Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass): Μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα



Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass)


Μιὰ ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα

(A story about the body)


ΚΕΙΝΟ τὸ κα­λο­καί­ρι, κι ἐ­νῶ ἐρ­γα­ζό­ταν σ’ ἕ­να θέ­ρε­τρο καλ­λι­τε­χνῶν, ὁ νε­α­ρὸς ἀρ­τί­στας τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ἐ­δῶ καὶ περίπου μί­αν ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν Γι­α­πω­νέ­ζα, ζω­γρά­φος, σχε­δὸν ἑ­ξήν­τα ἐ­τῶν καὶ σκε­φτό­ταν ὅ­τι ἴ­σως ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Λά­τρευ­ε τὴν τέ­χνη της, ἡ ὁ­ποί­α προ­σο­μοί­α­ζε στὸν τρό­πο ποὺ κι­νοῦ­σε τὸ σῶ­μα της ἢ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὰ χέ­ρια της, στὸν τρό­πο ποὺ τὸν κοι­τοῦ­σε κα­τά­μα­τα, ἐνῶ σκε­φτό­ταν τὶς ἀ­παν­τή­σεις ποὺ θὰ ἔ­δι­νε στὶς ἐ­ρω­τή­σεις του. Μιὰ νύ­χτα, κι ἐ­νῶ ἐ­πέ­στρε­φαν ἀ­πὸ μιὰ συ­ναυ­λί­α, ἔ­φτα­σαν στὴν ἐ­ξώ­πορ­τά της, κι ἀ­φοῦ στράφηκε πρὸς αὐτὸν τοῦ ’­πε, «Νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ σοῦ δο­θῶ. Τὸ ἴ­διο ἰ­σχύ­ει κι ἀ­πὸ μέ­ρους μου, ἀλ­λὰ πρέ­πει πρῶ­τα νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι ἔ­χω ὑ­πο­βλη­θεῖ σὲ δι­πλὴ μα­στε­κτο­μή», κι ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος δὲν κα­τά­λα­βε, τοῦ ἐ­ξή­γη­σε· «Ἔ­χω χά­σει καὶ τὰ δυ­ό μου στή­θη.» Ὁ ἠ­λε­κτρι­σμὸς ποὺ ἔ­νι­ω­θε ὅ­λη μέ­ρα σὰν μου­σι­κὴ στὸ στο­μά­χι του καὶ στὸ στέρ­νο του ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­στρα­πια­ῖα, καὶ πί­ε­σε τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ τὴν κοι­τά­ξει κα­θὼς τῆς ἔ­λε­γε, «Λυ­πᾶ­μαι, δὲ νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα». Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν ἐ­ξο­χι­κὴ κα­λύ­βα του ποὺ βρι­σκό­ταν πλά­ι στὰ πεῦ­κα, καὶ τὸ πρω­ὶ βρῆ­κε ἕ­να μι­κρὸ μπλὲ βα­ζά­κι στὴ βε­ράν­τα μπρο­στὰ ἀπ’ τὴν πόρ­τα του. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ ρο­δο­πέ­τα­λα, ἀλ­λὰ κα­θὼς τὸ σή­κω­σε, δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι τὰ ρο­δο­πέ­τα­λα μό­λις ποὺ κά­λυ­πταν τὴν ἐ­πι­φά­νεια· ὅ­λο τὸ ὑ­πό­λοι­πο βά­ζο —μᾶλ­λον θὰ εἶ­χε σκου­πί­σει τὶς γω­νι­ὲς τοῦ ἀ­τε­λι­έ της— ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ νε­κρὲς μέ­λισ­σες.


Καὶ σὲ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους:

.


Πη­γή: Jon Mukand, Art­icula­tions: The Body and Il­lness in Poetry, Iowa, Univ. of Iowa Press, 1994.

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ποι­η­τής, γεν­νή­θη­κε τὸ 1941 στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο καὶ με­γά­λω­σε στὸ προ­ά­στιο Σὰν Ρα­φα­έλ. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στάν­φορντ, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­λα­βε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του δί­πλω­μα. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια καὶ ἰν­στι­τοῦ­τα ἀ­νὰ τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια. Ἡ ποί­η­σή του ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε ση­μαν­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ κί­νη­μα τῶν beatniks καὶ ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ τῆς Ἀ­να­το­λῆς. Ὁ ἴ­διος πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ ἔρ­γο του δι­α­μορ­φώ­θη­κε κά­τω ἀ­π’ τὶς ἐ­πι­δρά­σεις ποι­η­τῶν ὅ­πως ὁ Lew Welch, ὁ Pablo Ne­ruda, ὁ César Val­lejo καὶ οἱ Πο­λω­νοὶ Zbi­gniew Her­bert, Wi­sława Szy­mbor­ska καὶ Cze­sław Mi­łosz. Μά­λι­στα, ὁ Hass με­τέ­φρα­σε ἐ­νῶ δί­δα­σκε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­κλε­ϊ τὸ ἔρ­γο τοῦ Mi­łosz. Δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται ἐ­νερ­γὰ στὸν το­μέ­α τῆς οἰ­κο­λο­γο­τε­χνί­ας, μὲ ἀ­κτι­βι­στι­κὲς δρά­σεις καὶ δη­μό­σι­ες πα­ρεμ­βά­σεις. Εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νος μὲ τὴν ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια κα­τὰ τοῦ πο­λέ­μου, Brenda Hillmann.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.


			

Τζόρντι Γουΐλλιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz): Ἄλογα



Τζόρντι Γουΐλλιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz)


Ἄ­λο­γα

(Horses)


«ΑΛΟΓΑ εἶ­ν’ ὅ­λα στὴ ζω­ή», εἶ­πε ὁ Σμέλ­γκορ, κα­θι­σμέ­νος ἀ­πά­νω σ’ ἕ­να κορ­μό.

       Ὁ Σμέλ­γκορ εἶ­χε προ­σχω­ρή­σει σὲ μιὰ νέ­α θρη­σκεί­α: τὴν ἱπ­πο­λα­τρία. Πι­στεύ­α­νε πὼς τὰ πάν­τα ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἄ­λο­γα. Ἕ­να δέν­τρο ἤ­τα­νε φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­λο­γά­κια. Τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ τοῦ­τα ἀ­λο­γά­κια ἤ­τα­νε φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἀ­κό­μα πιὸ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­λο­γά­κια. Μο­να­δι­κὴ ἐ­ξαί­ρε­ση: τὰ ἴ­δια τ’ ἄ­λο­γα. Κεῖ­να ἤ­σαν ἕ­να πράγ­μα ἀ­δι­αί­ρε­το.

       «Μὰ κοί­τα δῶ», εἶ­πε ὁ Στή­βεν­σον, κα­θι­σμέ­νος πλά­ι στὸν Σμέλ­γκορ, μ’ ἕ­να κλα­δά­κι ἐ­λά­της στὸ κα­πέ­λο του. «Σὰν τί θὰ συμ­βεῖ ἅ­μα πά­ρω τὸ τσε­κού­ρι μου καὶ κό­ψω τ’ ἄ­λο­γο στὰ δυ­ό;»

       «Μπο­ρεῖς νὰ τὸ κό­ψεις στὰ δυ­ὸ ἢ στὰ ἑ­κα­τό», εἶ­πε ὁ Σμέλ­γκορ. «Ἀλ­λὰ δὲ θὰ κομ­μα­τιά­σεις τὴν ἀ­λο­γο­σύ­νη του». Ὁ Στή­βεν­σον ἔ­πρε­πε νὰ κά­τσει νὰ τὸ σκε­φτεῖ. Εἶ­χε με­γα­λώ­σει σὲ χοι­ρο­στά­σιο. Ὁ πα­τέ­ρας του πο­τὲ δὲν εἶ­χε ἄ­λο­γο. Ἀν­τὶ γιὰ τοῦ­το, ὁ Στή­βεν­σον πέρ­να­γε τὶς μέ­ρες του πα­σα­λειμ­μέ­νος μὲ γουρ­νο­κο­πρι­ές. Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τὶς ξέ­πλε­νε στὸ πη­γά­δι, τ’ ἄλ­λα παι­διὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ταν ἀ­πὸ κον­τά του στὸ σχο­λει­ό.

       «Καὶ τὰ γου­ρού­νια τὸ ἴ­διο;», εἶ­πε ὁ Στή­βεν­σον ρου­φών­τας τὴ μύ­τη του. «Τί μοῦ λὲς δη­λα­δή, πὼς τὰ γου­ρού­νια εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να ἀ­π’ ἄ­λο­γα;»

       Τὰ πάν­τα εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἄ­λο­γα», εἶ­πε ἤ­ρε­μα ὁ Σμέλ­γκορ.

       Ὁ Στή­βεν­σον ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους. Ἐ­κεῖ πέ­ρα ἦ­ταν ἕ­νας λό­φος πρά­σι­νος, ποὺ ἔ­βγα­ζε σ’ ἕ­να ρυά­κι ποὺ κε­λά­ρυ­ζε. Πλά­ι στὸ ρυά­κι βρι­σκόν­του­σαν ἀ­γε­λά­δες. Πα­ρα­πέ­ρα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­νε­μό­μυ­λος, δί­πλα σε μιὰ πέ­τρι­νη κα­λύ­βα. Ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν κα­λύ­βα στε­κό­τα­νε μιὰ γρι­ού­λα. Ἤ­τα­νε κι ἕ­να χα­λά­κι κρε­μα­σμέ­νο σὲ μιὰ πόρ­τα με­γά­λη, κι ἡ γυ­ναί­κα τὸ κο­πά­να­γε. Ὁ Στή­βεν­σον σκε­φτό­ταν: ἦ­ταν ὁ­λό­κλη­ρος ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ μιὰ σκέ­ψη συ­ναρ­πα­στι­κή. Οὔ­τε κὰν τό ’­ξε­ρε κεί­νη πὼς παν­τοῦ, στὰ μπρά­τσα της, μὲς στὴν καρ­διά της, ἴ­σα­με κά­τω στὰ πό­δια της, μιὰ με­γά­λη ἱπ­πο­δρο­μί­α γι­νό­τα­νε μέ­σα στὸ αἷ­μα της.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Jellyfish (12.06.2017):

https://jellyfishreview.wordpress.com/2017/06/12/horses-by-geordie-williams-flantz/

Τζόρ­ντι Γου­ΐλ­λιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz). Συγ­γρα­φέ­ας, ζεῖ στὴ Min­nea­polis τῆς Minne­sota. Ἡ πε­ζο­γρα­φί­α του ἐμ­φα­νί­στη­κε στὶς ἐ­πι­θε­ω­ρή­σεις Sha­dows & Tall Trees, G.U.D. Maga­zine, New Genre Maga­zine, καὶ R.KV.R.Y Quarterly. Πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα του:

geordiewilliamsflantz.tumblr.com.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ, ἀγ­γλι­κά καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Βακ­χι­κόν: Peter Huchel, Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe), Μ. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (συ­νέκ­δο­ση μὲ τὸ Fondazione Mario Luzi). Ὑ­πό ἔκ­δο­ση εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ποι­η­μά­των τοῦ U. Sabα (Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν Ἰ­τα­λι­κοῦ Μορ­φω­τι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Ἀ­θη­νῶν, 2018). Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λά λο­γο­τε­χνι­κά πε­ρι­ο­δι­κά.


Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Καὶ ἤρ­ξα­το βο­ᾶν ὁ δαί­μων



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Καὶ ἤρ­ξα­το βο­ᾶν ὁ δαί­μων


ΛΛΟΤΕ πά­λιν, φέ­ρου­σιν αὐ­τῷ [τῷ Ἀββᾷ Λογγίνῳ] τι­νες δαι­μο­νι­ῶν­τα· ὁ δέ φη­σι πρὸς αὐ­τούς· ἐ­γὼ τί ποι­ῆ­σαι ὑ­μῖν οὐκ ἔ­χω· ἀλ­λὰ μᾶλ­λον ἀ­πέλ­θε­τε πρὸς τὸν Ἀβ­βᾶν Ζή­νω­να· εἶ­τα ὁ Ἀβ­βᾶς Ζή­νων ἤρ­ξα­το ἐ­πι­κεῖ­σθαι τῷ δαί­μο­νι ἐκ­δι­ώ­κων αὐ­τόν· καὶ ἤρ­ξα­το βο­ᾶν ὁ δαί­μων· ἄρ­τι νο­μί­ζεις Ἀβ­βᾶ Ζή­νων, ὅ­τι διὰ σὲ ἐ­ξέρ­χο­μαι; ἰ­δοὺ ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος ἐ­κεῖ προ­σεύ­χε­ται, κα­τ’ ἐ­μοῦ ἐν­τυγ­χά­νων· καὶ φο­βού­με­νος τὰς εὐ­χὰς αὐ­τοῦ ἐ­ξέρ­χο­μαι· ἐ­πεὶ οὐκ ἐ­δί­δουν σοι ἀ­πό­κρι­σιν.


Ὁ σω­στὸς ἐ­ξορ­κι­στής

Ἄλ­λο­τε πά­λι, κά­ποι­οι τοῦ φέρ­νουν [στὸν Ἀββᾶ Λογγῖνο] ἕ­να δαι­μο­νι­σμέ­νο· κι αὐ­τὸς τοὺς λέ­ει: ἐ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ σᾶς κά­νω κά­τι· κα­λύ­τε­ρα νὰ πᾶ­τε στὸν Ἀβ­βᾶ Ζή­νω­να. Ἔ­πει­τα ὁ Ἀβ­βᾶς Ζή­νων ἄρ­χι­σε νὰ ζο­ρί­ζει τὸν δαί­μο­να δι­ώ­χνων­τάς τον. Καὶ τό­τε ὁ δαί­μο­νας ἔ­βα­λε τὶς φω­νές: τώ­ρα νο­μί­ζεις, Ἀβ­βᾶ Ζή­νω­να, ὅ­τι γιὰ τοῦ λό­γου σου βγαί­νω· νά, ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος ἐ­κεῖ κά­τω προ­σεύ­χε­ται, ἐ­πι­τι­μών­τας με· καὶ βγαί­νω ἐ­πει­δὴ φο­βᾶ­μαι τὶς προ­σευ­χές του· γι αὐ­τὸ καὶ δὲν σοῦ ἀπαντοῦσα.

[Μετάφραση: Γ.Π.]



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 63.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ τὸν Ἀρδαλίωνα τὸν ἠθοποιό



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ τὸν Ἀρδαλίωνα τὸν ἠθοποιό

Νῦν μῖ­μος ὄν­τως Ἀρ­δα­λί­ων, ἢ πά­λαι·
Μι­μού­με­νος γὰρ μάρ­τυ­ρας, τὸ πῦρ στέ­γει.

ΥΤΟΣ ἦ­το κα­τὰ τοὺς χρό­νους τοῦ Μα­ξι­μια­νοῦ ἐν ἔ­τει σϞ­η´ [298], κα­τα­γι­νό­με­νος εἰς τὰ θέ­α­τρα καὶ εἰς τὰς κω­μῳ­δί­ας, μι­μού­με­νος τὸν ἕ­να καὶ τὸν ἄλ­λον, καὶ ὑ­πο­κρι­νό­με­νος τὰ τῶν ἄλ­λων πά­θη καὶ δρά­μα­τα. Ἐ­πει­δὴ δὲ μί­αν φο­ρὰν τῷ ἐ­φά­νη νὰ μι­μη­θῇ κα­θ’ ὑ­πό­κρι­σιν τὴν ἀν­τί­στα­σιν τῶν χρι­στια­νῶν πρὸς τοὺς τυ­ράν­νους, ὅ­τε ἐ­μαρ­τύ­ρουν, ἐ­κρε­μά­σθη ὑ­ψη­λὰ καὶ ἐ­ξε­σχί­ζε­το, ἐ­πει­δὴ δὲν ἤ­θε­λε νὰ προ­σφέ­ρῃ θυ­σί­αν εἰς τοὺς Θε­ούς. Ὅ­τε λοι­πὸν ὁ λα­ὸς βλέ­πων ταῦ­τα, ἐ­κρό­τει τὰς χεῖ­ρας καὶ ἐ­πῄ­νει τὴν ἐ­πι­τη­δεί­αν αὐ­τοῦ μί­μη­σιν καὶ γεν­ναι­ο­καρ­δί­αν, τό­τε ὁ Ἀρ­δα­λί­ων ἔ­κρα­ξε με­γα­λο­φώ­νως καὶ εἶ­πεν εἰς τὸν λα­ὸν νὰ σι­ω­πή­σῃ, καὶ οὕ­τως ἐ­κή­ρυ­ξεν ὅ­τι εἶ­ναι τῇ ἀ­λη­θεί­ᾳ χρι­στια­νός. Ὅ­θεν ὁ ἄρ­χων πά­λιν ἐ­συμ­βού­λευ­σεν αὐ­τὸν νὰ με­τα­θέ­σῃ τὴν γνώ­μην του, ἀλ­λ’ ἐ­πει­δὴ ὁ Ἀρ­δα­λί­ων δὲν ἠ­θέ­λη­σε νὰ πει­σθῇ, ἀλ­λ’ ἐ­πέ­με­νεν εἰς τὴν ὁ­μο­λο­γί­αν τοῦ Χρι­στοῦ, ἐ­βλή­θη ἐν τῷ μέ­σῳ πυ­ρᾶς, ἀ­να­φθεί­σης ἐ­κεῖ, καὶ οὕ­τως ἐ­τε­λει­ώ­θη ὁ μα­κά­ριος καὶ ἔ­λα­βε τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τὸν στέ­φα­νον.


Δεῖτε δραματοποίηση τῆς ζωῆς καὶ τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἀρδαλίωνα
στὸ Κρατικὸ Θέατρο Παντομίμας τοῦ Ἐρεβάν μὲ τίτλο «Ἀρδαλίων»
στὴν πρεμιέρα του τὸ 2009 σὲ σενάριο καὶ καλλιτεχνικὴ διεύθυνση:
Zhirayr Dadasyan (συνοπτικὴ ἔκδοση: 10:14)
https://www.youtube.com/watch?time_continue=8&v=Uh_LL5C6Xvk
Ἐδῶ ὁλόκληρη ἡ παράσταση (55’)



Πη­γή: Συ­να­ξα­ρι­στὴς Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, ἐ­πε­ξερ­γα­σθεὶς ὑ­πὸ Θ. Νι­κο­λα­ΐ­δου Φι­λα­δελ­φέ­ως, τό­μος πρῶ­τος, Ἀ­θή­νη­σι, 1868, σελ. 88.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Εἰκόνα: Ἡ σκηνὴ τοῦ μαρτυ­ρικοῦ τέ­λους τοῦ ἁγίου στὴν πυ­ρὰ ἀπὸ τὸ μι­μό­δραμα Ἀρ­δα­λίων τοῦ Ἀρμένιου Zhirayr Dadasyan.



		

	

Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher): Τὰ κο­ρί­τσια μὲ τὰ ζα­χα­ρω­τά



Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher)


Τὰ κο­ρί­τσια μὲ τὰ ζα­χα­ρω­τά

(Candy girls)


ΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ἡ εἴ­σο­δος στοὺς Ἑ­βραί­ους, στοὺς νέ­γρους καὶ στὶς ἀ­συ­νό­δευ­τες γυ­ναῖ­κες με­τὰ τὶς ἕ­ξι τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Μπο­ρεῖς νὰ πα­ρα­βιά­σεις καὶ τοὺς τρεῖς κα­νό­νες ἂν που­λᾶς πού­ρα Κού­βας καὶ ζα­χα­ρω­τὰ μὲ ἕ­να δί­σκο πε­ρα­σμέ­νο μὲ λου­ριὰ ἀ­πὸ τὸ λαι­μό σου. Μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο ἡ Μύ­ριαμ κι ἐ­γὼ βγά­ζου­με κά­να φράγ­κο. Αὐ­τὴ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ Μα­ρί­α. Ἐ­γὼ λεύ­κα­να τὰ πό­δια μου. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α – στὸ κλὰμπ Πε­λαρ­γός οἱ ἄν­δρες σὲ “ἐ­κτι­μοῦν” ἀ­πὸ τὰ πό­δια σου ἢ κρυ­φο­κοι­τά­ζουν τὸ ντε­κολ­τέ σου τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ γυ­ναῖ­κες τους που­δρά­ρουν τὴν μύ­τη τους. Κοι­τοῦν πιὸ ἐ­πί­μο­να, ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες τους μέ­νουν σπί­τι.

       Στὸ δω­μά­τιό μας, τὰ πα­πού­τσια καὶ οἱ δί­σκοι εἶ­ναι πε­τα­μέ­να ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ· ξα­πλώ­νου­με ἀ­νά­πο­δα σὲ ἕ­να μο­νὸ κρε­βά­τι. «Πο­νᾶς, μω­ρό μου;», ρω­τά­ει ἡ Μύ­ριαμ τρί­βον­τας στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ οἱ πο­λὺ σφι­χτὲς γό­βες ἔ­χουν ἀ­φή­σει τὰ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νά τους ση­μά­δια.

       Τὴν Τρί­τη ἦ­ταν ἡ τρί­τη μας φο­ρὰ στὴ δου­λειὰ καὶ δὲν θὰ ἀ­να­φερ­θῶ σὲ γνω­στὰ ὀ­νό­μα­τα. Τοὺς ξέ­ρεις ὡς γί­γαν­τες τῆς με­γά­λης ὀ­θό­νης. Ἀρ­γό­τε­ρα θὰ λάμ­ψουν στὴν μαυ­ρό­α­σπρη τη­λε­ό­ρα­ση, μι­κροὶ ὅ­πως εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Μό­νο ἡ Μύ­ριαμ κι ἐ­γὼ βλέ­που­με τὰ ἀ­πό­κρυ­φα μέ­ρη κά­τω ἀ­πὸ τὰ σμό­κιν καὶ τὰ μπορ­σα­λί­νο. Μυ­ρί­ζου­με τὴν ἀ­να­πνο­ὴ τους – τὴν γλυ­κά­δα τῆς σαμ­πά­νιας, τὴν ἁ­ψά­δα τοῦ τζίν. Νι­ώ­θου­με τὰ κορ­μιά τους ποὺ σφίγ­γον­ται καὶ χα­λα­ρώ­νουν πρὶν ἀρ­χί­σουν τὰ κου­τσομ­πο­λιὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τρα­πέ­ζια γε­μά­τα στα­χτο­δο­χεῖ­α. Δὲν τοὺς ξέ­ρεις ὅ­πως τοὺς ξέ­ρου­με ἐ­μεῖς.

       Θὰ ποῦν γιὰ τὶς φοῦ­στες μας σὲ σχῆ­μα καμ­πά­νας, γιὰ τὸ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα μας ποὺ στὰ σκο­τει­νὰ δω­μά­τια ἔ­χει κο­ρι­τσί­στι­κη γεύ­ση – ὄ­χι Ἑ­βραι­ο­πού­λας, οὔ­τε ἔγ­χρω­μου κο­ρι­τσιοῦ. Θὰ ψι­θυ­ρί­σουν γιὰ τὸ πῶς τὰ δά­χτυ­λά μου βρί­σκουν αὐ­τὰ τῆς Μύ­ριαμ, πῶς κρα­τι­ό­μα­στε χέ­ρι-χέ­ρι καὶ κα­τὰ τὴν διά­ρκεια καὶ με­τά. Θὰ γε­λά­σουν.

       Ὅ­ταν μέ­νου­με μό­νες, λέ­με ἡ μί­α στὴν ἄλ­λη δι­ά­φο­ρα ψέ­μα­τα:

             Ἀ­κό­μη λί­γο.

             Τὰ χρή­μα­τα βο­η­θᾶ­νε.

             Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά.

       Λέ­με κι ἀ­λή­θει­ες ποὺ κά­νουν ρί­μα μὲ τὸ σὲ ἀ­γα­πῶ.

       «Πο­νᾶς, μω­ρό μου;» καὶ μὲ φι­λᾶ παν­τοῦ, βγά­ζει τὸ καλ­τσόν μου καὶ τὸ ἀ­φή­νει νὰ πέ­σει σὲ ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ δι­χτυ­ω­τὰ καλ­τσὸν στὸ ἄ­δει­ο πά­τω­μα.

       «Ὄ­χι, πιά», ψεύ­δο­μαι.

       Τό­τε ἡ ἡ Μύ­ριαμ τρί­βει τὰ πο­νε­μέ­να ση­μεῖ­α, ἀ­κό­μα κι ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀγ­γί­ξει.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Bath Flash Fiction Award (28.02.2019) [Νι­κή­τρια τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ Bath Flash Fiction Award February 2019]:

https://bathflashfictionaward.com/2019/02/christina-dalcher-february-2019-first-prize/

Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher) εἶ­ναι γλωσ­σο­λό­γος, μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ ἐ­θι­σμέ­νη στὶς ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ο μέ­ρος τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κου Νό­του. Εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ φοι­τή­τρια τοῦ προ­γράμ­μα­τος MFA: Read Every Word by Stephen King (ἐ­πι­νο­η­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια). Μπο­ρεῖς νὰ βρεῖς δου­λειά της —με­ρι­κὲς φο­ρὲς βρα­βευ­μέ­νη— στὸ Molotov Coctail, στὸ Whiskey Paper, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New South Journal, καὶ ἀλ­λοῦ. Ἂν γυ­ρεύ­εις τὴν Χρι­στί­να μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἐ­δῶ: @CVDalcher, www.chri­stina­dalcker.com , ἢ νὰ κρύ­βε­ται στὴν ντου­λά­πα δι­α­βά­ζον­τας ξα­νὰ ἕ­να κου­ρε­λι­α­σμέ­νο ἀν­τί­­τυ­πο τοῦ The shining. Ἐ­πί­σης ἔ­χει γρά­ψει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο VOX.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καρο­φί­λιο.



		

	

Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς: Ἄτιτλο



Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς


Ἄ­τι­τλο


ΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑ μά­ται­α —μι­σὸν αἰ­ώ­να πρίν—, νὰ ἀ­να­μορ­φώ­σω ἕ­να ἐ­ρω­τι­κὸ μο­νό­στι­χο. Ἀ­πό­λυ­τη ἀ­φλο­γι­στί­α: «Οἱ ἀ­πό­ψεις σου ἐμ­μέ­νουν στὴν καμ­πύ­λη». Ἐ­πα­νερ­χό­μουν κα­τὰ και­ρούς, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὥ­σπου ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ ἐμ­πλέ­ξω ἕ­ναν συ­νο­μή­λι­κο Ἰ­τα­λὸ μὲ κοι­νὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα. Ἦ­ταν 16 Ὀ­κτω­βρί­ου τοῦ 1971. Μέ­ρα μὲ ρα­γδαί­α βρο­χή. Εἴ­χα­με γνω­ρι­στεῖ πρὶν δυ­ὸ μέ­ρες στὸ Youth-hostel τῆς Γέ­νο­βας καὶ κα­θί­σα­με μα­ζὶ γιὰ πρω­ϊνό. Πρό­θυ­μος, ἔ­τρω­γε καὶ ἐ­ξέ­τα­ζε τὴ φρά­ση, σκε­πτό­ταν κοι­τά­ζον­τας τοὺς θα­μῶ­νες, καὶ πά­λι ἔ­σκυ­βε στὸ ἀ­δρα­νὲς νό­η­μα. «Inverti!» εἶ­πε ξαφ­νι­κά, μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ἐ­πι­με­λη­τή («Νὰ ἀν­τι­στρέ­ψεις!»). «Ἡ καμ­πύ­λη ἐμ­μέ­νει στὶς ἀ­πό­ψεις σου». Ὁ νε­ό­τευ­κτος στί­χος πῆ­ρε τὴ θέ­ση του στὴν πρώ­τη συλ­λο­γή μου κι ἐ­κεῖ βρί­σκε­ται ἀ­κό­μα. Ὁ ἀ­φο­ρι­σμός, ὁ στί­χος, ἡ φρά­ση-ἀ­στρα­πή, πο­λὺ συ­χνά —γιὰ νὰ μὴν πῶ κα­τὰ κα­νό­να—, ἀ­πο­κτοῦν νό­η­μα ἢ ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται μὲ μιὰ μι­κρὴ κί­νη­ση. «Με­τα­κι­νών­τας ἕ­ναν προ­βο­λέ­α καὶ ἀ­νά­βον­τας ἕ­ναν ἄλ­λον, μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει ὄ­χι μό­νο τὸ σα­σπὲνς ἀλ­λὰ καὶ τὸ νό­η­μα ποὺ εἶ­χε δώ­σει τὸ φῶς», ἐ­ξη­γοῦ­σε κά­πο­τε ἕ­νας κι­νη­μα­το­γρα­φι­στής. Δι­α­θέ­τω ἄ­πει­ρα πα­ρα­δείγ­μα­τα γιὰ τὴ μα­γι­κὴ κί­νη­ση, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει κά­τι πο­λὺ πρό­σφα­το: Ἕ­νας πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης, ἀ­γο­ρά­ζον­τας με­τὰ θά­να­τον ὁ­λό­κλη­ρη τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ κρι­τι­κοῦ Γ., βρῆ­κε ἑ­κα­τον­τά­δες βι­βλί­α μὲ θερ­μὲς ἀ­φι­ε­ρώ­σεις τῶν συγ­γρα­φέ­ων. «Ἔ­πε­σε στὰ χέ­ρια μου ἡ προ­τε­λευ­ταί­α συλ­λο­γή σας ἀ­π’ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ ἀ­εί­μνη­στου Γ.», πλη­ρο­φό­ρη­σε ἕ­ναν γνω­στό του ποι­η­τή (κα­τὰ κό­σμον συν­τα­ξι­οῦ­χο για­τρό). «Του­λά­χι­στον εἶ­χε κό­ψει τὰ φύλ­λα;», ρώ­τη­σε ἀ­μέ­σως ἐ­κεῖ­νος, μὲ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ δὲν ἔ­χουν προ­σε­χτεῖ ὅ­πως ἤ­θε­λαν. Ἡ ἐ­πι­φύ­λα­ξή του, ὄν­τως, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε, ὅ­ταν πέ­ρα­σε καὶ τὸ πα­ρέ­λα­βε ἀ­π’ τὸ μι­κρὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς ὁ­δοῦ Κύ­πρου.

       Ἂν ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης εἶ­χε σκη­νο­θε­τή­σει δι­α­φο­ρε­τι­κὰ τὴ στά­ση τοῦ κρι­τι­κοῦ, ἂν σκε­πτό­ταν δη­λα­δὴ νὰ τὸν «κα­λύ­ψει», θὰ εἴ­χα­με ὄ­χι μό­νο ἄλ­λη ἐ­ξέ­λι­ξη, ἀλ­λὰ τὴν ὕ­λη ἑ­νὸς ἀ­φη­γή­μα­τος ἐκ τοῦ φυ­σι­κοῦ, μιὰν ἀ­ξι­ο­σύ­στα­τη «ἠ­θι­κὴ ἱ­στο­ρί­α». Τὴν ξα­να­γρά­φω: «Ἕ­νας πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης, ἀ­γο­ρά­ζον­τας, με­τὰ θά­να­τον, ὁ­λό­κλη­ρη τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ κρι­τι­κοῦ Γ., βρῆ­κε ἑ­κα­τον­τά­δες βι­βλί­α μὲ θερ­μὲς ἀ­φι­ε­ρώ­σεις τῶν συγ­γρα­φέ­ων. “Ἔ­πε­σε στὰ χέ­ρια μου ἡ προ­τε­λευ­ταί­α συλ­λο­γή σας ἀ­π’ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ ἀ­εί­μνη­στου Γ.”, πλη­ρο­φό­ρη­σε ἕ­ναν γνω­στό του ποι­η­τή (κα­τὰ κό­σμον συν­τα­ξι­οῦ­χο για­τρό). “Του­λά­χι­στον εἶ­χε κό­ψει τὰ φύλ­λα;” ρώ­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, μὲ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ δὲν ἔ­χουν προ­σε­χτεῖ ὅ­πως ἤ­θε­λαν. Πέ­ρα­σε καὶ τὸ πα­ρέ­λα­βε ἀ­π’ τὸ μι­κρὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς ὁ­δοῦ Κύ­πρου. Ἡ ἐ­πι­φύ­λα­ξή του θὰ ἐ­πι­βε­βαι­ω­νό­ταν, ἂν ἐν­τω­με­τα­ξὺ ὁ εὐ­γε­νὴς πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης δὲν εἶ­χε πα­ρέμ­βει μὲ τὸν χαρ­το­κό­πτη του. Ὄ­χι μό­νο ἔ­κο­ψε ὅ­λα τὰ φύλ­λα καὶ ἀ­φαί­ρε­σε τὸ χνού­δι ἀ­π’ τὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ ὑ­πο­γράμ­μι­σε ἀρ­κε­τοὺς στί­χους. Ἐ­πι­πλέ­ον, στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς σε­λί­δας 22 ἔ­γρα­ψε τὴ λέ­ξη “Σπου­δαῖ­ο”, προ­σθέ­τον­τας, με­τὰ ἀ­πὸ σύν­το­μη σκέ­ψη, καὶ ἕ­να θαυ­μα­στι­κό».



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς (Τῆ­νος, 1948). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Λό­γοι δύο (Τράμ, 1973), τὴν ὁ­ποί­α ἀ­κο­λού­θη­σαν τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α: Ποί­η­ση (Ἐ­γνα­τία, 1977), Τὸ δά­νει­ο τοῦ χρό­νου (Κέ­δρος, 1990) καὶ ἡ συλ­λο­γὴ ἡ­με­ρο­λο­για­κῶν ση­μει­ώ­σε­ων (ἢ πε­ζῶν ποι­η­μά­των) Μὲ εἰ­σι­τή­ριο ἐ­πι­στρο­φῆς: ση­μει­ώ­σεις 1976-81 (Ἑ­στί­α, 1983), κ.ἄ. Ἀ­πὸ τὸ 1978 ἐκ­δί­δει ἀ­νελ­λι­πῶς τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γυ­νή τις ἔ­χου­σα καρ­κῖ­νον



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γυ­νή τις ἔ­χου­σα καρ­κῖ­νον


ΥΝΗ ΤΙΣ ἔ­χου­σα πά­θος κα­τὰ τοῦ μα­στοῦ αὐ­τῆς, τὸ λε­γό­με­νον καρ­κῖ­νον, ἀ­κού­σα­σα πε­ρὶ τοῦ Ἀβ­βᾶ Λογ­γί­νου, ἐ­ζή­τη­σε συν­τυ­χεῖν αὐ­τῷ· ἐ­κά­θη­το οὖν οὗ­τος, ἐν τῷ ἐ­νά­τῳ ση­μεί­ῳ Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας· ἐ­πι­ζη­τού­σης δὲ τῆς γυ­ναι­κός, συ­νέ­βη τὸν μα­κά­ριον ἐ­κεῖ­νον συλ­λέ­γειν ξύ­λα πα­ρὰ τὴν θά­λασ­σαν· καὶ εὑ­ροῦ­σα αὐ­τόν, λέ­γει αὐ­τῷ· Ἀβ­βᾶ, ποῦ μέ­νει ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος ὁ δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ, μὴ εἰ­δυῖ­α ὅ­τι αὐ­τός ἐ­στιν· ὁ δέ φη­σι, τί θέ­λεις τὸν ἐ­πι­θέ­την ἐ­κεῖ­νον; μὴ ἀ­πέλ­θῃς πρὸς αὐ­τόν· ἐ­πι­θέ­της γάρ ἐ­στι· τί δέ ἐ­στιν ὃ ἔ­χεις; ἡ δὲ γυ­νὴ ἔ­δει­ξε τὸ πά­θος· ὁ δὲ σφρα­γί­σας τὸν τό­πον, ἀ­πέ­λυ­σεν αὐ­τήν, εἰ­πών· ἄ­πελ­θε καὶ ὁ Θε­ός σε θε­ρα­πεύ­ει· Λογ­γῖ­νος γάρ, οὐ­δέν σε δύ­να­ται ὠ­φε­λῆ­σαι· ἀ­πῆλ­θε δὲ ἡ γυ­νὴ πι­στεύ­σα­σα τῷ λό­γῳ καὶ ἐ­θε­ρα­πεύ­θη πα­ρα­χρῆ­μα· με­τὰ ταῦ­τα, δι­η­γη­σα­μέ­νη τι­σὶ τὸ πρᾶγ­μα, καὶ τὰ ση­μεῖ­α εἰ­ποῦ­σα τοῦ γέ­ρον­τος, μαν­θά­νει ὅ­τι αὐ­τός ἐ­στιν ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος.


Γιὰ κά­ποι­α γυ­ναί­κα ποὺ εἶ­χε καρ­κί­νο

Κά­ποι­α γυ­ναί­κα ποὺ ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ καρ­κί­νο τοῦ μα­στοῦ, ἄ­κου­σε γιὰ τὸν ἀβ­βᾶ Λογ­γῖ­νο καὶ ζή­τη­σε νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει. Αὐ­τὸς κα­θό­ταν στὸ ἔ­να­το δι­α­μέ­ρι­σμα τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρειας. Ἐ­κεῖ ποὺ τὸν γύ­ρευ­ε ἡ γυ­ναί­κα, ἔ­τυ­χε αὐ­τὸς νὰ μα­ζεύ­ει ξύ­λα κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα. Τὸν βρῆ­κε λοι­πὸν καὶ τοῦ λέ­ει: Ἀβ­βᾶ, ποῦ μέ­νει ὁ ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος, ὁ δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ – κα­θὼς δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἦ­ταν αὐ­τός. Κι αὐ­τὸς τῆς λέ­ει: τί τὸν θέ­λεις ἐ­κεῖ­νον τὸν ἀ­πα­τε­ώ­να; Μὴν πᾶς σ’ αὐ­τὸν, εἶ­ναι ἀ­πα­τε­ώ­νας. Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χεις; Κι ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἔ­δει­ξε τὸ πά­θη­μά της. Κι αὐ­τὸς σταύ­ρω­σε τὸ ση­μεῖ­ο, τὴν ἔ­δι­ω­ξε καὶ τῆς εἶ­πε: Πή­γαι­νε καὶ ὁ Θε­ὸς θὰ σὲ θε­ρα­πεύ­σει. Ὁ Λογ­γῖ­νος δὲν μπο­ρεῖ νὰ σὲ ὀ­φε­λή­σει κα­θό­λου. Ἔ­φυ­γε ἡ γυ­ναί­κα ποὺ πί­στε­ψε στὰ λό­για του καὶ θε­ρα­πεύ­τη­κε ἀ­μέ­σως. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τά, δι­η­γή­θη­κε σὲ κά­ποι­ους τὴν ὑ­πό­θε­ση καὶ τοὺς εἶ­πε κά­ποι­α ση­μά­δια τοῦ γέ­ρον­τος κι ἔ­τσι ἔ­μα­θε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος ἦ­ταν ὁ ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος.

[Με­τά­φρα­ση: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος]



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 63.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]