Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley): Δι­και­ο­σύ­νη – μιὰ ἀρ­χή



Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley)


Δι­και­ο­σύ­νη μιὰ ἀρ­χή

(Justice – a beginning)


ΙΑ ΜΕΡΑ, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, σὲ μιὰ γω­νί­α στὸ Κά­τω Μαν­χάτ­ταν, κά­που κον­τὰ στὸ Κα­νά­λι· ἔ­χον­τας ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὸ κα­θῆ­κον τῆς ἐ­νόρ­κου στὸ ὁρ­κω­τὸ δι­κα­στή­ριο, ἔ­χον­τας γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια κρί­νει ἕ­να ἄλ­λο ἀν­θρώ­πι­νο ὂν καὶ ἔ­χον­τας κα­τα­δι­κά­σει τὸ ὂν αὐ­τό, σκε­φτό­ταν γιὰ τὴ δι­και­ο­σύ­νη, αὐ­τὴ τὴ βα­ριὰ λέ­ξη. Ὡς μέ­λος τῆς Παγ­κό­σμιας Ἕ­νω­σης Μη­τέ­ρων, εἶ­χε δεῖ καὶ τὴ μη­τέ­ρα τοῦ ἄν­τρα. Εἶ­χε γεί­ρει στὸ στα­σί­δι τοῦ μάρ­τυ­ρα, τὸ πρό­σω­πό της ἦ­ταν σὰν ἕ­να λου­λού­δι ποὺ πέ­θαι­νε στὸ τέ­λος τῆς ἐ­πο­χῆς του, ψι­λό­λι­γνο φύλ­λω­μα ἀ­πὸ κί­τρι­νες ἴ­νες ποὺ τὶς πή­γαι­ναν πέ­ρα-δῶ­θε τὰ ἀ­ε­ρά­κια καὶ τὰ μπου­ρί­νια τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Σὰν ἕ­νας ἡ­λί­αν­θος στὰ μι­σὰ τοῦ φθι­νο­πώ­ρου πού ‘χει χά­σει τὸν ἥ­λιο, σκέ­φτη­κε ἡ Φέ­ιθ, ἀ­φή­νον­τας τὸν ἀ­έ­ρα καὶ τὸν και­ρὸ νὰ κου­νοῦν τὸ βα­ρύ του κε­φά­λι.

       Πα­ρό­λ’ αὐ­τὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­τρας εἶ­χε στρέ­ψει ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ ὅ­πλο στὸ κε­φά­λι τοῦ γέ­ρου μπα­κά­λη καὶ τοῦ εἶ­χε πά­ρει τὸ μι­σό του με­ρο­κά­μα­το, πε­ρί­που εἴ­κο­σι ἑ­φτὰ δολ­λά­ρια. Ἀ­μέ­σως, ἡ Φέ­ιθ σκέ­φτη­κε —ὅ­πως συ­χνὰ ἔ­κα­νε— τὸ πε­λώ­ριο ὅ­πλο ποὺ στρε­φό­ταν στὸ κε­φά­λι τοῦ πλα­νή­τη μας καὶ τὰ μι­κρό­τε­ρα φτη­νὰ ὅ­πλα ποὺ στό­χευ­αν ὅ­λα τὰ μι­κρὰ ἔ­θνη ποὺ μό­λις σή­κω­ναν τὸ κε­φά­λι τους. Πι­θα­νό­τα­τα εἶ­πε Σκα­τὰ ἢ ἀ­κό­μα Γα­μῶ­το. Πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι, με­ρι­κοὶ φί­λοι της, πραγ­μα­τι­κὰ μι­σοῦ­σαν τὸ πῶς πη­δοῦ­σε ἀ­πὸ ἕ­να κα­θη­με­ρι­νὸ γε­γο­νὸς σὲ μιὰ πλα­νη­τι­κὴ με­τα­φο­ρά. Ἄλ­λοι σκέ­φτον­ταν ὅ­τι εἶ­χε ἀ­πό­λυ­το δί­κιο.

       Ἔ­γει­ρε πά­νω σ’ ἕ­να ἀ­μά­ξι, κοί­τα­ξε τρι­γύ­ρω καὶ εἶ­δε τὸν ψη­λὸ τοῖ­χο ἑ­νὸς ἑ­ξα­ώ­ρο­φου κτι­ρί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ πα­λιὰ ὄ­ψη εἶ­χε κα­τε­δα­φι­στεῖ μα­ζὶ μὲ τὸ δι­πλα­νό του κτί­σμα, ἀ­φή­νον­τας ἕ­να ὠ­χρὸ πρά­σι­νο νε­ο­ϋρ­κέ­ζι­κο ἀ­πο­τύ­πω­μα ἀ­πὸ πα­λι­ὲς σκά­λες, πλα­τύ­σκα­λα, μυ­στη­ρι­ώ­δη κά­θε­τα κι ὁ­ρι­ζόν­τια δο­κά­ρια. Δὲν τὸ ἀν­τι­με­τώ­πι­σε κο­σμι­κὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ἀλ­λὰ μὲ θαυ­μα­σμὸ γιὰ τὶς κα­λο­φτι­αγ­μέ­νες καὶ πε­ρί­ερ­γες δι­α­κο­σμή­σεις ποὺ ἔ­φε­ρε ὁ και­ρὸς καὶ ἡ πα­ρακ­μή. Ἕ­νας πε­ρα­στι­κός στα­μά­τη­σε, τὴν εἶ­δε ποὺ κοί­τα­ζε καὶ ξε­φυ­σοῦ­σε. Λοι­πόν, εἶ­πε, τί σκέ­φτε­στε κυ­ρί­α μου; Εἶ­ναι σὰν ὅ­λους ἐ­μᾶς. Θὰ κα­ταρ­ρεύ­σει ἐν­τε­λῶς ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;

       Στὸ σπί­τι ἐ­ξε­πλά­γη ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ Ἄν­το­νι. Ἦ­ταν ἡ μέ­ση τῆς βδο­μά­δας. Ἀ­πὸ δῶ ἡ Τζούν­τι, εἶ­πε. Τὴ θυ­μᾶ­σαι; Βε­βαί­ως, εἶ­πε ἐ­κεί­νη. Τό­τε τοῦ ‘πε ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι κι ἐ­κεί­νη θὰ κα­ταρ­ρεύ­σει ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή, πι­θα­νό­τα­τα ἕ­νε­κα τῆς δι­και­ο­σύ­νης καὶ τοῦ ψυ­χροῦ της προ­σώ­που.

       Ἀλ­λὰ, Μα­μά, τῆς εἶ­πε, τὸ πρό­σω­πό σου δὲν εἶ­ναι ψυ­χρό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ,τι ἦ­ταν τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα. Σω­στά, εἶ­πε ἡ Τζούν­τι, Τί τέ­λη Ὀ­κτώ­βρη τί ἀρ­χὲς Νο­έμ­βρη, τί λές, Ἄν­το­νι; Ἐ­κεῖ­νος χα­μο­γέ­λα­σε γιὰ νὰ τῆς δώ­σει θάρ­ρος. Ἦ­ταν ντρο­πα­λή, ἀλ­λὰ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔ­κα­νε ὡ­ραῖ­ες προ­τά­σεις. Ὁ Ἄν­το­νι στρι­φο­γυρ­νοῦ­σε τὰ μά­τια του γύ­ρω-γύ­ρω. Ὅ­ταν στα­μά­τη­σαν, εἶ­πε, Εἰ­λι­κρι­νά, παι­διά, αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν κά­ποι­ο σχό­λιο, ἦ­ταν ἁ­πλὰ γιόγ­κα.

       Κα­λά, κα­λά, εἶ­πε ἡ Φέ­ιθ, ἔ­χει κά­τι νό­στι­μα πράγ­μα­τα στὸ ψυ­γεῖ­ο. Θέ­λη­σε νὰ πά­ει στὸ δω­μά­τιό της καὶ νὰ κα­θί­σει στὴν ὡ­ραί­α κα­ρέ­κλα ποὺ εἶ­χε πρό­σφα­τα ἀ­γο­ρά­σει γιὰ νὰ νι­ώ­θει ἄ­νε­τα ὅ­ταν κά­θε­ται νὰ ση­μει­ώ­σει ἢ νὰ γρά­ψει τί­πο­τα. Ἔ­πρε­πε νὰ σκε­φτεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο σχε­τι­κὰ μὲ τὸ σύ­στη­μα τῶν ἐ­νόρ­κων, ἰ­δι­αί­τα­τα γιὰ τοὺς συ­νερ­γά­τες της στὴν ἔ­νορ­κη δι­α­δι­κα­σί­α. Ἐ­πί­σης ὁ κα­πι­τα­λι­σμὸς ἐ­πρό­κει­το νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ σο­βα­ρὸ πο­νο­κέ­φα­λο γιὰ τὸν πλα­νή­τη. Σκε­φτό­ταν νὰ δο­κι­μά­σει νὰ συν­θέ­σει ἕ­να ποί­η­μα ἐ­νάν­τια στὸν κα­πι­τα­λι­σμὸ ξε­κι­νών­τας ἀ­π’ αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν ἀ­φε­τη­ρί­α.

       Με­τὰ ἀ­πὸ κα­μιὰ ὥ­ρα ὁ Ἄν­το­νι χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα. Μα­μά, ὅ­ταν στα­μα­τή­σεις νὰ θὲς νὰ εἶ­σαι μό­νη, ἔ­λα νὰ πι­εῖς λί­γο τσά­ι μα­ζί μας. Ἔ­χου­με πο­λὺ κα­κὰ νέ­α γιὰ σέ­να. Αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ ἂν ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε πεῖ, Ἔ­λα νὰ φᾶ­με λί­γο γλυ­κό, κι ἔ­χου­με με­ρι­κά ὑ­πέ­ρο­χα νέ­α γιὰ σέ­να, δὲ θά ‘βγαι­νε ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιό της.

       Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, ἐ­νῶ ἐρ­χό­ταν στὴν πόρ­τα. Εἶ­μαι ἕ­τοι­μη, νο­μί­ζω. Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, πές μου.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Δι­και­ο­σύ­νη – μιὰ ἀρ­χὴ» («Justice – a beginning») προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ The Massachusetts Review 49, 4 (Χει­μώ­νας 2008) 423-424.

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley) (1922-2007). Συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια. Σπού­δα­σε με­τα­ξὺ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες πλά­ι στὸν Γ. Χ. Ὦν­τεν, ἴ­χνη τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ποι­η­τι­κά. Δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ σχο­λεῖ­α, πα­νε­πι­στή­μια καὶ κολ­λέ­για τῶν ΗΠΑ. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μη ὑ­πο­στη­ρί­κτρια τοῦ πα­σι­φι­σμοῦ, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο τοῦ Βι­ετ­νὰμ καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της στὸν ἀ­γώ­να γιὰ τὴν ἀ­πο­πυ­ρη­νι­κο­ποί­η­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πολ­λὰ βι­βλί­α μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα, ἐ­νῶ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου της κυ­κλο­φο­ρεῖ πλέ­ον σὲ συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις.

 

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

Εἰ­κό­να: Ἡ Γκρέ­ις Πέ­ι­λι σὲ δι­α­δή­λω­ση ἐ­ναν­τί­ον τῶν βια­σμῶν γυ­ναι­κῶν καὶ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἐ­πέμ­βα­σης στὸ Ἒλ Σαλ­βα­δόρ.


		
Advertisements

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Μά­να καὶ γιός



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Μά­να καὶ γιός


ΓΟΡΙ ἢ ἄν­δρας περ­πα­τά­ει στὸν δρό­μο. Ψά­χνει τὴ μά­να του ἢ τὴν σκέ­φτε­ται. Ἡ μά­να ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι. Δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται σι­ω­πη­λά, περ­νά­ει ἀ­πὸ μέ­σα του, δὲν τὴν γνω­ρί­ζει. Ἐ­κεί­νη τὸν νι­ώ­θει καὶ τὸν φι­λᾶ. Κά­τι ἁ­πα­λὸ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ μνή­μη, αὔ­ρα δρο­σί­ζει τὸ μνῆ­μα.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).


Ἕλενα Στριγγάρη: Μοναστηράκι



Ἕλενα Στριγγάρη


Μο­να­στη­ρά­κι


ΠΑΠΠΟΥΣ καὶ ἡ για­γιὰ ἔ­με­ναν στὸ Κου­κά­κι. Ὅ­ταν τὰ παι­διά τους παν­τρεύ­τη­καν καὶ χή­ρε­ψε ἡ για­γιὰ Ἑ­λέ­νη χώ­ρι­σε τὸ σπί­τι σὲ τρί­α δι­α­με­ρί­σμα­τα. Τὰ δύ­ο τὰ νοί­κια­σε καὶ κρά­τη­σε γιὰ κα­τοι­κί­α τὰ τρί­α με­γα­λύ­τε­ρα δω­μά­τια καὶ τὴν τε­ρά­στια κου­ζί­να ποὺ μύ­ρι­ζε γκά­ζι. Τὸ πιὸ μον­τέρ­νο πράγ­μα στὸ σπί­τι ἦ­ταν τὸ πα­τζού­ρι τῆς για­γιᾶς τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε πα­τών­τας ἕ­να κουμ­πὶ ποὺ βρι­σκό­ταν δί­πλα ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι της ἐ­πί­σης, και­νούρ­γιο ἦ­ταν τὸ ψυ­γεῖ­ο. Ἀρ­γό­τε­ρα, προ­στέ­θη­κε καὶ μιὰ τη­λε­ό­ρα­ση. Γιὰ μᾶς τὰ παι­διά, ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­νέ­δυ­ε σο­βα­ρό­τη­τα καὶ μα­γεί­α. Ὑ­πῆρ­χαν πα­λιά, κα­λο­δου­λε­μέ­να ἔ­πι­πλα καὶ ξε­νό­φερ­τα ἀν­τι­κεί­με­να. Θυ­μᾶ­μαι ὑ­πέ­ρο­χα φω­τι­στι­κά. Στὶς κρε­βα­το­κά­μα­ρες ἦ­ταν ἀ­πὸ ὀ­πα­λί­να φουρ­φου­ρέ­νια στὸ τε­λεί­ω­μα ἢ φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ κρε­μα­στὰ γυ­ά­λι­να λε­πτὰ σω­λη­νά­κια ἄ­νι­σα, ὥ­στε νὰ κα­τα­λή­γουν, βο­η­θού­με­να ἀ­πὸ χρω­μα­τι­στὲς χάν­τρες, σὲ σχέ­δια ζὶγκ-ζάκ. Θυ­μᾶ­μαι τὸ λα­βο­μά­νο πά­νω σ’ ἕ­να ἔ­πι­πλο μὲ μάρ­μα­ρο ἄ­σπρο, στὴ κρε­βα­το­κά­μα­ρα τῆς για­γιᾶς. Τὸ μπρού­τζι­νο κρε­βά­τι της μὲ τὴ δι­α­κο­σμη­τι­κὴ φιλ­ντι­σέ­νια ρο­ζέ­τα, ποὺ πο­λὺ θὰ τὴν ἤ­θε­λα. Ἕ­ναν πε­λαρ­γὸ ζω­γρα­φι­σμέ­νο σὲ βά­ζο. Μιὰ γυ­ά­λι­νη σφαί­ρα ποὺ ὅ­ταν τὴν ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­ζες στιγ­μια­ῖα, χιό­νι­ζε στὸ το­πί­ο ποὺ ἀ­πει­κο­νί­ζον­ταν μέ­σα της. Ἕ­να με­γά­λο καύ­κα­λο κά­βου­ρα μὲ κά­ποι­ον ἅ­γιο ζω­γρα­φι­σμέ­νο στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κή του με­ριά, στὸ εἰ­κο­νο­στά­σι. Τὸ ψη­λὸ ρο­λό­ι στὸ σα­λό­νι, ποὺ φο­βό­μουν μή­πως χτυ­πή­σει τὴν ὥ­ρα καὶ τρο­μά­ξω ἢ μή­πως κρύ­βε­ται κά­ποι­ος μέ­σα του. Μιὰ ὡ­ραί­α πα­λιὰ ξυ­λό­σομ­πα ἀ­πὸ μαν­τέ­μι καὶ πλα­κά­κια σμαλ­τω­μέ­να μὲ ὑ­πέ­ρο­χα χρώ­μα­τα καὶ ἀ­νά­γλυ­φα σχέ­δια ἂρ-νου­βώ. Μπορ­ντὸ τρα­πε­ζο­μάν­τη­λα κεν­τη­μέ­να μὲ χρυ­σο­κλω­στὴ σὲ φου­σκω­τά, ἀ­νά­γλυ­φα φυ­τι­κὰ μο­τί­βα. Μὲ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζαν οἱ φεγ­γί­τες στὶς πόρ­τες καὶ στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Ἀ­κό­μα τοὺς νο­σταλ­γῶ, εἰ­δι­κὰ τὸν χει­μώ­να ποὺ ἀ­νοί­γω τὶς μπαλ­κο­νό­πορ­τες γιὰ ν’ ἀ­ε­ρί­σω τὰ δω­μά­τια καὶ ὁ ἄ­νε­μος κά­νει τὰ ἀν­τι­κεί­με­να νὰ κιν­δυ­νεύ­ουν νὰ πέ­σουν κι ἐ­μᾶς νὰ πά­θου­με πνευ­μο­νί­α… Στὴν κου­ζί­να ὑ­πῆρ­χε μιὰ ξύ­λι­νη σκά­λα. Ὅ­ταν μα­ζευ­ό­μα­στε καὶ τὰ ὀ­χτὼ ἐγ­γό­νια, παί­ζα­με στὰ σκα­λο­πά­τια της τὰ «ἀ­γάλ­μα­τα». Στὴν κου­πα­στή της κά­να­με τσου­λή­θρα. Στὸ τέρ­μα της ὑ­πῆρ­χε τὸ μα­γι­κό­τε­ρο μέ­ρος τοῦ σπι­τιοῦ, μιὰ μι­κρού­λα ἀ­πο­θή­κη, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πα­γο­ρευ­ό­ταν νὰ μποῦ­με τὰ παι­διά. Μα­ζευ­ό­μα­στε στὴν κορ­φὴ τῆς σκά­λας καὶ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι τῆς πόρ­τας, προ­σπα­θού­σα­με ἀ­πε­γνω­σμέ­να νὰ δι­α­κρί­νου­με κά­τι. Μί­α ξα­δέρ­φη μας κο­κο­ρευ­ό­ταν πὼς εἶ­χε μπεῖ μέ­σα. Ἀλ­λὰ δὲν τὴν πο­λυ­πι­στεύ­α­με, για­τὶ ὅ­ταν τὴ ρω­τού­σα­με τί ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ, μᾶς ἀ­παν­τοῦ­σε «πα­λιὰ πράγ­μα­τα». Μιὰ φο­ρὰ μπῆ­κα κ’ ἐ­γὼ στὴν ἀ­πο­θη­κού­λα. Μὲ βά­λα­νε γιὰ λί­γο καὶ ἀ­μέ­σως, μὲ βγά­λα­νε ἔ­ξω. Δὲν πρό­λα­βα ν’ ἀ­νοί­ξω οὔ­τε μιὰ χαρ­τό­κου­τα. Δὲν εἶ­δα οὔ­τε, βέ­βαια, ἀ­πο­κό­μι­σα κα­νέ­να θη­σαυ­ρό. Δὲν πρό­λα­βα ν’ ἀ­πο­κτή­σω οὔ­τε ἕ­να κρυ­σταλ­λά­κι πα­λαι­οῦ πο­λυ­ε­λαί­ου καὶ τὸ μυ­στή­ριο τῆς ἀ­πο­θή­κης δὲν λύ­θη­κε. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ μ’ ἀ­ρέ­σει τώ­ρα νὰ τρι­γυρ­νά­ω στὸ Μο­να­στη­ρά­κι καὶ νὰ ψα­χου­λεύ­ω στὰ πα­λιὰ ἔ­πι­πλα καὶ ἀν­τι­κεί­με­να. Οἱ φί­λοι μου ἀ­πο­ροῦν για­τί, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με ἐλ­λεί­ψεις, τὸ ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι. Οἱ κα­κο­προ­αί­ρε­τοι ἄ­δι­κα προ­σπά­θη­σαν νὰ ἐν­το­πί­σουν κά­ποι­α κτη­τι­κὴ μα­νί­α. Κι ἐ­γώ, μπο­ρεῖ νὰ λέ­ω ψέ­μα­τα στὸν ἑ­αυ­τό μου πὼς μοῦ ἀ­ρέ­σει, στὸ Γι­ου­σου­ρούμ, ἡ σου­ρε­α­λι­στι­κή του ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ τ’ ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν «ζή­σει». Πὼς μοῦ ἀ­ρέ­σει τὰ ἀ­σή­μαν­τα ἢ σπα­σμέ­να νὰ γειτ­νιά­ζουν μὲ αὐ­τὰ ποὺ θε­ω­ροῦ­με ὡ­ραῖ­α καὶ σπου­δαῖα. Μπο­ρεῖ νὰ λέ­ω ψέ­μα­τα πὼς μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ βρί­σκο­μαι στὸν δρό­μο ποὺ περ­νᾶ στὸ πλά­ι τοῦ Θη­σεί­ου, για­τὶ κοι­τών­τας τὴν στο­ὰ τοῦ Ἀτ­τά­λου, τὴν Ἀ­κρό­πο­λη, τὸ να­ὸ τοῦ Ἡ­φαί­στου, τὰ νε­ο­κλα­σι­κὰ καὶ τὸ τρέ­νο ποὺ περ­νᾶ, νοι­ώ­θω πὼς μπαί­νω σὲ πί­να­κα τοῦ Ντὲ Κί­ρι­κο. Μὲ ἀ­πω­θη­μέ­νο τὴν ἀ­πο­θή­κη τῆς για­γιᾶς, μπο­ρεῖ ὅ­λ’ αὐ­τὰ ν’ ἀ­ναι­ροῦν­ται.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).



		

	

Εἰρήνη Γιαβάση: Παιδίσκη


Εἰ­ρή­νη Γι­α­βά­ση


Παι­δί­σκη


ΤΑΝΕ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ἀνοιξιάτικο, σὰν ὅ­λα ποὺ δι­α­βαί­να­νε ἀ­δι­ά­φο­ρα τοὺς τε­λευ­ταί­ους δύ­ο μῆ­νες. Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πα­ρα­φυ­λοῦ­σε, ἴ­διο καὶ ἀ­πα­ράλ­λα­κτο μὲ τὰ προ­η­γού­με­να· σι­ω­πη­λό, μὲ ἀ­νύ­παρ­κτες τη­λε­φώ­νου κλή­σεις, φυλ­λο­μέ­τρη­μα τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς στὴν αὐ­λή, ἀ­πὸ τὴ συγ­κά­τοι­κο καὶ κη­δε­μό­να τοῦ σπι­τιοῦ για­γιά μου καὶ τὴν πι­θα­νὴ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ ἔ­φο­δο-ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση τῆς θεί­ας μου. Ὅ­λα κυ­λοῦ­σαν ἀρ­γὰ καὶ σι­ω­πη­λὰ σὲ αὐ­τὴ τὴν ἔ­ρη­μη —μοῦ φαι­νό­ταν— καὶ κά­πο­τε ἥ­συ­χη με­ριὰ τῆς πό­λης, ποὺ ταί­ρια­ζαν τὰ βι­α­στι­κὰ κα­λο­και­ρι­νὰ μπά­νια, ἀλ­λὰ κα­θό­λου ἡ με­λαγ­χο­λι­κὴ πε­ρί­ο­δος ποὺ θή­τευ­α τοὺς τε­λευ­ταί­ους δύ­ο μῆ­νες καὶ δε­κα­τέσ­σε­ρις μέ­ρες. Ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρὸ τρα­βοῦ­σα τοὺς με­ση­με­ρια­νοὺς ὕ­πνους, νὰ ξε­χει­λώ­σουν, νὰ συρ­ρι­κνω­θεῖ ὁ χρό­νος, νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ μπρο­στά μου ἠ­ρε­μό­τε­ρα, δί­χως κλά­μα­τα καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὲς σι­ω­πὲς – γιὰ κά­ποι­ο λό­γο ὁ κό­σμος μου ἦ­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νος καὶ τα­ρα­χώ­δης μό­νο στὶς σι­ω­πές. Ὁ χρό­νος ἔ­μοια­ζε ἀ­πει­λη­τι­κὰ μα­κρύς, ἀ­δι­ά­βα­τος, γε­λοῦ­σε μὲ τὰ πρη­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ κλά­μα μά­τια μου κι ἐγώ, γιὰ νὰ ἁ­πα­λύ­νω τὸν πό­νο μου, κοι­μό­μουν.

        Ἀ­κού­στη­κε τό­τε ἕ­να γρα­τζού­νι­σμα στὴν πόρ­τα. Ἄ­νοι­ξα καὶ εἶ­δα μὲ ἔκ­πλη­ξη —ὄ­χι γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α, ἀλ­λὰ γιὰ τὴν ὥ­ρα— τὴ μι­κρο­σκο­πι­κή, 80 ἑ­κα­το­στῶν μό­λις, καὶ ὀ­λι­γό­τρι­χη κα­στα­νό­ξαν­θη φι­γού­ρα τῆς Ἀγ­γε­λι­κού­λας. Ἡ μπέμ­πα γει­το­νο­πού­λα. Ἀ­πὸ μα­κριὰ φαι­νό­ταν ἡ μα­μά της νὰ προ­σπα­θεῖ μὲ μυ­στα­γω­γι­κὰ σή­μα­τα χε­ρι­ῶν ποὺ σκού­πι­ζαν τὸν ἀ­έ­ρα νὰ μὲ μυ­ή­σει σὲ νο­ή­μα­τα ὑ­ψη­λά: «Πέν­τε» σχη­μά­τι­ζε τὸ χέ­ρι της σὰν μούν­τζα, ἐν­νο­ών­τας αὐ­τὰ τὰ πέν­τε λε­πτὰ ποὺ θὰ πε­τα­γό­ταν γιὰ τὸν, μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ ἐ­μᾶς καὶ με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν μπέμ­πα, Πα­να­γι­ώ­τη στὸ κο­λυμ­βη­τή­ριο. Δέ­χτη­κα καὶ τὴν ἔ­βα­λα στὴν αὐ­λή.

        Κα­θί­σα­με στὶς ἄ­σπρες πλα­στι­κὲς κα­ρέ­κλες. Τὸ ἐ­φή­με­ρο πλά­σμα στε­κό­ταν μπρο­στά μου σὰν μυ­στι­κό. Καὶ τώ­ρα; Κά­τι ἡ χρό­νϊα ἀ­που­σί­α ἐ­πα­φῆς μὲ μω­ρου­δια­κὲς ἡ­λι­κί­ες, κά­τι ἡ ἐ­σω­στρέ­φειά μου μὲ μαγ­κῶ­σαν. Στρα­βο­κα­τά­πια καὶ ἔ­στυ­ψα τὸ μυα­λό μου νὰ θυ­μη­θεῖ τρα­γου­δά­κια καὶ κολ­πά­κια δι­α­σκε­δα­στι­κά, ποὺ ται­ριά­ζουν σὲ αὐ­τὲς τὶς ἡ­λι­κί­ες. Ἔ­κα­να μιὰ ἀ­ψυ­χο­λό­γη­τη γκρι­μά­τσα. Ἡ μυ­τού­λα της μα­ζεύ­τη­κε ψη­λὰ καὶ τὰ δον­τά­κια —ὁ­λό­κλη­ρη γραμ­μα­το­σει­ρὰ— πε­τά­χτη­καν μπρο­στὰ σὰν ἄ­σπρες τσί­χλες. Χα­μο­γέ­λα­σα. Δὲν ἦ­ταν τό­σο δύ­σκο­λο. Μὲ κοί­τα­ξε ἐ­ρευ­νη­τι­κά, φαι­νό­ταν πε­ρί­ερ­γη. Μοῦ ‘ρθε στὸ στό­μα ξα­νὰ – δὲν τὸ ‘θε­λα – ἡ στι­φά­δα τῆς θλί­ψης μου. «Κού­κου- τσά» εἶ­πε ξαφ­νι­κά. Τὸ παι­χνί­δι της μὲ ξάφ­νια­σε. Ἔ­κρυ­βε τὰ μα­τά­κια πί­σω ἀ­πὸ τὰ φρα­τζο­λί­σια χε­ρά­κια καὶ ἄ­φη­νε προ­σε­κτι­κὰ μιὰ μι­κρὴ χα­ρα­μά­δα νὰ μὲ κοι­τά­ζει. Ξα­νὰ καὶ ξα­νά, τὰ χε­ρά­κια της πα­ρί­στα­ναν πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα ποὺ ἀ­νοίγαν καὶ κλεί­ναν, σὰν κα­λο­ρυθ­μι­σμέ­νη καρ­διά. Ἀ­κού­σια, τὰ χέ­ρια μου ἀγ­γί­ξαν τὸ πρό­σω­πό μου καὶ κά­να­νε τὸ ἴ­διο μὲ μιὰ ξε­χα­σμέ­νη χά­ρη. Τὰ γέ­λια της καὶ τὰ δι­κά μου ἀ­πρό­σμε­να γέ­λια χυ­θῆ­καν στὴν αὐ­λή.  Αὐ­τὸ τὸ πο­νη­ρὸ πλά­σμα ξε­γε­λοῦ­σε σὰν ἱ­κα­νὸς μα­έ­στρος τὴ θλί­ψη μου. Τὸ ἐ­λά­χι­στο ὕ­ψος του, τὸ κε­φα­λά­κι ἀ­πὸ χρυ­σὸ καὶ τὰ πο­νη­ρὰ μά­τια μ’ ἀ­­λά­φρω­ναν. Δὲν ξέ­ρω πό­ση ὥ­ρα κρυ­βό­μα­στε ἡ μί­α ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Πρό­σω­πο, χέ­ρια καὶ μύ­τες ἀ­να­κα­τεύ­ον­ταν καὶ κά­θε φο­ρά, ἡ ἔκ­πλη­ξη γιὰ τὸ ποι­ός θὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ πί­σω ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λα με­γά­λω­νε. Ὁ χρό­νος στα­μά­τη­σε μὲ αὐ­τὸ τὸ πλά­σμα· ἠ­ρε­μοῦ­σα.

        Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἡ για­γιὰ φώ­να­ξε ἀ­πὸ μέ­σα τὸ ὄ­νο­μά της. «Ἀγ­γε­λι­κού­λα». Ἡ μι­κρή, ἔ­χον­τας ἀ­δυ­να­μί­α στὴν ἀ­σπρο­μάλ­λα γυ­ναί­κα μὲ τὰ τρία ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα δόν­τια καὶ τὴ μυ­ρω­διὰ ἱ­δρω­μέ­νης νι­βέ­α, πε­τά­χτη­κε πε­ρι­χα­ρῶς στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ σπι­τιοῦ. Μπρο­στὰ στὸ ἔκ­πλη­κτο βλέμ­μα μου καὶ στὰ χέ­ρια ποὺ πῆ­γαν νὰ τὴ στα­μα­τή­σουν μὴν τυ­χὸν καὶ χτυ­πή­σει, κα­τέ­βη­κε πη­δών­τας τὰ σκα­λο­πά­τια, δὲν πι­ά­στη­κε που­θε­νὰ νὰ στε­ρε­ώ­σει τὰ ἀ­δύ­να­μα βη­μα­τά­κια της καὶ ὅρ­μη­σε γε­λών­τας στὸ σα­λό­νι. Σὲ αὐ­τὰ τὰ δέ­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ τὸ παιδάκι δι­έ­σχι­σε τρέ­χον­τας τὴν αὐ­λή, κά­τι μὲ δι­α­πέ­ρα­σε. Θὲς ἡ εὐ­θύ­νη, ἡ τα­χύ­τη­τα, τὸ βι­α­στι­κὸ τρέ­ξι­μο, ἡ ἀ­σφά­λεια αὐ­τοῦ τοῦ μι­κροῦ πλά­σμα­τος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, οἱ μω­ρου­δια­κὲς πα­τοῦ­σες ποὺ ἀγ­γί­ζαν τὸ χῶ­μα καὶ πε­τι­όν­ταν πά­λι ἀ­νά­λα­φρες ψη­λά, μοῦ φά­νη­καν —ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ σκη­νή— ἡ πιὸ γεν­ναί­α πρά­ξη τῶν τε­λευ­ταί­ων δύ­ο μη­νῶν καὶ δε­κα­τεσ­σά­ρων ἡ­με­ρῶν· ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ και­ροῦ ποὺ περ­νοῦ­σα τὸ ἀ­δι­ά­λει­πτο καὶ ἀ­νοί­κει­ο βά­θος τοῦ χω­ρι­σμοῦ. Τὸ μω­ρό, εἶ­χε προ­λά­βει νὰ βου­τή­ξει μέ­σα στὸ κά­λε­σμα τῆς για­γιᾶς, μὲ τὴν τα­χύ­τη­τα τοῦ ἀ­νέ­μου, τὸ χα­μό­γε­λο τῆς εὐ­τυ­χί­ας, τὴ σι­γου­ριὰ τοῦ ἀν­θρώ­που ποὺ πα­τᾶ γε­ρὰ στὰ πό­δια του. Σὲ αὐ­τὰ τὰ δέ­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα, μοῦ φά­νη­κε πὼς με­γά­λω­σα ἐ­γὼ ἡ ἴ­δια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Γι­α­βά­ση. Φοι­τή­τρια στὸ ΕΑΠ στὸ με­τα­πτυ­χια­κὸ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Δι­α­κρί­θη­κε στὸν 34ο δι­α­γω­νι­σμὸ τῆς Πα­νελ­λή­νιας Ἕ­νω­σης Λο­γο­τε­χνῶν στὴν κα­τη­γο­ρί­α νου­βέ­λα μὲ τὸ ἔρ­γο «Ρε­τά­λια ὕ­παρ­ξης».


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Σέλφι



Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Σέλφι


«…I FEEL GOOD…», ἕ­να δυ­να­τὸ οὐρ­λια­χτὸ ποὺ ἔ­κο­ψε τὸν χρό­νο στὰ δυ­ό, κι ὅ­λοι πε­τα­χτή­κα­με ὄρ­θιοι, τὸ χέ­ρι στὸ στῆ­θος πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς. Ὁ Τζαί­ημς Μπρά­ουν ἤ­τα­νε. Ἀ­πὸ ζευ­γά­ρια καὶ πα­ρέ­ες καὶ με­μο­νω­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι γί­να­με ἕ­να ‘ἐ­μεῖς’. Ἐ­μεῖς οἱ ἐκ­δρο­μεῖς, ἐ­μεῖς ἡ κρου­α­ζι­έ­ρα γιὰ τὴ Γραμ­βού­σα καὶ τὸν Μπά­λο ποὺ ψι­λο­κου­βεν­τι­ά­ζα­με χα­λα­ρω­μέ­νοι πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ ξε­κι­νή­σου­με μέ­χρι πού. Οὔφ, χα­μο­γε­λά­σα­με κα­θη­συ­χα­σμέ­νοι ‘ἐ­μεῖς’, ρί­χνον­τας μιὰ μα­τιὰ ἕ­να γύ­ρω, στοὺς ἄλ­λους πα­θόν­τες. Κο­ρί­τσια κι ἀ­γό­ρια, ζευ­γά­ρια, πα­ρέ­ες, μο­να­χι­κοὶ λι­γό­τε­ρο, μό­λις εἴ­χα­με κο­λυμ­πή­σει ὣς τὸ κα­ρά­βι μας με­τὰ τὶς βόλ­τες στοὺς δυ­ὸ μο­να­δι­κοὺς προ­ο­ρι­σμούς, φω­το­γε­νεῖς σί­γου­ρα, ρη­χὲς λι­μνο­θά­λασ­σες μὲ με­γά­λες κρυμ­μέ­νες κο­τρό­νες βα­θύ­τε­ρα, καὶ λά­βα­με θέ­σεις ὕ­στε­ρα γιὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή. Ὅ­λο κι ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὴν πλα­ϊ­νὴ σκά­λα ἀ­στρα­φτε­ρὰ μπι­κί­νι , κο­ρι­τσο­μά­νι καὶ ζευ­γά­ρια κά­νον­τας ἀ­κό­μα μιὰ βου­τιὰ καὶ φω­το­γρα­φί­ες καὶ σέλ­φι καὶ πά­λι στὸν βα­τή­ρα, φω­το­γρα­φί­ες καὶ βου­τι­ὲς καὶ σέλ­φι – ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­νον­τας τὴν ὀ­λι­γό­λε­πτη δι­α­ση­μό­τη­τα ποὺ εἶ­χε δι­εκ­δι­κή­σει γιὰ τοὺς ἄ­ση­μους ὁ Ἄν­τυ Γου­ῶρ­χολ.

       Αὔ­γου­στος. Δι­α­κο­πές. Εἴ­χα­νε σχε­διά­σει ἐ­πὶ χάρ­του δι­α­δρο­μὲς καὶ τα­ξί­δια μὲς στὸ τα­ξί­δι, καὶ τὶς πραγ­μα­το­ποι­οῦ­σαν κα­τὰ λέ­ξη με­τά. Ξε­νο­δο­χεῖ­ο στὸ πα­λιὸ λι­μά­νι στὰ Χα­νιὰ κι ἀ­πὸ κεῖ δι­α­δρο­μὲς δι­ά­φο­ρες στὴ Χα­λέ­πα, στὸ Ἀ­κρω­τή­ρι γιὰ τοὺς τά­φους τῶν Βε­νι­ζέ­λων ὅ­σο ρό­δι­ζε τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα, στὸν Βά­μο, στὴ Φα­λά­σαρ­να, στὸν Ὁ­μα­λό, στὴν Κάν­τα­νο καὶ τώ­ρα νά ποὺ ἡ κρου­α­ζι­έ­ρα τους εἶ­χε λά­βει τέ­λος. Ἡ λι­μνο­θά­λασ­σα τοῦ Μπά­λου μὲ τὰ σμα­ρα­γδέ­νια νε­ρὰ καὶ τὴ λευ­κὴ ἄμ­μο τῆς εἶ­χε κο­στί­σει μιὰ ἄ­γαρ­μπη γλί­στρα στὴ σκά­λα τοῦ πλοί­ου καὶ ἕ­να χτύ­πη­μα στὸ μι­κρὸ δα­χτυ­λά­κι τοῦ πο­διοῦ ποὺ τὴν πο­νοῦ­σε καὶ τὴν ἔ­σφα­ζε ὅ­σο περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα. Αὔ­ριο θὰ πή­γαι­ναν στὸ Ἐ­λα­φο­νή­σι, ἄλ­λη πε­ρι­πέ­τεια τοὺς πε­ρί­με­νε κι ἐ­κεῖ, μὲ τὶς ρό­δι­νες λι­μνο­θά­λασ­σες ποὺ σύ­στη­ναν μὲ πά­θος οἱ του­ρι­στι­κοὶ ὁ­δη­γοί. Καὶ τα­βερ­νά­κια, βόλ­τες, ἐκ­δρο­μές, θά­λασ­σες κι ἱ­στο­ρί­ε­ς στὴν πό­λη μέ­χρι τὸ τέ­λος, ποὺ θὰ ἔ­παιρ­ναν τὸ πλοῖ­ο τοῦ γυ­ρι­σμοῦ γιὰ τὸν Πει­ραι­ά. Χρό­νια τα­ξι­δεύ­ουν μα­ζὶ πα­ρέ­α τὰ τρί­α ζευ­γά­ρια. Ἔ­χουν μά­θει νὰ ὑ­πο­χω­ροῦν, νὰ χα­μο­γε­λοῦν, νὰ ἀν­τέ­χουν στρα­βο­μου­τσου­νι­ά­ζον­τας ἀ­στεῖ­α τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες —ὁ ἕ­νας τοῦ ἀλ­λου­νοῦ—ποὺ μὲ τὰ χρό­νια γι­γαν­τώ­νον­ται. Ἡ Λυ­δί­α, ποὺ ἐν­νο­εῖ πάν­το­τε νὰ ἀλ­λά­ζουν θέ­ση δυ­ὸ καὶ τρεῖς φο­ρὲς στὸ τα­βερ­νά­κι, στὴν πα­ρα­λί­α, στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μέ­χρι νὰ πε­τύ­χουν τὴν πιὸ κα­λὴ θέ­α, τὸ πιὸ δρο­σε­ρὸ τρα­πέ­ζι. Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια, ποὺ ἐ­πι­μέ­νει φορ­τι­κὰ νὰ γί­νον­ται δε­κτὲς οἱ προ­τά­σεις της, δὲν θὰ πή­γαι­ναν καὶ στὸ και­νούρ­γιο μου­σεῖ­ο τῆς Ἐ­λεύ­θερ­νας; Δὲν θὰ ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἴ­σως καὶ τὴ Μη­λιά; Τῆς εἶ­χαν πεῖ ὅ­τι θὰ ἔ­βρι­σκαν ἐ­κεῖ ἕ­να μο­να­δι­κὸ ὀ­ρει­νὸ χω­ριὸ μὲ οἰ­κο­λο­γι­κὴ συ­νεί­δη­ση – νὰ φαν­τα­στεῖς ὅ­τι δὲν εἶ­χαν οὔ­τε φῶς οὔ­τε νε­ρό. Ἔ, καὶ εἶ­χαν φτά­σει ἀ­σθμαί­νον­τες, κα­τα­σκο­νι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸν χω­μα­τό­δρο­μο καὶ βρῆ­καν ἁ­πλῶς ἕ­ναν πλή­ρως ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο του­ρι­στι­κὸ οἰ­κι­σμό. Ὁ Λευ­τέ­ρης πά­λι, τῆς Ἰ­φι­γέ­νειας, ἐν­νο­εῖ νὰ κο­λυμ­πή­σει, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως προ­γράμ­μα­τος, σὲ κά­θε πα­ρα­λί­α ποὺ συ­ναν­τοῦν, ἐ­νῶ ὁ Πα­να­γι­ώ­της, ὁ δι­κός της, ἔ­χει ἀλ­λά­ξει κα­νὰ δυ­ὸ φο­ρὲς —μὲ συ­νο­πτι­κὲς δι­α­δι­κα­σί­ες— τὸ σχέ­διο πλεύ­σης, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν ἕ­να οὐ­ζά­κι στὴν πρά­σι­νη αὐ­λὴ τοῦ βα­θύ­σκι­ω­του κα­φε­νέ, στὸ Γα­βα­λο­χώ­ρι γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἄ­κυ­ρο τὸ μπά­νιο ποὺ ἦ­ταν στὸ πρό­γραμ­μα. Ἀ­δι­έ­ξο­δο. Ἀλ­λά, πε­ρι­έρ­γως, οἱ ἄν­τρες χαί­ρουν μᾶλ­λον ἀ­συ­λί­ας, καὶ οἱ δι­κές τους πα­ρα­ξε­νι­ὲς δὲν κα­τα­με­τροῦν­ται ὡς τέ­τοι­ες, κι ὅ­λο καὶ βγαί­νουν ἀ­λώ­βη­τοι ἀ­πὸ πρω­το­βου­λί­ες ἀ­νή­κου­στες γιὰ κεῖ­νες. Θὰ μπο­ροῦ­σαν, βέ­βαι­α, νὰ συμ­μα­χή­σουν συμ­με­τρι­κά, οἱ γυ­ναῖ­κες με­τα­ξύ τους, χρό­νια φί­λες ἐξ ἄλ­λου καὶ συμ­φοι­τή­τρι­ες πα­λι­ό­τε­ρα, ἀ­πὸ κεῖ­νες ἔ­χει δέ­σει καὶ ἡ φι­λί­α τῶν ἀν­τρῶν τους καὶ κρα­τά­ει γε­ρά, ἀλ­λὰ νὰ ποὺ συ­χνὰ προ­τι­μοῦν συμ­βα­τι­κὰ τὴν ἀ­νί­ε­ρη συμ­μα­χί­α τοῦ ζευ­γα­ριοῦ. Ἀ­πα­ρά­δε­κτο. Καὶ πά­λι ἀ­να­πο­λοῦν τὶς περ­σι­νὲς δι­α­κο­πὲς —σὲ ποιό νη­σί;— καὶ τὶς προ­πέρ­σι­νες, προ­σπα­θοῦν νὰ θυ­μη­θοῦν συ­νε­ται­ρι­κὰ —προ­ϊ­ού­σης τῆς ἡ­λι­κί­ας ἡ μνή­μη τους ὀ­πι­σθο­χω­ρεῖ— χρο­νι­ὲς καὶ το­πω­νύ­μια, πα­λιά τους κα­τορ­θώ­μα­τα, καὶ ἀ­νέκ­δο­τα καὶ τρα­γού­δια καὶ ἡ­με­ρο­μη­νί­ες, καὶ δί­νουν τό­πο στὴν ὀρ­γὴ καὶ ἀ­νέ­χον­ται τὸν ἄλ­λο, ποὺ ποιός εἶ­ναι στὸ κά­τω-κά­τω, ὁ στε­νός τους φί­λος εἶ­ναι, ἡ κα­λή τους φί­λη ποὺ δο­κι­μά­ζει βέ­βαι­α τὰ ὅ­ριά τους. Ἂν ἦ­ταν οἱ δυ­ό τους μὲ τὸ θε­σμι­κό τους ταί­ρι, θὰ εἶ­χαν σκυ­λο­κα­βγα­δί­σει τοῦ κα­λοῦ και­ροῦ. Τώ­ρα, μό­νο κα­νέ­νας ἀ­να­στε­ναγ­μὸς καὶ συ­νω­μο­τι­κὰ βλέμ­μα­τα αὐ­το­λύ­πη­σης. Τί νὰ γί­νει, θὰ πε­ρά­σουν οἱ μέ­ρες, θὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θοῦν τὰ προ­γράμ­μα­τά τους, θὰ μποῦν στὸ πλοῖ­ο —στὸν Κύ­δω­να ἢ στὸ Μά­τζικ Λάιφ— καὶ θὰ γυ­ρί­σουν στρι­μωγ­μέ­νοι στὴν κοι­νή τους με­γά­λη σα­κα­ρά­κα μὲ ὑ­περ­δι­πλά­σια τὰ μπαγ­κά­ζια στὸν γυ­ρι­σμό, ἀ­πὸ δῶ­ρα καὶ ἀ­γο­ρές, θὰ πε­ρά­σουν τὶς φω­το­γρα­φί­ες στὸ κομ­πι­οῦ­τερ, μαυ­ρι­σμέ­νοι, δυ­ὸ κι­λὰ βα­ρύ­τε­ροι, ἕ­τοι­μοι νὰ ἀ­παν­τή­σουν χα­μο­γε­λών­τας στὴν ἐ­πί­μα­χη ἐ­ρώ­τη­ση, ναί, ὀ­νει­ρε­μέ­να πέ­ρα­σαν καὶ φέ­τος. Καὶ τοῦ χρό­νου.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.



		

	

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan): Ὁ ἐ­πι­ταγ­μέ­νος πα­ρα­μυ­θάς



Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Ὁ ἐ­πι­ταγ­μέ­νος πα­ρα­μυ­θάς

(The Conscripted Storyteller)


«ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟΣ εἶ­σαι;» ρώ­τη­σα.

            «Ὄ­χι», εἶ­πε. «Εἶ­μαι κο­ρι­τσά­κι. Ποῦ χά­θη­κες τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, Κύ­ρι­ε;»

            Στε­κό­μουν στὸ τμῆ­μα λο­γο­τε­χνί­ας τῆς δη­μο­τι­κῆς βι­βλι­ο­θή­κης καὶ δι­ά­βα­ζα ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ Γου­ό­τσον Τ. Σμὶθ Μπρά­ουν­λι στὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­τύ­πω­νε, μὲ ἀ­πο­λύ­τως λο­γι­κὸ τρό­πο, τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι ὅ­λοι οἱ συγ­γρα­φεῖς καὶ ποι­η­τὲς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ στα­μα­τή­σουν νὰ γρά­φουν κι ἀν­τὶ γι’ αὐ­τὸ νὰ ἐ­πι­δο­θοῦν στὸ χτί­σι­μο μὲ τοῦ­βλα. Ἤ­μουν πά­ρα πο­λὺ ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο, τὴν ὥ­ρα ποὺ κά­ποι­ος ἄρ­χι­σε νὰ μοῦ χτυ­πᾶ ἐ­λα­φρά το πό­δι. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζα κά­ποι­ο βι­βλί­ο στὴ βι­βλι­ο­θή­κη κά­ποι­ος μοῦ χτυ­ποῦ­σε τὸ πό­δι. Ἤ­μουν πε­ρί­ερ­γος νὰ δῶ τί συμ­βαί­νει. Κοί­τα­ξα πρὸς τὰ κά­τω καὶ εἶ­δα ἕ­να κο­ρι­τσά­κι μὲ ξαν­θὰ μαλ­λιά, πρά­σι­νο φό­ρε­μα καὶ μπλὲ μά­τια νὰ χτυ­πᾶ ἐ­λα­φρά το πό­δι μου μὲ τὸν δεί­κτη τοῦ χε­ριοῦ του.

            «Ποῦ ’­ναι ἡ μη­τέ­ρα σου, κο­ρι­τσά­κι;» ρώ­τη­σα.

            «Γιὰ ψώ­νια», ἀ­πάν­τη­σε.

            «Κι ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­δῶ;» εἶ­πα. «Καὶ στα­μά­τα, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, νὰ σκουν­τᾶς τὸ πό­δι μου.»

            «Ἡ μη­τέ­ρα μου μὲ ἄ­φη­σε ἐ­δῶ νὰ δι­α­βά­σω μέ­χρι νὰ κά­νει τὰ ψώ­νια της. Ἔ­χω ξε­κι­νή­σει νὰ δι­α­βά­ζω ἕ­να βι­βλί­ο.»

            «Για­τί δὲν πᾶς πί­σω τό­τε νὰ δι­α­βά­σεις τὸ βι­βλί­ο σου;» πρό­τει­να.

            «Εἶ­ναι σα­χλα­μά­ρα», εἶ­πε.

            «Καὶ τί ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι πρέ­πει νὰ κά­νω ἐ­γὼ γι’ αὐ­τό;»

            «Πές μου μιὰ ἱ­στο­ρί­α», εἶ­πε.

            «Τί;»

            «Ἥ­συ­χα,» εἶ­πε «ἀλ­λι­ῶς θὰ τοὺς ξε­ση­κώ­σεις ὅ­λους».

            «Δὲν θέ­λω νὰ σοῦ πῶ κα­μιὰ ἱ­στο­ρί­α,» εἶ­πα. «Θέ­λω νὰ δι­α­βά­σω τὸ βι­βλί­ο μου.»

            «Θὰ μοῦ πεῖς μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            «Για­τί ἐ­γώ;»

            «Για­τί ἔ­ψα­ξα νὰ δῶ ποι­ὸς ἔ­χει τὸ με­γα­λύ­τε­ρο στό­μα ἐ­δῶ μέ­σα καὶ τὸ ἔ­χεις ἐ­σύ.»

            «Τί θὰ κά­νεις ἂν ἀρ­νη­θῶ νὰ σοῦ πῶ τὴν ἱ­στο­ρί­α σου;» ρώ­τη­σα.

            «Ἄ, τί­πο­τα», εἶ­πε γλυ­κά. «Ἁ­πλῶς θὰ ἀρ­χί­σω νὰ οὐρ­λιά­ζω ὅ­σο πιὸ δυ­να­τὰ μπο­ρῶ καὶ μό­λις ἔρ­θουν ὅ­λοι ἐ­δῶ πέ­ρα, θὰ τοὺς πῶ ὅ­τι εἶ­σαι ὁ πα­τέ­ρας μου. Μοῦ ’­χουν πεῖ ὅ­τι ὅ­ταν οὐρ­λιά­ζω ἀ­κού­γε­ται σὰ νὰ ἐ­πί­κει­ται τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου. Δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ δαγ­κώ­σω καὶ κα­νέ­ναν: μιὰ ἀ­γα­θὴ κι ἀ­θώ­α γρι­ού­λα λό­γου χά­ρη. Σ’ ἔ­χουν ἁ­λυ­σο­δέ­σει πο­τὲ σὲ γα­λέ­ρα νὰ κά­νεις κου­πί, Κύ­ρι­ε;»

            Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι τὴν εἶ­χα πα­τή­σει κι ἔ­τσι, ἀ­πρό­θυ­μα, ἔ­βα­λα τὸ βι­βλί­ο πί­σω στὸ ρά­φι. «Θὰ σοῦ πῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ἔ­ξω στὰ σκα­λιά», εἶ­πα μὲ τὴ φω­νὴ τοῦ ἡτ­τη­μέ­νου.

            «Τὸ ’­ξε­ρα ὅ­τι θὰ τὰ βροῦ­με», εἶ­πε.

            Βγῆ­κα περ­πα­τών­τας ἀ­πὸ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη καὶ κρα­τι­ό­μουν ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ἑ­νὸς μι­κροῦ κο­ρι­τσιοῦ ποὺ γνώ­ρι­ζα χω­ρὶς κα­μιὰ ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι θὰ δι­έ­ψευ­δε τὴ θε­ω­ρί­α τῆς σχε­τι­κό­τη­τας τοῦ Ἀ­ϊν­στά­ιν.

            Κά­θι­σα στὰ σκα­λιὰ τῆς βι­βλι­ο­θή­κης κι ἐ­κεί­νη κά­θι­σε ἀ­νέ­με­λα στὰ πό­δια μου. Σή­κω­σα τὸ βλέμ­μα μου κι εἶ­δα τὸ πα­λιὸ δη­μαρ­χεῖ­ο σκε­πα­σμέ­νο ἀ­πὸ κλή­μα­τα καὶ πε­ρι­στέ­ρια νὰ στέ­κον­ται στὴν ὀ­ρο­φή του καὶ νὰ γουρ­γου­ρί­ζουν.

            «Τί θὰ ἔ­λε­γες νὰ ἀ­κού­σεις μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι;» ρώ­τη­σα.

            «Ἕ­να ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πε­ρι­στέ­ρια;» εἶ­πε δεί­χνον­τας τὴν ὀ­ρο­φὴ τοῦ δη­μαρ­χεί­ου.

            «Ναί», εἶ­πα.

            «Ὄ­χι», εἶ­πε.

            «Για­τί ὄ­χι;» εἶ­πα.

            «Μοῦ μοιά­ζουν μὲ ἕ­να μά­τσο μπού­φους», εἶ­πε.

            «Τό­τε τί εἴ­δους ἱ­στο­ρί­α θὲς νὰ ἀ­κού­σεις;»

            «Νά, μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ μιὰ ὡ­ραι­ό­τα­τη ἀν­θρω­πο­κτο­νί­α μὲ τὰ ὅ­λα της· καὶ νὰ ’­ναι σύν­το­μη καὶ κο­φτὴ ὅ­πως αὐ­τὲς τοῦ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ. Σι­χαί­νο­μαι τὶς πα­ρεκ­βά­σεις.»

            «Ἔ;»

            «Λοι­πόν, βιά­σου», εἶ­πε ἀ­νυ­πό­μο­να.

            «Ξέ­ρεις τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸν Δρά­κου­λα;»

            «Ναί», εἶ­πε. «Αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι πα­λιὰ ὅ­σο καὶ τὰ Καρ­πά­θια.»

            «Τί θὰ ἔ­λε­γες γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας;»

            «Ὄ­χι ἀ­π’ αὐ­τὲς μ’ ἐ­κεί­νους τοὺς τύ­πους ποὺ προ­σπα­θοῦν νὰ γί­νουν ἀ­στρο­ναῦ­τες», εἶ­πε μὲ πε­ρι­σπού­δα­στο ὕ­φος.

            «Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό,» ξε­κί­νη­σα νὰ λέ­ω, «ἦ­ταν μιὰ φυ­λὴ πεν­τα­κέ­φα­λων σκορ­πι­ῶν ποὺ ζοῦ­σαν στὸν Πο­σει­δώ­να.»

            «Πό­σο κοι­νό­το­πο», εἶ­πε. «Αὐ­τὴ ἡ ἀρ­χὴ εἶ­ναι τό­σο μὰ τό­σο πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη… Ἄ­σε ποὺ ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα στὸν Πο­σει­δώ­να εἶ­ναι πα­γω­μέ­νη στὸ ἐ­πί­πε­δο τοῦ ἐ­δά­φους. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σαν πεν­τα­κέ­φα­λοι σκορ­πιοὶ νὰ ζή­σουν χω­ρὶς ἀ­τμό­σφαι­ρα, μοῦ λές;»

            Γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα ἀ­κο­λού­θη­σε σι­ω­πή.

            «Εἶ­σαι σί­γου­ρη ὅ­τι θὲς ὄν­τως νὰ ἀ­κού­σεις ἱ­στο­ρί­α;» ρώ­τη­σα. «Για­τί δὲν πᾶς πί­σω στὴ βι­βλι­ο­θή­κη νὰ δι­α­βά­σεις Νί­τσε ἢ Γιοὺνγκ ἢ κά­τι τέ­τοι­ο;»

            «Θέ­λω νὰ ἀ­κού­σω μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            «Κα­λά… κα­λά», εἶ­πα δου­λο­πρε­πῶς.

            Τῆς εἶ­πα μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ κά­τι βα­τρά­χια μὲ ὑ­ψη­λὴ νο­η­μο­σύ­νη καὶ πὼς αὐ­τὰ εἶ­χαν ἀ­να­κα­λύ­ψει ἕ­ναν τρό­πο νὰ τα­ξι­δεύ­ουν στὴν τέ­ταρ­τη δι­ά­στα­ση κι ὅ­τι θὰ εἶ­χαν κα­τα­λά­βει τὸν κό­σμο ἂν δὲν εἶ­χαν δι­α­πρά­ξει τὸ ἑ­ξῆς σφάλ­μα: ἔ­φτα­σαν τό­σο βα­θιὰ στὴν τέ­ταρ­τη δι­ά­στα­ση ποὺ κα­τρα­κύ­λη­σαν μέ­σα στὴν πέμ­πτη δι­ά­στα­ση καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ γυ­ρί­σουν πί­σω στὴν τέ­ταρ­τη δι­ά­στα­ση κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ βλά­ψουν μὲ κα­νέ­ναν τρό­πο τὴ γῆ για­τί αὐ­τὴ βα­σί­ζε­ται αὐ­στη­ρὰ στὶς τρεῖς καὶ στὶς τέσ­σε­ρις δι­α­στά­σεις. Μό­λις τε­λεί­ω­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ εἶ­χε πιά­σει πο­νο­κέ­φα­λος.

            Τὸ κο­ρι­τσά­κι συλ­λο­γί­στη­κε γιὰ λί­γη ὥ­ρα σι­ω­πη­λὸ μὲ τὸ πρό­σω­πό του νὰ ἔ­χει πά­ρει μιὰ πο­λὺ σο­βα­ρὴ ἔκ­φρα­ση. Ἔ­πει­τα ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­π’ τὰ πό­δια μου καὶ εἶ­πε ἀρ­γά,

            «Κύ­ρι­ε, για­τί δὲν πᾶς πά­λι μέ­σα νὰ δι­α­βά­σεις τὸ βι­βλί­ο σου;»

            Ἔ­τρε­ξα μὲ μι­κρὰ βι­α­στι­κὰ βή­μα­τα, σὰν πλη­γω­μέ­νος κά­βου­ρας, πί­σω στὴ βι­βλι­ο­θή­κη. Δό­ξα τῷ θε­ῶ δὲν ξα­να­εῖ­δα πο­τὲ τὸ κο­ρι­τσά­κι!



Πη­γή: Richard Brautigan, The Edna Webster Collection of Un­di­sco­ve­red Wri­tings, εἰ­σαγ. Keith Abbott, Βο­στό­νη / Νέ­α Ὑ­όρ­κη, A Ma­ri­ner o­ri­gi­nal (Houghton Mifflin Company), 1999.

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα – 1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὐ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Γιώτα Ἀναγνώστου: Ἡ ἐφημερίδα δὲν ἀφήνει χνούδι


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα δὲν ἀ­φή­νει χνού­δι


ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται στὴ Μ.Χ. ποὺ τὸ ἐ­νέ­πνευ­σε

Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ, ποὺ δρα­πέ­τευ­σε ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο τῆς Βιρ­τζί­νια Γοὺλφ καὶ βγῆ­κε γιὰ τὴν κα­θη­με­ρι­νή της τσάρ­κα. Ἡ θη­λυ­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ Λε­ο­πόλ­δου Μπλούμ. Συ­νο­πτι­κό­τε­ρη καὶ γο­η­τευ­τι­κό­τε­ρη. Ἀ­πο­λύ­τως ἀ­κα­τάλ­λη­λη γιὰ ὅ­σους μὲ τὰ βι­βλί­α ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν τὰ βα­ρά­κια τοῦ γυ­μνα­στη­ρί­ου καὶ γιὰ τοὺς ἄλ­λους ποὺ δὲν θὰ δί­στα­ζαν νὰ ἀ­ρά­ξουν στὴν πα­ρα­λί­α μὲ τὸν «Ὀ­δυσ­σέ­α» στὰ γλι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ἀν­τη­λια­κὸ χέ­ρια καὶ τά­χα δὲν προ­σέ­χουν ὅ­λη τὴν ἐ­κτε­θει­μέ­νη γύ­μνια. Τό­σο ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι στὴν ἀ­νά­γνω­ση. Τρύ­πω­σε ἡ Βιρ­τζί­νια στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να τὸν ἀν­δρο­κρα­τού­με­νο. Εἶ­χε φαί­νε­ται δι­κό της δω­μά­τιο. Ἔ­σκα­σε ὁ ἀ­νυ­πέρ­βλη­τος ὁ Τζό­υς ἀ­π’ τὸ κα­κό του ποὺ δὲν θὰ εἶ­ναι μό­νος νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὶς δάφ­νες τοῦ βι­βλί­ου ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρουν καὶ κα­νεὶς δὲν ἄν­τε­ξε νὰ τὸ τε­λει­ώ­σει.

        Αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ὁ Λε­ο­πόλ­δος Μπλούμ. Θὰ μπο­ροῦ­σε ὡ­στό­σο νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ. Ἔ­κα­νε κά­θε μέ­ρα τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. Κά­θε μέ­ρα μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ φό­ρε­μα. Ὅ­λα χρω­μα­τι­στά, φαν­τα­χτε­ρὰ καὶ κραυ­γα­λέ­α. Καὶ τὸ κρα­γιὸν της κα­τα­κόκ­κι­νο. Σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­νι­σορ­ρο­πί­α μὲ τὴν ἡ­λι­κί­α της καὶ τὶς ἐ­πι­τα­γὲς τῆς μό­δας, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἡ­ρω­ί­δα πρό­τυ­πο. Στὴ λα­ϊ­κὴ γιὰ φροῦ­τα. Στὸ σοῦ­περ-μάρ­κετ κά­ποι­α ἀ­πα­ραί­τη­τα, καὶ τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ μι­κρὴ σο­κο­λα­τί­τσα (γιὰ τοὺς πο­λέ­μιους τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το λό­γω με­γέ­θους, τι­μῆς καὶ δί­αι­τας). Τέ­λος στὸ πε­ρί­πτε­ρο. Μιὰ το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα, χα­μη­λῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας. Μὲ τὶς τσάν­τες στὰ χέ­ρια καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα στὴ μα­σχά­λη πή­γαι­νε στὸ μι­κρὸ κα­φε­νε­δά­κι. Ἀ­πό­με­ρο καὶ συμ­πα­θη­τι­κό. Ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἡ κα­λη­μέ­ρα συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ φι­λι­κὴ προ­σφώ­νη­ση, για­τί σὲ ξέ­ρουν. Δὲν εἶ­σαι μό­νον τὸ ἀν­τί­τι­μο ἑ­νὸς κα­φέ. Ἀ­πὸ αὐ­τά. Ζη­τοῦ­σε ἕ­ναν σκέ­το καὶ ἄ­νοι­γε πρῶ­τα τὴ σο­κο­λα­τί­τσα, με­τὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Δι­ά­βα­ζε τὰ ζώ­δια. Φρι­κτὴ ἡ ση­με­ρι­νὴ ἡ­μέ­ρα γιὰ «λο­γο­τέ­χνες». Δι­ά­βα­ζε καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ρου­φοῦ­σε τὸν κα­φέ. Ἀν­τάλ­λασ­σε κου­βέν­τες μὲ τὸν κα­φε­τζή. Ἄ­φη­νε ἕ­να κέρ­μα στὸ τρα­πε­ζά­κι καὶ ση­μά­δια ἀ­πὸ τὸ κρα­γιόν της στὸ φλι­τζά­νι. Μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τά της. Ἴ­σι­ω­νε τὶς πτυ­χὲς ἀ­πὸ τὸ φό­ρε­μα. Ἔ­φευ­γε. Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε.

        Στὸ σπί­τι ἄ­νοι­γε τὶς κουρ­τί­νες γιὰ νὰ τὴ βλέ­πει κα­λύ­τε­ρα. Μα­γεί­ρευ­ε. Τί­να­ζε. Σκού­πι­ζε. Τέ­λος ἔ­παιρ­νε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἔ­γρα­φε μό­νο γι’ αὐ­τή, τὴ δι­κή του Ὀ­δύσ­σεια σὲ δό­σεις λέ­ξε­ων κα­θο­ρι­σμέ­νου ἐκ τῶν προ­τέ­ρων ἀ­ριθ­μοῦ. Τὴν πα­τσα­βού­ρια­ζε. Στὸ ἄλ­λο χέ­ρι τὸ AJAX. Ἔ­τσι κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια της. Στὸν δι­κό της λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να δὲν θὰ ἔμ­παι­νε πο­τέ. Μπο­ρεῖ δω­μά­τιο δι­κό της νὰ μὴν εἶ­χε καὶ ἔ­τσι μοι­ραῖ­α δὲν ἀ­νέ­πτυ­ξε κα­νέ­να συγ­γρα­φι­κὸ τα­λέν­το. Μπο­ρεῖ οἱ ἄρ­ρε­νες γρα­φιά­δες νὰ θε­ω­ροῦν πὼς τοὺς ἀ­νή­κουν ὅ­λες οἱ θέ­σεις τοῦ κα­νό­να ἀ­κό­μα κι ἂν πρό­κει­ται γιὰ πό­λεις ἐ­παρ­χια­κές, μι­κροῦ­λες, ὅ­που το μέ­γε­θος ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­πὸ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς τε­λευ­ταί­ας ἀ­πο­γρα­φῆς καὶ κά­νει ἀ­πα­ραί­τη­το γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια τοῦ λό­γου καὶ τὸ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὸ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ τί στὸ δι­ά­βο­λο οἱ ἀ­να­γνῶ­στες στὴ με­γά­λη τους πλει­ο­ψη­φί­α, τὴν τε­ρά­στια (νὰ κι ἕ­να με­γε­θυν­τι­κὸ γιὰ τὴν ἀν­τί­στι­ξη), εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες – ὅ­πως καὶ τὸ ἐ­κλο­γι­κὸ σῶ­μα, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι μιὰ ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α. Τώ­ρα προ­έ­χει ὁ θά­να­τος τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἕ­να πα­τσα­βου­ρι­α­σμέ­νο φτη­νὸ χαρ­τὶ πο­τι­σμέ­νο AJAX μές τὰ χέ­ρια της. Ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μὴ ὁ θά­να­τος ἡ πιὸ με­γά­λη εὐ­τυ­χί­α καὶ τζά­μια ἀ­ό­ρα­τα νὰ μὴν ἐμ­πο­δί­ζει τί­πο­τα τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α.

        Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, γι’ αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­νε ἀρ­γά, βα­σα­νι­στι­κὰ ἀρ­γά, ὅ­πως ὁ Τζό­υς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.