Νάνσυ Ἀγγελῆ: Μάριο Μπενεδέτι (1920-2009)

 

 

 

Νάνσυ Ἀγγελῆ

 

Μάριο Μπενεδέτι (1920-2009)

 

ΜΑΡΙΟ ΜΠΕΝΕΔΕΤΙ εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νους καὶ πο­λυ­δι­α­βα­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς καὶ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς γε­νιᾶς τοῦ ‘45 τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης μα­ζὶ μὲ τὸν Χου­ὰν Κάρ­λος Ὀ­νέ­τι. Γεν­νή­θη­κε στὴν πό­λη Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος (Paso de los Toros) τὸ 1920, ἀλ­λὰ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του με­τα­κό­μι­σε στὸ Μον­τε­βι­δέ­ο, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­κό­μα σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α. Ἐρ­γά­στη­κε σὰν πω­λη­τής, τα­χυ­γρά­φος, λο­γι­στής, δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Τὸ 1948 ἐκ­δί­δει τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο ὡς δο­κι­μι­ο­γρά­φος, ἐ­νῶ τὸ 1949 γρά­φει τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των γιὰ τὴν ὁ­ποί­α βρα­βεύ­ε­ται μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης, δι­ά­κρι­ση ἡ ὁ­ποί­α θὰ τοῦ ἀ­πο­νε­μη­θεῖ ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς μέ­χρι τὸ 1958 καὶ τὴν ὁ­ποί­α θὰ ἀρ­νη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κὰ λό­γῳ τῶν δι­α­φο­ρῶν του μὲ τοὺς κα­νο­νι­σμοὺς τοῦ θε­σμοῦ. Τὸ 1964 γρά­φει ὡς κρι­τι­κὸς θε­ά­τρου καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ ση­μαν­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ἐ­πο­χῆς, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ξε­κι­νᾶ καὶ ἡ πο­λι­τι­κή του δρα­στη­ρι­ό­τη­τα στοὺς κόλ­πους τῆς Ἀ­ρι­στε­ρᾶς. Τὸ 1971 ὀρ­γα­νώ­νει τὸ κί­νη­μα τῶν Ἀ­νε­ξάρ­τη­των Πο­λι­τῶν (Movimiento de Independientes de 26 de Marzo) καὶ τὴν ἴ­δια πε­ρί­ο­δο δι­ο­ρί­ζε­ται δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Τμή­μα­τος Ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κης Λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης. Τὸ 1973 ξε­κι­νᾶ γιὰ τὴν Οὐ­ρου­γουά­η τὸ δι­κτα­το­ρι­κὸ κα­θε­στὼς ποὺ θὰ δι­αρ­κέ­σει 11 χρό­νια, δι­ά­στη­μα κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα. Ὡς ἐ­ξό­ρι­στος θὰ ζή­σει στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, τὸ Πε­ρού, τὴν Κού­βα καὶ τὴν Ἰ­σπα­νί­α. Ἐ­πι­στρέ­φει στὴν Οὐ­ρου­γουά­η τὸ 1993. Τὸ 1986 τοῦ ἀ­πο­νέ­με­ται τὸ βρα­βεί­ο Premio Jristo Botev de Bulgaria, τὸ 1987 στὶς Βρυ­ξέλ­λες τὸ Premio Llama de Oro de Amnistia Internacional, ἐ­νῶ τὸ 1996 τι­μᾶ­ται μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Premio Morosoli de Plata de Literatura τῆς χώ­ρας του. Τὸ 1997 τοῦ ἀ­πο­νέ­με­ται τὸ βρα­βεῖ­ο Premio Leon Felipe, τὸ 1999 τὸ Premio Reina Sofia de poesia Iberoamericana, τὸ 2001 ἡ δι­ά­κρι­ση Premio Iberoamericano Jose Marti καὶ τὸ 2005 τὸ βρα­βεῖ­ο XIX Premio Internacional Menendez Pelayo. Ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι ξε­χώ­ρι­σε ὡς ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κὸς τέ­χνης καὶ λο­γο­τε­χνί­ας, νο­βε­λί­στας καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας ἀ­φή­νον­τας πί­σω του πά­νω ἀ­πὸ 80 τί­τλους βι­βλί­ων, πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 20 γλῶσ­σες.

 

Ἡ Ζω­ὴ καὶ Τὸ Ἔρ­γο Του.

Οἱ δύ­ο καλ­λι­τε­χνι­κὲς πε­ρί­ο­δοι καὶ ἡ δι­α­δρο­μὴ ἀ­πὸ τὸ «paisito» στὸν κό­σμο.

 

       Τὸ ἔρ­γο τοῦ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι χω­ρί­ζε­ται, σύμ­φω­να μὲ τοὺς με­λε­τη­τές του, σὲ δύο φά­σεις: ἡ πρώ­τη, ἡ ὁ­ποί­α ξε­κι­νᾶ ἀ­πὸ τὸ 1945 καὶ ση­μα­το­δο­τεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ La vispera indeleble, πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας τό­σο πε­ζὰ κεί­με­να, ὅ­σο καὶ ἔμ­με­τρα (Quien de nosotros, [1953], Montevideanos, Los poemas de la oficina [1956], La tregua, Gracias por el fuego [1963]), χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς κοι­νω­νι­κῆς κρι­τι­κῆς, ἑ­στι­α­σμέ­νη στὴν ἔν­νοι­α τῆς ἠ­θι­κῆς. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἀ­πο­κω­δι­κο­ποί­η­ση μιᾶς «ἐ­θνι­κῆς ἠ­θι­κῆς» τῆς χώ­ρας τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης καὶ τῶν κα­τοί­κων της, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν πε­σι­μι­στι­κὴ μα­τιὰ τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Τὰ κου­σού­ρια τῶν Οὐ­ρου­γουα­νῶν, τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα, οἱ ἀ­δυ­να­μί­ες τους, ὁ τρό­πος ποὺ σκέ­φτον­ται, ἐ­ρω­τεύ­ον­ται καὶ λει­τουρ­γοῦν,τό­σο σὲ ἐ­πί­πε­δο ἀ­τό­μι­κο, ὅ­σο καὶ συλ­λο­γι­κό, γί­νον­ται τὸ κυ­ρί­αρ­χο θέ­μα γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα, τὶς νου­βέ­λες, τὰ ποι­ή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ τὰ κρι­τι­κὰ δο­κί­μια ποὺ θὰ γρά­ψει ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ὁ Μπε­νε­δέ­τι. Καὶ εἶ­ναι τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα, κι ὄ­χι τὰ τυ­χὸν προ­τε­ρή­μα­τα, αὐ­τὰ ποὺ θὰ δώ­σουν στὸν συγ­γρα­φέ­α τρο­φὴ γιὰ σκέ­ψη, κα­θὼς ἡ ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α εἶ­ναι τὸ δεύ­τε­ρο κυ­ρί­αρ­χο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της πε­ρι­ό­δου αὐ­τῆς. «Ἕ­νας ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­νας αἰ­σι­ό­δο­ξος κα­λὰ ἐ­νη­με­ρω­μέ­νος», εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς πε­ρί­φη­μες φρά­σεις τοῦ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α δι­α­κρί­νε­ται ὄ­χι μό­νο ἡ τά­ση του πρὸς τὴν πε­σι­μι­σμό, ἀλ­λὰ ταυ­τό­χρο­να μ’­αὐ­τόν, τὸ εὐ­φυ­ές, πι­κρὸ ἴ­σως κά­ποι­ες φο­ρές, χι­οῦ­μορ του.

      Ἡ δεύ­τε­ρη φά­ση τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ του ἔρ­γου χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τι­κο­ποί­η­ση τῆς σκέ­ψης του καὶ τὸ ἄ­νοιγ­μά του πρὸς νέ­ους ὁ­ρί­ζον­τες, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ στε­νὰ σύ­νο­ρα τῆς το­πι­κῆς κοι­νω­νί­ας τοῦ Μον­τε­βι­δέ­ο καὶ τοῦ paisito, «τῆς μι­κρῆς του χώ­ρας», ὅ­πως ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ ἴ­διος τὴν Οὐ­ρου­γουά­η. Τὸ Εὐ­χα­ρι­στῶ γιὰ τὴ φω­τιά, (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1996), τὸ μο­να­δι­κὸ ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ποὺ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ ὣς τώ­ρα στὰ ἑλ­λη­νι­κά, γραμ­μέ­νο τὸ 1965, εἶ­ναι καὶ τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο ποὺ θὰ συν­τε­λέ­σει στὸ χτί­σι­μο τῆς δι­ε­θνοῦς φή­μης ποὺ ἀ­πο­κτᾶ o Μπε­νε­δέ­τι, ἀ­φε­νὸς για­τὶ ἕ­να μέ­ρος τοῦ βι­βλί­ου λάμ­βα­νει χώ­ρα στὴν Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ἀ­φε­τέ­ρου για­τί εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ με­γά­λου κύ­ρους λο­γο­τε­χνι­κὸ βρα­βεῖ­ο ἀ­πὸ τὴν Κα­τα­λα­νί­α, Seix Barral.

      Οἱ σα­ρω­τι­κὲς ἀλ­λα­γὲς καὶ οἱ κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κὲς ζυ­μώ­σεις ποὺ συμ­βαί­νουν στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60 καὶ με­τά —ἡ Ἐ­πα­νά­στα­ση τῆς Κού­βας, ἡ εὐ­ρύ­τε­ρη ταύ­τι­ση μὲ τὴν Ἀ­ρι­στε­ρά, ἡ ἐμ­φά­νι­ση μιᾶς γε­νιᾶς νέ­ων καὶ και­νο­τό­μων συγ­γρα­φέ­ων, ἡ ἐκ­δο­τι­κή τους ἄν­θη­ση καὶ ἡ δι­ά­δο­σή τους στὴν Εὐ­ρώ­πη (τὸ λε­γό­με­νο «boom latinoamericano»)— θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν τὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα καὶ τοὺς πυ­λῶ­νες τῆς πο­λι­τι­κῆς συ­νεί­δη­σης τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ ἐ­ξη­γοῦν τὴν στα­δια­κὴ με­τα­στρο­φὴ τοῦ πε­σι­μι­σμοῦ τῆς πρώ­της πε­ρι­ό­δου πρὸς τὴν αἰ­σι­ο­δο­ξία καὶ τὸν κο­σμο­πο­λι­τι­σμό.

      Τί ἦ­ταν, ὅ­μως, αὐ­τὸ ποῦ ἔ­κα­νε τὸν Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι νὰ ἀ­γα­πη­θεῖ τό­σο ὡς συγ­γρα­φέ­ας, πρω­τί­στως μέ­σα στὴν ἴ­δια του τὴ χώ­ρα, τό­σο ὥ­στε νὰ θε­ω­ρεῖ­ται σή­με­ρα, ὁ «ἐ­θνι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης»;

      Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ποὺ τε­λι­κὰ δό­θη­κε στὸ ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­πως ἔ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γρα­φτεῖ «una razon sentimental» ποὺ δι­α­κρί­νει ὅ­λα τα ἔρ­γα του, μιὰ «συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ δι­και­ο­σύ­νη» μὲ ἄλ­λα λό­για, μιὰ ἐν­τι­μό­τη­τα στὴν κα­τά­θε­ση τῶν συ­ναι­σθη­μά­των τῶν ἡ­ρώ­ων, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ἴ­διου τοῦ συγ­γρα­φέ­α μέ­σῳ αὐ­τῶν. Ὁ μο­να­δι­κὰ ἄ­με­σος, λι­τὸς καὶ ταυ­τό­χρο­να ἀ­πρό­σμε­να βα­θὺς τρό­πος του νὰ δι­η­γεῖ­ται τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, ὅ­λα ὅ­σα συμ­βαί­νουν στὴν στά­ση τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, στὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ περ­νοῦν μπρο­στὰ στὸν γκι­σὲ ἑ­νὸς τα­μεί­ου ἢ στὸ δρό­μο πρὸς τὴ δου­λειά, προσ­δί­δον­τάς τους ἕ­ναν ἐ­πί­γει­ο λυ­ρι­σμό, ἕ­να εὐ­αί­σθη­το συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο ἀ­κρι­βεί­ας, κα­τα­φέρ­νει ὄ­χι μό­νο νὰ εἶ­ναι ρε­α­λι­στι­κός, ἀλ­λὰ καὶ νὰ ἀγ­γί­ζει προ­σω­πι­κὰ μιὰ εὐ­ρύ­τα­τη γκά­μα ἀ­να­γνω­στῶν. Ὅ­πως τὸ θέ­τει ὁ Οὐ­ρου­γουα­νὸς Jorge Ruffinelli τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Στάν­φορντ, μι­λών­τας ἐκ μέ­ρους τῆς γε­νιᾶς του, στὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’50 καὶ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ ’60 ὁ Μπε­νε­δέτ­ι ἄ­νοι­ξε τὸν δρό­μο πρὸς τὴν αὐ­το­ε­πί­γνω­ση ἑ­νὸς ἔ­θνους ποὺ εἶ­χε μέ­χρι τό­τε συ­νη­θί­σει νὰ κοι­τά­ζει μό­νο πρὸς τὰ ἔ­ξω, ἔ­χον­τας ὡς πρό­τυ­πο τὴν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ κουλ­τού­ρα (ἀλ­λὰ καὶ τὴν Βό­ρεια Ἀ­με­ρι­κὴ πρω­τί­στως λό­γῳ τοῦ θαυ­μα­σμοῦ πρὸς τὸν Φῶ­κνερ καὶ τὸν Χέ­μιν­γου­ε­η) καὶ τὴν τά­ση νὰ ἀ­πα­ξι­ώ­νει τὴν ἐγ­χώ­ρια πο­λι­τι­στι­κή του ταυ­τό­τη­τα. Ἡ συλ­λο­γὴ τῶν δι­η­γη­μά­των του μὲ πρω­τα­γω­νι­στὲς τοὺς κα­τοί­κους τοῦ Μον­τε­βι­δέ­ο (Montevideanos, 1959) ἔ­κα­νε τοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του νὰ στρέ­ψουν τὴν προ­σο­χή τους στὸν δι­πλα­νό τους καὶ τοὺς Οὐ­ρου­γουα­νοὺς νὰ δοῦν πραγ­μα­τι­κά, γιὰ πρώ­τη φο­ρά, ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο. Ὁ Jorge Ruffinelli συ­νε­χί­ζει, ἀ­να­φε­ρό­με­νος στὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν «Μον­τε­βι­δε­ά­νων» τοῦ Μπε­νε­δέ­τι, λέ­γον­τας ὅ­τι ἀ­φο­ροῦ­σαν στὸ πα­ρὸν καὶ ἄ­με­σο μέλ­λον τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης, ὄν­τας ἀ­παλ­λαγ­μέ­να ἀ­πὸ τὴν σύ­νη­θη ἱ­στο­ρι­κὴ προ­ο­πτι­κὴ τῆς κα­τα­γω­γῆς ἢ τῶν προ­γό­νων. Καὶ πραγ­μα­τι­κά, στὶς σε­λί­δες ποὺ ἔ­γρα­ψε, ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι πε­ρι­έ­γρα­ψε, μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να κρά­μα εὐ­αι­σθη­σί­ας καὶ σαρ­κα­σμοῦ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἴ­δια τὴν προ­σω­πι­κή του ἐμ­πει­ρί­α, τὴ μι­κρο­α­στι­κὴ ἠ­θι­κὴ τῆς χώ­ρας του. Τὴν γκρί, κα­τα­θλι­πτι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς με­σαί­ας ἀ­στι­κῆς τά­ξης, ἕ­να πλῆ­θος ἀ­πὸ δι­ευ­θυν­τές, το­με­άρ­χες καὶ καλ­λί­γραμ­μες γραμ­μα­τεῖς, ἕ­να πλῆ­θος ἀ­πὸ κρα­τι­κο­δί­αι­τους δη­μο­σί­ους ὑ­παλ­λή­λους κλει­σμέ­νους σὲ ἀ­σφυ­κτι­κὰ γρα­φεῖ­α μουν­τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν. Σὲ μιὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρη συ­νέν­τευ­ξή του, στὴν ἐ­ρώ­τη­ση ποῦ ἀ­πο­δί­δει ὁ ἴ­διος τὴν ἐ­πι­τυ­χί­α τῆς ποι­η­τι­κῆς συλ­λο­γῆς Poemas de oficina (προ­πομ­πὸ τῶν δι­η­γη­μά­των Mon­te­vi­de­a­nos καὶ ἴ­διας θε­μα­τι­κῆς), ὁ Μπε­νε­δέ­τι ἀ­παν­τοῦ­σε γλα­φυ­ρά: «Στὴν Οὐ­ρου­γουά­η ἀν­θοῦ­σε ἕ­να εἶ­δος ποί­η­σης μὲ γα­ζέ­λες, ζαρ­κά­δια καὶ κο­ρά­λια, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε σὰν βά­ση γιὰ τὶς λο­γο­τε­χνι­κές της με­τα­φο­ρὲς μιὰ χλω­ρί­δα καὶ μιὰ πα­νί­δα ἀ­νύ­παρ­κτες. Κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο ἀ­πο­δί­δω τὴν αἰφ­νί­δια αὐ­τὴ ἐ­πι­τυ­χί­α στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­π’ αὐ­τὰ ποὺ γρά­φον­ταν τό­τε.»

      Ἔ­τσι, μὲ ἐ­φό­δια τὸν ἁ­πλὸ τρό­πο γρα­φῆς, ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι θλί­ψης ποὺ φυ­σοῦ­σε πάν­τα πά­νω ἀ­πὸ τὰ κεί­με­νά του καὶ μιὰ «πε­ζὴ» θε­μα­τι­κή, ὁ Μπε­νε­δέ­τι πέ­ρα­σε τὰ σύ­νο­ρά του τα­πει­νοῦ του τό­που κα­τα­γω­γῆς καὶ ἀ­γα­πή­θη­κε ὅ­σο λί­γοι σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, τὴν Ἰ­σπα­νία καὶ τὴν Εὐ­ρώ­πη, τό­σο ὥ­στε νὰ κερ­δί­σει ἐ­πά­ξια τὸν τί­τλο τοῦ «ἐκ­δο­τι­κοῦ φαι­νο­μέ­νου».

 

Πο­λι­τι­κὴ Δρα­στη­ρι­ό­τη­τα- Ἐ­ξο­ρί­α- Ἐ­πα­να­πα­τρι­σμός

 

      Ἡ πο­λι­τι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τοῦ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι συ­νο­ψί­ζε­ται σχη­μα­τι­κὰ σὲ δύο γε­γο­νό­τα: τὴν ἵ­δρυ­ση ἐκ μέ­ρους του τοῦ κι­νή­μα­τος τῶν Ἀ­νε­ξάρ­τη­των Πο­λι­τῶν τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης (Μovimiento de los Ιn­de­pen­dien­tes del 26 de marzo, 1971) λί­γο πρὶν ξε­σπά­σει στὴ χώ­ρα του ἡ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ 1973 καὶ τὴν ἀ­μέ­ρι­στη βο­ή­θειά του στὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση τῆς Κού­βας (ὡς πο­λι­τι­κὸς ἐ­ξό­ρι­στος δι­ε­τέ­λε­σε μέ­λος τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου τοῦ Κέν­τρου Λο­γο­τε­χνι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Κού­βας, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἵ­δρυ­σε ὁ ἴ­διος τὸ 1968), συμ­βὰν κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κῆς ση­μα­σί­ας γιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πέ­δρα­σε βα­θιὰ σὲ ὅ­λους τοὺς πο­λί­τες της. Ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­δῶ τὴν πο­λι­τι­κὴ ἰ­δε­ο­λο­γί­α καὶ συ­νεί­δη­ση τοῦ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι σὲ συ­νάρ­τη­ση μὲ τὴ ζω­ὴ μὲ τὸ ἔρ­γο του, ἀ­φε­νὸς για­τὶ ἀ­πο­τέ­λε­σε ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς δι­α­νο­ού­με­νους τῆς χώ­ρας του μὲ ση­μαν­τι­κὴ δρά­ση στὸν το­μέ­α αὐ­τό, ἀ­φε­τέ­ρου για­τὶ οἱ πο­λι­τι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­κὲς ἀρ­χές του δι­έ­πουν ἔκ­δη­λα τὰ κεί­με­νά του καὶ τοὺς προ­βλη­μα­τι­σμούς του ὡς συγ­γρα­φέ­α.

      Ὅ­πως ἔ­χει δη­λώ­σει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὁ ἴ­διος: «Θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­μαι ἕ­να ἀπὸ τὰ λι­γό­τε­ρο θρη­σκευ­ό­με­να ἄ­το­μα στὸν κό­σμο. Ἡ μό­νη ἄ­ξια θρη­σκεί­α γιὰ μέ­να εἶ­ναι ἡ συ­νεί­δη­ση.»

      Οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τοῦ La muerte y otras sorpresas, 1968 καὶ Buzon de tiempo, 1999 ἀ­πο­τε­λοῦν, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα τῆς πο­λι­τι­κο­ποί­η­σης τῶν θε­μά­των του.

      Ὁ Ruffinelli ἀ­να­φέ­ρει ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος, «ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι ἀ­πο­τέ­λε­σε, ὅ­πως εἶ­χαν ἀ­πο­τε­λέ­σει πολ­λοὶ ἄλ­λοι πρὶν ἀ­π’ αὐ­τόν, τὴ γέ­φυ­ρα ἀ­νά­με­σα στὸ νη­σὶ τῆς Κού­βας καὶ τὴν ὑ­πό­λοι­πη Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, ἀλ­λὰ καὶ τὴ ση­μαν­τι­κό­τε­ρη, ἴ­σως, λο­γο­τε­χνι­κὴ φι­γού­ρα τῆς γε­νιᾶς του ποὺ ἀ­νέ­λα­βε, μα­ζὶ μὲ τὸν Γκαρ­θί­α Μάρ­κες, τὴν εὐ­θύ­νη νὰ δι­α­δό­σει τὶς ἰ­δέ­ες καὶ τὸ μή­νυ­μα τῆς Ἀ­ρι­στε­ρᾶς, ἂν καὶ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος δὲν ἔ­γρα­ψε στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πο­τὲ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὰ-πο­λι­τι­κὰ κεί­με­να».

      Ἡ ἑν­τε­κά­χρο­νη ἐ­ξο­ρί­α, ἔ­δω­σε στὸν Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι τὸ ἐ­ρέ­θι­σμα γιὰ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα ποὺ ἔ­γρα­ψε καὶ τὴν εὐ­και­ρί­α, πα­ρὰ τὴν τρα­γι­κό­τη­τα τῶν πε­ρι­στά­σε­ων, νὰ τα­ξι­δέ­ψει καὶ νὰ βγεῖ ἐ­κτὸς τῶν συ­νό­ρων τῆς πα­τρί­δας του. Στὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ ποὺ κά­νει ὁ ἴ­διος ἀρ­κε­τὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ ἀ­φορ­μὴ μιὰ σχε­τι­κὴ μὲ τὸ θέ­μα τοῦ ἐκ­πα­τρι­σμοῦ του ἐ­ρώ­τη­ση στὴν συ­νέν­τευ­ξή του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Clarin τὸ 2000, ὁ ὀ­γδον­τά­χρο­νος πιὰ Μπε­νε­δέ­τι ἀ­παν­τᾶ: «Θὰ προ­τι­μοῦ­σα νὰ μὴν εἶ­χε χρεια­στεῖ νὰ ἐκ­πα­τρι­στῶ, κι ὡ­στό­σο, κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο ἡ ἐ­ξο­ρί­α μὲ βο­ή­θη­σε. Ὁ κό­σμος ἄρ­χι­σε νὰ δεί­χνει ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὰ βι­βλί­α μου, ἔ­γι­να πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­γνω­ρί­σι­μος καὶ αὐ­τὸ μοῦ ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ ἀ­πο­κτή­σω καὶ μιὰ σχε­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἄ­νε­ση. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἔ­μα­θα πολ­λὰ ἀ­πὸ τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς λα­οὺς ποὺ γνώ­ρι­σα στὶς δι­ά­φο­ρες χῶ­ρες ποὺ χρει­ά­στη­κε νὰ ζή­σω, ἀ­πὸ τὶς κυ­βερ­νή­σεις, ὄ­χι, για­τί κα­νεὶς δὲν μα­θαί­νει πο­τὲ τί­πο­τα ἀ­π’ αὐ­τές, ἀ­π’ τοὺς λα­ούς, ὅ­μως, ναί». Καρ­πὸς τῶν χρό­νων αὐ­τῶν ἀ­πο­τέ­λε­σε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Geografias, 1984, τὸ δι­ά­στη­μα ποὺ ἔ­ζη­σε στὴν Ἰ­σπα­νί­α, Despistes y franquezas, 1989, [Ἀ­προ­σε­ξί­ες καὶ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις], Buzon de tiempo 1999, [Τὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο τοῦ χρό­νου], ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἀν­θο­λο­γί­α Del Amor y del Exilio, 2002, [Πε­ρὶ ἔ­ρω­τος καὶ ἐ­ξο­ρί­ας] ποὺ συγ­κεν­τρώ­νει ὅ­λα τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ συγ­γρα­φέ­α τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τα­πι­ά­νον­ται μὲ τὶς δύο θε­μα­τι­κὲς ὅ­πως φα­νε­ρώ­νει ὁ ἴ­διος ὁ τί­τλος τοῦ βι­βλί­ου.

      Ὅ­σο γιὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν πα­τρί­δα; Αὐ­τή, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λη ἀ­πὸ τὴν φυ­γή. Ἴ­σως γι’ αὐ­τό, γιὰ νὰ πε­ρι­γρά­ψει ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ τὸ συ­ναί­σθη­μα, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πι­νό­η­σε μιὰ νέ­α λέ­ξη, τὸ πε­ρί­φη­μο «desexilio», ποὺ θέ­λει νὰ πεῖ ἀν­τι-ε­ξο­ρί­α, ἐ­ξο­ρί­α ἀ­π’ τὴν ἀ­νά­πο­δη, για­τὶ ὅ­ταν κα­νεὶς γυ­ρί­ζει «ἔ­χει ἀλ­λά­ξει μέ­χρι καὶ τὸ το­πί­ο, μέ­χρι καὶ τὸ βλέμ­μα τοῦ κό­σμου». Τε­λει­ώ­νει, ἄ­ρα­γε, πο­τὲ ἡ ἐ­ξο­ρί­α; Ἂν καὶ τυ­πι­κὰ ἡ δι­κή του ἔ­λα­βε τέ­λος τὸ 1993, ὁ ἴ­διος ἀ­παν­τᾶ, μᾶλ­λον ὄ­χι, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τὴ φρά­ση του μὲ τὰ λό­για τοῦ Κο­λομ­βια­νοῦ ποι­η­τῆ, Alvaro Mutis, πὼς «εἶ­ναι κα­νεὶς κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ πα­ρα­μεί­νει γιὰ πάν­τα ἐ­ξό­ρι­στος».

      Καί, τε­λι­κά, ποῦ βρί­σκε­ται ἡ πα­τρί­δα κά­ποι­ου με­τὰ ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴ δι­α­δρο­μή;

      Ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι ἀ­παν­τᾶ, δα­νει­ζό­με­νος τὰ λό­για τοῦ Κου­βα­νοῦ Jose Marti:

      «La patria es la humanidad», πα­τρί­δα εἶ­ναι ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα.

 

[Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ συ­νέν­τευ­ξη στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Clarin μὲ ἀ­φορ­μὴ τὰ ὀ­γδο­η­κο­στὰ γε­νέ­θλια τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸν πα­ρα­κά­τω σύν­δε­σμο:

http://edant.clarin.com/diario/especiales/benedetti/nota1.htm ]

  

 

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἱ­σπα­νί­α.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: