Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου: «Τυ­χαῖ­ες συ­ναν­τή­σεις»


OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


«Τυ­χαῖ­ες συ­ναν­τή­σεις»


15-tΟ ΠΑΓΚΡΕΑΣ εἶ­ναι ἕ­να ὄρ­γα­νο ποὺ βρί­σκε­ται πί­σω ἀ­πὸ τὸ στο­μά­χι. Ὁ ρό­λος του εἶ­ναι νὰ πα­ρά­γει ὁρ­μό­νες καὶ οὐ­σί­ες ποὺ βο­η­θοῦν στὴν πέ­ψη τῶν τρο­φῶν.

       Αὐ­τὸ τὸ ὄρ­γα­νό μου δι­ά­λε­ξε νὰ χτυ­πή­σει ὁ καρ­κί­νος. Πάγ­κρε­ας.

       Τὸ ἀ­δε­νο­καρ­κί­νω­μα ἀ­φο­ρᾶ τὰ κύτ­τα­ρα τῆς ἐ­ξω­κρι­νοῦς μοί­ρας καὶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται στὴν κε­φα­λὴ τοῦ παγ­κρέ­α­τος.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νη μορ­φὴ παγ­κρε­α­τι­κοῦ καρ­κί­νου. Αὐ­τὴ ἔ­χω. Ἀ­δε­νο­καρ­κί­νω­μα.

       Εἶ­ναι ὁ 7ος πιὸ συ­χνὸς καρ­κί­νος στὴν Εὐ­ρώ­πη. Πα­ρα­μέ­νει ἀ­συμ­πτω­μα­τι­κὸς γιὰ ἀρ­κε­τὸ δι­ά­στη­μα. Ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν 5η αἰ­τί­α θα­νά­του ἀ­πὸ καρ­κί­νο.

       Θὰ πε­θά­νω σὲ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἀ­πὸ τὴν 5η αἰ­τί­α θα­νά­του ἀ­πὸ καρ­κί­νο. Πῶς ἀλ­λι­ῶς; ἀ­φοῦ εἶ­ναι ὁ 7ος πιὸ συ­χνὸς καρ­κί­νος στὴν Εὐ­ρώ­πη, κι ἐ­γὼ εἶ­μαι Εὐ­ρω­παί­α. Θὰ πε­θά­νω, μοῦ τὸ εἶ­πε σή­με­ρα, κομ­ψὰ μὰ κα­θα­ρά, ὁ για­τρός μου. Θὰ πε­θά­νω.


       Δὲ μὲ πο­λυ­νοιά­ζει.  Ὅ­λα κά­πο­τε τε­λει­ώ­νουν. Σι­γὰ τὸ νέ­ο. Λὲς καὶ δὲν τὸ ξέ­ρα­με. Λὲς καὶ εἴ­χα­με ὑ­πο­γρά­ψει συμ­βό­λαι­ο. «Πὲς στοὺς θε­οὺς θὰ σβή­σω! Μά λέ­γε το γε­λών­τας.» Πρέ­πει νὰ κά­νω ρί­ζα. Ἡ βαμ­μέ­νη ρί­ζα δι­ευ­κο­λύ­νει τὸ γέ­λιο. Σή­με­ρα. Τώ­ρα. Θὰ γκρι­νιά­ξει ἡ Βού­λα ποὺ θὰ πά­ω χω­ρὶς ραν­τε­βού. Who cares?


       Τώ­ρα μά­λι­στα βαμ­μέ­νη ἡ ρί­ζα. Τὴ θαυ­μά­ζω, ὅ­σο μπο­ρῶ, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς βι­τρί­νες τῶν κα­τα­στη­μά­των. Μὲ χτέ­νι­σε καὶ ὡ­ραί­α ἡ Βού­λα, δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ. Ἕ­να ὡ­ραῖ­α χτε­νι­σμέ­νο, κα­λο­βαμ­μέ­νο μαλ­λὶ δί­νει ἄλ­λο ἀ­έ­ρα στὸ βά­δι­σμα. Πιὸ ἀ­νά­λα­φρο, πιὸ παι­δι­κό.

        Μιὰ παι­δι­κὴ χα­ρὰ στὸν δρό­μο μου. Πο­τὲ δὲν πῆ­γα τὰ παι­διά μου στὴν παι­δι­κὴ χα­ρά. Φο­βό­μουν ἐ­κεῖ­νες τὶς πα­νύ­ψη­λες τσου­λῆ­θρες. Παν­τοῦ ἔ­βλε­πα κα­κο­τε­χνί­ες καὶ κρυμ­μέ­νους κιν­δύ­νους. Δὲν τὰ πῆ­γα πο­τέ. Μό­νο μὲ τὶς γι­α­γιά­δες καὶ τοὺς παπ­ποῦ­δες πή­γαι­ναν. Ἐ­γὼ μό­νο νὰ γκρι­νιά­ζω ἤ­ξε­ρα, γιὰ τὰ σκι­σμέ­να καὶ τὰ λε­ρω­μέ­να ροῦ­χα. Θὰ πά­ω τώ­ρα. Μό­νη μου. Τώ­ρα ποὺ τὰ παι­διὰ με­γά­λω­σαν καὶ φύ­γαν. Θὰ πά­ω τώ­ρα, στὴν παι­δι­κὴ χα­ρά, νὰ ἐ­ξο­φλή­σω ἕ­να πα­λιό, κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο γραμ­μά­τιο, ἴ­σως καὶ πα­ρα­γε­γραμ­μέ­νο, μὰ θὰ πά­ω.


       Στὶς κού­νι­ες. Ναί, στὶς κού­νι­ες. Μὲ τὶς γό­βες καὶ τὴν πέν­σιλ φού­στα. Μὲ τὸ χτε­νι­σμέ­νο μαλ­λί. Ἐ­κεῖ μὲ τοὺς πι­τσι­ρι­κά­δες. Ἐ­κεῖ ποὺ ἡ ζω­ὴ φω­νά­ζει δυ­να­τὰ καὶ τσι­ρί­ζει καὶ πέ­φτει καὶ χτυ­πά­ει στὰ γό­να­τα. Ἐ­κεῖ ποὺ ὅ­λα περ­νᾶ­νε μ’ ἕ­να τσι­ρό­το καὶ δὲν χρει­ά­ζον­ται χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α καὶ δὲν τε­λει­ώ­νουν. Κρί­μα ποὺ ἄρ­γη­σα τό­σο πο­λὺ νὰ μά­θω νὰ μὴ μὲ νοιά­ζει.


       Μὲ κοι­τοῦν πε­ρί­ερ­γα. Μα­μά­δες καὶ γι­α­γιά­δες καὶ παπ­ποῦ­δες καὶ ἀλ­λο­δα­πὲς νταν­τά­δες. «Τί κοι­τᾶ­τε ρέ; Πρώ­τη φο­ρὰ βλέ­πε­τε ξέμ­παρ­κη με­σό­κο­πη στὴν παι­δι­κὴ χα­ρά;», σκέ­φτο­μαι καὶ χα­μο­γε­λῶ καὶ δὲν μὲ νοιά­ζει. Μό­νο τὰ παι­διὰ ξέ­ρουν νὰ κοι­τοῦν καὶ νὰ βλέ­πουν, οἱ ἄλ­λοι, δυ­στυ­χῶς, μό­νο κοι­τοῦν. Κι ἐ­γὼ δι­α­λέ­γω μό­νο τὰ παι­διὰ νὰ βλέ­πω, τοὺς ἄλ­λους μό­νο τοὺς κοι­τῶ καὶ πε­ρι­μέ­νω. Πε­ρι­μέ­νω ν’ ἀ­δειά­σει ἡ παι­δι­κὴ χα­ρά. Νὰ κά­νω κού­νια. Τί­πο­τα ἄλ­λο πιὰ δὲν πε­ρι­μέ­νω.


       Εἶ­χε νυ­χτώ­σει, ὅ­ταν ἦρ­θε νὰ κα­θί­σει στὴ δι­πλα­νὴ κού­νια. Κού­ρε­μα νε­ο­σύλ­λε­κτου. Ψη­λός, στη­τός, γε­ρο­δε­μέ­νος. Τὸν εἶ­χα ἐν­το­πί­σει ἀ­πὸ πρὶν ποὺ κα­θό­ταν στὸ παγ­κά­κι. Πὼς τὸν τρο­μά­ζαν τῶν παι­δι­ῶν οἱ φω­νὲς καὶ τα­ρα­ζό­ταν σύγ­κορ­μος σὰν νά ’­ταν σὲ πε­δί­ο μά­χης. Σὰν νά ’­χε ζή­σει βί­αι­ους θα­νά­τους. Σὰν νά ’­χε σκο­τώ­σει κοί­τα­ζε τὰ χέ­ρια του. Τώ­ρα ποὺ ὅ­λοι ἔ­χουν φύ­γει καὶ κου­νι­έ­ται μα­ζί μου στὴ δι­πλα­νὴ κού­νια, μοιά­ζει πιὸ ἤ­ρε­μος. Ποῦ νά ’­ξε­ρε ὁ κα­η­με­νού­λης ὅ­τι κι ἐ­γὼ μὲ ὑ­πη­ρε­σια­κὸ ση­μεί­ω­μα κυ­κλο­φο­ρῶ.


       Κου­νι­ό­μα­στε ἀρ­γά. Ὁ κα­θέ­νας στὶς δι­κές του σκέ­ψεις βυ­θι­σμέ­νος. Εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι πρὶν λί­γο και­ρό, ἴ­σως καὶ χθὲς ἀ­κό­μη, ὁ νέ­ος ἄν­τρας ποὺ κου­νι­έ­ται δί­πλα μου, βρι­σκό­ταν στὴ Συ­ρί­α. Ἔ­χουν πό­λε­μο ἐ­κεῖ. Δὲν ξέ­ρω πῶς. Ἁ­πλὰ εἶ­μαι σί­γου­ρη. Κα­θὼς κου­νι­έ­ται ψά­χνει στὸ τζά­κετ ποὺ φο­ρά­ει. Βγά­ζει ἕ­να πα­κέ­το τσι­γά­ρα.


       — Συ­γνώ­μη, μή­πως ἔ­χε­τε φω­τιά;

       — Ἔ­λα πά­ρε, ἀλ­λὰ ἄ­σε τὸ πλη­θυν­τι­κό. Πὲς πὼς μι­λᾶς στὴ μά­να σου.

       —  Ὄ­μορ­φη νύ­χτα.

       — Ναί, ὄ­μορ­φη καὶ ἥ­συ­χη.

       — Εἶ­ναι κα­λὴ ἡ ἡ­συ­χί­α, ὅ­ταν γυρ­νᾶς ἀ­πὸ τὴν κό­λα­ση.

       —  Καὶ χρή­σι­μη, ὅ­ταν εἶ­σαι μέ­σα της.

       —  Στὴν ἡ­συ­χί­α;

       —  Ὄ­χι ἀ­γό­ρι μου, στὴν κό­λα­ση.

       —  Εἶ­δα ἀν­θρώ­πους νὰ σκο­τώ­νον­ται. Ἔ­χω σκο­τώ­σει.

       —  Κι ἐ­γὼ τὸν θά­να­τό μου πε­ρι­μέ­νω.

       —  Πές μου, για­τί; Για­τί ὅ­λα αὐ­τά;

       —  Για­τί εἴ­μα­στε ἀρ­χά­ριοι, ἀ­γό­ρι μου. Γι’ αὐ­τό.


       Δὲν μι­λή­σα­με ἄλ­λο. Μεί­να­με ἐ­κεῖ, στὶς κού­νι­ες, ὣς ἀρ­γά. Κα­πνί­σα­με ὅ­σα τσι­γά­ρα ὑ­πῆρ­χαν στὰ πα­κέ­τα μας. Κι ὕ­στε­ρα πῆ­ρε ὁ κα­θέ­νας μας τὸν δρό­μο του πρὸς τὸν δι­κό του θά­να­το, ποὺ κά­που ἐ­κεῖ ἔ­ξω πε­ρί­με­νε νὰ μᾶς συ­ναν­τή­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου. Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρία.


					
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: