Πέ­τρος Φούρ­να­ρης: 100%


Fournaris,Petros-100%-Eikona-01


Πέ­τρος Φούρ­να­ρης


100%


04-KappaΑΘΩΣ Η ΓΡΙΑ ἔ­ψη­νε κα­φὲ κι ὁ γέ­ρος, κα­θι­σμέ­νος σὲ ἕ­να μπάγ­κο, πά­λευ­ε νὰ βά­λει στὴ σω­στὴ σει­ρὰ τὰ μα­χαί­ρια τῆς φρέ­ζας, πε­ρι­ερ­γα­ζό­μουν τὸ σκο­τει­νὸ δω­μά­τιο: ἕ­να τρα­πε­ζά­κι, δυ­ὸ κα­ρέ­κλες, ὁ νε­ρο­χύ­της, μιὰ πι­α­το­θή­κη τοί­χου, ἕ­να ντι­βά­νι μὲ κεν­τη­τὰ μα­ξι­λά­ρια καὶ πολ­λὲς πάν­τες στοὺς γα­λα­κτω­μέ­νους τοί­χους ποὺ ἀ­να­πα­ρί­στα­ναν δρα­μα­τι­κὲς σκη­νές· σὲ μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς μιὰ ὡ­ραί­α «κό­ρη» πά­νω στὸ ἄ­λο­γο τὸ ἔ­σκα­γε μὲ τὸν πε­ρή­φα­νο ἐ­ρα­στή της, κοι­τών­τας τοὺς δι­ῶ­κτες της μὲ ἀ­γω­νί­α. Τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν ὑ­πνο­δω­μά­τιο καὶ κου­ζί­να μα­ζί, ἔ­τσι νό­μι­σα στὴ ἀρ­χὴ του­λά­χι­στον – ὥ­σπου δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι κα­θό­μουν πά­νω στὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας: ἦ­ταν σκε­πα­σμέ­νη καὶ στρω­μέ­νη μὲ ἕ­να ὑ­φαν­τὸ χα­λά­κι.

       Τὸ δω­μά­τιο, πα­ρό­λα αὐ­τὰ ἦ­ταν δρο­σε­ρό, ἕ­να σω­τή­ριο κα­τα­φύ­γιο γιὰ τὸν με­ση­με­ρι­ά­τι­κο καύ­σω­να. Τὰ μό­να κου­φώ­μα­τα ἦ­ταν μιὰ πόρ­τα κι ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἔ­βλε­πα τὴν κα­τη­φό­ρα ὅ­που στὸ βά­θος της, μα­κριά, εἶ­χα ἀ­φή­σει τὸ ἁ­μά­ξι· ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαι­νό­ταν, πα­ρα­μορ­φω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ σκλη­ρὸ φῶς, μιὰ στε­νό­μα­κρη λου­ρί­δα γῆς φυ­τε­μέ­νη μὲ κε­ρα­σι­ές· ἦ­ταν τὸ μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ δη­λω­μέ­να κτή­μα­τα τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ τὸ μό­νο, ἀ­πὸ ὅ­σα εἶ­χα δεῖ ὣς τώ­ρα, ποὺ τὰ ἀ­γρι­ό­χορ­τα ξε­περ­νοῦ­σαν σὲ ὕ­ψος τοὺς κορ­μοὺς τῶν δέν­τρων…

       Ἡ γριὰ μοῦ ΄φέ­ρε τὸν κα­φὲ κι ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, λύ­γι­σε τὰ γό­να­τα καὶ τὰ ἀ­πό­θε­σε δί­πλα μου.

       «Στὴν ὑ­γειά σου γι­έ μου», εἶ­πε κι ἔ­πι­α­σε τὸ μαῦ­ρο μαν­τί­λι, ποὺ ἦ­ταν λυ­τὸ στοὺς ὤ­μους καὶ πα­ρὰ λί­γο θὰ τῆς ἔ­πε­φτε στὸ πά­τω­μα.

       «Δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ τα­λαι­πω­ρεῖ­σαι ἄ­δι­κα», εἶ­πε ὁ γέ­ρος ποὺ περ­νοῦ­σε μὲ δυ­σκο­λί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πα­ξι­μά­δι τῆς βί­δας πά­νω στὸ φθαρ­μέ­νο ἀ­τσά­λι. «Ἡ γριὰ ἔ­κα­νε λά­θος. Τὰ δή­λω­σε γιὰ τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση ὅ­ταν ἔ­λει­πα, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πάρ­χει ζη­μιά.» Ἡ γριὰ δὲν μί­λη­σε πα­ρὰ ἔ­κα­τσε δί­πλα του στὸν μπάγ­κο.

       «Κά­τω», τοῦ λέ­ω «τὰ θέ­ρι­σε ὅ­λα. Ζη­μιὰ ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τὸ».

       «Τί νὰ κά­νου­με;» εἶ­πε ὁ γέ­ρος ἀ­φοῦ τὸ σκέ­φτη­κε λί­γο, «Ἔ­τσι εἶ­ναι τὸ χα­λά­ζι. Περ­νά­ει γραμ­μὲς-γραμ­μές, τὰ θε­ρί­ζει ὅ­λα καὶ πα­ρὰ δί­πλα δὲ ρί­χνει οὔ­τε κόκ­κο».

       «Γιὰ αὐ­τὸ μοῦ γκρι­νι­ά­ζα­νε στὸν κάμ­πο», εἶ­πα καὶ ρού­φη­ξα τὸν κα­φέ.

       «Ποι­ός γκρί­νια­ξε;» εἶ­πε ὁ γέ­ρος καὶ ση­κώ­θη­κε.

       «Χω­ρὶς μπό­τες, παι­δά­κι μου, θὰ μπεῖς;» δι­έ­κο­ψε ἡ γριά.

       Ὁ γέ­ρος ἔ­βα­λε τὸν ἄ­ξο­να τῆς φρέ­ζας κά­τω ἀ­πὸ τὸν μπάγ­κο μὲ ἐ­πι­μέ­λεια, ὕ­στε­ρα κα­τέ­βα­σε τὸ κι­λί­μι τοῦ πάγ­κου μέ­χρι τὸ πά­τω­μα.

       «Νὰ τοῦ δώ­σεις τὰ μα­χαί­ρια, ἅ­μα ἔρ­θει τὸ ἀ­πό­γευ­μα», εἶ­πε στὴ γριά.

       «Τὰ μα­χαί­ρια μας;» ρώ­τη­σε ἐ­κεί­νη.

       «Δι­κά του εἶ­ναι. Ἀ­φοῦ τὰ θέ­λει, δώ­στου τα».

       «Τὰ λι­ω­μέ­να μα­χαί­ρια;»

       «Ἀ­φοῦ τὰ θέ­λει δώ­στου τα», ξα­νά­πε ὁ γέ­ρος καὶ στε­κό­ταν κι­ό­λας ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.

       Ἡ γριὰ κά­θι­σε στὸ κα­τώ­φλι κι ἐ­μεῖς προ­χω­ρή­σα­με μέ­χρι τὴ στε­νὴ λου­ρί­δα γῆς ποὺ φλε­γό­ταν κά­τω ἀπ΄τὸν ἥ­λιο. Εἶ­χε ἄ­πνοι­α ἀλ­λὰ κά­τι «ζων­τά­νευ­ε» τὰ ἀ­γρι­ό­χορ­τα, για­τὶ ποὺ καὶ ποὺ σα­λεύ­α­νε σὰν νὰ τὰ ἔ­βρι­σκε ἕ­να ἐ­λα­φρὺ ἀ­ε­ρά­κι.

       Κα­τά­λα­βα.

       «Ἂν δὲ φο­βᾶ­σαι, μπές», εἶ­πε ὁ γέ­ρος.

       Δί­χως δεύ­τε­ρη σκέ­ψη χώ­θη­κα μέ­χρι τὸ λαι­μὸ στ΄ ἀγ­κά­θια.

     Ἔ­νι­ω­σα ἀ­μέ­σως σου­βλι­ὲς στὶς κνῆ­μες καὶ τοὺς ἀ­στρά­γα­λους καὶ μό­λις πέ­ρα­σα τὶς πρῶ­τες σει­ρὲς τῶν δέν­τρων ἄρ­χι­σαν τὰ σουρ­σί­μα­τα κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια μου: στὸ τέρ­μα τοῦ χω­ρα­φιοῦ κου­λου­ρι­α­σμέ­νες ἄ­χεν­τρες λι­ά­ζον­ταν δί­πλα στὸ πη­γά­δι. Ἀ­πο­φεύ­γον­τας νὰ κοι­τῶ κά­τω, μὲ τὴ δή­λω­ση στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ τὸ στυ­λὸ στὸ ἄλ­λο, ξε­κί­νη­σα νὰ γυρ­νά­ω σι­γὰ-σι­γά, ἐ­κτι­μών­τας γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ τὰ κε­ρα­σό­δεν­τρα πού, ἀ­νέγ­γι­χτα ἀ­πὸ τὸ χα­λά­ζι, σή­κω­ναν στὸν οὐ­ρα­νὸ τὰ φορ­τω­μέ­να κλα­διά τους: οὔ­τε κόκ­κος δὲν εἶ­χε βρεῖ τὸ δρό­μο του ἀ­νά­με­σα στὰ πρά­σι­να φυλ­λώ­μα­τα!

       Ὁ γέ­ρος μὲ πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ ποὺ τὸν εἶ­χα ἀ­φή­σει, πλη­σί­α­σε καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τσι­γά­ρο. Μοῦ ἄ­να­ψε πολ­λὲς φο­ρές, ἀλ­λὰ τὸ τσι­γά­ρο ἔ­τρε­με στὰ χεί­λη μου κι ἡ φλό­γα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὴν ἄ­κρη του. Γιὰ νὰ στα­θε­ρο­ποι­ή­σει τὸ χέ­ρι μου, ἅ­πλω­σε τὸ δι­κό του κι ἕ­σφι­ξε τὸν καρ­πό μου σὰν μέγ­γε­νη· μὲ τὸ ἄλ­λο μοῦ ἄ­να­ψε.

       «Λοι­πόν;» ρώ­τη­σε.

       «Ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό» εἶ­πα. «Πέ­ρα­σε κι ἀ­πὸ δῶ τὸ χα­λά­ζι.»

       Φυ­σοῦ­σε τὸν κα­πνὸ καὶ δὲν μι­λοῦ­σε. Ἡ ἀ­πο­πνι­χτι­κὴ ζέ­στη βά­ραι­νε τὸ ἴ­διο πά­νω μας, μὲ τὴ δι­α­φο­ρὰ ὅ­τι ἐ­μέ­να μὲ πλά­κω­νε κι ἔ­κα­νε τὰ πό­δια μου νὰ μὲ πο­νοῦν καὶ τὴν πλά­τη μου νὰ μὲ φα­γου­ρί­ζει, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νον φαι­νό­ταν νὰ τὸν θρέ­φει.

       Κά­τω, μα­κριά, ὁ κάμ­πος καὶ τὸ πο­τά­μι ἄ­χνι­ζαν· ἐ­κεῖ τα κε­ρά­σια εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ, μὰ ἐ­δῶ πά­νω ἦ­ταν ἀ­κό­μα πρά­σι­να, ὁ τό­πος ἔ­ρη­μος: μό­νο ἡ κα­λύ­βα καὶ δί­πλα τὸ τρα­κτὲρ —πλα­γι­α­σμέ­νο στὸ χῶ­μα σὰν σφαγ­μέ­νο ζῶ­ο— μὲ τὰ μα­χαί­ρια του νὰ στρα­φτα­λί­ζουν, ἀ­κό­μα πιὸ κον­τὰ καὶ πιὸ λυ­ω­μέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὸ δω­μά­τιο.

       Ὁ γέ­ρος σώ­παι­νε.

       «Ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό, ἔ;» εἶ­πε στὸ τέ­λος, ξε­σπών­τας σὲ ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ γέ­λιο.

       «Ἂν δὲν πι­στεύ­εις νὰ ξα­να­πά­ω», εἶ­πα ἀ­μή­χα­νος.

       Κού­νη­σε κα­τα­φα­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι καὶ ξα­ναμ­πῆ­κα στὸ χω­ρά­φι τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ γριά, στὸ σκα­λά­κι, περ­νοῦ­σε τὸ λυ­τὸ μαν­τί­λι στὸ μά­τι της, σὰν νὰ τὸ σκού­πι­ζε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: