Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ἡ μαθήτρια

 

 

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati)

 

Ἡ μα­θή­τρια

(La studentessa)

 

ΓΙΑΤΡΟΣ Τού­λιο Ρα­μπέ­σκι, κα­θὼς ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το μπρο­στὰ στὸ σπί­τι ἑ­νὸς ἀ­σθε­νοῦς του, κον­το­στά­θη­κε γιὰ νὰ πα­ρα­τη­ρή­σει μιὰ ἔ­ξο­χη νε­α­ρὴ κο­πέ­λα ποὺ πλη­σί­α­ζε. Εἶ­χε μῆ­νες νὰ δεῖ τέ­τοι­ο λου­λού­δι! Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρό­σω­πο ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σε ἀ­κό­μα τὰ ἁ­γνὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας ἀλ­λὰ ἤ­δη ἀ­κτι­νο­β­ο­λοῦ­σε μυ­στη­ρι­ώ­δεις προσ­δο­κί­ες, τοῦ ἔ­φερ­νε στὸ νοῦ κά­τι ἀ­ό­ρι­στο. «Κι ὅ­μως δὲν τὴν ἔ­χω ξα­να­δεῖ» ἀ­να­λο­γί­στη­κε. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὸ κο­ρί­τσι πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του καὶ τὸν χαι­ρέ­τη­σε χα­μο­γε­λών­τας φι­λι­κά. «Σο­φί­α!» ἀ­πο­κρί­θη­κε αὐ­τός, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας ἐ­πι­τέ­λους τὴν κό­ρη τοῦ πα­λιοῦ του φί­λου Στά­τσι, ἡ ὁ­ποί­α μέ­χρι χθὲς τοῦ φαι­νό­ταν κο­ρι­τσά­κι. Καὶ κοκ­κί­νι­σε ἐ­ξαι­τί­ας κά­ποι­ας ἀ­κα­θό­ρι­στης τα­ρα­χῆς. Ἡ νε­α­ρή, ποι­ὸς ξέ­ρει για­τί, κοκ­κί­νι­σε κι αὐ­τή. «Τὸ ξέ­ρεις» εἶ­πε αὐ­τὸς «πὼς δὲν σὲ ἀ­να­γνώ­ρι­σα; Ἔ­γι­νες κι­ό­λας ὁ­λό­κλη­ρη δε­σποι­νί­δα. Καὶ τὸ σχο­λεῖ­ο; Τί τά­ξη πᾶς φέ­τος;» «Δευ­τέ­ρα Λυ­κεί­ου.» «Δι­ά­ο­λε. Καὶ πῶς τὰ πᾶς;» ρώ­τη­σε ὁ Ραμ­πέ­σκι, ἐν­θυ­μού­με­νος τὰ πα­ρά­πο­να τοῦ φί­λου του γιὰ τὴν ἀρ­γό­στρο­φη καὶ τεμ­πέ­λα κό­ρη του, ποὺ δὲν ἔ­λε­γε μὲ τί­πο­τα νὰ δι­α­βά­σει. «Ναί, βέ­βαι­α» ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τὴ μὲ ἔ­ξα­ψη «φέ­τος τὰ πά­ω πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα.» «Ἄρ­χι­σες ἐ­πι­τέ­λους νὰ δι­α­βά­ζεις, ἔ;» (Στὸ με­τα­ξὺ σχη­μα­τι­ζό­ταν μέ­σα του ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κου­βά­ρι ἀ­πὸ σκέ­ψεις: τί ἐν­τυ­πω­σια­κὴ με­τα­μόρ­φω­ση, ἔ­χα­νες τὸ μυα­λό σου μ’ αὐ­τὸ τὸ πλά­σμα, ἔ καὶ νὰ ἤ­μου­να εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια νε­ό­τε­ρος, βέ­βαι­α μι­κρὸ κο­ρι­τσά­κι ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ μ’ ἐ­κεί­νη τὴ λε­πτὴ καὶ ταυ­τό­χρο­να προ­κλη­τι­κὴ πτυ­χὴ στὰ χεί­λη, ἐ­κεῖ­νο τὸν λεῖ­ο καὶ σφρι­γη­λὸ λαι­μό… Καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα; Ὅ­λα ἐ­κεῖ­να ποὺ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ φαν­τα­στεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἀ­νά­λα­φρο φό­ρε­μα, καὶ ποὺ σχε­δὸν τοῦ ἔ­κο­βαν τὴν ἀ­νά­σα;) «Ὄ­χι» εἶ­πε ἡ Σο­φί­α. «Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Δὲ δι­α­βά­ζω, καὶ μά­λι­στα φέ­τος λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι συ­νή­θως. Κι ὅ­μως…» «Θὰ ἔ­χεις πιὸ ἐ­πι­ει­κεῖς κα­θη­γη­τές.» « Ὄ­χι βέ­βαια, οἱ κα­θη­γη­τὲς εἶ­ναι πάν­τα οἱ ἴ­διοι.» «Καὶ τό­τε πῶς τὸ ἐ­ξη­γεῖς;» «Δὲν ξέ­ρω. Εἶ­ναι βέ­βαι­ο ποὺ φέ­τος ἔ­χω μιὰ τύ­χη…» «Σὲ ὅ­λα τὰ μα­θή­μα­τα;» «Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ μα­θη­μα­τι­κά.» «Στοι­χη­μα­τί­ζω» εἶ­πε ὁ Ραμ­πέ­σκι μ’ ἕ­να με­λαγ­χο­λι­κὸ χα­μό­γε­λο, «στοι­χη­μα­τί­ζω πὼς στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ ἔ­χεις κα­θη­γή­τρια.» «Ναί, κα­θη­γή­τρια» καὶ γέ­λα­σε. «Μὰ ἐ­σεῖς πῶς τὸ μαν­τέ­ψα­τε;»

 

 

Πηγή: Ἀπό τὸν τόμο Siamo spiacenti di, Μιλάνο, Mondadori, 1975.

 

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­l­e­g­r­i­no, 1906-1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γό του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μέ τόν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τήν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μέ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις πού πα­ρει­σφρέ­ουν στήν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καί τήν ἀνα­τρέ­πουν.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: