Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев): Τὸ σπουργίτι



Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев)


Τὸ σπουργίτι

(Воробей)


ΠΕΣΤΡΕΦΑ ἀ­πὸ τὸ κυ­νή­γι βα­δί­ζον­τας στὴν ἀ­λέ­α τοῦ κή­που. Ὁ σκύ­λος ἔ­τρε­χε μπρο­στά μου. Ξαφ­νι­κά, ἔ­κο­ψε τὸν βη­μα­τι­σμό του καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ πε­ρά­σει ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος, σὰν νὰ ὀ­σφραι­νό­ταν μπρο­στά του κά­ποι­ο θή­ρα­μα. Κοί­τα­ξα κα­τὰ μῆ­κος τῆς ἀ­λέ­ας καὶ εἶ­δα ἕ­να νε­α­ρὸ σπουρ­γί­τι μ’ ἕ­να κί­τρι­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ράμ­φος καὶ χνού­δι στὸ κε­φά­λι του. Εἶ­χε πέ­σει ἀ­π’ τὴ φω­λιά του (ὁ ἀ­έ­ρας κλυ­δώ­νι­ζε δυ­να­τὰ τὶς ση­μύ­δες στὴν ἀ­λέ­α) καὶ κα­θό­ταν ἀ­κί­νη­το, τεν­τώ­νον­τας ἀ­βο­ή­θη­τα τὰ νε­ο­γέν­νη­τα φτε­ρά του. Ὁ σκύ­λος μου τὸ πλη­σί­α­σε ἀρ­γά, ὅ­ταν ξαφ­νι­κά, ὁρ­μών­τας ἀ­πὸ ἕ­να κον­τι­νὸ δέν­τρο, ἕ­να ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο, μαυ­ρό­στη­θο σπουρ­γί­τι ἔ­πε­σε σὰν πέ­τρα μπρο­στὰ ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴ μου­σού­δα του – καὶ ἀ­να­μαλ­λι­α­σμέ­νο, πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο, μὲ μιὰ ἀ­πελ­πι­σμέ­νη καὶ ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τη κραυ­γή, ἀ­να­πή­δη­σε δύ­ο πε­ρί­που φο­ρὲς μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ δόν­τια τοῦ ἀ­νοι­χτοῦ στό­μα­τος τοῦ σκύ­λου. Ὅρ­μη­σε νὰ τὸ σώ­σει, κά­λυ­ψε μὲ τὸ σῶ­μα του τὸ γέν­νη­μά του… Ὅ­μως ὅ­λο το μι­κρό του σῶ­μα ἔ­τρε­με ἀ­πὸ τὴ φρί­κη, ἡ φω­νού­λα του εἶ­χε γί­νει τρα­χιὰ καὶ βρα­χνι­α­σμέ­νη, ἔ­σβη­νε ἀ­πὸ τὸν φό­βο, θυ­σί­α­ζε τὸν ἑ­αυ­τό του! Πό­σο τε­ρά­στιος θὰ τοῦ φαι­νό­ταν ὁ σκύ­λος, σὰν τέ­ρας! Κι ὅ­μως, δὲν ἀρ­κέ­στη­κε στὸ ψη­λό, ἀ­σφα­λὲς κλα­δί του… Μιὰ δύ­να­μη, ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη ἀ­πὸ τὴ θέ­λη­σή του, τὸ ἔ­σπρω­ξε ἀ­πὸ κεῖ. Ὁ Τρε­ζόρ μου στα­μά­τη­σε, ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­σε. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ πὼς ἀ­να­γνώ­ρι­σε αὐ­τὴ τὴ δύ­να­μη. Ἔ­σπευ­σα νὰ τρα­βή­ξω στὴν ἄ­κρη τὸν σα­στι­σμέ­νο σκύ­λο καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κα γε­μά­τος σε­βα­σμό. Ναί, μὴ γε­λᾶ­τε. Ἔ­νι­ω­σα σε­βα­σμὸ γι’ αὐ­τὸ τὸ μι­κρό, ἡ­ρω­ϊ­κὸ που­λί, γιὰ τὸ ξέ­σπα­σμα τῆς ἀ­γά­πης του. Ἡ ἀ­γά­πη, σκέ­φτη­κα, εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη ἀ­πὸ τὸν θά­να­το ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὸν φό­βο τοῦ θα­νά­του. Μό­νο μ’ αὐ­τήν, μό­νο μὲ τὴν ἀ­γά­πη ἀν­τέ­χει κα­νεὶς στὴ ζω­ὴ καὶ προ­χω­ρᾶ.


Ἀ­πρί­λιος, 1878.

Δραματοποίηση (01.09.2016):


Πηγή: ἀπο τὴν ἱστοσελίδα:

https://rvb.ru/turgenev/01text/vol_10/02senilia/0222.htm

Ἰβὰν Σε­ργιέ­γκε­βιτς Τουργκένιεφ (И­ван Сер­ге­евич Тур­ге­нев) (Ὀριὸλ Ρω­σί­ας 09.11.1818 – Μπου­ζι­βὰλ κον­τὰ στὸ Π­ρίσι, 1883.) Ρῶ­σος μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέας. Γνω­στό­τε­ρα ἔργα του: Μού­μου (1854), Πρώ­τη ἀ­γάπη (1860), Πατέρες καὶ γιοί (1862), Ὁ καπνός (1867), Ἀνοιξιάτικα νερά  (1872).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

Ρέϊμοντ Κάρβερ (Raymod Carver): Μικροπράγματα



Ρέϊμοντ Κάρβερ (Raymod Carver)


Μικροπράγματα

(Little Things)


Ο ΠΡΩΪ ὁ και­ρὸς ἄλ­λα­ξε καὶ τὸ χι­ό­νι ἄρ­χι­σε νὰ γί­νε­ται λα­σπό­νε­ρο. Μι­κρὰ ρυά­κια ἔ­στα­ζαν ἀ­π’ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι ποὺ ἔ­βλε­πε στὴν πί­σω αὐ­λή. Στὸν δρό­μο, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα σκορ­ποῦ­σαν τὸ λα­σπω­μέ­νο χι­ό­νι. Ἔ­ξω σκο­τεί­νια­ζε. Ἀλ­λὰ σκο­τεί­νια­ζε καὶ μέ­σα. Ὁ ἄν­τρας ἦ­ταν στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο κι ἔ­χω­νε ροῦ­χα σὲ μιὰ βα­λί­τσα. Τό­τε φά­νη­κε στὴν πόρ­τα ἡ γυ­ναί­κα.

            «Πό­σο χαί­ρο­μαι, πό­σο χαί­ρο­μαι ποὺ φεύ­γεις!» τοῦ εἶ­πε. «Τ’ ἀ­κοῦς;»

            Ὁ ἄν­τρας συ­νέ­χι­σε νὰ φτιά­χνει τὴ βα­λί­τσα.

            «Πα­λι­ο­μα­λά­κα! Πό­σο χαί­ρο­μαι ποὺ φεύ­γεις!» Ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. «Οὔ­τε νὰ μὲ κοι­τά­ξεις δὲν μπο­ρεῖς, ἔ;» Τό­τε πρό­σε­ξε τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ μω­ροῦ στὸ κρε­βά­τι. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τὴν ἔ­πι­α­σε. Ὁ ἄν­τρας τὴν κοί­τα­ξε κι αὐ­τὴ σκού­πι­σε τὰ δά­κρυ­ά της καὶ τὸν κάρ­φω­σε μὲ τὸ βλέμ­μα. Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε καὶ γύ­ρι­σε στὸ σα­λό­νι. «Φέ­ρ’ τη πί­σω», τῆς εἶ­πε.

            «Μά­ζε­ψ’ τα καὶ δρό­μο», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Αὐ­τὸς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ἔ­κλει­σε τὴ βα­λί­τσα, φό­ρε­σε τὸ παλ­τό του, ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ γύ­ρω του στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο κι ἔ­σβη­σε τὸ φῶς. Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε στὸ σα­λό­νι. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­στε­κε στὴν πόρ­τα τῆς στε­νῆς κου­ζί­νας μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά.

            «Θέ­λω τὸ μω­ρό», τῆς εἶ­πε.

            «Τρε­λά­θη­κες;»

            «Ὄ­χι. Θέ­λω τὸ μω­ρό. Θὰ στεί­λω κά­ποι­ον νὰ πά­ρει τὰ πράγ­μα­τά του».

            «Μὴν τολ­μή­σεις νὰ τ’ ἀ­κουμ­πή­σεις.»

            Τὸ μω­ρὸ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ κλαί­ει καὶ ἡ γυ­ναί­κα ξε­τύ­λι­ξε τὴν κου­βέρ­τα ποὺ σκέ­πα­ζε τὸ κε­φά­λι του.

            «Σώ­πα, κα­λό μου, σώ­πα», εἶ­πε.

            Ὁ ἄν­τρας πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος της.

            «Χρι­στὲ καὶ Κύ­ρι­ε!» εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα πί­σω καὶ μπῆ­κε στὴν κου­ζί­να.

            «Θέ­λω τὸ μω­ρό.»

            «Σή­κω φύ­γε!»

            Τοῦ γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ κρα­τή­σει τὸ μω­ρὸ μα­κριά του, σὲ μιὰ γω­νιὰ πί­σω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο.

            Ἀλ­λὰ αὐ­τὸς πλη­σί­α­σε. Τεν­τώ­θη­κε πά­νω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο κι ἔ­πι­α­σε σφι­χτὰ τὸ μω­ρό.

            «Ἄ­σ’ το», τῆς εἶ­πε.

            «Φύ­γε, φύ­γε ἀ­πὸ δῶ!» φώ­να­ξε ἡ γυ­ναί­κα.

            Τὸ μω­ρὸ εἶ­χε ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νί­σει καὶ οὔρ­λια­ζε. Κα­θὼς πά­λευ­αν, ἔ­ρι­ξαν μιὰ γλά­στρα ποὺ κρε­μό­ταν πά­νω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο.

            Σὲ λί­γο ὁ ἄν­τρας τὴ στρί­μω­ξε στὸν τοῖ­χο. Πά­σχι­ζε νὰ τῆς ἀ­νοί­ξει τὴ λα­βή. Ἕ­σφιγ­γε τὸ μω­ρὸ καὶ τὴν ἔ­σπρω­χνε μ’ ὅ­λο του τὸ βά­ρος.

            «Ἄ­σ’ το», τῆς εἶ­πε.

            «Στα­μά­τα, τὸ πο­νᾶς.»

            «Δὲν τὸ πο­νά­ω.»

            Ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας δὲν ἔμ­παι­νε φῶς. Μὲς στὸ μι­σο­σκό­τα­δο, ὁ ἄν­τρας πά­λευ­ε νὰ ἀ­νοί­ξει τὰ σφι­χτά της δά­χτυ­λα μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο ἅρ­πα­ξε τὸ μω­ρό, ποὺ τσί­ρι­ζε, ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μπρά­τσο του λί­γο κά­τω ἀ­π’ τὸν ὦ­μο. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­νι­ω­σε τὰ δά­χτυ­λά της νὰ ὑ­πο­χω­ροῦν καὶ νὰ ἀ­νοί­γουν. Ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι τὸ μω­ρό της ἔ­φευ­γε ἀ­π’ τὰ χέ­ρια.

            «Μή!» οὔρ­λια­ξε τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὰ δά­χτυ­λά της ἄ­νοι­ξαν. Ὅ­μως τὸ μω­ρὸ σκό­πευ­ε νὰ τὸ κρα­τή­σει. Γρά­πω­σε τὸ ἄλ­λο χέ­ρι του. Τὸ ἔ­πι­α­σε ἀ­π’ τὸν καρ­πὸ κι ἔ­ρι­ξε ὅ­λο της τὸ βά­ρος πί­σω. Ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δὲν ἄ­φη­νε τὸ μω­ρό. Τὸ ἔ­νι­ω­σε νὰ γλι­στρά­ει ἀ­π’ τὰ χέ­ρια του καὶ τὸ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ μέ­ρος του πο­λὺ δυ­να­τά. Καὶ μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, τὸ θέ­μα τα­κτο­ποι­ή­θη­κε.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Where I’m Calling From: The Selected Stories, Atlantic Monthly Press, 1988. Copyright © 1988 by Tess Gallagher.

https://www.wsfcs.k12.nc.us/cms/lib/nc01001395/centricity/domain/796/little_things.pdf

Ρέ­ϊ­μοντ Κάρ­βερ (Raymond Carver) (Ὄ­ρεγ­κον, ΗΠΑ 1938 – Πὸρτ Ἄν­τζε­λες, Οὐ­ά­σιν­γκτον, ΗΠΑ, 1938). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­η­τής, δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το του δι­ή­γη­μα τὸ 1961. Ἐ­πὶ χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια. Τὸ 1983 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Μίλ­ντρεντ καὶ Χά­ρολντ Στρά­ους ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α Τε­χνῶν καὶ Γραμ­μά­των, ποὺ ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ἀ­πε­ρί­σπα­στος στὸ γρά­ψι­μο. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ κυ­κλο­φό­ρησε ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Ὁ κα­θε­δρι­κὸς να­ός, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (1980). Ἐ­ξέ­δω­σε δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (­λη­θι­νὴ ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες [2007] καὶ ­στεῖ­ο [2012] καὶ συ­νυ­πέ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο ἑ­νὸς κό­μικ (Τὸ πτῶ­μα, 2011). Με­τέ­φρα­σε τοὺς Τρι­λο­βί­τες τοῦ Breece Pancake (2015) καὶ τὸ ­με­ρο­λό­γιο προ­σευ­χῆς τῆς Flannery O’Connor (2015).

***

Δραματοποίηση:

Σκηνοθεσία: Luke Malone

Παίζουν: Sarah Hunt καὶ Robert Rios


Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar): Ἡ καθημερινὴ ἐφημερίδα καθημερινά


Cortazar,Julio-IKathimeriniEfimeridaKathimerina-Eikona-01


Χού­λιο Κορ­τά­σαρ (J­u­l­io C­o­r­t­á­z­ar)


Ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ ἐ­φη­με­ρί­δα κα­θη­με­ρι­νά

(El diario a diario)


04-KappaΑΠΟΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ, ἀ­φοῦ ἀ­γο­ρά­σει τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ τὴν βά­λει πα­ρα­μά­σχα­λα, παίρ­νει τὸ τράμ. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα κα­τε­βαί­νει ἔ­χον­τας ἀ­κό­μα πα­ρα­μά­σχα­λα τὴν ἴ­δια ἐ­φη­με­ρί­δα.

       Ἀλ­λὰ πιὰ δὲν εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἐ­φη­με­ρί­δα, τώ­ρα εἶ­ναι ἕ­νας σω­ρὸς ἀ­πὸ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιὰ ποὺ ὁ κύ­ριος ἀ­φή­νει σ’ ἕ­να παγ­κά­κι τῆς πλα­τεί­ας.

       Μό­λις ὁ σω­ρὸς ἀ­π’ τὰ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιὰ ἀ­πο­μεί­νει μό­νος στὸ παγ­κά­κι, με­τα­τρέ­πε­ται καὶ πά­λι σὲ ἐ­φη­με­ρί­δα, μέ­χρι ποὺ ἕ­νας νε­α­ρὸς τὴ βλέ­πει, τὴ δι­α­βά­ζει καὶ τὴν ἀ­φή­νει με­ταλ­λαγ­μέ­νη σ’ ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιά.

       Μό­λις ὁ σω­ρὸς ἀ­πὸ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιὰ ἀ­πο­μεί­νει, μό­νος στὸ παγ­κά­κι, με­τα­τρέ­πε­ται καὶ πά­λι σὲ ἐ­φη­με­ρί­δα, μέ­χρι ποὺ τὴ βρί­σκει μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α, τὴ δι­α­βά­ζει καὶ τὴν ἀ­φή­νει με­ταλ­λαγ­μέ­νη σ’ ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ τυ­πω­μέ­να χαρ­τιά. Ὕ­στε­ρα τὴν παίρ­νει σπί­τι της καὶ στὸ δρό­μο τὴ χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιὰ νὰ τυ­λί­ξει μι­σὸ κι­λὸ ρα­δί­κια. Σ’ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς χρη­σι­μεύ­ουν οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες με­τὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς ἐκ­θαμ­βω­τι­κὲς με­τα­μορ­φώ­σεις.



Δραματοποίηση:



Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ  Ἱ­στο­ρί­ες τῶν Κρ­ονό­πιο καὶ τῶν Φά­μα (β΄ ἔκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1983. Πρωτότυπο: Hi­sto­ri­as de Cro­no­pios y de Fa­mas, 1962).

J­u­l­io C­o­r­t­á­z­ar (Βρυ­ξέλ­λες, 1914-Πα­ρί­σι, 1984). Μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἀ­πὸ τὸ 1952 ἐρ­γα­ζό­ταν στὴν ΟΥ­ΝΕ­ΣΚΟ ὡς με­τα­φρα­στής. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ P­r­e­s­e­n­c­ia (1940).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἑλένη Χαρατσῆ. Με­τά­φρα­ση. Ἄλλες ἐρ­γα­σί­ες της: Luis Se­púl­ve­da, Ὁ κό­σμος τοῡ τέ­λους τοῦ κόσμου (ἐκδ. Opera, 1969), Ga­stón Ba­que­ro, Λέ­ξεις γραμ­­μέ­νες στὴν ἄμ­μο ἀ­πό ἕ­ναν ἀθῶο (ἐκδ. Μικρὴ Ἄρκτος, 2001), To­más Se­go­via, 14+1 ποιήματα (ἐκδ. Ἀπόπειρα, 2010) κ.ἄ.

Χουὰν Μπὸς (Juan Bosch): Ὁ λεκὲς ποὺ δὲ φεύγει


Bosch,Juan-OLekesPouDenFeygei-Eikona-01


Χου­ὰν Μπός (Juan Bosch)


Ὁ λε­κὲς ποὺ δὲ φεύ­γει

(La mancha indeleble)


06-OmikronΛΟΙ ΟΣΟΙ ΕΙΧΑΝ ΠΕΡΑΣΕΙ τὸ κα­τώ­φλι τῆς πόρ­τας πρὶν ἀ­πὸ μέ­να, εἶ­χαν πα­ρα­δώ­σει τὰ κε­φά­λια τους κι ἐ­γὼ τὰ ἔ­βλε­πα το­πο­θε­τη­μέ­να σὲ μιὰ με­γά­λη σει­ρὰ ἀ­πὸ προ­θῆ­κες ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σαν στὸν μπρο­στι­νὸ τοῖ­χο. Δὲν θὰ ἔμ­παι­νε μᾶλ­λον σ’ αὐ­τὲς τὶς προ­θῆ­κες μο­λυ­σμέ­νος ἀ­έ­ρας, κα­θὼς τὰ κε­φά­λια δι­α­τη­ροῦν­ταν σὲ ἐκ­πλη­κτι­κὴ φόρ­μα, σχε­δὸν σὰν νὰ ἦ­ταν ζων­τα­νά, πα­ρό­λο ποὺ τοὺς ἔ­λει­πε ἡ ρο­ὴ τοῦ αἵ­μα­τος κά­τω ἀ­πὸ τὴ σάρ­κα. Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι τὸ θέ­α­μα μοῦ προ­κά­λε­σε ἕ­να φό­βο ἄ­με­σο καὶ ἔν­το­νο. Γιὰ λί­γη ὥ­ρα ἔ­νι­ω­θα νὰ ἔ­χω πα­ρα­λύ­σει ἀ­πὸ τὸν τρό­μο. Ἀλ­λὰ τὸ ση­μαν­τι­κὸ ἦ­ταν ὅ­τι, ἀ­νί­κα­νος νὰ σκε­φτῶ καὶ νὰ ἐ­νερ­γή­σω, βρι­σκό­μουν ἐ­κεῖ: εἶ­χα πε­ρά­σει τὸ κα­τώ­φλι καὶ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­δώ­σω τὸ κε­φά­λι μου. Κα­νεὶς δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ γλι­τώ­σει ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ μα­κά­βρια ἐμ­πει­ρί­α.

       Ἡ κα­τά­στα­ση ἦ­ταν πράγ­μα­τι τρο­μα­κτι­κή. Ἔ­μοια­ζε νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει ἀ­πό­στα­ση ἀ­νά­με­σα στὴ ζω­ὴ ποὺ εἶ­χα ἀ­φή­σει πί­σω, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τῆς πόρ­τας, καὶ σὲ αὐ­τὴ ποὺ ἔ­μελ­λε νὰ ἀρ­χί­σω τὴ στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­πό­στα­ση θά ‘­ταν τρί­α μέ­τρα, ἴ­σως τέσ­σε­ρα.

       Πα­ρό­λα αὐ­τά, αὐ­τὸ ποὺ ἔ­βλε­πα φα­νέ­ρω­νε ὅ­τι ὁ δι­α­χω­ρι­σμὸς ἀ­νά­με­σα σὲ ὅ,τι ὑ­πῆρ­ξα καὶ σὲ αὐ­τὸ ποὺ θὰ γι­νό­μουν δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ με­τρη­θεῖ μὲ ἀν­θρώ­πι­νους ὅ­ρους.

       — Πα­ρα­δῶ­στε τὸ κε­φά­λι σας – εἶ­πε μιὰ φω­νὴ μει­λί­χια.

       — Το δι­κό μου; – ρώ­τη­σα, μὲ τό­σο φό­βο, ποὺ μὲ δυ­σκο­λί­α ἄ­κου­γα τὸν ἴ­διο μου τὸν ἑ­αυ­τό.

       — Φυ­σι­κά – Ποια­νοῦ ἄλ­λου;

       Πα­ρό­τι δὲν ἦ­ταν αὐ­ταρ­χι­κή, ἡ φω­νὴ γέ­μι­ζε ὅ­λη τὴ σά­λα καὶ ἀν­τη­χοῦ­σε ἀ­νά­με­σα στοὺς τοί­χους, ποὺ ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νοι μὲ πο­λυ­τε­λεῖς τα­πι­σε­ρί. Ἐ­γὼ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω ἀ­πὸ ποῦ ἐρ­χό­ταν. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ὅ,τι ἔ­βλε­πα, κά­ποι­α στιγ­μή, μι­λοῦ­σε: τὸ ἀ­σπρό­μαυ­ρο μαρ­μά­ρι­νο πά­τω­μα, τὸ κόκ­κι­νο χα­λὶ ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴ σκά­λα κι ἔ­φτα­νε μέ­χρι τὸ με­γά­λο τρα­πέ­ζι τῆς αἴ­θου­σας ὑ­πο­δο­χῆς, καὶ τὸ πα­ρό­μοι­ο χα­λὶ πού, περ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο, δι­έ­σχι­ζε ἀ­π’ ἄ­κρη σὲ ἄ­κρη τὸ χῶ­ρο· οἱ με­γά­λες κε­ρα­μι­κὲς κο­λῶ­νες, τὸ γεῖ­σο μὲ τοὺς ἐ­πί­χρυ­σους κύ­βους, οἱ δυ­ὸ τε­ρά­στιοι πο­λυ­έ­λαι­οι ἀ­πὸ κρύ­σταλ­λο Βο­η­μί­ας. Τὸ μό­νο ποὺ ἤ­ξε­ρα μὲ σι­γου­ριὰ ἦ­ταν ὅ­τι κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­μέ­τρη­τα κε­φά­λια δὲν εἶ­χε βγά­λει τὸν πα­ρα­μι­κρὸ ἦ­χο.

       Ἐ­πι­θυ­μών­τας, ἴ­σως ὑ­πο­συ­νεί­δη­τα, νὰ κερ­δί­σω χρό­νο, ρώ­τη­σα:

       — Και πῶς θὰ τὸ βγά­λω;

      — Πιά­στε το γε­ρὰ μὲ τὰ δύο χέ­ρια, στη­ρί­ζον­τας τοὺς ἀν­τί­χει­ρες στὶς ἐ­σο­χὲς τοῦ σα­γο­νιοῦ· τρα­βῆξ­τε πρὸς τὰ πά­νω καὶ θὰ δεῖ­τε πό­σο εὔ­κο­λα θὰ βγεῖ. Στὴ συ­νέ­χεια το­πο­θε­τῆ­στε το πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι.

       Ἂν ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἐ­φιά­λτη, θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ δώ­σω ἐ­ξή­γη­ση τῆς δι­α­τα­γῆς αὐ­τῆς καὶ τῆς κα­τά­στα­σής μου. Ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν ἐ­φιά­λτης. Μοῦ συ­νέ­βαι­νε σὲ κα­τά­στα­ση πλή­ρους δια­ύγειας, ἐ­νῶ βρι­σκό­μουν ὄρ­θιος καὶ μό­νος στὸ μέ­σο μιᾶς πο­λυ­τε­λοῦς σά­λας. Δὲν φαι­νό­ταν κα­μί­α κα­ρέ­κλα καί, κα­θὼς ἔ­τρε­μα ἀ­πὸ πά­νω ὣς κά­τω ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ νε­κρι­κοῦ πα­γε­τοῦ ποὺ εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὶς φλέ­βες μου, εἶ­χα ἀ­νάγ­κη νὰ κα­θί­σω ἢ νὰ πια­στῶ ἀ­πὸ κά­τι. Τε­λι­κὰ ἀ­κούμ­πη­σα τὰ δυ­ό μου χέ­ρια στὸ τρα­πέ­ζι.

       — Δεν ἀ­κού­σα­τε ἢ δὲν κα­τα­λά­βα­τε; – εἶ­πε ἡ φω­νή.

       Εἶ­πα ἤ­δη ὅ­τι ἡ φω­νὴ δὲν ἦ­ταν αὐ­ταρ­χι­κή, ἀλ­λὰ ἁ­πα­λή. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ νὰ μοῦ φαι­νό­ταν τό­σο τρο­με­ρή. Εἶ­ναι τρο­μα­κτι­κὸ νὰ ἀ­κού­ει κα­νεὶς τὴ δι­α­τα­γὴ νὰ βγά­λει τὸ κε­φά­λι του μὲ τό­νο φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ κι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τό­νο ἤ­ρε­μο. Ἤ­μουν σί­γου­ρος ὅ­τι ὁ κύ­ριος τῆς φω­νῆς εἶ­χε ἐ­πα­να­λά­βει τό­σες φο­ρὲς αὐ­τὴ τὴ δι­α­τα­γή, ποὺ πιὰ δὲν ἔ­δι­νε κα­μί­α βα­ρύ­τη­τα σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­λε­γε.

       Τε­λι­κὰ κα­τά­φε­ρα νὰ μι­λή­σω.

       — Μά­λι­στα, καὶ ἄ­κου­σα καὶ κα­τά­λα­βα – εἶ­πα. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ τὸ κε­φά­λι μου τό­σο ἁ­πλά. Δῶ­στε μου λί­γο χρό­νο νὰ τὸ σκε­φτῶ. Κα­τα­λά­βε­τε ὅ­τι εἶ­ναι γε­μά­το μὲ τὶς ἰ­δέ­ες μου, μὲ τὶς ἀ­να­μνή­σεις μου. Εἶ­ναι ἡ σύ­νο­ψη τῆς ἴ­διας μου τῆς ζω­ῆς. Ἐ­κτὸς αὐ­τοῦ, ἂν μεί­νω χω­ρὶς αὐ­τό, μὲ τί θὰ σκέ­φτο­μαι;

       Τὰ λό­για αὐ­τὰ δὲν μοῦ βγῆ­καν μιὰ κι ἔ­ξω. Πνι­γό­μουν. Δυ­ὸ φο­ρὲς χρει­ά­στη­κε νὰ στα­μα­τή­σω, γιὰ νὰ πά­ρω ἀ­νά­σα. Σώ­πα­σα καὶ μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ἡ φω­νὴ ἔ­βγα­λε ἕ­να ἁ­πα­λὸ γρύ­λι­σμα, σὰν γέ­λιο κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κό.

       — Ἐ­δῶ δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ σκέ­φτε­στε. Θὰ σκε­φτό­μα­στε ἐ­μεῖς γιὰ λο­γα­ρια­σμό σας. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὶς ἀ­να­μνή­σεις, δὲν τὶς χρει­ά­ζε­στε πλέ­ον: θὰ ξε­κι­νή­σε­τε μιὰ και­νούρ­για ζω­ή.

       — Μια ζω­ὴ ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό μου, τὶς ἰ­δέ­ες, τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά μου; – ρώ­τη­σα.

       Ἐν­στι­κτω­δῶς κοί­τα­ξα πρὸς τὴν πόρ­τα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χα μπεῖ. Ἦ­ταν κλει­στή. Γύ­ρι­σα τὰ μά­τια μου στὰ δυ­ὸ ἄ­κρα τῆς με­γά­λης σά­λας. Ὑ­πῆρ­χαν πόρ­τες καὶ σὲ αὐ­τὰ τὰ ἄ­κρα, ὅ­μως κα­μί­α δὲν ἦ­ταν ἀ­νοι­χτή.

       Ὁ χῶ­ρος ἦ­ταν με­γά­λος καὶ ψη­λο­τά­βα­νος, κά­τι ποὺ μὲ ἔ­κα­νε νὰ αἰ­σθαν­θῶ τό­σο ἀ­βο­ή­θη­τος, ὅ­σο ἕ­να παι­δὶ χα­μέ­νο στὴ με­γα­λού­πο­λη. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­να ση­μεῖ­ο ζω­ῆς. Βρι­σκό­μουν μό­νος σ’ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πι­βλη­τι­κὴ αἴ­θου­σα.

       Ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα: ἤ­μα­σταν ἐ­κεῖ ἡ φω­νὴ κι ἐ­γώ. Ἀλ­λὰ ἡ φω­νὴ δὲν ἦ­ταν ἀν­θρώ­πι­νη, δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ τὴ συν­δυά­σεις μὲ ἕ­να ὂν ποὺ εἶ­χε σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι χι­λιά­δες μά­τια κα­κά, χω­ρὶς ζω­ή, μὲ κοι­τοῦ­σαν ἀ­πὸ τοὺς τοί­χους καὶ ὅ­τι ἑ­κα­τομ­μύ­ρια μι­κρο­σκο­πι­κὲς καὶ ἀ­ό­ρα­τες ὀν­τό­τη­τες πα­ρα­μό­νευ­αν τὴ σκέ­ψη μου.

       — Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, μὴ σπα­τα­λᾶ­τε τὸν χρό­νο μας, ἔ­χουν κι ἄλ­λοι σει­ρὰ – εἶ­πε ἡ φω­νή.

       Δὲν μοῦ εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ ἐ­ξη­γή­σω τὸ τί σή­μα­ναν αὐ­τὰ τὰ λό­για γιὰ ἐ­μέ­να. Ἔ­νιω­σα πὼς κά­ποι­ος ἐ­πρό­κει­το νὰ μπεῖ, πὼς δὲν θὰ ἤ­μουν μό­νος πιά, καὶ γύ­ρι­σα τὸ βλέμ­μα πρὸς τὴν πόρ­τα. Δὲν εἶ­χα κά­νει λά­θος: ἕ­να χέ­ρι κρα­τοῦ­σε τὴν ἄ­κρη τοῦ γυαλι­στε­ροῦ ξύ­λι­νου φύλ­λου καὶ τὸ ἔ­σπρω­χνε πρὸς τὰ μέ­σα, κι ἕ­να πό­δι στε­κό­ταν στὸ κα­τώ­φλι. Ἀ­πὸ τὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας φαι­νό­ταν πὼς ἔ­ξω τὸ φῶς ἦ­ταν λι­γο­στό. Χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α ἦ­ταν ἡ ἀ­να­πο­φά­σι­στη ἐ­κεί­νη στιγ­μὴ με­τα­ξὺ τῆς ἡ­μέ­ρας ποὺ πε­θαί­νει καὶ τῆς τε­λευ­ταί­ας ὥ­ρας ποὺ δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μα φτά­σει στὸ τέ­λος της.

       Μέ­σα στὸν φό­βο μου ἀν­τέ­δρα­σα σὰν αὐ­τό­μα­το. Ρί­χτη­κα μὲ βί­α πρὸς τὴν πόρ­τα, ἔ­σπρω­ξα αὐ­τὸν ποὺ ἔμ­παι­νε καὶ πε­τά­χτη­κα ἔ­ξω στὸν δρό­μο. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς με­ρι­κοὶ θο­ρυ­βή­θη­καν βλέ­πον­τάς με νὰ τρέ­χω· ἴ­σως νὰ σκέ­φτη­καν ὅ­τι εἶ­χα κλέ­ψει ἢ ὅ­τι μὲ εἶ­χαν πιά­σει στὰ πρά­σα νὰ κλέ­βω. Κα­τα­λά­βαι­να πὼς τὸ πρό­σω­πό μου ἦ­ταν ὠ­χρό, τὰ μά­τια μου εἶ­χαν πε­τα­χτεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς κό­γχες τους καὶ ἂν ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ κον­τὰ κα­νέ­νας ἀ­στυ­νο­μι­κός, σί­γου­ρα θὰ μὲ κυ­νη­γοῦ­σε. Ὅ­πως καὶ νὰ εἶ­χε, δὲν μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε. Ἡ ἀ­νάγ­κη μου γιὰ φυ­γὴ ἦ­ταν ἀ­δή­ρι­τη κι ἔ­τρε­χα σὰν τρε­λός.

       Γιὰ μί­α ἑ­βδο­μά­δα δὲν τολ­μοῦ­σα νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Μέ­ρα καὶ νύ­χτα ἄ­κου­γα τὴ φω­νὴ κι ἔ­βλε­πα παν­τοῦ τὰ χι­λιά­δες μά­τια δί­χως ζω­ὴ καὶ τὶς ἑ­κα­τον­τά­δες ἀ­σώ­μα­των κε­φα­λῶν. Ὅ­μως τὴν ὄ­γδο­η νύ­χτα, λυ­τρω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ φό­βο μου, τόλ­μη­σα νὰ πάω μέ­χρι τὴ γω­νί­α, σ’ ἕ­να κα­φε­νεῖ­ο τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας, γε­μά­το πάν­το­τε μὲ πε­ρί­ερ­γους θα­μῶ­νες. Δί­πλα στὸ τρα­πε­ζά­κι μου ὑ­πῆρ­χε ἕ­να ἄλ­λο, ἄ­δει­ο. Λί­γη ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα, κά­θι­σαν σὲ αὐ­τὸ δυ­ὸ ἄν­τρες. Ὁ ἕ­νας εἶ­χε σκο­τει­νὰ μά­τια· μοῦ ἔ­ρι­ξε ἕ­να ἔν­το­νο βλέμ­μα καὶ κα­τό­πιν εἶ­πε στὸν ἄλ­λο:

       — Αὐ­τός ἦ­ταν ποὺ τὸ ἔ­σκα­σε, ἀ­φοῦ…

       Ἐ­γὼ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἔ­πι­να ἕ­να φλιτ­ζά­νι κα­φέ. Τὰ χέ­ρια μου ἄρ­χι­σαν νὰ τρέ­μουν τό­σο βί­αι­α, ποὺ λί­γο ἀ­πὸ τὸ ρό­φη­μα χύ­θη­κε στὸ που­κά­μι­σό μου.

       Τὸ κα­κὸ μὲ ἐ­μέ­να εἶ­ναι ὅ­τι δὲν ἔ­χω ἄλ­λο που­κά­μι­σο οὔ­τε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­κτή­σω και­νούρ­γιο. Ὅ­σο πα­σχί­ζω νὰ ἐ­ξα­φα­νί­σω τὸν λε­κέ, ἀ­κού­ω ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὰ τε­λευ­ταῖα λό­για τοῦ ἄν­τρα μὲ τὰ σκο­τει­νὰ μά­τια:

       — Α­φοῦ εἶ­χε ἤ­δη ἐγ­γρα­φεῖ.

       Ἀ­πὸ τὸ φό­βο μὲ λού­ζει κρύ­ος ἱ­δρώ­τας. Καὶ γνω­ρί­ζω ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν φό­βο· ὅ­τι θὰ τὸν νι­ώ­θω ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε ἄ­γνω­στο. Βέ­βαι­α ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ἀ­γνο­ῶ ἂν οἱ δυ­ὸ ἄν­τρες ἦ­ταν μέ­λη ἢ ἐ­χθροί τοῦ Κόμ­μα­τος.

       Τώ­ρα βρί­σκο­μαι στὸ σπί­τι μου, προ­σπα­θών­τας νὰ κα­θα­ρί­σω τὸ που­κά­μι­σο. Γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση, χρη­σι­μο­ποί­η­σα σα­πού­νι, βούρ­τσα κι ἕ­να εἰ­δι­κὸ χη­μι­κὸ προ­ϊ­ὸν ποὺ βρῆ­κα στὸ μπά­νιο. Ὁ λε­κὲς δὲν φεύ­γει. Βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ, ἀ­δι­ά­λυ­τος. Ἀν­τι­θέ­τως, μά­λι­στα, μοῦ φαί­νε­ται πὼς σὲ κά­θε προ­σπά­θεια νὰ τὸν σβή­σω, ξε­χω­ρί­ζει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Δρα­μα­το­πο­ίη­ση:

Ταινία μι­κροῦ μή­κους (2009) τοῦ σκηνοθέτη Francisco Montás ποὺ ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὸ Σάντο Ντομίγκο τῆς Δομινικανῆς Δημοκρατίας.


Πη­γή: Biblioteca Digital Ciudad Seva (http://www.ciudadseva.com/). Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Cuentos escritos en el exilio (1962). Στὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ βα­σί­στη­κε τὸ 2009 ὁ Francisco Montás, γιὰ νὰ γυ­ρί­σει μιὰ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους μὲ τὸν ὁ­μώ­νυ­μο τίτ­λο.

Χου­ν Μπὸς (Juan Bosch) (Λὰ Βέ­γα 1909– Ἅ­γιος Δο­μή­νι­κος 2001): Δο­μη­νι­κα­νὸς πο­λι­τι­κὸς καὶ συγ­γρα­φέ­ας. Ὅ­ταν ὁ Τρου­χίλ­λο πῆ­ρε τὴν ἐ­ξου­σί­α τὸ 1930, ὁ Χου­ὰν Μπὸς κα­τη­γο­ρή­θη­κε γιὰ ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τοῦ κα­θε­στῶ­τος καὶ φυ­λα­κί­στη­κε. Τὸ 1937 ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴ Δο­μη­νι­κα­νὴ Δη­μο­κρα­τί­α καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Που­έρ­το Ρί­κο. Ἐ­κεῖ μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ἐ­ξό­ρι­στους ἵ­δρυ­σε τὸ Ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ Δο­μη­νι­κα­νὸ Κόμ­μα, ἐ­νάν­τια στὴ δρά­ση τοῦ Τρου­χίλ­λο. Τὸ 1961, με­τὰ τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ τε­λευ­ταί­ου, ὁ Μπὸς ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ χώ­ρα του καὶ τὸ 1962 ἔ­γι­νε Πρό­ε­δρος τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας. Μὲ τὴ στή­ρι­ξη τοῦ Κομ­μου­νι­στι­κοῦ Κόμ­μα­τος προ­χώ­ρη­σε σὲ πολ­λὲς με­ταρ­ρυθ­μί­σεις, ἑ­πτὰ ὅ­μως μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα οἱ ΗΠΑ μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τὸν ἀ­πο­μά­κρυ­ναν ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξου­σί­α. Προ­σπά­θη­σε ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως νὰ πά­ρει κά­ποι­ο ἀ­ξί­ω­μα, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὑ­πῆρ­ξε λά­τρης τῶν γραμ­μά­των καὶ ξε­χώ­ρι­σε γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του, πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε στὴν ἐ­ξο­ρί­α, κα­θὼς καὶ γιὰ τὴ νου­βέ­λα του La manosa (1936).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου (Ἀ­θή­να (1986). Σπου­δά­ζει Νο­μι­κά. Εἶ­ναι μό­νι­μη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Πε­ρὶ Τή­νου. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νέ­α Εὐ­θύ­νη καὶ Τὸ Δέν­τρο.



		

	

Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος: Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸς προ­σα­να­το­λι­σμός

.

Palaiologos,Konstantinos-EpaggelmatikosProsanatolismos-Eikona-01

.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

 

Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸς προ­σα­να­το­λι­σμός

.

02-KappaΑΘΕ ΠΡΩΙ, σκύ­βει πά­νω ἀ­πὸ τοὺς κά­δους τῶν σκου­πι­διῶν ποὺ εἶ­ναι ἀ­ρα­δι­α­σμέ­νοι στὴ σει­ρὰ μπρο­στὰ στὸ πο­λυ­τε­λὲς ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Ἀ­τά­ρα­χη —ἀ­φοῦ δὲν φαί­νε­ται νὰ τὴν ἐ­νο­χλοῦν τὰ ἀ­πο­ρη­μέ­να ἕ­ως πε­ρι­φρο­νη­τι­κὰ βλέμ­μα­τα τῶν πε­ρα­στι­κῶν— ἀ­να­ζη­τά­ει πράγ­μα­τα ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ που­λή­σει γιὰ νὰ βγά­λει κα­νέ­να φράγ­κο: ἄ­δεια μπου­κά­λια, ξε­χαρ­βα­λω­μέ­να παι­χνί­δια, ροῦ­χα, βι­βλί­α… Χτές, σ’ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς κά­δους, βρῆ­κε ἕ­να φου­σκω­μέ­νο πορ­το­φό­λι ἀ­πὸ δέρ­μα κρο­κο­δεί­λου. Δὲν μπῆ­κε κὰν στὸν κό­πο νὰ τὸ ἀ­νοί­ξει. Δὲν νι­ώ­θει ἕ­τοι­μη γιὰ ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γές.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

.

Δραματοποίηση:

.

.

Μικροῦ μήκους ταινία στὸ πλαίσιο ἐργασίας ἑξαμήνου σχολῆς κινηματογράφου.

Ἄστεγη: Μαριάννα Μητροπούλου.

Σενάριο-Σκηνοθεσία: Ἀγγελικὴ Σπηλιωτοπούλου.

Dop κάμερα: Ἑλένη Καρμίρη.

Ἐνδυματολόγος-Σκηνογράφος: Εὔα Γαϊτανίδου.

Ἐκτέλεση παραγωγῆς: Noisystamp Productions.

.

.

Κάρλος Ἀλμίρα (Carlos Almira): Ἡ ἐπιστολή

.


.

Κάρ­λος Ἀλ­μί­ρα (Carlos Almira)

 .

Ἡ ἐ­πι­στο­λή

(La carta)

 .

05-Taph-608px-Barcley_custom_corsetsTΕΛΙΚΑ ὅ­λα ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λα ἀ­π’ ὅ,τι πε­ρί­με­να. Ἔ­βα­λα τὴν ἐ­πι­στο­λὴ στὴν τσέ­πη μου δί­χως νὰ τὴν ἀ­νοί­ξω, τὰ προ­σω­πι­κά μου ἀν­τι­κεί­με­να σὲ μιὰ τσάν­τα καὶ κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ ἀ­σαν­σέρ.

       Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σω τὸ γρα­φεῖ­ο: αὐ­τὸ τὸ τοῦ­νελ ἀ­πὸ συμ­πο­νε­τι­κὰ βλέμ­μα­τα, ἀ­πὸ σπλα­χνι­κὴ σι­ω­πή, δί­χως νὰ σκύ­ψω τὸ κε­φά­λι, σὰν νὰ μὴν τρέ­χει τί­πο­τα.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Fuego enemigo, Nowelution, 2010

Κάρ­λος Ἀλ­μί­ρα (Carlos Almira) (Κα­στε­γιόν, 1965). Ἰ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Jesua (2005).

Κων­σταν­τ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἱ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Ἡ ἀγάπη τους δὲν ἦταν ἁπλὸ πράγμα

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

ἀγάπη τους δὲν ἦταν ἁπλὸ πράγμα

(Su amor no era sencillo)

 

ΟΥΣ ΣΥΝΕΛΑΒΑΝ γιὰ προ­σβο­λὴ τῆς δη­μο­σί­ας αἰ­δοῦς. Κα­νεὶς δὲν πί­στε­ψε τὸν ἄν­τρα καὶ τὴν γυ­ναί­κα ὅ­ταν αὐ­τοὶ προ­σπά­θη­σαν νὰ δώ­σουν ἐ­ξη­γή­σεις. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­γά­πη τους δὲν ἦ­ταν ἁ­πλὸ πράγ­μα. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ κλει­στο­φο­βί­α καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ ἀ­γο­ρα­φο­βί­α. Ἦ­ταν γι’ αὐ­τὸ ποὺ συ­νου­σι­ά­ζον­ταν στὰ κα­τώ­φλια.

 

Δρα­μα­το­ποί­η­ση:

  

 

Πη­γή: Despistes y franquezas (Ἀ­προ­σε­ξί­ες καὶ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις, 1989).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

 

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов): Τὸ παραξήλωσε

 

 

 

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов)

 

Τὸ παραξήλωσε

(Пересолил)

 

ΤΟ­ΠΟ­ΓΡΑ­ΦΟΣ Γκλὲμπ Γκα­βρί­λο­βιτς Σμιρ­νὸφ ἔ­φθα­σε στὸ σταθ­μὸ «Γκνι­λού­σκι». Μέ­χρι τὸ ἀ­γρό­κτη­μα, ὅ­που τὸν εἶ­χαν κα­λέ­σει γιὰ ὁ­ρι­ο­θέ­τη­ση, ἔ­με­ναν ἀ­κό­μα νὰ δι­α­νύ­σει τριά­ντα μὲ σα­ράν­τα βέρ­τσια. (Ἂν ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν εἶ­ναι πι­ω­μέ­νος καὶ δὲν ἔ­χει ψω­ρά­λο­γα, τό­τε τριά­ντα βέρ­τσια μπο­ρεῖ νὰ τὰ κά­νει, κι ἐ­φό­σον ὁ ἁ­μα­ξὰς ἔ­χει γρή­γο­ρα ἄ­λο­γα τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πιά­σει κα­τευ­θεί­αν καὶ τὰ πε­νήν­τα).

       — Πεῖ­τε μου, πα­ρα­κα­λῶ, ποῦ μπο­ρῶ νὰ βρῶ ἐ­δῶ κον­τὰ τα­χυ­δρο­μι­κὰ ἄ­λο­γα; εἶ­πε ὁ το­πο­γρά­φος, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸν χω­ρο­φύ­λα­κα τοῦ σταθ­μοῦ.

       — Τί; Τα­χυ­δρο­μι­κά; Ἐ­δῶ γιὰ ἑ­κα­τὸ βέρ­τσια δρό­μο δὲν ἀ­κοῦς οὔ­τε σκυ­λί, ὄ­χι τα­χυ­δρο­μι­κά… Καὶ σεῖς ποῦ θέ­λε­τε νὰ πᾶ­τε;

       — Στὸ Δέφ­κι­νο, στὰ κτή­μα­τα τοῦ στρα­τη­γοῦ Χα­χό­τοφ.

       — Λοι­πόν; χα­σμου­ρή­θη­κε ὁ χω­ρο­φύ­λα­κας. Πη­γαί­νε­τε μέ­χρι τὸ σταθ­μό, ἐ­κεῖ στὴν πόρ­τα συ­χνὰ βρί­σκον­ται χω­ρι­κοί, με­τα­φέ­ρουν τα­ξι­δι­ῶ­τες.

       Ὁ το­πο­γρά­φος ξε­φύ­ση­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ βα­δί­ζει πρὸς τὸν σταθ­μό. Ἐ­κεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὲς ἀ­να­ζη­τή­σεις, συ­ζη­τή­σεις καὶ δι­σταγ­μούς, βρῆ­κε ἕ­ναν ρω­μα­λέ­ο χω­ρι­κό, κα­τσού­φη, βλο­γι­ο­κομ­μέ­νο, ντυ­μέ­νο μὲ ἕ­να κου­ρε­λια­σμέ­νο τσό­χι­νο κα­φτά­νι καὶ πλε­χτὰ χορ­το­πά­που­τσα.

       Ὁ δι­ά­ο­λος ξέ­ρει τί σό­ι κά­ρο ἔ­χει! Συ­νο­φρυ­ώ­θη­κε ὁ το­πο­γρά­φος, σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο. Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις ποῦ εἶ­ναι τὸ πί­σω καὶ τὸ μπρός…

       — Μὰ τί νὰ κα­τα­λά­βεις; Ὅ­που εἶ­ναι ἡ οὐ­ρὰ εἶ­ναι καὶ τὸ μπρός, καὶ ἐ­κεῖ ποὺ κά­θε­ται ἡ εὐ­γέ­νειά σας εἶ­ναι τὸ πί­σω…

       Τὸ που­λα­ρά­κι ἦ­ταν λι­πό­σαρ­κο, μὲ ἁ­πλω­τὰ πό­δια καὶ φα­γω­μέ­να αὐ­τιά. Ὅ­ταν ὁ ἁ­μα­ξὰς ἀ­να­ση­κώ­θη­κε καὶ τὸ χτύ­πη­σε μὲ τὸ σχοι­νέ­νιο μα­στί­γιο, αὐ­τὸ κού­νη­σε μό­νο τὸ κε­φά­λι, ὅ­ταν ἀ­γρί­ε­ψε καὶ τὸ χτύ­πη­σε ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, τό­τε τὸ κά­ρο ἔ­τρι­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει σὰν δαι­μο­νι­σμέ­νο. Με­τὰ τὸ τρί­το χτύ­πη­μα τὸ κά­ρο κύ­λη­σε λί­γο καὶ πιὰ μὲ τὸ τέ­ταρ­το κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του.

       Ἔ­τσι θὰ πᾶ­με ὅ­λο τὸ δρό­μο; ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, νι­ώ­θον­τας τὸ δυ­να­τὸ τράν­ταγ­μα καὶ πα­ρα­μέ­νον­τας ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τῶν Ρώ­σων ἁ­μα­ξά­δων νὰ κά­νουν, μὲ μιὰ ἤ­ρε­μη χε­λω­νί­σια δι­α­δρο­μή, τὴν ψυ­χὴ νὰ ξε­βι­δώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ τράν­ταγ­μα.

       Θά-α-α φτά­σου­με! – τὸν κα­θη­σύ­χα­σε ὁ ἁ­μα­ξάς. Ἡ φο­ρά­δα εἶ­ναι νέ­α, ἔ­ξυ­πνη…Ἄσ’ τὴν μό­νο νὰ πά­ρει φό­ρα καὶ με­τὰ δὲν στα­μα­τά­ει… Ἄιν­τε, κα­τα­ρα­μέ…νη!

       Ὅ­ταν τὸ κά­ρο βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸν σταθ­μό, ἦ­ταν σού­ρου­πο. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ το­πο­γρά­φου ἁ­πλω­νό­ταν ἡ πε­διά­δα, σκο­τει­νή, πα­γω­μέ­νη, χω­ρὶς τέ­λος καὶ ἄ­κρη… (Δι­α­σχί­ζον­τάς την εἶ­ναι σὰν νὰ ξε­κι­νᾶς γιὰ τοῦ δι­α­ό­λου τὴ μά­να.) Στὸν ὁ­ρί­ζον­τα, ἐ­κεῖ ποὺ χα­νό­ταν καὶ ἑ­νω­νό­ταν μὲ τὸν οὐ­ρα­νό, ἔ­σβη­νε νω­χε­λι­κὰ τὸ κρύ­ο φθι­νο­πω­ρι­νὸ σού­ρου­πο… Ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸν δρό­μο, στὸν σκο­τει­νι­α­σμέ­νο ἀ­έ­ρα ξε­χώ­ρι­ζαν κά­ποι­α βου­να­λά­κια, ὄ­χι σὰν περ­σι­νὲς θη­μω­νι­ές, οὔ­τε σὰν χω­ριό. Τί ἦ­ταν μπρο­στὰ στὸ χω­ρά­φι δὲν ἔ­βλε­πε ὁ το­πο­γρά­φος, ἐ­πει­δὴ ἀπ΄ αὐ­τὴ τὴν πλευ­ρὰ ὅ­λο τὸ ὀ­πτι­κὸ πε­δί­ο τὸ κά­λυ­πτε ἡ φαρ­διά, ἄ­γαρ­μπη πλά­τη τοῦ ἁ­μα­ξᾶ. Ἦ­ταν ἥ­συ­χα, ἀλ­λὰ κρύ­α καὶ πα­γω­μέ­να.

       «Τί ἐ­ρη­μιὰ εἶ­ναι αὐ­τή! (σκε­φτό­ταν ὁ το­πο­γρά­φος, προ­σπα­θών­τας νὰ προ­στα­τεύ­σει τὰ αὐ­τιά του μὲ τὸ για­κὰ τοῦ μαν­δύα) παν­τοῦ ἐ­ρη­μιά!» Ἂν τοῦ ἐ­πι­τε­θοῦν ξαφ­νι­κὰ καὶ τὸν λη­στέ­ψουν; Δὲν ξέ­ρει κα­νεὶς ἂν θὰ εἶ­ναι ἀ­πὸ πυ­ρο­βό­λο!­.. Καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς εἶ­ναι ἀ­να­ξι­ό­πι­στος… Γιὰ δές τον, τί πλα­τά­ρα! Αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ τῆς φύ­σης καὶ δά­χτυ­λο νὰ κου­νή­σει, ἡ ψυ­χή σου πά­ει στὴν Κού­λου­ρη! Καὶ ἡ μού­ρη του εἶ­ναι ἄ­γρια, ὕ­πο­πτη.»

      — Ἔ! κα­λέ μου, ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, πῶς σὲ λέ­νε;

      — Ἐ­μέ­να; Κλή­μη.

      — Λοι­πόν, Κλή­μη, πῶς εἶ­ναι ἐ­δῶ; Δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Δὲν γί­νον­ται ἐ­πι­θέ­σεις;

      — Ὄ­χι, μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ… Σὲ ποι­ὸν νὰ κά­νουν ἐ­πι­θέ­σεις;

      — Εἶ­ναι κα­λὸ ποὺ δὲν κά­νουν ἐ­πι­θέ­σεις… Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κὸ ἔ­χω πά­ρει μα­ζί μου τρί­α ρε­βόλ­βερ, εἶ­πε ψέ­μα­τα ὁ το­πο­γρά­φος. Καὶ μὲ τὸ ρε­βόλ­βερ, ξέ­ρεις, δὲν ἀ­στει­εύ­ε­ται κα­νείς. Μὲ δέ­κα λη­στὲς μπο­ρεῖς νὰ τὰ βγά­λεις πέ­ρα…

      Σκο­τει­νιά. Τὸ κά­ρο ξαφ­νι­κὰ ἔ­τρι­ξε, τσί­ρι­ξε, τρε­μού­λια­σε, καί, σὰν ἄ­θε­λά του, ἔ­κα­νε ἀ­ρι­στε­ρά.

      «Ποῦ μὲ πά­ει; σκέ­φτη­κε ὁ το­πο­γρά­φος. Πή­γαι­νε ὅ­λο εὐ­θεία καὶ ξαφ­νι­κὰ ἔ­στρι­ψε ἀ­ρι­στε­ρά. Πι­θα­νὸν νὰ μὲ πη­γαί­νει σὲ κά­ποι­α λόχ­μη ὁ πα­λιάν­θρω­πος, καί… καί… συμ­βαί­νουν τέ­τοια πε­ρι­στα­τι­κά!»

      — Ἄ­κου, ἀ­πευ­θύν­θη­κε στὸν ἁ­μα­ξά. — Ἔ­τσι λές! Ὅ­τι ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Κρί­μα… Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ πα­λεύ­ω μὲ λη­στές… Στὴν ὄ­ψη εἶ­μαι ἀ­δύ­να­τος, ἀρ­ρω­στιά­ρης, ἀλ­λὰ οἱ δυ­νά­μεις μου, λὲς καὶ εἶ­ναι ταύ­ρου… Μιὰ φο­ρὰ μοῦ ἐ­πι­τέ­θη­καν τρεῖς λη­στές… Καὶ τί νο­μί­ζεις; Τὸν ἕ­να τὸν χτύ­πη­σα τό­σο ἄ­σχη­μα, πού… πού, κα­τα­λα­βαί­νεις, πα­ρέ­δω­σε τὴν ψυ­χὴ στὸν Θε­ό, καὶ οἱ ἄλ­λοι δύ­ο ἐ­ξαι­τί­ας μου πῆ­γαν στὰ κά­τερ­γα τῆς Σι­βη­ρί­ας. Καὶ ἀ­πὸ ποῦ παίρ­νω αὐ­τὴ τὴ δύ­να­μη, δὲν ξέ­ρω… Παίρ­νεις τὸ χέ­ρι κά­ποι­ου δυ­να­τοῦ, κά­ποι­ου σὰν καὶ σέ­να, καί… καὶ τὸν χτυ­πᾶς.

      Ὁ Κλή­μης ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν το­πο­γρά­φο, ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο.

      — Ναί, ἀ­δελ­φέ… συ­νέ­χι­σε ὁ το­πο­γρά­φος. Νὰ μὴ δώ­σει ὁ Θε­ὸς νὰ μπλε­χτεῖς μὲ μέ­να. Δὲν φτά­νει ποὺ ὁ λη­στὴς μέ­νει δί­χως χέ­ρια καὶ δί­χως πό­δια, ἀλ­λὰ πρέ­πει καὶ νὰ δι­κα­στεῖ… Σὲ μέ­να ὅ­λοι οἱ δι­κα­στὲς καὶ οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ εἶ­ναι γνω­στοί. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἄν­θρω­πος τοῦ κρά­τους, μὲ χρει­ά­ζον­ται… Τὸ ὅ­τι ἐ­γὼ τα­ξι­δεύ­ω εἶ­ναι γνω­στὸ στὴ δι­οί­κη­ση… καὶ γι΄ αὐ­τὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦν γιὰ νὰ μή μοῦ κά­νει κά­ποι­ος κα­κό. Παν­τοῦ στὸν δρό­μο πί­σω ἀ­πὸ τοὺς θά­μνους εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νὰ ὁρ­μή­σουν ἑ­κα­τον­τά­δες ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τῶν Κο­ζά­κων… Ἄ-α-αλτ! Ἔμ­πη­ξε τὶς φω­νὲς ὁ το­πο­γρά­φος. — Ποῦ βγῆ­κες; Ποῦ μὲ πᾶς;

      — Μὰ τί­πο­τε δὲν βλέ­πε­τε; Εἶ­ναι δά­σος!

      «Ὁ­πωσ­δή­πο­τε εἶ­ναι δά­σος… σκέ­φτη­κε ὁ το­πο­γρά­φος. Μὰ ἐ­γὼ φο­βή­θη­κα! Ὅ­μως δὲν πρέ­πει νὰ τοῦ φα­νε­ρώ­σω τὴν ἀ­νη­συ­χί­α μου… Ἤ­δη πρό­σε­ξε πὼς τρέ­μω. Για­τί μὲ κλε­φτο­κοί­τα­ζε τό­σο συ­χνά; Ἴ­σως σχε­διά­ζει κά­τι… Προ­η­γου­μέ­νως πή­γαι­νε σι­γὰ-σι­γά, βῆ­μα-βῆ­μα, καὶ τώ­ρα γιὰ δές τον, πά­ει σὰν ἀ­στρα­πή!»

      — Ἄ­κου, Κλή­μη, για­τί βιά­ζεις τό­σο τὸ ἄ­λο­γο;

      — Δὲν τὸ βιά­ζω, μό­νο του πῆ­ρε φό­ρα… Καὶ ὅ­ταν παίρ­νει φό­ρα τί­πο­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ στα­μα­τή­σει… Καὶ τὸ ἴ­διο δὲν εἶ­ναι χα­ρού­με­νο μὲ τέ­τοι­α πό­δια ποὺ ἔ­χει.

      — Λὲς ψέ­μα­τα, ἀ­δελ­φέ! Βλέ­πω ὅ­τι λὲς ψέ­μα­τα! Μό­νο σὲ συμ­βου­λεύ­ω νὰ μὴν τρέ­χεις τό­σο γρή­γο­ρα. Κά­νε λί­γο κρά­τει… Ἀ­κοῦς; Κά­νε λί­γο κρά­τει!

      — Για­τί;

      — Ἐ­πει­δή… ἐ­πει­δή, μα­ζί μου ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔρ­θουν τέσ­σε­ρις φί­λοι. Πρέ­πει νὰ μᾶς ἔ­φτα­ναν… Ὑ­πο­σχέ­θη­καν νὰ μὲ προ­λά­βουν σ΄ αὐ­τὸ τὸ δά­σος… Εἶ­ναι ὡ­ραῖ­α νὰ πη­γαί­νεις μα­ζί τους… Εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ὑ­γι­εῖς, γε­ρο­δε­μέ­νοι… ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει πε­ρί­στρο­φο… Για­τί συ­νέ­χεια στρί­βεις πί­σω καὶ κοι­τά­ζεις, σὰν νὰ κά­θε­σαι σὲ βε­λό­νες; Ἔ! Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φέ, ἔ… ἀ­δελ­φέ… Σὲ μέ­να τί­πο­τε δὲν ὑ­πάρ­χει νὰ κοι­τά­ζεις… τί­πο­τε ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ μέ­να… Ἴ­σως μό­νο τὰ ρε­βόλ­βερ… Πα­ρα­κα­λῶ, ἂν θέ­λεις, θὰ σοῦ τὰ δεί­ξω, πα­ρα­κα­λῶ…

      Ὁ το­πο­γρά­φος ἔ­κα­νε ὅ­τι ψα­χου­λεύ­ει τὶς τσέ­πες, καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ συ­νέ­βη κά­τι ποὺ κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ κά­ποι­ον, ὅ­σο δει­λὸς καὶ ἂν ἦ­ταν. Ὁ Κλή­μης ξαφ­νι­κὰ ρί­χτη­κε ἀ­πὸ τὸ κά­ρο καὶ στὰ τέσ­σε­ρα ἔ­τρε­ξε πρὸς τὸ ρου­μά­νι.

     — Βο­ή­θεια! Φώ­να­ξε κλα­ψι­ά­ρι­κα. Βο­ή­θεια! Πάρε, κα­τα­ρα­μέ­νε, καὶ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, μό­νο μὴ μὲ χα­λά­σεις! Βο­ή­θεια!

      Ἀ­κού­στη­καν γρή­γο­ρα βή­μα­τα ποὺ χά­νον­ταν, τριγ­μὸς ξε­ρό­κλα­δων – καὶ τέ­λος σι­ω­πή… Ὁ το­πο­γρά­φος, μὴ πε­ρι­μέ­νον­τας τέ­τοι­α συμ­πε­ρι­φο­ρά, στα­μά­τη­σε πρῶ­τα τὸ ἄ­λο­γο, με­τὰ κά­θι­σε πιὸ βο­λι­κὰ στὸ κά­ρο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ σκέ­φτε­ται.

      «Ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας… ὁ βλά­κας… φο­βή­θη­κε. Καὶ τώ­ρα τί θὰ γί­νει; Μό­νος νὰ προ­χω­ρή­σω δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν, για­τί δὲν ξέ­ρω τοὺς δρό­μους καὶ μπο­ρεῖ νὰ νο­μί­ζουν ὅ­τι ἔ­κλε­ψα τὸ ἄ­λο­γό του… Τί θὰ γί­νει;» — Κλή­μη! Κλή­μη!

     — Κλή­μη!­..  ἀ­πάν­τη­σε ἡ ἠ­χώ.

      Στὴ σκέ­ψη ὅ­τι ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ τὴν πε­ρά­σει κα­θι­σμέ­νος στὸ σκο­τει­νὸ δά­σος, μέ­σα στὸ κρύ­ο, ἀ­κού­γον­τας μό­νο τοὺς λύ­κους καὶ τὴν ἠ­χὼ ἀ­πὸ τὰ ρου­θου­νί­σμα­τα τῆς λι­πό­σαρ­κης φο­ρά­δας τὸν ἔ­πια­σε σύγ­κρυ­ο.

      — Κλη­μού­λη! –φώ­να­ξε. — Κα­λέ μου! Ποῦ εἶ­σαι, Κλη­μού­λη;

      Δυ­ὸ ὧ­ρες φώ­να­ζε ὁ το­πο­γρά­φος, καὶ μό­νο ἀ­φοῦ βρά­χνια­σε καὶ συμ­φι­λι­ώ­θη­κε μὲ τὴ δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σή του στὸ δά­σος, τό­τε τὸ ἐ­λα­φρὸ ἀ­ε­ρά­κι τοῦ ἔ­φε­ρε κά­ποι­ο βογ­κη­τό.

      — Κλή­μη! Ἐ­σὺ εἶ­σαι κα­λέ μου; Πᾶ­με.

      — Θὰ μέ… σκο­τώ­σεις;

      — Ἀ­στει­εύ­τη­κα, κα­λέ μου! Τι­μώ­ρη­σέ με, κύ­ρι­ε, ἀ­στει­εύ­τη­κα! Τί ρε­βόλ­βερ! Ἐ­γὼ εἶ­πα ψέ­μα­τα ἀ­πὸ φό­βο! Κά­νε μου τὴ χά­ρη, πᾶ­με! Πα­γώ­νω!

      Ὁ Κλή­μης συλ­λο­γί­στη­κε ὅ­τι, μᾶλ­λον, ἕ­νας πραγ­μα­τι­κὸς λη­στὴς θὰ εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ πρὸ πολ­λοῦ μὲ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δά­σος καὶ ἀ­να­πο­φά­σι­στα πλη­σί­α­σε τὸν ἐ­πι­βά­τη του.

      — Μὰ ἀ­πὸ τί φο­βή­θη­κες, βλά­κα; Ἐ­γώ… ἐ­γὼ ἀ­στει­ευ­ό­μου­να καὶ σὺ φο­βή­θη­κες… κά­τσε!

   — Ὁ θε­ὸς μα­ζί σου, ἀ­φέν­τη, μουρ­μού­ρι­σε ὁ Κλή­μης σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο. Ἂν τὸ ἤ­ξε­ρα οὔ­τε μὲ ἑ­κα­τὸ ὁ­λό­κλη­ρα δὲν θὰ σὲ πή­γαι­να. Πα­ρα­λί­γο νὰ πε­θά­νω ἀ­π’ τὸν φό­βο…

      Ὁ Κλή­μης μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο. Τὸ κά­ρο τραν­τά­χτη­κε. Ὁ Κλή­μης τὸ ξα­να­μα­στί­γω­σε καὶ τὸ κά­ρο κου­νή­θη­κε. Με­τὰ τὸ τέ­ταρ­το χτύ­πη­μα, ὅ­ταν τὸ κά­ρο κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του, ὁ το­πο­γρά­φος σκέ­πα­σε τ’ αὐ­τιά του μὲ τὸν για­κὰ καὶ βυ­θί­στη­κε σὲ σκέ­ψεις. Ὁ δρό­μος καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν τοῦ φαι­νόν­του­σαν πιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νοι.

 

Δρα­μα­το­πο­ίη­ση: Ρω­σι­κὴ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ μι­κροῦ μή­κους μὲ κι­νού­με­να σχέ­δια (1959). Σκη­νο­θε­σία Βλα­ντί­μιρ Ντι­ά­κτε­ρεφ, σε­νάριο: E. Μι­γκου­νόφ.

 

 

 

Πη­γή: Δι­ή­γη­μα τοῦ 1885. П­о­л­н­ое с­о­б­р­а­н­ие с­о­ч­и­н­е­н­ий и п­и­с­ем в 30-ти т­о­м­ах. С­о­ч­и­н­е­н­ие Т­ом 4 М. «Н­а­у­ка», 1984. (Πλή­ρης συλ­λο­γὴ ἔρ­γων 30 τό­μων, 4ος τό­μος. Ἐκ­δό­σεις Να­ού­κα, 1984).

 

Ἄν­τον Τσέ­χωφ (А­н­т­он Ч­е­х­ов) (Ταγ­καν­ρὸγκ Ρω­σί­ας 1860 – Μπαν­τεν­βά­ι­λερ Γερ­μα­νί­ας 1904). Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Μό­σχα. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἰ­α­τρι­κὲς σπου­δὲς ἄρ­χι­σε καὶ τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Πο­τὲ δὲν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν ἰ­α­τρι­κή. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους θε­α­τρι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ 19ου αἰ. καὶ ὄ­χι μό­νο. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Τὸ ­στυ, στὶς 30/8/1901 σὲ με­τά­φρα­ση, ἀ­πὸ τὴ γαλ­λι­κὴ γλώσ­σα, τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Πα­πα­δι­α­μάν­τη.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Μου­σι­κός. Σπού­δα­σε ρω­σι­κὰ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πού­σκιν καὶ στὸ Κέν­τρο Ρω­σι­κῶν Σπου­δῶν Μίρ. Γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ πῆ­ρε τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης Ἄντον Τσέχωφ 2010.

  

Βόλφγκανκ Μπόρχερτ (Wolfgang Borchert): Τὸ ψωμί

 

 

Βόλφγκανκ Μπόρχερτ (WolfgangBorchert)

 

Τὸ ψω­μί

(D­as B­r­ot)

 

ΑΦΝΙΚΑ ΞΥΠΝΗΣΕ. Δυ­ό­μι­ση ἡ ὥ­ρα. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς ξύ­πνη­σε. Ἄχ, ναί. Κά­ποι­ος σκόν­τα­ψε σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα στὴν κου­ζί­να. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κε τοὺς ἤ­χους τῆς κου­ζί­νας. Ἡ­συ­χί­α. Ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἀ­πό­λυ­τη σι­γὴ καὶ κα­θὼς ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι στὸ κρε­βά­τι, βρῆ­κε τὴ θέ­ση δί­πλα της ἄ­δεια. Νά τὶ ἔ­κα­νε τὴ σι­ω­πὴ τό­σο αἰ­σθη­τή: ἔ­λει­πε ἡ ἀ­νά­σα του. Ση­κώ­θη­κε καὶ πα­ρα­πα­τών­τας στὸ σκο­τει­νὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἔ­φτα­σε στὴν κου­ζί­να. Στὴν κου­ζί­να συ­ναν­τή­θη­καν. Τὸ ρο­λό­ι ἔ­δει­χνε δύο καὶ μι­σή. Εἶ­δε κά­τι λευ­κὸ μπρο­στὰ στὸ ντου­λά­πι τῆς κου­ζί­νας. Ἄ­να­ψε τὸ φῶς. Στέ­κον­ταν ὁ ἕ­νας ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸν ἄλ­λο, μὲ τὶς νυ­χτι­κιές. Νύ­χτα. Δύο καὶ μι­σὴ ἡ ὥ­ρα. Στὴν κου­ζί­να. Πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ὁ δί­σκος μὲ τὸ ψω­μί. Πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε κό­ψει ψω­μί. Ἀ­κό­μα ἔ­στε­κε τὸ μα­χαί­ρι πλά­ι στὸ δί­σκο. Καὶ στὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο ψί­χου­λα. Ἐ­κεί­νη πάν­τα κα­θά­ρι­ζε τὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο ἀ­π’ τὰ ψί­χου­λα, πρὶν πέ­σουν τὸ βρά­δυ γιὰ ὕ­πνο. Κά­θε βρά­δυ. Καὶ τώ­ρα, τὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο μὲ ψί­χου­λα. Καὶ τὸ μα­χαί­ρι ἐ­κεῖ. Ἔ­νοι­ω­θε τὸ κρύ­ο νὰ σκαρ­φα­λώ­νει σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­π’ τὰ πλα­κά­κια καὶ νὰ εἰ­σχω­ρεῖ μέ­σα της. Καὶ πῆ­ρε τὸ βλέμ­μα της ἀ­π’ τὸ δί­σκο. «Σὰν νὰ ἄ­κου­σα κά­τι ἐ­δῶ», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος καὶ κοί­τα­ξε στὴν κου­ζί­να ἕ­να γύ­ρο. «Κι ἐ­γὼ ἄ­κου­σα κά­τι», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεί­νη καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι ἡ ὄ­ψη του τὴ νύ­χτα μὲ τὴ νυ­χτι­κιὰ τὸν ἔ­κα­νε νὰ μοιά­ζει γε­ρα­σμέ­νο πο­λύ. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τό­σο με­γά­λο ὅ­σο ἦ­ταν. Ἑ­ξήν­τα τρί­α. Τὴ μέ­ρα ἔ­μοια­ζε μᾶλ­λον κα­τά τι νε­ό­τε­ρος. Μοιά­ζει γε­ρα­σμέ­νη, σκέ­φτη­κε ἐ­κεῖ­νος, μὲ τὴ νυ­χτι­κιὰ μοιά­ζει γε­ρα­σμέ­νη. Ἀλ­λὰ ἴ­σως πά­λι νὰ φταῖ­νε μό­νο τὰ μαλ­λιά. Τὴ νύ­χτα ἡ ὄ­ψη τῶν γυ­ναι­κῶν ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται πάν­τα ἀπ’ τὰ μαλ­λιά. Τὶς κά­νουν ξαφ­νι­κὰ νὰ μοιά­ζουν γε­ρα­σμέ­νες.

       «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χεις φο­ρέ­σει τὶς παν­τό­φλες σου. Θὰ κρυ­ώ­σεις, μὲ τὰ πό­δια γυ­μνὰ πά­νω στὰ κρύ­α πλα­κά­κια.» Ἐ­κεί­νη δὲν τὸν κοί­τα­ξε κα­τά­μα­τα για­τὶ δὲν ἄν­τε­χε στὸ ψέ­μα του. Ψέ­μα­τα, με­τὰ ἀ­πὸ τριά­ντα ἐν­νιὰ χρό­νια γά­μου. «Σὰν νὰ ἄ­κου­σα κά­τι ἐ­δῶ», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος ξα­νὰ καὶ πέ­ρα­σε πά­λι τὸ δω­μά­τιο μὲ τὰ μά­τια του, ἀ­π’ τὴ μιὰν ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη, «ἄ­κου­σα κά­τι ἐ­δῶ. Κι ἔ­τσι νό­μι­σα ὅ­τι κά­τι θὰ ἔ­βρι­σκα».

       «Κι ἐ­γὼ ἄ­κου­σα κά­τι. Ἀλ­λὰ ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται, δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα.» Πῆ­ρε τὸ δί­σκο ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι καὶ τί­να­ξε τὰ ψί­χου­λα ἀπ’ τὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο. «Ὄν­τως, ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα» ἤ­χη­σε ἀ­βέ­βαι­η ἡ φω­νή του.

       Ἐ­κεί­νη βάλ­θη­κε νὰ τὸν βο­η­θή­σει. «Ἔ­λα, πᾶ­με. Ἀ­π’ ἔ­ξω θά ’­ταν. Ἔ­λα, πᾶ­με στὸ κρε­βά­τι. Θὰ κρυ­ώ­σεις. Πά­νω στὰ κρύ­α πλα­κά­κια.» Ἐ­κεῖ­νος κοί­τα­ξε πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. «Ναί, μᾶλ­λον ἀ­π’ ἔ­ξω θά ’­ταν. Κι ὅ­μως, νό­μι­σα ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­δῶ.»

       Ἐ­κεί­νη σή­κω­σε τὸ χέ­ρι γιὰ νὰ πα­τή­σει τὸ δι­α­κό­πτη. Τώ­ρα πρέ­πει νὰ σβή­σω τὸ φῶς, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ θ’ ἀ­ναγ­κα­στῶ νὰ κοι­τά­ξω τὸ δί­σκο, σκέ­φτη­κε. «Ἔ­λα, πᾶ­με» εἶ­πε κι ἔ­σβη­σε τὸ φῶς, «ἔ­ξω ἦ­ταν. Ἡ ὑ­δρορ­ρο­ὴ χτυ­πᾶ πάν­τα στὸν τοῖ­χο σὰν ἔ­χει ἀ­έ­ρα. Ἡ ὑ­δρορ­ρο­ὴ ἦ­ταν, σί­γου­ρα. Πάν­τα χτυ­πᾶ μὲ τὸν ἀ­έ­ρα.» Μὲ ἀ­βέ­βαι­ο βη­μα­τι­σμὸ στὸ σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο, ἔ­φτα­σαν στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα. Τὰ γυ­μνά τους πό­δια χα­στού­κι­ζαν τὸ πά­τω­μα.

       «Ναί, ὁ ἀ­έ­ρας φταί­ει», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος. «Φυ­σά­ει ὅ­λη νύ­χτα.»

       Σὰν ξά­πλω­σαν στὸ κρε­βά­τι, ἐ­κεί­νη συμ­φώ­νη­σε: «Ναί, φυ­σά­ει ὅ­λη νύ­χτα. Ἦ­ταν ἡ ὑ­δρορ­ρο­ή.» «Ναί, νό­μι­σα ὅ­τι ἦ­ταν στὴν κου­ζί­να. Μᾶλ­λον ὅ­μως ἦ­ταν ἡ ὑ­δρορ­ρο­ή.» Ξε­στό­μι­σε τὰ λό­για αὐ­τὰ σὰν νὰ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος. Ἐ­κεί­νη ὅ­μως πρό­σε­ξε πό­σο ψεύ­τι­κη ἠ­χοῦ­σε ἡ φω­νή του σὰν ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα. «Κά­νει κρύ­ο» εἶ­πε καὶ χα­σμου­ρή­θη­κε ἐ­λα­φρά, «μπαί­νω κά­τω ἀ­π’ τὰ σκε­πά­σμα­τα. Κα­λη­νύ­χτα.»

       «Κα­λη­νύ­χτα» ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος καὶ πρό­σθε­σε: «Ναί, εἶ­ναι ὄ­μορ­φα ὅ­ταν κά­νει κρύ­ο.»

       Με­τά, ἡ­συ­χί­α. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε λί­γη ὥ­ρα, τὸν ἄ­κου­σε νὰ μα­σᾶ σι­γα­νὰ καὶ προ­σε­κτι­κά. Ἐ­κεί­νη ἀ­νέ­πνε­ε ἐ­πί­τη­δες βα­θειὰ καὶ ρυθ­μι­κά, ὥ­στε νὰ μὴν κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­κό­μα ξύ­πνια. Τὸ μά­ση­μά του ὅ­μως ἦ­ταν τό­σο ρυθ­μι­κὸ ποὺ στὸ τέ­λος τὴν ἀ­πο­κοί­μι­σε.

       Ὅ­ταν τὸ ἑ­πό­με­νο βρά­δυ ἐ­πέ­στρε­ψε σπί­τι, ἐ­κεί­νη τοῦ ἔ­βα­λε νὰ φά­ει τέσ­σε­ρις φέ­τες ψω­μί. Συ­νή­θως ἔ­τρω­γε μό­νο τρεῖς.

       «Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς ἄ­νε­τα τέσ­σε­ρις φέ­τες», εἶ­πε κι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀπ’ τὸ φῶς. «Αὐ­τὸ τὸ ψω­μὶ μὲ πει­ρά­ζει στὸ στο­μά­χι. Μπο­ρεῖς λοι­πὸν νὰ φᾶς μί­α φέ­τα πα­ρα­πά­νω, δὲ χά­θη­κε ὁ κό­σμος. Ἐ­μέ­να μὲ πει­ρά­ζει.» Εἶ­δε πὼς ἔ­σκυ­ψε ἐ­κεῖ­νος βα­θειὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ δί­σκο χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὸ βλέμ­μα του. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὸν λυ­πή­θη­κε.

       «Μὰ δὲ γί­νε­ται νὰ φᾶς ἐ­σὺ μό­νο δύο φέ­τες» εἶ­πε, θαρ­ρεῖς μι­λών­τας στὸ πιά­το του. «Μά σοῦ εἶ­πα, τὸ βρά­δυ μὲ πει­ρά­ζει τὸ ψω­μί. Τρῶ­γε, τρῶ­γε.»

       Μό­νο με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο κα­τά­φε­ρε νὰ κα­θή­σει μα­ζί του στὸ τρα­πέ­ζι, στὸ φῶς.

 

Δρα­μα­το­ποί­η­ση: Τὸ κλα­σικὸ στὰ γερμα­νικὰ γράμ­μα­τα δι­ή­γη­μα τοῦ Μπόρ­χερ­τ «Τὸ ψω­μί» ἔχει ἐπα­νει­λημ­μέ­νως δρα­μα­το­ποι­η­θεῖ. Ἀπὸ τὰ σχε­τικὰ βί­ντε­ο ποὺ εἴδα­με δια­λέξα­με τὸ πα­ρα­κά­τω γιὰ τὴν πρω­το­τυ­πί­α του (παιγ­μέ­νο μὲ κοῦκλες) καὶ γιὰ τὴν συ­γκι­νη­τικὴ γε­μά­τη ἐσω­τε­ρι­κό­τη­τα ἀτμό­σφαι­ρά του:

 

 

Συ­ντε­λε­στές: Καλ­λι­τε­χνικὴ ἀπό­δο­ση/τε­χνικὴ ἐπε­ξερ­γα­σί­α: Ρό­μπερ­τ Βί­ντις. Ἠχη­τικὴ ἐπιμέ­λεια: Φρὰνκ Ράπ­κε/Ρό­μπερ­τ Βί­ντις. Ἀφή­γη­ση: Πέ­τερ Μπό­ιρ­λε. Κο­στού­μια: Κορ­νέ­λια Βί­ντις.

  

 

Πη­γή: K­u­r­z­g­e­s­c­h­i­c­h­t­en f­ür d­en D­e­u­t­s­ch-U­n­t­e­r­r­i­c­ht.

 

Βόλ­φγκανκ Μπόρ­χερτ (W­o­l­f­g­a­ng B­o­r­c­h­e­rt) (20 Μα­ΐ­ου 1921, Ἀμ­βοῦρ­γο τῆς Γερ­μα­νί­ας-20 Νο­εμ­βρί­ου 1947, Βα­σι­λεί­α τῆς Ἐλ­βε­τί­ας): Γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ δρα­μα­τουρ­γός. Ἀ­π’ τοὺς σπου­δαι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς ἀ­πο­κα­λού­με­νης «λο­γο­τε­χνί­ας τῶν ἐ­ρει­πί­ων» («T­r­ü­m­m­e­r­l­i­t­e­r­a­t­ur») τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.  

 

Ἄλλεν Γούντμαν (Allen Woodman): Ὁ πωλητὴς τῶν ἀμπαζούρ

 

 

Ἄλλεν Γούντμαν (Allen Woodman)

 

πωλητὴς τῶν ἀμπαζούρ

(The Lampshade Vendor)

 

Ο ΣΚΗΝΙΚΟ ἦ­ταν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτή. Ἦ­ταν κα­λο­καί­ρι. Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἔ­παι­ζε.

Ἕ­νας ἀ­σπρο­μάλ­λης ἄν­τρας μὲ μαῦ­ρο, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο σμό­κιν ἦρ­θε στὴν πόρ­τα που­λών­τας ἀμ­πα­ζούρ. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὸς ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε με­τα­μορ­φω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πώ­λεια τῶν χε­ρι­ῶν του. Σή­κω­σε ἕ­να ἀμ­πα­ζοὺρ μὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς με­ταλ­λι­κούς του γάν­τζους. «Νὰ σοῦ που­λή­σω ἕ­να και­νού­ριο ἀμ­πα­ζούρ;»

       Τὸ ἀμ­πα­ζοὺρ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε. Πο­τὲ δὲν εἶ­χα ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ ἀμ­πα­ζοὺρ ποὺ εἶ­χα ἤ­δη. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα πῶς ἔ­χα­σε τὰ χέ­ρια του. Προ­σπά­θη­σα νὰ ἀ­νοί­ξω κου­βέν­τα. «Χθὲς κά­ποι­ος χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα καὶ που­λοῦ­σε σφουγ­γα­ρί­στρες καὶ σκοῦ­πες. Τὸν ξέ­ρεις;»

       Ἔ­βα­λε τὸ ἀμ­πα­ζοὺρ πί­σω στὸ κα­ρό­τσι του. «Κα­μί­α σχέ­ση. Ἐ­γὼ που­λάω ἀμ­πα­ζούρ. Θέ­λεις ἕ­να;»

       Πάν­τα μοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ ἀν­θρώ­πι­νες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες ποὺ ἦ­ταν πα­λι­ο­μο­δί­τι­κες. Τὸν ρώ­τη­σα πό­σο και­ρὸ που­λοῦ­σε ἀμ­πα­ζούρ.

       «Πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε χρό­νια εἶ­χα μιὰ πα­ρά­στα­ση σὲ ὅ­λα τα με­γά­λα πα­νη­γύ­ρια, ἕ­να τσίρ­κο μὲ ψύλ­λους. Μὲ χτύ­πη­σε σκλη­ρὰ ἡ ὑ­γι­ει­νὴ καὶ ἡ κα­λαι­σθη­σί­α.»

       «Κά­πο­τε εἶ­χα δεῖ ἕ­να τσίρ­κο ψύλ­λων, ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν μὲ πι­στεύ­ει», τοῦ εἶ­πα. «Τὸ κρα­τά­ω γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν, ὅ­μως, ὅ­τι θυ­μᾶ­μαι ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κὸ γά­μο ψύλ­λων καὶ ἕ­ναν ψύλ­λο ποὺ ἔ­κα­νε πο­δή­λα­το.»

       «Εἶ­χα ἕ­να μι­κρὸ τρα­πέ­ζι γιὰ σκη­νή, καὶ μό­νο λί­γες κα­ρέ­κλες γιὰ τὸ κοι­νό. Εἶ­χα ἕ­να νού­με­ρο μπα­λέ­του, ἕ­να σχοι­νο­βά­τη καὶ ἕ­ναν ἀ­γώ­να τραί­νων μὲ βα­γό­νια. Τὸ μυ­στι­κὸ ἦ­ταν στοὺς ψύλ­λους τῶν ἀν­θρώ­πων. Εἶ­ναι οἱ μό­νοι ποὺ ἔ­χουν τὴ δύ­να­μη νὰ τρα­βή­ξουν καὶ νὰ σπρώ­ξουν μὲ τὰ πί­σω πό­δια τους. Οἱ ψύλ­λοι μου ἦ­ταν ἀ­πί­στευ­τοι. Τί ἀν­το­χή! Μπο­ροῦ­σαν νὰ δώ­σουν ἑ­κα­τον­τά­δες πα­ρα­στά­σεις κά­θε μέ­ρα καὶ νὰ συ­νε­χί­ζουν γιὰ ἑ­βδο­μά­δες. Στὸ τέ­λος τῆς πα­ρά­στα­σής μου, σή­κω­να τὸ μα­νί­κι μου καὶ κα­λοῦ­σα τὸ θί­α­σό μου νὰ δει­πνή­σει.» Ὁ ἄν­τρας σή­κω­σε ψη­λὰ τοὺς γάν­τζους ἀ­πὸ χρώ­μιο.

       «Δι­ά­βα­σα ὅ­τι στὸ Με­ξι­κὸ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α στή­ρι­ζε τὴν τέ­χνη μὲ ψύλ­λους», εἶ­πα. «Οἱ κα­λό­γρι­ες ἔ­φτια­χναν καὶ που­λοῦ­σαν μι­νια­τοῦ­ρες τῶν Σταθ­μῶν τοῦ Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ροῦ μὲ σώ­μα­τα ψό­φι­ων ψύλ­λων καὶ ἄ­χρη­στα ὑ­λι­κά. Χά­ρη στοὺς ψύλ­λους, δὲν χρει­ά­στη­κε νὰ σκα­λί­σουν ἀν­θρώ­πι­νες φι­γοῦ­ρες.»

       «Εἶ­χα ἕ­ναν ψύλ­λο», εἶ­πε μὲ σι­γα­νὴ φω­νή. «Τὸν εἶ­χα σὰν κα­τοι­κί­διο. Ἦ­ταν ὁ μό­νος ποὺ ἄ­φη­να νὰ ρου­φή­ξει ἀ­πὸ τὴν πα­λά­μη μου. Τὸν ἔ­δε­να σὲ μιὰ χρυ­σὴ ἁ­λυ­σί­δα ποὺ δὲν ἦ­ταν μα­κρύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὸ δά­χτυ­λό σου. Στὴν ἄ­κρη τῆς ἁ­λυ­σί­δας εἶ­χα δέ­σει μιὰ τέ­λεια σχη­μα­τι­σμέ­νη χρυ­σὴ ἅ­μα­ξα γιὰ νὰ τὴ σέρ­νει.»

       Νό­μι­ζα ὅ­τι εἶ­χα δεῖ τὰ πάν­τα. Ὅ­μως, ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σε γιὰ αὐ­τὸν τὸν ψύλ­λο-κα­τοι­κί­διο καὶ τὴν τέ­λεια χρυ­σὴ ἅ­μα­ξα, μὲ ἔ­βα­λε σὲ σκέ­ψεις. «Ναί», εἶ­πα ὑ­ψώ­νον­τας τὴ φω­νή μου, «πι­στεύ­εις ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ μοῦ ξα­να­μι­λή­σεις γιὰ αὐ­τό;»

       Μὲ κοί­τα­ξε. «Ὄ­χι», εἶ­πε προ­σε­κτι­κά. «Μοῦ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὸ θυ­μᾶ­μαι.»

       Προ­σπά­θη­σα νὰ σκε­φτῶ μιὰ πρέ­που­σα ἀ­πάν­τη­ση. «Κα­τα­λα­βαί­νω», εἶ­πα τε­λι­κά.

       Ὁ ἄν­τρας ἔ­τρι­ψε ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς με­ταλ­λι­κοὺς γάν­τζους στὸ δέρ­μα κά­τω ἀ­πὸ τὸ πη­γού­νι του. «Πε­ρί­με­νε μιὰ στιγ­μή», εἶ­πε. «Φέ­ρε μου κά­τι νὰ γρά­ψω».

       Πῆ­ρε ἕ­να κά­τα­σπρο ἀμ­πα­ζούρ. Ἔ­βα­λα ἕ­να στυ­λὸ στὸν ἀ­ρι­στε­ρό του γάν­τζο. Ἦ­ταν ἕ­να μαρ­κα­δο­ρά­κι ποὺ εἶ­χα ξε­χά­σει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω στὸν ὑ­πάλ­λη­λο ὅ­ταν ἔ­γρα­ψα μιὰ ἐ­πι­τα­γὴ στὴν A&P.

       Ζω­γρά­φι­σε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ τσίρ­κο ψύλ­λων στὸ ἀμ­πα­ζούρ, τὸν γά­μο, τὸν σχοι­νο­βά­τη καὶ ἕ­να μπα­λέ­το ψύλ­λων. Ζω­γρά­φι­σε σκη­νὲς γιὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν εἴ­χα­με κὰν μι­λή­σει. Στὸ τέ­λος ζω­γρά­φι­σε κά­τι ποὺ ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἦ­ταν ὁ ψύλ­λος μὲ τὴ χρυ­σὴ ἁ­λυ­σί­δα, ἀ­φοῦ κα­θό­ταν πά­νω στὴν πα­λά­μη ἑ­νὸς χε­ριοῦ. Τὸ χέ­ρι ἦ­ταν τέ­λει­ο.

       Ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ ἐ­ξη­γή­σω σὲ δι­ά­φο­ρους για­τί ἀ­γό­ρα­σα τὸ ἀμ­πα­ζούρ. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο, με­τέ­φε­ρα τὴ λάμ­πα δί­πλα στὸ κρε­βά­τι μου καὶ ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου.

 

Δραματοποίηση:

 

 

Συντελεστές: Ταινία τῶν Thomas Backer καὶ David Reppond. Παίζουν οἱ T.R. Richards καὶ Vaughn Greditzer.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992.

 

Ἄλλεν Γούντμαν (Allen Woodman). Δι­ευ­θύ­νει τὸ πρό­γραμ­μα Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­ρι­ζό­να. Γρά­φει βι­βλί­α γιὰ παι­διὰ καὶ δι­η­γή­μα­τα μὲ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες τοῦ ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ νό­του. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Σμα­ρά­γδα Γκέ­τσου (Ἀ­θή­να, 1980). Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς σπου­δές της στὴ Με­τά­φρα­ση καὶ τὴ Δι­ερ­μη­νεί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου τὸ 2004. Ἔ­κτο­τε 2004 ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας στὴ με­τά­φρα­ση.

 

 

 

Ντυμένοι ψύλλοι. Φωτογραφία μὲ μικροσκοπικοὺς φακούς. Όκτώβριος 1919.

 

Ἡ τυρρανία τῶν ὄντων

καὶ ἡ διασκέδαση ὡς ἐφιάλτης

 

Τὸ πα­ρά­ξε­νο δι­ή­γη­μα τοῦ Ἄλλεν Γού­ντμαν, στὸ ὁποῖο ὁ ἀό­ρα­τος στὸ μά­τι κό­σμος τοῦ μι­κροῦ ἀπο­τυ­πώ­νε­ται συμ­βο­λικὰ στὸ ἀμπαζοὺρ μιᾶς ἡλι­κιω­μέ­νης ἀπὸ τὴν μυ­στη­ριώ­δη φι­γού­ρα ἑνὸς ἐκπαι­δευτὴ ψύλ­λων ποὺ ἡ ἀπώλεια τῶν χεριῶν του τὸν ἔκα­νε νὰ ἀλλά­ξει ἐπάγ­γελ­μα, μᾶς προ­κά­λε­σε τὴν πε­ριέρ­γεια νὰ δοῦμε μὲ τὰ μά­τια μας ἀπὸ κο­ντὰ αὐτὰ τὰ τα­λαι­πω­ρη­μέ­να ὀντά­ρια. Στὰ δύ­ο βίντε­ο ποὺ ἀκο­λου­θοῦν (τὸ δεύ­τε­ρο μιὰ ἱστο­ρικὰ ἐνδια­φέ­ρου­σα λή­ψη τοῦ 1956 στὴν Κο­πεν­γχά­γη) μπο­ρεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς τὸ ἀνε­στραμμέ­νο εἴδω­λο τοῦ πα­ρα­δο­σια­κοῦ τσίρ­κου: ὄχι πιὰ ἐκπαι­δευ­μέ­νους ἐλέ­φα­ντες ἢ λιο­ντά­ρια ἀλλὰ θηρί­α τσέ­πης σχεδὸν ἀό­ρα­τα στὸ μά­τι νὰ ὑπα­κού­ουν ἐξί­σου ὑπο­τα­κτικὰ στὰ κε­λεύ­σμα­τα τοῦ ἐκπαι­δευτῆ τους· οὔτε τὸ κομ­βό­ι τῶν φορ­τηγῶν ποὺ με­τα­φέ­ρουν τὰ δύ­στυ­χα ζῶα καὶ τὸ «ὑπη­ρε­τι­κό» τους προ­σω­πι­κό: τὸ τσίρ­κο τοῦ έκ­παι­δευτῆ ψύλ­λων χωρᾶ στὸ βα­λι­τσά­κι τοῦ πλα­νό­διου πλα­σιέ. Ἡ πα­ρά­στα­ση τε­λειώ­νει, τὸ μα­γαζὶ κλεί­νει κι ὁ θια­σάρ­χης παίρ­νει τὸ λε­ω­φο­ρεί­ο γιὰ τὴν  ἄλλη γει­το­νιά.

       Ἡ ἐλπί­δα κά­ποιων ὅτι ἡ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α θὰ δώ­σει μιὰ νέ­α εὐκαι­ρί­α στὸ παλιὸ καὶ ἀπερ­χό­με­νο πλέ­ον ἐπάγ­γελ­μα τοῦ ἐκπαι­δευτῆ ψύλ­λων μᾶς φαί­νε­ται ἀπο­κρου­στι­κή. Ἡ κα­λό­γρια τοῦ Με­ξι­κοῦ ποὺ κα­τέ­στρε­φε τὰ μά­τια της προ­κει­μέ­νου νὰ φτιά­ξει κου­στού­μια ἐποχῆς καὶ νὰ ντύ­σει μὲ αὐτὰ τὰ κου­φά­ρια τῶν μι­κρο­σκο­πικῶν ἐντό­μων δὲν εἶναι τὸ ἀντί­στοι­χο τοῦ ἀσιά­τη μι­κρο­γρά­φου μο­να­χοῦ ποὺ χα­ρά­ζει τὸ ποί­η­μά του σ’ ἕναν κόκ­κο ρυ­ζιοῦ. Στὴν ποι­η­τι­κή χει­ρο­νο­μί­α τοῦ τε­λευ­ταί­ου ται­ριά­ζει, ὅπως καὶ στὴ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α, ἡ κο­σμο­λογικὴ ἀρχὴ τῆς ἑνό­τη­τας τῶν ἀντι­θέ­των, ἡ  ὁδὸς ἄνω κά­τω μία καὶ ὡυ­τή τοῦ σκο­τει­νοῦ Ἐφεσί­ου… Ἀλλὰ ἡ τυ­ραν­νί­α τῶν ὄντων ποὺ ἐπι­βάλ­λει ὁ ἄνθρω­πος εἴτε στὸ μι­κρὸ εἴτε στὸ με­γά­λο τσίρ­κο τῆς δια­σκέ­δα­σης, εἶναι ὁ ἐφιάλ­της ποὺ φέ­ρει τὸ ψευ­δώ­νυ­μο τῆς ψυ­χα­γω­γί­ας: “C’est la Flea” [ ?]. Ἡ σω­στὴ θέ­ση τοῦ ἀμπα­ζοὺρ μὲ τὴ ζω­φό­ρο τοῦ τσίρ­κου τῶν ψύλ­λων εἶναι, ὅπως στὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Γού­ντμαν, στὸ κο­μο­δί­νο δί­πλα στὸ προ­σκε­φά­λι τοῦ ὕπνου.      

[γπ]