Λά­κης Δόλ­γε­ρας: Τὸ Brexit καὶ ἡ Χί­λα­ρυ


dolgeraslakis-tobrexitkaiichillary-eikona-01


Λά­κης Δόλ­γε­ρας


Τὸ Brexit καὶ ἡ Χί­λα­ρυ


02-HttaΑΠΟΧΩΡΗΣΗ τῆς Βρε­τα­νί­ας ἀ­πὸ τὴν Ε.Ε. μὲ ἀ­να­στά­τω­σε. Ἔ­κα­να ἀρ­νη­τι­κοὺς συ­νειρ­μούς. Πε­ρι­έρ­γως, ἠ­ρέ­μη­σα ὅ­ταν μοῦ ἦρ­θε στὸ νοῦ μιὰ μᾶλ­λον ἄ­σχε­τη ἱ­στο­ρία:

       Ἀρ­χὲς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’50, ζοῦ­σα σὲ ἕ­να μα­κε­δο­νι­κὸ χω­ριό· φτώ­χεια, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σκλη­ρὴ δου­λειὰ γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ λί­γου κα­πνοῦ, με­τεμ­φυ­λια­κὲς δι­ώ­ξεις καὶ μί­ση. Στὸ δι­πλα­νὸ οἰ­κό­πε­δο χτί­στη­κε ἕ­να σπί­τι ὅ­πως-ὅ­πως, τού­βλι­νο, ἀ­σο­βά­τι­στο καὶ μὲ πα­τώ­μα­τα ἀ­πὸ τσι­μέν­το. Στὸ πε­ρι­βάλ­λον­τα χῶ­ρο προ­ϋ­πῆρ­χαν τὸ ἀ­πο­χω­ρη­τή­ριο, στὸ πιὸ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ση­μεῖ­ο, δί­χως πόρ­τα, ἕ­να σκάμ­μα καὶ δύ­ο σα­νί­δια ἀ­πὸ πά­νω γιὰ νὰ στέ­κον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι, τὸ ἀ­χού­ρι καὶ ὁ φοῦρ­νος.

       Στὸ σπί­τι αὐ­τὸ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια, ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἔ­με­νε σὲ ἕ­να δω­μά­τιο ἑ­νὸς ἐ­πι­κίν­δυ­νου ἐ­ρεί­πιου ποὺ εἶ­χε πα­ρα­χω­ρή­σει ἡ ἐκ­κλη­σί­α σὲ ὅ­σους εἶ­χαν κά­ψει τὰ σπί­τια τους οἱ Βούλ­γα­ροι, ὡς ἀν­τί­ποι­να γιὰ τὴν συμ­με­το­χή τους στὸν Ε.Λ.Α.Σ. Τὴν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἡ μη­τέ­ρα ἡ Θα­νά­σω καὶ οἱ τρεῖς κό­ρες, ἡ Σταυ­ρι­νή, ἡ Ἑ­λέ­νη καὶ ἡ Τα­σού­λα. Ἡ πρώ­τη ἦ­ταν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρή μου, ἡ δεύ­τε­ρη δύ­ο χρό­νια, ἐ­νῶ ἡ Τα­σού­λα ἕ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρη. Τὰ ἴ­χνη τοῦ πα­τέ­ρα εἶ­χαν χα­θεῖ στὸν ἐμ­φύ­λιο. Πο­λι­τι­κοὶ πρό­σφυ­γες δι­ε­μή­νυ­σαν ὅ­τι ἴ­σως βρί­σκον­ταν στὴν Πο­λω­νί­α. Κά­πο­τε ἔ­στει­λε μιὰ φω­το­γρα­φί­α, στὴν ὁ­ποί­α τὸ ἕ­να του χέ­ρι δὲν φαι­νό­ταν· ἀ­πο­τέ­λε­σε στοι­χεῖ­ο πολ­λα­πλῶν «κοι­νω­νι­κῶν ἀ­να­λύ­σε­ων» τῶν γει­τό­νων, ἄλ­λοι εἶ­παν ὅ­τι θὰ τὸ ἔ­χα­σε στὸν πό­λε­μο, ἄλ­λοι ὅ­τι ξα­να­παν­τρεύ­τη­κε καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ φαί­νε­ται ἡ βέ­ρα κι ἄλ­λοι ἁ­πλῶς ὅ­τι τὸ εἶ­χε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη.

       Ἡ Τα­σού­λα ἐν­σω­μα­τώ­θη­κε ἀ­μέ­σως στὴν πα­ρέ­α τῆς γει­το­νιᾶς, στὰ ὁ­μα­δι­κὰ παι­χνί­δια ποὺ παί­ζα­με ἔ­ξω τὶς λί­γες ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες. Λί­γες, για­τὶ τὰ παι­διὰ ἐρ­γά­ζον­ταν σκλη­ρὰ ἀ­πὸ τὸ Δη­μο­τι­κό. Συγ­κε­κρι­μέ­να τὸν Μά­ϊ­ο κα­τὰ τὴν διάρ­κεια «τοῦ σπαρ­μοῦ», τὰ μα­θή­μα­τα πε­ρι­ο­ρί­ζον­ταν με­τα­ξὺ 7 καὶ 9 τὸ πρω­ί, εἰ­δάλ­λως οἱ γο­νεῖς ἀ­πει­λοῦ­σαν ὅ­τι θὰ τὰ στα­μα­τοῦ­σαν. Ἐ­γώ, γιὸς για­τροῦ, καὶ ἄλ­λα δύ­ο παι­διὰ τῆς ἡ­λι­κί­ας μου (ἀ­πὸ ἄλ­λες γει­το­νι­ές), δὲν δου­λεύ­α­με στὰ χω­ρά­φια. Ἡ ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὴ μο­να­ξιὰ μοῦ ἔ­φερ­νε φο­βε­ρὴ πλή­ξη, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ κα­λο­καί­ρι ποὺ ἡ μέ­ρα ἦ­ταν με­γά­λη δί­χως σχο­λι­κὲς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις. Ἡ Τα­σού­λα ἦ­ταν ἐν­νέ­α ἐ­τῶν, πό­τε τὴν ἔ­παιρ­ναν στὸ χω­ρά­φι καὶ πό­τε ὄ­χι. Ὅ­ταν δὲν πή­γαι­νε τῆς ἔ­κα­να πα­ρέ­α στὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις της νὰ κα­θα­ρί­σει, νὰ μα­γει­ρέ­ψει τὸ φα­γη­τὸ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας σὲ μιὰ φου­φοὺ καὶ νὰ τα­ΐ­σει τὶς κα­τσί­κες καὶ τὶς κό­τες. Νω­ρὶς γύ­ρι­ζε καὶ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ τοῦ κα­πνοῦ, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρα­στεῖ σὲ σκοι­νιὰ γιὰ νὰ κρε­μα­στεῖ καὶ νὰ ξε­ρα­θεῖ. Μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ πη­γαί­νω σπί­τι τους συ­νε­χῶς. Ἔ­παιρ­να κι ἐ­γὼ μιὰ βε­λό­να καὶ περ­νοῦ­σα κα­πνὸ μα­ζὶ μὲ τὶς τέσ­σε­ρις γυ­ναῖ­κες.

       Πα­ρό­λη τὴν φτώ­χεια τους (χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι δὲν εἶ­χαν πα­νιὰ γιὰ νὰ βά­ζουν τὶς εὐ­αί­σθη­τες μέ­ρες), εἶ­χαν μιὰ ἀρ­χον­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά, μὲ κερ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ λι­γο­στὸ φα­γη­τό τους, πολ­λὲς φο­ρὲς μιὰ χω­ρι­ά­τι­κη σα­λά­τα μὲ πο­λὺ λά­δι γιὰ βού­τηγ­μα, κι ἐ­γὼ ποὺ ἤ­μουν ἀ­νο­ρε­ξι­κὸς ἐ­κεῖ ἔ­τρω­γα. Τρα­γου­δοῦ­σαν ἐ­νῶ δού­λευ­αν, ἔ­δει­χναν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νες καὶ χα­ρού­με­νες, δὲν δι­α­μαρ­τύ­ρον­ταν γιὰ τὴν μοί­ρα τους· μιὰ φο­ρὰ μό­νο, μοῦ εἶ­πε ἡ Σταυ­ρι­νὴ σαρ­κα­στι­κά: «Ὁ Θε­ὸς δὲν ἔ­πλα­σε ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους, ἄλ­λους ἔ­πλα­σε, ἄλ­λους ἔ­κλα­σε καὶ ἄλ­λους ἔ­χε­σε. Ἐ­μεῖς, εἴ­μα­στε ἀ­πὸ τοὺς χε­σμέ­νους, ἐ­σύ, ἀ­πὸ τοὺς κλα­σμέ­νους.»

       Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε ἡ Γερ­μα­νί­α, με­τα­νά­στευ­σαν ὅ­λες. Ἡ Τα­σού­λα δη­μι­ούρ­γη­σε ἐ­κεῖ οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ἔ­μει­νε μό­νι­μα· δού­λε­ψε σκλη­ρὰ καὶ μά­ζε­ψε χρή­μα­τα. Κά­πο­τε γύ­ρι­σε στὸ χω­ριὸ γιὰ τὰ κα­λο­καί­ρια. Στὴν θέ­ση τοῦ τού­βλι­νου ἔ­φτια­ξε και­νούρ­γιο σπί­τι, πο­λυ­τε­λὲς γιὰ τὰ μέ­τρα τοῦ χω­ριοῦ. Ὅ­μως κρά­τη­σε τὴν εἰ­κό­να τοῦ πα­λιοῦ, τὸ ἀ­σο­βά­τι­στο τοῦ­βλο ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὸ γνω­στὸ δι­α­κο­σμη­τι­κό, ἔ­δι­νε τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι τὸ πα­λιὸ με­γά­λω­σε καὶ ἔ­λαμ­ψε. Αὐ­τὴν τὴν ἐ­νέρ­γεια τὸ χω­ριὸ τὴν θε­ώ­ρη­σε ἀ­λα­ζο­νι­κὴ καὶ τῆς ἔ­δω­σε τὸ πα­ρα­τσού­κλι «Χί­λα­ρυ».

       Νο­μί­ζω ὅ­τι δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­λα­ζο­νεί­α τὸ νὰ δι­α­θέ­σει κα­νεὶς τὰ χρή­μα­τά του ὅ­πως θέ­λει, ὅ­μως ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη Χί­λα­ρυ τὰ ἔ­φτια­ξε μὲ τό­σους κό­πους ποὺ χα­λά­λι της ὅ­λη ἡ ἀ­λα­ζο­νεί­α τῆς γῆς.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λάκης Δόλγερας. Συγ­γρα­φέ­ας. Βι­βλία του: Ξε­χα­σμέ­νες ἱ­στο­ρί­ες (2007), Μιὰ σκο-τει­νὴ ὑ­πό­θε­ση (2010), Ἡ δεύ­τε­ρη συ­νά­ντη­ση τῆς Ἑ­λε­ο­νώ­ρας καὶ τοῦ Νί­κου (2012), Νι­κη­τὲς καὶ νι­κη­μέ­νοι (2013), Νε­κρὸς στὸν ἥ­λιο τοῦ Ἰ­ου­λί­ου (2015).


			

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Κρε­μι­έ­μαι συ­νε­χῶς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο…]


05-kirschsarah-kremiemaisynechos-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Κρε­μι­έ­μαι συ­νε­χῶς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο]

[Dauernd häng ich am Radio…]


07-Kappa-471px-T2JB159_-_Jungle_Book_capital_KΡΕΜΙΕΜΑΙ συ­νε­χῶς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ ἀ­κού­ω εἰ­δή­σεις καὶ σχό­λια. Πο­λε­μι­κὲς οἰ­μω­γές. Εἶ­ναι ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ πό­σο λο­γι­κὰ τὰ βρί­σκουν ὅ­λα οἱ λε­γό­με­νοι εἰ­δι­κοί. Ὅ­σο πιὸ γρή­γο­ρα ξε­σπά­σει ὁ πό­λε­μος, λέ­νε, τό­σο πιὸ εὐ­νο­ϊ­κὰ θὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ. Στὴν Αἴ­γυ­πτο καὶ τὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὀρ­γα­νώ­νον­ται πάρ­τυ γιὰ τὴ δύ­ση τοῦ κό­σμου. Τὰ ξε­νο­δο­χεῖ­α προ­σφέ­ρουν σαμ­πά­νια σὲ ὅ­ποι­ον νοι­κιά­σει δω­μά­τιο. Ἢ τοῦ προ­σφέ­ρουν ἀ­μέ­σως γιὰ τὸ κου­ρά­γιο του σου­ΐ­τα. Πρέ­πει νὰ φύ­γου­με γρή­γο­ρα. Πα­γο­δρο­μί­α μὲ τὸ χά­ρα­μα. Μεῖ­ον τέσ­σε­ρεις βαθ­μοί, ὅ­λα μιὰ πά­χνη. Στὴ μι­ση­τὴ πο­λί­χνη, ὅ­που ξα­να­ῆρ­θα στὸν κομ­μω­τὴ καὶ γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­σω εἰ­σι­τή­ρια, ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἀ­θυ­μί­α. Ἤ­μουν σχε­δὸν μιὰ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὴ ἐγ­κάρ­σια το­μὴ γιὰ τὸν κομ­μω­τή μου. Τό­σο ἀ­νή­συ­χους εἶ­χα νὰ δῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Τσερ­νόμ­πιλ. Ἡ εἰ­κό­να μ’ ἔ­βρι­σκε ὣς τὴν καρ­διά. Ἄν­θρω­ποι σχε­δὸν συμ­πα­θη­τι­κοὶ μέ­σα στὴν ἀ­νημ­πό­ρια τους. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἔρ­χον­ται ἡ ζω­γρά­φος μας καὶ ὁ Isegrim ποὺ σὲ τέ­τοι­ους και­ροὺς ἐ­πι­μέ­νουν νὰ πᾶ­νε στὴν Κο­ρέ­α. Ὁ Isegrim με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­πέμ­βα­ση στὸ σα­γό­νι, ποὺ τὸν κά­νει γιὰ τὰ κα­λὰ γκρι­νιά­ρη. Βλέμ­μα χτυ­πη­μέ­νου λι­ον­τα­ριοῦ. [39]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Ἦ­ταν μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ἀ­νά­γνω­σης τὴν Ἄ­νοι­ξη…]


04-kirschsarah-itanmalista-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[­ταν μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ­νά­γνω­σης τὴν ­νοι­ξη]

[Ja es gab sie die Lesereise im Frühjahr…]


03-HttaΤΑΝ μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ἀ­νά­γνω­σης τὴν Ἄ­νοι­ξη, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δέ­σπο­ζαν ἕ­να που­λὶ καὶ πόρ­τες ἀ­νοι­χτές. Κά­θε βρά­δυ, σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ θέ­ση, καὶ ἄλ­λα που­λιά, ἄλ­λες πόρ­τες ἀ­νοι­χτές, καὶ μα­ζὶ τὸ δι­κό μου ποί­η­μα γιὰ τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη βρο­χή, τὸ ἀν­τί­στοι­χο που­λί, τὴν πόρ­τα ποὺ χτυ­πᾶ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, καὶ πό­σο συ­ναρ­πα­στι­κὸ ἦ­ταν κά­θε ποὺ συ­νέ­πι­πταν τὸ ποί­η­μα καὶ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἐ­νῶ ἐ­γὼ δι­ά­βα­ζα αὐ­τὸ τὸ κεί­με­νο δυ­να­τά, μπρο­στὰ σὲ ἕ­να κοι­νὸ ὅ­πως ἕ­να εἶ­στε τώ­ρα Ἐ­σεῖς, ἄ­κου­γα τὴ φω­νή μου ὅ­πως μπο­ρῶ τώ­ρα νὰ τὴν ἀ­κού­ω στὸν χῶ­ρο αὐ­τὸ τοῦ σή­με­ρα, ἄ­κου­γα τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη βρο­χὴ ὅ­πως πρω­τύ­τε­ρα τὸ κο­τσύ­φι, καὶ ἡ πόρ­τα, ἡ πραγ­μα­τι­κὰ δι­α­θέ­σι­μη, ἡ πρὸς τὰ ἔ­ξω ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα, χτύ­πη­σε στὴ θέ­ση τῆς πόρ­τας ποὺ χτυ­ποῦ­σε ‘δῶ κι ἐ­κεῖ κι ἐ­γὼ δι­ά­βα­ζα γιὰ τὸ κοι­νό, γιὰ ἕ­να κοι­νὸ ὅ­πως εἶ­στε τώ­ρα Ἐ­σεῖς, καὶ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ τρα­βή­ξω ὅ­σο κρα­τοῦ­σε ἡ σύν­δε­ση μὲ τὸν ἔ­ξω κό­σμο, ἡ πόρ­τα ἡ ὄν­τως ἀ­νοι­χτὴ χτυ­πών­τας ’­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ ἡ βρο­χὴ καὶ τὸ κο­τσύ­φι ἢ ὁ τρυ­πο­φρά­κτης ἡ τουρ­λί­δα καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μοῦ εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­γα­πη­τό. [24-25]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Καλὸ ποσοστό


palaiologoskonstantinos-kalopososto-eikona-01


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

Καλὸ ποσοστό


10-hΦΩΤΕΙΝΗ ΟΘΟΝΗ, ποὺ μετρᾶ ἀντίστροφα τὸν προβλεπόμενο χρόνο ἄφιξης τῶν λεωφορείων, στὴ στάση Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν, δείχνει μονίμως ὅτι τὸ 203, Κα­ρέ­ας – Ἀ­κα­δη­μία, φτάνει σὲ «2 λεπτά». Ἂν λάβουμε ὑπόψη ὅτι ἡμερησίως ἐκτελοῦνται 68 δρομολόγια, αὐτὸ σημαίνει ὅτι 68 φορὲς τὴ μέρα ἡ ἐν λόγῳ ἔνδειξη εἶναι σωστή.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04
Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Ἰάσονας Μικρώνης: Ὁ λεξιπλάστης

 

mikronisiasonas-oleksiplastis-eikona-06


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης


Ὁ λε­ξι­πλά­στης


03-alpha-01ΝΑΣΥΡΩ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ  ἀ­π’ τὶς τσέ­πες μου χαρ­τά­κια δι­α­φό­ρων με­γε­θῶν —μέ­χρι καὶ κομ­μα­τά­κια χαρ­το­πε­τσε­τῶν ἔ­χω βρεῖ— μὲ λέ­ξεις ποὺ κά­πο­τε μοῦ κέν­τρι­σαν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Πρό­κει­ται γιὰ λέ­ξεις δυσ­νό­η­τες, δυ­σπρό­φερ­τες, τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν ἀ­κοῦς πλέ­ον που­θε­νὰ – κι ὡς ἐκ τού­του ἄ­χρη­στες, μὴ λει­τουρ­γι­κές. Ἐ­πι­λέ­γω νὰ τὶς με­τα­χει­ρί­ζο­μαι (μὲ τὴν ἀ­παι­τού­με­νη φει­δὼ) στὶς ποι­κί­λες κα­θη­με­ρι­νές μου συ­ναλ­λα­γὲς ἀλ­λὰ καὶ στὶς δι­ά­φο­ρες μα­ζώ­ξεις μὲ φί­λους γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σω τὸν θαυ­μα­σμὸ ἤ, κυ­νι­κό­τε­ρα, γιὰ νὰ ξι­πά­σω. Συ­νή­θως βέ­βαι­α δὲν κα­τα­φέρ­νω τί­πο­τα ἀ­π’ τὰ δύ­ο, ἡ συ­ναλ­λα­γὴ ἢ ἡ συ­ζή­τη­ση ἐ­ξε­λίσ­σον­ται κα­νο­νι­κό­τα­τα – χω­ρίς, δη­λα­δή, τὸ ἀ­να­με­νό­με­νο χά­σκον στό­μα ἀ­π’ τὴ με­ριὰ τοῦ ἀ­κρο­α­τῆ. Σπα­νι­ό­τε­ρα, κά­ποι­ος φί­λος, θὰ ξε­σπά­σει σὲ χά­χα­να (ἀ­ναί­τια) ἢ θὰ μοῦ ζη­τή­σει κά­ποι­ο ἐ­πι­κρα­τέ­στε­ρο συ­νώ­νυ­μο. Δὲν εἶ­ναι λί­γες βέ­βαι­α καὶ οἱ φο­ρές, ποὺ ὁ συ­νο­μι­λη­τής μου θὰ μοῦ ἐ­πι­τε­θεῖ λε­κτι­κὰ ἢ θὰ μὲ κα­τα­κρί­νει γιὰ τὰ ἰ­δι­ό­τρο­πα ἑλ­λη­νι­κά μου («Ποῦ τὰ ἄ­κου­σες νὰ τὰ μι­λᾶ­νε αὐ­τά, ρέ;»). Ὡς καὶ δυσ­λε­ξι­κὸ μ’ ἔ­χουν ἀ­πο­κα­λέ­σει.

        Τό­τε κι ἐ­γὼ κά­πως χο­λιά­ζω, μα­ζεύ­ο­μαι κι ὀ­πι­σθο­χω­ρῶ. Πε­ρι­ο­ρί­ζο­μαι σὲ μο­νο­λε­κτι­κὲς ἀ­πο­κρί­σεις (ναὶ/ ὄ­χι) ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, σὲ σφιγ­μέ­να νεύ­μα­τα. Πο­λὺ σπά­νια μό­νο θὰ ἐκ­φρά­σω τὸ γρι­φῶ­δες «θὰ κα­πνά­σω», γιὰ νὰ εἰ­σπρά­ξω καὶ τό­τε μί­α και­νού­ρια, ἀ­γρι­ό­τε­ρη ἐ­πί­θε­ση.

        Τὸ δὲ «κα­πνά­ζω» συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στὰ ἀ­με­τά­βα­τα καὶ σύν­θε­τα ρή­μα­τα: προ­κύ­πτει με­τὰ τὴν συ­νέ­νω­ση τοῦ «μο­νά­ζω» μὲ τὸ «κα­πνί­ζω». Ἀ­νή­κει στὸν μπαρ­μπα-Κο­σμᾶ, τὸν λε­ξι­πλά­στη τοῦ χω­ριοῦ. Τὸ πρό­φε­ρε, μπου­χτι­σμέ­νος πάν­το­τε, ὅ­ταν οἱ ἐ­λευ­θε­ρι­ά­ζου­σες ἀ­πό­ψεις ἐ­πὶ παν­τὸς ἐ­πι­στη­τοῦ ἔ­βρι­σκαν ἰ­σχυ­ρὸ ἀν­τί­λο­γο ἀ­νά­με­σα στοὺς χω­ρια­νούς, ὅ­ταν ἕ­νας και­νού­ριος λο­γα­ρια­σμὸς ρεύ­μα­τος ἢ νε­ροῦ τὸν πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο τοῦ σπι­τιοῦ του, ὅ­ταν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ —ἐ­λά­χι­στο— κα­κὸ τὸν ἔ­βρι­σκε. Οἱ συ­ζη­τή­σεις γλωσ­σο­λο­γι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­νον­ταν κά­θε φο­ρὰ ἐκ νέ­ου ἀ­νά­με­σα στοὺς συμ­πό­τες του, κα­θέ­νας προ­σέ­φε­ρε τὸν λί­θο τῆς δι­κῆς του ἀ­νερ­μά­τι­στης ἑρ­μη­νεί­ας· ὁ ἴ­διος βέ­βαι­α πο­τέ του δὲν ἀ­πε­φάν­θη. Ἐρ­χό­ταν, ἄλ­λω­στε, πο­λὺ γρή­γο­ρα μί­α ἄλ­λη αὐ­το­σχέ­δια κου­βέν­τα νὰ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­σει τὴν ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση. Ση­κω­νό­ταν, ἔ­πει­τα, στὸ τέ­λος τῆς νύ­χτας, πε­ρί­φρον­τις τά­χα μου κι αἰ­νιγ­μα­τι­κός, πλή­ρω­νε τὸ ἀν­τί­τι­μο τῆς κραι­πά­λης του, ἄ­να­βε τσι­γά­ρο γιὰ τὸ δρό­μο κι ἔ­φευ­γε. Χρό­νια με­τὰ κα­τά­φε­ρα νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὴ ρή­ση του.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς εἶ­χε καὶ μιὰ γυ­ναί­κα, τὴ Βού­λα. Τὸ σπί­τι τους ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὸ δι­κό μας, οἱ δο­σο­λη­ψί­ες της μὲ τὴν μά­να μου ἦ­ταν σὲ κα­θη­με­ρι­νὴ βά­ση – κα­νέ­να αὐ­γό, κα­νέ­να κου­νου­πί­δι, τέ­τοι­α. Ἦ­ταν ἄ­τε­κνοι καὶ (πα­ρὰ τὶς ὄ­χι καὶ πο­λὺ ἀ­ραι­ὲς λο­γο­μα­χί­ες τους) μο­νι­α­σμέ­νοι – πρὸς ἐ­πίρ­ρω­ση τοῦ ποι­η­τῆ ποὺ κά­που λέ­ει: Τε­λι­κὰ τὰ μό­να πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­πη­μέ­να, τὰ μό­να βα­θιά, ὣς τὰ γε­ρά­μα­τα, ὣς τὸ τέ­λος, ἐ­ρω­τευ­μέ­να ζευ­γά­ρια ποὺ ἔ­χω γνω­ρί­σει ἦ­ταν τὰ ἄ­κλη­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ πλη­ρο­φό­ρη­σε κά­πο­τε ὅ­τι δὲν περ­νοῦ­σε μέ­ρα, τό­τε του­λά­χι­στον ποὺ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τέ­βαι­νε κα­θη­με­ρι­νὰ στὸν κάμ­πο γιὰ τ’ ἀμ­πέ­λια, ποὺ νὰ μὴν τὴν κε­ρά­σει, κα­τὰ τὴν ἀ­νά­βα­ση, λου­λού­δι.

        Ἔ­πει­τα, κά­ποι­α ἀ­σθέ­νεια νευ­ρο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως ἐμ­φά­νι­σε ἡ Βού­λα καί, προ­τοῦ κα­λὰ-κα­λὰ ἡ εἴ­δη­ση δι­α­δο­θεῖ σ’ ὁ­λό­κλη­ρό το χω­ριό, τὰ πό­δια της πιὰ δὲν τὴν πή­γαι­ναν καί, κά­να τρί­μη­νο ἀ­φό­του τῆς τά ‘κο­ψαν, πέ­θα­νε.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς δέ­χθη­κε βου­βὸς τὰ συλ­λυ­πη­τή­ρια. Κλεί­στη­κε ἕ­να και­ρὸ σπί­τι του, τὸν βο­η­θοῦ­σε ἕ­να μι­κρα­νί­ψι του μὲ τὰ ψώ­νια. Φούν­τω­σε ἕ­να δι­ά­στη­μα ἡ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὴ κλη­μα­τα­ριὰ στὴν αὐ­λή, θη­λύ­κω­σε περ­βά­ζια καὶ δο­κούς, ὕ­στε­ρα τὴν ἔ­κα­ψε ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Ἔ­βγαι­νε ἀρ­γό­τε­ρα δει­λὰ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, μιὰ δυ­ὸ ὧ­ρες, μέ­χρι νὰ πέ­σει γιὰ τὰ κα­λά τὸ βρά­δυ. Τοῦ εἶ­χε ἐ­πι­στή­σει ὁ για­τρὸς τὴν προ­σο­χή, νὰ διά­γει βί­ο πιὸ ἐγ­κρα­τή, τοῦ ‘δω­σε κά­ποι­ος ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ ἕ­να μπε­γλέ­ρι, νὰ ἐ­λατ­τώ­σει τὸ τσι­γά­ρο. Ἔ­πια­νε κι ἐ­κεῖ­νος τὴν κα­θι­ε­ρω­μέ­νη του θέ­ση στὸν κα­φε­νέ, ἀ­π’ τὴ μί­α τὸ κομ­πο­λό­ι, ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ὁ ἀ­ρει­μά­νιος κα­πνός. Ἔ­πα­ψε βέ­βαι­α καὶ μὲ τοὺς νε­ο­λο­γι­σμούς.

        Ἀ­νέ­βη­κα μά­λι­στα κι ἐ­γὼ τὶς προ­άλ­λες στὸ χω­ριὸ γιὰ τὶς γι­ορ­τές. Περ­νών­τας τὸ κα­τώ­φλι τοῦ πα­τρι­κοῦ μου, πῆ­ρε τ’ αὐ­τί μου δί­πλα τὴν τη­λε­ό­ρα­ση νὰ λέ­ει. Κον­το­στά­θη­κα· ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ πε­ρι­ώ­νυ­μος πα­ρου­σια­στὴς τοῦ δελ­τί­ου τῶν ὀ­κτώ, ὄρ­θιο τὸν φαν­τά­στη­κα κι εὐ­θυ­τε­νῆ στὸ πλα­τό, νὰ σχο­λιά­ζει τὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα μὲ κά­τι Ἑλ­λη­νι­κὰ πο­λὺ σω­στὰ κι ἄρ­τια, δί­χως νο­η­μα­τι­κὰ κε­νὰ ἢ ἄλ­λου τύ­που ἀ­σά­φει­ες.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης  (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.

Μαρία Μήτσορα: Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα


mitsoramaria-toakatoikitosoma-eikona-06


Μα­ρί­α Μή­τσο­ρα


Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα


Στὸν Θ. Κ.


T-[Tay]-SomataΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΒΗΧΕΙ καὶ φτύ­νει. Βή­χον­τας καὶ φτύ­νον­τας ἐ­φευ­ρί­σκει ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὴ δι­α­δρο­μή του, προ­λέ­γον­τας τὴν πτώ­ση τῶν κομ­ψῶν σπι­τι­ῶν, τὴν ἀν­τι­κα­τά­στα­σή τους ἀ­πὸ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἄ­χα­ρες. Ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο θὰ τρῶ­νε στὸ μέλ­λον, ὁ ἕ­νας πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο θὰ κοι­μοῦν­ται, ὁ θά­να­τος στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κι ἀν­τὶ γιὰ τὸ ξε­νύ­χτι τοῦ νε­κροῦ, ἡ ὕ­στα­τη μο­να­ξιὰ τοῦ ἀ­κα­τοί­κη­του σώ­μα­τος στὸ ψυ­γεῖ­ο τοῦ γρα­φεί­ου τε­λε­τῶν.

       Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἔ­χου­με ἀ­κό­μα τὸ πα­λιὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο μὲ τὸν εἰ­σπρά­κτο­ρα κι ἡ ἡ­ρω­ί­δα μᾶς εἶ­ναι πο­λὺ νέ­α, χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἀ­νέγ­γι­χτη. Μό­νο ποὺ ἀ­πε­χθά­νε­ται τὴ βι­α­σύ­νη αὐ­τῶν ποὺ τὴν ἀγ­γί­ζουν, ἐ­νῶ ἐ­δῶ, στὸ κά­θι­σμα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, κα­θὼς νι­ώ­θει τὴν πί­ε­ση στὸν μη­ρό της, μιὰ ζέ­στη τὴν κα­τα­κλύ­ζει σὲ κύ­μα­τα. Ὑ­πάρ­χει, μιὰ μυ­στι­κὴ συ­νεν­νό­η­ση, δὲν πρέ­πει, νὰ κοι­τα­χτοῦν πο­τέ. Θὰ εἶ­μαι ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μα­ζί σου γιὰ δύ­ο ἀ­κό­μα στά­σεις. Ἐ­κεῖ­νος ξέ­ρει ποι­ὲς ὧ­ρες πη­γαί­νει ἀγ­γλι­κά. Εἰ­σπνέ­ουν μα­ζί, μα­ζὶ ἀ­δειά­ζουν τὰ πνευ­μό­νια τους, ὅ­λα ἀρ­γὰ καὶ κρυ­φά. Κυ­ρί­ως κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Σὲ λί­γο μιὰ μι­κρὴ κοι­νὴ τρε­μού­λα. Μὲ τὴ γω­νί­α τοῦ μα­τιοῦ γνω­ρί­ζει μο­νά­χα μί­αν ἄ­κρη ἀ­πὸ τὸ κα­φὲ κο­τλὲ παν­τε­λό­νι. Τρε­λαί­νο­μαι γιὰ σέ­να κο­τλέ μου ὕ­φα­σμα, καὶ χρει­ά­ζε­ται προ­σπά­θεια γιὰ νὰ σὲ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ. Μὲ δυ­σκο­λί­α ση­κώ­νε­ται ἀ­πο­στρέ­φον­τας πάν­τα το πρό­σω­πό της, πα­τά­ει τὸ κου­δού­νι καὶ κα­τε­βαί­νει.

       Ὁ πρῶ­τος της ἔ­ρω­τας τὴν πε­ρι­μέ­νει στὴ στά­ση. Ἔ­χει ἤ­ρε­μα γα­λα­νὰ μά­τια. Τὴν ἁρ­πά­ζει στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ση­κώ­νον­τας τὴν ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ὑ­πάρ­χει ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ βι­α­σύ­νη στὸ σῶ­μα του καὶ τό­τε ἐ­κεί­νη σκέ­φτε­ται κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ κο­τλέ μου ὕ­φα­σμα. Ἔ­πει­τα τὸν πιά­νει ἀ­πὸ τὸ μπρά­τσο κι ἀρ­χί­ζουν νὰ περ­πα­τᾶ­νε, νὰ μι­λᾶ­νε, νὰ γε­λᾶ­νε, ἐ­νῶ τὸ μυα­λό της μὲ δυ­σκο­λί­α ξε­μου­διά­ζει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014)

Μαρία Μήτσορα (Ἀθήνα). Πεζογραφία. Διήγημα, Μυθιστόρημα. Σπού­δασε Κοινωνιολογία στὸ Παρίσι (Σορβόννη καὶ Vincennes). Ἔχει ταξιδέψει ἀπὸ τὸν Πολικὸ Κύκλο ἕως τὴν Ἀϊτή, ἀπὸ τὸ Πεκίνο μέχρι τὴ Νικαράγουα τῶν Σαντινίστας, τὸν Ὀρινόκο καὶ τὴ Σάντα Φὲ ντὲ Μπογκοτά. Πρῶτο της βι­βλίο Σκόρπια δύναμη (μυθιστόρημα, ἐκδ. Ὀδυσσέας). Τελευταῖο της βι­βλίο Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014).



		

	

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Τὸ με­λαγ­χο­λι­κὸ δί­χως ἀ­κτὴ νη­σί…]


03-kirschsarah-tomelancholiko-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Τὸ με­λαγ­χο­λι­κὸ δί­χως ­κτὴ νη­σί]

[Die düstere strandlose Insel…]


10-Taph-Chronica_Polonorum_TΟ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ δί­χως ἀ­κτὴ νη­σὶ εἶ­ναι ἐ­πί­σης τώ­ρα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ οὐ­ρά­νια τό­ξα αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ χρό­νου. Ἀ­π’ ὅ­ποι­ο πα­ρά­θυ­ρο κι ἂν τὸ κοι­τά­ξεις, κι ἐ­μεῖς ἔ­χου­με τέ­τοι­α καὶ στὰ ὀ­χτὼ ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα, βλέ­πεις τὰ βα­θυ­σκό­τει­να σύν­νε­φα τοῦ νη­σιοῦ κι ἐ­πά­νω τους κεν­τη­μέ­να τὰ συ­νή­θως δι­πλὰ οὐ­ρά­νια τό­ξα. Δρό­μοι μα­κρι­νοὶ μέ­σα στὴ θύ­ελ­λα: τὰ πό­δια μι­λοῦν γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­να­στε­νά­ζουν. Ἡ βρε­τα­νι­κὴ θά­λασ­σα, γλά­ροι, μαυ­ρό­χη­νες καὶ πά­πι­ες τοῦ πο­τα­μοῦ Eyder. Νε­κρὲς μὲ ὑ­δά­τι­να μαρ­γα­ρι­τά­ρια στὰ ὄ­μορ­φα φτε­ρά. Ράμ­φη σφη­νο­ει­δῆ μὲ χρῶ­μα πρά­σι­νο τῆς ἐ­λιᾶς καὶ με­γά­λα ρου­θού­νια, ἀ­νοι­χτο­πρά­σι­να μά­γου­λα, φτέ­ρω­μα στὸ στῆ­θος ρο­δα­λό. Ἕ­να τό­σο εὐ­γε­νι­κὸ ἀ­σπρό­μαυ­ρο ροῦ­χο φτε­ρω­τό. Δη­λη­τη­ρι­α­σμέ­νες ἀ­πὸ πε­τρέ­λαι­ο. Πλά­ϊ στὴ νε­κρὴ ἀρ­σε­νι­κὴ πά­πια φτε­ρού­γι­ζε πεν­θών­τας την μιὰ θη­λυ­κιά. Ἔ­δει­χνε κι­ό­λας ἀρ­ρω­στη­μέ­νη. Τέ­τοι­ες στιγ­μὲς μοῦ προ­κα­λοῦν ἀ­νεί­πω­τη ὀρ­γὴ ὁ ἀν­θρώ­πι­νος πα­ρα­σι­τι­σμὸς καὶ ἡ κα­τά­στα­ση στὸν πλα­νή­τη, ὀ­λι­σθη­ρὴ καὶ πά­ει λέ­γον­τας. [23-24]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Σάρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Στὸ Μίνσκ δι­α­δη­λώ­σεις δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας…]


02-kirschsarah-stominskdiadiloseisdiamartyrias-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Στὸ Μίνσκ δι­α­δη­λώ­σεις δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας]

[In Minsk Protestdemonstrationen…]


06-sΤΟ ΜΙΝΣΚ δι­α­δη­λώ­σεις δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας, ἐ­πει­δὴ δὲν ὑ­πάρ­χουν τσι­γά­ρα. Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸς στό­λος με­γά­λης ἔ­κτα­σης μὲ ἀ­ε­ρο­πλα­νο­φό­ρα κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴν Σα­ου­δι­κὴ Ἀ­ρα­βί­α. Ἐλ­πί­ζω νὰ ξέ­ρουν τί κά­νουν. Μί­α ἡ­μέ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πο­κα­λοῦν­ται Δι­ε­θνεῖς Στρα­τι­ω­τι­κὲς Ἀ­πο­στο­λές. Δὲν ἀ­στει­εύ­ον­ται μὲ τὸ πε­τρέ­λαι­ο. Φτιά­χνω κα­φέ. Ἐ­λα­φρῶς χα­μη­λὴ ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ πί­ε­ση στὶς Ἑ­βρί­δες. Ἐ­κεῖ θὰ ἤ­θε­λα νὰ πά­ω. Σὰν πέ­τρα ἀ­νά­με­σα σὲ πέ­τρες. Μά­λι­στα αὔ­ριο ἔ­χει γε­νέ­θλια ὁ Πέ­τρος Πε­τρο­νάρ­ρος.* Ἀ­γα­πη­μέ­νος ποι­η­τής. Ἀλ­λὰ τί γί­νε­ται στὸ Mariehamn;** Βορ­ρὰς ἕ­να, ὁ­μί­χλη, ἐν­νέ­α βαθ­μοί, χί­λια δε­κα­τέσ­σε­ρα ἑ­κτο­πα­σκάλ. Τὸ τσο­πα­νό­σκυ­λο καὶ ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη πη­γαί­νουν σή­με­ρα μέ­χρι τοὺς βρά­χους. Ἐ­κεῖ ποὺ ἀν­θί­ζουν βα­τό­μου­ρα. Βλέ­πει κα­νεὶς τὰ πα­λιὰ καὶ τὰ και­νούρ­για πλοῖ­α στὴν ἀ­πό­κρη­μνη ἀ­κτή. Σή­με­ρα εἶ­ναι Κυ­ρια­κή, ἔρ­χον­ται οἱ Σου­η­δοὶ με­θο­κό­ποι. Φο­ρᾶ­νε ἄ­σπρα σκου­φιὰ μὲ τὸ ὄ­νο­μα τῆς λέμ­βου. Γιὰ νὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς τὸ βρά­δυ, σὲ πε­ρί­πτω­ση ἀ­νάγ­κης, νὰ τοὺς πε­τά­ξει πά­λι ἐ­κεῖ. Στὰ βρά­χια δὲν ἔ­πε­σαν πο­τέ. Αὐ­τὸ ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει δὲν τὸ ζή­σα­με ἀ­κό­μη, λέ­ει τὸ τσο­πα­νό­σκυ­λο. [11]


* Στὸ κεί­με­νο «Stein Steinarr» (1908-1958), ὁ θε­ω­ρού­με­νος σπου­δαι­ό­τε­ρος ποι­η­τὴς τῆς Ἰσ­λαν­δί­ας. Τὸ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο με­τα­φρά­ζε­ται κα­τὰ προ­σέγ­γι­ση, γιὰ νὰ μὴ χα­θεῖ τὸ λο­γο­παί­γνιο.

** Πρω­τεύ­ου­σα τῶν νή­σων Âland, αὐ­τό­νο­μης πε­ρι­ο­χῆς τῆς Φι­λαν­δί­ας.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Πάνος Ι. Μαυρομμάτης: Κανένας Θεὸς (Καβατίνα)

 

mayrommatispanosi-kanenastheos-eikona-03


Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της


Κα­νέ­νας Θε­ὸς (Κα­βα­τί­να)


01-thitaΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ, Νί­κο μου, ἕ­νας σπου­δαῖ­ος δε­σπό­της!»

Ἔ­τσι μοῦ ‘λε­γε ἡ μά­να, μὲ κρυ­φὴ πε­ρη­φά­νια. Μὲ ξε­προ­βό­δι­ζε ἀ­πὸ τὸ χά­ρα­μα, ὅ­ταν πή­γαι­να νὰ ντυ­θῶ πα­πα­δά­κι στὴν ἐκ­κλη­σί­α τῆς ἐ­νο­ρί­ας μας. Δὲν τῆς ἔ­κα­να τε­λι­κὰ τὸ χα­τί­ρι, ὅ­πως καὶ τό­σα ἄλ­λα στὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της. Ἂν καὶ σε­βό­μουν τοὺς πα­πά­δες καὶ τὸ λει­τούρ­γη­μά τους, δὲν ἄν­τε­χα τὰ πολ­λὰ «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον», τὶς νη­στεῖ­ες, τὶς γο­νυ­κλι­σί­ες, τὰ σταυ­ρο­κο­πή­μα­τα καὶ τὶς ὑ­πο­κρι­σί­ες.

         Πο­τὲ δὲν μεί­να­με γιὰ πο­λὺ σ’ ἕ­να τό­πο. Μὲ τὶς με­τα­θέ­σεις, λό­γῳ τῆς δου­λειᾶς τοῦ πα­τέ­ρα, φι­λό­λο­γος στὸ Γυ­μνά­σιο, ἀλ­λά­ζα­με συ­χνὰ σπί­τι, σχο­λεῖ­ο καὶ φί­λους. Κά­θε με­τα­κό­μι­ση καὶ μιὰ ἐ­πώ­δυ­νη ἐμ­πει­ρί­α. Ἕ­νας ξε­ρι­ζω­μὸς ποὺ μὲ γέ­μι­ζε θλί­ψη καὶ νο­σταλ­γί­α, γιὰ τὰ πα­λιὰ λη­μέ­ρια, τοὺς χα­μέ­νους συμ­μα­θη­τὲς καὶ πρὸ παν­τὸς γιὰ κά­ποι­ες κρυ­φὰ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νες συμ­μα­θή­τρι­ες. Ἀ­πὸ τὰ σπί­τια ποὺ ἔ­ζη­σα παι­δί, ἕ­να ἔρ­χε­ται ἔν­το­να στὸ νοῦ. Εἰ­δι­κά τὰ βρά­δια με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ κου­ρα­στι­κή, στε­νά­χω­ρη μέ­ρα. Ἀ­να­δύ­ε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὴ θο­λού­ρα τοῦ μυα­λοῦ. Τὴ δι­α­περ­νᾶ καὶ τὴ δι­α­λύ­ει. Ξα­να­ζων­τα­νεύ­ουν μέ­σα μου ἄν­θρω­ποι καὶ γε­γο­νό­τα.

         Ἐ­κεῖ μέ­να­με στὸ σπί­τι τοῦ Μή­τσου τοῦ μουγ­κοῦ. Δι­κό του ἦ­ταν τὸ πα­λιὸ δι­ώ­ρο­φο. Ὁ ἴ­διος ὁ μουγ­κὸς μὲ τὴ φα­μί­λια του ἔ­με­ναν σὲ μο­νο­κα­τοι­κί­α λί­γο πιὸ πέ­ρα. Ὁ Μῆ­τσος δὲν ἦ­ταν μό­νο μουγ­κός. Ἦ­ταν καμ­πού­ρης καὶ ἄ­σχη­μος. Ἔ­μοια­ζε νὰ τὸν εἶ­χε φτύ­σει ἡ μή­τρα τῆς μά­νας του. Ὅ­μως ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κα­λό­ψυ­χος κι ἐρ­γα­τι­κός. Σὰν τὸν Κου­α­σι­μό­δο τῆς Πα­να­γί­ας τῶν Πα­ρι­σί­ων. Δὲν κα­τα­λά­βαι­να ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ πῶς ἕ­νας ἄ­σχη­μος καὶ μουγ­κὸς ἄν­θρω­πος μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει τό­σο ὄ­μορ­φες κι ἔ­ξυ­πνες κό­ρες.

         Στὸ ἰ­σό­γει­ο τοῦ πα­λιοῦ δι­ώ­ρο­φου ἔ­με­νε μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια Κρη­τι­κῶν μὲ δυ­ὸ μι­κρὰ παι­διά, πε­ρί­που συ­νο­μή­λι­κά μου. Ἐ­μεῖς κα­τοι­κού­σα­με στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο. Ἀ­πὸ τοὺς κά­τω μᾶς χώ­ρι­ζαν οἱ φα­γω­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τά­βλες καὶ τὰ μα­δέ­ρια τοῦ πα­τώ­μα­τος. Μᾶς ἕ­νω­ναν ὅ­μως τὰ τρι­ξί­μα­τα, οἱ θό­ρυ­βοι ἀ­πὸ τὰ πα­τή­μα­τα, τὰ κρε­βά­τια καὶ οἱ ὁ­μι­λί­ες. Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς τρύ­πες καὶ τὶς σχι­σμὲς τοῦ σα­νι­δώ­μα­τος, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους, ἄ­νε­τα περ­νοῦ­σαν καὶ τὰ παι­δι­κά μας δά­χτυ­λα ἢ κά­ποι­ο μα­χαι­ρά­κι. Τρό­μα­ζε τό­τε τὸ μι­κρό­τε­ρο ἀ­γό­ρι τῶν συγ­κά­τοι­κων, ὁ Μι­χά­λης, ποὺ ἦ­ταν ἀ­λα­φρο­ΐ­σκι­ω­τος κι ὅ­λο ἔ­παι­ζε μὲ τὰ χώ­μα­τα. Μα­κά­βρια παι­χνί­δια, μὲ κη­δεῖ­ες καὶ τα­φές. Ἔ­λε­γε ὅ,τι ἔπια­νε τὸ ἀ­φτί του στὴν ἐκ­κλη­σί­α, «ἐκ τοῦ κα­τὰ Ἰ­ω­άν­νην ἁ­γί­ου Εὐ­αγ­γε­λί­ου τὸ ἀ­νά­γνω­σμα πρό­σχω­μεν» μὲ κρη­τι­κὴ προ­φο­ρά. Ἔ­ψα­λε νε­κρώ­σι­μες ἀ­κο­λου­θί­ες στὰ στρα­τι­ω­τά­κια του. Τὰ ἔ­θα­βε μα­ζὶ μὲ δι­ά­φο­ρα μυρ­μήγ­κια, σκα­θά­ρια, πα­σχα­λί­τσες, τζι­τζί­κια καὶ μι­κρὲς σαῦ­ρες. Τὰ θα­νά­τω­νε καὶ τὰ κή­δευ­ε κα­τευ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­κο­λού­θη­σε αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ερ­γη κλί­ση καὶ ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πὸ πα­πα­δά­κι, κα­τέ­λη­ξε νὰ γί­νει ἐρ­γο­λά­βος κη­δει­ῶν.

         Δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει μή­νας ἀ­πὸ τὴ με­τα­κό­μι­σή μας σ’ αὐ­τὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ὅ­ταν ἕ­να φθι­νο­πω­ρι­νὸ δει­λι­νό, ἄ­γρι­ες ἄ­ναρ­θρες κραυ­γὲς κομ­μά­τια­σαν τὴν ἠ­ρε­μί­α τῆς γει­το­νιᾶς. Ἡ μά­να μου, ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος, κόν­τε­ψε ν’ ἀ­πο­βά­λει ἀ­πὸ τὴν τρο­μά­ρα. Ἀ­κου­γό­ταν κά­τι σὰν ἄ­λο­γο ἀ­γρι­ε­μέ­νο ποὺ χλι­μιν­τρί­ζει, σὰν σκυ­λὶ ποὺ τὸ σκο­τώ­νουν. Ὄ­χι σὰν ἄν­θρω­πος. Ὅ­λα τα παι­διὰ πε­τά­χτη­καν στὸ δρό­μο. «Τί ἔ­γι­νε, ρέ;» Ἀ­πὸ μι­σό­λο­γα ποὺ ἄ­κου­σαν νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν γει­τό­νισ­σες, κα­τά­λα­βαν. Ὁ μουγ­κὸς οὔρ­λια­ζε για­τί ἔ­μα­θε ὅ­τι τὸν ἄ­φη­σε ἡ γυ­ναί­κα του. Τὴν εἶ­χαν παν­τρέ­ψει μὲ τὸ ζό­ρι οἱ δι­κοί της, φτω­χὴ καὶ ὀ­μορ­φού­λα, μὲ τὸν εὐ­κα­τά­στα­το, κα­λό­ψυ­χο ἀλ­λὰ δύ­σμορ­φο μουγ­κό. Αὐ­τὸς τὴ λά­τρευ­ε. Ἔ­κα­νε δυ­ὸ κό­ρες μα­ζί της. Κου­κλί­τσες σὰν τὴ μά­να τους. Ἔ­ξυ­πνες καὶ κα­λό­ψυ­χες σὰν τὸν πα­τέ­ρα τους. Πρῶ­τες μα­θή­τρι­ες στὴν τά­ξη τους. Οἱ κό­ρες τοῦ μουγ­κοῦ μὲ τ’ ὄ­νο­μα. Οἱ ψί­θυ­ροι, σὰν ἐ­ρι­νύ­ες γύ­ρω τους, δὲν τὶς ἄγ­γι­ζαν. Σὲ λί­γους μῆ­νες φό­ρε­σαν μαῦ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας τους εἶ­χε κρε­μα­στεῖ. Ἡ κη­δεί­α ἦ­ταν βου­βὴ χω­ρὶς πα­πὰ καὶ ψάλ­τη. Σκε­φτό­μουν πὼς οὔ­τε κι ὁ θε­ὸς τὸν ἤ­θε­λε. Μό­νο ὁ Μι­χα­λά­κης τοῦ ἰ­σο­γεί­ου ἔ­δω­σε ρε­σι­τὰλ νε­κρώ­σι­μης ἀ­κο­λου­θί­ας, στὴν πα­ρέ­α τῶν ἀ­γο­ρι­ῶν, πα­ρά­με­ρα κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν κύ­ρια πομ­πή. Ἀ­πὸ τὸ στό­μα του ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρά τὸ «Καὶ εἶ­δον τὰ ὀ­στᾶ τὰ γε­γυ­μνω­μέ­να καὶ εἶ­πον, ἄ­ρα τίς ἔ­στι; Βα­σι­λεὺς ἢ στρα­τι­ώ­της; Πλού­σιος ἢ πέ­νης; Δί­και­ος ἢ ἁ­μαρ­τω­λός;»

         Ἔ­τσι, θέ­λον­τας καὶ μή, γνώ­ρι­σα τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Ἐ­κεῖ κα­τέ­λη­γαν ἀρ­γό­τε­ρα κά­ποι­ες ἀ­πὸ τὶς μα­κρι­νές μας ἐ­ξορ­μή­σεις. Στὴν ἀρ­χή μοῦ φαι­νό­ταν ἕ­νας ὡ­ραῖ­ος κῆ­πος, μὲ δέν­τρα, λου­λού­δια, δρο­μά­κια καὶ ἄ­σπρα μάρ­μα­ρα. Ἴ­σως ἕ­να κομ­μά­τι τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ὅ­που ἀ­φή­να­με τὶς ψυ­χὲς ἐ­λεύ­θε­ρες νὰ χα­ροῦν τὴ δρο­σιὰ τοῦ ξη­με­ρώ­μα­τος, τὰ κε­λα­η­δί­σμα­τα τῶν που­λι­ῶν, τὸ τρα­γού­δι τοῦ γρύ­λου ποὺ συ­νο­δεύ­ει τὸ χο­ρὸ τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν τὴ νύ­χτα. Τί­πο­τε φρι­χτό, τί­πο­τε μα­κά­βριο. Σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς βόλ­τες μας ἐ­κεῖ, εἶ­δα τὶς νε­κρο­κε­φα­λὲς καὶ κά­τι ψυλ­λι­ά­στι­κα. Μέ­χρι τό­τε ἤ­θε­λα νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ἀ­θά­να­τος καὶ ἄ­τρω­τος σὰν τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α ποὺ δι­ά­βα­ζα στὴν Ἰ­λιά­δα γιὰ παι­διά. Τὴν εἶ­χε φέ­ρει ἡ μά­να, δῶ­ρο στὴ γι­ορ­τή μου. Ὅ­ταν ἔ­μα­θα ὅ­τι καὶ ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος μου ἥ­ρω­ας, ὁ ἡ­μί­θε­ος, σκο­τώ­θη­κε, ἔ­κλα­ψα πι­κρά. Οὔ­τε αὐ­τὸς δὲν γλύ­τω­σε. Ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτο. Κα­τέ­βαι­να στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο τὸ δει­λι­νό, νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σω κα­τά­μα­τα αὐ­τὸ ποὺ φο­βό­μουν, ὅ­τι δη­λα­δὴ κι ἐ­γὼ θὰ πέ­θαι­να. Σκαρ­φά­λω­να πά­νω στὴ μάν­τρα καὶ κοί­τα­ζα μὲ ἔν­τα­ση τοὺς τά­φους. Ἔ­βα­ζα μὲ τὴ φαν­τα­σί­α μου τὸν ἑ­αυ­τό μου στὴ θέ­ση τῶν νε­κρῶν, χω­μέ­νο μὲς στὸν τά­φο. Χω­ρὶς μά­τια γιὰ νὰ βλέ­πω, ἀ­φτιὰ γιὰ νὰ ἀ­κού­ω. Μιὰ χα­ρα­μά­δα φῶς, μα­κρι­νὸς ἦ­χος καὶ ὑ­πάρ­χεις, οὔ­τε στα­γό­να φῶς, κα­νέ­νας ἦ­χος, δὲν ὑ­πάρ­χεις. Σκε­φτό­μουν. Φρί­κη μὲ πλημ­μύ­ρι­ζε. Πη­δοῦ­σα τό­τε ἀ­πὸ τὴ μάν­τρα κι ἔ­τρε­χα μα­κριὰ μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χα στὰ πό­δια μου, πρὸς τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου ποὺ ἔ­δυ­ε, νὰ μὴ μὲ προ­λά­βει κα­νέ­νας πε­θα­μέ­νος, κα­νέ­νας θά­να­τος, κα­νέ­νας θε­ὸς ἢ δαί­μο­νας, κα­νέ­να σκο­τά­δι. Προ­σπα­θοῦ­σα νὰ ἐ­ξορ­κί­σω τὸ ὑ­πέρ­τα­το κα­κὸ ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε τό­σο πρό­ω­ρα μέ­σα μου.

         Στὸ σχο­λεῖ­ο, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τοὺς φί­λους, τὰ μα­θή­μα­τα καὶ τὸν δά­σκα­λο, μὲ πα­ρη­γο­ρού­σαν καὶ μὲ ἀ­πο­μά­κρυ­ναν ἀ­πὸ τὶς ζο­φε­ρὲς σκέ­ψεις τὰ ὄ­μορ­φα πρό­σω­πα τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων συμ­μα­θη­τρι­ῶν. Τὶς κοι­τοῦ­σα μα­γε­μέ­νος. Μέ­χρι ποὺ δι­α­σταύ­ρω­να τὸ βλέμ­μα μα­ζί τους καὶ δὲν τὸ ἄν­τε­χα. Κα­τέ­βα­ζα τὰ μά­τια ἀ­μή­χα­νος, δει­λὸς καὶ ντρο­πι­α­σμέ­νος. Πῆ­ρε και­ρὸ νὰ μά­θω νὰ τὶς κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα. Εἶ­χα τὸ κου­ρά­γιο νὰ ἀ­τε­νί­ζω κα­τευ­θεί­αν τοὺς τά­φους καὶ τὸν θά­να­το. Ἦ­ταν ὅ­μως πιὸ δυ­να­τὸ καὶ ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, μέ­σα στὴν ψυ­χή, τὸ γλυ­κό, ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ βλέμ­μα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν, ποὺ ἔ­κα­νε νὰ χα­μη­λώ­νω τὴ μα­τιά μου.

         Κον­τὰ στὸ σχο­λεῖ­ο βρι­σκό­ταν ὁ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὸς χῶ­ρος ποὺ μπαι­νο­βγαί­να­με ὅ­ταν ἤ­μα­σταν παι­διά. Δὲν ὑ­πῆρ­χε γω­νιὰ ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔ­χου­με ἐ­ξε­ρευ­νή­σει. Κρυ­βό­μα­σταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ μάρ­μα­ρα μα­ζὶ μὲ τοὺς δώ­δε­κα θε­ούς. Παί­ζα­με κον­τά τους. Συγ­κρί­να­με τὰ τσου­τσού­νια μας ποὺ ἔ­θαλ­λαν μ’ ἐ­κεῖ­να τῶν σπα­σμέ­νων ἀ­γαλ­μά­των· τὰ κομ­μέ­να.

         Ἕ­να βρά­δυ τοῦ Δε­κέμ­βρη, πα­ρα­μο­νὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἐ­λευ­θε­ρί­ου, ξύ­πνη­σα ἀ­πὸ δυ­να­τὲς ὁ­μι­λί­ες καὶ ἀ­γω­νι­ώ­δεις ἀ­νά­σες τῆς γκα­στρω­μέ­νης μά­νας μας, στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο. Γεν­νοῦ­σε. Πε­τά­χτη­κα καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ δῶ ἀ­πὸ τὴν κλει­δα­ρό­τρυ­πα, χω­ρὶς νὰ τὰ κα­τα­φέρ­νω. Ἡ ἀ­γω­νί­α καὶ ἡ πε­ρι­έρ­γεια με­γά­λω­ναν. Ξύ­πνη­σε καὶ ὁ Νά­σος, ὁ μι­κρό­τε­ρος ἀ­δελ­φός. Εἴ­χα­με στη­θεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα μὲ τεν­τω­μέ­να ἀ­φτιὰ καὶ γουρ­λω­μέ­να μά­τια. Ἀ­κού­στη­κε ἕ­να δυ­να­τὸ οὐρ­λια­χτὸ τῆς μά­νας ποὺ ξέ­σχι­σε τὴ νύ­χτα καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ κλά­μα τοῦ μω­ροῦ.

         «Ἄν­τε νὰ σοῦ ζή­σει! Βγῆ­κε κι αὐ­τὸς στὸν ψεύ­τι­κο τοῦ­το κό­σμο», φώ­να­ξε ἡ μα­μὴ στὴ λε­χώ­να. Κα­τά­λα­βα. Δὲν εἶ­χε ἐκ­πλη­ρω­θεῖ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς μά­νας ποὺ ἤ­θε­λε τὸ τρί­το παι­δὶ της κο­ρί­τσι. Ἔ­μεῖς ὅ­μως ἐν­θου­σι­α­στή­κα­με ποὺ ἔμ­παι­νε καὶ ἄλ­λος στὴν πα­ρέ­α.

         Ἔ­τσι γεν­νή­θη­κε ὁ μι­κρός μας ἀ­δελ­φός, ὁ Λευ­τε­ρά­κης. Εἶ­χα κά­νει πολ­λὰ ὄ­νει­ρα γι’ αὐ­τὸν στὸ παι­δι­κὸ μυα­λό μου. Πῶς θὰ παί­ζα­με μα­ζί. Θὰ τὸν βγά­ζα­με βόλ­τα στὴν πλα­τεί­α Ἡ­ρώ­ων μὲ τὸ λι­ον­τά­ρι. Θὰ με­γα­λώ­να­με καὶ οἱ τρεῖς. Θὰ φο­ρά­γα­με μα­κριὰ παν­τε­λό­νια. Πάν­τα νὰ τὸν ἔ­χω κά­τω ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α μου. Θὰ γι­νό­ταν ὁ κα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ ὅ­λους. Ὁ μι­κρού­λης καὶ χα­ϊ­δε­μέ­νος μας. Ὁ Λευ­τε­ρά­κης ὅ­σο με­γά­λω­νε χαι­ρό­ταν καὶ ξε­καρ­δι­ζό­ταν. Ἦ­ταν ὅ­λο φι­λιὰ καὶ χά­χα­να. Εἶ­χε κά­τι δυ­να­τὰ χε­ρά­κια ποὺ ἅρ­πα­ζαν τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους καὶ δὲν τοὺς ἄ­φη­ναν μὲ τί­πο­τα. Ἐ­μεῖς πά­λι δὲν ξέ­ρα­με ποι­ός νὰ τὸν πρω­το­πιά­σει. Ὅ­ταν τὸν ἔ­γδυ­νε ἡ μά­να γιὰ νὰ τὸν ἀλ­λά­ξει, ἀ­π’ τὴ χα­ρὰ του τὴν πολ­λὴ τεν­τω­νό­ταν καὶ ὅ­πως ἦ­ταν ση­κω­μέ­νο τὸ που­λὶ του κα­του­ροῦ­σε τὰ μοῦ­τρα του. Φαι­νό­ταν ὁ πιὸ βαρ­βά­τος ἀ­π’ ὅ­λους. Στὸ σχο­λεῖ­ο τὸ μυα­λό μας ὅ­λο στὸ μω­ρό. Πό­τε θὰ σχο­λά­σου­με, νὰ πᾶ­με νὰ πα­λέ­ψου­με, νὰ τὸν χο­ρο­πη­δή­σου­με, νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψου­με. Νὰ με­γα­λώ­σει γρή­γο­ρα. Νὰ τὸν φέ­ρει ἡ μά­να μιὰ μέ­ρα στὸ σχο­λεῖ­ο, ποὺ θὰ ἔ­χου­με γι­ορ­τή. Νὰ τὸν δοῦ­νε τὰ κο­ρί­τσια τῆς τά­ξης, νὰ λι­ώ­σει ἡ καρ­διά τους ποὺ ἔ­χου­με ἕ­να τό­σο μι­κρὸ καὶ ὄ­μορ­φο ἀ­δέλ­φι.

         Σὰν νὰ εἶ­χε ἔλ­θει ἕ­νας μι­κρὸς Μεσ­σί­ας στὴν οἰ­κο­γέ­νεια. Ζού­σα­με τὶς πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νες μέ­ρες τῆς ζω­ῆς τό­τε, ἡ μά­να μᾶς ἀ­γά­πα­γε ὅ­λους, ὁ πα­τέ­ρας πά­νω στὴν ἀκ­μή του κι ἐ­μεῖς ἀ­νέ­με­λα παι­διά.

         Κά­που κά­που ἐρ­χό­ταν πε­ρα­στι­κὸς τὰ με­ση­μέ­ρια ὁ δά­σκα­λος, ὁ κύ­ριος Λιγ­κώ­νης. Ψη­λὸς μὲ με­γά­λα μαῦ­ρα μά­τια καὶ κά­τι ἀ­γα­θά, δα­σκα­λί­στι­κα κα­λαμ­πού­ρια. Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ, λέ­ει, πό­σο γρή­γο­ρα θὰ με­γά­λω­νε ὁ μι­κρός, για­τί εἶ­χε καὶ αὐ­τὸς γιὸ στὴν ἡ­λι­κί­α του. Μό­νο ποὺ ἔ­βρι­σκε τὸν δι­κό του νὰ ὑ­στε­ρεῖ στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη. Ὅ­λο ρώ­τα­γε τί τὸν τά­ι­ζε ἡ μά­να τὸν Λευ­τε­ρά­κη, νὰ ταΐ­­σουν κι αὐ­τοὶ τὸν δι­κό τους, μή­πως καὶ πα­χύ­νει. Ἔ­τσι κο­λα­κεύ­ον­ταν ὅ­λοι καὶ γι­νό­μα­σταν ἀ­κό­μα πιὸ πε­ρή­φα­νοι γιὰ τὸ μω­ρό μας.

         Δί­πλα ἔ­με­νε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ πα­πᾶ Κα­λόμα­λου. Στὴν αὐ­λὴ του ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας τε­ρά­στιος φί­κος. Τὰ κλα­διὰ του ἀγ­κά­λια­ζαν καὶ σκέ­πα­ζαν τὸ σπί­τι μας. Τὰ βρά­δια ποὺ φύ­σα­γε, ἄ­κου­γα τὸ δέν­τρο νὰ ξύ­νει τὸν τοῖ­χο δί­πλα στὸ μα­ξι­λά­ρι μου. Ζοῦ­σα μὲ τὴν ἀ­γω­νί­α μή­πως τὸ γκρε­μί­σει καὶ τὸ ξε­θε­με­λι­ώ­σει μὲ τὶς ρί­ζες του.

         Τὰ κα­λο­καί­ρια χαι­ρό­μα­σταν τὸν ἥ­λιο, τὴ θά­λασ­σα, τὴ νύ­χτα μὲ τὰ ἀ­στέ­ρια καὶ κά­θε εὐ­και­ρί­α ποὺ πα­ρου­σι­α­ζό­ταν γιὰ παι­χνί­δι. Εἴ­χα­με συ­νηθίσει αὐτὸν τὸν τόπο. ­Ἦταν γλυκὸς. Νιώθαμε λιγάκι ντόπιοι, κυρίως τὰ παιδιὰ. Ἂς γκρί­νια­ζαν οἱ γο­νεῖς κα­μιὰ φο­ρά, ἐκ­φρά­ζον­τας τὸ πα­ρά­πο­νο καὶ τὴ μο­να­ξιὰ τῶν ξέ­νων. Τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ αὐ­τό­χθο­νος, ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων, τὴν ἐ­νί­σχυ­ε ὁ Λευ­τε­ρά­κης ποὺ ἦ­ταν γεν­νη­μέ­νος σ’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο.

         Οἱ μέ­ρες τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἦ­ταν με­γά­λες καὶ ζε­στές. Τὸ χά­ρα­μα ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὶς πέν­τε τὸ πρω­ί. Μὲ ξύ­πνα­γε ἡ μά­να, βα­θιὰ θρη­σκευ­ό­με­νη, νὰ πά­ρω τοῦ ἥ­λιου τὸ δρό­μο, νὰ ντυ­θῶ πα­πα­δά­κι πρῶ­τος-πρῶ­τος στὸν Προ­φή­τη Ἠ­λί­α. Γι­όρ­τα­ζε ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες. Ἀ­πὸ τὴ βι­α­σύ­νη νὰ φτά­σω πρῶ­τος, φό­ρε­σα τὸ φα­νε­λά­κι ἀ­νά­πο­δα. Τί γρου­σου­ζιὰ κι αὐ­τή! Με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι δὲν ξα­να­φό­ρε­σα τὰ ἄμ­φια.

         Τὸ βρά­δυ, τὸ φῶς χα­νό­ταν με­τὰ τὶς ὀ­χτώ, μὲ τὸν Ἀ­πο­σπε­ρί­τη. Αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα γυ­ρί­ζα­με στὸ σπί­τι, κα­τά­κο­ποι ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Τσα­λα­βου­τού­σα­με ὧ­ρες κο­λυμ­πών­τας σὰν τοὺς σκύ­λους. Κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς.

         Ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα εἶ­χα κά­νει δυ­ὸ μπά­νια, κρυ­φά, ἕ­να τὸ πρω­ὶ κι ἕ­να το ἀ­πό­γευ­μα. Γύ­ρι­ζα ψό­φιος καὶ λυσ­σα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν πεί­να. Μπῆ­κα στὸ σπί­τι σι­γὰ σι­γά, νὰ μὴν ξυ­πνή­σω τὸ μω­ρό. Ὅ­μως στὴν κού­νια ὁ Λευ­τε­ρά­κης σπαρ­τα­ροῦ­σε. Σπαρ­τα­ροῦ­σε σὰν ψά­ρι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ἄ­κου­σα τὴ μά­να νὰ φω­νά­ζει:

         «Ἄχ, Πα­να­γιά μου, σπα­σμοὺς κά­νει τὸ μω­ρό μου, βο­ή­θη­σέ μας! Νί­κο, παι­δί μου, τρέ­ξε γρή­γο­ρα στὸ για­τρό, γρή­γο­ρα νὰ ἔρ­θει, νὰ τὸ προ­λά­βου­με!» Βρέ­θη­κα ἀ­στρα­πια­ῖα στὴ γω­νί­α τοῦ φούρ­νου. Ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το φρε­νά­ρι­σε ἀ­πό­το­μα μπρο­στά μου. Με­τὰ στὴν Ἠ­λε­κτρι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α. Στὸ δη­μό­σιο δρό­μο. Ἔ­φτα­σα στὸ σπί­τι τοῦ για­τροῦ ὅ­σο μπο­ροῦ­σα τα­χύ­τε­ρα, λα­χα­νι­α­σμέ­νος.

         «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, θέ­λου­με τὸν κύ­ριο Σω­τη­ρί­ου, γρή­γο­ρα στὸ σπί­τι μας. Τὸν για­τρό. Τώ­ρα ἀ­μέ­σως. Εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας. Κά­νει σπα­σμούς.»

         Γυ­ρί­σα­με πί­σω στὸ σπί­τι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τοῦ για­τροῦ. Πε­ρί­με­να σὲ μιὰ γω­νιά, πε­λιδ­νὸς ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α. Με­τὰ μὲ μιὰ συν­τα­γὴ στὸ χέ­ρι ἔ­φυ­γα τρε­χά­λα γιὰ τὸ φαρ­μα­κεῖ­ο. Στὸ δρό­μο μο­νο­λο­γοῦ­σα πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος στὸ ἄγ­χος. Προ­σευ­χό­μουν:

         «Κρά­τα ἀ­δελ­φά­κι μου κα­λό. Θε­ού­λη μου, φύ­λα­ξέ το μας.»

         Τὸ φαρ­μα­κεῖ­ο ἦ­ταν κλει­στό. Γαν­τζώ­θη­κα στὴν πόρ­τα. Χτύ­πη­σα μὲ δύ­να­μη. Ἐ­πι­τέ­λους ἄ­κου­σαν. Τρέ­χον­τας στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ πά­λι ψι­θύ­ρι­ζα. Ἔ­δι­να κου­ρά­γιο στὸν ἑ­αυ­τό μου, νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει: «γρή­γο­ρα τὶς ἐ­νέ­σεις στὸ σπί­τι, γρή­γο­ρα, Νί­κο, νὰ γλυ­τώ­σεις τὸ ἀ­δελ­φά­κι σου, ἀ­πὸ σέ­να κρέ­με­ται ὁ Λευ­τε­ρά­κης, πρό­σε­χε τὸ δρό­μο, πρέ­πει νὰ γλι­τώ­σει τὸ μω­ρό μας…».

         Με­τά, τὰ δυ­ὸ με­γα­λύ­τε­ρα παι­διά, τὸν Νά­σο καὶ μέ­να, μᾶς πῆ­ρε νὰ κοι­μη­θοῦ­με στὸ σπί­τι της ἡ γει­τό­νισ­σα, ἡ πα­πα­διά. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μά­να μὲ τὸ μι­κρὸ στὴν ἀγ­κα­λιὰ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τοῦ για­τροῦ.

         Τὸ σπί­τι ἔ­μει­νε γιὰ μιὰ νύ­χτα ἔ­ρη­μο μὲ τὸ φί­κο. Κοι­μη­θή­κα­με βα­θιά, χω­ρὶς νὰ βγά­λου­με τὰ ροῦ­χα μας. Ση­κώ­θη­κα νω­ρὶς τὸ πρω­ί. Ρό­δι­νος ὁ κα­λο­και­ρι­νὸς οὐ­ρα­νός, σὲ γέ­μι­ζε αἰ­σι­ο­δο­ξί­α. Ἁ­πλω­νό­ταν μιὰ γα­λή­νη, ὅ­πως με­τὰ τὸν κα­τα­κλυ­σμό. Μό­νο ἡ πα­πα­διὰ ἦ­ταν ὄρ­θια κι ἑ­τοί­μα­ζε τὸ γά­λα. Δὲν τολ­μοῦ­σα νὰ τῆς μι­λή­σω. Ξε­περ­νών­τας τοὺς δι­σταγ­μούς μου μπό­ρε­σα νὰ ψελ­λί­σω: «Τί ἔ­γι­νε;»

         «Πι­ὲς τὸ γά­λα σου. Γύ­ρι­σαν», ἀ­κού­στη­κε σι­γα­νὴ ἡ φω­νὴ τῆς πα­πα­διᾶς καὶ κα­τέ­βη­κε στὸν κῆ­πο.

         Ξύ­πνη­σε καὶ ὁ Νά­σος. Πλύ­να­με τὰ πρό­σω­πά μας μὲ δρο­σε­ρὸ νε­ρό. Μέ­σα στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς φά­νη­κε ὁ πα­τέ­ρας, χλω­μός, κου­ρα­σμέ­νος. Μᾶς πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι, ἀ­κού­στη­κε ἥ­συ­χη ἡ φω­νή του, θαμ­πή, πρω­ι­νή.

         «Ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας πέ­θα­νε.»

         «Τί;… Πέ­θα­νε;…»

         Ἡ καρ­διὰ χτύ­πα­γε ὅ­λο καὶ πιὸ ἀρ­γά. Τὸ σπί­τι μας ἥ­συ­χο. Ἡ πόρ­τα ἀ­νοι­χτή. Χλω­μὸ φῶς καὶ σι­ω­πή.

         Στὴ μέ­ση τοῦ δω­μα­τί­ου ποὺ γεν­νή­θη­κε, ξα­πλω­μέ­νο μὲς στὴν κού­νια του, ἀν­τί­κρι­σα τὸ ἀ­δελ­φά­κι μας. Ἀ­κί­νη­το, ἤ­ρε­μο, κά­τα­σπρο, σὰν νὰ κοι­μό­ταν. Ἔ­κα­νε συν­τρο­φιὰ στὴ μά­να μας ποὺ ἔ­κλαι­γε ἥ­συ­χα ἥ­συ­χα. Σὰν νὰ μὴν ἤ­θε­λε, σὰν νὰ φο­βό­ταν νὰ τὸ ξυ­πνή­σει.

         Τὸ κρα­τή­σα­με κον­τά μας, κοι­τά­ζον­τάς το, βου­βά, ἴ­σα μὲ τὸ με­ση­μέ­ρι. Στὴν ἐκ­κλη­σί­α τὸ φι­λή­σα­με γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Εἶ­χε δρο­σί­σει τὸ μέ­τω­πό του. Ἑ­φτὰ-ὀ­χτὼ ἄν­θρω­ποι ἀ­κο­λου­θή­σα­νε στὸν τό­πο ὅ­που εἶ­χαν φέ­ρει τὸν Μῆ­τσο τὸν μουγ­κὸ πρὶν ἀ­πὸ και­ρό.

         Πε­ρά­σα­με πί­σω ἀ­πὸ τὰ σχο­λεῖ­α, μὲ τὸ μω­ρὸ τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἄ­σπρο σεν­τό­νι, στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μά­νας. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ. Δι­α­βή­κα­με μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ μέ­ρος ποὺ μα­ζευ­ό­μα­σταν νὰ πε­τά­ξου­με χαρ­τα­ε­τοὺς τὴν Κα­θα­ρὰ Δευ­τέ­ρα. Πή­ρα­με τὸν ἔ­ρη­μο δρό­μο μὲ τὶς πι­κρο­δάφ­νες κι ἀ­πὸ κεῖ τὸ σκο­τει­νὸ μο­νο­πά­τι μὲ τὰ κυ­πα­ρίσ­σια ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ κοι­μη­τή­ριο. Ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης, φί­λος τοῦ πα­τέ­ρα, εἶ­χε συ­νεν­νο­η­θεῖ ν’ ἀ­νοί­ξουν ἕ­να παι­δι­κὸ τά­φο.

         Ὅ­ταν γυ­ρί­σα­με, ἡ πα­πα­διὰ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ψά­ρι. Δὲν μπο­ρέ­σα­με νὰ φᾶ­με. Δὲν κα­τέ­βαι­νε τί­πο­τα.

         Μεί­να­με μό­νοι.

         Τὰ δά­κρυ­α τε­λεί­ω­σαν.

         Χτύ­πη­σε ἡ πόρ­τα. Ἦ­ταν ὁ δά­σκα­λος, ὁ κύ­ριος Λυγ­κώ­νης, πε­ρα­στι­κὸς ὅ­πως πάν­τα ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα, μ’ ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει.

         «Γειά σας, τί μοῦ κά­νε­τε; Ὁ Λευ­τε­ρά­κης; Ποῦ…»

         Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας, ἀν­τὶ γιὰ ἀ­πάν­τη­ση ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει μ’ ἕ­να ἀ­να­φιλ­λη­τὸ πα­ρά­ξε­νο, σὰν τοῦ Λι­γνοῦ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Χω­ρὶς δά­κρυ­α.                   Δὲν τὸν εἴ­χα­με ξα­να­δεῖ νὰ κλαί­ει. Ὅ­λοι ἤ­μα­σταν ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τοι. Ἐκ­μη­δε­νι­σμέ­νοι. Καὶ ὁ θρῆ­νος μας μα­ζί.

         Ὁ δά­σκα­λος, πά­γω­σε τὸ χα­μό­γε­λό του, ἔ­μει­νε ψη­λός, με­τέ­ω­ρος, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος, με­τὰ δι­πλώ­θη­κε σ’ ἕ­να λυγ­μὸ κι αὐ­τὸς τό­σο ἀ­στεῖ­ο μέ­σα στὴν ἄ­φα­τη θλί­ψη, τό­σο ὑ­περ­βο­λι­κό, ποὺ ἀν­τὶ νὰ μᾶς πα­ρη­γο­ρή­σει με­γά­λω­σε τὴν ὀ­δύ­νη.

         Ἤ­θε­λα τό­τε νὰ φτιά­ξω ἕ­να λυ­πη­μέ­νο τρα­γού­δι νὰ θρη­νεῖ μὲ σπα­ραγ­μὸ τὰ χα­μέ­να μι­κρὰ παι­διὰ καὶ τὸν μι­κρού­λη μας τὸν Λευ­τε­ρά­κη, ποὺ χθὲς ἦ­ταν καὶ σή­με­ρα δὲν εἶ­ναι πιά. Νὰ κλαί­ει γι’ αὐ­τὸν τὸν θά­να­το μέ­χρι τὸ τέ­λος καὶ τῆς δι­κῆς μου ζω­ῆς.

         Τὸ βρα­δά­κι, τὰ δυ­ὸ ἀ­δέλ­φια κα­τε­βή­κα­με, πι­α­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, μέ­χρι τὴ γω­νί­α καὶ γυ­ρί­σα­με. Δὲν εἴ­χα­με κου­ρά­γιο νὰ δοῦ­με τ’ ἄλ­λα παι­διά. Εἴ­πα­με μό­νο: «Πά­ει ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας».

         Πη­γαί­να­με συ­χνά το κα­λο­καί­ρι στὰ μνή­μα­τα. Δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ μὴν κλά­ψου­με.

         Τὸν ἄλ­λο χρό­νο φύ­γα­με ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πό­λη.

         Ὁ Λευ­τε­ρά­κης ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ γιὰ πάν­τα.

         Δὲν τοῦ χα­ρί­στη­κε οὔ­τε ὁ τό­πος οὔ­τε ὁ χρό­νος.

         Κα­νέ­νας θε­ός.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἐν­νέ­α μύ­θοι καὶ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι (δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, ἰδι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2015).

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Αθήνα, 1945). Ποίηση, διήγημα, παραμύθι. Σπού­δασε Νευρολογία, Ψυχιατρικὴ μὲ ἐξειδίκευση στὴν παιδονευρολογία. Ἐρ­γά­στηκε τριάντα χρόνια στὸ νοσοκομεῖο Παίδων Ἀθηνῶν Π. & Ἀ. Κυρι­α­κοῦ. Ἔχει γράψει διηγήματα, ποιήματα καὶ παραμύθια. Βιβλία του: Εννέ­α μύ­θοι κι ένα παραμύθι (διηγήματα, εκδ. Ἐριφύλη, 2007) και Ἀναρχικὲς ἀ­ναφορὲς ἐπὶ ἡμικλάστων κολλῶν (διηγήματα, 2015). Κείμενά του ἔχουν δη­μο­σιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ, ἐφημερίδες καὶ παρουσιάστηκαν στὸ ρα­διόφωνο.



		

	

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ: Σά­ρα Κίρς: Ἡ ἁ­πλὴ ζω­ή


4.1.1

.

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ

.

Σά­ρα Κίρς:

Ἡ ἁ­πλὴ ζω­ή

.

Präludium γιὰ τὴν Sarah Kirsch

.

«KIRSCH» ση­μαί­νει πο­τὸ ἀ­πὸ κε­ρά­σι. Πο­τὸ ἁ­ψὺ μὲ ἔν­το­νη γεύ­ση καὶ ἔν­το­νο χρῶ­μα, ἢ μᾶλ­λον σύμ­φυρ­ση πολ­λῶν ἔν­το­νων χρω­μά­των, ὅ­πως ἡ ποί­η­ση, ἡ γρα­φὴ τῆς Sarah Kirsch (Σά­ρα Κίρς, 1935-2013). Εἶ­ναι ἀ­κό­μη τὸ ἐ­πώ­νυ­μο τοῦ συ­ζύ­γου της, τοῦ ποι­η­τῆ Rainer Kirsch, τὸ ὁ­ποῖ­ο (γεν­νη­μέ­νη Bernstein) κρά­τη­σε με­τὰ ἀ­πὸ τὸν χω­ρι­σμό τους, τὸ 1968. Ψευ­δω­νυ­μι­κὸ εἶ­ναι καὶ τὸ «Sarah», στὴ θέ­ση τοῦ «Ingrid», στὴ μνή­μη τῶν Ἑ­βραί­ων, τῶν θυ­μά­των τοῦ Ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος· ἀν­τί­δρα­ση καὶ στὸ ἀν­τι­ση­μι­τι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὅ­που με­γά­λω­σε. Τὴν πα­ρα­τη­ρῶ, τὴν δι­α­βά­ζω καρ­κι­νι­κά, ἀ­πὸ τὸ τέ­λος πρὸς τὴν ἀρ­χή, καὶ δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι ὅ­λα στὴ γρα­φή της προ­οι­κο­νο­μοῦν­ται ἢ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­ται, χω­ρὶς τέ­λος καὶ χω­ρὶς ἀρ­χή. Χῶ­ρος καὶ χρό­νος ἑ­νο­ποι­οῦν­ται καὶ ἀλ­λη­λο­κα­ταρ­γοῦν­ται. Ἂς τὸ πῶ συγ­κε­κρι­μέ­να.

       Ὡ­ρί­μα­σε ὡς ποι­ή­τρια στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου, ὅ­που ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε τὸ 1968. Μί­α δε­κα­ε­τί­α ἀρ­γό­τε­ρα, με­τὰ ἀ­πὸ τὴν «ὑ­πό­θε­ση Biermann», ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὶς Ἀρ­χὲς τὴν ἄ­δεια νὰ πε­ρά­σει στὴν «ἀ­πέ­ναν­τι» πλευ­ρά. Ἡ ἀ­πό­δρα­σή της, τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν γε­νε­θλί­ων τοῦ Goethe, ἀ­πὸ τὸν ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ χῶ­ρο ποὺ τὴν ἔ­θρε­ψε, ἔ­χει ἕ­να ἀ­πο­λύ­τως δι­ευ­ρυ­μέ­νο πο­λι­τι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο. Ἐ­χθρός της δὲν εἶ­ναι ὁ κά­θε λο­γῆς –ι­σμός, τό­κος τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ, ἀλ­λά, miserabile dictu, ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος, ὁ ἀ­πε­ρί­σκε­πτος, κου­φό­νους λή­σταρ­χος τοῦ οἴ­κου του. Νέ­ο τεῖ­χος, ἀ­πόρ­θη­το, ἀ­δι­ά­τρη­το. Ἀ­πέ­ναν­τι στὸ κα­τὰ συρ­ρο­ὴν φο­νι­κὸ ἔ­χει καὶ ἡ Kirsch, ἡ ἔλ­λο­γη ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιά, τὰ δι­κά της ὅ­πλα, τὴν ὑ­πέ­ρυ­θρη γρα­φὴ ποὺ τρυ­πᾶ καὶ κα­τα­λύ­ει τὰ σκο­τά­δια. Τὸ 1993, στὴν ἀ­πο­νο­μὴ λο­γο­τε­χνι­κοῦ βρα­βεί­ου στὸ Goethehaus στὴν Βα­ϊ­μά­ρη, εἶ­πε, ἀν­τὶ εὐ­χα­ρι­στή­ριας ὁ­μι­λί­ας, ὅ­τι τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει, εἶ­ναι νὰ γρά­φει ποι­ή­μα­τα καί, κα­τὰ βά­ση, «kleine Prosa», «μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα». Ἡ σύ­νο­ψη τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας της συ­να­ριθ­μεῖ 736 σε­λί­δες, ἰ­σά­ριθ­μη μὲ τοὺς δε­κά­δες ποι­η­τι­κοὺς κύ­κλους. Ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση ποί­η­σης καὶ πρό­ζας. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἰ­πώ­θη­κε ἄ­κρως συ­νο­πτι­κά: Der «Sarah-Sound». Ἀ­πὸ τί συ­νί­στα­ται αὐ­τὸς ὁ «ἦ­χος»; Ἀ­πὸ «στί­χους καὶ θαύ­μα­τα»: βο­ρει­ο­γερ­μα­νι­κὴ δι­ά­λε­κτος, ἀρ­χα­ϊ­κὲς ἐκ­φρά­σεις, ἱ­στο­ρι­κοὶ καὶ πα­ρα­μυ­θη­τι­κοὶ ραν­τι­σμοί· ἀ­πο­στρο­φές, γλωσ­σι­κὰ παι­γνί­δια καὶ πί­να­κες. Λέ­ξεις ὑ­δά­τι­νες, λέ­ξεις γογ­γυ­σμοί, πα­φλα­σμοὶ κυ­μά­των, τι­τι­βί­σμα­τα καὶ ψι­θυ­ρι­σμοὶ μὲ ἐ­νερ­γεια­κὴ δύ­να­μη ἡ­φαι­στεί­ου ἢ κυ­κλώ­να ποὺ δὲν θὰ ξε­σπά­σουν. Οἱ ἐ­κρή­ξεις γί­νον­ταν τό­τε ποὺ πολ­λοὶ σι­ω­ποῦ­σαν ἢ μι­λοῦ­σαν ἀλ­λη­γο­ρι­κά, στὸ πε­ρί­κλει­στο Τεῖ­χος. Τὸ 1974 ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Pantherfrau (Γυ­ναί­κα πάν­θη­ρας). Ἐ­κεῖ πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο πέ­ταγ­μα τῶν γλά­ρων καὶ βρυ­χᾶ­ται σὰν τί­γρη, βέ­βαι­η ὅ­τι οἱ γλά­ροι κα­τα­λα­βαί­νουν τὸν βρυ­χηθ­μό. Τό­τε αἰ­σθα­νό­ταν μό­νη, ἀλ­λὰ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ βρυ­χηθ­μὸς τῆς ἐ­ξό­δου ἔ­γι­νε ὁ­μα­δι­κός: Wolf Biermann, Reiner Kunze, Günter Kunert, Sarah Kirsch, Jurek Becker, Erich Loest, Thomas Brasch. Ἡ με­τα­φύ­τευ­ση τῆς ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιᾶς.

       Ἡ ἀ­πό­λυ­τη συ­νέ­πεια στὴ θε­ω­ρί­α καὶ τὴν πρά­ξη. Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle κι ἔ­γρα­ψε «βι­ο­λο­γι­κὰ» ποι­ή­μα­τα καὶ μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα μὲ με­λά­νι σέ­πια (σου­πιᾶς) καὶ πα­λαι­ο­μο­δί­τι­κη πέν­να. Ἀ­φή­γη­ση κου­βεν­τια­στή, ὅ­πως ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ κα­νεὶς μὲ τὰ που­λιά, τὰ κα­τοι­κί­δια καὶ τὰ ζῶ­α τοῦ δά­σους. Ἔ­τσι συ­νέ­θε­σε, ὅ­πως πε­ρι­γρά­φει ὡς θαυ­μα­στὸ ἐ­πί­τευγ­μα, ὁ Beethoven τὴν «Ποι­με­νι­κὴ Συμ­φω­νί­α» του: «Δὲν τὴν ἔ­γρα­ψα ἐ­γώ, ἀλ­λὰ τὰ που­λιά.» Πε­ρί­που ὅ,τι συμ­βαί­νει στὸν κύ­κλο Erdreich (Βα­σί­λει­ο τῆς γῆς, DVA 1982, 80):


Εἶ­δα στὸν ὕ­πνο μου ἕ­να που­λὶ δυ­ὸ πό­δια ψη­λό

Κα­θό­ταν στὸν δε­ξιὸ στῦ­λο

Τῆς δί­φυλ­λης πόρ­τας

Στὸ δι­α­λυ­μέ­νο ἀ­πὸ και­ρὸ ὑ­πο­στα­τι­κὸ

Τοῦ μυ­στα­κο­φό­ρου σὰν τὴ φώ­κια παπ­ποῦ μου.

Βλέ­πεις! μοῦ εἶ­πε κα­θὼς βγῆ­κα

Καὶ ἤ­χη­σε κά­πως ἐ­πι­τι­μη­τι­κά

Ἐ­νῶ ἐ­γὼ ἤ­μουν χα­ρού­με­νη ποὺ εἶ­δα καὶ κα­τά­λα­βα.

                  («Ablösung», «Ἀ­πο­κο­πή», σελ. 80)


Οἱ τί­τλοι τῶν κυ­ρι­ό­τε­ρων ἔρ­γων της εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κοὶ τοῦ φυ­σι­κοῦ προ­σα­να­το­λι­σμοῦ της: Landaufenthalt (Ὑ­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), Rückenwind (Νω­τια­ῖος ἄ­νε­μος, 1976), Wintergedichte (Χει­μω­νι­ά­τι­κα ποι­ή­μα­τα, 1978), Schneewärme (Θέρ­μη χι­ο­νιοῦ, 1989), Das simple Leben (Ἡ ἁ­πλὴ ζω­ή, 1994), Schwanenliebe (Κύ­κνει­ος ἔ­ρως, 2001). Ἔ­δω­σε πί­σω στὸν κό­σμο τὸν χα­μέ­νο ρυθ­μό. Καὶ ἂν αὐ­τὸ ἀ­κού­γε­ται ὑ­περ­βο­λι­κό, ἂς πι­στω­θεῖ στὸν προ­ο­ρι­σμὸ τοῦ ποι­η­τῆ, στὸν Friedrich Hölderlin, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, στὸν ὁ­ποῖ­ο χρω­στοῦν ὅ­λοι. Συλ­λέ­κτρια, για­τί ὄ­χι, θραυ­σμά­των τῆς γλώσ­σας, ὅ­πως εἶ­ναι ὁ προ­ο­ρι­σμὸς ὅ­λων τῶν ἀ­λη­θι­νῶν ποι­η­τῶν. Κά­πως ἔ­τσι ἐν­νό­η­σε ὁ ρο­μαν­τι­κὸς Heinrich von Kleist τὴν Σπα­σμέ­νη στά­μνα (Der zerbrochne Krug, 1811). Ἕ­να θρυμ­μα­τι­σμέ­νο καὶ ριγ­μέ­νο σὲ κομ­μά­τια στὰ πέ­ρα­τα τῆς Γῆς ἀγ­γεῖ­ο. Ὁ ποι­η­τὴς εἶ­ναι γέν­νη­μα τῆς με­τὰ τὴν Βα­βὲλ ἐ­πο­χῆς, ποὺ δὲν μπό­ρε­σε ὡ­στό­σο νὰ ἐμ­πο­δί­σει κα­μί­α κα­τα­στρο­φή. Σὲ αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν πλή­ρη ἀ­δυ­να­μί­α του, στὴν πε­ριτ­το­λο­γί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου ποὺ λέ­γε­ται γρα­φή, κρύ­βε­ται πα­ρα­δό­ξως ἕ­να πο­λύ­τι­μος προ­ο­ρι­σμός. Ἡ Kirsch αὐ­το­χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται «νη­φά­λια χρο­νι­κο­γρά­φος τοῦ τέ­λους τῆς ἱ­στο­ρί­ας». Οἱ λοι­πὲς δι­α­κη­ρύ­ξεις εἶ­ναι «στά­χτη στὰ μά­τια τοῦ κό­σμου». Ὅ­μως, αὐ­τὸ τὸ «τί­πο­τε» εἶ­ναι ὁ πυ­ρή­νας τοῦ πο­λι­τι­κοῦ λό­γου. Ἐ­κεῖ κα­τοι­κεῖ τὸ «politikon zoon», χω­ρὶς νὰ μοι­ρά­ζε­ται σὲ πρό­σω­πο καὶ ἄ­το­μο, ἄν­θρω­πο καὶ πο­λί­τη. Ὁ κό­σμος τό­τε μπο­ρεῖ νὰ φω­λιά­σει σὲ ἕ­ναν στί­χο, ὅ­πως χώ­ρε­σαν σὲ ἕ­να χο­ρι­κὸ τοῦ Σο­φο­κλῆ ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης πο­ρεί­ας καὶ τὸ «δει­νόν», με­τὰ τὰ φυ­σι­κά, ἐ­ρώ­τη­μα γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. Τὸ ἐ­πι­κὸ ποί­η­μα ἢ πε­ζο­τρά­γου­δο τοῦ W.G. Sebald Nach der Natur (Ἐκ τοῦ φυ­σι­κοῦ, 1988) θέ­τει τοὺς ἴ­διους ὅ­ρους εὐ­θύ­νης τοῦ πο­λί­τη καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ. Ἡ Sarah Kirsch τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ Friedrich-Hölderlin-Preis (1984) καὶ Georg-Büchner-Preis (1996), ἀ­πὸ τὰ σπου­δαι­ό­τε­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α στὸν γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο.

 

Das simple Leben. Μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα με­τα­ξὺ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας


Τὸ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα ὡς ἐ­πεί­γου­σα δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ εἴ­δη­ση σὲ μορ­φὴ ἡ­με­ρο­λο­για­κή, χρο­νο­λο­γι­κή: «θε­ω­ρί­α τοῦ Χά­ους», ὅ­πως τὴν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἡ Kirsch. Στὸ χά­ος ὁ­δη­γεῖ, λό­γου χά­ρη, τὸ τρο­μο­κρα­τι­κὸ χτύ­πη­μα στὴν Χά­ϊ­φα, στὶς 4 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003, ὅ­που ἔ­χα­σαν τὴ ζω­ή τους δέ­κα ἄν­θρω­ποι. Ἡ 4η Ὀ­κτω­βρί­ου ἑ­ορ­τά­ζε­ται ὡς Ἡ­μέ­ρα Συμ­φι­λί­ω­σης (Versöhnungstag). Τὸ 2002, δέ­κα τρί­α χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πτώ­ση τοῦ Τεί­χους, γρά­φει σὲ ἕ­να ποι­η­τι­κὸ χρο­νι­κό, δο­μη­μέ­νο ὡς ται­νί­α ἐ­πει­σο­δί­ων, γιὰ ἕ­ναν ἐ­πι­δέ­ξιο Νο­έμ­βρη ποὺ φύ­ση­ξε καὶ σή­κω­σε τὸ Τεῖ­χος, ἀ­φοῦ οἱ «Machthaber», οἱ ἔ­χον­τες τὴν ἐ­ξου­σί­α, «ἦ­ταν ἀ­νί­κα­νοι νὰ δι­α­τυ­πώ­σουν κά­τι», δηλ. μί­α ἁ­πλὴ συν­τα­κτι­κὰ πρό­τα­ση πα­ρα­δο­χῆς τοῦ τέ­λους. Τὸ τεῖ­χος «πέ­τα­ξε» μὲ τοὺς γλά­ρους, κα­ταρ­γών­τας ὅ­λους τοὺς νό­μους τῆς ἰ­δε­ο­λο­γι­κῆς βα­ρύ­τη­τας. Στὸν κύ­κλο σύν­το­μων ἀ­φη­γη­μά­των μὲ τί­τλο Φλη­να­φή­μα­τα κο­ρά­κων (Krähengeschwätz, 2010) ἡ Kirsch δι­α­τυ­πώ­νει πο­λι­τι­κὲς πα­ρα­τη­ρή­σεις ὡς συ­ναί­σθη­ση ποι­η­τι­κή. Τὰ φλη­να­φή­μα­τα τῶν κο­ρά­κων δὲν εἶ­ναι κά­ποι­α ἀ­με­λη­τέ­α πο­λυ­λο­γί­α· στο­χεύ­ουν, ὑ­πὸ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ κό­ρα­κος ὡς ἀρ­χαί­ου καὶ χρι­στι­α­νι­κοῦ συμ­βό­λου τῆς φω­τιᾶς καὶ τῆς Θεί­ας Πρό­νοι­ας, στὶς κα­λὲς καὶ ἄ­σχη­μες ὄ­ψεις τῆς φύ­σης (συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης). «Οἱ με­γα­λο­φυ­ΐ­ες», λέ­ει ἡ Kirsch, «ἔ­χουν συ­χνὰ κα­κὴ μνή­μη» (Michael Braun, «”Alles ist auffindbar in meinen Spuren” Zum 75. Geburtstag der Dichterin Sarah Kirsch». Περ. Die politische Meinung, 485, 2010, 69-72). Αὐ­τὴ ἡ σύν­το­μη γρα­φή, μὲ τὴν ἐ­κρη­κτι­κό­τη­τα τῆς πυ­κνῆς γό­μω­σης, ὄ­χι μό­νο συν­τη­ρεῖ τὴ μνή­μη, ἀλ­λὰ τὴν προ­οι­κο­νο­μεῖ στὴν ἐ­περ­χό­με­νη δεί­νω­ση τοῦ κό­σμου. Ὅ­πως τὸ «ἔσ­σε­τ’ ἦ­μαρ…» τοῦ Ὁ­μή­ρου.


Στὴν ἄκρη τοῦ δάσους: ἡ Sarah Kirsch τὸ Καλοκαίρι τοῦ 1999 στὴ γενέτειρά της στὸ Limlingerode. Φωτογραφία: Federico Gambarini.

Στὴν ἄκρη τοῦ δάσους: ἡ Sarah Kirsch τὸ Καλοκαίρι τοῦ 1999 στὴ γενέτειρά της στὸ Limlingerode. Φωτογραφία: Federico Gambarini.

Das simple Leben. Τί­τλος ἁ­πλός, κα­θη­με­ρι­νὸς ὅ­σο καὶ ἀ­με­τά­φρα­στος, συγ­γε­νι­κὸς πάν­τως μὲ αὐ­τὸν τοῦ Sebald. Χω­ρὶς εἰ­δο­λο­γι­κὴ ἔν­δει­ξη: προ­σω­πι­κὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, χρο­νο­γρά­φη­μα, κε­κα­λυμ­μέ­νη πρό­ζα ἢ ποί­η­ση. «Ἁ­πλή», τρό­πος τοῦ λέ­γειν, εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ τῆς Kirsch με­τὰ ἀ­πὸ τὸν «ἐκ­πα­τρι­σμό» της τὸ 1977. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme, στὶς ὄ­χθες τῶν πο­τα­μῶν Eyder (Eider) καὶ Tielenau, τοῦ κρα­τι­δί­ου Schleswig-Holstein στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Μα­ζί της εἶ­χε τὸν γιό της Μω­ϋ­σή (1969), τὸν φί­λο της Ἀμ­βρό­σιο, συν­θέ­τη, τὴ γά­τα Anna Blume, τὸν γα­ϊ­δα­ρά­κο Bosch, τὸν σκύ­λο Schumann, τὸν Jonathan, τὸ πρό­βα­το, χω­ρὶς νὰ ἐ­ξαι­ροῦν­ται τὰ που­λιά, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Συ­νεκ­δο­χὴ τῆς Κι­βω­τοῦ τοῦ Νῶ­ε. Σὰν βι­βλι­κὴ ἐ­πα­νεγ­γρα­φὴ καὶ προ­α­ναγ­γε­λί­α ἑ­νὸς τέ­λους. Ἐ­κεῖ, λέ­ει ἡ Kirsch, δὲν θὰ εἶ­χαν θέ­ση ὁ Günter Grass, ὁ Peter Handke, ἡ Christa Wolf.

       Ἠ­θε­λη­μέ­νη ἀ­πο­μό­νω­ση ἀλ­λὰ καὶ μά­τι ἄ­γρυ­πνο ποὺ πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ «γυ­ά­λι­νο μοῦ­τρο» σχο­λι­ά­ζον­τας μὲ πέν­να λε­πτὴ ὅ­σο καὶ εὐ­αί­σθη­τη, δη­λα­δὴ ποι­η­τι­κὴ δι­ά­θε­ση εὐ­ε­ρέ­θι­στη, τὰ γε­γο­νό­τα σὲ ὅ­λον τὸν πλα­νή­τη. Ἀ­πὸ τὴν εἰ­δη­σε­ο­γρα­φί­α ποὺ τρο­φο­δο­τεῖ τὸ βι­βλί­ο, συμ­πε­ραί­νου­με ὅ­τι γρά­φε­ται πρὸς τὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ὀ­γδόν­τα καὶ φθά­νει πε­ρί­που στὸ 1992: Οἱ τα­ρα­χὲς στὸ Μὶνσκ τῆς Λευ­κο­ρω­σί­ας, ὁ πό­λε­μος τοῦ K­όλ­που, ἡ πυ­ρη­νι­κὴ ἔ­κρη­ξη στὸ Τσερ­νόμ­πιλ, ἡ ἀ­να­τα­ρα­χὴ στὰ Βαλ­κά­νια, ἡ πε­ρε­στρό­ϊ­κα, τὸ πρα­ξι­κό­πη­μα-ὀ­πε­ρέτ­τα κα­τὰ τοῦ Γκορ­μπα­τσὼφ στὴν Ρω­σί­α. Κα­τα­λυ­τι­κὴ στὴ σκέ­ψη τῆς Kirsch, ἔ­στω καὶ ἂν δὲν λέ­γε­ται εὐ­θέ­ως στὸν κύ­κλο αὐ­τό, ἡ πτώ­ση τοῦ Τεί­χους καὶ ἡ ἁ­λυ­σι­δω­τὴ κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ Ostblock. Ἔ­χει στὰ χέ­ρια της τὸν φά­κε­λό της ἀ­πὸ τὰ ἀρ­χεῖ­α τῆς Stasi. Δὲν τὴν ἀ­πελ­πί­ζει ἡ προ­δο­σί­α τῶν κον­τι­νῶν φί­λων καὶ τῶν ὁ­μο­τέ­χνων, ἀλ­λὰ ὁ μο­λυ­σμέ­νος ἄν­θρω­πος τοῦ πλα­νή­τη, τοῦ ὁ­ποί­ου ὁ πλη­ρο­φο­ρι­ο­δό­της τῆς Κρα­τι­κῆς Ἀ­σφά­λειας εἶ­ναι ἕ­να ἥσ­σο­νος ση­μα­σί­ας καὶ διά­ρκειας πε­ρι­στα­τι­κό. Ὅ­ταν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὸ πρώ­ην ἀ­να­το­λι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο, τὸ βρί­σκει ἀ­κό­μη ἄ­σχη­μο. Εἶ­ναι ἡ ἀ­σχή­μια τῆς Christa Wolf ποὺ ἐ­νο­χλεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σί­α της ἐ­κεῖ. Ὁ Ἔ­ριχ Χό­νε­κερ, ὁ ἀρ­χι­μη­χα­νι­κὸς τοῦ Τεί­χους, πε­ρι­φέ­ρε­ται στὴν Μό­σχα καὶ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο ζη­τών­τας πο­λι­τι­κὸ ἄ­συ­λο. Πῶς ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­νε­ται τώ­ρα ὁ θερ­μὸς ἀλ­λη­λο­α­σπα­σμός, κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ «τὸ φι­λί», μὲ τὸν Μπρέζ­νι­εφ; Ὁ κρα­ται­ὸς κά­πο­τε Γκορ­μπα­τσὼφ ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ τὸν προ­στα­τεύ­σει. «Ἔ­χει ὁ ἴ­διος προ­βλή­μα­τα». Γε­γο­νό­τα-πα­ρω­δί­ες τῆς ἱ­στο­ρί­ας, σὰν ἕ­να τέ­λος ποὺ τεί­νει νὰ ἀγ­κα­λιά­σει ὁ­λό­κλη­ρον τὸν πλα­νή­τη. Και­ρὸς μιᾶς Κι­βω­τοῦ τῆς μι­κρῆς πρό­ζας.

       Τὸ δι­α­με­λι­σμέ­νο σὲ μι­κρὰ θραύ­σμα­τα ἡ­με­ρο­λο­για­κὸ δο­κί­μιο, σύμ­φω­νο καὶ μὲ τὴ θε­ω­ρί­α τοῦ Χά­ους, συμ­πλέ­κει, ὅ­πως εἰ­πώ­θη­κε κα­τὰ κό­ρον, τὴ μα­κρο­ϊ­στο­ρί­α μὲ τὴ μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α, τοὺς ἐκ­κω­φαν­τι­κοὺς βομ­βαρ­δι­σμοὺς καὶ τὸ τι­τί­βι­σμα τῶν που­λι­ῶν, τὴν πο­λε­μι­κὴ ἀ­πο­στο­λὴ καὶ τὴ βόλ­τα τοῦ Μω­ϋ­σῆ μὲ τὸ πο­δή­λα­το. Ἡ πα­ρά­δο­ξη, προ­κλη­τι­κὴ σύ­ζευ­ξη πα­ρερ­μη­νεύ­θη­κε ὡς ἄ­σκο­πη αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα καὶ αὐ­το­προ­βο­λή (Cora Schenberg, «Sarah Kirsch: Das simple Leben». GDR Bulletin, Vol. 21, Iss. 2, 26). Ὅ­μως, ἄ­σκο­πη καὶ ἄ­και­ρη εἶ­ναι ἡ κρι­τι­κὴ ποὺ δι­α­βά­ζει τὴν Kirsch μὲ ὅ­ρους πο­λι­τι­κοὺς ἢ του­λά­χι­στον δί­νει προ­τε­ραι­ό­τη­τα σὲ αὐ­τούς. Ἡ θε­μα­τι­κὴ τοῦ βι­βλί­ου ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα, τὴν εἰ­κό­να τῆς γλώσ­σας, τὴν ἐλ­λει­πτι­κὴ στί­ξη, τοὺς ἰ­δι­ω­μα­τι­σμούς, τὰ ἠ­χη­τι­κὰ ξε­νί­σμα­τα. Ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα δὲν πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ τοὺς ποι­η­τὲς νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ γιὰ τὴν κα­τάν­τια τοῦ σο­σι­α­λι­στι­κοῦ ὀ­νεί­ρου, ἔ­στω καὶ ἂν αὐ­τοὶ τὴν ἔ­χουν προ­φη­τέ­ψει. Ἡ πο­λι­τι­κή τους στά­ση εἶ­ναι κυ­ρί­ως αἰ­σθη­τι­κῆς τά­ξε­ως.

       Ἡ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι στά­ση πο­λι­τι­κή. Καὶ ὁ τί­τλος τοῦ βι­βλί­ου, ἄ­κρως ὑ­πε­ρα­πλου­στευ­τι­κός, δη­λώ­νει τὴ νη­φά­λια ἐ­ξει­κό­νι­ση τοῦ Ἐ­γὼ ὡς ἀν­θρώ­πι­νου χα­ρα­κτή­ρα καὶ τύ­που, μὲ τὴ γρα­φή του ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­νε­ξί­τη­λα ἐ­πά­νω του. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι τὸ ἔρ­γο προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴν ἀ­νά­γνω­ση προ­η­γού­με­νων βι­βλί­ων τῆς Kirsch, ὅ­πως τὰ Schwingrasen (Φτε­ρω­μέ­νο γρα­σί­δι,* πρό­ζα), Spreu (Σκύ­βα­λο, ἡ­με­ρο­λό­γιο), Erlkönigstochter (Ἡ κό­ρη τοῦ Erlkönig, ποι­ή­μα­τα). Μέ­ρος κι αὐ­τὸ ἑ­νὸς ἔρ­γου ἐν προ­ό­δῳ, ἕ­να μι­κρο­α­φή­γη­μα, δη­λα­δή, μέ­σα στὸ με­γά­λο ἀ­φή­γη­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Sarah Kirsch συ­νο­ψί­ζει στὸ λο­γο­παί­γνιο «Gedichte, Berichte, Gesichte» («Ποι­ή­μα­τα, ἐ­ξι­στο­ρή­σεις, πρό­σω­πα»).


* Εἶ­ναι τὸ γρα­σί­δι ποὺ ἀ­να­πτύσ­σε­ται ἐ­πά­νω στὸ ἕ­λος καὶ κλο­νί­ζει τὸ βῆ­μα τοῦ πε­ρι­πα­τη­τῆ. Ἀν­τί­στοι­χο στὸν ὅ­ρο Holzweg, τὸν δρό­μο τῶν ξυ­λο­κό­πων.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.