Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz): Θυ­μᾶ­μαι



Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz)


Θυ­μᾶ­μαι

(Remember)


ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΑΝ εἴ­κο­σι χρό­νια γιά νά γρα­φτεῖ αὐ­τή ἡ ἱ­στο­ρί­α. Στό τέ­λος ἕ­νας δύ­της χά­νε­ται. Ἄν θέ­λε­τε νά στα­μα­τή­σε­τε τώ­ρα, αὐ­τό εἶ­ναι ὅ­λο κι ὅ­λο.

***

Τό πράγ­μα ξε­κί­νη­σε ὅ­ταν, μέ τήν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου, εἶ­δα τίς πορ­το­κα­λι­ές καί μαῦ­ρες ρί­γες ἑ­νός τί­γρη. Σκέ­φθη­κα πώς ἴ­σως ἤ­θε­λε νά φά­ει τό χέ­ρι μου, ἀλ­λ’ ἀν­τι­θέ­τω­ς ἔ­γλυ­φε ἤ­ρε­μα ἕ­να κου­τά­κι πα­γω­μέ­νου γι­α­ουρ­τιοῦ πε­τα­μέ­νου πά­νω στό βρώ­μι­κο ἔ­δα­φος τοῦ πα­ρά­δρο­μου μιᾶς πό­λης. Χλα­πά­κια­σε κά­θε στα­γό­να, κ’ ὕ­στε­ρα τό ἴ­διο τό κου­τά­κι τσά­κι­σε, στά σα­γό­νια του. Ἡ ὥ­ρα ἦ­ταν ἑ­πτά.

       Ὁ τί­γρης με­τα­φέρ­θη­κε πί­σω στόν ζω­ο­λο­γι­κό κῆ­πο (ἤ ἦ­ταν μιά ἰ­δι­ω­τι­κή κα­τοι­κί­α;), ἀλ­λά μ’ ἔ­κα­νε νά σκε­φτῶ πο­λύ γιά τόν ὠ­κε­α­νό. Πώς τά ζῶ­α ἐ­κεῖ, μέ με­ρι­κές ἐ­ξαι­ρέ­σεις, δέν φεύ­γουν πο­τέ. Μέ­νουν ὅ­που βρί­σκον­ται κι ὅ­λα τούς πα­ρέ­χον­ται. Εἶ­πα σέ κά­ποι­ον τί σκε­φτό­μουν. Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα τό νε­ρό.

       Πολ­λοί στή ζω­ή μου μέ προ­ει­δο­ποί­η­σαν πώς ἡ σκέ­ψη δέν ἦ­ταν κα­λή, ὅ­μως λά­θευ­αν.

***

Νά φτά­σω στή θά­λασ­σα ὡ­στό­σο δέν ἦ­ταν εὔ­κο­λο. Ἔ­πρε­πε νά σπου­δά­σω, καί πο­τέ δέν ἤ­μουν πο­λύ κα­λός φοι­τη­τής. Ὁ­πο­τε­δή­πο­τε κά­ποι­ος προ­σπα­θοῦ­σε νά μοῦ δι­δά­ξει τό πα­ραμι­κρό, ἐ­γώ ἄρ­χι­ζα νά σκέ­πτο­μαι κά­τι ἄλ­λο. Ἄν ἤ­θε­λα νά μά­θω γιά τήν ποί­η­ση ἔ­πρε­πε νά κά­νω μα­θή­μα­τα μα­θη­μα­τι­κοῦ λο­γι­σμοῦ. Πῆ­ρε κά­ποι­α χρό­νια νά κα­τα­λά­βω πῶς νά ἰ­σορ­ρο­πῶ τά πάν­τα.

       Τό κα­λύ­τε­ρο μέ­ρο­ς γιά θα­λάσ­σια βι­ο­λο­γί­α βρι­σκό­ταν σέ μιά μα­κρι­νή βο­ρι­νή πό­λη, μέ κλί­μα σά φου­σκω­τό ἄ­νο­ρακ, ὅ­που τά νού­με­ρα μέ­τρη­σης τῆς θερ­μο­κρα­σί­ας ἦ­σαν δι­α­φο­ρε­τι­κά.

       Ἕ­να τμῆ­μα τοῦ προ­γράμ­μα­τος ἦ­ταν στό κέν­τρο τῆς πό­λης, κι ἕ­να ἄλ­λο πε­ρι­λάμ­βα­νε συ­χνές ἐκ­δρο­μές σ’­ ἕ­ναν δο­ρυ­φο­ρι­κό campus ὅ­που πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­μοια­ζε μέ μα­θη­τεί­α  σέ κά­στρο με­σαι­ω­νι­κοῦ τύ­που, πλῆ­ρες ποι­κί­λων δο­κι­μα­σι­ῶν, μέ μιάν αὐ­στη­ρή δο­μή ἀ­πό κά­στες, ἀ­πορ­ρι­πτι­κούς προ­φέ­σο­ρες, καί με­γά­λες φι­λί­ες ἑ­νω­μέ­νες μέ ἀ­παί­σι­ες ἀ­πο­φο­ρές. Ἐ­κεῖ ἐ­πί­σης δι­δα­σκό­μα­σταν πώς ν’ ἀ­να­πνέ­ου­με κά­τω ἀ­π’ τό νε­ρό. Τώ­ρα κά­τι τέ­τοι­ο εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κό ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἦ­ταν ἀ­πο­δε­κτό.

       Ἤ­μουν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά πά­ρω πτυ­χί­ο μέ δι­πλό major, γιά νά θυ­μᾶ­μαι ὅ,τι­δή­πο­τε, καί γι­’ ­αὐ­τό εἶ­μαι καί βι­ο­λι­στής.

***

Γιά λί­γο ἔ­μει­να σέ κεί­νη τή βο­ρι­νή πό­λη, με­τά πῆ­γα σ’­ἕ­να ἰν­στι­τοῦ­το ἔ­ρευ­νας στήν βι­ο­λο­γί­α μέ ἐν­δι­α­φέ­ρον στό κτί­σι­μο ὑ­πο­θα­λάσ­σι­ων πό­λε­ων. Με­τροῦ­σαν τή θερ­μο­κρα­σί­α μέ τόν ἴ­διο τρό­πο ἀλ­λά δι­α­φο­ρε­τι­κό λε­ξι­λό­γιο. Πραγ­μα­τι­κά βο­ή­θη­σε νά μά­θω μιά νέ­α γλώσ­σα καί νά ἀ­να­πτύσ­σω ὑ­δα­το­καλ­λι­έρ­γει­ες. Στό τέ­λος ἐ­πι­λέ­χτη­κα ὡς ἕ­νας ἀ­πό τούς πρώ­τους κα­τοί­κους. Θά τε­στά­ρι­ζα τά σχέ­δια.

       Κα­θώς τό πεί­ρα­μα συ­νε­χι­ζό­ταν γιά λί­γο καί πιά δέν ἔ­νι­ω­θα τί­πο­τα γιά τούς ἀν­θρώ­πους στή στε­ριά, δι­ά­λε­ξα νά πα­ρα­μεί­νω ὑ­πο­βρύ­χι­ο­ς ὅ­σο τό δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι τῆς ὁ­μά­δας πῆ­γαν πί­σω ὅ­ταν ὅ­λοι θε­ω­ρη­θή­κα­με ὡς ἀ­πο­τυχόν­τες, ἀλ­λά ὁ ἴ­διος τούς εἶ­πα πώς ἐ­κει­πέ­ρα εἶ­χα ἕ­ναν κῆ­πο.

       Ἔ­νι­ω­θα ὡ­ραῖ­α νά ‘­χω ξε­χα­στεῖ. Τά ζῶ­α ἦ­σαν πι­στά στη φύ­ση τους, καί δέ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν. Εἶ­χα ποι­κι­λί­ες φυ­τῶν μέ μό­νι­μα προ­βλή­μα­τα, καί ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­μουν ἕ­να μου­σι­κό πρό­γραμ­μα μέ ἕ­να δα­νει­κό βι­ο­λί ἀ­πό ἴ­νες ἄν­θρα­κα.

***

Κα­θώς τά χρό­νια περ­νοῦ­σαν δού­λευ­α καί κα­τέ­γρα­φα πώς τά ζῶ­α καί ἡ ζω­ή τῶν φυ­τῶν προ­σαρ­μο­ζό­ταν σέ δι­α­φο­ρε­τι­κά κλί­μα­τα. Τό­τε ἦρ­θε ὁ προ­α­να­φερ­θείς δύ­της, μέ μαύ­ρη φόρ­μα καί μιά δε­ξα­με­νή.

       «Ἔ­πε­σα πά­νω σου τυ­χαῖ­α σέ κά­τι πα­λι­ές χαρ­τοῦ­ρες» εἶ­παν, «καί ἤ­θε­λα νά βε­βαι­ω­θῶ πώς δέν ἦ­ταν λά­θος».

       Μέ­σα ἀ­π’ τίς μά­σκες τους πα­ρα­τή­ρη­σα πώς εἶ­χαν ἕ­να πα­ρά­ξε­νο βλέμ­μα, ἀλ­λά δέν μπο­ροῦ­σα νά ξε­χω­ρί­σω ἄν ἦ­ταν οἶ­κτος, ἤ ἀ­η­δί­α, ἤ σκέ­τα τό πρό­σω­πό τους

***

Ἡ πό­λη ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐ­κεί, ἀλ­λά τά φυ­τά δέν με­γά­λω­ναν πο­λύ, καί δέν εἶ­χα πολ­λά νά πῶ. Προ­σφέρ­θη­κα νά τούς παί­ξω λί­γη μου­σι­κή. Ἦ­σαν πο­λύ εὐ­γε­νι­κοί καί εἶ­παν πώς ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νά ἐ­πι­στρέ­ψουν στήν ἐ­πι­φά­νεια.

       Πέ­ρα ἀ­π’ ­αὐ­τό πο­τέ δέν γύ­ρι­σαν στήν ἐ­πι­φά­νεια, ἤ ὁ­που­δή­πο­τε ἀλ­λοῦ. Κα­νέ­να νέ­ο τους δέν μα­θεύ­τη­κε πο­τέ ἀ­πό κα­νέ­να.

       Ὑ­περ­γεί­ως εἶ­ναι κά­τι πο­λύ ση­μαν­τι­κό ὅ­ταν κά­ποι­ος χά­νε­ται, γι­’ ­αὐ­τό μιά ἐ­ρευ­νη­τι­κή ὁ­μά­δα βγῆ­κε νά ψά­ξει τόν δύ­τη, κι ὅ­τα­ν βρῆ­καν ἐ­μέ­να, ἤ­ξε­ρα πώς τό πεί­ρα­μα ὁ­ρι­στι­κά εἶ­χε φτά­σει στό τέ­λος του. Ἔ­πρε­πε νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τήν πό­λη μου. Ἄν ὑ­πῆρ­χαν φῶ­τα θά ἔ­πρε­πε νά τά σβή­σω.

***

Ἡ γῆ δέν δί­νει τήν ἴ­δια αἴ­σθη­ση ὅ­πως πρίν φύ­γω. Κα­τά και­ρούς ξε­χνά­ω πώς ν’ ἀ­να­πνέ­ω αὐ­τόν τόν ἀ­έ­ρα, πώς νά περ­πα­τά­ω, πώς νά χρη­σι­μο­ποι­ῶ τά χρή­μα­τα, πώς νά μι­λά­ω στούς ἄλ­λους χω­ρίς μέ κά­ποι­ο τρό­πο νά τούς πλη­γώ­νω καί πώς νά εἶ­μαι συ­νη­θι­σμέ­νο ἄ­το­μο. Κα­νείς δέ μέ θυ­μᾶ­ται, κι ἔ­τσι κα­νείς δέν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται νά μέ βο­η­θή­σει νά θυ­μᾶ­μαι.

       Δέν μπο­ρῶ ὅ­μως νά πά­ω πί­σω, ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὄ­χι δί­χως μιάν ἐ­ρευ­νη­τι­κή ἐ­πι­δό­τη­ση, πού κα­νείς δέν θέ­λει νά χρη­μα­το­δο­τή­σει. Τό νά συγ­κεν­τρω­θῶ ἔ­χει γί­νει ἀ­κό­μη μιά φο­ρά δυ­σχε­ρέ­στε­ρο. Δέν μπο­ρῶ νά προ­βλέ­ψω τί θά συμ­βεῖ στή συ­νέ­χεια.

       Ἡ ἐ­ρευ­νη­τι­κή ὁ­μά­δα πο­τέ δέν κα­τά­λα­βε ποῦ χά­θη­κε ὁ δύ­της. Ἴ­σως τόν κα­τά­πι­ε κα­μιά ὑ­πο­θα­λάσ­σια μαύ­ρη τρύ­πα. Ἀ­π’ ὅ­σο ξέ­ρου­με εἶ­ναι μυ­στή­ριο.

       Ἀλ­λά ἔρ­χον­ται στιγ­μές πού γί­νο­μαι κα­κός. Μπο­ρῶ νά φαν­τα­στῶ τόν δύ­τη κρυμ­μέ­νο, νά μέ πε­ρι­μέ­νει νά φύ­γω, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τό μι­σό τοῦ κύ­κλου, ὅ­πως ἐ­γώ συμ­πλή­ρω­σα τό δι­κό μου. Κα­θέ­νας βρί­σκον­τας ἐ­κεῖ­νο πού ἄ­φη­σε πί­σω του ὁ ἄλ­λος: ἕ­ναν ἄ­δει­ο κῆ­πο, ἕ­να πα­ρα­τη­μέ­νο βι­ο­λί, ἕ­να ἐ­ρεί­πιο τοῦ μέλ­λον­τος.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ ἱ­στο­λό­γιο JMWW (09.10.2019):

https://jmwwblog.wordpress.com/2019/10/09/flash-fiction-remember-by-dan-schwartz/

Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Washington, DC καὶ ζεῖ στὴν Arizona. Ἐρ­γα­σί­α του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὶς ἐ­πι­θε­ω­ρή­σεις The Fa­bu­list, Ne­ces­sary Fi­ction καὶ Joy­land.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὰ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοὶ καὶ ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012 (Ἁρ­μός, 2013) καὶ Iva: Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να: φω­το­γρα­φί­α τῆς Paula Borowska.

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Συνέντευξη



Νάνσυ Ἀγγελῆ


Συ­νέν­τευ­ξη


ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΦΩΤΕΙΝΟ πρω­ι­νὸ ἡ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸς δι­έ­σχι­σε ἀ­έ­ρι­νά τὸ λόμ­πυ τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου φτά­νον­τας ὣς τὸ μπάρ. Ἐ­γὼ εἶ­χα ἤ­δη πα­ραγ­γεί­λει τὸν κα­φέ μου, εἶ­χα σταυ­ρώ­σει τὰ πό­δια μου καὶ πε­ρί­με­να ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Φο­ροῦ­σα τα­γι­έρ. Στὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κῶν αὐ­τὸ ση­μαί­νει μιὰ φού­στα κι ἕ­να σα­κά­κι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ὕ­φα­σμα. Τὸ τα­γι­ὲρ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴ γυ­ναι­κεί­α ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἀν­τρι­κοῦ κου­στου­μιοῦ.  Προσ­δί­δει ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ κύ­ρος καὶ σο­βα­ρό­τη­τα  – ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ εἰ­κό­να εἶ­ναι τὸ πᾶν. Ὅ­σο γιὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ εἰ­κό­να, τὴ ζω­ὴ κα­θαυ­τή, τὸ πό­ση ὥ­ρα χρει­ά­στη­κα γιὰ νὰ ἑ­τοι­μα­στῶ, τὸ ἂν ἔ­χω παι­διὰ ἢ σύ­ζυ­γο ἢ τὸ πό­σο μοῦ κό­στι­σε —σὲ χρό­νο καὶ χρῆ­μα— τὸ τα­ξί­δι μέ­χρι τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης, παίρ­νον­τας ἕ­να τα­ξί, ἕ­να με­τρὸ καὶ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο, δὲν κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον κα­νε­νός. Τὸ ὅ­τι εἶ­μαι μιὰ γυ­ναί­κα μέ­σης ἡ­λι­κί­ας μὲ τά­ση γιὰ ἀκ­μὴ ἢ τὸ ὅ­τι βά­φω τὰ μαλ­λιά μου, ἐν­δι­α­φέ­ρει πρω­τί­στως τὶς ἑ­ται­ρεῖ­ες καλ­λυν­τι­κῶν κι ὕ­στε­ρα κά­ποι­ες ἀ­π’ τὶς λε­γό­με­νες τη­λε­θε­ά­τρι­ες. Ὅ­σο γιὰ τὴ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸ ποὺ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή μοῦ χα­μο­γε­λᾶ τρα­βών­τας μιὰ κα­ρέ­κλα, εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω πὼς τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν τῆς κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Τὸ δέρ­μα μου ἢ τὰ μαλ­λιά μου ἢ τὸ πὼς ζῶ. Τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρει, ὅ­πως κι ἐ­μέ­να, ὅ­πως καὶ τὶς τη­λε­θε­ά­τρι­ες, τὸ δι­κό της στιλ­πνὸ δέρ­μα, τὰ ἁ­πα­λά της μαλ­λιὰ καὶ τὸ ὄ­μορ­φο λευ­κό της δι­α­μέ­ρι­σμα πρό­σφα­τα ἀ­γο­ρα­σμέ­νο σὲ γνω­στὴ κο­σμι­κὴ γει­το­νιά.

       Ἡ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸς πα­ραγ­γέλ­νει κα­φὲ καὶ σταυ­ρώ­νει τὰ δι­κά της πό­δια. Φο­ρᾶ παν­τε­λό­νι. Στὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κὼν αὐ­τὸ ση­μαί­νει «εἶ­μαι μον­τέρ­να, ἄ­νε­τη καὶ μὲ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση». Στὴ γλώσ­σα τῶν ἀν­τρῶν δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη. Ἡ γλώσ­σα τῶν ἀν­τρῶν δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κὼν σὲ ἀ­πο­χρώ­σεις κι ἐκ­φάν­σεις. Συ­χνά, ἀ­κό­μα καὶ σὲ λέ­ξεις. Συ­χνά, οἱ ἄν­τρες σω­παί­νουν ἐ­κεῖ ποὺ οἱ γυ­ναῖ­κες μι­λοῦν μὲ βά­θος κι εὐ­γλωτ­τί­α. Λι­γό­τε­ρο συ­χνά, σω­παί­νουν οἱ γυ­ναῖ­κες. Ὅ­σο γιὰ τοὺς ἄν­τρες, ἡ γλώσ­σα τους εἶ­ναι σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς πιὸ γραμ­μι­κή, ἄς ποῦ­με πιὸ εὐ­θύ­βο­λη. Καὶ πιὸ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἐ­δῶ βέ­βαι­α ἐ­πρό­κει­το νὰ συ­νο­μι­λή­σου­με δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ἄ­γνω­στες, σύγ­χρο­νες γυ­ναῖ­κες. Ἀ­γνώ­στου προ­ε­λεύ­σε­ως ἢ ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ φω­τι­στεῖ μὲ τὴν κου­βέν­τα. Ἡ κου­βέν­τα ἐ­πρό­κει­το νὰ ἔ­χει τὴ μορ­φὴ συ­νεν­τεύ­ξε­ως. Συ­νέν­τευ­ξη εἶ­ναι συ­νή­θως μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ κοι­νό­τυ­πα ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ γί­νον­ται σὲ μὴ κοι­νοὺς ἀν­θρώ­πους προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξα­χθεῖ μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἀ­παν­τή­σεις τους πό­σο κοι­νό­τυ­ποι εἶ­ναι τε­λι­κὰ αὐ­τοὶ οἱ μὴ κοι­νοὶ ἄν­θρω­ποι, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ὑ­πό­λοι­ποι κοι­νοὶ θνη­τοὶ ἀ­π’ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν παίρ­νει συ­νή­θως συ­νεν­τεύ­ξεις κα­νείς.

       Κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα τὴ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸ καὶ ρί­χνω τὴν πρώ­τη ἐ­ρώ­τη­ση. «Βρί­σκε­στε ἐ­δῶ γιὰ τὰ γυ­ρί­σμα­τα τῆς νέ­ας σας ται­νί­ας. Πῶς σᾶς φαί­νον­ται οἱ ντό­πιοι; Σᾶς λεί­πει ἡ πα­τρί­δα σας;» Μοῦ ἀ­παν­τά­ει πὼς οἱ ντό­πιοι εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χοι ἄν­θρω­ποι. Ὅ­λοι ὅ­σοι ἔ­χει γνω­ρί­σει εἶ­ναι φι­λι­κοὶ κι ἐγ­κάρ­διοι. Ἀ­π’ τὴν πα­τρί­δα της τῆς λεί­πει ὁ σκύ­λος της καὶ ἡ συν­νε­φιά. Μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ε­ται πὼς δὲν ξέ­ρει νὰ εἶ­ναι με­λαγ­χο­λι­κὴ ἢ σκε­φτι­κὴ μὲ τό­σο ἥ­λιο. Τὶς Κυ­ρια­κὲς βα­ρι­έ­ται. Ἐ­πί­σης, λό­γῳ φω­τός, ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πὸ ἀ­ϋ­πνί­ες. Τῆς λέ­ω πὼς εἶ­ναι ἁ­πλῶς θέ­μα συ­νή­θειας, τὸ φῶς ἢ τὸ σκο­τά­δι, καὶ μέ­σα μου σκέ­φτο­μαι πό­σο προ­σω­πι­κὴ ὑ­πό­θε­ση εἶ­ναι ὁ οὐ­ρα­νός.

       Ἡ ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἡ­ρω­ί­δα ποὺ ὑ­πο­δύ­ε­ται. Πρό­κει­ται βέ­βαι­α γιὰ μιὰ σού­περ­γου­μαν. «Πι­στεύ­ε­τε στοὺς ὑ­πε­ρή­ρω­ες καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ γνώ­μη σας γιὰ τὴ σύγ­χρο­νη γυ­ναί­κα;» λέ­ω τρα­βών­τας μιὰ ρου­φη­ξιὰ κα­φέ. Σκέ­φτε­ται γιὰ λί­γα λε­πτὰ σὰν νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ συν­ται­ριά­ξει τὶς σκέ­ψεις μὲ τὶς λέ­ξεις καὶ λέ­ει κά­τι ποὺ φαί­νε­ται ἁ­πλό, ἕ­ως καὶ ἁ­πλο­ϊ­κό, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὸ βί­ω­μα. Λέ­ει, «Σου­πε­ρή­ρω­ας εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ ἔ­χει τὸ θάρ­ρος νὰ εἶ­ναι ὁ ἐ­αυ­τός του». «Οἱ γυ­ναῖ­κες», συμ­πλη­ρώ­νει, «σπά­νια ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α». Στὸ μυα­λό μου, ἡ εἰ­κό­να τοῦ ὑ­πε­ράν­θρω­που μὲ κά­πα καὶ κο­λὰν ση­κώ­νει τὸ βά­ρος τοῦ ἐ­αυ­τοῦ στὸ μέ­σο μιᾶς τα­ρά­τσας. Σὰν ἄλ­λος Σί­συ­φος. Με­τά, μί­α γυ­ναί­κα ποὺ δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζω, κον­τού­λα καὶ λε­πτή, ση­κώ­νει τὸ βά­ρος ἑ­νὸς σπι­τιοῦ γε­μά­το ἑ­αυ­τοὺς στὸ μέ­σο μιᾶς κου­ζί­νας.

       Δὲν μπο­ρῶ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὴ νέ­α ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ ἔρ­χε­ται στὸ νοῦ μου μὲ σφο­δρό­τη­τα: «Πῶς νι­ώ­θε­τε γιὰ τὴ μη­τρό­τη­τα; Εἶ­ναι μέ­ρος τῆς ταυ­τό­τη­τας τῆς σύγ­χρο­νης γυ­ναί­κας;» Ὁ­μο­λο­γεῖ πὼς τὴν μπερ­δεύ­ει ὁ ὅ­ρος «σύγ­χρο­νη γυ­ναί­κα» κι ὅ­σο γιὰ τὸν ὄ­ρο «ταυ­τό­τη­τα», «δὲν εἶ­ναι κά­πως ξε­πε­ρα­σμέ­νος;», ρω­τᾶ. «Ἡ γυ­ναί­κα» συ­νε­χί­ζει, «πάν­τα εἶ­ναι σύγ­χρο­νη. Ἐ­ρή­μην της ἢ ὄ­χι εἶ­ναι πάν­τα ἀρ­χέ­τυ­πο. Νὰ μιὰ ταυ­τό­τη­τα. Ὅ­σο γιὰ μέ­να… Ὤ, πα­ρα­μέ­νω πάν­τα παι­δί». Τὸ χα­μό­γε­λό της ἐ­πι­σφρα­γί­ζει τὴ δή­λω­ση ποὺ εἶ­ναι ἄλ­λη μί­α ὁ­μο­λο­γί­α ταυ­τό­τη­τας.

       Μὲ τὴ σει­ρά μου, ὁ­μο­λο­γῶ στὸν ἑ­αυ­τό μου ὅ­τι ἀ­φέ­θη­κα νὰ πα­ρα­συρ­θῶ ἀ­πὸ τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις. Ὁ­μο­λο­γῶ πὼς εἶ­μαι ἴ­σως κου­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου ταυ­τό­τη­τα, τὴ δι­κή μου στε­νὴ πε­ρι­χά­ρα­ξη μέ­σα σὲ ὅ­ρους ὅ­πως «τα­γι­έρ», «συ­νέν­τευ­ξη», «νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ός». Τὸ στιλ­πνὸ δέρ­μα, τὰ ἁ­πα­λὰ μαλ­λιὰ καὶ τὸ ὄ­μορ­φο λευ­κὸ δι­α­μέ­ρι­σμα πό­σο πραγ­μα­τι­κὰ κα­θο­ρί­ζουν τὴ γυ­ναί­κα ποὺ κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τί μου; (Εἶ­μαι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ὁ ρό­λος μου εἶ­ναι νὰ θέ­τω ἐ­ρω­τή­σεις.)

       Ὅ­ταν ὁ κά­με­ρα­μαν κα­τα­φτά­νει, ἡ πραγ­μα­τι­κὴ συ­νέν­τευ­ξη ἀρ­χί­ζει. Ἀ­νά­βουν τὰ φῶ­τα καὶ ρί­χνω τὴν πρώ­τη ἐ­ρώ­τη­ση: «Πρό­σφα­τα ἀ­να­κη­ρυ­χθή­κα­τε ἡ πιὸ σέ­ξι γυ­ναί­κα τῆς χρο­νιᾶς. Ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ μυ­στι­κό τῆς ὀ­μορ­φιᾶς σας;»


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λὴ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις τῆς συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Μα­ρί­α Δρι­μῆ: Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των



Μα­ρί­α Δρι­μῆ


Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των


Α ΣΥΡΤΑΡΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ἔ­χα­σκαν ἄ­δεια σὰν πει­να­σμέ­να στό­μα­τα. Πρώ­τη φο­ρὰ φαι­νό­ταν ὁ πά­τος τους, ἀ­νοιγ­μέ­νος σὲ πολ­λὰ ση­μεῖ­α. Λί­γο ἀ­κό­μα καὶ θὰ γλι­στροῦ­σαν τὰ χαρ­τιὰ ἀ­πὸ τὰ πά­νω στὰ κά­τω συρ­τά­ρια. Δί­πλα στὴν πόρ­τα ἦ­ταν στοι­βαγ­μέ­νες πέν­τε με­γά­λες σκου­πι­δο­σα­κοῦ­λες. Ὁ Ἄ­γης μά­ζε­ψε τὰ στυ­λό του καὶ τὰ ἔ­χω­σε στὴ μα­κρό­στε­νη ὑ­φα­σμά­τι­νη κα­σε­τί­να. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο σκε­φτι­κός. Ξα­νά­νοι­ξε τὴν κα­σε­τί­να κι ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα ἕ­να μαῦ­ρο Parker. Ἡ σε­λί­δα Α4 ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὴ πά­νω στὸ γρα­φεῖο. Ἴ­δια κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτη ἡ γραμ­μα­το­σει­ρὰ στὰ ἔν­τυ­πα αἰ­τή­σε­ων· μό­νο οἱ λέ­ξεις ἦ­ταν ἄλ­λες: αἴ­τη­ση συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης. Ἔ­βα­λε τὴν ὑ­πο­γρα­φή του, λο­ξὴ καὶ κυ­μα­τι­στή, σὰν γιρ­λάν­τα. Ἔ­κα­νε τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη ὑ­πο­γρα­φὴ ἀ­π’ ὅ­λους τους συ­να­δέλ­φους.

       Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των. Τριά­ντα πέν­τε χρό­νια στὸ ἴ­διο γρα­φεῖ­ο, κα­τέ­γρα­φε χα­μέ­να ἀν­τι­κεί­με­να. Εἶ­χε δι­ο­ρι­στεῖ ἐ­κεῖ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, σὰν μιὰ προ­σω­ρι­νὴ λύ­ση ἀ­νάγ­κης. Εὔ­κο­λη δου­λειά, ρου­τι­νι­ά­ρι­κη καὶ ταυ­τό­χρο­να χρή­σι­μη. Ὁ κό­σμος ἔ­χα­νε ὅ,τι δὲν φαν­τά­ζε­ται κα­νείς· ἀ­πὸ στυ­λό, ρο­λό­για καὶ πορ­το­φό­λια μέ­χρι πο­δή­λα­τα, αὐ­το­κί­νη­τα καὶ ἄ­λο­γα. Ὁ το­μέ­ας τους ἀ­σχο­λι­ό­ταν μὲ μι­κρὰ ἀν­τι­κεί­με­να. Ὁ Ἄ­γης πα­ρα­λάμ­βα­νε τὶς δη­λώ­σεις ἀ­πώ­λειας, τοὺς ἔ­δι­νε κω­δι­κὸ καὶ τὶς τα­ξι­νο­μοῦ­σε μὲ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ σὲ με­γά­λα ντο­σι­έ. Μὲ τὰ χρό­νια ἡ ὑ­πη­ρε­σί­α ψη­φι­ο­ποι­ή­θη­κε. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ χαρ­τιά, ντο­σι­ὲ καὶ κω­δι­κοί, ἀλ­λὰ ὑ­πο­λο­γι­στές, ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ ἀρ­χεῖ­α καὶ barcodes. Ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες χα­μέ­να μι­κρο­αν­τι­κεί­με­να εἶ­χε κα­τα­γρά­ψει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ὁ Ἄ­γης. Ἡ μι­σή του ζω­ὴ ἦ­ταν τὰ ἀ­πο­λε­σθέν­τα τῶν ἄλ­λων.

       Πά­ει και­ρὸς ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει καὶ ὁ γέ­ρος ποὺ σύ­χνα­ζε στὰ γρα­φεῖ­α τους. Ἐ­δῶ καὶ δε­κα­ε­τί­ες, σχε­δὸν κά­θε δεύ­τε­ρη μέ­ρα, πάν­τα τὸ ἴ­διο βι­ο­λί. Θε­ο­πά­λα­βος. Πό­τε εἶ­χε χά­σει ἕ­ναν χρό­νο ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του καὶ ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια νὰ τὸν ξα­να­θυ­μη­θεῖ, πό­τε τοῦ εἶ­χε ξε­γλι­στρή­σει μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο τὸ ὄ­νει­ρο στὸν ὕ­πνο. Μιὰ μέ­ρα εἶ­χε ἔρ­θει νὰ δη­λώ­σει ὅ­τι χά­θη­καν οἱ πραγ­μα­τι­κοὶ ἄν­θρω­ποι. «Ὅ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ βλέ­πε­τε εἶ­ναι ὁ­μοι­ώ­μα­τα», ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε.

       Στὸ γρα­φεῖ­ο τὸν ἔ­κα­ναν χά­ζι. «Πά­λι ἐ­δῶ εἶ­ναι ὁ χα­μέ­νος. Ἄ­γη, ἀ­νά­λα­βέ τον», τοῦ ἔ­λε­γε ὁ προ­ϊ­στά­με­νος. Ὁ Ἄ­γης τὸν ἔ­βα­ζε νὰ κα­θί­σει στὸ γρα­φεῖ­ο του. Ἄ­νοι­γε δῆ­θεν τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ νὰ κα­τα­γρά­ψει τὸ ἀ­πο­λε­σθὲν τῆς ἡ­μέ­ρας. Ὁ γέ­ρος εἶ­χε γα­λα­νὰ μά­τια καὶ σα­κου­λι­α­σμέ­να βλέ­φα­ρα. Χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι φο­ροῦ­σε τὴν ἴ­δια λε­ρὴ κα­παρ­ντί­να, μό­νο ποὺ τὸ κα­λο­καί­ρι τὴν ἔ­βγα­ζε καὶ τὴν κρα­τοῦ­σε δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του. Εὐ­τυ­χῶς, δὲν μύ­ρι­ζε. Ὁ Ἄ­γης δὲν ἄν­τε­χε τὴν ξι­νί­λα τοῦ ἱ­δρώ­τα.

       «Τί χά­σα­τε σή­με­ρα;»

       Μὲ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τὴ ὁ γέ­ρος ἄρ­χι­ζε ἕ­ναν μο­νό­λο­γο χω­ρὶς τέ­λος, γιὰ τὰ χα­μέ­να του χρό­νια καὶ τὸ πε­θα­μέ­νο του παι­δί, τὴ «Χα­μέ­νη Ἄ­νοι­ξη» τοῦ Τσίρ­κα, τὴ μου­σι­κὴ ποὺ ἀ­κού­γε­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κι ὕ­στε­ρα χά­νε­ται. Ὁ Ἄ­γης ἄλ­λο­τε ἄ­κου­γε δι­α­σκε­δά­ζον­τας κι ἄλ­λο­τε ἔ­κα­νε πὼς γρά­φει κι ἔ­παι­ζε σκά­κι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ὁ γέ­ρος ἦ­ταν κον­τὰ στὴ δι­κή του ἡ­λι­κί­α, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νον κα­νεὶς δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «γέ­ρο», ὅ­λοι τὸν ἔ­λε­γαν Ἄ­γη. Φο­βό­ταν ὅ­τι θὰ τὸν ἔ­τρω­γε στὴ μά­πα μέ­χρι τὴ σύν­τα­ξη, ὅ­μως νὰ ποὺ ὁ γέ­ρος τὸν πρό­λα­βε, τερ­μά­τι­σε πρῶ­τος. Καὶ νά, ἐ­πί­σης, ποὺ τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α εἶ­χε φτά­σει νὰ τοῦ λεί­πει. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι, χω­ρὶς τὸ κα­κο­σου­λού­πω­το σῶ­μα μὲ τὴν κα­παρ­ντί­να, ἔ­στε­κε ἄ­δεια καὶ ἀ­μή­χα­νη.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ γύ­ρω του, μὴν εἶ­χε ξε­χά­σει τί­πο­τα. Ἔ­βα­λε τὴν κα­σε­τί­να στὴν τσάν­τα του καὶ ξε­κρέ­μα­σε τὴν κα­παρ­ντί­να του ἀ­πὸ τὸν κα­λό­γε­ρο. Ἔ­κα­νε ζέ­στη, δὲν τὴ φό­ρε­σε. Πῆ­ρε τὸ ἔν­τυ­πο τῆς πα­ραί­τη­σης, νὰ τὸ κα­τα­θέ­σει στὴ γραμ­μα­τεί­α φεύ­γον­τας.

       Τὸ κτή­ριο ἦ­ταν ἔ­ρη­μο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­κα­ναν τη­λερ­γα­σί­α. Στὴ γραμ­μα­τεί­α ὑ­πῆρ­χε μό­νο μί­α ὑ­πάλ­λη­λος. Δὲν τὴν ἤ­ξε­ρε, μᾶλ­λον και­νού­ρια. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­χρω­μη μά­σκα, τὰ μά­τια της ἔ­λαμ­παν σὰ νὰ εἶ­χε κλά­ψει.

       «Αἴ­τη­ση ἀ­δεί­ας;» τὸν ρώ­τη­σε.

       «Ὄ­χι. Πα­ραί­τη­ση λό­γω συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης.»

       «Μά­λι­στα» τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Πέ­ρα­σε τὰ στοι­χεῖ­α τῆς αἴ­τη­σης στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ἔ­γρα­φε γρή­γο­ρα, λὲς καὶ τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν ξαφ­νι­κὰ ξε­κολ­λή­σει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια της καὶ εἶ­χαν ξα­μο­λη­θεῖ ἐ­λεύ­θε­ρα πά­νω στὸ πλη­κτρο­λό­γιο. «Εἶ­στε ἕ­τοι­μος» τοῦ εἶ­πε. «Κα­λὴ συ­νέ­χεια.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἄ­γης.

       Πῆ­ρε τὴ σκά­λα τῆς κα­θό­δου. Συ­νή­θως ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­σαν­σέρ, ὅ­μως σή­με­ρα δὲν βι­α­ζό­ταν. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­νε, ἔ­ρι­χνε μα­τι­ὲς ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιὰ στὶς γνώ­ρι­μες πόρ­τες. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἦ­ταν κλει­στές. Φαν­τά­στη­κε τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ γύ­ρι­ζε ὡς ἐ­πι­σκέ­πτης γιὰ νὰ γνω­ρί­σει τὸν ἀν­τι­κα­τα­στά­τη του. Εἶ­χαν ἤ­δη προ­κη­ρύ­ξει τὴ θέ­ση. Μὲ σχε­δὸν τρε­λὴ χα­ρὰ πρό­σμε­νε τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ κα­θό­ταν στὴν ἀ­δεια­νὴ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ πα­λιό του γρα­φεῖ­ο, κρα­τών­τας τὴν κα­παρ­ντί­να δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του, καὶ θὰ δή­λω­νε ὅ­λα τὰ χρό­νια τῆς ζω­ῆς του ποὺ ἔ­χα­σε μέ­σα στὸ Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Δρι­μῆ (Ἀ­θή­να, 1968). Ἰ­α­τρὸς Ἐν­τα­τι­κο­λό­γος σὲ Μο­νά­δα Ἐν­τα­τι­κῆς Θε­ρα­πεί­ας τοῦ ΕΣΥ καὶ ἀ­πό­φοι­τη τοῦ Τμή­μα­τος Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ (κα­τεύ­θυν­ση Με­σαι­ω­νι­κῆς καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὸ θέ­α­τρο. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν δι­α­κρι­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Στὸ δι­α­δί­κτυ­ο κυ­κλο­φο­ροῦν ἐ­λεύ­θε­ρα τὰ θε­α­τρι­κά της ἔρ­γα: Ἐν τό­πῳ χλο­ε­ρῷ (2019), Οὔ­ριος ἄ­νε­μος (2020), Ἀ­πὸ ἕ­δρας (2020). Τὸ θε­α­τρι­κό της ἔρ­γο Ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ εἰ­κό­νες (2020) ἀ­πέ­σπα­σε τρί­το βρα­βεῖ­ο στὸν δι­α­γω­νι­σμὸ «Σὲ κλει­στὸ κύ­κλο» τῆς Ἕ­νω­σης Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων Κύ­πρου.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί

[τῆς Ἀσήμως Γκούρα]


ΤΟ ΕΡΕΧΘΕΙΟ κα­τοι­κοῦ­σε ἡ γυ­ναῖ­κα τοῦ Γκού­ρα, φρου­ράρ­χου τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ποὺ εἶ­χε πειὰ σκο­τω­θῆ. Ἡ γεν­ναί­α Ἀ­σή­μω, κό­ρη τοῦ Ἀ­να­γνώ­στη Λι­δο­ρί­κη, βά­στα­ξε μὲ καρ­διὰ τὸ θά­να­το τοῦ ἀν­τρός της καὶ τὴ σε­βόν­ταν ὅ­λοι οἱ πο­λι­ορ­κη­μέ­νοι γιὰ τὸν ἄν­τρα της καὶ τὴ δι­κή της γεν­ναι­ο­ψυ­χιά.

       Στὴ βο­ρει­νὴ πρό­στα­ση (τὸ Παν­δρό­σει­ο) ζοῦ­σε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, για­τὶ τὸ μέ­ρος ἤ­τα­νε φυ­λαγ­μέ­νο, θο­λό­χτι­στο, κ’ ἦ­ταν ἀ­κό­μα καὶ ριγ­μέ­νο χῶ­μα ἀ­πά­νου στὴ θο­λω­τὴ σκε­πὴ γιὰ πει­ὸ ἀ­σφά­λεια.

       Οἱ Τοῦρ­κοι μὲ τὸ κα­νό­νι ποὔ­χα­νε στη­μέ­νο στὴν Ἁ­γιὰ Μα­ρί­να χτυ­πού­σα­νε μὲ πεῖ­σμα τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο· ἴ­σως ξέ­ρα­νε πὼς στὸ ὑ­πό­γει­ο ἤ­τα­νε μπα­ροῦ­τι. Ἀ­φοῦ προ­ξε­νή­σα­νε κάμ­πο­ση ζη­μιά, κα­τὰ τὴς 12 τοῦ Γε­να­ριοῦ 1827, τὸ χτί­ριο κλο­νι­σμέ­νο σά­λε­ψε, ὥ­ρα δυ­ὸ ἀ­πὸ τὰ με­σά­νυ­χτα, ἐ­νῷ κοι­μῶν­ταν ὅ­λοι, κ’ ἔ­πε­σε τὸ πει­ὸ με­γά­λο μέ­ρος τῆς σκε­πῆς, φορ­τω­μέ­νης ἀ­πὸ χῶ­μα· τὰ μάρ­μα­ρα γλι­στρή­σα­νε κα­τὰ τὴν ἄ­κρη, μὰ τὸ χῶ­μα πλά­κω­σε ἕν­τε­κα ψυ­χές, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά. Κά­να-δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες προ­φτά­σαν καὶ πη­δῆ­σαν ὄ­ξω· καὶ βγά­λα­νε καὶ δυ­ὸ παι­διὰ οἱ πρῶ­τοι ποὺ προ­φτά­σα­νε βο­ή­θεια. Ἡ Γκού­ραι­να κ’ οἱ ἄλ­λοι πή­γα­νε χα­μέ­νοι, ὅ­μως θὰ γλυ­τῶ­ναν, ἂν κοι­τά­ζα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε χω­ρὶς ἄρ­γη­τα. Ἀ­φοῦ τ’ ἄλ­λο πρω­ῒ βρέ­θη­κε τῆς Γκού­ραι­νας ζε­στὸ ἀ­κό­μα τὸ κορ­μί…

       Για­τί ὅ­μως δὲ βι­α­στή­κα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε; Τὸ σπί­τι ἤ­τα­νε γε­μᾶ­το ἀ­πὸ τοὺς θη­σαυ­ροὺς τοῦ Γκού­ρα κι’ ὅ­λα του τὰ πρά­μα­τα. Ὁ Γιά­ννης ὁ Μα­μού­ρης, συγ­γε­νής του κι’ ἀν­τι­φρού­ραρ­χος τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ἔ­ζω­σε ἀ­μέ­σως μὲ τοὺς ἄ­τα­χτούς του τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο καὶ δὲν ἄ­φη­σε κα­νέ­να νὰ μπῇ, ἀ­π’ τῆς κλε­ψιᾶς τὸ φό­βο. Καὶ μο­νά­χα τὸ πρω­ῒ ἔ­γι­νε τὸ ξε­σκά­ψι­μο. Μὰ ἦ­ταν ἀρ­γὰ πειά(1).


(1) Δίκη μεγάλη ἀργό­τερα ἀ­κολού­θη­σε τῶν κλη­ρονό­μων τοῦ Γκού­ρα ἐνάν­τια στὸ Μα­μού­ρη. (Γιάν­νη Βλα­χο­γιάν­νη «Προ­πύ­λαια» τόμ. Α´ σ. 85). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ι. Βλα­χο­γιά­ννη «Ἀ­θη­να­ϊ­κὸν Ἀρ­χεῖ­ον» Α´ σ. 171.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 166 [Τίτλος: «326.— Θά­να­τος τῆς Γκού­ραι­νας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Nicolas-Louis-Fran­çois Gos­se (1787-1878), The Bat­tle of the Acro­po­lis, 1827. Πιθα­νό­τατα εἰκο­νί­­ζε­ται ἡ Ἀσή­μω Λιδω­ρί­κη-Γκού­ρα, σύζυ­γος τοῦ φρού­ραρχου τῆς Ἀκρό­πολης Ἰωάν­νου Γκούρα.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Ἡ Πά­τι Σμὶθ Ρί­χνει ἕ­να Κα­τού­ρη­μα



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Πά­τι Σμὶθ Ρί­χνει ­να Κα­τού­ρη­μα

(Patti Smith Takes A Piss)


ΙΝΑΙ μιὰ κο­λα­σμέ­να ζε­στὴ νύ­χτα στὸ Σέν­τραλ Πὰρκ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Εἶ­σαι στρι­μωγ­μέ­νος σὲ ἕ­ναν συ­ναυ­λια­κὸ χῶ­ρο, ὁ ἥ­λιος δύ­ει, τὸ κοι­νὸ ἱ­δρώ­νει, τὸ ἄλ­μπουμ τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, τὸ Some Girls τῶν Rolling Stones (ντοὺ-ντοὺ-ντοὺ-ντού, ντοὺ-ντὶ-ντού, ντοὺ-ντοὺ-ντοὺ-ντού, ντοὺ-ντὶ-ντού) παί­ζει δυ­να­τὰ στὰ με­γά­φω­να. Σὲ κά­θε κομ­μά­τι, ἐ­σὺ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι πό­τε στὸν δι­ά­ο­λο θὰ βγεῖ ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ ξε­κι­νή­σει τὴ συ­ναυ­λία, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να σκέ­φτε­σαι πὼς αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ συ­ναυ­λί­α. Οἱ Stones δὲν εἶ­χαν ξα­να­κου­στεῖ πο­τὲ ἔ­τσι. Τό­σο δυ­να­τά. Τό­σο ση­μαν­τι­κοί. Ἀ­γά­πη κι ἐλ­πί­δα καὶ σὲξ κι ὄ­νει­ρα, τρα­γου­δά­ει ὁ Μὶκ Τζάγ­κερ, ἔ­χουν ση­μα­σί­α; Καὶ νά τη, βγαί­νει χο­ρο­πη­δών­τας στὴ σκη­νή. Μαῦ­ρες μπό­τες, μαῦ­ρο παν­τε­λό­νι, μαῦ­ρο μπου­φάν, μα­νί­κια ση­κω­μέ­να, τὰ χέ­ρια πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι, χο­ρο­πη­δά­ει καὶ στρι­φο­γυ­ρί­ζει. Γυ­ρί­ζει γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της στὸ κέν­τρο τῆς σκη­νῆς, ἁρ­πά­ζει τὸ μι­κρό­φω­νο – «αὐ­τὴ ἡ πό­λη», φω­νά­ζει, «εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ με­τρά­ει μό­νο». Καὶ τὸ κοι­νὸ βρυ­χᾶ­ται. Ἐ­κεί­νη ξε­κι­νά­ει τὴ συ­ναυ­λία: «δὲν τὰ βά­ζω πο­λὺ μὲ τὸ πα­ρελ­θόν», γρυλ­λί­ζει, «ἀλ­λὰ τὰ βά­ζω πο­λὺ μὲ τὸ μέλ­λον». Ἕ­να κλα­ρι­νέ­το εἶ­ναι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στοὺς ἐ­νι­σχυ­τὲς καὶ στὴ μέ­ση της συ­ναυ­λί­ας τὸ παίρ­νει καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ φυ­σά­ει. Μό­νο ἦ­χο – στριγ­κλί­ζει, τρί­ζει, γρυλ­λί­ζει, κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ τί κά­νει τὸ συγ­κρό­τη­μα, κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ τρα­γού­δι, τὴν ἁρ­μο­νί­α, τὴ με­λω­δί­α, τὸν ρυθ­μὸ καὶ εἶ­ναι ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νη σὰν ἕ­να παι­δὶ μπρο­στά σε ἕ­να φά­σμα. Φυ­σά­ει, στριγ­κλί­ζει, κλαγ­γά­ζει. Στὴ δε­ξιὰ ἄ­κρη τῆς σκη­νῆς, ἕ­νας τε­χνι­κὸς ση­κώ­νει ἕ­να φύλ­λο ἀ­δι­ά­φα­νου πλα­στι­κοῦ καὶ τὸ κρα­τά­ει στὸ ὕ­ψος τοῦ λαι­μοῦ του. Τοῦ δί­νει τὸ κλα­ρι­νέ­το, μπαί­νει πί­σω ἀ­πὸ τὸ πλα­στι­κὸ καί, γιὰ ὅ­σο χρό­νο χρει­ά­ζε­ται κα­νεὶς γιὰ ἕ­να κα­λὸ κα­τού­ρη­μα, ἐ­κεί­νη εἶ­ναι μιὰ σκο­τει­νὴ καὶ θο­λὴ φι­γού­ρα κα­θι­σμέ­νη στὰ γό­να­τα, σὰν νὰ βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ση­κώ­νε­ται, κουμ­πώ­νει τὴ ζώ­νη της καὶ ὁ τε­χνι­κὸς κα­τε­βά­ζει τὸ πλα­στι­κό. Ἐ­σὺ σκέ­φτε­σαι, κα­τού­ρη­σε μό­λις στὴ γα­μη­μέ­νη τὴ σκη­νή; Κα­τού­ρη­σε δη­μό­σια; Κα­τού­ρη­σε στὸν ἱ­ε­ρὸ χῶ­ρο; Σκέ­φτε­σαι «Ἐρ­γο­στά­σιο Κά­του­ρου», ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ρό­δα καὶ ἀμ­μω­νί­α. Τί ἔ­λε­γε, ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι. Θὰ ὑ­πῆρ­χε σί­γου­ρα μιὰ με­τα­φο­ρά, ἕ­να μή­νυ­μα. Κά­του­ρο. Πα­ρά­στα­ση. Δι­α­στρο­φή. Ἀ­να­τρο­πή.

       Ἡ κο­πέ­λα σου λέ­ει, «Δὲν ξέ­ρεις κὰν ἂν κα­τού­ρη­σε στ’ ἀ­λή­θεια. Ἴ­σως μᾶς δου­λεύ­ει».

       «Τί ἄλ­λο νὰ ἔ­κα­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ πλα­στι­κό;»

       «Ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο στὸν κό­σμο, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ κα­του­ρά­ει;»

       Ἐ­σύ, ὅ­μως, δὲν μα­σᾶς, ἐ­πι­μέ­νεις ὅ­τι κα­τού­ρη­σε, ὅ­τι εἴ­δα­τε ὅ­λοι τὴν Πά­τι Σμὶθ νὰ κα­του­ρά­ει.

       «Τέ­λος πάν­των», λέ­ει ἡ κο­πέ­λα σου, «ἀλ­λὰ δὲν θὰ μά­θεις πο­τὲ σί­γου­ρα, ἐ­κτὸς ἂν τὴ ρω­τή­σεις καὶ ἀ­κό­μα καὶ τό­τε…»


* * *


Νι­ώ­θεις ὑ­πό­χρε­ος στὴν Πά­τι Σμίθ. Ἕ­ναν χρό­νο μό­λις πρὶν ἤ­σουν δευ­τε­ρο­ε­τὴς στὸ κο­λέ­γιο, χω­ρὶς προ­σα­να­το­λι­σμό, βε­τε­ρά­νος πολ­λῶν ἀ­δι­ε­ξό­δων καὶ ἄ­σχη­μων λα­θῶν. Πα­ρα­κάμ­ψεις καὶ ἀ­πο­το­ξι­νώ­σεις. Θὰ εἶ­χες κα­του­ρή­σει σὲ σκη­νές, σὲ κα­θε­μί­α, χω­ρὶς τὴν κά­λυ­ψη τῆς πλα­στι­κῆς κουρ­τί­νας. Εἶ­χες ἀρ­χί­σει νὰ βλέ­πεις μιὰ δι­έ­ξο­δο στὸν κα­νο­νι­κὸ κό­σμο, ἕ­ναν τρό­πο νὰ γί­νεις πο­λί­της, νὰ συμ­με­τέ­χεις, νὰ συ­νει­σφέ­ρεις, νὰ φο­ρᾶς κου­στού­μια μὲ λε­πτὲς ρί­γες καὶ νὰ κρα­τᾶς χαρ­το­φύ­λα­κα. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κες τοὺς δι­κούς σου, εἶ­πες στὴ μη­τέ­ρα σου πὼς θὰ πή­γαι­νες μᾶλ­λον στὴ Νο­μι­κὴ καὶ με­τὰ θὰ ἀ­σχο­λι­ό­σουν μὲ τὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­να­κου­φί­στη­κε τό­σο πο­λύ, χά­ρη­κε τό­σο, ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει, σοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να εἰ­κο­σο­δό­λα­ρο γιὰ νὰ πᾶς νὰ πι­εῖς μιὰ μπί­ρα στὴν πό­λη. Σοῦ ἔ­δω­σε καὶ τὰ κλει­διὰ τοῦ Βόλ­βο της. Ἐ­σὺ βγῆ­κες στὸν δρό­μο, ἔ­βα­λες καὶ ρα­δι­ό­φω­νο. Ἀ­πὸ τὴν πά­νω τσέ­πη τοῦ γι­λέ­κου σου, ψά­ρε­ψες αὐ­τὸ ποὺ θὰ ὁρ­κι­ζό­σουν ὅ­τι ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο σου τσι­γα­ρι­λί­κι, χα­βα­νέ­ζι­κη ἁ­μαρ­τί­α, ὄ­χι σπό­ρους, μό­νο φούν­τα. Τ’ ἀ­νά­βεις καὶ σα­νι­δώ­νεις τὸ γκά­ζι καὶ τρέ­χεις στὴ λε­ω­φό­ρο Σά­ουντ. Ἤ­ξε­ρες τυ­φλὰ τὶς στρο­φές, τὶς ἀ­νη­φό­ρες καὶ κα­τη­φό­ρες της καὶ τρέ­χεις πά­νω της στὸν αὐ­τό­μα­το πι­λό­το, κρα­τών­τας με­γά­λες τζοῦ­ρες στὸ στό­μα καὶ φι­λών­τας τὶς ἐκ­πνο­ές. Στὸ ρα­δι­ό­φω­νο, μιὰ ἐκ­πομ­πὴ παί­ζει τὸν και­νού­ριο ἦ­χο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης: Ramones, the Dolls, Dead Boys, the Contortions. Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σφυ­ρο­κό­πη­μα τῆς μου­σι­κῆς δί­νης ἀ­κού­γε­ται ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ δι­α­σκευά­ζει τὸ «My Generation» τῶν The Who. Δὲν τὶς θέ­λω αὐ­τὲς τὶς μα­λα­κί­ες, οὐρ­λιά­ζει, κα­θὼς οἱ τρί­χες στὸν σβέρ­κο σου καὶ τὰ χέ­ρια σου πε­τά­γον­ται στὸν ἀ­έ­ρα. Φαν­τα­σι­ώ­νε­σαι τὸ πτυ­χί­ο τῆς Νο­μι­κῆς νὰ καί­γε­ται καὶ νὰ στέ­κε­ται ἀ­πὸ πά­νω του ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ κα­του­ρά­ει γκα­ζο­λί­νη.


* * *


Τὸ ἀ­πό­γευ­μα με­τὰ τὴ συ­ναυ­λί­α μὲ τὸ κλα­ρι­νέ­το, σὲ βρί­σκει στὸ κα­φὲ Ντάν­τε, ὅ­που κά­θε­ται ἡ Πά­τι Σμὶθ στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ σκα­λί­ζει φι­γοῦ­ρες σὲ ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο χω­ρὶς γραμ­μές.

       Φο­ρά­ει ἕ­να μπλου­ζά­κι μὲ τὸν Κὶθ Ρί­τσαρ­ντς καὶ ἕ­να ὑ­περ­βο­λι­κὰ με­γά­λο κα­πέ­λο χω­μέ­νο στὸ κε­φά­λι της. Ἀ­πὸ τὰ με­γά­φω­να ἀ­κού­γε­ται ὄ­πε­ρα, ὁ Εὐ­γέ­νιος Ὀ­νιέγ­κιν τοῦ Τσα­ϊ­κόφ­σκι. Στὴν ἄ­ρια τοῦ τε­νό­ρου, τὸ κε­φά­λι της γέρ­νει πί­σω, σὰν νὰ τῆς ἔ­κα­ναν μό­λις ἔ­νε­ση. Τὸ κα­πέ­λο πέ­φτει στὸ πά­τω­μα. Καὶ στὸ πρό­σω­πό της, τρο­με­ρὸς πό­νος. Μορ­φά­ζει ἀ­πὸ τὸ με­γα­λεῖ­ο, τὴν ἀν­τι­κει­με­νι­κὰ αἰ­σθη­τι­κὴ ὀ­μορ­φιά, κι ἐ­σὺ σκέ­φτε­σαι, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα ποὺ πρὶν ἀ­πὸ δε­κά­ξι ὧ­ρες χο­ρο­πη­δοῦ­σε σὰν τρε­λὴ σὲ ἄ­συ­λο μὲ ἕ­να κλα­ρι­νέ­το στὸ χέ­ρι, κι ἐ­σὺ καὶ πέν­τε χι­λιά­δες ἄλ­λοι χο­ρο­πη­δού­σα­τε σὰν αὐ­τή, ἐ­νῶ τὰ κα­νά­λια στὰ αὐ­τιά σας βί­ω­ναν συλ­λο­γι­κοὺς πα­ρο­ξυ­σμούς. Ὅ­ταν τε­λει­ώ­νει ἡ ἄ­ρια καὶ σω­παί­νει ἡ ὀρ­χή­στρα, ση­κώ­νε­σαι καὶ μα­ζεύ­εις τὸ κα­πέ­λο τῆς Πά­τι Σμίθ. Τὰ μά­τια της πα­ρα­μέ­νουν κλει­στά, χα­μέ­νη στὴ μου­σι­κή. Τὰ μά­τια της, βαμ­μέ­να μὲ μο­λύ­βι, ἡ μύ­τη της λί­γο με­γά­λη γιὰ τὸ στε­νό της πρό­σω­πο, τέ­λεια το­ξω­τὰ χεί­λια. Τὰ μά­τια ἀ­νοί­γουν ἀρ­γὰ καὶ σὲ ἐν­το­πί­ζουν νὰ στέ­κε­σαι δί­πλα της.

       «Ναί, μι­κρέ», λέ­ει, «τί;».


Τῆς λὲς ὅ­τι ἔ­ρι­ξε κά­τω τὸ κα­πέ­λο καὶ τῆς τὸ δί­νεις.

       Λέ­ει, «Δὲν τὸ ἔ­ρι­ξα, φί­λε. Δὲν τὸ ἔ­ρι­ξα. Ἔ­πε­σε. Δὲν ἔ­βλε­πες; Δὲν ἄ­κου­γες; Δὲν ἄ­κου­σες αὐ­τὴ τὴν ὀ­μορ­φιά, ρὲ γα­μῶ­το;».

       Τῆς ἀ­παν­τᾶς κα­τα­φα­τι­κά.

       «Ὄ­χι, ἂν πα­ρα­κο­λου­θεῖς τὰ κα­πέ­λα τῶν ἀν­θρώ­πων, φί­λε. Ὄ­χι, ἂν πα­ρα­κο­λου­θεῖς κα­πέ­λα. Ἴ­σως καὶ νὰ τὸ ἤ­θε­λα στὸ πά­τω­μα, ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, σ’ ἐ­κεί­νη τὴν ἄ­ρια, καὶ τώ­ρα ἐ­σὺ τὰ γά­μη­σες ὅ­λα.»

       Ἀ­πὸ τὸ στό­μα σου βγαί­νει σὰν φτυ­σιὰ μιὰ προ­σπά­θεια συγ­γνώ­μης.

       «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω κὰν τί λές, φί­λε. Δῶ­σε μου τὸ γα­μη­μέ­νο τὸ κα­πέ­λο.»


Λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ Πά­τι Σμὶθ πλη­σιά­ζει τὸ τρα­πέ­ζι σου. «Γειά σου.»

       «Κυ­ρί­α Σμίθ.»

       «Ἄ, ἄ­ρα ξέ­ρεις ποι­ά εἶ­μαι. Γί­νε­ται συ­νή­θεια τε­λευ­ταῖ­α. Ἄ­κου, θέ­λω νὰ σὲ ρω­τή­σω κά­τι.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ; Τί εἶ­σαι; Ἀ­πὸ τὸ BBC; Πα­ρα­κα­λῶ;»

       Ἐ­σὺ κοκ­κι­νί­ζεις.

       «Μπά, ἄ­κου, πρὶν λί­γο, ἁ­πλῶς σὲ πεί­ρα­ζα, φί­λε.»

       «Κα­νέ­να πρό­βλη­μα.»

       «Φί­λε, ἄ­κου, ἐν­τά­ξει, ἄ­σε με νὰ τε­λει­ώ­σω.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ.»

       «Νά ‘το πά­λι τὸ πα­ρα­κα­λῶ. Ἄ­κου, νι­ώ­θω ἄ­σχη­μα ἂν σου ἔ­δω­σα τὴ λά­θος ἐν­τύ­πω­ση. Βλέ­πεις, ἁ­πλῶς…»

       Λὲς ὅ­τι εἶ­ναι ἐν­τά­ξει.

       «Ἐν­τά­ξει γιὰ σέ­να», λέ­ει. «Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ προ­σπα­θῶ νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἐν­τά­ξει» —καὶ σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο γί­νε­ται σὰν κα­νά­τα, τεν­τώ­νον­τας τὸ δε­ξί της χέ­ρι πί­σω της, καὶ στὴ συ­νέ­χεια γέρ­νει μπρο­στὰ σὰν νὰ πρό­κει­ται νὰ ρί­ξει μπα­λιὰ στὸ μπέ­ιζ­μπολ, ἀλ­λὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἄ­φη­νε τὸ μπα­λά­κι, γυ­ρί­ζει ἀ­νά­πο­δα τὸ χέ­ρι της καὶ ὑ­ψώ­νει ἕ­να δά­χτυ­λο στὸν ἑ­αυ­τό της— «μ’ ἐ­μέ­να, μὲ πιά­νεις;»

       Γε­λᾶς. Τῆς λὲς πὼς τὴν πιά­νεις.

       Λέ­ει, «Τί, εἶ­πα κά­τι ἀ­στεῖ­ο; Τώ­ρα σὲ κά­νω νὰ γε­λᾶς, εἶ­μαι ἀ­στεί­α;»

       Λές, «Λά­τρε­ψα τὴ συ­ναυ­λί­α σας χθὲς τὸ βρά­δυ».

       Αὐ­τὸ στα­μα­τά­ει τὸ κω­μι­κὸ νού­με­ρο.

       «Ἤ­σουν ἐ­κεῖ; Ὡ­ραί­α. Ποι­ό κομ­μά­τι ἦ­ταν τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο σου καὶ μὴ μοῦ πεῖς τὸ “Because the night”, γα­μῶ­το μου, ξέ­ρω πὼς εἶ­σαι πιὸ κοὺλ ἀ­π’ αὐ­τό.»

       «Μοῦ ἄ­ρε­σε τὸ σό­λο κλα­ρι­νέ­το.»

       Σκά­ει ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο. «Με­γά­λε.»

       Γέρ­νει μπρο­στὰ γιὰ χει­ρα­ψί­α σὲ δε­κά­ξι μέ­ρη.

       «Πῶς θὰ πε­ρι­έ­γρα­φες τὸ παί­ξι­μό μου;»

       Σκέ­φτε­σαι γιὰ μιὰ στιγ­μὴ καὶ με­τὰ λές, «Ἐ­κτὸς φι­λαρ­μο­νι­κῆς κρυ­πτὸ-ἀ­βὰντ νταν­τὰ ἐ­ναλ­λα­κτι­κό».

       Κοι­τά­ζει πί­σω της. «Εἴ­μα­στε στὸ γα­μη­μέ­νο κάν­τιντ κά­με­ρα, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πιὸ τέ­λει­ο – ἄ­κου, πῶς σὲ λέ­νε;»

       Τῆς λές.

       «Κλί­φορντ Φούτ», ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει.

       «Μὲ ‘ι’ στὸ τέ­λος», τῆς λές.

       «Φυ­σι­κὰ μὲ ‘ι’, φί­λε», λέ­ει. «Φυ­σι­κὰ μὲ ‘ι’. Ἀλ­λι­ῶς εἶ­ναι σκέ­το γα­μη­μέ­νο φούτ. Καὶ τί κά­νεις Κλί­φορντ Φοὺτ μὲ ‘ι’; Θὰ εἶ­σαι σί­γου­ρα ποι­η­τὴς ἢ κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Σπου­δὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου.»

       «Δὲν τὸ εἶ­πα, ρὲ γα­μῶ­το; Ποι­ὸς εἶ­ναι, λοι­πόν, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος σου; Ὁ Με­λι­έ; Ὁ Κο­κτώ;»

       «Ὁ Κα­σα­βέ­της.»

       Λέ­ει, «Στά­σου μιὰ στιγ­μή».

       Πά­ει στὸ τρα­πέ­ζι της, γρά­φει κά­τι γρή­γο­ρα στὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό της καὶ σκί­ζει τὴ σε­λί­δα.

       «Ὁ­ρί­στε», λέ­ει.

       Γρά­φει

       Κλί­φορντ Φού­τΙ

       Δω­ρε­ὰν Εἴ­σο­δος γιὰ Πάν­τα, φί­λε


       «Στά­σου», λέ­ει, «πρέ­πει νὰ τὸ ὑ­πο­γρά­ψω».

       Τὸ γυρ­νᾶς ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη στὸ τρα­πέ­ζι καὶ σκα­λί­ζει κά­τι ποὺ εἶ­ναι ἰ­σο­δύ­να­μο τοῦ τρό­που ποὺ παί­ζει κλα­ρι­νέ­το σὲ γρα­φή.

       «Γιὰ πάν­τα», λέ­ει, «ὅ­που κι ἂν παί­ζω, μὲ πιά­νεις;».

       Πρὶν τὴ ρω­τή­σεις γιὰ τὸ κα­τού­ρη­μα στὴ σκη­νή, πά­ει στὸ πι­κάπ, ἐ­πι­λέ­γει τὸ «Lakme» τοῦ Delibes, κι ἐ­πι­στρέ­φει στὴ θέ­ση της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Στὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­βά­στα­χτο «Ντου­έ­το Λου­λου­δι­ῶν», κλεί­νει σφι­χτὰ τὰ μά­τια της, ὁ λαι­μός της χα­λα­ρώ­νει, τὸ κα­πέ­λο πέ­φτει στὸ πά­τω­μα. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, τὸ ἀ­φή­νεις ἐ­κεῖ.


* * *


Ἡ ἑ­πό­με­νη συ­ναυ­λί­α της εἶ­ναι στὰ βό­ρεια στὸ Χου­ρά. Δεί­χνεις στὸ μέ­λος τῆς ἀ­σφά­λειας τὸ ἰ­σό­βιο πά­σο σου. Ἐ­κεῖ­νος, με­γα­λό­σω­μος καὶ κα­ρα­φλὸς μὲ τα­του­ὰζ στὰ μπρά­τσα ποὺ εἶ­ναι ὅ­σο τὰ πό­δια σου, σοῦ γε­λά­ει κα­τά­μου­τρα.

       Ἔ­πει­τα, ἡ Πά­τι Σμὶθ με­τα­κο­μί­ζει στὸ Ντι­τρό­ιτ, ἡ ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή σου συμ­βαί­νει, καὶ ἡ κο­πέ­λα σου φαί­νε­ται πὼς εἶ­χε δί­κιο σὲ ἕ­να του­λά­χι­στον πράγ­μα.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Litro magazine:

https://www.litromagazine.com/usa/2021/04/patti-smith-takes-a-piss/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις

(A Lydia Davis Story)


ΙΜΑΙ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ καὶ πη­γαί­νω δυ­τι­κὰ στὴ γραμ­μὴ R, σὲ ἑπτὰ στά­σεις φτά­νω στὸ Film Center, μὲ τὸ iPhone στὸ χέ­ρι καὶ δια­βά­ζω μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις. Ἔχουν πε­ρά­σει δύο ἢ τρεῖς στά­σεις καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ ἀγ­χώ­νο­μαι. Δὲν αἰ­σθά­νο­μαι τὸ τέ­λος τῆς ἱστο­ρί­ας νὰ ἔρ­χε­ται σύν­το­μα. Σκρο­λά­ρω πρὸς τὰ κά­τω, μία ὀθό­νη, δύο, τί­πο­τα – ἁπλῶς τὴ μία πα­ρά­γρα­φο με­τὰ τὴν ἄλ­λη, μοιά­ζει μὲ γα­μη­μέ­νο Τό­μας Μπέρν­χαρντ κι ἀνα­ρω­τιέ­μαι, μπο­ρῶ νὰ τε­λειώ­σω τὴν ἱστο­ρία, μπο­ρῶ νὰ ἔχω μιὰ ὁλο­κλη­ρω­μέ­νη αἰ­σθη­τι­κὴ ἐμ­πει­ρία, προ­τοῦ φτά­σω στὴ στά­ση μου; Στὴν ἱστο­ρία, δὲν ἔχουν συμ­βεῖ πολ­λά – στὶς ἱστο­ρί­ες τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις δὲν συμ­βαί­νουν καὶ πο­τὲ πολ­λά. Ἴσως μιὰ κάλ­τσα ἀνα­κα­λύ­πτε­ται κά­τω ἀπὸ ἕνα μα­ξι­λά­ρι, ἕνα τη­λέ­φω­νο χτυ­πά­ει καὶ δὲν εἶ­ναι κα­νεὶς ἐκεῖ, κά­ποιος σὲ μιὰ οὐ­ρὰ ἔξω ἀπὸ ἕνα ΑΤΜ μοιά­ζει μὲ κά­ποιον ἀπὸ ἄλ­λη οὐ­ρὰ σὲ ΑΤΜ καὶ με­τὰ ἡ Ντέϊ­βις ἀρ­χί­ζει νὰ σκά­βει. Ἢ νὰ ἐξο­ρύσ­σει. Κά­τι μπαί­νει βα­θιὰ μέ­σα, χτυ­πά­ει σὲ βρά­χο, ἀνα­πη­δά­ει στὸ πλάϊ, με­τὰ προ­χω­ρά­ει ὁρι­ζόν­τια ἢ μὲ κά­ποια ἄλ­λη ἐσω­τε­ρι­κὴ γω­νία, ὥσπου βρί­σκει ἀδιέ­ξο­δο μι­σὸ μί­λι πέ­ρα ἀπὸ τὸ ση­μεῖο εἰ­σό­δου καὶ σὲ ἀφή­νει ἐκεῖ. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀνα­ρω­τιέ­σαι πῶς τὸ τέ­λος συν­δέ­ε­ται μὲ τὴν ἀρ­χή. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ξέ­ρεις, ἢ νο­μί­ζεις πὼς ξέ­ρεις. Κά­ποιες φο­ρές, σκρο­λά­ρεις ὣς τὴν ἑπό­με­νη ἀρ­χή. Καὶ ἄλ­λες, ἀνα­κα­λύ­πτεις πὼς ἤδη ἔχεις σκρο­λά­ρει πέ­ρα ἀπὸ τὸ τέ­λος σὲ μιὰ και­νού­ρια ἀρ­χή, μιὰ ἐν­τε­λῶς και­νού­ρια ἱστο­ρία, ἡ ὁποία εἶ­ναι σὰν ἐκεί­νη ποὺ νό­μι­ζες πὼς διά­βα­ζες λί­γες στιγ­μὲς πρίν. Τὸ κά­νεις κά­να δυὸ φο­ρές, ἢ τρεῖς, ἢ μι­σὴ ντου­ζί­να, καὶ νιώ­θεις ἐξαν­τλη­μέ­νος, ἕνας ἀρου­ραῖ­ος σὲ λα­βύ­ριν­θο χω­ρὶς ἔξο­δο στὶς γω­νί­ες, οὔ­τε ἀν­τα­μοι­βὴ στὸ κέν­τρο του. Αὐ­τὴ ἡ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις ξε­κι­νά­ει μὲ μιὰ ἡλι­κιω­μέ­νη γυ­ναῖ­κα, ἔπει­τα ἕνα κου­τὶ σο­κο­λά­τες, με­ρι­κοὺς πρώ­ην μα­θη­τές, τί­πο­τα δὲν συν­δέ­ε­ται, καὶ ἔχουν ἀπο­μεί­νει μό­νο τρεῖς στά­σεις. Ἡ ἀπό­στα­ση ἀνά­με­σα στὴν ἕκτη στά­ση καὶ τὴ δι­κή μου, κον­τὰ στὸ Film Center – εἶ­ναι ἡ με­γα­λύ­τε­ρη. Σκέ­φτο­μαι πώς, ὅσο με­γά­λη κι ἂν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ ἱστο­ρία —καὶ κα­μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις δὲν εἶ­ναι με­γά­λη, ἀνε­ξάρ­τη­τα ἀπό το πό­σες ὀθό­νες περ­νᾶ­νε— σί­γου­ρα θὰ μπο­ρέ­σω νὰ τὴν τε­λειώ­σω στὸ με­γά­λο διά­στη­μα ἀνά­με­σα στὴν ἕκτη καὶ τὴν ἕβδο­μη στά­ση. Τὸ πρό­βλη­μα ὅμως, ὅπως προ­βλέ­πω, εἶ­ναι ὅτι συ­νή­θως χρη­σι­μο­ποιῶ αὐ­τὸ τὸ κε­νὸ γιὰ νὰ ἀνα­συν­τα­χθῶ, νὰ μα­ζέ­ψω τὰ πράγ­μα­τά μου, νὰ κλεί­σω συ­σκευές, νὰ πε­ρά­σω τὴν τσάν­τα στὸν ὦμο μου, νὰ βά­λω τὸ iPhone στὴν τσέ­πη, καὶ ἴσως νὰ ση­κω­θῶ καὶ νὰ πε­ρι­μέ­νω δί­πλα στὴν πόρ­τα. Ἄν αὐ­τὴ ἡ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις συ­νε­χι­στεῖ πέ­ρα ἀπὸ τὸ φυ­σιο­λο­γι­κὸ μέ­γε­θος —καὶ ἤδη ἔχει ξε­πε­ρά­σει τὸ μέ­γε­θος τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ἱστο­ριῶν τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις, ὄχι ὅτι ἔχω ψά­ξει τὸν ἀριθ­μὸ λέ­ξε­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποιεῖ κα­τὰ μέ­σο ὅρο, ἀλ­λὰ στοι­χη­μα­τί­ζω πὼς κά­ποιος τὸ ἔχει κά­νει, στοι­χη­μα­τί­ζω πὼς ὑπάρ­χουν στα­τι­στι­κές— μπο­ρεῖ νὰ βια­στῶ κα­θὼς τὸ τρέ­νο φτά­νει στὸν σταθ­μὸ καὶ δὲν μοῦ ἀρέ­σει κα­θό­λου νὰ ἀναγ­κά­ζο­μαι νὰ βια­στῶ. Ἔτσι χά­νεις πράγ­μα­τα. Κα­θὼς φαν­τά­ζο­μαι τὴν πι­θα­νό­τη­τα, νιώ­θω νὰ μπαί­νω σὲ κα­τά­στα­ση ὑπο­θε­τι­κοῦ ἄγ­χους. Τί θὰ ἔκα­να, ἀνα­ρω­τιέ­μαι, ἂν στὴ μι­κρὴ ἀπό­στα­ση ὡς τὸ Film Center, ἀνα­κα­λύ­ψω πὼς ἄφη­σα τὸ κι­νη­τό μου πί­σω… κά­που, στὸ κά­θι­σμα ἴσως, ἢ μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἔπε­σε ἀπὸ τὴν τσέ­πη μου, κα­θὼς ἀνέ­βαι­να τὰ σκα­λιὰ ἀπὸ τὸ με­τρό, ἢ μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴν τὸ ἔβα­λα ἀρ­κε­τὰ βα­θιὰ στὴν τσέ­πη μου, ἀφή­νον­τάς το ἀρ­κε­τὰ ἐκτε­θει­μέ­νο, ὥστε ἀκό­μα καὶ ἕνας ἐρα­σι­τέ­χνης πορ­το­φο­λὰς νὰ κα­τα­φέ­ρει μιὰ εὔ­κο­λη λεία. Φαν­τά­ζο­μαι τὴ συ­ζή­τη­ση ποὺ θὰ κά­νω στὸ τα­μεῖο, προ­σπα­θῶν­τας νὰ ἀπο­δεί­ξω ὅτι εἶ­χα ἀγο­ρά­σει εἰ­σι­τή­ριο, ἀλ­λὰ τὸ barcode ποὺ τὸ ἀπο­δει­κνύ­ει ἦταν στὸ iPhone ποὺ ἔχα­σα, λό­γῳ τῆς ἀσυ­νή­θι­στα με­γά­λης ἱστο­ρί­ας τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις. Θὰ γνώ­ρι­ζε ὁ τα­μί­ας τὴ δου­λειά της; Θὰ ἔδει­χνε κα­τα­νόη­ση γιὰ τὸ δί­λημ­μά μου καὶ τὴν με­τέ­πει­τα ἀτυ­χία μου; Τὸ προ­σω­πι­κὸ στὸ Film Center, με­ρι­κοὶ τοὐ­λά­χι­στον, μοιά­ζουν νὰ ξέ­ρουν ἀπὸ λο­γο­τε­χνία. Ἔχω δεῖ ἕναν νὰ φο­ρά­ει μπλου­ζά­κι Μπον­τλέρ. Ἕναν ἄλ­λον νὰ δια­βά­ζει Μάγ­κι Νέλ­σον – τὸ Bluets, νο­μί­ζω. Ἀνα­ρω­τιέ­μαι ἄν, ἐνῶ ἐξη­γῶ τὴν κα­τά­στα­σή μου σὲ ἕναν τα­μία ποὺ δεί­χνει κα­τα­νόη­ση καὶ εἶ­ναι γνώ­στης τῆς κουλ­τού­ρας, ἡ οὐ­ρὰ πί­σω μου θὰ με­γά­λω­νε καὶ μα­ζὶ μὲ αὐ­τήν, μιὰ αἴ­σθη­ση ἀνυ­πο­μο­νη­σί­ας, τό­σο σὲ ὅσους στέ­κον­ται στὴν οὐ­ρά, ὅσο καὶ στὸν τα­μία. Κα­μία ἀπὸ αὐ­τὲς τίς ὑπο­θέ­σεις δὲν μὲ πά­ει πα­ρα­πέ­ρα στὴν ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις. Σκέ­φτο­μαι: ἴσως ἔχω κα­λύ­τε­ρη τύ­χη νὰ φτά­σω στὸ τέ­λος τῆς ἱστο­ρί­ας, ἂν βά­λω στὴν τσέ­πη μου τὸ iPhone τώ­ρα, ψά­ξω στὴν τσάν­τα μου καὶ βγά­λω τὸ iPad-Mini, μιὰ συ­σκευὴ ὄχι καὶ πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρη ἀπὸ τὸ iPhone, ἀλ­λὰ σί­γου­ρα πιὸ γεν­ναιό­δω­ρη στὴν ἀνά­γνω­ση κει­μέ­νων κι ἑπο­μέ­νως πα­ρέ­χει μιὰ λι­γό­τε­ρο ἀγ­χω­τι­κὴ ἐμ­πει­ρία τῆς ἱστο­ρί­ας, τὴν καμ­πή της, τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ τέ­λους ποὺ πλη­σιά­ζει. Για­τί ἂν ἔχω ἄγ­χος ὅταν δια­βά­ζω, βρί­σκω πὼς ἡ ἀνά­γνω­σή μου εἴ­τε ἐπι­βρα­δύ­νε­ται εἴ­τε οἱ γραμ­μὲς θο­λώ­νουν ὥστε τε­λι­κὰ νὰ μὴ βγαί­νει νόη­μα κι ἔτσι πρέ­πει νὰ γυ­ρί­σω πί­σω καὶ νὰ τίς ξα­να­δια­βά­σω, με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀκό­μα καὶ ὁλό­κλη­ρες πα­ρα­γρά­φους, ὁλό­κλη­ρες ὀθό­νες, ἀκό­μα καὶ ὁλό­κλη­ρες ἱστο­ρί­ες (τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις), κι ἂν αὐ­τὸ συμ­βεῖ τώ­ρα μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐξαι­ρε­τι­κὰ με­γά­λη ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις, θὰ εἶ­μαι σὰν τρέ­νο κολ­λη­μέ­νο σὲ μιὰ σή­ραγ­γα, σκο­τει­νὴ μπρο­στὰ καὶ σκο­τει­νὴ πί­σω, χω­ρὶς κα­νέ­να ἴχνος ἀπο­βά­θρας.



Πηγή: Ἀπὸ τὸ Quarterly Li­te­ra­ry Re­view Sin­ga­po­re:

http://www.qlrs.com/story.asp?id=1607

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ

(Winona Ryder)


ΠΑΡΧΟΥΝ γυ­ναῖ­κες στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ποὺ μοιά­ζουν ἀ­κρι­βῶς μὲ αὐ­τὲς ποὺ βλέ­πεις στὶς ται­νί­ες. Ὄ­μορ­φες, αἰ­θέ­ρι­ες, φι­λή­δο­νες, ἐκ­φρα­στι­κές. Τὶς βλέ­πω ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου. Μι­λᾶ­νε στὰ τη­λέ­φω­νά τους ἢ σέρ­νουν ἀ­πὸ τὸ χε­ρού­λι μι­κρὲς βα­λί­τσες πί­σω τους ἢ ψά­χνουν μὲ τὰ μά­τια τους στὴ λε­ω­φό­ρο μή­πως δοῦν τὸ τα­ξὶ Uber ποὺ ἔρ­χε­ται νὰ τὶς πά­ρει μα­κριά. Τὶς βλέ­πω καὶ κα­τα­λα­βαί­νω για­τὶ οἱ ἄν­θρω­ποι θέ­λουν νὰ ζή­σουν στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, οἱ ἄν­τρες του­λά­χι­στον. Ἔρ­χον­ται γιὰ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες, τὶς ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες ποὺ μοιά­ζουν μὲ ἐ­κεῖ­νες τὶς ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­ρω­τεύ­τη­καν στὶς ται­νί­ες. Με­ρι­κὲς ἀ­πὸ αὐ­τές, εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα οἱ ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­ρω­τεύ­τη­καν στὶς ται­νί­ες.

       Κά­πο­τε, σὲ ἕ­να στούν­τιο γι­όγ­κα στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν, ἄλ­λα­ξα τὰ ροῦ­χα ποὺ φο­ροῦ­σα καὶ ἔ­βα­λα ἕ­να σόρ­τς στὰ ἴ­δια ἀ­πο­δυ­τή­ρια μὲ τὴν Γκου­ί­νεθ Πάλ­τρο­ου. Συ­νέ­βη πρὶν ἐ­κεί­νη κερ­δί­σει τὸ Ὄ­σκαρ, πρὶν τὴ σει­ρὰ Goop Lab, προ­τοῦ γί­νει ἡ χα­ζο­βιό­λα ποὺ ζεῖ προ­στα­τευ­μέ­νη μέ­σα στὴ φού­σκα της, αὐ­τὴ ποὺ ὅ­λοι λα­τρεύ­ουν νὰ μι­σοῦν μὲ τὸ παι­δὶ ποὺ ἔ­χει ὀ­νο­μά­σει Ἄ­πλ. Τὸ νὰ βρί­σκο­μαι σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸν χῶ­ρο μα­ζί της, νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ, ἐ­νῶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ μὴν τὸ κά­νω, τὸν ἀ­πο­λύ­τως φυ­σι­κὸ τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­βγα­ζε τὸ φα­νε­λά­κι της πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι της… θέ­λω νὰ πῶ, μπο­ρεῖς νὰ φαν­τα­στεῖς. Κι ἂν εἶ­χε συμ­βεῖ τὸν και­ρὸ τῶν iPhone, δὲν θὰ χρει­α­ζό­ταν νὰ φαν­τα­στεῖς, θὰ κοι­τοῦ­σες τώ­ρα μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Μέ­σα στὸ μυα­λό μου, κι ἐ­γὼ κοι­τά­ζω μιὰ φω­το­γρα­φί­α – τὸ ἁ­πα­λὸ ψη­λό­λι­γνο χρυ­σα­φέ­νιο ἄ­ψο­γο σῶ­μα της μὲ τὰ συ­νε­σταλ­μέ­να στή­θη (ποὺ νο­μί­ζω πὼς τὰ ρου­φοῦ­σε ὁ Μπὲν Ἄ­φλεκ ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό), χα­ραγ­μέ­νο, ὅ­πως ἦ­ταν τό­τε, στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ τοῦ μυα­λοῦ μου. Ἡ γι­όγ­κα ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς τό­τε θὰ κα­τεύ­να­ζε τὶς λά­γνες μα­τι­ές μου. Ἦ­ταν χρό­νια πρὶν ξε­σπά­σουν τὰ σκάν­δα­λα μὲ τὸν Τζὸν Φρέντ, τὸν Παν­τάμ­πι Τζό­ις καὶ τὸν Μπί­κραμ Τσουν­τού­ρι, ποὺ τί­να­ζαν τὰ που­λιά τους σὲ δι­ά­φο­ρες κοι­λό­τη­τες, στὴ διά­ρκεια τῆς οὐ­τα­να­σά­να.

       Μιὰ ἄλ­λη φο­ρά, εἶ­δα τὴν Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Στράντ, κά­να-δυ­ὸ χρό­νια με­τὰ τὴν κα­τα­δί­κη της γιὰ κλο­πὴ ἀ­πὸ κα­τά­στη­μα. Δὲν τὴν ἀ­κο­λού­θη­σα ἐ­πὶ τού­του, ἀλ­λὰ προ­σπά­θη­σα νὰ δῶ ποι­ά βι­βλί­α τῆς τρα­βοῦ­σαν τὴν προ­σο­χὴ (δύ­ο θυ­μᾶ­μαι, Τὸ Κο­ρί­τσι ποὺ Ἔ­παι­ζε μὲ τὴ Φω­τιά καὶ τὸ Κα­τάρ­ρευ­ση). Μὲ κα­τά­λα­βε ποὺ τὴν κοι­τοῦ­σα καὶ εἶ­πε, «Εἶ­σαι στὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ κα­τα­στή­μα­τος ἢ κά­ποι­ος τυ­χαῖ­ος ἀ­νώ­μα­λος;». Αὐ­τὸ μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω ἄ­σχη­μα γιὰ τὴ Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ. Χρι­στέ μου, τί συ­νέ­βη στὴ συ­νεί­δη­σή της καὶ ἔ­γι­νε τό­σο πα­ρα­νο­ϊ­κή, τό­σο ἐ­πι­θε­τι­κή;

       Αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες, δὲν ξέ­ρω κὰν ποι­ός εἶ­ναι δι­ά­ση­μος. Πη­γαί­νω στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ εὔ­χο­μαι νὰ ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

 

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Ἕ­νας ψυ­χί­α­τρος στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


­νας ψυ­χί­α­τρος στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν

(A Psychiatrist in Lower Manhattan)


ΞΕΡΑ ἕ­ναν ψυ­χί­α­τρο ποὺ ζοῦ­σε στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν. Τὸ γρα­φεῖ­ο του ἦ­ταν στὸ σπί­τι καὶ τὸ σπί­τι του δὲν εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα. Βρι­σκό­ταν σὲ ἕ­να τε­ρά­στιο κτί­ριο χω­ρὶς χα­ρα­κτή­ρα, ποὺ ἡ βά­ση του ἔ­μοια­ζε τό­σο πλα­τιὰ καὶ τό­σο τε­τρά­γω­νη ὅ­σο τὰ τέσ­σε­ρα τε­τρά­γω­να ποὺ τὸ πε­ρι­έ­κλειαν. Τὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ δι­α­με­ρί­σμα­τά του ἦ­ταν ἐ­πί­σης τε­ρά­στια, ἀλ­λὰ ὅ­λος αὐ­τὸς ὁ χῶ­ρος εἶ­χε τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα τῆς ἔλ­λει­ψης φυ­σι­κοῦ φω­τός. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κτί­ριο, πέ­ρα ἀ­πὸ μιὰ στε­νὴ λω­ρί­δα πάρ­κου, μὲ μιὰ σει­ρὰ παγ­κά­κια ποὺ ἔ­βλε­παν πρὸς τὶς λε­ω­φό­ρους, βρι­σκό­ταν τὸ J&R Music World. Ἂν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα, ἔ­λε­γε ὁ ψυ­χί­α­τρος, θὰ ἀ­νέ­βα­ζε ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ καὶ θὰ χτυ­ποῦ­σε τὸ J&R μὲ ἕ­να χάρ­τι­νο ἀ­ε­ρο­πλα­νά­κι. Τό­σο κον­τὰ ἦ­ταν. Πή­γαι­νε ἐ­κεῖ σχε­δὸν κά­θε μέ­ρα. Ἐ­πι­σκε­πτό­ταν τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τμῆ­μα κλα­σι­κῆς μου­σι­κῆς καὶ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες ἔ­φευ­γε μὲ ἀρ­κε­τὲς και­νού­ρι­ες ἀ­γο­ρές. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν ὄ­πε­ρα, τὴν ὀρ­χη­στρι­κὴ μου­σι­κή, τὴ φω­νη­τι­κή, τὴν πρώ­ι­μη, τὰ πλῆ­κτρα, τὴ σύγ­χρο­νη κλα­σι­κὴ – ὅ­λα αὐ­τά, ὥ­στε νὰ πεί­θε­ται πάν­τα ἀ­πὸ τοὺς ὑ­παλ­λή­λους ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἠ­χο­γρά­φη­ση ποὺ ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ ἔ­χει. Τὶς κα­λὲς μέ­ρες κα­θό­ταν μὲ τὶς ἀ­γο­ρές του σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παγ­κά­κια στὴ στε­νὴ λω­ρί­δα πάρ­κου, ἔ­σκι­ζε τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα ἀ­πὸ τοὺς δί­σκους ἢ τὸ κου­τὶ καὶ με­λε­τοῦ­σε τὶς ση­μει­ώ­σεις ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε εἶ­χε στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό. Ὁ ψυ­χί­α­τρος μι­λοῦ­σε Ἰ­τα­λι­κὰ καὶ Γερ­μα­νι­κά, λί­γα Γαλ­λι­κὰ καὶ λί­γα Ρω­σι­κά. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ δι­α­βά­ζει τὶς με­τα­φρά­σεις τῶν δι­σκο­γρα­φι­κῶν. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ βλέ­πει πό­σο κον­τὰ ἦ­ταν οἱ με­τα­φρά­σεις τους σὲ αὐ­τὲς ποὺ ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­κα­νε ἂν ἦ­ταν με­τα­φρα­στής. Ἤ­ξε­ρε τὶς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὄ­πε­ρες καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ λιμ­πρέ­τα τους ἀρ­κε­τὰ κα­λὰ ὥ­στε νὰ τὰ με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο στὰ Ἀγ­γλι­κὰ καὶ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κὰ (ὅ­πως τὸ Ὄ­νει­ρο Θε­ρι­νῆς Νυ­κτός τοῦ Μπρί­τεν) στὰ Ἰ­τα­λι­κὰ ἢ τὰ Γερ­μα­νι­κά.

       Ὁ ψυ­χί­α­τρος μοι­ρα­ζό­ταν τὸ δί­χως πα­ρά­θυ­ρα σπί­τι του μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του, μιὰ εἰ­κα­στι­κό. Ἐ­κεί­νη ἔ­κα­νε ἐγ­κα­τα­στά­σεις. Στοί­βα­ζε κα­μιὰ φο­ρὰ κά­τι σὲ μιὰ γω­νί­α στὸ πά­τω­μα μιᾶς γκα­λε­ρί, ὅ­πως ἄ­πλυ­τα ροῦ­χα ἢ σκου­πί­δια (τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν βρε­θεῖ») καὶ αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τὴν ἐγ­κα­τά­στα­σή της. Ἔ­φτια­χνε κι ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να, ἀ­πὸ πη­λὸ ἢ νῆ­μα ἢ καμ­βά. Με­ρι­κὰ τὰ κάρ­φω­νε σὲ κόν­τρα πλα­κὲ καὶ τὰ κρε­μοῦ­σε στὰ δω­μά­τια δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Κα­νέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν ἦ­ταν αἰ­σθη­τι­κὰ εὐ­χά­ρι­στο, του­λά­χι­στον ὄ­χι μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς. Ἴ­σως ἦ­ταν αἰ­σθη­τι­κὰ εὐ­χά­ρι­στα ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη τῆς ἰ­δέ­ας. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δω­μά­τια στὸ δί­χως πα­ρά­θυ­ρα δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν τὸ στούν­τιό της. Κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, ἔ­μοια­ζε μὲ παι­δι­κὸ δω­μά­τιο, τὸ δω­μά­τιο ἑ­νὸς παι­διοῦ ποὺ δὲν μα­ζεύ­ει τὰ πράγ­μα­τά του. Ἔ­λε­γε ὅ­τι μᾶλ­λον θὰ ζω­γρά­φι­ζε, μᾶλ­λον θὰ ἦ­ταν ζω­γρά­φος, ἂν τὸ στούν­τιο εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα, ἀλ­λὰ χω­ρὶς αὐ­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει φῶς, του­λά­χι­στον ὄ­χι φῶς ποὺ ἀ­ξί­ζει νὰ ζω­γρα­φί­σεις. Κι ἂν μὴ τί ἄλ­λο, ἔ­λε­γε, ἡ ζω­γρα­φι­κὴ εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὸ φῶς. Τὸ ἴ­διο κι ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση, ἔ­λε­γε ὁ σύ­ζυ­γός της, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δι­α­φω­νοῦ­σε. Θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι θὰ ἔ­χει σχέ­ση μὲ κά­τι ἄλ­λο, για­τὶ ὁ σύ­ζυ­γός της ἐ­ξα­σκοῦ­σε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ψυ­χα­νά­λυ­ση, πα­ρὰ τὴν ἀ­που­σί­α φω­τὸς στὸ γρα­φεῖ­ο του.

       Στὸ δω­μά­τιο ποὺ ὁ ψυ­χί­α­τρος χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ λη­μέ­ρι του, μι­σὸ τε­τρά­γω­νο πε­ρί­που ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του, εἶ­χε ἕ­να στε­ρε­ο­φω­νι­κὸ ὑ­ψη­λῆς τε­χνο­λο­γί­ας ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α, τὴν Αὐ­στρί­α καὶ τὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Τὰ ἠ­χεῖ­α του —ἕ­να ζευ­γά­ρι— εἶ­χαν τὸ μέ­γε­θος ψυ­γεί­ου. Ὁ ἐ­νι­σχυ­τὴς καὶ ὁ προ­ε­νι­σχυ­τής του τοὺς ἔ­δι­νε τό­ση ἐ­νέρ­γεια ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν σί­γου­ρος πὼς θὰ ἀ­κού­γον­ταν ὣς τὸ Κό­νι Ἄι­λαντ, ὅ­που εἶ­χε γεν­νη­θεῖ καὶ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἀ­πο­δρά­σει. Κά­πο­τε ἔ­βα­λε νὰ παί­ξει τὴν «Κά­στα Ντί­βα» τῆς Μα­ρί­ας Κά­λας γιὰ μέ­να – καὶ ἔ­κα­νε τὸ μπου­φάν μου νὰ φαί­νε­ται σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σα ἐ­νάν­τια σὲ ἰ­σχυ­ρὸ ἄ­νε­μο. Ἡ βλε­φα­ρί­δα στὰ αὐ­τιά μου πα­ρέ­μει­νε πε­σμέ­νη γιὰ μέ­ρες. Στὴ ρὸκ μου­σι­κή, ὑ­πέ­θε­τε, μό­νο οἱ The Who μπο­ροῦ­σαν νὰ παί­ξουν δυ­να­τό­τε­ρα. Ἤ­μουν εὐ­γνώ­μων ποὺ δὲν εἶ­χε δί­σκο τῶν The Who, ἢ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ ρόκ, ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι. Ὅ­λα ἦ­ταν κλα­σι­κὴ γιὰ τὸν ψυ­χί­α­τρο.

       Συ­χνὰ ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν γιὰ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῆς ζω­ῆς δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δὲν ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν ἀλ­λὰ ἤ­μουν σχε­δὸν σί­γου­ρος πὼς ἡ ἐ­πί­δρα­ση θὰ ἦ­ταν ἀρ­νη­τι­κή. Πί­στευ­α πὼς σί­γου­ρα ἦ­ταν ἔ­τσι γιὰ τὰ παι­διὰ τοῦ ψυ­χιά­τρου, ἕ­να ἀ­γό­ρι τρι­ῶν ἐ­τῶν, ποὺ ἦ­ταν ἀλ­λερ­γι­κὸ στὰ πάν­τα, ἀ­κό­μα καὶ στὸ γά­λα τῆς μη­τέ­ρας του, καὶ ἕ­να κο­ρί­τσι ἕ­ξι ἐ­τῶν, ποὺ κά­ποι­ες φο­ρὲς ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο μὲ μιὰ πέ­τρα καὶ σοῦ τὴν ἔ­δι­νε λέ­γον­τας «ὁ­ρί­στε, σοῦ ἔ­φε­ρα αὐ­τὴ τὴν πέ­τρα ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο», κι ἐ­σὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­παν­τή­σεις «πω­πῶ, εὐ­χα­ρι­στῶ» καὶ νὰ τὴ βά­λεις στὴν τσέ­πη, ἐ­φό­σον δὲν ὑ­πῆρ­χαν πα­ρά­θυ­ρα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὴν πε­τά­ξεις ἔ­ξω.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα

(The Book I Read)


ΟΥΣΑ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τοῦ κα­θη­γη­τῆ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τῆς ζω­γρά­φου συ­ζύ­γου του. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε γρά­ψει πολ­λὰ δι­ά­ση­μα βι­βλί­α, ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἐκ­θέ­σει τοὺς πί­να­κές της σὲ ἀ­ξι­ο­σέ­βα­στες γκα­λε­ρί. Φαν­τα­ζό­μουν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά τους νὰ ἔ­χει βι­βλί­α ἀ­πὸ τοῖ­χο σὲ τοῖ­χο, κι ἀ­νά­με­σά τους αὐ­θεν­τι­κοὺς πί­να­κες. Ἦ­ταν ὁ τύ­πος τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος ποὺ φαν­τα­ζό­μουν πὼς θὰ κα­τοι­κοῦ­σα μιὰ μέ­ρα, ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ ἡ μέ­ρα φαι­νό­ταν πο­λὺ μα­κριὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α πῶς θὰ ἔ­φτα­να σ’ αὐ­τή. Ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας εἶ­χε μιὰ κό­ρη ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νο γά­μο. Εἶ­χε κον­τὰ μαλ­λιὰ καὶ φο­ροῦ­σε κον­τὲς φοῦ­στες καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ τὴν Τζὶν Σίμ­περγκ στὸ Μὲ Κομ­μέ­νη τὴν Ἀ­νά­σα. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀ­νέ­βαι­νε ἀγ­κα­ζὲ τὸν λό­φο πρὸς τὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας, μὲ βι­βλί­α πι­ε­σμέ­να στὸ στῆ­θος τους ἐ­νάν­τια στὸν ἄ­νε­μο. Γε­λοῦ­σαν μὲ τὸ πό­σο δύ­σκο­λο τὸ ἔ­κα­νε ὁ ἄ­νε­μος νὰ φτά­σουν στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ λό­φου. Σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω μιὰ κό­ρη σὰν αὐ­τὴ – κά­ποι­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ γε­λού­σα­με μὲ τὰ χα­ζὰ πράγ­μα­τα. Καὶ σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω ἕ­ναν πα­τέ­ρα σὰν τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας – κά­ποι­ον μὲ με­γά­λες ἰ­δέ­ες, ποὺ ὅ­μως ἔ­βρι­σκε ἀ­κό­μα εὐ­χα­ρί­στη­ση στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς προ­κλή­σεις. Στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, εἶ­χα δεῖ γκρα­φί­τι στοὺς τοί­χους στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες γιὰ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τὴν κό­ρη του καὶ τὸ τί ἔ­κα­ναν με­τα­ξύ τους. Μοῦ φαί­νον­ταν σκλη­ρὰ καὶ ἄ­δι­κα.

       Μιὰ μέ­ρα, ἡ κό­ρη μοῦ χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα. Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸ «The Book I Read» τῶν Talking Heads κι ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ μι­λή­σου­με γι’ αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Τὸ ἴ­διο κι ἐ­γώ. Κά­να­με μιὰ με­γά­λη καὶ γε­μά­τη νό­η­μα συ­ζή­τη­ση ποὺ κρά­τη­σε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἕ­ως νω­ρὶς τὸ βρά­δυ. Ἀγ­γί­ξα­με πολ­λὰ ση­μαν­τι­κὰ ση­μεῖ­α. Ἐ­γὼ τό­νι­σα πό­σο ὡ­ραῖ­ο θὰ ἦ­ταν ἂν ὁ πα­τέ­ρας της, ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας, ἦ­ταν μα­ζί μας. Θὰ εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες φι­λο­σο­φί­ες νὰ μοι­ρα­στεῖ. Ἀ­νέ­φε­ρα τὰ σκλη­ρὰ γκρα­φί­τι ποὺ εἶ­χα δεῖ στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες στὸ πα­νε­πι­στή­μιο καὶ πό­σο ἄ­δι­κα τὰ θε­ω­ροῦ­σα. Ἐ­κεί­νη σή­κω­σε ἀ­δι­ά­φο­ρά τους ὤ­μους. Τὰ εἶ­χαν δεῖ κι ἐ­κεῖ­νοι. Δὲν τοὺς ἐ­νο­χλοῦ­σε, μοῦ εἶ­πε. Ἔ­δει­ξε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Πά­νω του ὑ­πῆρ­χε μιὰ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου μου μέ­λος τῶν Rolling Stones, τοῦ Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς (ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει), νὰ χα­μο­γε­λά­ει στὴν κά­με­ρα. «Θέ­λεις νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με;» εἶ­πε, κρα­τών­τας τὸ στρί­φω­μα τῆς δι­κῆς της μπλού­ζας. Ἐ­πά­νω της εἶ­χε τυ­πω­μέ­νο τὸ πορ­τρέ­το τῆς Πά­τι Σμίθ, φω­το­γρα­φι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸν Μέ­ι­πλθορπ, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ Horses. Δὲν φο­ροῦ­σε τί­πο­τε ἀ­πὸ κά­τω. Ἦ­ταν μι­κρο­κα­μω­μέ­νη, μὲ μι­κρὰ στή­θη, ἀλ­λὰ ὄ­χι σὰν ἀ­γό­ρι. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ φύ­λο της. Αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὴν κου­ζί­να μου. Εἶ­χε σκο­τει­νιά­σει ἀρ­κε­τὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἀ­νά­ψει φῶ­τα. Ὅ­μως, ζοῦ­σα στὸ ἰ­σό­γει­ο. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα τί θὰ σκε­φτό­ταν κά­ποι­ος ποὺ θὰ ἀ­νέ­βαι­νε τὸν λό­φο, ἂν κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔ­λε­γα πὼς θὰ σκε­φτό­ταν: πῶς αὐ­τὸς ὁ πα­λιά­τσος στά­θη­κε τό­σο τυ­χε­ρός; Ἤλ­πι­ζα νὰ κοι­τά­ξουν καὶ νὰ τὸ σκε­φτοῦν ὄν­τως αὐ­τό. Ἐ­κεί­νη δὲν φαι­νό­ταν νὰ σκέ­φτε­ται κά­τι. Μοῦ ἔ­δω­σε τὸ μπλου­ζά­κι της, ὅ­πως θὰ ἔ­δι­νε στὸ τα­μεῖ­ο ἑ­νὸς βι­βλι­ο­πω­λεί­ου ἕ­να βι­βλί­ο, τῆς ἔ­δω­σα κι ἐ­γὼ τὸ δι­κό μου κι ἔ­πει­τα πῆ­γε πά­νω. Γιὰ τὴν ὑ­πό­λοι­πη μί­α ὥ­ρα ἢ κά­τι πα­ρα­πά­νω, τὴν ἄ­κου­γα νὰ βη­μα­τί­ζει στὸ δω­μά­τιο ἀ­πὸ πά­νω μου. Ἐ­γὼ εἶ­χα στυ­λώ­σει τὰ μά­τια στὸ τα­βά­νι, προ­σπα­θών­τας νὰ φαν­τα­στῶ ποῦ βρι­σκό­ταν, τὰ βι­βλί­α γύ­ρω της, τοὺς πί­να­κες.

       Τὴν ξα­νά­δα κά­να-δυ­ὸ φο­ρὲς με­τὰ ἀ­πὸ τό­τε, νὰ ἀ­νε­βαί­νει μὲ τὸν πα­τέ­ρα της τὸν ἀ­νε­μο­δαρ­μέ­νο λό­φο, κου­βα­λών­τας πάν­τα βι­βλί­α μα­ζί τους. Ἀρ­γό­τε­ρα, με­τα­κό­μι­σε στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ ἔ­βγα­λε δι­κό της βι­βλί­ο – ἕ­να χρο­νι­κὸ μὲ θέ­μα τὸ με­γά­λω­μα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ ἕ­ναν φι­λό­σο­φο πα­τέ­ρα. Γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ μπῆ­κε στὸ βι­βλί­ο, πό­ζα­ρε μπρο­στά σε γκρα­φί­τι στὸ τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Μοῦ φά­νη­καν κα­κο­φτι­αγ­μέ­να, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω τί ἔ­λε­γαν. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ ξε­κούμ­πω­το σα­κά­κι της, φο­ροῦ­σε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸν Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς. Μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ἔ­γι­να ἀ­θά­να­τος.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Οἱ Παρενθετικοί



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Οἱ Παρενθετικοί

(Parentheticals)


ΧΕΤΕ ΑΚΟΥΣΕΙ τὰ ἕ­ξι στά­δια κοι­νω­νι­κοῦ δια­χω­­ρι­σμοῦ, τὴν ἰ­δέ­α πὼς ὅ­λοι οἱ ἐν ζω­ῇ ἄν­θρω­ποι βρί­σκον­ται μό­νο ἕ­ξι βή­μα­τα —ἕ­ξι χει­ρα­ψί­ες— μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ νὰ συ­ναν­τή­σουν ἢ γνω­ρί­σουν ὅ­λους τους ἄλ­λους. Τὸ 1993, γύ­ρι­σαν μιὰ ται­νί­α γι’ αὐ­τό. Στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Τὴν πό­λη μου. Ἐ­στι­ά­ζον­τας στὴ φή­μη καὶ τὸ χρῆ­μα, ἐ­ξέ­τα­σε τὴν ἐγ­γύ­τη­τα τῶν προ­νο­μί­ων καὶ τῆς ἔν­δειας, τῆς δι­α­ση­μό­τη­τας καὶ τῆς ἀ­νω­νυ­μί­ας. Ὑ­πάρ­χει μιὰ σκά­λα ἀ­νά­με­σα, ὑ­παι­νί­χθη­κε ἡ ται­νί­α, καὶ ἡ δι­α­δρο­μὴ εἶ­ναι δι­πλῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας.

       Στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ποὺ ἐ­γὼ περ­πά­τη­σα, τὰ ἕ­ξι στά­δια φαί­νον­ταν σὰν ὑ­περ­βο­λή. Γιὰ νὰ εἶ­σαι ἕ­ξι στά­δια μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ φή­μη καὶ τὸ χρῆ­μα, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πᾶς κά­που, ὅ­πως τὸ Κάν­σας, για­τὶ ὅ­που καὶ νὰ κοι­τοῦ­σες, ὅ­που κι ἂν πή­γαι­νες στὸ δι­κό μου Μαν­χά­ταν, τὰ ἄ­κρα συ­νυ­πῆρ­χαν καὶ οἱ δι­α­ση­μό­τη­τες ἔ­τρω­γαν σα­λά­τα στὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι. Ἴ­σως σὲ αὐ­τὸ νὰ ὀ­φεί­λε­ται ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ παι­χνι­διοῦ Ἕ­ξι Στά­δια μὲ τὸν Κέ­βιν Μπέ­ι­κον.


Ἡ θε­ω­ρί­α ἔ­λε­γε πὼς ὁ Κέ­βιν Μπέ­ι­κον, ἕ­νας ἠ­θο­ποι­ὸς ποὺ ἡ με­γά­λη του ἐ­πι­τυ­χί­α ἦρ­θε μὲ τὸ Footloose, εἶ­χε ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ τό­σες πολ­λὲς ται­νί­ες ποὺ μό­νο ἕ­ξι στά­δια τὸν χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λο ἠ­θο­ποι­ὸ ἐν ζω­ῇ. Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς, λέ­ω, ὅ­μως: ἔ­ζη­σα τρί­α τε­τρά­γω­να μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν Κέ­βιν Μπέ­ι­κον. Τὸν ἔ­βλε­πα ὅ­λη τὴν ὥ­ρα νὰ κα­λεῖ τα­ξὶ στὸν δρό­μο, νὰ μπαί­νει στὸν ὑ­πό­γει­ο, νὰ φέρ­νει πε­ζὸς ἕ­να παι­δὶ σπί­τι ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς προ­σπερ­νοῦ­σε, βυ­θι­σμέ­νος στὸν Μπε­ϊ­κο­νι­κὸ ἑ­αυ­τό του. Κά­να δυ­ὸ φο­ρὲς μοῦ ἔ­γνε­ψε ἕ­ναν χαι­ρε­τι­σμό. Ἡ σύ­ζυ­γός του, Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, δὲν μοῦ ἔ­γνε­ψε πο­τὲ καὶ ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ τὴν κα­τη­γο­ρή­σει; Μὲ μαλ­λιὰ σὰν χαί­τη λι­ον­τα­ριοῦ καὶ φι­γού­ρα μπα­λα­ρί­νας, προ­σέλ­κυ­ε τὴν προ­σο­χὴ ποὺ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες γυ­ναῖ­κες προ­σπα­θοῦν νὰ ἀ­γνο­ή­σουν. Μιὰ φο­ρά, ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ γυ­μνα­στή­ριό μου, φο­ρών­τας ἕ­να λευ­κὸ ὁ­λό­σω­μο κορ­μά­κι ποὺ ἔ­μοια­ζε νὰ ἔ­χει ζω­γρα­φι­στεῖ μὲ σπρέ­ι στὴν ψη­λό­λι­γνη, εὐ­λύ­γι­στη φι­γού­ρα της. Δὲν εἶ­χε οὔ­τε γραμ­μά­ριο λί­πους πά­νω της. Ὁ ἀ­δερ­φός της γυ­μνα­ζό­ταν στὸ ἴ­διο γυ­μνα­στή­ριο. Ἦ­ταν ψη­λό­τε­ρος καὶ εἶ­χε πα­ρό­μοι­α κορ­μο­στα­σιά. Μυ­ώ­δης, ἰ­σχνός, σμι­λε­μέ­νος. Προ­πο­νοῦν­ταν στὴν πυγ­μα­χί­α – χτυ­ποῦ­σε μὲ δύ­να­μη τὸν σά­κο, ἔ­δι­νε κο­φτὲς γρο­θι­ὲς στὸν προ­πο­νη­τι­κὸ μι­κρὸ σά­κο, γρον­θο­κο­ποῦ­σε τὸν ἀ­έ­ρα μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη σὲ γύ­ρους τῶν τρι­ῶν λε­πτῶν. Μιὰ μέ­ρα, μπῆ­κε μέ­σα μὲ μαυ­ρι­σμέ­νο μά­τι. Τὸν χτύ­πη­σε ξαφ­νι­κὰ ἕ­νας παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στος σὲ μιὰ μπον­τέγ­κα στὴν Ἄμ­στερ­νταμ Ἄ­βε­νιου. «Χρι­στέ μου» εἶ­πα κοι­τά­ζον­τας ἐ­ξε­τα­στι­κὰ τὸ μέ­γε­θος καὶ τὸ πό­σο μὸβ ἦ­ταν, «τί ἔ­κα­νες;». Ἔ­σκυ­ψε τὸ σῶ­μα του σὰν πυγ­μά­χος, ἔ­κα­νε προ­σποι­ή­σεις μὲ τοὺς ὤ­μους καὶ ἔ­ρι­ξε με­ρι­κὲς ἀ­στρα­πια­ῖες γρο­θι­ές. «Ἄρ­χι­σα νὰ χο­ρεύ­ω», εἶ­πε. «Ἔ­πρε­πε νὰ δεῖς τὸ δι­κό του πρό­σω­πο.» Κά­να-δυ­ὸ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ στούν­τιο γι­όγ­κα, ὅ­που πή­γαι­να κι ἐ­γώ. Τὸ ἴ­διο σῶ­μα πυγ­μά­χου, ἐκ­πλη­κτι­κὰ γυ­μνα­σμέ­νος. Στὴ γι­όγ­κα, ὅ­μως, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ προ­χω­ρή­σει πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χι­κὲς στά­σεις. Ἄν­τε­ξε εἴ­κο­σι λε­πτά, ἔ­πει­τα κά­θι­σε στὸ πά­τω­μα κόν­τρα στὸν τοῖ­χο, βρῆ­κε τὴν ἀ­νά­σα του κι ἔ­φυ­γε.

 

Ἀ­να­φέ­ρω τὸν ἀ­δερ­φὸ τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν σχε­δὸν δι­ά­ση­μος. Ἀ­πεῖ­χε ἕ­να στά­διο ἀ­πὸ τὴν ἀ­δερ­φή του, ποὺ ἦ­ταν δι­ά­ση­μη. Ἔ­τρω­γε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της. Ἦ­ταν ὁ θεῖ­ος τῶν παι­δι­ῶν τοῦ Κέ­βιν Μπέ­ι­κον (ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι τώ­ρα δι­ά­ση­μο). Ποῦ εἶ­ναι ὅ­μως τώ­ρα ὁ ἀ­δερ­φὸς τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ; Στὸ μυα­λό μου, τὸν βλέ­πω νὰ κά­θε­ται ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸν τοῖ­χο τοῦ στούν­τιο γι­όγ­κα μὲ τὸ μαῦ­ρο σόρ­τς του καὶ τὸ λευ­κὸ φα­νε­λά­κι, γε­μά­τος ἱ­δρώ­τα, μὲ τὸ στῆ­θος του νὰ ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νει, προ­σπα­θών­τας νὰ βρεῖ τὴν ἀ­νά­σα του, ἐ­νῶ κοι­τοῦ­σε μὲ δυ­σπι­στί­α, σὰν νὰ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν, αὐ­τό; Αὐ­τὸ μὲ ἔ­βγα­λε νὸκ ἄ­ουτ;


Εἶ­ναι πα­ρεν­θε­τι­κός. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸν βγά­λεις ἀ­πὸ τὴν πρό­τα­ση τῆς ἀ­φή­γη­σης τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἡ πρό­τα­ση θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ εἶ­ναι σω­στή. Κά­πως ἔ­τσι: «Ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­που κά­πο­τε ἔ­ζη­σε ὁ ἀ­δερ­φὸς τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, εἶ­ναι τὸ μέ­ρος ὅ­που οἱ χα­ρι­σμα­τι­κοὶ καὶ οἱ τυ­χε­ροὶ ἔρ­χον­ται νὰ παί­ξουν» καὶ ἡ πρό­τα­ση γί­νε­ται «Ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη εἶ­ναι τὸ μέ­ρος ὅ­που οἱ χα­ρι­σμα­τι­κοὶ καὶ οἱ τυ­χε­ροί…» Ὑ­πάρ­χουν ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀ­πὸ ἐ­μᾶς ἐ­κεῖ ἔ­ξω. Τὸ ξέ­ρω: ἐ­γὼ εἶ­μαι ἕ­νας. Εἶ­μαι κι ἐ­γὼ πα­ρεν­θε­τι­κός. Ὅ­μως, ἤ­μουν ἐ­κεῖ, κα­θι­σμέ­νος σὲ πα­τώ­μα­τα μὲ τὴν πλά­τη ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη σὲ δι­ά­φο­ρους τοί­χους, πα­ρα­κο­λου­θών­τας τοὺς χα­ρι­σμα­τι­κοὺς καὶ τοὺς τυ­χε­ροὺς νὰ περ­νᾶ­νε καὶ νὰ ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται, γα­μῶ­το, φί­λε, τί συ­νέ­βη;


Τὸ Πα­ρεν­θε­τι­κοί εἶ­ναι ἕ­να βι­βλί­ο (ἐν ἐ­ξε­λί­ξει) ποὺ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα, ἐ­κεί­νους τοὺς ἀν­θρώ­πους, καὶ αὐ­τὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα Μπον­ζά­ι ἢ με­γα­λύ­τε­ρα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ δευ­τε­ρεύ­ου­σες προ­τά­σεις ποὺ σβή­νον­ται, ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ ἀ­φή­νον­ται στὸ πε­ρι­θώ­ριο, ἐ­νῶ οἱ ὄ­μορ­φοι παί­ζουν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Τὸ πα­ρα­πά­νω κεί­με­νο εἶ­ναι ἀ­νέκ­δο­το καὶ τὸ πα­ρα­χώ­ρη­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας στὸν με­τα­φρα­στή του καὶ τα­κτι­κὸ συ­νερ­γά­τη μας Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη γιὰ νὰ χρη­σι­μεύ­σει ὡς εἰ­σα­γω­γὴ στὸ τρέ­χον μι­κρὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τῶν Ἱ­στο­ρι­ῶν Μπον­ζά­ϊ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α του. Συγ­γρα­φέ­α καὶ με­τα­φρα­στὴ τὸ ἱ­στο­λόγιό μας τοὺς εὐ­χα­ρι­στεῖ καὶ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση αὐ­τή.

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὸ ἀγγλικὸ δακτυλόγραφο:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.