Γιῶργος Βέης: Ἡ σινικὴ αἴγλη τοῦ ἀκαριαίου

 

 

Γι­ῶρ­γος Βέ­ης

 

Ἡ σι­νι­κὴ αἴ­γλη τοῦ ἀ­κα­ρια­ίου

 

Στὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη, ἀν­τὶ  σκέ­των εὐ­χα­ρι­στι­ῶν

 

«Κά­νε νὰ φα­νεῖ κα­θα­ρὰ ἡ μι­κρό­τη­τα τοῦ τό­που – ὁ σι­δε­ρέ­νιος καὶ ἀ­δι­α­πέ­ρα­στος κύ­κλος, ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ζω­σμέ­νος. Ἔ­τσι, ἀ­πὸ τὴ μι­κρό­τη­τα τοῦ τό­που θὰ βγοῦν οἱ Με­γά­λες Οὐ­σί­ες».

Δι­ο­νύ­σιος Σο­λω­μός, Στο­χα­σμοί, 9 (1)

 

ΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ τῶν ἐ­πι­κo­λυ­ρι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ τῶν λοι­πῶν ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν πο­τα­μῶν, οἱ Κι­νέ­ζοι πέ­ρα­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κά, ὅ­ταν ὡ­ρί­μα­σαν οἱ ὑ­φο­λο­γι­κὲς συν­θῆ­κες, καὶ στὴν τέ­χνη τῆς τα­χυ­γρα­φῆς. Οἱ μι­κρές, πε­ρί­τε­χνες ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἑ­κα­τὸ λέ­ξε­ων ἀ­γα­πή­θη­καν δε­όν­τως στὴν πε­ρί­ο­δο κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἄν­θι­σε ἡ κλα­σι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἡ συλ­λο­γή, φέ­ρ’ εἰ­πεῖν, τῶν Πα­ρά­ξε­νων Ἱ­στο­ρι­ῶν τοῦ Λιά­ο Τζά­ι ἀ­νή­κει, σύμ­φω­να μὲ ἐ­πι­βε­βαι­ω­μέ­νες μαρ­τυ­ρί­ες, στὰ δη­μο­φι­λέ­στε­ρα ἔρ­γα τῆς δυ­να­στεί­ας τῶν Τσίνγκ. Ἡ προ­σή­λω­ση στὸ βρα­χὺ τῆς δί­ση­μης συ­νή­θως ἔκ­φρα­σης, ὁ αὐ­το­εγ­κλει­σμὸς τῆς σκέ­ψης στὸ σπυ­ρὶ τοῦ ρυ­ζιοῦ ἢ ἡ συγ­κέν­τρω­ση τοῦ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νου γλύ­πτη στὸ κα­ρύ­δι, στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ὁ­ποί­ου μπο­ρεῖ νὰ σκα­λί­σει δε­κά­δες εὐ­δι­ά­κρι­τα κε­φά­λια κα­λο­γέ­ρων, ἀ­νή­κουν στοὺς κοι­νοὺς τό­πους τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἐ­κλέ­πτυν­σης. Ἡ μι­νι­μα­λι­στι­κὴ ἔκ­φρα­ση, ὄ­χι ὡς πλή­ρης ἀ­πόρ­ρι­ψη τοῦ πε­ριτ­τοῦ, ἀλ­λὰ ὡς κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὴ ὑ­πο­γράμ­μι­ση τοῦ ση­μαί­νον­τος, συ­νι­στᾶ ἀ­σφα­λῶς κι αὐ­τὴ γο­νι­δια­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της σι­νι­κῆς τέ­χνης. Ὁ θε­με­λι­ώ­δης κόκ­κος τῆς δη­μι­ουργί­ας τεκ­μαί­ρε­ται ὡς ἐκ τῶν πραγ­μά­των ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ ἀ­κό­μη ἑ­στί­α ὑ­φο­λο­γι­κῶν πραγ­μα­τώ­σε­ων, ὅ­που δο­κι­μά­ζον­ται οἱ μά­στο­ρες στὰ εἴ­δη τους. Στὴν ἐν θερ­μῷ πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ Φρίν­τριχ Νί­τσε, ὅ­πως κα­τα­γρά­φε­ται στὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κό του ἔρ­γο Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ κα­λὸ καὶ τὸ κα­κό(2), δη­λα­δὴ «σὲ τί πα­ρά­ξε­νη ἁ­πλού­στευ­ση καὶ πα­ρα­ποί­η­ση ζεῖ ὁ ἄν­θρω­πος», θὰ ἰ­σχυ­ρι­ζό­μουν ὅ­τι ἡ ἰ­δι­ό­τυ­πη ἐν προ­κει­μέ­νῳ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ μορ­φὴ τῶν Κι­νέ­ζων ἀ­να­λαμ­βά­νει τὴν εὐ­θύ­νη νὰ δι­ευ­ρύ­νει μὲ τὰ δι­κά της ἀ­φο­πλι­στι­κὰ μέ­σα τὰ δε­δο­μέ­να το­πί­α μας, προ­σφέ­ρον­τας, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, κλει­διὰ ἑρ­μη­νεί­ας ἑ­νὸς μέ­ρους τῶν φαι­νο­μέ­νων. Κα­τὰ τρό­πο συ­νο­πτι­κό, δρα­στι­κὸ καί, τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, πα­νεύ­κο­λο στὴν ἀ­πο­μνη­μό­νευ­ση, τὸ ἐ­λά­χι­στο ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο κα­θί­στα­ται ἐμ­μέ­σως σὺν-ζω­ή. Ἡ ἁ­πλού­στευ­ση βε­βαί­ως δι­εκ­δι­κεῖ ἐ­δῶ σὺν τοῖς ἄλ­λοις, πά­σῃ θυ­σί­ᾳ, τὴν (ὅ­ποι­α) λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­λή­θεια.

       Ἀν­τι­πα­ρα­βάλ­λω μα­ζὶ μὲ τὸν Γ. Σό­μερ­σετ Μὸμ ὁ­ρι­σμέ­νες συ­να­φεῖς συμ­πε­ρι­φο­ρές, οἱ ὁ­ποῖ­ες μὲ τὴ σει­ρά τους θὰ ὑ­πο­νο­μεύ­ον­ται πάν­τα ἀ­πὸ τὴ δε­δη­λω­μέ­νη, τὴν ἐμ­πράγ­μα­τη σο­φί­α τῶν ἐ­πω­νύ­μων ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν ἢ καὶ τῶν αὐ­το­σχέ­δι­ων ἐ­πι­γραμ­μα­το­ποι­ῶν αὐ­τῆς τῆς μο­να­δι­κῆς καὶ στὴν αἰ­σθη­τι­κὴ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά της χώ­ρας. Οἱ πα­ρε­ξη­γή­σεις δι­α­λύ­ον­ται μό­λις κα­νεὶς ἀν­τι­λη­φθεῖ τὸ εὖ­ρος, τὶς ἐμ­φα­νέ­στα­τες ποι­κι­λί­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες χα­ρα­κτη­ρί­ζουν ἐξ ὑ­παρ­χῆς τὶς σι­νι­κὲς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ἐμ­πε­δώ­σεις. Πα­ρα­θέ­τω τὰ ἑ­ξῆς γιὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τῆς ἐ­πο­πτι­κῆς στιγ­μῆς: «Ἡ Κί­τι εἶ­χε τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι, ὑ­πο­συ­νεί­δη­τα ἴ­σως, εἶ­χε υἱ­ο­θε­τή­σει τὴν κι­νε­ζι­κὴ ἄ­πο­ψη ὅ­τι οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι εἶ­ναι βάρ­βα­ροι καὶ ἡ ζω­ή τους σκέ­τος πα­ρα­λο­γι­σμός· μό­νο στὴ ζω­ὴ στὴν Κί­να μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει ἕ­νας λο­γι­κὸς ἄν­θρω­πος μιὰ κά­ποι­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Αὐ­τὸ σή­κω­νε σκέ­ψη: ἡ Κί­τι ἄ­κου­γε μο­νί­μως γιὰ τοὺς Κι­νέ­ζους ὅ­τι ἦ­ταν πα­ρακ­μια­κοί, βρο­μι­ά­ρη­δες καὶ ἀ­πε­ρί­γρα­πτοι. Σὰν νά ’­χε ξαφ­νι­κὰ ση­κω­θεῖ γιὰ λί­γο μιὰ κουρ­τί­να καὶ νά ’­βλε­πε τὸν κό­σμο πλου­τι­σμέ­νο μ’ ἕ­να χρῶ­μα κι ἕ­να νό­η­μα ποὺ δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ.­»(3)

       Συγ­κρα­τῶ ὅ­τι στὶς ἡ­μέ­ρες μας ἀν­θεῖ καὶ ἡ πα­ραλ­λα­γὴ τῶν «μι­κρο-μυ­θι­στο­ρη­μά­των», τῶν λε­γο­μέ­νων «h­i­nt-f­i­c­t­i­on», τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα λέ­ξεις τὸ πο­λύ. Ὅ­σες δη­λα­δὴ φτά­νουν γιὰ νὰ χω­ρέ­σουν σὲ δύ­ο μό­λις μη­νύ­μα­τα τῶν κι­νη­τῶν τη­λε­φώ­νων. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ οἱ Κι­νέ­ζοι τὰ προ­ω­θοῦν συ­στη­μα­τι­κὰ στὴν ἀ­να­γνω­στι­κὴ ἐν­δο­χώ­ρα τῆς ἀ­χα­νοῦς πρώ­ην αὐ­το­κρα­το­ρί­ας τους. Πολ­λὲς φο­ρὲς συ­νο­δεύ­ον­ται ἀ­πὸ εὔ­στο­χα σχό­λια τῶν ἀ­να­γνω­στῶν. Τὸ ἕ­να φέρ­νει στὸ ἄλ­λο. Ἡ δι­α­λε­κτι­κὴ τά­ξη συγ­κρα­τεῖ τὸ νό­η­μα, ἀλ­λὰ καὶ τὸ ἐ­παυ­ξά­νει ταυ­το­χρό­νως. Τὸ αἴ­σθη­μα ἐν τέ­λει ὅ­τι γρά­φε­ται ἀ­πὸ κοι­νοῦ τὸ ἕ­να καὶ μό­νον βι­βλί­ο τοῦ κό­σμου, ὅ­πως συ­χνὰ ὑ­πο­γράμ­μι­ζε ὁ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, ἀ­νι­χνεύ­ε­ται εὔ­κο­λα στὴν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση. Τὸ δι­ά­λυ­μα, ὁ κερ­μα­τι­σμὸς τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ἐ­γὼ σὲ ἕ­ναν κυ­κε­ώ­να ἐκ­δο­χῶν εἶ­ναι ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸ ἀ­πώ­τε­ρο, πι­θα­νῶς ἀ­σύ­νει­δο, αἴ­τη­μα εἴ­τε τῶν ἀ­γνώ­στων, εἴ­τε τῶν ἐ­πω­νύ­μων ἢ ἑ­τε­ρω­νύ­μων συγ­γρα­φέ­ων. Ἐ­δῶ θὰ πα­ρα­βά­λω τὴν κρί­ση τοῦ Ζὸρζ Μπα­τά­ιγ: «Τὸ θε­μέ­λιο μιᾶς σκέ­ψης εἶ­ναι ἡ σκέ­ψη τοῦ ἄλ­λου, ἡ σκέ­ψη εἶ­ναι τὸ τοῦ­βλο ποὺ τσι­μεν­τά­ρε­ται μέ­σα σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο»­(4). Οἱ δι­η­γη­τι­κὲς ἐκ­δο­χὲς ὅ­λων αὐ­τῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι στὴν οὐ­σί­α κατ΄ εὐ­θεί­αν γραμ­μὴ ἀ­πό­γο­νοι τῶν χρη­στῶν μιᾶς ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­παι­τη­τι­κῆς τε­χνι­κῆς, ποι­κίλ­λουν ἀ­σφα­λῶς σὲ βαθ­μοὺς τῆς ρη­μα­τι­κῆς ἔν­τα­σης, τῆς δι­ε­ξο­δι­κῆς λύ­σης τοῦ τα­χυ­δρά­μα­τος καὶ τῆς δι­δα­κτι­κῆς ἰ­δί­ως προ­ο­πτι­κῆς, κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο, ὅ­πως ἔ­χει κα­τα­δει­χτεῖ ἀ­πὸ πολ­λοὺς ἐ­ρευ­νη­τές, συ­νέ­χει τὴν κι­νε­ζι­κὴ τε­χνο­τρο­πί­α στὸ σύ­νο­λό της. Ὅ­πως ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὁ Μι­σὲλ Φου­κώ, ἀ­να­φε­ρό­με­νος στὶς ποι­ό­τη­τες καὶ πο­σό­τη­τες τῶν δυ­να­μι­κῶν λε­κτι­κῶν συν­δυα­σμῶν ἐν γέ­νει, «οἱ πρα­κτι­κὲς λό­γου δὲν εἶ­ναι ἁ­πλὰ καὶ μό­νο τρό­ποι κα­τα­σκευ­ῆς τοῦ λό­γου. Λαμ­βά­νουν σάρ­κα καὶ ὀ­στὰ μέ­σα σὲ σύ­νο­λα τε­χνι­κῶν, σὲ θε­σμούς, σὲ σχή­μα­τα συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς, σὲ τύ­πους με­τά­δο­σης καὶ δι­α­νο­μῆς, σὲ μορ­φὲς παι­δα­γω­γι­κῆς ποὺ ταυ­τό­χρο­να τὶς ἐ­πι­βάλ­λουν καὶ τὶς ὑ­πο­στη­ρί­ζουν»(5). Μὲ δε­δο­μέ­νη λοι­πὸν τὴν ἐν­το­πι­ό­τη­τα τῆς συν­το­μό­τα­της ἔκ­φαν­σης, ὀ­φεί­λει νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει κα­νεὶς τὴν ἀ­δι­ά­πτω­τη καλ­λι­έρ­γεια τοῦ ἐ­λά­χι­στου λε­κτι­κοῦ μορ­φώ­μα­τος ὡς ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν ἰ­δι­ο­προ­σω­πί­α τοῦ σι­νι­κοῦ κα­τα­πι­στεύ­μα­τος. Ὄ­χι, γιὰ νὰ τὸ δι­α­τυ­πώ­σω δι­α­φο­ρε­τι­κά, ὡς ἐν­δε­χό­με­νο φό­ρο ὑ­πο­τε­λεί­ας στὴν παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νη σύγ­χυ­ση τῆς τα­χύ­τη­τας, ἀλ­λὰ ὡς συ­νει­δη­τὸ ἀ­ξια­κὸ δεί­κτη τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου πο­λι­τι­σμι­κοῦ γί­γνε­σθαι. Ἡ δό­κι­μη στιγ­μή, τὸ σπέρ­μα τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ἐ­κλύ­ει ἐκ προ­οι­μί­ου, πάν­τα στὶς εὐ­τυ­χέ­στε­ρες, ἐν­νο­εῖ­ται, τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων, μιὰ τέ­τοι­α ἔν­τα­ση ἐκ­φο­ρᾶς, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει τὴν εὐ­χέ­ρεια νὰ μνη­μει­ώ­σει ἐν συν­το­μί­ᾳ πά­θη, ὑ­στε­ρί­ες καὶ ἄγ­χη. Νὰ δα­μά­σει κον­το­λο­γίς, σὲ ἕ­να βαθ­μὸ ἔ­στω, τὴν ἔ­κτα­ση τοῦ ἄ­γαν.

       Τὸ πα­ρελ­θὸν τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ἡ ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α τῆς ἔμ­πνευ­σης δι­α­χέ­ε­ται ἀ­νεμ­πό­δι­στη στὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ πα­ρόν, στὶς ὀ­θό­νες τῆς λα­λί­στα­της, παν­το­κρά­τει­ρας κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας, στὶς παν­το­ει­δεῖς ἑ­στί­ες τῶν πλη­ρο­φο­ρια­κῶν δι­κτύ­ων. Σὰν νὰ μὴν ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει οἱ ταυ­τό­τη­τες τοῦ χρό­νου ἀ­πὸ τὴν προ­α­να­φε­ρό­με­νη δυ­να­στεί­α τῶν Τσίνγκ. Ναί, τὸ ἐ­πι­και­ρο­ποι­η­μέ­νο σκη­νι­κὸ τοῦ βί­ου σή­με­ρα δη­λώ­νει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, πι­στό­τη­τα συμ­πε­ρι­φο­ρῶν σὲ βά­θος ἑ­κα­τον­τα­ε­τι­ῶν. Ἡ κί­νη­ση εἶ­ναι φαι­νο­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τοῦ γραμ­μα­το­λό­γου. Ἐξ οὗ καὶ τὸ πα­ρά­δο­ξον τοῦ ἰ­σχυ­ρι­σμοῦ ἑ­νὸς ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νου ἡ­με­τέ­ρου: «ἡ Ἀ­να­το­λὴ εἶ­ναι ἕ­να σταυ­ρο­δρό­μι. Περ­νοῦν τὰ πάν­τα ἀ­π’ αὐ­τήν. Θρη­σκεῖ­ες, στρα­τεύ­μα­τα, αὐ­το­κρα­το­ρί­ες, ἀ­γα­θά, χω­ρὶς κατ΄οὐ­σί­αν νὰ κι­νεῖ­ται τί­πο­τα». Ἡ ἀ­πο­τί­μη­ση ἀ­νή­κει στὸν Ντὲ Γκώλ, ὅ­πως ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται, τὸ 1930, σὲ μιὰ ἐ­πι­στο­λή του ἀ­πὸ τὴ Βη­ρυ­τὸ πρὸς ἕ­ναν φί­λο του. Ἔ­χον­τας ζή­σει καὶ ἐρ­γα­στεῖ κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα ὀ­κτὼ χρό­νια στὴν Κί­να, μοι­ρα­σμέ­να με­τα­ξὺ Πε­κί­νου καὶ Χὸνγκ Κόνγκ, ἔ­μα­θα νὰ ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι τὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ὡς τμῆ­μα ἑ­νὸς τε­ρά­στιου πα­λιμ­ψή­στου, πα­ρὰ ὡς τη­λε­ο­πτι­κὴ εἴ­δη­ση ἢ φευ­γα­λέ­ο ἐξ ἀ­νάγ­κης πέ­ρα­σμα πά­νω ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες τῶν ὑ­πο­λοί­πων ὀ­πτι­κῶν ση­μά­των. Συμ­πε­ραί­νω ὅ­τι τὸ και­νο­φα­νὲς τῆς σή­με­ρον ἦ­ταν ἴ­σως ὁ κώ­δι­κας ἑ­νὸς θραύ­σμα­τος τοῦ θαμ­ποῦ σι­νι­κοῦ πα­ρελ­θόν­τος ἢ τὸ σι­νιά­λο ἑ­νὸς λο­γί­ου τῆς αὐ­το­κρα­το­ρι­κῆς αὐ­λῆς, ἀ­γνώ­στου στοὺς πολ­λοὺς ἀλ­λὰ ὄ­χι στοὺς δι­α­πρε­πεῖς εἰ­δή­μο­νες τοῦ χώ­ρου.

       Ἂς ἐ­πι­ση­μά­νω ἐ­πί­σης ὅ­τι σὲ ἄλ­λες πά­λι πε­ρι­στά­σεις, δε­κά­δες χι­λιά­δων ἀ­να­γνω­στῶν κα­λοῦν­ται νὰ ἀ­να­δεί­ξουν τὸ πλέ­ον εὐ­θύ­βο­λο ἀ­πο­τύ­πω­μα αὐ­τῆς τῆς κα­τη­γο­ρί­ας. Στοὺς δη­μο­φι­λεῖς δι­α­γω­νι­σμοὺς συμ­με­τέ­χουν ἀ­κό­μη καὶ ἐ­πι­φα­νεῖς συγ­γρα­φεῖς ἢ δη­μο­σι­ο­γρά­φοι. Ἐ­νί­ο­τε τὰ δι­ά­σπαρ­τα αὐ­τὰ κεί­με­να συγ­κεν­τρώ­νον­ται σὲ ἕ­ναν τό­μο. Ἔ­τσι γρά­φτη­κε ἀ­πὸ 492 κει­με­νί­δια τὸ ἔρ­γο Ὁ ἔ­ρω­τας στὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Βά­ι Μπό. Στὸ δι­α­δί­κτυ­ο ἔ­χει μά­λι­στα ἀ­ναρ­τη­θεῖ καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἄ­σε με μό­νο: μιὰ ἱ­στο­ρία τοῦ Τσὲνγκ Ντού τοῦ M­u­r­o­ng X­u­e­c­un, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιος, τὸ 2008, γιὰ τὴν πε­ρι­ώ­νυ­μη λο­γο­τε­χνι­κὴ δι­ά­κρι­ση «M­an A­s­i­an L­i­t­e­r­a­ry P­r­i­ze». Ὑ­πάρ­χει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα, ὅ­πως συ­χνὰ συμ­βαί­νει κα­τὰ κα­νό­να σὲ ὅ­λες τὶς ὑ­πε­ραι­ω­νό­βι­ες σχο­λὲς σκέ­ψης, καὶ ἡ ἐ­ναν­τι­ω­μα­τι­κὴ ἄ­πο­ψη. Ὁ κα­θη­γη­τὴς Mo Hu­a­i­qi Ch­ong­qing τοῦ N­o­r­m­al U­n­i­v­e­r­s­i­ty πι­στεύ­ει ὅ­τι τὰ λι­λι­πού­τεια αὐ­τὰ κεί­με­να συ­νι­στοῦν αὐ­θεν­τι­κὰ προ­ϊ­όν­τα της ἐ­πο­χῆς τῶν παμ­φά­γων τα­χυ­φα­γεί­ων. Το­νί­ζει δὲ ὅ­τι γρή­γο­ρα θὰ ξε­πε­ρα­στοῦν ἀ­πὸ τοὺς νο­ή­μο­νες, ἀ­παυ­δι­σμέ­νους ἀ­να­γνῶ­στες, ἀ­φοῦ πρό­κει­ται ἁ­πλῶς γιὰ εὐ­και­ρια­κὰ παι­χνί­δια μὲ τὶς λέ­ξεις. Ὁ Mu­rong Xu­e­cun συ­νη­γο­ρών­τας τρό­πον τι­νά, φρο­νεῖ ὅ­τι οἱ δη­μο­φι­λέ­στε­ρες μυ­θι­στο­ρί­ες στοὺς κόλ­πους τῶν Κι­νέ­ζων πα­ρα­μέ­νουν στα­θε­ρὰ αὐ­τὲς τῶν ἑ­κα­τὸ χι­λιά­δων λέ­ξε­ων ἡ κά­θε μιά. Ἄλ­λοι πά­λι πι­στεύ­ουν ὅ­τι τὰ σύγ­χρο­να «μι­κρο-μυ­θι­στο­ρή­μα­τα» ἔ­χουν μέλ­λον, καὶ μά­λι­στα λαμ­πρό, δι­ό­τι ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τους τὴν ὑ­φὴ πα­ρέ­χουν τὴν ὑ­πο­λο­γί­σι­μη δυ­να­τό­τη­τα νὰ προ­σεγ­γί­σουν ἀ­κό­μη καὶ τὰ με­γα­θέ­μα­τα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ μιὰ μορ­φή, ἡ ὁ­ποί­α ὡς ἐκ τῶν πραγ­μά­των πα­ρα­μέ­νει ἀ­κα­τα­μά­χη­τη.

       Τὰ ση­μεῖ­α τῶν και­ρῶν εὐ­νο­οῦν προ­κλη­τι­κὰ τὰ δρα­στι­κὰ εὔ­πε­πτα σύ­νο­λα, τοὺς ἐ­πι­τυ­χεῖς δη­λα­δὴ λο­γο­τε­χνι­κοὺς με­ζέ­δες σὲ ἀν­τι­δι­α­στο­λὴ μὲ τὰ ἀ­τε­λεύ­τη­τα, μα­κά­ρια δεῖ­πνα τῶν κει­με­νο­αρ­γο­σχό­λων. Ὁ δι­α­κε­κρι­μέ­νος ἐκ­δό­της Λοὺ Τσιμ­πὸ ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται μά­λι­στα ὅ­τι τὸ ὅ­ριο τῶν ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα λέ­ξε­ων, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­βάλ­λε­ται σή­με­ρα, ἀ­ναγ­κά­ζει πράγ­μα­τι τοὺς συγ­γρα­φεῖς νὰ γί­νον­ται ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­κρι­βο­λό­γοι καὶ ἐ­ξον­τω­τι­κὰ σα­φεῖς, ἀ­σκών­τας κα­τὰ πε­ρί­πτω­ση τὸ προ­σω­πι­κό τους ὕ­φος. Ὁ­ρι­σμέ­νοι κα­τα­γί­νον­ται στὴ συγ­γρα­φὴ ἔρ­γων τῶν εἴ­κο­σι μό­νον λέ­ξε­ων, ἐ­πει­δὴ θε­ω­ροῦν τὶς ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα πλε­ο­να­στι­κές. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Τσὰνγκ Γι­βού, κα­θη­γη­τὴς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὸ φη­μι­σμέ­νο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Πε­κί­νου, δι­ευ­κρί­νι­σε χα­ρι­το­λο­γών­τας, ὅ­τι τὰ «μι­κρο-μυ­θι­στο­ρή­μα­τα» εἶ­ναι «σὰν τὶς φοῦ­στες τῶν γυ­ναι­κῶν, ὅ­σο πιὸ κον­τὲς εἶ­ναι, τό­σο τὸ κα­λύ­τε­ρο γι’ αὐ­τές»­(6). Πι­στεύ­ω ὅ­τι ἡ φι­λο­λο­γί­α πε­ρὶ τὰ πρό­σφο­ρα, να­νο­ει­δὴ ἀ­πο­κτή­μα­τα τῆς γρα­φῆς συμ­βάλ­λει κι αὐ­τὴ ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά της στὴν ἐκ­πόρ­θη­ση τοῦ σι­νι­κοῦ μη­νύ­μα­τος. Ἔ­στω καὶ ἑ­νὸς μό­νον τε­μα­χί­ου του. Πάν­τως, μὲ τὸν τρό­πο τῆς κα­θο­λι­κῆς γνω­σι­ο­λο­γι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας, τὴν ὁ­ποί­α προ­τεί­νει ἡ δι­ε­ξο­δι­κὴ πάν­τα Μαρ­γκε­ρὶτ Γι­ουρ­σε­νάρ, τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα ἀ­πο­κτᾶ πρό­σθε­τη γο­η­τεί­α. Πα­ρα­βάλ­λε­ται ἐν­δε­χο­μέ­νως μὲ τα­ξί­δι – ὁ­ρια­κὸ δι­α­κύ­βευ­μα στὶς ἐ­σχα­τι­ὲς τοῦ ἐξ ἀν­τι­κει­μέ­νου πραγ­μα­τι­κοῦ. Ἀν­τι­γρά­φω ἐν­δει­κτι­κά το ἑ­ξῆς ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πὸ τὸ κύ­κνει­ο ἐρ­γό­χει­ρό της Ὁ γύ­ρος τῆς φυ­λα­κῆς: «Τὸ νὰ δεῖς κα­λὰ μιὰ χώ­ρα, ση­μαί­νει νὰ ἐ­πι­χει­ρή­σεις νὰ τὴ γνω­ρί­σεις, καὶ ὣς ἕ­να βαθ­μὸ νὰ τὴν κά­νεις δι­κή σου, στὸ πα­ρὸν καὶ τὸ πα­ρελ­θόν της, νὰ προ­σπα­θή­σεις νὰ δεῖς τε­λι­κὰ τί ση­μαί­νει γιὰ ΄κεί­νους ποὺ ζοῦν σ΄αὐ­τήν. Πο­λὺ λί­γοι ἄν­θρω­ποι ἐν­δι­α­τρί­βουν σὲ ὅ­λα αὐ­τά».(7)

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

(1) Στὸ πρω­τό­τυ­πο: «F­a’ u­s­c­ir n­e­t­ta la p­i­c­c­o­l­e­z­za d­el l­u­o­go – il c­i­r­c­o­lo f­e­r­r­eo ed i­m­p­e­n­e­t­r­a­b­i­le o­n­de fu c­i­n­to. C­o­si d­a­l­la p­i­c­c­o­l­e­z­za d­el l­u­o­go u­s­c­i­r­a­n­no le g­r­a­n­di S­o­s­t­a­n­ze.» Με­τά­φρα­ση: Γι­ῶρ­γος Βε­λου­δῆς, ἐκ­δό­σεις «Πε­ρί­πλους», 1977.

(2) Με­τά­φρα­ση: Ζή­σης Σα­ρί­κας, ἐκ­δό­σεις «Πα­νο­πτι­κόν», 2010.

(3)Τὸ βαμ­μέ­νο πέ­πλο, με­τά­φρα­ση: Τρι­σεύ­γε­νη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου, ἐκ­δό­σεις «Με­ταίχ­μιο», 2008.

(4) Ἡ θε­ω­ρί­α τῆς θρη­σκεί­ας, με­τά­φρα­ση: Κώ­στας Κου­ρε­μέ­νος, ἐκ­δό­σεις «ὕ­ψι­λον», 1982.

(5) La v­o­l­o­n­te de s­a­v­o­ir, 1971, Ἐ­πι­λο­γὴ ἀ­πὸ τὰ D­i­ts et e­c­r­i­ts, εἰ­σα­γω­γὴ-ἐ­πι­λο­γὴ- με­τά­φρα­ση: Θα­νά­σης Λά­γιος, ἐκ­δό­σεις «στιγ­μή», 2011.

(6) Ho Ai Li, «O­ne – t­w­e­et n­o­v­e­l­s’, h­i­nt f­i­c­t­i­on t­a­ke o­ff in C­h­i­na», A­nn/T­he S­t­r­a­i­ts Times / The Jakarta Post, 8 Ἰουνίου 2011, ὅπου καὶ ἄλλα στοιχεῖα ἀπὸ τὴν τρέχουσα  ἐπικαιρότητα τῶν μικρομυθιστορημάτων.

(7) Μετάφραση: Νίκος Δομαζάκης, ἐκδόσεις «Χατζηνικολῆ», 2009.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γιῶργος Βέης (Ἀθήνα, 1955). Ποί­η­ση, τα­ξι­δι­ω­τι­κό. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­πλω­μά­της (τώ­ρα πρέ­σβης τῆς Ἑλ­λά­δος στὴν Τζα­κάρ­τα τῆς Ἰν­δο­νη­σί­ας). Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Φόρ­μες καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα, 1970-1973 (Κοῦ­ρος, 1974). Τε­λευ­ταῖ­ο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο Με­τά­ξι στὸν κῆ­πο (Ὕ­ψι­λον, 2010), τε­λευ­ταῖ­ο τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ Μαν­χά­ταν-Μπαν­γκόκ. Μαρ­τυ­ρί­ες, με­τα­βά­σεις (Κέ­δρος, 2011).

 

Διαφημίσεις

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ἕνας αἰσιόδοξος

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

 

Ἕ­νας αἰ­σι­ό­δο­ξος

(An O­p­t­i­m­i­st)

 

ΥΟ ΒΑΤΡΑΧΟΙ στὸ στο­μά­χι ἑ­νὸς φι­διοῦ συλ­λο­γί­ζον­ταν τὴν ἀλ­λα­γὴ ποὺ ἐ­πῆλ­θε στὴ ζω­ή τους.

«Με­γά­λη ἀ­τυ­χί­α» εἶ­πε ὁ ἕ­νας.

       «Μὴ βγά­ζεις τό­σο εὔ­κο­λα συμ­πε­ρά­σμα­τα» εἶ­πε ὁ ἄλ­λος. «Δὲν κιν­δυ­νεύ­ου­με ἀ­πὸ τὴ βρο­χὴ καὶ μᾶς βρί­σκε­ται στέ­γη καὶ τρο­φή».

       «Στέ­γη, σί­γου­ρα» εἶ­πε ὁ πρῶ­τος βά­τρα­χος. «Ὅ­μως δὲν βλέ­πω τὴν τρο­φή.»

       «Συ­νε­χῶς γκρι­νιά­ζεις» ἐ­ξή­γη­σε ὁ ἄλ­λος. «Ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι εἴ­μα­στε ἡ τρο­φή».

 

Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ:  Στὸ πρω­τό­τυ­πο, τὰ τε­λευ­ταῖ­α λό­για τοῦ δεύ­τε­ρου βα­τρά­χου ξε­κι­νοῦν μὲ τὴ φρά­ση Y­ou a­re a c­r­o­a­k­er. Πρό­κει­ται γιὰ μὴ με­τα­φρά­σι­μο λο­γο­παί­γνιο με­τα­ξύ τῶν ση­μα­σι­ῶν τῆς λέ­ξης c­r­o­a­k­er, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ση­μαί­νει (α) ἐ­κεῖ­νον ποὺ κο­ά­ζει (ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸν βά­τρα­χο), (β) τὸν γκρι­νιά­ρη καὶ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο καὶ (γ) ἐ­κεῖ­νον ποὺ πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νει.

   

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Τὸ ὀπόσουμ τοῦ μέλ­λοντος

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

 

Τὸ ­πό­σουμ τοῦ μέλ­λον­τος

(T­he O­p­o­s­s­um of t­he F­u­t­u­re)

 

ΙΑ ΜΕΡΑ ἕ­να ὀ­πό­σουμ ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ κρε­μα­σμέ­νο ἀ­νά­πο­δα μὲ τὴν οὐ­ρά του ἀ­πὸ ἕ­να κλα­δί, ξύ­πνη­σε καὶ εἶ­δε ἕ­να με­γά­λο φί­δι νὰ τυ­λί­γε­ται στὸ δέν­τρο, ἀ­νά­με­σα στὸ κλα­δὶ καὶ τὸν κορ­μό.

       «Ἂν μεί­νω ἐ­δῶ» μο­νο­λό­γη­σε «θὰ μὲ φά­ει· ἂν λύ­σω τὴν οὐ­ρά μου, θὰ σπά­σω τὸ κε­φά­λι μου».

       Ἀλ­λὰ αἴφ­νης σκέ­φτη­κε νὰ φερ­θεῖ πο­νη­ρά:

       «Ἐ­ξε­λιγ­μέ­νε ὣς τὴν τε­λει­ό­τη­τα φί­λε μου» εἶ­πε «τὸ ἔμ­φυ­το ἔν­στι­κτό μου ἀ­να­γνω­ρί­ζει στὸ πρό­σω­πό σου μιὰ εὐ­γε­νὴ ἔκ­φαν­ση καὶ ἀ­πό­δει­ξη τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης. Εἶ­σαι τὸ ὀ­πό­σουμ τοῦ μέλ­λον­τος, ὁ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρος καὶ ἰ­δε­ω­δέ­στε­ρος ἀ­πό­γο­νός του εἴ­δους μας, ἡ ὥ­ρι­μη ἀ­πό­λη­ξη τῆς προ­ό­δου τῆς ἁρ­πά­γης – ὁ­λό­κλη­ρος μιὰ οὐ­ρά!»

       Ἀλ­λὰ τὸ φί­δι, πε­ρή­φα­νο γιὰ τὴν πα­λαι­ὰ ὑ­πε­ρο­χή του, σύμ­φω­να μὲ τὰ ὅ­σα πα­ρα­δί­δουν οἱ Γρα­φές, ἦ­ταν αὐ­στη­ρὰ ὀρ­θό­δο­ξο καὶ δὲν ἀ­πο­δέ­χθη­κε τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἄ­πο­ψη.

 

Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Τὰ ὀ­πό­σουμ εἶ­ναι μι­κρὰ σὲ μέ­γε­θος μαρ­σι­πο­φό­ρα θη­λα­στι­κὰ ποῦ ζοῦν στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ (κυ­ρί­ως στὸ Βό­ρει­ο τμῆ­μα τῆς ἠ­πεί­ρου) καὶ στὴν Ὠ­κε­α­νί­α. Ὅ­ταν εἶ­ναι σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α, συ­νη­θί­ζουν νὰ κρέ­μον­ται ἀ­πὸ κλα­διὰ δέν­τρων μὲ τὴν οὐ­ρά τους.

  

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Εἰκό­να: Γε­λοιο­γραφικὴ ἀπεικό­νι­ση τοῦ Martin Van Buren, ὀγδό­ου Προέ­δρου τῶν Η­ΠΑ ὡς ὀπόσουμ. Δη­μο­σιεύ­τη­κε στὴ Νέ­α Ὑόρ­κη τὸ 1840 ἀπὸ τὸν H.R. Robinson.

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ζήτημα μεθόδου

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (AmbroseBierce)

 

Ζή­τη­μα με­θό­δου

(A M­a­t­t­er of M­e­t­h­od)

 

ΤΑΝ ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ εἶ­δε ἕ­ναν ἠ­λί­θιο νὰ δέρ­νει τὸν γά­ϊδα­ρό του, εἶ­πε:

«Συγ­κρα­τή­σου, παι­δί μου, σὲ ἐ­κλι­πα­ρῶ· συγ­κρα­τή­σου. Ὅ­ποι­ος κα­τα­φεύ­γει στὴ βί­α θὰ τὴν ὑ­πο­στεῖ.»

       «Αὐ­τό» εἶ­πε ὁ ἠ­λί­θιος, ξυ­λο­φορ­τώ­νον­τας ἄ­ο­κνα τὸ ζῶ­ο, «προ­σπα­θῶ νὰ δι­δά­ξω σ’ αὐ­τὸ τὸ κτῆ­νος – δι­ό­τι μὲ κλώ­τση­σε».

       «Ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα», μο­νο­λό­γη­σε ὁ φι­λό­σο­φος κα­θὼς ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν, «ἡ σο­φί­α τῶν ἠ­λι­θί­ων δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ἀ­νώ­τε­ρη οὔ­τε ἀ­λη­θέ­στε­ρη τῆς δι­κῆς μας· φαί­νε­ται ἐν­τού­τοις πὼς δι­α­θέ­τουν ἕ­ναν πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ τρό­πο νὰ τὴ με­τα­δί­δουν».

  

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

ἌμπροουζΜπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ὁ φιλεύ­σπλα­χνος γιατρός

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

 

φι­λεύ­σπλα­χνος για­τρός

(T­he C­o­m­p­a­s­s­i­o­n­a­te P­h­y­s­i­c­i­an)

 

­ΝΑΣ ΚΑ­ΛΟ­ΚΑΡ­ΔΟΣ ΓΙΑ­ΤΡΟΣ, κα­θι­σμέ­νος πλά­ι στὸ κρε­βά­τι ἑ­νὸς ἀ­σθε­νοῦς ποὺ ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ ἀ­νί­α­τη καὶ ἐ­πώ­δυ­νη ἀ­σθέ­νεια, ἄ­κου­σε πί­σω του ἕ­ναν θό­ρυ­βο. Στρέ­φον­τας τὸ βλέμ­μα εἶ­δε μιὰ γά­τα ποὺ γε­λοῦ­σε μὲ τὴ μά­ται­α προ­σπά­θεια ἑ­νὸς πλη­γω­μέ­νου πον­τι­κιοῦ, ποὺ πά­σχι­ζε νὰ σύ­ρει τὸ κορ­μὶ του ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο.

       «Ἄ­τεγ­κτο κτῆ­νος!» φώ­να­ξε. «Για­τί δὲν τὸ σκο­τώ­νεις ἀ­κα­ρια­ία, σὰν κυ­ρί­α;»

       Ση­κώ­θη­κε, ἔ­δι­ω­ξε μὲ κλω­τσι­ὲς τὴ γά­τα κι ὕ­στε­ρα ἔ­πι­α­σε σπλα­χνι­κά το πον­τί­κι καὶ ἔ­δω­σε τέ­λος στὴ δυ­στυ­χί­α του στρί­βον­τας τὸ κε­φά­λι του. Τὰ βογ­κη­τὰ τοῦ ἀ­σθε­νοῦς του τὸν ἐ­πα­νέ­φε­ραν στὸ κρε­βά­τι· ὁ φι­λεύ­σπλα­χνος για­τρὸς συν­τα­γο­γρά­φη­σε κά­τι δι­ε­γερ­τι­κό, κά­τι δυ­να­μω­τι­κὸ καὶ κά­τι θρε­πτι­κό, κι ἔ­φυ­γε.

  

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ἐσφαλμένες θρησκεῖες

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

 

Ἐ­σφαλ­μέ­νες θρη­σκεῖ­ες

(R­e­l­i­g­i­o­ns of E­r­r­or)

 

ΝΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ποὺ βρι­σκό­ταν στὴν Ἀ­να­το­λὴ ἄ­κου­σε τὸ θό­ρυ­βο ἑ­νὸς καυ­γᾶ. Γύ­ρι­σε στὸ δι­ερ­μη­νέ­α του καὶ τὸν ρώ­τη­σε τί τὸν προ­κά­λε­σε.

       «Οἱ βου­δι­στὲς κό­βουν τὰ κε­φά­λια τῶν μου­σουλ­μά­νων» ἀ­πάν­τη­σε ὁ δι­ερ­μη­νέ­ας μὲ ἀ­να­το­λί­τι­κη ψυ­χραι­μί­α.

       «Δὲν ἤ­ξε­ρα» πα­ρα­τή­ρη­σε ὁ χρι­στια­νὸς μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον «ὅ­τι αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν τό­σο θο­ρυ­βῶ­δες».

       «Οἱ μου­σουλ­μά­νοι, ἐ­πί­σης, κό­βουν τὰ κε­φά­λια τῶν βου­δι­στῶν» πρό­σθε­σε ὁ δι­ερ­μη­νέ­ας.

       «Εἶ­ναι ἐκ­πλη­κτι­κό», συλ­λο­γί­στη­κε ὁ χρι­στια­νός, «πό­σο βί­αι­ες ἀλ­λὰ καὶ δι­α­δε­δο­μέ­νες εἶ­ναι οἱ θρη­σκευ­τι­κὲς ἐ­χθρο­πρα­ξί­ες. Σ’ ὅ­λο τὸν κό­σμο οἱ πι­στοὶ τῆς κά­θε το­πι­κῆς λα­τρεί­ας ἀ­πε­χθά­νον­ται τοὺς πι­στοὺς ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε ἄλ­λης λα­τρεί­ας, καὶ ὁ μό­νος λό­γος ποὺ δὲν γί­νον­ται δο­λο­φό­νοι εἶ­ναι για­τί δὲν τολ­μοῦν νὰ σκο­τώ­σουν. Καὶ τὸ πιὸ πε­ρί­ερ­γο εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­λες οἱ θρη­σκεῖ­ες εἶ­ναι ἐ­σφαλ­μέ­νες καὶ ἀ­νή­θι­κες ἐ­κτὸς ἀ­π’ τὴ δι­κή μου. Ἡ δι­κή μου, δό­ξα τῷ Θε­ῶ, εἶ­ναι σω­στὴ καὶ ἠ­θι­κή».

       Καὶ μό­λις τέ­λει­ω­σε τὸ λό­γο του πῆ­γε φα­νε­ρὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος νὰ τη­λε­γρα­φή­σει, αἰ­τού­με­νος ἕ­να τάγ­μα μα­χαι­ρο­βγάλ­τες πρὸς προ­στα­σί­αν τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ συμ­φέ­ρον­τος.

  

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ἐργάτης στὸ πεζοδρόμιο

 

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

  

 Ἐργάτης στὸ πεζοδρόμιο

(T­he P­a­v­i­or)

 

ΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ εἶ­δε ἕ­ναν ἐρ­γά­τη νὰ στρώ­νει μὲ τὸ σφυ­ρί του πλά­κες στὸ πε­ζο­δρό­μιο, τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ εἶ­πε:

       «Φί­λε μου, φαί­νε­σαι κα­τα­βε­βλη­μέ­νος. Ἡ φι­λο­δο­ξί­α εἶ­ναι κα­κὸ ἀ­φεν­τι­κό.»

       «Δου­λεύ­ω γιὰ τὸν κ. Τζό­ουνς, κύ­ρι­ε» ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἐρ­γά­της.

        «Ἔ­λα, πά­ρε τὰ πά­νω σου» συ­νέ­χι­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας. «Ἡ δό­ξα ἔρ­χε­ται τὴ στιγ­μὴ ποὺ δὲν τὴν πε­ρι­μέ­νεις. Σή­με­ρα εἶ­σαι φτω­χός, ἄ­ση­μος κι ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος· αὔ­ριο ἴ­σως τὰ αὐ­τιὰ ὅ­λων νὰ βου­ί­ζουν μὲ τ’ ὄ­νο­μά σου.»

        «Τί μοῦ τσαμ­που­νᾶς;» εἶ­πε ὁ ἐρ­γά­της. «Δὲν μπο­ρεῖ ἕ­νας τί­μιος ἐρ­γά­της νὰ κά­νει τὴ δου­λειά του μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α του, νὰ πά­ρει τὸ μι­σθό του καὶ νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα χω­ρὶς νὰ τοῦ πε­τᾶ­νε οἱ ἄλ­λοι βλα­κεῖ­ες γιὰ φι­λο­δο­ξί­α καὶ φή­μη;»

        «Για­τί μπο­ρεῖ ἕ­νας τί­μιος γρα­φιάς;» εἶ­πε ὁ συγ­γρα­φέ­ας.

 

   

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

ἌμπροουζΜπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».