Θανάσης Μανιφάβας: Οἱ δυ­ὸ παλ­λη­κα­ρά­δες


Θα­νά­σης Μα­νι­φά­βας


Οἱ δυ­ὸ παλ­λη­κα­ρά­δες


Ι ΥΠΕΡΒΟΛΕΣ καὶ τὰ πεί­σμα­τα, τὰ δι­κά μου καὶ τοῦ Βα­σί­λη, τοῦ κα­λύτε­ρού μου φί­λου τῶν παι­δι­κῶν χρό­νων, συ­χνὰ ἔ­φερ­ναν σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση καὶ τοὺς γο­νεῖς μου καὶ τοὺς γο­νεῖς τοῦ Βα­σί­λη. Μὲ τὸ Βα­σί­λη μέ­να­με δί­πλα δί­πλα, πη­γαί­να­με στὸ ἴ­διο σχο­λεῖ­ο καὶ στὸ ἴ­διο τμῆ­μα, μα­ζὶ παί­ζα­με, μα­ζὶ δι­α­βά­ζα­με, μα­ζὶ περ­νά­γα­με τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες. Φυ­σι­κὰ δὲν ἔ­λει­παν οἱ τσα­κω­μοὶ καὶ οἱ καυ­γά­δες· ὅ­σο αὐ­τὰ ἔ­με­ναν σὲ φρα­στι­κὸ ἐ­πί­πε­δο, οἱ γο­νεῖς καὶ τῶν δύ­ο πε­ρι­ο­ρί­ζον­ταν σὲ νου­θε­σί­ες ἢ ἐ­πι­πλή­ξεις. Ὅ­ταν ἄρ­χι­σαν νὰ ξε­περ­νᾶ­νε αὐ­τὸ τὸ στά­διο, οἱ γο­νεῖς μας συ­νεν­νο­ή­θη­καν καὶ ὁ κὺρ- Μι­χά­λης, ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Βα­σί­λη, ἀ­νέ­λα­βε τὰ πε­ραι­τέ­ρω.

        Σὲ πρώ­τη φά­ση ἕ­να βρά­δυ μᾶς κά­λε­σε καὶ μᾶς δή­λω­σε πο­λὺ αὐ­στη­ρὰ ὅ­τι, ἂν συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι, θὰ μᾶς φά­ει καὶ τοὺς δύ­ο τὸ μαῦ­ρο φί­δι…

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ με­ρι­κὲς μέ­ρες ὁ κὺρ-Μι­χά­λης μὲ ξα­να­κά­λε­σε στὸ σπί­τι του· ὁ λό­γος ἦ­ταν ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ὁ Βα­σί­λης εἶ­χε γυ­ρί­σει στὸ σπί­τι μὲ μαυ­ρι­σμέ­νο μά­τι κι ἐ­γὼ μὲ σκι­σμέ­νο μά­γου­λο. Αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ὁ κὺρ-Μι­χά­λης δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε, ἀλ­λὰ τὸ δι­α­πί­στω­σε μό­λις μὲ εἶ­δε καὶ φυ­σι­κὰ κα­τά­λα­βε.

        Ἐ­γὼ πῆ­γα προ­ε­τοι­μα­σμέ­νος γιὰ τὰ χει­ρό­τε­ρα· φυ­σι­κὰ πο­τὲ δὲν εἶ­χα δι­α­νο­η­θεῖ νὰ ἀν­τι­δρά­σω οὔ­τε κὰν νὰ ἀν­τι­μι­λή­σω. Ἄλ­λω­στε καὶ στὸ πα­ρελ­θὸν μὲ εἶ­χε μα­λώ­σει πολ­λὲς φο­ρὲς καὶ δὲν ἔ­βγα­λα κου­βέν­τα. Ἡ στά­ση μου αὐ­τή, ἦ­ταν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἀ­πόρ­ροι­α τοῦ σε­βα­σμοῦ ποὺ ἔ­τρε­φα γιὰ τὸν πα­τέ­ρα τοῦ φί­λου μου.

        Ὁ κὺρ-Μι­χά­λης ἔ­κα­νε ἕ­να σκλη­ρὸ ἀ­γώ­να ἐ­πι­βί­ω­σης· ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὡς τὸ βρά­δυ ἔ­κα­νε με­τα­φο­ρὲς μὲ ἕ­να τρί­κυ­κλο πα­ρὰ τὴ σω­μα­τι­κή του ἀ­να­πη­ρί­α (ἦ­ταν κου­τσός). Ξε­περ­νοῦ­σε ὅ­μως τὴ σκλη­ρό­τη­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τάς του μὲ λε­βεν­τιὰ καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια, ἦ­ταν πρό­σχα­ρος, ἀ­γα­πη­τὸς σὲ ὅ­λους καὶ ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ ἴ­διος, ἕ­ναν ἐ­χθρὸ εἶ­χε μό­νο, τὴ μι­ζέ­ρια.

        Μπῆ­κα, λοι­πόν, μὲ κα­τε­βα­σμέ­να μά­τια στὸ δω­μά­τιο ποὺ βρί­σκον­ταν ὁ κὺρ-Μι­χά­λης κι ὁ Βα­σί­λης. Εἶ­πα δει­λὰ κα­λη­σπέ­ρα.

        — Κά­θι­σε, ἀ­γό­ρι μου, εἶ­πε κι ἀ­μέ­σως ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὴ γυ­ναί­κα του, «Μα­ρί­κα, ἔ­χεις κά­να γλυ­κὸ νὰ κε­ρά­σεις τὰ παι­διά;».

        — Εὐ­χα­ρι­στῶ, δὲ θέ­λω, εἶ­πα.

        — Ὄ­χι, θὰ φᾶ­τε πρῶ­τα ἕ­να γλυ­κό, για­τί ἐ­γὼ σή­με­ρα ἔ­χω σκο­πὸ νὰ σᾶς πι­κρά­νω.

        Ἐ­νῶ ἐ­μεῖς τρώ­γα­με τὸ γλυ­κό, ὁ κὺρ-Μι­χά­λης ἄρ­χι­σε νὰ μᾶς ἀ­φη­γεῖ­ται μὲ τρό­πο ἀ­βί­α­στο καὶ πα­ρα­στα­τι­κό, πὼς πέ­ρα­σε τὴ μέ­ρα του, τί ἀ­γώ­ια ἔ­κα­νε, τί προ­βλή­μα­τα καὶ δυ­σκο­λί­ες ἀν­τι­με­τώ­πι­σε, χω­ρὶς νὰ πα­ρα­λεί­πει οὔ­τε λε­πτο­μέ­ρει­ες….

        Σὰν τε­λεί­ω­σε εἶ­πε: Τὸ ἴ­διο σκλη­ρή, φαν­τά­ζο­μαι, ἦ­ταν κι ἡ μέ­ρα γιὰ τὸ Στά­θη (τὸν πα­τέ­ρα μου). Καὶ τὸ βρά­δυ γυρ­νᾶ­με κι οἱ δυ­ὸ ξε­θε­ω­μέ­νοι στὸ σπί­τι μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ ξε­κου­ρα­στοῦ­με, νὰ ἠ­ρε­μή­σου­με, ν’ ἀ­κού­σου­με μιὰ γλυ­κιὰ κου­βέν­τα κι ἀν­τὶ γι’ αὐ­τὸ στὸ σπί­τι μᾶς πε­ρι­μέ­νουν τὰ παι­διὰ μας σα­κα­τε­μέ­να, σὰ νὰ γύ­ρι­σαν ἀ­πὸ πό­λε­μο. Ὁ­ρί­στε χά­λια!

        — Θὰ δε­χτεῖ­τε τὴν τι­μω­ρί­α ποὺ θὰ σᾶς βά­λω;

        — Ναὶ εἴ­πα­με φο­βι­σμέ­να κι οἱ δύ­ο, βέ­βαι­οι γιὰ τὴν τι­μω­ρί­α ποὺ μᾶς πε­ρί­με­νε.

        — Λοι­πόν, ἡ τι­μω­ρί­α σας εἶ­ναι νὰ μοῦ ρί­ξει ὁ κα­θέ­νας σας ἀ­πὸ πέν­τε χα­στού­κια.

        Πα­ρὰ τὴν ἔκ­πλη­ξη, ἀ­πὸ δι­αί­σθη­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο, κα­τα­λά­βα­με τὸ με­γα­λεῖ­ο ποὺ ἔ­κρυ­βε μέ­σα της αὐ­τὴ ἡ ἀ­γράμ­μα­τη, βα­σα­νι­σμέ­νη ψυ­χὴ καὶ κά­να­με ἕ­να βῆ­μα πί­σω.

        — Τὸ ἀν­τί­θε­το τὸ δέ­χο­μαι, εἶ­πα ἐ­γώ, αὐ­τὸ ὄ­χι.

        — Κι ἐ­γώ, συμ­πλή­ρω­σε ὁ Βα­σί­λης.

        — Ναί, ρὲ παι­διά, ἀλ­λὰ ποῦ θὰ ξα­να­βρεῖ­τε τέ­τοι­α εὐ­και­ρί­α; Γιὰ νὰ βο­λεύ­ε­στε, θὰ κα­θί­σω στὴν κα­ρέ­κλα, ὥ­στε νὰ μὲ φτά­νε­τε. Θυ­μη­θεῖ­τε πό­σες φο­ρὲς σᾶς μά­λω­σα, ἐ­πει­δὴ κά­να­τε δι­α­ο­λι­ές. Ἀ­πὸ δῶ καὶ πέ­ρα θὰ ξέ­ρε­τε ὅ­τι γιὰ κά­θε τέ­τοι­α δι­α­ο­λιά, θὰ μοῦ ρί­χνει ὁ κα­θέ­νας σας πέν­τε χα­στού­κια. Γιὰ κοι­τάξ­τε μά­γου­λο, εἶ­πε ἐκ­θέ­τον­τας τὸ μα­κρύ, ἡ­λι­ο­κα­μέ­νο πρό­σω­πό του.

        Σὲ κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο τοὺς δυ­ὸ παλ­λη­κα­ρά­δες τοὺς πῆ­ραν τὰ κλά­μα­τα κι οἱ οἰ­κο­γέ­νει­ες μας ἐ­ξα­σφά­λι­σαν τὴ διὰ βί­ου εἰ­ρή­νη τῶν παι­δι­ῶν τους.



Πη­γή: Μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ μιὰ χα­μέ­νη ὅ­ρα­ση (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ἀ­γρι­νί­ου, 2021).

Θα­νά­σης Μα­νι­φά­βας (Ἀ­γρί­νιο) Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ μιὰ χα­μέ­νη ὅ­ρα­ση ὁ συγ­γρα­φέ­ας ση­μει­ώ­νει με­τα­ξὺ ἄλ­λων τὰ ἑ­ξῆς: «[…] Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ θὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν εἶ­ναι μιὰ προ­σπά­θεια χαρ­το­γρά­φη­σης τῆς λα­ϊ­κῆς ψυ­χῆς, ὅ­πως αὐ­τὴ ἀ­να­δεί­χνε­ται ἀ­νό­θευ­τα καὶ αὐ­θόρ­μη­τα στὶς ἁ­πλὲς στιγ­μὲς τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Εἶ­ναι ὅ­λες ἀ­λη­θι­νὰ πε­ρι­στα­τι­κά. […] Με­τὰ τὴν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ ἀ­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ἄρ­χι­σε ἡ λε­η­λα­σί­α τοῦ λα­ϊ­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ […] Στὸν ἑ­αυ­τό μου ἐ­πι­φυ­λάσ­σω ἕ­να ρό­λο: τοῦ ἁ­πλοῦ κα­τα­γρα­φέ­α ὁ ὁ­ποῖ­ος πρέ­πει νὰ δώ­σει στὸν ἀ­να­γνώ­στη καὶ κά­ποι­ες ἀ­πα­ραί­τη­τες γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση πλη­ρο­φο­ρί­ες, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν καὶ γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη ἀ­σκή­σεις εὐ­αι­σθη­σί­ας καὶ εὐ­και­ρί­ες γαλ­βα­νι­σμοῦ τῆς ψυ­χῆς…» (red line agrinio, 2017)


Τὸ σχέδιο εἶναι τοῦ Δημήτρη Δήμα ἀπὸ τὴν πρωτότυπη εἰκονογράφιση γιὰ τὸ βιβλίο, (μεικτὴ τεχνικὴ, 11,5Χ16,5 ἐκ.)

 

 

 

Θανάσης Μανιφάβας: Χαϊδεύω τὴ λύρα του


Θα­νά­σης Μα­νι­φά­βας


Χα­ϊ­δεύ­ω τὴ λύ­ρα του


Α ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΛΥΡΑΣ μὲ τὸν με­γά­λο Κώ­στα Μουν­τά­κη βρί­σκον­ταν στὸν πέμ­πτο μή­να. Μό­λις τε­λεί­ω­σε τὸ μά­θη­μα, πλη­σι­ά­σα­με τὸν δά­σκα­λο καὶ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σα­με ὅ­τι ὁ πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νος του μα­θη­τὴς ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ στα­μα­τή­σει τὰ μα­θή­μα­τα για­τί ὑ­πα­κού­ον­τας στὶς ἀ­νάγ­κες τὶς δη­μο­σι­ο­ϋ­παλ­λη­λι­κῆς του ἰ­δι­ό­τη­τας, ἔ­πρε­πε νὰ δε­χτεῖ τὴ με­τά­θε­σή του γιὰ τὴν Ξάν­θη.

        Σὲ λί­γο πλη­σί­α­σε καὶ ὁ μα­θη­τής· ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε ὅ­σα ἤ­δη εἴ­χα­με πεῖ ἐ­μεῖς στὸ δά­σκα­λο κι ἐ­ξέ­φρα­σε τὴ λύ­πη του, για­τί θὰ δι­έ­κο­πτε τὰ μα­θή­μα­τα λύ­ρας, στὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­χε ση­μει­ώ­σει ση­μαν­τι­κὴ πρό­ο­δο. Ὁ δά­σκα­λος δὲν ἔ­κρυ­ψε τὴ στε­νο­χώ­ρια του καὶ τοῦ συ­νέ­στη­σε νὰ συ­νε­χί­σει τὴ λύ­ρα μό­νος του.

        Ὁ μα­θη­τὴς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε τὸ δά­σκα­λο καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐ­μᾶς τοὺς ὑ­πό­λοι­πους· τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἔ­φευ­γε, ὁ δά­σκα­λος εἶ­πε:

        — Φέ­ρε μου λι­γά­κι τὴ λύ­ρα σου.

        Ὁ μα­θη­τὴς μὲ κά­ποι­α ἀ­πο­ρί­α ἔ­φε­ρε τὴ λύ­ρα, τὴν ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὴ θή­κη της καὶ τὴν ἔ­δω­σε στὸ δά­σκα­λο. Κεῖ­νος μὲ ἀρ­γὲς ἥ­συ­χες κι­νή­σεις τὴν κρά­τη­σε μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο ἄρ­χι­σε νὰ τὴν χα­ϊ­δεύ­ει. Τὸ χέ­ρι του πε­ρι­έ­τρε­ξε τὸ σκά­φος καὶ τὸ κα­πά­κι, ἔ­κρου­ξε ἀ­λα­φρὰ τὶς χορ­δές, ἀ­κράγ­γι­ξε τὰ κλει­διὰ καὶ χω­ρὶς νὰ πά­ρει τὰ μά­τια του ἀ­πὸ πά­νω της, τὴν ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ μα­θη­τή.

        Ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ ἱ­ε­ρο­τε­λε­στί­α κρά­τη­σε δυὸ–τρί­α λε­πτά.

        — Τί ἔ­κα­νες δά­σκα­λε; ρώ­τη­σα ἐ­γώ!

        — Τί ἔ­κα­να, μω­ρέ, εἴ­μα­στε καὶ οἱ δυ­ὸ ἄν­τρες καὶ ντρέ­πο­μαι νὰ χα­ϊ­δέ­ψω τὸ πρό­σω­πό του· χα­ϊ­δεύ­ω λοι­πὸν τὴ λύ­ρα του.


* * *

Ὁ Κώστας Μουντάκης παίζει τὴ λύρα του.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ ντοκυμανταὶρ τῆς ΥΕΝΕΔ “Οἱ ρίζες μου” (δεκαετία τοῦ’70):

 



Πη­γή: Μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ μιὰ χα­μέ­νη ὅ­ρα­ση (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ἀ­γρι­νί­ου, 2021).

Θα­νά­σης Μα­νι­φά­βας (Ἀ­γρί­νιο) Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ μιὰ χα­μέ­νη ὅ­ρα­ση ὁ συγ­γρα­φέ­ας ση­μει­ώ­νει με­τα­ξὺ ἄλ­λων τὰ ἑ­ξῆς: «[…] Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ θὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν εἶ­ναι μιὰ προ­σπά­θεια χαρ­το­γρά­φη­σης τῆς λα­ϊ­κῆς ψυ­χῆς, ὅ­πως αὐ­τὴ ἀ­να­δεί­χνε­ται ἀ­νό­θευ­τα καὶ αὐ­θόρ­μη­τα στὶς ἁ­πλὲς στιγ­μὲς τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Εἶ­ναι ὅ­λες ἀ­λη­θι­νὰ πε­ρι­στα­τι­κά. […] Με­τὰ τὴν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ ἀ­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ἄρ­χι­σε ἡ λε­η­λα­σί­α τοῦ λα­ϊ­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ […] Στὸν ἑ­αυ­τό μου ἐ­πι­φυ­λάσ­σω ἕ­να ρό­λο: τοῦ ἁ­πλοῦ κα­τα­γρα­φέ­α ὁ ὁ­ποῖ­ος πρέ­πει νὰ δώ­σει στὸν ἀ­να­γνώ­στη καὶ κά­ποι­ες ἀ­πα­ραί­τη­τες γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση πλη­ρο­φο­ρί­ες, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν καὶ γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη ἀ­σκή­σεις εὐ­αι­σθη­σί­ας καὶ εὐ­και­ρί­ες γαλ­βα­νι­σμοῦ τῆς ψυ­χῆς…» (red line agrinio, 2017).

Είκόνα: Δημήτρης Δήμας· ἀπὸ τὴν πρωτότυπη εἰκονογράφιση γιὰ τὸ βιβλίο, (μεικτὴ τεχνικὴ, 11,5Χ16,5 ἐκ.)

Νίκος Κατσαλίδας: Ἀπαραμύθητο βουνό


Νίκος Κατσαλίδας


Ἀπαραμύθητο βουνό


Η ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΗ ΜΟΥΡΓΚΑΝΑ τὴ μαγ­κού­φα ὅ­που κά­νει δῆ­θεν πὼς κοι­μᾶ­ται καὶ μᾶς γύ­ρι­σε ἡ μου­χρω­μέ­νη τοὺς γλου­τοὺς καὶ τοὺς γο­φοὺς καὶ τὶς φαρ­δι­ές της ὠ­μο­πλά­τες τὶς ἀν­τα­ρι­α­σμέ­νες; Τὸ ἀ­να­γνω­ρί­ζεις τοῦ­το τὸ γρου­σού­ζι­κο κα­τσι­κο­πό­δα­ρο βου­νὸ ποὺ δὲν σα­λεύ­ει κὰν ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του καὶ κά­νει δῆ­θεν πῶς κοι­μᾶ­ται; Καὶ ὅ­ταν πα­χνιά­ζει καὶ πα­χαί­νει καὶ στοι­χει­ώ­νει ἀ­πὸ τὶς χι­ο­νο­θύ­ελ­λες καὶ ἀ­πὸ τὶς χι­ο­νο­στι­βά­δες καὶ ἀ­χνί­ζει ἀ­πὸ ψυ­χρὲς κι ἄ­χα­ρες ἡ­λι­α­χτί­δες προ­σποι­εῖ­ται ἀ­σά­λευ­το θη­ρί­ο, ἕ­να ἀ­γρί­μι ἀ­πο­λι­θω­μέ­νο καὶ οὔ­τε γυ­ρί­ζει νὰ μᾶς δεῖ καὶ δὲν ἀ­νοί­γει μά­τι; Ἄν­τε στὰ τσα­κί­δια καὶ ἐ­σὺ μω­ρὲ κα­τσι­κο­πό­δα­ρο βου­νό, ποὺ κά­θε μέ­ρα σὲ κοι­τῶ μα­ρα­ζι­α­σμέ­νη μὲ τὸ καρ­φω­μέ­νο βλέμ­μα πά­νω σου, μπὰς καὶ συ­νέλ­θεις, μπὰς καὶ βρυ­χη­θεῖς, μπὰς καὶ μουγ­κρί­σεις καὶ ξα­να­γυ­ρί­σεις νὰ μὲ δεῖς νὰ μὲ προ­σέ­ξεις νὰ μὲ σφί­ξεις καὶ νὰ μ’ ἀγ­κα­λιά­σεις. Ἄν­τε στὸ κα­λὸ κι ἐ­σὺ μω­ρὲ ἀ­γέ­ρω­χο βου­νό, ὅ­που τρο­χί­ζεις τὰ ἀ­στρο­πε­λέ­κια πά­νω σου καὶ κά­νεις τὸ χα­τί­ρι τοῦ χι­ο­νιὰ καὶ τῆς πη­χτῆς ἀν­τά­ρας, δὲν πε­ρί­με­να ὅ­τι κι ἐ­σὺ θὰ μᾶς ξε­χνοῦ­σες κά­ποι­α μέ­ρα, θὰ μᾶς γύ­ρι­ζες τὶς πλά­τες, σὰν νὰ μ’ ἤ­μα­σταν κι ἐ­μεῖς ρω­μιοὶ μὲ λά­δι βα­φτι­σμέ­νοι, σὰν νὰ ἤ­μα­σταν γιὰ σέ­να ξέ­νοι, ἔ­λε­γε κι ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε ἡ για­γιὰ κα­τὰ και­ροὺς θω­ρών­τας τὸ ἀ­κα­πί­στρω­το βου­νὸ ποὺ σφύ­ρι­ζαν ἀ­πά­νω του σὰν τέ­ρα­τα οἱ βο­ριά­δες κι ἔ­βλε­πε νὰ βγαί­νει ἀ­πα­ρα­μύ­θη­τος πη­χτὸς κα­πνὸς ἀ­πὸ φω­τι­ὲς σβη­σμέ­νες ποὺ ἀ­κό­μα σπιν­θη­ρί­ζα­νε ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ τὶς νύ­χτες κι ἔ­φτα­ναν οἱ σπί­θες τους στὰ μαν­τριά μας καὶ μὲ ἔσφιγ­γε στὴν ἀγ­κα­λιά της.



Πη­γή: Θυμάρια των βορριάδων (Νίκας, 2022)


Νί­κος Κα­τσα­λί­δας (Ἄ­νω Λε­σι­νί­τσα Θε­ο­λό­γος Ἁ­γί­ων Σα­ράν­τα, 1949). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α. Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος μὲ πολ­λὲς τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις καὶ βρα­βεῖ­α. Ποι­ή­μα­τά του συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ Ἀν­θο­λο­γί­ες στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, βουλ­γα­ρι­κά, ρου­μα­νι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος με­τέ­φρα­σε σα­ράν­τα πέν­τε Ἕλ­λη­νες ποι­η­τὲς καὶ πε­ζο­γρά­φους στὴν Ἀλ­βα­νι­κὴ γλώσ­σα. Εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἱ­δρυ­τὲς τῆς Δη­μο­κρα­τι­κῆς Ἕ­νω­σης τῆς Ἐ­θνι­κῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Μει­ο­νό­τη­τας «Ὁ­μό­νοι­α». Κα­τὰ τὸ 2001-2002, χρη­μά­τι­σε ὑ­πουρ­γὸς Ἐ­πι­κρα­τεί­ας (πα­ρὰ τῷ πρω­θυ­πουρ­γῶ) γιὰ τὰ Ἀν­θρώ­πι­να Δι­και­ώ­μα­τα στὴν Ἀλ­βα­νί­α. Κα­τὰ τὸ 2004-2008 δι­ε­τέ­λε­σε δι­πλω­μά­της, Μορ­φω­τι­κὸς Σύμ­βου­λος στὴν Ἀλ­βα­νι­κὴ Πρε­σβεί­α στὴν Ἀ­θή­να. Τὸ 2001 ἀ­πέ­σπα­σε τὸ βαλ­κα­νι­κὸ βρα­βεῖ­ο «Αἷ­μος», στὴ Σό­φια, γιὰ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ «Τὰ ἑ­κα­τὸ ἑ­κα­τό­φυλ­λά τῆς Πού­λιας». Τὸ 2002 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε ἡ «Ἀ­ση­μέ­νια πέ­να» ἀ­πὸ τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Ἀλ­βα­νί­ας γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τῆς ποί­η­σης τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α Ἐ­λύ­τη. Τὸ 2012, πα­ρα­ση­μο­φο­ρή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς Ἀλ­βα­νι­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας μὲ τὸ ἀ­νώ­τα­το με­τάλ­λιο τῆς τά­ξης τῶν γραμ­μά­των «Με­γά­λος καλ­λι­τέ­χνης». Ὁ Νί­κος Κα­τσα­λί­δας εἶ­ναι τα­κτι­κὸ μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.



		

	

Βασίλης Μανουσάκης: Τὶ δὲν εἶναι καλύτερο ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία;


Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη


Τί δὲν εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α;

 

ΑΛΙ ΚΟΙΜΑΤΑΙ, ἄρ­χι­σε νὰ μουρ­μου­ρί­ζει ἡ Βα­λεν­τί­να μέ­σα ἀ­πὸ τὰ δόν­τια της, ὅ­ταν τὸν εἶ­δε πά­λι στὸν κα­να­πὲ μὲ τὸ βι­βλί­ο πε­σμέ­νο στὰ μοῦ­τρα.

 

        Τί θὰ ἀ­πο­γί­νω;

 

        Δὲν θέ­λω ἄλ­λο…

 

        Θέ­λω νὰ φύ­γω…

 

        Πῶς θὰ φύ­γω…

 

        Καὶ ποῦ νὰ πά­ω…


        Οἱ σκέ­ψεις τὴ χτυ­ποῦ­σαν μὲ ὁρ­μὴ πυ­ραύ­λων καὶ τὸ μυα­λὸ της ἄρ­χι­σε νὰ πο­νά­ει κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά. Σὰν νὰ ἔ­νι­ω­θε τὸν ἐγ­κέ­φα­λό της νὰ κι­νεῖ­ται μέ­σα στὸ κε­φά­λι της καὶ νὰ χτυ­πά­ει στὰ τοι­χώ­μα­τα τοῦ κρα­νί­ου της, ὅ­πως κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀν­τί­κρι­ζε τὸ θέ­α­μα ἐ­κεί­νου ποὺ ἄλ­λο­τε θαύ­μα­ζε νὰ κοι­μᾶ­ται χα­μέ­νος μέ­σα στὶς ἴ­δι­ες λέ­ξεις μὲ τὸ χέ­ρι πε­σμέ­νο στὸ πά­τω­μα.

 

        Του­λά­χι­στον, κά­πο­τε μά­θαι­νε καὶ κά­τι καὶ γυρ­νοῦ­σα καὶ μοῦ τὸ ἔ­λε­γε…

 

        Τώ­ρα…

 

        Στὴν ἴ­δια σε­λί­δα πάν­τα…

 

        Στὸ ἴ­διο ἔρ­γο θε­α­τές…

 

        Καὶ πῆ­γε πρὸς τὴν κου­ζί­να νὰ ἀ­δειά­σει τὰ ψώ­νια. Στὸ κρα­σὶ κον­το­στά­θη­κε καὶ χά­ι­δε­ψε λί­γο τὸν λαι­μὸ τοῦ μπου­κα­λιοῦ σὰν νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος.

        Λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα ἀ­κό­μα καὶ τὸ ἅρ­πα­ξε, ἀ­φή­νον­τας ἀ­κό­μα καὶ τὰ γι­α­ούρ­τια ἐ­κτὸς ψυ­γεί­ου, κι ἀ­νέ­βη­κε τὶς σκά­λες πρὸς τὴν τα­ρά­τσα. Ἐ­κεῖ εἶ­χαν στή­σει ἕ­να ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὸ τη­λε­σκό­πιο γιὰ νὰ ἀ­να­ζη­τοῦν μα­ζὶ τὴν ὕ­παρ­ξη ζω­ῆς, ὅ­πως ἔ­λε­γαν χα­μο­γε­λών­τας. Τοὺς πῆ­ρε και­ρὸ αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση, ὥ­σπου ἐ­κεῖ­νος στα­μά­τη­σε νὰ ψά­χνει τὴν ὕ­παρ­ξη σὲ ὁ­τι­δή­πο­τε. Κι εἶ­χε μεί­νει μό­νη, ἀ­ραι­ὰ καὶ ποὺ νὰ ἀ­νε­βαί­νει στὴν τα­ρά­τσα καὶ νὰ ἀ­να­ζη­τεῖ στὴν Ἀ­φρο­δί­τη τὴ γέν­νη­ση ζω­ῆς ἢ στὸν Ἄ­ρη τὴν ὕ­παρ­ξη μιᾶς μά­χης γιὰ ζω­ὴ ἔ­στω.

        Καὶ τώ­ρα ἦ­ταν πά­λι ἐ­κεῖ μὲ τὸ κρα­σί της καὶ ἕ­να πο­τή­ρι γε­μά­το. Τὸ κα­τέ­βα­σε ὅ­λο προ­τοῦ κοι­τά­ξει καὶ ἔ­νι­ω­σε καὶ πά­λι τὸν ἐγ­κέ­φα­λό της νὰ πάλ­λε­ται. Γιὰ ἄλ­λο λό­γο τώ­ρα.

        Κοί­τα­ξε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ τη­λε­σκό­πιο. Ἡ Μι­κρὴ Ἄρ­κτος ἐ­κεῖ. Ἡ Ἀ­φρο­δί­τη εἶ­χε δει­λὰ φα­νεῖ, ἀλ­λὰ κα­νέ­να ση­μά­δι ἐ­ρω­τι­κῆς πά­λης ἀ­κό­μα. Ὁ Κρό­νος μὲ τοὺς δα­κτύ­λιους χό­ρευ­ε χού­λα χούπ.

        Κά­τι εἶ­ναι κι ὁ Κρό­νος…

        Ὁ Δί­ας με­γά­λος καὶ βα­ρύς. Δύ­σθυ­μος. Δυ­σκί­νη­τος. Σὰν τὶς σκέ­ψεις της.

        Ἤ­πι­ε καὶ δεύ­τε­ρο πο­τή­ρι κρα­σί. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λος ἀ­να­ρί­γη­σε αὐ­τὴ τὴ φο­ρά.

        Ἄρ­χι­σε νὰ κι­νεῖ τὸ τη­λε­σκό­πιο πιὸ γρή­γο­ρα δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ στὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν νὰ ἔ­ψα­χνε κά­τι.

        Τώ­ρα ἔ­πι­νε τὸ κρα­σὶ ἀ­πὸ τὸ μπου­κά­λι. Βα­ρι­ό­ταν τὴν κομ­ψό­τη­τα τοῦ πο­τη­ριοῦ.

        Νὰ ὁ Δί­ας καὶ πά­λι. Στά­σι­μος. Σὰν τὴ ζω­ή της.

        Ἀ­ρι­στε­ρά τοῦ Δί­α, τὸ τη­λε­σκό­πιο ἔπι­α­σε κά­τι. Ἕ­να ἀ­στέ­ρι, ἕ­ναν πλα­νή­τη. Κά­τι.

        Ἤ­πι­ε μιὰ με­γά­λη γου­λιὰ ἀ­πὸ τὸ μπου­κά­λι, τί­να­ξε τὸ κε­φά­λι της καὶ ξα­να­κοί­τα­ξε. Κά­τι ἦ­ταν αὐ­τό.

        Μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα, ἀ­κό­μα τὸ πα­ρα­τη­ροῦ­σε. Οὔ­τε με­γά­λω­νε οὔ­τε μί­κραι­νε. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Παι­δὶ τοῦ Δί­α.

        Κοί­τα­ξε τὸ ρο­λό­ι της. Εἶ­χε πε­ρά­σει μι­ά­μι­ση ὥ­ρα ποὺ εἶ­χε γυ­ρί­σει σπί­τι. Θὰ εἶ­χε ξυ­πνή­σει ἐ­κεῖ­νος καὶ θὰ δι­ά­βα­ζε καὶ πά­λι τὴν ἴ­δια σε­λί­δα. Προ­τοῦ κοι­μη­θεῖ γιὰ βρά­δυ.

        Γύ­ρι­σε πρὸς τὴν πόρ­τα τῆς τα­ρά­τσας, μή­πως τὸν προ­λά­βει ξύ­πνιο καὶ ποῦν κα­μιὰ κου­βέν­τα. Με­τὰ ὅ­μως εἶ­δε ὅ­τι εἶ­χε ἀ­φή­σει μι­σὸ πο­τή­ρι κρα­σὶ ἀ­πὸ πρίν. Τὸ σή­κω­σε, τὸ ἔ­φε­ρε στὰ χεί­λη της, τὸ γεύ­τη­κε καὶ κοί­τα­ξε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ τη­λε­σκό­πιο. Τὸ παι­δὶ τοῦ Δί­α ἦ­ταν ἀ­κό­μα δί­πλα του. Ἀ­κί­νη­το κι αὐ­τό. Σὰν τὸν πα­τέ­ρα του.

        Ἡ Βα­λεν­τί­να ἔ­στρε­ψε τὸ τη­λε­σκό­πιο ἀ­πό­το­μα μα­κριά. Σὲ ἕ­να ση­μεῖ­ο κε­νό, ὅ­που ὑ­πῆρ­χαν μό­νο ἄ­στρα πε­θα­μέ­να και­ρὸ πρὶν καὶ μαῦ­ρος οὐ­ρα­νός. Τε­λεί­ω­σε τὸ κρα­σί, ἄ­φη­σε τὸ πο­τή­ρι στὸ πλά­ι καὶ κόλ­λη­σε τὸ μά­τι της στὸ κε­νό. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ μεί­νει ἐ­κεῖ ὡς ἀρ­γά. Κι ἄς ἕ­λι­ω­ναν τὰ γι­α­ούρ­τια. Κι ἄς ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἴ­σως ἐ­κεῖ­νος.

 

        Ἄλ­λω­στε, τί δὲν εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α;

 


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.



		

	

Περικλῆς Κοροβέσης: Ξε­χα­σμέ­να «εὐ­χα­ρι­στῶ»



Πε­ρι­κλῆς Κο­ρο­βέ­σης [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 4/14 (Κάθε Κυριακή)]

Ξε­χα­σμέ­να «εὐ­χα­ρι­στῶ»


ΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ, βα­θιὰ τὴ νύ­χτα, μὲ ἕ­να πο­τή­ρι κρα­σὶ στὸ χέ­ρι, ἔρ­χον­ται κά­ποι­ες στιγ­μὲς ποὺ ἡ ψυ­χή μου γε­μί­ζει οὐ­ρά­νια τό­ξα. Ὄ­χι ση­μαν­τι­κὰ πράγ­μα­τα. Μι­κρὲς στιγ­μὲς ποὺ τοὺς χρω­στά­ω ἕ­να με­γά­λο εὐ­χα­ρι­στῶ. Σὲ σέ­να κὺρ Μα­νώ­λη στὴν Ἀ­θη­νᾶς, ὅ­ταν σοῦ ζή­τη­σα δου­λειά. Εἶ­πες, «δὲν ἔ­χω ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ κά­ποι­ο παι­δί». Ἀλ­λὰ μὲ πῆ­ρες στὴ δου­λειά σου, για­τί εἶ­χα ἀ­νάγ­κη ἐ­γώ. Καὶ ἔ­τσι μπό­ρε­σα καὶ τέ­λει­ω­σα τὸ νυ­χτε­ρι­νό. Στοὺς δυ­ὸ μπά­τσους τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς χούν­τας, ὅ­ταν ρί­χνα­με προ­κη­ρύ­ξεις στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο Ἐ­κράν. Καὶ μᾶς εἶ­παν: «Τί κά­νε­τε, ρὲ κω­λό­παι­δα; Πάρ­τε δρό­μο πρὶν σᾶς γα­μή­σου­με.» Καὶ μᾶς ἄ­φη­σαν ξέ­ρον­τας πὼς θὰ ξα­να­ρί­ξου­με προ­κη­ρύ­ξεις. Γλι­τώ­σα­με ἔ­τσι βα­σα­νι­στή­ρια καὶ φυ­λα­κί­σεις. Στὸν πε­ρι­πτε­ρά, τὸν κὺρ Κώ­στα, πού μοῦ ἔ­δι­νε τὴν Αὐ­γὴ τυ­λιγ­μέ­νη στὰ Νέ­α. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια ἔ­μα­θα πὼς τὰ γε­μι­στὰ μπι­σκό­τα Πα­πα­δο­πού­λου πού μοῦ ἔ­φερ­νε ἡ μά­να μου στὶς Ἐγ­κλη­μα­τι­κὲς Φυ­λα­κὲς Αἴ­γι­νας ἦ­ταν δι­κά του. Ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸ μά­θει κα­νείς. Ἀ­κό­μα ἔ­χω τὴ θύ­μη­ση μιᾶς γλύ­κας στὴν ψυ­χὴ καὶ στὸ στό­μα. Καὶ τώ­ρα σὲ σέ­να Ἴν­γκριντ, στὸ προ­α­στια­κὸ τρέ­νο στὴ Στοκ­χόλ­μη, ποὺ μὲ εἶ­δες νὰ τουρ­του­ρί­ζω σὲ θερ­μο­κρα­σί­α εἴ­κο­σι ὑ­πὸ τὸ μη­δέν. Εἶ­δες τὰ ροῦ­χα μου καὶ μὲ λυ­πή­θη­κες. Μὲ μά­ζε­ψες, μὲ πῆ­γες σπί­τι σου, ἐ­μέ­να τὸ λα­θρο­με­τα­νά­στη, ποὺ ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ ἤ­μουν ἐ­πι­κίν­δυ­νος. Μὲ τά­ϊ­σες, μὲ ἔ­πλυ­νες, μοῦ ἔ­δω­σες τὸ κρε­βά­τι σου. Καὶ μὲ ἔ­κα­νες θρῆ­σκο. Εἶ­πα, «ἐ­δῶ ὑ­πάρ­χει θε­ός».



Πη­γή: Πα­ρά­πλευ­ρες Κα­θη­με­ρι­νὲς ἀ­πώ­λει­ες (μι­κρὰ κεί­με­να, Οἱ ἐκ­δό­σεις τῶν συ­να­δέλ­φων, 3η ἔκδ., 2014).

Εἰσαγωγὴ στὸ ἀφιέρωμα:

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου: Πε­ρι­κλῆς Κο­ρο­βέ­σης – Ζω­ντα­νὴ μνή­μη ἑ­νὸς φί­λου.

Πε­ρι­κλῆς Κο­ρο­βέ­σης (Ἀρ­γο­στό­λι Κε­φαλ­λη­νί­ας, 1941-Ἀ­θή­να, 2020). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο μὲ τὸν Δη­μή­τρη Ρον­τή­ρη, ση­μει­ο­λο­γί­α μὲ τὸν Ro­land Bar­thes καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα τῶν Ρ. Vi­dal Na­quet, Μαρ­σὲλ Ντε­τι­έν, Κορ­νή­λιου Κα­στο­ριά­δη καὶ ἄλ­λων στὸ Πα­ρί­σι. Ἀ­πὸ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α με­τεῖ­χε ἐ­νερ­γὰ στὸ μα­χη­τι­κὸ δη­μο­κρα­τι­κὸ κί­νη­μα τῆς Ἀ­ρι­στε­ρᾶς. Φυ­λα­κί­στη­κε καὶ ἐ­ξο­ρί­στη­κε ἐ­πὶ χούν­τας. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἀν­θρω­πο­φύ­λα­κες (1969) με­τα­φρά­στη­κε σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες, ἔ­κα­νε ἀλ­λε­πάλ­λη­λες ἐ­πα­νεκ­δό­σεις καὶ ἀ­να­δεί­χθη­κε σὲ ἕ­να παγ­κο­σμί­ως γνω­στὸ «κα­τη­γο­ρῶ» ἐ­νάν­τια στὴ Δι­κτα­το­ρί­α τῶν Συν­ταγ­μα­ταρ­χῶν καὶ τὰ βα­σα­νι­στή­ρια στὰ ὁ­ποῖ­α ὑ­πέ­βαλ­λε τοὺς ἀν­τι­φρο­νοῦν­τες. Βι­βλί­α του Πε­ρι­γρα­φὴ AGCTTGA+TCGAACT (Εἴ­κο­σι πέν­τε κεί­με­να τοῦ Π. Κο­ρο­βέ­ση, δε­κα­τρεῖς ζω­γρα­φι­ὲς τοῦ Χρό­νη Μπό­τσο­γλου, 1980), Γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ νη­σὶ ἡ θά­λασ­σα (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1982), Τango Bar (θέ­α­τρο, 1988), Ἐ­πι­χεί­ρη­σις Ἰ­ου­δήθ (θέ­α­τρο, 1992) κ.ἄ. κα­θὼς καὶ παι­δι­κὰ ἔρ­γα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος στὴν Ἐ­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α, τὴν Ἐ­πο­χὴ καὶ τὴν Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λι­τι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Ἰωάννα Γαλανάκη: Πρὸς μιὰ ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α τοῦ Facebook


Ἰωάννα Γαλανάκη


Πρὸς μιὰ ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α τοῦ Facebook


ΔΟΥ ΛΟΙΠΟΝ τὸ στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι «ἔρ­χε­σθε, ὅ­τι ἤδη ἕ­τοι­μά ἐ­στι πάν­τα», τὸ φα­γο­πό­τι στὴν κα­λύ­τε­ρη στιγ­μή του ἐ­πι­δέ­ξια ἀ­κρο­βα­τών­τας πά­νω στὸ τεν­τω­μέ­νο σκοι­νὶ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου μὲ τὸ κον­τά­ρι μιᾶς ἀ­νώ­δυ­νης εὐ­γέ­νειας κι ἑ­νὸς μι­σο­κρυμ­μέ­νου μί­σους νὰ γέρ­νει πό­τε ἀ­πὸ τὴ μιὰ καὶ πό­τε ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη – κα­θὼς πνέ­ει ὁ ἄ­νε­μος κι ἡ τύ­χη τῆς στιγ­μῆς.

       Ἰ­δοὺ λοι­πὸν τὸ στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι «ἔρ­χε­σθε, ὅ­τι ἤδη ἕ­τοι­μά ἐ­στι πάν­τα», ἑ­κα­τον­τά­δες δὲς συρ­ρέ­ουν πει­να­σμέ­νοι. Μὰ ἡ τρο­φὴ ἐ­κεί­νη ποὺ ἀ­νε­ξάν­τλη­τη προ­σφέ­ρε­ται ὁ­δη­γεῖ σὲ με­τα­μόρ­φω­ση, ἡ πέ­ψη της γεν­νᾶ πλά­σμα­τα ἀλ­λό­κο­τα, μό­νο νὰ βλέ­πουν πιὰ μπο­ροῦν καὶ τί­πο­τ’ ἄλ­λο. Ἀ­δύ­να­το ὅ­σο κι ἂν τὸ θέ­λεις ν’ ἀ­κουμ­πή­σεις τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πλευ­ρὰ τῶν χε­ρι­ῶν τους. Οἱ χί­λι­ες καὶ μιὰ νύ­χτες τοῦ πλη­κτρο­λο­γί­ου τοὺς σβῆ­σαν τὰ δα­κτυ­λι­κὰ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα. Πλά­σμα­τα ἀλ­λό­κο­τα, τὸ χά­δι τους πνιγ­μέ­νο μέ­σα σὲ μι­κρῆς ἀ­ξί­ας κομ­πλι­μέν­τα, σὲ φευ­γα­λέ­ους θαυ­μα­σμούς.

       Καὶ ὅ­μως ὅ­λα ἄρ­χι­σαν ἀ­π’ τῶν ἐ­λά­χι­στων στιγ­μῶν τὴ σα­γη­νευ­τι­κὴ ἀ­θα­να­σί­α, ἀ­π’ τὸ πυ­κνὸ δά­σος τῶν λέ­ξε­ων μὲ ἁ­δροὺς φλοι­οὺς ποὺ εἶ­χαν τὴ δύ­να­μη νὰ πα­ρα­σύ­ρουν φω­τει­νὰ νο­ή­μα­τα, ἀ­χει­ρο­ποί­η­τες εἰ­κό­νες. Ὤ! ναὶ οἱ εἰ­κό­νες, προ­πάν­των οἱ ἀ­χα­νεῖς εἰ­κό­νες ποὺ ἐ­πι­στρέ­φουν ὁ­λο­έ­να πιὸ πραγ­μα­τι­κές! Ὥ­σπου οἱ πει­να­σμέ­νοι πί­στε­ψαν πὼς εἶ­χαν βρεῖ τὸ φάρ­μα­κο ποὺ δια­μιᾶς ἐ­ξη­με­ρώ­νει τὰ φθο­νε­ρὰ τοῦ χρό­νου νῶ­τα, ποὺ δι­α­στέλ­λει τὸ ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­δος καρ­φώ­νον­τάς το πά­νω σ’ ἕ­να γι­γάν­τιο κολ­λῶ­δες πλέγ­μα φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ ἄ­πει­ρα ἀ­στέ­ρια πε­θα­μέ­νου φω­τὸς ποὺ λαμ­πυ­ρί­ζουν.

       Μὰ ἔ­τσι ἁ­πλω­μέ­νες πά­νω στὸν και­ρὸ λι­πό­σαρ­κες οἱ αἰ­σθή­σεις ἀ­πο­μεῖ­ναν καὶ κά­πως ἐ­ξα­τμί­σθη­καν καὶ φτέ­νε­ψαν. Καὶ ἐ­θι­σμέ­νοι σὲ μιὰ εὐ­τε­λῆ κα­τά­λη­ψη ζω­ῆς οἱ πει­να­σμέ­νοι με­τροῦ­σαν τὸ πρό­σκαι­ρο μὲ κα­τὰ συρ­ρο­ὴ ἐ­πι­φω­νή­μα­τα, μὲ σύμ­βο­λα ὠ­το­στὸπ τὸν ἔ­ρω­τα ποὺ ἔ­τρε­χε μὲ ἀ­να­βο­λι­κὴ τα­χύ­τη­τα νὰ στα­μα­τή­σουν πά­σχι­ζαν, στὸ ἑ­πό­με­νο πό­στ μ’ ἕ­ναν ἔ­ξυ­πνο γλωσ­σι­κὸ ἑ­λιγ­μὸ πὼς θ’ ἀ­πο­κτή­σουν πλε­ο­νέ­κτη­μα θαρ­ροῦ­σαν.

       Ἡ δη­μο­φι­λί­α – μιὰ προ­σφο­ρὰ κο­ρύ­φω­σης χω­ρὶς ἱ­δρώ­τα! Ἀ­θέ­ρι­στο χλια­ρὸ πά­θος βά­ρυ­νε τὶς μου­δι­α­σμέ­νες καὶ ἀ­τρο­φι­κὲς αἰ­σθή­σεις τους, κά­τι σὰ νὰ μέ­νεις σ’ ἕ­να ξέ­νο σπί­τι ἐ­δῶ καὶ χρό­νια μὰ ἀ­κό­μη κά­πως νο­σταλ­γεῖς ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­δὶ ποὺ κά­πο­τε γεν­ναι­ό­δω­ρα τύ­λι­γε γά­ζα τὸ οἰ­κεῖ­ο βλέμ­μα του ἐ­πά­νω στὶς πλη­γές σου. Ὁ φεϊσ­μπου­κι­κὸς χρό­νος ἕ­νας πρίγ­κη­πας ποὺ ξαφ­νι­κὰ με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ βά­τρα­χο κι οἱ λέ­ξεις ποὺ θὰ τοῦ ’­λυ­ναν τὰ μά­για ἔ­χουν πλέ­ον ξε­χα­στεῖ!

       Κι ὁ κό­σμος ζε­στὴ σκιά, χω­ρὶς δα­κτυ­λι­κὰ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα, γλι­στρᾶ ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη. Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε σ’ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριὸ κον­τὰ στὰ Χα­νιά. Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς ἀρ­χαι­ο­λό­γο­ς καὶ ἐ­ρευ­νή­τρια. Συ­νέ­χι­σε τὶς σπου­δές της μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ (Ἀ­ρα­δήν). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν ἐ­πί­σης δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Νέα Εὐ­θύ­νη. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει καὶ δη­μο­σι­εύ­σει στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Τὸ Δέν­τρο ποί­η­ση τῆς σύγ­χρο­νης Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας ποι­ή­τρια­ς Jes­si­ca Green­ba­um. Μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ἀγ­γλι­κὰ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Two Words For. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Li­fo, Mo­nu­men­ta καὶ σε blogs. Αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­ο­δο ζεῖ στὸ Σα­ου­θάμ­πτον τῆς Ἀγ­γλί­ας καὶ ἑ­τοι­μά­ζει μιὰ μι­κρὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των γιὰ δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰκονα: Στὴν ἔναρξη: ἔργο τοῦ Σύρου γελοιογράφου Φὰχτ Ἄλ Μπαχαντί (1983). Στὸν ἐπίλογο: ἔργο τοῦ Σλοβάκου γελοιογράφου Μάριαν Κάμενσκυ (1957).

Πε­ρι­κλῆς Κο­ρο­βέ­σης: Ἄσυλο στὸ χαρτί


Πε­ρι­κλῆς Κο­ρο­βέ­σης [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 2/14 (Κάθε Κυριακή)]


Ἄ­συ­λο στὸ χαρ­τί


ΜΕΙΣ οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι τοῦ χαρ­τιοῦ χά­σα­με τό­ση ζω­ή, ὅ­σο ἡ ἔ­κτα­ση τῶν γρα­πτῶν μας. Δὲν εἴ­χα­με καὶ ἄλ­λη λύ­ση. Ἤρ­θα­με καὶ δὲν μᾶς πε­ρί­με­ναν. Χτυ­πή­σα­με τὴν πόρ­τα, ἀλ­λὰ δὲν μᾶς ἄ­νοι­ξαν. Μι­λή­σα­με, καὶ ἡ γλώσ­σα μας ἦ­ταν ξέ­νη. Κα­τα­φύ­γα­με στὸ χαρ­τὶ ζη­τών­τας ἄ­συ­λο. Ὅ­μως καὶ ἐ­δῶ ἐ­ξό­ρι­στοι εἴ­μα­στε. Δὲν εἶ­χε χῶ­ρο γιὰ μᾶς. Μό­νο γιὰ τὶς λέ­ξεις.

Πη­γή: Πα­ρά­πλευ­ρες Κα­θη­με­ρι­νὲς ἀ­πώ­λει­ες (μι­κρὰ κεί­με­να, Οἱ ἐκ­δό­σεις τῶν συ­να­δέλ­φων, 3η ἔκδ., 2014).

Εἰσαγωγὴ στὸ ἀφιέρωμα:

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου: Πε­ρι­κλῆς Κο­ρο­βέ­σης – Ζω­ντα­νὴ μνή­μη ἑ­νὸς φί­λου.

Πε­ρι­κλῆς Κο­ρο­βέ­σης (Ἀρ­γο­στό­λι Κε­φαλ­λη­νί­ας, 1941-Ἀ­θή­να, 2020). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο μὲ τὸν Δη­μή­τρη Ρον­τή­ρη, ση­μει­ο­λο­γί­α μὲ τὸν Ro­land Bar­thes καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα τῶν Ρ. Vi­dal Na­quet, Μαρ­σὲλ Ντε­τι­έν, Κορ­νή­λιου Κα­στο­ριά­δη καὶ ἄλ­λων στὸ Πα­ρί­σι. Ἀ­πὸ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α με­τεῖ­χε ἐ­νερ­γὰ στὸ μα­χη­τι­κὸ δη­μο­κρα­τι­κὸ κί­νη­μα τῆς Ἀ­ρι­στε­ρᾶς. Φυ­λα­κί­στη­κε καὶ ἐ­ξο­ρί­στη­κε ἐ­πὶ χούν­τας. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἀν­θρω­πο­φύ­λα­κες (1969) με­τα­φρά­στη­κε σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες, ἔ­κα­νε ἀλ­λε­πάλ­λη­λες ἐ­πα­νεκ­δό­σεις καὶ ἀ­να­δεί­χθη­κε σὲ ἕ­να παγ­κο­σμί­ως γνω­στὸ «κα­τη­γο­ρῶ» ἐ­νάν­τια στὴ Δι­κτα­το­ρί­α τῶν Συν­ταγ­μα­ταρ­χῶν καὶ τὰ βα­σα­νι­στή­ρια στὰ ὁ­ποῖ­α ὑ­πέ­βαλ­λε τοὺς ἀν­τι­φρο­νοῦν­τες. Βι­βλί­α του Πε­ρι­γρα­φὴ AGCTTGA+TCGAACT (Εἴ­κο­σι πέν­τε κεί­με­να τοῦ Π. Κο­ρο­βέ­ση, δε­κα­τρεῖς ζω­γρα­φι­ὲς τοῦ Χρό­νη Μπό­τσο­γλου, 1980), Γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ νη­σὶ ἡ θά­λασ­σα (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1982), Τango Bar (θέ­α­τρο, 1988), Ἐ­πι­χεί­ρη­σις Ἰ­ου­δήθ (θέ­α­τρο, 1992) κ.ἄ. κα­θὼς καὶ παι­δι­κὰ ἔρ­γα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος στὴν Ἐ­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α, τὴν Ἐ­πο­χὴ καὶ τὴν Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λι­τι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

 

Ἰωάννα Γαλανάκη: Ἐ­πι­στρο­φὴ-κα­λο­καί­ρι



Ἰωάννα Γαλανάκη


­πι­στρο­φὴκα­λο­καί­ρι


Shall I compare thee to a summer’s day?
William Shakespeare

Ο ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, ἕ­να ἀ­μεί­λι­κτο παι­δὶ ποὺ σὲ με­τρᾶ μὲ τὸν δι­κό του χρό­νο. Ἔρ­χε­ται κά­πο­τε και­ρὸς ποὺ βι­ω­μέ­νο πα­ρελ­θὸν σοῦ ἐ­πι­βάλ­λε­ται. Δι­εκ­δι­κεῖ. Ὄ­χι ἀπ΄ τὶς ἀ­να­μνή­σεις μό­νο μὰ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα ἀ­π’ τὸ ἐ­νή­λι­κό σου σῶ­μα. Δυ­να­στεύ­ει. Μ’ ὀ­σμὲς-προσ­δο­κί­ες, γεύ­σεις-ἐλ­πί­δες, ἁ­φὲς-ἐ­ξε­ρευ­νή­σεις, δέν­τρα-βι­βλί­α, λέ­ξεις-πο­τά­μια. Τὸ κα­λο­καί­ρι ἐ­πα­νέρ­χε­ται. Μὲ γο­νεῖς ποὺ ἐ­νῶ ἔ­χουν πε­θά­νει και­ρό, ἀ­να­σταί­νον­ται. Γιὰ νὰ πα­ρα­θε­ρί­σου­νε μα­ζί σου. Νὰ σὲ ἀ­γα­πή­σουν πά­λι μ’ αὐ­τὴ τὴν ξέ­νη τους ἀ­γά­πη. Κι ἔ­πει­τα, στὸ τέ­λος του, νὰ ξα­να­πε­θά­νουν θυ­μί­ζον­τάς σου πὼς ὁ θά­να­τός τους πά­νω σου συμ­βαί­νει πάν­τα τώ­ρα. Τὸ κα­λο­καί­ρι ἐ­πα­νέρ­χε­ται, λευ­κὸς ἄ­νε­μος-πα­ρά­ξε­νος ἀ­ριθ­μός, στὸ μπαλ­κό­νι τοῦ τέ­ταρ­του ὀ­ρό­φου μιᾶς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, στὴν Ἀ­θή­να. Τὸ κα­λο­καί­ρι εἶ­ναι ὑ­περ­φυ­σι­κό. Γε­λι­έ­σαι ἂν πι­στέ­ψεις ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ τὸ ἐ­λέγ­ξεις. Τὸ πνεῦ­μα του ὅ,τι κι ἐ­ὰν κά­νεις θὰ σὲ κα­τα­λά­βει. Κι ἂν τυ­χὸν τοῦ ἀν­τι­στα­θεῖς θὰ ὑ­πο­φέ­ρεις πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἂν πά­λι τοῦ ἀ­φε­θεῖς ἐ­κεῖ­νο ἁ­πλό­χε­ρα θὰ σοῦ χα­ρί­σει τὴ σάρ­κι­νή του θά­λασ­σα. Κι ἂν δρα­πε­τεύ­σεις σὲ κά­ποι­α χώ­ρα τοῦ βορ­ρᾶ καὶ ἐ­κεῖ το κα­λο­καί­ρι θὰ πα­ρα­μο­νεύ­ει. Κι ἂν ἐ­πι­δεί­ξεις πει­θαρ­χεῖ­α ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη κι ἂν τι­θα­σεύ­σεις ἔ­τσι ἀ­πό­λυ­τά το νοῦ σου, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θὰ ξα­να­αι­σθαν­θεῖς τὴν πα­ρου­σί­α του. Νὰ σοῦ ἀ­να­κα­τεύ­ει μὲ λό­για ξε­χα­σμέ­να τὰ μαλ­λιά σου, νὰ σοῦ ψι­θυ­ρί­ζει μέ­σα ἀ­πὸ τὶς πυ­κνόρ­ρευ­στες λε­ω­φό­ρους ἐ­φη­βι­κοὺς δρό­μους. Μὰ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα νὰ σοῦ θυ­μί­ζει πά­νω στὸ σῶ­μα σου τὸ πρίν. Τὸ κα­λο­καί­ρι ἕ­να ἀ­μεί­λι­κτο παι­δί, καὶ σὲ με­τρᾶ μὲ τὸν δι­κό του χρό­νο.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη. Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε σ’ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριὸ κον­τὰ στὰ Χα­νιά. Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς ἀρ­χαι­ο­λό­γο­ς καὶ ἐ­ρευ­νή­τρια. Συ­νέ­χι­σε τὶς σπου­δές της μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ (Ἀ­ρα­δήν). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν ἐ­πί­σης δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Νέα Εὐ­θύ­νη. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει καὶ δη­μο­σι­εύ­σει στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Τὸ Δέν­τρο ποί­η­ση τῆς σύγ­χρο­νης Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας ποι­ή­τρια­ς Jes­si­ca Green­ba­um. Μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ἀγ­γλι­κὰ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Two Words For. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Li­fo, Mo­nu­men­ta καὶ σε blogs. Αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­ο­δο ζεῖ στὸ Σα­ου­θάμ­πτον τῆς Ἀγ­γλί­ας καὶ ἑ­τοι­μά­ζει μιὰ μι­κρὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των γιὰ δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰκονα: Νικόλαος Λύτρας (1883-1927), Τὸ ψάθινο καπέλο (Λάδι σὲ μουσαμά, 1925).



		

	

Βαγ­γέ­λης Μυ­λω­νᾶς: Πῶς πέ­ρα­σα τὰ Χρι­στού­γεν­να



Βαγ­γέ­λης Μυ­λω­νᾶς


Πῶς πέ­ρα­σα τὰ Χρι­στού­γεν­να


Α ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΟΥ ἦ­ταν πο­λὺ ὄ­μορ­φα, τὰ πέ­ρα­σα στὸ χω­ριό. Ὁ ἅ­γιος Βα­σί­λης μοῦ ἔ­φε­ρε τὸ δῶ­ρο ποὺ τοῦ εἶ­χα ζη­τή­σει κα­θώς, ὅ­πως εἶ­πε, ἤ­μουν κα­λὸ παι­δί. Γιὰ ἀ­κό­μη μί­α φο­ρὰ δὲν κα­τά­λα­βα πό­τε ἦρ­θε.

       Ἡ για­γιά μου ἕ­να βρά­δυ μὲ ἀ­γρί­ε­ψε μὲ τοὺς κα­λι­κάν­τζα­ρους, τό­σο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ. Πῆ­γα καὶ τὸ εἶ­πα στὴν μα­μὰ καὶ μά­λω­σε μὲ τὸν μπαμ­πά. Τοῦ φώ­να­ζε πὼς ἡ για­γιὰ μᾶς βά­ζει ται­νί­ες τρό­μου καὶ μᾶς λέ­ει τρο­μα­χτι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες καὶ ὅ­τι εἶ­μαι εἰ­δι­κὰ ἐ­γὼ “ὁ μι­κρός”, πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ τέ­τοι­α.

       Τέ­λο­σπαν­των τὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες εἴ­δα­με ται­νί­ες τῆς Dis­ney μό­νο, ἂν καὶ ὁ ἀ­δερ­φός μου εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι εἶ­δε ται­νί­α τρό­μου. Ἕ­να βρά­δυ εἶ­δε μιὰ ται­νί­α ποὺ ἤ­ξε­ρα ποι­ά εἶ­ναι, για­τὶ μι­λᾶ­με γιὰ αὐ­τὴν στὸ σχο­λεῖ­ο. Τὸ Alien, εἶ­ναι μιὰ ται­νί­α μὲ ἕ­να τέ­ρας στὸ δι­ά­στη­μα. Ἔ­τσι λοι­πὸν ὅ­ταν τὴν ἔ­βλε­πε, ἐ­γὼ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ κοι­μᾶ­μαι, κοί­τα­ζα πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα κρυ­φά, ἀλ­λὰ μό­νο ὁ ἦ­χος μὲ τρό­μα­ζε.

       Ἀ­γα­πη­μέ­νη μου Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη ται­νί­α εἶ­ναι τε­λι­κά τὸ Μό­νος στὸ σπί­τι. Νο­μί­ζω ὅ­τι εἶ­ναι φο­βε­ρὴ κω­μω­δί­α καὶ ἀ­ρέ­σει σὲ ὅ­λους. Βέ­βαι­α τὸ δεί­χνει κά­θε χρό­νο, φέ­τος τὸ ἔ­δει­ξε πιὸ νω­ρὶς καὶ ἀ­πὸ τὴν δι­α­φή­μι­ση τῶν Jumbo. Νὰ δεῖ­τε τὸ “Μιὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη ἱ­στο­ρί­α”, αὐ­τὸ τοῦ 2022 στὸ Netflix, ὁ πα­τέ­ρας μου λέ­ει πὼς εἶ­ναι ἀ­ρι­στούρ­γη­μα.

       Συ­γνώ­μη ποὺ μι­λά­ω συ­νέ­χεια γιὰ ται­νί­ες, ἀλ­λὰ ἔ­τσι εἶ­ναι οἱ γι­ορ­τές.

       Καὶ τὸ Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο ἦ­ταν πο­λὺ ὡ­ραῖ­ο, ὅ­πως μου εἶ­πε ὁ μπαμ­πάς, τὰ στο­λί­δια ἦ­ταν λέ­ει βίν­ταζ, τέ­λος πάν­των ἦ­ταν πα­λιά, τὸ δέν­τρο ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λα τα ἄλ­λα δέν­τρα ποὺ εἶ­δα φέ­τος, ἂν καὶ αὐ­τὸ ἦ­ταν πα­λιό. Ὁ μπαμ­πὰς ἀ­να­ρω­τι­έ­ται, λέ­ει, πῶς δὲν ἔ­χει με­γα­λώ­σει τό­σα χρό­νια.

       Μιὰ μέ­ρα χι­ό­νι­σε καὶ φτι­ά­ξα­με χι­ο­νάν­θρω­πο, ἡ για­γιὰ φώ­να­ζε συ­νέ­χεια, ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ντυ­θοῦ­με κα­λύ­τε­ρα καὶ εἶ­χε δί­κιο. Ὁ μπαμ­πὰς πέ­τα­ξε μιὰ χι­ο­νόμ­πα­λα στὴν μα­μά, ποὺ δὲν ἤ­θε­λε νὰ παί­ξει μα­ζί μας χι­ο­νο­πό­λε­μο, ἡ μα­μὰ δὲν φο­ροῦ­σε κα­σκόλ, ἡ μπά­λα τὴ βρῆ­κε στὸν λαι­μὸ καὶ πέ­ρα­σε μέ­σα ἀ­πὸ τὴν μπλού­ζα κι ἔ­τσι ἡ μα­μὰ κρύ­ω­σε γιὰ τρεῖς μέ­ρες καὶ ὅ­λο ἔ­λε­γε στὸν μπαμ­πά, πό­τε θὰ στα­μα­τή­σει νὰ κά­νει σὰν μι­κρὸ παι­δί.

       Ἐ­πί­σης κά­να­με βόλ­τα στὸ βου­νὸ καὶ συ­ναν­τή­σα­με καὶ ἄλ­λα παι­διά, ποὺ δὲν ξέ­ρα­με, παί­ξα­με γιὰ πολ­λὲς ὧ­ρες, ἐ­μέ­να μοῦ ἀ­ρέ­σει μιὰ φί­λη μου καὶ μᾶλ­λον θὰ τὴν παν­τρευ­τῶ, τὴν ξέ­ρω ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἤ­μου­να μι­κρός.

       Εἴ­δα­με ἀ­κό­μα στὴν ἀ­γο­ρὰ ἕ­ναν ἅ­ι Βα­σί­λη, μὰ τοῦ τρά­βη­ξα τὰ γέ­νια καὶ ἦ­ταν ψεύ­τι­κα καὶ σὰν νὰ μὴν φτά­ναν ὅ­λα αὐ­τά, ὁ μπαμ­πὰς τὸν ἤ­ξε­ρε καὶ πι­ά­σα­νε συ­ζή­τη­ση. Μᾶλ­λον δὲν ἦ­ταν ὁ πραγ­μα­τι­κὸς ἅ­γιος Βα­σί­λης.

       Φά­γα­με ἕ­να σω­ρὸ ὡ­ραῖ­α πράγ­μα­τα, μὰ μοῦ ἄ­ρε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἡ βα­σι­λό­πι­τα, για­τὶ κέρ­δι­σα τὸ φλου­ρὶ καὶ ἡ για­γιὰ μοῦ ἔ­δω­σε 50 εὐ­ρώ. Βέ­βαι­α οἱ ἄλ­λοι, δὲν ξέ­ρω για­τί, ἀλ­λὰ πῆ­ραν ἀ­πὸ ἕ­να μό­νο κομ­μά­τι καὶ ἀ­φή­σα­νε ὁ­λό­κλη­ρη πί­τα γιὰ ἐ­μέ­να. Δὲν πει­νά­γα­νε μᾶλ­λον.

       Βέ­βαι­α εἴ­πα­με τὰ κά­λαν­τα στὴν για­γιὰ καὶ ἔ­τσι μά­ζε­ψα ἄλ­λα 50 εὐ­ρώ, γε­νι­κὰ τὰ Χρι­στού­γεν­να ὅ­λοι δί­νουν λε­φτά, πο­λὺ ὡ­ραί­α γι­ορ­τή. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ λέ­ω τὰ κά­λαν­τα γιὰ μί­α ζω­ή.

       Παι­χνί­δια στὸ κι­νη­τὸ δὲν παί­ξα­με πο­λύ, θὰ ἤ­θε­λα νὰ μᾶς ἀ­φή­σουν πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ με­γά­λοι δὲν ξέ­ρουν τί τοὺς γί­νε­ται. Για­τί εἶ­ναι τὸ Λού­κυ Λοὺκ κα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ παι­χνί­δια καὶ ποι­ός εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ Γκο­σι­νί; Κά­ποι­ος φί­λος τοῦ πα­τέ­ρα μου μᾶλ­λον.

       Τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες ἔ­πρε­πε δυ­στυ­χῶς νὰ δι­α­βά­σου­με καὶ νὰ γρά­ψω αὐ­τὴν τὴν ἔκ­θε­ση, ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν ἔ­χει ὀρ­θο­γρα­φι­κὰ λά­θη, ἀλ­λὰ θὰ τὴν ἐ­λέγ­ξει φαν­τά­ζο­μαι κά­ποι­ος.

       Τέ­λος, πα­ρα­μο­νὴ Πρω­το­χρο­νιᾶς, ξύ­πνη­σα τὸ βρά­δυ καὶ κοί­τα­ξα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, μή­πως δῶ τὸν ἅ­γιο Βα­σί­λη, καὶ εὐ­χή­θη­κα νὰ εἶ­ναι ὅ­λος ὁ κό­σμος κα­λά, νὰ ὑ­πάρ­χει εἰ­ρή­νη καὶ εὐ­τυ­χί­α καὶ ἐ­κεί­νη τὴν στιγ­μὴ εἶ­δα ἕ­να πε­φτα­στέ­ρι.

       Αὐ­τὲς ἦ­ταν οἱ Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κες δι­α­κο­πές μου.



Πη­γή. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ὁ Βαγ­γέ­λης Μυ­λω­νᾶς γεν­νή­θη­κε στὸ Νέ­ο Ἡ­ρά­κλει­ο Ἀτ­τι­κῆς. Ἐ­κεῖ τε­λεί­ω­σε τὸ λύ­κει­ο. Με­τὰ φοί­τη­σε στὴν σχο­λὴ σκη­νο­θε­σί­ας Λυ­κούρ­γου Σταυ­ρά­κου. Ἔ­κα­νε μί­α μι­κροῦ μή­κους ται­νί­α σὲ συν-σκη­νο­θε­σί­α, ποὺ συμ­με­τεῖ­χε σὲ δι­ά­φο­ρα φε­στι­βάλ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές. Μί­α μὲ τί­τλο Ἀποσχισμένα Ποιήματα ἀ­πὸ τὶς ἐκδό­σεις Πλα­νό­διον καὶ δύ­ο ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Συμ­παν­τι­κὲς Δι­α­δρο­μές: Μί­α ἱ­στο­ρί­α καὶ με­τά καὶ Ἡ ἀ­γά­πη ἔρ­χε­ται πρώ­τη. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ζεῖ στὸ Ἀ­λι­βέ­ρι Εὐ­βοί­ας.



		

	

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου: Ἀπών



Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου


Ἀ­πών


ΙΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ξε­κί­νη­σε καὶ βρέ­θη­κε νὰ σκου­πί­ζει τήν Τούσα Μπό­τσα­ρη, Νό­τη καὶ Μάρ­κου Μπό­τσα­ρη καὶ κά­τι Ἀνδρού­τσους στὸ Κου­κά­κι. Ὁ πρό­ε­δρος τοῦ χω­ριοῦ τοῦ ‘­πε «εἶ­σαι ἐ­θνι­κό­φρων, θὰ σὲ πά­ρουν». Πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὴν ἐ­πι­τρο­πή, ξε­βρα­κώ­θη­κε καὶ κά­τι ξέ­νοι τοῦ ἄ­νοι­ξαν μὲ χά­ρα­κα τὸ στό­μα καὶ κοί­τα­ξαν τὰ δόν­τια του. Ἄ­κου­σαν τὴν καρ­διά του, τὸν πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ ἀ­κτί­νες καὶ τέ­λος τὸν ἀ­πέρ­ρι­ψαν.

     Ἦ­ταν τσί­μα-τσί­μα καὶ στὴν ἡ­λι­κί­α.

     «Εἶ­μαι ἐ­θνι­κό­φρων» τόλ­μη­σε νὰ ψελ­λί­σει καὶ πῆ­ρε κα­τσού­φης τοὺς δρό­μους.

     Πῶς νὰ γυ­ρί­σει πί­σω! Ἐ­κεῖ, μό­λις νύ­χτω­νε, ἔ­πε­φταν τὰ βου­νὰ κι ἡ βου­βα­μά­ρα νὰ σὲ πλα­κώ­σουν.

     Τὰ λαμ­πό­γυα­λα γι­ό­μι­ζαν τὰ πρό­σω­πα ἴ­σκιους καὶ λύ­πη.

     Τὸ κα­φε­νεῖ­ο καὶ τὸ οὖ­ζο τὸν πε­ρί­με­ναν. Με­ρο­κά­μα­το στὴ χά­ση καὶ στὴ φέ­ξη, ὅ­ταν κά­νας ὁ­μο­γε­νὴς ἀ­π’ τὴν Ἀ­με­ρι­κὴ ἔ­φτια­χνε, στὰ γύ­ρω χω­ριά, ἐκ­κλη­σί­α γιὰ τὴν ψυ­χή του.

     Καὶ ποι­ός ἀ­κού­ει τὶς κο­ρο­ϊ­δί­ες, ποὺ τὸν ἔ­βγα­λαν ἄ­χρη­στο οἱ Γερ­μα­να­ρά­δες!

     Πῆ­γε στὸ βου­λευ­τή. Εἶ­χαν κοι­νοὺς γνω­στούς, τοῦ ‘­πε πὼς εἶ­ναι καὶ ἐ­θνι­κό­φρων.

     Βρέ­θη­κε δου­λειὰ στὸ Δῆ­μο. Ὁ­δο­κα­θα­ρι­στής. Δὲν τοῦ ‘ρ­θε κα­λὰ ἀλ­λά, ὅ­πως τοῦ ‘­πε καὶ τὸ τσι­ρά­κι τοῦ βου­λευ­τῆ, «μή­νας μπαί­νει, μή­νας βγαί­νει…» Τοῦ ‘­δω­σε καὶ συγ­χαρ­τή­ρια κι­ό­λας. Ἄκου πρά­μα­τα. Συγ­χαρ­τή­ρια γιὰ σκου­πι­διά­ρης.

     Τὴν πρώ­τη μέ­ρα, ν’ ἀ­νοί­ξει ἡ γῆ νὰ τὸν κα­τα­πι­εῖ. Ποῦ ἀ­κού­στη­κε, ἄν­τρας μὲ σκού­πα, στοὺς δρό­μους! Λού­φα­ξε σ’ ἕ­να παρ­κά­κι τοῦ Δή­μου.

     «Ἐ­δῶ ‘­σαι, ρὲ πα­λι­ο­μα­λά­κα; Ὧ­ρες σὲ ψά­χνω. Για­τί δὲ σκου­πί­ζεις, ρέ;» Ἦ­ταν ὁ ἐ­πι­στά­της του.

     «Δὲν εἶ­μαι κα­λά, ἀ­φεν­τι­κό.»

     «Νὰ πᾶς σπί­τι σου, ρέ! Στὰ τσα­κί­δια! Ἢ σκου­πί­ζεις καὶ κά­νεις τοὺς δρό­μους ἀ­ε­ρο­δρό­μιο ἢ λέ­ω καὶ σ’ ἀ­πο­λύ­ουν. Στὸ δι­ά­ο­λο, πρω­ῒ-πρωΐ, κα­ρι­ό­λια!»

     Κι ἔ­φυ­γε ἀ­πει­λη­τι­κός. Πα­ρα­κά­τω κον­το­στά­θη­κε.

     «Θὰ ξα­να­πε­ρά­σω. Πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι σου θά ‘­μαι. Μα­λά­κα, ἔ μα­λα­κά!»

     Τί νὰ κά­νει. Λύσ­σα­γε, μὰ τί νὰ κά­νει!

     Τὸ βρά­δυ ἤ­πι­ε, ἤ­πι­ε, κι ὅ­λη τὴ νύ­χτα ἔ­βλε­πε γουρ­λω­μέ­να τὰ μά­τια τοῦ ἐ­πι­στά­τη. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να στρα­τι­ω­τι­κὸ κα­πέ­λο ἀγ­γα­ρεί­ας —ἀ­π’ αὐ­τὰ μὲ τὸ με­γά­λο γεῖ­σο— καὶ τὸ κα­τέ­βα­σε νὰ τοῦ κρύ­ψει τὰ μά­τια, ποὺ τά ‘­χε πιὰ μο­νί­μως καρ­φω­μέ­να στὰ πό­δια του, στὰ σκου­πί­δια. Τό­σο τοῦ ‘­γι­νε συ­νή­θεια πού, κι ἐ­χτὸς δου­λειᾶς, δὲν κοί­τα­ζε τοὺς ἄλ­λους στὰ μά­τια.

     Πά­ει, τοῦ κόλ­λη­σε ἡ ντρο­πή.

     Τρεῖς φο­ρὲς τὴ μέ­ρα πέρ­να­γε ὁ ἐ­πι­στά­της νὰ βά­λει ὑ­πο­γρα­φὴ στὴν κάρ­τα, πὼς εἶ­ναι πα­ρών.

     Δὲν ἤ­ξε­ρε γράμ­μα­τα κι ἔ­βα­ζε πλά­ι στ’ ὄ­νο­μά του σταυ­ρό.

     Ἡ κάρ­τα κι ὁ σταυ­ρός, μὲ τὸν και­ρό, ἀ­πέ­κτη­σαν στὰ μά­τια του μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη δύ­να­μη. Ἦ­ταν τὸ ἀ­ναγ­κα­στι­κό, ἄ­ρα σπου­δαῖ­ο, ση­μεῖ­ο ἐ­πα­φῆς μὲ τὸν ἐ­πι­στά­τη, μὲ τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε σταυ­ρὸ ποὺ ἔ­βα­ζε, ἔ­νι­ω­θε πιὸ σί­γου­ρος.

     «Ἄιν­τε, στοῦρ­νο! Τέ­λει­ω­νε» τὸν ἀ­πό­παιρ­νε μα­λα­κὰ ὁ ἐ­πι­στά­της. Ὂχ ὀ­ρέ, μό­λις τοῦ ‘­λε­γε κά­να τέ­τοι­ο μι­σο­γλυ­κό­λο­γο! Χτύ­πα­γε ἡ καρ­διά του.

     «Μά­λι­στα, ἀ­φεν­τι­κό. Μά­λι­στα. Μά­λι­στα.»

     «Θὰ κά­νεις καὶ συν­τή­ρη­ση. Σπιρ­τό­ξυ­λο νὰ μὴ μεί­νει. Ἄν­τε, γειά σου.»

     «Χαί­ρε­τε. Οὔ­τε σπίρ­το. Χαί­ρε­τε. Χαί­ρε­τε.»

     Τοῦ ‘­πε καὶ «γειά σου» ὅ­ταν ἔ­φυ­γε. Βρέ, βρὲ πρά­μα­τα. Χα­μο­γε­λοῦ­σε γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα, σκου­πί­ζον­τας μ’ ἐ­πι­μέ­λεια.

     Μιὰ στὸ καρ­φὶ καὶ μιὰ στὸ πέ­τα­λο ὁ ἐ­πι­στά­της.

     Ἀλ­λὰ κι ὅ­ταν τὸν ἔ­βρι­ζε ὅ­μως, δο­κί­μα­ζε μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ τα­ρα­χὴ – πε­ρι­έρ­γως, ὄ­χι δυ­σά­ρε­στη. Ἔ­νι­ω­θε ἕρ­μαι­ο στὰ χέ­ρια του. Τὸ ἀ­φεν­τι­κό. Τὸ κρά­τος.

     Τὸν θαύ­μα­ζε ὅ­ταν τοῦ ‘­βα­ζε τὶς φω­νές, χαι­ρό­ταν ὅ­ταν τοῦ πέ­τα­γε κά­να κό­κα­λο κα­λο­σύ­νης, εὐ­χα­ρι­στι­ό­ταν καὶ τὸ θε­ω­ροῦ­σε δί­και­ο ὅ­ταν τοῦ ‘­παιρ­νε μί­ζα ἀ­π’ τὶς ὑ­πε­ρω­ρί­ες καὶ τὶς Κυ­ρι­α­κά­δες ποὺ δού­λευ­ε.

     Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα μού­δια­ζαν, ἀ­λά­φια­ζαν, μερ­μήγκια­ζαν, φό­βι­ζαν, γλύ­και­ναν τὸ κορ­μί του. Στὸ σταυ­ρό, ἔ­φτα­ναν στὴν κο­ρύ­φω­σή τους.

     Ὅ,τι ἔ­βγα­ζε πιά, τ’ ἀ­κούμ­πα­γε στὸ οὖ­ζο. Ὅ­ταν πο­τί­στη­κε γιὰ τὰ κα­λά το κορ­μί του, ζή­τα­γε καὶ στὴ δου­λειά. Ἔ­παιρ­νε μα­ζί του, σὲ μπο­τί­λια ἐμ­φι­α­λω­μέ­νου νε­ροῦ, κι ἔ­πι­νε.

     Ὁ ἐ­πι­στά­της τὸν σκυ­λό­βρι­ζε, συ­χνὰ πυ­κνὰ τὸν ἔ­δι­ω­χνε καὶ τοῦ ‘­κο­βε τὸ με­ρο­κά­μα­το, μὰ στὸ τέ­λος τὸν ἄρ­χι­σε στὴν πλά­κα.

     Ποῦ νὰ χά­νει τώ­ρα τὴ μί­ζα του καὶ ποι­ός ξέ­ρει ποι­ό μοῦ­τρο θὰ ‘ρ­θεῖ στὴ θέ­ση του! Ἔ­γι­νε ὁ κα­ραγ­κι­ό­ζης του. «Ἀν­τρί­κο, μα­λα­καν­τρί­κο;»

     «Δι­α­τάξ­τε, ἀ­φεν­τι­κό.»

     «Σοῦ ση­κώ­νε­ται, ρέ; Σοῦ ση­κώ­νε­ται;»

     Ἔ­γι­νε τὸ νού­με­ρο στὴν πε­ρι­ο­χή, για­τὶ τρέ­κλι­ζε καὶ για­τὶ ἀ­π’ τὴν ἀ­φα­γί­α ἔ­μει­νε πε­τσὶ καὶ κό­κα­λο καὶ μο­νά­χα ἡ μύ­τη του φού­σκω­νε, σὰν με­λι­τζά­να.

     Τὰ παι­διὰ πε­τρο­βό­λη­μα, κι οἱ με­γά­λοι: «Σού­ρα; χῶ­μα; λι­ῶ­μα; Πά­λι πορ­το­κα­λά­δα ἤ­πι­ες, ρέ;»

     Μιὰ μέ­ρα ἔ­πε­σε στὸ δρό­μο ἀ­ναί­σθη­τος. Τὸν πῆ­γαν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Συ­κώ­τι. Βα­ριὰ μορ­φή.

     Μό­λις βγῆ­κε, ὁ Δῆ­μος τοῦ ‘­δω­σε σύν­τα­ξη λό­γω ἀ­να­πη­ρί­ας.

     Ἐ­κεῖ γύρ­να­γε, στὸ Κου­κά­κι, ἀ­πὸ κα­φε­νεῖ­ο σὲ κα­φε­νεῖ­ο.

     Ἔ­νι­ω­θε κι ἀ­μυ­δρὰ κά­ποι­α προ­στα­σί­α, ἀ­π’ τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ἀ­π’ τὸν ἐ­πι­στά­τη. Τὸ χω­ριὸ τὸ λη­σμό­νη­σε τε­λεί­ως. Τὸ κορ­μί του ζη­τοῦ­σε μό­νο οὖ­ζο. Οὔ­τε σχέ­δια οὔ­τε ἀ­να­μνή­σεις. Οὖ­ζο.

     Ὁ ἐ­πι­στά­της ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ τὸν περ­νά­ει στὴν κάρ­τα σὰν ἀ­πόν­τα, γιὰ ἕ­να ἑ­ξά­μη­νο ἀ­π’ τὴ δι­α­κο­πὴ τῆς δου­λειᾶς. Μιὰ μέ­ρα συ­ναν­τή­θη­καν.

     «Ἀν­τρί­κο, σοῦ κά­νει νιά­ου, ρέ; Πῶς τὴ βγά­ζεις, ρὲ σού­ρα; Τὴ βα­ρᾶς κα­θό­λου;»

     «Ἀ­φεν­τι­κό, νὰ ὑ­πο­γρά­ψω. Δώ­σ’ μου νὰ ὑ­πο­γρά­ψω.»

     «Για­τί, μὴ χά­σεις τὸ με­ρο­κά­μα­το; Ρὲ τὸ μα­λά­κα! Ξέ­ρεις τί γρά­φει ἐ­δῶ, δί­πλα στ’ ὄ­νο­μά σου; Ἀ­πών.»

     Ἔ­λαμ­ψε τὸ πρό­σω­πό του. Ὥ­στε τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ ἔ­γρα­φε τ’ ὄ­νο­μά του καὶ δί­πλα «ἀ­πών»;

     Γι­ό­μι­σε πε­ρη­φά­νια καὶ σι­γου­ριά. Σὰν τό­τε ποὺ τοῦ ‘­πε ὁ πρό­ε­δρος πὼς εἶ­ναι ἐ­θνι­κό­φρων.

     Νὰ ποὺ τὸν νοι­ά­ζον­ται ἀ­κό­μα! Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα πέρ­να­γε ἀ­π’ τὸ γρα­φεῖ­ο τῶν ἐ­πι­στα­τῶν κά­θε πρω­ΐ, ἄ­νοι­γε δει­λὰ τὴν πόρ­τα κι ἔ­λε­γε:

     «Ἀ­φεν­τι­κό, εἶ­μαι σή­με­ρα ἀ­πών;»

     Ἐ­κεῖ­νος τὸν ἔ­λου­ζε, για­τὶ τὸν βα­ρέ­θη­κε.

     Καὶ τί δὲν τοῦ ‘­λε­γε: πο­δο­πα­τη­μέ­νε, ξε­φτι­λι­σμέ­νε, μου­νό­σκυ­λο. Μὰ ὅ­σο τοῦ ‘­λε­γε, τό­σο δὲν κου­νι­ό­ταν καὶ κά­που κά­που ρώ­τα­γε:

     «Ἀ­φεν­τι­κό, εἶ­μαι σή­με­ρα ἀ­πών;»

     «Εἶ­σαι, ρὲ βλά­χο! Εἶ­σαι, ρὲ ἀρ­χί­δι! Ἄ σι­χτίρ!»

     Τό­τε φω­τι­ζό­ταν τὸ πρό­σω­πό του κι ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε, το­νί­ζον­τας κι ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὶς συλ­λα­βές:

     «Εἶ­μαι ἀ­πών. Εἶ­μαι ἀ­πών.»



Πηγή: Ντι­ά­λιθ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (διηγήματα, ἐκδ. Ὕψιλον, 1987).

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου (Πό­βλα Θε­σπρω­τί­ας, 1955). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Βι­βλί­α: Ψη­λα­φί­σεις (ποι­ή­μα­τα, 1985), Ντι­ά­λι­θ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (1987), Ν’ ἀ­κού­ω κα­λὰ τ’ ὄ­νο­μα σου (1993), Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ ξε­ρό­χορ­του (2011) κ.ἄ.