Τάνια Χέρσμαν (Tania Hershman): Ἕνα τραγούδι γιὰ πτώση



Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman)


Ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ πτώ­ση

(A Song for Falling)


ΥΝΕΘΕΣΕ. Ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ ὄρ­θια στά­ση, ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ κα­θι­στή. Μί­α σου­ί­τα γιὰ τὸ μπά­νιο. Δύ­ο τρα­γού­δια, ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­λέ­ξει, γιὰ τὸ μα­γεί­ρε­μα. Ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­ταν ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ πτώ­ση ἀ­πὸ με­γά­λο ὕ­ψος – ὅ­ταν ἔ­πε­σε αὐ­τός.

       Κι ἔ­πει­τα δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει.

       Μά­ζε­ψε ὅ­λα τὰ τρα­γού­δια της καὶ τὰ ἔ­βα­λε στὸ ψυ­γεῖ­ο. Γιὰ νὰ κά­νει χῶ­ρο, τὰ λα­χα­νι­κὰ —ντο­μά­τες καὶ φρέ­σκα κα­ρό­τα— τὰ σκόρ­πι­σε ἔ­ξω στὸ κα­λο­και­ρι­νὸ γρα­σί­δι.

       Ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι ἀ­δυ­να­τοῦ­σε νὰ κλά­ψει. Δὲ δι­έ­θε­τε ἀ­κό­μα κα­νέ­να τρα­γού­δι γιὰ τὸ πέν­θος, εἶ­χε θε­ω­ρή­σει τὸν ἑ­αυ­τό της πο­λὺ νέ­ο. Ἔ­τσι εἶ­χε θε­ω­ρή­σει. Ἢ ὄ­χι. Καὶ τώ­ρα εὐ­χό­ταν νὰ εἶ­χε ἐ­πι­κεν­τρω­θεῖ στὸ τρα­γού­δι της γιὰ πτώ­ση καὶ νὰ εἶ­χε σκε­φτεῖ. Για­τί για­τί για­τί.


Δὲν ἦρ­θαν ἄλ­λα τρα­γού­δια, καὶ τὰ το­πο­θε­τη­μέ­να στὸ ψυ­γεῖ­ο κου­λου­ρι­ά­στη­καν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό τους, ἡ­φαι­στεια­κὴ τέ­φρα βρῆ­κε τὸ δρό­μο της καὶ τὰ σκέ­πα­σε.


Ὅ­ταν τὸ γκα­ζὸν φούν­τω­σε τό­σο ποὺ τὴν ἔ­κρυ­ψε, ποὺ ἔ­κρυ­ψε τὰ λα­χα­νι­κά της, σχε­δὸν ἔ­κρυ­ψε τὸν ἥ­λιο, ἕ­να ση­μεί­ω­μα ἐμ­φα­νί­σθη­κε. Μέ­σα στὸ κε­φά­λι της, ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­ξη­ρα­θεῖ σὰν τὸ Γέλ­λο­ου­στο­ουν. Ἕ­να τρα­γού­δι. Μό­νο ἕ­να μι­κρὸ μι­κρὸ τρα­γού­δι. Μό­νο ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ ἀ­νά­σα, γιὰ νὰ πά­ρει τὴν ἑ­πό­με­νη ἀ­νά­σα.

       Θὰ πε­ρί­με­νε. Τώ­ρα ποὺ εἶ­χε φα­νεῖ ἕ­να, αἰ­σθάν­θη­κε λι­γό­τε­ρο ἀ­βέ­βαι­η γιὰ ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ νὰ ση­κω­θεῖ, ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ νὰ κι­νη­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ φουν­τω­μέ­νο γρα­σί­δι, ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὸ σπί­τι. Ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ τὸ πῶς νὰ ζή­σεις τώ­ρα ποὺ γνω­ρί­ζεις τί μπο­ρεῖ νὰ σοῦ κά­νει ἡ ζω­ή.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα http://www.taniahershman.com/wp/ Τρίτο βρα­βεῖο τοῦ Salt Flash Fic­tion Pri­ze (2013).

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman). Βρε­τα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1970 στὸ Λον­δί­νο καὶ με­τα­κό­μι­σε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια, τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὴ συγ­γρα­φή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος Μα­θη­μα­τι­κὸς καὶ Φυ­σι­κός, ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε πρό­σφα­τα καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό. Ἡ δι­α­τρι­βή της πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση Σω­μα­τι­δια­κὴς Φυ­σι­κῆς καὶ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Κυ­κλο­φο­ροῦν στὰ ἀγ­γλι­κὰ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ πο­λὺ σύν­το­μων πε­ζῶν της (Some Of Us Glow More Than Others, My Mother Was An Upright Piano, καὶ The White Road and Other Stories) καὶ ἡ πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή της, μὲ τί­τλο Terms & Conditions, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 (Nine Arches Press). Ἵ­δρυ­σε κι ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὸ ἱ­στο­λό­γιο ShortStops (www.shortstops.info)

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: http://www.taniahershman.com/wp/

Ἐδῶ δι­α­βά­ζει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες της στὰ ἀγ­γλι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.


		
Advertisements

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου: Χρι­στού­γεν­να, χι­ό­νι καὶ βρο­χή



Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Χρι­στού­γεν­να, χι­ό­νι καὶ βρο­χή


ΡΙΞΕ ἕ­να ἀ­κό­μη κρόσ­σι ἀ­ση­μέ­νιας βρο­χῆς στὸ κλα­ρί, ζου­λών­τας νευ­ρι­κὰ τὸ ὑ­πό­λοι­πο μα­τσά­κι στὴν ἱ­δρω­μέ­νη της πα­λά­μη. Ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς ἔ­πρε­πε νὰ τὶς βά­λει προ­σε­κτι­κὰ μί­α-μί­α. Μὰ βρο­χὴ καὶ χι­ό­νι μα­ζὶ δὲν πᾶ­νε, ψι­θύ­ρι­σε ὁ μι­κρὸς λο­ξο­κοι­τών­τας γιὰ ἐ­νι­σχύ­σεις τὴν ἀ­δελ­φή του. Ἐ­κεί­νη τοῦ ἔ­γνε­ψε ἀ­ό­ρι­στα, εἶ­χε κου­ρα­στεῖ, ὅ­τι καὶ νὰ ἔ­λε­γε τὸ ἀ­γό­ρι ἡ μη­τρι­κὴ δι­α­τα­γὴ ἦ­ταν ρη­τή, ἀ­φοῦ ὑ­πῆρ­χε ἡ βρο­χὴ στὴν κού­τα μὲ τὰ πο­λυ­και­ρι­σμέ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα, θὰ τὴν ἔ­βα­ζαν ὁ­πωσ­δή­πο­τε. Ἡ ἀ­νά­σα τοῦ μου­χλι­α­σμέ­νου κου­τιοῦ ἁ­πλώ­θη­κε σὰν ἀ­να­στε­ναγ­μὸς σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ δω­μά­τιο.

       Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια συ­νέ­χι­ζε ἀ­νό­ρε­χτα νὰ στο­λί­ζει τὸ δέν­τρο μό­νη της. Ἔ­σκυ­ψε, ἀ­κούμ­πη­σε προ­σε­κτι­κὰ πλά­ι στὴ φάτ­νη τὰ δύ­ο πλα­στι­κὰ προ­βα­τά­κια ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε ἀ­πὸ μι­κρή, νὰ χου­χου­λιά­ζουν τὸ βρέ­φος. Κά­θε τό­σο τὴν ἔ­πνι­γε ὁ λευ­κὸς κα­πνὸς Γκω­λου­άζ, ποὺ ξε­φυ­σοῦ­σε μὲ μα­νί­α ἡ μά­να της ἐ­νάν­τια σὲ ἀ­ό­ρα­το ἐ­χθρό, στρι­φο­γυρ­νών­τας ἀ­νά­με­σα στὰ παι­χνί­δια, τά­χα νὰ τὰ ἰ­σι­ώ­σει. Ὡ­ραῖ­ο εἶ­ναι ἔ­τσι, ψέλ­λι­σε ὁ μι­κρός, τρε­μο­παί­ζον­τας τὰ δα­κρυ­σμέ­να ἀ­π’ τὸν κα­πνὸ μά­τια του, μπο­ροῦ­με νὰ τὸν κρα­τή­σου­με γιὰ σύν­νε­φο, ἔ; Ἡ Μ. προ­σπα­θών­τας νὰ μὴν πέ­σει ἡ στά­χτη στὸ χα­λί, ἔ­σπα­σε τε­λι­κὰ τὴν πιὸ με­γά­λη, τὴν πιὸ ὄ­μορ­φη μπά­λα. Κλώ­τση­σε τὸ ἀ­ση­μὶ κου­φά­ρι. Ἄι­ι, τὸ καλ­τσὸν κοκ­κί­νι­σε. Ἡ ὀρ­γὴ τῆς κι­τρί­νι­σε τὸ πρό­σω­πο. Αὐ­τή, κλει­δω­μέ­νη στὸ σπί­τι μὲ τὰ παι­διά, κι αὐ­τὸς ἀλ­λοῦ. Ποι­ός ξέ­ρει ποῦ καὶ μὲ ποι­ά.

       Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια σκόρ­πι­ζε τώ­ρα βι­α­στι­κὰ τ’ ἀ­ση­μέ­νια κρόσ­σια ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὶς μπά­λες. Ἡ βρο­χὴ στὸ δω­μά­τιο δυ­νά­μω­σε ρα­γδαῖ­α, ση­κώ­θη­κε ξαφ­νι­κὸς ἀ­έ­ρας, κου­δού­νι­σαν τὰ κρε­μα­σμέ­να τρί­γω­να, ρί­γη­σαν τά­ραν­δοι κι ἐ­λά­φια, τὰ κλα­διὰ ἀ­να­δεύ­τη­καν ξη­λώ­θη­κε τὸ μπαμ­πα­κέ­νιο χι­ό­νι.

       Πά­ω γιὰ τσι­γά­ρα, φώ­να­ξε μέ­σ’ στὴν κο­σμο­χα­λα­σιὰ ἡ Μ. καὶ κο­πά­νι­σε πί­σω της τὴν πόρ­τα.

       Εἶ­δες τε­λι­κὰ πό­σο κα­λὴ εἶ­ναι ἡ βρο­χὴ εἶ­πε ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια καὶ ἕ­σφι­ξε τὸ μι­κρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά της. Στὸ περ­βά­ζι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου τὸ εἶ­χε ἤ­δη στρώ­σει, στὸ βά­θος ἡ λε­ω­φό­ρος ἔ­λαμ­πε κά­τα­σπρη.


 


Πηγή: ἐφ. Αὐγή, ἔν­θε­το «Ἀ­να­γνώ­σεις», Κυ­ρι­ακή, 23 Δε­κεμ­βρί­ου 2018.

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τέσσερεις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Τὸ πρὶν καὶ τὸ με­τὰ τὴν παύ­λα (ποι­ή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2018). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Ἐ­πί­σης δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr


Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond): Ἅ­παν­τα τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τοῦ Γκά­ρυ, 3Γ, στοὺς ἐ­νοί­κους τοῦ 4Γ (9 Ἰ­ου­νί­ου – 6 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003)



Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond)


Ἅ­παν­τα τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τοῦ Γκά­ρυ, 3Γ,

στοὺς ἐ­νοί­κους τοῦ 4Γ (9 Ἰ­ου­νί­ου – 6 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003)


9 Ἰ­ου­νί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Κα­λω­σο­ρί­σα­τε στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Εἶ­μαι ὁ Γκά­ρυ ἀ­πὸ τὸ 3Γ ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ κά­τω σας (ἀ­κού­ω κά­θε θό­ρυ­βο ποὺ κά­νε­τε…Χὰ χά, ἀ­στειά­κι). Λοι­πόν, ἡ πο­λυ­κα­τοι­κί­α μας εἶ­ναι φο­βε­ρὴ καὶ εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι χά­ρη σ’ ἐ­σᾶς θὰ γί­νει ἀ­κό­μα φο­βε­ρό­τε­ρη – ἀρ­κεῖ νὰ μὴ φέ­ρε­τε στὰ κρυ­φὰ τί­πο­τα γά­τες (χὰ χά, ἀ­στειά­κι, εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι δὲν θὰ φέ­ρε­τε). Τέ­λος πάν­των, ἀ­νυ­πο­μο­νῶ νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με στὸ ἰ­σό­γει­ο…Ἢ ἁ­πλῶς ἐ­λᾶ­τε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου γιὰ ἕ­να γειά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

23 Ἰ­ου­νί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Μέ­χρι στιγ­μῆς δὲν ἔ­τυ­χε νὰ πέ­σω πά­νω σας. Γιὰ νὰ ξέ­ρε­τε, μπο­ρεῖ­τε πάν­τα νὰ κα­τε­βεῖ­τε γιὰ ἕ­να γειά! Τέ­λος πάν­των, ἐλ­πί­ζω νὰ βο­λευ­τή­κα­τε ἐ­δῶ. Ἐ­γὼ καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν ἀ­πὸ τὸ 2Α παί­ζου­με οὐ­ῒ­στ αὔ­ριο βρά­δυ στὴν τα­ρά­τσα καὶ εἶ­στε εὐ­πρόσ­δε­κτοι νὰ παί­ξε­τε μα­ζί μας! Τὰ λέ­με ἐ­κεῖ;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

1 Ἰ­ου­λί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Κοί­τα­ξα τί ἔ­φε­ρε ὁ τα­χυ­δρό­μος γιὰ νὰ μά­θω τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν μυ­στή­ρι­ων ἐ­νοί­κων τοῦ 4Γ, ὥ­στε νὰ μὴ σᾶς ἀ­πευ­θύ­νο­μαι μό­νο μὲ τὸν ἀ­ριθ­μὸ τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός σας (ὁ ξά­δερ­φός μου λέ­ει ὅ­τι εἶ­μαι μιὰ ἐ­ρα­σι­τέ­χνις Τζέ­σι­κα Φλέ­τσερ[i]!). Τέ­λος πάν­των, ἐλ­πί­ζω ὅ­τι ὅ­λα πᾶ­νε κα­λὰ ἐ­κεῖ πά­νω… Τί ἦ­ταν αὐ­τὸ χθὲς βρά­δυ; Ἀ­κου­γό­ταν σὰν νὰ σέρ­να­τε ἕ­να ψυ­γεῖ­ο τίγ­κα στὶς μπρι­ζό­λες! Ξέ­ρω ὅ­τι προ­κύ­πτουν ζη­τή­μα­τα, ἀλ­λὰ ἂν μπο­ρού­σα­τε νὰ εἶ­στε πιὸ ἥ­συ­χοι με­τὰ τὶς ἕν­τε­κα μ.μ., θὰ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σα. Ὁ Γκά­ρυ, γιὰ νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴ φρε­σκά­δα του, πρέ­πει νὰ κοι­μᾶ­ται κα­λά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

4 Ἰ­ου­λί­ου

Σᾶς εὔ­χο­μαι μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη 4η Ἰ­ου­λί­ου. Κά­ποι­οι ἀ­πὸ μᾶς (ἐ­γὼ καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριάν) θ’ ἀ­νε­βοῦ­με τὸ βρά­δυ στὴν τα­ρά­τσα γιὰ νὰ δοῦ­με τὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, μὴ δι­στά­σε­τε νὰ μᾶς κά­νε­τε πα­ρέ­α! Ἄ, ἡ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ ἀ­πέ­ραν­του οὐ­ρα­νοῦ, σω­στά;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

8 Ἰ­ου­λί­ου

Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Δὲν θέ­λω νὰ γκρι­νιά­ζω ἀλ­λὰ τί ἦ­ταν αὐ­τὸς ὁ θό­ρυ­βος χθὲς στὴ 1 π.μ.; Μή­πως κά­νε­τε τά­ε κβὸ ντὸ ἐ­κεῖ πά­νω; Πρὶν ἀ­πὸ με­ρι­κὰ χρό­νια ἔ­κα­να τά­ε κβὸ ντὸ στὴν Κο­ρέ­α­τα­ουν. Ξέ­ρε­τε ὅ­τι τά­ε κβὸ ντὸ ση­μαί­νει «ὁ δρό­μος τῆς κλω­τσιᾶς καὶ τῆς γρο­θιᾶς»; Ἤ­μουν ἀρ­κε­τὰ κα­λός, ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ πει­ρά­χτη­κε ἕ­να νεῦ­ρο μου κι ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τὰ πα­ρα­τή­σω. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο νεῦ­ρο μὲ πο­νά­ει ἀ­κό­μα, γι’ αὐ­τὸ ἐρ­γά­ζο­μαι κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸ σπί­τι (πράγ­μα ὄ­χι καὶ τό­σο κα­κό, μιὰ ποὺ μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ κυ­κλο­φο­ρῶ γυ­μνὸς ὅ­λη μέ­ρα… Ἀ­στειά­κι!). Τέ­λος πάν­των, θὰ ἤ­θε­λα νὰ μὴν κά­νε­τε τά­ε κβὸ ντὸ με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα. Θὰ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σα ἂν ἤ­σα­σταν πιὸ ἥ­συ­χοι.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

9 Ἰ­ου­λί­ου

Παι­διά, σο­βα­ρὰ τώ­ρα, τί ἦ­ταν ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ φα­σα­ρί­α χθὲς βρά­δυ; Ἄ­κου­σα τρί­α δυ­να­τὰ χτυ­πή­μα­τα στὸ πά­τω­μά σας, ἕ­να στὶς 11:33 μ.μ., ἕ­να στὶς 12:23 μ.μ. καὶ ἕ­να στὶς 1:19 π.μ. Δὲν εἶ­στε ἐν­τά­ξει, παι­διά, προ­σπα­θῆ­στε νὰ ἠ­ρε­μή­σε­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

10 Ἰουλίου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Γειά σας. Λοι­πόν, πε­ρί­με­να μέ­χρι τὶς 4 π.μ. ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­σα τί­πο­τα! Εὐ­χα­ρι­στῶ ποὺ ἠ­ρε­μή­σα­τε. Ἐ­πὶ τῇ εὐ­και­ρί­α, ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν κι ἐ­γὼ θὰ πᾶ­με στὴν ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ προ­βο­λὴ τῆς ται­νί­ας Legally Blonde 2 καὶ σᾶς κα­λοῦ­με νὰ ἔρ­θε­τε μα­ζί μας. Θὰ μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ με­γά­λω­νε λί­γο ἡ πα­ρέ­α μας για­τὶ ἀ­νη­συ­χῶ μή­πως ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ φαν­τά­ζε­ται ἕ­να ρο­μαν­τι­κὸ μέλ­λον γιὰ τοὺς δυ­ό μας, πράγ­μα ποὺ ὅ­πως σί­γου­ρα κα­τα­λα­βαί­νε­τε εἶ­ναι μιὰ τε­λεί­ως τρε­λὴ ἰ­δέ­α.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

17 Ἰ­ου­λί­ου

Γειά σας, παι­διά. Ἁ­πλῶς θέ­λω νὰ ζη­τή­σω συ­γνώ­μη γιὰ τὸν «θό­ρυ­βο» τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δύ­ο μέ­ρες. Γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀ­λή­θεια, γνώ­ρι­σα κά­ποι­α. Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι Τζά­νετ καὶ κοι­μᾶ­ται ἐ­δῶ τὰ βρά­δια καὶ τὰ πράγ­μα­τα γί­νον­ται λί­γο ἄ­γρια – καὶ θο­ρυ­βώ­δη. (Συγ­γνώ­μη ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­πτω πολ­λά, ἀλ­λὰ εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­νή­λι­κες, σω­στά;). Ἴ­σως θὰ ἦ­ταν κα­λὸ νὰ βγαί­να­με οἱ τέσ­σε­ρίς μας δι­πλὸ ραν­τε­βού. Ξέ­ρω ὅ­τι τυ­πι­κὰ δὲν ἔ­χου­με γνω­ρι­στεῖ οὔ­τε ἔ­χου­με δεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο οὔ­τε ἔ­χου­με μι­λή­σει, ἀλ­λὰ (αὐ­τὸ με­τα­ξύ μας) ἡ Τζά­νετ κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χου­με πολ­λὰ νὰ ποῦ­με. Μοῦ ἀ­ρέ­σει πραγ­μα­τι­κὰ ἀλ­λὰ νο­μί­ζω θὰ ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χα νὰ εἶ­στε κι ἐ­σεῖς πα­ρέ­α, σὰν ἕ­να φι­λι­κό μου ζευ­γά­ρι. Εἶ­στε ζευ­γά­ρι, σω­στά; Δὲν ἔ­χε­τε τὸ ἴ­διο ἐ­πώ­νυ­μο καὶ λαμ­βά­νε­τε ξε­χω­ρι­στὲς εἰ­δο­ποι­ή­σεις ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα… Ἀλ­λὰ εἶ­στε ζευ­γά­ρι, σω­στά; Ἐν­τά­ξει, πε­ρά­στε ἀ­π’ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου νὰ μοῦ πεῖ­τε ἂν συμ­φω­νεῖ­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

Υ.Γ. Ὑ­πό­σχο­μαι ὅ­τι θὰ κοι­τά­ξω νὰ μει­ώ­σω τὸν θό­ρυ­βο μὲ τὴν Τζά­νετ, ἀλ­λὰ ὅ­πως λέ­νε οἱ Γάλ­λοι «L’ amour, c’ est l’ amour», σω­στά; Τὸ λέ­νε αὐ­τό, σω­στά;

***

26 Ἰ­ου­λί­ου

Παι­διά, πραγ­μα­τι­κὰ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ζή­σω καὶ χω­ρὶς τοὺς πα­ρά­ξε­νους θο­ρύ­βους τῆς χθε­σι­νῆς νύ­χτας. Τί κά­νε­τε, κυ­νη­γᾶ­τε πον­τί­κια; Λοι­πόν, μὲ τὴ Τζά­νετ τὰ χα­λά­σα­με. Θὰ μπο­ρού­σα­τε, ξέ­ρε­τε, νὰ μὲ εἴ­χα­τε βο­η­θή­σει στὰ ραν­τε­βού μας. Τέ­λος πάν­των, δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ Τζά­νετ μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ. Γα­μῶ­το, ἔ­τσι συμ­βαί­νει πάν­τα. Γυ­ναῖ­κες, σω­στά; (Χω­ρὶς πα­ρε­ξή­γη­ση, Ἔ­μι­λυ). Για­τί ἄ­ρα­γε ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ πα­ρου­σί­α στὴ ζω­ή μου εἶ­ναι ἡ κα Κα­τσου­λου­ριάν; Ὄ­χι ὅ­τι ἡ γυ­ναί­κα ἔ­χει κά­ποι­ο πρό­βλη­μα, ἀλ­λὰ μὲ περ­νά­ει τριά­ντα ἕ­ξι χρό­νια. Ἡ δι­κή σας δι­α­φο­ρὰ ἡ­λι­κί­ας ἐ­πη­ρε­ά­ζει τὴ σχέ­ση σας; Ὁ πα­τέ­ρας μου ἦ­ταν εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ δὲν νο­μί­ζω νὰ ἦ­ταν πο­τέ τους εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι. Αὐ­το­κτό­νη­σαν καὶ οἱ δυ­ό. Ἐ­πί­σης, μή­πως μπο­ρεῖ­τε νὰ με­τα­κι­νή­σε­τε τὸ κλι­μα­τι­στι­κό σας στὸ ἄλ­λο πα­ρά­θυ­ρο; Τὸ νε­ρὸ στά­ζει στὸ μπαλ­κό­νι μου.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

29 Ἰ­ου­λί­ου

Ἀ­να­ρω­τι­έ­στε πο­τὲ ἂν ὅ­λα αὐ­τὰ μᾶς κά­νουν δυ­να­τό­τε­ρους; Ἡ καρ­διὰ ρα­γί­ζει καὶ με­τὰ τὴν ἀ­νάρ­ρω­ση μοιά­ζει ἀ­κό­μα πιὸ ἀ­δύ­να­μη. Ἀ­να­ρω­τι­έ­στε πο­τὲ ἂν ἐ­μεῖς ἐ­πι­νο­ή­σα­με τὸ κα­κό; Ἢ ἁ­πλῶς γλί­στρη­σε στὸν κό­σμο ἀ­πὸ μό­νο του, μιὰ φτυ­σιὰ ἀ­πὸ με­λά­νι στὴ σκο­τει­νὴ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

8 Αὐ­γού­στου

Θὰ πα­ρα­βρε­θεῖ­τε ἄ­ρα­γε στὴν κη­δεί­α τῆς κας Κα­τσου­λου­ριάν; Ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς μοῦ μί­λη­σε μὲ ἀ­γά­πη γιὰ σᾶς. Θὰ γί­νει στὸ Μπέ­ι­σαϊντ – ξέ­ρω, εἶ­ναι λί­γο μα­κριά. Θὰ εἶ­μαι σ’ αὐ­τοὺς ποὺ θὰ ση­κώ­σουν τὸ φέ­ρε­τρο, πράγ­μα ποὺ μοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ νευ­ρι­κό­τη­τα. Κι ἂν γλι­στρή­σει ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο μου καὶ πέ­σει στὰ σκα­λιὰ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας κι ἀ­νοί­ξει καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν πε­τα­χτεῖ ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι μὲ τὸ κυ­ρι­α­κά­τι­κο φό­ρε­μά της, τὸ σῶ­μα της ἀ­κί­νη­το καὶ φου­σκω­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ ὑ­γρὰ τοῦ βαλ­σα­μω­τῆ, τὸ πρό­σω­πό της μιὰ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη μά­σκα θα­νά­του; Κι ἂν οἱ πα­ρευ­ρι­σκό­με­νοι ἀρ­χί­σουν νὰ οὐρ­λιά­ζουν καὶ ἡ Νί­να, ἡ δι­σέγ­γο­νη τῆς κας Κα­τσου­λου­ριάν, ἀρ­χί­σει νὰ κλαί­ει κι ὁ νε­ό­τε­ρος ξά­δερ­φός της, ὁ με­θύ­στα­κας, ἀρ­χί­σει νὰ γε­λά­ει; Κι ἂν τὸ μό­νο ποὺ μοῦ μέ­νει εἶ­ναι νὰ τὸ βά­λω στὰ πό­δια, νὰ τὸ σκά­σω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ νὰ πά­ρω τὸ δρο­μά­κι πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α, κα­θὼς τ’ ἀ­ε­ρο­πλά­να θὰ περ­νοῦν ἀ­πὸ πά­νω μου γιὰ νὰ προ­σγει­ω­θοῦν στὸ Λαγ­κουά­ρντια κι ὁ ἱ­δρώ­τας θὰ λε­κιά­ζει τὸ μαῦ­ρο κο­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου ἐ­νῶ ἡ κα Κου­τσου­λου­ριὰν θὰ συ­νε­χί­σει νὰ τοὺς ἀν­τι­κρί­ζει ὅ­λους μ’ ἕ­να ἀ­πα­θὲς χα­μό­γε­λο σὰν στο­μω­μέ­νο μα­χαί­ρι; Τό­τε τί, Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό, τό­τε τί; Θε­έ μου, για­τί νὰ πε­θά­νει; Ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν εἶ­χα ἀ­γα­πή­σει ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­γα­πᾶ ὁ Τζὸ τὴν Ἔ­μι­λυ. Για­τί ὅ­λοι γύ­ρω μου νὰ πε­θαί­νουν;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 3:30 μ.μ.

Πῶ πῶ, τί ζέ­στη ποὺ κά­νει σή­με­ρα, παι­διά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 4:23 μ.μ.

Δὲν μοῦ λέ­τε, ἔ­χε­τε ρεῦ­μα; Πῆ­γα κι ἔ­λεγ­ξα τὸν πί­να­κα ἀ­σφα­λεί­ας καὶ νο­μί­ζω ὅ­τι μοῦ κό­πη­κε τὸ ρεῦ­μα. Ἐ­σᾶς;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 6:45 μ.μ.

Φο­βε­ρὴ δι­α­κο­πὴ ρεύ­μα­τος, σω­στά; Ἄ­κου­σα ὅ­τι πιά­νει ὅ­λη τὴν πε­ρι­ο­χὴ μέ­χρι καὶ τὸ Κο­νέ­κτι­κατ. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­νέρ­γεια, ἔ­τσι ἄ­κου­σα. Τέ­λος πάν­των, πά­ω στὴν τα­ρά­τσα γιὰ ν’ ἀ­πο­λαύ­σω τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα καὶ ν’ ἀ­να­πνεύ­σω λί­γο δρο­σε­ρὸ ἀ­έ­ρα. Μὴ δι­στά­σε­τε νὰ μοῦ κά­νε­τε πα­ρέ­α.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 3:30 π.μ.

Ἐ­σεῖς ἤ­σα­σταν στὸ ἰ­σό­γει­ο πρὶν ἀ­πὸ λί­γο; Εἶ­χα πά­ει ν’ ἀ­γο­ρά­σω πά­γο καὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­πέ­στρε­φα στὸ κτί­ριο, τέ­λει­ω­σε ἡ μπα­τα­ρί­α στὸν φα­κό μου. Θὰ ἔ­παιρ­να ὅρ­κο ὅ­τι κά­ποι­οι βρί­σκον­ταν στὸ ἰ­σό­γει­ο ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα. Τὸ σκο­τά­δι ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­το. Ἀ­κού­γον­ταν ἀ­νά­σες στὴ γω­νί­α στὸ βά­θος, κά­τω ἀ­πὸ τὶς σκά­λες. Ἤ­σα­σταν ἐ­σεῖς; Φώ­να­ξα ἀλ­λὰ δὲν ἀ­πάν­τη­σε κα­νέ­νας. Τέ­λος πάν­των, ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ θέ­λω πο­λὺ νὰ σᾶς γνω­ρί­σω!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

23 Αὐ­γού­στου

Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Σᾶς δη­μι­ουρ­γοῦν πρό­βλη­μα τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα 4Α, 4Β ἢ 4Δ; Για­τί ἄ­κου­γα κά­τι πε­ρί­ερ­γους θο­ρύ­βους τε­λευ­ταί­α: σὰν με­ταλ­λι­κὰ ρομ­πὸτ νὰ ἔ­παι­ζαν πέ­ιν­τμπωλ. Ἐ­δῶ καὶ τρεῖς μέ­ρες δὲν ἔ­χω κλεί­σει μά­τι. Ἁ­πλῶς θέ­λω νὰ μά­θω ἂν εἶ­στε ἐν­τά­ξει ἢ σᾶς ἔ­χει δι­α­λύ­σει κι ἐ­σᾶς ὁ θό­ρυ­βος. Νὰ μά­θω ἂν εἶ­στε ἀ­κό­μα ἐ­δῶ ἢ χα­θή­κα­τε γιὰ πάν­τα. Εἶ­στε οἱ ἀ­γα­πη­μέ­νοι μου στὸν τέ­ταρ­το ὄ­ρο­φο, γι’ αὐ­τὸ πεῖ­τε μου ἂν χρει­ά­ζε­στε βο­ή­θεια. Θὰ σᾶς ὑ­πε­ρα­σπι­στῶ μέ­χρι θα­νά­του.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

3 Σε­πτεμ­βρί­ου

Παι­διά, ἐν­τά­ξει. Δὲν πά­ει ἄλ­λο. Νό­μι­ζα πὼς τὰ εἴ­χα­με βρεῖ με­τα­ξύ μας, ἀλ­λὰ τό­σος θό­ρυ­βος χθὲς βρά­δυ, αὐ­τὰ τὰ οὐρ­λια­χτὰ ζώ­ων, ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕΧΡΙ ΠΡΩΪΑΣ. Τό­ση ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιὰ τὸν ὕ­πνο τοῦ γεί­το­νά σας ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΑΝΕΧΤΩ. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἔ­χα­σα καὶ τὴ δου­λειά μου. Σᾶς ἀ­ρέ­σει τώ­ρα; Σᾶς ἀ­ρέ­σει ΓΑΜΩΤΟ; Ἔ­κα­να λά­θος γιὰ τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό. Δὲν εἴ­μα­στε πιὰ φί­λοι. Σᾶς μι­σῶ.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

11 Σε­πτεμ­βρί­ου

Πρὸς τι­μὴν τῶν πε­σόν­των νε­κρῶν μας ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ συγ­χω­ρή­σω τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό. Πα­ρα­κα­λῶ λά­βε­τέ το αὐ­τὸ ὑ­πό­ψη σας, για­τὶ ὁ Γκά­ρυ συγ­χω­ρεῖ μί­α μό­νο φο­ρά. Ἐλ­πί­ζω νὰ τὸ ἐ­κτι­μή­σε­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

Υ.Γ. Δὲν εἶ­χα δου­λειὰ γιὰ νὰ τὴν χά­σω. Ἁ­πλῶς ἤ­μουν θυ­μω­μέ­νος καὶ ἤ­θε­λα νὰ σᾶς στε­νο­χω­ρή­σω. Στε­νο­χω­ρη­θή­κα­τε;

***

23 Σε­πτεμ­βρί­ου

Δὲν τὸ πι­στεύ­ω ὅ­τι γρά­ψα­τε τὴ συγ­χώ­ρε­σή μου στὰ πα­λιά σας τὰ πα­πού­τσια. Δὲν εἶ­στε ἐν­τά­ξει. Ξέ­ρε­τε τί ἄλ­λο δὲν εἶ­ναι ἐν­τά­ξει, ΟΙ ΠΥΤΖΑΜΕΣ ΣΑΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΗΛΙΘΙΑ ΣΧΕΔΙΑ ΜΕ ΠΟΔΗΛΑΤΑΚΙΑ. Ἐ­πί­σης, Ἔ­μι­λυ, στὸν ὕ­πνο σου κα­θὼς ἀ­να­πνέ­εις σχη­μα­τί­ζεις σα­λι­ό­φου­σκες. Ἔ, ναί λοι­πόν. Ἀ­πο­κτή­σα­τε ἕ­ναν ἐ­χθρὸ στὸ πρό­σω­πο τοῦ Γκά­ρυ καὶ θὰ τὸ με­τα­νι­ώ­σε­τε. Ὁ Γκά­ρυ ἔ­χει θυ­μώ­σει μὲ τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

30 Σε­πτεμ­βρί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Πρό­σε­ξα ὅ­τι χθὲς με­τα­κο­μί­σα­τε, ἀλ­λὰ εἶ­στε σί­γου­ροι ὅ­τι τὰ πή­ρα­τε ὅ­λα; Για­τὶ ἀ­κου­γό­ταν σὰν θό­ρυ­βος ἀ­πὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ πο­δο­σφαι­ρά­κι στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σας – μὲ κρά­τη­σε ξύ­πνιο ὅ­λη τὴ νύ­χτα. Στε­νο­χω­ρι­έ­μαι γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ τέ­λει­ω­σαν ὅ­λα με­τα­ξὺ μας ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ἔ­χει ἡ ζω­ή. Εἴ­χα­με ὅ­μως καὶ τὶς κα­λὲς στιγ­μές μας, σω­στά; Τέ­λος πάν­των, ἐ­γὼ κα­κί­ες δὲν κρα­τά­ω. Πε­ρά­στε ὅ­πο­τε θέ­λε­τε ἀ­πὸ δῶ γιὰ νὰ παί­ξου­με οὐῒ­στ στὴν τα­ρά­τσα μα­ζὶ μὲ τὴν κα Κα­τσου­λου­ριὰν ὅ­πως τὸν πα­λιὸ κα­λὸ και­ρό! Κα­λὴ τύ­χη!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

6 Ὀ­κτω­βρί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Γειά σας! Κα­λω­σο­ρί­σα­τε στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Εἶ­μαι ὁ Γκά­ρυ ἀ­πὸ τὸ 3Γ.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα Fifty-Two Stories τοῦ Cal Morgan:

http://www.fiftytwostories.com/?p=1383#more-1383 Πα­ράλ­λη­λο κεί­με­νο: Γιῶρ­γος Πα­να­γιω­τί­δης: «Ση­μει­ώ­μα­τα στὸ Θα­νά­ση».

Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἐκ­δό­της ποὺ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη καὶ τὴν Κοι­λά­δα Χάν­τσον. Πε­ζὰ καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ The Missouri Review, Geist, Hobart Pulp, Rolling Stone, Literary Hub καὶ ἀλ­λοῦ. Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ γρά­φει ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ τσε­κου­ριοῦ, ἐν μέ­ρει με­λέ­τη τῶν συμ­βο­λι­σμῶν του κα­τὰ τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἐ­πέ­κτα­ση πρὸς τὴ Δύ­ση, ἐν μέ­ρει δι­ε­ρώ­τη­ση τῶν σύγ­χρο­νων ἀ­πει­κο­νί­σε­ων τῆς ἀν­δρο­πρέ­πειας καὶ τῆς ζω­ῆς στὴν ἔ­ρη­μο. Ἔ­χει ἕ­ναν γιὸ καὶ εἶ­ναι δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ LitHub.com.

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα https://www.jonnydiamond.me/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον καὶ Γρα­φή.

[i] Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας στὴν ἀ­με­ρι­κά­νι­κη τη­λε­ο­πτι­κὴ σει­ρὰ «Murder, she wrote» (1986-1990). Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­α ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὰ μὲ τὴν ἐ­ξι­χνί­α­ση ἐγ­κλη­μά­των.

Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев): Ὁ Ζητιάνος



Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев)

Ὁ Ζη­τιά­νος

(Нищий)


ΑΘΩΣ βά­δι­ζα στὸν δρό­μο, μὲ στα­μά­τη­σε ἕ­νας ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὰ γη­ρα­τειὰ ζη­τιά­νος. Φλο­γι­σμέ­να, γε­μά­τα δά­κρυ­α μά­τια, με­λα­νὰ χεί­λη, τρα­χιὰ κου­ρέ­λια, ἀ­κά­θαρ­τες πλη­γές… Ὤ, πό­σο ἀ­παί­σια κα­τέ­φα­γε ἡ ἔν­δεια τοῦ­το τὸ δύ­στυ­χο πλά­σμα!

            Ἅ­πλω­σε πρὸς τὸ μέ­ρος μου τὸ κόκ­κι­νο, πρη­σμέ­νο καὶ ἀ­κά­θαρ­το χέ­ρι του. Στέ­να­ζε καὶ βογ­κοῦ­σε γιὰ βο­ή­θεια.

            Ἄρ­χι­σα νὰ ψά­χνω ὅ­λες τὶς τσέ­πες μου… Οὔ­τε πορ­το­φό­λι, οὔ­τε ρο­λό­ι, οὔ­τε κὰν μαν­τή­λι… Τί­πο­τα δὲν εἶ­χα πά­ρει μα­ζί μου.

            Κι ὁ ζη­τιά­νος πε­ρί­με­νε… Καὶ τὸ προ­τε­τα­μέ­νο χέ­ρι του ἔ­τρε­με καὶ σκιρ­τοῦ­σε ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο.

            Χα­μέ­νος, σα­στι­σμέ­νος, ἔ­σφι­ξα δυ­να­τὰ τοῦ­το τὸ βρώ­μι­κο καὶ τρε­μά­με­νο χέ­ρι…

            — Νὰ μὲ συμ­πα­θᾶς ἀ­δερ­φέ· δὲν ἔ­χω τί­πο­τα πά­νω μου, ἀ­δερ­φέ.

            Ὁ ζη­τιά­νος κάρ­φω­σε πά­νω μου τὰ φλο­γι­σμέ­να μά­τια του. Τὰ μπλά­βα χεί­λη του μει­δί­α­σαν κι ἔ­σφι­ξε κι αὐ­τὸς μὲ τὴ σει­ρά του τὶς ξυ­λι­α­σμέ­νες πα­λά­μες μου.

            Καὶ τί μ’ αὐ­τό, ἀ­δερ­φέ, μουρ­μού­ρι­σε, ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὸ σ’ εὐ­χα­ρι­στῶ. Κι αὐ­τὸ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη εἶ­ναι, ἀ­δερ­φέ.

            Τό­τε κα­τά­λα­βα ὅ­τι κι ἐ­γὼ εἶ­χα λά­βει ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ἀ­πὸ τὸν ἀ­δερ­φό μου.


Φε­βρουά­ριος 1878.

Δραματοποίηση (15.01.2018):


Πηγή: ἀπο τὴν ἱστοσελίδα

https://rvb.ru/turgenev/01text/vol_10/02senilia/0222.htm

Ἰβὰν Σε­ργιέ­γκε­βιτς Τουργκένιεφ (И­ван Сер­ге­евич Тур­ге­нев) (Ὀριὸλ Ρω­σί­ας 09.11.1818 – Μπου­ζι­βὰλ κον­τὰ στὸ Π­ρίσι, 1883.) Ρῶ­σος μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέας. Γνω­στό­τε­ρα ἔργα του: Μού­μου (1854), Πρώ­τη ἀ­γάπη (1860), Πατέρες καὶ γιοί (1862), Ὁ καπνός (1867), Ἀνοιξιάτικα νερά  (1872).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).



		

	

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἡ κα­τὰ λά­θος δι­α­κο­νιά­ρα



Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Ἡ κα­τὰ λά­θος δι­α­κο­νιά­ρα


ΦΕΡΕ ἀ­κό­μη ἕ­ναν γύ­ρο τὴν ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­μως ἐ­κεί­νη ἄ­φαν­τη. Ἕ­να μού­δια­σμα πα­ρέ­λυ­σε τὸ σῶ­μα καὶ τὴ σκέ­ψη τῆς νε­α­ρῆς κο­πέ­λας. Ἀ­συ­ναί­σθη­τα τι­νά­χτη­κε καὶ βρέ­θη­κε νὰ τρέ­χει κα­τὰ μῆ­κος τῆς ὁ­δοῦ Θη­σέ­ως. Δὲν εἶ­χε στό­χο, ὅ­μως κι ὁ στό­χος θέ­λει σκέ­ψη. Κι ἐ­κεί­νης τὸ μυα­λὸ πλημ­μύ­ρι­ζαν ἀ­σύν­δε­τες εἰ­κό­νες κα­ται­γί­δα. Ὁ πα­νι­κὸς τῆς ἀ­πρό­σμε­νης ἀ­πώ­λειας ἐ­ναλ­λασ­σό­ταν μὲ τὸν τρό­μο τῆς τι­μω­ρί­ας. Ἡ ὑ­πε­ρή­λι­κη για­γιά της, πρὶν λί­γα χρό­νια φερ­μέ­νη στὴν Ἀ­θή­να, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ στοὺς δρό­μους τῆς Καλ­λι­θέ­ας. Τὰ σπί­τια ἔ­μοια­ζαν με­τα­ξύ τους, ὁ­ρί­ζον­τας δὲν φαι­νό­ταν που­θε­νά, ὅ­σο γιὰ γράμ­μα­τα δὲν γνώ­ρι­ζε, γιὰ νὰ δι­α­βά­ζει τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν δρό­μων. Ἤ­ξε­ρε νὰ προ­σα­να­το­λί­ζε­ται νύ­χτα χω­ρὶς φεγ­γά­ρι στὸ ὀ­ρει­νὸ δά­σος, ὅ­μως στὸ ἀ­στι­κὸ το­πί­ο ἦ­ταν ἀ­ναλ­φά­βη­τη. Κά­θε φο­ρὰ λοι­πὸν ἔ­πρε­πε νὰ τὴ συ­νο­δέ­ψει κά­ποι­ος στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Σή­με­ρα ἦ­ταν πά­λι ἡ σει­ρὰ τῆς Μ.. Κα­θὼς ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει ἐν­δι­α­μέ­σως φρον­τι­στή­ριο, τῆς εἶ­πε νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νει στὴν εἴ­σο­δο τῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Καὶ τώ­ρα ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τη. Πῶς νὰ γυ­ρί­σει μό­νη σπί­τι καὶ πῶς νὰ δι­και­ο­λο­γη­θεῖ! Ἐ­νῶ ἔ­τρε­χε, εἶ­δε ἕ­να πε­ρι­πο­λι­κὸ τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας νὰ περ­νᾶ καὶ στὸ πί­σω κά­θι­σμα φαι­νό­ταν ἡ για­γιά. Οἱ φω­νές της ἀ­κού­στη­καν ἀ­πὸ τὸ πλή­ρω­μα, ποὺ ἔ­πι­α­σε στὴν ἄ­κρη. Οἱ ἐ­ξη­γή­σεις ποὺ ἔ­δω­σε ἡ ἐγ­γο­νὴ φά­νη­καν ἐ­παρ­κεῖς καὶ οἱ δυ­ό τους πή­ρα­νε τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι. Ἡ μαυ­ρον­τυ­μέ­νη μὲ τὴ με­τσο­βί­τι­κη ἐν­δυ­μα­σί­α ἦ­ταν τα­ραγ­μέ­νη. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ θεί­α λει­τουρ­γί­α, ἀ­φη­γοῦν­ταν ἀρ­γό­τε­ρα, βγῆ­κε στὴν πόρ­τα. Κα­θὼς δὲν τὴ σή­κω­ναν τὰ πό­δια της, κά­θι­σε σ’ ἕ­να σκα­λο­πά­τι. Ἔ­νι­ω­σε κά­ποι­ον νὰ τῆς βά­ζει ἕ­να νό­μι­σμα στὴν πα­λά­μη. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κε μὲ βί­α, ὅ­μως γλώσ­σα γιὰ νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ δὲν ἤ­ξε­ρε. Ἄ­κρα τα­πεί­νω­ση γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα μὲ κεν­τρι­κὸ ρό­λο στὰ δρώ­με­να τοῦ ὀ­ρει­νοῦ χω­ριοῦ της, μαί­ας καὶ ψυ­χο­πομ­ποῦ συ­νά­μα, ποὺ πο­νε­μέ­νοι κα­τέ­φθα­ναν ξη­μέ­ρω­μα γιὰ νὰ τοὺς ξε­μα­τιά­σει. Πῆ­ρε λοι­πὸν τοὺς δρό­μους μὲ τὸ ἀ­βέ­βαι­ό της βῆ­μα, νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἄλ­λη προ­σβο­λή. Οὔ­τε κα­τά­λα­βε πῶς βρέ­θη­καν οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ νὰ τὴ ρω­τοῦν ἀ­κα­τα­νό­η­τα πράγ­μα­τα, οὔ­τε πῶς βρέ­θη­κε στὸ πε­ρι­πο­λι­κό. Στὸ ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιο, στὸ κοι­μη­τή­ριο τοῦ χω­ριοῦ, ὅ­που τὴν ἔ­φε­ρε ἡ τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α, ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ τοῦ ὀ­νό­μα­τός της εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κή. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἐ­κεί­νη νὰ τὴν ἀ­να­γνώ­σει, μὰ οὔ­τε τὰ δι­σέγ­γο­νά της νὰ τα­ξι­δέ­ψουν μὲ δι­κές της ἀ­φη­γή­σεις.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ρέϊμοντ Κάρβερ (Raymod Carver): Μικροπράγματα



Ρέϊμοντ Κάρβερ (Raymod Carver)


Μικροπράγματα

(Little Things)


Ο ΠΡΩΪ ὁ και­ρὸς ἄλ­λα­ξε καὶ τὸ χι­ό­νι ἄρ­χι­σε νὰ γί­νε­ται λα­σπό­νε­ρο. Μι­κρὰ ρυά­κια ἔ­στα­ζαν ἀ­π’ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι ποὺ ἔ­βλε­πε στὴν πί­σω αὐ­λή. Στὸν δρό­μο, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα σκορ­ποῦ­σαν τὸ λα­σπω­μέ­νο χι­ό­νι. Ἔ­ξω σκο­τεί­νια­ζε. Ἀλ­λὰ σκο­τεί­νια­ζε καὶ μέ­σα. Ὁ ἄν­τρας ἦ­ταν στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο κι ἔ­χω­νε ροῦ­χα σὲ μιὰ βα­λί­τσα. Τό­τε φά­νη­κε στὴν πόρ­τα ἡ γυ­ναί­κα.

            «Πό­σο χαί­ρο­μαι, πό­σο χαί­ρο­μαι ποὺ φεύ­γεις!» τοῦ εἶ­πε. «Τ’ ἀ­κοῦς;»

            Ὁ ἄν­τρας συ­νέ­χι­σε νὰ φτιά­χνει τὴ βα­λί­τσα.

            «Πα­λι­ο­μα­λά­κα! Πό­σο χαί­ρο­μαι ποὺ φεύ­γεις!» Ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. «Οὔ­τε νὰ μὲ κοι­τά­ξεις δὲν μπο­ρεῖς, ἔ;» Τό­τε πρό­σε­ξε τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ μω­ροῦ στὸ κρε­βά­τι. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τὴν ἔ­πι­α­σε. Ὁ ἄν­τρας τὴν κοί­τα­ξε κι αὐ­τὴ σκού­πι­σε τὰ δά­κρυ­ά της καὶ τὸν κάρ­φω­σε μὲ τὸ βλέμ­μα. Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε καὶ γύ­ρι­σε στὸ σα­λό­νι. «Φέ­ρ’ τη πί­σω», τῆς εἶ­πε.

            «Μά­ζε­ψ’ τα καὶ δρό­μο», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Αὐ­τὸς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ἔ­κλει­σε τὴ βα­λί­τσα, φό­ρε­σε τὸ παλ­τό του, ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ γύ­ρω του στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο κι ἔ­σβη­σε τὸ φῶς. Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε στὸ σα­λό­νι. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­στε­κε στὴν πόρ­τα τῆς στε­νῆς κου­ζί­νας μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά.

            «Θέ­λω τὸ μω­ρό», τῆς εἶ­πε.

            «Τρε­λά­θη­κες;»

            «Ὄ­χι. Θέ­λω τὸ μω­ρό. Θὰ στεί­λω κά­ποι­ον νὰ πά­ρει τὰ πράγ­μα­τά του».

            «Μὴν τολ­μή­σεις νὰ τ’ ἀ­κουμ­πή­σεις.»

            Τὸ μω­ρὸ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ κλαί­ει καὶ ἡ γυ­ναί­κα ξε­τύ­λι­ξε τὴν κου­βέρ­τα ποὺ σκέ­πα­ζε τὸ κε­φά­λι του.

            «Σώ­πα, κα­λό μου, σώ­πα», εἶ­πε.

            Ὁ ἄν­τρας πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος της.

            «Χρι­στὲ καὶ Κύ­ρι­ε!» εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα πί­σω καὶ μπῆ­κε στὴν κου­ζί­να.

            «Θέ­λω τὸ μω­ρό.»

            «Σή­κω φύ­γε!»

            Τοῦ γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ κρα­τή­σει τὸ μω­ρὸ μα­κριά του, σὲ μιὰ γω­νιὰ πί­σω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο.

            Ἀλ­λὰ αὐ­τὸς πλη­σί­α­σε. Τεν­τώ­θη­κε πά­νω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο κι ἔ­πι­α­σε σφι­χτὰ τὸ μω­ρό.

            «Ἄ­σ’ το», τῆς εἶ­πε.

            «Φύ­γε, φύ­γε ἀ­πὸ δῶ!» φώ­να­ξε ἡ γυ­ναί­κα.

            Τὸ μω­ρὸ εἶ­χε ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νί­σει καὶ οὔρ­λια­ζε. Κα­θὼς πά­λευ­αν, ἔ­ρι­ξαν μιὰ γλά­στρα ποὺ κρε­μό­ταν πά­νω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο.

            Σὲ λί­γο ὁ ἄν­τρας τὴ στρί­μω­ξε στὸν τοῖ­χο. Πά­σχι­ζε νὰ τῆς ἀ­νοί­ξει τὴ λα­βή. Ἕ­σφιγ­γε τὸ μω­ρὸ καὶ τὴν ἔ­σπρω­χνε μ’ ὅ­λο του τὸ βά­ρος.

            «Ἄ­σ’ το», τῆς εἶ­πε.

            «Στα­μά­τα, τὸ πο­νᾶς.»

            «Δὲν τὸ πο­νά­ω.»

            Ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας δὲν ἔμ­παι­νε φῶς. Μὲς στὸ μι­σο­σκό­τα­δο, ὁ ἄν­τρας πά­λευ­ε νὰ ἀ­νοί­ξει τὰ σφι­χτά της δά­χτυ­λα μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο ἅρ­πα­ξε τὸ μω­ρό, ποὺ τσί­ρι­ζε, ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μπρά­τσο του λί­γο κά­τω ἀ­π’ τὸν ὦ­μο. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­νι­ω­σε τὰ δά­χτυ­λά της νὰ ὑ­πο­χω­ροῦν καὶ νὰ ἀ­νοί­γουν. Ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι τὸ μω­ρό της ἔ­φευ­γε ἀ­π’ τὰ χέ­ρια.

            «Μή!» οὔρ­λια­ξε τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὰ δά­χτυ­λά της ἄ­νοι­ξαν. Ὅ­μως τὸ μω­ρὸ σκό­πευ­ε νὰ τὸ κρα­τή­σει. Γρά­πω­σε τὸ ἄλ­λο χέ­ρι του. Τὸ ἔ­πι­α­σε ἀ­π’ τὸν καρ­πὸ κι ἔ­ρι­ξε ὅ­λο της τὸ βά­ρος πί­σω. Ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δὲν ἄ­φη­νε τὸ μω­ρό. Τὸ ἔ­νι­ω­σε νὰ γλι­στρά­ει ἀ­π’ τὰ χέ­ρια του καὶ τὸ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ μέ­ρος του πο­λὺ δυ­να­τά. Καὶ μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, τὸ θέ­μα τα­κτο­ποι­ή­θη­κε.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Where I’m Calling From: The Selected Stories, Atlantic Monthly Press, 1988. Copyright © 1988 by Tess Gallagher.

https://www.wsfcs.k12.nc.us/cms/lib/nc01001395/centricity/domain/796/little_things.pdf

Ρέ­ϊ­μοντ Κάρ­βερ (Raymond Carver) (Ὄ­ρεγ­κον, ΗΠΑ 1938 – Πὸρτ Ἄν­τζε­λες, Οὐ­ά­σιν­γκτον, ΗΠΑ, 1938). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­η­τής, δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το του δι­ή­γη­μα τὸ 1961. Ἐ­πὶ χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια. Τὸ 1983 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Μίλ­ντρεντ καὶ Χά­ρολντ Στρά­ους ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α Τε­χνῶν καὶ Γραμ­μά­των, ποὺ ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ἀ­πε­ρί­σπα­στος στὸ γρά­ψι­μο. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ κυ­κλο­φό­ρησε ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Ὁ κα­θε­δρι­κὸς να­ός, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (1980). Ἐ­ξέ­δω­σε δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (­λη­θι­νὴ ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες [2007] καὶ ­στεῖ­ο [2012] καὶ συ­νυ­πέ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο ἑ­νὸς κό­μικ (Τὸ πτῶ­μα, 2011). Με­τέ­φρα­σε τοὺς Τρι­λο­βί­τες τοῦ Breece Pancake (2015) καὶ τὸ ­με­ρο­λό­γιο προ­σευ­χῆς τῆς Flannery O’Connor (2015).

***

Δραματοποίηση:

Σκηνοθεσία: Luke Malone

Παίζουν: Sarah Hunt καὶ Robert Rios



		

	

Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας



Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας

(The Story of an Hour)


ΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ὅ­τι ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε καρ­δια­κὸ πρό­βλη­μα, δό­θη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­σο­χὴ στὸ πῶς θὰ τῆς ἀ­να­κοί­νω­ναν τὴν εἴ­δη­ση τοῦ θα­νά­του τοῦ συ­ζύ­γου της μὲ τὸν πλέ­ον ἀ­νώ­δυ­νο τρό­πο.

       Αὐ­τὴ ποὺ τῆς τὸ εἶ­πε μὲ μι­σό­λο­γα ἦ­ταν ἡ ἀ­δελ­φή της ἡ Ζό­ζε­φιν· κα­λυμ­μέ­να ὑ­πο­νο­ού­με­να ποὺ ἀ­πο­κά­λυ­πταν τὴ μι­σὴ ἀ­λή­θεια. Ἦ­ταν ἐ­πί­σης ἐ­κεῖ, κον­τά της, ὁ φί­λος τοῦ συ­ζύ­γου της ὁ Ρί­τσαρ­ντς. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ποὺ βρι­σκό­ταν στὰ γρα­φεῖ­α τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ τρα­γι­κοῦ σι­δη­ρο­δρο­μι­κοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος, μὲ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ νὰ εἶ­ναι πρῶ­το στὸν κα­τά­λο­γο τῶν «σκο­τω­μέ­νων». Χρει­ά­στη­κε μό­νο τὸν χρό­νο γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν ἀ­λή­θεια μ’ ἕ­να δεύ­τε­ρο τη­λε­γρά­φη­μα καὶ ἔ­σπευ­σε ὡς προ­σε­κτι­κὸς καὶ τρυ­φε­ρὸς φί­λος νὰ με­τα­φέ­ρει τὸ θλι­βε­ρὸ μή­νυ­μα.

       Ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ δὲν ἄ­κου­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α ὅ­πως πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες κά­νουν, πα­ρα­λύ­ον­τας ἀ­πὸ τὴν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δε­χτοῦν τὴ ση­μα­σί­α της. Ἔ­κλα­ψε ἀ­μέ­σως καὶ πα­ρα­δό­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἔ­ξαλ­λη στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς ἀ­δελ­φῆς της. Ὅ­ταν ἡ θύ­ελ­λα τῆς θλί­ψης κα­τα­λά­για­σε ἀ­πο­σύρ­θη­κε στὸ δω­μά­τιό της μό­νη. Δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σει κα­νείς.

       Ἐ­κεῖ, ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο βρι­σκό­ταν μιὰ ἄ­νε­τη, εὐ­ρύ­χω­ρη πο­λυ­θρό­να μὲς στὴν ὁ­ποί­α βού­λια­ξε, συν­τε­τριμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ σω­μα­τι­κὴ ἐ­ξάν­τλη­ση ποὺ στοί­χει­ω­νε τὸ σῶ­μα της καὶ σχε­δὸν ἄγ­γι­ζε τὴν ψυ­χή της.

       Στὴν ἀ­νοι­χτὴ πλα­τεί­α μπρο­στὰ στὸ σπί­τι της ἔ­βλε­πε τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν δέν­τρων ποὺ τρε­μό­παι­ζαν γε­μά­τες ἀ­πὸ τὴν και­νούρ­για ζω­ὴ ποὺ ἔ­φερ­νε ἡ ἄ­νοι­ξη. Ὁ ἀ­έ­ρας μο­σχο­βο­λοῦ­σε βρο­χή. Κά­τω στὸν δρό­μο ἕ­νας γυ­ρο­λό­γος δι­α­λα­λοῦ­σε τὴν πρα­μά­τεια του. Ἀ­κού­γον­ταν ἀ­μυ­δρὰ οἱ νό­τες ἑ­νὸς τρα­γου­διοῦ ποὺ κά­ποι­ος τρα­γου­δοῦ­σε μα­κριὰ κι ἀ­μέ­τρη­τα σπουρ­γί­τια τι­τί­βι­ζαν στὶς μαρ­κί­ζες.

       Ἔ­βλε­πες κομ­μά­τια γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­χαν σω­ρευ­τεῖ τὸ ἕ­να πά­νω στὸ ἄλ­λο πρὸς τὴ δύ­ση ἀ­πέ­ναν­τι ἀπ’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της.

       Κά­θι­σε μὲ τὸ κε­φά­λι της ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ μα­ξι­λά­ρι τῆς κα­ρέ­κλας, σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τῆς ἀ­νέ­βη­κε ἕ­νας κόμ­πος στὸν λαι­μὸ καὶ τὴν τά­ρα­ξε, ὅ­πως τὰ παι­διὰ ποὺ ἐ­νῶ ἔ­χουν κλά­ψει γιὰ νὰ κοι­μη­θοῦν συ­νε­χί­ζουν νὰ κλαῖ­νε μ’ ἀ­να­φι­λη­τὰ στὰ ὄ­νει­ρά τους.

       Ἦ­ταν νέ­α, μὲ φω­τει­νό, ἤ­ρε­μο πρό­σω­πο τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ γραμ­μὲς μαρ­τυ­ροῦ­σαν αὐ­το­συγ­κρά­τη­ση καὶ ἴ­σως κά­ποι­α δύ­να­μη. Ἀλ­λὰ τώ­ρα δι­έ­κρι­νες τὴ μουν­τὴ ἐ­πί­μο­νη μα­τιά της, ἐ­νῶ τὸ βλέμ­μα της ἦ­ταν καρ­φω­μέ­νο μα­κριὰ σ’ ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ κομ­μά­τια τοῦ γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Δὲν ἔ­δει­χνε στο­χα­σμό, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον σὰν νὰ αἰ­ω­ρεῖ­το μέ­σα του κά­ποι­α εὐ­φυ­ὴς σκέ­ψη.

       Ἐρ­χό­ταν κά­τι κι αὐ­τὴ τὸ πε­ρί­με­νε ἔν­τρο­μη. Τί νὰ ἦ­ταν; Δὲν ἤ­ξε­ρε· ἦ­ταν τό­σο δυσ­δι­ά­κρι­το καὶ ἀ­κα­θό­ρι­στο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ κα­το­νο­μά­σει. Ἀλ­λὰ τὸ ἔ­νι­ω­θε νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ τὴν προ­σεγ­γί­ζει μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους, τὶς μυ­ρω­δι­ές, τὰ χρώ­μα­τα ποὺ γέ­μι­ζαν τὸν ἀ­έ­ρα.

       Τώ­ρα τὸ στῆ­θος της ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα. Ἄρ­χι­ζε νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζει αὐ­τὸ τὸ κά­τι ποὺ πλη­σί­α­ζε γιὰ νὰ τὴν κυ­ρι­εύ­σει κι αὐ­τὴ ἀ­γω­νι­ζό­ταν νὰ τὸ ἀν­τι­κρού­σει μὲ τὴ θέ­λη­σή της – τὸ ἴ­διο ἀ­νί­σχυ­ρη μὲ τὰ δυ­ὸ λευ­κὰ λε­πτά της χέ­ρια.

       Ὅ­ταν τοῦ πα­ρα­δό­θη­κε ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὰ μό­λις ἀ­νοιγ­μέ­να χεί­λη της μιὰ μι­κρὴ λέ­ξη εἰ­πω­μέ­νη ψι­θυ­ρι­στά. Ἀ­κού­στη­κε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ ἐ­νῶ ἀ­νά­σαι­νε: «ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη!» Τὸ κε­νὸ βλέμ­μα καὶ ἡ ὄ­ψη τοῦ τρό­μου ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν ἀ­πὸ τὰ μά­τια της, ἐ­νῶ αὐ­τὰ πα­ρέ­μει­ναν ἔν­το­να καὶ λαμ­πε­ρά. Οἱ παλ­μοί της χτυ­ποῦ­σαν γρή­γο­ρα καὶ τὸ αἷ­μα ποὺ ἔρ­ρε­ε ζέ­σται­νε καὶ χα­λά­ρω­νε κά­θε σπι­θα­μὴ τοῦ σώ­μα­τός της.

       Δὲν στα­μά­τη­σε γιὰ νὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ ἐ­ὰν ἡ χα­ρὰ ποὺ τὴν κυ­ρί­ευ­ε ἦ­ταν ἢ ὄ­χι τε­ρα­τώ­δης. Μιὰ σα­φὴς καὶ ἀ­νώ­τε­ρη ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἔ­δω­σε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξει αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α ὡς ρη­χή.

       Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ ἔ­κλαι­γε ξα­νὰ ὅ­ταν θὰ ἔ­βλε­πε τὰ εὐ­γε­νι­κά, τρυ­φε­ρὰ χέ­ρια δι­πλω­μέ­να στὸ σχῆ­μα τοῦ σταυ­ροῦ· τὸ πρό­σω­πο ποὺ δὲν τὴν εἶ­χε πο­τὲ κοι­τά­ξει δί­χως ἀ­γά­πη ἀ­κί­νη­το καὶ γκρί­ζο καὶ νε­κρό. Ἀλ­λὰ πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πι­κρὴ στιγ­μὴ εἶ­δε τὴ μα­κρὰ σει­ρὰ τῶν ἐ­τῶν ποὺ θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν καὶ θὰ ἀ­νῆ­καν σ’ αὐ­τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά. Καὶ ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια της γιὰ νὰ τὰ κα­λω­σο­ρί­σει.

       Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς νὰ ζεῖ γι’ αὐ­τὴν κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῶν ἑ­πό­με­νων ἐ­τῶν· θὰ ζοῦ­σε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­μιὰ ἰ­σχυ­ρὴ θέ­λη­ση ἱ­κα­νὴ νὰ κάμ­ψει τὴ δι­κή της μὲ τυ­φλὴ ἐ­πι­μο­νὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες πι­στεύ­ουν ὅ­τι ἔ­χουν δι­καί­ω­μα νὰ ἐ­πι­βάλ­λουν τὴ θέ­λη­σή τους στὸν σύν­τρο­φό τους. Ἡ πρό­θε­σή της αὐ­τή, εὐ­γε­νὴς ἢ ἀ­πάν­θρω­πη, ἔ­κα­νε τὴν πρά­ξη νὰ μοιά­ζει ἐγ­κλη­μα­τι­κὴ κα­θὼς τὴ σκε­φτό­ταν αὐ­τὴ τὴ σύν­το­μη στιγ­μὴ τῆς φώ­τι­σης.

       Κι ὅ­μως τὸν εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει – κά­ποι­ες φο­ρές. Καὶ ἄλ­λες πά­λι ὄ­χι. Τί ση­μα­σί­α εἶ­χε! Τί ἀ­ξί­α θὰ εἶ­χε ἡ ἀ­γά­πη, αὐ­τὸ τὸ ἄ­λυ­το μυ­στή­ριο, ἐν συγ­κρί­σει μὲ τὴν ἐ­πι­βο­λὴ ποὺ τὴν εἶ­χε κα­τα­λά­βει τὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε αἴφ­νης ὡς τὴν ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη πα­ρόρ­μη­ση τῆς ὕ­παρ­ξής της.

       «Ἐ­λεύ­θε­ρη! Ψυ­χὴ καὶ σῶ­μα ἐ­λεύ­θε­ρα!» συ­νέ­χι­ζε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει.

       Ἡ Ζό­ζε­φιν ἦ­ταν γο­να­τι­σμέ­νη μπρο­στὰ στὴν κλει­στὴ πόρ­τα μὲ τὰ χεί­λη της στὴν κλει­δα­ρό­τρυ­πα, ἐ­κλι­πα­ρών­τας νὰ μπεῖ. « Λου­ίζ, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα! Σὲ ἱ­κε­τεύ­ω· ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα – θὰ ἀρ­ρω­στή­σεις. Τί κά­νεις, Λου­ίζ; Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα.»

       «Φύ­γε. Δὲν θ’ ἀρ­ρω­στή­σω». Ὄ­χι· ἔ­πι­νε τὸ ἴ­διο τὸ ἐ­λι­ξή­ριο τῆς ζω­ῆς μέ­σα ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       Ἡ φαν­τα­σί­α της ὀρ­γί­α­ζε, ἐ­νῶ ἡ σκέ­ψη τῆς ἔ­τρε­χε στὶς μέ­ρες ποὺ θ’ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες μέ­ρες, καὶ κα­λο­και­ρι­νὲς μέ­ρες, καὶ ὅ­λες οἱ μέ­ρες ποὺ θὰ ἦ­ταν δι­κές της. Μα­κά­ρι ἡ ζω­ὴ νὰ δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ. Μό­λις χτὲς ἦ­ταν ποὺ σκε­φτό­ταν μὲ ρί­γος γιὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς.

       Ἐν τέ­λει ση­κώ­θη­κε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα στὴ φορ­τι­κὴ ἀ­δελ­φή της. Δι­έ­κρι­νες κά­τι σὰν θρι­αμ­βευ­τι­κὸ πυ­ρε­τὸ στὰ μά­τια της ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­συ­ναί­σθη­τα σὰν θε­ὰ τῆς Νί­κης. Ἅρ­πα­ξε τὴν ἀ­δελ­φή της ἀ­πὸ τὴ μέ­ση, καὶ μα­ζὶ κα­τέ­βη­καν τὶς σκά­λες. Ὁ Ρί­τσαρ­ντς τὶς πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο.

       Κά­ποι­ος ἄ­νοι­γε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα μὲ τὸ κλει­δὶ τοῦ σύρ­τη. Ἦ­ταν ὁ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ αὐ­τὸς ποὺ μπῆ­κε, λι­γά­κι τα­λαι­πω­ρη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι, κρα­τών­τας ἀ­τά­ρα­χα τὸν τα­ξι­δι­ω­τι­κό του σά­κο καὶ τὴν ὀμ­πρέ­λα. Ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ σκη­νὴ τοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος καὶ οὔ­τε κὰν ἤ­ξε­ρε γι’ αὐ­τό. Ἔ­μει­νε ἔκ­θαμ­βος μπρο­στὰ στὴ δι­α­πε­ρα­στι­κὴ κραυ­γὴ τῆς Ζό­ζε­φιν· μπρο­στὰ στὴ γρή­γο­ρη κί­νη­ση τοῦ Ρί­τσαρ­ντς νὰ τὸν κρύ­ψει ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα του.

       Ὁ Ρί­τσαρ­ντς ὅ­μως ἄρ­γη­σε.

       Ὅ­ταν ἦρ­θαν οἱ για­τροὶ εἶ­παν πὼς εἶ­χε πε­θά­νει ἀ­πὸ τὴν καρ­διά της – ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ ποὺ σκο­τώ­νει.


(1894)


Πηγή: Ἀ­­πὸ τὴν ἱ­­στο­­σε­­λί­­δα τῆς Δι­­ε­θνοῦς Ἑ­­ται­­ρεί­­ας Κέ­ιτ Σο­­πέν: https://www.ka­te­cho­pin.org/the-story-of-an-hour/#online Ἡ Κέ­ιτ Σο­πὲν ἔ­γρα­ψε τὸ πε­ζὸ «Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας», τὸ δι­α­ση­μό­τε­ρο ἴσως ἔρ­γο τῆς συγ­γρα­φέ­ως, στὶς 19 Ἀ­πρι­λί­ου 1894. Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ Vogue (στὸ ἴ­διο ἔν­τυ­πο ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ καὶ σή­με­ρα) στὶς 6 Δε­κεμ­βρί­ου 1894, μὲ τί­τλο «Τὸ Ὄ­νει­ρο τῆς μιᾶς ὥ­ρας». Ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ St. Louis Life στὶς 5 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1895 μὲ δύο ἀλ­λα­γές. Τὴν τε­λευ­ταία αὐ­τὴ ἔκ­δο­ση ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ πα­ρού­σα πη­γὴ καὶ με­τά­φρα­ση.

Κέ­ιτ Σο­πέν (Kate Chopin), (1850-1904) Τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα ἦ­ταν Ka­the­ri­ne O’ Fla­her­ty. Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας γαλ­λο­κα­να­δι­κῆς καὶ ἰρ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ ἐ­νη­λί­κους. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα της θε­ω­ροῦν­ται οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των της Bayou Folk (1894) καὶ A night in A­ca­die (1897) κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The A­wa­ke­ning (1899) – με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ους πρό­δρο­μος τῶν φε­μι­νι­στριῶν συγ­γρα­φέ­ων τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γε­νι­κό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο της δί­νει ἔμ­φα­ση στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ στὸν δια­ρκῆ ἀ­γώ­να τους νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν τὴ δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα στὴν κοι­νω­νί­α τοῦ Νό­του τῶν ΗΠΑ στὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

Εἰκόνα: Περι­μέ­νοντας πλάι στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔργο τοῦ Δανοῦ ζωγράφου
Carl Ho­lsøe (1863-1935).

Φω­το­γρα­φία τῆς σε­λί­δας τῆς πρώ­της δη­μοσί­ευ­σης τοῦ ἔργου στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Vogue.