Ντάρεν Ἀρονόφσκι (Darren Aronofsky): Τὸ πρῶτο φιλί (A First Kiss)

7711f1e232936f62e67269439f396b91_xl


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky)


Τὸ πρῶ­το φι­λὶ

(A First Kiss)


03-piΟΣΟ ΚΡΑΤΑ τὸ πρῶ­το φι­λί; Τὸ Σε­πτέμ­βρη τοῦ 1997 κρά­τη­σε 107 ὀ­ρό­φους. Πό­σο πο­λὺ γού­στα­ρα αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τά, ἕ­τοι­μη νὰ σκά­σει καὶ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα. Κι ἐ­κεῖ­νο τὸ φι­λὶ ἦ­ταν πυρ­κα­γιά. Ἔ­σκα­σε σὰν ἀ­ναμ­μέ­νο πυ­ρο­τέ­χνη­μα στὸ χέ­ρι σου μὲ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ κον­τὸ φυ­τί­λι.

        Τὴ γνώ­ρι­σα σὲ ἕ­να πάρ­τι, πρὶν ἀρ­χί­σει ἡ φρε­νί­τι­δα μὲ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο, σὲ ἕ­να βρό­μι­κο δι­α­μέ­ρι­σμα στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου. Μά­λι­στα, στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου, χω­ρὶς θυ­ρω­ρό, κα­μί­α πο­λυ­τέ­λεια, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­α­μέ­ρι­σμα-κε­λε­πού­ρι, πρὶν οἱ τι­μὲς τῶν ἀ­κι­νή­των ἐ­κτο­ξευ­θοῦν στὰ ὕ­ψη. Πε­νήν­τα ρε­μά­λια ρου­φοῦ­σαν φτη­νὰ πο­τὰ καὶ τσι­γα­ρι­λί­κια καὶ σκέ­φτον­ταν ἂν ὑ­πῆρ­χε κά­τι κα­λύ­τε­ρο νὰ κά­νουν.

        Ἐ­κεί­νη στε­κό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου κα­πνί­ζον­τας ἕ­να στρι­φτό. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα κα­τα­λά­βει τό­τε ὅ­τι ἦ­ταν Γαλ­λί­δα. Μὲ πό­νε­σε τὸ στο­μά­χι μου. Κρύ­ος ἱ­δρώ­τας νό­τι­σε τὸ μέ­τω­πό μου.

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να ἀ­κό­μη βρά­δυ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ με­τά­νι­ω­να. Τί σή­μαι­νε αὐ­τό; Δὲν εἶ­χα τὰ κό­τσια νὰ συ­στη­θῶ. Τὴν ἔ­βλε­πα νὰ ζα­χα­ρώ­νει ἕ­ναν ἄλ­λον τύ­πο. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἦ­ταν νὰ παί­ζω μὲ τὴν τρύ­πια φό­δρα ἀ­πὸ τὸ πα­λιὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Δὲν ἦ­ταν καὶ στὰ κα­λύ­τε­ρά του, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λα νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ. Καὶ τώ­ρα, ἦ­ταν τὸ στή­ριγ­μά μου. Ἂν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ παί­ξω μ’ ἐ­κεί­νη, θὰ τὸ ἔ­κα­να μὲ τὸ παλ­τό μου.

        Κι ὅ­μως μὲ κά­ποι­ο τρό­πο συ­νέ­βη. Δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ τὸ πώς. Ξαφ­νι­κά, βρέ­θη­κα νὰ τῆς σφίγ­γω τὸ χέ­ρι, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὰ σπα­στὰ ἀγ­γλι­κά της. Κι ἔ­πει­τα, ἔ­ψα­χνα γιὰ στυ­λὸ νὰ ση­μει­ώ­σω τὸν ἀ­ριθ­μό της.

        Κα­νο­νί­σα­με νὰ βρε­θοῦ­με πά­λι τὴν Τε­τάρ­τη. Ἤ­θε­λα νὰ τῆς δεί­ξω τὴν πό­λη αὐ­τὴ ποὺ τό­σο ἀ­γα­ποῦ­σα. Εἶ­χε ἔρ­θει μό­νο γιὰ μιὰ ἑ­βδο­μά­δα κι ἤ­θε­λα νὰ πε­ρά­σει μιὰ ἀ­ξέ­χα­στη νύ­χτα. Ἀλ­λὰ πῶς; Τε­τάρ­τη; Τί νὰ κά­να­με;

        Ἡ λύ­ση εἶ­ναι ἁ­πλὴ ὅ­ταν ἔ­χεις σύμ­μα­χό σου τὸ Μαν­χά­ταν.

        Ὑ­πῆρ­χε κά­τι νὰ κά­νου­με τὴν Τε­τάρ­τη. Τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο Πα­ρά­θυ­ρο στὸν Κό­σμο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­λι­ό­τε­ρα φάν­τα­ζε ἀ­πο­πνι­κτι­κὸ κι ὑ­περ­τι­μη­μέ­νο, σω­στὸς ἐ­φιά­λτης, τώ­ρα εἶ­χε γί­νει φί­νο. Ἔ­παι­ζαν φαν­τα­στι­κὲς με­λω­δί­ες κι ὁ κό­σμος ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ ὅ­λων τῶν εἰ­δῶν τοὺς Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζους.

        Ἡ πί­στα ἦ­ταν γε­μά­τη μὲ χίπ­στερς, ξέ­νους, χρη­μα­τι­στές, σχε­δὸν ὅ­λοι ὅ­σοι θὰ ἔ­βρι­σκε κα­νεὶς στὸ τρέ­νο Μαν­χά­ταν-Μπρού­κλιν.

        Κι ἂν ὁ κό­σμος δὲν ἔ­λε­γε, ὑ­πῆρ­χε ἐν­νο­εῖ­ται καὶ ἡ θέ­α. Τὰ πρῶ­τα σκιρ­τή­μα­τα ἔ­κα­ναν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους, ἐ­νῶ κοι­τού­σα­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν γυ­ά­λι­νο τοῖ­χο. Ἂν καὶ μπο­ρού­σα­με νὰ δοῦ­με μό­νο γκρὶ σύν­νε­φα, ἡ θέ­α ἦ­ταν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη. Τῆς σχε­δί­α­σα τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, τὸ Μαν­χά­ταν, τὸ Μπρού­κλιν, τὶς γει­το­νι­ές του καὶ τὸ σπί­τι μου σὲ μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα. Σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα, ἐ­κεί­νη μοῦ σχε­δί­α­σε τὸ Πα­ρί­σι. Μὲ τὸν χο­ρὸ ἤρ­θα­με πιὸ κον­τά.

        Ὑ­πῆρ­χε μα­γεί­α καὶ νι­ώ­σα­με τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ δρα­πε­τεύ­σου­με ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Ἦ­ταν ὥ­ρα νὰ ξε­χυ­θοῦ­με στοὺς δρό­μους.

        Φεύ­γον­τας, ψά­χνω τὴν γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Τό­τε, ὅ­μως, ἀ­νοί­γει τὸ ἀ­σαν­σέρ. Καὶ εἶ­ναι ἄ­δει­ο. Τε­λεί­ως ἄ­δει­ο, οὔ­τε ψυ­χή. Τὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Ἡ γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Ξέ­ρεις κά­τι, σκέ­φτη­κα, εἶ­ναι ἁ­πλὰ ἕ­να ἄ­θλιο παλ­τό. Ἁρ­πά­ζω τὸ χέ­ρι της καὶ χι­μῶ στὸ ἀ­σαν­σέρ.

        «Ὅ­μως…», ψελ­λί­ζει. Οἱ μα­τι­ὲς μας τὴ στα­μα­τοῦν. Χεί­λη ποὺ μα­γνη­τί­ζον­ται. Οἱ πόρ­τες κλεί­νουν καὶ ρι­χνό­μα­στε ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, κα­θὼς τὸ ἀ­σαν­σὲρ κα­τρα­κυ­λᾶ πρὸς τὸ λόμ­πι. 107 ὄ­ρο­φοι, πι­έ­ζον­ται τὰ αὐ­τιά, κι ἐ­μεῖς φι­λι­ό­μα­στε, χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρῶ νὰ κά­νω εἶ­ναι νὰ γε­λά­ω. Καὶ γε­λά­ω. Κι ὅ­μως ἀ­κό­μα φι­λι­ό­μα­στε.

        Ὅ­ταν οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν, τὸ δρο­σε­ρὸ ἀ­ε­ρά­κι χτυ­πά­ει τὰ μά­γου­λά μας. Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε γιὰ νὰ πά­ρου­με ἐ­πι­τέ­λους ἀ­νά­σα. Ρω­τά­ει για­τί γε­λοῦ­σα. Εἶ­ναι ἁ­πλό. Τὸ πρῶ­το μας φι­λὶ ἦ­ταν τέ­λει­ο. Ἦ­ταν τό­σο τέ­λει­ο ποὺ θὰ κρα­τοῦ­σε γιὰ πάν­τα ἂν ἡ γῆ δὲν ὑ­πῆρ­χε.

        Δὲν τὸ ξα­να­εῖ­δα ἐ­κεῖ­νο τὸ παλ­τό. Συγ­γνώ­μη, παπ­πού.

        Τί νὰ κά­νου­με.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).


Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky). (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1969). Σε­νά­ριο, σκη­νο­θε­σί­α, πα­ρα­γω­γὴ ται­νι­ῶν. Γνω­στὸς γιὰ τὴ δου­λειά του στὶς ται­νί­ε­ς Ρεκ­βι­εμ γιὰ ἕ­να Ὄ­νει­ρο (Requiem for a Dream, 2000), Ὁ Πα­λαι­στή­ς (The Wrestler, 2009) καὶ Μαῦ­ρος Κύ­κνο­ς (Black Swan, 2010), ἡ ὁ­ποί­α προ­τά­θη­κε γιὰ Ὄσκαρ Σκη­νο­θε­σί­ας.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:


Ἑ­λέ­νη Ρί­ζου Φοι­τή­τρια τοῦ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University, Ἀ­θή­να, Ἑλ­λά­δα. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση» τοῦ Δρ. Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη.



 

Διαφημίσεις

Σάββας Παύλου: Ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου


paylousabbas-iektasitiskyprou-eikona-03


Σάββας Παύλου


Ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου


Χαι­ρε­τι­σμὸς στοὺς Μάν­τελ­προτ καὶ Στέρ­γιο

03-piΟΣΗ ΕΙΝΑΙ ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς Κύ­πρου; Εἶ­ναι ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα ἁ­πλὸ καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση τὸ ἴ­διο ἁ­πλή. Καὶ ἂν δὲν τὴν ξέ­ρεις ἀ­νοί­γεις τὸ σχε­τι­κὸ ἐγ­χει­ρί­διο. Ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς Κύ­πρου ἰ­σοῦ­ται μὲ 9267 τε­τρα­γω­νι­κὰ χι­λι­ό­με­τρα. Ὅ­μως αὐ­τὴ ὁ­ρί­ζε­ται ὡς τὸ ἐμ­βα­δὸν ἑ­νὸς χώ­ρου ἐ­πί­πε­δου ποὺ ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν οἱ ἀ­κτο­γραμ­μές του σὲ ὑ­ψό­με­τρο μη­δέν.

       Δὲν εἶ­ναι ἔ­τσι ἡ Κύ­προς. Βου­νὰ καὶ κοι­λά­δες, ἀ­νυ­ψώ­σεις καὶ κοι­λώ­μα­τα, κοῖ­τες πο­τα­μῶν καὶ λό­φοι, φρέ­α­τα καὶ βρά­χοι δι­α­μορ­φώ­νουν τὸ χῶ­ρο της. Καὶ κά­θε ἀ­νύ­ψω­ση καὶ κοί­λω­μα ἐ­παυ­ξά­νει τὴν εὐ­ρυ­χω­ρί­α. Για­τὶ ἕ­νας λάκ­κος ποὺ σκά­ψα­με σὲ ἕ­να τε­τρα­γω­νι­κὸ μέ­τρο καὶ φτά­σα­με σὲ βά­θος πέν­τε μέ­τρων δί­νει μιὰ νέ­α ἔ­κτα­ση, για­τὶ πρέ­πει νὰ συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με καὶ τὰ νέ­α τοι­χώ­μα­τα. Τό­τε δι­α­πι­στώ­νου­με ὅ­τι ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἑ­νὸς μέ­τρου αὐ­ξή­θη­κε σὲ 21. Ἀ­κό­μη πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­λά­βου­με τὴν αὔ­ξη­σή της ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ βου­να­λά­κι μὲ τὰ χώ­μα­τα τῆς ἐ­ξό­ρυ­ξης. Ἔ­τσι ἂν συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με τὰ βου­νά, τοὺς λό­φους, τὰ μι­κρὰ ὑ­ψώ­μα­τα, τὰ κοι­λώ­μα­τα, τὰ βα­θύ­πε­δα καὶ ὑ­ψί­πε­δα, τοὺς λάκ­κους καὶ τὶς σπη­λι­ές, ὁ χῶ­ρος με­γε­θύ­νε­ται συ­νε­χῶς.

       Κι ἂν με­τὰ συμ­πε­ρι­λά­βου­με τὶς πέ­τρες, τὶς μι­κρο­α­νυ­ψώ­σεις καὶ ρωγ­μὲς κι ὑ­στέ­ρα τὶς ἄλ­λες τὶς ἐ­λά­χι­στες, τὶς σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τες καὶ με­τὰ αὐ­τὲς ποὺ εἶ­ναι ὁ­ρα­τὲς μό­νο μὲ τὸ μι­κρο­σκό­πιο, ἡ ἐ­πι­φά­νεια συ­νε­χῶς ἐ­παυ­ξά­νε­ται κι ὅ­ταν φτά­σεις στὴν κλί­μα­κα τοῦ μο­ρί­ου καὶ τοῦ ἀ­τό­μου συ­νει­δη­το­ποι­εῖς ὅ­τι ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου τεί­νει πρὸς τὸ ἄ­πει­ρο.

       Αὐ­τὸ τὸ ἄ­πει­ρο ποὺ κοί­τα­ζε ἡ μα­τιὰ τοῦ Σο­λω­μοῦ ἀ­νε­βαί­νον­τας γιὰ τὸ ση­μεῖ­ο τῆς πτώ­σης στὸν ἱ­στὸ μὲ τὴν κα­το­χι­κὴ ση­μαί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: περ. Τὰ Νεφούρια, ἀρ. 5, Πρωτοχρονιὰ 2001.

Σάβ­βας Παύ­λου (Λευ­κω­σί­α, 1951-2016). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου (τί­τλος τῆς δι­α­τρι­βῆς του: Σε­φέ­ρης καὶ Κύ­προς, 2005). Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Εκ­παί­δευ­ση τῆς Κύ­πρου. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ελ­λά­δας (Νέ­α Ἑ­στί­α, Ἀν­τί, Ἄρ­δην, Κα­θη­με­ρι­νή κ.ἄ.) καὶ τῆς Κύ­πρου (Ἀ­κτή, Ση­με­ρι­νή, Πο­λί­της, Τὰ Νέ­α κ.ἄ.).


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ἡ για­γιά


08-buzzati-igiagia-mtf-apotaitalikap-fournarisl565-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Ἡ για­γιά

«La nonna»


h-itta-somataΜΟΥΝ τριά­ντα τεσ­σά­ρων χρο­νῶν, ὅ­ταν ὁ φί­λος μου, Σορ­ντί­νο Ἐ­σκε­νά­ζυ, μὲ προ­σκά­λε­σε νὰ πε­ρά­σω τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο στὴ ἐ­ξο­χι­κή του κα­τοι­κί­α, στὴ λί­μνη Ὄρ­τα. Ἦ­ταν μιὰ με­γά­λη, πα­λαι­ϊ­κὴ βί­λα, ὅ­που το κα­λο­καί­ρι συγ­κεν­τρω­νό­ταν ὅ­λη ἡ με­γά­λη οἰ­κο­γέ­νεια τῶν Ἐ­σκε­νά­ζυ.

       Μό­λις ἔ­φτα­σα ὁ φί­λος μου, ὁ Σορ­ντί­νο, μὲ συ­νό­δε­ψε στὸ δω­μά­τιό μου γιὰ νὰ φρε­σκα­ρι­στῶ, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται νὰ λέ­γε­ται. Με­τὰ δέ­κα λέ­πτα βγῆ­κα γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σω τὴν πα­ρέ­α ἀ­πὸ κά­τω.

       Στὸ μα­κρὺ δι­ά­δρο­μο, ποὺ φω­τι­ζό­ταν ἀ­μυ­δρὰ —ἀ­φοῦ ἡ πυ­κνὴ βλά­στη­ση ἀ­πὸ τὰ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὰ φυ­τὰ ἔ­κρυ­βε τὰ πα­ρά­θυ­ρα—, ἐρ­χό­ταν πρὸς ἐ­μέ­να μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ κρα­τοῦ­σε στὸ χέ­ρι της ἕ­να στρογ­γυ­λὸ πα­κέ­το τυ­λιγ­μέ­νο μὲ μιὰ γα­λά­ζια κορ­δέ­λα. Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς πρά­σι­νης πο­διᾶς της τὴν πέ­ρα­σα στὴν ἀρ­χὴ γιὰ κα­μα­ρι­έ­ρα. Με­τὰ ὑ­πέ­θε­σα ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ φο­ρε­σιὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν συ­χνὰ στὴ ἐ­ξο­χὴ οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ ζοῦν στὴν κοι­λά­δα.

       Ἦ­ταν μιὰ με­λα­χρι­νὴ ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς. Θὰ χα­ρα­ζό­ταν βα­θιὰ στὴ μνή­μη μου τὸ αἰ­σθη­σια­κό της στό­μα μὲ τὸ πά­νω χεῖ­λος ἐ­λα­φριὰ ἀ­να­ση­κω­μέ­νο, ὅ­πως σὲ με­ρι­κὰ μω­ρὰ ἀ­πὸ τὸ τέν­τω­μα τοῦ νε­α­νι­κοῦ δέρ­μα­τος.

       Δὲν στα­μά­τη­σε ὅ­ταν συ­ναν­τη­θή­κα­με, ἀλ­λὰ βρά­δυ­νε τὸ βῆ­μα της καὶ μοῦ ἔ­ρι­ξε—μό­νο γιὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα—, ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ ὀ­λέ­θρια βλέ­μα­τα ποὺ σοῦ καῖ­νε τὰ σω­θι­κά.

       Ντρο­πα­λὸς ἀ­πὸ τὴ φύ­ση μου δὲν μπό­ρε­σα πα­ρὰ νὰ μουρ­μου­ρί­σω μιὰ «κα­λη­μέ­ρα». «Κα­λη­μέ­ρα», ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη χα­μο­γε­λών­τας, καὶ μὲ προ­σπέ­ρα­σε μό­λις ἀγ­γί­ζον­τάς με, δι­α­τη­ρών­τας πάν­τα ἐ­κεῖ­νο τὸ τρο­με­ρὸ βλέμ­μα.

       Κα­τέ­βη­κα στὸν κῆ­πο μὲ ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο προ­αί­σθη­μα ὅ­τι σὲ λί­γο, μὲ τὸν ἕ­ναν ἢ τὸν ἄλ­λον τρό­πο, θὰ γνώ­ρι­ζα τὸ γο­η­τευ­τι­κὸ πλά­σμα· ἴ­σως ἄλ­λα­ζε ἡ ζω­ή μου ὁ­ρι­στι­κά.

       Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νη στὸν κῆ­πο. Μὲ σύ­στη­σαν ἀ­μέ­σως στὴν οἰ­κο­δέ­σποι­να, τὴν για­γιὰ τοῦ Σορ­ντί­νο, μιὰ κυ­ρί­α πο­λὺ κομ­ψὴ πα­ρὰ τὴν προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α της. Μοῦ ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση τὸ στό­μα της, μα­ρα­μέ­νο πιὰ ἀ­πὸ ἀ­χτι­δω­τὲς ρυ­τί­δες, ἀλ­λὰ μὲ τὰ ση­μά­δια μιᾶς πα­λιᾶς ὀ­μορ­φιᾶς. Τὸ πά­νω χεῖ­λος εἶ­χε μιὰ ἀ­να­ση­κω­μέ­νη ἐ­λα­φριὰ πτυ­χή, σὰν νὰ ἀ­πο­κά­λυ­πτε ἕ­να χα­μό­γε­λο.

       «Μὰ γνω­ρι­ζό­μα­στε ἤ­δη!», ἦ­ταν τὰ πρῶ­τα λό­για της σ΄ ἕ­να ξέ­σπα­σμα χα­ρᾶς.

       Εἶ­πα ἀ­μή­χα­νος: «Δὲν θυ­μᾶ­μαι, κυ­ρί­α…»

       «Ἐ­γὼ θυ­μᾶ­μαι. Ναί, σὰν νὰ ἦ­ταν χθές… Τί νὰ σᾶς πῶ; Εἶ­στε θαῦ­μα! Θαῦ­μα! Που­λή­σα­τε τὴν ψυ­χή σας στὸ δι­ά­βο­λο, πα­ρα­δε­χτεῖ­τε το… Ὄ­χι, ὄ­χι, ἀ­στει­εύ­ο­μαι. Ἔ­χε­τε δί­κιο ποὺ μὲ κοι­τᾶ­τε ἔ­τσι. Φαν­τα­στεῖ­τε, πέ­ρα­σαν σχε­δὸν πε­νήν­τα χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε… Δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ ἤ­σα­στε ἐ­σεῖς. Ἐ­σεῖς δὲν εἴ­χα­τε κὰν γεν­νη­θεῖ. Μὰ ἦ­ταν κά­ποι­ος σὰν ἐ­σᾶς, ὁ­λό­ι­διος, σᾶς τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι. Σκέ­φτο­μαι: δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας σας ἢ ἴ­σως ὁ παπ­πούς σας;»

       «Δὲν γνω­ρί­ζω, κυ­ρί­α. Τὸν πα­τέ­ρα μου τὸν ἔ­χα­σα ὅ­ταν ἤ­μουν ἀ­κό­μη μω­ρό… Κι ἔ­πει­τα ἐ­μεῖς ζού­σα­με στὴν Ὀλ­λαν­δί­α…»

       Ἐ­κεί­νη, σὰν νὰ μὴν εἶ­χε ἀ­κού­σει: «Καὶ θέ­λε­τε νὰ μά­θε­τε τὸ πιὸ ὡ­ραῖ­ο; Ἦ­ταν γιὰ μέ­να κά­τι σὰν κε­ραυ­νο­βό­λος ἔ­ρω­τας, ὅ­πως λέ­γα­νε τό­τε… Ποιός ξέ­ρει, ἂν δὲν εἶ­χε φύ­γει τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα… Θε­έ μου, πό­σο γο­η­τευ­τι­κὸς ἦ­ταν… Φυ­σι­κὰ δὲν τοῦ ἔ­δω­σα νὰ κα­τα­λά­βει τί­πο­τα. Φαν­τα­στεῖ­τε. Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια. Μο­να­χὰ ἕ­να πράγ­μα: τὸ βρά­δυ, χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρει, χω­ρὶς νὰ τοῦ πῶ λέ­ξη, τοῦ ἄ­φη­σα στὸ δω­μά­τιο ἕ­να γλυ­κό, μιὰ πορ­το­κα­λό­πι­τα. Φτι­αγ­μέ­νη εἰ­δι­κὰ γιὰ αὐ­τόν. Ἦ­ταν ἡ σπε­σι­α­λι­τέ μου…»

       Ἡ κου­βέν­τα κα­τέ­λη­ξε σὲ γε­νι­κὴ εὐ­θυ­μί­α. Ὡ­στό­σο μοῦ ἔ­μει­νε μιὰ πα­ρά­ξε­νη αἴ­σθη­ση, κά­τι σὰν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα, κίν­δυ­νος, ἀ­να­στά­τω­ση. Καὶ δὲν τόλ­μη­σα νὰ ρω­τή­σω ποι­ά ἦ­ταν ἡ πα­νέ­μορ­φη νε­α­ρού­λα ποὺ εἶ­χα συ­ναν­τή­σει στὸ δι­ά­δρο­μο (για­τί ἤ­ξε­ρα ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πιά). Κι ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­νέ­βη­κα ξα­νὰ στὸ δω­μά­τιό μου, δὲν τόλ­μη­σα κὰν νὰ ἀ­νοί­ξω τὸ πα­κέ­το, τὸ τυ­λιγ­μέ­νο μὲ μιὰ γα­λά­ζια κορ­δέ­λα, ποὺ βρι­σκό­ταν πά­νω στὴ σι­φο­νι­έ­ρα (για­τί ἤ­ξε­ρα πὼς ἦ­ταν ἡ πορ­το­κα­λό­πι­τα, φτι­αγ­μέ­νη πε­νήν­τα χρό­νια πρίν).


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ὁ σκύ­λος


07-buzzati-oskylos-mtf-apotaitalikap-fournarisl453-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Ὁ σκύ­λος

(Il cane)


«ΚΑΜΙΑ ΕΙΚΟΣΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ πρίν», μοῦ δι­η­γό­ταν ὁ δό­κτο­ρας Ντι­έγ­κο Βέ­σκα, για­τρὸς ἀ­πὸ τὴ Βερ­μπά­νια, «εἶ­χα ἕ­ναν ὑ­πέ­ρο­χο μο­λοσ­σὸ ποὺ τὸν λέ­γα­νε Φού­ριο καὶ ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­λά­τρευ­τος. Ἦ­ταν τό­σο ὑ­πέ­ρο­χος, ὥ­στε ἕ­να μοι­ραῖ­ο βρά­δυ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Τὸν ἔ­ψα­ξα παν­τοῦ. Ἤ­μουν ἀ­πελ­πι­σμέ­νος· γύρ­να­γα γιὰ μῆ­νες κι ἀ­πὸ τὶς δυ­ὸ με­ρι­ὲς τῆς λί­μνης, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κά­ποι­ος μου τὸν εἶ­χε κλέ­ψει…

       »Ὣς ἐ­δῶ, θὰ μοῦ πεῖ­τε, τί­πο­τε πε­ρί­ερ­γο. Ἀ­κοῦ­στε ὅ­μως. Πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τό­τε πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια, ὅ­ταν ἕ­να πρω­ὶ παίρ­νω τὸ φε­ριμ­πὸτ γιὰ τὸ Λα­βέ­νο, ὅ­πως κά­νω του­λά­χι­στον δυ­ὸ φο­ρὲς τὴν ἑ­βδο­μά­δα, ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα. Βρι­σκό­μουν στὴν πρύ­μνη καὶ τὸ κα­ρα­βά­κι μό­λις εἶ­χε ξε­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴν προ­κυ­μαί­α, ὅ­ταν βλέ­πω νὰ ἔρ­χε­ται τρε­χά­τος, μαν­τέψ­τε ποι­ός, ὁ Φού­ριό μου, ὁ­λό­ιδιος. Στα­μα­τά­ει στὴν ἄ­κρη τῆς προ­κυ­μαί­ας, γα­βγί­ζει δυ­ὸ τρεῖς φο­ρὲς κι ὕ­στε­ρα βου­τά­ει στὸ νε­ρὸ κι ἀρ­χί­ζει νὰ κο­λυμ­πά­ει. Τὸ κα­ρα­βά­κι εἶ­χε πιὰ ξε­κι­νή­σει κι ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ μὲ προ­φτά­σει τὸ φου­κα­ρι­ά­ρι­κο τὸ ζων­τα­νό. Τό­τε ἀρ­χί­ζω νὰ φω­νά­ζω «Στα­μα­τῆ­στε! Στα­μα­τῆ­στε!» Τρέ­χω πά­νω νὰ ζη­τή­σω τὸν κα­πε­τά­νιο ποὺ μὲ ἤ­ξε­ρε, τὸν ἱ­κε­τεύ­ω νὰ στα­μα­τή­σει. Στὸ με­τα­ξὺ ὁ σκύ­λος συ­νέ­χι­ζε νὰ κο­λυμ­πά­ει, ἀλ­λὰ ἦ­ταν πιὰ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος κι ἐ­γὼ συ­νέ­χι­ζα νὰ τοῦ φω­νά­ζω Φού­ριο, Φού­ριο, γιὰ νὰ τοῦ δώ­σω κου­ρά­γιο, ἀλ­λὰ τὸν ἔ­βλε­πα ὁ­λο­έ­να πιὸ μα­κρυ­ά. Ἦρ­θε κι ὁ κα­πε­τά­νιος στὴν πρύ­μνη καὶ τοῦ ἔ­δει­ξα τὸ σκύ­λο ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε, ἀλ­λὰ ἔ­λε­γε πὼς δὲν ἔ­βλε­πε τί­πο­τα. Οἱ ἄλ­λοι ἐ­πι­βά­τες ἔ­λε­γαν, κι αὐ­τοί, ὅ­τι δὲν ἔ­βλε­παν τί­πο­τα, κι ἄρ­χι­σαν νὰ μὲ κοι­τοῦν μὲ ἕ­να τρό­πο σὰν νὰ μὲ περ­νά­γα­νε γιὰ τρε­λό.

       »Τε­λι­κά, ὁ κα­πε­τά­νιος, ἀ­φοῦ μὲ εἶ­δε ποὺ ἤ­μου­να τό­σο τα­ραγ­μέ­νος, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ νὰ μὲ εὐ­χα­ρι­στή­σει, γύ­ρι­σε τὸ φε­ριμ­πὸτ με­ρι­κὲς ἑ­κα­τον­τά­δες μέ­τρα πί­σω, μό­νο γιὰ νὰ μὲ πεί­σει ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­να σκυ­λὶ ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε· καὶ πραγ­μα­τι­κά, ὅ­ταν τὸ φε­ριμ­πὸτ ἄρ­χι­σε νὰ γυρ­νά­ει, ὁ Φού­ριο εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ κι ἐ­γὼ δὲν ξα­να­εῖ­πα τί­πο­τα, γιὰ νὰ μὴ μὲ νο­μί­σουν τε­λεί­ως πα­λα­βό.

       »Ὣς ἐ­δῶ, θὰ μοῦ πεῖ­τε, τί­πο­τα πε­ρί­ερ­γο. Ὅ­μως ἀ­κοῦ­στε. Ἀ­πὸ τό­τε κά­θε δυ­ὸ-τρεῖς μῆ­νες, μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νείς, ἡ σκη­νὴ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται: δὲν ἔ­χει κα­λὰ-κα­λά το φε­ριμ­πὸτ ξε­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη καὶ φτά­νει τρέ­χον­τας μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη αὐ­τός, ὁ Φού­ριο, ποὺ ρί­χνε­ται στὸ νε­ρὸ καὶ δρό­μο πί­σω ἀ­πὸ τὸ κα­ρα­βά­κι. Μὰ τὸ κα­ρα­βά­κι προ­χω­ρᾶ πιὸ γρή­γο­ρα ἀπ΄αὐ­τὸν καὶ τὸ δύ­στυ­χο τὸ ζων­τα­νὸ μέ­νει πί­σω καὶ κο­λυμ­πᾶ μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας· καὶ μὲ κοι­τᾶ, μὲ κοι­τᾶ. Αἰ­σθά­νο­μαι τὰ μά­τια του ποὺ μπαί­νουν ἐ­δῶ μέ­σα», κι ἔ­δει­χνε τὴν καρ­διά του. «Ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ ὁ Φού­ριο δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νει καὶ βλέ­πω τὸ κε­φα­λά­κι του νὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται κά­τω ἀπ΄τὸ νε­ρό· κά­θε φο­ρὰ τὰ ἴ­δια… Ὅ­μως δὲν τὸν κα­λῶ· μέ­νω ἤ­ρε­μος, δὲν φω­νά­ζω νὰ στα­μα­τή­σει τὸ κα­ρα­βά­κι. Ξέ­ρω ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­να φάν­τα­σμα. Ἂν κά­νω τὸ λο­γα­ρια­σμό, σή­με­ρα θά ΄πρε­πε νὰ ἦ­ταν εἴ­κο­σι τεσ­σά­ρων χρο­νῶν. Πο­τὲ σκύ­λος δὲν ἔ­ζη­σε τό­σο.» Δά­κρυ­α χα­ρά­κω­ναν τὰ μά­γου­λά του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος: Τσά­ι ἢ κά­τι ἄλ­λο


marinosdionysis-tsaiikatiallo-eikona-02b


Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος


Τσά­ι ἢ κά­τι ἄλ­λο


05-OmikronΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ 8ης τά­ξε­ως Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ δὲν ἄρ­γη­σε νὰ φτά­σει στὴν ἥτ­τα του· κα­νεὶς δὲν ἀρ­γεῖ. Ἐ­πὶ τριά­ντα συ­να­πτὰ ἔ­τη ἐ­ξύ­φαι­νε τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες του στὴ σκό­νη νο­μαρ­χια­κῶν χαρ­τι­ῶν, ὑ­πη­ρε­σια­κῶν δελ­τα­ρί­ων, πρω­το­κολ­λη­μέ­νων ἐγ­γρά­φων, δι­οι­κη­τι­κῶν πρά­ξε­ων καὶ πει­θαρ­χι­κῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου·  τὶς νύ­χτες ξή­λω­νε τὰ πάν­τα. Ἡ αἴ­σθη­ση τῆς κου­ρα­σμέ­νης ὑ­πο­τα­γῆς ποὺ στρο­βι­λι­ζό­ταν στὶς συ­ζη­τή­σεις του στὸ γρα­φεῖ­ο, μὲ συ­να­δέλ­φους πα­ρα­ζα­λι­σμέ­νους καὶ ἀ­κραιφ­νῶς εὐ­πει­θεῖς, στὴ φει­δω­λὴ γο­η­τεί­α τοῦ κα­φὲ «Μα­γι­κὸ Λυ­χνά­ρι» γι­νό­ταν μιὰ φορ­τι­σμέ­νη στιγ­μὴ ἐγ­γύ­τη­τας μὲ ἀν­θρώ­πους ἄλ­λης ὑ­φῆς. Πο­τέ του δὲν ἔ­γρα­ψε κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ δι­οι­κη­τι­κὲς πα­ραγ­γε­λί­ες καὶ γνω­μο­δο­τή­σεις τοῦ ἀ­νώ­τα­του γρα­φεί­ου. Ἦ­ταν ἕ­νας γρα­φιὰς δί­χως νὰ γρά­φει. Τὸ χέ­ρι του κυ­λοῦ­σε πά­νω στὶς στε­γνὲς λέ­ξεις τῆς ὑ­παλ­λη­λι­κῆς δι­α­λέ­κτου μὲ τρό­πο ἀ­νί­σκιο καὶ πι­κρό. Πί­νον­τας κο­νιὰκ καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς βότ­κα σὲ ψη­λὸ πο­τή­ρι, ξε­κο­κά­λι­ζε τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ «Ξυ­πνη­τή­ρι», «Θε­α­τής», «Μό­σχα» καὶ «Θραύ­σμα­τα» ποὺ μό­νο στὸ «Μα­γι­κὸ Λυ­χνά­ρι» μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κα­νεὶς ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες. Ζοῦ­σε διὰ τῆς ἀ­νά­γνω­σης. Μὲ τὸν και­ρὸ ἔ­γι­νε ἄ­ξιος καρ­πω­τὴς ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζε πὼς συ­νέ­βαι­ναν στὴν πό­λη του. Πό­λη βα­ριὰ κι ἀ­ναμ­μέ­νη σὰν μαγ­κά­λι. Τὸ πρω­ὶ κα­θό­ταν πά­λι στὸ γρα­φεῖ­ο του καὶ βου­τοῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὴν κρα­τι­κὴ σφρα­γί­δα στὸ με­λά­νι·  τὴν ἔ­πνι­γε.

       Τί­πο­τα δὲν θὰ ἄλ­λα­ζε τὴ γε­ω­με­τρί­α τῆς ζω­ῆς του, ἂν ἐ­κεῖ­νο τὸ χει­μώ­να τοῦ 1897 δὲν τύ­χαι­νε νὰ γνω­ρί­σει τὸν Ἄν­τον Τσέ­χωφ γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο τό­σα πολ­λὰ εἶ­χε ἀ­κού­σει καὶ δι­α­βά­σει. Τὸ πυ­κνὸ μού­σι, τὰ θο­λὰ μα­το­γυά­λια, τὸ τσίμ­πη­μα θλί­ψης στὰ μά­τια, ἐ­κεῖ­νος ὁ λε­πτο­φυ­ὴς κόμ­πος τοῦ πα­πι­γιόν·  ὅ­λα, ὅ­λα πά­νω σε αὐ­τὸν τὸν ἄν­δρα ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να γιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση. Τὰ δα­χτυ­λί­δια τῶν μαλ­λι­ῶν του στὸ μέ­τω­πο ποὺ κα­τά­φερ­ναν νὰ ξε­φεύ­γουν δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­να ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν φο­ροῦ­σε τὸ κα­πέ­λο του, τὸ κο­λά­ρο τοῦ που­κα­μί­σου πάν­το­τε κα­θα­ρὸ καὶ στη­τὸ σὰν ὁ­δό­φραγ­μα ἀ­να­πνο­ῆς. Ὁ λε­πτὸς καὶ εὐ­γε­νὴς τρό­πος τῆς ὁ­μι­λί­ας του. «Λοι­πόν, για­τρὲ ἐ­σεῖς τί λέ­τε;», «Μά, κα­λέ μου Πε­τρού­σκα οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν προ­σέ­χουν ἂν εἶ­ναι χει­μώ­νας ἢ κα­λο­καί­ρι, ὅ­ταν εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι». Ή, ἄλ­λες φο­ρές, ἔ­γερ­νε πρὸς τὸ συ­νο­μι­λη­τή του καὶ μ’ ἕ­να ρί­γος πί­στης ἀ­πο­φαι­νό­ταν: «Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τε και­νούρ­γιο στὴν τέ­χνη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ τα­λέν­το».

       Πο­τὲ ἄλ­λο­τε τὸ φορ­τί­ο τοῦ γρα­φεί­ου δὲν φά­νη­κε στὸν Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ τό­σο ἐν­θαρ­ρυν­τι­κό. Βρι­σκό­ταν μο­νί­μως σὲ κα­τά­στα­ση ἐ­γρή­γορ­σης. Ἕ­να ἡ­λι­ο­τρό­πιο σὲ ἄν­θη­ση.

       Μά, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ – ἄχ, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Τί­πο­τα δὲν ἦ­ταν ὅ­πως τὶς ἄλ­λες φο­ρές. Τὸ σῶ­μα τοῦ Τσέ­χωφ εἶ­χε κά­τι τὸ ἀ­πο­πεμ­πτι­κό – μιὰ κλί­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ του πρὸς τὰ δε­ξιὰ ἔ­δι­νε στὰ μά­τια καὶ τὸ στό­μα τοῦ μιὰ αἴ­σθη­ση ἐ­πεί­γον­τος. Λὲς καὶ κά­τι βα­θιὰ δι­α­νο­η­τι­κὸ τὸν βα­σά­νι­ζε καὶ τὸν μα­δοῦ­σε. Τὰ χέ­ρια τρί­φτη­καν πά­νω στὸ λε­πτὸ ὕ­φα­σμα τοῦ παν­τε­λο­νιοῦ. Ἡ ἀ­νά­σα του σκαρ­φά­λω­νε στὸ γι­λέ­κο μὲ δυ­σκο­λί­α. Σχε­δὸν πνι­γό­ταν. Καὶ τό­τε κοι­τών­τας τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ «Μα­γι­κοῦ Λυ­χνα­ριοῦ» μὲ τὶς τρα­βηγ­μέ­νες μὸβ κουρ­τί­νες γύ­ρι­σε πρὸς τὸν δύ­στυ­χο Ἐ­φραίμ, πρώ­τη φο­ρὰ τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τό, καὶ τοῦ εἶ­πε συ­νω­μο­τι­κά: «Τί ὑ­πέ­ρο­χος και­ρὸς σή­με­ρα! Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω: νὰ φτιά­            ξω τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στῶ;».

       Στὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς γιὰ τὸ σπί­τι ὁ Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ ἔ­νι­ω­θε τὸ φορ­τί­ο τῆς σάρ­κας του νὰ βα­ραί­νει κά­θε του βῆ­μα. Οἱ φτε­λι­ὲς ἔ­στελ­ναν ἀ­ρώ­μα­τα ἄ­νοι­ξης, τὸ φεγ­γά­ρι μουρ­μού­ρι­ζε, οἱ σκι­ὲς ἔ­πε­φταν σὰν βρεγ­μέ­να φύλ­λα·  ἦ­ταν ἕ­νας ὑ­πέ­ρο­χος και­ρός. Πό­σο ἀ­λη­θι­νὰ ὑ­πέ­ρο­χος. Μά, καὶ πό­σο κομ­ψὸ εἶ­ναι νὰ τυ­ραν­νι­έ­ται κα­νεὶς ἀ­πὸ τέ­τοι­α δι­λήμ­μα­τα. Ἐ­κεῖ­νο ἢ τὸ ἄλ­λο; Μπρὸς ἢ πί­σω; Ἐ­λεύ­θε­ρος ἢ μή­πως…

       Ὁ Ἐ­φραὶμ δὲν εἶ­χε πο­τέ του δι­λήμ­μα­τα. Οὔ­τε καὶ τώ­ρα. Ὁ δι­κός του δρό­μος ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νος χω­ρὶς ἐ­πι­στρο­φή. Κον­το­στά­θη­κε κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν φα­νο­στά­τη, σκού­πι­σε τὸν ἱ­δρω­μέ­νο αὐ­χέ­να του μὲ τὸ μαν­τί­λι του καὶ αἴφ­νης συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς πο­τὲ στὴ ζω­ή του δὲν εἶ­χε πι­εῖ γου­λιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μαυ­ρο­ζού­μι ποὺ οἱ ἄλ­λοι μὲ χά­ρη πε­ρί­με­ναν νὰ βρά­σει στὸ σα­μο­βά­ρι. Τὸ λοι­πόν: νὰ φτιά­ξει τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στεῖ; Πό­σο εὔ­κο­λο ἦ­ταν νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του, πέ­τα­ξε τὸ σα­κά­κι του στὸ πά­τω­μα καὶ ἔ­λυ­σε τὸν κόμ­πο τοῦ πα­πι­γιόν του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος (Ἀθήνα, 1971). Ἐργάζεται ὡς δημοσιογράφος καὶ ἔχει ἐκδώσει δύο μυθιστορήματα: Χαμένα κορμιά (ἐκδ. Τετράγωνο) καὶ Τελευ­ταί­α πόλη (ἐκδ. Γα­βρι­ηλίδης).



		

	

Βίβιαν Γκόρνικ (Vivian Gornick): Πῶς διαβάζω μετὰ τὸ Συμβὰν τῆς 11ης Σεπτεμβρίου

photo2jpg


Βί­βιαν Γκόρ­νικ (Vivian Gornick)


Πῶς Δι­α­βά­ζω με­τὰ τὸ Συμ­βὰν τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου

(How I Read since September 11th)


02-TaphΗΝ ΕΝΤΕΚΑΤΗ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ, στὶς 09:30 τὸ πρω­ί, στά­θη­κα στὸ δρό­μο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου στὸ Γκρί­νου­ϊτς Βί­λα­τζ, ἀ­νά­με­σα στὸ σι­ω­πη­ρὸ πλῆ­θος, ἀν­τι­κρί­ζον­τας τὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα κτί­ρια στὸ Μαν­χά­ταν νὰ φλέ­γον­ται καὶ ἔ­πει­τα νὰ κα­ταρ­ρέ­ουν. Κα­νεὶς δὲν μί­λη­σε, κα­νεὶς δὲν φώ­να­ξε. Νο­μί­ζω πὼς ἐ­κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μή, ὅ­λοι σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ πλῆ­θος κα­τά­λα­βαν ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­χε πλέ­ον ἀλ­λά­ξει καὶ ὅ­τι ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη δὲν θὰ ἦ­ταν πο­τὲ ξα­νὰ ἡ ἴ­δια. Στοὺς μῆ­νες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν τρο­μα­κτι­κὴ ἡ­μέ­ρα, μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα, ποὺ δύ­σκο­λα τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει κα­νεὶς —ἄν­θρω­ποι κά­πως σο­κα­ρι­σμέ­νοι, κά­πως ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι, πε­ρί­ερ­γα σκε­πτι­κοὶ— πε­ρι­έ­βαλ­λε τὴν πό­λη καὶ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χει κα­τα­λα­γιά­σει. Ἡ πό­λη συ­χνὰ νι­ώ­θει κε­νή, μπερ­δε­μέ­νη, ξε­ρι­ζω­μέ­νη. Καὶ τὰ πάν­τα πνιγ­μέ­να σὲ πε­ρί­ερ­γη σι­ω­πή: ἡ κί­νη­ση, ὁ θό­ρυ­βος, τὸ πλῆ­θος· ἑ­στι­α­τό­ρια, θέ­α­τρα, μου­σεῖ­α, κά­ποι­ες φο­ρὲς μι­σο­ά­δεια, κά­ποι­ες φο­ρὲς ἀ­κό­μη καὶ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­να. Καὶ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα κά­ποι­ο ἀ­κα­θό­ρι­στο στοι­χεῖ­ο στὴ ζω­ὴ μας μοιά­ζει στα­δια­κὰ νὰ χά­νε­ται ἀ­πὸ αὐ­τή. Ἕ­νας ἄν­τρας, ποὺ κά­θε Σάβ­βα­το, ἐ­δῶ καὶ τριά­ντα χρό­νια, πή­γαι­νε σὲ τζὰζ συ­ναυ­λί­ες, πλέ­ον κά­θε­ται σπί­τι τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τοῦ Σαβ­βά­του. «Δὲν ξέ­ρω», λέ­ει ἀ­δι­ά­φο­ρα ση­κώ­νον­τας τοὺς ὤ­μους. «Δὲν ὑ­πάρ­χει πλέ­ον ἴ­χνος δι­α­σκέ­δα­σης στὴ δι­α­σκέ­δα­ση.» Μιὰ γυ­ναί­κα, ποὺ λα­τρεύ­ει τὶς ται­νί­ες ποὺ ἔ­χουν γυ­ρι­στεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, πλέ­ον κλεί­νει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση ὅ­ταν προ­βάλ­λε­ται κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές. «Δὲν ξέ­ρω», λέ­ει ἀ­ό­ρι­στα, «δὲν φαί­νε­ται νὰ ται­ριά­ζουν πλέ­ον μὲ τὴν κα­τά­στα­ση». Μιὰ ἄλ­λη τα­ρά­ζε­ται στὴ θέ­α φω­το­γρα­φι­ῶν μὲ φόν­το τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. «Τὰ πάν­τα», λέ­ει, «θυ­μί­ζουν τὸ «πρὶν» καὶ τί­πο­τα ἀ­πὸ τὸ «πρὶν» δὲν προ­σφέ­ρει πα­ρη­γο­ριά».

        Ξέ­ρω τί ἐν­νο­οῦν. Ὅ­λη μου τὴ ζω­ή, σὲ κά­θε εἴ­δους κρί­ση, κα­τέ­φευ­γα σὲ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ δο­κί­μια μὲ ὑ­πό­βα­θρο τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη γιὰ νὰ ἀ­να­ζω­ο­γο­νή­σω τὸ ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο πνεῦ­μα μου. Ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­νοί­ξω οὔ­τε ἕ­να βι­βλί­ο ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Στρέ­φο­μαι πρὸς τὰ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, στὴ με­τα­πο­λε­μι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α κα­τὰ προ­τί­μη­ση. «Κα­νέ­νας κίν­δυ­νος ἐ­δῶ», σκέ­φτο­μαι μὲ πι­κρὴ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση. Νό­μι­ζα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πέ­φευ­γα ἦ­ταν ἡ συ­ναι­σθη­μα­τι­κό­τη­τα, ἀλ­λὰ ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἡ σω­στὴ λέ­ξη.

        Μιὰ γα­λή­νια, ξά­στε­ρη νύ­χτα τοῦ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, δι­έ­σχι­ζα τὴ λε­ω­φό­ρο Μπρόν­τγου­ε­ϊ, ποὺ ἔ­μοια­ζε νὰ βρί­σκε­ται στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ἑ­βδο­μήν­τα, καὶ στὰ μι­σά τοῦ δρό­μου τὸ φα­νά­ρι ἄ­να­ψε κόκ­κι­νο. Στα­μά­τη­σα στὴ νη­σί­δα ποὺ δι­α­χω­ρί­ζει τὴ λε­ω­φό­ρο καὶ ἔ­κα­να αὐ­τὸ ποὺ κά­νουν ὅ­λοι: κοί­τα­ξα τὸ δρό­μο γιὰ νὰ δῶ ἐ­ὰν ἔρ­χε­ται κα­νεὶς ὥ­στε νὰ πε­ρά­σω μὲ ἀ­σφά­λεια ἀ­πέ­ναν­τι. Πρὸς ἔκ­πλη­ξή μου, δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­θό­λου κί­νη­ση. Οὔ­τε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το. Στά­θη­κα ἐ­κεῖ ὑ­πνω­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴ με­γα­λο­πρε­πῆ καὶ ἔν­το­νη αἴ­σθη­ση κε­νό­τη­τας. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ θυ­μη­θῶ οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ —ἐ­κτὸς ἴ­σως σὲ πε­ρί­πτω­ση χι­ο­νο­θύ­ελ­λας— ποὺ ἡ λε­ω­φό­ρος Μπρόν­τγου­ε­ϊ δὲν εἶ­χε ἔ­στω καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κί­νη­ση. Ἔ­μοια­ζε σὰν σκη­νὴ ἀ­πὸ ἄλ­λη ἐ­πο­χή. «Σὰν φω­το­γρα­φί­α τῆς Μπε­ρε­νὶς Ἄμπ….» ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι καὶ ἀ­μέ­σως ἡ σκέ­ψη μου δι­α­κό­πη­κε. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ σκέ­ψη. Εἶ­δα ὅ­τι μὲ τρο­μο­κρα­τοῦ­σε καὶ μό­νο τὸ νὰ σκε­φτῶ «μιὰ σκη­νὴ ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη ἐ­πο­χή». Σὰν νὰ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ὀ­λέ­θριος χω­ρι­σμὸς ἀ­νά­με­σα σὲ μέ­να καὶ τὸ δι­καί­ω­μα νὰ λα­χτα­ρῶ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς ζων­τα­νὴ σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α τῆς Μπε­ρε­νὶς Ἄμ­ποτ. Τὸ φα­νά­ρι ἄ­να­ψε πρά­σι­νο καὶ ἐ­γὼ πα­ρέ­μει­να στὴ νη­σί­δα, ἀ­νί­κα­νος νὰ κα­τέ­βω τὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ νὰ μπῶ σὲ μιὰ σκέ­ψη ποὺ ἀ­νῆ­κε σὲ μιὰ γα­λή­νη ἡ ὁ­ποί­α πλέ­ον φαί­νε­ται νὰ ἔ­χει χα­θεῖ γιὰ πάν­τα: μιὰ γα­λή­νη ποὺ πί­στευ­α πὼς ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν δι­καί­ω­μά μου.

        Ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ στοι­χεῖ­ο ποὺ ἀρ­γο­σβή­νει ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ θλι­βε­ρή, σο­κα­ρι­σμέ­νη ἐ­πο­χή: ἡ νο­σταλ­γί­α. Καὶ ἔ­πει­τα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­λει­πε ἀ­πὸ τὴν καρ­διὰ τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των ποὺ δι­ά­βα­ζα, δὲν ἦ­ταν τὸ συ­ναί­σθη­μα, ἀλ­λὰ ἡ νο­σταλ­γί­α. Αὐ­τὴ ἡ κρύ­α, ἀ­μι­γὴς σι­ω­πὴ στὴν καρ­διὰ τῆς μον­τέρ­νας εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­που­σί­α τῆς νο­σταλ­γί­ας: δι­α­θέ­σι­μη μό­νο σὲ ἐ­κεί­νους ποὺ στέ­κον­ται στὸ τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας χω­ρὶς λα­χτά­ρα ἢ λύ­πη, ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας τὰ πράγ­μα­τα ὅ­πως ἔ­χουν. Τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι τό­σο σκλη­ρό, ποὺ γιὰ τοὺς συγ­γρα­φεῖς ἡ πα­ρη­γο­ριὰ πη­γά­ζει μό­νο μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­πο­γυ­μνω­μέ­νη πε­ζο­γρα­φί­α, ποὺ τι­μᾶ τὴ σκλη­ρό­τη­τα αὐ­τὴ μὲ ἀ­πό­λυ­τη προ­σή­λω­ση στὸ πα­ρόν. Ὅ­πως τὸ σκέ­φτο­μαι, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ με­γά­λη δι­α­φο­ρὰ με­τα­ξύ τοῦ τί ἐν­νο­οῦν οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι μὲ τὸν ὄ­ρο «με­τα­πο­λε­μι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α» καὶ τί ἐν­νο­οῦ­σε ὁ ὑ­πό­λοι­πος κό­σμος. Μιὰ δι­α­φο­ρά, ποὺ ὅ­πως τὸ σκέ­φτο­μαι πά­λι, θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως κά­ποι­ος νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ μό­νο τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἦ­ταν ἕ­τοι­μη νὰ ἐ­ξα­φα­νι­σθεῖ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Α­πό τον τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

Βί­βιαν, Γκόρ­νικ, (Vivian, Gornick). (Μπρόνξ, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1935). Δο­κί­μιο, κρι­τι­κή, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕν­τε­κα βι­βλί­α κι ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ ἔγ­κυ­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­φη­με­ρί­δες εὐ­ρεί­ας κυ­κλο­φο­ρί­ας. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο: πα­ρά­ξε­νη γυ­ναί­κα καὶ Πό­λη (The Odd Woman and the City, 2015). Δι­δά­σκει γρα­φὴ σὲ τρι­το­βάθ­μια σχο­λὴ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Κα­τσί­για­ννη, Ἄν­νυ. Φοι­τή­τρια τοῦ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University, Ἀ­θή­να, Ἑλ­λά­δα. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τάφρα­ση» τοῦ Δρ. Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη.

 

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Λε­πτό­τη­τα


06-buzzati-leptotita-mtf-apotaitalikap-fournarisl1314-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Λε­πτό­τη­τα

(Delicatezza)


05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__MuntheΕ ΚΑΠΟΙΑ ΧΩΡΑ ἡ ποι­νὴ τοῦ θα­νά­του ἐ­κτε­λεῖ­ται μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρη λε­πτό­τη­τα. Ἰ­δοὺ ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα:

       Ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ στιγ­μὴ νὰ ἐ­κτε­λε­στεῖ ἡ δι­κα­στι­κὴ ἀ­πό­φα­ση, πρὶν ἀ­κό­μη τοῦ κοι­νο­ποι­η­θεῖ ἡ ἡ­με­ρο­μη­νί­α ἐ­κτέ­λε­σης, ὁ δρά­στης —ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἐρ­νέ­στο Τρόλ, εἶ­ναι τα­πε­τσι­έ­ρης κι ἔ­χει σκο­τώ­σει τὴ σύ­ζυ­γό του μὲ δη­λη­τή­ριο—, ὁ­δη­γεῖ­ται δί­χως χει­ρο­πέ­δες στὴν Δι­εύ­θυν­ση τῶν Φυ­λα­κῶν.

       Ἐ­δῶ τὸν βά­ζουν νὰ κα­θί­σει στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ σὲ μιὰ ἀ­να­παυ­τι­κὴ πο­λυ­θρό­να, τοῦ προ­σφέ­ρουν τσι­γά­ρο, κα­φέ, κα­ρα­μέ­λες, κι ὕ­στε­ρα οἱ φύ­λα­κες βγαί­νουν, ἀ­φή­νον­τας μό­νους δι­ευ­θυν­τὴ καὶ κα­τα­δι­κα­σμέ­νο.

       Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ξε­κι­νᾶ νὰ μι­λά­ει:

       «Λοι­πόν, κύ­ρι­ε Τρόλ, κα­τα­δι­κα­στή­κα­τε σὲ θά­να­το. Ὅ­μως εἶ­ναι κα­θῆ­κον μου νὰ σᾶς κα­θη­συ­χά­σω· νὰ σᾶς πλη­ρο­φο­ρή­σω δη­λα­δὴ ὅ­τι, κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ποι­νὴ μᾶλ­λον θε­ω­ρη­τι­κή.»

       «Θε­ω­ρη­τι­κή;»

       «Ἀ­κρι­βῶς. Θε­ω­ρη­τι­κή. Δι­ό­τι ὁ θά­να­τος, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δὲν ὑ­πάρ­χει.»

       «Τί ἐν­νο­εῖ­ται δὲν ὑ­πάρ­χει;»

       «Ἐν­νο­ῶ δὲν ὑ­πάρ­χει ὡς ποι­νή, ὡς τι­μω­ρί­α, ὡς τρα­γι­κὸ γε­γο­νός, πη­γὴ φό­βου καὶ ἀ­γω­νί­ας. Πά­νω σὲ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα κυ­ρια­ρχοῦν, παν­τοῦ στὸν κό­σμο, ἀ­νό­η­τες προ­κα­τα­λή­ψεις. Ἂς ἀ­φή­σου­με κα­τὰ μέ­ρος τὸ σω­μα­τι­κὸ πό­νο πού, του­λά­χι­στον στὴν πε­ρί­πτω­σή σας, κύ­ρι­ε Τρόλ, εἶ­ναι ἀ­νύ­παρ­κτος, λό­γῳ τῆς ἀρ­τι­ό­τη­τας τῶν ἐ­ξο­πλι­σμῶν μας.» Ἕ­να μι­κρὸ δι­πλω­μα­τι­κὸ χα­μό­γε­λο. «Γιὰ τὸν ἠ­θι­κὸ πό­νο μι­λῶ, ποὺ φο­βᾶ­ται κα­νεὶς ἄ­δι­κα, ὅ­πως ἐλ­πί­ζω νὰ μπο­ρέ­σω νὰ σᾶς πεί­σω.

       »Γιὰ νὰ δοῦ­με, λί­γο: για­τί ὁ ἄν­θρω­πος φο­βᾶ­ται νὰ πε­θά­νει; Ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ἁ­πλού­στα­τη. Φο­βᾶ­ται για­τί με­τὰ ἀ­πὸ τὸ θά­να­τό του δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζεῖ πιά, δη­λα­δὴ νὰ κά­νει πράγ­μα­τα, νὰ βλέ­πει, νὰ ἀ­κού­ει κι ὅ,τι ἄλ­λο ἔ­κα­νε ἐ­νῶ ζοῦ­σε. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ τὸν δυ­σα­ρε­στεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μὰ γιὰ νὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ αἰ­σθά­νε­ται τὸν πό­νο εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο, conditio sine qua non, νὰ εἶ­ναι ζων­τα­νός. Συ­νε­πῶς ὁ νε­κρὸς δὲν ὑ­πο­φέ­ρει πιά, δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει κὰν πί­κρες, νο­σταλ­γί­α καὶ τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­γω­νί­ες. Μὲ λί­γα λό­για, ὅ­ταν ἔ­χει ἔρ­θει ὁ θά­να­τος ὁ ἄν­θρω­πος δὲν στε­νο­χω­ρι­έ­ται ποὺ ἔ­χει πε­θά­νει. Ἠ­θι­κὸ δί­δαγ­μα: ἡ ἀρ­νη­τι­κὴ ὄ­ψη τοῦ θα­νά­του πού, σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μές, προ­κα­λεῖ τό­σο τρό­μο, εἶ­ναι μιὰ ἀ­νό­η­τη αὐ­τα­πά­τη.»

       Ὁ κύ­ριος Τρὸλ ἀν­τι­κρού­ει: «Εὔ­κο­λο νὰ τὸ λέ­τε, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, μὰ τὸ κα­κὸ μὲ τὸ θά­να­το δὲν εἶ­ναι μο­νά­χα ὅ­τι δὲ θὰ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ,τι ἔ­κα­νες ὅ­ταν ἤ­σουν ζων­τα­νός. Εἶ­ναι κι ἡ πί­κρα ποὺ θ΄ἀ­φή­σεις ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­λους αὐ­τοὺς ποὺ ἀ­γα­πᾶς.»

       «Ὡ­ραί­α! Ἀ­κό­μη κι αὐ­τὴ τὴν πί­κρα, νε­α­ρέ μου, δὲ θὰ μπο­ρεῖ­τε πιὰ νὰ τὴ νι­ώ­σε­τε, ἀ­φοῦ θὰ εἶ­στε νε­κρός.»

       «Κι ὕ­στε­ρα, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, ποι­ός σᾶς λέ­ει ὅ­τι με­τὰ θά­να­τον δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα;»

       «Τὸ ἤ­ξε­ρα ὅ­τι θὰ τὸ πεῖ­τε αὐ­τό, κύ­ρι­ε Τρόλ. Μιὰ ἀν­τίρ­ρη­ση μᾶλ­λον δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη. Ἀ­κρι­βῶς ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ θέ­μα­τος.»

       «Σᾶς ἀ­κού­ω, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά.»

       «Ὡ­ραῖα. Προ­φα­νῶς, ὑ­πάρ­χουν δύο πε­ρι­πτώ­σεις: εἴ­τε ὑ­πάρ­χει ἄλ­λη ζω­ὴ με­τὰ θά­να­τον, ὅ­ποι­α καὶ νὰ εἶ­ναι αὐ­τή, εἴ­τε δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα. Κα­τα­νο­η­τό. Ἁ­πλού­στα­το, θά ΄λε­γα. Ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με τώ­ρα ὅ­τι ἐ­σεῖς…»

       «Ἀ­λή­θεια, ἐ­γώ…»

       «Σᾶς ξα­να­λέ­ω, μό­νο μιὰ ὑ­πό­θε­ση κά­νω, χω­ρὶς νὰ δι­α­κυ­βεύ­ον­ται οἱ προ­σω­πι­κές σας πε­ποι­θή­σεις. Ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με δη­λα­δὴ ὅ­τι ἐ­σεῖς, κύ­ρι­ε Τρόλ, δὲν πι­στεύ­ε­τε στὴ με­τὰ θά­να­τον ζω­ή. Σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση, ἂν βρεῖ­τε μιὰ ἄλ­λη ζω­ὴ θὰ εἶ­ναι μιὰ εὐ­χά­ρι­στη ἔκ­πλη­ξη πρὸς ὄ­φε­λός σας. Δὲ θὰ ἔ­χε­τε κα­νέ­να λό­γο νὰ πα­ρα­πο­νι­έ­στε. Δι­και­ο­λο­γη­μέ­να ἡ πί­κρα γιὰ τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να πρό­σω­πα ποὺ θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­φή­σε­τε θὰ με­τρια­στεῖ κα­τὰ πο­λὺ ἀ­πὸ τὴν βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι κι αὐ­τά, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα, θὰ τὰ συ­ναν­τή­σε­τε. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι ἡ πα­ρη­γο­ριὰ ὅ­τι θὰ ξα­να­βρεῖ­τε ἐ­κεῖ πέ­ρα συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους ποὺ ἔ­χουν πε­θά­νει πρὶν ἀ­πό σᾶς.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ, μὲ τὸ μα­λα­κό, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τοὺς συγ­γε­νεῖς…»

       «Ὤ! Σᾶς ζη­τῶ συ­γνώ­μη…», κά­νει ὁ δι­ευ­θυν­τής, ποὺ ξέ­χα­σε πὼς ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ ἕ­ναν συ­ζυ­γο­κτό­νο. «Πάν­τως, ὣς ἐ­δῶ δὲν νο­μί­ζω πὼς ὑ­πάρ­χουν ἀν­τιρ­ρή­σεις. Τώ­ρα ἂς ἐ­ξε­τά­σου­με τὸ ἄλ­λο ἐν­δε­χό­με­νο, δη­λα­δὴ ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά. Μά, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι οὔ­τε ἐ­σεῖς ὑ­πάρ­χε­τε, δὲν ὑ­πάρ­χει πι­θα­νό­τη­τα νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθεῖ­τε, ὅ­πως εἴ­δα­με ἤ­δη. Μὲ λί­γα λό­για: κα­μιὰ στε­νο­χώ­ρια. Ὁ­ρί­στε, λοι­πόν, για­τὶ ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀ­πελ­πι­σί­α ὅ­σων δὲν ἔ­χουν πί­στη στε­ρεῖ­ται κά­θε νο­ή­μα­τος.»

       «Πάν­τως, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά… Ὄ­χι πὼς εἶ­μαι τό­σο σκε­πτι­κι­στής… Ἔ­χω, μᾶλ­λον, τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι…»

       «Ὡ­ραι­ό­τα­τα. Ἂς πά­ρου­με τώ­ρα τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ πι­στεύ­ει στὴ με­τὰ θά­να­τον ζω­ή. Κα­τὰ πρώ­τον εἶ­ναι λο­γι­κό, λό­γῳ αὐ­τῆς του τῆς πε­ποί­θη­σης, νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὸ θά­να­το μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ἠ­ρε­μί­α. Ἐ­λᾶ­τε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὴ στιγ­μὴ ποὺ δι­α­σχί­ζει τὸ πε­ρί­φη­μο σύ­νο­ρο. Προ­χω­ρά­ει· τὸ πέ­ρα­σε· κοι­τά­ζει γύ­ρω του· ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα, ἴ­σως μὲ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ μορ­φή, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει. Ἡ πί­στη του τὸν ἀν­τά­μει­ψε, νιώ­θει πα­ρη­γο­ρη­μέ­νος καὶ ἀ­παλ­λαγ­μέ­νος ἀ­πὸ κά­θε ὑ­λι­κὸ βά­ρος· ἴ­σως καὶ νὰ βρεῖ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ μά­ται­α ἔ­ψα­ξε στὴ γῆ.

       »Καὶ νά ΄μα­στε δεύ­τε­ρη φο­ρὰ μπρὸς στὸ ἀρ­νη­τι­κὸ ἐν­δε­χό­με­νο: ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ πι­στεύ­ει στὴ με­τὰ θά­να­τον ζω­ὴ πε­θαί­νει μὰ ἐ­κεῖ πέ­ρα δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα· ὡ­στό­σο, ὅ­λα πᾶ­νε ρο­λό­ι: δὲν τὸν ἔ­χει ἐ­ξα­πα­τή­σει κα­νείς. Γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με ἔ­τσι: δὲν ὑ­πῆρ­ξε χρό­νος καὶ τρό­πος γιὰ δι­ά­ψευ­ση. Γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο βρί­σκο­μαι μα­ζί σας, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε Τρόλ: ἡ πί­στη, ὅ­πως καὶ νὰ τὸ κά­νου­με, θὰ εἶ­ναι πάν­τα σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση.»

       «Ἕ­να σί­γου­ρο στοί­χη­μα, ἔ;»

       «Βλέ­πω ἔ­χου­με δι­α­βά­σει Πα­σκάλ! Σᾶς συγ­χαί­ρω γι΄ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ γιὰ νὰ σᾶς ἐ­ξη­γή­σω κα­λύ­τε­ρα αὐ­τὲς τὶς σκέ­ψεις, για­τί δὲν κά­νου­με μιὰ δο­κι­μή;»

       «Τί δο­κι­μή;»

       «Κά­τι σὰν συμ­βο­λι­κὴ ἀ­να­πα­ρά­στα­ση, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ δρώ­με­νο, μιὰ ζων­τα­νὴ ἐ­πε­ξή­γη­ση, ἕ­να εἶ­δος παι­χνι­διοῦ.»

       «Τί θὰ πρέ­πει νὰ κά­νω;»

       Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς πι­έ­ζει τὸ κουμ­πὶ τῆς ἐν­δο­ε­πι­κοι­νω­νί­ας. Μιὰ βρα­χνὴ φω­νὴ ἀ­παν­τᾶ μέ­σα ἀ­πὸ τὴ συ­σκευ­ή: «Δι­α­τάξ­τε, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά!»

       «Νὰ μοῦ στεί­λε­τε ἀ­μέ­σως τὴ Φι­ο­ρέλ­λα.»

       Ὁ κα­τά­δι­κος εἶ­ναι ἀ­νή­συ­χος. «Κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, νο­μί­ζω ὅ­τι δι­και­οῦ­μαι νὰ ξέ­ρω. Σὲ τί συ­νί­στα­ται αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­πα­ρά­στα­ση; Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ο κόλ­πο.»

       «Κόλ­πο; Ὄ­χι δά! Ὁ σκο­πὸς εἶ­ναι νὰ σᾶς κα­θη­συ­χά­σω. Μέ­χρι τώ­ρα εἴ­πα­με μό­νο λό­για. Στὰ λό­για ὅ­λα κα­λὰ· πρῶ­τος ἐ­γὼ τὸ ἀ­να­γνω­ρί­ζω. Αὐ­τὸ ποὺ θὰ κά­νου­με τώ­ρα εἶ­ναι μιὰ δο­κι­μὴ στὴν πρά­ξη. Σκε­φτεῖ­τε τὶς δι­α­στη­μι­κὲς πτή­σεις: πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἐ­κτό­ξευ­ση οἱ κο­σμο­ναῦ­τες κλεί­νον­ται μέ­σα σὲ μιὰ δι­α­στη­μι­κὴ κά­ψου­λα γιὰ νὰ κα­τα­νο­ή­σουν, νὰ συ­νη­θί­σουν καὶ νὰ ἐ­ξοι­κει­ω­θοῦν μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Ἀλ­λὰ ἡ κά­ψου­λα δὲν ἀ­να­χω­ρεῖ, δὲν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ος κίν­δυ­νος. Τὸ ἴ­διο καὶ μὲ σᾶς. Αὐ­τὴ ἡ δο­κι­μή, σᾶς τὸ ξα­να­λέω, θὰ ξε­κα­θα­ρί­σει τὶς σκέ­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ κα­τά­στα­ση. Σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι με­τὰ θὰ αἰ­σθά­νε­στε πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα. Δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νά… Ὤ, νά καὶ ἡ κα­λή μας ἡ Φι­ο­ρέλ­λα!»

       Ἔ­χει μπεῖ στὸ δω­μά­τιο μιὰ κο­πέ­λα γύ­ρω στὰ εἴ­κο­σι· ὡ­ραι­ό­τα­τη καὶ προ­κλη­τι­κή. Φο­ρά­ει μιὰ πο­λὺ κον­τὴ φού­στα καὶ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὸ ντε­κολ­τέ. Μιὰ εἰ­κό­να, ἂν μή τι ἄλ­λο, ἀ­πί­στευ­τη στὴ φυ­λα­κὴ τοῦ θα­νά­του.

       «Θε­ω­ρῶ πε­ριτ­τὲς τὶς συ­στά­σεις», πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ δι­ευ­θυν­τής, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸν κα­τά­δι­κο. «Ἡ Φι­ο­ρέλ­λα μας εἶ­ναι εἰ­δι­κὴ σὲ αὐ­τὰ τὰ μι­κρὰ σκη­νι­κὰ δρώ­με­να. Ἡ Φι­ο­ρέλ­λα μας, στὴν πε­ρί­πτω­σή μας, συμ­βο­λί­ζει —κάλ­λι­στα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κα­νεὶς ἐν­σαρ­κώ­νει—, τὴν ἄλ­λη ζω­ή. Καί, ἀ­κρι­βῶς γι΄ αὐ­τό, τώ­ρα ἀ­πο­σύ­ρε­ται… Τὰ λέ­με Φι­ο­ρέλ­λα…»

       Ἡ κο­πέ­λα ἀ­πευ­θύ­νει στὸν κα­τά­δι­κο ἕ­να ξε­δι­άν­τρο­πο χα­μό­γε­λο, τοῦ κλεί­νει τὸ μά­τι καὶ με­τὰ βγαί­νει ἀπ΄τὸ δω­μά­τιο.

       Δι­ευ­θυν­τὴς καὶ δρά­στης μέ­νουν ξα­νὰ μό­νοι.

       «Αὐ­τὴ ἡ Φι­ο­ρέλ­λα;» ρω­τά­ει ὁ κύ­ριος Τρόλ, κά­νον­τας μιὰ κί­νη­ση μὲ νό­η­μα.

       Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς γε­λά­ει. «Βέ­βαι­α, βέ­βαι­α, φυ­σι­κὰ · ἂν τύ­χει ἡ πε­ρί­πτω­ση… Τώ­ρα θὰ κα­τα­λά­βε­τε πό­σο ἁ­πλὰ εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τα. Βλέ­πε­τε ἐ­κεί­νη τὴν πόρ­τα; Δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νὰ τὴν ἀ­νοί­ξε­τε καὶ νὰ πε­ρά­σε­τε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο.Τώ­ρα, ἴ­σως ἀ­πὸ ἐ­κεῖ νὰ εἶ­ναι τὸ σκο­τά­δι. Τὸ σκο­τά­δι θὰ σή­μαι­νε τὸ τί­πο­τα. Μὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι καὶ ἡ Φι­ο­ρέλ­λα ποὺ σᾶς πε­ρι­μέ­νει. Δὲν εἶ­ναι, ἀ­λή­θεια, εὑ­ρη­μα­τι­κὴ ἀλ­λη­γο­ρί­α;»

       «Κι ἂν βρε­θῶ στὸ σκο­τά­δι; Ἐ­γώ…»

       «Ἐ­σεῖς, τί­πο­τα, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε Τρόλ. Σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση, ἀ­φοῦ δὲν θὰ ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, θὰ γυ­ρί­σε­τε ὡ­ραῖ­α-ὡ­ραῖ­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Δὲν εἶ­ναι ἁ­πλό; Νο­μί­ζω τώ­ρα ὅ­τι ἀ­πὸ κεῖ εἶ­ναι ὅ­λα ἕ­τοι­μα.»

       «Καὶ ποι­ός ἀ­πο­φα­σί­ζει; Θέ­λω νὰ πῶ: ποι­ός κα­θο­ρί­ζει ἐ­ὰν θὰ βρῶ σκο­τά­δι ἢ τὴν κο­πέ­λα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ; Ἐ­σεῖς τὸ ἀ­πο­φα­σί­ζε­ται, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά;»

       «Κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ ὄ­χι. Ἡ κο­πέ­λα τὸ ἀ­πο­φα­σί­ζει. Καὶ ἡ Φι­ο­ρέλ­λα εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­πρό­βλε­πτο πλά­σμα στὸν κό­σμο. Ἐμ­πρός, κου­ρά­γιο. Δο­κι­μά­ζου­με;»

       Ὁ κα­τά­δι­κος ση­κώ­νε­ται καὶ μὲ ἀ­βέ­βαι­α βή­μα­τα πλη­σιά­ζει πρὸς τὴν πόρ­τα. Πιά­νει δι­στα­κτι­κὰ τὸ πό­μο­λο, τὸ γυ­ρί­ζει ἀρ­γά, σπρώ­χνει μὲ πολ­λὴ προ­σο­χὴ τὸ πορ­τό­φυλ­λο. Δι­α­κρί­νει μιὰ λε­πί­δα ἀ­πὸ φῶς, μιὰ σχι­σμή, μιὰ λάμ­ψη στὸ ρὸζ χρῶ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σάρ­κας.

       Ἀ­κρι­βῶς τό­τε, ἀ­πὸ μιὰ ἐ­λά­χι­στη χα­ρα­γὴ —κα­λὰ κρυμ­μέ­νη στὸν τοῖ­χο, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ γρα­φεί­ου—, ἕ­νας δει­νὸς σκο­πευ­τὴς πυ­ρο­βο­λεῖ καὶ σκο­τώ­νει τὸν κύ­ριο Τρὸλ μὲ μιὰ βο­λὴ στὸν αὐ­χέ­να.


Δραματοποίηση: Filippo Tognazzo


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.