Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ὁμαδικὴ φωτογραφία

 

 

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)

 

Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φί­α

(G­r­u­p­po f­o­t­o­g­r­a­f­i­co)

 

ΠΕΙΚΟΝΙΖΕΙ τὶς μα­θή­τρι­ες τῆς δευ­τέ­ρας τά­ξης τοῦ Κολ­λε­γί­ου Τσε­ζα­ρί­νι συγ­κεν­τρω­μέ­νες στὴν αὐ­λή. Ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α τὴ βρῆ­κε τυ­χαῖ­α στὸ βά­θος ἑ­νὸς συρ­τα­ριοῦ. Καὶ δι­α­σκε­δά­ζει κα­θὼς τὴν πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται. Εἶ­ναι κι αὐ­τή, φυ­σι­κά, στὴν πρώ­τη σει­ρά, μὲ τὶς κο­τσί­δες.

      Οἱ συμ­μα­θή­τρι­ές της! Πί­στευ­ε πὼς τὶς εἶ­χε χά­σει γιὰ πάν­τα κι ὅ­μως νά ‘τες, ἐ­κεῖ, μέ­σα στὰ χέ­ρια της, στη­μέ­νες σὲ τρεῖς σει­ρές, κλι­μα­κω­τὰ χω­ρὶς νὰ μπο­ροῦν νὰ τὸ σκά­σουν.

     «Γιά ν’ ἀ­κού­σου­με ἐ­σέ­να, ἡ πρώ­τη πά­νω δε­ξιά, ποὺ εἶ­σαι ὄρ­θια πά­νω στὴν κα­ρέ­κλα. Ἄ, ἐ­σὺ εἶ­σαι, Ἄν­τα, ναὶ ἐ­σὺ εἶ­σαι. Μὰ γιὰ πές μου: για­τί χα­μο­γε­λᾶς;»

     «Δὲν ξέ­ρω κυ­ρί­α. Για­τί χα­μο­γε­λά­ω; Μὰ ὅ­λες χα­μο­γε­λᾶ­με, ὅ­λοι χα­μο­γε­λοῦν ὅ­ταν βγά­ζουν φω­το­γρα­φί­α.»

     «Τί ξέ­ρεις ἐ­σὺ γιὰ τὶς ἄλ­λες; Ἀ­φοῦ δὲν τὶς βλέ­πεις. Σοῦ ἔ­χουν γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὴ χα­μο­γε­λά­ει κα­μί­α, πα­ρὰ μό­νο ἐ­σύ, γιὰ λό­γους ἐν­τε­λῶς δι­κούς σου. Πο­λὺ φο­βᾶ­μαι πὼς εἶ­σαι χα­ζού­λα, Ἄν­τα… Στοι­χη­μα­τί­ζω πὼς ἡ δι­πλα­νή σου θὰ μοῦ δώ­σει μιὰ πιὸ λο­γι­κὴ ἀ­πάν­τη­ση… Ναί, ἐ­σύ, Ρο­ζέ­τα. Θέ­λεις νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σεις για­τί χα­μο­γε­λᾶς αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή;»

     «Ἐ­γώ;… Ὤ, εἶ­ναι τό­σο ἀ­στεῖ­ο νὰ σὲ φω­το­γρα­φί­ζουν! Μὲ πιά­νουν τὰ γέ­λια για­τὶ… για­τὶ ἔ­χου­με πά­ρει ὅ­λες μιὰ πό­ζα… εἴ­μα­στε ντυ­μέ­νες ὅ­λες ἄ­ψο­γα… μοι­ά­ζου­με μὲ δε­σποι­νί­δες… ποι­ὸς ξέ­ρει τί ἐν­τύ­πω­ση δί­νου­με στὴ φω­το­γρα­φί­α…»

     «Κι ἐ­σύ, Ρομ­περ­τί­να, για­τί χα­μο­γε­λᾶς; Σοῦ φαί­νε­ται κι ἐ­σέ­να τό­σο ἀ­στεῖ­ο;»

     «Δὲν ξέ­ρω… πάν­τα ὅ­μως στὶς φω­το­γρα­φί­ες πρέ­πει νὰ χα­μο­γε­λᾶς, ἔ­τσι λέ­νε… Ἴ­σως γιὰ νὰ κά­νεις πιὸ κα­λὴ ἐν­τύ­πω­ση….Οἱ ἄλ­λοι θὰ σκε­φτοῦν, κα­θὼς σὲ βλέ­πουν, πὼς εἶ­σαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος καὶ χα­ρού­με­νος. Μὲ λί­γα λό­για ἂν ἔ­χεις στε­νο­χώ­ριες κα­λύ­τε­ρα νὰ τὶς κρα­τᾶς γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου…»

     «Στε­νο­χώ­ρι­ες, στε­νο­χώ­ρι­ες, τί με­γά­λη κου­βέν­τα! Κι ἐ­σύ, Λου­τσι­έ­τα, μπο­ρεῖς νὰ μοῦ ἀ­παν­τή­σεις: για­τί χα­μο­γε­λᾶς;»

     «Ἂν θέ­λε­τε νὰ ξέ­ρε­τε, κυ­ρί­α, μὲ πι­ά­σα­νε γέ­λια ἐ­πει­δὴ σκε­φτό­μου­να τ’ αὐ­τιὰ τῆς Πά­ο­λα, ἐ­κεί­νης ποὺ εἶ­ναι στὴν τρί­τη… Νὰ σᾶς πῶ, ἐ­μεῖς τὰ ἔ­χου­με συ­νη­θί­σει, ἀλ­λὰ ποι­ὸς ξέ­ρει πῶς θὰ βγοῦν στὴ φω­το­γρα­φί­α ἐ­κεῖ­να τὰ πτε­ρύ­για…»

     «Χα­μο­γε­λᾶ­τε ὅ­λες ἀ­πὸ λί­γο, ἀ­π’ ὅ,­τι φαί­νε­ται. Κι ἐ­σύ, ὄ­μορ­φο Χρι­στι­νιό, θὰ μοῦ πεῖς για­τί χα­μο­γε­λᾶς;»

     «Ὢ κυ­ρί­α, ἡ Φράν­κα μὲ κά­νει καὶ γε­λά­ω…»

     «Πῶς σὲ κά­νει καὶ γε­λᾶς;»

     «Μοῦ δί­νει ἀγ­κω­νι­ές, προ­σπα­θεῖ νὰ μὲ κά­νει νὰ μορ­φά­σω, μοῦ δί­νει σπρω­ξι­ὲς μὲ τὸν ἀγ­κώ­να…»

     «Ἐ­σύ, ἐ­σὺ μοῦ δί­νεις σπρω­ξι­ές… Κυ­ρί­α, μὴν τὴν πι­στεύ­ε­τε, ἡ Χρι­στί­να ἄρ­χι­σε νὰ μοῦ κά­νει γκρι­μά­τσες πρώ­τη!»

     «Ἀρ­κεῖ, ἀρ­κεῖ…Ἐ­σύ, μᾶλ­λον λέ­γε­σαι Πα­λο­μέ­τα, ἢ κά­νω λά­θος; Ναί. Θὰ μοῦ πεῖς τώ­ρα για­τί χα­μο­γε­λᾶς;»

     «Συγ­γνώ­μη, κυ­ρί­α, κι ἐ­μέ­να για­τί μὲ προ­σπε­ρά­σα­τε; Για­τί δὲν μὲ ρω­τᾶ­τε τί­πο­τα ἐ­μέ­να;»

     «Για­τὶ ἔ­τσι θέ­λω. Δὲν εἶ­μαι δὰ ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νη νὰ σᾶς ρω­τή­σω ὅ­λες. Κι ἐ­ξάλ­λου ἐ­σύ, Λου­ί­ζα, μοῦ φαί­νε­ται πὼς δὲ χα­μο­γε­λᾶς ὑ­περ­βο­λι­κά…»

     «Μὰ βέ­βαι­α καὶ χα­μο­γε­λῶ…»

     «Τέ­λος πάν­των, τώ­ρα θέ­λω νὰ μοῦ ἀ­παν­τή­σει ἡ Πα­λο­μέ­τα… Για­τί λοι­πὸν χα­μο­γε­λᾶς, Πα­λο­μέ­τα;»

     «Χα­μο­γε­λῶ για­τὶ εἶ­ναι γι­ορ­τὴ καὶ τὸ σχο­λεῖ­ο ἔ­χει τε­λει­ώ­σει καὶ θὰ πᾶ­με δι­α­κο­πές. Ἔ­πει­τα κά­νει καὶ ζέ­στη καὶ δὲν ἔ­χω πιὰ χι­ο­νί­στρες, ὑ­πο­φέ­ρω πο­λὺ ἀ­πὸ χι­ο­νί­στρες…»

     «Κι ἐ­σὺ Σο­φί­α;»

     «Ἐ­γὼ δὲ χα­μο­γε­λῶ, κυ­ρί­α. Ἔ­τσι εἶ­ναι τὸ στό­μα μου, τὰ χεί­λη μου εἶ­ναι τό­σο τρα­βηγ­μέ­να ποὺ μοῦ φαί­νον­ται τὰ δόν­τια… ἡ μα­μά μου λέ­ει πὼς δὲν πει­ρά­ζει καὶ πὼς εἶ­μαι κι ἔ­τσι χα­ρι­τω­μέ­νη… ἀλ­λὰ αὐ­τὲς ἐ­δῶ, οἱ συμ­μα­θή­τρι­ές μου, μὲ φω­νά­ζουν… μὲ φω­νά­ζουν…»

     «Ἄν­τε κου­ρά­γιο, πῶς σὲ φω­νά­ζουν;»

     «Μὲ φω­νά­ζουν πτω­μα­τί­νη, νε­κρο­κε­φα­λί­νη, χα­ρο­πρό­σω­πη, νὰ πῶς μὲ φω­νά­ζουν.»

     «Κι ἐ­σύ, Μαν­τα­λέ­να, πριγ­κί­πισ­σα Μαν­τα­λέ­να, ἂν δὲν ἀ­πα­τῶ­μαι, χα­μο­γε­λᾶς ἢ δὲν χα­μο­γε­λᾶς;»

     «Ἔ­ε­ε, κοι­τάξ­τε με, κυ­ρί­α, ἐ­σεῖς πρέ­πει νὰ κρί­νε­τε, ἂν χα­μο­γε­λῶ…»

     «Δὲ βλέ­πω, ὑ­πάρ­χει ἕ­να ση­μα­δά­κι ἀ­κρι­βῶς πά­νω στὸ στό­μα σου…»

     «Σβῆ­στε το, κυ­ρί­α. Ἔ­τσι θὰ δεῖ­τε ἂν χα­μο­γε­λῶ ἢ ὄ­χι.»

     «Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὸ σβή­σω, θὰ εἶ­ναι του­λά­χι­στον πε­νῆν­τα χρό­νων αὐ­τὸ τὸ ση­μα­δά­κι… τό­σων χρό­νων ὅ­σο κι ἐ­γώ… για­τί ἐ­γὼ εἶ­μαι γριά… Ἄν­τε λοι­πόν, κου­ρά­γιο κο­ρί­τσια… δὲ μ’ ἀ­να­γνω­ρί­σα­τε ἀ­κό­μα;»

     «Ἡ και­νού­ρια δι­ευ­θύν­τρια;»

     «Μὰ ποι­ά δι­ευ­θύν­τρια! Μιὰ ἀ­πὸ σᾶς εἶ­μαι. Ἡ Λου­ί­ζα! Δὲν τῆς μοιά­ζω κα­θό­λου; Εἶ­μαι ἡ Λου­ί­ζα, ὁ­ρί­στε, καὶ σᾶς θυ­μᾶ­μαι ὅ­λες… Χα­μο­γε­λᾶ­τε; Ὥ­στε ἔ­τσι, χα­μο­γε­λᾶ­τε; Μὰ ξέ­ρε­τε πό­σες ἀ­πὸ σᾶς εἶ­ναι ἀ­κό­μα ζων­τα­νές; Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ποὺ θέ­λει νὰ τὸ μά­θει;… Δὲν μι­λᾶ­τε, ἔ; Φο­βᾶ­στε λοι­πὸν νὰ τὸ μά­θε­τε;… Θὰ σᾶς τὸ πῶ ἐ­γὼ λοι­πόν: ἀ­πο­μεί­να­με τέσ­σε­ρις ἀ­πὸ τὶς τριά­ντα ὀ­κτὼ ποὺ ἤ­μα­σταν.»

     «Λου­ί­ζα, ἄ­κου. Ἐ­γὼ σοῦ χά­ρι­σα μιὰ δερ­μά­τι­νη τσαν­τού­λα, τὸ θυ­μᾶ­σαι; Πές το μου, του­λά­χι­στον ἐ­μέ­να, Λου­ί­ζα. Πές το μου: ἐ­γώ, εἶ­μαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νή;»

     «Φυ­σι­κὰ καὶ τὸ θυ­μᾶ­μαι, ἀ­γα­πη­τὴ Μαν­τα­λέ­να… Ἡ τσαν­τού­λα! Μὰ ὕ­στε­ρα στὰ δε­κα­ο­κτώ σου προ­σπά­θη­σες νὰ μοῦ κλέ­ψεις τὸ ἀ­γό­ρι, τὸ θυ­μᾶ­σαι;… Ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τὸ θὰ σοῦ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σω τὴν πε­ρι­έρ­γεια: ναί, εἶ­σαι πε­θα­μέ­νη, ἐ­δῶ κι ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ πε­θα­μέ­νη καὶ θαμ­μέ­νη.»

     «Ἐ­δῶ καὶ και­ρό; Για­τί ἐ­δῶ καὶ και­ρό;»

     «Πέ­ρα­σαν σα­ράν­τα χρό­νια, ἂν θὲς νὰ ξέ­ρεις, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πα­ρα­βρέ­θη­κα στὴν κη­δεί­α σου. Καὶ δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα τὸ συγ­κλο­νι­στι­κό, στ’ ὁρ­κί­ζο­μαι… Δι­φθε­ρί­τι­δα!»

     «Κυ­ρί­α, κυ­ρί­α, φτά­νει! Ἀ­φῆ­στε μας ἥ­συ­χες σή­με­ρα ποὺ εἶ­ναι γι­ορ­τή… Για­τί ἤρ­θα­τε νὰ μᾶς πεῖ­τε αὐ­τὲς τὶς κα­κί­ες;»

     «Ἄ, δὲν ἔ­χα­σες τὴν ἀ­ναί­δειά σου ἔ, Γκρα­τσι­έ­λα; Φο­βᾶ­σαι; Ὡ­στό­σο εἶ­ναι ἀ­λή­θεια πὼς πή­γαι­νες κι ἔ­κα­νες τὴ σπι­ού­να στὴ δι­ευ­θύν­τρια. Τὸ ἀ­πο­λάμ­βα­νες, ὅ­ταν μᾶς ἔ­βα­ζε τι­μω­ρί­α… Ἄ­κου λοι­πόν, εἰ­δι­κὰ ἐ­σύ…»

     «Ὄ­χι, ὄ­χι, μὴν πεῖ­τε τί­πο­τα, κυ­ρί­α. Δὲ θέ­λω νὰ μά­θω τί­πο­τα. Ἐ­γὼ θὰ κλεί­σω τ’ αὐ­τιά μου!»

     «Πῶς θὰ τὸ κά­νεις; Δὲν μπο­ρεῖς. Ἔ­χεις φω­το­γρα­φη­θεῖ μὲ τὰ χέ­ρια κά­τω, δὲν μπο­ρεῖς νὰ βά­λεις τὰ χέ­ρια στ’ αὐ­τιά…­.»

     «Ὄ­χι, ὄ­χι, κυ­ρί­α Λου­ί­ζα, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, μὴν πεῖ­τε τί­πο­τα!»

     «Ἐ ὄ­χι, λοι­πόν, ἔ­τσι γιὰ νὰ μά­θεις νὰ κά­νεις τὴ σπι­ού­να: πέ­θα­νες στὰ εἴ­κο­σι ἕ­ξι σου. Κα­μα­ρι­έ­ρα σὲ μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια Με­λό­νι… Μ’ ἀ­κοῦς;… Ἤ­σουν ἡ ἐ­ρω­μέ­νη ἑ­νὸς ἀ­πὸ τοὺς γιούς… Πέ­θα­νες ἀ­πὸ τύ­φο στὸ νο­σο­κο­μεῖο, σὰν τὸ σκυ­λὶ στ’ ἀμ­πέ­λι, κα­τά­λα­βες; Χα­μο­γε­λᾶς ἀ­κό­μα;»

     «Πᾶ­με νὰ φύ­γου­με, πᾶ­με, γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει αὐ­τὴ ἡ στρίγ­γλα… Πᾶ­με νὰ κρυ­φτοῦ­με στὸν κοι­τώ­να!»

     «Νὰ φύ­γε­τε; Μ’ ἀ­φοῦ δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ κου­νη­θεῖ­τε οὔ­τε χι­λι­ο­στό. Εἶ­στε στὴ φω­το­γρα­φί­α, ἐ­κεῖ εἶ­στε! Σὰν ἀ­γαλ­μα­τά­κια, καρ­φω­μέ­νες ἡ μί­α δί­πλα στὴν ἄλ­λη, ὅ­λες στὴ σει­ρά… Καὶ τώ­ρα, τὴ μί­α με­τὰ τὴν ἄλ­λη, θὰ σᾶς πλη­ρο­φο­ρή­σω γιὰ τὴ ζω­ή σας, ποὺ ἀ­κό­μη δὲν τὴν ξέ­ρε­τε, γιὰ τὶς βρω­μι­ές σας, γιὰ τὶς συμ­φο­ρὲς ποὺ θὰ σᾶς βροῦν, θὰ σᾶς πῶ ἀ­πὸ τί πε­θά­να­τε… Ἄ, θὰ δι­α­σκε­δά­σω λι­γά­κι. Γιὰ πέ­στε μου, κο­ρί­τσια, θυ­μᾶ­στε ἐ­κεῖ­νο τὸ κόκ­κι­νο φο­ρε­μα­τά­κι πό­σο ὡ­ραῖ­α μοῦ πή­γαι­νε; Θυ­μᾶ­στε τὴν ἐκ­δρο­μὴ στὸ μο­να­στή­ρι τῆς Τσερ­τό­ζα; Τί ἔ­μει­νε ἀ­π’ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ γέ­λια; Τί γέ­λια ποὺ κά­να­με, ἔ; Ἀρ­κοῦ­σε ἕ­να τί­πο­τα… Μό­νη τώ­ρα μέ­σα σ’ αὐ­τὴ τὴν κα­τα­ρα­μέ­νη, κρύ­α σο­φί­τα, χω­ρὶς κα­νέ­ναν νὰ μὲ φρον­τί­ζει, μὲ ἄρ­ρω­στη καρ­διά, φτω­χὴ καὶ φα­φού­τα, ἀ­ξι­ο­κα­τα­φρό­νη­τη στὰ μά­τια ὅ­λων, νά ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ Λου­ί­ζα!… Ὁ ὕ­πνος δὲ μὲ πιά­νει, ἡ νύ­χτα εἶ­ναι ἀ­τέ­λει­ω­τη καὶ δὲ θά’ ρθει κα­νεὶς νὰ μὲ ἐ­πι­σκε­φτεῖ… Ἀ­φῆ­στε με λοι­πὸν νὰ πα­ρη­γο­ρη­θῶ λέ­γον­τάς σας ἀ­πὸ τί πε­θά­να­τε!»

 

 

Πηγή: Ἀπό τὸν τόμο Siamo spiacenti di, Μιλάνο, Mondadori, 1975.

 

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­l­e­g­r­i­no, 1906-1972). Ἰ­τα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­γρα­ψε θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il de­ser­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔ­ρη­μός των Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑ­πτὰ ἀγ­γε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖ­ο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­es­san­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑ­ξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔ­χει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γω τῆς ἐ­φι­αλ­τι­κῆς ἀ­τμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁ­ποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζω­ῆς καὶ τὴν ἀ­να­τρέ­πουν.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: