Γιάννης Μανέτας: Ἐξοστρακισμός

 

 

Γιά­ννης Μα­νέ­τας

 

Ἐ­ξο­στρα­κι­σμός

 

Ο ΠΑΙ­ΔΙ ΘΑΥ­ΜΑ τῆς κλασ­σι­κῆς μου­σι­κῆς μπῆ­κε βι­α­στι­κὸ ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὰ κα­μα­ρί­νια καὶ κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὸ πιά­νο. Ἡ αἴ­θου­σα ἀ­σφυ­κτι­κὰ γε­μά­τη, τὸ τσου­χτε­ρὸ εἰ­σι­τή­ριο καὶ οἱ φι­λαν­θρω­πι­κοὶ σκο­ποὶ τῆς συ­ναυ­λί­ας κα­θό­ρι­σαν ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὰ καὶ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο, ἡ ἀ­φρό­κρε­μα τῆς πο­λι­τι­κῆς, κοι­νω­νι­κῆς καὶ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τῆς πρω­τεύ­ου­σας ἔ­δι­νε τὸ πα­ρόν. Μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ πι­τσι­ρί­κου τὸ κοι­νὸ ἐν­θου­σι­ά­στη­κε καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν ὑ­πο­δε­χτεῖ μὲ τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο χει­ρο­κρό­τη­μα. Αὐ­τὸς ἀρ­νή­θη­κε μὲ μί­α ἀ­πο­τρε­πτι­κὴ κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ, δυ­σα­νά­λο­γα αὐ­στη­ρὴ γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α του, ἴ­σως καὶ λί­γο κω­μι­κή, ἔ­τσι ὅ­πως τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἀν­θρω­πά­κι μὲ τὸ φρά­κο καὶ τὸ πα­πι­γιὸν ἀ­παι­τοῦ­σε τὴ σι­ω­πὴ τῶν στη­ριγ­μά­των τῆς κοι­νω­νί­ας. Ἄλ­λοι αἰφ­νι­δι­ά­στη­καν, οἱ κυ­ρί­ες σχο­λί­α­σαν πό­σο ἀ­θῶ­ο καὶ χα­ρι­τω­μέ­νο εἶ­ναι, ὅ­λοι ὅ­μως ὑ­πά­κου­σαν. Ὄ­χι βέ­βαι­α χω­ρὶς δυ­σφο­ρί­α, ποῦ ἀ­κού­στη­κε ἕ­να νιά­νια­ρο νὰ ἀρ­νεῖ­ται τὸν ἔ­παι­νο τοῦ Προ­έ­δρου τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας, τοῦ Μη­τρο­πο­λί­τη καὶ τό­σων ἄλ­λων ἐ­πω­νύ­μων καὶ ἰ­θυ­νόν­των. Ἴ­σως ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν πρό­σφα­τη ἱ­στο­ρί­α τοῦ τό­που ποὺ οἱ ἄρ­χον­τες ὑ­πά­κου­σαν στοὺς εὐ­φυ­εῖς. Πρὶν κά­τσει στὸ πιά­νο, τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἀν­θρω­πά­κι ζή­τη­σε εὐ­γε­νι­κὰ ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σιά­στρια ποὺ θὰ ἀ­πα­ριθ­μοῦ­σε τὶς περ­γα­μη­νὲς καὶ τὰ καλ­λι­τε­χνι­κὰ του τα­λέν­τα νὰ ἀ­πο­συρ­θεῖ. Τὸ χα­μό­γε­λό της πά­γω­σε καὶ οἱ ὦ­μοι ση­κώ­θη­καν ἐ­λα­φρὰ ἀ­πὸ ἀ­μη­χα­νί­α. Ἔ­στρε­ψε τὸ βλέμ­μα γιὰ βο­ή­θεια πρὸς τὰ πα­ρα­σκή­νια, ὅ­που ἐμ­φα­νὴς τα­ρα­χὴ καὶ ἀ­πο­ρί­α δι­α­κα­τεῖ­χε τὸ ἐ­πι­τε­λεῖ­ο τῶν ὀρ­γα­νω­τῶν. Τί κα­μώ­μα­τα εἶ­ναι αὐ­τὰ μπρο­στὰ στὸν Πρό­ε­δρο τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας; Ἂν καὶ μὲ δι­σταγ­μό, ἡ πα­ρου­σιά­στρια τε­λι­κὰ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ πα­ρα­σκή­νιο, ἐξ ἄλ­λου, πῶς νὰ χα­λά­σεις τὸ χα­τί­ρι σὲ μί­α μου­σι­κὴ ἰ­δι­ο­φυί­α. Ἄ­κρα σι­γὴ ὅ­ταν ὁ μι­κρὸς ξε­κί­νη­σε παί­ζον­τας στὸ πιά­νο, ἐ­κτὸς προ­γράμ­μα­τος, τὸ Let it be. Λί­γες ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὶς εἰ­δή­σεις εἴ­χα­με μά­θει ὅ­τι ἕ­νας ἄλ­λος νε­α­ρὸς εἶ­χε δο­λο­φο­νή­σει ἀ­ναί­τια τὸν ἄν­δρα μὲ τὰ στρογ­γυ­λὰ γυα­λιά.

       Τὸ κοι­νὸ συγ­κι­νή­θη­κε, ὡ­στό­σο δί­στα­σε νὰ χει­ρο­κρο­τή­σει τὴν ἀ­πρό­σμε­νη πρω­το­βου­λί­α τοῦ μπόμ­πι­ρα. Δὲν θὰ ἄν­τε­χαν δεύ­τε­ρη ἐν­το­λή. Τό­τε ὁ μι­κρὸς καλ­λι­τέ­χνης ση­κώ­θη­κε, χει­ρο­κρό­τη­σε μό­νος του, «τον ἄν­δρα μὲ τὰ μα­κριὰ μαλ­λιά», ἐ­ξή­γη­σε, καί, δη­λώ­νον­τας ὅ­τι σή­με­ρα δὲν μπο­ρεῖ νὰ παί­ξει κά­τι ἄλ­λο, ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας πρὸς τὰ πα­ρα­σκή­νια.

       Σού­σου­ρο καὶ ἀ­πο­δο­κι­μα­στι­κὰ σχό­λια ἐ­πι­κρά­τη­σαν στὴν πλα­τεί­α τὴν ὥ­ρα ποὺ στὰ πα­ρα­σκή­νια ὁ μι­κρὸς μου­σι­κὸς δε­χό­ταν ἕ­να ἠ­χη­ρὸ χα­στού­κι ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του καὶ ἄ­κου­γε τὴν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὴ καὶ τε­λε­σί­δι­κη ἀ­πό­φα­ση τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ ὅ­τι μπαί­νει σὲ καλ­λι­τε­χνι­κὴ κα­ραν­τί­να. Ἕ­να μή­να με­τὰ ἀ­να­χω­ροῦ­σε γιὰ τὴ Γερ­μα­νί­α, μὲ πρό­σκλη­ση τῆς Συμ­φω­νι­κῆς Ὀρ­χή­στρας τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ γιὰ πάν­τα. 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Γιά­ννης Μα­νέ­τα­ς (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Φυ­σι­ο­γνω­σί­α καὶ Γε­ω­γρα­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἀ­πέ­κτη­σε τὸν τίτ­λο τοῦ δι­δά­κτο­ρα Βι­ο­λο­γι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πά­τρας τὸ 1976. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ ἴ­διο πα­νε­πι­στή­μιο ἀ­πὸ τὸ 1978 ἕ­ως σή­με­ρα. Ἐπίσης ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ στὸ Ἐ­θνι­κὸ Κέν­τρο Ἔ­ρευ­νας Φυ­σι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν “Δη­μό­κρι­τος”, στὸν Πει­ρα­μα­τι­κὸ Σταθ­μὸ “Abisco” τῆς Λα­πω­νί­ας καὶ στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Stirling (Σκω­τί­α), Goteborg (Σου­η­δί­α), Essen καὶ Karlsruhe (Γερ­μα­νί­α).

 

Διαφημίσεις

Ἀγγελικὴ Σιδηρᾶ: Θεσσαλονίκη-Ἀθήνα

 

 

Ἀγγελικὴ Σιδηρᾶ

 

Θεσ­σα­λο­νί­κη-Ἀθή­να

 

ΤΑΝ ΔΕΝ ΜΙΛΑΓΕ χα­μο­γε­λοῦσε κι ἦταν πά­λι σὰ νὰ μί­λα­γε, μ’ ἐκεῖνο τὸ τζο­κό­ντειο, αἰνιγ­μα­τικὸ χα­μό­γελό της, μισὸ ὑπε­ρο­ψί­α, μισὸ συ­γκα­τά­βα­ση. Σὰν συ­νο­δεί­α, σὲ χα­μηλὴ ἔντα­ση, ἐναλ­λάσ­σο­νταν ἀδιά­κο­πα οἱ φωνὲς τῶν τριῶν με­γά­λων: Pavarotti, Domingo, Carreras. Πά­σχι­ζε, μὲ φα­να­τι­σμὸ σχε­δόν, νὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ δια­κρί­νω τὶς φω­νές τους, ποὺ διαρ­κῶς μπέρ­δευα καὶ ὕστε­ρα σὲ κά­θε τρα­γού­δι ποὺ ἄλλα­ζε, μὲ τσε­κά­ρι­ζε ρωτώ­ντας με γιὰ τὸν ἑκά­στο­τε ἑρμη­νευ­τή.

       Ἐγὼ δὲν μπο­ροῦσα διό­λου νὰ συ­γκεντρωθῶ, δὲν μ’ ἔνοια­ζε ἐξάλ­λου. Πα­ρα­κο­λου­θοῦσα μό­νο μὲ μισὸ μάτι τὶς ἐκφρά­σεις της: τὴν ἀγα­νά­κτη­σή της γιὰ τὴν ἀνε­πάρ­κειά μου, τὴν ἱκα­νο­ποί­η­ση, ὅταν τυ­χαί­ως ἀνα­κά­λυ­πτα τὸν τρα­γου­δι­στή, τὸν φό­βο της, ὅταν πα­τοῦσα πιὸ πολὺ τὸ γκά­ζι στὶς στρο­φές. Ἤξε­ρα τό­τε πὼς οἱ κό­ρες τῶν πα­ρά­ξε­νων μα­τιῶν της δια­στέλ­λο­νταν καὶ πὼς πα­τοῦσε φρέ­νο στὸν ἀέ­ρα μὲ τὸ δε­ξί της πο­δα­ρά­κι.

       Θεσ­σα­λο­νί­κη-Ἀθή­να, πλη­σιά­ζα­με κιό­λας στὴν Στυ­λί­δα. Ἤθε­λα νὰ πατή­σω φρέ­νο, νὰ τὴν πά­ρω ἀγκα­λιά, νὰ τὴν φι­λή­σω. Μὰ ἦταν τό­σο ἀπόμα­κρη κι ἂς ἤτα­νε τό­σο κο­ντά μου, μι­σο­ξα­πλω­μέ­νη. «Νὰ πιοῦμε ἕνα κα­φέ, νὰ στυ­λω­θοῦμε», πρό­τει­να καὶ φυ­σικὰ συμ­φώ­νη­σε. Δὲν ἤθελα στ’ ἀλή­θεια κα­φέ, πιὸ πολὺ ἤθε­λα νὰ τὴν δῶ νὰ περ­πα­τά­ει μ’ ἐκεῖνο τὸ ἀνά­λα­φρο, ἐλα­φί­σιο βῆμα, κυ­ρί­ως νὰ κα­θυ­στε­ρή­σω, ὅσο μ’ ἔπαιρ­νε, τὸ τε­λευ­ταῖο ἐκεῖνο τα­ξί­δι μας. «Πά­ει κι αὐτό, τε­λείω­σε, ὅλα ἀλλά­ζουν ἀπὸ δῶ καὶ πέ­ρα», εἶπε πί­νο­ντας τὴν τε­λευταί­α γου­λιά τοῦ ἐσπρέ­σο της. «Πη­γαί­νου­με;» πρό­σθε­σε μετὰ πιὸ ζω­η­ρά.

       Ἡ ἀλή­θεια εἶναι πώς, ἐκεί­νη τὴν ἴδια ὥρα, σκε­φτό­μουν πὼς ἡ ἀπο­μό­νω­σή μας στὸ αὐτο­κί­νη­το μὲ ξε­γε­λοῦσε, τὴν ἔνιω­θα πιὸ δι­κή μου, παρὰ σ’ αὐτὸ τὸ κα­φε­νεῖο μὲ τὸν πε­ρί­γυ­ρο αὐτόν, ποὺ γέ­λα­γε, ἔτρω­γε, ἔπι­νε ἀγνο­ώ­ντας τὴν θλί­ψη καὶ τὴν τα­ρα­χή μου.

       —Vincero!…— Ἐπέ­με­νε ὁ τε­νό­ρος στὸ με­γά­φω­νο, εἴχα­με φθά­σει κιό­λας στὶς στροφὲς τῆς Ὑλί­κης κι ἄρχι­σα νὰ χα­μη­λώ­νω τα­χύ­τητα. Μὲ κοί­τα­ξε πα­ρά­ξε­να. Συ­νή­θως ἐκεί­νη μὲ πα­ρα­κα­λοῦσε νὰ μὴν τρέ­χω. Αὐτό­μα­τα πά­τη­σα γκά­ζι. Ἔκλει­σε τὰ μά­τια της. Ἤξε­ρα πὼς δὲν κοι­μό­ταν. —Una furtiva lagrima!— τ’ ἀγα­πη­μέ­νο της. Δυ­νά­μω­σε τὴν ἔντα­ση. «Ποιός;» εἶπε πο­νη­ρά. Δὲν ἀπά­ντη­σα. Πο­νοῦσα, σχεδὸν ἀφό­ρη­τα πο­νοῦσα. Ἐκεῖνος, ὁποιοσ­δή­πο­τε κι ἄν ἢταν, συ­νέ­χι­σε νὰ τρα­γουδᾶ. —Nessun dorma!— «Κι οἱ τρεῖς με­γά­λοι μαζὶ τώ­ρα», ξα­να­εῖπε. Ἡ ἀλή­θεια εἶναι πὼς εἶχα μυ­η­θεῖ στὶς μου­σι­κές της προ­τι­μή­σεις καὶ γε­νι­κό­τε­ρα στὴν κουλ­τού­ρα της τ’ ἀτέ­λειω­τα χι­λιό­με­τρα ποὺ εἴχα­με δια­νύ­σει συ­ζη­τώ­ντας κι ἀκού­γο­ντας τὰ δι­κά της πά­ντο­τε CD. Τώ­ρα ὅμως εἶχα πει­σμώ­σει. Μὰ δὲν τὴν ἀπα­σχο­λοῦσε λοιπὸν τί­πο­τε, τί­πο­τε ἄλλο; Οὔτε κὰν ὁ και­ρός, ποὺ συμ­με­ρι­ζό­με­νος τὸν πό­νο μου, βαρὺς καὶ σκυ­θρωπὸς προ­μή­νυε κα­ται­γί­δα. Στὸ με­ταξὺ ἄρχι­σε νὰ ψι­χα­λί­ζει. Ἐκεῖνο τὸ σι­γανὸ ψι­χά­λι­σμα ποὺ σ’ ἐκνευ­ρί­ζει, κυ­ρί­ως ὅταν ὁδη­γεῖς. Τῆς ἔρρι­ξα πά­λι μιὰ φευ­γα­λέ­α μα­τιά. Ἦταν τε­λεί­ως ἀτη­μέ­λη­τη. Ἕνα φου­στά­κι τζήν, ἕνα βαμ­βα­κε­ρό ἄσπρο μπλου­ζά­κι καὶ τὰ μαλ­λιά της ξέ­πλε­κα, λυ­τά. Σὲ ποιὰν ἔκστα­ση ἐπά­νω, σὲ χορὸ μα­γικὸ μπορεῖ ἕνα τέ­τοιο πλά­σμα νὰ γεν­νή­θη­κε;… κι ἐγὼ ὁ τυ­χε­ρός ποὺ τό ‘χει δεῖ. Ἀπὸ μιὰ ἄπο­ψη, δὲν λέ­ω, ἤμουν τυ­χερὸς ποὺ τὴν γνώρι­σα κι ἂς τὴν ἔχα­να τώ­ρα, τὶς ἀνα­μνή­σεις κα­νέ­νας δὲν θὰ μοῦ τίς ἔπαιρ­νε, μὰ γιατὶ τὸ τρα­γού­δι νά ‘ναι λυ­πη­τε­ρό, στ’ αὐτιά μου στρι­φο­γύ­ρι­ζαν οἱ στί­χοι τοῦ δι­κοῦ μας, κα­τα­δι­κοῦ μας Πα­πά­ζο­γλου, ἀλλὰ δὲν τόλ­μη­σα νὰ μι­λή­σω.

       Στὰ διό­δια τῶν Ἀφιδνῶν: «Ὄμορ­φα ἤτα­νε, πό­σα χρό­νια τρί­α, τέσ­σε­ρα;» ψι­θύ­ρι­σε. Δὲν ἦταν οὔτε δύ­ο χρό­νια καλὰ-κα­λά, ἀλλὰ δὲν ἤθε­λα νὰ τὴν δια­ψεύ­σω. —Γρα­νά­δα, ave Maria— καὶ τὰ σχε­τι­κά. Στὴν ἔξο­δο τῆς Κη­φι­σιᾶς θ’ ἀφή­να­με τὴν ἐθνι­κή. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ μοῦ ‘ρθε νὰ πα­ρα­τή­σω τὸ τι­μό­νι, νὰ χώ­σω τὰ δά­χτυλά μου στὰ ὑπέ­ρο­χα μαλ­λιά της καὶ νὰ τῆς φω­νά­ξω κα­τά­φα­τσα πὼς δὲν ἀντέ­χω ποὺ τὴν χά­νω. Πλη­σιά­ζα­με, πλη­σιά­ζα­με ἀφό­ρη­τα, ἐγὼ θὰ γύ­ρι­ζα ἀμέ­σως στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἐκεί­νη με­τα­κό­μι­ζε ὁρι­στι­κά στὴν Ἀθή­να.

       —Time to say goodbye!— Βαλ­τός ἦταν κι αὐτός; Μᾶλλον ἐκεί­νη τὄβα­λε ἐπί­τη­δες, νὰ μὲ ἀπο­τρε­λά­νει: «Ὁ Pavarotti», εἶπα βια­στικὰ. Εἴχα­με φτά­σει. Βγῆκα νὰ τῆς ἀνοίξω τὴν πόρ­τα. Μοῦ ‘σφι­ξε τὸ χέ­ρι γλι­στρώ­ντας μου μὲ τρό­πο δύ­ο χαρ­το­νομί­σμα­τα. Ἔκα­να νὰ δια­μαρ­τυ­ρηθῶ. Ὄχι, του­λά­χι­στον ὄχι αὐτήν τήν τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Ἐξάλ­λου δὲν εἶχα πά­ρει ἄλλους ἐπι­βά­τες μὲ τὴν ἐλπί­δα, τὴν ὕστα­τη ἐλπί­δα νὰ μπο­ρέ­σω ἐπι­τέ­λους νὰ τῆς ἐκμυ­στη­ρευθῶ τὰ αἰσθή­μα­τά μου. Ὅμως γι’ αὐτήν δὲν ἤμου­να παρὰ ὁ κουλ­του­ριά­ρης τα­ξι­τζῆς, ποὺ τὴν πη­γαι­νο­έ­φερ­νε Θεσ­σα­λο­νί­κη-Ἀ­θήνα, του­λά­χι­στον μί­α φο­ρά τὴν ἑβδο­μά­δα. Μοῦ ‘σφι­ξε πά­λι τὸ χέ­ρι: «Τὰ ρέ­στα δι­κά σου», φώ­να­ξε φεύ­γο­ντας.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Άγγελικὴ Σιδηρὰ: (Ἀθήνα, 1938).Ἔχει ἐργαστεί στὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλά­δος καὶ στὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν. Ποιήματά της ἔχουν μεταφρα­στεῖ στὰ γαλλικά, γερμανικά καὶ ἀγγλικά, ἔχουν συμπεριληφθεῖ σὲ ἀνθο­λογίες καὶ ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ ἐφημερίδες καὶ λογοτεχνικὰ περιο­δικά. Πρώτο της βιβλίο: Βραχνὴ φωνή (1983) καὶ τελευταῖο: Άμφίδρομη ἕλξη (ἐκδ. Διάττων, Καστανιώτης, 2010). Eἷναι μέλος τῆς Ἑταιρείας Συγγραφέων.

  

Μὶκ Τζάκσον (Mick Jackson): Περνώντας τὸ ποτάμι

 

 

 

 

Μὶκ Τζάκσον (Mick Jackson)

 

Περ­νών­τας τὸ πο­τά­μι

(Crossing the river)

 

«ΝΕΚΡΟΦΟΡΑ» βα­σι­κὰ εἶ­ναι ἕ­να εὐ­ρύ­χω­ρο μαῦ­ρο αὐ­το­κί­νη­το, ποὺ χρη­σι­μεύ­ει στὸ πέ­ρα­σμα τῶν νε­κρῶν ἀ­πὸ ἕ­ναν τό­πο σὲ ἄλ­λο, μὲ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα κι ἀ­π’ τὶς δυὸ πλευ­ρές, ὥ­στε νὰ φαί­νε­ται τὸ φέ­ρε­τρο, καὶ με­ρι­κοὺς ἄν­δρες μὲ μαῦ­ρα κο­στού­μια, ποὺ κά­θον­ται στη­τοὶ καὶ τοῦ κρα­τοῦν συν­τρο­φιά.

       Οἱ νε­κρο­φό­ρες συ­νή­θως πᾶ­νε πο­λὺ ἀρ­γά. Οἱ νε­κρο­φό­ρες κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο ἁ­πλῶς, γλι­στροῦν. Κα­θὼς λοι­πὸν περ­νοῦν στὸ δρό­μο φέρ­νουν μα­ζί τους κι ἕ­ναν ἀ­έ­ρα με­λαγ­χο­λί­ας, σὰν ἕ­να με­γά­λο, μαῦ­ρο σύν­νε­φο ποὺ σκε­πά­ζει τὸν ἥ­λιο.

       Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πρέ­πεια ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα αὐ­το­κί­νη­τα νὰ κορ­νά­ρουν ἢ νὰ ἀ­νά­βουν τοὺς προ­βο­λεῖς τους στὶς νε­κρο­φό­ρες γιὰ νὰ τὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σουν νὰ προ­χω­ρή­σουν, ὅ­πως θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πρέ­πεια καὶ τὸ νὰ χτυ­πά­ει κα­νεὶς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νες κυ­ρί­ες ἢ νὰ γε­λά­ει δυ­να­τὰ μέ­σα σὲ βι­βλι­ο­θῆ­κες. Ἂν δεῖ κα­νεὶς νε­κρο­φό­ρα μὲ φέ­ρε­τρο συ­νή­θως βγά­ζει τὸ κα­πέ­λο του καὶ στέ­κε­ται προ­σο­χὴ ὥ­σπου αὐ­τὴ νὰ πε­ρά­σει. Ἂν πά­λι δὲν φο­ρά­ει κα­πέ­λο, τό­τε σκύ­βει τὸ κε­φά­λι. Αὐ­τὸ ὀ­νο­μά­ζε­ται «δεῖγ­μα σε­βα­σμοῦ πρὸς τὸ νε­κρό», ἀλ­λά, στὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, εἶ­ναι δεῖγ­μα σε­βα­σμοῦ πρὸς τὸν ἴ­διο τὸ θά­να­το.

       Οἱ Γούν­τραφ ἦ­ταν οἱ ἀ­πο­λύ­τως κα­τάλ­λη­λοι νε­κρο­θά­φτες. Τὸ πρό­σω­πο τοῦ γε­ρο-Γούν­τραφ ἔ­μοια­ζε μὲ λα­γω­νι­κοῦ καὶ οἱ τρεῖς γιοί του —ὁ Βέρ­νον, ὁ Ἒρλ καὶ ὁ Λέ­ναρντ — ἦ­ταν τό­σο θλι­βε­ροί, ὅ­σο θὰ πε­ρί­με­νε κα­νείς.

       Κα­ταρ­χήν, οἱ Γούν­τραφ δὲν ἦ­ταν καὶ ἡ εὐ­τυ­χέ­στε­ρη οἰ­κο­γέ­νεια. Ὕ­στε­ρα ἡ Λί­λιαν Γούν­τραφ, σύ­ζυ­γος καὶ μη­τέ­ρα, πέ­θα­νε πρὶν ἀ­κό­μα οἱ γιοί της με­γα­λώ­σουν, πράγ­μα ποὺ ἔ­κα­νε μιὰ δύ­σκο­λη ζω­ὴ ἀ­κό­μα δυ­σκο­λο­τε­ρη ἀ­φή­νον­τας ἕ­να στίγ­μα λύ­πης καὶ στοὺς τέσ­σε­ρις ἄν­δρες.

       Τοῦ γε­ρο-Γούν­τραφ τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ κά­θε­ται στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ. Τὸ θε­ω­ροῦ­σε δι­καί­ω­μά του, ἀ­φοῦ ἦ­ταν ὁ γη­ραι­ό­τε­ρος τῆς οἰ­κο­γέ­νειας καὶ πί­στευ­ε ὅ­τι ἡ κα­τη­φὴς συμ­πε­ρι­φο­ρά του βο­η­θοῦ­σε στὴν ἀ­πό­δο­ση τοῦ κλί­μα­τος γε­νι­κά. Τοὺς γιούς του δὲν τοὺς ἔ­νοια­ζε ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ ποῦ θὰ κα­θί­σουν, ἂν καὶ ὁ Βέρ­νον σχε­δὸν πάν­τα ὁ­δη­γοῦ­σε, ποὺ σή­μαι­νε ὅ­τι ὁ Ἒρλ κι ὁ Λέ­ναρντ συ­νή­θως κα­τέ­λη­γαν πί­σω.

       Ὅ­ταν κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το, ἡ γε­νι­κὴ αἴ­σθη­ση ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ κοι­τά­ζουν ἴ­σια μπρο­στὰ καὶ νὰ μέ­νουν ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν ἀ­πα­θεῖς. Τὸ ξύ­σι­μο τῆς μύ­της, τὸ χα­μό­γε­λο, τὸ χα­σμου­ρη­τὸ καὶ οἱ γκρι­μά­τσες, ὅ­λα θε­ω­ροῦν­ταν ἀ­νάρ­μο­στα. Ἂν προ­σπερ­νοῦ­σαν κά­ποι­ο πα­λι­ό­φι­λο στὸ δρό­μο, ἀρ­κοῦν­ταν σὲ κο­φτὸ γνέ­ψι­μο τοῦ κε­φα­λιοῦ ἢ σὲ δι­α­κρι­τι­κὸ κλεί­σι­μο τοῦ μα­τιοῦ καὶ κά­θε συ­ζή­τη­ση μέ­σα στὴ νε­κρο­φό­ρα γι­νό­ταν μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ στό­μα­τος καὶ μὲ ἐ­λά­χι­στες ἐκ­φρά­σεις.

       Σί­γου­ρα οἱ Γούν­τραφ ἤ­ξε­ραν τί ἔ­κα­ναν. Ὅ­λ’ αὐ­τὰ τὰ χρό­νια θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­χαν πα­ρα­δώ­σει ἀρ­κε­τὲς ἑ­κα­τον­τά­δες, ἂν ὄ­χι χι­λιά­δες, πτώ­μα­τα στὸν τε­λι­κὸ τό­πο ἀ­να­παύ­σε­ώς τους. Μό­λις οἱ ἄν­θρω­ποι βρί­σκον­ταν αἰφ­νι­δί­ως μὲ ἕ­να πτῶ­μα στὴ κα­το­χή τους, οἱ πρῶ­τοι στοὺς ὁ­ποί­ους συ­νή­θως τη­λε­φω­νοῦ­σαν ἦ­ταν οἱ Γούν­τραφ. Σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­στά­σεις, λί­γη κα­τή­φεια ἦ­ταν ὅ,τι ἔ­πρε­πε. Ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ μιὰ τέ­τοι­α φή­μη δὲν ἀ­να­κού­φι­σε τὸν γε­ρο-Γούν­τραφ ἐ­κεί­νη τὴν μοι­ραί­α Πα­ρα­σκευ­ή, ὅ­ταν με­τα­φέ­ρον­τας κά­ποι­ον ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο γιὰ τὴν κη­δεί­α του, πέ­ρα στὴν ἐ­ξο­χή, ὁ Βέρ­νον, κοί­τα­ξε στὸν κα­θρέ­φτη καὶ δὲν εἶ­δε, ὅ­πως θά ‘πρε­πε, τὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νου νὰ ἀ­κο­λου­θεῖ.

        « Χμμ», εἶ­πε ὁ Βέρ­νον.

        «Τί ἐν­νο­εῖς – χμμ;» τὸν ρώ­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας του.

        «Οἱ πεν­θοῦν­τες», εἶ­πε ὁ Βέρ­νον. «Δὲν φαί­νον­ται που­θε­νά.»

       Ἂν δὲν εἶ­χαν τὴν ἐμ­πει­ρί­α τό­σων χρό­νων, ὁ Ἒρλ κι ὁ Λέ­ναρντ μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἔμ­παι­ναν στὸ με­γά­λο πει­ρα­σμὸ νὰ κοι­τά­ξουν πί­σω τους, ἀλ­λὰ κι οἱ τέσ­σε­ρις Γούν­τραφ συ­νέ­χι­σαν νὰ κοι­τά­ζουν μπρο­στά, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι δὲν τοὺς ἔ­βλε­πε κα­νείς. Ὁ Βέρ­νον στα­μά­τη­σε ἁ­πα­λὰ τὴ νε­κρο­φό­ρα καὶ κοί­τα­ξε μὲ ἐλ­πί­δα στὸν κα­θρέ­φτη, ἀλ­λὰ τὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ νε­κροῦ δὲν ἔ­κα­νε τὴν ἐμ­φά­νι­σή του.

        «Βλά­κα», εἶ­πε ὁ Λέ­ναρντ ἀ­πὸ τὸ πί­σω κά­θι­σμα. «Πῶς μπό­ρε­σες νὰ τοὺς χά­σεις;»

       Ὁ Βέρ­νον δὲν εἶ­χε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἰ­δέ­α.

        «Μπο­ρεῖ νὰ ἔ­στρι­ψαν σὲ λά­θος στρο­φή», εἶ­πε.

       Ὁ πα­τέ­ρας τους κου­νοῦ­σε σο­βα­ρὸς τὸ κε­φά­λι του.

        «Εἶ­ναι μιὰ κα­κὴ μέ­ρα», εἶ­πε. «Πο­λὺ κα­κή. Τὸ ἤ­ξε­ρα ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ση­κώ­θη­κα ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι.»

        Οἱ Γούν­τραφ στά­θη­καν καὶ πε­ρί­με­ναν σ’ ἐ­κεῖ­νον τὸν ἐ­ξο­χι­κὸ δρό­μο γιὰ πέν­τε ὁ­λό­κλη­ρα λε­πτά, μὰ κα­νέ­να ἄλ­λο ὄ­χη­μα δὲν φά­νη­κε στὸ ὀ­πτι­κό τους πε­δί­ο. Ἡ μό­νη τους συν­τρο­φιὰ ἦ­ταν δυ­ὸ ἀ­γε­λά­δες ποὺ πλη­σί­α­σαν ἀρ­γό­συρ­τα καὶ χώ­σα­νε τὰ κε­φά­λια τους μέ­σα ἀ­πὸ τὴν πρα­σιά, στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου, νὰ δοῦν τί γί­νε­ται.

       Στὸ τέ­λος ὁ γε­ρο-Γούν­τραφ ξέ­σπα­σε.

        «Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἐ­ξω­φρε­νι­κό», εἶ­πε καὶ ἔ­δω­σε ὁ­δη­γί­ες στὸν Βέρ­νον νὰ ξε­κι­νή­σει. «Ἴ­σα-ἴ­σα θὰ τοὺς προ­λά­βου­με στὴν ἐκ­κλη­σί­α.»

       Ἔ­τσι λοι­πὸν περ­νοῦ­σαν βι­α­στι­κὰ μέ­σα ἀ­πὸ στε­νοὺς δρό­μους ποὺ ὅ­λο καὶ στέ­νευ­αν, καὶ συ­νέ­χι­ζαν σὲ δρο­μά­κια τό­σο κα­κο­τρά­χα­λα καὶ γε­μά­τα λακ­κοῦ­βες, ποὺ δὲν ἄ­ξι­ζαν κὰν νὰ λέ­γον­ται δρο­μά­κια. Στὰ μι­σὰ ἑ­νὸς ἀ­πό­το­μου λό­φου μιὰ ἀ­πὸ τὶς ρό­δες τῆς νε­κρο­φό­ρας ἔ­πε­σε σὲ λακ­κού­βα μὲ τέ­τοι­α δύ­να­μη ποὺ τὸ φέ­ρε­τρο ἀ­να­πή­δη­σε, σὰν ὁ νε­κρὸς νὰ ξα­να­σκέ­φτη­κε τὸ θέ­μα πε­ρὶ τα­φῆς καὶ νὰ ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὴν ἀ­κυ­ρώ­σει. Ὁ Ἒρλ καὶ ὁ Λέ­ναρντ δὲν ἀ­νη­σύ­χη­σαν κα­θό­λου. Εἶ­χαν πέ­σει καὶ σὲ με­γα­λύ­τε­ρες λακ­κοῦ­βες στὸ πα­ρελ­θὸν καί, χω­ρὶς λέ­ξη, σή­κω­σαν ταυ­τό­χρο­να ἕ­να κα­θη­συ­χα­στι­κὸ χέ­ρι πά­νω ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο τους καὶ κρά­τη­σαν τὸ φέ­ρε­τρο ὥ­στε νὰ πά­ψει νὰ τοὺς χτυ­πά­ει πί­σω στὸ κε­φά­λι.

       Χον­τροὶ θά­μνοι ἔ­γδερ­ναν μὲ στριγ­κοὺς ἤ­χους τὰ πλά­για της νε­κρο­φό­ρας. Ὁ γε­ρο-Γούν­τραφ κου­νοῦ­σε ξα­νὰ τὸ κε­φά­λι.

        «Ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χου­με ἐ­λέγ­ξει τὸ δρο­μο­λό­γιο», εἶ­πε μὲ ἔμ­φα­ση. «Ἔ­πρε­πε νὰ πη­γαί­νου­με μό­νο στὶς ἐκ­κλη­σί­ες ποὺ γνω­ρί­ζου­με.»

       Ἡ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τοῦ Βέρ­νον, γιὰ τὸ ποῦ βρί­σκον­ταν καὶ ποῦ πή­γαι­ναν, ἀ­νέ­βαι­νε καὶ κα­τέ­βαι­νε ὅ­πως καὶ τὰ δρο­μά­κια ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Ἐ­πί­σης, κά­ποι­ες πε­ρί­ερ­γες στιγ­μὲς πα­ρα­δέ­χτη­κε (ἂν καὶ μό­νο στὸν ἑ­αυ­τό του) ὅ­τι δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α γιὰ τὸ ποῦ μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν. Θὰ εἶ­χε πε­ρισ­σό­τε­ρες ἐλ­πί­δες νὰ βρε­θεῖ σὲ κά­ποι­ο δρό­μο ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει, ἂν ὁ­δη­γοῦ­σε ἕ­να πιὸ εὐ­έ­λι­κτο αὐ­το­κί­νη­το.

       Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι οἱ πρα­σι­ὲς εἶ­χαν τρία μέ­τρα ὕ­ψος τὸν ἐμ­πό­δι­ζε νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ κι ἁ­πλὰ χει­ρο­τέ­ρευ­ε τὰ πράγ­μα­τα.

       Ἀ­φοῦ πε­ρι­πλα­νή­θη­καν στὰ δαι­δα­λώ­δη δρο­μά­κια γιὰ ἄλ­λα εἴ­κο­σι λε­πτά, βρέ­θη­καν τε­λι­κὰ σὲ ἕ­να ξέ­φω­το στὴ πλα­γιὰ τοῦ λό­φου. Ὁ Βέρ­νον φρέ­να­ρε. Κά­τω δε­ξιά τους ἔ­βλε­παν τὸ με­γά­λο, φαρ­δὺ πο­τά­μι. Μα­κρύ­τε­ρα δι­έ­κρι­ναν τὶς στέ­γες ἑ­νὸς χω­ριοῦ, καὶ στὴ μέ­ση, τὸ καμ­πα­να­ριὸ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας ποὺ ἔ­δει­χνε πρὸς τὰ οὐ­ρά­νια.

        «Νά ‘το», εἶ­πε ὁ Βέρ­νον. «Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἐκ­κλη­σί­α ποὺ ψά­χνου­με.»

       Στὴ νε­κρο­φό­ρα ἁ­πλώ­θη­κε σι­γὰ-σι­γὰ μιὰ δυ­σοί­ω­νη σι­ω­πή.

        «Ποῦ εἶ­ναι ἡ γέ­φυ­ρα»; ρώ­τη­σε ὁ Λέν.

       Ὁ Βέρ­νον, ἔ­δει­ξε μὲ τὸν ἀν­τί­χει­ρα πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἀ­ρι­στε­ρό του ὦ­μο καὶ εἶ­πε βι­α­στι­κά: «γύ­ρω στὰ δέ­κα μί­λια πρὸς τὰ ἐ­κεῖ.»

       Ὁ γε­ρο-Γούν­τραφ, ποὺ μό­λις εἶ­χε συ­νέλ­θει, κα­τέρ­ρευ­σε ξα­νά. Ρί­χνον­τας τὸ κε­φά­λι στὰ χέ­ρια του ἄρ­χι­σε νὰ γκρι­νιά­ζει με­λαγ­χο­λι­κά. Ὁ Ἔρλ, πραγ­μα­τι­κὰ ἄρ­ρω­στος ἀ­πὸ τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη ἐ­πί­κρι­ση καὶ τὴ γκρί­νια τοῦ μπαμ­πᾶ του, ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ τοῦ πεῖ νὰ συμ­μα­ζευ­τεῖ, ὅ­ταν ὁ Λέ­ναρντ εἶ­δε ἕ­να κα­λύ­βι κον­τὰ στὸ πο­τά­μι.

        «Λοι­πόν», εἶ­πε. «Ὅ­λοι ἔ­ξω.»

 

       Ὁ Χά­ρολντ Ντίγ­κμπυ μό­λις εἶ­χε ἀ­πο­φά­ει ἕ­να πιά­το μὲ ζαμ­πόν, αὐ­γὰ καὶ τρεῖς φέ­τες ψω­μὶ μὲ βού­τυ­ρο καὶ κα­θό­ταν στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του κα­ρέ­κλα μὲ μιὰ κού­πα τσά­ι στὸ χέ­ρι. Ἀ­νυ­πο­μο­νοῦ­σε νὰ πά­ρει ἕ­ναν ὑ­πνά­κο, ἀ­φοῦ τὸ ἔ­πι­νε. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ λα­γο­κοι­μᾶ­ται με­τὰ ἀ­πὸ τὸ φα­γη­τό. Κά­πο­τε εἶ­χε κλεί­σει τὰ μά­τια γύ­ρω στὶς δώ­δε­κα καὶ μι­σὴ καὶ δὲν συ­νῆλ­θε πα­ρὰ στὶς τρεῖς, καὶ πά­νω ποὺ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν τί πι­θα­νό­τη­τες εἶ­χε, ἐ­τοῦ­το τὸ ἀ­πό­γευ­μα, νὰ σπά­σει τὸ ρε­κὸρ τῆς σι­έ­στας του, κά­ποι­ος ἄρ­χι­σε ξαφ­νι­κὰ νὰ βα­ρά­ει τὴ μπρο­στι­νὴ πόρ­τα.

        «Κλα­σι­κὰ ἐ­κνευ­ρι­στι­κό!» μο­νο­λό­γη­σε ὁ Χά­ρολντ.

       Ἀ­κούμ­πη­σε κά­τω τὴ κού­πα μὲ τὸ τσά­ι καὶ ση­κώ­θη­κε. Ἴ­σι­ω­σε τὰ μαλ­λιά του, μή­πως κι ἦ­ταν κά­ποι­ος σπου­δαῖ­ος καὶ ἀ­νοί­γον­τας τὴ πόρ­τα ἀν­τί­κρι­σε τέσ­σε­ρις δυ­σοί­ω­νους τύ­πους ποὺ φο­ροῦ­σαν μαῦ­ρα κο­στού­μια κι εἶ­χαν ἕ­να φέ­ρε­τρο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στοὺς ὤ­μους τους.

        «Ἐ­σὺ εἶ­σαι ὁ πε­ρα­μα­τά­ρης;» τὸν ρώ­τη­σε ὁ πιὸ γέ­ρος.

       Ὁ κα­η­μέ­νος ὁ Χά­ρολντ ἔ­νι­ω­σε νὰ λι­πο­θυ­μά­ει. Νό­μι­σε ὅ­τι ὁ Θά­να­τος τὸν κα­λοῦ­σε. Ὅ­τι σκό­πευ­ε νὰ τὸν ρί­ξει στὸ φέ­ρε­τρό του καὶ νὰ τὸν πά­ρει μα­κριά.

       Κα­τά­πι­ε μὲ δυ­σκο­λί­α. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι δὲν εἶ­χε νό­η­μα νὰ πεῖ ψέ­μα­τα. «Ἐ­γὼ εἶ­μαι», εἶ­πε.

        «Ὡ­ραῖ­α», εἶ­πε ὁ γέ­ρος. «Θέ­λου­με νὰ πε­ρά­σεις κά­τι ἀ­πέ­ναν­τι.»

       Ὁ Χά­ρολντ ἔ­νι­ω­σε με­γά­λη ἀ­να­κού­φι­ση, ποὺ οἱ μέ­ρες του στὴ γῆ δὲν εἶ­χαν ἀ­κό­μα τε­λει­ώ­σει καὶ ποὺ εἶ­χε κά­ποι­α χρό­νια ἀ­κό­μα, γιὰ νὰ ἐ­πα­νορ­θώ­σει. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, τοὺς γνω­στο­ποί­η­σε ὅ­τι ἦ­ταν κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ποὺ θὰ ἔ­βα­ζε ἕ­να πτῶ­μα στὴ βάρ­κα του, ἀ­κό­μα κι ἂν ἦ­ταν πτῶ­μα πα­κε­τα­ρι­σμέ­νο σὲ ξύ­λι­νο κι­βώ­τιο.

        «Συ­νή­θως, τέσ­σε­ρις εἶ­ναι τὸ ὅ­ριο», εἶ­πε, κα­θὼς ὁ­δη­γοῦ­σε τοὺς Γούν­τραφ καὶ τὸ φέ­ρε­τρό τους πρὸς τὴν ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νη πα­λιὰ ἀ­πο­βά­θρα ὅ­που εἶ­χε δε­μέ­νη τὴ βάρ­κα του.

        «Φαν­τά­σου τον σὰν ἀ­πο­σκευ­ή», εἶ­πε ὁ Ἔρλ, πράγ­μα ποὺ τὸν ἔ­κα­νε νὰ πά­ψει γιὰ λί­γο.

       Τὸ νὰ βά­λουν τὸ φέ­ρε­τρο στὴ βάρ­κα δὲν ἦ­ταν πρό­βλη­μα. Τὸ πρό­βλη­μα ἦ­ταν νὰ βρεῖ ὁ κα­θέ­νας θέ­ση νὰ κα­θί­σει. Τὸ φέ­ρε­τρο χω­ροῦ­σε ἀρ­κε­τὰ ἄ­νε­τα κα­τὰ μῆ­κος τῆς βάρ­κας, ἡ ὁ­ποί­α ὅ­μως δὲν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ φαρ­διά, κι ἔ­τσι ὁ μό­νος τρό­πος νὰ ἐ­πι­βι­βα­στοῦν ὅ­λοι ἦ­ταν νὰ στρι­μω­χτοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ φέ­ρε­τρο καὶ νὰ κρε­μα­στοῦν στὰ πλά­για.

       Ὁ γε­ρο-Γούν­τραφ ἐ­πέ­μει­νε νὰ κά­τσει μπρο­στά, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως καὶ στὸ αὐ­το­κί­νη­το. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι δο­κί­μα­σαν, χω­ρὶς ἐ­πι­τυ­χί­α, νὰ δι­α­μοι­ρα­στοῦν στὴ βάρ­κα μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους. Κι ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα ὁ μπαμ­πάς τους συ­νέ­χι­ζε νὰ λέ­ει ὅ­τι εἶ­χαν ἀρ­γή­σει κι ὅ­τι ὁ κό­σμος θὰ πε­ρί­με­νε, μέ­χρι ποὺ τε­λι­κὰ ὁ Χά­ρολντ Ντίγ­κμπυ πῆ­ρε τὴν κα­τά­στα­ση στὰ χέ­ρια του καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ἔ­πρε­πε νὰ κα­θί­σει κα­βά­λα στὸ φέ­ρε­τρο γιὰ νὰ κω­πη­λα­τεῖ, γιὰ αὐ­τό, τὸ πιὸ λο­γι­κὸ θὰ ἦ­ταν καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι νὰ κά­νουν τὸ ἴ­διο.

       Ἔ­τσι λοι­πὸν ἔ­βα­λαν πλώ­ρη κι οἱ πέν­τε τους κα­βά­λα στὸ φέ­ρε­τρο, σὰν μιὰ μα­κά­βρια βαρ­κά­δα σὲ πα­νη­γύ­ρι. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἄ­φη­σαν τὴν προ­κυ­μαί­α, ὅ­λοι σώ­πα­σαν. Οἱ Γούν­τραφ ἦ­ταν ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μπο­ροῦ­σαν συγ­κεν­τρω­μέ­νοι. Ἡ ὅ­λη σύν­θε­ση εἶ­χε κά­πως ψη­λὸ κέν­τρο βά­ρους, ἀλ­λὰ ὁ κύ­ριος Ντίγ­κμπυ τοὺς δι­α­βε­βαί­ω­νε ὅ­τι ἂν ἔ­με­ναν ἀ­πο­λύ­τως ἀ­κί­νη­τοι, θὰ τοὺς περ­νοῦ­σε στὴν ἄλ­λη ὄ­χθη σὲ ἐ­λά­χι­στο χρό­νο.

       Τὰ πή­γαι­ναν πο­λὺ κα­λὰ ὣς τὰ μι­σά της δι­α­δρο­μῆς, κα­θὼς ὁ κύ­ριος Ντίγ­κμπυ κω­πη­λα­τοῦ­σε κοι­τά­ζον­τας πρὸς τὰ πί­σω στὸ κα­λύ­βι του καὶ οἱ Γούν­τραφ πρὸς τὰ ἐμ­πρός. Προ­χω­ροῦ­σαν τὸ ἴ­διο ἁ­πα­λὰ καὶ σι­ω­πη­λὰ ὅ­πως ἔ­κα­ναν καὶ στὴ νε­κρο­φό­ρα τους ὅ­ταν ὁ Λέ­ναρντ ἄρ­χι­σε νὰ με­τα­κι­νεῖ­ται νευ­ρι­κά.

        «Τί γί­νε­ται ἐ­κεῖ πί­σω;» ρώ­τη­σε ὁ γε­ρο-Γούν­τραφ.

        «Τὸ σώ­βρα­κό μου», εἶ­πε ὁ Λέ­ναρντ. «Μὲ ἐ­νο­χλεῖ.».

       Ὅ­λοι τοῦ εἶ­παν νὰ κά­τσει ἀ­κί­νη­τος μέ­χρι νὰ φτά­σουν στὸν προ­ο­ρι­σμό τους. Μὰ ὁ Λέ­ναρντ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ τί­πο­τα ἄλ­λο. Σή­κω­σε τε­λεί­ως τὰ ὀ­πί­σθιά του ἀ­πὸ τὸ φέ­ρε­τρο, ἅρ­πα­ξε μὲ τὸν ἀν­τί­χει­ρα τὸ ἐ­νο­χλη­τι­κὸ κομ­μά­τι τοῦ σώ­βρα­κου καὶ τρα­βών­τας το ἀ­πό­το­μα, τὸ ἐ­λευ­θέ­ρω­σε. Ἀλ­λὰ ὅ­ταν ξα­να­κά­θι­σε δὲν ὑ­πο­λό­γι­σε σω­στὰ τὸ ζύ­γι­σμά του καὶ γλί­στρη­σε —ἀρ­κε­τὰ ἀ­πό­το­μα— πρὸς τὰ δε­ξιά. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἔ­γει­ραν πρὸς τὰ ἀ­ρι­στε­ρά, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀν­τι­σταθ­μί­σουν, ἀλ­λὰ τὸ πα­ρά­κα­ναν. Ἡ βάρ­κα ἔ­γει­ρε ἀ­πὸ τὴ μιά, με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη καὶ μὲ κά­θε τα­λάν­τω­ση ἔ­παιρ­νε φό­ρα, μέ­χρι ποὺ τε­λι­κὰ ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­σε καὶ «ἄ­δεια­σε» τοὺς Γούν­τραφ, τὸν Χά­ρολντ Ντίγ­κμπυ καὶ τὸ φέ­ρε­τρο μέ­σα στὸ πο­τά­μι.

       Φο­βε­ροὶ πα­φλα­σμοὶ καὶ χτυ­πή­μα­τα ἐ­πα­κο­λού­θη­σαν, κα­θὼς ὁ κα­θέ­νας πά­λευ­ε νὰ κρα­τή­σει τὸ κε­φά­λι του ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ἀλ­λὰ ὅ­πως θὰ ἔ­λε­γε καὶ κά­θε ναυ­α­γο­σώ­στης ἄ­ξιος της φή­μης του, ἄλ­λο πράγ­μα εἶ­ναι νὰ κο­λυμ­πά­ει κα­νεὶς φο­ρών­τας μό­νο ἕ­να μα­γιὸ κι ἄλ­λο νὰ εἶ­ναι τε­λεί­ως ντυ­μέ­νος. Ὁ Λέ­ναρντ, ὁ Ἒρλ κι ὁ Βέρ­νον δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα κα­λοὶ κο­λυμ­βη­τές. Ἀ­κό­μα κι ὁ κύ­ριος Ντίγ­κμπυ δὲν ἦ­ταν τό­σο κα­λός, ὅ­σο θὰ πε­ρί­με­νε κα­νείς. Μὰ ὁ γε­ρο-Γούν­τραφ δὲν ἤ­ξε­ρε κα­θό­λου κο­λύμ­πι καὶ τὸ μό­νο ποὺ σκέ­φτη­κε νὰ κά­νει ἦ­ταν νὰ κλο­τσά­ει τὰ πό­δια του καὶ νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ ἁρ­πά­ξει τὸ νε­ρό.

        «Ὅ­πως τὰ σκυ­λιά.­.. ὅ­πως τὰ σκυ­λιά», φώ­να­ξε δυ­να­τά, γιὰ νὰ ἐμ­ψυ­χώ­σει τὸν ἑ­αυ­τό του.

       Ἡ ἀ­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νη βάρ­κα ἦ­ταν ἤ­δη εἴ­κο­σι μέ­τρα μα­κριά τους. Τὸ μό­νο ποὺ ἐ­πέ­πλε­ε καὶ ἀ­πὸ ὅ­που μπο­ροῦ­σαν νὰ κρα­τη­θοῦν ἦ­ταν τὸ φέ­ρε­τρο καὶ μό­λις τὸ ἔ­πι­α­σαν, δὲν εἶ­χαν σκο­πὸ νὰ τὸ ἀ­φή­σουν.

       Κα­θὼς ἕ­νας-ἕ­νας περ­νοῦ­σε τὸ χέ­ρι του γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ φέ­ρε­τρο, αὐ­τὸ κλυ­δω­νί­στη­κε καὶ τι­νά­χτη­κε ἀ­πει­λη­τι­κά, ἀλ­λὰ δὲν τοὺς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σε. Ἀ­φοῦ πιὰ εἶ­χαν κρα­τη­θεῖ καὶ οἱ πέν­τε, τοὺς πῆ­ρε λί­γη ὥ­ρα νὰ κα­θα­ρί­σουν τὰ πνευ­μό­νια τους καὶ νὰ πά­ρουν μιὰ ἀ­νά­σα.

        «Εἶ­σαι ἐν­τά­ξει, μπαμ­πά;» ρώ­τη­σε ὁ Λέ­ναρντ.

       Ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι ἦ­ταν ἐν­τά­ξει, ἀλ­λὰ ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βγοῦν ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ τὸ γρη­γο­ρό­τε­ρο δυ­να­τόν. Καὶ χω­ρὶς νὰ τὸ προ­τεί­νει κά­ποι­ος ἰ­δι­αί­τε­ρα ἕ­νας-δυ­ὸ ἄρ­χι­σαν νὰ χτυ­πᾶ­νε τὰ πό­δια τους, καὶ σύν­το­μα κι οἱ πέν­τε ἔ­σπρω­χναν ἀρ­γὰ τὸ φέ­ρε­τρο, στὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς δι­α­δρο­μῆς.

        «Νὰ κλο­τσᾶ­τε», εἶ­πε ὁ γε­ρο-Γούν­τραφ, ποὺ ἔ­γι­νε ξαφ­νι­κὰ ἔμ­πει­ρος κο­λυμ­βη­τής. «Νὰ κλο­τσᾶ­τε μὲ τὰ πό­δια σας.»

       Ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν στὴν ἄλ­λη ὄ­χθη, στά­θη­καν ἕ­να γύ­ρο γιὰ λί­γο, βλα­στη­μών­τας καὶ στά­ζον­τας. Καὶ ἀ­φοῦ οἱ Γούν­τραφ συμ­φώ­νη­σαν τε­λι­κὰ σὲ κά­ποι­ου εἴ­δους ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση μὲ τὸν κύ­ριο Ντίγ­κμπυ κι ἔ­κα­ναν τὸ πᾶν νὰ δεί­χνουν κά­πως εὐ­πρε­πεῖς, σή­κω­σαν τὸ φέ­ρε­τρο στοὺς ὤ­μους τους καὶ κα­τευ­θύν­θη­καν πρὸς τὸ λό­φο.

       Τοὺς πε­ρί­με­νε ἕ­να ἀρ­κε­τὰ με­γά­λο πλῆ­θος. Κα­θὼς πλη­σί­α­ζαν στὴν ἐκ­κλη­σί­α, μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α ποὺ φαι­νό­ταν πο­λὺ ἀ­νή­συ­χη καὶ ποὺ ἔ­πρε­πε λο­γι­κὰ νὰ εἶ­ναι ἡ χή­ρα τοῦ νε­κροῦ, προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὸ μέ­ρος τους. Στα­μά­τη­σαν στὴ πόρ­τα τῆς ἐκ­κλη­σί­ας καὶ ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα τοὺς κοί­τα­ξε ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω. Τὰ κο­στού­μια τους μού­σκε­μα καὶ τὰ μαλ­λιά τους κολ­λη­μέ­να στὸ κε­φά­λι. Ὅ­σο στέ­κον­ταν ἐ­κεῖ, μι­κρὲς λι­μνοῦ­λες σχη­μα­τί­ζον­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ πό­δια τους.

        «Ποῦ στὴν εὐ­χὴ ἤ­σα­σταν;» ρώ­τη­σε τὸν γε­ρο-Γούν­τραφ.

       Ἐ­κεῖ­νος κα­θά­ρι­σε τὸ λαι­μό του καὶ ἐ­πι­στρά­τευ­σε ὅ­σο κύ­ρος τοῦ εἶ­χε μεί­νει κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες.

        «Ἐ­λέγ­ξα­με τὰ ἀρ­χεῖ­α, κυ­ρί­α», εἶ­πε, «καὶ δὲν βρή­κα­με πι­στο­ποι­η­τι­κὸ βα­φτί­σε­ως. Σκε­φτή­κα­με λοι­πὸν —γιὰ νὰ εἴ­μα­στε σί­γου­ροι— ὅ­τι θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ τὸν βα­φτί­σου­με.»

  

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Δέ­κα Μαῦ­ρες Ἱ­στο­ρί­ες (T­en S­o­r­ry T­a­les (ἔκδ. F­a­b­er a­nd F­a­b­er L­i­m­i­t­ed, 2005).

 

Μὶκ Τζάκ­σον (M­i­ck J­a­c­k­s­on, 1960). Βρετ­τα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλία, πολὺ γνω­στὸς γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του T­he U­n­d­e­r­g­r­o­u­nd M­an (1998· ἑλ­λη­νι­κά: Κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ, ἔκδ. Νε­φέ­λη, 1998, μτφ.: Λη­τὼ Σε­ϊ­ζά­νη). Ὁ Τζάκ­σον ἐρ­γά­στη­κε στὸ το­πι­κὸ θέ­α­τρο, σπού­δα­σε Θε­α­τρι­κὲς Τέ­χνες στὸ Ντάρ­τιν­γκτον καὶ ἔ­παι­ξε στὸ ρὸκ συγ­κρό­τη­μα «T­he S­c­r­e­a­m­i­ng A­b­d­a­bs». Τὸ 1990 πα­ρα­κο­λού­θη­σε ἕ­να τμῆ­μα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Νέ­ας Ἀγ­γλί­ας καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται τὸ Κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ. Ἀ­πὸ τὸ 1995 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὸ γρά­ψι­μο.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Ἑ­λέ­νη Μου­σα­μᾶ (Ἀ­θή­να, 1960). Σπού­δα­σε στὸ Πα­ρί­σι Ψυ­χο­λο­γί­α στὸ P­a­ris X­I­II καὶ ὕ­στε­ρα Του­ρι­στι­κὰ στὴν E­c­o­le du T­o­u­r­i­s­me στὸ N­e­u­i­l­ly, P­a­r­is. Ἐρ­γά­στη­κε στὸν του­ρι­στι­κὸ κλά­δο, σὲ ξε­νο­δο­χεια­κὴ μο­νά­δα τῆς Ἀ­θή­νας καὶ σὲ ἰ­δι­ό­κτη­το πρα­κτο­ρεῖ­ο τα­ξι­δί­ων. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ριο με­τά­φρα­σης τοῦ Ε­ΚΕ­ΜΕΛ, στὸ Ἀγ­γλι­κὸ τμῆ­μα. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δέ­κα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­πί­σης μὲ τὸ γρά­ψι­μο παι­δι­κῶν βι­βλί­ων.

 

Εἰκόνα: David Roberts (ἀπὸ τὴν εἰκονογράφηση τοῦ βιβλίου T­en S­o­r­ry T­a­les)

 

Κατερίνα Παπαντωνίου: Ἡ κόρη τοῦ παπᾶ

 

 

Κα­τε­ρί­να Πα­παν­τω­νί­ου

 

                                             Ἡ κόρη τοῦ παπᾶ

 

ΡΩΜΙΑΡΗ ΜΟΥΓΓΑΘΗΚΕΣ τώ­ρα, μὰ τί νὰ πεῖς, νὰ πεῖς φχα­ρι­στῶ κυ­ρὰ Πα­να­γι­ώ­τα, ποὺ σὲ βρῆ­κα πει­να­σμέ­νο στὴ δη­μο­σιὰ με­τὰ τὸ Γε­ρά­κι, σ’ ἐ­τά­ϊσα, χόρ­τα­σες ἔ­ρη­με δυ­ὸ χρό­νια κον­τά μου, ἔ­πια­σε κρέ­ας τὸ πε­τσί σου, μυα­λὸ δὲν εἶ­χες ὅ­μως, πα­πού­τσια σοῦ ἔ­δω­κα νὰ φο­ρέ­σεις, τὰ ροῦ­χα τοῦ Γι­αν­νά­κη μου, θε­ὸς σχω­ρέ­σ’ το δυ­ὸ μέ­τρα πα­λι­κά­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, σ΄ ἔ­βλε­πα μὲ τὰ παν­τε­λό­νια τοῦ Γι­αν­νά­κη μου καὶ κα­μά­ρω­να, φχα­ρι­στῶ θε­ὲ πού μοῦ ξα­νά­δω­σες παι­δὶ στὸ σπί­τι ἔ­λε­γα, σ΄ ἔ­βα­λα μέ­σα νὰ κοι­μη­θεῖς ψο­φί­μι, τὰ μπο­στά­νια καὶ τὶς πορ­το­κα­λι­ές τοῦ ἄν­τρα μου νὰ ξα­να­φτιά­ξεις, πά­τα­γες μω­ρὲ τὰ χω­ρά­φια τοῦ Κώ­στα τοῦ Καρ­βε­λᾶ σὰν ἀ­φεν­τι­κό, τοῦ ἔ­μοια­ζες κι­ό­λας, γα­λα­νο­μά­της καὶ σμι­χτο­φρύ­δης σὰν αὐ­τό­να­νε ἤ­σου­να ἀλ­λά, αὐ­τὸς πο­τὲ δὲν ἤ­θε­λε νὰ μ΄ ἀ­φή­σει, λα­φί­να μου μ΄ ἔ­λε­γε ὣς τὸ τέ­λος κι ἤ­μουν λα­φί­να ἐ­γώ, μπο­ρεῖ νὰ μὴν ἤ­μουν μορ­φο­νιὰ ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν περ­πα­τη­σιά μου μ΄ ἀ­γά­πη­σε, νὰ ἔ­βλε­πες πῶς χό­ρευ­α, κα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ ὅ­λες καὶ ἕ­να κε­φά­λι πιὸ ψη­λή, κυ­ρὰ μὲ εἶ­χε στὸ σπί­τι μας, ὄ­χι σὰν τὶς χα­μέ­νες τὶς κό­ρες μου ποὺ δοῦ­λες ἐ­γί­ναν, ὅ­που ἤ­θε­λα μὲ πή­γαι­νε, καὶ στὴν Σπάρ­τη καὶ στὴν Ἀ­θή­να, καὶ γράμ­μα­τα ἤ­ξε­ρε ὁ Καρ­βε­λᾶς, τὸ Γυ­μνά­σιο στοὺς Μο­λά­ους εἶ­χε βγά­λει, μέ­χρι ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α κρά­τα­γε μὲ τὴν ἀγ­γό­να μας τὴν γι­α­τρί­να, κι ἐ­γὼ πε­ρή­φα­νη νοι­κο­κυ­ρὰ στὸ σπί­τι μας, σα­πού­νι μο­σχο­βό­λα­γε αὐ­λὴ καὶ σπί­τι, μὲ ρόμ­πα δὲν μὲ εἶ­δε πο­τέ, μὲ φου­στά­νι τὸν σερ­βί­ρι­ζα, μὲ φου­στά­νι τὸν πε­ρί­με­να τὸ βρά­δι στὸ πα­ρά­θυ­ρο σὰ καὶ τοῦ λό­γου σου, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο ὄ­χι ἀ­πὸ τὰ φου­στά­νια, τί νό­μι­ζες πὼς δὲν ἤ­ξε­ρα πα­νά­θε­μά σε, βού­ι­ξε τὸ χω­ριὸ γιὰ τὴν κό­ρη τοῦ πα­πᾶ, στὴν Ἀν­τριά­ννα βρὲ ἔ­ρι­ξες τὰ μά­τια σου, τὴν ξαν­θού­λα τοῦ πα­πᾶ Γι­ώρ­γη τρο­μά­ρα σου ἤ­θε­λες νὰ κλέ­ψεις νὰ τὴν πᾶς στὸ χω­ριό σου τὸ Δέλ­βι­νο, κα­λὴ κι αὐ­τή, ν΄ ἀ­φή­σει τὸν Ἄ­ϊ Δη­μή­τρη νὰ πά­ει νὰ γί­νει Ἀλ­βα­νέ­ζα γιὰ τὰ μά­τια σου, νὰ ἔρ­θει τώ­ρα νὰ στὰ σφα­λί­σει καὶ νὰ σὲ πα­ρα­χώ­σει δί­πλα στὸ μνῆ­μα τοῦ πα­τέ­ρα της, νὰ πλύ­νω κι ἐ­γὼ τὰ σα­νί­δια ἀ­πὸ τὸ αἷ­μα σου τὸ ξέ­νο.     

 

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Κα­τε­ρί­να Πα­παν­τω­νί­ου. (Ἀθήνα, 1965). Ἐργάζεται ὡς δικηγόρος καὶ ἔχει πα­­ρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικῆς γραφῆς στὸ ΕΚΕΒΙ μὲ τὸν Στρα­τή Χαβιαρά καὶ τὸν Μισὲλ Φάις.

 

Ζέτα Κουντούρη: Τριτοκοσμικὲς ἱστορίες

 

 

Ζέτα Κουντούρη

 

Τρι­το­κο­σμι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες

 

ΟΙΤΑΖΩ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥστὸν κα­θρέ­φτη. Τὸ τό­ξο στὰ χεί­λη γυρ­τό, τὸ δέρ­μα μουν­τὸ καὶ μνη­σί­κα­κο. Ἡ βο­η­θὸς τοῦ ἄν­τρα μου, ἡ Ψι­ψι­νέλ, χα­μο­γε­λά­ει γα­λα­ζο­πρά­σι­να κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ συ­ναν­τά­ει στὸ πο­λυ­τε­λὲς ἰ­α­τρεῖ­ο του. Τί ψη­λο­τά­κου­νες γό­βες, τί φι­νε­τσά­τα καλ­σὸν πα­ρα­τη­ρεῖ μ’ ὀ­ξυ­δέρ­κεια, ἀ­λή­θεια τί τυ­ρὶ εἶ­χες βά­λει προ­χτὲς στὸ σου­φλέ σου; Γλεί­ψα­με μέ­χρι καὶ τὸ τρι­αν­τα­φυ­λί σου τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο!

       Ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς τρα­πε­ζα­ρί­ας φαί­νε­ται ἡ νε­ραν­τζιὰ τοῦ δρό­μου. Ὅ­πο­τε φυ­σά­ει ὁ ἄ­νε­μος σπρώ­χνει τὰ κλω­νά­ρια της μὲς στὸ πιά­το μου. Φτιά­χνω δι­ά­φο­ρα γλυ­κὰ τοῦ κου­τα­λιοῦ, ὀ­λί­γον ὑ­πό­ξι­να, καὶ τὰ προ­σφέ­ρω ὡς ἐ­πι­δόρ­πιο τὰ βρά­δια στοὺς κα­λε­σμέ­νους μου.

       Ὁ ἄν­τρας μου, πλα­στι­κὸς χει­ρουρ­γός, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ χει­ρουρ­γεῖ­α ἔ­χει καὶ τὰ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ δεῖ­πνα, συ­ναν­τι­ό­μα­στε σπα­νι­ό­τα­τα, ὑ­πάρ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­νό­δου, ὅ­ταν ἀ­νέ­βει ἀρ­κε­τὰ θὰ μπο­ρεῖ νὰ φτά­νει ἄ­νε­τα στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς νε­ραν­τζιᾶς, δὲν θὰ χρει­ά­ζε­ται νὰ φυ­σά­ει γιὰ νὰ κό­βου­με φροῦ­τα.

       Ἐ­μέ­να, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, κ. συ­νά­δελ­φε, μὴ μ’ ἀ­να­κα­τεύ­ε­τε, εἶ­ναι τρε­λὴ καὶ τὸ δι­α­πι­στώ­νε­τε καὶ μό­νος σας, δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται ἀ­γα­να­κτι­σμέ­να.

       Ὅ­ταν μᾶς κα­λεῖ στὸ σπί­τι της ἡ Ψι­ψι­νέλ, μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ φτύ­νω τὰ κου­κού­τσια ἀ­π’ τὰ δα­μά­σκη­να μὲς στὸ πιά­το του, ἀ­κό­μη κι ἂν δὲν κά­θε­ται δί­πλα μου πα­ρὰ μί­λια ὁ­λό­κλη­ρα μα­κριά μου.

       Ὁ ἄν­τρας της, ὁ Ὀρ­σί­νιος, ἀ­νώ­τα­τος τρα­πε­ζι­κός, φλυα­ρεῖ μὲ ἄ­νε­ση πε­ρὶ πάν­των. Ἀ­στε­ΐ­ζε­ται, γνω­ρί­ζει πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα, δι­α­τυ­πώ­νει ἀ­πό­ψεις βα­ρε­τὲς καὶ βα­ρύ­γδου­πες.

       Ἱ­στο­ρί­ες ἀ­π’ τὶς Ἰν­δί­ες, πῶς μ’ ἀ­ρέ­σει ν’ ἀ­κού­ω ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὶς Ἰν­δί­ες, οἱ πλα­ϊ­νοί μου ἐ­πέ­στρε­ψαν προ­χτὲς καὶ δι­η­γοῦν­ται μ’ ἐν­θου­σια­σμό. Οἱ ἄν­θρω­ποι πε­σμέ­νοι στοὺς δρό­μους σὰν τὶς μύ­γες κι ἀ­πὸ πά­νω ὁ ἥ­λιος νὰ τοὺς ψή­νει, ἱ­δρώ­νουν οἱ μα­σχά­λες καὶ οἱ πα­λά­μες μου, ὁ ἄν­τρας μου σι­χαί­νε­ται τὶς τρι­το­κο­σμι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες. Ἂς τα­ξι­δέ­ψου­με κά­που στὸν πο­λι­τι­σμό, βρὲ ἀ­δερ­φέ, ἀ­πο­τολ­μά­ει. Στὴν Βα­γδά­τη, τὸν δι­α­κό­πτουν, οἱ Ἰσ­λα­μι­στὲς κά­ψαν πά­λι τὸν κό­σμο, κό­σμο εἰ­ρη­νι­κό, ἀ­νυ­πο­ψί­α­στο… κα­νεὶς δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται στὶς μέ­ρες μας νὰ πα­ρα­μέ­νει ἀ­νυ­πο­ψί­α­στος, πα­ρεμ­βαί­νει ὁ Ὀρ­σί­νιος, ὁ πό­λε­μος πα­ρα­μο­νεύ­ει, ἡ φτώ­χεια πα­ρα­μο­νεύ­ει, οἱ λα­θρο­με­τα­νά­στες πα­ρα­μο­νεύ­ουν, ὁ θά­να­τος πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πα­ρα­μο­νεύ­ει…

       Ἡ Ψι­ψι­νὲλ χα­σμου­ρι­έ­ται κά­νον­τας μὲ τρό­πο νό­η­μα στὸν ἄν­τρα μου πὼς πρέ­πει νὰ τοῦ δί­νου­με, αὔ­ριο τοὺς πε­ρι­μέ­νουν στὴν κλι­νι­κὴ δώ­δε­κα μύ­τες καὶ σα­ράν­τα δύο βυ­ζιά, πό­τε θὰ τὰ προ­λά­βουν; Ἡ ἴ­δια ἔ­χει ἀλ­λά­ξει ὄ­ψη με­τὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο της lifting κι ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὸν κό­σμο μ’ εὐ­τυ­χι­σμέ­νο βλέμ­μα με­σ’ ἀ­π’ τοὺς γα­λα­ζο­πρά­σι­νους φα­κούς της.

       Ὁ ἄν­τρας μου γυρ­νά­ει χα­μο­γε­λα­στὰ πρὸς τὸ μέ­ρος μου, τὰ παι­διά, δὲν εἶ­πες πὼς πρέ­πει αὔ­ριο νὰ ξυ­πνή­σου­με νω­ρὶς τὰ παι­διά, λέ­ει καὶ μοῦ σφίγ­γει προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὰ τὸ χέ­ρι.

       Τρε­λαί­νο­μαι γιὰ τὸ κυ­νή­γι, μὴ μὲ κοι­τᾶ­τε πα­ρα­ξε­νε­μέ­να, ξέ­ρω πὼς δὲν εἶ­ναι ἕ­να σπὸρ συ­νη­θι­σμέ­νο στὶς γυ­ναῖ­κες, ὅ­μως ἐ­μέ­να μ’ ἀ­ρέ­σει αὐ­τὴ ἡ λε­πτὴ αἴ­σθη­ση τῆς ὑ­πε­ρο­χῆς, νὰ κρα­τά­ω σφι­χτὰ τὸ ὅ­πλο καὶ ὕ­στε­ρα νὰ ρί­χνω, στὰ τυ­φλὰ ἢ στὸ στό­χο, ἀ­δι­α­κρί­τως, κυ­ρί­ως τὸ χά­ρα­μα, ἀ­κού­γον­τας τὰ φτε­ρου­γί­σμα­τα τῶν που­λι­ῶν καὶ τὰ σκά­για.

       Κι ἂν ξυ­πνοῦ­σαν τὰ παι­διά σας, κυ­ρί­α μου, ἂν ἀ­π’ τὰ σκά­για ξυ­πνοῦ­σαν οἱ γιοί σας;

       Ὁ Ἔν­τυ καὶ ὁ Μέρ­φυ κοι­μοῦν­ται βα­θιά, δι­α­μαρ­τύ­ρο­μαι κι ὁ τρε­λο­για­τρὸς κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του.

       Ὁ Τάμ­πυ ὑ­πῆρ­ξε ὁ μο­να­δι­κός μου ἔ­ρω­τας. Στὸ βου­νὸ ποὺ πα­ρα­θε­ρί­ζα­με μα­ζεύ­α­με κάμ­πι­ες καὶ σα­λιγ­κά­ρια με­τὰ τὴ βρο­χή, ἐ­κεῖ­νος τὰ κου­βά­λα­γε κι ἐ­γὼ τὰ μα­γεί­ρευ­α, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὰ ξε­κοί­λια­ζα γιὰ νὰ μὴ βρω­μᾶ­νε. Ἔ­πει­τα ξα­πλώ­να­με καὶ παί­ζα­με τὸ ἀν­τρό­γυ­νο…

       Δὲν ἔ­στει­λα τὴν κό­ρη μου στ’ ἀ­κρι­βό­τε­ρα σχο­λεῖ­α γιὰ νὰ γυρ­νά­ει μ’ αὐ­τοὺς τοὺς ἄ­χρη­στους, ὁ μπαμ­πὰς θυ­μω­μέ­νος χτυ­πᾶ τὸ χέ­ρι του πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα θὰ κά­νει τὸ σω­στὸ γά­μο!

       Καὶ για­τί πρῶ­τα νὰ σπου­δά­σει, ἐ­γὼ θὰ σᾶς ἔ­λε­γα νὰ τὴν παν­τρέ­ψε­τε, δὲν θὰ χά­σει δὰ καὶ ἡ Ἐ­πι­στή­μη ἕ­να νέ­ο Πα­στέρ, γε­λά­ει εἰ­ρω­νι­κὰ ὁ θεῖ­ος ὁ Αὐ­γου­στί­νος.. Τὰ βρά­δια ποὺ οἱ ἄλ­λοι κοι­μοῦν­ται χτυ­πά­ει τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου, κλει­δώ­νω καὶ δι­πλο­κλει­δώ­νο­μαι ὅ­πο­τε μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτε­ται. Ἔ­λα μω­ρό μου, ἔ­λα νὰ παί­ξου­με πά­λι τὸ λύ­κο μὲ τ’ ἀρ­νά­κι, ἐ­γὼ γιὰ τὸ κα­λό σου τὰ ἔ­λε­γα ὅ­λα αὐ­τὰ τὸ πρω­ί…

       Καὶ τώ­ρα οἱ δυ­ό μας. Για­τί μὲ παν­τρεύ­τη­κες; τὸν ρω­τά­ω. Ἡ Ψι­ψι­νέλ, χω­μέ­νη κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι μας, ξε­καρ­δί­ζε­ται. Κα­η­με­νού­λι μου, ποὺ ἔμ­πλε­ξες, ἀ­κού­ω συ­χνὰ ποὺ τὸν κα­να­κεύ­ει.

       Καὶ τώ­ρα οἱ δυ­ό μας μι­κρό μου πι­τσου­νά­κι!

       Πάρ­τε της τ’ ὅ­πλο, εἶ­ναι τρε­λή, γιὰ δέ­σι­μο, οἱ γεί­το­νες σκαρ­φα­λω­μέ­νοι στὴ νε­ραν­τζιὰ εἶ­ναι χω­ρι­σμέ­νοι στὰ δυ­ό, ἔ­χει δί­κιο, εἶ­ναι κα­θί­κι, ρί­ξ’ του, φω­νά­ζουν οἱ μι­σοί, εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­νι­σόρ­ρο­πη, οἱ ὑ­πό­λοι­ποι, οἱ δυ­ό μας τώ­ρα πι­τσου­νά­κι μου, τσι­ρί­ζω καὶ ση­μα­δεύ­ω. Ἀ­κού­γε­ται μό­νον ὁ ἦ­χος ἀ­π’ τὰ φυ­σίγ­για…

       Ἀ­μὰν μα­μά, δὲν ξέ­ρεις κα­νέ­να ἄλ­λο πα­ρα­μύ­θι λι­γό­τε­ρο βα­ρε­τό, ὅ­λο τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια, ὁ Ἔν­τυ καὶ ὁ Μέρ­φυ ἀλ­λη­λο­κοι­τά­ζον­ται μὲ ση­μα­σί­α κι ἀλ­λά­ζουν πλευ­ρό.

       — Ἐ­πι­τέ­λους, κυ­ρί­α μου, λο­γι­κευ­τεῖ­τε, βῆ­μα δὲν θὰ προ­χω­ρή­σου­με ἂν δὲν ἀ­πο­φα­σί­σε­τε νὰ λέ­τε πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα μὲ τὸ ὄ­νο­μά τους…

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ζέ­τα Κου­ντού­ρη (Ἀθή­να, 1947). Πε­ζο­γρά­φος (δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μικὴ Σχολὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀθηνῶν. Πρῶτο της βι­βλί­ο: Ἡ πρε­μιέ­ρα, Ἀθή­να, 1992 (δι­η­γή­μα­τα) καὶ τε­λευ­ταῖο: Ρωγ­μές στὴ σιω­πή, Ἀθή­να, 2010 (μυ­θι­στόρη­μα).

 

Λύντια Ντέιβις (Lydia Davis): Ἡ κάλτσα

 

 

Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis)

 

Ἡ Κάλτσα

(The Sock)

 

ΑΝΤΡΑΣ ΜΟΥ εἶ­ναι τώ­ρα παν­τρε­μέ­νος μὲ ἄλ­λη γυ­ναί­κα, πιὸ κον­τὴ ἀ­πὸ ἐ­μέ­να, μὲ ὕ­ψος πε­ρί­που ἑ­νά­μι­ση μέ­τρο, γε­ρο­δε­μέ­νη, καὶ φυ­σι­κὰ αὐ­τὸς φαί­νε­ται πιὸ μα­κρὺς ἀ­π’ ὅ,τι φαι­νό­ταν καὶ πιὸ στε­νός, καὶ τὸ κε­φά­λι του μοιά­ζει μι­κρό­τε­ρο. Σὲ σύγ­κρι­ση μ’ ἐ­κεί­νη νι­ώ­θω κο­κα­λιά­ρα καὶ ἀλ­λό­κο­τη. Ἐ­πι­πλέ­ον δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ψη­λὴ ὥ­στε νὰ τὴν κοι­τά­ω στὰ μά­τια, πα­ρό­λο ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ στέ­κο­μαι ἢ νὰ κά­θο­μαι μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε νὰ τὰ κα­τα­φέρ­νω. Κά­πο­τε εἶ­χα σα­φῆ ἄ­πο­ψη γιὰ τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ παν­τρευ­τεῖ ὅ­ταν θὰ ξα­να­παν­τρευ­ό­ταν, ἀλ­λὰ κα­μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­πέ­λες του δὲν εἶ­χε ἐ­κεῖ­νο ποὺ εἶ­χα στὸ νοῦ μου, κι αὐ­τὴ τὸ εἶ­χε λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λες.

       Πέ­ρυ­σι τὸ κα­λο­καί­ρι ἦρ­θαν ἐ­δῶ, στὴν ἐ­ξο­χή, γιὰ με­ρι­κὲς ἑ­βδο­μά­δες γιὰ νὰ δοῦν τὸν γιό μου, ποὺ εἶ­ναι δι­κός μου καὶ δι­κός του. Ὑ­πῆρ­ξαν κά­ποι­ες στιγ­μὲς ποὺ νι­ώ­θα­με πε­ρί­ερ­γα, ἀλ­λὰ καὶ κα­λὲς στιγ­μές, μὰ φυ­σι­κὰ ἀ­κό­μα καὶ οἱ κα­λὲς στιγ­μὲς ἦ­ταν λί­γο ἄ­βο­λες. Οἱ δυ­ό τους ἔ­μοια­ζαν νὰ πε­ρι­μέ­νουν πολ­λὰ ἀ­πὸ μέ­να, ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη – πο­νοῦ­σε καὶ ἦ­ταν κα­κό­κε­φη, μὲ κύ­κλους κά­τω ἀ­π’ τὰ μά­τια. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὸ τη­λέ­φω­νό μου καὶ ἄλ­λα πράγ­μα­τα στὸ σπί­τι μου. Χω­ρὶς βι­α­σύ­νη ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­α στὸ σπί­τι μου κι ἔ­κα­ναν ντούς, καὶ ἀρ­γό­τε­ρα πή­γαι­ναν γιὰ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ βόλ­τα, κα­θα­ροί, μὲ τὸν γιό μου ἀ­νά­με­σά τους, πι­α­σμέ­νοι χέ­ρι-χέ­ρι. Ἔ­κα­να πάρ­τυ, ἦρ­θαν, χό­ρε­ψαν, ἐν­τυ­πω­σί­α­σαν τοὺς φί­λους μου κι ἔ­μει­ναν μέ­χρι τὸ τέ­λος. Ἔ­κα­να ὅ,τι μπο­ροῦ­σα γι’ αὐ­τούς, κυ­ρί­ως λό­γῳ τοῦ γιοῦ μας. Σκε­φτό­μουν πὼς γιὰ χά­ρη του ἔ­πρε­πε νὰ τὰ πη­γαί­νου­με κα­λά. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ ἐ­πί­σκε­ψή τους ἤ­μουν κου­ρα­σμέ­νη.

       Τὴ νύ­χτα πρὶν φύ­γουν, εἴ­χα­με σχε­διά­σει νὰ πᾶ­με γιὰ φα­γη­τὸ σ’ ἕ­να βι­ετ­να­μέ­ζι­κο ἑ­στι­α­τό­ριο μα­ζὶ μὲ τὴ μη­τέ­ρα του. Ἡ μη­τέ­ρα του ἐρ­χό­ταν ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κῶς ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη πό­λη, καὶ οἱ τρεῖς τους θὰ ἔ­φευ­γαν τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα γιὰ τὶς Με­σο­πο­λι­τεῖ­ες. Οἱ γο­νεῖς τῆς γυ­ναί­κας του ἤ­θε­λαν νὰ γι­ορ­τά­σουν τὸ γά­μο καὶ νὰ τοὺς γνω­ρί­σουν οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­κεί­νη εἶ­χε με­γα­λώ­σει, οἱ λε­βεν­τό­κορ­μοι ἀ­γρό­τες καὶ οἱ οἰ­κο­γέ­νει­ές τους.

       Ὅ­ταν πῆ­γα στὴν πό­λη ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα νὰ τοὺς συ­ναν­τή­σω ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­με­ναν, πῆ­ρα ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χαν ἀ­φή­σει στὸ σπί­τι μου καὶ εἶ­χα βρεῖ ὣς τό­τε: ἕ­να βι­βλί­ο, δί­πλα στὴν πόρ­τα τῆς ντου­λά­πας, καὶ κά­που ἀλ­λοῦ μιὰ κάλ­τσα του. Ὁ­δή­γη­σα ὣς τὸ κτί­ριο καὶ εἶ­δα τὸν ἄν­τρα μου ἔ­ξω στὸ πε­ζο­δρό­μιο νὰ μοῦ κά­νει νό­η­μα νὰ στα­μα­τή­σω. Ἤ­θε­λε νὰ μοῦ μι­λή­σει προ­τοῦ νὰ μπῶ. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα του δὲν ἦ­ταν κα­λὰ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει μα­ζί τους, καὶ μὲ πα­ρα­κά­λε­σε ἂν θὰ γι­νό­ταν ἀρ­γό­τε­ρα νὰ τὴν πά­ρω μα­ζί μου. Χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτῶ, εἶ­πα ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα. Εἶ­χα ξε­χά­σει τὸν τρό­πο ποὺ θὰ ξε­ψά­χνι­ζε τὸ σπί­τι μου καὶ ὅ­τι ὅ­σο θὰ κα­θά­ρι­ζα ἐ­κεί­νη θὰ κοι­τοῦ­σε.

       Στὴν αἴ­θου­σα ὑ­πο­δο­χῆς, κά­θον­ταν ἡ μί­α ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη σὲ δυ­ὸ πο­λυ­θρό­νες, αὐ­τὲς οἱ μι­κρό­σω­μες γυ­ναῖ­κες, ὄ­μορ­φες μὲ ξε­χω­ρι­στὸ τρό­πο, καὶ φο­ροῦ­σαν κρα­γιὸν ἀλ­λι­ώ­τι­κου χρώ­μα­τος, ἀ­σθε­νι­κές, σκέ­φτη­κα ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς τρό­πους. Ὁ λό­γος ποὺ κά­θον­ταν ἐ­δῶ κά­τω ἦ­ταν ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα του φο­βό­ταν νὰ ἀ­νε­βεῖ ἐ­πά­νω. Δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα νὰ πε­τά­ξει μὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­νε­βεῖ πά­νω ἀ­π’ τὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο. Ἡ κα­τά­στα­ση εἶ­χε χει­ρο­τε­ρέ­ψει ἀ­πὸ πα­λαι­ό­τε­ρα. Τό­τε —ἂν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη— ἄν­τε­χε ν’ ἀ­νε­βεῖ στὸν ὄ­γδο­ο, ὑ­πὸ τὴν προ­ϋ­πό­θε­ση ὅ­τι τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν κλει­στά.

       Πρὶν βγοῦ­με γιὰ φα­γη­τό, ὁ ἄν­τρας μου ἀ­νέ­βα­σε τὸ βι­βλί­ο στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ἀλ­λὰ ἀ­συ­ναί­σθη­τα ἔ­χω­σε τὴν κάλ­τσα στὴν πί­σω τσέ­πη του καὶ τὴν ἄ­φη­σε ἐ­κεῖ στὴ διά­ρκεια τοῦ δεί­πνου, ὅ­που ἡ μη­τέ­ρα του ντυ­μέ­νη στὰ μαῦ­ρα κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ μιὰ ἄ­δεια κα­ρέ­κλα· κά­ποι­ες στιγ­μὲς ἔ­παι­ζε μὲ τὸν γιό μου, μὲ τ’ αὐ­το­κι­νη­τά­κια του, καὶ ἄλ­λο­τε ρω­τοῦ­σε τὸν ἄν­τρα μου καὶ με­τὰ ἐ­μέ­να καὶ με­τὰ τὴ γυ­ναί­κα του σχε­τι­κὰ μὲ κόκ­κους μαύ­ρου πι­πε­ριοῦ καὶ ἄλ­λα δυ­να­τὰ μπα­χα­ρι­κὰ ποὺ ὑ­πῆρ­χε πι­θα­νό­τη­τα νὰ εἶ­χαν βά­λει στὸ φα­γη­τό της. Με­τά, ἀ­φοῦ φύ­γα­με ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­π’ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ στε­κό­μα­σταν στὸ πάρ­κινκ, ἐ­κεῖ­νος ἔ­βγα­λε τὴν κάλ­τσα ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του καὶ τὴν κοί­τα­ξε, κι ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς εἶ­χε βρε­θεῖ ἐ­κεῖ.

       Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­σή­μαν­το ζή­τη­μα, ἀλ­λὰ ἀρ­γό­τε­ρα δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ξε­χά­σω τὴν κάλ­τσα, αὐ­τὴ τὴ μί­α κάλ­τσα στὴν πί­σω τσέ­πη του σὲ μιὰ ἄ­γνω­στη, μα­κρι­νὴ γει­το­νιὰ στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς πό­λης σ’ ἕ­να βι­ετ­να­μέ­ζι­κο γκέ­το, δί­πλα σὲ αἴ­θου­σες μα­σάζ, καὶ κα­νείς μας δὲν ἤ­ξε­ρε πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὴ τὴν πό­λη, ἀλ­λὰ ἤ­μα­σταν ὅ­λοι ἐ­δῶ μα­ζὶ καὶ ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νο, για­τί ἀ­κό­μα ἔ­νι­ω­θα ὅ­τι ἐ­γὼ κι αὐ­τὸς ἤ­μα­σταν σύν­τρο­φοι, εἴ­χα­με ὑ­πάρ­ξει σύν­τρο­φοι γιὰ πο­λὺ και­ρό, καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα πα­ρὰ νὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­λες τὶς ὑ­πό­λοι­πες κάλ­τσες του ποὺ εἶ­χα μα­ζέ­ψει, βρώ­μι­κες ἀ­π’ τὸν ἱ­δρώ­τα του καὶ ξε­φτι­σμέ­νες στὴν πα­τού­σα, σὲ ὅ­λη μας τὴν κοι­νὴ ζω­ὴ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο, καὶ με­τὰ σκέ­φτη­κα τὰ πό­δια του σ’ ἐ­κεῖ­νες τὶς κάλ­τσες, πῶς τὸ δέρ­μα ἦ­ταν δι­α­φα­νὲς στὸν ἀ­στρά­γα­λο καὶ ἡ φτέρ­να μὲ τὴ φθαρ­μέ­νη ὕ­φαν­ση· σκε­φτό­μουν πῶς δι­ά­βα­ζε ξα­πλω­μέ­νος στὸ κρε­βά­τι μὲ τὰ πό­δια σταυ­ρω­μέ­να στοὺς ἀ­στρα­γά­λους ἔ­τσι ὥ­στε τὰ δά­χτυ­λα νὰ δεί­χνουν σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς με­ρι­ὲς τοῦ δω­μα­τί­ου· πῶς με­τὰ γυρ­νοῦ­σε στὸ πλά­ι μὲ τὰ πό­δια ἑ­νω­μέ­να σὰν δυ­ὸ μι­σὰ φρού­του· πῶς, συ­νε­χί­ζον­τας τὸ δι­ά­βα­σμα, ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι κι ἔ­φτα­νε τὰ πό­δια του καὶ ἔ­βγα­ζε τὶς κάλ­τσες καὶ τὶς πέ­τα­γε στὸ πά­τω­μα δι­πλω­μέ­νες σὲ μι­κρὲς μπά­λες κι ἔ­πια­νε ξα­νὰ κι ἔ­τρι­βε τὰ δά­χτυ­λά του ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζε· με­ρι­κὲς φο­ρὲς μοι­ρα­ζό­ταν μα­ζί μου αὐ­τὸ ποὺ δι­ά­βα­ζε καὶ αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­ταν, καὶ ἄλ­λο­τε δὲν ἤ­ξε­ρε κὰν ποῦ ἤ­μουν: στὸ δω­μά­τιο ἢ κά­που ἀλ­λοῦ.

       Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ ξε­χά­σω ὅ­λο αὐ­τό, πα­ρό­λο ποὺ ὅ­ταν ἔ­φυ­γαν βρῆ­κα με­ρι­κὰ ἀ­κό­μα πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χαν ἀ­φή­σει, ἢ ποὺ μᾶλ­λον ἡ γυ­ναί­κα του εἶ­χε ἀ­φή­σει στὴν τσέ­πη ἑ­νὸς σα­κα­κιοῦ μου – μί­α κόκ­κι­νη χτέ­να, ἕ­να κόκ­κι­νο κρα­γιὸν καὶ ἕ­να μπου­κα­λά­κι χά­πια. Γιὰ λί­γο και­ρὸ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να κά­θον­ταν ἥ­συ­χα στὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας σὲ μιὰ μι­κρὴ ὁ­μά­δα τῶν τρι­ῶν κι ἀρ­γό­τε­ρα, σκε­φτό­μουν ὅ­τι θὰ τῆς τὰ ἔ­στελ­να, ἐ­πει­δὴ ἔ­λε­γα πὼς ἴ­σως νὰ χρει­α­ζό­ταν τὰ φάρ­μα­κα, ἀλ­λὰ συ­νε­χῶς ξε­χνοῦ­σα νὰ ρω­τή­σω, μέ­χρι ποὺ τε­λι­κὰ τὰ ἔ­βα­λα σ’ ἕ­να συρ­τά­ρι γιὰ νὰ τῆς τὰ δώ­σω, ὅ­ταν θὰ ξα­να­έρ­χον­ταν ἐ­δῶ, για­τί εἶ­χε πε­ρά­σει και­ρός, ὁ­πό­τε δὲν θὰ ἀρ­γοῦ­σαν νὰ ξα­νάρ­θουν, καὶ κου­ρα­ζό­μουν καὶ μό­νο ποὺ τὸ σκε­φτό­μουν.

 

  

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis). Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ὤλ­μπα­νυ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει 6 συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν ἐ­παι­νε­θεῖ γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ χι­οῦ­μορ τους. Με­τα­φρά­ζει ἐ­πί­σης Γάλ­λους συγ­γρα­φεῖς, ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­ξε παν­τρε­μέ­νη μὲ τὸν δι­ά­ση­μο συγ­γρα­φέ­α Πὸλ Ὦ­στερ.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Μαί­ρη ­λε­ξο­πού­λου (Κα­λα­μά­τα). Σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­τρας, στὸν χῶ­ρο τέ­χνης «Ash in Art», στὸ φι­λο­σο­φι­κὸ κα­φε­νεῖ­ο «dasein» καὶ ἀλ­λοῦ, καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ΗΠΑ. Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 συμ­με­τεῖ­χε στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­ρου. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Ἐ­ρῶ­μαι (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2005).

 

Φω­το­γρα­φί­α: Robyn Drage, Toe Srory IV, Μι­κτὴ τε­χνι­κή σὲ καμ­βά (15,24 x 15,24 ἑκ.).

 

Ἡρὼ Νικοπούλου: Τὸ ραντεβού

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου

 

Τὸ ραν­τε­βού

 .

Ο ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙΖΕ ἐ­πί­μο­να μέ­σα στὴ νύ­χτα. Ἦ­ταν τρεῖς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα. Ὁ Ἴ­σμα κα­θό­ταν μὲ τὸ πρό­σω­πο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὶς πα­λά­μες του καὶ κοι­τοῦ­σε θλιμ­μέ­νος τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση κλή­σης. Ἡ Ἰ­ρί­να ἦ­ταν πάν­τα ἐ­πί­μο­νη. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ἔ­τος τῆς σχο­λῆς τὴν εἶ­χε ξε­χω­ρί­σει· τοῦ εἶ­χε κά­νει ἐν­τύ­πω­ση τὸ ἐ­πει­σό­διο μὲ τὶς ση­μει­ώ­σεις, τό­τε ποὺ ἡ Ἰ­ρί­να εἶ­χε δι­α­πλη­κτι­στεῖ ἄ­γρια μ’ ἕ­ναν Ἕλ­λη­να συμ­φοι­τη­τή, ἐ­πει­δὴ τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει ἀν­τάλ­λαγ­μα γιὰ νὰ δώ­σει τὶς ση­μει­ώ­σεις του. Ἦ­ταν πο­λὺ δυ­να­μι­κὸ κι ὄ­μορ­φο κο­ρί­τσι, πράγ­μα ποὺ ὑ­πο­γράμ­μι­ζε μιὰ χο­ρο­πη­δη­χτὴ χρυ­σὴ ἀ­λο­γο­ου­ρά. Ἐ­κεῖ­νος ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴν ἔμ­φυ­τη χα­ρὰ ποὺ ἀ­νά­βλυ­ζε ἀ­πὸ μέ­σα της κι ἐ­κεί­νη μᾶλ­λον τὴν βου­βή του λύ­πη, ποὺ τὴν πῆ­ρε γιὰ στο­χα­σμό. Πράγ­μα ποὺ δὲν ἦ­ταν ὁ­λό­τε­λα λά­θος, μιὰ ποὺ ὁ ἀ­σφα­λὴς μέ­σα στὶς βε­βαι­ό­τη­τές του Ἴ­σμα μό­λις συν­δέ­θη­κε —κα­τὰ πα­ρέκ­κλι­ση τῶν κα­νό­νων— μα­ζί της ἄρ­χι­σε νὰ βλέ­πει ἕ­να κομ­μά­τι μιᾶς ἄλ­λης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀ­π’ αὐ­τὴ ποὺ τοῦ εἶ­χαν μά­θει. Εἶ­χε κρα­τή­σει τὴ σχέ­ση τους κρυ­φὴ ἀ­π’ τοὺς δι­κούς του. Τὸν ἔ­φτα­ναν οἱ ἀμ­φι­βο­λί­ες του, δὲν εἶ­χε τὸ σθέ­νος νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει καὶ τοὺς ἄλ­λους. Κα­θη­σύ­χα­ζε τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ τὴ σκέ­ψη πὼς ἡ Ἰ­ρί­να ἦ­ταν ἁ­πλῶς μιὰ ξέ­νη γυ­ναί­κα, ἕ­να παι­χνί­δι γι’ αὐ­τὸν ὅ­πως ὅ­λες οἱ ἄλ­λες.

       Σή­με­ρα λί­γες ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει νὰ χω­ρί­σουν. Ἐ­κεί­νη με­τὰ τὴν πρώ­τη ἔκ­πλη­ξη δι­α­τή­ρη­σε τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά της καὶ τὸν ρώ­τη­σε μό­νο μιὰ φο­ρά, για­τί. Ἐ­πέ­στρε­φε στὴν πα­τρί­δα του, τῆς εἶ­πε, γιὰ νὰ ἀρ­ρα­βω­νια­στεῖ. Ἡ Ἰ­ρί­να ἔ­βα­λε τὰ γέ­λια, τοῦ ἔ­ρι­ξε ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ βλέμ­μα γε­μά­το ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, ἄ­φη­σε στὸ τρα­πε­ζά­κι χρή­μα­τα γιὰ τὸ πο­τό της, πῆ­ρε τὴν τσάν­τα της κι ἔ­φυ­γε.

       Τὸ τη­λέ­φω­νο χτύ­πη­σε πά­λι κα­τὰ τὶς τέσ­σε­ρις τὸ πρω­ί, αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ ἡ Ἰ­ρί­να ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἀ­φή­σει μή­νυ­μα στὸν τη­λε­φω­νη­τή, ἡ φω­νὴ της ἀ­κού­στη­κε τυ­πι­κή. «Ἔ­λα Ἰ­σμα­ήλ, ἐ­γὼ εἶ­μαι, δὲν πρό­λα­βα νὰ σοῦ πῶ… μὲ εἰ­δο­ποί­η­σαν ἀ­πὸ τὴν ἀ­σφα­λι­στι­κὴ ἑ­ται­ρεί­α ποὺ εἶ­χα στεί­λει τὸ βι­ο­γρα­φι­κό μου, αὔ­ριο στὶς ὀ­κτώ τὸ πρω­ὶ ἔ­χω ραν­τε­βοὺ γιὰ τὴν πρώ­τη συ­νέν­τευ­ξη στὰ γρα­φεῖ­α τους…Ξέ­ρεις, βρί­σκον­ται στὸ Βό­ρει­ο Πύρ­γο ἀ­κρι­βῶς δέ­κα ὀ­ρό­φους κά­τω ἀ­πὸ τὴν κα­φε­τέ­ρια ποὺ εἴ­μα­σταν χθές. Μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α θέ­λω νὰ σοῦ ἐ­πι­στρέ­ψω ἐ­κεῖ­νο τὸ δα­χτυ­λί­δι ποὺ μοῦ χά­ρι­σες πέ­ρυ­σι, ἄλ­λω­στε θὰ σοῦ χρεια­στεῖ. Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω ἐ­κεῖ στὶς ἐν­νιὰ πα­ρὰ τέ­ταρ­το.»

       Τὰ χέ­ρια τοῦ Ἰ­σμα­ὴλ ἔ­τρε­μαν ἐ­λα­φρὰ πά­νω στὸ μο­χλὸ τοῦ πι­λο­τη­ρί­ου. Ἔ­στρι­ψε μὲ ἀ­κί­νη­το τὸ κε­φά­λι τὴν κό­ρη τοῦ μα­τιοῦ πρὸς τὸν Ἀμ­πντούλ, θὰ ἦ­ταν μιὰ πε­ριτ­τὴ ἥτ­τα ἂν ὁ σύν­τρο­φός του ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν ὁ­τι­δή­πο­τε. Τὸν εἶ­δε νὰ κρα­τᾶ μὲ σι­γου­ριὰ τὸ πι­στό­λι πί­σω ἀ­πὸ τὸν αὐ­χέ­να τοῦ κυ­βερ­νή­τη. Μέ­χρις ἐ­δῶ ὅ­λα εἶ­χαν πά­ει ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὰ εἶ­χαν σχε­διά­σει, πε­τοῦ­σαν στὶς τρεῖς χι­λιά­δες πό­δια πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μαν­χά­ταν. Ἡ μέ­ρα ἦ­ταν ἡ­λι­ό­λου­στη, τὸ ρο­λό­ι τοῦ ταμ­πλὼ ἔ­δει­χνε ἐν­νέ­α πα­ρὰ εἴ­κο­σι. Σὲ λί­γο ὅ­λα θὰ ἦ­ταν πα­ρελ­θόν. Ἕ­να λαμ­πρό, ἕ­να ἔν­δο­ξο πα­ρελ­θὸν ποὺ θὰ δι­καί­ω­νε ὅ­λες τὶς ἄ­γρυ­πνες νύ­χτες του, ὅ­λες τὶς προ­κα­τα­βο­λι­κές του τύ­ψεις, ὅ­λα τα ἐ­ρω­τή­μα­τα καὶ τὶς κρυ­φὲς ἀ­νο­μο­λό­γη­τες ἀμ­φι­βο­λί­ες.

       Οἱ μάρ­τυ­ρες εἶ­ναι στε­φα­νω­μέ­νοι μό­νο ἀ­πὸ βε­βαι­ό­τη­τες.

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958).  Ζω­γρα­φι­κή, ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φία. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν της Ἀθηνας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Ὁ Μύ­θος τοῦ Ὁ­δοι­πό­ρου (Ποί­η­ση, Ἀ­θή­να, 1986). Τε­λευ­ταῖ­ο της: Ἑλληνιστί:ὁ γρίφος (Διηγήματα, ἔκδ. Γαβριηλίδης, 2013).

http://ironikopoulou.gr/