Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ὁ ἀστυνομικὸς καὶ ὁ πολίτης

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

 

Ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς καὶ ὁ πο­λί­της

(T­he P­o­l­i­c­e­m­an a­nd t­he C­i­t­i­z­en)

 

­ΝΑΣ A­ΣΤΥ­ΝΟ­ΜΙ­ΚOΣ συ­νάν­τη­σε ἕ­ναν ἄν­δρα ποὺ βρι­σκό­ταν σὲ πα­ρο­ξυ­σμὸ καὶ εἶ­πε «Αὐ­τὸς ἐ­δῶ εἶ­ναι με­θυ­σμέ­νος» κι ἄρ­χι­σε νὰ τὸν χτυ­πά­ει στὸ κε­φά­λι μὲ τὸ κλόμπ. Ἕ­νας πε­ρα­στι­κὸς πο­λί­της εἶ­πε:

       «Για­τί δο­λο­φο­νεῖ­τε ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, ποὺ δὲν μπο­ρεῖ πιὰ νὰ βλά­ψει κα­νέ­ναν;»

       Τό­τε ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς πα­ρά­τη­σε τὸν ἄν­δρα ποὺ βρι­σκό­ταν σὲ πα­ρο­ξυ­σμὸ κι ἐ­πι­τέ­θη­κε στὸν πο­λί­τη. Αὐ­τός, ἀ­φοῦ ὑ­πέ­στη κάμ­πο­σους σκλη­ροὺς μω­λω­πι­σμούς, ἔ­τρε­ξε νὰ σω­θεῖ.

       «Ἀ­λί­μο­νο» εἶ­πε ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς «για­τί δὲν ἐ­πι­τέ­θη­κα στὸν νη­φά­λιο πρὶν κου­ρα­στῶ δέρ­νον­τας τὸν ἄλ­λον;».

       Ἀ­πὸ τό­τε ἐ­φάρ­μο­ζε τὴν τα­κτι­κὴ αὐ­τή. Μά­λι­στα, ἐ­πι­δει­κνύ­ον­τας φι­λο­πο­νί­α καὶ ζῆ­λο, ἀ­νῆλ­θε στὴ θέ­ση τοῦ Ἀρ­χη­γοῦ τῆς Ἀ­στυ­νο­μί­ας, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα κα­νεὶς νὰ μὴν εἶ­ναι νη­φά­λιος στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς δι­και­ο­δο­σί­ας του.

 

 

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

ἌμπροουζΜπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Διαφημίσεις

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Τὸ ἀγαθὸ πολίτευμα

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (AmbroseBierce)

 

Τὸ ἀ­γα­θὸ πο­λί­τευ­μα

(T­he G­o­od G­o­v­e­r­n­m­e­nt)

 

Ι ΕΥΤΥΧΗΣ χώ­ρα ποὺ εἶ­σαι!» εἶ­πε μιὰ Δη­μο­κρα­τι­κὴ Μορ­φὴ Δι­α­κυ­βέρ­νη­σης σ’ ἕ­να Ἀ­νε­ξάρ­τη­το Κρά­τος. «Κά­νε μου τὴ χά­ρη νὰ κεῖ­σαι ἀ­κί­νη­τη ὅ­σο δι­α­βαί­νω πά­νω σου, ἄ­δον­τας ὕ­μνους στὸ δι­καί­ω­μα οἰ­κου­με­νι­κῆς ψή­φου καὶ αἰ­νών­τας τὶς εὐ­λο­γί­ες τῆς πο­λι­τι­κῆς καὶ θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Στὸ με­τα­ξὺ μπο­ρεῖς νὰ ἐ­κτο­νώ­νεις τὰ αἰ­σθή­μα­τά σου ἀ­να­θε­μα­τί­ζον­τας τὸν αὐ­ταρ­χι­σμὸ καὶ τὶς πα­ρω­χη­μέ­νες μο­ναρ­χί­ες τῆς Εὐ­ρώ­πης.»

       «Ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ ἀ­νέ­λα­βες τὴν ἐ­ξου­σί­α» ἀ­πάν­τη­σε τὸ Κρά­τος «οἱ δη­μό­σιοι λει­τουρ­γοί μου εἶ­ναι βλά­κες καὶ ἀ­γύρ­τες. Τὰ νο­μο­θε­τι­κά μου σώ­μα­τα —ἐ­θνι­κὰ καὶ το­πι­κά— δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ συμ­μο­ρί­ες· οἱ φό­ροι μου εἶ­ναι ἀ­σή­κω­τοι· τὰ δι­κα­στή­ριά μου δι­ε­φθαρ­μέ­να· οἱ πό­λεις μου μιὰ ντρο­πὴ γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμό· οἱ ἐ­πι­χει­ρή­σεις μου σφίγ­γουν τὰ χέ­ρια τους γύ­ρω ἀ­π’ τὸ λαι­μὸ κά­θε ἀ­το­μι­κοῦ συμ­φέ­ρον­τος – σ’ ὅ­λες μου τὶς ὑ­πο­θέ­σεις ἐ­πι­κρα­τεῖ ἀ­να­στά­τω­ση καὶ ἐγ­κλη­μα­τι­κὴ σύγ­χυ­ση.»

       «Ὅ­λ’ αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἀ­λη­θή» εἶ­πε ἡ Δη­μο­κρα­τι­κὴ Μορ­φὴ Δι­α­κυ­βέρ­νη­σης καὶ φό­ρε­σε τὰ χον­τρά της πα­πού­τσια· «σκέ­ψου ὅ­μως τί κα­λὰ περ­νᾶ­με κά­θε 4η Ἰ­ου­λί­ου».

  

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

ἌμπροουζΜπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ἕνας πολιτικός

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (AmbroseBierce)

 

Ἕνας πολιτι­κός

(A S­t­a­t­e­s­m­an)

 

ΝΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ποὺ πα­ρευ­ρι­σκό­ταν σὲ μιὰ συ­νάν­τη­ση ἑ­νὸς ἐμ­πο­ρι­κοῦ ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου θέ­λη­σε νὰ μι­λή­σει, ἀλ­λὰ τοῦ ἀρ­νή­θη­καν τὸ δι­καί­ω­μα λό­γου μὲ τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­πο­λύ­τως ἄ­σχε­τος μὲ τὸ ἐμ­πό­ριο.

       Ἕ­να μέ­λος προ­χω­ρη­μέ­νης ἡ­λι­κί­ας ση­κώ­θη­κε καὶ εἶ­πε:

       «Κύ­ρι­ε Πρό­ε­δρε, φρο­νῶ ὅ­τι ἡ ἄρ­νη­ση δὲν εἶ­ναι σω­στή· ἡ σχέ­ση τοῦ κυ­ρί­ου μὲ τὸ ἐμ­πό­ριο εἶ­ναι στε­νὴ καὶ οὐ­σι­α­στι­κή: εἶ­ναι ἕ­να ἐμ­πό­ρευ­μα.»

 

  

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Γιάννης Παλαβός: Ὁ Ἄμπροουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύθοι

 

 

Γιάννης Παλαβός

 

«Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α»:

ὁ Ἄμπροουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φανταστικοὶ μύθοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή.

 

ΠΟΙ­Η­ΤΗΣ ΚΑΙ ΠΕ­ΖΟ­ΓΡΑ­ΦΟΣ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913) ὑ­πῆρ­ξε ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20ου. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α του στὰ γράμ­μα­τα, ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὶς Η­ΠΑ – ἰ­δί­ως στὴ Δυ­τι­κὴ Ἀ­κτή, ὅ­που τα ἄρ­θρα του ἀ­σκοῦ­σαν ση­μαν­τι­κὴ ἐ­πιρ­ρο­ή. Τὰ ἴ­χνη του χά­θη­καν τὸ 1913, ὅ­ταν πέ­ρα­σε τὰ ἀ­με­ρι­κα­νο-με­ξι­κα­νι­κὰ σύ­νο­ρα γιὰ νὰ συν­δρά­μει —ὅ­πως του­λά­χι­στον εἰ­κά­ζε­ται— τὶς δυ­νά­μεις τῆς με­ξι­κα­νι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης ὑ­πὸ τὸν Πάν­τσο Βί­για.

       Τὸ ἔρ­γο τοῦ Μπὴρς συν­τί­θε­ται ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἀ­πό: (α) Δι­η­γή­μα­τα σὲ ρε­α­λι­στι­κὸ ὕ­φος ποὺ ἀν­τλοῦν ἀ­πὸ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του ὡς στρα­τι­ώ­τη καὶ με­τέ­πει­τα ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοῦ στὸν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ ἐμ­φύ­λιο. Στὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τὰ οὐ­δέ­πο­τε δο­ξο­λο­γεῖ­ται ὁ πό­λε­μος· κυ­νι­κὰ καὶ με­λαγ­χο­λι­κά, τὰ κεί­με­να τοῦ Μπὴρς πα­ρου­σιά­ζουν τὸν πό­λε­μο ὡς μιὰ ὀ­δυ­νη­ρὴ καὶ μά­ται­η ἄ­σκη­ση στὴ βία καὶ τὸ θά­να­το. (β) Δι­η­γή­μα­τα τρό­μου· ἐ­δῶ τὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν κα­τα­βο­λῶν γοτ­θι­κὸ στοι­χεῖ­ο μπο­λι­ά­ζε­ται μὲ τὴν το­πο­γρα­φί­α καὶ ἀν­θρω­πο­γε­ω­γρα­φί­α τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς Δύ­σης, ἐ­νῶ δί­νε­ται ἔμ­φα­ση στὶς ψυ­χο­λο­γι­κὲς πτυ­χὲς τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες φο­ρὲς στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α —τὸ δρό­μο ἄ­νοι­ξε ὁ Ἔν­τγκαρ Ἄ­λαν Πό­ε— ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἡ ὑ­παρ­ξια­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. (γ) Ἀλ­λη­γο­ρι­κοὺς μύ­θους· στὴν κα­τη­γο­ρί­α αὐ­τὴ ἐν­τάσ­σον­ται οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι, στοὺς ὁ­ποί­ους θὰ ἀ­να­φερ­θοῦ­με ἐ­κτε­νέ­στε­ρα στὴ συ­νέ­χεια. (δ) Ποι­ή­μα­τα· πρό­κει­ται γιὰ ἔμ­με­τρα ποι­ή­μα­τα, συ­χνὰ ὀ­λι­γό­στι­χα, ποὺ κα­τα­πι­ά­νον­ται μὲ τὰ ἴ­δια θέ­μα­τα ποὺ ἀ­πα­σχό­λη­σαν ἐν γέ­νει τὸν Μπήρς. Ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α τῶν πε­ζο­γρα­φη­μά­των του ἔ­χει ἐ­πι­σκιά­σει αὐ­τὴ τὴν πλευ­ρὰ τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς του δρα­στη­ρι­ό­τη­τας. (ε) Ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κή του ἐρ­γα­σί­α ἢ δι­α­σκευ­ὴ αὐ­τῆς σε λο­γο­τέ­χνη­μα· εἶ­ναι ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ δη­μο­φι­λέ­στε­ρου πο­νή­μα­τός του, τοῦ Ἀλ­φα­βη­τα­ρί­ου τοῦ Δι­α­βό­λου, ἑ­νὸς ἰ­δι­ό­τυ­που ἀν­τι-λε­ξι­κοῦ ποὺ ξε­κί­νη­σε ὡς στή­λη σὲ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ κα­τό­πιν ἐκ­δό­θη­κε ὑ­πὸ μορ­φὴ βι­βλί­ου.

       Ὁ Μπὴρς εἶ­ναι πε­ρί­φη­μος κυ­ρί­ως γιὰ τὸ ὕ­φος του: πι­κρός, εἴ­ρων, ἱ­κα­νό­τα­τος στὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κὴ σά­τι­ρα, τα­γὸς τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου. Στό­χοι του ἦ­ταν τὸ πο­λι­τι­κὸ καὶ δι­κα­στι­κὸ σύ­στη­μα, οἱ δι­πλω­μά­τες, ἡ ὀρ­γα­νω­μέ­νη θρη­σκεί­α, ὁ Τύ­πος, οἱ συγ­γρα­φεῖς καὶ τὸ σι­νά­φι τους ἀλ­λὰ καὶ οἱ δι­ά­φο­ρες «Ἑ­νώ­σεις Γυ­ναι­κῶν» (ὁ Μπὴρς ἔ­γρα­φε κα­τὰ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς πρώ­της γυ­ναι­κεί­ας χει­ρα­φέ­τη­σης). Τὰ ἐ­πί­θε­τα ποὺ συ­νο­δεύ­ουν τὸ ἔρ­γο του κω­δι­κο­ποι­οῦν­ται εὔ­κο­λα: κυ­νι­κό, σαρ­κα­στι­κό, πνευ­μα­τῶ­δες, ἀλ­λό­κο­το, μα­κά­βριο, ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο, μι­σαν­θρω­πι­κό. Ἡ φρά­ση ποὺ λέ­γε­ται πὼς ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τὸ μό­το του εἶ­ναι «No­thing mat­ters»: «Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α».

       Ἡ κρι­τι­κὴ ὑ­περ­τό­νι­σε τὸν μη­δε­νι­στι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῶν κει­μέ­νων τοῦ Μπήρς. Ὡ­στό­σο, πρό­κει­ται γιὰ πα­ρε­ξή­γη­ση. Ἡ πε­ρί­πτω­σή του φέρ­νει στὸ νοῦ ἕ­ναν ἄλ­λον, νε­ό­τε­ρο ὁ­μό­τε­χνό του ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­χουν γρα­φτεῖ πε­ρί­που τὰ ἴ­δια: τὸν αὐ­στρια­κὸ Τό­μας Μπέρ­νχαρντ. Ἡ ἀ­στο­χί­α τῶν κα­τη­γό­ρων ἀμ­φό­τε­ρων τῶν συγ­γρα­φέ­ων ἔγ­κει­ται στὸ ὅ­τι δὲν ἀν­τι­λή­φθη­καν ὅ­τι ἡ πι­κρὴ αὐ­τὴ στά­ση εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἀ­νε­στραμ­μέ­νης τρυ­φε­ρό­τη­τας. Τό­σο ὁ Μπὴρς ὅ­σο καὶ ὁ Μπέρ­νχαρντ δι­ῆλ­θαν βί­ο συ­χνὰ μο­νή­ρη καὶ πλή­ρη ἀ­πο­γο­η­τεύ­σε­ων. Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει γιὰ τὸν Μπέρ­νχαρντ ὁ με­τα­φρα­στής του Σπύ­ρος Μο­σκό­βου «­[­…] Ἡ ἀ­δυ­να­μί­α τῆς προ­σω­πι­κῆς εὐ­τυ­χί­ας καὶ ἡ ἄ­πω­ση γιὰ τὸν κοι­νω­νι­κὸ πε­ρί­γυ­ρο δι­ο­χε­τεύ­θη­καν σὲ μιὰ λο­γο­τε­χνί­α γε­μά­τη σαρ­κα­σμὸ καὶ ὑ­παρ­ξια­κὴ με­λαγ­χο­λί­α. Τὰ πε­ζὰ καὶ τὰ θε­α­τρι­κά του Μπέρ­νχαρντ μοιά­ζουν ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως μὲ ἔρ­γα “μι­σαν­θρώ­που”. Μέ­χρι νὰ ἀ­φουγ­κρα­στεῖς πί­σω τους τὸ ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὸ κλά­μα γιὰ τὴ χα­ρὰ ποὺ δὲν ἦρ­θε πο­τὲ» (στὸ Τὰ βρα­βεῖ­α μου, Ἑ­στί­α, 2010).

 

Ὁ Μπὴρς στὰ ἑλ­λη­νι­κά

 

       Ἂν κι ἕ­να μᾶλ­λον ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το πο­σο­τι­κὰ μέ­ρος του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, τὸ ἔρ­γο τοῦ Μπὴρς δὲν ἔ­χει τύ­χει ἀ­κό­μη τῆς δέ­ου­σας ὑ­πο­δο­χῆς στὴν Ἑλ­λά­δα. Μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὸ Ἀλ­φα­βη­τά­ρι τοῦ δι­α­βό­λου, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἔρ­γο ἀ­να­φο­ρᾶς καὶ εἶ­ναι πιὰ ἐν­ταγ­μέ­νο στὸν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να, ὁ Μπὴρς δὲν φαί­νε­ται νὰ ἔ­χει ἀ­πα­σχο­λή­σει ἰ­δι­αί­τε­ρα τοὺς δι­α­μορ­φω­τὲς τοῦ ἐγ­χώ­ριου κα­νό­να. Αὐ­τὸ ἐν­δε­χο­μέ­νως ὀ­φεί­λε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὰ κα­θ’ ἡ­μᾶς ἀ­νέ­λα­βαν συ­χνὰ ἐ­λάσ­σο­νες ἐκ­δο­τι­κοὶ οἶ­κοι ποὺ εἰ­δι­κεύ­ον­ται στὴν πα­ρα­λο­γο­τε­χνί­α τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. Πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας κεί­με­νά του σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ εἴ­δους —ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς πρό­χει­ρα με­τα­φρα­σμέ­νες καὶ ἐ­πὶ τῆς οὐ­σί­ας χω­ρὶς ἐ­πι­μέ­λεια— προ­σέ­δε­σαν, λό­γω τῆς ἀ­τυ­χοῦς αὐ­τῆς με­ρί­κευ­σης, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπὴρς στὸ ἅρ­μα μιᾶς λο­γο­τε­χνί­ας εἰ­δι­κῶν ἐν­δι­α­φε­ρόν­των καὶ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ἀν­το­χῆς. Σ΄ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο, ἡ πρό­σφα­τη ἔκ­δο­ση μιᾶς συλ­λο­γῆς τεσ­σά­ρων δι­η­γη­μά­των τοῦ Μπὴρς ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Λέ­σχη γο­νε­ο­κτό­νων (2010) ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα καὶ ἡ σχε­τι­κὴ κρι­τι­κο­γρα­φί­α δη­μι­ουρ­γοῦν ἴ­σως τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ ἀ­νά­σχε­ση τοῦ κλί­μα­τος.

 

Οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι

 

       Οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι (F­a­n­t­a­s­t­ic f­a­b­l­es, G.P. P­u­t­n­a­m­’s S­o­ns, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1899) ἀν­τλοῦν ἀ­πὸ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που: κα­τὰ τὸ πρό­τυ­πο τῶν αἰ­σώ­πει­ων ἀ­φη­γή­σε­ων, ὁ Μπὴρς πα­ρα­δί­δει σύν­το­μες, ἐν εἴ­δει ἀ­νεκ­δό­του ἱ­στο­ρί­ες, συ­χνό­τα­τα δι­α­λο­γι­κές, μὲ δι­δα­κτι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο (ἂν καὶ κα­τὰ κα­νό­να ἀ­νορ­θό­δο­ξο)· ὅ­πως καὶ στὸν Αἴ­σω­πο, πρω­τα­γω­νι­στὲς εἶ­ναι πολ­λὲς φο­ρὲς ζῶ­α ἀλ­λὰ καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νες ἔν­νοι­ες, ὅ­πως ἡ Ἀ­ρε­τὴ ἢ ἡ Μοί­ρα. Ἡ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι στοὺς μύ­θους τοῦ Μπήρς, ποὺ ἀ­πευ­θύ­νον­ται σὲ ἐ­νή­λι­κες, κυ­ρί­αρ­χο στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι ἡ κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ σά­τι­ρα, πάν­τα ἀ­πὸ τὸ με­τε­ρί­ζι μιᾶς παι­γνι­ώ­δους ἀλ­λὰ ἄ­τεγ­κτα ὀρ­θο­λο­γι­κῆς με­τρι­ο­πά­θειας. Δι­ά­χυ­το εἶ­ναι ἐ­πί­σης τὸ οἰ­κεῖ­ο καυ­στι­κὸ καὶ κα­τὰ κα­νό­να ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο βλέμ­μα τοῦ συγ­γρα­φέα ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση.

       Τὸ βι­βλί­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει 245 σύν­το­μα ἀ­φη­γή­μα­τα. Τὰ 181 ἐξ αὐ­τῶν εἶ­ναι πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να τοῦ Μπήρς, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι δι­α­σκευ­ὲς αἰ­σώ­πει­ων καὶ ἄλ­λων μύ­θων, τοὺς ὁ­ποί­ους πα­ραλ­λάσ­σει κα­τὰ τὸ δο­κοῦν προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σει τὴν προ­σω­πι­κή του κο­σμο­αν­τί­λη­ψη. Ἂν καὶ δὲν εἶ­ναι ὅ­λα τὰ κεί­με­να τῆς συλ­λο­γῆς τὸ ἴ­διο ἀ­ξι­ό­λο­γα καὶ ἡ στα­θε­ρὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη δο­μή τους κα­τα­λή­γει κου­ρα­στι­κή, ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἀ­ξί­ζουν τὴν προ­σο­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη· ἂν μὴ τί ἄλ­λο δι­ό­τι τὸ βι­βλί­ο συ­νι­στᾶ μιά, κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, σύ­νο­ψη —αἰ­σθη­τι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κά— τῆς πνευ­μα­τώ­δους γρα­φῆς τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει γιὰ τοὺς Φαν­τα­στι­κοὺς μύ­θους ὁ R­o­b­e­rt L. G­a­le στὸ An A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce c­o­m­p­a­n­i­on (G­r­e­e­n­w­o­od P­r­e­ss, 2001, σέλ. 94), «­[­…] Τὸ τε­λι­κὸ συμ­πέ­ρα­σμα τοῦ Μπὴρς εἶ­ναι ὅ­τι τὰ χρή­μα­τα ἐ­πι­κρα­τοῦν ἔ­ναν­τι τῆς ἠ­θι­κῆς, ἡ φι­λαρ­γυ­ρί­α ἔ­ναν­τι τοῦ ἰ­δε­α­λι­σμοῦ, ἡ κα­κί­α ἔ­ναν­τι τῆς κα­λο­σύ­νης, ἡ ἀ­χα­ρι­στί­α ἔ­ναν­τι τῆς εὐ­γνω­μο­σύ­νης, ἡ δι­α­φθο­ρὰ ἔ­ναν­τι τῆς ἀ­κε­ραι­ό­τη­τας χα­ρα­κτή­ρα, ἡ ἀ­πά­θεια ἔ­ναν­τι τῆς δρά­σης – κον­το­λο­γίς, ὁ θά­να­τος, σὲ ὅ­λες του τὶς μορ­φές, ἔ­ναν­τι τῆς ζω­ῆς.» Ὅ,τι δη­λα­δὴ ἐν συ­νό­λῳ ὑ­πεν­θυ­μί­ζει συ­νε­χῶς τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἄμ­προ­ουζ Μπήρς.

       Ἐ­πι­ση­μαί­νε­ται ὅ­τι οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι πα­ρου­σι­ά­στη­καν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ τὸ 1983 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γράμ­μα­τα, σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Θέ­μη Μι­χα­ήλ, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ βι­βλί­ο αὐ­τὸ εἶ­ναι δυ­σεύ­ρε­το σή­με­ρα. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι δὲν συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸν βι­βλι­ο­γρα­φι­κὸ κα­τά­λο­γο τῆς Ἐ­θνι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης. Ἔ­τσι δὲν μπο­ρέ­σα­με νὰ ἔ­χου­με τὴν σχε­τι­κὴ αὐ­το­ψί­α.

       Mιὰ μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ δέ­κα κει­μέ­νων ἀ­πὸ τοὺς Φαν­τα­στι­κοὺς μύ­θους θὰ πα­ρου­σια­στεῖ στὶς προ­σε­χεῖς ἀ­ναρ­τή­σεις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου.

  

 

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Φωτογραφία: Ὁ Ἀμβρόσιος Μπὴρς πενήντα ἐτῶν, στὶς 7 Ὀκτωβρίου 1892.

 

Ἄκης Παπαντώνης: Δεξὶ χέρι, δεξὶ σινιάλο – ἀριστερὸ χέρι, ἀριστερὸ σινιάλο

 

 

Ἄ­κης Πα­παν­τώ­νης

 

Δε­ξὶ χέ­ρι, δε­ξὶ σι­νιά­λο – ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι, ἀ­ρι­στε­ρὸ σι­νιά­λο

 

ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΣΑΛΟΝΙ πε­ρί­με­νε κλει­στὸ ἀ­κό­μα, μῆ­νες ἀ­φοῦ με­τα­κό­μι­σε, ἕ­να με­γά­λο χαρ­τό­κου­το. Ἀ­νά­με­σα σὲ σα­κοῦ­λες μὲ πράγ­μα­τα ποὺ δὲν εἶ­χαν βρεῖ θέ­ση καὶ σκόρ­πια ροῦ­χα. Ἦ­ταν τὸ πο­δή­λα­τό του, ὅ­πως εἶ­χε φτά­σει μὲ φορ­τω­τι­κὴ ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να. Τὸ ἴ­διο ποὺ κα­βα­λοῦ­σε στὴν ἐ­φη­βεί­α του: γύ­ρω-γύ­ρω τὸ πάρ­κο· ἀ­τέρ­μο­νοι ὁ­μό­κεν­τροι κύ­κλοι. Δὲν τὸ εἶ­χε ἀ­νοί­ξει. Εἶ­χε ἕ­να φό­βο: ἦ­ταν τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὸς ἀ­πὸ τὸν ἐ­φη­βι­κὸ ἑ­αυ­τὸ του – μᾶλ­λον πιὸ δει­λός.

       Μιὰ Κυ­ρια­κὴ ξύ­πνη­σε καὶ —ὅ­πως ἦ­ταν, μὲ τὴν πυτ­ζά­μα καὶ γυ­μνὸς ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω— ἔφε­ρε τὸ ψα­λί­δι ἀ­πὸ τὴν κου­ζί­να: ἔ­κο­ψε μί­α-μί­α τὶς ται­νί­ες ποὺ συγ­κρα­τοῦ­σαν τὸ χάρ­τι­νο ἀμ­πα­λάζ, ἀρ­χί­ζον­τας ἀ­πὸ τ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ συ­νε­χί­ζον­τας μὲ τὴ φο­ρὰ τῶν δει­κτῶν τοῦ ρο­λο­γιοῦ. Ἔμ­πλε­ξε τὶς κομ­μέ­νες ται­νί­ες σὲ σχῆ­μα μπά­λας καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε τὸ ψα­λί­δι στὸ συρ­τά­ρι τῆς κου­ζί­νας. Γυρ­νών­τας στὸ σα­λό­νι ἔ­σκι­σε μὲ τὰ χέ­ρια τὸ χαρ­τό­κου­το σὲ λω­ρί­δες. Στὴ συ­νέ­χεια ἔ­σκι­σε —χω­ρὶς πλά­νο— καὶ τὸ νά­υ­λον. Τὸ πο­δή­λα­το ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε: Peugeot, κί­τρι­νο, ἀ­γω­νι­στι­κό. Τὰ ση­μά­δια τοῦ χρό­νου ἐμ­φα­νή: σκου­ριά, ξέ­φτια στὴ σέ­λα, ξε­φού­σκω­τα λά­στι­χα. Στὸ τι­μό­νι ἦ­ταν δε­μέ­να μὲ ται­νί­α τρί­α γερ­μα­νι­κὰ κλει­διά. Τὸ πρῶ­το γιὰ τὸ τι­μό­νι, τὸ δεύ­τε­ρο γιὰ τὴ σέ­λα, τὸ τρί­το γιὰ τὰ πεν­τάλ. Κά­θι­σε ὀ­κλα­δόν. Τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὴν ἀγ­κα­λιά του. Ξε­λά­σκα­ρε τὸ τι­μό­νι καὶ τὴ σέ­λα· ξα­να­βί­δω­σε τὰ δυ­ὸ πεν­τάλ. Ὕ­στε­ρα ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος. Τὸ στή­ρι­ξε δί­πλα του. Μέ­τρη­σε τὸ ὕ­ψος τῆς σέ­λας. Ἀ­φοῦ τὴν ἔσφι­ξε στὴν τε­λι­κή της θέ­ση, ἀ­νέ­βη­κε πά­νω – ἦταν σκλη­ρή. Τὸ τι­μό­νι ἤ­θε­λε κι ἄλ­λο σή­κω­μα. Τὸ ἔ­φε­ρε ἐ­κεῖ ποὺ ἤ­θε­λε. Τὸ ἔ­σφι­ξε. Ἀ­πὸ μιὰ ἀ­πὸ τὶς σα­κοῦ­λες ἔ­βγα­λε μιὰ τρόμ­πα χει­ρός. Ἔ­πια­σε νὰ φου­σκώ­νει τὰ λά­στι­χα. Τὸ ἔ­κα­νε μὲ στα­θε­ρὸ ρυθ­μό, ἀ­να­σαί­νον­τας κόν­τρα-τέμ­πο στὶς ἀ­νά­σες τῆς τρόμ­πας. Τε­λι­κὰ τὸ ἔ­φε­ρε κον­τὰ στὸν φεγ­γί­τη. Ἀ­νέ­βη­κε στὴ σέ­λα —μὲ τὴν πυτ­ζά­μα καὶ γυ­μνὸς ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω— καὶ στά­θη­κε ἐ­κεῖ γιὰ ὥ­ρα πα­ρα­τη­ρών­τας τὴν πρω­ι­νὴ ὁ­μί­χλη νὰ τυ­λί­γει τὰ μπατ­ζά­κια τῶν πε­ρα­στι­κῶν.

       Ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ ἀ­πο­κά­λυ­ψε τὸ πο­δή­λα­το πέ­ρα­σαν βδο­μά­δες μέ­χρι νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει. Ἕ­να πρω­ὶ Δευ­τέ­ρας, ὑ­πὸ δυ­να­τὴ βρο­χή, τυ­λί­χτη­κε στὸ νά­υ­λον ποὺ πε­ρίσ­σε­ψε ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα τοῦ πο­δη­λά­του καὶ ἔν­τυ­σε τὰ πα­πού­τσια του μὲ δυ­ὸ πορ­το­κα­λὶ σα­κοῦ­λες σοῦ­περ-μάρ­κετ. Βγῆ­κε στὸ δρό­μο καὶ πῆ­ρε τὴν ἀ­νη­φό­ρα γιὰ τὸ πα­νε­πι­στή­μιο. Στὰ φα­νά­ρια στα­μά­τα­γε – ὅ­πως ἔ­κα­ναν κι ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι. Στὶς δι­α­σταυ­ρώ­σεις ἔ­βγα­ζε τὸ δε­ξὶ ἢ τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι κά­νον­τας σι­νιά­λο γιὰ τὸ πρὸς τὰ ποῦ θὰ στρί­ψει – ὅ­πως ἔ­κα­ναν κι ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι. Στὸ πάρ­κινκ τὸ πα­ρά­τη­σε ξε­κλεί­δω­το – σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους.

       Ἀρ­γὰ τὸ ἴ­διο ἀ­πό­γευ­μα ὁ οὐ­ρα­νὸς κα­θά­ρι­σε. Ἡ ἄ­σφαλ­τος στέ­γνω­σε. Βγῆ­κε στὸ πάρ­κινκ, ἀλ­λὰ τὸ πο­δή­λα­το ἔ­λει­πε. Στά­θη­κε γιὰ δυ­ὸ λε­πτὰ ἐ­κεῖ ποὺ τὸ εἶ­χε ἀ­φή­σει τὸ πρω­ί. Κοί­τα­ξε γύ­ρω του. Δὲν φαι­νό­ταν που­θε­νά. Ἔ­βγα­λε τὸ νά­υ­λον ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα του, καὶ τὶς δυ­ὸ πορ­το­κα­λὶ σα­κοῦ­λες, καὶ τὰ πέ­τα­ξε στὰ σκου­πί­δια. Ἔ­βα­λε τὰ ἀ­κου­στι­κὰ τοῦ ipod στὰ αὐ­τιὰ καὶ ἔ­χω­σε τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες. Ἄρ­χι­σε νὰ περ­πα­τᾶ νό­τια. Πρὸς τὸ σπί­τι. Στὸ πε­ζο­δρό­μιο δὲν χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸ δε­ξὶ ἢ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι γιὰ νὰ κά­νει σι­νιά­λο πρὸς τὰ ποῦ θὰ στρί­ψει. Ἕ­να πο­δή­λα­το ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ πί­σω του μὲ τα­χύ­τη­τα. Τὸ κου­δού­νι δὲν ἀ­κού­στη­κε. Ὁ μπρο­στι­νὸς τρο­χὸς τοῦ πο­δη­λά­του τὸν συ­νάν­τη­σε στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ πλευ­ρά. Βρέ­θη­κε στὸ ἔ­δα­φος. Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μπατ­ζά­κι του εἶ­χε ἕ­να ἀ­πο­τύ­πω­μα ἀ­πὸ τὸ λά­στι­χο. Ἡ μύ­τη καὶ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του φρύ­δι εἶ­χαν μα­τώ­σει. Ση­κώ­θη­κε μὲ χα­μό­γε­λο. Κού­νη­σε τὸ χε­ρί του στὸν πο­δη­λά­τη γιὰ νὰ πεῖ δὲν χρει­ά­ζε­ται συγ­γνώ­μη. Μὲ τὸ ἴ­διο χα­μό­γε­λο, καὶ τὰ ἀ­κου­στι­κὰ στὰ αὐ­τιά, περ­πά­τη­σε τρί­α μί­λια μέ­χρι τὸ σπί­τι: μὲ τὸ αἷ­μα νὰ τρέ­χει ἀρ­γὰ καὶ τὴν πλη­γὴ νὰ τσού­ζει στὸν κρύ­ο ἀ­έ­ρα· καὶ τὸν ὀμ­φά­λιο λῶ­ρο τῆς ἐ­φη­βεί­ας του γιὰ πάν­τα κλεμ­μέ­νο.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Ἄκης Πα­παν­τώ­νης (Χολαργός 1978). Σπούδασε Μοριακὴ Βιολογία καὶ εἶ­ναι  διδάκτορας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνών. Ἀπό τὸ 2008 ἐργάζεται ὡς ἐ­ρευ­νητής στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης. Συμμετέχει στὸ συλλογικὸ τό­μο Εἴμαστε ὅλοι μετανάστες, ἐκδ. Πατάκης μὲ τὸ διήγημα Ἀλμυρὰ μουστά­κια, ἐνῶ διηγήματά του ἔχουν δημοσιευθεί σὲ ἑλληνικά λογοτε­χνικά περι­ο­­δικά.

 

Χρῖστος Δάλκος: «Τὸν Σαουδάραβαν»

 

 

Χρῖστος Δάλκος

 

«Τὸν Σαουδάραβαν»

 

ΥΝΑΝΤΗΣΑ χτὲς τὸν κύ­ριο Ἀ­ση­μα­κό­που­λο.

— Κύ­ρι­ε Ἀ­ση­μα­κό­που­λε, εἶ­πα, στὸ βι­βλί­ο σας «Ἀ­ριθ­μο­τε­χνι­κὴ ἀ­νά­λυ­σις τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σης» ποὺ ἔ­χει κά­νει ἤ­δη τρεῖς ἐκ­δό­σεις…

       — Τέσ­σε­ρις, μὲ δι­ώρ­θω­σε, καὶ ἐ­πί­κει­ται καὶ πέμ­πτη, γί­νον­ται ἤ­δη οἱ τε­λευ­ταῖ­ες δι­ορ­θώ­σεις καὶ πά­ει γιὰ τύ­πω­μα…

       — Στὸ βι­βλί­ο σας λοι­πόν, καὶ στὴν σε­λί­δα 1228, συ­νέ­χι­σα, ἀν­τι­κα­θι­στᾶ­τε μὲ ἀ­ριθ­μοὺς τὰ γράμ­μα­τα τῆς φρά­σης «Ἡ δι­α­κο­σι­ο­στὴ πεν­τη­κο­στὴ τε­τάρ­τη ἡ­μέ­ρα τοῦ δύ­ο χι­λιά­δες ἕν» καὶ βρί­σκε­τε τὸ ἴ­διο ἄ­θροι­σμα (5539) μὲ τὰ γράμ­μα­τα τῆς φρά­σης «Τὸ μέ­γα τρο­μο­κρα­τι­κὸν κτύ­πη­μα ποὺ ἀ­πε­δό­θη εἰς τὸν Σα­ου­δά­ρα­βαν Ὀ­σά­μα Μπὶν Λάν­τεν».

       — Δέν εἶ­ναι ἐκ­πλη­κτι­κό; κραύ­γα­σε ὁ Ἀ­ση­μα­κό­που­λος. Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι οἱ ἀρ­χαῖ­οι εἶ­χαν προ­βλέ­ψει τὸ χτύ­πη­μα στοὺς δί­δυ­μους πύρ­γους… Ση­μει­ῶ­στε, αὐ­τὰ δὲν τὰ λέ­ω ἐ­γώ, τὰ λέ­νε ὁ Πυ­θα­γό­ρας καὶ ὁ Πλά­των…

       — Ναί, ἀλ­λὰ οἱ ἀρ­χαῖ­οι πο­τὲ δὲν θὰ ἔ­λε­γαν «τὸν Σα­ου­δά­ρα­βαν», θὰ λέ­γα­νε «Ἄ­ρα­βα» ἤ, ἔ­στω, «Σα­ου­δά­ρα­βα»­.­..

       — Τί ἐν­νο­εῖ­τε; μουρ­μού­ρι­σε ἀ­λα­φι­α­σμέ­νος ὁ Ἀ­ση­μα­κό­που­λος.

       — Θέ­λω νὰ πῶ ὅ­τι ἡ Αἰ­τι­α­τι­κὴ τοῦ «Ἄ­ραψ» δὲν παίρ­νει νί…:

       ὁ Ἄ­ραψ

       τοῦ Ἄ­ρα­βος

       τῷ Ἄ­ρα­βι

       τὸν Ἄ­ρα­βα.­..

       — Καὶ ἑ­πο­μέ­νως, καὶ ἑ­πο­μέ­νως;

       — Ἑ­πο­μέ­νως τὸ ἄ­θροι­σμα δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο.­..

       — Καὶ ἄ­ρα;

       — Ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ λέ­τε δὲν ἰ­σχύ­ει, γιὰ νὰ τὸ πῶ κά­πως κομ­ψά .­..

       Βλέ­πον­τας ὅ­τι ὁ Ἀ­ση­μα­κό­που­λος δὲν μι­λά­ει, συ­νέ­χι­σα νὰ κα­τε­δα­φί­ζω ἀ­νε­λέ­η­τα τὸ ἀ­ριθ­μο­τε­χνι­κό του οἰ­κο­δό­μη­μα: — Ἐξ ἄλ­λου οὔ­τε «ὁ Σα­ου­δά­ρα­βας» θὰ λέ­γα­νε οἱ ἀρ­χαῖ­οι, ὅ­πως λέ­τε ἐ­κεῖ ποὺ βρί­σκε­τε τὸ ἄ­θροι­σμα 1666 γιὰ τὸ ΟΙ ΔΙ­ΔΥ­ΜΟΙ ΠΥΡ­ΓΟΙ Ε­ΠΛΗ­ΓΗ­ΣΑΝ καὶ τὸ Ο ΣΑ­ΟΥ­ΔΑ­ΡΑ­ΒΑΣ ΜΠΙΝ ΛΑΝ­ΤΕΝ. Θὰ λέ­γα­νε «ὁ Ἄ­ραψ», ἤ, ἔ­στω, «ὁ Σα­ου­δά­ραψ»­.­.. Καὶ τὰ κύ­ρια ὀ­νό­μα­τα θὰ τὰ γρά­φα­νε χω­ρὶς ἄρ­θρο.­.. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ «ἐν­τρο­πία», στὴν ὁ­ποί­α ἀ­φι­ε­ρώ­νε­τε ὁ­λό­κλη­ρη τὴ σε­λί­δα 1227, δὲν βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ «ἓν» καὶ «τρέ­πω» ὅ­πως λέ­τε, δη­λα­δὴ «με­τα­βάλ­λω (με­τα­τρέ­πω) τὸ ἀρ­χι­κὸν ἕν», ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν πρό­θε­ση «ἐν» καὶ «τρέ­πω». Παίρ­νει ψι­λὴ τὸ «ἐν» τοῦ «ἐν­τρο­πί­α», ξέ­ρε­τε.­..

       Ὁ Ἀ­ση­μα­κό­που­λος μὲ κύτ­τα­γε σὰν ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος.

       Χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο. Ὁ ἐκ­δό­της, ἀ­π’ ὅ,τι κα­τά­λα­βα, τὸν πλη­ρο­φο­ροῦ­σε ὅ­τι εἶ­χαν γί­νει οἱ τε­λευ­ταῖ­ες δι­ορ­θώ­σεις καὶ ὅ­τι τὸ βι­βλί­ο πή­γαι­νε γιὰ τὸ τυ­πο­γρα­φεῖ­ο.

       — Ναί, κα­νο­νι­κά, εἶ­πε ὁ Ἀ­ση­μα­κό­που­λος. Θὰ ἀ­φαι­ρε­θοῦν μό­νο οἱ σε­λί­δες 1227, 1228. Τὶς θέ­λω γιὰ ἕ­να ξα­να­κύτ­ταγ­μα. Ναί, 33.333 ἀν­τί­τυ­πα… Ἔ­χει μιὰ ση­μα­σί­α… Καὶ γυρ­νῶν­τας σὲ μέ­να: — Ἀ­κού­σα­τε τὸ νού­με­ρο; εἶ­πε μ’ ἕ­να αὐ­τά­ρε­σκο χα­μό­γε­λο. Δὲν φαν­τά­ζε­σθε πό­ση ἀ­πή­χη­ση ἔ­χει ἡ ἀ­ριθ­μο­τε­χνι­κὴ στὸν κό­σμο… εἰ­δι­κὰ στοὺς νέ­ους ἀν­θρώ­πους… αὐ­τό, ἐ­πὶ τέ­λους, κά­τι λέ­ει… Ὅ­σο γιὰ τὸ ἄλ­λο ποὺ εἴ­πα­τε, εἴ­δα­τε, ἔ­λα­βα ὑ­π’ ὄ­ψιν ἐν τῷ ἅ­μα τὶς ρη­ξι­κέ­λευ­θες, ὀ­φεί­λω νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω, ἀ­πό­ψεις σας. Ψάξ­τε το, ψάξ­τε το, ἐ­γὼ τὸ ψά­χνω τριά­ντα χρό­νια τώ­ρα, καὶ ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χουν πράγ­μα­τα ποὺ μοῦ δι­α­φεύ­γουν…

       Ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι του στὸ πη­γού­νι καὶ σκέ­φτη­κε βα­θυ­στό­χα­στα γιὰ πέν­τε δευ­τε­ρό­λε­πτα.

       — Ξέ­ρε­τε, κα­τέ­λη­ξε, κι ἂν ὡ­ρι­σμέ­να ση­μεῖ­α χρή­ζουν πε­ραι­τέ­ρω δι­ευ­κρι­νί­σε­ως, αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ γε­νι­κὴ μα­θη­μα­τι­κὴ θε­ω­ρί­α παύ­ει νὰ ἰ­σχύ­ῃ… Ἐξ ἄλ­λου, αὐ­τὰ δὲν τὰ λέω ἐγώ, τὰ λένε ὁ Πυθαγόρας καὶ ὁ Πλάτων — ἢ καὶ «Πλά­τω­νας», γιατί ὄχι; Ὁ δημοτικισμὸς ἔχει προσφέρει πολλά.

       Καὶ μοῦ ἔδωσε ἐγκάρδια τὸ χέρι του.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995) κ. ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του: Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007).

 

Βόλφγκανκ Μπόρχερτ (Wolfgang Borchert): Τὸ ψωμί

 

 

Βόλφγκανκ Μπόρχερτ (WolfgangBorchert)

 

Τὸ ψω­μί

(D­as B­r­ot)

 

ΑΦΝΙΚΑ ΞΥΠΝΗΣΕ. Δυ­ό­μι­ση ἡ ὥ­ρα. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς ξύ­πνη­σε. Ἄχ, ναί. Κά­ποι­ος σκόν­τα­ψε σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα στὴν κου­ζί­να. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κε τοὺς ἤ­χους τῆς κου­ζί­νας. Ἡ­συ­χί­α. Ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἀ­πό­λυ­τη σι­γὴ καὶ κα­θὼς ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι στὸ κρε­βά­τι, βρῆ­κε τὴ θέ­ση δί­πλα της ἄ­δεια. Νά τὶ ἔ­κα­νε τὴ σι­ω­πὴ τό­σο αἰ­σθη­τή: ἔ­λει­πε ἡ ἀ­νά­σα του. Ση­κώ­θη­κε καὶ πα­ρα­πα­τών­τας στὸ σκο­τει­νὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἔ­φτα­σε στὴν κου­ζί­να. Στὴν κου­ζί­να συ­ναν­τή­θη­καν. Τὸ ρο­λό­ι ἔ­δει­χνε δύο καὶ μι­σή. Εἶ­δε κά­τι λευ­κὸ μπρο­στὰ στὸ ντου­λά­πι τῆς κου­ζί­νας. Ἄ­να­ψε τὸ φῶς. Στέ­κον­ταν ὁ ἕ­νας ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸν ἄλ­λο, μὲ τὶς νυ­χτι­κιές. Νύ­χτα. Δύο καὶ μι­σὴ ἡ ὥ­ρα. Στὴν κου­ζί­να. Πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ὁ δί­σκος μὲ τὸ ψω­μί. Πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε κό­ψει ψω­μί. Ἀ­κό­μα ἔ­στε­κε τὸ μα­χαί­ρι πλά­ι στὸ δί­σκο. Καὶ στὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο ψί­χου­λα. Ἐ­κεί­νη πάν­τα κα­θά­ρι­ζε τὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο ἀ­π’ τὰ ψί­χου­λα, πρὶν πέ­σουν τὸ βρά­δυ γιὰ ὕ­πνο. Κά­θε βρά­δυ. Καὶ τώ­ρα, τὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο μὲ ψί­χου­λα. Καὶ τὸ μα­χαί­ρι ἐ­κεῖ. Ἔ­νοι­ω­θε τὸ κρύ­ο νὰ σκαρ­φα­λώ­νει σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­π’ τὰ πλα­κά­κια καὶ νὰ εἰ­σχω­ρεῖ μέ­σα της. Καὶ πῆ­ρε τὸ βλέμ­μα της ἀ­π’ τὸ δί­σκο. «Σὰν νὰ ἄ­κου­σα κά­τι ἐ­δῶ», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος καὶ κοί­τα­ξε στὴν κου­ζί­να ἕ­να γύ­ρο. «Κι ἐ­γὼ ἄ­κου­σα κά­τι», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεί­νη καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι ἡ ὄ­ψη του τὴ νύ­χτα μὲ τὴ νυ­χτι­κιὰ τὸν ἔ­κα­νε νὰ μοιά­ζει γε­ρα­σμέ­νο πο­λύ. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τό­σο με­γά­λο ὅ­σο ἦ­ταν. Ἑ­ξήν­τα τρί­α. Τὴ μέ­ρα ἔ­μοια­ζε μᾶλ­λον κα­τά τι νε­ό­τε­ρος. Μοιά­ζει γε­ρα­σμέ­νη, σκέ­φτη­κε ἐ­κεῖ­νος, μὲ τὴ νυ­χτι­κιὰ μοιά­ζει γε­ρα­σμέ­νη. Ἀλ­λὰ ἴ­σως πά­λι νὰ φταῖ­νε μό­νο τὰ μαλ­λιά. Τὴ νύ­χτα ἡ ὄ­ψη τῶν γυ­ναι­κῶν ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται πάν­τα ἀπ’ τὰ μαλ­λιά. Τὶς κά­νουν ξαφ­νι­κὰ νὰ μοιά­ζουν γε­ρα­σμέ­νες.

       «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χεις φο­ρέ­σει τὶς παν­τό­φλες σου. Θὰ κρυ­ώ­σεις, μὲ τὰ πό­δια γυ­μνὰ πά­νω στὰ κρύ­α πλα­κά­κια.» Ἐ­κεί­νη δὲν τὸν κοί­τα­ξε κα­τά­μα­τα για­τὶ δὲν ἄν­τε­χε στὸ ψέ­μα του. Ψέ­μα­τα, με­τὰ ἀ­πὸ τριά­ντα ἐν­νιὰ χρό­νια γά­μου. «Σὰν νὰ ἄ­κου­σα κά­τι ἐ­δῶ», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος ξα­νὰ καὶ πέ­ρα­σε πά­λι τὸ δω­μά­τιο μὲ τὰ μά­τια του, ἀ­π’ τὴ μιὰν ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη, «ἄ­κου­σα κά­τι ἐ­δῶ. Κι ἔ­τσι νό­μι­σα ὅ­τι κά­τι θὰ ἔ­βρι­σκα».

       «Κι ἐ­γὼ ἄ­κου­σα κά­τι. Ἀλ­λὰ ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται, δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα.» Πῆ­ρε τὸ δί­σκο ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι καὶ τί­να­ξε τὰ ψί­χου­λα ἀπ’ τὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο. «Ὄν­τως, ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα» ἤ­χη­σε ἀ­βέ­βαι­η ἡ φω­νή του.

       Ἐ­κεί­νη βάλ­θη­κε νὰ τὸν βο­η­θή­σει. «Ἔ­λα, πᾶ­με. Ἀ­π’ ἔ­ξω θά ’­ταν. Ἔ­λα, πᾶ­με στὸ κρε­βά­τι. Θὰ κρυ­ώ­σεις. Πά­νω στὰ κρύ­α πλα­κά­κια.» Ἐ­κεῖ­νος κοί­τα­ξε πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. «Ναί, μᾶλ­λον ἀ­π’ ἔ­ξω θά ’­ταν. Κι ὅ­μως, νό­μι­σα ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­δῶ.»

       Ἐ­κεί­νη σή­κω­σε τὸ χέ­ρι γιὰ νὰ πα­τή­σει τὸ δι­α­κό­πτη. Τώ­ρα πρέ­πει νὰ σβή­σω τὸ φῶς, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ θ’ ἀ­ναγ­κα­στῶ νὰ κοι­τά­ξω τὸ δί­σκο, σκέ­φτη­κε. «Ἔ­λα, πᾶ­με» εἶ­πε κι ἔ­σβη­σε τὸ φῶς, «ἔ­ξω ἦ­ταν. Ἡ ὑ­δρορ­ρο­ὴ χτυ­πᾶ πάν­τα στὸν τοῖ­χο σὰν ἔ­χει ἀ­έ­ρα. Ἡ ὑ­δρορ­ρο­ὴ ἦ­ταν, σί­γου­ρα. Πάν­τα χτυ­πᾶ μὲ τὸν ἀ­έ­ρα.» Μὲ ἀ­βέ­βαι­ο βη­μα­τι­σμὸ στὸ σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο, ἔ­φτα­σαν στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα. Τὰ γυ­μνά τους πό­δια χα­στού­κι­ζαν τὸ πά­τω­μα.

       «Ναί, ὁ ἀ­έ­ρας φταί­ει», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος. «Φυ­σά­ει ὅ­λη νύ­χτα.»

       Σὰν ξά­πλω­σαν στὸ κρε­βά­τι, ἐ­κεί­νη συμ­φώ­νη­σε: «Ναί, φυ­σά­ει ὅ­λη νύ­χτα. Ἦ­ταν ἡ ὑ­δρορ­ρο­ή.» «Ναί, νό­μι­σα ὅ­τι ἦ­ταν στὴν κου­ζί­να. Μᾶλ­λον ὅ­μως ἦ­ταν ἡ ὑ­δρορ­ρο­ή.» Ξε­στό­μι­σε τὰ λό­για αὐ­τὰ σὰν νὰ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος. Ἐ­κεί­νη ὅ­μως πρό­σε­ξε πό­σο ψεύ­τι­κη ἠ­χοῦ­σε ἡ φω­νή του σὰν ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα. «Κά­νει κρύ­ο» εἶ­πε καὶ χα­σμου­ρή­θη­κε ἐ­λα­φρά, «μπαί­νω κά­τω ἀ­π’ τὰ σκε­πά­σμα­τα. Κα­λη­νύ­χτα.»

       «Κα­λη­νύ­χτα» ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος καὶ πρό­σθε­σε: «Ναί, εἶ­ναι ὄ­μορ­φα ὅ­ταν κά­νει κρύ­ο.»

       Με­τά, ἡ­συ­χί­α. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε λί­γη ὥ­ρα, τὸν ἄ­κου­σε νὰ μα­σᾶ σι­γα­νὰ καὶ προ­σε­κτι­κά. Ἐ­κεί­νη ἀ­νέ­πνε­ε ἐ­πί­τη­δες βα­θειὰ καὶ ρυθ­μι­κά, ὥ­στε νὰ μὴν κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­κό­μα ξύ­πνια. Τὸ μά­ση­μά του ὅ­μως ἦ­ταν τό­σο ρυθ­μι­κὸ ποὺ στὸ τέ­λος τὴν ἀ­πο­κοί­μι­σε.

       Ὅ­ταν τὸ ἑ­πό­με­νο βρά­δυ ἐ­πέ­στρε­ψε σπί­τι, ἐ­κεί­νη τοῦ ἔ­βα­λε νὰ φά­ει τέσ­σε­ρις φέ­τες ψω­μί. Συ­νή­θως ἔ­τρω­γε μό­νο τρεῖς.

       «Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς ἄ­νε­τα τέσ­σε­ρις φέ­τες», εἶ­πε κι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀπ’ τὸ φῶς. «Αὐ­τὸ τὸ ψω­μὶ μὲ πει­ρά­ζει στὸ στο­μά­χι. Μπο­ρεῖς λοι­πὸν νὰ φᾶς μί­α φέ­τα πα­ρα­πά­νω, δὲ χά­θη­κε ὁ κό­σμος. Ἐ­μέ­να μὲ πει­ρά­ζει.» Εἶ­δε πὼς ἔ­σκυ­ψε ἐ­κεῖ­νος βα­θειὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ δί­σκο χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὸ βλέμ­μα του. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὸν λυ­πή­θη­κε.

       «Μὰ δὲ γί­νε­ται νὰ φᾶς ἐ­σὺ μό­νο δύο φέ­τες» εἶ­πε, θαρ­ρεῖς μι­λών­τας στὸ πιά­το του. «Μά σοῦ εἶ­πα, τὸ βρά­δυ μὲ πει­ρά­ζει τὸ ψω­μί. Τρῶ­γε, τρῶ­γε.»

       Μό­νο με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο κα­τά­φε­ρε νὰ κα­θή­σει μα­ζί του στὸ τρα­πέ­ζι, στὸ φῶς.

 

Δρα­μα­το­ποί­η­ση: Τὸ κλα­σικὸ στὰ γερμα­νικὰ γράμ­μα­τα δι­ή­γη­μα τοῦ Μπόρ­χερ­τ «Τὸ ψω­μί» ἔχει ἐπα­νει­λημ­μέ­νως δρα­μα­το­ποι­η­θεῖ. Ἀπὸ τὰ σχε­τικὰ βί­ντε­ο ποὺ εἴδα­με δια­λέξα­με τὸ πα­ρα­κά­τω γιὰ τὴν πρω­το­τυ­πί­α του (παιγ­μέ­νο μὲ κοῦκλες) καὶ γιὰ τὴν συ­γκι­νη­τικὴ γε­μά­τη ἐσω­τε­ρι­κό­τη­τα ἀτμό­σφαι­ρά του:

 

 

Συ­ντε­λε­στές: Καλ­λι­τε­χνικὴ ἀπό­δο­ση/τε­χνικὴ ἐπε­ξερ­γα­σί­α: Ρό­μπερ­τ Βί­ντις. Ἠχη­τικὴ ἐπιμέ­λεια: Φρὰνκ Ράπ­κε/Ρό­μπερ­τ Βί­ντις. Ἀφή­γη­ση: Πέ­τερ Μπό­ιρ­λε. Κο­στού­μια: Κορ­νέ­λια Βί­ντις.

  

 

Πη­γή: K­u­r­z­g­e­s­c­h­i­c­h­t­en f­ür d­en D­e­u­t­s­ch-U­n­t­e­r­r­i­c­ht.

 

Βόλ­φγκανκ Μπόρ­χερτ (W­o­l­f­g­a­ng B­o­r­c­h­e­rt) (20 Μα­ΐ­ου 1921, Ἀμ­βοῦρ­γο τῆς Γερ­μα­νί­ας-20 Νο­εμ­βρί­ου 1947, Βα­σι­λεί­α τῆς Ἐλ­βε­τί­ας): Γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ δρα­μα­τουρ­γός. Ἀ­π’ τοὺς σπου­δαι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς ἀ­πο­κα­λού­με­νης «λο­γο­τε­χνί­ας τῶν ἐ­ρει­πί­ων» («T­r­ü­m­m­e­r­l­i­t­e­r­a­t­ur») τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.