Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Οἱ παποῦλες



Φωτεινὴ Βασιλοπούλου


Οἱ πα­ποῦ­λες


Στὴ μνή­μη Γι­ώρ­γη Βα­σι­λό­που­λου


«ΡΕ, γύρ­να πί­σω σοῦ λέ­ου» εἶ­πε κο­φτὰ ὁ γέ­ρος.

       «Θέ­λω νά ’ρ­θω κι ἐ­γὼ» ἀν­τι­μί­λη­σε τὸ παι­δί.

       «Εἶ­σαι μι­κρὸς ἀ­κό­μα.»

       «Ἐ­γὼ θέ­λω νά ’ρ­θω.»

       «Μί­λη­σα.»

       «Θά ’ρ­θω, θά ’ρ­θω θά ’ρ­θω.»

       Ὁ γέ­ρος σπι­ρού­νι­σε τ’ ἄ­λο­γο. Τὸ παι­δὶ ἄ­νοι­ξε τὸ βῆ­μα του γιὰ νὰ τὸν προ­λά­βει. Ὅ­μως, ὁ γέ­ρος ἔσ­μπη­ξε τὰ πα­πού­τσια του στὴν κοι­λιὰ τοῦ ζων­τα­νοῦ μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ὁρ­μὴ κι ὀρ­γή. Ἔλ­πι­ζε ὅ­τι με­τὰ τὸ Ἀ­νά­θε­μα —Ἀ­νά­θε­μα τὸ γο­νιό του! — ὁ μι­κρὸς θὰ κου­ρα­ζό­τα­νε καὶ θὰ γυρ­νοῦ­σε πί­σω. Τὸ παι­δὶ ὅ­μως δαγ­κω­νό­τα­νε κι ὅ­λο ἔ­τρε­χε γιὰ νὰ τὸν προ­κά­νει.

       Μέ­χρι τὴν ἄ­κρη τοῦ χω­ριοῦ δὲν ἔ­βγα­λαν ἄ­χνα. Ὁ με­γά­λος γιὰ νὰ μὴν ἀ­κου­στεῖ κι ὁ μι­κρὸς γιὰ νὰ μὴ νευ­ριά­σει ὁ πα­τέ­ρας του. Ὅ­μως, βα­θιὰ μέ­σα του πί­στευ­ε πὼς σὲ λί­γα μέ­τρα ὁ γέ­ρος θὰ μα­λά­κω­νε, θὰ κον­το­στε­κό­ταν, θὰ τοῦ ’­λε­γε «Σάλ­τα πά­νου, ρέ!» καὶ τὸ ὄ­νει­ρό του θὰ γι­νό­ταν, ἐ­πι­τέ­λους, πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Θὰ πή­γαι­νε μα­ζί του γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ πα­νη­γύ­ρι.

       Τ’ ἄ­λο­γο πέ­ρα­σε καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α σπί­τια σχε­δὸν καλ­πά­ζον­τας.

       Ὁ γέ­ρος εἶ­χε ξε­χα­στεῖ, σί­γου­ρος ὅ­τι εἶ­χε ξεμ­πλέ­ξει ἀ­πὸ τὸν μπε­λά, ὅ­ταν ἄ­κου­σε ξαφ­νι­κὰ τὸ παι­δί, ποὺ εἶ­χε κό­ψει δρό­μο, νὰ βα­ρι­α­να­σαί­νει πί­σω του.

       «Δὲ θὰ τοῦ πε­ρά­σει» σκέ­φτη­κε καὶ κα­μου­τσί­κη­σε τὸν Ντο­ρή του.

       Ἔ­τρε­χε τ’ ἄ­λο­γο, ἔ­τρε­χε καὶ τὸ παι­δί.

       Τ’ ἄ­λο­γο ἄρ­χι­σε νὰ χλι­μιν­τρά­ει ἀ­πὸ τὴν πί­ε­ση τῆς κα­πι­στρά­νας. Τὸ παι­δὶ ἔ­νι­ω­θε νὰ τοῦ κό­βε­ται ἡ ἀ­νά­σα, ἀλ­λὰ τό ’­χε βά­λει πεῖ­σμα νὰ τὸν φτά­σει στὴ στρο­φή.

       «Γύρ­να πί­σω τὸν ἀν­τι­λα­δό σου μὴ σὲ κι­ό­σω(1) γιὰ παι­δὶ» τοῦ φώ­να­ξε φτά­νον­τας στὶς Κα­στα­νι­ές.

       Ὅ­μως, ἐ­κεῖ­νος ὁ μπε­λὰς συ­νέ­χι­ζε.

       «Ἤ­τα­νε σκλη­ρὸ κα­ρύ­δι, ἀλ­λὰ θὰ γί­νει του­λά­χι­στο ντερ­βι­σό­παι­δο ὅ­ταν με­γα­λώ­σει» σκέ­φτη­κε ὁ γέ­ρος μὲ κρυ­φὴ πα­τρι­κὴ πε­ρη­φά­νια.

       Μὲ τὰ πολ­λά, ὅ­μως, σὰν εἶ­δε ὅ­τι δὲ θὰ κα­τά­φερ­νε τί­πο­τα μὲ τ’ ἄ­γριο, μα­λά­κω­σε μό­νε-μό­νε(2).

       «Γύρ­να πί­σω, ρὲ Γι­ώ­ρη, θὰ σὲ ψά­χνει ἡ μά­να σου καὶ θὰ σ’ ἀ­να­ζη­τᾶ­νε τ’ ἀ­δέρ­φια σου. Γύρ­να πί­σω ρέ, κι ἐ­γὼ θὰ σοῦ πά­ρω πρά­μα­τα» ὑ­πο­σχέ­θη­κε μα­λα­κω­μέ­νος.

       Ὁ μι­κρὸς μὴν μπο­ρών­τας ν’ ἀ­να­σά­νει ἀ­πὸ τὴν τρε­χά­λα, κι ὄ­χι ἐ­πει­δὴ πί­στε­ψε τὸν πα­τέ­ρα του, στά­θη­κε γιὰ λί­γο στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου.

       Βλέ­πον­τας τὸν μι­κρὸ νὰ κον­το­στέ­κε­ται, καὶ νι­ώ­θον­τας πε­ρη­φά­νια ποὺ ἐ­πι­βλή­θη­κε γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, ὁ γέ­ρος βί­τσι­σε τ’ ἄ­λο­γο καὶ σκα­πέ­τη­σε στὴ δη­μο­σιά.

       Τὸ παι­δί, σὰν εἶ­δε τ’ ἄ­λο­γο νὰ χά­νε­ται στὴ στρο­φὴ καὶ στὴν πρω­ι­νὴ πά­χνη, τὸ ἔ­πια­σε ἕ­να πα­ρά­πο­νο, ποὺ γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ θὰ ἔ­χα­νε τὸ πα­νη­γύ­ρι, κι ἕ­να μπου­ρί(3), ποὺ τὰ ξα­δέρ­φια του πά­λι θὰ τὸν κο­ρό­ι­δευ­αν καὶ θὰ τοῦ τὸ κο­πα­νά­γα­νε κά­θε λί­γο καὶ λι­γά­κι. Δαγ­κώ­θη­κε γιὰ νὰ μὴν κλά­ψει, ἀλ­λὰ βα­θιὰ μέ­σα του ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει. Μό­νο ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς. Ἄρ­χι­σε νὰ βουρ­κώ­νει. Ὅ­λα θό­λω­σαν. Ὅ­μως μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κρυ­σμέ­νων μα­τι­ῶν του τὶς εἶ­δε νὰ πρα­σι­νί­ζουν προ­κλη­τι­κὰ μπρο­στά του, σχε­δὸν πα­ρα­κα­λών­τας τον. Πα­ρα­κα­λών­τας τον νὰ κυ­λι­στεῖ πά­νου τους. Πά­νου στὶς ψω­μω­μέ­νες πα­πού­λες(4), ποὺ ἦ­ταν ἕ­τοι­μες νὰ μα­ζευ­τοῦν. Σύν­το­μα, μπο­ρεῖ κι αὔ­ριο κι­ό­λας, ὁ πα­τέ­ρας του θὰ ἔ­παιρ­νε τὰ ἀ­δέρ­φια του καὶ τὰ ξα­δέρ­φια του στὸ χω­ρά­φι μὲ τὶς πα­ποῦ­λες γιὰ νὰ τὶς κό­ψουν. Κι ἐ­κεῖ θ’ ἀ­να­κοί­νω­νε ὅ­λο πε­ρη­φά­νια τὰ νέ­α γιὰ τὸ κα­μά­ρι του. «Μέ­χρι ἐ­δῶ ἔ­φτα­σε ὁ ἀ­θε­ό­φο­βος. Μέ­χρι τὶς Κα­στα­νι­ές. Εἶ­δα κι ἔ­πα­θα, γιὰ παι­δί, νὰ τό­νε γυ­ρί­σω πί­σω. Ἤ­θε­λε ἡ ἀ­φεν­τιά του, μι­σὴ με­ρί­δα ἄν­τρω­πος, πα­νη­γύ­ρι.» Ἄ­κου­γε ἤ­δη τὰ αὐ­ρια­νὰ πε­ρι­γέ­λια τους καὶ τὰ πει­ράγ­μα­τά τους.

       Ἔ ὄ­χι! Δὲ θὰ τοῦ πέρ­να­γε τοῦ γέ­ρου. Δὲ φτά­νει ποὺ δὲν πῆ­γε στὸ πα­νη­γύ­ρι, δὲ φτά­νει ποὺ θὰ δού­λευ­ε σκλη­ρὰ αὔ­ριο, θὰ γι­νό­τα­νε καὶ πε­ρί­γε­λος;

       Ξα­πλά­ρω­σε τέν­τα-ρέν­τα στὴν ἀ­νη­φό­ρα κι ἄρ­χι­σε νὰ κυ­λι­έ­ται κα­τὰ τὸν κα­τή­φο­ρο. Ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο λε­πτὸ τοῦ πῆ­ρε μέ­χρι νὰ φτά­σει ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη, ἕ­να λε­πτὸ ποὺ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὸ γιὰ νὰ τοῦ στε­γνώ­σει τὰ μά­τια καὶ νὰ τοῦ δώ­σει τὴ δύ­να­μη νὰ ξα­να­νέ­βει στὴν πά­νου με­ριά, νὰ ξα­πλώ­σει ξα­νὰ τέν­τα-ρέν­τα καὶ νὰ κυ­λι­στεῖ ξα­νὰ κα­τὰ τὸν κα­τή­φο­ρο καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σε στὶς φραγ­κο­συ­κι­ὲς τοῦ μπάρ­μπα του στ’ ἀ­να­το­λι­κὸ σύ­νο­ρο.

       Τὸ μπου­ρί του εἶ­χε γί­νει κα­πι­νός. Οἱ πα­ποῦ­λες ἴ­σω­μα.

       Ἔ­τρι­ψε τὰ μά­τια του, σφούγ­γι­σε τὴ μύ­τη του, ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια του κι ἄρ­χι­σε νὰ στρο­βι­λί­ζε­ται σ’ ἕ­να χο­ρὸ ἔκ­στα­σης καὶ μέ­θης. Μα­ζί του ἄρ­χι­σαν νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται γύ­ρω του τὰ λι­ό­φτα, τὰ κυ­πα­ρίςσσα κι οἱ φραγ­κο­συ­κι­ές, ποὺ ἔ­γι­ναν με­μιᾶς που­λη­τά­δες, ἀ­λο­γά­δες, κα­λα­τζῆ­δες καὶ πα­στε­λά­δες. Κι ἔ­γι­νε ξαφ­νι­κὰ ἕ­να πα­νη­γύ­ρι τὸ χω­ρά­φι μὲ τὶς πα­τη­μέ­νες πα­ποῦ­λες. Θά ’­λε­γε λοι­πόν, στὰ ξα­δέρ­φια του πὼς εἶ­χε πά­ει τὸ πα­νη­γύ­ρι σὲ κεῖ­νον καὶ τὰ εἶ­δε οὗ­λα. Μέ­χρι καὶ πρά­μα­τα ἀ­γό­ρα­σε. Ἐ­κεῖ­να ποὺ θά ’­φερ­νε ὁ πα­τέ­ρας του, ὅ­πως τοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κε πρὶν σκα­πε­τή­σει.

       Χα­μο­γέ­λα­σε πο­νη­ρά, ἔ­σα­ξε τὰ πρα­σι­νι­σμέ­να σκου­τά­κια(5) του καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ στρο­βι­λί­ζε­ται χα­ρού­με­νος σὰ μι­κρὸς πε­ρή­φα­νος ντερ­βί­σης στὸ μα­λα­κὸ χω­ρά­φι μὲ τὶς πα­τη­μέ­νες πα­ποῦ­λες.


(1) τελειώσω, σκοτώσω.
(2) λίγο-λίγο.
(3) γινάτι.
(4) λαθούρι, τὸ φυτὸ τῆς φάβας.
(5) ροῦχα.


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χού­φτα ζωή, Δε­κα­ε­φτά Δι­η­γή­σεις (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).

Διαφημίσεις

Γιάννης Φαρσάρης: Μαῦρο μανταρίνι


Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης


Μαῦ­ρο μαν­τα­ρί­νι


ΒΓΑΛΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πο­γεί­ου ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος. Τὸ με­λα­ψό του πρό­σω­πο φό­βι­σε τὴ γει­τό­νισ­σα τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κο­νιοῦ, ποὺ ἔ­τρε­ξε νὰ μαν­τα­λώ­σει τὴν συ­ρό­με­νη ἀ­λου­μι­νό­πορ­τα. Ἡ μέ­ρα φώ­να­ζε δυ­να­τὰ πὼς θὰ τὸ πά­ει γιὰ βρο­χὴ κι ἔ­ρι­ξε μιὰ κο­φτὴ βρι­σιὰ σὲ γλώσ­σα ἀ­κα­τά­λη­πτη. Δί­πλω­σε πρό­χει­ρα τὸ πά­πλω­μα πά­νω στὸ ζα­ρω­μέ­νο στρῶ­μα καὶ ἔ­φτια­ξε ἕ­να κου­τα­λά­το νε­σκα­φὲ μὲ νε­ρὸ τῆς βρύ­σης. Καὶ τέσ­σε­ρις κου­τα­λι­ὲς ζά­χα­ρη.

Οἱ συγ­κά­τοι­κοί του εἶ­χαν φύ­γει ἀ­πὸ νω­ρὶς γιὰ δου­λειά, νὰ προ­λά­βουν στὴν πρω­ϊ­νὴ κί­νη­ση τῶν φα­να­ρι­ῶν νὰ κα­θα­ρί­σουν πολ­λὰ τζά­μια. Ἔ­με­ναν πέν­τε νο­μα­τα­ῖοι σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ ὑ­πό­γεια τε­τρα­γω­νι­κὰ καὶ πλή­ρω­ναν σα­ραν­τα­πέν­τε εὐ­ρὼ ἕ­κα­στος, μα­ζὶ μὲ τὰ κοι­νό­χρη­στα. Κα­θό­λου ἄ­σχη­μα, ἀλ­λὰ εἶ­χε πολ­λὲς κα­τσα­ρί­δες κι ἐ­κεῖ­νος σι­χαι­νό­ταν. Μὲ τὰ πον­τί­κια πά­λι δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα. Τὸ πρό­βλη­μα ἦ­ταν ὅ­τι οἱ δου­λει­ὲς στὴν οἰ­κο­δο­μὴ δὲν πή­γαι­ναν κα­λὰ καὶ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος. Οὔ­τε γυ­ναί­κα μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κι ἔ­νι­ω­θε μό­νος, ἀλ­λὰ γυ­ναί­κα δὲν εἶ­χε πο­τὲ στὴν Ἑλ­λά­δα, ἐ­νῶ δου­λειὰ ἔ­βρι­σκε πάν­τα.

        Εἶ­χε κά­νει ὅ­λες τὶς σκλη­ρὲς ἀγ­γα­ρεῖ­ες στὴν οἰ­κο­δο­μὴ καὶ στὰ χω­ρά­φια καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε, ὅ­μως τζά­μια αὐ­το­κι­νή­των δὲν ἤ­θε­λε νὰ κα­θα­ρί­ζει. Δὲν ἄν­τε­χε τὰ βλέμ­μα­τα τῆς ἀ­πα­ξί­ω­σης ἀ­πὸ τό­σους πολ­λοὺς σὲ κά­θε ἄ­ναμ­μα, κι ἄς ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ δου­λειὰ ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει. Σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ πέν­τε λε­πτὰ περ­πα­τοῦ­σε νω­θρὰ στὸ δρό­μο μὲ τὸν κου­βὰ καὶ τὸ κον­τά­ρι ἀ­νὰ χεί­ρας καὶ τὸ μπου­κα­λά­κι τοῦ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κοῦ στὴν κω­λό­τσε­πη.

        Μέ­σα στὴν πρώ­τη ὥ­ρα, πα­ρὰ τὸ μπο­τι­λι­ά­ρι­σμα, εἶ­χε εἰ­σπρά­ξει μυ­ριά­δες ἀρ­νή­σεις καὶ μό­λις τρί­α κέρ­μα­τα, κι ἄς εἶ­χε κα­θα­ρί­σει πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα παρ­μπρίζ. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι τὸν φι­λο­δώ­ρη­σαν μὲ πε­ρι­παι­κτι­κὰ μει­διά­μα­τα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὸν ἄ­φη­σαν νὰ πα­λέ­ψει μὲ τὴ σκό­νη. Δε­χό­ταν στω­ϊ­κὰ τὴ μοί­ρα του για­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το, ὅ­σο μι­κρὸ κι ἂν ἦ­ταν, ὅ­σο κρύ­ο κι ἂν ἔ­κα­νε.

        Τὸ πρῶ­το χα­μό­γε­λο ποὺ συ­νάν­τη­σε με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρα, ἀ­νῆ­κε σ’ ἕ­να κόκ­κι­νο σα­ρά­βα­λο μί­νι. Ὁ ὁ­δη­γός του, ὅ­ση ὥ­ρα ἐ­κεῖ­νος κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια, κου­νι­ό­ταν στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς καὶ τοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ος μὲ τὸ ὑ­περ­βο­λι­κὰ σγου­ρὸ μού­σι του. Μό­λις ἄ­να­ψε τὸ πρά­σι­νο τοῦ ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι μὲ συμ­πά­θεια, φω­νά­ζον­τας: «Δὲν ἔ­χω λε­φτὰ φι­λα­ρά­κο, πά­ρε ἕ­να μαν­τα­ρί­νι.»

        Ἔ­μει­νε γιὰ με­ρι­κὰ δεύ­τε­ρα ἀ­κί­νη­τος ἀ­πὸ ἔκ­πλη­ξη κι ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε τὸν κου­βὰ ἀ­νά­πο­δα καὶ κά­θι­σε δί­πλα στὸ φα­νά­ρι. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸν χρυ­σὸ καρ­πὸ μὲ τὰ βρώ­μι­κα νύ­χια του καὶ ἡ σκέ­ψη του τα­ξί­δε­ψε πί­σω στὴν πα­τρί­δα, στὸν κῆ­πο μὲ τὶς μαν­τα­ρι­νι­ὲς ποὺ με­γά­λω­σε. Κά­θε σκε­λί­δα ποὺ ἔ­βα­ζε στὸ στό­μα τὸν γέ­μι­ζε γλυ­κὰ καὶ τὸν ἔ­κα­νε ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­νυ­πό­μο­νο. Κα­τα­πί­νον­τας τὴν τε­λευ­ταί­α μπου­κιὰ ση­κώ­θη­κε σί­γου­ρος. Θὰ γύ­ρι­ζε πί­σω, κα­θὼς δὲν εἶ­χε τί­πο­τα πιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει ἡ ξε­νι­τιά. Περ­πά­τη­σε ἀρ­γὰ τὸ δρό­μο γιὰ τὸ ὑ­πό­γει­ο. Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ κι ἦ­ταν χα­ρού­με­νος. Ἤλ­πι­ζε μό­νο ἐ­κεί­νη ἡ μι­κρὴ ὄ­μορ­φη γει­τό­νισ­σα στὸ χω­ριὸ νὰ μὴν εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ. Τέσ­σε­ρα χρό­νια ἔ­λει­πε μό­νο.



Πη­γὴ: Πρώ­τη δημοσίευση στὸ περ. Μι­κρό Πεζό (ἐκδ. Χα­ρα­μά­δα, τχ.  1, 2014).

Γιά­ννης Φαρ­σά­ρη­ς (Ἱ­ε­ρά­πε­τρα, 1973). Σπού­δα­σε Ἐ­πι­στή­μη Ὑ­πο­λο­γι­στῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κρή­της, Ἐκ­παί­δευ­ση Ἐ­νη­λί­κων στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Πλη­ρο­φο­ρι­κῆς. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὴν ἀ­νοι­κτὴ βι­βλι­ο­θή­κη OpenBook καὶ συμ­με­τέ­χει στὴν ὁ­μά­δα ἔκ­δο­σης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Fra­ctal. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Φό­βος Κα­νέ­νας (Open­book, 2015). Ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της καὶ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὸ

 www.open-sesame.me


Τζούλια Στρέϊερ (Julia Strayer): Ἂς ποῦμε



Τζού­λια Στρέ­ϊ­ερ (Julia Strayer)


Ἂς ποῦ­με

(Let’s Say)


Σ ΠΟΥΜΕ πὼς πέ­φτω θύ­μα κλο­πῆς, ἀλ­λὰ προ­τι­μῶ νὰ πι­στέ­ψω ὅ­τι σπρώ­χνω τὴν κό­ρη μου στὶς κού­νι­ες τοῦ πάρ­κου ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Με­θο­δι­στῶν, τὰ φύλ­λα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου χο­ρεύ­ουν στὸ γρα­σί­δι κα­θὼς ὁ ἄ­νε­μος φυ­σᾶ, καὶ σὲ κά­θε σπρώ­ξι­μο ἐ­κεί­νη γί­νε­ται ἕ­να χρό­νο με­γα­λύ­τε­ρη, μέ­χρι ποὺ φτά­νει στὴν ἡ­λι­κί­α μου ἐ­νῶ ἐ­γὼ πα­ρα­μέ­νω στὴν ἡ­λι­κί­α ποὺ εἶ­μαι, κι ὡ­στό­σο ἐ­κεί­νη ξέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σα ἐ­γώ, για­τὶ ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ παι­διὰ σή­με­ρα. Ξέ­ρει τί θὰ φᾶ­με γιὰ βρά­δυ, ὅ­τι τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ στὶς ὀ­χτὼ θὰ βρέ­ξει κι ὅ­τι πε­θαί­νω. Ὁ κλέ­φτης δὲν εἶ­χε σκο­πὸ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σει, ἀλ­λὰ εἶ­ναι νέ­ος κι εὐ­έ­ξα­πτος, κι ἔ­χω δεῖ τὸ πρό­σω­πό του. Δὲν τὸ σκέ­φτη­κε δυ­ὸ φο­ρὲς ὅ­ταν σχε­δί­α­ζε τὸ ὅ­λο σκη­νι­κὸ καὶ ἡ προ­νο­η­τι­κό­τη­τα δὲν ἦ­ταν τὸ δυ­να­τό του ση­μεῖ­ο. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ μά­να του τὸ ξέ­ρει αὐ­τό. Τοῦ ἔ­λε­γε καὶ τοῦ ξα­νά­λε­γε ὅ­σο με­γά­λω­νε ὅ­τι δὲν θὰ ἔ­κα­νε πο­τὲ τί­πο­τα, ἂν δὲν μά­θαι­νε νὰ σκέ­φτε­ται τὰ πάν­τα ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πρίν, ὅ­μως αὐ­τὸς δὲν ἄ­κου­γε, δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νός, κι ἔ­τσι τὸ νὰ γί­νει κλέ­φτης ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ κα­ρι­έ­ρας ποὺ εἶ­χε, καὶ δὲν εἶ­ναι καὶ πο­λὺ κα­λὸς οὔ­τε καὶ σ’ αὐ­τό, γι’ αὐ­τὸ μὲ πυ­ρο­βο­λεῖ στὸ στῆ­θος καὶ τρέ­χει. Κοι­τά­ζω ἔκ­πλη­κτη πρὸς τὰ κά­τω καὶ βου­λώ­νω τὴν τρύ­πα μὲ τὸν δεί­κτη μου προ­σπα­θών­τας νὰ θυ­μη­θῶ τί εἶ­χα πιά­σει μ’ αὐ­τὸν τὸν δεί­κτη καὶ φαν­τά­ζο­μαι ὅ­λα τὰ ἀν­θε­κτι­κὰ μι­κρό­βια νὰ σπεύ­δουν μέ­σα στὴν ρο­ὴ τοῦ αἵ­μα­τος, κι ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν σκο­τω­θῶ ἀ­πὸ σφαί­ρα, θὰ τὸ πά­θω σί­γου­ρα ἀ­πὸ μό­λυν­ση. Δὲν πρό­λα­βα νὰ πῶ στὴν κό­ρη μου ποῦ ἦ­ταν ἡ δι­α­θή­κη ἢ ἡ ἀ­σφά­λεια ζω­ῆς, ἢ γιὰ τὸν μυ­στι­κὸ τρα­πε­ζι­κὸ λο­γα­ρια­σμὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τα­μι­εύ­ω χρή­μα­τα γιὰ κά­τι τρε­λό, ὅ­πως γιὰ μα­θή­μα­τα slackline ἢ γιὰ ἕ­να ἐ­τή­σιο road trip σ’ ὅ­λη τὴ χώ­ρα, περ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ μιὰ μι­κρὴ πό­λη στὴν ἄλ­λη, ἢ γιὰ νὰ ζή­σου­με στὴν ἐ­ξο­χή, νὰ χτί­σου­με ἕ­ναν ἀ­νε­μό­μυ­λο, νὰ ἔ­χου­με κό­τες καὶ νὰ καλ­λι­ερ­γοῦ­με τὸ δι­κό μας πε­ρι­βό­λι, ἁ­πλῶς καὶ μό­νο γιὰ νὰ δοῦ­με ἂν θὰ τὰ κα­τα­φέρ­να­με. Θέ­λω νὰ συ­νε­χί­σω νὰ τὴν σπρώ­χνω στὶς κού­νι­ες, ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω νὰ με­γα­λώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο ἐ­γώ. Θὰ μὲ κα­τη­γο­ρή­σει μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν θὰ κα­τα­λά­βει πό­σα χρό­νια ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α ἔ­χα­σε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς κού­νιας. Ναί, θὰ εἶ­ναι σί­γου­ρα θυ­μω­μέ­νη. Μπο­ρῶ ἤ­δη νὰ δῶ τὸν θυ­μὸ νὰ συσ­σω­ρεύ­ε­ται μέ­σα της, λε­πτὲς γραμ­μὲς ὑ­φαί­νουν τὴν πλε­κτά­νη τους στὶς ἄ­κρες των μα­τι­ῶν της κα­θὼς οἱ ἐ­ρευ­νη­τὲς προ­σπα­θοῦν νὰ τῆς ποῦν ὅ­τι κά­νουν ὅ,τι μπο­ροῦν γιὰ νὰ βροῦν τὸ εὐέ­ξα­πτο παι­δὶ τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ μά­να κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι της ὅ­ταν τὸ βλέ­πει νὰ μπαί­νει σπί­τι μὲ τρε­μά­με­να χέ­ρια καὶ τὸ αἷ­μα μου νὰ ἔ­χει πι­τσι­λί­σει τὴν μπλού­ζα του. Καὶ ξέ­ρει πὼς ἔ­χει κά­νει κά­τι ἀ­νό­η­το ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει, γι’ αὐ­τὸ σκου­πί­ζει μὲ τὴν πο­διά της κεν­τη­μέ­νη μὲ βι­ο­λέ­τες τὸν ἱ­δρώ­τα ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πό της καὶ κά­θε­ται στὸν κα­να­πὲ μέ­χρι οἱ χτύ­ποι τῆς καρ­διᾶς της νὰ μει­ω­θοῦν καὶ νὰ μπο­ρέ­σει ἡ ἀ­να­πνο­ή της νὰ ξα­να­βρεῖ τὸν ρυθ­μό της, ὅ­σο τὰ μά­τια της πε­ρι­ερ­γά­ζον­ται τὸ δω­μά­τιο κι ἐ­κεῖ­νος κά­νει νευ­ρι­κὲς κι­νή­σεις, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ὅ­λη ἱ­στο­ρί­α ἐ­νῶ ἐ­γὼ κεί­το­μαι ἀ­κό­μα στὸ ἔ­δα­φος κι ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν τὸ νὰ ἀ­νε­βά­σω τὴν κό­ρη μου στὸ γύ­ρω-γύ­ρω-ὅ­λοι θὰ τῆς ἀ­φαι­ρέ­σει τὰ χρό­νια ζω­ῆς ποὺ τῆς πρό­σθε­σαν οἱ κού­νι­ες, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ ξα­να­γί­νει παι­δί, ὅ­πως ἀ­κρί­βως τὴν θυ­μᾶ­μαι ἐ­γὼ ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὴ γιὰ νὰ πά­ει μό­νη της μὲ τὰ πό­δια ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο στὸ σπί­τι, ἡ σχο­λι­κή της τσάν­τα πιὸ με­γά­λη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη, ὅ­ταν δὲν εἶ­χε πά­ρα μό­νο εὐ­και­ρί­ες μπρο­στά της. Κά­νω τὶς ἴ­δι­ες σκέ­ψεις ποὺ κά­νει ἡ μη­τέ­ρα τοῦ νευ­ρι­κοῦ ἀ­γο­ριοῦ ὅ­ταν ὁ γιὸς της ἦ­ταν μι­κρός, μὲ τὶς μα­κρι­ὲς μαῦ­ρες βλε­φα­ρί­δες του ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ κο­ρί­τσια νὰ τρέ­χουν πί­σω του, κι ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀ­κό­μα ἐλ­πί­δες. Καὶ παί­ζου­με καὶ οἱ δυ­ὸ τὸ παι­χνί­δι Τί θὰ γι­νό­ταν ἄν, ἐ­γὼ δι­ε­ρω­τώ­με­νη ἂν τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἂν εἶ­χα στα­μα­τή­σει στὸ στε­γνο­κα­θα­ρι­στή­ριο πρὶν ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα, ἡ μη­τέ­ρα του δι­ε­ρω­τώ­με­νη ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸν εἶ­χε προ­τρέ­ψει πε­ρισ­σό­τε­ρο πρὸς τὸν ἀ­θλη­τι­σμὸ ἢ τὸ μου­σι­κὸ συγ­κρό­τη­μα ἢ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ λέ­σχη κι ἂν αὐ­τὸ θὰ εἶ­χε κά­ποι­α ση­μα­σί­α, ἂν καὶ πά­λι θὰ στε­κό­ταν μπρο­στά της κλαί­γον­τας για­τὶ πυ­ρο­βό­λη­σε μιὰ γυ­ναί­κα στὸ πάρ­κινγκ τῆς ὁ­δοῦ Ἒλμ καὶ τὸ ἔ­βα­λε στὰ πό­δια. Ἡ μη­τέ­ρα του ξέ­ρει ὅ­τι δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α τί ἔ­κα­νε ἢ τί δὲν ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη κά­πο­τε. Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι ἂν θὰ τὸν στεί­λει γιὰ ντοὺς ὅ­σο ἐ­κεί­νη θὰ καί­ει τὰ ροῦ­χα του μα­ζὶ μὲ τὰ φύλ­λα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου ποὺ στοί­βα­ξε στὸ βα­ρέ­λι τῆς πί­σω αὐ­λῆς ἢ ἂν θὰ ση­κώ­σει τὸ ἀ­κου­στι­κό.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν τρί­μη­νη δι­αδι­κτυακὴ ἐ­πιθε­ώρη­ση SmokeLong, στὶς 15 Δε­κεμ­βρί­ου 2014 (δεῖτε ἐδῶ καὶ μιὰ συ­νέντευ­ξη μὲ τὴ συγ­γρα­φέα γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα).

Τζού­λια Στρέϊ­ερ (Julia Strayer). Ἀ­πό­φοι­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A Program) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Sarah Lawrence, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Smokelog Quarterly. Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ σύν­το­μα ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Glimmer Train.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016),  ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς: Ὁ Θανάσης



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς


Ὁ Θα­νά­σης

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ὁ κου­ρέ­ας, ποὺ ἀ­νέ­κα­θεν βού­τα­γε τὰ ψα­λί­δια του στὴν αἰ­θα­νό­λη, κα­θό­ταν τώ­ρα σι­ω­πη­λὸς ἀ­νά­με­σα στὰ φρύ­δια του καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν Λύ­πη μέ τήν κον­τή της φού­στα νὰ περ­νά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του. Ἔ­πει­τα, γύ­ρι­ζε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου καὶ μὲ σί­γου­ρες κι­νή­σεις, μοῦ ἀ­φαι­ροῦ­σε τὶς φα­βο­ρί­τες.

       Κα­τα­γό­ταν ἀ­π’ τὸ Ἀ­γρί­νιο, ἴ­σως μά­λι­στα, νὰ εἴ­χα­με καὶ τί­πο­τε κοι­νοὺς προ­γό­νους – λή­σταρ­χους μὲ γε­νειά­δες ἀ­πὸ κα­πνό­φυλ­λα καὶ χαῖ­τες σκο­τει­νὰ ἐ­λα­το­δά­ση. Μοῦ μι­λοῦ­σε συ­χνὰ γιὰ τὸ χω­ριό του καὶ πῶς ἦρ­θε στήν Ἀ­θή­να τὸ ’68. Ἔ­ρι­χνα κι ἐ­γὼ μιὰ μα­τιά στίς κι­τρι­νι­σμέ­νες του φω­το­γρα­φί­ες κι ἀ­νά­με­σα στὰ ξε­ρὰ, δί­χως χά­ρη το­πί­α ἔ­βλε­πα χω­ρι­α­τό­παι­δα ν’ ἀ­φή­νουν τὰ σπί­τια τους, γιά ν’ ἀ­να­ζη­τή­σουν μιὰ εὐ­και­ρί­α στὴν Ἀ­θή­να.

       Ποῦ καὶ ποῦ ὁ Θα­νά­σης στα­μα­τοῦ­σε τὴν μη­χα­νὴ του γιὰ νὰ πι­εῖ μιὰ γου­λιὰ κα­φὲ ἤ γιὰ νὰ πε­τά­ξει τὶς στά­χτες τοῦ τσι­γά­ρου του, κι ἦ­ταν τό­τε, ποὺ ἔ­λε­γε γιὰ τὸν με­γά­λο του γιὸ ποὺ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος κι ἂς ἤ­ξε­ρε γλῶσ­σες κι ἂς εἶ­χε πτυ­χί­α. Τὰ μά­τια μου ἔ­πε­φταν ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὶς τρί­χες γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα καὶ φαν­τα­ζό­μουν τὸν ἑ­αυ­τὸ μου, τ’ ἀ­δέλ­φια μου, τὰ παι­διά τοῦ Θα­νά­ση σὰν ἕ­ναν ἄ­μορ­φο σω­ρὸ ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ τὰ σκου­πί­δια ὅ­λων ἐ­κεί­νων που ἔ­λε­γαν πὼς κυ­βερ­νοῦν. Καὶ σὰν νὰ κα­τα­λά­βαι­να τό­τε τὸν Θα­νά­ση καὶ μπο­ρεῖ, μά­λι­στα, νὰ μὲ κα­τα­λά­βαι­νε κι ἐ­κεῖ­νος.

       Ὅ­ταν τὸ κού­ρε­μα εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, μοῦ ’­δι­νε τὸ σα­κά­κι μου, ἔ­βα­ζε τὰ χρή­μα­τα στὸ τα­μεῖ­ο κι ἔ­κα­νε θέ­ση στὸν ἑ­πό­με­νο πε­λά­τη, νὰ κου­βεν­τιά­σουν μα­ζὶ γιὰ πο­δό­σφαι­ρο, γιὰ τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ δὲν ἄλ­λα­ζε πο­ρεί­α. Αὐ­τὰ μέ­χρι νὰ τοὺς δι­α­κό­ψει ἡ Λύ­πη, ποὺ περ­νοῦ­σε κά­θε τό­σο μὲ τὴν κον­τή της φού­στα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του.


Πηγή: Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2018).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς (Ἀ­θή­να, 1989). Ἔ­κα­νε προ­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χο­λο­γί­α (ΕΚΠΑ) καὶ με­τα­πτυ­χια­κὲς στὴν Προ­α­γω­γὴ καὶ Ἀ­γω­γὴ Ὑ­γεί­ας. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε δι­ε­τῆ κύ­κλο μα­θη­μά­των στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ξέ­νη Λο­γο­τε­χνί­α στὸ ποι­η­τι­κό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Ἰ­δρύ­μα­τος Τά­κης Σι­νό­που­λος. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ τὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη του. Πρῶτο του βιβλίο Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ποιήματα, ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2019).

Πη­γὴ Κού­τση: Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;

 



Πη­γὴ Κού­τση


Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;


ΟΝ ΕΙΔΕ νὰ κά­θε­ται στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη θέ­ση ποὺ τὸν ἔ­βρι­σκε πάν­τα… Κά­θε πρω­ΐ. Σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρα­πέ­ζι ὅ­που ὁ ἥ­λιος ἔ­κα­νε τὸ πιὸ ὄ­μορ­φό του παι­χνί­δι. Ἔ­στελ­νε μιὰ ἡ­λι­α­χτί­δα του μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ βρι­σκό­ταν τὸ τρα­πέ­ζι τους καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­νέ­μο­ρφο οὐ­ρά­νιο τό­ξο στὸ πι­α­τά­κι ποὺ κα­θό­ταν ὁ κα­φές της. Τῆς τὸ ἔ­δει­χνε κά­θε φο­ρὰ καὶ τῆς ἔ­σκα­γε ἕ­να φι­λὶ στὸ πρό­σω­πό της.

       Σή­με­ρα ἦ­ταν πο­λὺ θλιμ­μέ­νος. Εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει τοὺς κα­φέ­δες τους. Κοι­τοῦ­σε ἔ­ξω, ἀλ­λὰ τὸ βλέμ­μα του εἶ­χε κά­τι τὸ ἀ­πό­κο­σμο. Πῆ­γε κον­τά του, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὸ σ’ ἀ­γα­πῶ της, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Δὲν πει­ρά­ζει σκέ­φτη­κε. Θὰ μοῦ πεῖ σὲ λί­γο τί ἔ­χει. Τὸν χά­ι­δε­ψε στὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ δι­κό της στὸν ὦ­μο του, ὅ­πως τοῦ ἄ­ρε­σε. Ἔ­μει­νε ἔ­τσι μα­ζί του ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα καὶ ἔ­νι­ω­θε πὼς ὁ κό­σμος της ὅ­λος ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­φέ.

       Τὸν ἔ­πι­α­σαν τὰ κλά­μα­τα. Οἱ λυγ­μοί του ἀ­κού­στη­καν μέ­χρι κά­τω καὶ ἡ σερ­βι­τό­ρα ἀ­νέ­βη­κε τρέ­χον­τας πά­νω νὰ δεῖ ἂν εἶ­χε γί­νει κά­τι. «Τὴν ἔ­νι­ω­σα» τῆς εἶ­πε. «Ἦρ­θε καὶ σή­με­ρα. Πο­τὲ δὲ λεί­πει. Πάν­τα ξέ­ρει ποῦ νὰ μὲ βρεῖ.»

       Πλή­ρω­σε τοὺς κα­φέ­δες μὲ χέ­ρια ποὺ ἔ­δει­χναν συν­τρι­βή. Φύ­λα­ξε τὸ βι­βλί­ο ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὴν ψυ­χή του… Κά­θε πρω­ὶ τὸ ἔ­φερ­νε καὶ τῆς δι­ά­βα­ζε τοὺς στί­χους του, για­τὶ ἔ­τσι πί­στευ­ε ὅ­τι τὸν ἀ­κού­ει. Καὶ αὔ­ριο ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Θὰ πα­ράγ­γελ­νε τοὺς κα­φέ­δες τους. Καὶ ἂς εἶ­χε χα­θεῖ ἐ­κεί­νη γιὰ πάν­τα…



Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ψυ­χο­λο­γί­α.


 

Τάνια Χέρσμαν (Tania Hershman): Ἕνα τραγούδι γιὰ πτώση



Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman)


Ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ πτώ­ση

(A Song for Falling)


ΥΝΕΘΕΣΕ. Ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ ὄρ­θια στά­ση, ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ κα­θι­στή. Μί­α σου­ί­τα γιὰ τὸ μπά­νιο. Δύ­ο τρα­γού­δια, ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­λέ­ξει, γιὰ τὸ μα­γεί­ρε­μα. Ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­ταν ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ πτώ­ση ἀ­πὸ με­γά­λο ὕ­ψος – ὅ­ταν ἔ­πε­σε αὐ­τός.

       Κι ἔ­πει­τα δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει.

       Μά­ζε­ψε ὅ­λα τὰ τρα­γού­δια της καὶ τὰ ἔ­βα­λε στὸ ψυ­γεῖ­ο. Γιὰ νὰ κά­νει χῶ­ρο, τὰ λα­χα­νι­κὰ —ντο­μά­τες καὶ φρέ­σκα κα­ρό­τα— τὰ σκόρ­πι­σε ἔ­ξω στὸ κα­λο­και­ρι­νὸ γρα­σί­δι.

       Ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι ἀ­δυ­να­τοῦ­σε νὰ κλά­ψει. Δὲ δι­έ­θε­τε ἀ­κό­μα κα­νέ­να τρα­γού­δι γιὰ τὸ πέν­θος, εἶ­χε θε­ω­ρή­σει τὸν ἑ­αυ­τό της πο­λὺ νέ­ο. Ἔ­τσι εἶ­χε θε­ω­ρή­σει. Ἢ ὄ­χι. Καὶ τώ­ρα εὐ­χό­ταν νὰ εἶ­χε ἐ­πι­κεν­τρω­θεῖ στὸ τρα­γού­δι της γιὰ πτώ­ση καὶ νὰ εἶ­χε σκε­φτεῖ. Για­τί για­τί για­τί.


Δὲν ἦρ­θαν ἄλ­λα τρα­γού­δια, καὶ τὰ το­πο­θε­τη­μέ­να στὸ ψυ­γεῖ­ο κου­λου­ρι­ά­στη­καν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό τους, ἡ­φαι­στεια­κὴ τέ­φρα βρῆ­κε τὸ δρό­μο της καὶ τὰ σκέ­πα­σε.


Ὅ­ταν τὸ γκα­ζὸν φούν­τω­σε τό­σο ποὺ τὴν ἔ­κρυ­ψε, ποὺ ἔ­κρυ­ψε τὰ λα­χα­νι­κά της, σχε­δὸν ἔ­κρυ­ψε τὸν ἥ­λιο, ἕ­να ση­μεί­ω­μα ἐμ­φα­νί­σθη­κε. Μέ­σα στὸ κε­φά­λι της, ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­ξη­ρα­θεῖ σὰν τὸ Γέλ­λο­ου­στο­ουν. Ἕ­να τρα­γού­δι. Μό­νο ἕ­να μι­κρὸ μι­κρὸ τρα­γού­δι. Μό­νο ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ ἀ­νά­σα, γιὰ νὰ πά­ρει τὴν ἑ­πό­με­νη ἀ­νά­σα.

       Θὰ πε­ρί­με­νε. Τώ­ρα ποὺ εἶ­χε φα­νεῖ ἕ­να, αἰ­σθάν­θη­κε λι­γό­τε­ρο ἀ­βέ­βαι­η γιὰ ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ νὰ ση­κω­θεῖ, ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ νὰ κι­νη­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ φουν­τω­μέ­νο γρα­σί­δι, ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὸ σπί­τι. Ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ τὸ πῶς νὰ ζή­σεις τώ­ρα ποὺ γνω­ρί­ζεις τί μπο­ρεῖ νὰ σοῦ κά­νει ἡ ζω­ή.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα http://www.taniahershman.com/wp/ Τρίτο βρα­βεῖο τοῦ Salt Flash Fic­tion Pri­ze (2013).

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman). Βρε­τα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1970 στὸ Λον­δί­νο καὶ με­τα­κό­μι­σε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια, τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὴ συγ­γρα­φή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος Μα­θη­μα­τι­κὸς καὶ Φυ­σι­κός, ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε πρό­σφα­τα καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό. Ἡ δι­α­τρι­βή της πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση Σω­μα­τι­δια­κὴς Φυ­σι­κῆς καὶ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Κυ­κλο­φο­ροῦν στὰ ἀγ­γλι­κὰ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ πο­λὺ σύν­το­μων πε­ζῶν της (Some Of Us Glow More Than Others, My Mother Was An Upright Piano, καὶ The White Road and Other Stories) καὶ ἡ πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή της, μὲ τί­τλο Terms & Conditions, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 (Nine Arches Press). Ἵ­δρυ­σε κι ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὸ ἱ­στο­λό­γιο ShortStops (www.shortstops.info)

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: http://www.taniahershman.com/wp/

Ἐδῶ δι­α­βά­ζει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες της στὰ ἀγ­γλι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.



		

	

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου: Χρι­στού­γεν­να, χι­ό­νι καὶ βρο­χή



Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Χρι­στού­γεν­να, χι­ό­νι καὶ βρο­χή


ΡΙΞΕ ἕ­να ἀ­κό­μη κρόσ­σι ἀ­ση­μέ­νιας βρο­χῆς στὸ κλα­ρί, ζου­λών­τας νευ­ρι­κὰ τὸ ὑ­πό­λοι­πο μα­τσά­κι στὴν ἱ­δρω­μέ­νη της πα­λά­μη. Ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς ἔ­πρε­πε νὰ τὶς βά­λει προ­σε­κτι­κὰ μί­α-μί­α. Μὰ βρο­χὴ καὶ χι­ό­νι μα­ζὶ δὲν πᾶ­νε, ψι­θύ­ρι­σε ὁ μι­κρὸς λο­ξο­κοι­τών­τας γιὰ ἐ­νι­σχύ­σεις τὴν ἀ­δελ­φή του. Ἐ­κεί­νη τοῦ ἔ­γνε­ψε ἀ­ό­ρι­στα, εἶ­χε κου­ρα­στεῖ, ὅ­τι καὶ νὰ ἔ­λε­γε τὸ ἀ­γό­ρι ἡ μη­τρι­κὴ δι­α­τα­γὴ ἦ­ταν ρη­τή, ἀ­φοῦ ὑ­πῆρ­χε ἡ βρο­χὴ στὴν κού­τα μὲ τὰ πο­λυ­και­ρι­σμέ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα, θὰ τὴν ἔ­βα­ζαν ὁ­πωσ­δή­πο­τε. Ἡ ἀ­νά­σα τοῦ μου­χλι­α­σμέ­νου κου­τιοῦ ἁ­πλώ­θη­κε σὰν ἀ­να­στε­ναγ­μὸς σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ δω­μά­τιο.

       Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια συ­νέ­χι­ζε ἀ­νό­ρε­χτα νὰ στο­λί­ζει τὸ δέν­τρο μό­νη της. Ἔ­σκυ­ψε, ἀ­κούμ­πη­σε προ­σε­κτι­κὰ πλά­ι στὴ φάτ­νη τὰ δύ­ο πλα­στι­κὰ προ­βα­τά­κια ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε ἀ­πὸ μι­κρή, νὰ χου­χου­λιά­ζουν τὸ βρέ­φος. Κά­θε τό­σο τὴν ἔ­πνι­γε ὁ λευ­κὸς κα­πνὸς Γκω­λου­άζ, ποὺ ξε­φυ­σοῦ­σε μὲ μα­νί­α ἡ μά­να της ἐ­νάν­τια σὲ ἀ­ό­ρα­το ἐ­χθρό, στρι­φο­γυρ­νών­τας ἀ­νά­με­σα στὰ παι­χνί­δια, τά­χα νὰ τὰ ἰ­σι­ώ­σει. Ὡ­ραῖ­ο εἶ­ναι ἔ­τσι, ψέλ­λι­σε ὁ μι­κρός, τρε­μο­παί­ζον­τας τὰ δα­κρυ­σμέ­να ἀ­π’ τὸν κα­πνὸ μά­τια του, μπο­ροῦ­με νὰ τὸν κρα­τή­σου­με γιὰ σύν­νε­φο, ἔ; Ἡ Μ. προ­σπα­θών­τας νὰ μὴν πέ­σει ἡ στά­χτη στὸ χα­λί, ἔ­σπα­σε τε­λι­κὰ τὴν πιὸ με­γά­λη, τὴν πιὸ ὄ­μορ­φη μπά­λα. Κλώ­τση­σε τὸ ἀ­ση­μὶ κου­φά­ρι. Ἄι­ι, τὸ καλ­τσὸν κοκ­κί­νι­σε. Ἡ ὀρ­γὴ τῆς κι­τρί­νι­σε τὸ πρό­σω­πο. Αὐ­τή, κλει­δω­μέ­νη στὸ σπί­τι μὲ τὰ παι­διά, κι αὐ­τὸς ἀλ­λοῦ. Ποι­ός ξέ­ρει ποῦ καὶ μὲ ποι­ά.

       Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια σκόρ­πι­ζε τώ­ρα βι­α­στι­κὰ τ’ ἀ­ση­μέ­νια κρόσ­σια ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὶς μπά­λες. Ἡ βρο­χὴ στὸ δω­μά­τιο δυ­νά­μω­σε ρα­γδαῖ­α, ση­κώ­θη­κε ξαφ­νι­κὸς ἀ­έ­ρας, κου­δού­νι­σαν τὰ κρε­μα­σμέ­να τρί­γω­να, ρί­γη­σαν τά­ραν­δοι κι ἐ­λά­φια, τὰ κλα­διὰ ἀ­να­δεύ­τη­καν ξη­λώ­θη­κε τὸ μπαμ­πα­κέ­νιο χι­ό­νι.

       Πά­ω γιὰ τσι­γά­ρα, φώ­να­ξε μέ­σ’ στὴν κο­σμο­χα­λα­σιὰ ἡ Μ. καὶ κο­πά­νι­σε πί­σω της τὴν πόρ­τα.

       Εἶ­δες τε­λι­κὰ πό­σο κα­λὴ εἶ­ναι ἡ βρο­χὴ εἶ­πε ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια καὶ ἕ­σφι­ξε τὸ μι­κρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά της. Στὸ περ­βά­ζι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου τὸ εἶ­χε ἤ­δη στρώ­σει, στὸ βά­θος ἡ λε­ω­φό­ρος ἔ­λαμ­πε κά­τα­σπρη.


 


Πηγή: ἐφ. Αὐγή, ἔν­θε­το «Ἀ­να­γνώ­σεις», Κυ­ρι­ακή, 23 Δε­κεμ­βρί­ου 2018.

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τέσσερεις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Τὸ πρὶν καὶ τὸ με­τὰ τὴν παύ­λα (ποι­ή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2018). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Ἐ­πί­σης δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr