Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев): Τὸ σπουργίτι



Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев)


Τὸ σπουργίτι

(Воробей)


ΠΕΣΤΡΕΦΑ ἀ­πὸ τὸ κυ­νή­γι βα­δί­ζον­τας στὴν ἀ­λέ­α τοῦ κή­που. Ὁ σκύ­λος ἔ­τρε­χε μπρο­στά μου. Ξαφ­νι­κά, ἔ­κο­ψε τὸν βη­μα­τι­σμό του καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ πε­ρά­σει ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος, σὰν νὰ ὀ­σφραι­νό­ταν μπρο­στά του κά­ποι­ο θή­ρα­μα. Κοί­τα­ξα κα­τὰ μῆ­κος τῆς ἀ­λέ­ας καὶ εἶ­δα ἕ­να νε­α­ρὸ σπουρ­γί­τι μ’ ἕ­να κί­τρι­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ράμ­φος καὶ χνού­δι στὸ κε­φά­λι του. Εἶ­χε πέ­σει ἀ­π’ τὴ φω­λιά του (ὁ ἀ­έ­ρας κλυ­δώ­νι­ζε δυ­να­τὰ τὶς ση­μύ­δες στὴν ἀ­λέ­α) καὶ κα­θό­ταν ἀ­κί­νη­το, τεν­τώ­νον­τας ἀ­βο­ή­θη­τα τὰ νε­ο­γέν­νη­τα φτε­ρά του. Ὁ σκύ­λος μου τὸ πλη­σί­α­σε ἀρ­γά, ὅ­ταν ξαφ­νι­κά, ὁρ­μών­τας ἀ­πὸ ἕ­να κον­τι­νὸ δέν­τρο, ἕ­να ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο, μαυ­ρό­στη­θο σπουρ­γί­τι ἔ­πε­σε σὰν πέ­τρα μπρο­στὰ ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴ μου­σού­δα του – καὶ ἀ­να­μαλ­λι­α­σμέ­νο, πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο, μὲ μιὰ ἀ­πελ­πι­σμέ­νη καὶ ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τη κραυ­γή, ἀ­να­πή­δη­σε δύ­ο πε­ρί­που φο­ρὲς μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ δόν­τια τοῦ ἀ­νοι­χτοῦ στό­μα­τος τοῦ σκύ­λου. Ὅρ­μη­σε νὰ τὸ σώ­σει, κά­λυ­ψε μὲ τὸ σῶ­μα του τὸ γέν­νη­μά του… Ὅ­μως ὅ­λο το μι­κρό του σῶ­μα ἔ­τρε­με ἀ­πὸ τὴ φρί­κη, ἡ φω­νού­λα του εἶ­χε γί­νει τρα­χιὰ καὶ βρα­χνι­α­σμέ­νη, ἔ­σβη­νε ἀ­πὸ τὸν φό­βο, θυ­σί­α­ζε τὸν ἑ­αυ­τό του! Πό­σο τε­ρά­στιος θὰ τοῦ φαι­νό­ταν ὁ σκύ­λος, σὰν τέ­ρας! Κι ὅ­μως, δὲν ἀρ­κέ­στη­κε στὸ ψη­λό, ἀ­σφα­λὲς κλα­δί του… Μιὰ δύ­να­μη, ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη ἀ­πὸ τὴ θέ­λη­σή του, τὸ ἔ­σπρω­ξε ἀ­πὸ κεῖ. Ὁ Τρε­ζόρ μου στα­μά­τη­σε, ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­σε. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ πὼς ἀ­να­γνώ­ρι­σε αὐ­τὴ τὴ δύ­να­μη. Ἔ­σπευ­σα νὰ τρα­βή­ξω στὴν ἄ­κρη τὸν σα­στι­σμέ­νο σκύ­λο καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κα γε­μά­τος σε­βα­σμό. Ναί, μὴ γε­λᾶ­τε. Ἔ­νι­ω­σα σε­βα­σμὸ γι’ αὐ­τὸ τὸ μι­κρό, ἡ­ρω­ϊ­κὸ που­λί, γιὰ τὸ ξέ­σπα­σμα τῆς ἀ­γά­πης του. Ἡ ἀ­γά­πη, σκέ­φτη­κα, εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη ἀ­πὸ τὸν θά­να­το ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὸν φό­βο τοῦ θα­νά­του. Μό­νο μ’ αὐ­τήν, μό­νο μὲ τὴν ἀ­γά­πη ἀν­τέ­χει κα­νεὶς στὴ ζω­ὴ καὶ προ­χω­ρᾶ.


Ἀ­πρί­λιος, 1878.

Δραματοποίηση (01.09.2016):


Πηγή: ἀπο τὴν ἱστοσελίδα:

https://rvb.ru/turgenev/01text/vol_10/02senilia/0222.htm

Ἰβὰν Σε­ργιέ­γκε­βιτς Τουργκένιεφ (И­ван Сер­ге­евич Тур­ге­нев) (Ὀριὸλ Ρω­σί­ας 09.11.1818 – Μπου­ζι­βὰλ κον­τὰ στὸ Π­ρίσι, 1883.) Ρῶ­σος μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέας. Γνω­στό­τε­ρα ἔργα του: Μού­μου (1854), Πρώ­τη ἀ­γάπη (1860), Πατέρες καὶ γιοί (1862), Ὁ καπνός (1867), Ἀνοιξιάτικα νερά  (1872).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

Διαφημίσεις

Ρέϊμοντ Κάρβερ (Raymod Carver): Μικροπράγματα



Ρέϊμοντ Κάρβερ (Raymod Carver)


Μικροπράγματα

(Little Things)


Ο ΠΡΩΪ ὁ και­ρὸς ἄλ­λα­ξε καὶ τὸ χι­ό­νι ἄρ­χι­σε νὰ γί­νε­ται λα­σπό­νε­ρο. Μι­κρὰ ρυά­κια ἔ­στα­ζαν ἀ­π’ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι ποὺ ἔ­βλε­πε στὴν πί­σω αὐ­λή. Στὸν δρό­μο, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα σκορ­ποῦ­σαν τὸ λα­σπω­μέ­νο χι­ό­νι. Ἔ­ξω σκο­τεί­νια­ζε. Ἀλ­λὰ σκο­τεί­νια­ζε καὶ μέ­σα. Ὁ ἄν­τρας ἦ­ταν στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο κι ἔ­χω­νε ροῦ­χα σὲ μιὰ βα­λί­τσα. Τό­τε φά­νη­κε στὴν πόρ­τα ἡ γυ­ναί­κα.

            «Πό­σο χαί­ρο­μαι, πό­σο χαί­ρο­μαι ποὺ φεύ­γεις!» τοῦ εἶ­πε. «Τ’ ἀ­κοῦς;»

            Ὁ ἄν­τρας συ­νέ­χι­σε νὰ φτιά­χνει τὴ βα­λί­τσα.

            «Πα­λι­ο­μα­λά­κα! Πό­σο χαί­ρο­μαι ποὺ φεύ­γεις!» Ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. «Οὔ­τε νὰ μὲ κοι­τά­ξεις δὲν μπο­ρεῖς, ἔ;» Τό­τε πρό­σε­ξε τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ μω­ροῦ στὸ κρε­βά­τι. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τὴν ἔ­πι­α­σε. Ὁ ἄν­τρας τὴν κοί­τα­ξε κι αὐ­τὴ σκού­πι­σε τὰ δά­κρυ­ά της καὶ τὸν κάρ­φω­σε μὲ τὸ βλέμ­μα. Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε καὶ γύ­ρι­σε στὸ σα­λό­νι. «Φέ­ρ’ τη πί­σω», τῆς εἶ­πε.

            «Μά­ζε­ψ’ τα καὶ δρό­μο», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Αὐ­τὸς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ἔ­κλει­σε τὴ βα­λί­τσα, φό­ρε­σε τὸ παλ­τό του, ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ γύ­ρω του στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο κι ἔ­σβη­σε τὸ φῶς. Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε στὸ σα­λό­νι. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­στε­κε στὴν πόρ­τα τῆς στε­νῆς κου­ζί­νας μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά.

            «Θέ­λω τὸ μω­ρό», τῆς εἶ­πε.

            «Τρε­λά­θη­κες;»

            «Ὄ­χι. Θέ­λω τὸ μω­ρό. Θὰ στεί­λω κά­ποι­ον νὰ πά­ρει τὰ πράγ­μα­τά του».

            «Μὴν τολ­μή­σεις νὰ τ’ ἀ­κουμ­πή­σεις.»

            Τὸ μω­ρὸ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ κλαί­ει καὶ ἡ γυ­ναί­κα ξε­τύ­λι­ξε τὴν κου­βέρ­τα ποὺ σκέ­πα­ζε τὸ κε­φά­λι του.

            «Σώ­πα, κα­λό μου, σώ­πα», εἶ­πε.

            Ὁ ἄν­τρας πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος της.

            «Χρι­στὲ καὶ Κύ­ρι­ε!» εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα πί­σω καὶ μπῆ­κε στὴν κου­ζί­να.

            «Θέ­λω τὸ μω­ρό.»

            «Σή­κω φύ­γε!»

            Τοῦ γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ κρα­τή­σει τὸ μω­ρὸ μα­κριά του, σὲ μιὰ γω­νιὰ πί­σω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο.

            Ἀλ­λὰ αὐ­τὸς πλη­σί­α­σε. Τεν­τώ­θη­κε πά­νω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο κι ἔ­πι­α­σε σφι­χτὰ τὸ μω­ρό.

            «Ἄ­σ’ το», τῆς εἶ­πε.

            «Φύ­γε, φύ­γε ἀ­πὸ δῶ!» φώ­να­ξε ἡ γυ­ναί­κα.

            Τὸ μω­ρὸ εἶ­χε ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νί­σει καὶ οὔρ­λια­ζε. Κα­θὼς πά­λευ­αν, ἔ­ρι­ξαν μιὰ γλά­στρα ποὺ κρε­μό­ταν πά­νω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο.

            Σὲ λί­γο ὁ ἄν­τρας τὴ στρί­μω­ξε στὸν τοῖ­χο. Πά­σχι­ζε νὰ τῆς ἀ­νοί­ξει τὴ λα­βή. Ἕ­σφιγ­γε τὸ μω­ρὸ καὶ τὴν ἔ­σπρω­χνε μ’ ὅ­λο του τὸ βά­ρος.

            «Ἄ­σ’ το», τῆς εἶ­πε.

            «Στα­μά­τα, τὸ πο­νᾶς.»

            «Δὲν τὸ πο­νά­ω.»

            Ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας δὲν ἔμ­παι­νε φῶς. Μὲς στὸ μι­σο­σκό­τα­δο, ὁ ἄν­τρας πά­λευ­ε νὰ ἀ­νοί­ξει τὰ σφι­χτά της δά­χτυ­λα μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο ἅρ­πα­ξε τὸ μω­ρό, ποὺ τσί­ρι­ζε, ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μπρά­τσο του λί­γο κά­τω ἀ­π’ τὸν ὦ­μο. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­νι­ω­σε τὰ δά­χτυ­λά της νὰ ὑ­πο­χω­ροῦν καὶ νὰ ἀ­νοί­γουν. Ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι τὸ μω­ρό της ἔ­φευ­γε ἀ­π’ τὰ χέ­ρια.

            «Μή!» οὔρ­λια­ξε τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὰ δά­χτυ­λά της ἄ­νοι­ξαν. Ὅ­μως τὸ μω­ρὸ σκό­πευ­ε νὰ τὸ κρα­τή­σει. Γρά­πω­σε τὸ ἄλ­λο χέ­ρι του. Τὸ ἔ­πι­α­σε ἀ­π’ τὸν καρ­πὸ κι ἔ­ρι­ξε ὅ­λο της τὸ βά­ρος πί­σω. Ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δὲν ἄ­φη­νε τὸ μω­ρό. Τὸ ἔ­νι­ω­σε νὰ γλι­στρά­ει ἀ­π’ τὰ χέ­ρια του καὶ τὸ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ μέ­ρος του πο­λὺ δυ­να­τά. Καὶ μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, τὸ θέ­μα τα­κτο­ποι­ή­θη­κε.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Where I’m Calling From: The Selected Stories, Atlantic Monthly Press, 1988. Copyright © 1988 by Tess Gallagher.

https://www.wsfcs.k12.nc.us/cms/lib/nc01001395/centricity/domain/796/little_things.pdf

Ρέ­ϊ­μοντ Κάρ­βερ (Raymond Carver) (Ὄ­ρεγ­κον, ΗΠΑ 1938 – Πὸρτ Ἄν­τζε­λες, Οὐ­ά­σιν­γκτον, ΗΠΑ, 1938). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­η­τής, δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το του δι­ή­γη­μα τὸ 1961. Ἐ­πὶ χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια. Τὸ 1983 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Μίλ­ντρεντ καὶ Χά­ρολντ Στρά­ους ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α Τε­χνῶν καὶ Γραμ­μά­των, ποὺ ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ἀ­πε­ρί­σπα­στος στὸ γρά­ψι­μο. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ κυ­κλο­φό­ρησε ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Ὁ κα­θε­δρι­κὸς να­ός, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (1980). Ἐ­ξέ­δω­σε δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (­λη­θι­νὴ ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες [2007] καὶ ­στεῖ­ο [2012] καὶ συ­νυ­πέ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο ἑ­νὸς κό­μικ (Τὸ πτῶ­μα, 2011). Με­τέ­φρα­σε τοὺς Τρι­λο­βί­τες τοῦ Breece Pancake (2015) καὶ τὸ ­με­ρο­λό­γιο προ­σευ­χῆς τῆς Flannery O’Connor (2015).

***

Δραματοποίηση:

Σκηνοθεσία: Luke Malone

Παίζουν: Sarah Hunt καὶ Robert Rios


Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar): Ἡ καθημερινὴ ἐφημερίδα καθημερινά


Cortazar,Julio-IKathimeriniEfimeridaKathimerina-Eikona-01


Χού­λιο Κορ­τά­σαρ (J­u­l­io C­o­r­t­á­z­ar)


Ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ ἐ­φη­με­ρί­δα κα­θη­με­ρι­νά

(El diario a diario)


04-KappaΑΠΟΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ, ἀ­φοῦ ἀ­γο­ρά­σει τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ τὴν βά­λει πα­ρα­μά­σχα­λα, παίρ­νει τὸ τράμ. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα κα­τε­βαί­νει ἔ­χον­τας ἀ­κό­μα πα­ρα­μά­σχα­λα τὴν ἴ­δια ἐ­φη­με­ρί­δα.

       Ἀλ­λὰ πιὰ δὲν εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἐ­φη­με­ρί­δα, τώ­ρα εἶ­ναι ἕ­νας σω­ρὸς ἀ­πὸ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιὰ ποὺ ὁ κύ­ριος ἀ­φή­νει σ’ ἕ­να παγ­κά­κι τῆς πλα­τεί­ας.

       Μό­λις ὁ σω­ρὸς ἀ­π’ τὰ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιὰ ἀ­πο­μεί­νει μό­νος στὸ παγ­κά­κι, με­τα­τρέ­πε­ται καὶ πά­λι σὲ ἐ­φη­με­ρί­δα, μέ­χρι ποὺ ἕ­νας νε­α­ρὸς τὴ βλέ­πει, τὴ δι­α­βά­ζει καὶ τὴν ἀ­φή­νει με­ταλ­λαγ­μέ­νη σ’ ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιά.

       Μό­λις ὁ σω­ρὸς ἀ­πὸ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιὰ ἀ­πο­μεί­νει, μό­νος στὸ παγ­κά­κι, με­τα­τρέ­πε­ται καὶ πά­λι σὲ ἐ­φη­με­ρί­δα, μέ­χρι ποὺ τὴ βρί­σκει μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α, τὴ δι­α­βά­ζει καὶ τὴν ἀ­φή­νει με­ταλ­λαγ­μέ­νη σ’ ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιά. Ὕ­στε­ρα τὴν παίρ­νει σπί­τι της καὶ στὸ δρό­μο τὴ χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιὰ νὰ τυ­λί­ξει μι­σὸ κι­λὸ ρα­δί­κια. Σ’ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς χρη­σι­μεύ­ουν οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες με­τὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς ἐκ­θαμ­βω­τι­κὲς με­τα­μορ­φώ­σεις.



Δραματοποίηση:



Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ  Ἱ­στο­ρί­ες τῶν Κρ­ονό­πιο καὶ τῶν Φά­μα (β΄ ἔκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1983. Πρωτότυπο: Hi­sto­ri­as de Cro­no­pios y de Fa­mas, 1962).

J­u­l­io C­o­r­t­á­z­ar (Βρυ­ξέλ­λες, 1914-Πα­ρί­σι, 1984). Μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἀ­πὸ τὸ 1952 ἐρ­γα­ζό­ταν στὴν ΟΥ­ΝΕ­ΣΚΟ ὡς με­τα­φρα­στής. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ P­r­e­s­e­n­c­ia (1940).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἑλένη Χαρατσῆ. Με­τά­φρα­ση. Ἄλλες ἐρ­γα­σί­ες της: Luis Se­púl­ve­da, Ὁ κό­σμος τοῡ τέ­λους τοῦ κόσμου (ἐκδ. Opera, 1969), Ga­stón Ba­que­ro, Λέ­ξεις γραμ­­μέ­νες στὴν ἄμ­μο ἀ­πό ἕ­ναν ἀθῶο (ἐκδ. Μικρὴ Ἄρκτος, 2001), To­más Se­go­via, 14+1 ποιήματα (ἐκδ. Ἀπόπειρα, 2010) κ.ἄ.

Χουὰν Μπὸς (Juan Bosch): Ὁ λεκὲς ποὺ δὲ φεύγει


Bosch,Juan-OLekesPouDenFeygei-Eikona-01


Χου­ὰν Μπός (Juan Bosch)


Ὁ λε­κὲς ποὺ δὲ φεύ­γει

(La mancha indeleble)


06-OmikronΛΟΙ ΟΣΟΙ ΕΙΧΑΝ ΠΕΡΑΣΕΙ τὸ κα­τώ­φλι τῆς πόρ­τας πρὶν ἀ­πὸ μέ­να, εἶ­χαν πα­ρα­δώ­σει τὰ κε­φά­λια τους κι ἐ­γὼ τὰ ἔ­βλε­πα το­πο­θε­τη­μέ­να σὲ μιὰ με­γά­λη σει­ρὰ ἀ­πὸ προ­θῆ­κες ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σαν στὸν μπρο­στι­νὸ τοῖ­χο. Δὲν θὰ ἔμ­παι­νε μᾶλ­λον σ’ αὐ­τὲς τὶς προ­θῆ­κες μο­λυ­σμέ­νος ἀ­έ­ρας, κα­θὼς τὰ κε­φά­λια δι­α­τη­ροῦν­ταν σὲ ἐκ­πλη­κτι­κὴ φόρ­μα, σχε­δὸν σὰν νὰ ἦ­ταν ζων­τα­νά, πα­ρό­λο ποὺ τοὺς ἔ­λει­πε ἡ ρο­ὴ τοῦ αἵ­μα­τος κά­τω ἀ­πὸ τὴ σάρ­κα. Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι τὸ θέ­α­μα μοῦ προ­κά­λε­σε ἕ­να φό­βο ἄ­με­σο καὶ ἔν­το­νο. Γιὰ λί­γη ὥ­ρα ἔ­νι­ω­θα νὰ ἔ­χω πα­ρα­λύ­σει ἀ­πὸ τὸν τρό­μο. Ἀλ­λὰ τὸ ση­μαν­τι­κὸ ἦ­ταν ὅ­τι, ἀ­νί­κα­νος νὰ σκε­φτῶ καὶ νὰ ἐ­νερ­γή­σω, βρι­σκό­μουν ἐ­κεῖ: εἶ­χα πε­ρά­σει τὸ κα­τώ­φλι καὶ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­δώ­σω τὸ κε­φά­λι μου. Κα­νεὶς δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ γλι­τώ­σει ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ μα­κά­βρια ἐμ­πει­ρί­α.

       Ἡ κα­τά­στα­ση ἦ­ταν πράγ­μα­τι τρο­μα­κτι­κή. Ἔ­μοια­ζε νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει ἀ­πό­στα­ση ἀ­νά­με­σα στὴ ζω­ὴ ποὺ εἶ­χα ἀ­φή­σει πί­σω, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τῆς πόρ­τας, καὶ σὲ αὐ­τὴ ποὺ ἔ­μελ­λε νὰ ἀρ­χί­σω τὴ στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­πό­στα­ση θά ‘­ταν τρί­α μέ­τρα, ἴ­σως τέσ­σε­ρα.

       Πα­ρό­λα αὐ­τά, αὐ­τὸ ποὺ ἔ­βλε­πα φα­νέ­ρω­νε ὅ­τι ὁ δι­α­χω­ρι­σμὸς ἀ­νά­με­σα σὲ ὅ,τι ὑ­πῆρ­ξα καὶ σὲ αὐ­τὸ ποὺ θὰ γι­νό­μουν δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ με­τρη­θεῖ μὲ ἀν­θρώ­πι­νους ὅ­ρους.

       — Πα­ρα­δῶ­στε τὸ κε­φά­λι σας – εἶ­πε μιὰ φω­νὴ μει­λί­χια.

       — Το δι­κό μου; – ρώ­τη­σα, μὲ τό­σο φό­βο, ποὺ μὲ δυ­σκο­λί­α ἄ­κου­γα τὸν ἴ­διο μου τὸν ἑ­αυ­τό.

       — Φυ­σι­κά – Ποια­νοῦ ἄλ­λου;

       Πα­ρό­τι δὲν ἦ­ταν αὐ­ταρ­χι­κή, ἡ φω­νὴ γέ­μι­ζε ὅ­λη τὴ σά­λα καὶ ἀν­τη­χοῦ­σε ἀ­νά­με­σα στοὺς τοί­χους, ποὺ ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νοι μὲ πο­λυ­τε­λεῖς τα­πι­σε­ρί. Ἐ­γὼ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω ἀ­πὸ ποῦ ἐρ­χό­ταν. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ὅ,τι ἔ­βλε­πα, κά­ποι­α στιγ­μή, μι­λοῦ­σε: τὸ ἀ­σπρό­μαυ­ρο μαρ­μά­ρι­νο πά­τω­μα, τὸ κόκ­κι­νο χα­λὶ ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴ σκά­λα κι ἔ­φτα­νε μέ­χρι τὸ με­γά­λο τρα­πέ­ζι τῆς αἴ­θου­σας ὑ­πο­δο­χῆς, καὶ τὸ πα­ρό­μοι­ο χα­λὶ πού, περ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο, δι­έ­σχι­ζε ἀ­π’ ἄ­κρη σὲ ἄ­κρη τὸ χῶ­ρο· οἱ με­γά­λες κε­ρα­μι­κὲς κο­λῶ­νες, τὸ γεῖ­σο μὲ τοὺς ἐ­πί­χρυ­σους κύ­βους, οἱ δυ­ὸ τε­ρά­στιοι πο­λυ­έ­λαι­οι ἀ­πὸ κρύ­σταλ­λο Βο­η­μί­ας. Τὸ μό­νο ποὺ ἤ­ξε­ρα μὲ σι­γου­ριὰ ἦ­ταν ὅ­τι κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­μέ­τρη­τα κε­φά­λια δὲν εἶ­χε βγά­λει τὸν πα­ρα­μι­κρὸ ἦ­χο.

       Ἐ­πι­θυ­μών­τας, ἴ­σως ὑ­πο­συ­νεί­δη­τα, νὰ κερ­δί­σω χρό­νο, ρώ­τη­σα:

       — Και πῶς θὰ τὸ βγά­λω;

      — Πιά­στε το γε­ρὰ μὲ τὰ δύο χέ­ρια, στη­ρί­ζον­τας τοὺς ἀν­τί­χει­ρες στὶς ἐ­σο­χὲς τοῦ σα­γο­νιοῦ· τρα­βῆξ­τε πρὸς τὰ πά­νω καὶ θὰ δεῖ­τε πό­σο εὔ­κο­λα θὰ βγεῖ. Στὴ συ­νέ­χεια το­πο­θε­τῆ­στε το πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι.

       Ἂν ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἐ­φιά­λτη, θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ δώ­σω ἐ­ξή­γη­ση τῆς δι­α­τα­γῆς αὐ­τῆς καὶ τῆς κα­τά­στα­σής μου. Ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν ἐ­φιά­λτης. Μοῦ συ­νέ­βαι­νε σὲ κα­τά­στα­ση πλή­ρους δια­ύγειας, ἐ­νῶ βρι­σκό­μουν ὄρ­θιος καὶ μό­νος στὸ μέ­σο μιᾶς πο­λυ­τε­λοῦς σά­λας. Δὲν φαι­νό­ταν κα­μί­α κα­ρέ­κλα καί, κα­θὼς ἔ­τρε­μα ἀ­πὸ πά­νω ὣς κά­τω ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ νε­κρι­κοῦ πα­γε­τοῦ ποὺ εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὶς φλέ­βες μου, εἶ­χα ἀ­νάγ­κη νὰ κα­θί­σω ἢ νὰ πια­στῶ ἀ­πὸ κά­τι. Τε­λι­κὰ ἀ­κούμ­πη­σα τὰ δυ­ό μου χέ­ρια στὸ τρα­πέ­ζι.

       — Δεν ἀ­κού­σα­τε ἢ δὲν κα­τα­λά­βα­τε; – εἶ­πε ἡ φω­νή.

       Εἶ­πα ἤ­δη ὅ­τι ἡ φω­νὴ δὲν ἦ­ταν αὐ­ταρ­χι­κή, ἀλ­λὰ ἁ­πα­λή. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ νὰ μοῦ φαι­νό­ταν τό­σο τρο­με­ρή. Εἶ­ναι τρο­μα­κτι­κὸ νὰ ἀ­κού­ει κα­νεὶς τὴ δι­α­τα­γὴ νὰ βγά­λει τὸ κε­φά­λι του μὲ τό­νο φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ κι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τό­νο ἤ­ρε­μο. Ἤ­μουν σί­γου­ρος ὅ­τι ὁ κύ­ριος τῆς φω­νῆς εἶ­χε ἐ­πα­να­λά­βει τό­σες φο­ρὲς αὐ­τὴ τὴ δι­α­τα­γή, ποὺ πιὰ δὲν ἔ­δι­νε κα­μί­α βα­ρύ­τη­τα σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­λε­γε.

       Τε­λι­κὰ κα­τά­φε­ρα νὰ μι­λή­σω.

       — Μά­λι­στα, καὶ ἄ­κου­σα καὶ κα­τά­λα­βα – εἶ­πα. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ τὸ κε­φά­λι μου τό­σο ἁ­πλά. Δῶ­στε μου λί­γο χρό­νο νὰ τὸ σκε­φτῶ. Κα­τα­λά­βε­τε ὅ­τι εἶ­ναι γε­μά­το μὲ τὶς ἰ­δέ­ες μου, μὲ τὶς ἀ­να­μνή­σεις μου. Εἶ­ναι ἡ σύ­νο­ψη τῆς ἴ­διας μου τῆς ζω­ῆς. Ἐ­κτὸς αὐ­τοῦ, ἂν μεί­νω χω­ρὶς αὐ­τό, μὲ τί θὰ σκέ­φτο­μαι;

       Τὰ λό­για αὐ­τὰ δὲν μοῦ βγῆ­καν μιὰ κι ἔ­ξω. Πνι­γό­μουν. Δυ­ὸ φο­ρὲς χρει­ά­στη­κε νὰ στα­μα­τή­σω, γιὰ νὰ πά­ρω ἀ­νά­σα. Σώ­πα­σα καὶ μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ἡ φω­νὴ ἔ­βγα­λε ἕ­να ἁ­πα­λὸ γρύ­λι­σμα, σὰν γέ­λιο κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κό.

       — Ἐ­δῶ δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ σκέ­φτε­στε. Θὰ σκε­φτό­μα­στε ἐ­μεῖς γιὰ λο­γα­ρια­σμό σας. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὶς ἀ­να­μνή­σεις, δὲν τὶς χρει­ά­ζε­στε πλέ­ον: θὰ ξε­κι­νή­σε­τε μιὰ και­νούρ­για ζω­ή.

       — Μια ζω­ὴ ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό μου, τὶς ἰ­δέ­ες, τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά μου; – ρώ­τη­σα.

       Ἐν­στι­κτω­δῶς κοί­τα­ξα πρὸς τὴν πόρ­τα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χα μπεῖ. Ἦ­ταν κλει­στή. Γύ­ρι­σα τὰ μά­τια μου στὰ δυ­ὸ ἄ­κρα τῆς με­γά­λης σά­λας. Ὑ­πῆρ­χαν πόρ­τες καὶ σὲ αὐ­τὰ τὰ ἄ­κρα, ὅ­μως κα­μί­α δὲν ἦ­ταν ἀ­νοι­χτή.

       Ὁ χῶ­ρος ἦ­ταν με­γά­λος καὶ ψη­λο­τά­βα­νος, κά­τι ποὺ μὲ ἔ­κα­νε νὰ αἰ­σθαν­θῶ τό­σο ἀ­βο­ή­θη­τος, ὅ­σο ἕ­να παι­δὶ χα­μέ­νο στὴ με­γα­λού­πο­λη. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­να ση­μεῖ­ο ζω­ῆς. Βρι­σκό­μουν μό­νος σ’ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πι­βλη­τι­κὴ αἴ­θου­σα.

       Ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα: ἤ­μα­σταν ἐ­κεῖ ἡ φω­νὴ κι ἐ­γώ. Ἀλ­λὰ ἡ φω­νὴ δὲν ἦ­ταν ἀν­θρώ­πι­νη, δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ τὴ συν­δυά­σεις μὲ ἕ­να ὂν ποὺ εἶ­χε σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι χι­λιά­δες μά­τια κα­κά, χω­ρὶς ζω­ή, μὲ κοι­τοῦ­σαν ἀ­πὸ τοὺς τοί­χους καὶ ὅ­τι ἑ­κα­τομ­μύ­ρια μι­κρο­σκο­πι­κὲς καὶ ἀ­ό­ρα­τες ὀν­τό­τη­τες πα­ρα­μό­νευ­αν τὴ σκέ­ψη μου.

       — Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, μὴ σπα­τα­λᾶ­τε τὸν χρό­νο μας, ἔ­χουν κι ἄλ­λοι σει­ρὰ – εἶ­πε ἡ φω­νή.

       Δὲν μοῦ εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ ἐ­ξη­γή­σω τὸ τί σή­μα­ναν αὐ­τὰ τὰ λό­για γιὰ ἐ­μέ­να. Ἔ­νιω­σα πὼς κά­ποι­ος ἐ­πρό­κει­το νὰ μπεῖ, πὼς δὲν θὰ ἤ­μουν μό­νος πιά, καὶ γύ­ρι­σα τὸ βλέμ­μα πρὸς τὴν πόρ­τα. Δὲν εἶ­χα κά­νει λά­θος: ἕ­να χέ­ρι κρα­τοῦ­σε τὴν ἄ­κρη τοῦ γυαλι­στε­ροῦ ξύ­λι­νου φύλ­λου καὶ τὸ ἔ­σπρω­χνε πρὸς τὰ μέ­σα, κι ἕ­να πό­δι στε­κό­ταν στὸ κα­τώ­φλι. Ἀ­πὸ τὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας φαι­νό­ταν πὼς ἔ­ξω τὸ φῶς ἦ­ταν λι­γο­στό. Χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α ἦ­ταν ἡ ἀ­να­πο­φά­σι­στη ἐ­κεί­νη στιγ­μὴ με­τα­ξὺ τῆς ἡ­μέ­ρας ποὺ πε­θαί­νει καὶ τῆς τε­λευ­ταί­ας ὥ­ρας ποὺ δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μα φτά­σει στὸ τέ­λος της.

       Μέ­σα στὸν φό­βο μου ἀν­τέ­δρα­σα σὰν αὐ­τό­μα­το. Ρί­χτη­κα μὲ βί­α πρὸς τὴν πόρ­τα, ἔ­σπρω­ξα αὐ­τὸν ποὺ ἔμ­παι­νε καὶ πε­τά­χτη­κα ἔ­ξω στὸν δρό­μο. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς με­ρι­κοὶ θο­ρυ­βή­θη­καν βλέ­πον­τάς με νὰ τρέ­χω· ἴ­σως νὰ σκέ­φτη­καν ὅ­τι εἶ­χα κλέ­ψει ἢ ὅ­τι μὲ εἶ­χαν πιά­σει στὰ πρά­σα νὰ κλέ­βω. Κα­τα­λά­βαι­να πὼς τὸ πρό­σω­πό μου ἦ­ταν ὠ­χρό, τὰ μά­τια μου εἶ­χαν πε­τα­χτεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς κό­γχες τους καὶ ἂν ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ κον­τὰ κα­νέ­νας ἀ­στυ­νο­μι­κός, σί­γου­ρα θὰ μὲ κυ­νη­γοῦ­σε. Ὅ­πως καὶ νὰ εἶ­χε, δὲν μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε. Ἡ ἀ­νάγ­κη μου γιὰ φυ­γὴ ἦ­ταν ἀ­δή­ρι­τη κι ἔ­τρε­χα σὰν τρε­λός.

       Γιὰ μί­α ἑ­βδο­μά­δα δὲν τολ­μοῦ­σα νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Μέ­ρα καὶ νύ­χτα ἄ­κου­γα τὴ φω­νὴ κι ἔ­βλε­πα παν­τοῦ τὰ χι­λιά­δες μά­τια δί­χως ζω­ὴ καὶ τὶς ἑ­κα­τον­τά­δες ἀ­σώ­μα­των κε­φα­λῶν. Ὅ­μως τὴν ὄ­γδο­η νύ­χτα, λυ­τρω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ φό­βο μου, τόλ­μη­σα νὰ πάω μέ­χρι τὴ γω­νί­α, σ’ ἕ­να κα­φε­νεῖ­ο τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας, γε­μά­το πάν­το­τε μὲ πε­ρί­ερ­γους θα­μῶ­νες. Δί­πλα στὸ τρα­πε­ζά­κι μου ὑ­πῆρ­χε ἕ­να ἄλ­λο, ἄ­δει­ο. Λί­γη ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα, κά­θι­σαν σὲ αὐ­τὸ δυ­ὸ ἄν­τρες. Ὁ ἕ­νας εἶ­χε σκο­τει­νὰ μά­τια· μοῦ ἔ­ρι­ξε ἕ­να ἔν­το­νο βλέμ­μα καὶ κα­τό­πιν εἶ­πε στὸν ἄλ­λο:

       — Αὐ­τός ἦ­ταν ποὺ τὸ ἔ­σκα­σε, ἀ­φοῦ…

       Ἐ­γὼ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἔ­πι­να ἕ­να φλιτ­ζά­νι κα­φέ. Τὰ χέ­ρια μου ἄρ­χι­σαν νὰ τρέ­μουν τό­σο βί­αι­α, ποὺ λί­γο ἀ­πὸ τὸ ρό­φη­μα χύ­θη­κε στὸ που­κά­μι­σό μου.

       Τὸ κα­κὸ μὲ ἐ­μέ­να εἶ­ναι ὅ­τι δὲν ἔ­χω ἄλ­λο που­κά­μι­σο οὔ­τε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­κτή­σω και­νούρ­γιο. Ὅ­σο πα­σχί­ζω νὰ ἐ­ξα­φα­νί­σω τὸν λε­κέ, ἀ­κού­ω ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὰ τε­λευ­ταῖα λό­για τοῦ ἄν­τρα μὲ τὰ σκο­τει­νὰ μά­τια:

       — Α­φοῦ εἶ­χε ἤ­δη ἐγ­γρα­φεῖ.

       Ἀ­πὸ τὸ φό­βο μὲ λού­ζει κρύ­ος ἱ­δρώ­τας. Καὶ γνω­ρί­ζω ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν φό­βο· ὅ­τι θὰ τὸν νι­ώ­θω ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε ἄ­γνω­στο. Βέ­βαι­α ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ἀ­γνο­ῶ ἂν οἱ δυ­ὸ ἄν­τρες ἦ­ταν μέ­λη ἢ ἐ­χθροί τοῦ Κόμ­μα­τος.

       Τώ­ρα βρί­σκο­μαι στὸ σπί­τι μου, προ­σπα­θών­τας νὰ κα­θα­ρί­σω τὸ που­κά­μι­σο. Γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση, χρη­σι­μο­ποί­η­σα σα­πού­νι, βούρ­τσα κι ἕ­να εἰ­δι­κὸ χη­μι­κὸ προ­ϊ­ὸν ποὺ βρῆ­κα στὸ μπά­νιο. Ὁ λε­κὲς δὲν φεύ­γει. Βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ, ἀ­δι­ά­λυ­τος. Ἀν­τι­θέ­τως, μά­λι­στα, μοῦ φαί­νε­ται πὼς σὲ κά­θε προ­σπά­θεια νὰ τὸν σβή­σω, ξε­χω­ρί­ζει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Δρα­μα­το­πο­ίη­ση:

Ταινία μι­κροῦ μή­κους (2009) τοῦ σκηνοθέτη Francisco Montás ποὺ ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὸ Σάντο Ντομίγκο τῆς Δομινικανῆς Δημοκρατίας.


Πη­γή: Biblioteca Digital Ciudad Seva (http://www.ciudadseva.com/). Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Cuentos escritos en el exilio (1962). Στὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ βα­σί­στη­κε τὸ 2009 ὁ Francisco Montás, γιὰ νὰ γυ­ρί­σει μιὰ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους μὲ τὸν ὁ­μώ­νυ­μο τίτ­λο.

Χου­ν Μπὸς (Juan Bosch) (Λὰ Βέ­γα 1909– Ἅ­γιος Δο­μή­νι­κος 2001): Δο­μη­νι­κα­νὸς πο­λι­τι­κὸς καὶ συγ­γρα­φέ­ας. Ὅ­ταν ὁ Τρου­χίλ­λο πῆ­ρε τὴν ἐ­ξου­σί­α τὸ 1930, ὁ Χου­ὰν Μπὸς κα­τη­γο­ρή­θη­κε γιὰ ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τοῦ κα­θε­στῶ­τος καὶ φυ­λα­κί­στη­κε. Τὸ 1937 ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴ Δο­μη­νι­κα­νὴ Δη­μο­κρα­τί­α καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Που­έρ­το Ρί­κο. Ἐ­κεῖ μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ἐ­ξό­ρι­στους ἵ­δρυ­σε τὸ Ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ Δο­μη­νι­κα­νὸ Κόμ­μα, ἐ­νάν­τια στὴ δρά­ση τοῦ Τρου­χίλ­λο. Τὸ 1961, με­τὰ τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ τε­λευ­ταί­ου, ὁ Μπὸς ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ χώ­ρα του καὶ τὸ 1962 ἔ­γι­νε Πρό­ε­δρος τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας. Μὲ τὴ στή­ρι­ξη τοῦ Κομ­μου­νι­στι­κοῦ Κόμ­μα­τος προ­χώ­ρη­σε σὲ πολ­λὲς με­ταρ­ρυθ­μί­σεις, ἑ­πτὰ ὅ­μως μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα οἱ ΗΠΑ μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τὸν ἀ­πο­μά­κρυ­ναν ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξου­σί­α. Προ­σπά­θη­σε ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως νὰ πά­ρει κά­ποι­ο ἀ­ξί­ω­μα, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὑ­πῆρ­ξε λά­τρης τῶν γραμ­μά­των καὶ ξε­χώ­ρι­σε γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του, πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε στὴν ἐ­ξο­ρί­α, κα­θὼς καὶ γιὰ τὴ νου­βέ­λα του La manosa (1936).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου (Ἀ­θή­να (1986). Σπου­δά­ζει Νο­μι­κά. Εἶ­ναι μό­νι­μη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Πε­ρὶ Τή­νου. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νέ­α Εὐ­θύ­νη καὶ Τὸ Δέν­τρο.



		

	

Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος: Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸς προ­σα­να­το­λι­σμός

.

Palaiologos,Konstantinos-EpaggelmatikosProsanatolismos-Eikona-01

.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

 

Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸς προ­σα­να­το­λι­σμός

.

02-KappaΑΘΕ ΠΡΩΙ, σκύ­βει πά­νω ἀ­πὸ τοὺς κά­δους τῶν σκου­πι­διῶν ποὺ εἶ­ναι ἀ­ρα­δι­α­σμέ­νοι στὴ σει­ρὰ μπρο­στὰ στὸ πο­λυ­τε­λὲς ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Ἀ­τά­ρα­χη —ἀ­φοῦ δὲν φαί­νε­ται νὰ τὴν ἐ­νο­χλοῦν τὰ ἀ­πο­ρη­μέ­να ἕ­ως πε­ρι­φρο­νη­τι­κὰ βλέμ­μα­τα τῶν πε­ρα­στι­κῶν— ἀ­να­ζη­τά­ει πράγ­μα­τα ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ που­λή­σει γιὰ νὰ βγά­λει κα­νέ­να φράγ­κο: ἄ­δεια μπου­κά­λια, ξε­χαρ­βα­λω­μέ­να παι­χνί­δια, ροῦ­χα, βι­βλί­α… Χτές, σ’ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς κά­δους, βρῆ­κε ἕ­να φου­σκω­μέ­νο πορ­το­φό­λι ἀ­πὸ δέρ­μα κρο­κο­δεί­λου. Δὲν μπῆ­κε κὰν στὸν κό­πο νὰ τὸ ἀ­νοί­ξει. Δὲν νι­ώ­θει ἕ­τοι­μη γιὰ ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γές.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

.

Δραματοποίηση:

.

.

Μικροῦ μήκους ταινία στὸ πλαίσιο ἐργασίας ἑξαμήνου σχολῆς κινηματογράφου.

Ἄστεγη: Μαριάννα Μητροπούλου.

Σενάριο-Σκηνοθεσία: Ἀγγελικὴ Σπηλιωτοπούλου.

Dop κάμερα: Ἑλένη Καρμίρη.

Ἐνδυματολόγος-Σκηνογράφος: Εὔα Γαϊτανίδου.

Ἐκτέλεση παραγωγῆς: Noisystamp Productions.

.

.

Κάρλος Ἀλμίρα (Carlos Almira): Ἡ ἐπιστολή

.


.

Κάρ­λος Ἀλ­μί­ρα (Carlos Almira)

 .

Ἡ ἐ­πι­στο­λή

(La carta)

 .

05-Taph-608px-Barcley_custom_corsetsTΕΛΙΚΑ ὅ­λα ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λα ἀ­π’ ὅ,τι πε­ρί­με­να. Ἔ­βα­λα τὴν ἐ­πι­στο­λὴ στὴν τσέ­πη μου δί­χως νὰ τὴν ἀ­νοί­ξω, τὰ προ­σω­πι­κά μου ἀν­τι­κεί­με­να σὲ μιὰ τσάν­τα καὶ κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ ἀ­σαν­σέρ.

       Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σω τὸ γρα­φεῖ­ο: αὐ­τὸ τὸ τοῦ­νελ ἀ­πὸ συμ­πο­νε­τι­κὰ βλέμ­μα­τα, ἀ­πὸ σπλα­χνι­κὴ σι­ω­πή, δί­χως νὰ σκύ­ψω τὸ κε­φά­λι, σὰν νὰ μὴν τρέ­χει τί­πο­τα.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Fuego enemigo, Nowelution, 2010

Κάρ­λος Ἀλ­μί­ρα (Carlos Almira) (Κα­στε­γιόν, 1965). Ἰ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Jesua (2005).

Κων­σταν­τ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἱ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Ἡ ἀγάπη τους δὲν ἦταν ἁπλὸ πράγμα

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

ἀγάπη τους δὲν ἦταν ἁπλὸ πράγμα

(Su amor no era sencillo)

 

ΟΥΣ ΣΥΝΕΛΑΒΑΝ γιὰ προ­σβο­λὴ τῆς δη­μο­σί­ας αἰ­δοῦς. Κα­νεὶς δὲν πί­στε­ψε τὸν ἄν­τρα καὶ τὴν γυ­ναί­κα ὅ­ταν αὐ­τοὶ προ­σπά­θη­σαν νὰ δώ­σουν ἐ­ξη­γή­σεις. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­γά­πη τους δὲν ἦ­ταν ἁ­πλὸ πράγ­μα. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ κλει­στο­φο­βί­α καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ ἀ­γο­ρα­φο­βί­α. Ἦ­ταν γι’ αὐ­τὸ ποὺ συ­νου­σι­ά­ζον­ταν στὰ κα­τώ­φλια.

 

Δρα­μα­το­ποί­η­ση:

  

 

Πη­γή: Despistes y franquezas (Ἀ­προ­σε­ξί­ες καὶ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις, 1989).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.