Γιώτα Ἀναγνώστου: Ἡ ἐφημερίδα δὲν ἀφήνει χνούδι


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα δὲν ἀ­φή­νει χνού­δι


ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται στὴ Μ.Χ. ποὺ τὸ ἐ­νέ­πνευ­σε

Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ, ποὺ δρα­πέ­τευ­σε ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο τῆς Βιρ­τζί­νια Γοὺλφ καὶ βγῆ­κε γιὰ τὴν κα­θη­με­ρι­νή της τσάρ­κα. Ἡ θη­λυ­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ Λε­ο­πόλ­δου Μπλούμ. Συ­νο­πτι­κό­τε­ρη καὶ γο­η­τευ­τι­κό­τε­ρη. Ἀ­πο­λύ­τως ἀ­κα­τάλ­λη­λη γιὰ ὅ­σους μὲ τὰ βι­βλί­α ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν τὰ βα­ρά­κια τοῦ γυ­μνα­στη­ρί­ου καὶ γιὰ τοὺς ἄλ­λους ποὺ δὲν θὰ δί­στα­ζαν νὰ ἀ­ρά­ξουν στὴν πα­ρα­λί­α μὲ τὸν «Ὀ­δυσ­σέ­α» στὰ γλι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ἀν­τη­λια­κὸ χέ­ρια καὶ τά­χα δὲν προ­σέ­χουν ὅ­λη τὴν ἐ­κτε­θει­μέ­νη γύ­μνια. Τό­σο ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι στὴν ἀ­νά­γνω­ση. Τρύ­πω­σε ἡ Βιρ­τζί­νια στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να τὸν ἀν­δρο­κρα­τού­με­νο. Εἶ­χε φαί­νε­ται δι­κό της δω­μά­τιο. Ἔ­σκα­σε ὁ ἀ­νυ­πέρ­βλη­τος ὁ Τζό­υς ἀ­π’ τὸ κα­κό του ποὺ δὲν θὰ εἶ­ναι μό­νος νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὶς δάφ­νες τοῦ βι­βλί­ου ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρουν καὶ κα­νεὶς δὲν ἄν­τε­ξε νὰ τὸ τε­λει­ώ­σει.

        Αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ὁ Λε­ο­πόλ­δος Μπλούμ. Θὰ μπο­ροῦ­σε ὡ­στό­σο νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ. Ἔ­κα­νε κά­θε μέ­ρα τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. Κά­θε μέ­ρα μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ φό­ρε­μα. Ὅ­λα χρω­μα­τι­στά, φαν­τα­χτε­ρὰ καὶ κραυ­γα­λέ­α. Καὶ τὸ κρα­γιὸν της κα­τα­κόκ­κι­νο. Σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­νι­σορ­ρο­πί­α μὲ τὴν ἡ­λι­κί­α της καὶ τὶς ἐ­πι­τα­γὲς τῆς μό­δας, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἡ­ρω­ί­δα πρό­τυ­πο. Στὴ λα­ϊ­κὴ γιὰ φροῦ­τα. Στὸ σοῦ­περ-μάρ­κετ κά­ποι­α ἀ­πα­ραί­τη­τα, καὶ τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ μι­κρὴ σο­κο­λα­τί­τσα (γιὰ τοὺς πο­λέ­μιους τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το λό­γω με­γέ­θους, τι­μῆς καὶ δί­αι­τας). Τέ­λος στὸ πε­ρί­πτε­ρο. Μιὰ το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα, χα­μη­λῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας. Μὲ τὶς τσάν­τες στὰ χέ­ρια καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα στὴ μα­σχά­λη πή­γαι­νε στὸ μι­κρὸ κα­φε­νε­δά­κι. Ἀ­πό­με­ρο καὶ συμ­πα­θη­τι­κό. Ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἡ κα­λη­μέ­ρα συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ φι­λι­κὴ προ­σφώ­νη­ση, για­τί σὲ ξέ­ρουν. Δὲν εἶ­σαι μό­νον τὸ ἀν­τί­τι­μο ἑ­νὸς κα­φέ. Ἀ­πὸ αὐ­τά. Ζη­τοῦ­σε ἕ­ναν σκέ­το καὶ ἄ­νοι­γε πρῶ­τα τὴ σο­κο­λα­τί­τσα, με­τὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Δι­ά­βα­ζε τὰ ζώ­δια. Φρι­κτὴ ἡ ση­με­ρι­νὴ ἡ­μέ­ρα γιὰ «λο­γο­τέ­χνες». Δι­ά­βα­ζε καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ρου­φοῦ­σε τὸν κα­φέ. Ἀν­τάλ­λασ­σε κου­βέν­τες μὲ τὸν κα­φε­τζή. Ἄ­φη­νε ἕ­να κέρ­μα στὸ τρα­πε­ζά­κι καὶ ση­μά­δια ἀ­πὸ τὸ κρα­γιόν της στὸ φλι­τζά­νι. Μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τά της. Ἴ­σι­ω­νε τὶς πτυ­χὲς ἀ­πὸ τὸ φό­ρε­μα. Ἔ­φευ­γε. Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε.

        Στὸ σπί­τι ἄ­νοι­γε τὶς κουρ­τί­νες γιὰ νὰ τὴ βλέ­πει κα­λύ­τε­ρα. Μα­γεί­ρευ­ε. Τί­να­ζε. Σκού­πι­ζε. Τέ­λος ἔ­παιρ­νε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἔ­γρα­φε μό­νο γι’ αὐ­τή, τὴ δι­κή του Ὀ­δύσ­σεια σὲ δό­σεις λέ­ξε­ων κα­θο­ρι­σμέ­νου ἐκ τῶν προ­τέ­ρων ἀ­ριθ­μοῦ. Τὴν πα­τσα­βού­ρια­ζε. Στὸ ἄλ­λο χέ­ρι τὸ AJAX. Ἔ­τσι κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια της. Στὸν δι­κό της λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να δὲν θὰ ἔμ­παι­νε πο­τέ. Μπο­ρεῖ δω­μά­τιο δι­κό της νὰ μὴν εἶ­χε καὶ ἔ­τσι μοι­ραῖ­α δὲν ἀ­νέ­πτυ­ξε κα­νέ­να συγ­γρα­φι­κὸ τα­λέν­το. Μπο­ρεῖ οἱ ἄρ­ρε­νες γρα­φιά­δες νὰ θε­ω­ροῦν πὼς τοὺς ἀ­νή­κουν ὅ­λες οἱ θέ­σεις τοῦ κα­νό­να ἀ­κό­μα κι ἂν πρό­κει­ται γιὰ πό­λεις ἐ­παρ­χια­κές, μι­κροῦ­λες, ὅ­που το μέ­γε­θος ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­πὸ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς τε­λευ­ταί­ας ἀ­πο­γρα­φῆς καὶ κά­νει ἀ­πα­ραί­τη­το γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια τοῦ λό­γου καὶ τὸ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὸ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ τί στὸ δι­ά­βο­λο οἱ ἀ­να­γνῶ­στες στὴ με­γά­λη τους πλει­ο­ψη­φί­α, τὴν τε­ρά­στια (νὰ κι ἕ­να με­γε­θυν­τι­κὸ γιὰ τὴν ἀν­τί­στι­ξη), εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες – ὅ­πως καὶ τὸ ἐ­κλο­γι­κὸ σῶ­μα, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι μιὰ ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α. Τώ­ρα προ­έ­χει ὁ θά­να­τος τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἕ­να πα­τσα­βου­ρι­α­σμέ­νο φτη­νὸ χαρ­τὶ πο­τι­σμέ­νο AJAX μές τὰ χέ­ρια της. Ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μὴ ὁ θά­να­τος ἡ πιὸ με­γά­λη εὐ­τυ­χί­α καὶ τζά­μια ἀ­ό­ρα­τα νὰ μὴν ἐμ­πο­δί­ζει τί­πο­τα τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α.

        Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, γι’ αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­νε ἀρ­γά, βα­σα­νι­στι­κὰ ἀρ­γά, ὅ­πως ὁ Τζό­υς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.


		
Advertisements

Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant): Προσποίηση



Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant)


Προ­σποί­η­ση

(Make-Believe)


ΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ μᾶς ἀ­ρέ­σουν οἱ πα­ρα­με­λη­μέ­νες παι­δι­κὲς χα­ρές. Εἰ­δι­κὰ ἐ­κεῖ­νες ποὺ μὲ τὰ σκου­ρι­α­σμέ­να σκα­λο­πά­τια τους δί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση τα­ξι­διοῦ στὸ χρό­νο. Ἀλ­λὰ σή­με­ρα δὲν προ­λα­βαί­νου­με —ἡ μη­τέ­ρα της θέ­λει νὰ φᾶ­με στὸ σπί­τι της— κι ἔ­τσι ὁ­δη­γοῦ­με στοὺς ἑ­λι­κο­ει­δεῖς δρό­μους μὲ τὰ πα­νο­μοι­ό­τυ­πα σπί­τια στὸ Κρί­σταλ Κρίκ. Ἐ­κεῖ, ἡ παι­δι­κὴ χα­ρὰ εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νη ἀ­πὸ ξύ­λο καὶ σχη­μα­τί­ζει ἕ­να πλοῖ­ο. Ἔ­χει ἕ­να μι­κρὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο στὴν κο­ρυ­φὴ, στὸ ὁ­ποῖ­ο τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ σκαρ­φα­λώ­νει καὶ νὰ λέ­ει: «Για­γιά, ἂς σαλ­πά­ρου­με γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα!». Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α πῶς τῆς ἔρ­χον­ται αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα.

       Ἔ­τσι περ­νᾶ­με τὶς ἡ­μέ­ρες μας, ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα της δου­λεύ­ει, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας της λεί­πει. Παίρ­νου­με χάμ­πουρ­γκερς καὶ πα­τά­τες καὶ μίλ­κσέ­ηκς καὶ σάν­του­ιτς μὲ ἐ­πε­ξερ­γα­σμέ­νο κρέ­ας, πορ­το­κα­λὶ τυ­ρὶ καὶ πί­κλες. Τρῶ­με κο­τομ­που­κι­ὲς βου­τηγ­μέ­νες σὲ σὼς μου­στάρ­δας μὲ μέ­λι καὶ χω­νά­κια πα­γω­τοῦ πε­ρι­χυ­μέ­να ἀ­πὸ σο­κο­λά­τα ποὺ σκλη­ραί­νει γύ­ρω τους σὰν κέ­λυ­φος – ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα της δὲ θὰ τὴν ἄ­φη­νε νὰ φά­ει. Τὴν ἀ­φή­νω νὰ πα­σα­λεί­βε­ται μὲ τὸ πα­γω­τὸ καὶ τὴ σο­κο­λά­τα στὸ πρό­σω­πό καὶ στὰ χέ­ρια της. Δὲν τὴ μα­λώ­νω γιὰ νὰ τρώ­ει πιὸ μα­ζε­μέ­να, νὰ γλεί­φει τὸ χω­νά­κι με­θο­δι­κὰ ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μὴ λε­ρώ­νε­ται.

       Πρέ­πει νὰ τῆς πῶ ὅ­τι αὔ­ριο θὰ πά­ει στὸ σπί­τι κά­ποι­ου ἄλ­λου. Πρέ­πει νὰ τῆς πῶ ὅ­τι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α μας μέ­ρα μα­ζί, ἐ­πει­δὴ ἡ μη­τέ­ρα της δὲ θέ­λει πιὰ τὴ βο­ή­θειά μου. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­φέ­ρω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ πεῖ οὔ­τε μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς λέ­ξεις.

       Ἐ­δῶ καὶ μῆ­νες, πη­γαί­νου­με ἀ­πὸ παι­δι­κὴ χα­ρὰ σὲ παι­δι­κὴ χα­ρά. Ὑ­πάρ­χουν τό­σες πολ­λὲς μι­κρὲς καὶ κρυμ­μέ­νες, ἂν ξέ­ρεις νὰ ψά­χνεις. Τὸ παι­δι­κὸ πάρ­κο πί­σω ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Με­θο­δι­στῶν τοῦ Ἁγ. Παύ­λου εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ο, ἀλ­λὰ πη­γαί­νει ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λὺς κό­σμος ἐ­κεῖ. Ἐ­κεί­νη κι ἐ­γώ, θέ­λου­με νὰ ἔ­χου­με ἕ­να μέ­ρος μό­νο γιὰ ἐ­μᾶς τὶς δύ­ο. Κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος καὶ φω­νά­ζει, «Ἐ­κεῖ, για­γιά!», μό­λις ἐν­το­πί­σει κά­τι ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μοιά­ζει μὲ τσου­λή­θρα, ἐγ­κα­τά­στα­ση ἀ­πὸ πλα­στι­κὲς πέ­τρες ἢ μὲ γύ­ρω-γύ­ρω-ὅ­λοι. Σκέ­φτο­μαι νὰ τὴν πά­ρω καὶ νὰ φύ­γου­με. Μα­ζὶ θὰ δι­α­σχί­σου­με τὴ χώ­ρα ψά­χνον­τας γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της κά­τω ἀ­πὸ τραμ­πά­λες καὶ μο­νό­ζυ­γα.

       Κό­βω τα­χύ­τη­τα κα­θὼς πλη­σι­ά­ζου­με τὴν παι­δι­κὴ χα­ρὰ τοῦ Κρί­σταλ Κρίκ. Σύ­χνα βρί­σκε­ται ἐ­δῶ μιὰ νε­α­ρὴ μη­τέ­ρα μὲ τὰ δυ­ὸ παι­διά της, ἕ­να νε­ο­γέν­νη­το κι ἕ­να νή­πιο, μὰ δὲ θέ­λω νὰ τὴ δῶ σή­με­ρα. Πάν­τα μοῦ χώ­νει τὸ νε­ο­γέν­νη­τό της στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Ὁ κό­σμος ὑ­πο­θέ­τει ὅ­τι μιὰ για­γιὰ θὰ θέ­λει πο­λὺ νὰ κρα­τή­σει ἕ­να μω­ρό, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ σχε­δὸν πο­τὲ δὲ θέ­λω. Ὅ­ταν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, παίρ­νω τὸ μι­κρὸ αὐ­τὸ ρὸζ δε­μα­τά­κι στὰ χέ­ρια μου καὶ τὸ τα­χτα­ρί­ζω ὡς εἴ­θι­σται. Θέ­λω νὰ πῶ στὴ μη­τέ­ρα ὅ­τι οἱ κό­ρες της, μὲ τὶς ἀ­σορ­τὶ ρὸζ κορ­δε­λί­τσες καὶ τὰ λευ­κὰ καλ­σόν, κά­ποι­α μέ­ρα θὰ γί­νουν ἡ κα­τα­στρο­φή της. Θὰ πρέ­πει νὰ πλά­σει πιὸ γε­ρὰ κο­ρί­τσια, ποὺ δὲ θὰ φο­βοῦν­ται νὰ λε­ρω­θοῦν, ποὺ θὰ μπο­ροῦν νὰ ἀν­τα­πε­ξέλ­θουν στὶς ἀ­πώ­λει­ες ποὺ ἐ­πι­φυ­λάσ­σει ἡ ζω­ή.

       Ἡ γυ­ναί­κα δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ κι ἔ­τσι παρ­κά­ρω τὸ αὐ­το­κί­νη­το· ἡ ἐγ­γο­νή μου ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ παι­δι­κὸ κά­θι­σμα ποὺ κολ­λά­ει ἀ­πὸ τὸ λι­ω­μέ­νο πα­γω­τό καὶ τρέ­χει ἀ­μέ­σως στὴ θέ­ση της λὲς κι εἶ­ναι ὁ κα­πε­τά­νιος τοῦ πλοί­ου. Τὸ ἔ­δα­φος εἶ­ναι νω­πὸ ἀ­πὸ τὴ χτε­σι­νο­βρα­δι­νὴ βρο­χὴ ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲ φο­βᾶ­ται τὸ ὑ­γρὸ γρα­σί­δι καὶ τὴ λά­σπη. Πιά­νει τὸ τι­μό­νι μὲ τὰ χέ­ρια της, ἐ­νῶ ἐ­γὼ κά­θο­μαι σὲ μιὰ κού­νια καὶ ξε­κου­ρά­ζω τὰ πό­δια μου. Εἶ­ναι δύ­σκο­λη δου­λειὰ τὸ νὰ κυ­νη­γᾶς ἕ­να τε­τρά­χρο­νο.

       Ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δί, ὁ πα­τέ­ρας της λά­τρευ­ε νὰ κρε­μι­έ­ται ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ τὸ μο­νό­ζυ­γο, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως κι αὐ­τή. Μιὰ μέ­ρα σκαρ­φά­λω­σε σὲ μιὰ ξύ­λι­νη κα­τα­σκευ­ὴ ψη­λό­τε­ρα ἀ­πὸ παι­διὰ μὲ δι­πλά­σια ἡ­λι­κί­α ἀ­πὸ αὐ­τόν. Μιὰ μη­τέ­ρα πα­νι­κο­βλή­θη­κε καὶ τοῦ εἶ­πε νὰ κα­τέ­βει κά­τω· τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ πέ­σει καὶ θὰ σκο­τω­θεῖ. Αὐ­τὸς κοί­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ ψη­λό­τε­ρο σκα­λὶ πρὸς ἐ­μέ­να λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν πα­νι­κο­βλή­θη­κα. Τοῦ εἶ­πα ποῦ νὰ βά­λει τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια του ὁ­δη­γών­τας τον κά­τω. Εἶ­ναι τό­σα πολ­λὰ πράγ­μα­τα ποὺ θέ­λω νὰ τῆς πῶ – γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της, γιὰ τοὺς ἄν­τρες γε­νι­κά, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ φεύ­γουν χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲ σὲ ἀ­γα­ποῦν.

       «Για­γιά, ἔ­λα!», λέ­ει. Εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι νὰ σαλ­πά­ρου­με, τὸ πλή­ρω­μα ση­κώ­νει τὶς ἄγ­κυ­ρες. Μοῦ λέ­ει νὰ βια­στῶ καὶ νὰ ἐ­πι­βι­βα­στῶ. Στα­μα­τῶ τὴν κού­νια· ἕ­να φύλ­λο ἔ­χει κολ­λή­σει στὸν πά­το τοῦ σαν­δα­λιοῦ μου, λί­γη λά­σπη κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸ δά­χτυ­λό μου. Ἀ­νε­βαί­νω ἀ­πὸ τὴν ξύ­λι­νη σκά­λα τοῦ πλοί­ου. Ἡ ἐγ­γο­νή μου εἶ­ναι ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νη μὲ τὸ νὰ δι­α­τά­ζει τὸ φαν­τα­στι­κό της πλή­ρω­μα ἀλ­λὰ πα­ράλ­λη­λα κου­νᾶ τὸ κε­φά­λι της πρὸς ἐ­μὲ συγ­κα­τα­βα­τι­κά. Εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι τώ­ρα.

       Κά­νει τὸν ἦ­χο τῆς κόρ­νας καὶ ξε­κι­νᾶ­με. Οἱ κού­νι­ες καὶ τὸ λα­σπω­μέ­νο ἔ­δα­φος ὑ­πο­χω­ροῦν. Τὰ κύ­μα­τα λι­κνί­ζον­ται ἀ­πὸ κά­τω μας καὶ ἀρ­γὰ ἡ ἀ­κτὴ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Πλέ­ου­με ἥ­συ­χα μὲ τὸ ξύ­λι­νὸ πλοῖ­ο μας πρὸς τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἴ­σως πλέ­ου­με πρὸς τὸν πα­τέ­ρα της. Ἴ­σως πλέ­ου­με μα­κριὰ ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ἴ­σως δὲν ἔ­χει κἂν ση­μα­σία ὅ­σο τὸ ὅ­τι ἐ­μεῖς οἱ δύ­ο εἴ­μα­στε μα­ζὶ ἐ­δῶ στὴ θά­λασ­σα. Ὁ ἥ­λιος βυ­θί­ζε­ται καὶ εἶ­ναι τό­σο ὄ­μορ­φα ποὺ θέ­λω νὰ φω­νά­ξω τὴν ἐγ­γο­νή μου νὰ τῆς τὸν δεί­ξω: οἱ πορ­το­κα­λο­κόκ­κι­νες σκι­ὲς ἀν­τα­να­κλῶν­ται στὰ κα­θά­ρια μπλὲ νε­ρὰ ἀ­πὸ κά­τω μας. Ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νη μὲ τὸ νὰ μα­νου­βρά­ρει τὸ πλοῖ­ο, προ­σέ­χον­τας τὰ βρά­χια καὶ τὰ κύ­μα­τα. Δὲ θὰ γυ­ρί­σει σπί­τι στὴν ὥ­ρα της γιὰ τὸ βρα­δι­νό.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Προ­σποί­η­ση», ἢ «Make-Believe» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Smo­ke­long Quar­terly, τχ. 52 (Ἰ­ού­νιος 2016).

Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας, ἐ­πι­με­λή­τρια καὶ δα­σκά­λα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ βι­βλι­α­ρί­διο Gather Us Up and Bring Us Home (Split Lip Press, 2017). [=Συγ­κέν­τρω­σέ μας καὶ πή­γαι­νέ μας σπί­τι]. Ἡ Ἄνν Πά­τσετ (Ann Patchett) ἐ­πέ­λε­ξε τὴν ἱ­στο­ρί­α της, “Most Likely To” [=«Πι­θα­νό­τα­τα να…»] ὡς νι­κή­τρια τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ μι­κρο­α­φή­γη­σης τοῦ Kenyon Review (2015). Ὑ­πῆρ­ξε ὑ­πό­τρο­φος τοῦ SmokeLong Quarterly γιὰ τὸ 2016 κερ­δί­ζον­τας τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Kathy Fish καὶ τι­μώ­με­νη ἐ­πι­σκέ­πτρια-συγ­γρα­φέ­ας στὸ Ke­rou­ac Hou­se γιὰ τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 2017. Προ­τά­θη­κε γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Push­cart καὶ γιὰ Τὰ Κα­λύ­τε­ρα Μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα καὶ ἦ­ταν στὴ μα­κρὰ λί­στα γιὰ τὸ Τὸπ-50 τοῦ Wigleaf (ί­στο­λό­γιο γιὰ τὴ μι­κρο­α­φή­γη­ση). Οἱ ἱ­στο­ρί­ες της καὶ τὰ δο­κί­μιά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ The Ke­nyon Re­viewE­pi­pha­ny, Gar­go­yleCream c­ity re­view, Ho­bart, Mon­key Bi­cy­cle, Wig­leaf καὶ ἀλ­λοῦ. Εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη συν­το­νι­σμοῦ στὸ Smoke­Long Quar­ter­ly καὶ ἐ­πι­με­λή­τρια ὕ­λης στὸ Pro­xi­mity. Δί­δα­ξε ἔκ­θε­ση καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ γιὰ ἐ­φτὰ χρό­νια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ball Sta­te καὶ ἔ­χει πα­ρευ­ρε­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα συ­νέ­δρια συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ The In­di­ana Ga­the­ring of Wri­ters καὶ τοῦ Win­ter Wheat: The Mid-A­me­ri­can Re­view Fe­sti­val of Wri­ting. Ἐ­πί­σης, ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ The Writers’ Center τῆς Ἰν­τιά­να καὶ σὲ δι­ά­φο­ρα γυ­ναι­κεῖ­α σω­φρο­νι­στι­κὰ ἱ­δρύ­μα­τα, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ προ­γράμ­μα­τος Right-to-Write στὴ Βαλ­χά­λα, Νέ­α ‘Υ­όρ­κη.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


Ἀντώνης Παπαβασιλείου: Τὸ ξυπνητήρι


Ἀν­τώ­νης N. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου


Τὸ ξυ­πνη­τή­ρι


ΗΣ ΕΙΧΑΝ ΠΛΗΓΙΑΣΕΙ τὰ δά­κτυ­λα. Τὸ νε­ρό, πα­γω­μέ­νο, ἔ­κα­με χω­ρά­φι στὰ χέ­ρια της. Ξη­μέ­ρω­νε Πρω­το­χρο­νιά, ἑ­τοί­μα­σε τὰ φύλ­λα τῆς πί­τας. Ἀ­λευ­ρω­μέ­νος ὁ κλώστης, τὴν κοίταγε μὲ ὑ­πο­μο­νή. Πι­στός.

         Με­τά, κα­λαμ­πό­κι στὶς κό­τες, ξύ­λα γιὰ τὴ φω­τιά. Ν’ ἀλ­λά­ξει μπο­τί­λια στὸ γκά­ζι.

         Θυ­μή­θη­κε, ἀ­νά­βον­τας τὸ φυ­τί­λι τῆς Πα­να­γιᾶς, τὴν ἀ­δελ­φή της. Χα­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ ‘47. Μνήσθη­τι Κύ­ρι­ε. Κά­τω ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι νὰ χα­θοῦν οἱ κα­κί­ες μας.

         Τὰ τσίγ­κια στὸ κα­τώ­γι πά­λι στά­ζαν. Ποι­ὸς νὰ τ’ ἀλ­λά­ξει; Ἔ­σφι­ξε τὴν μαν­τή­λα κι ἄρ­χι­σε νὰ φου­καλ­νάει. Τὸ δα­δὶ τυ­λιγ­μέ­νο σὲ «Ἑλ­λη­νι­κὸ Βορ­ρᾶ». Εἶ­χε τὴ σει­ρά της, τὰ ἤ­θε­λε ὅ­λα στὴν ἀ­ρά­δα.

         Στὴν κά­μα­ρα κοι­μό­ταν ὁ ἐγ­γο­νός. Τὴν εἶ­χε βά­λει νὰ κλει­δώ­σει τὸ ρο­λό­ι μέ­σα στὰ σα­ΐσμα­τα, στὴν με­σάν­τρα. «Τ’ ἄ­τι­μο τὸ ξυ­πνη­τή­ρι» ἔ­λε­γε γε­λα­στός.

         Νὰ μπό­ρα­γε ἔ­τσι νὰ κλεί­δω­νε τὸν χρό­νο, νὰ τὸν κου­κού­λω­νε γιὰ τὰ κα­λά, νὰ τὸν σώ­παι­νε.



Πη­γή: Χρο­νι­κὰ Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας, φ. 709, 30-12-2016.

Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου (Γρε­βε­νά, 1969). Ζεῖ στὰ Γρε­βε­νά. Συ­νερ­γά­ζε­ται στὴν ἔκ­δο­ση τῆς Ἑ­βδο­μα­δια­ίας Ἐ­φη­με­ρί­δας Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδο­νίας καὶ δι­δά­σκει ἀγ­γλι­κά. Τυ­πώ­νει τὸ ἑ­ξα­μη­νια­ῖο μο­νό­φυλ­λο ΤΥΡΒΗ.


Πάνος Μαυρομμάτης: Ἡ χαμένη γραμμὴ τοῦ ορίζοντα


Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της


Ἡ χα­μέ­νη γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα


ΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ποὺ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ κον­τά του τὴν πέ­ρα­σε ἀ­νώ­δυ­να. Μὲ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση μᾶλ­λον ποὺ δὲν τὸν δι­α­σποῦ­σε, δὲν τὸν ἐ­κνεύ­ρι­ζε. Χαι­ρό­ταν τὴ μο­να­ξιά του κι ἔ­νι­ω­θε ἀ­να­κού­φι­ση ποὺ κα­τά­φε­ρε νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ. Εἶ­χαν κλά­ψει τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα μα­ζί, ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι εἶ­χαν κά­νει ἕ­ναν ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα ποὺ τοὺς ἐ­λά­φρυ­νε τὴν ἀ­γω­νί­α τοῦ χω­ρι­σμοῦ. Με­τὰ σὰν μι­κρὰ παι­διὰ στὸ  ἀ­ε­ρο­δρό­μιο δὲν ἄ­φη­νε ὁ ἕ­νας τὸ χέ­ρι τοῦ ἄλ­λου, μέ­χρι ποὺ σὲ μιὰ στιγ­μὴ τὴν ἔ­σπρω­ξε ἁ­πα­λὰ στὴ ρά­χη, αὐ­τὴ πι­σω­γύ­ρι­σε, φι­λή­θη­καν βι­α­στι­κά, ἐ­κεί­νη μὲ δι­στα­κτι­κὸ βῆ­μα πα­ρα­σύρ­θη­κε μέ­σα στὸ πλῆ­θος ποὺ προ­χω­ροῦ­σε γιὰ τὸν ἔ­λεγ­χο εἰ­σι­τη­ρί­ων. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὴν ξα­να­δεῖ τεν­τώ­νον­τας τὸ κε­φά­λι του ὅ­σο μπο­ροῦ­σε πιὸ ψη­λά, στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν, με­τὰ ἐ­πι­χεί­ρη­σε μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­α χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας, στὸ τέ­λος ἀ­νέ­βη­κε στὴν τα­ρά­τσα. Εἶ­χε νυ­χτώ­σει γιὰ τὰ κα­λά. Ἔ­κα­νε ψύ­χρα. Τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο κα­θυ­στε­ροῦ­σε. Εἶ­πε νὰ φύ­γει, τί νό­η­μα εἶ­χε νὰ πε­ρι­μέ­νει, ἔ­φυ­γε ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε τὸ σκά­φος ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε στὸ σκο­τά­δι.

            Ὅ­λοι τὸν ἔ­βρι­σκαν σα­φῶς κα­λύ­τε­ρο. Φαι­νό­ταν νὰ ἔ­χει ξε­πε­ρά­σει τὶς δυ­σκο­λί­ες του. Ἦ­ταν πιὸ δυ­να­μι­κός, πιὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κός, ἄν­τε­χε τὴ μο­να­ξιά του μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια. Μέ­σα σὲ πε­νήν­τα μέ­ρες εἶ­χε κλά­ψει μό­νο δυ­ὸ φο­ρές, πο­νοῦ­σε λι­γό­τε­ρο. Μπό­ρε­σε νὰ κά­νει με­ρι­κὰ πραγ­μα­τά­κια, νὰ ὀρ­γα­νώ­σει λί­γο το χῶ­ρο του, νὰ ψω­νί­σει με­ρι­κὰ ἀ­ναγ­καῖα. Τε­λι­κά, ναί, μπο­ροῦ­σε νὰ αὐ­το­συν­τη­ρη­θεῖ, ἔ­στω καὶ ἔ­τσι, μό­νος.

            Ὅ­μως αὐ­τὴ τὴ νύ­χτα, κα­θὼς ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα τα­λα­νί­στη­κε ἀ­νά­με­σα σὲ ἄ­γνω­στους καὶ ἀ­δι­ά­φο­ρους ἀν­θρώ­πους, ἔ­χει ξα­πλώ­σει στὸ ψυ­χρὸ δω­μά­τιο καὶ ὁ ὕ­πνος ἀρ­γεῖ νὰ τὸν πά­ρει. Μι­σο­κοι­μᾶ­ται, τυ­λιγ­μέ­νος μὲ λί­γη θλί­ψη, μὲ κά­ποι­α ἐλ­πί­δα, μὲ μιὰ αἴ­σθη­ση ἐγ­κα­τά­λει­ψης, μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ σκο­τει­νὸ χρό­νο, ἀ­φή­νον­τας τὰ μέ­λη του σ’ ἕ­να χῶ­ρο κρύ­ο μὰ ἀ­σφα­λῆ, μέ­σα στὶς βρώ­μι­κες ἐρ­γέ­νι­κες κου­βέρ­τες. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λά­βει πῶς, ἦρ­θε ἀ­νε­παί­σθη­τα μιὰ εἰ­κό­να ἀ­πὸ τὸ πε­ρα­σμέ­νο κα­λο­καί­ρι. Πρω­ι­νὴ κα­τα­χνιά, θά­λασ­σα καὶ οὐ­ρα­νὸς ἑ­νω­μέ­να. Σβη­σμέ­νη ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Χα­μέ­νο τὸ πρό­σω­πό της, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς. Ἀ­να­λο­γί­στη­κε ἂν τολ­μᾶ νὰ φέ­ρει ἀ­πὸ μέ­σα κρυμ­μέ­νη τὴ μορ­φή της καὶ αὐ­τὴ ἦρ­θε ἥ­συ­χα μπρο­στά του, θαμ­πή, μα­ζὶ μὲ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α καὶ τὴ μι­ζέ­ρια τὴν ἀν­θρώ­πι­νη. Ἐ­κεῖ­νος μό­νος καὶ ἡ καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ πιὸ δυ­να­τά. Ἡ πα­ρου­σί­α της, ἡ ὀ­μορ­φιά, ἡ γλυ­κύ­τη­τα τοῦ προ­σώ­που της, ἔ­κα­ναν πιὸ σπα­ρα­κτι­κὴ τὴ μο­να­ξιά του. Ἔ­σπρω­ξε πέ­ρα τὴν ὀ­πτα­σί­α για­τὶ τοῦ ἔ­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα, τοῦ ἔσφιγ­γε τὸ λαι­μό. Ἔ­βα­λε ἄλ­λες εἰ­κό­νες στὴν ὀ­θό­νη τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου του, ἐ­κεῖ κον­τὰ στὸν ὕ­πνο, ἄλ­λων πά­λαι πο­τὲ ἀ­γα­πη­μέ­νων γυ­ναι­κῶν γιὰ πάν­τα τώ­ρα χα­μέ­νων. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ ζεῖ μο­νά­χος σ’ αὐ­τὴν τὴν ὀ­δύ­νη τῆς ἐ­ρη­μιᾶς, σ’ αὐ­τὴ τὴν ἄ­σκη­ση τοῦ θα­νά­του. Δὲν πο­νοῦ­σαν πιὰ αὐ­τὰ τὰ ἄλ­λο­τε καυ­τὰ ὁ­ρά­μα­τα ἀ­γα­πη­μέ­νων ἀν­θρώ­πων. Μπο­ροῦ­σε νὰ ζεῖ χω­ρὶς αὐ­τούς, ὅ­πως μπό­ρε­σε νὰ ζή­σει με­τὰ τὸν πρῶ­το θά­να­το, με­τὰ τὴν πρώ­τη ἀ­πώ­λεια.

            Αὐ­τὴ ὅ­μως ἡ τε­λει­ω­μέ­νη πλέ­ον σχέ­ση, ἴ­σως για­τί ἦ­ταν πρό­σφα­τη, ἴ­σως ἡ ἄ­κρα ἀμ­φι­θυ­μί­α, οἱ προσ­δο­κί­ες ποὺ ἔ­μει­ναν χω­ρὶς ἐλ­πί­δα πιά, τὸν πο­νοῦ­σε καὶ τὸν τά­ρα­ζε. Πλάν­τα­ζε τὴν καρ­διά, ἔ­πνι­γε τὰ πνευ­μό­νια. Θέ­λη­σε σι­γά, πο­λὺ σι­γά, νὰ τὴν ξα­να­θυ­μη­θεῖ, μὲ τὴν εἰ­κό­να της ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­χνὴ νὰ δο­κι­μά­σει πά­λι καὶ πά­λι πό­νε­σε, γέ­μι­σε πα­ρά­πο­νο καὶ βά­ρυ­νε φέρ­νον­τας τὸ ἄλ­γος τῆς ὁ­λι­κῆς ἀ­πώ­λειας, τὸ θρῆ­νο τοῦ θα­νά­του μέ­σα του.

            «Ἂς εἶ­ναι κα­λὰ μο­νά­χα», σκε­φτό­τα­νε, «καὶ τί­πο­τα ἄλ­λο, ἂς εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νη πάν­τα ἡ κα­λὴ μου.»

            Σί­γου­ρα τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη κά­τι μέ­νει ζων­τα­νό. Ἴ­σως ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς οἱ εὐ­χές σου μπο­ρεῖ καὶ νὰ πιά­νουν. Ἔ­τσι ἤ­θε­λε νὰ πι­στεύ­ει. Αὐ­τα­πά­τη;

 

Κι αὐ­τὴ δὲν ἄν­τε­χε τὴν μο­να­ξιά. Ὅ­σο τὸν εἶ­χε κον­τά της, τὴ σκέ­πα­ζε ἡ πα­ρου­σί­α του. Ὅ­ταν αἰ­σθάν­θη­κε κεῖ­νο τὸ σπρώ­ξι­μο στὴ ρά­χη, ἔ­νι­ω­σε σὰν νὰ προ­σπα­θοῦν νὰ κό­ψουν βί­αι­α τοὺς δε­σμούς της. Νὰ τὴν πα­ρα­βιά­ζουν. Νὰ τὴν πε­τοῦν σὲ βα­θὺ ὠ­κε­α­νὸ χω­ρὶς σω­σί­βιο.

            Στὴν ἀ­πο­γεί­ω­ση τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο φαι­νό­ταν νὰ χά­νε­ται στὸ σκο­τά­δι. Μέ­σα στὴν καμ­πί­να ὅ­μως ὀρ­γί­α­ζε τὸ φῶς. Μπο­ροῦ­σες νὰ βλέ­πεις κα­θα­ρὰ πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα. Ἤ­δη ζοῦ­σε σὲ μιὰ ἄλ­λη δι­ά­στα­ση. Εὐ­γε­νι­κές, πρό­θυ­μες, χα­ρι­τω­μέ­νες ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοὶ ἕ­τοι­μες νὰ τὴν ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σουν. Ἔ­σκυ­βαν πρὸς τὸ μέ­ρος της ὅ­πως σὲ πο­λὺ ση­μαν­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἔρ­χον­ταν πρὸς ἐ­κεί­νη. Τῆς ἀ­νέ­βα­ζαν τὴν αὐ­το­ε­κτί­μη­ση. Σὰν νὰ μὴν ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ κά­ποι­ος τὴν ἔ­σπρω­ξε ἁ­πα­λὰ νὰ φύ­γει λί­γο πρίν.

            Ὁ με­σή­λι­κας ἐ­πι­βά­της δί­πλα της γρή­γο­ρα ἔ­σπα­σε τὴ σι­ω­πή. Δὲν ἔ­κρυ­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ὁ­μι­λη­τι­κός, εὐ­γε­νής, σα­γη­νευ­τι­κός. Ἡ κου­βέν­τα ἁ­πά­λυ­νε τὴν θλί­ψη τοῦ πρό­σφα­του ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ. Ἦ­ταν εὐ­χῆς ἔρ­γο ποὺ βρέ­θη­κε δί­πλα της αὐ­τὸς ὁ ἐν­δι­α­φέ­ρων ἄν­θρω­πος.

            Σί­γου­ρα θὰ περ­νοῦ­σε τὸ τα­ξί­δι μὲ λι­γό­τε­ρο ἄγ­χος. Ἡ πα­ρου­σί­α του τὴ γέ­μι­ζε αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Ἔ­νι­ω­θε τὴν ἴ­δια ἀ­σφά­λεια ποὺ εἰ­σέ­πρατ­τε κο­ρι­τσά­κι κον­τὰ στὸν πα­τέ­ρα της.

            Ἦρ­θαν τὰ φα­γη­τά. Τῆς δό­θη­κε καὶ πά­λι ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μα­ζὶ μὲ τὰ ἐ­δέ­σμα­τα, τὴν ἄ­ψο­γη πε­ρι­ποί­η­ση τῶν ἀ­ε­ρο­συ­νο­δῶν ἀλ­λὰ καὶ τοῦ συμ­πα­θοῦς ὥ­ρι­μου συ­νε­πι­βά­τη. Ἡ κο­λα­κευ­τι­κή του συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­χε μέ­τρο. Οὔ­τε κραυ­γα­λέ­α κο­λα­κεί­α οὔ­τε ὑ­πο­κρι­τι­κὸ δού­λε­μα. Ἔ­νι­ω­σε οἰ­κεί­α. Χα­λά­ρω­σε. Βρῆ­κε ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα πράγ­μα­τα νὰ συ­ζη­τή­σει μα­ζί του. Στὸ τέ­λος, μὲ τὸ πο­τό, τὴν κου­βέν­τα, πέ­ρα­σε ἡ ὥ­ρα, βά­ρυ­ναν τὰ βλέ­φα­ρά της. Χα­σμου­ρή­θη­κε δι­α­κρι­τι­κά, ζή­τη­σε συ­γνώ­μη κι ἔ­κλει­σε γιὰ λί­γο τὰ μά­τια.

            Δὲν κα­τά­λα­βε ἂν κοι­μή­θη­κε καὶ πό­σο. Βί­ω­σε ὅ­μως μιὰ πρω­τό­γνω­ρη ἐμ­πει­ρί­α. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ πέ­πλο τῶν πυ­κνῶν βλε­φα­ρί­δων της δὲν ἦλ­θε τὸ σκο­τά­δι ἀλ­λὰ ἕ­να ρό­δι­νο φῶς. Μα­ζὶ μ’ ἕ­να ἄ­ρω­μα πεύ­κων καὶ θα­λασ­σι­νοῦ ἀ­έ­ρα. Ἡ ψυ­χή της, ποὺ λί­γες ὧ­ρες πρὶν ἦ­ταν στε­νό­χω­ρη καὶ ἀ­βέ­βαι­η, τώ­ρα ἄ­νοι­γε ὅ­πως τὰ φτε­ρὰ τῆς πε­τα­λού­δας ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ κου­κού­λι της. Ἁ­πλω­νό­ταν ἴ­δια μὲ προ­ζύ­μι ποὺ ξε­χει­λί­ζει στὸ τα­ψί. Ὅ­λα τὰ μέ­σα φράγ­μα­τα φό­βων καὶ προ­κα­τα­λή­ψε­ων δι­α­λύ­ον­ταν. Ἀγ­κά­λια­ζε τὸν κό­σμο γύ­ρω της. Τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ κου­τὶ γι’ αὐ­τὴν ποὺ δὲν τὴ χώ­ρα­γε. Ἐ­πε­κτει­νό­ταν ἔ­ξω στὴ νύ­χτα, στὸ δι­ά­στη­μα, τ’ ἀ­στέ­ρια, τὸ φεγ­γά­ρι. Γι­νό­ταν ἕ­να μὲ ὅ­λα. Τὸ σύμ­παν καὶ τὸ ἄ­πει­ρο. Ὑ­πέρ­τα­το συ­ναί­σθη­μα. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν ἀ­πο­δο­χή. Ἦ­ταν συγ­κλο­νι­στι­κό, μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν τρο­μά­ξει. Ὅ­μως ἔ­νι­ω­θε μιὰ ὀ­λύμ­πια γα­λή­νη. Ἑ­νω­νό­ταν μὲ τὸν κό­σμο. Αὐ­τὸς εἶ­χε δι­α­χυ­θεῖ μέ­σα της κι ἐ­κεί­νη ἐν­τός του. Αὐ­τὴ γεν­νοῦ­σε τὸν μέ­γα κό­σμο καὶ ταυ­τό­χρο­να ὁ μέ­γας κό­σμος τὴ γεν­νοῦ­σε. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν ὁ­ρι­ο­θε­τή­σεις χώ­ρου, χρό­νου, τα­χύ­τη­τας, βα­ρύ­τη­τας. Οὔ­τε ἐ­σω­τε­ρι­κοὶ τοῖ­χοι ἀ­γω­νί­ας, πό­νου, θλί­ψης, πα­ρα­νό­η­σης. Τοῦ­το τὸ ἀ­κα­ρια­ῖο τα­ξί­δι στὸν μέ­σα καὶ στὸν ἔ­ξω κό­σμο ταυ­τό­χρο­να εἶ­χε τὸ στοι­χεῖ­ο μιᾶς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Ἦ­ταν ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νη. Ἂν ὑ­πῆρ­χε βί­ω­ση εὐ­τυ­χί­ας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι αὐ­τή· σὰν εὐ­λο­γί­α ποὺ προ­κα­λεῖ βα­θιὰ αἰ­σθή­μα­τα εὐ­γνω­μο­σύ­νης.

            Μιὰ ἀλ­λα­γὴ συν­τε­λέ­στη­κε στὴν ποι­ό­τη­τα τοῦ μέ­γι­στου ὅ­ταν ἀ­συ­ναί­σθη­τα θέ­λη­σε νὰ ζή­σει γιὰ πάν­τα μέ­σα σὲ αὐ­τό. Νὰ τὸ κρα­τή­σει δι­κό της. Ἀ­μέ­σως κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἡ βού­λη­σή της δὲν τὸ ἔ­λεγ­χε. Τὸ με­γα­λεῖ­ο ὑ­πῆρ­χε μό­νο ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἄ­δο­λα χα­νό­ταν μέ­σα του. Ἀ­νε­παί­σθη­τα, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­στη­κε αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο, πῆ­ρε νὰ συρ­ρι­κνώ­νε­ται, νὰ βα­ραί­νει, νὰ σβή­νει. Ὅ­πως χά­νε­ται ἡ μέ­ρα μέ­σα στὴ νύ­χτα. Ὅ­πως γλι­στρά­ει τὸ νε­ρὸ μέ­σα ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά μας. Ἄρ­χι­σε νὰ ξα­να­ϋ­φαί­νε­ται ὁ ἱ­στὸς ποὺ τὴν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σε ἀ­πὸ τὸν κό­σμο. Προ­σπά­θη­σε αὐ­τὸ τὸ μο­να­δι­κὸ συ­ναί­σθη­μα ἐ­νό­τη­τας νὰ τὸ συγ­κρα­τή­σει, νὰ μὴν τὸ χά­σει. Ὅ­μως εἶ­χε γί­νει κά­τι ξε­χω­ρι­στὸ ἀ­πὸ αὐ­τὴν καὶ ἤ­δη ἔ­φευ­γε. Εἶ­χε ἀ­πο­κολ­λη­θεῖ καὶ χα­νό­ταν. Συρ­ρι­κνω­νό­ταν. Τὸ κρα­τοῦ­σε δυ­να­τὰ μέ­σα στὰ χέ­ρια της, τό­σο μι­κρὸ πλέ­ον, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα τό­σο ὡ­ραῖ­ο. Μέ­σα στὴ χού­φτα της κρα­τοῦ­σε τὴ γεύ­ση του, τὸ ἄ­ρω­μά του σὰν τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­μνη­ση αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­πέ­ραν­του ἑ­νω­τι­κοῦ βι­ώ­μα­τος. Θέ­λη­σε νὰ τὸ βά­λει στὸ στό­μα της νὰ τὸ γευ­τεῖ κα­λά, νὰ τὸ κα­τα­πι­εῖ, νὰ τὸ χω­νέ­ψει, νὰ τὸ κά­νει ἕ­να πά­λι μα­ζί της. Τὸ ρου­φοῦ­σε μὲ ἀρ­γές, βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες. Τὸ συγ­κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μα λί­γο, ἀ­κό­μα λί­γο, μὰ ὅ­λο χα­νό­ταν. Ἄ­νοι­ξε μὲ λα­χτά­ρα τὰ μά­τια νὰ προ­λά­βει νὰ δεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­θε μέ­σα καὶ γύ­ρω της, πρὶν τὸ χά­σει γιὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια της. Λι­γώ­θη­κε. Ἔσφι­ξε τὰ δά­χτυ­λα νὰ συγ­κρα­τή­σει τὸ ἄ­πια­στο, τὸ φευ­γα­λέ­ο. Ἄ­νοι­ξε τὶς πα­λά­μες νὰ δεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­σφιγ­γε μὲ δύ­να­μη. Ἀ­πρό­σμε­να ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν μέ­σα στὰ χέ­ρια της τὰ δά­χτυ­λα τοῦ δι­πλα­νοῦ της, ποὺ τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­σε μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει εἶ­χε γεί­ρει τὸ κε­φά­λι της στὸν ὦ­μο του καὶ κρα­τοῦ­σε σφι­χτὰ στὴ χού­φτα της τὸν ἀν­τί­χει­ρά του.

 

Εἶ­χαν πε­ρά­σει δυ­ὸ μῆ­νες. Κα­θι­σμέ­νη σταυ­ρο­πό­δι στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της ξε­φύλ­λι­ζε τὸ ἄλ­μπουμ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ὁ συ­νο­μι­λη­τής της ἀ­πὸ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο φο­ροῦ­σε τὸ μπουρ­νού­ζι της. Τὸ βλέμ­μα τους ἔ­πε­σε σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Πρω­ι­νὴ κα­τα­χνιά. Θά­λασ­σα καὶ οὐ­ρα­νὸς ἕ­να.  Σβη­σμέ­νη ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Τὸ προ­φὶλ της ὄ­μορ­φο στὸ πρω­ι­νὸ φῶς.

            — Πρέ­πει νὰ σ’ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ νὰ πό­νε­σε ποὺ σ’ ἔ­χα­σε, σχο­λί­α­σε ὁ ἄν­τρας.

            — Μᾶλ­λον. Μοῦ εὐ­χή­θη­κε φεύ­γον­τας νὰ εἶ­μαι πάν­τα κα­λὰ κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη.

            — Σί­γου­ρα. Λέ­νε ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς καὶ πο­νᾶς οἱ εὐ­χές σου πιά­νουν.

            — Τὸ πι­στεύ­εις;



Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἐν­νέ­α μύ­θοι καὶ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι (Ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 2015).

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Ἀ­θή­να, 1945). Εἶ­ναι νευ­ρο­λό­γος-ψυ­χί­α­τρος μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὴν παι­δο­νευ­ρο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε τριά­ντα χρό­νια στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Παί­δων Ἀ­θη­νῶν Π. & Ἀ. Κυ­ρια­κοῦ. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των του Ἐν­νέ­α μύ­θοι κι ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, (ἐκδ. Ἐ­ρι­φύ­λη, 2007) καὶ Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἠ­μι­κλά­στων κόλ­λων, (Ἀ­θή­να, 2015). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­καν στὸ ρα­δι­ό­φω­νο.



		

	

Μαρία Πανούτσου: Ντύσου τὰ ροῦχα τῆς γάτας σου



Μα­ρί­α Πα­νού­τσου


Ντύ­σου τὰ ροῦ­χα τῆς γά­τας σου


Ἡ Ἀϊσ­σά, Amica mia


ΕΝ ΗΘΕΛΑ ΕΥΘΥΝΕΣ. Δὲν ἄν­τε­χα τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὲς ἐν­τά­σεις. Ἡ φί­λη μου ἡ Ρου­μά­να μὲ τὴν μι­κρή της γά­τα ἀ­πὸ τὸ Σιάμ, παν­τρευ­ό­ταν καὶ θὰ ἔ­φευ­γε γιὰ τὴν Ἀ­με­ρι­κή. Ὁ κα­λός της, εἶ­χε ἕ­να σκύ­λο καὶ κα­μί­α συ­ζή­τη­ση στὴν πι­θα­νό­τη­τα γιὰ ὑ­πο­χώ­ρη­ση τῆς ἀ­πό­φα­σης, σχε­τι­κὰ μὲ τὴν μι­κρὴ γα­τού­λα. «Μιὰ χα­ψιὰ θὰ τὴν κά­νει ὁ σκύ­λος τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου μου» ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὰ λό­για μου, ὅ­τι δη­λα­δὴ θὰ τὴν συ­νή­θι­ζε ὁ σκύ­λος μὲ τὸν και­ρὸ καὶ ἐ­κεί­νη αὐ­τόν. Μὲ κλά­μα­τα ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε τὴν Ἀϊσ­σὰ τριῶν μη­νῶν τό­τε, ἡ πρώ­τη της Μα­μά, ἡ Ρου­μά­να. Τὸ γα­τά­κι, ἕ­να ἄ­σπρο μπὲζ πραγ­μα­τά­κι, μὲ κα­φὲ ἤ­δη αὐ­τά­κια, μὲ γα­λά­ζια μά­τια μὲ μιὰ σα­γη­νευ­τι­κὴ εὐ­θύ­τη­τα, ἦ­ταν πο­λὺ ἀ­δύ­να­το καὶ πλή­ρως αἰ­σθα­νό­με­νο τὴν μοί­ρα του.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι, χω­ρὶς κὰν νὰ τὸ ἔ­χω προ­σχε­διά­σει καὶ χω­ρὶς προ­ε­τοι­μα­σί­α, ξέ­ρον­τας ὅ­τι ἡ Ρου­μά­να ἔ­ψα­χνε γιὰ νέ­α μα­μὰ γιὰ τὴν γά­τα της, ἔ­φτα­σα στὴν πόρ­τα της καὶ χτύ­πη­σα τὸ κου­δού­νι. Ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της μὲ τὴν Ἀϊσ­σὰ γαν­τζω­μέ­νη στὴν μπλού­ζα μου , στὸ στῆ­θος μου ἐ­πά­νω, νὰ νοι­ώ­θω τὰ νυ­χά­κια της, νὰ πλη­γώ­νουν τὸ εὐ­αί­σθη­το δέρ­μα. Τὴν κρα­τοῦ­σα μὲ τὰ δύ­ο μου χέ­ρια καὶ τὴν πί­ε­ζα στὴν καρ­διά μου νὰ ἀ­κού­ει τοὺς χτύ­πους της, καὶ ἔ­τσι περ­πα­τή­σα­με μα­ζί, μέ­χρι τὴν οἰ­κί­α μου, ποὺ θὰ ἦ­ταν καὶ οἰ­κί­α τῆς Ἀϊσ­σᾶς. Στὴν δι­α­δρο­μὴ γί­να­με ἕ­να. Μὲ κα­τά­λα­βε καὶ τὴν κα­τά­λα­βα.

       Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α εἶ­χα βά­λει στὴν ζω­ή μου ἕ­να πλά­σμα ποὺ θὰ ἔ­μει­νε μα­ζί μου δε­κα­ο­χτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια. Τό­σο ἔ­ζη­σε ἡ Ἀϊσ­σά. Κά­πο­τε χρει­ά­στη­κε νὰ φύ­γω γιὰ μιὰ μέ­ρα, ἐ­νῶ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη καὶ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη πιὰ καὶ μὲ εἶ­χε πιὸ πο­λὺ ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ πο­τέ.

       Τὴν κρα­τοῦ­σε στὴν ζω­ὴ ἡ ἀ­γά­πη μας τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό. Ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γω. Καὶ ὅ­ταν γύ­ρι­σα ἡ Ἀϊσ­σὰ δὲν ζοῦ­σε πιά.

       Τὴν Ἀϊσ­σά δὲν τὴν ἔ­βα­λα πο­τὲ σὲ κλου­βά­κι στὰ λε­ω­φο­ρεῖ­α, στὰ αὐ­το­κί­νη­τα, στὰ τα­ξί, παν­τοῦ, ὅ­που καὶ νὰ με­τα­κι­νι­ό­μουν ἡ Ἀϊσ­σά, ἦ­ταν μέ­σα στὴν φαρ­διὰ ψά­θι­νη τσάν­τα ποὺ πάν­τα μὲ συ­νό­δευ­ε.

       Κά­πο­τε σὲ μιὰ γι­ορ­τή, στὴν Πλα­τεί­α τῆς Ἰ­ου­λί­δας στὴν νῆ­σο Κέ­α, στὸ νη­σὶ ποὺ βρί­σκω τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, ἔ­χον­τας τὴν Ἀϊσ­σὰ στὴν ψά­θι­νη τσάν­τα καὶ ἐ­κεί­νη μὲ τὸ κε­φα­λά­κι ἔ­ξω καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὶς με­τα­κι­νή­σεις μας, νὰ εὐ­φραί­νε­ται, μὲ ὅ­σα ἔ­βλε­πε, περ­πα­τού­σα­με λοι­πὸν κα­μα­ρω­τὲς καὶ οἱ δύ­ο καὶ γε­μά­τες πε­ρι­έρ­γεια γιὰ ὅ­σα συ­ναν­τού­σα­με γύ­ρω μας. Μὲ πλη­σιά­ζει τό­τε ὁ κύ­ριος Μοῦν­τος ἕ­νας πο­λὺ-πο­λὺ γέ­ρος φί­λος ἀ­πὸ τὴν Κέ­α ποὺ εἶ­χα τὴν χα­ρὰ νὰ γνω­ρί­σω, κοι­τά­ζει τὴν γά­τα ποὺ ἤ­ρε­μη τὸν κοί­τα­ζε καὶ ἐ­κεί­νη καὶ λέ­ει: «Αὐ­τὸ μό­νο βα­σι­λιά­δες μπο­ροῦν νὰ τὸ κά­νουν» καὶ ἔ­φυ­γε.

       Ὁ κὺρ Δη­μή­τρης μὲ τὸ πα­ρα­τσού­κλι Μοῦν­τος, δὲν ἔ­λε­γε πολ­λά. Δὲν χρει­α­ζό­ταν. Εἶ­χε τὶς στα­θε­ρὲς ἀ­ξί­ες ποὺ εἶ­χε μά­θει ἀ­πὸ τὰ χρό­νια τα πα­λιὰ καὶ ἂς φαί­νον­ταν λι­γό­τε­ρο δη­μο­κρα­τι­κές, ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἕ­νας ἔν­τι­μος, ἄν­θρω­πος.

       Εἶ­χε δί­κιο ὁ κὺρ Δη­μή­τρης. «Μό­νο ἐ­μεῖς μπο­ρού­σα­με Ἀϊσ­σὰ νὰ τα­ξι­δεύ­ου­με ἐ­λεύ­θε­ρα χω­ρὶς κὰν νὰ τολ­μοῦν νὰ ἀμ­φι­σβη­τοῦν τὴν ἁρ­μο­νί­α καὶ τὴ ἀ­σφά­λεια ποὺ ἔ­κρυ­βε ἡ ἀ­γά­πη μας.» Ἡ Ἀϊσ­σὰ μὲ συν­τρό­φευ­ε γιὰ με­γά­λο δι­ά­στη­μα ὅ­ταν μό­νη στὶς θε­α­τρι­κὲς δο­κι­μὲς μιᾶς ὄ­χι καὶ τό­σο εὐ­χά­ρι­στης μαρ­τυ­ρί­ας, τό­τε ποὺ δὲν ἤ­θε­λα νὰ εἶ­ναι σ’ αὐ­τὲς τὶς δο­κι­μές, οὔ­τε ὁ βο­η­θὸς οὔ­τε κα­νεὶς συ­νερ­γά­της. Ἔ­βα­ζα τὴν Ἀϊσ­σὰ σὲ ἕ­να κα­ρε­κλά­κι ἀ­πέ­ναν­τί μου καὶ ξε­κι­νοῦ­σα. Ἐ­κεί­νη μὲ προ­σο­χὴ καὶ χω­ρὶς νὰ σα­λεύ­ει γιὰ τρεῖς μὲ τέσσερις ὧ­ρες μὲ κοι­τοῦ­σε ἀ­δι­ά­λει­πτα καὶ ἡ προ­σο­χή της μὲ κρα­τοῦ­σε σὲ με­γά­λη πει­θαρ­χί­α καὶ ἔν­τα­ση.

       Πάν­τα ἡ φω­το­γρα­φί­α σου δί­πλα στὸ κρε­βά­τι μου amica mia καὶ τὸ αἴ­σθη­μα τῆς μα­ται­ό­τη­τας ποὺ πε­ρι­ο­ρί­στη­κε κά­πως μὲ τὸν θά­να­τό σου. Εἶ­πα «ἀ­φοῦ ἔ­φυ­γε ἡ Ἀϊσ­σὰ μπο­ρῶ νὰ φύ­γω καὶ ἐ­γώ». Ἡ Ἀϊσ­σὰ εἶ­ναι θαμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ μιὰ Χα­ρου­πιὰ στὴν ἄ­κρη τοῦ κτή­μα­τος στὴν Κέ­α.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Πα­νού­τσου (Ἀ­θή­να) Σπού­δα­σε μου­σι­κή, χο­ρό, θέ­α­τρο, ζω­γρα­φι­κὴ καὶ φω­το­γρα­φί­α στὴν Ἑλ­λά­δα, Ἀγ­γλί­α, Πο­λω­νί­α. Ασχολεῖται μὲ τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴν ποί­η­ση ἀ­πὸ τὸ 1979. Ἔ­ζη­σε στὴν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α στὸ Ἰ­ράκ, στὴν Κύ­προ καὶ στὸν Λί­βα­νο. Ἔχει ἐκ­δώ­σει τρεὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, τελευταῖο της βιβλίο Περ­πα­τών­τας στὸ δα­κτύ­λιο τοῦ Κρό­νου Ἢ Οἱ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις ἑ­νὸς ἄν­δρα ἀ­πὸ τὸ City.



		

	

Βάσω Χόντου: Λουλουδάτη χαρτοπετσέτα


Βά­σω Χόν­του


Λουλουδάτη χαρτοπετσέτα


ΤΟ ΣΠΙΤΙ τῆς μά­νας μου ὑ­πάρ­χει ἕ­να δω­μά­τιο μὲ στα­μα­τη­μέ­να ρο­λό­για. Πά­νω ἀ­πὸ τὸ τη­λέ­φω­νο εἶ­ναι καρ­φω­μέ­νος ἕ­νας κοῦ­κος ποὺ εἶ­χαν φέ­ρει οἱ γο­νεῖς μου ἀ­π’ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Μοιά­ζει μὲ σπί­τι κι ἔ­χει ξύ­λι­νη στέ­γη καὶ δυ­ὸ ἔ­λα­τα στὶς ἄ­κρες. Οἱ δεῖ­κτες του εἶ­ναι σκα­λι­στοὶ καὶ ἄ­σπροι, κι οἱ ἀ­ριθ­μοί του γραμ­μέ­νοι στὰ λα­τι­νι­κά. Στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ ὑ­πάρ­χει μιὰ σκού­πα, ἕ­να δρε­πά­νι κι ἕ­νας σω­ρὸς ἀ­πὸ ξε­ρὰ φύλ­λα. Ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρὴ ἀ­νέ­βαι­να στὴν κα­ρέ­κλα καὶ τὰ ξε­κολ­λοῦ­σα ἕ­να-ἕ­να μὲ τὰ νύ­χια μου. Πα­λιὰ ὅ­ταν ὁ κοῦ­κος δού­λευ­ε, ἄ­νοι­γε κά­θε μι­σὴ ὥ­ρα ἕ­να πορ­τά­κι, ἔ­βγαι­νε ἕ­να πο­λύ­χρω­μο που­λί, ἔ­κρω­ζε κι ὕ­στε­ρα ἔμ­παι­νε πά­λι μέ­σα. Ὁ ἦ­χος του ἔ­κα­νε πάν­τα το σα­γό­νι μου νὰ σφίγ­γε­ται. Ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­λε­γε νὰ πε­τά­ξου­με τὸ ρο­λό­ι για­τὶ τρο­μά­ζει τὸ παι­δί, ὅ­μως ἡ μά­να μου δὲν ἤ­θε­λε. Οἱ δεῖ­κτες του στα­μά­τη­σαν στὶς τρεῖς καὶ ἕν­τε­κα. Μέ­ρα ἢ νύ­χτα, δὲν ξέ­ρω.

        Μέ­σα στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, πά­νω ἀ­πὸ κά­τι κι­τρι­νι­σμέ­νες ἀ­πο­δεί­ξεις, δί­πλα σὲ ἕ­ναν χά­ρα­κα κι ἕ­να πα­λιὸ πε­ρι­ο­δι­κό, βρί­σκε­ται ἕ­να μπλὲ ρο­λό­ι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη. Ἔ­χει κουρ­δι­στὸ μη­χα­νι­σμὸ κι ἕ­να ζευ­γά­ρι κολ­λη­μέ­νο στὴν κο­ρυ­φή. Ἡ κο­πέ­λα φο­ρά­ει φου­στά­νι καὶ μπο­τί­νια, ἐ­νῶ ὁ ἄν­τρας ἔ­χει ξε­κούμ­πω­το που­κά­μι­σο καὶ κρα­τά­ει στὸ χέ­ρι του ἕ­να δρε­πά­νι. Μοιά­ζουν σὰν νὰ μι­λᾶ­νε ἢ σὰν νά ‘ναι ἕ­τοι­μοι νὰ φι­λη­θοῦν. Στὴ βά­ση τοῦ ρο­λο­γιοῦ, ποὺ ἀ­νοί­γει μὲ κλει­δί, ἡ μά­να μου ἔ­κρυ­βε τὰ κο­σμή­μα­τά της. Δα­χτυ­λί­δια, βρα­χι­ό­λια, σκου­λα­ρί­κια, κο­λι­έ, κα­δέ­νες. Ὕ­στε­ρα ἔ­παιρ­νε τὸ κλει­δὶ καὶ κά­που τό ‘κρύ­βε. Ὁ ἦ­χος του μοῦ θύ­μι­ζε νε­ρὰ ποὺ τρέ­χουν. Λί­γο πρὶν τὸ ἀ­κρι­βῶς τῆς ὥ­ρας, ἔ­τρε­χα μπρο­στὰ στὴ βι­βλι­ο­θή­κη καὶ τὸ πε­ρί­με­να νὰ χτυ­πή­σει. Ἕ­να κα­λο­καί­ρι, ἡ μά­να μου τὸ γύ­ρι­σε ἀ­νά­πο­δα, τρά­βη­ξε ἔ­ξω ἕ­ναν μο­χλὸ καὶ τὸ ρο­λό­ι βου­βά­θη­κε. Ὕ­στε­ρα ἔ­πα­ψε νὰ δου­λεύ­ει. Οἱ δεῖ­κτες του στα­μά­τη­σαν στὶς δύο καὶ δε­κα­τρί­α. Μέ­ρα ἢ νύ­χτα, δὲν ξέ­ρω.

        Δί­πλα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου βρί­σκε­ται ἕ­να ψη­λὸ ἐκ­κρε­μές, δῶ­ρο τοῦ παπ­πού μου στοὺς γο­νεῖς γιὰ τὴν πρώ­τη τους ἐ­πέ­τει­ο. Τὸ ἀ­γό­ρα­σε ἀ­πὸ ἕ­να ἑ­βρα­ϊ­κὸ πα­λαι­ο­πω­λεῖ­ο ποὺ τώ­ρα ἔ­χει κλεί­σει. Εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ ξύ­λο πεύ­κου καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ τὶς μέ­ρες ποὺ βρέ­χει, τὸ δω­μά­τιο μυ­ρί­ζει σὰν δά­σος. Κα­μιὰ φο­ρὰ τὸ κοι­τά­ω καὶ μοῦ θυ­μί­ζει φέ­ρε­τρο. Πα­λιὰ χτυ­ποῦ­σε κά­θε τέ­ταρ­το κι ὁ ἦ­χος του ἔ­μοια­ζε μ’ ἐ­κεῖ­νον τῆς καμ­πά­νας. Πλη­σιά­ζω στὴ δε­ξιὰ πλευ­ρὰ καὶ βλέ­πω τὶς χα­ρα­κι­ὲς ποὺ ἔ­φτια­χνε ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ τὸ κλει­δί, ὅ­ταν μέ­τρα­γε πό­σο ψή­λω­σα. Ὑ­πάρ­χουν πέν­τε ση­μά­δια. Τὰ ὑ­πό­λοι­πα δὲν φαί­νον­ται. Τὰ ἔ­σβη­νε ἡ μά­να μου μὲ με­λισ­σο­κέ­ρι. Μοῦ ‘δι­νε πρῶ­τα ἕ­να χα­στού­κι γιὰ τὴ ζη­μιά, ὕ­στε­ρα ἔ­λι­ω­νε τὸ κε­ρί, τὸ ἅ­πλω­νε καὶ γέ­μι­ζε τὰ βα­θου­λώ­μα­τα τοῦ ρο­λο­γιοῦ. Οἱ δεῖ­κτες του στα­μά­τη­σαν στὶς δέ­κα καὶ ἑ­πτά. Μέ­ρα ἢ νύ­χτα, δὲν ξέ­ρω.

        Πά­νω στὴ ρο­τόν­τα ὑ­πάρ­χει ἕ­να ρο­λό­ι πού ‘χε ἀ­γο­ρά­σει ἡ μά­να μου ἀ­π’ τοὺς Κι­νέ­ζους μα­ζὶ μὲ ἕ­ναν φα­κὸ λέ­ι­ζερ, ἕ­να ἀ­λέ­κια­στο τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο καὶ μιὰ ψά­θα θα­λάσ­σης. Εἶ­ναι ἄ­σπρο μὲ φω­σφο­ρι­ζὲ ἀ­ριθ­μοὺς κι ἀ­π’ τὸ ξυ­πνη­τή­ρι του, ὅ­σον και­ρὸ δού­λε­ψε, ἀ­κου­γό­ταν ἡ Μα­κα­ρέ­να. Τὸν πρῶ­το μή­να πή­γαι­νε δέ­κα λε­πτὰ μπρο­στά, τὸν δεύ­τε­ρο ἑ­πτὰ λε­πτὰ πί­σω, τὸν τρί­το μή­να χά­λα­σε. Τὴ νύ­χτα ποὺ πέ­θα­νε ὁ πα­τέ­ρας μου κι εἶ­πα στὴ μά­να μου πὼς θὰ φύ­γω ἀ­π’ τὸ σπί­τι, τὸ ἅρ­πα­ξε καὶ μοῦ τὸ πέ­τα­ξε στὸ κε­φά­λι. Ἔ­κα­να στὴν ἄ­κρη καὶ τὸ ρο­λό­ι ἔ­σκα­σε μὲ θό­ρυ­βο στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἔ­πα­θε τί­πο­τα. Μό­νο τὸ τζά­μι του με­τα­κι­νή­θη­κε λί­γο καὶ ρά­γι­σε. Ἂν κοι­τά­ξεις κα­λά, θὰ δεῖς μιὰ χα­ρα­κιὰ ποὺ ξε­κι­νά­ει ἀ­π’ τὴ μιὰ ἄ­κρη καὶ κα­τα­λή­γει στὴν ἄλ­λη, κι ἔ­χει ἐ­πά­νω της πολ­λὲς μι­κρὲς γραμ­μὲς ποὺ μοιά­ζουν μὲ ρί­ζες. Οἱ δεῖ­κτες του στα­μά­τη­σαν στὶς δώ­δε­κα. Μέ­ρα ἢ νύ­χτα, δὲν ξέ­ρω.

        Ὅ­ταν ἔρ­χο­μαι στὸ σπί­τι τῆς μά­νας μου, ἐ­κεί­νη κά­θε­ται σὲ ἕ­να σκαμ­πὸ μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ πλέ­κει τὰ χέ­ρια. Ἑ­νώ­νει τὶς πα­λά­μες, κι ἔ­πει­τα ἀ­φή­νει τὰ δά­χτυ­λα τοῦ ἑ­νὸς χε­ριοῦ νὰ κυ­λή­σουν στὶς κα­μά­ρες τοῦ ἄλ­λου. Τῆς λύ­νω τὰ μαλ­λιά, τὰ χτε­νί­ζω προ­σε­κτι­κὰ καὶ τὰ πιά­νω μὲ ἕ­να κο­κά­λι­νο κλά­μερ. Κά­θε δεύ­τε­ρη μέ­ρα φέρ­νω φα­γη­τό, κό­βω τὰ νύ­χια της καὶ βά­ζω στὶς φτέρ­νες της μιὰ κρέ­μα ἀ­πὸ ἀ­μυ­γδα­λέ­λαι­ο καὶ κί­τρι­νη πα­πά­για. Ἡ μά­να μου δὲν μι­λά­ει. Μό­νο μὲ κοι­τά­ει καὶ πλέ­κει τὰ χέ­ρια. Κα­μιὰ φο­ρὰ μὲ ρω­τά­ει ποι­ά εἶ­μαι καὶ τί γυ­ρεύ­ω στὸ σπί­τι της. Σή­με­ρα τῆς ἔ­φε­ρα ἕ­να κου­τὶ μὲ τρί­γω­να πα­νο­ρά­μα­τος. Πῆ­ρε ἕ­να, ἔ­κα­νε μὲ τὰ δόν­τια μιὰ με­γά­λη τρύ­πα στὴν ἄ­κρη καὶ ρού­φη­ξε τὴν κρέ­μα. Τὴ σκού­πι­σα μὲ μιὰ λου­λου­δά­τη χαρ­το­πε­τσέ­τα καὶ τό­τε ση­κώ­θη­κε ἀ­π’ τὸ σκαμ­πό, ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κοι­τά­ει τὰ ρο­λό­για. Πρῶ­τα τὸν κοῦ­κο, ὕ­στε­ρά τὸ μπλὲ ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη, ἔ­πει­τα τὸ ψη­λὸ ἐκ­κρε­μὲς καὶ στὸ τέ­λος τὸ κι­νέ­ζι­κο μὲ τὴ χα­ρα­κιά. «Κυ­ρί­α, εἶ­ναι μέ­ρα ἢ νύ­χτα;», μὲ ρώ­τη­σε. «Δὲν ξέ­ρω», ἤ­θε­λα νὰ τῆς πῶ.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Χόν­του (Με­σο­λόγ­γι). Σπούδασε Χη­μι­κὸς Μη­χα­νι­κός. Κείμενά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ ἔντυπα καί ἠλεκτρονικά περιοδικά.

Ζω­ὴ Κα­τσι­αμ­πού­ρα: Ὁ Νίκας



Ζω­ὴ Κα­τσι­αμ­πού­ρα


Ὁ Νί­κας


Α ΔΥΟ ΤΟΥ παι­διὰ ἀν­τάρ­τες. Ἦρ­θε ἡ Ὀ­ρει­νὴ Τα­ξι­αρ­χία, τοὺς ἔ­μα­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ βου­νὰ τῆς Λα­μί­ας, κί­νη­σαν νὰ πᾶ­νε στὸν Κίσ­σα­βο, ἔ­γι­νε μά­χη στὸν Μαυ­ρό­καμ­πο τοῦ Ἁλ­μυ­ροῦ, σκο­τώ­θη­καν καὶ τὰ δυ­ό.

       Πῆ­γε καὶ βρῆ­κε στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α τοῦ Ἁλ­μυ­ροῦ ἕ­ναν συγ­χω­ρια­νό του χω­ρο­φύ­λα­κα καὶ τὸν πα­ρα­κά­λε­σε. Ζή­τη­σε νὰ πά­ρει βε­βαί­ω­ση ὅ­τι τὰ παι­διὰ σκο­τώ­θη­καν. Ὁ ἀ­στυ­νό­μος στὸ χω­ριὸ τὸν ἀ­πει­λοῦ­σε μὲ ἐ­ξο­ρί­α, ποὺ εἶ­χε γιοὺς ἀν­τάρ­τες. Πε­θα­μέ­νοι δὲν με­τροῦ­σαν πιὰ καὶ θὰ ἡ­σύ­χα­ζε ἀ­πὸ τὴ φο­βέ­ρα …



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ζω­ή Κα­τσι­αμ­πού­ρα (Πα­λα­μᾶς Καρ­δί­τσας). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση, σὲ δι­ά­φο­ρες θέ­σεις. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ, ἀ­πό τίς Ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης, τά μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της Ἱ­στο­ρί­ες τῆς Μα­νιᾶς (2013) καὶ Μα­θαί­νε­ται η ζω­ή; (2015). Δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­νά της σέ ἱ­στό­το­πους καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.