­σεις που χτυ­πούν τον μυ­ε­λό των οστών μου— και ξέ­ρω ότι δε θα φάω για μια ημέ­ρα ακό­μα, αλ­λά δεν πει­ρά­ζει. Εί­μαι εντά­ξει. Η φω­νή της γυ­ναί­κας. Η γά­τα που κυ­νη­γά­ει την ου­ρά της. Το γέ­λιο μου. Γε­λά­ει. Μέ­χρι που Το μα­ξι­λά­ρι μου­σκεύ­ει από τα δά­κρυα.

       Πρό­τα­ση κά­θαρ­σης από τον αγώ­να του ήρωα με τον καρ­κί­νο; Ανα­γω­γή στη σκέ­ψη του Søren Kierkegaard[14], ο οποί­ος έγρα­ψε Όταν ήμουν πο­λύ νέ­ος, ξέ­μα­θα να γε­λώ στην σπη­λιά του Τρο­φώ­νιου. Όταν με­γά­λω­σα, όταν άνοι­ξα τα μά­τια μου και πα­ρα­τή­ρη­σα την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τό­τε έπρε­πε να γε­λά­σω και από τό­τε δεν στα­μά­τη­σα ; Μία μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία ωδή στη ση­μα­σία του κω­μι­κού και του γέλιου του Henri Bergson; Ή υπεν­θύ­μι­ση της γνω­στής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[15] του Juan José Ar­reola με τί­τλο Ο κόσμος ; Ο Θε­ός δεν έχει δη­μιουρ­γή­σει ακό­μα τον κό­σμο· μο­να­χά τον φα­ντά­ζε­ται, όπως στα όνει­ρα. Γι’ αυ­τό ο κό­σμος εί­ναι τέ­λειος, αλ­λά μπερ­δε­μέ­νος.

 

            θά­λασ­σα


Το ψά­ρι που απο­φα­σί­ζει να αυ­το­κτο­νή­σει απο­φεύ­γει γρή­γο­ρα το δί­χτυ στο οποίο θα ξε­ψυ­χού­σε με τους συ­ντρό­φους του, προ­σπερ­νά μπρο­στά από το αγκί­στρι του κα­θη­με­ρι­νού ψα­ρά ο οποί­ος ξε­φυλ­λί­ζει ένα πε­ριο­δι­κό και κα­τα­πί­νει χω­ρίς εν­δοια­σμό το αγκί­στρι ενός παι­διού που θα θυ­μά­ται σε όλη του τη ζωή τους τρο­με­ρούς σπα­σμούς της ασφυ­ξί­ας του. Αυ­τή εί­ναι η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[16] του Αρ­γε­ντι­νού Raúl Brasca με τί­τλο Ύστα­τη επι­λο­γή (Última elección).

       Μπλε (Blue), εί­ναι ο τί­τλος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[17] της Ιρ­λαν­δής Nuala O’ Connor. Η με­θυ­σμέ­νη από πολ­λά κο­κτέιλς ηρω­ί­δα μα­γνη­τί­ζε­ται από το μπλε υγρό των ού­ρων της και μια ου­ρά που τής κρύ­βε­ται μέ­σα στη λε­κά­νη της τουα­λέ­τας. Δι­πλω­μέ­νη πά­νω σ’ αυ­τή νιώ­θει να γλι­στρά­ει μέ­σα σε ένα μπλε τού­νελ ακο­λου­θώ­ντας την ου­ρά σε μια άβυσ­σο που την τρα­βά­ει προς τον ου­ρα­νό, τη θά­λασ­σα, το μπλε των μα­τιών του αγα­πη­μέ­νου της. Σώ­ζε­ται την τε­λευ­ταία στιγ­μή από το χέ­ρι του εφή­με­ρου ερα­στή της που την τρα­βά­ει στην επι­φά­νεια. Σε κρα­τάω, ακού­γε­ται μια φω­νή, Σε κρα­τάω. Εδώ εί­σαι. Αλ­λά το μό­νο που αι­σθά­νο­μαι εί­ναι το αγκί­στρι μέ­σα στο μά­γου­λό μου, το τρά­βηγ­μά του προς τα πί­σω.

       Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[18] της Αμε­ρι­κα­νί­δας Meg Pokrass με τί­τλο Θα­λάσ­σια θη­λα­στι­κά που έχουν εξο­κεί­λει (Stran­ded Sea Mam­mals) η θά­λασ­σα απα­λύ­νει τον πό­νο μιας οι­κο­γέ­νειας από τον πνιγ­μό του ενός γιου. Η μη­τέ­ρα σκαρ­φα­λω­μέ­νη στη σκε­πή του πα­ρα­θα­λάσ­σιου σπι­τιού τους πα­ρα­τη­ρεί τη θά­λασ­σα, ψά­χνο­ντας για φά­λαι­νες και φώ­κιες που εξο­κεί­λουν συ­χνά στην ακτή τους. Ο άλ­λος της γιος την βι­ντε­ο­σκο­πεί και ο πα­τέ­ρας την πα­ρα­κα­λεί να μη φω­νά­ζει κά­θε φο­ρά που βλέ­πει μια σκιά και θε­ω­ρεί ότι εί­ναι κά­ποιο θη­λα­στι­κό που έχει εξο­κεί­λει, επει­δή τρο­μά­ζει τα σκυ­λιά τους. Αρ­γό­τε­ρα κά­θο­νται στον κα­να­πέ να δουν το βί­ντεο. Το μπρά­τσο του γιου εί­ναι αγκι­στρω­μέ­νο γύ­ρω από τους ώμους της και πα­ρα­τη­ρεί ότι όταν η μη­τέ­ρα του ήταν σκαρ­φα­λω­μέ­νη στη σκε­πή σή­κω­νε το ανα­μνη­στι­κό ση­μαιά­κι από το Γκραντ Κά­νυον που τής εί­χε φέ­ρει δώ­ρο ο πνιγ­μέ­νος αδερ­φός του. Το κου­νού­σε πέ­ρα δώ­θε ως ανα­γνω­ρι­στι­κό για τις φά­λαι­νες και τις φώ­κιες.

       Στα Δευ­τε­ρό­λε­πτα, από τη συλ­λο­γή Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, ο Γιάν­νης Ρί­τσος γρά­φει: Τον πνιγ­μέ­νο τον ξά­πλω­σαν στην προ­κυ­μαία. / Νέ­ος ωραί­ος, ολό­γυ­μνος. / Στ’ αρι­στε­ρό του χέ­ρι, το ρο­λόι δου­λεύ­ει ακό­μα. Μια πα­ρό­μοια ει­κό­να συ­να­ντά­με στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία Password, του Γιάν­νη Πα­λα­βού, ενώ μια με­ταν­θρω­πι­στι­κή προ­σέγ­γι­ση στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία Φα­λαι­νο­κτο­νία του Μα­ρο­κι­νού Mustapha Handar.


«Από πού έρ­χο­νται όλοι αυ­τοί;» ρώ­τη­σε ο Ρίρ­ντον. «Από πα­ντού», εί­πε ο Κάρ­μακ. Στέ­κο­νταν στην πα­ρα­λια­κή οδό. Όσο έφτα­νε το μά­τι τους δεν έβλε­παν πα­ρά αυ­το­κί­νη­τα. Χι­λιά­δες αυ­το­κί­νη­τα στρι­μωγ­μέ­να προ­φυ­λα­κτή­ρα με προ­φυ­λα­κτή­ρα και στην άκρη του πε­ζο­δρο­μί­ου. Η πα­ρα­λια­κή ήταν γε­μά­τη από αυ­τά. «Να, έρ­χο­νται κι άλ­λα», εί­πε ο Κάρ­μακ. Οι δύο αστυ­νό­μοι κοί­τα­ξαν το πλή­θος που περ­πα­τού­σε προς την ακτή. Πολ­λοί συ­ζη­τού­σαν με­τα­ξύ τους και γε­λού­σαν. Με­ρι­κοί ήταν πο­λύ σιω­πη­λοί και σο­βα­ροί. Όμως όλοι περ­πα­τού­σαν προς την πα­ρα­λία. Ο Ρίρ­ντον κού­νη­σε το κε­φά­λι του. «Δεν το κα­τα­λα­βαί­νω», εί­πε για εκα­το­στή φο­ρά αυ­τή την εβδο­μά­δα. «Απλά δεν το πιά­νω». […] Κα­θώς οι δύο αστυ­νο­μι­κοί πα­ρα­κο­λου­θού­σαν, το πλή­θος των αν­θρώ­πων κι­νού­νταν κα­τά μή­κος της γκρι­ζω­πής αμ­μου­διάς και περ­πα­τού­σαν προς το νε­ρό. [] Σε με­ρι­κά λε­πτά εί­χαν εξα­φα­νι­στεί όλοι. Οι δύο αστυ­νο­μι­κοί έμει­ναν να κοι­τά­ζουν το ση­μείο στο οποίο εί­χαν περ­πα­τή­σει όλοι μέ­σα στο νε­ρό. «Πό­σο διαρ­κεί όλο αυ­τό;» ρώ­τη­σε ο Ρίρ­ντον. «Μέ­χρι να εξα­φα­νι­στούν, φα­ντά­ζο­μαι», εί­πε ο Κάρ­μακ. «Αλ­λά για­τί;» «Έχεις δια­βά­σει πο­τέ για τα λέ­μινγκς;» ρώ­τη­σε ο Κάρ­μακ. «Όχι.» «Εί­ναι τρω­κτι­κά που ζουν στις Σκαν­δι­να­βι­κές χώ­ρες. Συ­νε­χί­ζουν να ανα­πα­ρά­γο­νται μέ­χρι να εξα­ντλη­θούν όλα τα απο­θέ­μα­τα τρο­φής τους. Έπει­τα δια­σχί­ζουν τη χώ­ρα, κα­τα­βρο­χθί­ζο­ντας τα πά­ντα στο πέ­ρα­σμά τους. Όταν φτά­νουν στην ακτή συ­νε­χί­ζουν να προ­χω­ρά­νε. Κο­λυ­μπούν μέ­χρι να τους εγκα­τα­λεί­ψουν οι δυ­νά­μεις τους. Εκα­τομ­μύ­ρια από αυ­τά.» «Πι­στεύ­εις ότι αυ­τό συμ­βαί­νει;» ρώ­τη­σε ο Ρίρ­ντον. «Μπο­ρεί», εί­πε ο Κάρ­μακ. «Οι άν­θρω­ποι δεν εί­ναι τρω­κτι­κά!» εί­πε θυ­μω­μέ­να ο Ρίρ­ντον. Ο Κάρ­μακ δεν απά­ντη­σε. Αυ­τό εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της γνωστής ιστορίας Λέ­μινγκς (Lem­mings), του Κα­λι­φορ­νέ­ζου Richard Matheson, ση­μείο ανα­φο­ράς στη διε­θνή κρι­τι­κή της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Εί­χε δη­μο­σιευ­θεί στην κα­τη­γο­ρία «δι­ή­γη­μα» (short story) τον Ιανουάριο του 1958 στο πε­ριο­δι­κό Fan­ta­sy and Sci­en­ce Fi­ction. Η ιστο­ρία ολο­κλη­ρώ­νε­ται με τον απο­χαι­ρε­τι­σμό των δύο συ­να­δέλ­φων, πρώ­τος ο Ρίρ­ντον παίρ­νει τον δρό­μο προς τη θά­λασ­σα, και λί­γο αρ­γό­τε­ρα ακο­λου­θεί και ο Κάρ­μακ.

       Η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[19] Δια­στη­μάν­θρω­πος (Space Man) της Αμε­ρι­κα­νί­δας Kathy Fish εί­ναι η εξής: Η κο­πέ­λα του πι­θα­νόν να σερ­φά­ρει κά­που στην Κα­λι­φόρ­νια τώ­ρα. Εί­ναι αστρο­φυ­σι­κός και βε­τε­ρά­νος πο­λέ­μου και αθλή­τρια τριά­θλου, αλ­λά δεν έχει τα­ξι­δέ­ψει πο­τέ της στο διά­στη­μα, όπως αυ­τός τώ­ρα, μέ­σα σε ένα δια­στη­μό­πλοιο που μέ­νει. Το κα­τα­λα­βαί­νει ότι μέ­νει από τον ήχο της μη­χα­νής, σαν πα­πού­τσι του τέ­νις μέ­σα σε κά­δο στε­γνω­τη­ρί­ου, κι επί­σης, από τον τρό­πο που κι­νεί­ται εκτός ελέγ­χου. Μό­νος, με δυ­να­τή φω­νή ο Δια­στη­μάν­θρω­πος επι­στρα­τεύ­ει την προ­στα­κτι­κή: Εκτι­νά­ξου! Εκτι­νά­ξου! Και προ­ε­τοι­μά­ζο­ντας τον εαυ­τό του για το άγνω­στο, πα­τά­ει το κου­μπί. Λυ­τός, νεύ­ει στο δια­στη­μό­πλοιό του κα­θώς αυ­τό του­μπά­ρει στο διά­στη­μα. Όπως αυ­τός, ο ίδιος, του­μπά­ρει στο διά­στη­μα. Κλεί­νει σφι­χτά τα μά­τια του. Η Τζέιν θα του έλε­γε να μη φο­βά­ται, ότι αυ­τό εί­ναι ένα άπει­ρο σύ­μπαν και σε ένα άπει­ρο σύ­μπαν όλα τα πράγ­μα­τα εί­ναι μα­θη­μα­τι­κώς πι­θα­νά, έως βέ­βαια. Κι έτσι φα­ντά­ζε­ται το όμορ­φο κο­ρί­τσι του, να περ­πα­τά­ει προς το μέ­ρος του επά­νω σε έναν ξύ­λι­νο διά­δρο­μο πα­ρα­λί­ας ή έστω στον Πλού­τω­να ή σε κά­ποιο αστέ­ρι, με μια σα­νί­δα του σερφ κά­τω από τη μα­σχά­λη της, να λέ­ει βλέ­πεις, Δια­στη­μάν­θρω­πε; Βλέ­πεις;

 

            κα­λο­καί­ρι


4 κού­πες καρ­πού­ζι χω­ρίς κου­κού­τσια κομ­μέ­νο σε κύ­βους 30 γρ. συ­μπυ­κνω­μέ­νου, κα­τα­ψυγ­μέ­νου χυ­μού λε­μο­νά­δας 3 κού­πες νε­ρό

  1. Χτυ­πή­στε το καρ­πού­ζι στο μί­ξερ σε μέ­τρια τα­χύ­τη­τα μέ­χρι να ομο­γε­νο­ποι­η­θεί.
  2. Γυ­ρί­στε το σε ένα μπολ, περ­νώ­ντας το από σου­ρω­τή­ρι, αφαι­ρώ­ντας υπό­λοι­πα από τον προη­γού­με­νο εαυ­τό του.
  3. Προ­σθέ­στε το σε κα­νά­τα με τον συ­μπυ­κνω­μέ­νο χυ­μό λε­μο­νιού.
  4. Ανα­κα­τώ­στε μέ­χρι να ανα­μει­χθούν εντε­λώς.
  5. Κα­τα­ψύ­χε­τε μέ­χρι να φτά­σει τον βαθ­μό της πα­γω­μέ­νης θά­λασ­σας μέ­σα σας.

       Αυ­τό εί­ναι τμή­μα της σπον­δυ­λω­τής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας της/του[20] E.​Y.​ Smith με τί­τλο Κα­λο­και­ρι­νός οδη­γός Κά­ν’ το μό­νος σου του Φραντς Κάφ­κα[21] (Franz Kafka’s Sum­mer DIY Guide) και υπό­τι­τλο Watermelon Lemonade (Λε­μο­νά­δα καρ­πού­ζι). Δια­βά­ζε­ται συν­δυα­στι­κά με το ποί­η­μα Straw­ber­ries (Φρά­ου­λες) του Σκω­τσέ­ζου Edwin Morgan, ει­δι­κά λό­γω του τε­λευ­ταί­ου στί­χου[22]Άσε την κα­ται­γί­δα να πλύ­νει τα πιά­τα.

 

            πει­ρα­τές


«Εί­μαι πει­ρα­τής», της εί­πε στο πρώ­το τους ρα­ντε­βού, αγ­γί­ζο­ντας το αυ­τί του. «Ο τρό­μος των θα­λασ­σών». «Πώς ξέ­ρω ότι αυ­τό εί­ναι αλή­θεια;» ρώ­τη­σε εκεί­νη. «Δεν ξέ­ρεις», της απά­ντη­σε, και τής έσκα­σε ένα χα­μό­γε­λο. «Αυ­τό εί­ναι το πρό­βλη­μα με τους πει­ρα­τές». Πριν εξα­φα­νι­στεί ο άντρας, την επό­με­νη κιό­λας ημέ­ρα, της άφη­σε το πει­ρα­τι­κό του ση­μά­δι. Κι έχω­σε έναν θη­σαυ­ρό βα­θιά στη ζε­στή άμ­μο του κορ­μιού της. […] Στο νο­σο­κο­μείο, ο ακτι­νο­δια­γνώ­στης χαρ­το­γρά­φη­σε το ανα­δυό­με­νο νη­σί στην κοι­λιά της και έδει­ξε προς την οθό­νη με το στυ­λό του. «Το Χ δεί­χνει το ση­μείο», εί­πε χα­μο­γε­λώ­ντας. Τρά­βη­ξε μια ασπρό­μαυ­ρη λή­ψη: όλο κι όλο ένα κρα­νίο και με­ρι­κά οστά· μια σπον­δυ­λι­κή στή­λη στρι­φο­γυ­ρι­στή σαν ιπ­πό­κα­μπος. «Θέ­λεις να μά­θεις;» ρώ­τη­σε. «Γνω­ρί­ζω ήδη», εί­πε εκεί­νη. Πή­ρε μα­ζί της μό­νο ένα αντί­γρα­φο και στο σπί­τι το κόλ­λη­σε ψη­λά στην πόρ­τα του ψυ­γεί­ου. Το βλέ­πει κά­θε φο­ρά που πη­γαί­νει να πά­ρει γά­λα. Το μο­να­δι­κό, βυ­θι­σμέ­νο μά­τι, μαύ­ρο σαν κα­λύ­πτρα. Και τις μι­κρές γρο­θιές που σφίγ­γουν μαρ­γα­ρι­τά­ρια σε έναν υγρό τά­φο. Αυ­τή εί­ναι σχε­δόν ολό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[23] του Βρε­τα­νού Tim Craig, με τί­τλο Το πρό­βλη­μα με τους πει­ρα­τές (The Trouble With Pirates).

θε­ω­ρη­τι­κές δια­κλα­δώ­σεις


Η πο­λύ σύ­ντο­μη πε­ζο­γρα­φι­κή φόρ­μα έχει απο­δει­χθεί ιδιαί­τε­ρα αν­θε­κτι­κή στο χρό­νο όπως και η ιδέα του μι­κρού, του μέ­γα. Ο Samuel Beckett έλε­γε ότι ολό­κλη­ρος ο κό­σμος του Proust βγαί­νει από ένα φλι­τζά­νι τσάι. Και ο Joseph Conrad έγρα­φε στην Καρδιά του σκότουςΟι ιστο­ρί­ες που δι­η­γού­νται οι ναυ­τι­κοί, δια­κρί­νο­νται όλες από μιαν ευ­θύ­τη­τα και μιαν απλό­τη­τα. Όλο το νό­η­μα μιας δι­ή­γη­σής τους χω­ρά­ει σε μια φού­χτα. Πα­ρό­λο που για τον Μάρ­λο­ου το νό­η­μα μιας ιστο­ρί­ας του δεν βρι­σκό­ταν μέ­σα στον πυ­ρή­να της, αλ­λά απ’ έξω, θαρ­ρείς και το νό­η­μα πε­ριέ­βα­λε την ιστο­ρία. Ιδέα που εντο­πί­ζε­ται συ­χνά στη θε­ω­ρία της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

       Από τη δε­κα­ε­τία του ’80 που ξε­κί­νη­σε η συ­στη­μα­τι­κή με­λέ­τη της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας με τη μο­νο­γρα­φία (1984) της Κου­βα­νέ­ζας Dolores Koch για την ισπα­νό­φω­νη πε­ρί­πτω­ση, συ­γκρο­τή­θη­κε γύ­ρω της διε­θνές επι­στη­μο­νι­κό πε­δίο, το οποίο διευ­ρύ­νε­ται ανελ­λι­πώς. Μας απα­σχο­λεί συ­νη­θέ­στε­ρα η πο­λι­τι­σμι­κή της διά­στα­ση, όπως η μελέτη (2002) του Με­ξι­κα­νού Lauro Zavala ή της Δα­νής Gitte Mose (2000) για την σκαν­δι­να­βι­κή πε­ρί­πτω­ση Kortproza υπό το πρί­σμα του γερ­μα­νι­κού ρο­μα­ντι­σμού και τον υπαρ­ξι­σμό του S. Kierkegaard. Τε­λευ­ταία, όμως, η έρευ­να της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εμ­βα­θύ­νει μέ­χρι και στην πο­λι­τι­κή της διά­στα­ση, όπως η μελέτη (2017) της Ιτα­λί­δας Paola del Zoppo, για την γερ­μα­νό­φω­νη Kurzprosa για την πε­ρί­ο­δο 1960-2000. Επι­πλέ­ον, έχει δη­μιουρ­γη­θεί ένα αρ­χι­πέ­λα­γος σύγ­χρο­νων κει­μέ­νων που ανα­νε­ώ­νε­ται συ­νε­χώς. Από ερευ­νη­τι­κή άπο­ψη αυ­τό εί­ναι εν­θαρ­ρυ­ντι­κό, αλ­λά πλέ­ον αν­θρω­πί­νως αδύ­να­το να το πα­ρα­κο­λου­θεί κα­νείς εν εξε­λί­ξει, κα­τα­γρά­φο­ντάς το, με­λε­τώ­ντας το πο­σο­τι­κά και ποιο­τι­κά με βε­βαιό­τη­τα και ακρί­βεια. Το σί­γου­ρο εί­ναι ότι η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία έχει αλλάξει· η σχέση της με την επι­στή­μη εί­ναι δυ­να­μι­κή. Αρ­δεύ­ε­ται από την ψη­φια­κή τε­χνο­λο­γία και την ψη­φιο­ποί­η­ση της πλη­ρο­φο­ρί­ας – ως πη­γές και κα­νά­λια διά­δο­σης. Απο­τε­λεί ένα επίτευγμα της ανθρώπινης νόησης, με τε­ρά­στια πα­ρα­γω­γή και δια­κρι­τές ποιο­τι­κές δια­βαθ­μί­σεις.

       Ο Novalis που επη­ρέ­α­σε τον γερ­μα­νι­κό ρο­μα­ντι­σμό, πί­στευε ότι μό­νο οι ποι­η­τές θα έπρε­πε να ασχο­λού­νται με τα υγρά[24]. Ωστό­σο, η άπο­ψη ότι το ύδωρ εί­ναι η απαρ­χή των πραγ­μά­των, όχι με την έν­νοια του κοι­νού νε­ρού [υδα­ρές ύδωρ], αλ­λά λό­γω της ιδιό­τη­τάς του να με­τα­μορ­φώ­νε­ται, απο­δί­δε­ται στον Θα­λή τον Μι­λή­σιο[25]. Ο Με­ξι­κα­νός Guillermo Samperio ήταν γνω­στός εκ­πρό­σω­πος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, δη­μιουρ­γός και του δη­μο­φι­λούς δείγ­μα­τος El fantasma, που απο­τε­λού­νταν μό­νο από τον τί­τλο. H μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[26] του με τί­τλο Πί­νω το στό­μα σου (Bebo tu boca) εί­ναι η εξής: Όταν φι­λάω τα νε­ρέ­νια σου χεί­λη, δεν εί­ναι πο­τέ τα ίδια. Οι συ­νά­ψεις που προ­κα­λεί η ανά­γνω­ση αυ­τού του δείγ­μα­τος, μπο­ρεί να εί­ναι ελά­χι­στες ή άπει­ρες, συ­γκι­νη­τι­κές ή αδιά­φο­ρες. Αλ­λιώς θα το «δει» μια εκτε­λέ­στρια ενός αφρι­κα­νι­κού πα­ρα­δο­σια­κού χο­ρού του νε­ρού, δια­φο­ρε­τι­κά ένας χο­ρευ­τής της σχο­λής της Pina Bausch, ή κα­θε­μία και κα­θέ­νας από εμάς.

       Κά­ποιος που γνω­ρί­ζει το έρ­γο της Virginia Woolf και το γε­γο­νός ότι φέ­τος τον Μάρ­τιο συ­μπλη­ρώ­θη­καν 80 χρό­νια από την αυ­το­χει­ρία της στον πο­τα­μό Ουζ, μπο­ρεί εύ­κο­λα να πα­ρα­συρ­θεί από την ορ­μη­τι­κή ροή της συ­νεί­δη­σης, αλ­λά να πια­στεί από τον στα­θε­ρό άξο­νά της, το ερώ­τη­μά της ποιο εί­ναι το νό­η­μα της ζω­ής, στο οποίο επα­νέρ­χε­ται στον Φάρο. Στο ίδιο βι­βλίο η Woolf απο­φαί­νε­ται: Η με­γά­λη απο­κά­λυ­ψη πο­τέ δεν ήρ­θε. Αντί γι’ αυ­τήν έρ­χο­νταν μι­κρά, κα­θη­με­ρι­νά θαύ­μα­τα, εκλάμ­ψεις, σπίρ­τα που άνα­βαν απροσ­δό­κη­τα στο σκο­τά­δι. Προς το τέ­λος του βι­βλί­ου γρά­φει ότι η Κα­μίλ­λια πε­ρι­φε­ρό­ταν (νο­ε­ρά) στον κά­τω κό­σμο των νε­ρών, εκεί […] όπου στο πρά­σι­νο φως μια αλ­λα­γή γί­νε­ται ξαφ­νι­κά στο μυα­λό σου και το σώ­μα σου λά­μπει, ημι­διά­φα­νο, τυ­λιγ­μέ­νο σ’ ένα πρά­σι­νο μαν­δύα. Στα δε Κύματα, δια­πι­στώ­νει ότι ενί­ο­τε, Εί­μα­στε τό­σο απο­κα­μω­μέ­νοι, τό­σο πα­θη­τι­κοί, που το μό­νο που θέ­λου­με εί­ναι να ξα­να­σμί­ξου­με με το σώ­μα της μά­νας μας, απ’ όπου έχου­με απο­κο­πεί. Συ­χνά, όμως, συ­να­ντά­με και την αντί­θε­τη δια­πί­στω­ση, όπως στο ποί­η­μα Ma­xi­mus to him­self του Char­les Ol­­son ότι ο άν­θρω­πος απο­ξε­νώ­νε­ται από ό,τι του εί­ναι πιο οι­κείο, σύμ­φωνα με τον Ηρά­κλει­το. Στη διε­θνή κρι­τι­κή της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, η Woolf θε­ω­ρεί­ται ως πρό­δρο­μος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας κι εντο­πί­ζο­νται πο­λυά­ριθ­μες προ­σεγ­γί­σεις του εί­δους ή του φαι­νο­μέ­νου, οι οποί­ες το συ­σχε­τί­ζουν με τη φι­λο­σο­φία του Ηρά­κλει­του και με το «τα πά­ντα ρει», όπως η να­νο­φι­λο­λο­γία (2007) του Ottmar Ette. Πλέ­ον, συ­σχε­τί­ζε­ται όλο και συ­χνό­τε­ρα η συ­νε­χής ροή των αντι­θέ­σε­ων και της με­τα­βο­λής με τη στα­θε­ρά της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας να θέ­τει διαρ­κώς καί­ρια ερω­τή­μα­τα, αστρα­πιαία και ευ­θύ­βο­λα.

       Ο Ιτα­λός Luigi Contadini στη με­λέ­τη[27] του (2017) για την ισπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία συ­μπε­ραί­νει: η συ­ντο­μία […] συμ­βάλ­λει στην αλ­λα­γή της έν­νοιας της λο­γο­τε­χνί­ας και ταυ­τό­χρο­να προ­τεί­νει νέα μο­ντέ­λα αφή­γη­σης. Πώς; Θα απα­ντού­σα λέ­γο­ντας ότι πα­ρά­γει σκέ­ψη, συν­θέ­τει, δεν απο­δο­μεί, συ­νερ­γεί, με­τα­μορ­φώ­νε­ται, εξού και η πρω­τεϊ­κή φύ­ση της, με­τα­μορ­φώ­νει, και με­τα­δί­δει αστρα­πιαία[28], αλ­λά με­τα­φέ­ρει σαν ύδωρ.

       Ο Πε­ρου­βια­νός Julio Ortega προ­κει­μέ­νου να ελέγ­ξει τον ελά­χι­στο βαθ­μό αφη­γη­μα­τι­κό­τη­τας της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[29], ανα­φέ­ρει (2009) ότι για να μι­λά­με για αφή­γη­ση αρ­κεί ένα γε­γο­νός, δια­τυ­πω­μέ­νο ρη­τά και λο­γι­κά. Άπο­ψη που στη­ρί­ζε­ται, ασφα­λώς, σε με­γά­λο βαθ­μό στη συμ­με­το­χι­κή ανά­γνω­ση για τη συ­μπλή­ρω­ση των αφη­γη­μα­τι­κών ελ­λεί­ψε­ων. Στη με­λέ­τη του ανα­φέ­ρει την αρ­χαία αι­γυ­πτια­κή επι­γρα­φή στην οποία ανα­γρα­φό­ταν μό­νο το εξής[30]: Ο Τζον έφυ­γε για τα­ξί­δι. Σύμ­φω­να με τον Ortega αυ­τή μπο­ρεί να εί­ναι η πρώ­τη γρα­πτή ιστο­ρία, πο­λύ πριν από το Έπος του Γκιλ­γκα­μές. Μια ιστο­ρία, φυ­σι­κά, για να εί­ναι ιστο­ρία, να αφη­γεί­ται κά­τι, χρειά­ζε­ται χα­ρα­κτή­ρες, συ­ναί­σθη­μα, δρά­ση. Ο Ortega όμως, δια­κρί­νει αυ­τά τα στοι­χεία στην επι­γρα­φή· ποιος «έφευ­γε» για «τα­ξί­δι» 5.000 χρό­νια πριν; Και απ’ ό,τι φαί­νε­ται ο Τζον ήταν, πα­ρα­δό­ξως, ανή­συ­χο πνεύ­μα. Από τό­τε έως σή­με­ρα, πό­σοι άν­θρω­ποι έχουν ζή­σει στη γη, πό­σα γε­γο­νό­τα, ιστο­ρί­ες, αλ­λα­γές έχουν με­σο­λα­βή­σει; Πό­σο έχει οξυν­θεί η φα­ντα­σία μας, πό­σο έχει επι­τα­χυν­θεί η σκέ­ψη μας, μέ­χρι πού έχου­με τα­ξι­δέ­ψει; Από τις αρ­χές του 2020 βρι­σκό­μα­στε όλοι σε μία δί­νη. Πώς μας πα­ρέ­συ­ρε η παν­δη­μία, ο φό­βος, η αβε­βαιό­τη­τα, η απο­ξέ­νω­ση και μοιά­ζουν όλα τα θέ­μα­τά μας πιο βα­ριά και σο­βα­ρά; Πό­σο έχου­με πε­λα­γώ­σει; Και όμως. Ο Γιάννης Στίγκας δια­κρί­νει το αγ­χέ­μα­χο πεί­σμα μας, δεν ήρ­θα εδώ να πτοη­θώ/ […] / Ναι / λέ­ει στη ζωή / Ναι / και στους σύρ­τες της / […] / Εκεί που χορ­τα­ριά­ζει το χά­ος / πά­με και χτί­ζου­με σπί­τια, και ο Saul Bellow μια αστεί­ρευ­τη πη­γή σθέ­νους: Νιώ­θω ότι η τέ­χνη συν­δέ­ε­ται κα­τά κά­ποιον τρό­πο με την επί­τευ­ξη της ακι­νη­σί­ας στην καρ­διά του χά­ους. Μιας ακι­νη­σί­ας που χα­ρα­κτη­ρί­ζει επί­σης την προ­σευ­χή και το μά­τι του κυ­κλώ­να. Πι­στεύω πως η τέ­χνη σχε­τί­ζε­ται με την αιχ­μα­λώ­τι­ση της προ­σο­χής εν μέ­σω παν­δαι­μο­νί­ου[31].

       H ιστο­ρία με τί­τλο Happy Endings (1983) της Κα­να­δής Margaret Atwood, ση­μείο ανα­φο­ράς στη θε­ω­ρία της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ξε­κι­νά­ει ως εξής[32]: Ο Τζον και η Μαί­ρη συ­να­ντιού­νται. Τι συμ­βαί­νει με­τά; Εάν θέ­λεις ένα ευ­τυ­χι­σμέ­νο τέ­λος, διά­λε­ξε το Α. Δεν γνω­ρί­ζω εάν αυ­τός ο Τζον εί­ναι ο ίδιος με τον Αι­γύ­πτιο Τζον, αλ­λά θα μπο­ρού­σε. Η Atwood, μας δί­νει έξι πο­λύ σύ­ντο­μες πι­θα­νές εκ­δο­χές της ιστο­ρί­ας του ζευ­γα­ριού να δια­λέ­ξου­με ποια μας αρέ­σει και κα­τα­λή­γει ότι η μό­νη στα­θε­ρά εί­ναι ότι θα πε­θά­νουν, η εν­διά­με­ση πλο­κή εί­ναι μία σει­ρά γε­γο­νό­των, μία διαρ­κής κί­νη­ση και διερ­γα­σία, ένας «πό­λε­μος» κα­τά τον Ηρά­κλει­το. Το ζή­τη­μα εί­ναι να σκε­φτό­μα­στε το Πώς και το για­τί. Αυ­τό μας εν­δια­φέ­ρει, αυ­τό ανα­ζω­ο­γω­νεί τη λο­γο­τε­χνία μας και φαί­νε­ται ότι αφο­ρά και τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία, η οποία επι­χει­ρεί να το εκ­φρά­σει στη μι­κρό­τε­ρη κλί­μα­κα.


 

προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Ο πο­λυα­να­με­νό­με­νος VI διεθνής διαγωνισμός μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του ισπα­νι­κού ιδρύ­μα­τος César Egido Serrano Foundation που εί­χε ανα­βλη­θεί λό­γω παν­δη­μί­ας. Nι­κή­τρια του ΙV δια­γω­νι­σμού ήταν η Αμε­ρι­κα­νί­δα Emily Raboteau με την ιστο­ρία της Στρείδια. Σύμ­φω­να με τον φετινό κα­νο­νι­σμό η πρό­σκλη­ση ισχύ­ει για κεί­με­να έως 100 λέ­ξεις, σε 4 γλώσ­σες, με θέ­μα την παν­δη­μία, με κα­τα­λη­κτι­κή ημε­ρο­μη­νία δωρεάν υποβολής, μέ­χρι δύο κεί­με­να ο κα­θέ­νας, την 30η Σε­πτεμ­βρί­ου 2021 και 20.000$ το πρώ­το βρα­βείο, για το οποίο θα λη­φθεί υπό­ψη και η ηλε­κτρο­νι­κή ψη­φο­φο­ρία των συμ­με­τε­χό­ντων.


Οι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες Ρεύ­ματα της Hannah Vo­sku­il, Re­mem­ber του Dan Schwartz (ή την πα­ρου­σί­α­σή του σε προη­γού­μενο δελ­τίο), Νε­ρό της Patricia Martín Rivas,  Με­γά­λη Παρα­σκευή της Amanda Leduc,  The Left be­hind της Isla Tel­ford και το σύντο­μο διήγημα Nia­ga­ra Falls, 1963 του Don Herald.


Οι συλ­λο­γές μι­κρο­μυ­θο­πλα­σιών Το ψάρε­μα της πέ­στρο­φας στην Α­με­ρι­κή του Ri­chard Brauti­gan και Lo­ve Sto­ries for He­ctic Pe­ople της Cathe­ri­ne McNa­ma­ra. Δείγμα από την τε­λευ­ταία: As Sim­ple as Wa­ter.


Tο δι­ή­γη­μα John Red­ding goes to sea της Zora Ne­ale Hur­ston.


Η νου­βέ­λα Μπλε βα­θύ, σχε­δόν μαύ­ρο του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού.


Η ται­νία μι­κρού μή­κους Outside των Inbal Pinto και Etgar Keret για την παν­δη­μία (διάρ­κεια 07:55 λ.)


Η μη­νιαία στή­λη Eat your words της Valerie Stivers στην ηλε­κτρο­νι­κή έκ­δο­ση του πε­ριο­δι­κού The Paris Review.


Το αφιέ­ρω­μα στο νε­ρό, Water, του ηλε­κτρο­νι­κού πε­ριο­δι­κού μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας της Νέ­ας Ζη­λαν­δί­ας Flash Frontier, ιδιαί­τε­ρα η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία Aquaphobia, του Jeff Taylor.


To ηλε­κτρο­νι­κό πε­ριο­δι­κό Splonk[33], με αρ­χι­συ­ντά­κτρια την Nuala O’ Connor, το οποίο δη­μο­σιεύ­ει ιρ­λαν­δι­κή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία.


H ομι­λία του ιχθυο­λό­γου Prosanta Chaknabarty στο TED με τί­τλο 4 εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης σε 6 λεπτά, στην οποία κα­τα­λή­γει ότι «Εί­μα­στε όλοι ψά­ρια» .


Τα τρα­γού­δια Les Pas­santes του Geo­rges Bras­sens και Down by the wa­ter της P. J. Harvey και η μου­σι­κή σύν­θε­ση F major της Hania Rani.


[1] Το συγκεκριμένο δελτίο διαβάζεται και μη γραμμικά, από το τέλος, ή τυχαία.
[2] Μετάφραση δική μου από το πρωτότυπο στην ισπανική γλώσσα.
[3] Σε αγγλική μετάφραση της Anne Twitty.
[4] Μετάφραση δική μου.
[5] Μετάφραση δική μου.
[6] Στη συλλογή του Δωμάτια όπου οι άνθρωποι ουρλιάζουν και πληγώνουν ο ένας τον άλλο.
[7] Μετάφραση δική μου.
[8] Μετάφραση δική μου.
[9] Μετάφραση δική μου.
[10] Μετάφραση δική μου.
[11] Μετάφραση δική μου.
[12] Μετάφραση δική μου.
[13] Μετάφραση δική μου.
[14] Στο βιβλίο του Διαψάλματα.
[15] Μετάφραση δική μου.
[16] Μετάφραση δική μου.
[17] Μετάφραση δική μου.
[18] Μετάφραση δική μου.
[19] Μετάφραση δική μου.
[20] Από την έρευνά μου στο διαδίκτυο δεν προέκυψαν επαρκή στοιχεία.
[21] Μετάφραση δική μου.
[22] Μετάφραση δική μου.
[23] Μετάφραση δική μου.
[24] Κυριακίδης Αχιλλέας, Μικρή περιοχή, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2007.
[25] Kenny Anthony, Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, μτφ. Δ. Ρισσάκη, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2005.
[26] Μετάφραση δική μου.
[27] Contadini Luigi, Le suggestioni del microrrelato, στο Labirinti 165, Le Forme del Narrare: Nel Tempo e tra I Generi, Universitá degli Studi di Trento, 2017.
[28] Ο James Thomas επινόησε το 1992 τον όρο flash fiction, κατά τη διάρκεια μιας έντονης καλοκαιρινής καταιγίδας σε ένα ελληνικό νησί.
[29] Ortega Julio, A flash before the Bang, στο The Rose Metal Press Field Guide to Writing Flash Fiction, επ. Tara L. Masih, Rose Metal Press, 2009.
[30] Μετάφραση δική μου.
[31] Στο βιβλίο Η τέχνη της γραφής.
[32] Μετάφραση δική μου.
[33] Η λέξη Splonk είναι η αγγλοποιημένη μορφή της ιρλανδικής λέξης splanc, η οποία είναι ουσιαστικό, γένους θηλυκού και σημαίνει αναλαμπή, λάμψη, αστραπή, ή σπίθα. Η ιρλανδική λέξη splaincín, που προέρχεται από τη λέξη splanc περιγράφει ένα θηλυκό ον με ελεύθερο πνεύμα.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#16:Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λέ­ω τὴν ἱ­στο­ρί­α (22-03-2021)

Δελτίο#15: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις (21-01-2021)

Δελτίο#15: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις (21-01-2021)

Δελτίο#14: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού (21-09-2020)

Δελτίο#13: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς (01-06-2020)

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Πηγή φωτογραφίας τίτλου:

https://www.instagram.com/backpackerslist/?hl=el

Πηγή φωτογραφίας τέλους:

https://unsplash.com/photos/riYdn15o96U



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ σπά­νια ἀ­φι­λο­κέρ­δεια



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ σπά­νια ἀ­φι­λο­κέρ­δεια

[τοῦ Παναγιώτη Γιατράκου]


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ἀ­πὸ λό­γο Βου­λευ­τῆ στὴ Βου­λή:

       — »Χει­μὼν δρι­μὺς ἦ­τον, ὅ­τε κα­τὰ τὸ 1822 πα­ρε­δό­θη ἡ Ἀ­κρο­κό­ριν­θος [14 Γε­νά­ρη], πλεῖ­στα δὲ λά­φυ­ρα πε­ρι­ῆλ­θον εἰς χεῖ­ρας ἡ­μῶν, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων πολ­λαὶ βα­ρύ­τι­μοι μη­λω­ταί. Ἔ­τρε­μεν ἐκ τοῦ ψύ­χους ὁ δι­ά­ση­μος τῆς Πε­λο­πον­νή­σου ὁ­πλαρ­χη­γὸς Πα­να­γι­ώ­της Γι­α­τρά­κος, καὶ ἀν­τὶ νὰ θέ­σῃ ἐ­πὶ τῶν ὤ­μων του μί­αν τῶν μη­λω­τῶν ἐ­κεί­νων, ἔ­γρα­ψεν εἰς τὴν οἰ­κο­γέ­νειάν του, ἥ­τις τῷ ἀ­πέ­στει­λε μί­αν πα­λαι­ο­κο­ζό­καν. Πα­ρά­δο­ξος ἐ­φά­νη (ἴ­σως δι­ό­τι δὲν ἐ­ξε­τι­μή­θη ἀρ­κούν­τως ἡ ἀ­φι­λο­κέρ­δεια τοῦ ἀν­δρὸς) καὶ εἰς τὸν Γα­βρι­ὴλ Ἀ­μα­νί­την καὶ εἰς τὸν Γε­ώρ­γιον Σπυ­ρί­δω­νος (τὸν ἐκ δυ­σπρα­γί­ας πα­ρα­φρο­νή­σαν­τα καὶ ἀ­πο­βι­ώ­σαν­τα πρό τι­νος χρό­νου ἐν­ταῦ­θα) καὶ εἰς τὸν Ἠ­λί­αν Μπισ­μπί­κην, καὶ εἰς αὐ­τὸν ἔ­τι τὸν ἀ­γο­ρεύ­ον­τα, νε­α­νί­αν τό­τε, ἡ τοια­ύτη τοῦ στρα­τη­γοῦ δι­α­γω­γή, ἐ­ρω­τώ­με­νος δὲ πε­ρὶ ταύ­της ἔ­λε­γεν:

       — »Ἀ­δερ­φού­λια μου, ὅ­σο ἔ­χω φο­ρέ­μα­τα στὸ σπί­τι μου, οἰ­κο­νο­μοῦ­μαι· ὅ­ταν τε­λει­ώ­σουν, ἂς εἶ­ναι κα­λὰ ἡ πα­τρί­δα».



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πρα­κτι­κὰ Βου­λῆς Περ. Δ´, Σύν. Γ´, τόμ. α´ σ. 60, συ­νε­δρ. 29 Νο­ε­βρ. 1855.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 141 [Τίτλος: «269.— Τὸ κα­πό­το καὶ ἡ γού­να.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Ἡρὼ Σκάρου: Ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα


Ἡ­ρὼ Σκά­ρου


Ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα


ΝΑΚΑΘΙΣΕ κι ἔψαξε ψη­λα­φι­στὰ μὲ τὰ πό­δια γιὰ τὶς παν­τό­φλες του. Ἀ­φοῦ δὲν τὶς βρῆ­κε, ἄ­νοι­ξε τὸ πορ­τα­τὶφ καὶ κοί­τα­ξε τὸ πά­τω­μα. Δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Ἡ ρόμ­πα του κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὸ κε­φα­λά­ρι. Τὴ φό­ρε­σε καὶ πά­τη­σε ξυ­πό­λη­τος στὸ παρ­κέ. Βρῆ­κε τὶς παν­τό­φλες στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Τε­λευ­ταῖα τὰ πράγ­μα­τα ἄλ­λα­ζαν θέ­σεις. Ἀλ­λοῦ τὰ ἄ­φη­νε κι ἀλ­λοῦ τὰ ἔ­βρι­σκε. Τὰ γυα­λιά του γιὰ πα­ρά­δειγ­μα. Κά­θε βρά­δυ τὰ ἔ­βα­ζε στὴ θή­κη τους καὶ μέ­σα στὸ συρ­τά­ρι. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ τὰ ἔ­βρι­σκε μὲ τοὺς βρα­χί­ο­νες ἀ­νοι­χτοὺς πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο. Ἔ­τσι τὰ ἀ­κουμ­ποῦ­σε πάν­τα ἐ­κεί­νη· εὔ­και­ρα γιὰ ὅ­ταν εἶ­χε ἀϋ­πνί­ες κι ἤ­θε­λε νὰ δι­α­βά­σει τὴ Βί­βλο. Ὁ Χρι­στό­φο­ρος ὅ­μως κοι­μό­ταν μιὰ χα­ρά. Μο­νά­χα γιὰ νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα ση­κω­νό­ταν, γι’ αὐ­τὸ καὶ ξά­πλω­νε πάν­τα στὴν πλευ­ρὰ ποὺ ἦ­ταν πιὸ κον­τὰ στὴν πόρ­τα. Ἐ­κεί­νη δὲν ση­κω­νό­ταν τὴ νύ­χτα. Δὲν ἔ­πι­νε βέ­βαι­α καὶ πο­λὺ νε­ρό. Ὁ Χρι­στό­φο­ρος τῆς τὸ θύ­μι­ζε συ­χνά· τὸ εἶ­χε πεῖ καὶ ὁ για­τρός. Τῆς πή­γαι­νε τὸ πο­τή­ρι γε­μά­το, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἴ­σα ποὺ ἔ­παιρ­νε με­ρι­κὲς γου­λι­ὲς γιὰ νὰ κα­τα­πι­εῖ τὰ χά­πια της. Τώ­ρα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ ἴ­διος τὸ κου­τί της γιὰ τὰ φάρ­μα­κα. Κά­θε μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας σὲ ξε­χω­ρι­στὴ θή­κη. Τὸ ἔ­κα­νε για­τί μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ τοῦ συ­νέ­βαι­ναν φο­βό­ταν πὼς ἴ­σως, λό­γω ἡ­λι­κί­ας, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ξε­χνά­ει. Στὸ μπά­νιο, εὐ­τυ­χῶς, δὲν ὑ­πῆρ­χαν καὶ πολ­λὰ γιὰ νὰ μπερ­δευ­τοῦν. Ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσά του, σκού­ρα μπλέ, ἂν δὲν βρι­σκό­ταν στὸ πο­τή­ρι θὰ ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸν νι­πτή­ρα. Ἡ δι­κή της ἦ­ταν ἀ­νέγ­γι­χτη στὴ θέ­ση της. Τὶς ἄλ­λα­ζε πάν­τα καὶ τὶς δύ­ο κά­θε πρώ­τη τοῦ μή­να. Οὔ­τε μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τα στὸ λου­τρὸ ὑ­πῆρ­χε πρό­βλη­μα. Πα­ρό­μοι­ες πε­τσέ­τες εἶ­χαν, καὶ ὅ­σο γιὰ τὰ σα­πού­νια, ὅ,τι ἄ­ρε­σε σ’ ἐ­κεί­νη χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε κι αὐ­τός.  Στὴν κου­ζί­να ἦ­ταν ποὺ δυ­σκό­λευ­αν τὰ πράγ­μα­τα. Ἐ­νῶ θυ­μό­ταν πὼς τὴν προ­η­γού­με­νη εἶ­χε πλύ­νει τὴ δι­κή του κού­πα τοῦ κα­φέ, δί­πλα στὸν νε­ρο­χύ­τη εἶ­χε στραγ­γί­σει ἡ δι­κιά της. Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν πὼς εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει γά­λα μὲ 3,5 τοῖς ἑ­κα­τὸ λι­πα­ρὰ ἀλ­λὰ στὸ ψυ­γεῖ­ο ἔ­βρι­σκε τὸ ἄ­πα­χο. Τὸ ἔ­παιρ­νε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­ά­στη­μα γιὰ ἐ­κεί­νη· τὸ ἄλ­λο τῆς ἔ­πε­φτε βα­ρύ. Ὄ­χι πὼς αὐ­τὸ τὸ ἔ­πι­νε· μὲ τὸ ζό­ρι νὰ κα­τά­φερ­νε ἕ­να φλι­τζα­νά­κι τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ. Στὸ σα­λό­νι ὑ­πῆρ­χε τὸ θέ­μα μὲ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ὅ­πο­τε τὴν ἄ­νοι­γε μὲ τὸ κον­τρόλ, ἐμ­φα­νι­ζό­ταν τὸ κα­νά­λι ποὺ ἔ­δει­χνε τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της σει­ρά. Ἀλ­λὰ ὁ Χρι­στό­φο­ρος ἔ­βλε­πε τὶς εἰ­δή­σεις στὸ ἄλ­λο. Καὶ αὐ­τὸ τὸ σε­με­δά­κι, ποὺ ἔ­πε­φτε λί­γο στὸ πά­νω μέ­ρος τῆς ὀ­θό­νης, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ εἶ­χε μα­ζέ­ψει. Ἦ­ταν ὅ­μως ἐ­κεῖ, μὲ τὴν ἄ­κρη του νὰ κρύ­βει τὸ σῆ­μα τοῦ κα­να­λιοῦ. Ἐ­πι­πλέ­ον, μο­νά­χα τὴ δι­κή της πο­λυ­θρό­να, τὴν κου­νι­στή, ἔ­βρι­σκε νὰ κοι­τά­ει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἡ δι­κή του ἦ­ταν γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Για­τί νὰ βλέ­πει ἔ­ξω; Ποι­όν πε­ρί­με­νε; Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἀ­φοῦ ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα, ἔ­τσι καὶ θὰ μεί­νουν. Ἡ πο­λυ­θρό­να εἶ­ναι βα­ριὰ γιὰ νὰ τὴ σέρ­νει πέ­ρα-δῶ­θε. Ἡ μέ­ση του δὲν ἀν­τέ­χει πιά. Θὰ κά­θε­ται στὴν κου­νι­στή. Καὶ τὸ κέν­τη­μα ἂς κρύ­βει τὸ σῆ­μα. Μή­πως καὶ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­πομ­πὲς ποι­ό κα­νά­λι βλέ­πει; Ὅ­σο γιὰ τὸ γά­λα, κα­λύ­τε­ρα νὰ πί­νει τὸ ἐ­λα­φρύ. Οἱ πρό­σφα­τες ἐ­ξε­τά­σεις του εἶ­χαν δεί­ξει αὐ­ξη­μέ­να τρι­γλυ­κε­ρί­δια. Καὶ ἡ κού­πα της στὸ κά­τω κά­τω ἴ­δια μὲ τὴ δι­κή του ἦ­ταν. Μο­νά­χα τὸ χρῶ­μα στὸ χε­ρού­λι ἄλ­λα­ζε. Ἀ­κό­μη καὶ τὰ γυα­λιὰ ἀ­νοι­χτὰ τὸν βό­λευ­αν πιά· δὲν τὸν ἔ­παιρ­νε εὔ­κο­λα ὁ ὕ­πνος. Εἶ­χε κι­ό­λας δι­α­βά­σει μέ­χρι τὸν Ἐκ­κλη­σια­στή. Καὶ μιὰ καὶ ξυ­πνοῦ­σε συ­νέ­χεια στὴ με­ριά της θὰ ξά­πλω­νε ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­πὸ ἐ­κεῖ γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει νὰ ψά­χνει τὶς παν­τό­φλες του κά­θε πρωΐ.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἡ­ρώ Σκά­ρου (Ἰ­κα­ρί­α). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ μάρ­κε­τινγκ. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός. Ἔχει ἐκδόσει δύο συλ­λο­γές δι­η­γη­μά­των: Μιὰ χα­ρὰ εἶ­ναι (Γκο­βό­στης, 2018) καὶ Ἡ ζωὴ ὅπως εἶναι (Κέδρος,  2020).


Σπύρος Ν. Παππᾶς: Κουνέλι στιφάδο


Σπύ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Κου­νέ­λι Στι­φά­δο


ΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΟΝ και­ρό, εἶ­χε ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ μὲ γνω­ρί­σει ἐ­πι­τέ­λους στὴ μη­τέ­ρα της. Ἴ­σως ἔ­τσι θὰ ἡ­σύ­χα­ζε. Καὶ ἐ­κεί­νη, καὶ ἡ μη­τέ­ρα της. Στὸ τρα­πέ­ζι ὑ­πῆρ­χε σερ­βι­ρι­σμέ­νο κου­νέ­λι στι­φά­δο. Στὸ πιά­το μου, ἀ­νά­με­σα στὸ κρέ­ας καὶ τὰ κρεμ­μύ­δια, δι­έ­κρι­να τὸ ἀ­η­δι­α­στι­κὸ μά­τι τοῦ κου­νε­λιοῦ. Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να, ἐξ ἀρ­χῆς μὲ κοι­τοῦ­σε δι­ε­ρευ­νη­τι­κά. Ἄν­τε τώ­ρα νὰ ἐ­ξη­γεῖς ὅ­τι δὲν τρῶς κου­νέ­λι, καὶ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τὸ κου­νε­λά­κι πού σοῦ εἴ­χα­νε χα­ρί­σει γιὰ κα­τοι­κί­διο, ὅ­ταν πα­ρα­με­γά­λω­σε, τὸ δώ­σα­νε στὸν θεῖ­ο Δη­μή­τρη γιὰ νὰ τὸ ξε­πα­στρέ­ψει. Καὶ ὅ­τι τὴν ἴ­δια μέ­ρα, γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο, μο­σχο­βο­λοῦ­σε τὸ σπί­τι ἀ­πὸ τὸ κρεμ­μύ­δι, τὰ δαφ­νό­φυλ­λα καὶ τὴ ντο­μά­τα, ποὺ μα­γεί­ρευ­αν τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο στι­φά­δο ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ ἔ­τρω­γες. Ἔ­πι­α­σα μιὰ γεν­ναί­α πι­ρου­νιὰ καὶ τὴν ἔ­βα­λα γρή­γο­ρα στὸ στό­μα μου, ἀ­φοῦ πα­ρα­μέ­ρι­σα τὸ μά­τι. Ὡς γνω­στόν, ὁ ἔ­ρω­τας περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ στο­μά­χι.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι

[τοῦ Γιώργου Τσόγκα]


ΣΟ ΜΙΣΟΥΣΕ τοὺς Τούρ­κους, τό­σο τὴς Τουρ­κά­λες τὴς εἶ­χε στὴν καρ­διά του. Κά­πο­τε ἅρ­πα­ξε μιὰν ὄ­μορ­φη Τουρ­κο­πού­λα καὶ δὲν ἐν­νο­οῦ­σε πειὰ νὰ χω­ρι­στῇ ἀ­π’ αὐ­τή. Τό­τε ἡ κυ­ρὰ Τσόγ­και­να πῆ­γε στὸ Δε­σπό­τη καὶ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε.

       — Ὠ­ρέ, ἀ­γα­πά­ω τὴ γυ­ναῖ­κα μου, εἶ­πε ὁ πα­λιὸς ὁ Κλέ­φτης, μὰ παι­διὰ δὲ μοῦ κά­νει, καὶ πῆ­ρα του­τη­δῶ νὰ μοῦ κά­νῃ κα­νέ­να…

       Ὁ Δε­σπό­της, τί νὰ κά­μῃ; Συ­φω­νή­θη­κε νὰ βα­φτι­στῇ μο­να­χὰ τὸ χα­νου­μά­κι, καὶ ἂς πά­ῃ στὴν εὐ­κή. Πῆ­ρε ὁ Δε­σπό­της κα­μιὰ δι­α­κο­σα­ριὰ ρουμ­πι­έ­δες (σὰν πολ­λοὶ φαί­νον­ται), κι’ ὁ γέ­ρο-Τσόγ­κας ἔ­ζη­σε μὲ τὸ χα­ρέ­μι του.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Voutier, Lettres sur la Grèce, Paris, 1826 σ. 60.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 142-143 [Τίτλος: «274.— Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Πανουτσοπούλου Χαρίκλεια: Σὰν πίνακας τοῦ Alfonso Ponce de Leon


Πα­νου­τσο­πού­λου Χα­ρί­κλεια


Σὰν πί­να­κας τοῦ Alfonso Ponce de Leon


ΥΤΟΣ Ο ΩΡΑΙΟΣ ΑΝΔΡΑΣ, ἀ­λη­θι­νὸς καὶ μὲ ἐ­λατ­τώ­μα­τα, μὲ λυ­μέ­νη τὴν γρα­βά­τα καὶ τὴν φω­το­γρα­φί­α μιᾶς γυ­ναί­κας στὸ πορ­το­φό­λι του, παίρ­νει ἔ­τσι στὴν τύ­χη ἀ­πὸ ἀ­νί­α ἤ ἀ­μη­χα­νί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νυ­χτε­ρι­νὸ τρέ­νο .

        Κά­θε­ται ἀ­να­παυ­τι­κὰ δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ πρώ­του βα­γο­νιοῦ τῆς ὑ­περ­τα­χεί­ας. Ἔ­χει τὰ μά­τια του κλει­στά, τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να πά­νω στὸ ὑ­πο­γά­στριο, οἱ βλε­φα­ρί­δες του τρε­μο­παί­ζουν, βου­λιά­ζει σὲ κά­ποι­ον τρο­μα­κτι­κὸ ἐ­φιά­λτη ποὺ τὸν κά­νει καὶ ἀ­να­σαί­νει γρή­γο­ρα, γλι­στρᾶ σι­γὰ-σι­γὰ στὰ βὸλτ τῆς ἀ­ναι­ρέ­σι­μης λο­γι­κῆς τοῦ ὀ­νεί­ρου του, στὸ χά­σκον στό­μα του γυ­α­λί­ζουν δύ­ο χρυ­σὰ δόν­τια .

        Ἡ μη­χα­νή, τὰ γρα­νά­ζια, οἱ τρο­χοί, οἱ ἄ­ξο­νες καὶ τὰ ἔμ­βο­λα ἔ­χουν πά­ρει ἐμ­πρός, ἡ ἁ­μα­ξο­στοι­χί­α δι­α­σχί­ζει σὰν σί­φου­νας τὴν σκο­τει­νὴ ὕ­παι­θρο σφυ­ρί­ζον­τας δί­πλα στὶς ἀ­πο­βά­θρες τῶν σταθ­μῶν ἐ­κεῖ ὅ­που οἱ ἐ­ναγ­κα­λι­σμοὶ τῶν ἐ­ρα­στῶν κα­θυ­στε­ροῦν ἀ­φί­ξεις καὶ ἀ­να­χω­ρή­σεις .

        Σὲ δε­κα­πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα νο­τι­ο­α­να­το­λι­κά, στὴν στρο­φὴ με­τὰ τὴν γέ­φυ­ρα, ὅ­λα θὰ γί­νουν τό­σο ξαφ­νι­κά. Ἕ­να γε­γο­νὸς μὲ ἔ­δα­φος καὶ οὐ­ρα­νό, μιὰ πρά­ξη κε­ραυ­νο­βό­λα θὰ σκί­σει τὸν πλα­κούν­τα τοῦ ὕ­πνου του. Ὁ ἐ­φιά­λτης του θὰ δι­α­με­σο­λα­βή­σει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σὰν αὐ­το­εκ­πλη­ρού­με­νη προ­φη­τεί­α, σὰν  με­τω­νυ­μί­α ἀ­συ­νεί­δη­της ἐ­πι­θυ­μί­ας θα­νά­του.

        Ἡ ἐ­κρη­κτι­κὴ πρό­σκρου­ση μὲ τὸ ἄλ­λο τρέ­νο ποὺ λό­γῳ ὀ­λι­γω­ρί­ας τοῦ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἁ­μα­ξο­στοι­χί­ας ξε­χύ­νε­ται ἀ­χα­λί­νω­το στὶς ἴ­δι­ες ρά­γες καὶ μὲ ἀν­τί­θε­τη φο­ρά, θὰ ἐκ­σφεν­δο­νί­σει τὸν ὡ­ραῖ­ο αὐ­τὸν ἄν­δρα σὰν πά­νι­νη κού­κλα χω­ρὶς πρό­σω­πο.

        Ἡ νύ­χτα θὰ τὸν βρεῖ στὴν ἀ­πό­λη­ξη τῆς δι­α­δρο­μῆς τραυ­μα­τι­σμέ­νο κα­τά­χα­μα, ἀ­πο­λι­θω­μέ­νο πά­νω στὸ γρα­σί­δι, ἔ­χον­τας σκί­σει τὸ μπλὲ ρου­ὰ κο­στού­μι του ἀ­πὸ τὰ ἀγ­κά­θια, μὲ τὸ βλέμ­μα του νὰ ἐ­πι­μέ­νει ἐμ­φαν­τι­κὰ στὸν πα­θη­τι­κὸ ρεμ­βα­σμὸ τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, στὴν ἀ­πρό­βλε­πτη καὶ ἀ­κα­ρια­ία ἀ­λή­θεια τοῦ σκη­νι­κοῦ ἑ­νὸς μοι­ραί­ου ἀ­τυ­χή­μα­τος.

        Ἑ­νὸς σκη­νι­κοῦ χω­ρὶς ἐ­ξι­δα­νι­κευ­τι­κὸ πέ­πλο, ὑ­πὸ τὸν ψυ­χρὸ τε­χνη­τὸ φω­τι­σμὸ ἑ­νὸς προ­βο­λέ­α. Ἑ­νὸς ἀ­πει­κά­σμα­τος ἔμ­μο­νης ψευ­δαί­σθη­σης μὲ σκι­ές, ἴ­χνη καὶ συ­νέ­πει­ες ποὺ χά­νε­ται καὶ ἐ­πα­νέρ­χε­ται στὸν χρό­νο, δι­α­περ­νᾶ τὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το σὰν ἀ­να­πα­ρά­στα­ση μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ, σὰν σε­κὰνς τῆς πρά­ξης τοῦ ὀ­νει­ρεύ­ε­σθαι. Σὰν πί­να­κας τοῦ Alfonso Ponce de Leon ποὺ ἐ­νοι­κών­τας καὶ ὁ­ρί­ζον­τας τὸ ἀ­τύ­χη­μα μὲ μιὰ δι­κή του ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ πο­λυ­ση­μί­α, δὲν ἀ­πώ­λε­σε πο­τὲ τὴν σα­γή­νη τῆς ἀ­πί­στευ­της ἀ­θω­ό­τη­τάς του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χαρίκλεια Πανουτσοπούλου (Πάτρα). Σπούδασε Ψυχο­λο­γία στὸ Παρίσι. Έργάσθηκε σὲ ψυχιατρικὴ κλινική. Ἔχει ἐκδώσει τὴν ποιητικὴ συλλογή slides (Γαβριηλίδης, 2010), τὴ συλλογὴ μικρῶν πεζῶν Φόνος (ΑΩ, 2013) καὶ τὴ νουβέλα Μontage (ΑΩ, 2016).


Εἰκόνα: Πίνακας τοῦ Alfonso Ponce de Leon, Self-Portrait-anagoria, (1936)