Γιάννης Καρκανέβατος: Παπούτσια νούμερο 42

karkanebatosgiannis-papoutsianoumero42-eikona-04


Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς 


Πα­πού­τσια νού­με­ρο 42

 

Στὴ μνή­μη τοῦ Δι­ο­νύ­ση


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initialΡΙΣΤΕ», εἶ­πε ἡ νο­σο­κό­μα ἀ­κουμ­πών­τας ἕ­να κου­τὶ ἀ­πὸ πα­πού­τσια νού­με­ρο 42 στὰ χέ­ρια μου. Τὶς τε­λευ­ταῖ­ες βδο­μά­δες —τὶς λί­γες στιγ­μὲς ποὺ ἔ­λει­πα ἀ­πὸ κον­τά του— μὲ δι­α­κα­τεῖ­χε ἡ ἀ­γω­νί­α τοῦ λευ­κοῦ, φρε­σκο­στρω­μέ­νου κρε­βα­τιοῦ ποὺ σή­με­ρα ἔ­μελ­λε νὰ συ­ναν­τή­σω. Ἦ­ταν σὰν νὰ κό­πη­κε ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α τῆς ζω­ῆς μου. Μὲ τὸ κου­τὶ πα­ρα­μά­σχα­λα, πῆ­ρα τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, κα­θι­σμέ­νος ἀ­πέ­ναν­τι, κοί­τα­ζε μιὰ τὸ κου­τὶ καὶ μιὰ τὰ πα­πού­τσια του. «Ἂν τὰ προ­σέ­χε­τε, θὰ σᾶς βγά­λουν μιὰ ζω­ή», μοῦ εἶ­πε. Στὸ σπί­τι τὸ ἄ­νοι­ξα. Μέ­σα βρι­σκό­ταν τὸ κι­νη­τό του, τὸ ρο­λό­ι ποὺ τοῦ εἶ­χα κά­νει δῶ­ρο στὰ προ­πέρ­σι­να γε­νέ­θλια, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του φου­λά­ρι, κι ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι —σί­γου­ρα ὄ­χι δι­κό του— ποὺ ἡ νο­σο­κό­μα μᾶλ­λον βρῆ­κε στὸ κο­μο­δί­νο καὶ θε­ώ­ρη­σε πὼς τοῦ ἀ­νῆ­κε. Τὸ κι­νη­τὸ ἄρ­χι­σε νὰ κου­δου­νί­ζει. Στὴν ὀ­θό­νη σχη­μα­τί­στη­κε ἡ φρά­ση «ἄ­γνω­στος ἀ­ριθ­μός». Τὸ σή­κω­σα κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, ψέλ­λι­σα ἕ­να ξέ­πνο­ο ἐμ­πρὸς ἀλ­λὰ ὅ­ποι­ος καὶ νὰ ἦ­ταν, τὸ ἔ­κλει­σε χω­ρὶς κου­βέν­τα. Σκέ­φτη­κα πὼς θά ’­πρε­πε νὰ ὁ­ρί­σου­με ἕ­ναν χῶ­ρο στὸ πάρ­κο, στὴν ἄ­δεια στέρ­να ἴ­σως, κά­τω ἀ­π’ τὰ πλα­τά­νια, ὅ­που θὰ μα­ζεύ­α­με ὅ­λα τὰ ὀρ­φα­νὰ πλέ­ον κι­νη­τὰ κι αὐ­τὰ θὰ χτυ­ποῦ­σαν ἀ­συν­τό­νι­στα. Κλή­σεις ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους ποὺ δὲν θὰ εἶ­χαν ἀ­κό­μα ἐ­νη­με­ρω­θεῖ, ἢ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς τοὺς ἴ­διους, ποὺ θὰ κα­λού­σα­με ποὺ καὶ ποὺ κι ἄς μὴν πε­ρι­μέ­να­με ἀ­πάν­τη­ση. Θὰ συν­θέ­τα­με ἔ­τσι τὴν με­λω­δί­α τῆς θλί­ψης καὶ τὰ που­λιὰ στὸ πάρ­κο θὰ ἔ­φευ­γαν στὸν οὐ­ρα­νό, δι­ωγ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἀ­κα­τα­νό­η­το ἦ­χο τῶν ἀν­θρώ­πων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς  (Σέρ­ρες, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο (ΕΜΠ) καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ σχο­λὴ Σταυ­ρά­κου. Ἐρ­γά­στη­κε πολ­λὰ χρό­νια στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ σὰν μη­χα­νι­κὸς ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (σκη­νο­θε­σία), μὲ τὸ video art (θέ­α­τρο) καὶ μὲ τὴν γρα­φὴ (σε­νά­ρια, δι­η­γή­μα­τα). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μα­θαί­νον­τας Πο­δή­λα­το (ἐκ­δ. Κέ­δρος, 2013).


			
Διαφημίσεις

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς: Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


konstantisapostolos-micholoskatethatokano-eikona-02


Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς


Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


03-piΕΤΑΞΕ ΤΗΝ ΚΟΥΒΕΡΤΑ ἀ­φή­νον­τας τὸ κρε­βά­τι νὰ κρυ­ώ­νει. Ξά­πλω­σε στὸ πά­τω­μα προ­σε­κτι­κά, καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ αὐ­τί του στὰ σκο­νι­σμέ­να ξύ­λα ποὺ ἔ­τρι­ξαν.

       — Ξύ­πνα!  Ἡ μά­να, ἡ μά­να πο­νά­ει, ξύ­πνα, ψι­θύ­ρι­σε συ­νω­μο­τι­κά.

       — Ὄ­νει­ρο βλέ­πεις; Πή­γαι­νε κοι­μή­σου, πή­γαι­νε, ἀ­πάν­τη­σε γυρ­νών­τας πλευ­ρὸ ὁ ἀ­δερ­φός του.

       Τὸ κλά­μα μω­ροῦ ποὺ ἀ­κού­στη­κε λί­γο με­τὰ τὸν ἔ­φε­ρε καὶ ἐ­κεῖ­νον στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἀν­τάλ­λα­ξαν κου­βέν­τα πα­ρὰ μό­νο κλε­φτὲς μα­τι­ὲς ἀ­πο­ρί­ας μέ­χρι τὸ πρω­ί.

       Ἡ κου­κου­βά­για, κρυμ­μέ­νη στὴ γέ­ρι­κη βα­γιά, πλά­ι στὸ πέ­τρι­νο σπί­τι.  Στρέ­φει ἀρ­γά, σὲ ὁ­ρι­ζόν­τια γραμ­μὴ τὸ κε­φά­λι της καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ. Μιὰ νυ­χτε­ρί­δα περ­νᾶ δί­πλα της καὶ ὁρ­μᾶ ἄ­τσα­λα πά­νω στὸν τοῖ­χο μὰ τὸ με­τα­νι­ώ­νει τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Βου­τᾶ ξα­νὰ ἀ­νά­πο­δα στὸ κε­νὸ καὶ χά­νε­ται. Βή­μα­τα ἀν­τρι­κά, γορ­γά, ἄ­γρυ­πνα, μπλέ­κον­ται μὲ τὸ σκο­τά­δι τους. Λί­γο με­τὰ πά­λι, μὰ εἶ­ναι δι­πλὰ τού­τη τὴ φο­ρά, ἀν­τρι­κὰ καὶ γυ­ναι­κεῖα μα­ζί. Τρί­τη φο­ρὰ μό­νο τὰ γυ­ναι­κεῖ­α.

       «Τζάμ­πα ἦρ­θα. Τί ’­θέλαν τὴ μα­μή; Τὸ κά­με μό­νη καὶ τὸ ’­δε­σε κι­ό­λας. Τζάμ­πα…», λέ­ει ἐ­νῶ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται καὶ ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ βή­μα­τά της χά­νε­ται.

       Στὸ δω­μά­τιο νὰ τοὺς ξυ­πνή­σει μπῆ­κε ὁ πα­τέ­ρας. Ἄυ­πνος. Κρύ­βον­τας τὸ φῶς ἀ­πὸ τὴν μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα δὲν μί­λη­σε γιὰ λί­γο. «Κα­τε­βεῖ­τε νὰ δεῖ­τε τὸν ἀ­δελ­φό σας. Ἡ μά­να σας γέν­νη­σε χτὲς βρά­δυ», εἶ­πε κο­φτὰ καὶ ἔ­φυ­γε χω­ρὶς πε­ρι­θώ­ρια γιὰ ἐ­ρω­τή­σεις. Σὰν νὰ  ἀ­να­κοί­νω­σε πὼς ἁ­πλὰ ξη­μέ­ρω­σε ἢ ὅ­τι βρέ­χει.

       Κοι­τα­χτῆ­καν καὶ χω­ρὶς νὰ ποῦν κου­βέν­τα ἔ­τρε­ξαν πρὸς τὴ σκά­λα.

       «Νὰ πᾶ­τε στὴ θεί­α σας τὴ Μα­ρι­γὼ νὰ σᾶς δώ­σει λί­γο ζά­χα­ρη καὶ νὰ τῆς μη­νύ­σε­τε νά ’ρ­θει ἀ­μέ­σως», δι­έ­τα­ξε. Τὸ βλέμ­μα της ἀ­γρι­ε­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν πό­νο, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν μη­τρό­τη­τα. Τὸ βλέμ­μα τοῦ μω­ροῦ ἀ­πλα­νές, κι­νή­σεις ἀρ­γές, ἀ­βέ­βαι­ες. Νε­ο­γέν­νη­το κου­τά­βι στὴν ἀγ­κα­λιά της. Τὸ κολ­λᾶ στὸ στῆ­θος της καὶ ἐ­κεῖ­νο φαί­νε­ται νὰ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει. «Νὰ γυ­ρί­σε­τε πί­σω ἀ­μέ­σως, μὴν σᾶς ψά­χνω στὶς γει­το­νι­ές», τοὺς φω­νά­ζει κα­θὼς φεύ­γουν σπρώ­χνον­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο.

       — Ἦ­ταν ἡ μά­να γκα­στρω­μέ­νη;

       — Ἔ, γιὰ νὰ γέν­νη­σε; εἶ­πε καὶ κλώ­τση­σε μιὰ πέ­τρα πρὸς τὸν ἀ­δερ­φό του ποὺ τὸν βρῆ­κε στὴν πλά­τη καὶ φά­νη­κε νὰ πό­νε­σε.

       Ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα. Τὴν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά. Πλη­σι­ά­ζον­τας ἡ σκιὰ της τὴν ἄγ­γι­ξε στὸ πρό­σω­πο. Ξύ­πνη­σε.

       — Τὸ ἔ­κα­μα Μα­ρι­γώ. Δὲν ἤ­θε­λα ἄλ­λο, μὰ δὲν χα­νό­ταν.

       — Μὴν πι­κραί­νε­σαι. Μπο­ρεῖ νά… ζο­φὸ φαί­νε­ται.

       — Πει­να­σμέ­νο εἶ­ναι ἀ­κό­μα.

       — Καὶ ἄ­σχη­μο.

       — Δὲν χα­νό­ταν…

       Ἕ­να ὄ­νο­μα νὰ μὴ γι­ορ­τά­ζει, ζή­τη­σαν τοῦ πα­πᾶ. Τὸ εἶ­παν Θε­μι­στο­κλῆ καὶ πο­τὲ δὲν γι­όρ­τα­σε. Οὔ­τε ἔ­παι­ξε. Ἀ­πὸ τὸ κο­πά­δι στὰ χω­ρά­φια καὶ με­τὰ σπί­τι μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Δὲν τά ‘παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα. Τὸ μυα­λό του στὰ ζῶ­α συ­νέ­χεια. Ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ τὸν ἔ­βγα­ζαν νὰ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα δὲν τὸν ἔ­βγα­λαν ξα­νά.

       Μιὰ φο­ρὰ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ χω­ριό, ὅ­ταν ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ στρα­τό. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Χώ­μα­τα κα­μέ­να ἀ­πὸ παγ­κό­σμιους καὶ βαλ­κα­νι­κοὺς πο­λέ­μους.

       — Στρα­τι­ώ­της πε­ζι­κοῦ Θε­μι­στο­κλῆς Βούλ­γα­ρης, φώ­να­ξε μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χε.

       — Ποι­ός σοῦ εἶ­πε ὅ­τι τὸ κρά­νος εἶ­ναι μα­γει­ρι­κὸ σκεῦ­ος; Τὸν ρώ­τη­σε ὁ δι­οι­κη­τής του μὲ εἰ­ρω­νεί­α.

       — Εἶ­χα ἔ­ξο­δο κύ­ρι­ε λο­χα­γὲ καὶ ἔπια­σα ἕ­να που­λὶ στὸ δά­σος.

       — Δε­κα­ή­με­ρος κρά­τη­σις.

       Ὅ­ταν τέ­λει­ω­σε ἡ θη­τεί­α του στὰ μα­κρι­νὰ φυ­λά­κια τοῦ πε­δι­νοῦ Ἔ­βρου, ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ χω­ριό. Μ’ ἕ­να ἀρ­νὶ στὴν πλά­τη τὸν βρῆ­κε τὸ νέ­ο. Θὰ σὲ παν­τρέ­ψου­με τοῦ εἶ­παν. Ἡ νύ­φη. Μιὰ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ χω­ριὸ μὲ κα­λὸ προι­κῶ­ο καὶ ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς προ­βλη­μα­τι­κὸ ἰ­σχί­ο ἐμ­πό­διο σὲ ὅ­λα. «Ὀ­μορ­φο­νιὸς δὲν εἶ­σαι καὶ τοῦ λό­γου σου. Κε­φά­λας καὶ κον­τός», τοῦ ’­πε ἡ θειά του ἡ Μα­ρι­γώ, σὰν νὰ προ­λά­βαι­νε τὴν ἀν­τίρ­ρη­σή του. Μὰ δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση.

       «Θὰ τὴν πά­ρω βρὲ μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε.

       Καὶ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν. Δύ­ο παι­διὰ ζων­τα­νὰ μὰ πει­να­σμέ­να. Δύ­ο θαμ­μέ­να ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στι­ες. Μι­σὴ γυ­ναί­κα. Μι­σὴ στὶς δου­λει­ές, σὲ ὅ­λα. Μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο σπί­τι.  Δύ­ο χέ­ρια, τὰ δι­κά του, νὰ πα­λεύ­ουν. Ρο­ζι­α­σμέ­να, πρη­σμέ­να νὰ γδέρ­νουν τὰ κρε­μα­σμέ­να μα­στά­ρια λί­γων γέ­ρι­κων ζώ­ων. Χα­μέ­νες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Πο­τὲ δὲν ἔ­λε­γε ὄ­χι. Πάν­τα ναὶ σὲ ὅ­λους. «Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε βρέ, θὰ τὸ κά­μω».

       Φτύ­νει τὴν φού­χτα του. Ἡ τσά­πα δὲν ὑ­πα­κού­ει. Λί­γο χῶ­μα, πολ­λὲς πέ­τρες. Ἀ­τρο­φι­κὴ μή­τρα γιὰ τὰ λι­γο­στὰ σπό­ρια του. Καὶ ἄλ­λη χα­μέ­νη χρο­νιὰ ξε­κι­νᾶ. Ὁ ἥ­λιος ψη­λά. Ἱ­δρώ­τας. Ἰ­σι­ώ­νει τὴ μέ­ση του νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. Τὸ χέ­ρι του πρη­σμέ­νο. Τό ’­κο­ψε ὅ­ταν ἔ­σφα­ξε ἕ­να ἀρ­νὶ τοῦ πα­πᾶ, πρὶν με­ρι­κὲς μέ­ρες. Πα­τᾶ τὴν πλη­γὴ καὶ τρέ­χει πύ­ον. Τὸ βρά­δυ ἀ­νέ­βα­σε πυ­ρε­τό. Δὲν κα­τέ­βαι­νε. Χει­ρο­τέ­ρε­ψε κι ἄλ­λο. Ὁ για­τρὸς μέ­ρες μα­κριά. Ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μὰ τὰ πό­δια του δὲν τὸν κρά­τη­σαν. Ἔ­σπρω­ξε τὰ παι­διά του ποὺ πῆ­γαν νὰ τὸν βο­η­θή­σουν. «Θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε μὲ δυ­σκο­λί­α. Ἔ­πει­τα τὰ δόν­τια του ἔ­τρι­ζαν καὶ τὸ στό­μα συ­σπά­στη­κε. Μέ­ρες με­τὰ τὸ κορ­μὶ του τέν­τω­σε σὰν τό­ξο καὶ ἀ­φοῦ κα­τά­πι­ε μὲ δυ­σκο­λί­α τὴν τε­λευ­ταί­α του ἀ­νά­σα δὲν πῆ­ρε ἄλ­λη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς (Κα­τε­ρί­νη, 1978). Ζεῖ στὸ Λον­δι­νο ὅ­που ἀ­σκεῖ τὴν ἰ­α­τρι­κή. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὰ πρῶ­τα του δι­η­γή­μα­τα ἐκ­δό­θη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, Ἄρ. 3.


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου: «Τυ­χαῖ­ες συ­ναν­τή­σεις»


OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


«Τυ­χαῖ­ες συ­ναν­τή­σεις»


15-tΟ ΠΑΓΚΡΕΑΣ εἶ­ναι ἕ­να ὄρ­γα­νο ποὺ βρί­σκε­ται πί­σω ἀ­πὸ τὸ στο­μά­χι. Ὁ ρό­λος του εἶ­ναι νὰ πα­ρά­γει ὁρ­μό­νες καὶ οὐ­σί­ες ποὺ βο­η­θοῦν στὴν πέ­ψη τῶν τρο­φῶν.

       Αὐ­τὸ τὸ ὄρ­γα­νό μου δι­ά­λε­ξε νὰ χτυ­πή­σει ὁ καρ­κί­νος. Πάγ­κρε­ας.

       Τὸ ἀ­δε­νο­καρ­κί­νω­μα ἀ­φο­ρᾶ τὰ κύτ­τα­ρα τῆς ἐ­ξω­κρι­νοῦς μοί­ρας καὶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται στὴν κε­φα­λὴ τοῦ παγ­κρέ­α­τος.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νη μορ­φὴ παγ­κρε­α­τι­κοῦ καρ­κί­νου. Αὐ­τὴ ἔ­χω. Ἀ­δε­νο­καρ­κί­νω­μα.

       Εἶ­ναι ὁ 7ος πιὸ συ­χνὸς καρ­κί­νος στὴν Εὐ­ρώ­πη. Πα­ρα­μέ­νει ἀ­συμ­πτω­μα­τι­κὸς γιὰ ἀρ­κε­τὸ δι­ά­στη­μα. Ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν 5η αἰ­τί­α θα­νά­του ἀ­πὸ καρ­κί­νο.

       Θὰ πε­θά­νω σὲ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἀ­πὸ τὴν 5η αἰ­τί­α θα­νά­του ἀ­πὸ καρ­κί­νο. Πῶς ἀλ­λι­ῶς; ἀ­φοῦ εἶ­ναι ὁ 7ος πιὸ συ­χνὸς καρ­κί­νος στὴν Εὐ­ρώ­πη, κι ἐ­γὼ εἶ­μαι Εὐ­ρω­παί­α. Θὰ πε­θά­νω, μοῦ τὸ εἶ­πε σή­με­ρα, κομ­ψὰ μὰ κα­θα­ρά, ὁ για­τρός μου. Θὰ πε­θά­νω.


       Δὲ μὲ πο­λυ­νοιά­ζει.  Ὅ­λα κά­πο­τε τε­λει­ώ­νουν. Σι­γὰ τὸ νέ­ο. Λὲς καὶ δὲν τὸ ξέ­ρα­με. Λὲς καὶ εἴ­χα­με ὑ­πο­γρά­ψει συμ­βό­λαι­ο. «Πὲς στοὺς θε­οὺς θὰ σβή­σω! Μά λέ­γε το γε­λών­τας.» Πρέ­πει νὰ κά­νω ρί­ζα. Ἡ βαμ­μέ­νη ρί­ζα δι­ευ­κο­λύ­νει τὸ γέ­λιο. Σή­με­ρα. Τώ­ρα. Θὰ γκρι­νιά­ξει ἡ Βού­λα ποὺ θὰ πά­ω χω­ρὶς ραν­τε­βού. Who cares?


       Τώ­ρα μά­λι­στα βαμ­μέ­νη ἡ ρί­ζα. Τὴ θαυ­μά­ζω, ὅ­σο μπο­ρῶ, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς βι­τρί­νες τῶν κα­τα­στη­μά­των. Μὲ χτέ­νι­σε καὶ ὡ­ραί­α ἡ Βού­λα, δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ. Ἕ­να ὡ­ραῖ­α χτε­νι­σμέ­νο, κα­λο­βαμ­μέ­νο μαλ­λὶ δί­νει ἄλ­λο ἀ­έ­ρα στὸ βά­δι­σμα. Πιὸ ἀ­νά­λα­φρο, πιὸ παι­δι­κό.

        Μιὰ παι­δι­κὴ χα­ρὰ στὸν δρό­μο μου. Πο­τὲ δὲν πῆ­γα τὰ παι­διά μου στὴν παι­δι­κὴ χα­ρά. Φο­βό­μουν ἐ­κεῖ­νες τὶς πα­νύ­ψη­λες τσου­λῆ­θρες. Παν­τοῦ ἔ­βλε­πα κα­κο­τε­χνί­ες καὶ κρυμ­μέ­νους κιν­δύ­νους. Δὲν τὰ πῆ­γα πο­τέ. Μό­νο μὲ τὶς γι­α­γιά­δες καὶ τοὺς παπ­ποῦ­δες πή­γαι­ναν. Ἐ­γὼ μό­νο νὰ γκρι­νιά­ζω ἤ­ξε­ρα, γιὰ τὰ σκι­σμέ­να καὶ τὰ λε­ρω­μέ­να ροῦ­χα. Θὰ πά­ω τώ­ρα. Μό­νη μου. Τώ­ρα ποὺ τὰ παι­διὰ με­γά­λω­σαν καὶ φύ­γαν. Θὰ πά­ω τώ­ρα, στὴν παι­δι­κὴ χα­ρά, νὰ ἐ­ξο­φλή­σω ἕ­να πα­λιό, κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο γραμ­μά­τιο, ἴ­σως καὶ πα­ρα­γε­γραμ­μέ­νο, μὰ θὰ πά­ω.


       Στὶς κού­νι­ες. Ναί, στὶς κού­νι­ες. Μὲ τὶς γό­βες καὶ τὴν πέν­σιλ φού­στα. Μὲ τὸ χτε­νι­σμέ­νο μαλ­λί. Ἐ­κεῖ μὲ τοὺς πι­τσι­ρι­κά­δες. Ἐ­κεῖ ποὺ ἡ ζω­ὴ φω­νά­ζει δυ­να­τὰ καὶ τσι­ρί­ζει καὶ πέ­φτει καὶ χτυ­πά­ει στὰ γό­να­τα. Ἐ­κεῖ ποὺ ὅ­λα περ­νᾶ­νε μ’ ἕ­να τσι­ρό­το καὶ δὲν χρει­ά­ζον­ται χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α καὶ δὲν τε­λει­ώ­νουν. Κρί­μα ποὺ ἄρ­γη­σα τό­σο πο­λὺ νὰ μά­θω νὰ μὴ μὲ νοιά­ζει.


       Μὲ κοι­τοῦν πε­ρί­ερ­γα. Μα­μά­δες καὶ γι­α­γιά­δες καὶ παπ­ποῦ­δες καὶ ἀλ­λο­δα­πὲς νταν­τά­δες. «Τί κοι­τᾶ­τε ρέ; Πρώ­τη φο­ρὰ βλέ­πε­τε ξέμ­παρ­κη με­σό­κο­πη στὴν παι­δι­κὴ χα­ρά;», σκέ­φτο­μαι καὶ χα­μο­γε­λῶ καὶ δὲν μὲ νοιά­ζει. Μό­νο τὰ παι­διὰ ξέ­ρουν νὰ κοι­τοῦν καὶ νὰ βλέ­πουν, οἱ ἄλ­λοι, δυ­στυ­χῶς, μό­νο κοι­τοῦν. Κι ἐ­γὼ δι­α­λέ­γω μό­νο τὰ παι­διὰ νὰ βλέ­πω, τοὺς ἄλ­λους μό­νο τοὺς κοι­τῶ καὶ πε­ρι­μέ­νω. Πε­ρι­μέ­νω ν’ ἀ­δειά­σει ἡ παι­δι­κὴ χα­ρά. Νὰ κά­νω κού­νια. Τί­πο­τα ἄλ­λο πιὰ δὲν πε­ρι­μέ­νω.


       Εἶ­χε νυ­χτώ­σει, ὅ­ταν ἦρ­θε νὰ κα­θί­σει στὴ δι­πλα­νὴ κού­νια. Κού­ρε­μα νε­ο­σύλ­λε­κτου. Ψη­λός, στη­τός, γε­ρο­δε­μέ­νος. Τὸν εἶ­χα ἐν­το­πί­σει ἀ­πὸ πρὶν ποὺ κα­θό­ταν στὸ παγ­κά­κι. Πὼς τὸν τρο­μά­ζαν τῶν παι­δι­ῶν οἱ φω­νὲς καὶ τα­ρα­ζό­ταν σύγ­κορ­μος σὰν νά ’­ταν σὲ πε­δί­ο μά­χης. Σὰν νά ’­χε ζή­σει βί­αι­ους θα­νά­τους. Σὰν νά ’­χε σκο­τώ­σει κοί­τα­ζε τὰ χέ­ρια του. Τώ­ρα ποὺ ὅ­λοι ἔ­χουν φύ­γει καὶ κου­νι­έ­ται μα­ζί μου στὴ δι­πλα­νὴ κού­νια, μοιά­ζει πιὸ ἤ­ρε­μος. Ποῦ νά ’­ξε­ρε ὁ κα­η­με­νού­λης ὅ­τι κι ἐ­γὼ μὲ ὑ­πη­ρε­σια­κὸ ση­μεί­ω­μα κυ­κλο­φο­ρῶ.


       Κου­νι­ό­μα­στε ἀρ­γά. Ὁ κα­θέ­νας στὶς δι­κές του σκέ­ψεις βυ­θι­σμέ­νος. Εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι πρὶν λί­γο και­ρό, ἴ­σως καὶ χθὲς ἀ­κό­μη, ὁ νέ­ος ἄν­τρας ποὺ κου­νι­έ­ται δί­πλα μου, βρι­σκό­ταν στὴ Συ­ρί­α. Ἔ­χουν πό­λε­μο ἐ­κεῖ. Δὲν ξέ­ρω πῶς. Ἁ­πλὰ εἶ­μαι σί­γου­ρη. Κα­θὼς κου­νι­έ­ται ψά­χνει στὸ τζά­κετ ποὺ φο­ρά­ει. Βγά­ζει ἕ­να πα­κέ­το τσι­γά­ρα.


       — Συ­γνώ­μη, μή­πως ἔ­χε­τε φω­τιά;

       — Ἔ­λα πά­ρε, ἀλ­λὰ ἄ­σε τὸ πλη­θυν­τι­κό. Πὲς πὼς μι­λᾶς στὴ μά­να σου.

       —  Ὄ­μορ­φη νύ­χτα.

       — Ναί, ὄ­μορ­φη καὶ ἥ­συ­χη.

       — Εἶ­ναι κα­λὴ ἡ ἡ­συ­χί­α, ὅ­ταν γυρ­νᾶς ἀ­πὸ τὴν κό­λα­ση.

       —  Καὶ χρή­σι­μη, ὅ­ταν εἶ­σαι μέ­σα της.

       —  Στὴν ἡ­συ­χί­α;

       —  Ὄ­χι ἀ­γό­ρι μου, στὴν κό­λα­ση.

       —  Εἶ­δα ἀν­θρώ­πους νὰ σκο­τώ­νον­ται. Ἔ­χω σκο­τώ­σει.

       —  Κι ἐ­γὼ τὸν θά­να­τό μου πε­ρι­μέ­νω.

       —  Πές μου, για­τί; Για­τί ὅ­λα αὐ­τά;

       —  Για­τί εἴ­μα­στε ἀρ­χά­ριοι, ἀ­γό­ρι μου. Γι’ αὐ­τό.


       Δὲν μι­λή­σα­με ἄλ­λο. Μεί­να­με ἐ­κεῖ, στὶς κού­νι­ες, ὣς ἀρ­γά. Κα­πνί­σα­με ὅ­σα τσι­γά­ρα ὑ­πῆρ­χαν στὰ πα­κέ­τα μας. Κι ὕ­στε­ρα πῆ­ρε ὁ κα­θέ­νας μας τὸν δρό­μο του πρὸς τὸν δι­κό του θά­να­το, ποὺ κά­που ἐ­κεῖ ἔ­ξω πε­ρί­με­νε νὰ μᾶς συ­ναν­τή­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου. Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρία.



		

	

Νίκος Τακόλας: Ἡ σιγὴ τῶν πουλιῶν

takolasnikos-isigitonpoulion-eikona-01


Νί­κος Τα­κό­λας


Ἡ σι­γὴ τῶν που­λι­ῶν


02-bitaΡΑΔΙΑΖΕ ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ. Οἱ τη­λε­ο­ρά­σεις ὠ­ρύ­ον­ταν, κό­βον­τας τὸ σού­ρου­πο μὲ μα­χαι­ρω­τὲς ἀν­ταύ­γει­ες. Τὰ πρό­σω­πα στοι­χι­σμέ­να στὶς πα­ράλ­λη­λες σι­ω­πές, στὰ νύ­χια τῶν Με­γά­λων Ἀ­δερ­φῶν. Μό­νος στὸ ἰ­σό­γει­ο μπαλ­κό­νι ὁ παπ­ποὺς προ­τι­μά­ει ἔ­ξω τὰ τα­ξί­δια, στὴν ἐν­δο­χώ­ρα.

         — Νύ­χτω­σε, τοῦ εἶ­πα κα­τ’ ἐν­το­λὴν τῆς βά­βως. Δὲ θά ΄ρθεις μέ­σα;

         — Σςς, μοῦ κά­νει αὐ­τός.

         Ὁ πα­λιὸς καὶ πα­νύ­ψη­λος φοί­νι­κας ἁ­πλω­νό­ταν σκι­ε­ρός, μὲ τὸ πε­λώ­ριο πε­ρί­γραμ­μά του νὰ κυ­ρια­ρχεῖ στὸ χῶ­ρο. Ὁ παπ­ποὺς ἔ­δει­χνε κά­τι νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ἕ­να ὁ­μα­δι­κὸ τι­τί­βι­σμα ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο. Εἶ­χαν κα­τα­φτά­σει σὲ ὁ­μά­δες οἱ νυ­κτε­ρι­νοὶ ἔ­νοι­κοι. Δε­κα­ο­χτοῦ­ρες, πε­ρι­στέ­ρια, σπουρ­γί­τια, με­ρι­κὰ ὠ­δι­κά, σπί­νοι καὶ καρ­δε­ρί­νες, ποὺ καὶ ποὺ κα­τέ­φτα­νε καὶ κα­μιὰ μι­κρὴ κου­κου­βά­για, κι ἀ­ριὰ καὶ ποὺ κά­νας γκι­ώ­νης. Τι­τί­βι­ζαν σὲ μιὰ πο­λυ­σύν­θε­τη με­λω­δι­κὴ συμ­φω­νί­α ζω­ῆς. Καὶ ὅ­σο τὸ σκο­τά­δι πύ­κνω­νε τὰ κε­λα­η­δή­μα­τα ἀ­ραί­ω­ναν, μέ­χρι ποὺ ἀ­κού­γον­ταν ἐ­λά­χι­στα πιά, ἀλ­λὰ ἀ­στα­μά­τη­τα. Τό­τε μιὰ φω­νὴ που­λιοῦ σὰν ξε­φω­νη­τό, σὰν χού­για­σμα δι­α­πέ­ρα­σε ὅ­λες τὶς ἄλ­λες. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν κά­ποι­ος Κα­νο­νάρ­χης, ποὺ σκόρ­πι­ζε ἕ­να ἰ­σχυ­ρὸ πρό­σταγ­μα, ἀ­φοῦ ἐ­πὶ ὥ­ρα ρύθ­μι­ζε τὸ ἰ­σο­κρά­τη­μα. Καὶ με­τὰ ἀπ’ αὐ­τὸ κα­νέ­νας ἄλ­λος ἦ­χος, οὔ­τε γουρ­γού­ρι­σμα, οὔ­τε τι­τί­βι­σμα, ἔ­ναρ­ξη ὕ­πνου, ἀ­πό­λυ­τη σι­γή. Ὁ παπ­ποὺς χα­μο­γέ­λα­σε. Ἔ­δει­ξε μὲ τὸ δά­χτυ­λο ἀ­πά­νω πρὸς τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ μὲ κοί­τα­ξε μὲ νό­η­μα, ὅ­σο ἐ­γὼ ἔ­δει­χνα ἀ­μή­χα­να πρὸς τὴ θέ­ση τοῦ τε­λευ­ταί­ου που­λιοῦ. Ὕ­στε­ρα μπή­κα­με μέ­σα!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Νί­κος Τα­κό­λας (Λά­ρι­σα). Σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος Μη­χα­νι­κός. Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρῶτο του βιβλίου: Το Κρυμμένο Αριστούργημα του Ζοζέφ Ινεμπράο (διηγήματα, ἐκδ. Ἕνεκεν, 2011).


Φω­τει­νὴ Βα­σι­λο­πού­λου: Στὴν πυ­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα


basilopouloufoteini-stinpyratouerota-eikona-04


Φω­τει­νὴ Βα­σι­λο­πού­λου

Στὴν πυ­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα


E-Epsilon-SomataΙΧΑ ΣΚΟΠΙΜΑ δι­α­λέ­ξει τὸ μέ­ρος. Νά ’­χει θέ­α. Ἂν ἔ­βλε­πα νὰ περ­νά­ει κά­τι πιὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, κά­τι πιὸ ἀρ­σε­νι­κὸ καὶ πιὸ με­γά­λο, θὰ τὸν πα­ρα­τοῦ­σα σύ­ξυ­λο. Κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ σύ­ξυ­λο, για­τὶ πά­νω σὲ μιὰ στοί­βα μὲ ξύ­λα τὸ κά­να­με. Ἦ­ταν ἕ­να παι­χνί­δι ρό­λων στὸν τό­πο καὶ στὸν χρό­νο γιὰ νὰ το­νώ­σου­με τὴν ἐ­ρω­τι­κή μας ζω­ή. Πυ­ρά. Κυ­νή­γι μα­γισ­σῶν. Ρου­έν. Με­σαί­ω­νας.

       Ὁ καυ­τὸς ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κος ἥ­λιος μὲ εἶ­χε βα­ρέ­σει κα­τα­κού­τε­λα μα­ζὶ καὶ οἱ ἑ­φτὰ μαρ­γα­ρί­τες ποὺ εἶ­χα κα­τε­βά­σει, ἀλ­λὰ πῶς θέ­λε­τε νὰ φτια­χτῶ; Μὲ ἀ­λό­η βέ­ρα;

       Ὁ δι­κός μου εἶ­χες ἄ­γρι­ες ὀ­ρέ­ξεις. Ἔλ­πι­ζα νὰ μὴν τὸ πα­ρα­κά­νει μὲ τὸ ψη­στή­ρι καὶ γί­νω πα­ρα­νά­λω­μα τοῦ πυ­ρὸς σὰν πραγ­μα­τι­κὴ μά­γισ­σα, για­τὶ σὺν τοῖς ἄλ­λοις εἶ­μαι ὑ­πέρ­μα­χος τῆς ὠ­μο­φα­γί­ας. Καὶ ὄ­χι μό­νο. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔ­χω ἐ­γὼ τὸ πά­νω χέ­ρι. Γι’ αὐ­τὸ ἤ­μουν σκυμ­μέ­νη στὰ τέσ­σε­ρα καὶ μὲ τὰ δυ­ό μου χέ­ρια κρα­τοῦ­σα κλει­σμέ­να τὰ μά­τια του. Τοῦ τὰ ’­σφιγ­γα τό­σο πο­λύ —τὰ μά­τια πάν­τα— ποὺ τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα τοῦ φαί­νον­ταν αἰ­ῶ­νες. Οἱ πιὸ σκο­τει­νοὶ αἰ­ῶ­νες ποὺ εἶ­χε ζή­σει ἢ θὰ ζοῦ­σε πο­τέ. Για­τί δὲν νο­εῖ­ται Με­σαί­ω­νας χω­ρὶς ἀ­πό­λυ­το σκο­τά­δι καὶ Σκο­τει­νοὺς Αἰ­ῶ­νες.

       Ἀλ­λὰ κι ἐ­γὼ εἶ­χα πιὸ ἄ­γρι­ες δι­α­θέ­σεις. Θὰ σὲ φά­ω, θὰ σὲ κα­τα­βρο­χθί­σω, τοῦ εἶ­πα ξε­κι­νών­τας τὰ προ­κα­ταρ­κτι­κά. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ ξε­κι­νῶ ἀ­πὸ ψη­λὰ ἀ­πὸ κε­ραί­ας καὶ με­τὰ νὰ κα­τε­βαί­νω χα­μη­λά. Πο­λὺ χα­μη­λά. Ἡ πτώ­ση καὶ ὁ ἐ­ξευ­τε­λι­σμὸς μὲ φτιά­χνουν, μ’ ἀ­νε­βά­ζουν ψη­λά, πο­λὺ ψη­λά. Μέ­χρι κε­ραί­ας ξα­νά, τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χα ἐ­ξα­φα­νί­σει ἀ­πὸ ὥ­ρα. Για­τί ἐ­γώ, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὶς ἄλ­λες, ποὺ ἄλ­λα ὑ­πό­σχον­ται καὶ ἄλ­λα κά­νουν, κρα­τῶ τὸν λό­γο μου. Σὲ λί­γο, πα­ρὰ τὶς ἔν­το­μες δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες του, κα­τα­βρό­χθι­σα καὶ τὸν ὑ­πό­λοι­πο. Τὸ κε­φά­λι, τὰ φτε­ρά, τὸν θώ­ρα­κα, τὴν κοι­λιά. Ὅ­λα ἐ­κτὸς ἀπ’ τὸ κεν­τρί του. Μό­νο τὸ κεν­τρὶ του ἀ­πό­με­νε νὰ κου­νι­έ­ται μέ­σα μου.

       Μὴν κου­νι­έ­σαι μω­ρό μου, —κεν­τρί μου ἤ­θε­λα νὰ πῶ— τε­λει­ώ­νω. Ναί, ὅ­που νά ’­ναι τε­λει­ώ­νω. Μὴν κου­νι­έ­σαι! Δὲν πρό­κει­ται νὰ μοῦ ξε­φύ­γεις. Ἐ­ξάλ­λου, ἐ­σὺ ξε­κί­νη­σες τὴν κου­βέν­τα γιὰ ἀ­πο­γό­νους. Καὶ τό ’­ξε­ρες ὅ­τι γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη γε­νιὰ χρει­ά­ζο­μαι πρω­τε­ΐ­νες, μπό­λι­κες πρω­τε­ΐ­νες. Τί νὰ κά­νου­με; Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μοί­ρα τοῦ εἴ­δους μας. Δὲ φταί­ω ἐ­γὼ ποὺ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὠ­μο­φά­γος εἶ­μαι καὶ ὁ­μο­φά­γος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Τὸ πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).



		

	

Γιάννης Μανέτας: Ἕνας παράξενος απόφοιτος

manetasgiannis-enasparaksenosapofoitos-eikona-02


Γιά­ννης Μα­νέ­τας


Ἕ­νας πα­ρά­ξε­νος ἀ­πό­φοι­τος


04-omikron ΝΕΑΡΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΟΣ τῆς τά­ξης τοῦ 2030 ἦ­ταν κά­πως ἰ­δι­ό­τρο­πος. Ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὰ μι­σό­λο­γα με­ρι­κῶν ἐκ­κεν­τρι­κῶν κα­θη­γη­τῶν του, ποὺ ἂν καὶ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι, ἔ­με­ναν κα­θη­λω­μέ­νοι χα­μη­λὰ στὴν ἱ­ε­ραρ­χι­κὴ βαθ­μί­δα, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ μὴν ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ συρ­μό, ὅ­πως αὐ­τὸς δι­α­μορ­φω­νό­ταν ἀ­πὸ τοὺς μά­να­τζερ τῶν ἑ­ται­ρει­ῶν, ποὺ εἶ­χαν κα­τα­κλύ­σει τὸ πα­νε­πι­στή­μιο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συμ­φοι­τη­τές του ἐκ­στα­σι­ά­ζον­ταν στὴν προ­ο­πτι­κὴ νὰ κά­νουν δι­δα­κτο­ρι­κὸ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τῆς «Immortality S&A» ἢ τῆς «Hale after 100 R&D», στὰ ἰ­δι­ό­κτη­τα ἐρ­γα­στή­ριά τους. Ἀ­πο­μό­νω­ση βέ­βαι­α, σὰν φυ­λα­κὴ πο­λυ­τε­λεί­ας ἦ­ταν αὐ­τὰ τὰ νη­σά­κια, ποὺ εἶ­χαν ἐ­πι­τα­χτεῖ καὶ ἐκ­κε­νω­θεῖ γιὰ νὰ γί­νουν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πάρ­κα, ὡ­στό­σο ὑ­πῆρ­χε ἄ­νε­ση, ἀ­σφά­λεια καί, τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, σί­γου­ρη ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση. Καὶ αὐ­τὸ για­τί τὸ προσ­δό­κι­μο ἐ­πι­βί­ω­σης στὰ κα­λῶς φυ­λασ­σό­με­να γκέ­το πο­λυ­τε­λεί­ας τῶν βο­ρεί­ων προ­α­στί­ων τῆς πρω­τεύ­ου­σας εἶ­χε ἀ­νέ­βει ἀρ­κε­τά, καὶ ἕ­να σω­ρὸ χού­φτα­λα ἦ­σαν δι­α­τε­θει­μέ­να νὰ πλη­ρώ­σουν ὅ­σο-ὅ­σο γιὰ τὰ χά­πια τῆς ψευ­δαί­σθη­σης. Νὰ φαί­νον­ται λί­γο πιὸ κο­τσο­νά­τοι, τὶς ἐ­λά­χι­στες ἔ­στω ὧ­ρες, ποὺ μπο­ροῦ­σαν φρου­ρού­με­νοι νὰ ξε­μυ­τί­σουν ἀ­πὸ τὸ κά­στρο. Ὁ ἰ­δι­ό­τρο­πος ἀ­πό­φοι­τος κα­τέ­βη­κε μὲ προ­φυ­λά­ξεις τὰ σκα­λιὰ τοῦ τρί­του ὑ­πο­γεί­ου, ὅ­που καὶ τὰ γρα­φεῖ­α τῶν νε­ο-Λου­δι­τῶν, ὅ­πως τοὺς ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν μὲ χλευα­σμὸ καὶ πε­ρι­φρό­νη­ση οἱ ἄλ­λοι κα­θη­γη­τές. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί ση­μαί­νει ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς καὶ για­τὶ ταί­ρια­ζε σὲ αὐ­τὰ τὰ συμ­πα­θῆ γε­ρον­τά­κια. Ἤ­ξε­ρε ὅ­μως ὅ­τι γιὰ νὰ κα­τέ­βεις στὸ ὑ­πό­γει­ο ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­φή­σεις τὴν ἔ­παρ­ση καὶ τὶς ἐ­ξυ­πνά­δες στὸ ἀ­νώ­γει­ο.

         «Θὰ ἤ­θε­λα νὰ με­λε­τή­σω ἕ­να φυ­σι­κὸ οἰ­κο­σύ­στη­μα» εἶ­πε δει­λά.

         «Δὲν ὑ­πάρ­χουν πιὰ φυ­σι­κὰ οἰ­κο­συ­στή­μα­τα, γι­έ μου» ἀ­πάν­τη­σε μὲ κά­ποι­α πι­κρό­χο­λη νο­σταλ­γί­α.

         «Τό­τε, ποι­ό οἰ­κο­σύ­στη­μα νο­μί­ζε­τε ὅ­τι θὰ εἶ­χε ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον;»

         Τὰ μά­τια τοῦ κα­θη­γη­τὴ ἔ­λαμ­ψαν.

         «Τὸ γκέ­το τοῦ κέν­τρου, δὲν ξέ­ρω ὅ­μως ἂν θὰ εἶ­ναι γιὰ τὸ κα­λὸ ἢ τὸ κα­κό.»

         «Καὶ τί μπο­ρῶ νὰ κά­νω ἐ­κεῖ;»

         «Νὰ μὲ βο­η­θή­σεις γι­έ μου. Με­λε­τά­ω τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ συ­νω­στι­σμοῦ, τῆς στέ­ρη­σης καὶ τῆς βί­αι­ης κα­τα­στο­λῆς στὶς ὁρ­μό­νες τῆς ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τας καὶ τῆς ἀ­πά­θειας.»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μό­σι­ευ­ση.

Γιά­ννης Μα­νέ­τας (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε φυ­σι­ο­γνω­σί­α καὶ γε­ω­γρα­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας, πῆ­ρε δι­δα­κτο­ρι­κὸ Βι­ο­λο­γι­κῶν Ε­πι­στη­μῶν ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πά­τρας. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ ἴ­διο πα­νε­πι­στή­μιο ἀ­πό τὸ 1978 ἕ­ως σή­με­ρα. Ἐ­ξε­λέ­γη κα­θη­γη­τής Φυ­σι­ο­λο­γί­ας Φυ­τῶν τὸ 1993. Συ­νερ­γά­στη­κε ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ μὲ τὸν Δη­μό­κρι­το, τὸν Πει­ρα­μα­τι­κὸ Σταθ­μὸ «Abisco» τῆς Λα­πω­νί­ας κ.ἄ.

Corrado Farina (Κορ­ράν­το Φα­ρί­να): Συ­νέν­τευ­ξη μὲ τὸν Ντί­νο Μπου­τζά­τι


L'ecrivain et journaliste italien Dino Buzzati (1906-1972) a Cervinia 1954 Neg:B70379PL --- Italian journalist and writer Dino Buzzati (1906-1972) in Cervinia 1954

L’ecrivain et journaliste italien Dino Buzzati (1906-1972) a Cervinia 1954  — Italian journalist and writer Dino Buzzati (1906-1972) in Cervinia 1954


Corrado Farina (Κορ­ράν­το Φα­ρί­να)


Συ­νέν­τευ­ξη μὲ τὸν Ντί­νο Μπου­τζά­τι

(Interviste Dino Buzzati)


02-piΕΡΑΣΑΝ πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα ποὺ πῆ­γα νὰ βρῶ τὸν Ντί­νο Μπου­τζά­τι γιὰ νὰ τὸν ρω­τή­σω ἂν ἤ­θε­λε νὰ γυ­ρί­σου­με μιὰ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους γιὰ τὸν ἴ­διο. Μοῦ τὸν εἴ­χα­νε πε­ρι­γρά­ψει ὡς ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο, δύ­στρο­πο καὶ ἀ­πό­το­μο. Ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, μοῦ φά­νη­κε τὸ σπί­τι του, κα­τά­με­στο ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἑ­τε­ρό­κλι­τα ἀν­τι­κεί­με­να καὶ κα­λυμ­μέ­νο, στοὺς τοί­χους καὶ τὴ σο­φί­τα, ἀ­πὸ πί­να­κες ὅ­λων των δι­α­στά­σε­ων καὶ ὅ­λων των εἰ­δῶν – με­ρι­κοὶ πο­λὺ ἄ­σχη­μοι, ἄλ­λοι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὄ­μορ­φοι. Πε­ρι­έρ­γως, στὸν ἄν­θρω­πο αὐ­τὸ εἶ­δα μό­νο μιὰ κά­ποι­α δυ­σπι­στί­α ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε μό­λις δι­α­πι­στώ­σα­με —καὶ δὲ μᾶς πῆ­ρε πο­λὺ χρό­νο— ὅ­τι ἀ­γα­πού­σα­με τὰ ἴ­δια βι­βλί­α, τοὺς ἴ­διους ζω­γρά­φους, τὰ ἴ­δια πράγ­μα­τα…

       Ἀ­φοῦ ἔ­πε­σε αὐ­τὴ ἡ προ­στα­τευ­τι­κὴ μά­σκα —ποὺ ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι πη­γά­ζει ἀ­πὸ μιὰ ἔμ­φυ­τη ντρο­πα­λό­τη­τα— ἔ­μει­νε μό­νο ἕ­νας με­σή­λι­κας κύ­ριος, εὐ­γε­νέ­στα­τος, φι­λι­κός, ποὺ τὸ ντύ­σι­μό του, ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά του, ἀ­κό­μα καὶ ὁ τρό­πος ποὺ μι­λοῦ­σε ἦ­ταν, πε­ρι­έρ­γως, ντε­μον­τέ. Ἕ­νας κύ­ριος μὲ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κοὺς τρό­πους, πο­λὺ μον­τα­νελ­λιά­νο, πο­λὺ «Κορ­ρι­έ­ρε ντὲ λὰ Σέ­ρα» πα­λιᾶς κο­πῆς, γιὰ νὰ συ­νεν­νο­ού­μα­στε· τό­σο, ποὺ νὰ μοῦ μι­λά­ει, σ’ ἐ­μέ­να, ποὺ ἤ­μουν πο­λὺ νε­ό­τε­ρος ἀπ΄ αὐ­τόν, στὸν ἑ­νι­κό.

       Τὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους τὴν γύ­ρι­σα, ἀλ­λά, δυ­στυ­χῶς, δὲν εὐ­δό­κη­σε νὰ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­λύ­τε­ρα πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χω κά­νει, ἔ­τσι ὥ­στε ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα προ­σπα­θῶ νὰ τὴ δεί­χνω ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν λι­γό­τε­ρο. Ὡ­στό­σο, ἴ­σως ἀ­ξί­ζει τὸν κό­πο νὰ ξα­να­κού­σου­με καὶ νὰ με­τα­γρά­ψου­με με­ρι­κὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ μιὰ ται­νί­α ἠ­χο­γρα­φη­μέ­νη σὲ κεί­νη τὴν πε­ρί­στα­ση, κομ­μά­τια ἀ­πὸ τὴ συ­νο­μι­λί­α ποὺ ἔ­μει­ναν ἀ­ναλ­λοί­ω­τα καὶ ξα­να­ζων­τα­νεύ­ουν τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν καλ­λι­τέ­χνη.


***


Μι­λών­τας γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του


ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ ἔρ­γο ἑ­νὸς συγ­γρα­φέ­α δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ γί­νον­ται ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν συγ­γρα­φέ­α. Ὅ­ταν μὲ ρω­τοῦν ποι­ό εἶ­ναι τὸ κύ­ριο θέ­μα μου, δὲν ξέ­ρω νὰ πῶ ποι­ό εἶ­ναι. Αὐ­τὸ πρέ­πει νὰ τὸ πεῖ­τε ἐ­σεῖς. Για­τί, συ­νή­θως, ὁ καλ­λι­τέ­χνης (θε­έ μου! ἡ λέ­ξη καλ­λι­τέ­χνης κρύ­βει πάν­τα μέ­σα της μιὰ κά­ποι­α ἔ­παρ­ση) πι­στεύ­ει ὅ­τι κά­νει κά­τι, εἶ­ναι πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι κά­νει κά­τι, κι ὕ­στε­ρα γεν­νι­έ­ται κά­τι ἄλ­λο ποὺ εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κό, δὲν ξέ­ρω κα­τὰ πό­σο γί­νο­μαι κα­τα­νο­η­τός. Γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο, ἡ ἑρ­μη­νεί­α, ὄ­χι μό­νο ἡ ἑρ­μη­νεί­α, ἀλ­λὰ καὶ ἡ πε­ρι­γρα­φή, ὁ ἀ­κρι­βὴς ὁ­ρι­σμὸς ἑ­νὸς ἔρ­γου, πρέ­πει νὰ δί­νε­ται ἀ­πὸ ἐ­σᾶς, ὄ­χι ἀπ΄τὸν δη­μι­ουρ­γό.


Τὸ σπί­τι στὸ Μπε­λλοῦ­νο


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-02ΔΕΝ ΖΟΥΣΑ στὸ Μπελ­λοῦ­νο ἀ­πὸ μι­κρός, ζοῦ­σα πάν­τα στὸ Μι­λά­νο· γεν­νή­θη­κα σὲ δι­α­κο­πές, μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νείς. Τὸ σπί­τι στὸ Μπελλοῦ­νο εἶ­ναι ἕ­να σπί­τι ποὺ βρί­σκε­ται πε­ρί­που ἑ­νά­μι­σι χι­λι­ό­με­τρο ἀπ΄ τὴν πό­λη τοῦ Μπελ­λοῦ­νο, ποὺ σή­με­ρα σι­γὰ-σι­γὰ θὰ τὴν κα­τα­πι­εῖ ἡ πό­λη ποὺ ἐ­πε­κτεί­νε­ται πά­νω στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ ὄ­χθη τοῦ Πιά­βε. Σὲ κεῖ­νο τὸ σπί­τι, ποὺ κά­πο­τε ἦ­ταν ἐ­ξο­χι­κὸ (ὄ­χι πιὰ σή­με­ρα, ἀ­φοῦ τὰ σπί­τια ἀρ­χί­ζουν νὰ πλη­σιά­ζουν), μέ­να­με πε­ρί­που τρεῖς μῆ­νες τὸ χρό­νο, για­τὶ ὁ πα­τέ­ρας μου ἦ­ταν, οὐ­σι­α­στι­κά, κα­θη­γη­τὴς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ δι­και­οῦ­ταν τρεῖς μῆ­νες δι­α­κο­πῶν. Καὶ εἶ­ναι λο­γι­κὸ —ἢ, του­λά­χι­στον, σύ­νη­θες— οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὰ παι­δι­κά μου χρό­νια σὲ κεῖ­να τὰ μέ­ρη νὰ εἶ­ναι οἱ πιὸ δυ­να­τὲς ποὺ ἀ­πό­χτη­σα στὴ ζω­ή μου… καὶ οἱ πιὸ χα­ρού­με­νες, κα­τὰ βά­θος.

       Στὴ διά­ρκεια τοῦ πρώ­του παγ­κο­σμί­ου πο­λέ­μου αὐ­τὸ τὸ σπί­τι λε­η­λα­τή­θη­κε ἐν­τε­λῶς καὶ εἶ­χαν μεί­νει μό­νο οἱ τοῖ­χοι. Παρ΄ ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­φοῦ πρῶ­τα δι­α­κο­σμή­θη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα ἔ­πι­πλα πιὸ ἁ­πλῆς φόρ­μας, δι­α­τή­ρη­σε — καὶ ἀ­κό­μα δι­α­τη­ρεῖ— αὐ­τὴ τὴ μα­γι­κὴ δύ­να­μη ποὺ αἰ­σθα­νό­μουν ἀ­πὸ παι­δί. Ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα, τὸ ὁ­μο­λο­γῶ, ὅ­ταν πη­γαί­νω ἐ­κεῖ, ἰ­δι­αί­τε­ρα σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­στά­σεις, ὁ­ρι­σμέ­νες ὧ­ρες, αἰ­σθά­νο­μαι ἀ­κό­μα αὐ­τὸν τὸν ἀ­έ­ρα, αὐ­τὴν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ εἶ­χα βι­ώ­σει, καὶ ποὺ τὴν εἶ­χα κά­νει δι­κή μου, ὅ­ταν ἤ­μουν παι­δί.

 

Τὰ βου­νά


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-03ΑΠΟ ΠΑΙΔΙ εἶ­χα ἕ­να εἶ­δος φο­βε­ροῦ πά­θους γιὰ τὰ βου­νά· τό­σο ὥ­στε νὰ κλαί­ω τὶς νύ­χτες, ὅ­ταν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ πά­ω. Ἔ­κλαι­γα νύ­χτες ὁ­λό­κλη­ρες. Ἀρ­γό­τε­ρα ἄρ­χι­σα νὰ πη­γαί­νω. Πο­τὲ δὲν ὑ­πῆρ­ξα με­γά­λος ἀλ­πι­νι­στής, ὡ­στό­σο ἀ­ναρ­ρι­χή­θη­κα πο­λύ, στὴν ἀρ­χὴ μὲ φί­λους, με­τὰ μὲ ὁ­δη­γούς, ἀ­κό­μα καὶ μὲ κεί­νους ποὺ βαθ­μο­λο­γοῦν­ται μὲ ἑ­πτὰ στὴν κλί­μα­κα ἐ­πι­κιν­δυ­νό­τη­τας τῆς ἀ­ναρ­ρί­χη­σης καὶ κα­τά­γον­ταν ἀ­πὸ τὸ Μπε­λ­λοῦ­νο, ὅ­που καὶ ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πυ­ρή­νας τέ­τοι­ων ἀ­ξι­ό­λο­γων καὶ ση­μαν­τι­κῶν ἀλ­πι­νι­στῶν στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ΄20 καὶ τοῦ ΄30.

       Τώ­ρα γιὰ νὰ πῶ πό­σες ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ἀ­να­μνή­σεις ἔ­χουν μεί­νει στὰ γρα­πτά μου, θὰ χρει­α­ζό­ταν νὰ ἀ­να­τρέ­ξω σὲ ὅ­λα μου τὰ βι­βλί­α ἕ­να πρὸς ἕ­να.

       Τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Ὁ Μπάρ­ναμ­πο τῶν βου­νῶν (Bar­na­bo del­le mon­ta­gne), εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ δα­σο­φύ­λα­κες ποὺ ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται σὲ μιὰ πε­ρι­ο­χὴ δο­λο­μι­τι­κῶν βου­νῶν ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χουν. Αὐ­τὸς ὁ Μπάρ­ναμ­πο ἔ­χει κα­θα­ρὲς ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὰ βου­νά, ἀλ­λὰ ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τὰ τὰ βου­νά; Θά ΄λε­γα ὄ­χι οἱ πο­λὺ ψη­λοὶ Δο­λο­μί­τες, οἱ πλα­γι­ὲς τύ­που Τσι­βέτ­τα (Ci­vet­ta), τύ­που Πέλ­μο (Pel­mo). Ὄ­χι. Μᾶλ­λον βου­νά… πῶς νὰ τὰ ποῦ­με; Ὅ­πως τὰ βου­νὰ ποὺ βρί­σκον­ται στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ ὄ­χθη τοῦ Πιά­βε, ἡ ὁ­ρο­σει­ρὰ ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Μον­φαλ­κό­νε ντὶ Τό­ρο (Μon­­fal­­co­­ne di To­ro), ποὺ βρί­σκε­ται οὐ­σι­α­στι­κὰ πά­νω ἀ­πὸ τὸ Κα­λάλ­τσο (Ca­­lal­­zo), ἀ­να­το­λι­κὰ τοῦ Κα­λάλ­τσο: ὁ­ρο­σει­ρὰ ποὺ σή­με­ρα ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρο κό­σμο, ἐπειδὴ ὑ­πάρ­χουν πιὸ πολ­λὰ κα­τα­φύ­για. Τό­τε ποὺ πή­γαι­να ἐ­γὼ —δη­λα­δὴ τὸ ΄29 καὶ τὸ ΄30— πο­λὺ λί­γος κό­σμος πή­γαι­νε ἐ­κεῖ, στὴν οὐ­σί­α ἦ­ταν μιὰ ὁ­ρο­σει­ρὰ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νη.

       Τὸ δεύ­τε­ρο βι­βλί­ο ὀ­νο­μα­ζό­ταν: Τὸ μυ­στι­κὸ τοῦ Γέ­ρι­κου Δά­σους (Il Se­gre­­to del Bos­co Vec­chio) καὶ ἀ­να­φε­ρό­ταν σὲ ἕ­να δά­σος στὸ βου­νό, ἀλ­λὰ τὰ βου­νὰ δὲν ἔ­παι­ζαν κα­νέ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο ρό­λο. Ἀν­τί­θε­τα τὸ δά­σος εἶ­χε ση­μα­σία. Αὐ­τὸ τὸ φαν­τα­στι­κὸ δά­σος ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες μου; Ὄ­χι. Θά ΄λε­γα ὄ­χι. Βέ­βαι­α, οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὰ δά­ση ποὺ δι­έ­σχι­σα γιὰ νὰ βρε­θῶ στὰ βου­νά, οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὰ βου­νὰ καὶ τὶς κοι­λά­δες, συσ­σω­ρεύ­ον­ται στὴν μνή­μη καὶ εἶ­ναι φυ­σι­κὸ νὰ ἐ­ξά­γεις ἀ­πὸ αὐ­τὴν κά­τι και­νούρ­γιο, ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ κά­ποι­α συγ­κε­κρι­μέ­νη το­πο­θε­σί­α.

       Μιὰ ἀ­σα­φῆ το­πο­γρα­φι­κὴ ἀ­να­φο­ρά, στὴν οὐ­σί­α ἡ αἴ­σθη­ση, ἡ ἰ­δέ­α ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­ρή­μου τοῦ βορ­ρᾶ ποὺ ἁ­πλω­νό­ταν στὰ ρι­ζὰ τοῦ φρου­ρί­ου Μπα­στιά­νη —φρού­ριο ποὺ βρι­σκό­ταν πά­νω σ΄ ἕ­να πέ­ρα­σμα ἀ­νά­με­σά σε κρη­μνώ­δη βου­νά— μοῦ ἦρ­θε στὸ μυα­λὸ ἀ­πὸ τὴν εἰ­κό­να τῆς πε­διά­δας τοῦ βορ­ρᾶ, ποὺ φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν Δο­λο­μι­τῶν τοῦ Σέ­στο (Do­lo­mi­ti di Ses­to), ὅ­πως ἡ κο­ρυ­φὴ Κρόν­τα Ρόσ­σα ντὶ Σέ­στο (Cro­da Ros­sa di se­sto), ἡ Κρόν­τα ντέι Τρὲ Σκά­πε­ρι (Cro­da dei Tre Sca­pe­ri), ἡ Κο­ρυ­φὴ 11 (Ci­ma 11). Στὴν κο­ρυ­φὴ Κρόν­τα ντέι τρὲ Σκά­πε­ρι πή­γαι­να ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἤ­μουν πο­λὺ νε­α­ρός: πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς κο­ρυ­φές, ἀ­πὸ κά­τω, ὑ­πάρ­χει ἡ κοι­λά­δα Που­στέ­ρια (Pu­ste­ria), με­τὰ ἕ­νας λό­φος, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ μι­κροὺς πρά­σι­νους λό­φους ποὺ ση­κώ­νον­ται ὁ­μα­λά, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι ψη­λοὶ κι ἀ­μέ­σως με­τὰ ἐ­κεί­νη ἡ πε­διά­δα, ἢ κα­λύ­τε­ρα μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι πε­διά­δα, ποὺ χά­νε­ται μέ­σα στὴν κα­τα­χνιὰ καὶ τὶς ὁ­μί­χλες τοῦ βορ­ρᾶ.


Ὁ χρό­νος κι ὁ θά­να­τος


Η ΑΙΣΘΗΣΗ τοῦ ἀ­με­τα­κί­νη­του χρό­νου δὲν εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ πῶ ἀ­πὸ ποῦ προ­έρ­χε­ται, εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἐ­φιά­λτη, μιὰ ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α, ἕ­να ἐ­πί­μο­νο συ­ναί­σθη­μα ποὺ ἄρ­χι­σα νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ἀ­πὸ παι­δί. Ποῦ νὰ ξέ­ρω ἀ­πὸ ποῦ προ­έρ­χε­ται; Κα­τὰ βά­θος εἶ­ναι ἕ­να ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τῆς ζω­ῆς, ἕ­να θε­με­λι­ῶ­δες συ­στα­τι­κό της ζω­ῆς.

       Θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ τό­τε ἀ­κό­μη ποὺ ἤ­μουν μι­κρός, ὅ­ταν ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ κά­τι… Τέ­λει­ω­νε μιὰ χρο­νι­κὴ πε­ρί­ο­δος, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν ἔκλεινε τὸ σχο­λεῖ­ο κι ἤ­μουν χα­ρού­με­νος, καὶ τὴν ἴ­δια στιγμὴ εἶ­χα αὐ­τὴν τὴν αἴ­σθη­ση γιὰ κά­τι ποὺ τέ­λει­ω­νε μιὰ γιὰ πάν­τα, ποὺ δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πα­να­λη­φθεῖ πο­τέ.

       Τώ­ρα μὲ ρω­τᾶ­τε γιὰ τὸν θά­να­το – τὸν εἶ­χα ρω­τή­σει, φυ­σι­κά, για­τί αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­ταν τό­σο συ­χνὰ στὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό του ἔρ­γο. Ἀ­ναμ­φί­βο­λα αὐ­τὴ ἦ­ταν πάν­τα μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἐμ­μο­νές μου: ὁ χρό­νος ποὺ φεύ­γει καὶ ὁ θά­να­τος πού, ἀ­να­πό­φευ­κτα, πλη­σιά­ζει. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κυ­ρί­ως κα­θὼς ἡ ζω­ὴ προ­χω­ροῦ­σε, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα ποὺ μὲ ἐ­ξέ­πλητ­τε­ ἦ­ταν ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι ζοῦ­σαν σὰ νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χε κὰν ὁ θά­να­τος.

       Γε­νι­κὰ ὅ­λοι πάν­τα μὲ ἐ­πέ­πλητ­ταν: «Θε­έ μου, συ­νε­χί­ζεις ἀ­κό­μη νὰ γρά­φεις γιὰ τὸ θά­να­το, γρά­ψε καὶ γιὰ κά­τι ἄλ­λο.» Μὰ στὴν οὐ­σί­α αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ζη­τού­με­νο, τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ θέ­μα ποὺ ὑ­πάρ­χει, νο­μί­ζω, ἀ­πὸ καλ­λι­τε­χνι­κὴ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὴ σκο­πιά. Χω­ρὶς ἄλ­λο, μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νεὶς ὅ­τι εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ θέ­μα ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α. Τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ὅ­λων.

       Τώ­ρα, πράγ­μα­τι, γρά­φω ἕ­να βι­βλί­ο – μὰ δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου ἕ­να φι­λο­σο­φι­κὸ δο­κί­μιο, πρὸς θε­οῦ! Εἶ­ναι ἕ­να ἀ­φή­γη­μα – ὅ­που ὁ θά­να­τος εἶ­ναι τὸ βα­σι­κὸ θέ­μα. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα ποὺ θὰ μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ νὰ ἐκ­φρά­σω εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­λυ­τη βλα­κεί­α τῆς πλει­ο­νό­τη­τας τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ζοῦν (μι­λῶ γιὰ τὸν δυ­τι­κὸ κό­σμο ὅ­που ζῶ κι ἐ­γώ) λὲς κι ὁ θά­να­τος δὲν θὰ τοὺς βρεῖ πο­τέ.

       Βλέ­πω, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀν­θρώ­πους μιᾶς κά­ποι­ας ἡ­λι­κί­ας, ἀν­θρώ­πους μὲ ἀ­σπρι­σμέ­να τὰ μαλ­λιά τους καὶ μὲ τὸ ἕ­να πό­δι στὸν τά­φο, ποὺ ἀ­κό­μα τοὺς ἀ­πα­σχο­λεῖ τὸ μέλ­λον, τοὺς ἀ­πα­σχο­λοῦν οἱ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, βα­σα­νί­ζον­ται για­τὶ δὲν ἔ­χουν πά­ρει ἕ­ναν ἔ­παι­νο, για­τὶ οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες δὲν ἀ­να­φέ­ρουν τὸ ὄ­νο­μά τους… – ὅ­ταν με­τὰ πε­θαί­νουν, ὑ­πάρ­χουν στιγ­μὲς ποὺ σοῦ ΄ρχε­ται νὰ γε­λά­σεις. Ἴ­σως εἶ­ναι σκλη­ρό, ὡ­στό­σο σοῦ ΄ρχε­ται νὰ γε­λά­σεις. Γύ­ρω μου συ­νέ­βη­σαν πε­ρι­στα­τι­κὰ ἐν­τε­λῶς γε­λοῖα ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους (μι­λῶ γιὰ συγ­γρα­φεῖς, δη­μο­σι­ο­γρά­φους…) ποὺ ἀ­πο­τα­μί­ευ­αν χρή­μα­τα, τὰ ἐ­πέν­δυ­αν μὲ ἀ­συ­νή­θι­στη κα­πα­τσο­σύ­νη, ἔ­παιρ­ναν πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὸ χρη­μα­τι­στή­ριο καὶ τὴν ἀ­γο­ρὰ ἀ­κι­νή­των, ἐ­πέν­δυ­αν σὲ πί­να­κες ζω­γρα­φι­κῆς, κι ὅ­λα αὐ­τὰ γιὰ τὸ μέλ­λον τους, γιὰ νὰ ἔ­χουν ἥ­συ­χα καὶ ἄ­νε­τα γη­ρα­τειά… – κι ὕ­στε­ρα τοὺς ἔ­πι­α­νε ἕ­να βη­χα­λά­κι, ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἕ­να για­τρὸ καὶ με­τὰ δε­κα­πέν­τε μέ­ρες ἦ­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα. Λοι­πόν; Λοι­πόν, ἄν σοῦ ΄ρχε­ται νὰ γε­λά­σεις, εἶ­ναι κι αὐ­τὸ ἀν­θρώ­πι­νο… αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο.

       Φυ­σι­κά, ἀ­να­φέ­ρο­μαι στὸ θά­να­το χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀλ­λη­γο­ρί­ες, καὶ γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο —στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων— ὁ κό­σμος δὲν κα­τα­λα­βαί­νει.

       Πρό­σφα­τα ἔ­γρα­ψα ἕ­να βι­βλί­ο… ὄ­χι, ἕ­να δι­ή­γη­μα ποὺ τὸ δη­μο­σί­ευ­σε ἡ Corriere della sera, καὶ ποὺ ὀ­νο­μα­ζό­ταν, νο­μί­ζω, «Μιὰ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὴ ἐ­πί­σκε­ψη» («Una visita sconcertante»). Τὸν τί­τλο δὲν τὸν βά­ζω ἐ­γώ – ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς τὸν ἀλ­λά­ζουν στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Οὐ­σι­α­στι­κὰ ἦ­ταν ὁ ἀγ­γε­λι­ο­φό­ρος ποὺ φέρ­νει τὸ προ­άγ­γελ­μα τοῦ θα­νά­του· ἔ­λα­βα δυ­ὸ-τρί­α γράμ­μα­τα ἀ­πὸ τὸν κό­σμο ποὺ ἔ­λε­γαν: «Μά, τί πά­ει νὰ πεῖ αὐ­τό, τί ση­μαί­νει;». Εἶ­ναι ἄλ­λη μιὰ ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος δὲν σκέ­φτε­ται κα­θό­λου τὸ θά­να­το, λὲς κι εἶ­ναι κά­τι ξέ­νο πρὸς τὸ πε­πρω­μέ­νο του. Για­τὶ ἂν αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι στὶς ἐ­πι­στο­λές, ποὺ κρί­νον­τας ἀ­πὸ τὰ συμ­φρα­ζό­με­να πρέ­πει νὰ εἶ­ναι κά­ποι­ας ἡ­λι­κί­ας, ἂν πραγ­μα­τι­κὰ εἶ­χαν τὴν ἰ­δέ­α τοῦ θα­νά­του, ὅ­πως ὅ­λοι θά ΄πρε­πε νὰ ἔ­χουν… ὡ­στό­σο, ὄ­χι μὲ τὴν μορ­φὴ φό­βου, ἐ­φιά­λτη, ἀλ­λὰ μὲ τὴν μορ­φὴ τῆς ἐ­πί­γνω­σης. Πι­στεύ­ω ὅ­τι σὲ ὁ­ρι­σμέ­να μέ­ρη τῆς ἀ­να­το­λῆς ὑ­πάρ­χει πιὸ πο­λὺ ἡ συ­νεί­δη­ση τοῦ θα­νά­του ἀ­πὸ ὅ­τι σὲ μᾶς ἐ­δῶ, κι ὅ­τι ὁ θά­να­τος τρο­μο­κρα­τεῖ λι­γό­τε­ρο.

       Ὅ­ταν τὸν σκέ­φτε­ται κα­νεὶς ὅ­λη του τὴ ζω­ή, κά­ποι­α στιγ­μὴ φτάνει, καὶ ἴ­σως θά ΄πρε­πε νὰ τὸν φο­βᾶ­ται, ὅ­πως ἐ­γώ. Σὲ μᾶς, ἀν­τι­θέ­τως, κά­θε φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τᾶ κα­νεὶς τὸ θά­να­το, μοιά­ζει σὰν νὰ γκρε­μί­ζε­ται ὁ κό­σμος γύ­ρω του, σὰν νὰ συ­ναν­τᾶ κά­τι ἐν­τε­λῶς ἀ­προσ­δό­κη­το, μιὰ τρο­με­ρὴ ἀ­δι­κία, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὅ­τι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δυ­ὸ μέ­ρες ὅ­λοι εἶ­ναι τό­σο κα­θη­συ­χα­σμέ­νοι, ὅ­σο ἦταν καὶ πρὶν νὰ συμ­βεῖ. Πράγ­μα­τι, κά­τι ἄλ­λο ὑ­περ­βο­λι­κὰ γε­λοῖ­ο σὲ μᾶς σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θά­να­το εἶ­ναι ὅ­τι, ὅ­ταν κά­ποι­ος πε­θαί­νει, πρό­κει­ται γιὰ τρα­γω­δί­α, θρῆ­νο, ἀ­πελ­πι­σί­α, τέλος τῶν πάντων κλπ. – περ­νᾶ­νε εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις ὧ­ρες κι ὅ­λα γί­νον­ται ὅ­πως πρίν, ὅ­λοι ἀ­δι­α­φο­ροῦν.

 

Τὸ φαν­τα­στι­κό

 

12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-04ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙΑ ΜΟΥ πε­ποί­θη­ση —εὐ­τυ­χῶς, δὲ μοῦ τὴν ἔ­χει δι­δά­ξει κα­νέ­νας— ὅ­τι ὅ­ταν πρό­κει­ται νὰ πραγ­μα­τευ­τεῖς ἕ­να φαν­τα­στι­κὸ θέ­μα, τὸ γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σα­φές, ἁ­πλό, στρω­τό, σχε­δὸν ὑ­πη­ρε­σια­κό, ἐν ὀ­λί­γοις δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κό. Για­τί; Για­τὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν φαν­τα­στι­κὴ ἐ­πι­νό­η­ση χρει­ά­ζε­ται νὰ δώ­σεις τὴ μέ­γι­στη δυ­να­τὴ ρε­α­λι­στι­κὴ ὑ­πό­στα­ση. Μιὰ ἀ­πό­δει­ξη σὲ αὐ­τὸ ποὺ λέ­ω εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­λοι οἱ με­γά­λοι ζω­γρά­φοι τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ πάν­τα ζω­γρά­φι­ζαν χρη­σι­μο­ποι­ών­τας μιὰ φόρ­μα πο­λὺ ἀ­κρι­βῆ, σχε­δὸν σχο­λα­στι­κή, σχε­δὸν τέ­λεια, σχε­δὸν φω­το­γρα­φι­κή. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα: ἀ­πὸ τὸν πα­λιὸ τοῦ ρο­μαν­τι­σμοῦ Γερ­μα­νὸ Γιό­χαν Χάινριχ Φίσλι, καὶ αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὸν προ­η­γού­με­νο αἰ­ώ­να, γιὰ νὰ φτά­σου­με μέ­χρι τοὺς δι­κούς μας με­γά­λους ὑ­περ­ρε­α­λι­στές, πρῶ­τος με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων ὁ Τζόρ­τζιο Ντὲ Κί­ρι­κο, ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὴ με­τα­φυ­σι­κή του μέ­σῳ μιᾶς ζω­γρα­φι­κῆς μὲ με­γά­λη ἀ­κρί­βεια, εἴ­τε ζω­γρα­φί­ζει τὶς πλα­τεῖ­ες τῆς Ἰ­τα­λί­ας, εἴ­τε ζω­γρα­φί­ζει κοῦ­κλες βι­τρί­νας, ἄ­λο­γα στὴ ὄ­χθη τῆς θά­λασ­σας, ἢ ἐ­κεῖ­να τὰ με­τα­φυ­σι­κὰ δω­μά­τια μὲ τὴ σο­φί­τα τους γε­μά­τη ἀ­πὸ πα­ρά­ξε­να καὶ ἑ­τε­ρό­κλι­τα ἀν­τι­κεί­με­να. To ἴ­διο καὶ οἱ ἄλ­λοι ὑ­περ­ρε­α­λι­στές: ὁ Μαγ­κρίτ, ὁ Μὰξ Ἔρ­νστ, —ὁ πι­ὸ ἀ­ξι­ό­λο­γος— ὁ Ντελ­βό, ἢ ὁ Ντα­λί – ἡ πρώ­ι­μη πε­ρί­ο­δος τοῦ Ντα­λί, ἐν­νο­εῖ­ται. Εἶ­ναι πράγ­μα­τα φτι­αγ­μέ­να μὲ με­γά­λη ἀ­κρί­βεια. Κι ὕ­στε­ρα ὅ­ταν οἱ ἴ­διοι ζω­γρά­φοι ἀρ­χί­ζουν νὰ ζω­γρα­φί­ζουν μὲ πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρο τρό­πο, πιὸ κλα­σι­κό, ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ μα­γι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα δι­α­λύ­ε­ται ἐν­τε­λῶς. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ ὄ­ψι­μος Μὰξ Ἐρ­νστ, ποὺ κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου δὲν ἀ­ξί­ζει πιὰ τί­πο­τα, ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει πο­λὺ κομ­ψὰ καὶ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­να παι­χνί­δια εἰ­κο­νο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα αὐ­τὸ ποὺ κα­τά­φερ­νε νὰ πεῖ κά­πο­τε, τώ­ρα νὰ μὴν τὸ λέ­ει πιά. Τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς συμ­βαί­νει στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ χῶ­ρο. Γιὰ νὰ δώ­σεις μα­γι­κὴ δύ­να­μη στὰ πράγ­μα­τα καὶ στὰ πρό­σω­πα χρει­ά­ζε­ται νὰ τὰ πε­ρι­γρά­φεις μέ­χρι κε­ραί­ας, ποὺ λέ­νε… Ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ χῶ­ρο τὴν ἔ­χου­με στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Πό­ε, ποὺ εἶ­ναι γραμ­μέ­να μὲ ἕ­να πο­λὺ ἁ­πλὸ τρό­πο, μὲ λε­πτο­με­ρεῖς καὶ ἀ­κρι­βεῖς πε­ρι­γρα­φές, ἔ­τσι ὥ­στε αὐ­τὲς οἱ πα­ρά­ξε­νες καὶ φαι­νο­με­νι­κὰ ἀν­τι­φα­τι­κὲς εἰ­κό­νες πα­ρου­σι­ά­ζον­ται στὸν ἀ­να­γνώ­στη μὲ τὴν πα­ρα­μι­κρὴ λε­πτο­μέ­ρεια. Ἕ­να ἀρ­νη­τι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα, ἀν­τί­θε­τα, εἶ­ναι αὐ­τὸ τοῦ Λάβ­κρα­φτ, ποὺ πολ­λοὶ κρι­τι­κοὶ τοῦ πλέ­κουν τώ­ρα τὸ ἐγ­κώ­μιο, ἀλ­λὰ ποὺ γιὰ μέ­να εἶ­ναι ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας δεύ­τε­ρης, ἂν ὄ­χι τρί­της, κα­τη­γο­ρί­ας. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα τρό­μου, υἱ­ο­θε­τών­τας συ­χνὰ ἕ­να γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα συγ­κε­χυ­μέ­νο, ποὺ προ­κα­λεῖ τα­ρα­χή, ἕ­να φαν­τα­στι­κὸ γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα γιὰ νὰ δι­η­γη­θεῖ φαν­τα­στι­κὰ πράγ­μα­τα, κι ἔ­τσι τὰ πάν­τα κα­τα­στρέ­φον­ται.


Τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-05ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΛΕΤΕ [τοῦ εἶ­χα ἐ­πι­ση­μά­νει τὴν κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὴ συ­νι­στώ­σα ὁ­ρι­σμέ­νων ἀ­με­ρι­κά­νι­κων δι­η­γη­μά­των ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας στὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ΄50], εἶ­ναι μιὰ πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα δι­εύ­ρυν­ση τῆς ἔν­νοι­ας τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας, δὲ δι­α­φω­νῶ, ποὺ πράγ­μα­τι ἔ­χει πο­λὺ ἐ­λα­στι­κὰ ὅ­ρια.

       Ὅ­λη ἡ φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ εἶ­ναι ἀ­ξι­ό­λο­γη, ἀ­κό­μα καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ πραγ­μα­τεύ­ον­ται ἀ­πί­θα­νες κα­τα­στά­σεις, μπο­ροῦν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, για­τὶ προ­τί­θεν­ται νὰ μι­λή­σουν γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο ὅ­πως πραγ­μα­τι­κὰ εἶ­ναι: ὄ­χι τό­σο γιὰ τὸν σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο, ὅ­σο γιὰ τὸν αἰ­ώ­νιο ἄν­θρω­πο, ποὺ πι­στεύ­ω ὅ­τι στὴν οὐ­σί­α δὲν ἔ­χει ἀλ­λά­ξει κατ΄ ἐ­λά­χι­στον στὸ πέ­ρα­σμα τῶν αἰ­ώ­νων…

       Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι δὲν εἶ­μαι ἀ­να­γνώ­στης βι­βλί­ων ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας. Ἴ­σως τὸ λι­γό­τε­ρο ἀ­ξι­ό­λο­γο βι­βλί­ο ποὺ ἔ­χω γρά­ψει εἶ­ναι Τὸ τέ­λει­ο ἀν­τί­γρα­φο (Il grande ritratto): ἕ­να μη­χά­νη­μα (ποὺ ἔ­χει δι­ά­νοι­α καὶ αἴ­σθη­ση, ὅ­πως ὁ ἄν­θρω­πος), δη­μι­ούρ­γη­σε τὸν κα­τάλ­λη­λο χῶ­ρο ὅ­που κα­θο­ρί­στη­κε αὐ­τὸ ποὺ κοι­νῶς ὀ­νο­μά­ζου­με ψυ­χή. Καὶ τό­τε, σὲ αὐ­τὸ τὸ πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νο ὀ­χυ­ρό, σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη κοι­λά­δα τῶν Ἄλ­πε­ων, γεν­νι­έ­ται πραγ­μα­τι­κὰ ἕ­να ἀν­θρώ­πι­νο πλά­σμα μὲ ψυ­χὴ ἀ­λη­θι­νῆς γυ­ναί­κας. Ἐ­πει­δή, ὡ­στό­σο, βρί­σκε­ται φυ­λα­κι­σμέ­νη μέ­σα σὲ ἕ­να τε­ρα­τῶ­δες μη­χά­νη­μα, πα­ρα­φρο­νεῖ για­τὶ —ἀ­φοῦ ἔ­χει κε­φά­λι καὶ ψυ­χὴ γυ­ναί­κας, ὅ­πως τὴν ἔ­χουν κα­τα­σκευά­σει— θέ­λει νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὅ­πως οἱ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες, καὶ για­υτὸ κά­νει τὰ πάν­τα γιὰ νὰ αὐ­το­κα­τα­στρα­φεῖ. Καὶ τὸ κα­τα­φέρ­νει: δὲν μπο­ρεῖ ἡ ἴ­δια, φυ­σι­κά, νὰ κα­τα­στρέ­ψει τὸν ἑ­αυ­τό της, ἀλ­λὰ κα­νο­νί­ζει νὰ τὴν κα­τα­στρέ­ψει κά­ποι­ος ἄλ­λος.

       Δὲν θε­ω­ρῶ ὅ­τι εἶ­μαι συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας, ὡ­στό­σο Τὸ τέ­λει­ο ἀν­τί­γρα­φο θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ πεῖ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας: ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α πα­λιοῦ στύλ, ἀλ­λὰ πάν­τως ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α. Κά­ποι­ος ποὺ δὲ θυ­μᾶ­μαι τὸ ὄ­νο­μά του ἐ­πέ­λε­ξε κα­μιὰ τρι­αν­τα­ριὰ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τά μου, τὰ ὁποῖα κα­τὰ τὴ γνώ­μη του εἶ­ναι ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας ἢ του­λά­χι­στον τὴν προ­σεγ­γί­ζουν, ὅ­λα δι­η­γή­μα­τα φαν­τα­σί­ας ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται στὸ σύγ­χρο­νο τρό­πο ζω­ῆς: ὅ­πως τὸ «Ὁ ἱ­πτά­με­νος δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε» («Il disco si posό»), ἢ ὅ­πως τὸ «Κυ­νη­γοὶ γε­ρόν­των» («Cacciatori di vecchi») – ἐ­κεί­νη ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ κυ­νη­γοῦν ἕ­να μο­το­σι­κλε­τι­στή· ἢ ἐ­κεί­νη ἡ σει­ρὰ δι­η­γη­μά­των ποὺ ἦ­ταν στὸ Κο­λόμ­πρε (Colombre), «Τα­ξί­δι στὰ κο­λα­στή­ρια του αἰ­ώ­να» («Viaggio neg­li inferni del secolo»).


Ἡ ζω­γρα­φι­κή


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-06ΟΤΑΝ ΜΕ ΡΩΤΟΥΝ ἂν ζω­γρα­φί­ζω ἀ­πὸ χόμ­πι ἀ­παν­τῶ: ὄ­χι, δὲ ζω­γρα­φί­ζω ἀ­πὸ χόμ­πι· ὅ­ταν ζω­γρα­φί­ζω κά­νω ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια δου­λειὰ ποὺ κά­νω ὅ­ταν γρά­φω, κά­νω δη­λα­δὴ ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια δι­α­νο­η­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α, γιὰ νὰ μὴ τὴν ὀ­νο­μά­σου­με, ἀ­λα­ζο­νι­κά, καλ­λι­τε­χνι­κή. Μό­νο ποὺ στὴ μιὰ πε­ρί­πτω­ση ἐκ­φρά­ζο­μαι μὲ λέ­ξεις, ἐ­νῶ στὴν ἄλ­λη μὲ σχέ­δια καὶ χρῶ­μα.

       Ἁ­πλῶς, αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα τὸ ἔ­κα­να ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἤ­μουν παι­δί. Ἄρ­χι­σα νὰ σχε­διά­ζω καὶ νὰ ζω­γρα­φί­ζω πρὶν ἀρ­χί­σω νὰ γρά­φω, ἀλ­λὰ με­τὰ στὴν πρά­ξη… ἡ δου­λειὰ τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου ἔ­κα­ναν ἔ­τσι, ὥ­στε ὅ­λη μου τὴ ζω­ὴ νὰ ἀ­φο­σι­ω­θῶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴ συγ­γρα­φὴ πα­ρὰ στὴ ζω­γρα­φι­κή. Εἶ­ναι λο­γι­κὸ ποὺ στὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πέ­κτη­σα πεί­ρα μέ­σῳ τῆς δου­λειᾶς, πράγ­μα ποὺ στὴν ζω­γρα­φι­κὴ μοῦ λεί­πει ἤ, του­λά­χι­στον, εἶ­ναι ἀ­νε­παρ­κής. Στὸ σχέ­διο πι­στεύ­ω ὅ­τι τὰ κα­τα­φέρ­νω ἀρ­κε­τὰ κα­λά. Τὸ σχέ­διο εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ πράγ­μα­τα ποὺ δύ­σκο­λα μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ σοῦ μά­θει. Ὅ­σο καὶ νὰ με­λε­τή­σει κα­νεὶς σχέ­διο, ἂν δὲν ἔ­χει κλί­ση σ’ αὐτό, δὲν κα­τα­φέρ­νει νὰ κά­νει τί­πο­τα ἀ­πο­λύ­τως. Ἀν­τί­θε­τα, στὴ ζω­γρα­φι­κὴ ὑ­πάρ­χει μιὰ τε­χνι­κὴ ποὺ ἐ­μέ­να του­λά­χι­στον δὲ μοῦ τὴ δί­δα­ξε κα­νεὶς κι αὐ­τὸ τὸ λί­γο ποὺ κα­τα­φέρ­νω νὰ κά­νω, τὸ κα­τα­φέρ­νω μέ­σῳ τῆς πεί­ρας, τῶν δο­κι­μῶν, τῶν λα­θῶν, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς, ποὺ ἔ­χω κά­νει μέ­χρι τώ­ρα. Ὡς ἐκ τού­του σὲ με­ρι­κοὺς πί­να­κές μου μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­τη­ρή­σει κα­νεὶς κά­ποι­α ἀ­τολ­μί­α ἢ ἀ­πει­ρί­α ζω­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Μὰ στὴ δι­κιά μου πε­ρί­πτω­ση δὲν ἔ­χει καὶ με­γά­λη ση­μα­σί­α, για­τὶ ἡ οὐ­σί­α τῶν πι­νά­κων μου δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ κα­θαυ­τὴ ἡ ζω­γρα­φι­κή, ἀλ­λὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, καὶ μπο­ρῶ κάλ­λι­στα νὰ κα­τορ­θώ­σω νὰ δι­η­γη­θῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α πά­νω στὸν καμ­βά, πά­νω στὸ χαρ­τό­νι, ἀ­κό­μη καὶ πά­νω σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι, χω­ρὶς νὰ κά­νω ἐ­πί­δει­ξη τῶν χρω­μα­τι­κῶν δε­ξι­ο­τή­των μου. Μό­νο καὶ μό­νο ὁ συν­δυα­σμὸς τοῦ ἄ­σπρου μὲ τὸ μαῦ­ρο μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει ἕ­να ἀ­ξι­ό­λο­γο ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

       Αὐ­τὴ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά μου —ἂν μπο­ρῶ νὰ τὸ πῶ ἔ­τσι—, αὐ­τὸ τὸ ἀ­σα­φὲς προ­σὸν τοῦ σχε­δια­στῆ, τὸ ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα γιὰ νὰ γρά­ψω ἕ­να βι­βλί­ο ποὺ ἀ­πὸ και­ρὸ σκε­φτό­μουν, δη­λα­δὴ ἕ­να ἀ­φή­γη­μα, ἕ­να μα­κρο­σκε­λὲς ἀ­φή­γη­μα φτι­αγ­μέ­νο μὲ εἰ­κό­νες. Τοῦ ἔ­δω­σα τὸν τί­τλο: Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο Ποί­η­μα, ἀ­κρι­βῶς για­τί ἡ λέ­ξη ποί­η­μα ἐρ­χό­ταν σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πο­δο­κι­μα­στέ­α λέ­ξη εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο, καὶ μοῦ φαι­νό­ταν ὡς τί­τλος πο­λὺ πνευ­μα­τώ­δης. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως τὸ δι­κό μου δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς τὸ κλα­σι­κὸ κό­μικ, ἀλ­λὰ ἕ­να κό­μικ μᾶλ­λον ἰ­δι­ό­μορ­φο, ἑ­τε­ρό­δο­ξο: κατ΄ ἀρ­χάς, ἐ­πει­δὴ σὲ κά­θε σε­λί­δα ὑ­πάρ­χει μό­νο μιὰ εἰ­κό­να —ἐ­κτὸς ἀ­πὸ λί­γες ἐ­ξαι­ρέ­σεις— καὶ ὕ­στε­ρα, ἐ­πει­δὴ χρη­σι­μο­ποι­ῶ στὸ ἐ­λά­χι­στο τὰ συν­νε­φά­κια τῶν δι­α­λό­γων ποὺ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὸ στό­μα τῶν ἡ­ρώ­ων. Ἐ­πι­πλέ­ον ὑ­πάρ­χουν λε­ζάν­τες γραμ­μέ­νες μέ­σα στὸ σχέ­διο. Ἐν τού­τοις, τὸ βι­βλί­ο αὐ­τό, ποὺ τὸ ὑ­πο­δέ­χτη­καν μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους —καὶ ἦ­ταν λο­γι­κὸ νὰ τὸ ὑ­πο­δε­χτοῦν ἔ­τσι—, πῆ­γε ἀρ­κε­τὰ κα­λά.


Ζω­γρα­φί­ζον­τας τοὺς Δο­λο­μί­τες


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-07ΤΑ ΒΟΥΝΑ τοῦ Μπάρ­ναμ­πο τῶν βου­νῶν δὲν τὰ ἔ­χω πο­τὲ ζω­γρα­φί­σει. Πι­στεύ­ω ὅ­τι δὲ θὰ μπο­ροῦ­σα πο­τὲ νὰ τὰ ζω­γρα­φί­σω. Ὅ­πως κα­νεὶς μέ­χρι τώ­ρα δὲ μπό­ρε­σε νὰ ζω­γρα­φί­σει τοὺς Δο­λο­μί­τες. Δὲν ξέ­ρω ἀ­κρι­βῶς γιὰ ποι­ό λό­γο, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­ξε ζω­γρά­φος στὸν κό­σμο ποὺ νὰ κα­τά­φε­ρε νὰ ζω­γρα­φί­σει κα­λὰ τοὺς Δο­λο­μί­τες. Εἴ­τε για­τὶ πε­τύ­χαι­ναν τὸ χρῶ­μα, ἀλ­λὰ ἀ­πο­τύγ­χα­ναν στὸ νὰ φτιά­ξουν τὴ δο­μὴ —ποὺ εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κή, ἀ­φοῦ ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ βου­νοῦ ὀ­φεί­λε­ται στὴ δο­μή του— εἴ­τε ὑ­πῆρ­χε ἡ δο­μὴ τοῦ σχε­δί­ου —ὅ­πως σὲ κεῖ­να τὰ ὡ­ραι­ό­τα­τα σχέ­δια τοῦ Ἄγ­γλου Κόμ­πτον τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ώ­να— ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε χρῶ­μα. Τώ­ρα τὸ χρῶ­μα ποὺ ἔ­χουν οἱ Δο­λο­μί­τες εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἰ­δι­αί­τε­ρο, δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­γρα­φεῖ μὲ λό­για καὶ εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Αὐ­τὰ ποὺ ζω­γρα­φί­ζω ἐ­γὼ εἶ­ναι ἄλ­λου εἴ­δους βου­νὰ σὲ σχέ­ση μὲ κεῖ­να τοῦ Μπάρ­ναμ­πο… κι ὕ­στε­ρα ἐ­γὼ δὲ ζω­γρα­φί­ζω συ­χνὰ βου­νά: συ­νή­θως τὰ βου­νὰ ποὺ ζω­γρα­φί­ζω εἶ­ναι στὸ βά­θος τῆς εἰ­κό­νας, κά­πως μυ­στη­ρια­κά, καὶ δὲν ἔ­χουν κα­μιὰ ἀ­ξί­ω­ση νὰ θε­ω­ρη­θοῦν ρε­α­λι­στι­κά.

 

Ὁ ἐ­ρω­τι­σμός


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-08ΟΤΑΝ ΜΕ ΡΩΤΑΕΙ κα­νεὶς για­τί ὁ ἐ­ρω­τι­σμός, ὁ ἔ­ρω­τας, ἦρ­θε τό­σο ἀρ­γά, καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε τό­σο συ­χνὰ στὸ ἔρ­γο μου, πα­ρὰ μό­νο στὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἕ­νας ἔ­ρω­τας (Un amore) καὶ εἰ­κα­στι­κὰ στὸ Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο Ποί­η­μα (Poema a Fumetti), δὲν ξέ­ρω νὰ ἀ­παν­τή­σω. Προ­φα­νῶς, δὲν εἶ­χα ἀ­πὸ πρὶν αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρέ­θι­σμα. Γιὰ ποι­ό λό­γο; Ποι­ός ξέ­ρει… Δὲ γνω­ρί­ζω· ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι δὲν τὸ ξέ­ρω. Εἶ­ναι προ­φα­νές, ὡ­στό­σο, ὅ­τι στὸ σχέ­διο τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ προ­βλη­θεῖ. Για­τί, τί εἶ­ναι αὐ­τὸ πού… κά­νω πάν­τα ἕ­να συλ­λο­γι­σμὸ: βλέ­πω ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς ζω­γρά­φους, τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν μον­τέρ­νων ζω­γρά­φων, ποὺ ἀ­πο­φεύ­γουν συ­στη­μα­τι­κὰ νὰ ζω­γρα­φί­ζουν ὡ­ραῖ­ες γυ­ναῖ­κες, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὶς γυ­μνές. Καὶ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι: τί προ­σπα­θεῖ νὰ κά­νει ἕ­νας ζω­γρά­φος: Ἕ­νας ζω­γρά­φος προ­σπα­θεῖ νὰ κά­νει ἕ­να πί­να­κα ποὺ θε­ω­ρη­τι­κὰ θὰ τοῦ ἄ­ρε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἄλ­λους νὰ τὸν δεῖ κρε­μα­σμέ­νο στὸν τοῖ­χο. Κά­θε ζω­γρά­φος ἔ­χει μιὰ αὐ­τα­πά­τη: ἡ αὐ­τα­πά­τη κά­θε ζω­γρά­φου εἶ­ναι νὰ φτιά­ξει τὸν ὡ­ραι­ό­τε­ρο πί­να­κα στὸν κό­σμο. Ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ ὡ­ραι­ό­τε­ρος πί­να­κας στὸν κό­σμο; Ὁ ὡ­ραι­ό­τε­ρος πί­να­κας στὸν κό­σμο εἶ­ναι ὁ πί­να­κας ποὺ ὁ ἴ­διος θὰ ἤ­θε­λε, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, νὰ θαυ­μά­ζει κρε­μα­σμέ­νο σ΄ἕ­να τοῖ­χο.Τώ­ρα ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι: τί εἶ­ναι αὐ­τὸ πού, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ἀ­ρέ­σει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα σὲ κά­ποι­ον νὰ βλέ­πει; Αὐ­τὸ πού, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ἀ­ρέ­σει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα σὲ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο νὰ βλέ­πει, εἶ­ναι μιὰ ὄ­μορ­φη καὶ νέ­α γυ­μνὴ γυ­ναί­κα. Πῶς ἐ­ξη­γεῖ­ται τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι σή­με­ρα κα­νεὶς δὲν ζω­γρα­φί­ζει νέ­ες καὶ ὡ­ραῖ­ες γυ­μνὲς γυ­ναῖ­κες; Ἔ­χω τὴ σο­βα­ρὴ ὑ­πο­ψί­α ὅ­τι δὲν τὸ κά­νουν, για­τὶ τὸ νὰ ζω­γρα­φί­ζεις νέ­ες καὶ ὄ­μορ­φες γυ­μνὲς γυ­ναῖ­κες εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο. Εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ δύ­σκο­λο νὰ ζω­γρα­φί­σει κα­νεὶς κα­λὰ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο γυ­μνὸ ἀ­πὸ τὸ νὰ κά­νει τέ­ρα­τα, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται σή­με­ρα.Τέ­ρα­τα ποὺ οὐρ­λιά­ζουν, κά­νουν φα­σα­ρί­α, σὲ ζα­λί­ζουν, σὲ βα­σα­νί­ζουν καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Εἶ­ναι ἕ­να πε­ρί­ερ­γο φαι­νό­με­νο, για­τὶ στὸ πα­ρελ­θόν, ἀ­κό­μα καὶ στὴν πε­ρί­ο­δο τῆς ἀν­τι­με­ταρ­ρύθ­μι­σης, ποὺ εἶ­χε γε­μί­σει ὁ κό­σμος μὲ ἁ­γί­ους, Πα­να­γί­ες κι Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νους, οἱ ζω­γρά­φοι ἔ­κα­ναν κα­λὰ γυ­μνά, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Ὄ­χι· σή­με­ρα κα­νεὶς δὲν τὸ κά­νει· μό­νο: τὰ πιὸ τρο­με­ρὰ τέ­ρα­τα, ἀν­θρώ­πους τε­ρα­τώ­δεις σὰν φαν­τά­σμα­τα, ποὺ φο­ρᾶ­νε τε­ρα­τό­μορ­φες μά­σκες· κα­νεὶς δὲν κά­νει πιὰ γυ­ναῖ­κες. Μό­νο σπά­νια, πο­λὺ σπά­νια. Προ­φα­νῶς κά­τι δὲν πά­ει κα­λά, κά­τι εἶ­ναι λά­θος…

       Γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με στὸ σχέ­διο, εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ εὐ­χά­ρι­στα θέ­μα­τα, γιὰ νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ κα­νείς, εἶ­ναι τὸ γυ­μνό. Ὡς ἐκ τού­του, ἡ ἀ­νά­δυ­ση τοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ στοι­χεί­ου­ στὸ βι­βλί­ο μου Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο Ποί­η­μα (Poema a fumetti), δι­και­ο­λο­γεῖ­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἐ­ξη­γεῖ­ται κα­λύ­τε­ρα, σὲ σχέ­ση μὲ τὴν ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἀ­νά­δυ­ση τοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ στοι­χεί­ου (eros) στὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό μου ἔρ­γο.

       Νω­ρί­τε­ρα δὲν εἶ­χες ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ αὐ­τό. Για­τί; Ἐν­τά­ξει! Δὲν ἦ­ταν ὅ­τι ἤ­μουν παν­τε­λῶς ἀ­νί­κα­νος νὰ τὸ κά­νω νω­ρί­τε­ρα. Ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ γνω­ρί­ζει για­τί, σὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη στιγ­μή, γρά­φει κα­νεὶς αὐ­τὰ ποὺ τοῦ ἔρ­χον­ται νὰ γρά­ψει. Θὰ ἦ­ταν τὸ πιὸ ἠ­λί­θιο πράγ­μα στὸν κό­σμο ἂν ἔ­λε­γα: «μὰ πῶς, ἐ­γὼ δὲν ἀ­σχο­λοῦ­μαι μὲ τὸν ἔ­ρω­τα, ἂς γρά­ψω γιὰ τὸν ἔ­ρω­τα…» Ἂν δὲν μοῦ ἐρ­χό­ταν νὰ γρά­ψω γιὰ τὸν ἔ­ρω­τα, αὐ­τὸ πά­ει νὰ πεῖ πὼς δὲ μοῦ ἐρ­χό­ταν νὰ γρά­ψω γιὰ τὸν ἔ­ρω­τα. Ἔ­τσι, σὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, ποὺ προ­φα­νῶς οὔ­τε ὁ ἀ­να­γνώ­στης μπο­ρεῖ νὰ ἀ­παν­τή­σει, δὲν εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ δώ­σω μιὰ ἀ­πάν­τη­ση.


Ἡ πί­στη


ΑΝΑΤΡΑΦΗΚΑ ὡς Κα­θο­λι­κός. Ἡ μά­να μου ἦ­ταν Κα­θο­λι­κή —ὄ­χι ἐ­πι­δει­κτι­κὰ κα­θο­λι­κή—, καὶ μᾶς με­γά­λω­σε —καὶ τὰ τέσ­σε­ρα ἀ­δέλ­φια— μὲ τὸν Κα­θο­λι­κὸ τρό­πο. Πάν­τως ἐ­γὼ δὲν πι­στεύ­ω στὸ Θε­ὸ οὔ­τε στὴ ζω­ὴ με­τὰ θά­να­τον. Εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα με­τὰ τὸ θά­να­το. Θὰ μοῦ πεῖ­τε: για­τί τό­τε γρά­φεις τό­σο συ­χνὰ γιὰ τὴν με­τὰ θά­να­τον ζω­ή; Για­τί κά­νεις φαν­τα­στι­κὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὴ ζω­ὴ με­τὰ θά­να­τον; Δυ­ὸ εἶ­ναι οἱ λό­γοι: κατ΄ ἀρ­χὰς για­τὶ θὰ ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χει με­τὰ θά­να­τον ζω­ή —γιὰ αὐ­τὸ καὶ στὰ γρα­πτά μου ὑ­πάρ­χει ἕ­να εἶ­δος πί­κρας, νο­σταλ­γί­ας, ἐ­πι­θυ­μί­ας γιὰ κά­τι ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει—, κι ὕ­στε­ρα για­τὶ πολ­λὲς φο­ρὲς —κι ὄ­χι μό­νο γιὰ μέ­να ἀλ­λὰ καὶ γιὰ πολ­λοὺς ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς— ἡ με­τὰ θά­να­τον ζω­ὴ ἐ­πι­τρέ­πει κα­τα­στά­σεις ποὺ προ­ω­θοῦν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὰ τὴ δρά­ση, εἴ­τε ὡς γε­γο­νό­τα αὐ­τὰ κα­θαυ­τά εἴ­τε ὡς ἀλ­λη­γο­ρί­ες. Εἶ­ναι ἄλ­λοι ποὺ μὲ ρω­τοῦν: για­τί, τέ­λος πάν­των, μι­λᾶς συ­νέ­χεια γιὰ τὸ Θε­ό; Ὁ Θε­ὸς ἐ­δῶ, ὁ Θε­ὸς ἐ­κεῖ, οἱ ἅ­γιοι κλπ; Προ­φα­νῶς για­τὶ θὰ ἤ­θε­λα νὰ πι­στέ­ψω, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ. Για­τὶ εἶ­ναι σα­φὲς πὼς ὅ­ταν ἔ­χει κα­νεὶς πραγ­μα­τι­κὴ πί­στη —ὄ­χι βέ­βαι­α τέ­τοι­ου εἴ­δους, ὥ­στε νὰ ζη­τά­ει ἀ­πὸ τὸν Ἅ­γιο Ἀν­τώ­νιο τῆς Παν­το­βας νὰ τοῦ βρεῖ τὸ πορ­το­φό­λι του—, ὅ­ταν ἔ­χει κα­νεὶς πραγ­μα­τι­κὴ πί­στη, ἔ­χει καὶ μιὰ ἐκ­πλη­κτι­κὴ δύ­να­μη νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὴ ζω­ή… δύ­να­μη ποὺ ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω.


[Αὐ­τὴ ἡ συ­νέν­τευ­ξη κα­τα­γρά­φη­κε τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1971. Ὁ Ντί­νο Μπου­ζά­τι πέ­θα­νε λί­γο πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τρεῖς μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, στὶς 23 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1972, σὲ μιὰ κλι­νι­κή του Μι­λά­νου.]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Corrado Farina: «Interviste Dino Buzzati» (Ὀκτώβριος 1971).

Κορ­ράν­το Φα­ρί­να (Corrado Farina) (Το­ρί­νο, 18 Μαρ­τί­ου 1939 – 11 Ιουλίου 2016). Σκη­νο­θέ­της, σε­να­ρι­ο­γρά­φος καὶ συγ­γρα­φέ­ας, ἄν­θρω­πος μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ καλ­λι­έρ­γεια. Δι­ηύ­θυ­νε τὸ Δι­ε­θνὲς Κέν­τρο Κι­νη­μα­το­γρά­φου (Cen­tro U­ni­ve­rsi­ta­rio Ci­ne­ma­to­gra­fi­co) καὶ με­τὰ δού­λε­ψε στὸ Στούν­τιο Τέ­στα (Stu­dio Te­sta), γρά­φον­τας καὶ σκη­νο­θε­τών­τας 500 Ca­ro­sel­li (ἐκ­πομ­πὲς στὴν ἰ­τα­λι­κὴ τη­λε­ό­ρα­ση ποὺ δι­α­φη­μί­ζουν προϊ­όν­τα μέ­σα ἀ­πὸ θε­α­τρι­κὰ σκὲτς καὶ μου­σι­κὰ δι­α­λείμ­μα­τα. Με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ σκὲτς ποὺ σκη­νο­θέ­τη­σε ὁ Κορ­ράν­το Φα­ρί­να εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τa, ὅ­πως τὸ «Τrenino Saiwa»(1) καὶ τὸ «La pancia non c’è»(2). Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης δο­κί­μια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὰ κό­μικ. Τὸ 1969 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Ρώ­μη καὶ ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ὡς σκη­νο­θέ­της. Μὲ τὴν ται­νί­α με­γά­λου μή­κους Ἄλ­λα­ξαν προ­σω­πο (Hanno cambiato faccia) κέρ­δι­σε τὸ 1971 τὸ βρα­βεῖ­ο τῆς Χρυ­σῆς Λε­ο­πάρ­δα­λης στὸ Δι­ε­θνὲς Φε­στι­βὰλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου ποὺ γί­νε­ται κά­θε χρό­νο στὸ Λο­κάρ­νο τῆς Ἐλ­βε­τί­ας (πρό­κει­ται γιὰ σα­τυ­ρι­κὴ ται­νί­α: ἡ σύγ­χρο­νη ἐκ­δο­χὴ τοῦ δρά­κου­λα στὴν κα­πι­τα­λι­στι­κὴ κοι­νω­νί­α). Ἀρ­γό­τε­ρα ξα­να­γύ­ρι­σε στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης 9 βι­βλί­α μὲ πρῶ­το τὸ Μιὰ θέ­ση στὸ σκο­τά­δι (Un posto al buio). Πρὶν ἀ­πὸ λί­γους μῆ­νες κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α του μὲ τί­τλο Μέ­σῳ τῆς ὀ­θό­νης.

(1) http://www.dailymotion.com/video/x1kv8c_trenino-saiwa-1-carosello-vafer-sai_news

(2) http://www.dailymotion.com/video/x1k0f5_sogno-e-risveglio-carosello-olio-sa_news

+

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.

12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-09