1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πο­νοῦ­σε τὸν ἐ­χθρό



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πο­νοῦ­σε τὸν ἐ­χθρό

[τοῦ Μάρκου Μπότσαρη]


ΤΑΝ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ ἀν­τα­μώ­θη­κε πρώ­τη φο­ρά, ἀρ­χὲς τοῦ 1822, μὲ τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη στὴν Κό­ριν­θο, πρῶ­τα το­νὲ ρώ­τη­σε γιὰ τοῦ Μω­ριᾶ ὅ­λα τὰ πε­ρι­στα­τι­κά, γιὰ τὰ δι­κά του ὅ­μως τί­πο­τε δὲ μί­λη­σε, καὶ μά­λι­στα κοκ­κί­νι­ζε σὰν τὸ κο­ρί­τσι ἅ­μα ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης τοῦ παι­νοῦ­σε τὴν πα­λη­κα­ριά του. (Ἦ­ταν ἀ­δερ­φο­ποι­τοὶ πα­λιοί.) Ὕ­στε­ρα ὁ Μάρ­κος εἶ­πε:

       — Ἀ­δερ­φέ, για­τί ἄ­φη­σες [στὴν Τρι­πο­λι­τσὰ] νὰ γί­νουν τό­σα κα­κά, ποὺ κα­κο­συ­σταί­νουν τὸν ἀ­γῶ­να μας; Ἀν­τὶ νὰ θυ­σια­στοῦν τό­σες ἀ­δύ­να­τες ψυ­χές, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διὰ καὶ γέ­ροι, δὲν ἤ­τα­νε κα­λύ­τε­ρα νὰ τοὺς στεί­λε­τε στὴν Πά­τρα καὶ στὰ Μο­θο­κό­ρω­να, ὅ­που οἱ κλει­σμέ­νοι Τοῦρ­κοι θὰ σώ­να­νε πει­ὸ γλή­γο­ρα τὴς θρο­φές τους, κ’ ἡ Εὐ­ρώ­πη δὲ θὰ μᾶς ἔρ­ρι­χνε τό­σες κα­τη­γό­ρι­ες;

       Κι’ ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἤ­τα­νε φι­λάν­θρω­πος, ὅ­μως οὔ­τε αὐ­τὸς οὔ­τε ἄλ­λος κα­νεὶς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κρα­τή­σῃ τὸ χέ­ρι τοῦ χω­ριά­τη, ποὺ βγῆ­κε ἄ­ξαφ­να ἀ­πὸ τὴ σκλα­βιὰ καὶ δι­ψοῦ­σε νὰ πά­ρῃ τὸ αἷ­μα, ὅ­μως καὶ τοὺς θη­σαυ­ροὺς τοῦ πα­λιοῦ σου ἀ­φέν­τη καὶ τυ­ράν­νου.

       Τὰ λό­για τοῦ Μάρ­κου παρ­μέ­να ἀ­πὸ τὸ στό­μα αὐ­τή­κο­ου μάρ­τυ­ρα.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Α. Σού­τσου Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλ­λην. Ἐ­πα­να­στ. (γαλλ.) 1829, σ. 184.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 141 [Τίτλος: 270.— Πο­νοῦ­σε τὸν ἐ­χθρό.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Γεώργιος Μαργαρίτης (1814-1884), Μάρκος Μπότσαρης. Κάρβουνο, ἄσπρο χρῶμα  καὶ καφὲ χαρ­τί, 57Χ42 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).


			

Βασίλης Χουλιαρᾶς: Ἕνα περίεργο ὄνειρο


Βα­σί­λης Χου­λια­ρᾶς


Ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ὄ­νει­ρο


ΠΕΣΕ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΕΙ καὶ εἶ­δε ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ὄ­νει­ρο. Εἶ­δε ὅ­τι ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ δι­πλὸ κρε­βά­τι ὅ­που κοι­μό­ταν καὶ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ ντου­λά­πι ὅ­που ἀ­πο­βρα­δὶς εἶ­χε λέ­ει κρύ­ψει ἕ­να τσε­κού­ρι. Ἔ­σκυ­ψε καὶ τὸ πῆ­ρε στὰ χέ­ρια καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τὴν κό­ψη τῆς λε­πί­δας.

        Ὅ­λοι ἔ­λε­γαν ὅ­τι ἦ­ταν ὁ πιὸ κα­λο­συ­νά­τος ἄν­θρω­πος τοῦ κό­σμου, καὶ δὲν ἔ­πε­φταν ἔ­ξω. Πο­τέ του δὲν εἶ­χε πει­ρά­ξει οὔ­τε μύ­γα. Ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ του ἤ­πι­ων τό­νων, προ­σπα­θοῦ­σε πάν­τα νὰ κι­νεῖ­ται ἐν­τὸς ὁ­ρί­ων καὶ νὰ μὴν προ­κα­λεῖ μὲ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του. Πάν­τα συ­νε­πὴς στὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις του, πρῶ­τα στὸ σχο­λεῖ­ο, με­τὰ στὴ σχο­λή, στὸ στρα­τὸ καὶ τώ­ρα στὴ δη­μό­σια ὑ­πη­ρε­σί­α ὅ­που δού­λευ­ε. Καὶ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ παν­τρεύ­τη­κε, ὄ­χι πὼς πρὶν ἔ­κα­νε κα­μιὰ ἄ­σω­τη ζω­ή, ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὴ δου­λειὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ δου­λειὰ στὸ σπί­τι. Μὲ λί­γα λό­για, πρό­τυ­πο πο­λί­τη καὶ κα­λοῦ οἰ­κο­γε­νειά­ρχη.

       Στὸ δι­πλὸ κοι­μό­ταν ἀ­κό­μα ἡ ἀ­πὸ δε­κα­ε­τί­ας γυ­ναί­κα του. Ἡ γυ­ναί­κα του, ποὺ ὑ­πε­ρα­γα­ποῦ­σε καὶ τῆς ἔ­κα­νε ὅ­λα τα χα­τί­ρια ἀ­γόγ­γυ­στα. Ὅ­μως τώ­ρα ἦ­ταν βρά­δυ, ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ ἔ­νι­ω­θε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­λεύ­θε­ρος ἀ­πὸ κά­θε εἴ­δους συμ­βά­σεις. Μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει ὅ,τι ἤ­θε­λε. Πράγ­μα­τα ποὺ ἄλ­λω­στε δὲ θὰ εἶ­χαν κα­μί­α οὐ­σι­α­στι­κὴ συ­νέ­πεια, μιᾶς καὶ τὸ πρω­ὶ θὰ ἦ­ταν ὅ­λα στὴ θέ­ση τους.

       Ἔ­τυ­χε λοι­πὸν νὰ κρα­τᾶ ἕ­να τσε­κού­ρι καὶ δί­πλα νὰ εἶ­ναι ἐ­κεί­νη. Ἔ­τσι, χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτεῖ, σή­κω­σε τὸ τσε­κού­ρι ψη­λὰ καὶ τὸ κα­τέ­βα­σε στῆς γυ­ναί­κας τὸ σῶ­μα. Τὸ θέ­α­μα ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἦ­ταν ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κό, μὰ ὁ ἄν­θρω­πός μας πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­τυ­πω­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς πρά­ξης του πα­ρὰ τρό­μα­ξε.

       Δὲν ἔ­μει­νε νὰ κοι­τά­ζει τὸ ἔρ­γο του. Γρή­γο­ρα ἄ­φη­σε τὸ χά­ος τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ρας καὶ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ σα­λό­νι σκε­πτό­με­νος ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τη­λε­φω­νή­σει στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α καὶ νὰ δη­λώ­σει τὸ «φό­νο ποὺ δι­έ­πρα­ξε», ὅ­πως ἀν­τί­στοι­χα θὰ ἔ­κα­νε σὲ πα­ρό­μοι­α πε­ρί­πτω­ση ἂν ἦ­ταν ξύ­πνιος, μιᾶς καί, πα­ρό­λο ποὺ κοι­μό­ταν, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πα­ρέ­με­νε ἕ­νας εὐ­συ­νεί­δη­τος πο­λί­της.

       Ἐν συ­νε­χεί­α κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν κου­ζί­να. Σὲ ἕ­να ντου­λά­πι βρῆ­κε κά­τι ξη­ροὺς καρ­πούς, τοὺς πῆ­ρε καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σα­λό­νι. Ἄ­νοι­ξε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ξά­πλω­σε στὸν κα­να­πὲ πε­ρι­μέ­νον­τας. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ’ρ­θει νὰ τὸν μα­ζέ­ψει.

       Ὅ­λα ἔ­μοια­ζαν τό­σο ἀ­λη­θο­φα­νῆ. Τὸν ὁ­δή­γη­σαν στὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα, γιὰ τὴν προ­βλε­πό­με­νη ἀ­νά­κρι­ση. Δὲν τοῦ ἔ­κα­νε καρ­διὰ νὰ τοὺς πε­τά­ξει κα­τά­μου­τρα ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν καὶ ὅ­τι ἦ­ταν πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας του. Εἴ­πα­με, ἐ­πρό­κει­το γιὰ εὐ­γε­νι­κὴ ψυ­χή. Ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ παί­ξει μέ­χρι τέ­λους τὸ παι­χνί­δι.

       Με­τὰ ἀ­πὸ ἄ­πει­ρες ἐ­ρω­τή­σεις για­τί τὴ σκό­τω­σε, θέ­λον­τας νὰ τοὺς ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει, γνω­ρί­ζον­τας τὴν ἀ­πέ­χθεια τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς τά­ξης γιὰ τὸ χά­ος καὶ τὴ μα­νί­α τους γιὰ τὴν εὕ­ρε­ση ἑ­νὸς κά­ποι­ου αἰ­τί­ου σὲ κά­θε φαι­νό­με­νο, τοὺς δή­λω­σε ὅ­τι τὸ ἔ­κα­νε για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κού­ει νὰ ρο­χα­λί­ζει, ἐ­νῶ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν ψέ­μα, μιᾶς καὶ ἡ γλυ­κιά του πάν­τα κοι­μό­ταν ἥ­συ­χα καὶ ἤ­ρε­μα στὴν πλευ­ρά της, μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κά­τι ἄλ­λο νὰ τὴν κα­τη­γο­ρή­σει.

       Τὰ μέ­σα ἐ­νη­μέ­ρω­σης τὸν εἶ­χαν λέ­ει κύ­ριο θέ­μα. Παν­τοῦ ἄ­κου­γε καὶ δι­ά­βα­ζε σχό­λια καὶ ἀ­να­λύ­σεις γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­σή του. Ἔγ­κρι­τοι δη­μο­σι­ο­γρά­φοι καὶ γνω­στοὶ ψυ­χο­λό­γοι, πα­θο­λό­γοι μὲ εἰ­δι­κό­τη­τα στὸ ρο­χά­λι­σμα καὶ πο­λι­τι­κοί, κα­τα­σκευα­στὲς κρε­βα­τι­ῶν καὶ τρα­γου­δι­στές, τη­λε­ο­πτι­κοὶ μα­ϊν­τα­νοὶ καὶ πλῆ­θος ἄλ­λοι μυ­στή­ριοι κα­τέ­θε­ταν τὴν ἔγ­κυ­ρη ἄ­πο­ψή τους. Ἄλ­λοι ὑ­πο­στή­ρι­ζαν μὲ πά­θος ὅ­τι ἔ­φται­γαν τὰ στρώ­μα­τα καὶ ὁ δη­μο­σι­ο­ϋ­παλ­λη­λι­κὸς κώ­δι­κας, καὶ ἄλ­λοι ἡ παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση, τὸ μι­σθο­λό­γιο, ὁ ἔγ­γα­μος βί­ος, τὰ ἄ­στρα, ἡ παν­σέ­λη­νος. Τοὺς κοί­τα­ζε ὅ­πως πα­ρα­κο­λου­θεῖ κα­νεὶς μιὰ πα­ρά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α, ἂν καὶ δὲν τὸ θέ­λει, εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ πα­ρα­μεί­νει ἀ­πὸ κά­ποι­ες ἀ­κα­τα­νό­η­τες δε­σμεύ­σεις.

       Μό­νο στὴν αἴ­θου­σα τοῦ δι­κα­στη­ρί­ου, τὴ στιγ­μὴ ποὺ τοῦ ἀ­να­κοι­νω­νό­ταν ἡ ποι­νὴ του —δὶς ἰ­σό­βια, ἐ­νῶ σύσ­σω­μος ὁ Τύ­πος ζη­τοῦ­σε τὴ θα­να­τι­κή του κα­τα­δί­κη– μὴ μπο­ρών­τας πιὰ νὰ κρα­τη­θεῖ, πα­ρό­λο ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ἔ­δει­χνε ἀ­πεί­θεια πρὸς τὸ δι­κα­στή­ριο, ξέ­σπα­σε σὲ τραν­τα­χτὰ γέ­λια σκε­πτό­με­νος τί ἐν­τύ­πω­ση θὰ ἔ­κα­νε στοὺς γνω­στούς του αὐ­τὴ ἡ ἀ­πί­θα­νη ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἔ­πλα­σε ἐν ὑ­πνώ­σει τὸ μυα­λό του, ὅ­ταν θὰ τὴ δι­η­γι­ό­ταν τὴν ἄλ­λη μέ­ρα.

       Ὅ­μως ἡ ἐν λό­γῳ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα στὴν ἑ­πό­με­νη ἔκ­δο­σή τους μὲ πρω­το­σέ­λι­δους τί­τλους οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες νὰ ἀ­πο­φαί­νον­ται ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πός μας ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ ἑ­νὸς αἱ­μο­στα­γοῦς καὶ ἀν­θρω­πό­μορ­φου τέ­ρα­τος.

       Τώ­ρα στὴν ψυ­χι­α­τρι­κὴ πτέ­ρυ­γα τῆς φυ­λα­κῆς ποὺ κρα­τεῖ­ται πε­ρι­μέ­νει πό­τε ἐ­πι­τέ­λους θὰ τε­λει­ώ­σει τὸ ὄ­νει­ρό του καὶ ἀ­πο­φεύ­γει μιὰ κα­τα­ρα­μέ­νη ἰ­δέ­α ποὺ σι­γὰ-σι­γὰ ἀρ­χί­ζει νὰ τοῦ τρι­βε­λί­ζει τὸ μυα­λό.



Βα­σί­λης Χου­λια­ρᾶς (1974). Σπού­δα­σε στὸ ΕΜΠ. Ζεῖ στὸ Μεσ­σο­λόγ­γι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Οἱ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ πρὶν τὸν ὕ­πνο (2012, Γα­βρι­η­λί­δης). Πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α.


Βάσω Χόντου: Κηπουρικὴ γιὰ ἀρχάριους


Βά­σω Χόν­του


Κηπουρική για αρχάριους


ΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ τοῦ πα­τέ­ρα της δὲν πῆ­γε. Εἴ­χα­νε δύ­ο χρό­νια νὰ μι­λή­σουν. Ἀ­π’ ὅ­ταν σή­κω­σε ἐ­κεῖ­να τὰ χί­λια εὐ­ρὼ ἀ­π’ τὸν κοι­νὸ λο­γα­ρια­σμό. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα βρῆ­κε τὰ ροῦ­χα της πε­τα­μέ­να στὶς σκά­λες. Ξε­κί­να­γαν ἀ­π’ τὸν δεύ­τε­ρο ὄ­ρο­φο κι ἔ­φτα­ναν μέ­χρι τὴν εἴ­σο­δο τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Ἀλ­λοῦ τὰ παν­τε­λό­νια, ἀλ­λοῦ οἱ φοῦ­στες, ἀλ­λοῦ τὰ που­κά­μι­σα. Ἕ­να μπὲζ σου­τι­ὲν εἶ­χε σκα­λώ­σει στὴν ἄ­κρη τῆς κου­πα­στῆς κι ἀ­νέ­μι­ζε σὰν ση­μαί­α πει­ρα­τι­κοῦ κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἄ­νοι­γε ἡ πόρ­τα. «Μὲ ρε­ζί­λε­ψες πά­λι», ψι­θύ­ρι­ζε κα­θὼς ἔ­χω­νε τὰ ροῦ­χα σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ τσάν­τα μὲ καρ­πού­ζια πού ‘χε γιὰ τὰ ψώ­νια τοῦ σοῦ­περ μάρ­κετ. Με­τὰ πῆ­ρε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο καὶ πῆ­γε στὴν ἀ­δερ­φὴ τῆς μά­νας της στὸ Παγ­κρά­τι. Τὰ λε­φτὰ τά ‘φα­γε σὲ τέσ­σε­ρις μέ­ρες.

        «Πέ­θα­νε», εἶ­πε μιὰ μέ­ρα ἡ θεί­α της κα­θὼς ἔ­ρι­χνε κα­φὲ σὲ ἕ­να πορ­σε­λά­νι­νο φλυ­τζά­νι μὲ σπα­σμέ­νο χε­ρού­λι. «Αὔ­ριο θὰ τὸν θά­ψου­νε.» Αὐ­τὴ ἀ­να­σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους, ἄ­λει­ψε μιὰ φέ­τα ψω­μὶ μὲ βού­τυ­ρο, ἔ­βα­λε λί­γη μαρ­με­λά­δα βε­ρί­κο­κο στὴν ἄ­κρη καὶ κοί­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἕ­να μι­κρὸ ἀ­κα­νό­νι­στο κομ­μά­τι οὐ­ρα­νοῦ αἰ­ω­ροῦν­ταν ἀ­νά­με­σα στὶς ἀ­πέ­ναν­τι πο­λυ­κα­τοι­κί­ες. Εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τοῦ πα­λιοῦ μώ­λω­πα. «Θὰ ‘ρθεῖ βρο­χή. Σί­γου­ρα θὰ ‘ρθεῖ βρο­χή», σκέ­φτη­κε. Τὸ βρά­δυ ὅ­ταν τη­λε­φώ­νη­σε ὁ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φος, ἔ­τρω­γε πα­τα­τά­κια μὲ ρί­γα­νη μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. «Ἐ­λᾶ­τε νὰ πα­ρα­λά­βε­τε τὸ κλει­δί», τῆς εἶ­πε κι ἔ­κλει­σε τὸ τη­λέ­φω­νο.

       Σή­με­ρα ζή­τη­σε ἄ­δεια καὶ πῆ­γε μὲ τὰ πό­δια ἀ­π’ τὸ Παγ­κρά­τι μέ­χρι τὴ Δάφ­νη γιὰ νὰ δεῖ τὸ σπί­τι. Μὲ τὸ ποὺ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα, μιὰ μυ­ρω­διὰ μού­χλας καὶ κλει­σού­ρας τῆς ἔ­κα­ψε τὰ ρου­θού­νια. Προ­χώ­ρη­σε στὸν δι­ά­δρο­μο καὶ κοί­τα­ξε δε­ξιά. Στὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας ὑ­πῆρ­χε μιὰ σα­κού­λα μὲ φυ­τό­χω­μα, ἕ­να σκα­λι­στή­ρι, μιὰ γλά­στρα ἀ­πὸ γύ­ψο κι ἕ­νας κα­τά­ξε­ρος ἰ­βί­σκος. Μπῆ­κε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα. Τὸ μπα­στού­νι του κι ἐ­κεί­νη ἡ μάλ­λι­νη ζα­κέ­τα ποὺ φό­ρα­γε χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι βρί­σκον­ταν πε­τα­μέ­να στὸ πά­τω­μα. Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ της εἶ­δε πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο ἕ­να βι­βλί­ο χον­τρὸ σὰν ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια. «Κη­που­ρι­κὴ γιὰ ἀρ­χα­ρί­ους» ἔ­γρα­φε ἀ­π’ ἔ­ξω. Ἐ­κεῖ ποὺ φού­σκω­ναν οἱ σε­λί­δες, ἦ­ταν χω­μέ­νη μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Ἔ­δει­χνε τὸν πα­τέ­ρα της νὰ τὴν κρα­τά­ει ἀγ­κα­λιὰ μπρο­στὰ ἀ­π’ τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο στὸ Σύν­ταγ­μα. Μὲ τὸ μι­κρὸ δά­χτυ­λο τοῦ δε­ξιοῦ της χε­ριοῦ τὸν γαρ­γά­λι­σε στὴ μα­σχά­λη, μὲ τὸ με­σαῖ­ο τί­να­ξε ἕ­ναν κόκ­κο σκό­νης ποὺ ἄ­σπρι­ζε στὸ πέ­το του, μὲ τὸ με­γά­λο τοῦ ἴ­σι­ω­σε τὴ γρα­βά­τα, μὲ τὸν πα­ρά­με­σο τοῦ ζού­λη­ξε τὴ μύ­τη καὶ μὲ τὸν δεί­κτη τὸν χά­ι­δε­ψε στὰ μαλ­λιά. Πολ­λὲς φο­ρές. Ὕ­στε­ρα ἔ­βα­λε τὸ βι­βλί­ο μέ­σα στὴν τσάν­τα μὲ τὰ καρ­πού­ζια κι ἔ­κλει­σε τὸ φερ­μου­ὰρ μέ­χρι τὸ τέρ­μα. Τὰ ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τα θὰ τὰ που­λοῦ­σε αὔ­ριο.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Χόν­του (Με­σο­λόγ­γι). Σπού­δα­σε Χη­μι­κὸς Μη­χα­νι­κός. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Κατερίνα Κοντοπούλου: Οἱ ἄνθρωποι τοῦ βάλτου

 

Κατερίνα Κον­το­πού­λου


Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ βάλ­του


ΟΙΤΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ στὸν κα­θρέ­φτη. Ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ἀλ­λά­ζεις, δο­κι­μά­ζεις, ἐ­πι­στρέ­φεις στὰ πα­λιὰ ἢ πε­ρί­που στὰ πα­λιὰ ἢ πο­τὲ πί­σω στὰ πα­λιά. Ὅ­σο πιὸ νέ­ος τό­σο πιὸ πολ­λά τὰ πο­τὲ ξα­νά. Ἐλ­πί­ζεις γιὰ κά­ποι­α οὐ­ρα­νο­κα­τέ­βα­τη ἀλ­λα­γή, μιὰ κα­λυ­τέ­ρευ­ση, ἕ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ θὰ σοῦ προσ­δώ­σει ἐν­δι­α­φέ­ρον. Κοι­τᾶς μέ­χρι νὰ βα­ρε­θεῖς νὰ κοι­τᾶς. Κου­βα­λᾶς εἴ­κο­σι, τριά­ντα χρό­νια καὶ βά­λε ἕ­να κορ­μὶ γε­μά­το πλη­γές, ἕλ­κη, ἐκ­δο­ρές, ἐκ­χυ­μώ­σεις, κιρ­σούς, κυτ­τα­ρί­τι­δα, ρα­γά­δες, ἐ­λι­ές, κοκ­κι­νί­λες, μαῦ­ρα στίγ­μα­τα, ἀλ­λοῦ λι­πα­ρό­τη­τα, ἀλ­λοῦ ξη­ρό­τη­τα – πάν­τα ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ ὅ­που θὰ προ­τι­μοῦ­σες – πι­τυ­ρί­δα, ψω­ρί­α­ση, κο­ψί­μα­τα, ἐκ­ζέ­μα­τα, ἀλ­λοῦ πρη­ξί­μα­τα, ἀλ­λοῦ βα­θου­λώ­μα­τα – πάν­τα ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ ὅ­που θὰ εὐ­χό­σουν – ἕ­να κα­τ’ ἐ­ξα­κο­λού­θη­ση ἀ­τε­λὲς σῶ­μα ἐ­νῶ οἱ γο­νεῖς σου ὁρ­κί­ζον­ταν τὸ ἀν­τί­θε­το, «ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις, θά…».

        Ὁ­πό­τε με­ρι­κὲς φο­ρὲς πρέ­πει νὰ πά­ρεις τὴν κα­τά­στα­ση στὰ χέ­ρια σου. Παίρ­νεις ἀ­νά­σα καὶ κά­νεις βου­τιὰ στὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ λά­σπη. Δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ὄ­μορ­φο θέ­α­μα, οὔ­τε εὔ­κο­λη ἀ­πό­φα­ση. Ἕ­νας λάκ­κος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση μοιά­ζει μὲ λί­μνη γε­μά­τη ἀρ­γὸ τσι­μέν­το ποὺ ἀ­να­δί­δει θειά­φι. Ξε­χω­ρί­ζουν κε­φά­λια πα­σα­λειμ­μέ­να καὶ αὐ­τὰ μὲ τὴν λά­σπη στὰ μαλ­λιὰ καὶ στὸ πρό­σω­πο, μιὰ ἐκ­φυ­λι­σμέ­νη φυ­λὴ τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου, ἐ­λα­φρῶς ξαφ­νι­α­σμέ­νη ἀ­κό­μα, κα­θὼς κά­ποι­ος τυ­φώ­νας τὴν ξε­ρί­ζω­σε ἀ­πὸ τὸ Πε­ροὺ καὶ πέ­τα­ξε τοὺς ἄλ­λο­τε πο­λε­μι­στὲς στὴν Αἰ­δη­ψό, στὶς Κρη­νί­δες ἢ στὸ Κιλ­κὶς γιὰ λα­σπό­λου­τρα, χα­λα­ροὺς καὶ πα­ρο­πλι­σμέ­νους.

        Ἀ­κό­μα ἕ­να κε­φά­λι καὶ ἐ­σὺ μέ­σα στὴν βε­λου­τὲ σού­πα, συ­στή­νε­σαι βά­σει ἰ­α­τρι­κοῦ φα­κέ­λου: «Γρη­γό­ρης, πό­νο στὸν γο­φό», «Βα­σι­λι­κή, ρευ­μα­το­πά­θει­ες». Οἱ πα­θή­σεις σπᾶ­νε τὸν πά­γο, οἱ ὁ­μι­λοῦ­σες κε­φα­λὲς δὲν στα­μα­τᾶ­νε τὴν ψι­λο­κου­βέν­τα, ἡ συ­ζή­τη­ση γί­νε­ται κου­βέρ­τα, με­τα­τρέ­πει τὸν χῶ­ρο σὲ κα­φέ, σὲ ἑ­στι­α­τό­ριο, σὲ μπάρ, σὲ πε­ρί­γυ­ρο ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ­τι­δή­πο­τε γιὰ νὰ ξε­χά­σεις τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι κά­τω ἀ­πὸ τὸν πη­λὸ εἶ­σαι μα­ζὶ μὲ ἀ­γνώ­στους ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ γυ­μνὸς γιὰ ἰ­α­τρι­κοὺς σκο­πούς. Ἄ­ρα­γε τώ­ρα ποὺ μι­λᾶς γιὰ τὸ αὐ­χε­νι­κό σου σύν­δρο­μο κά­ποι­ο ζευ­γά­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια ἀγ­γί­ζε­ται;

       Κά­πο­τε, ἀ­φή­νε­σαι. Δὲν σὲ ἐ­νο­χλεῖ πιὰ τὸ θειά­φι στὰ ρου­θού­νια σου, δὲν τρα­βὰ ἡ λά­σπη τὸ δέρ­μα ὅ­σο ξε­ραί­νε­ται πά­νω σου, βρί­σκεις μιὰ ἐ­σο­χή, σκά­βεις τὰ μα­λα­κὰ τοι­χώ­μα­τα γιὰ νὰ στα­θεῖς πιὸ ἄ­νε­τα, φτιά­χνεις πη­γα­δά­κια στὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ γούρ­να μὲ ὅ­σους συ­να­σθε­νεῖς μπο­ρεῖς νὰ ἀν­ταλ­λά­ξεις δυ­ὸ κου­βέν­τες πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ τυ­πι­κά, συ­νη­θί­ζεις τὴν  θερ­μο­κρα­σί­α, τὴν ἀ­νω­νυ­μί­α τῶν ὁ­μοι­ό­μορ­φα κα­λυμ­μέ­νων σω­μά­των, τὴν γύ­μνια, τὴν λά­σπη νὰ γαρ­γα­λά­ει τὶς πα­τοῦ­σες. Ὁ πό­νος στοὺς γο­φοὺς μα­λα­κώ­νει, ὁ κνη­σμὸς φεύ­γει, οἱ ρυ­τί­δες λει­αί­νον­ται, οἱ οὐ­λὲς κλεί­νουν, τὰ ἐκ­ζέ­μα­τα ὑ­πο­χω­ροῦν. Ἀ­πο­τολ­μᾶς με­ρι­κὲς ἁ­πλω­τές. Κα­λω­σο­ρί­ζεις τοὺς και­νούρ­γιους στὸν λάκ­κο, ἀ­πο­κτᾶς τὸν ἀ­έ­ρα μιᾶς κά­ποι­ας ἐμ­πει­ρί­ας. Σχε­διά­ζεις στὸ γκρί­ζο πρό­σκαι­ρο δέρ­μα σου ἑ­λι­κο­ει­δῆ σχή­μα­τα, ψά­ρια, γε­ω­με­τρι­κὰ σχέ­δια, θυ­μᾶ­σαι τὶς σχο­λι­κὲς ζω­γρα­φι­ές σου καὶ τὶς πρῶ­τες κα­τα­σκευ­ὲς μὲ πλα­στε­λί­νη.

        Καὶ ὅ­ταν εἶ­σαι ἕ­τοι­μος, μὲ στέ­ρε­α βή­μα­τα ἀ­φή­νεις τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μά σου στὰ χα­λί­κια καὶ γυρ­νᾶς στὸ γνω­στό σου δω­μά­τιο, ἕ­να τέ­λει­ο, ἀ­ψε­γά­δια­στο ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ ἄ­γαλ­μα. Μέ­χρι νὰ ξε­πλύ­νεις τὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ λά­σπη ἀ­πὸ πά­νω σου.  Καὶ πά­λι νὰ ἐ­πι­στρέ­φεις.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κα­τε­ρί­να Κον­το­πού­λου (Κα­βά­λα). Φοί­τη­σε στὸ τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ ΜΜΕ καὶ συ­νέ­χι­σε γιὰ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀγ­γλί­α. Συ­νερ­γά­στη­κε γιὰ δύο χρό­νια μὲ τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τοῦ δή­μου Μο­σχά­του ὡς συν­τά­κτρια τῆς στή­λης «Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Οὐ­ρα­νί­σκου» καὶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται στὸν δη­μό­σιο το­μέ­α.

 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ αἷμα φω­νά­ζει ἐκδίκηση!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Τὸ αἷμα φω­νά­ζει ἐκδίκηση!

[τοῦ Ἰωάννου Δεληγιάννη]


ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ ὁ Πα­πα­φλέσ­σας, τέ­λη τοῦ 1820, στὰ σπί­τια τῶν Δε­λη­γιαν­ναί­ων καὶ τοὺς πα­ρα­κι­νοῦ­σε νὰ κι­νή­σουν τὸν πό­λε­μο, ὁ Κα­νέλ­λος τὸν πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ τοὔ­δει­ξε ἕ­ναν τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ.

       — Βλέ­πεις αὐ­τὸ τὸ αἷ­μα ἀ­πά­νω στὸν ἀ­σβέ­στη; Εἶ­ναι τὸ αἷ­μα τοῦ πα­τέ­ρα μας [Γε­ρο-Γιά­ννη Ντε­λη­γιά­ννη] καὶ τὸ φυ­λᾶ­με σὰν τ’ ἅ­για τῶν ἁ­γί­ων. Ἀ­πά­νου σ’ αὐ­τὸ ὡρ­κί­ζα­με τοὺς Φι­λι­κοὺς κι’ ὡρ­κι­στή­κα­με. Οἱ Τοῦρ­κοι, στὰ 1816 [13 Φλε­βά­ρη] ἤρ­θα­νε καὶ σφά­ξαν τὸν πα­τέ­ρα μας, Μω­ρα­γιά­ννη(1) τό­τε, καὶ δὲ σε­βα­στῆ­καν τὰ βα­θειά του τὰ γε­ρά­μα­τα· το­νὲ σφά­ξα­νε στὸ στρῶ­μα ἀ­πά­νω καὶ τὸ αἷ­μα του ἔ­χρι­σε τὸν τοῖ­χο καὶ φω­νά­ζει ἐκ­δί­κη­ση.


(1) Διοικητικὸς Ἐπίτροπος Πελοπον­νήσου. [Σημ. τοῦ ἐπιμελητῆ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Φραν­τζῆ «Ἐ­πι­το­μὴ Ἱ­στο­ρί­ας τῆς ἀ­να­γεν­νη­θεί­σης Ἑλ­λά­δος 1839» τόμ. Β´ σ. 152. – Φω­τά­κου «Βί­ος τοῦ Παπ­πα­φλέσ­σα» 1868 σ. 22. – Θ. Ζα­φειρο­πού­λου «Οἱ ἀρχι­ε­ρεῖς καὶ προὔ­χον­τες ἐντὸς τῆς ἐν Τρι­πό­λει φυ­λα­κῆς, 1852» σ. 72.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 11 [τί­τλος: «15.—Τὰ λά­χα­να τῶν Δε­λη­γιαν­ναί­ων.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ ἱστορικὴ οἰκία τῶν Δεληγιανναίων στὰ Λαγκάδια Γορτυνίας.



		

	

Ντάνιελ Σμὶθ (Daniel Smith): Θάρρος


Ντά­νι­ελ Σμὶθ (Daniel Smith)


Θάρ­ρος

(Courage)


Ι ΑΝΘΡΩΠΟΙ ἦ­ταν πιὸ γεν­ναῖ­οι ἀ­π’ ὅ­σο ὁ ἴ­διος. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κὸς καὶ ἔ­ξυ­πνος μὲ τὸν τρό­πο του, γεν­ναῖ­ος ὅ­μως δὲν ἦ­ταν κι οὔ­τε εἶ­χε ὑ­πάρ­­ξει πο­τέ.

        Αὐ­τὸς καὶ ἡ γυ­ναί­κα του εἶ­χαν βγεῖ γιὰ φα­γη­τὸ μὲ τὴν ἀ­δερ­φή της καὶ τὸν νέ­ο της ἄν­τρα. Ἡ κό­ρη τοῦ ἄν­τρα εἶ­χε ἔρ­θει κι αὐ­τὴ γιὰ φα­γη­τό. Ἦ­ταν ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­πὸ τὰ  τρί­α του παι­διὰ καὶ εἶ­χε δι­α­σχί­σει πρό­σφα­τα μὲ τὰ πό­δια τὰ Ἁ­πα­λά­χια Ὅ­ρη, ὅ­λο τὸ μῆ­κος τους, ἀ­πὸ τὸ Μέ­ιν μέ­χρι τὴν Τζόρ­τζια. Τώ­ρα ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ με­τα­κο­μί­σει στὸ Γου­α­ϊ­ό­μινγκ γιὰ νὰ δου­λέ­ψει σ’ ἕ­να ράν­τσο μὲ ἀ­γε­λά­δες. Ὁ πα­τέ­ρας της δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση, ἀλ­λὰ ἡ μη­τέ­ρα της, οἱ παπ­ποῦ­δες της, ἀ­κό­μη καὶ με­ρι­κοὶ φί­λοι της, ἦ­ταν τε­λεί­ως ἀν­τί­θε­τοι. Τὸ κο­ρί­τσι δὲν ἔ­μοια­ζε νὰ νοι­ά­ζε­ται. Εἶ­πε πὼς στὴν ἀρ­χὴ τὴν εἶ­χε νοιά­ξει, ἀλ­λὰ με­τὰ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἁ­πλῶς ζή­λευ­αν τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά της νὰ κά­νει αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε, δί­χως προσ­δο­κί­ες, κι ἔ­τσι δὲν ἔ­δω­σε ἄλ­λο ση­μα­σί­α. Ἦ­ταν εἰ­κο­σι­ε­νός.

        Σκέ­φτη­κε τὸν ἑ­αυ­τό του στὰ εἰ­κο­σι­έ­να του. Ποῦ εἶ­χε πά­ει τό­τε; Εἶ­χε πά­ει στὸ πα­νε­πι­στή­μιο. Ὕ­στε­ρα, εἶ­χε ἀ­πο­φοι­τή­σει καὶ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐρ­γά­ζε­ται σὲ μιὰ ἰ­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Τὸ κα­λο­καί­ρι ἀ­νά­με­σα στὶς σπου­δὲς καὶ τὴ δου­λειὰ εἶ­χε πα­ρα­κο­λου­θή­σει ἕ­να πρό­γραμ­μα γλωσ­σι­κῆς κα­τάρ­τι­σης γιὰ ἰ­τα­λι­κὰ στὸ Βερ­μόντ, ἀλ­λὰ εἶ­χε νι­ώ­σει μό­νος καὶ ἀ­πο­θαρ­ρη­μέ­νος κι ἔ­φυ­γε με­τὰ ἀ­πὸ τρεῖς μέ­ρες. Σκέ­φτη­κε τὴν ἀ­πό­φα­ση τῆς κό­ρης τοῦ ἄν­τρα τῆς ἀ­δερ­φῆς τῆς γυ­ναί­κας του νὰ μὴν τὴ νοιά­ζει ἡ γνώ­μη τῶν ἀν­θρώ­πων γιὰ κεί­νη. Τὸ εἶ­χε πε­ρι­γρά­ψει σὰν ἕ­να εἶ­δος δι­α­κό­πτη: πρῶ­τα τὴν εἶ­χε νοιά­ξει, με­τὰ δὲν τὴν εἶ­χε νοιά­ξει. Ὁ δι­α­κό­πτης ἦ­ταν ἡ θέ­λη­σή της. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μη­θεῖ νὰ ἔ­χει πο­τὲ ὑ­πο­βάλ­λει τὴ θέ­λη­σή του σὲ μιὰ τό­σο δρα­στι­κὴ ἀλ­λα­γή, εἰ­δι­κὰ σ’ ὅ­τι ἀ­φο­ροῦ­σε τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους καὶ τὰ αἰ­σθή­μα­τά τους γιὰ κεῖ­νον. Αὐ­τό, ἔ­βγα­λε τὸ συμ­πέ­ρα­σμα, ἀ­πο­τε­λοῦ­σε στὴν οὐ­σί­α τὴ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸ δι­κό της θάρ­ρος καὶ τὴ δει­λί­α του.

       Ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα κα­θὼς ξεν­τύ­νον­ταν εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ τὰ ἐ­ξη­γή­σει ὅ­λα αὐ­τὰ στὴ γυ­ναί­κα του. Τὸν κα­τά­λα­βε ἀ­μέ­σως, ἐ­πι­στρά­τευ­σε ὅ­μως ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ ἀν­τιρ­ρή­σε­ων καὶ κα­τευ­να­στι­κῶν δυ­νά­με­ων.

       (1) Τὸ κο­ρί­τσι ὑ­πε­ρέ­βα­λε ἢ δι­α­στρέ­βλω­νε τὴν ἐμ­πει­ρί­α του. Τὸ πιὸ πι­θα­νὸ ἦ­ταν πὼς ὄν­τως νοι­ά­ζον­ταν γιὰ τὸ τί σκέ­φον­ταν οἱ ἄλ­λοι γιὰ κεί­νη —εἰ­δι­κὰ ἡ μη­τέ­ρα της— καὶ πε­ρι­έ­γρα­φε τὴν με­τα­τρο­πὴ της τό­σο ἀ­πό­λυ­τα μό­νο καὶ μό­νο για­τί (α) ἔ­δι­νε ἔ­τσι πε­ρισ­σό­τε­ρη δρα­μα­τι­κό­τη­τα σ’ αὐ­τὰ ποὺ ἔ­λε­γε, (β) ἀ­νύ­ψω­νε τὸν ἑ­αυ­τό της στὰ μά­τια τῶν ἄλ­λων καὶ (γ) ἦ­ταν ἕ­να μέ­σο προ­κει­μέ­νου νὰ πεί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ τὸ ἴ­διο της τὸ θάρ­ρος, χω­ρὶς τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ ἦ­ταν σὲ θέ­ση νὰ κά­νει αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε.

       (2) Τὸ κο­ρί­τσι δὲν φη­μί­ζον­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα, μὲ βά­ση αὐ­τὰ ποὺ τῆς εἶ­χε πεῖ ἡ ἀ­δερ­φή της γιὰ κεί­νη, γιὰ τὴ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α ἢ τὴν ἐν­συ­ναί­σθη­σή της, κά­τι ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­ζε, ἀν­τί­θε­τα τὸν ἴ­διο, καὶ αὐ­τὲς ἀ­κρι­βῶς οἱ ἰ­δι­ό­τη­τες —ἡ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α καὶ ἡ ἐν­συ­ναί­σθη­ση— συ­νε­πά­γον­ταν μ’ ἕ­να ἄλ­λο εἶ­δος θάρ­ρους: Τὸ θάρ­ρος νὰ προ­στρέ­χεις τοὺς ἄλ­λους. (Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νος ἔ­κα­νε ἕ­να μορ­φα­σμό.)

       (3) Τό­τε ποὺ εἶ­χε πα­ρα­τή­σει τὸ γλωσ­σι­κὸ πρό­γραμ­μα για­τί ἦ­ταν ἀγ­χω­μέ­νος καὶ τοῦ ἔ­λει­πε τὸ σπί­τι του, ἡ μη­τέ­ρα του ἦ­ταν σο­βα­ρὰ ἄρ­ρω­στη, μιὰ λε­πτο­μέ­ρεια ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸν κά­νει νὰ μα­λα­κώ­σει τὴν αὐ­το­κρι­τι­κή του. Τὸ εὐ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο ἦ­ταν ση­μαν­τι­κό.

       Τὴν εὐ­χα­ρί­στη­σε, αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα ποὺ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ ποὺ δὲν τὸν ἔ­κρι­νε γι’ αὐ­τὰ τὰ κομ­μά­τια τοῦ ἐ­αυ­τοῦ του ποὺ τὸν δυ­σα­ρε­στοῦ­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ ντρέ­πε­ται, πρό­βα­λε ὅ­μως ἀν­τε­πι­χει­ρή­μα­τα, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α πί­στευ­ε πὼς δὲν θὰ εἶ­χε ἀ­πάν­τη­ση.

       (1) Ἀ­κό­μα κι ἂν τὸ κο­ρί­τσι φού­σκω­νε ὅ­σα ἔ­λε­γε, αὐ­τὸ ἦ­ταν, σύμ­φω­να μὲ τὴ γνώ­μη του, ἄλ­λη μιὰ ἀ­πό­δει­ξη τοῦ θάρ­ρους της – θάρ­ρους ὅ­πως ὅ­λοι ξέ­ρουν ση­μαί­νει, ὄ­χι τὴ δρά­ση ἐν ἀ­που­σί­α ἐμ­πο­δι­ῶν, ἀλ­λὰ τὴ δρά­ση κόν­τρα σ’ αὐ­τά.

       (2) Τὸ δι­κό του εἶ­δος θάρ­ρους λε­γό­ταν ἰ­δι­ο­τέ­λεια καὶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς τὸ εἶ­δος τοῦ θάρ­ρους ποὺ εἶ­χε κα­τὰ νοῦ.

       (3) Πο­λὺς κό­σμος εἶ­χε μη­τέ­ρες σο­βα­ρὰ ἄρ­ρω­στες ποὺ πέ­θα­ναν. Μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ πε­θαί­νει δὲν ἀ­πο­κλεί­ει τὴ μά­θη­ση Ἰ­τα­λι­κῶν. Δι­και­ο­λο­γί­ες ὑ­πάρ­χουν πάν­τα.

       Εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νοι στὸ κρε­βά­τι. Μπο­ροῦν ν’ ἀ­κού­σουν τὴν κου­βέν­τα καὶ τὰ γέ­λια δυ­ὸ ἄν­τρων ποὺ ἔρ­χον­ται ἀ­π’ τὸ πε­ζο­δρό­μιο. Φι­λή­θη­καν γιὰ λί­γη ὥ­ρα. Ἔ­μοια­ζε σὰ νὰ ἦ­ταν ἕ­τοι­μοι νὰ κά­νουν ἔ­ρω­τα ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κα­ναν καὶ ὅ­ταν ἡ γυ­ναί­κα του ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε σκέ­φτη­κε πά­λι τὸ κο­ρί­τσι. Τί θὰ πή­γαι­νε νὰ κά­νει σ’ ἕ­να ράν­τσο στὸ Γου­α­ϊ­ό­μινγκ; Θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε τὰ βό­δια; Θὰ μα­γεί­ρευ­ε καὶ θὰ κα­θά­ρι­ζε; Ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ τὴ ρω­τή­σει, ἀλ­λὰ ἡ συ­ζή­τη­ση εἶ­χε πά­ει ἀλ­λοῦ. Φο­βό­ταν κα­θό­λου; Εἶ­χε ἐ­πι­φυ­λά­ξεις; Τί ἀ­πο­θέ­μα­τα ψυ­χῆς καὶ πνεύ­μα­τος πί­στευ­ε πὼς εἶ­χε ὥ­στε νὰ με­τα­κο­μί­σει δύ­ο χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της, σ’ ἕ­να μέ­ρος ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζε κα­νέ­ναν καὶ τὸ ἔ­δα­φος καὶ τὸ κλί­μα ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τα ἀ­π’ αὐ­τὰ ποὺ ἤ­ξε­ρε; Ἂν ἄρ­χι­ζε νὰ νι­ώ­θει μό­νη, ποῦ θὰ ἔ­ψα­χνε πα­ρη­γο­ριά; Ἀ­γα­ποῦ­σε ὄν­τως τὸν ἑ­αυ­τό της; Κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἀ­χα­νῆ ἐ­πι­βλη­τι­κὸ δυ­τι­κὸ οὐ­ρα­νό, ἀ­νά­με­σα στὰ κο­πά­δια καὶ τὰ βου­νὰ λου­σμέ­να μὲ κόκ­κι­νο φῶς, ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κὰ ὁ ἐ­αυ­τὸς της αὐ­τὸ ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα;



Πη­γή: Δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ The New Yorker, 19 Αὐγούστου 2019:

https://www.newyorker.com/books/flash-fiction/courage

Ὁ Ντά­νι­ελ Σμὶθ (Daniel Smith) (1977), εἶ­ναι ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ The New York Times Maga­zineThe AtlanticSlaten+1Harpers Magazine καὶ New York, με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Ἴνγκριντ Τζέντρεζίνσκι (Ingrid Jendrzejewski): Κυματιστὰ μαλλιὰ μὲ ὄγκο


Ἴν­γκριντ Τζέν­τρε­ζίν­σκι (Ingrid Jendrzejewski)


Κυ­μα­τι­στὰ μαλ­λιὰ μὲ ὄγ­κο

(Roll and Curl)


 ΠΟΛΗ στὴν ὁ­ποί­α κα­τοι­κεῖς εἶ­ναι μι­κρὴ κι ἔ­τσι ὅ­ταν κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ο­χὴ Ἄμ­περ Γκρό­ουβς ζη­τᾶ στὸ τη­λέ­φω­νο τὴν κα Φί­λιπς κα­τα­λα­βαί­νεις πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται: πέ­θα­νε ἢ ὁ ἄν­τρας της ἢ ἡ ἀ­δερ­φή της.

        «Εἶ­ναι στὸ στε­γνω­τή­ριο», λὲς καὶ σκᾶς μιὰ φού­σκα ἀ­πὸ τὴν τσί­χλα σου. Νο­μί­ζεις ὅ­τι ἤ­σουν ἀ­πο­λύ­τως σα­φὴς ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος ἀ­ναγ­κά­ζε­σαι νὰ συμ­πλη­ρώ­σεις «Λοι­πόν, ἐ­λᾶ­τε ἀ­πὸ ἐ­δῶ νὰ τῆς τὸ πεῖ­τε ὁ ἴ­διος, ἀλ­λι­ῶς θὰ πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ τὴν λού­σω καὶ νὰ τὴν στε­γνώ­σω. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴν ἀ­φή­σω στὴ μέ­ση».

        Κλεί­νεις τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ στρέ­φεις τὸ βλέμ­μα σου στὴν κα Φί­λιπς. Κα­θι­στὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κά­λυμ­μα τοῦ στε­γνω­τη­ρί­ου δι­α­βά­ζει ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κό, τυ­λιγ­μέ­νη σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ ρόμ­πα. Ἔ­χει ἕ­να ἐ­λα­φρὸ τρέ­μου­λο καὶ στὴν ἀρ­χὴ νο­μί­ζεις ὅ­τι κλαί­ει, ἀλ­λὰ με­τὰ βλέ­πεις ὅ­τι γε­λά­ει. Στὰ μπρο­στι­νά της δόν­τια δι­α­κρί­νε­ται λί­γο κρα­γιόν.

        Ὅ­ταν τὸ χρο­νό­με­τρο χτυ­πᾶ, ση­κώ­νεις τὸ κά­λυμ­μα κι ἐ­ξε­τά­ζεις τὰ μαλ­λιά της. Τὸ τζὲλ ἔ­χει κα­θί­σει, ὁ­πό­τε τὴν φέρ­νεις στὸ μέ­ρος σου καὶ τῆς βγά­ζεις τὰ ρό­λε­ϊ. Βυ­θί­ζεις τὴ χτέ­να σου ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στὰ ἀ­ραι­ὰ μαλ­λιά της γιὰ νὰ τοὺς δώ­σεις ὄγ­κο, ἔ­πει­τα χτε­νί­ζεις ὅ­σα μέ­νουν πε­σμέ­να φέρ­νον­τάς τα στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κρα­νί­ου, γιὰ νὰ τοὺς δώ­σεις τὸ σχῆ­μα ποὺ τῆς ἀ­ρέ­σει. Μὲ τὸ χέ­ρι σου φτιά­χνεις τὶς μποῦ­κλες στὰ πλά­για τοῦ κε­φα­λιοῦ της.

       Ἔ­πει­τα παίρ­νεις τὸ σπρέ­ι. Ἡ κα Φίλ­πς χα­μο­γε­λᾶ, κλεί­νει σφι­χτά τά μά­τια κι ἀ­να­ση­κώ­νει τὸ πη­γού­νι. «Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο πάν­τα σκέ­φτο­μαι ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη βρο­χή», λέ­ει κα­θὼς ξε­κι­νᾶς νὰ τὴν ραν­τί­ζεις.

       Συ­νε­χί­ζεις γιὰ τρί­α λε­πτὰ πε­ρί­που· συ­νε­χί­ζεις μέ­χρι ποὺ τε­λει­ώ­νεις ὁ­λό­κλη­ρη τὴ φιά­λη. Τὴν ραν­τί­ζεις μέ­χρις ὅ­του τὰ μαλ­λιὰ της γί­νουν σκλη­ρὰ σὰν κρά­νος καὶ τὸ χα­μό­γε­λό της στα­θε­ρο­ποι­η­θεῖ σὰν ἀ­σπί­δα. Ἔ­πει­τα τῆς δί­νεις λί­γο βαμ­βά­κι. Τῆς λὲς ὅ­τι εἶ­ναι γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὰ δόν­τια της.


Πηγή: Ἱστοσελίδα Bath Flash Fiction Award (Πρῶτο βραβεῖο Φεβρουαρίου 2016):

https://bathflashfictionaward.com/2016/02/ingrid-jendrzejewski-february-2016-first-prize/


Ἡ Ἴν­γκριντ Τζέν­τρε­ζιν­σκι (Ingrid Jendrzejewski) σπού­δα­σε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ ἀγ­γλι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἤ­βαν­σβιλ καὶ Φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Καίμ­πριτζ. Λο­γο­τε­χνι­κὴ δου­λειά της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ (The Conium Review, Inktears, Wyvern Lit, Vine Leaves, Flash Frontier, The LiarsLeague NYC, and Williwaw: An Anthology of the Marvellous κ.ἄ.). Πέ­ρυ­σι κέρ­δι­σε τὸν δι­α­γω­νι­σμό Gigantic Sequins’ Flash Non-fiction Contest, κα­θὼς καὶ τὸν δι­α­γω­νι­σμὸ Rochdale’s Literaure & Ideas Festival Bite-sized Enlightenment Flash Fiction Contest, ἐ­νῶ πῆ­ρε καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο A Room of Her Own Foundation’s Orlando Prize for Flash Fiction. Δου­λειὰ της ὑ­πάρ­χει στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα www.ingridj.com  καὶ τι­τι­βί­σμα­τά της στὴ δι­εύ­θυν­ση

@LunchOnTuesday.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν ἔχει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νό­δι­ο­ν και Γρα­φή.


Γιῶργος Χαβουτσᾶς: Οἱ ἐνέσεις


Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς 


Οἱ ἐ­νέ­σεις


ΕΛΗ ΜΑΪΟΥ ἀρ­ρώ­στη­σα ἄ­σχη­μα καὶ ὁ για­τρός μοῦ ἔ­γρα­ψε νὰ κά­νω ἐ­νέ­σεις. Ἔ­πρε­πε κα­τὰ τὴ γνώ­μη του νὰ υἱ­ο­θε­τή­σω ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὴν ἐ­νε­σο­θε­ρα­πεί­α, ἂν δὲν ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πο­φέ­ρω στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ὀ­δυ­νη­ρὲς ἐ­νο­χλή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες μά­λι­στα ὑ­πῆρ­χε κίν­δυ­νος νὰ κα­τα­στοῦν μό­νι­μες. Με­τὰ τὶς ἐ­νέ­σεις, δέ­ον ἦ­ταν νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὴ ἀ­γω­γὴ μὲ λή­ψη χα­πι­ῶν τῆς ἴ­διας φαρ­μα­κευ­τι­κῆς οὐ­σί­ας, ἀ­πὸ ἕ­ναν ἕ­ως τρεῖς μῆ­νες. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι σὲ τού­τη τὴν ἀ­νε­πι­θύ­μη­τη κα­τά­στα­ση θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα πε­ρι­πέ­σει ἤ­δη ἀ­πὸ και­ρό, ἔ­τσι ὅ­πως ὑ­πέ­φε­ρε καὶ βα­σα­νι­ζό­ταν πα­ρα­τε­τα­μέ­να ἡ ψυ­χή μου. Εἶ­ναι θαῦ­μα τὸ πῶς ἄν­τε­ξα, μο­λο­νό­τι τού­τη ἡ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἐκ­δή­λω­ση τῶν συμ­πτω­μά­των δὲν εἶ­ναι καὶ πρὸς ἔ­παι­νο.

        Ἀρ­ρώ­στη­σα ἀ­πὸ τὸν πό­νο πού μοῦ προ­κά­λε­σε ὁ ἀ­νεκ­πλή­ρω­τος ἔ­ρω­τας. Δὲν εἶ­μαι πιὰ εἴ­κο­σι χρο­νῶν, ἡ ψυ­χὴ καὶ τὸ σῶ­μα μου δὲν μπο­ροῦν πλέ­ον νὰ ἀν­τι­πα­ρέλ­θουν εὔ­κο­λα τέ­τοι­ου εἴ­δους ὀ­δυ­νη­ρὲς κα­τα­στά­σεις. Τὸ μο­τί­βο τῆς ἀ­πο­τυ­χί­ας ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ἀ­πα­ράλ­λα­χτό τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια: ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξω ἀ­πὸ δί­πλα μου γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­πι­θυ­μῶ δι­α­κα­ῶς, ἀ­πὸ σχέ­σεις ποὺ οὔ­τε κἄν ἔ­χουν ἀρ­χί­σει, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν ἀ­βά­στα­χτη μο­να­ξιά μου. Νὰ ’ταν μό­νο ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη, τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ ἁ­πλὰ γιὰ μέ­να. Μὰ ἡ ὀ­δύ­νη μου ἐ­πι­τεί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ γε­νι­κό­τε­ρη συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν πε­ρὶ ὧν ὁ λό­γος πρὸς τὸ πρό­σω­πό μου, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψη, κα­θὼς δὲν θέ­λουν νὰ κα­τα­λά­βουν ὅ­τι πι­κραί­νο­μαι ἀ­φάν­τα­στα ὅ­ταν ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ μοῦ τη­λε­φω­νοῦν καὶ νὰ μοῦ στέλ­νουν μη­νύ­μα­τα, δη­λώ­νον­τας ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ μεί­νου­με γιὰ πάν­τα φί­λοι καὶ νὰ δι­α­τη­ρή­σου­με τὴν με­τα­ξὺ μας ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ὅ­ταν κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐν­νο­ή­σουν ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ μὲ βα­σα­νί­ζουν μὲ τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα καὶ τὰ μη­νύ­μα­τά τους, μοῦ δί­νουν τὴ χα­ρι­στι­κὴ βο­λὴ μὲ γε­νι­κὲς συμ­βου­λές, εὐ­χὲς καὶ ἐ­πι­ση­μάν­σεις τοῦ τύ­που «εὔ­χο­μαι νὰ εὐ­τυ­χί­σεις για­τί τὸ ἀ­ξί­ζεις», «νὰ προ­σέ­χεις τὸν ἑ­αυ­τό σου», «ζη­λεύ­ω αὐ­τὴν ποὺ θὰ εἰ­σπρά­ξει ὅ­λη σου τὴν ἀ­γά­πη μα­ζε­μέ­νη», «πο­τὲ ἄλ­λο­τε δὲν ἔ­χω ἐ­κτι­μή­σει τό­σο πο­λὺ ἄν­θρω­πο στὴ ζω­ή μου» καὶ ἄλ­λα τέ­τοι­α ἠ­χη­ρὰ πα­ρό­μοι­α. Ἡ ἀ­πο­καρ­δί­ω­ση καὶ ἡ κα­τα­βύ­θι­ση στὴ θλί­ψη ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται μὲ τὶς συμ­βου­λὲς τῶν φί­λων μου, κα­λο­προ­αί­ρε­τες καὶ εὔ­λο­γες μέν, ἀλ­λὰ ποὺ ἐ­πι­φέ­ρουν τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα μέ­σα μου δέ, μὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ «ὑ­πάρ­χουν κι ἀλ­λοῦ πορ­το­κα­λι­ὲς ποὺ κά­νουν πορ­το­κά­λια», «δὲν βα­ρι­έ­σαι μω­ρέ, ἐ­σὺ νὰ εἶ­σαι κα­λά», «ὅ­λα γί­νον­ται γιὰ τὸ κα­λό μας», «σί­γου­ρα ὑ­πάρ­χει ἕ­να βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα σὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ πράγ­μα­τα, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με» καὶ ἕ­να σω­ρὸ ἄλ­λες τέ­τοι­ες ἀ­νο­η­σί­ες. Τώ­ρα πρέ­πει νὰ ψά­ξω γρή­γο­ρα στὴ γει­το­νιὰ γιὰ νο­σο­κό­μα ἢ γιὰ κά­ποι­α γυ­ναί­κα ποὺ γνω­ρί­ζει νὰ κά­νει ἐ­νέ­σεις.

       Ἰ­δοὺ λοι­πὸν πού, ἀν­τὶ νὰ δια­βεῖ τὸ κα­τώ­φλι τοῦ δω­μα­τί­ου μου μιὰ ζαρ­γά­να ποὺ θὰ δρο­σε­ρέ­ψει τὸ μα­ρα­μέ­νο σῶ­μα μου μὲ τὸ θελ­κτι­κὸ σῶ­μα της, ἡ μό­νη γυ­ναί­κα ποὺ εἶ­μαι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ δε­χτῶ εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ θὰ μπή­ξει μιὰ βε­λό­να μὲ πη­χτὸ φάρ­μα­κο στὰ με­ριά μου. Οἱ  χα­μέ­νες ἐν­δορ­φί­νες, μα­ζὶ μὲ τὶς ὑ­πό­λοι­πες οὐ­σί­ες τῆς εὐ­τυ­χί­ας, ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε κα­νο­νι­κὰ νὰ πα­ρά­γον­ται ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα, σύμ­φω­να μὲ τὰ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες, ἀν­τι­σταθ­μί­ζον­ται τώ­ρα μὲ μιὰ βα­θειά, ἐν­δο­γλου­τια­ία πρόσ­λη­ψη φαρ­μα­κευ­τι­κῶν οὐ­σι­ῶν. Τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση ἀ­νέ­λα­βε μιὰ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα, τα­κτι­κὴ στὴν ὥ­ρα της, σο­βα­ρή, λι­γο­μί­λη­τη, ποὺ ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ τὴ δου­λειά της. Τῆς ἑ­τοί­μα­ζα ὅ­λα τὰ σχε­τι­κὰ ὑ­λι­κά, πα­ρα­τάσ­σον­τάς τα ἐ­πι­με­λῶς στὸ κο­μο­δί­νο μου, τὴ σύ­ριγ­γα δη­λα­δή, τὴ βε­λό­να, τὶς γυ­ά­λι­νες φύ­σιγ­γες μὲ τὸ φάρ­μα­κο, τὸ οἰ­νό­πνευ­μα καὶ τὸ βαμ­βά­κι κι ἐ­κεί­νη, μό­λις ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν πε­ρίσ­σια τοῦ φαρ­μά­κου πι­έ­ζον­τας μὲ τὸ ἔμ­βο­λο ὅ­λες τὶς ἀ­τί­θα­σες φυ­σα­λί­δες ποὺ σχη­μα­τί­ζον­ταν κα­τὰ τὴν εἰσ­ρο­ή του στὴ σύ­ριγ­γα, μοῦ ἔ­λε­γε νὰ πά­ρω μιὰ βα­θειὰ ἀ­νά­σα καὶ μοῦ ἔ­κα­νε τὴν ἔ­νε­ση. Μο­λο­νό­τι εἶ­χα πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὲς οἱ ἐ­νέ­σεις προ­κα­λοῦν με­γά­λο πό­νο, μπο­ρῶ νὰ πῶ ὅ­τι δὲν ὑ­πέ­φε­ρα πο­λύ. Ἡ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα ἦ­ταν ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἀ­λα­φρο­χέ­ρα. Τε­λει­ώ­νον­τας, μὲ συμ­βού­λευ­ε νὰ κρα­τή­σω γιὰ λί­γο τὸ βαμ­βά­κι στὰ με­ριά μου καὶ νὰ μὴν ση­κω­θῶ ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη, τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­κρο­πο­δη­τὶ τὸ δω­μά­τιο, ἀ­να­νε­ώ­νον­τας τὸ ραν­τε­βού μας γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Μό­λις ση­κω­νό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, φρόν­τι­ζα νὰ μα­ζέ­ψω καὶ νὰ πε­τά­ξω ἀ­μέ­σως ὅ­λα τα ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα ὑ­λι­κά, κα­θὼς ἡ βα­ριὰ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου, προ­ερ­χό­με­νη μᾶλ­λον ἀ­πὸ τὰ ἔκ­δο­χα, εἶ­χε δι­α­χυ­θεῖ στὸ δω­μά­τιο καὶ μοῦ ἦ­ταν πο­λὺ δυ­σά­ρε­στη. Ἔ­τσι περ­νοῦ­σαν οἱ μέ­ρες τῆς θε­ρα­πεί­ας μου, ὥ­σπου, ἕ­να βρά­δυ, γυρ­νών­τας ἀ­πὸ ἕ­να θε­ρι­νὸ σι­νε­μὰ – πή­γαι­να πο­λὺ συ­χνὰ τό­τε σι­νε­μὰ γιὰ νὰ ξε­χνι­έ­μαι καὶ γιὰ νὰ ἁ­πα­λύ­νω τὸν πό­νο μου ὀ­νει­ρευ­ό­με­νος – δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι εἶ­χα λη­σμο­νή­σει νὰ μα­ζέ­ψω τὰ ὑ­λι­κά τῆς ἔ­νε­σης ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο μου. Ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου δέ­σπο­ζε στὸ δω­μά­τιο, στὴν «ἀρ­ρω­στο­κά­με­ρα», ὅ­πως θὰ τὴν ὀ­νό­μα­ζε ὁ Ρο­ΐ­δης, μά, ὢ τοῦ θαύ­μα­τος, τού­τη τὴ φο­ρὰ ἡ φαρ­μα­κί­λα δὲν μοῦ προ­κά­λε­σε κα­μί­α δυ­σα­ρέ­σκεια· τὸ ἀν­τί­θε­το μά­λι­στα, μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά. Πῆ­ρα στὰ χέ­ρια μου τὴ σπα­σμέ­νη γυ­ά­λι­νη φύ­σιγ­γα, ἔ­πει­τα πῆ­ρα καὶ τὴ σύ­ριγ­γα, μύ­ρι­σα τὰ κοκ­κι­νω­πὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ φαρ­μά­κου στὰ τοι­χώ­μα­τά τους καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι τού­τη ἡ μυ­ρω­διὰ ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ πράγ­μα στὴ ζω­ή μου ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω ὅ­τι εἶ­μαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός, ἔ­χον­τας πρά­ξει ὅ­σα ἀ­κρι­βῶς ἔ­πρε­πε νὰ πρά­ξω – αὐ­τὰ τὰ ἐ­λά­χι­στα ποὺ σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν ὑ­γεί­α μου – καὶ τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω.

       Ἔ­χει πε­ρά­σει ἤ­δη μιὰ ἑ­βδο­μά­δα ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α ἔ­νε­ση. Πρὸς τὸ τέ­λος τῶν συ­ναν­τή­σε­ών μας ἡ νο­σο­κό­μα εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν αὐ­στη­ρό­τη­τα καὶ εἶ­χε ξα­νοι­χτεῖ πρὸς ἐ­μέ­να. Μι­λού­σα­με πλέ­ον ἐ­πὶ παν­τός τοῦ ἐ­πι­στη­τοῦ: γιὰ τὴν τρέ­χου­σα πο­λι­τι­κὴ κα­τά­στα­ση – στὴν ἀ­νά­λυ­ση τῆς ὁ­ποί­ας πα­ρεμ­πι­πτόν­τως συμ­φω­νού­σα­με –, γιὰ ζω­γρα­φι­κή, γιὰ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τοὺς βα­θύ­τε­ρους πό­θους καὶ τὰ ὄ­νει­ρά μας. Μά­λι­στα, ὅ­ταν μὲ ἄ­φη­νε ξα­πλω­μέ­νο μπρού­μυ­τα στὸ κρε­βά­τι ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τὸ δω­μά­τιό μου, ἐ­ξε­δή­λω­νε τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀλ­λα­γὴ στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά της καὶ σω­μα­τι­κά, του­τέ­στιν, μὲ χτυ­ποῦ­σε πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ πολ­λὲς φο­ρὲς στὸν ὦ­μο μὲ τὴν πα­λά­μη της. Μὰ ὅ­λα αὐ­τὰ τε­λεί­ω­σαν κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω τολ­μή­σει ἕ­ως τώ­ρα νὰ πε­τά­ξω στὰ σκου­πί­δια τὰ σύ­νερ­γα τῆς τε­λευ­ταί­ας ἔ­νε­σης, τρέ­φον­τας ἐν­δό­μυ­χα τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ δι­α­τη­ρή­σω στὸ ἀ­κέ­ραι­ο τὴν πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ κα­τα­φα­νῶς μὲ ἔ­κα­ναν νὰ νι­ώ­σω. Γνω­ρί­ζω πώς, σὲ λί­γο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου θὰ ἔ­χει ἐ­ξα­λει­φθεῖ ἐν­τε­λῶς καί, γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, σκέ­φτη­κα πὼς ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν πα­ρα­τεί­νω τε­χνη­τὰ μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, ἐ­νη­με­ρω­νό­με­νος ἀρ­χι­κὰ καὶ δι­α­βά­ζον­τας τὰ πάν­τα σὲ σχέ­ση μὲ τὸ φάρ­μα­κο: γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γι­κή του δι­α­δι­κα­σί­α, γιὰ τὴ σύν­θε­ση, τὴν ἀ­νά­λυ­σή του… Εἰς μά­την ὅ­μως, εἰς μά­την. Ἡ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου βαθ­μια­ία θὰ σβή­σει, πα­ρα­χω­ρών­τας τὴ θέ­ση της στὰ συ­νή­θη ὀ­σφρη­τι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου ἀλ­λὰ καὶ τῶν πέ­ριξ τοῦ δω­μα­τί­ου μου χώ­ρων: στὴ μυ­ρω­διὰ τῆς ἁ­πλω­μέ­νης μπου­γά­δας τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ μου (ἀλ­λὰ καὶ τῆς μπου­γά­δας τῆς γει­τό­νισ­σάς μου στὸ δι­πλα­νὸ μπαλ­κό­νι, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ γνω­στὴ τε­χνι­κὴ ἀ­πό­κρυ­ψης τῶν ἐ­σώ­ρου­χων στὰ μέ­σα συρ­μα­τό­σχοι­να τῆς ἁ­πλώ­στρας της, πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴν κοι­νῆς θέ­ας), στὸ ἀ­ναρ­ρι­χώ­με­νο ἀ­πὸ τὴν πι­λο­τὴ ἄ­ρω­μα τοῦ νυ­χτο­λού­λου­δου, στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἱ­δρώ­τα ποὺ ἀ­πό­μει­νε στὰ σεν­τό­νια μου ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα ἀ­ϋ­πνί­ας ἢ στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φι­τι­λιοῦ ἑ­νὸς ἄρ­τι σβη­σθέν­τος κε­ριοῦ, ἀ­πὸ αὐ­τὰ πού μοῦ ἀ­ρέ­σει ν’ ἀ­νά­βω ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν στὸ ἔ­ρη­μο δω­μά­τιό μου γιὰ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω ἀ­τμό­σφαι­ρα. Ἔ­πει­τα, ἡ πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ εἰ­σέ­πρατ­τα ἀρ­χι­κὰ ἀ­πὸ τὰ σύ­νερ­γα τῶν ἐ­νέ­σε­ων καὶ ὀ­φει­λό­ταν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴν αἴ­σθη­ση τῆς ὄ­σφρη­σης, θὰ πε­ρά­σει προ­σώ­ρας στὸ βα­σί­λει­ο τῆς ὅ­ρα­σης, στὸ ἰ­δι­ό­τυ­πο αὐ­τὸ εἰ­κο­νο­στά­σι ποὺ κεί­τε­ται στὸ κο­μο­δί­νο μου καὶ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ­ται οὔ­τε ἀ­πὸ ἁ­γι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ ἐ­λαι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ σκί­τσα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ σύ­ριγ­γες, βε­λό­νες καὶ φάρ­μα­κα, ὥ­σπου, στὸ τέ­λος, ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη συ­νά­θροι­ση πραγ­μά­των τοῦ ὑ­λι­κοῦ κό­σμου ποὺ τε­λεῖ­ται πλά­ι μου νὰ κα­τα­στεῖ, μὲ τὴ σει­ρά της, μιὰ κα­νο­νι­κό­τη­τα τοῦ βλέμ­μα­τος καὶ νὰ ἀ­πο­λέ­σει τὸν εὐ­ερ­γε­τι­κό της χα­ρα­κτή­ρα. Σκέ­φτο­μαι – τὸ ἔ­χω ἤ­δη ἀ­πο­φα­σί­σει – νὰ κρα­τή­σω ἀ­νέ­πα­φα ὅ­λα τοῦ­τα τὰ σύ­νερ­γα στὸ κο­μο­δί­νο μου ὡς τὸ τέ­λος τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Ἔ­πει­τα, τὸ φθι­νο­πω­ρά­κι, θὰ τὰ πε­τά­ξω καὶ θὰ πα­σχί­σω νὰ βρῶ ἕ­ναν τρό­πο νὰ ζή­σω.



Πηγή: Περιοδικὸ Φρέαρ, τχ. 19 (Ιούνιος 2017)

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ξυρίσματα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ξυ­ρί­σμα­τα

[τοῦ Πανουργιᾶ καὶ τοῦ Ἰωάννου Δυοβουνιώτη]


ΤΑΝ ΗΡΘΕ ὁ Κα­πο­δί­στριας, ἀ­πο­φά­σι­σε κι’ ὁ γέ­ρο-Πα­νου­ριᾶς, ὁ Κλε­φταρ­μα­τω­λὸς τῶν Σα­λώ­νων, νὰ κα­τε­βῇ ἀ­πὸ τοῦ Παρ­να­σοῦ τὰ κάρ­κα­ρα καὶ νὰ πάῃ νὰ πα­ρου­σια­στῇ στὸν Κυ­βερ­νή­τη. Ἔ­φτα­σε λοι­πὸν στὴν Αἴ­γι­να, μὰ μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ποὔρ­ρι­ξε γύ­ρω του, δὲν τοῦ χα­μα­ρέ­σα­νε τὰ πρά­μα­τα. Εἶ­δε κον­τὰ στὸν Κυ­βερ­νή­τη κά­τι φραγ­κον­τυ­μέ­νους, ποῦ δὲν τοὺς φτά­να­νε τὰ φράγ­κι­κα φο­ρέ­μα­τα, μὰ εἴ­χα­νε ξου­ρί­σει καὶ γέ­νεια καὶ μου­στά­κια, καὶ ἦ­ταν ἔ­τσι σὰν ξε­ρο­κο­λό­κυ­θα γυ­α­λι­στε­ρὰ τὰ μοῦ­τρα τους:

       — Τί μ’­σοῦ­δες (μοῦ­ρες) εἶ­ν’ αὐ­τές; εἶ­πε στὸ γέ­ρο-Δυ­ο­βου­νι­ώ­τη, ποῦ εἶ­χε ἔρ­θει κι’ αὐ­τὸς συν­τρο­φιά του στὴν Αἴ­γι­να.

       — Δὲν τοὺς βλέ­πεις; Τσ’ ἤ­φε­ρε οὑ Κυ­βερνή­τ’ς νὰ μᾶς φου­τί­σουν.

       — Γι’ αὐ­τὸ εἶ­ν’ ἔ­τσ’ τὰ μοῦ­τρα τ’ς; Γέ­νουντ’ ἔ­τσ’ πλει­ὸ δι­α­βα­σμέ­νοι, μα­θές; Τό­τε θέ­λω κ’ ἐ­γὼ νὰ τὰ ξου­ρί­σω νὰ γί­νου σου­φὸς κ’ ἐ­γώ…

       — Καὶ δὲν τὰ ξου­ρί­ζεις; Ἐ­δῶ πα­ρα­κά­τ’ εἶ­ν’ οὑ χαμ­ζᾶς (κου­ρέ­ας). Μὰ δὲν κουτᾷς. Πῶς θὰ γυ­ρί’ης, μαῦ­ρε, στοὺ χου­ριό;

       — Πλε­ρώ­νεις ἐ­σὺ τὰ ξου­ρι­στ’­κά;

       — Πλε­ρώ­νου… μὰ δὲ θ’ ἀ­πο­κου­τί’ῃς τέ­τοι­ου πρᾶ­μα..

       — Βά­ν’ς καὶ τὰ βι­ου­λιὰ μα­ζί;

       — Τί τὰ θέ­λ’ς τὰ βι­ου­λιά;

       — Ἔ­τσ’, θέ­λου νὰ γί­νῃ τοῦ πρά­μα πα­νη­γύ­ρ’.

       — Ἂς εἶ­ναι κ’ ἔ­τσ’.

       Ὁ Δυ­ο­βου­νι­ώ­της ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε κα­τα­λά­βει κα­λὰ τί λο­γῆς ξύ­ρι­σμα ἤ­θε­λε ὁ γέ­ρο-σύν­τρο­φός του. Ξέ­χα­νε τὰ πα­λιά του τὰ κα­μώ­μα­τα· Ἄν­θρω­πος τοῦ δρυ­μοῦ, κλα­ρί­της, ἤ­ξε­ρε νὰ λέ­ῃ τὰ πρά­μα­τα καὶ νὰ τὰ κά­νῃ πέ­ρα καὶ πέ­ρα ξέ­σκε­πα.

       Μπαί­νου­νε στὸν κου­ρέ­α, καὶ νά, ἔρ­χον­ται τὰ βι­ο­λιά, κι’ ἀρ­χί­ζουν τὸ παι­γνί­δι, κ’ ἑ­τοι­μά­ζει ὁ κου­ρέ­ας τὰ ξου­ρά­φια του. Κά­νει ὅ­μως νὰ βά­λῃ χέ­ρι στοῦ γέ­ρο-στρα­τη­γοῦ τὰ μοῦ­τρα, κι’ αὐ­τός,

       — Τρά­βα τοὺ χέ­ρ’ σ’ ἀ­ποὺ κεῖ! τοῦ λέ­ει.

       Πε­τά­ει πέ­ρα τὴ φου­στα­νέλ­λα καὶ μέ­νει ὅ­πως τὸν ἔ­κα­με ἡ μαν­νού­λα του ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ κά­του…

       Κι’ ἀρ­χί­ζει ὁ κου­ρέ­ας, θέ­λον­τας μὴ θέ­λον­τας, καὶ τοῦ τὰ ξου­ρί­ζει… Καὶ παί­ζουν τὰ βι­ο­λιά… Κι ὁ κό­σμος ὅ­λο καὶ μα­ζεύ­ε­ται…

       — Αἴ, τώ­ρα μοι­ά­ζ’­νε μὲ μοῦ­τρα φράγ­κι­κα! εἶ­πε ὁ γέ­ρος ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε τὸ ξύ­ρι­σμα.

       Κι’ ὅ­λα αὐ­τὰ τἄ­κα­με, γιὰ νὰ σα­τυ­ρί­σῃ τὰ ξου­ρι­σμέ­να μοῦ­τρα καὶ μου­στά­κια, ποῦ εἴ­χα­νε κο­πιά­σει ἀ­π’ τὴ Φραγ­κιὰ νὰ φέ­ρου­νε και­νούρ­για φῶ­τα στὸ Ρω­μαίϊ­κο.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 335 [Τίτλος: «171.— Ξυρίσματα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Πανουργιᾶς (Δημήτριος Ξηρός, 1767-1834, ὁπλαρ­χηγὸς ἐπαρ­χίας Ἀμ­φίσ­σης).



		

	

Γιά­ννης Πα­τί­λης: Post(Mortem)Modern Hellas 2021



Γιά­ννης Πα­τί­λης


Post(Mortem)Modern Hellas 2021

(Εἰ­κὼν με­τα­νε­ω­τε­ρι­κή)


διὸ καὶ φι­λο­σο­φώ­τε­ρον καὶ σπου­δαι­ό­τε­ρον ποί­η­σις ἱ­στο­ρί­ας ἐ­στίν· ἡ μὲν γὰρ ποί­η­σις


|| εἶ­ναι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος ἀ­κό­μη || ἀλ­λά ὅ­πως τοῦ συμ­βαί­νει συ­νή­θως δὲν ἠ­ξεύ­ρει μὲ τί ἀ­κρι­βῶς || συ­νή­θως δὲν κοι­μᾶ­ται κα­λά || συ­χνὰ μου­σκεύ­ει τὴ φα­νέ­λα του πά­λι κα­λά || πάν­τως ἀ­πὸ τὸν ἐ­φιά­λτη ἡ συ­χνου­ρί­α τὸν σώ­ζει || πά­λι ἔ­βλε­πε πὼς κυ­κλο­φο­ροῦ­σε στὴν Ἑρ­μοῦ δί­χως μά­σκα || Ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­ται καὶ τὶς κα­λές του στιγ­μές || Στὸν ὕ­πνο του ἔρ­χε­ται ἡ νε­α­ρὰ φι­λε­νά­δα του || Εἶ­ναι μι­κρο­κα­μω­μέ­νη καὶ δρο­σε­ρὴ μὲ κα­λω­συ­νά­το χα­μό­γε­λο || τὰ κόκ­κι­να κα­τσα­ρά της μαλ­λιὰ κι οὐ­ρά­νιο πορ­πά­τη­μα || κά­θε δε­κα­πέν­τε κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὸν βορ­ρᾶ || Χτὲς εἶ­δε στὸν ὕ­πνο της τὸν ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη! || Τὴν κρα­τοῦ­σε τρυ­φε­ρὰ ‘πὸ τὸ χέ­ρι || Ἕ­να ἥ­συ­χο ρεῦ­μα ζε­στὸ τὸ κορ­μί της γε­μί­ζει || Ὅ­πως τὸ κρά­τη­μα ‘πὸ τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα της ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δί || Τί βλέ­πει στὸ θε­ό σου αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι || Φτά­νει ὅ­μως μιὰ πι­να­κί­δα στὸ δρό­μο Πρὸς Κο­ρώ­νης Μο­νὴ Ἱ­ε­ρὰ γιὰ μιὰ τέ­τοι­α ἐ­πί­σκε­ψη; || Γιὰ ἕ­ναν ἅ­γιο ποὺ ἄ­κου­γε πρώ­τη φο­ρά; || Τὸν εἶ­χε ὅ­μως; || Ἢ μή­πως τὸν ἤ­ξευ­ρε δί­χως; || Αὐ­τὸς τὸ μό­νο ποὺ θυ­μό­ταν ἦ­ταν οἱ δι­α­βε­βαι­ώ­σεις τοῦ «μαρ­ξι­στῆ» ἱ­στο­ρι­κοῦ || οἱ Νε­ο­μάρ­τυ­ρες συ­χνὸ φαι­νό­με­νο ἐ­πο­χῆς ποὺ δέ­χον­ται θά­να­το μαρ­τυ­ρι­κὸ γιὰ τὴ χρι­στι­α­νι­κή τους τὴν πί­στη || εἶ­ναι συγ­χρό­νως κι οἱ πρῶ­τοι οἱ ἥ­ρω­ες οἱ ἐ­θνι­κοὶ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ μας τοῦ Νέ­ου || δέ­χου θε­άν­θρω­πε Λό­γε οὓς προ­σά­γει σου γέ­νος αἰχ­μά­λω­τον || Ἂν εἶ­χε ὅ­μως δι­α­βά­σει τὸ «Πό­θος Μαρ­τυ­ρί­ου» στὰ Ἱ­στο­ρι­κά-τεῦ­χος-εἴ­κο­σι-τρί­α θὰ τά ‘λε­γε; || δέν θὰ τά ‘λε­γε… || ὁ πρίν-πρίν Ἕλ­λη­νας, ὁ πρίν ὥ­ρι­μος Γάλ­λος, ὁ νῦν «Ἕλ­λη­νας» || ὁ-ἐν­τὸς-εἰ­σα­γω­γι­κῶν || ὁ ἰ­δε­ο­λο­γη­μα­τί­ας αὐ­τός || ὁ πε­ριτ­τὸς νο­σταλ­γός… || Ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴ συ­χνου­ρί­α κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει δι­α­φεύ­γουν στα­γό­νες κα­τὰ τὸ σχῆ­μα λι­τό­τη­τος || τὴν ἄ­τι­μη τὴν δι­α­κε­κομ­μέ­νη τὴν οὔ­ρη­ση || τὴν δυ­σού­ρη­ση || Ποῦ κα­τήν­τη­σε (ὁ πρὶν ὠ­μο­γέ­ρων) || Τώ­ρα πλη­ρώ­νει τὴ μα­νί­α του μὲ τὴν ἀ-συ­νέ­χεια || τὸ σπα­σμέ­νο || τὸ τά­χα ἀν­θε­κτι­κό || τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα π’ ἐ­γί­ναν ἀ­γνώ­στου πα­τρὸς ἀ­πο­κόμ­μα­τα || Συ­ναν­τή­θη­καν πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἄ­γαλ­μα τοῦ πυρ­πο­λη­τῆ τοῦ Κα­νά­ρη τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ ἑ­ξή­κον­τα πέν­τε || κι ὁρ­κι­στῆ­καν πὼς δὲν θά ‘φη­ναν πο­τὲ τὴν Κυ­ψέ­λη || Ὅ­μως αὐ­τὸς τὴν κο­πά­νη­σε || μα­ζὶ μὲ τὸν ἄλ­λον τῆς Γαλ­βά­νη τὸν ἅ­γιο || τοῦ πρέ­πει νὰ στα­μα­τή­σει ἡ συ­ζή­τη­ση γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ τὴν ταυ­τό­τη­τα || τοῦ φτά­νει πιὰ ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς i­di­ot-προ­σω­πί­ας || τοῦ ἡ συ­ζή­τη­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πλέ­ων ἡ ἄ­γο­νη || τοῦ τώ­ρα πιὰ φύ­λα­γέ μας Χρι­στέ μας ὅ­ταν γα­μι­ώ­μα­στε || (ἀλ­λὰ γα­μι­ώ­μα­στε πιά;) || me too ναί! || κι ἐ­μέ­να μὲ πή­δη­ξε ὁ Κου­λὸς στὸ ὄ­γδο­ο μὲ τὸ τρί­ση­μον || πά­ρε τώ­ρα καὶ Ἀν­τε­το­κοῦν­μπο νά ‘χεις τε­τρά­ση­μο || κι ἕ­να ἑ­κα­τομ­μύ­ριο γιὰ ἐ­ξελ­λη­νι­σμὸ προ­σφυ­γά­κια || πού εἰ­πε στὴ Γκι­ώ­να ἡ Λι­ά­κου­ρα ἀ­πὸ τὴν κορ­φή της || Καὶ τὸ γι­ορ­τά­σα­νε πο­λὺ στὸ Συγ­κρό­τη­μα || Δι­κέ μου || ἀ­τῶν εἶ­ν’ ἡ πα­τρί­δα τους ὁ­πού ‘ναι τὸ λο­γά­ριν || ἐ­σέ­να καὶ στὸ Μαν­χά­ταν θὰ σ’ ἀ­κο­λου­θά­ει ἡ Πα­τη­σί­ων || μὲ τὶς μαῦ­ρες τὶς τσοῦ­πρες στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ τοὺς ἀν­τι­φά || Ἀλ­λὰ τώ­ρα πές μου || τί ἠ­ταν αὐ­τὸς ὁ παπ­πού­λης ὁ ὡς ἀ­μνὸς σου­βλι­σθεὶς ὑ­πὲρ τῶν λο­γι­κῶν του προ­βά­των || ὁ λα­τρε­μέ­νος τῶν Κλε­φτῶν αὐ­τὸς ὁ νο­μο­τα­γής || τῶν ἀ­προ­σκύ­νη­των ποὺ τρί­ψα­νε τὴ μού­ρη τῆς Χον­τρα­χεί­λως || κι ἀ­ρα­δια­στὰ τρα­γου­δού­σα­νε τοῦ Φα­να­ριοῦ τὸν ἐ­πί­σκο­πο || τὸν ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη; || Γί­νε­ται ἥ­ρω­ας ἐ­θνι­κὸς πρὶν τὸ Ἔ­θνος; γιὰ πές μου || Ἔ­τσι τὴν πά­τη­σε κι ὁ «μαρ­ξι­στὴς» ποὺ λέ­γα­με πα­ρα­πά­νω || πού ‘θε­λε νὰ κά­μει Ἱ­στο­ρί­α μὲ κε­φα­λαῖ­ο Ἰ­ῶ­τα ὁ δύ­στυ­χος καὶ πά­λι στὴ Ζω­ο­λο­γί­α κα­τέ­λη­ξε || τὴν ἄλ­λη τὴ μα­σκα­ρε­μέ­νη τοῦ δι­α­φο­ρι­κοῦ ρα­τσι­σμοῦ τοῦ τρό­μου τῆς δι­α­φο­ρᾶς τοῦ Ἀλ­λὰχ-ἴλ-Ἀλ­λά τοῦ βλέ­πε καὶ Μπα­λιμ­πάρ || ἂς μά­θαι­ν’ ἀ­π’ τὸν κὺρ-Φλῶ­ρο ἀ­κού­ον­τα φι­λο­σο­φι­κῶς – ποι­ά;… || α ὐ ­τ ὰ π ο ὺ  ε ἶ ­χ ε ν  ἰ ­δ ε ῖ  μ ὲ  τ ὰ  μ ά ­τ ι α  τ ο υ ! || γιὰ κεί­νη τὴν Ἐ­πα­νά­στα­σι τὰ τό­σον πα­ρηλ­λαγ­μέ­να ἀ­πὸ στό­μα εἰς στό­μα || π’ ἐ­σκέ­πτε­το ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ μέ­νῃ προ­ϊ­όν τι ἢ ἐμ­πό­ρευ­μα ἀ­νό­θευ­τον εἰς τὴν ἀ­γο­ράν || ἀ­δύ­να­τον καὶ πε­ρὶ τοῦ ἐ­λα­χί­στου συμ­βάν­τος νὰ γνω­σθῇ ἡ ἀ­κρι­βὴς ἡ ἀ­λή­θεια || καὶ τοῦ­το κυ­ρί­ως: || ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χουν ἀ­λη­θῆ ἄλ­λα εἰ­μὴ ὅ­σα… —ἀ­κοῦς!— δ έ ν  σ υ ν έ ­β η ­σ α ν ! || Πε­ρὶ τῶν ὁ­ποί­ων ἀ­κρι­βῶς καὶ ἡ ποί­η­σις! || τὸ Συρ­τά­κι στὸ Ζά­λογ­γο || τὸ κρυ­φὸ τὸ σχο­λει­ὸ στῆς μαύ­ρης ἀ­νάγ­κης τὰ ἑ­σπε­ρι­νὰ Βά­θης Πλα­τεί­α || τὸ λά­βα­ρο τὴν εἰ­κο­στὴ πέμ­πτη τοῦ Μάρ­τη || (καὶ ὄ­χι τὴν εἰ­κο­στὴ τε­τάρ­τη πε­ρι­κα­λῶ) || τ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα σὲ Χα­σιὰ καὶ Ἀ­σπρό­πυρ­γο ὅ­που μά­ζευ­ε τὶς δό­σεις τοῦ πλα­νό­διου πε­θα­μέ­νου πα­τέ­ρα || συ­νε­λόν­τι­εἰ­πεῖν τοῦ Ρω­μιοῦ ὁ ἀ­νύ­στα­κτος ζῆ­λος || Ἂς ἄ­κου­γε ἐ­πι­τέ­λους τὸν φι­λο­ζὸφ ποὺ ρή­μα­ζε τὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α στὰ Πα­ρί­σια || πού εἰ­χε ψύ­χω­ση μὲ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τὴν ἄν­θρώ­πι­νη || μὲ τὰ πρό­σω­πα τὰ σὰν τὸν Κα­νέλ­λο σα­θρά || Αὐ­τὸς πιὰ κι ἂν ἦ­ταν στὴ Ζω­ο­λο­γί­α ἐξ­πέρ || Ἀ­φοῦ τὸ ψέμ­μα εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος || κά­νε τώ­ρα ἐ­σὺ ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸ ψέμ­μα || μή­πως κι ἦ­ταν λι­γό­τε­ρα τοῦ Θο­δω­ρά­κη τὰ ψέμ­μα­τα; || Ἐ­γὼ τὸ μό­νο ποὺ τοῦ πι­στεύ­ω εἶ­ναι τοῦ­το στὴ Ζά­κυ­θο || στὸ μνη­μό­συ­νο τῆς γυ­ναί­κας του || ὅ­ταν πῆ­ρε τὴν τά­βλα μὲ τὰ κόλ­λυ­βα στὸ κε­φά­λι || καὶ τὰ πῆ­γε ἀ­τός του ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὴν ἐκ­κλη­σιά || ση­μεῖ­ον τῆς ἀ­γά­πης του || λέ­ει κι ὁ πο­πο­λά­ρος ὁ τρὶς βα­πτι­σθείς || καὶ τὸ ἄλ­λο τὸ με­τά || μὲ τὴν ἀ­στε­φά­νω­τη τὴν κα­λό­γρια καὶ τὸν πῆ­δο στὰ 63 ποὺ τοῦ χά­ρι­σε τὸν Πά­νο τὸν Δεύ­τε­ρο || τὸν ἁ­γνὸ πα­τρι­ώ­τη || τέ­τοι­ες ἀ­λή­θει­ες || φρέ­σκες τοῦ 1879 ἀ­ναλ­λοί­ω­τες: || Ὅ­θεν || πρὸς τῇ δι­οι­κή­σει, κιν­δυ­νεύ­ει καί τὸ πο­λί­τευ­μα || οἱ δὲ πο­λῖ­ται γέ­νον­ται σ ο ­σ ι ­α ­λ ι ­σ τ α ὶ νέ­ου εἴ­δους || ἀ­ξι­οῦν­τες δι­καί­ω­μα πρὸς ἐρ­γα­σί­αν οὐ­χί || ἀλ­λὰ πρὸς θέ­σεις δη­μο­σί­ας || πρὸς μι­σθούς || καὶ πρὸς ἁρ­πα­γάς || Καὶ τού­του ἕ­νε­κα || ἡ πο­λι­τεί­α με­τε­βλή­θη εἰς χρη­μα­τι­στή­ριον εὐ­ρύ || ὡς ἐ­πὶ τῶν λαυ­ρε­ω­τι­κῶν ἡ ὁ­δὸς τοῦ Αἰ­ό­λου || Πα­σί­γνω­στα πράγ­μα­τα κύ­ρι­ε Ση­μί­τη || κυ­ρὰ Να­τα­λί­α τὸ γέ­νος Δρα­γού­μη || Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἡ Με­γά­λη Μέ­ρα ξη­μέ­ρω­νε || Ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη βο­ή­θα μας φω­νά­ξα­νε ὅ­λα τὰ κό­λια μα­ζί || Στὴν ἐ­ξέ­δρα πι­ά­σα­νε θέ­ση ὅ­πως πάν­τα ὁ Πού­τιν ὁ Κά­ρο­λος || κι ὁ Μα­κρὸν ὁ μα­κρὰν Μι­κρο­μέ­γαλ­λος || Οἱ Προ­στά­τι­δες ὅ­λες προ­στά­τη μου || Θά ‘ναι κι ἡ Γιά­ννα ἐ­κεῖ μὲ Κυ­ριά­κο μὲ Βε­ρέ­μη τὸν ἄ­νε­το || καὶ τὰ Ρα­φὰλ ἀ­πὸ πά­νω ἀρ­χάγ­γε­λοι ν’ ἁ­πλώ­νουν φτε­ροῦ­γες || Μπρο­στὰ θὰ κυ­λά­ει τῶν σι­δε­ρέ­νι­ων ἁρ­μά­των τὸ σύ­βρον­το || Ἕ­να ἀ­τέ­λει­ω­το σή­ριαλ ἡ Πα­τρὶς ἡ και­νούρ­για θὰ κυ­λά­ει ἀ­τσα­λά­κω­τη σὲ συ­νέ­χει­ες πάν­τα || συν­τριμ­μέ­νη κι αἱ­μάσ­σου­σα σοῦ φαι­νό­ταν ὡς χθές || δι­α­κε­κομ­μέ­νη συ­νου­σί­α || τὸ βρά­δυ ἀλ­γει­νὴ δυ­σου­ρί­α || ἀλ­λὰ ἔ­πα­σχες || ἀ­πὸ πα­τρι­δου­ρί­αν ἑλ­λα­δι­κὴν ἀ­κα­τά­σχε­τον || κι ἐ­σὺ κα­κο­μοί­ρη μου || καὶ δὲν τό ‘ξε­ρες ||



Ἀν­τι­δε­ον­το­λο­γι­κὴ δι­α­σα­φή­νι­σις: Στὴ σύν­τα­ξη τοῦ πα­ρόν­τος ἂς-τὸ-ποῦ­με-ποι­ή­μα­τος συ­νει­σέ­φε­ραν μὲ τοὺς γρα­πτοὺς λο­γι­σμοὺς/πα­ρα­λο­γι­σμούς τους οἱ ἑ­ξῆς κα­τὰ σει­ρὰν ἐμ­φα­νί­σε­ως, τοὺς ὁ­ποί­ους καὶ εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­πὸ τὴν θέ­σιν αὐ­τήν: Στα­γει­ρί­της, Νί­κος Σβο­ρῶ­νος, Φί­λιπ­πος Ἠ­λιοῦ, Γι­ῶρ­γος Βε­λου­δῆς, Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος, Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος, Ἀν­τώ­νης Λιά­κος, Μπερ­γα­δῆς, Γιάν­νης Βλα­χο­γιά­ννης, Ἄ­κης Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­λέ­ξαν­δρος Πα­πα­δι­α­μάν­της, Κω­στῆς Πα­πα­γι­ώρ­γης, Γε­ώρ­γιος Τερ­τσέ­της, Νι­κό­λα­ος Δρα­γού­μης, Πε­ρι­κλῆς Γι­αν­νό­που­λος.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Τὸ κοι­νὸν τῶν ὡ­ραί­ων τε­χνῶν, ἀρ.11, Μάρ­τιος 2021 [ἐ­δῶ βελ­τι­ω­μένο].

Εἰ­κό­να: Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, PostModern Hellas 2021. Ψη­φια­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α φω­το­γρα­φί­ας τυ­πω­μέ­νη σὲ μου­σα­μᾶ, 21Χ18ἑκ. Συμ­με­το­χὴ στὴν Ἐ­πε­τεια­κὴ Ἔκ­θε­ση «1821, Ὀ­πτι­κὴ μιᾶς Ἐ­πα­νά­στα­σης» τῆς Ψη­φια­κῆς Πλατ­φόρ­μας Τέ­χνης «gr collectors».

Εἰ­κό­να λή­ξε­ως ἑ­ο­ρτα­σμῶν: Ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαία στὸ πάρ­κο Φλοί­σβου Πα­λαι­οῦ Φα­λή­ρου στὶς 31 Δε­κεμ­βρί­ου 2020. Φω­το­γρα­φία: Γιάν­νης Πα­τί­λης.