Πέτρος Φούρναρης: Συμφιλίωση

 

 

Πέ­τρος Φούρ­να­ρης

 

Συμ­φι­λί­ω­ση

 

ΑΘΕ ΦΟΡΑ ποὺ πί­νω τὸν πρω­ι­νό μου κα­φὲ σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀ­πό­με­ρο κα­φε­νεῖ­ο εἶ­μαι μάρ­τυ­ρας μιᾶς πα­νο­μοι­ό­τυ­πης συ­νο­μι­λί­ας δύο γε­ρόν­των πού, ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σεις ἐ­μέ­να, φαί­νε­ται νά ‘ναι οἱ μο­να­δι­κοὶ θα­μῶ­νες του. Ὁ ἕ­νας εἶ­ναι ὁ κου­τσὸς ἰ­δι­ο­κτή­της του καὶ σερ­βι­τό­ρος μα­ζὶ κι ὁ ἄλ­λος κά­τι σὰν μό­νι­μος πε­λά­της μὲ τρα­γιά­σκα καὶ γυα­λιά.

         Ὁ δεύ­τε­ρος ἔρ­χε­ται καὶ πιά­νει πάν­τα τὸ πό­στο ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ναν­τι ἀπ’ τὸν πα­λιὸ νε­ρό­μυ­λο: ἕ­να χτί­σμα σχε­δὸν βυ­θι­σμέ­νο μέ­σα στὸ νε­ρὸ ποὺ ἀ­κό­μα κι οἱ ντό­πιοι, ἂν τοὺς ρω­τή­σεις, δὲν ξέ­ρουν νὰ σοῦ ποῦν ἀ­πὸ πό­τε στέ­κει ἐ­κεῖ, στὴν ἄ­κρη τῆς θά­λασ­σας.

        Ἔρ­χε­ται, λοι­πόν, ἀ­κουμ­πᾶ τὸ μπα­στού­νι στὴ μιὰ κα­ρέ­κλα, κά­θε­ται στὴν ἄλ­λη, πα­ραγ­γέλ­νει τὸν κα­φέ του φω­να­χτά, για­τὶ δὲ βλέ­πει κα­νέ­ναν, καὶ σὲ λί­γο ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της πλη­σιά­ζει μὲ τὸν δί­σκο, ἕ­τοι­μος νὰ τὸν σερ­βί­ρει. Ὅ­μως ὁ γέ­ρος βγά­ζει τὴν τρα­γιά­σκα, τὴν ἀ­φή­νει στὴ μέ­ση του τρα­πε­ζιοῦ κι ἐμ­φα­νί­ζει ἀπ’ τὴν τσέ­πη του δυὸ γυ­ά­λι­να μπου­κα­λά­κια ποὺ τὰ το­πο­θε­τεῖ ἀπ’ τὴ μιὰ καὶ τὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς τρα­γιά­σκας μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε νὰ μὴ μέ­νει ἀρ­κε­τὸς χῶ­ρος γιὰ ν’ ἀ­κουμ­πή­σει ὁ ἄλ­λος τὸ φλιτ­ζά­νι καὶ τὸ πο­τή­ρι.

        «Νὰ μὲ συμ­πα­θᾶς» τοῦ λέ­ει, «μὰ πρῶ­τα πρέ­πει νὰ στά­ξω ἀ­πὸ δυ­ὸ στα­γό­νες στὸ σκάρ­το μά­τι», καὶ βγά­ζον­τας τὰ μαῦ­ρα γυα­λιὰ κά­νει νὰ φα­νοῦν ὄ­χι ἕ­να, μὰ δυ­ὸ σκάρ­τα μά­τια: τό ‘να ἐν­τε­λῶς κλει­στό, τ’ ἄλ­λο μι­σό­κλει­στο καὶ θαμ­πό.

        Ὁ σερ­βι­τό­ρος, γέρ­νον­τας ἀ­π’ τὸ χω­λὸ πό­δι, κρα­τά­ει τὸ δί­σκο μὲ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια καὶ κοι­τᾶ τὸ γέ­ρο ποὺ στα­λά­ζει τὶς στα­γό­νες ἀ­π’ τὸ πρῶ­το κολ­λύ­ριο, βι­δώ­νει τὸ κα­πά­κι, τὸ το­πο­θε­τεῖ πί­σω στὸ τρα­πέ­ζι, κοι­τᾶ τὸ ρο­λό­ι. «Κα­τα­ρα­μέ­νο μά­τι» λέ­ει. «Με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ λε­πτὰ πρέ­πει νὰ στά­ξω τὸ δεύ­τε­ρο καὶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἕ­να τρί­το.­.. Καὶ πρέ­πει νὰ τὸ κά­νω αὐ­τὸ κά­θε τρεῖς ὧ­ρες, μέ­χρι τὶς δώ­δε­κα τὸ βρά­δυ.» Καὶ συμ­πλη­ρώ­νει: «Τὸν κε­ρα­τά!»

        «Ποι­όν κε­ρα­τά;» ρω­τᾶ πάν­τα μὲ ἔκ­πλη­ξη ὁ ἄλ­λος.

         «Αὐ­τὸν ποὺ μοῦ ‘βγά­λε τὸ μά­τι» ἀ­παν­τᾶ φουρ­κι­σμέ­νος ὁ γέ­ρος. «Οὔ­τε συ­γνώ­μη δὲ μοῦ ζή­τη­σε…»

        »Τὸν συ­νάν­τη­σα μιὰ φο­ρὰ πρὶν ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια. Στὴν ἀρ­χὴ δὲν τὸν γνώ­ρι­σα.­.. Λέ­ω θὰ φω­νά­ξω τὸ ὄ­νο­μά του νὰ δῶ ἂν θὰ ἀ­κού­σει.­.. ‘Πα­πα­δά­τος’ φω­νά­ζω καὶ γυρ­νά­ει κι ἔρ­χε­ται κον­τά μου, δυ­ὸ μέ­τρα μπό­ι. ‘Μὲ θυ­μᾶ­σαι;’ τὸν ρω­τῶ. Μὲ κοι­τοῦ­σε πε­ρί­ερ­γα. ‘Ἐ­γὼ σὲ θυ­μᾶ­μαι’ τοῦ λέ­ω. ‘Ἐ­σὺ μοῦ ’βγα­λες τὸ μά­τι μὲ τὸ μπα­στού­νι στὴ Γυά­ρο. Ἀρ­χι­βα­σα­νι­στή!’ Ἔ­γι­νε ἄ­σπρος σὰν τὸ πα­νί. ‘Πῶς ἔ­γι­νες ἔ­τσι;’ τοῦ λέ­ω, ‘κά­τσε κά­τω, για­τὶ θὰ πε­θά­νεις ἀ­πὸ τὸ φό­βο σου.­.. Για­τί τὰ ἔ­κα­νες αὐ­τά;’ ‘Τί νὰ ἔ­κα­να;’ μοῦ λέ­ει, ‘Τὴ δου­λειά μου ἔ­κα­να’. ‘­Ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς πεῖς πὼς ἔ­γι­νες σω­φρο­νι­στι­κὸς ὑ­πάλ­λη­λος για­τὶ δὲν εἶ­χες δου­λειὰ κι ὄ­χι γιὰ νὰ βα­σα­νί­ζεις ἀν­θρώ­πους’. Μὲ πα­ρα­κά­λε­σε νὰ μι­λῶ πιὸ σι­γὰ . ‘Ξέ­ρεις ποῦ πᾶ­με;’ Τοῦ λέ­ω τό­τε ψέ­μα­τα. ‘Ἐ­γὼ κι ἄλ­λοι δε­κα­πέν­τε ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­πε­σαν στὰ χέ­ρια σου, πᾶ­με στὶς φυ­λα­κὲς τῆς Αἴ­γι­νας νὰ θυ­μη­θοῦ­με τὰ πα­λιά. Δυ­ὸ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ τα­ξι­δεύ­ουν μα­ζί μου εἶ­ναι τρε­λοὶ ἀ­πὸ τό­τε κι ἂν μά­θουν ὅ­τι εἶ­σαι ἐ­δῶ θὰ σὲ πε­τά­ξουν στὴ θά­λασ­σα.’ ‘Σὲ πα­ρα­κα­λῶ πιὸ σι­γά’ μοῦ λέ­ει. ‘Τί νὰ σὲ κά­νω’ τοῦ λέ­ω, ‘Ἂν ἐ­σὺ ἤ­σουν στὴ θέ­ση μου, θὰ μὲ πέ­τα­γες στὴ θά­λασ­σα, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲ θὰ τὸ κά­νω’.­..

        »Τὸν θυ­μᾶ­μαι ἐ­κεῖ ποὺ κα­θό­ταν λευ­κός.­.. ἤ­δη πε­θα­μέ­νος καὶ τὸν λυ­πή­θη­κα.»

        «Καί.­.. δὲ σοῦ ζή­τη­σε συ­γνώ­μη;» ρω­τᾶ τα­πει­νὰ ὁ ἄλ­λος.

        Ὁ γέ­ρος πιά­νει τ’ ἄλ­λο κολ­λύ­ριο, ἀ­να­γέρ­νει πί­σω τὸ κε­φά­λι καὶ στα­λά­ζει ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κὰ στὸ μά­τι μί­α, δύο στα­γό­νες.

        «Ὄ­χι, δὲ μοῦ ζή­τη­σε, π’ ἀ­νά­θε­μά τον!» λέ­ει θω­ρών­τας μὲ μι­σὸ μά­τι τὸν οὐ­ρα­νό, γιὰ νὰ μὴ χυ­θεῖ τὸ φαρ­μά­κι ἔ­ξω.

        «Ἄν σοῦ ζη­τοῦ­σε τώ­ρα, θὰ τὴ δε­χό­σουν;» ξα­ναρω­τᾶ δι­στα­χτι­κὰ ὁ ἄλ­λος, ποὺ πα­ρα­παί­ει κου­ρα­σμέ­νος μί­α ἀπ’ τό ‘να καὶ μί­α ἀπ’ τ’ ἄλ­λο πό­δι.­..

        Ὁ γέ­ρος πο­τὲ δὲν ἀ­παν­τᾶ ἀ­μέ­σως. Μα­ζεύ­ει πρῶ­τα τὰ μπου­κα­λά­κια, φο­ρᾶ τὴν τρα­γιά­σκα, δί­νει χρό­νο στὸ σερ­βι­τό­ρο ν’ ἀ­φή­σει τὸν κα­φὲ καὶ τὸ νε­ρὸ στὸ τρα­πέ­ζι, κοι­τᾶ τὸν νε­ρό­μυ­λο ποὺ ὑ­ψώ­νε­ται ἀ­πὸ πά­νω του σὰν πέ­τρι­νος γί­γαν­τας: Κόκ­κι­νη τρού­λα καὶ βα­θι­ὲς σὰν μά­τια σκα­λό­τρυ­πες ποὺ κοι­τᾶ­νε τὸν κό­σμο αἰ­ῶ­νες τώ­ρα.­.. Ὁ­λά­νοι­χτα μά­τια ποὺ κοι­τᾶ­νε τὸν κό­σμο…

        «Πο­λὺ ἀργὰ γιὰ συγνῶμες» λέει κάθε φορὰ μὲ ἀναστεναγμὸ καὶ φορᾶ τὰ μαῦρα γυαλιά…

      Μάρτης 2010

 

 

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Πέ­τρος Φούρ­να­ρης (Ἀ­θή­να, 1963). Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζό του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πέρ. Πλα­νό­διον ἄρ. 37 (Δε­κέμ­βριος 2004).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: