Νότα Σεφερλῆ: Friend-ship



Νό­τα Σε­φερ­λῆ

Friend-ship


Α ΒΡΑΔΙΑ τὸ λι­μά­νι θυ­μί­ζει ται­νί­α τε­χνι­κο­λόρ. Στὸ βά­θος τὸ μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ὅ­λο καὶ σκο­τει­νιά­ζει ἀλ­λὰ πο­τὲ ἐν­τε­λῶς. Σὲ πρῶ­το πλά­νο τὰ φω­τα­γω­γη­μέ­να πλοῖ­α ἐν πα­ρα­τά­ξει, ἕ­τοι­μα πρὸς ἀ­να­χώ­ρη­ση. Πρῶ­το σαλ­πά­ρει τὸ Κνω­σός, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ γρή­γο­ρο τῆς Blue Star Ferries καὶ λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα τὸ Λα­τώ, μιὰ ἀρ­χόν­τισ­σα στὰ λευ­κὰ μὲ γε­ρὸ σκα­ρὶ πα­ρ’ ὅ­λα τὰ χρο­νά­κια της καὶ τὶς συ­χνὲς ἐ­πεμ­βά­σεις στὰ χέ­ρια τῶν εἰ­δι­κῶν.

       Ἐ­δῶ καὶ τό­σα βρά­δια ἡ ἴ­δια ται­νί­α. Τὸ σα­ρα­βα­λά­κι περ­νᾶ τὴν πύ­λη Ε2 τοῦ λι­μα­νιοῦ, πάν­τα τὴν ἴ­δια ὥ­ρα, λί­γο πρὶν τὶς ἐν­νιά. Ὁ ὁ­δη­γός του, μιὰ σκο­τει­νὴ ἀ­ξύ­ρι­στη φι­γού­ρα, παρ­κά­ρει τὸ αὐ­το­κι­νη­τά­κι στὴν ἄ­κρη τοῦ μό­λου, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὸν φα­νὸ τῆς εἰ­σό­δου. Δὲ βγαί­νει πο­τὲ ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­κού­γε­ται πά­λι ἡ ἴ­δια κα­σέ­τα· o κα­η­μὸς μιᾶς κρη­τι­κῆς λύ­ρας καὶ ἡ ἔν­ρι­νη φω­νὴ τοῦ τρα­γου­δι­στῆ. Ὁ ὁ­δη­γός, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸ τι­μό­νι, πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴ νη­ο­πομ­πή. Πρῶ­το ἀ­να­χω­ρεῖ τὸ Κνω­σός, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ γρή­γο­ρο τῆς Blue Star Ferries καὶ λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα ἡ ἀρ­χόν­τισ­σα Λα­τώ. Καὶ μό­νο ὅ­ταν ἐ­κεί­νη βγεῖ ἀ­πὸ τὸ λι­μά­νι, ὁ ὁ­δη­γὸς βά­ζει μπρὸς τὴ μη­χα­νή, μαρ­σά­ρει, κά­νει ἐ­πὶ τό­που στρο­φή, περ­νᾶ ξα­νὰ τὴν πύ­λη Ε2 καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ πλη­σι­έ­στε­ρο κα­φε­νεῖ­ο. Πα­ραγ­γέλ­νει ρα­κὶ ποὺ τὸ πί­νει ἀ­μί­λη­τος. Ἀ­μί­λη­τος βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζὶ πε­ρί­που μιὰ ὥ­ρα με­τά. Μπαί­νει στὸ σα­ρα­βα­λά­κι, βά­ζει μπρὸς τὴ μη­χα­νή, μαρ­σά­ρει καὶ χά­νε­ται στὸ σκο­τά­δι.

       Ἕ­να χει­μω­νι­ά­τι­κο βρά­δυ τὸ σε­νά­ριο τρο­πο­ποι­ή­θη­κε. Ἡ ἀρ­χόν­τισ­σα ἔ­λει­πε – βρι­σκό­ταν, εἶ­παν, πα­ρο­πλι­σμέ­νη στὸ λι­μά­νι τῆς Σού­δας. Πολ­λὰ ἀ­κού­στη­καν: ὅ­τι ἀλ­λά­ζει γραμ­μή, ὅ­τι πά­ει γιὰ νέ­α ἐ­πι­σκευ­ή, μπο­ρεῖ καὶ γιὰ σκρὰπ – δὲ γλι­τώ­νει, εἶ­παν, τὸ δι­α­λυ­τή­ριο. Μό­νο ἐ­κεῖ­νος δὲ μί­λη­σε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το, ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο κι ἄρ­χι­σε νὰ κό­βει βόλ­τες ἐ­κεῖ ποὺ ἄλ­λο­τε ἔ­δε­ναν καὶ ξέ­δε­ναν τὴν ἀρ­χόν­τισ­σα. Ἂν κά­ποι­ος πλη­σί­α­ζε θὰ τὸν ἄ­κου­γε νὰ μουρ­μου­ρί­ζει ναυ­τι­κὰ πα­ραγ­γέλ­μα­τα.

       «Πρό­σω δε­ξιά. Ἀ­ρι­στε­ρὰ μι­σὴ πλώ­ρη. Πα­ρα­πά­νω πλώ­ρη. Κρά­τει πλώ­ρη. Κρά­τει πρύ­μη. Μὴ βι­ρά­ρεις τὸ πλω­ριὸ – μὴ βι­ρά­ρεις τὸ πλω­ριό…»


       Ἦ­ταν, βλέ­πεις, δύ­σκο­λη στὶς μα­νοῦ­βρες. Μο­νο­τί­μο­νη μὲ μπα­τα­ρι­στὲς μη­χα­νές, ὅ­ταν ἔ­βγα­ζε και­ρό, ζο­ρι­ζό­ταν νὰ πιά­σει ντό­κο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νό­τα Σε­φερ­λῆ (Ἀ­θή­να, 1962). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α καὶ δι­δά­σκει στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση.


		
Advertisements

Ξένια Ψαρροῦ: Ἡ ταυτότητα


Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ


Ἡ ταυ­τό­τη­τα


ΡΟΝΙΑ ΜΑΖΕΥΑ μπρά­βο τρι­γυρ­νών­τας σ’ ἔ­ρη­μες γει­το­νι­ές: ἐ­δῶ κα­τοι­κοῦ­σαν χι­λιά­δες μά­τια.

Ὕ­στε­ρα, πάν­τρευ­α αὐ­τὸ ποὺ γεν­νοῦ­σα, τὸ παι­δί μου, μὲ γαμ­προὺς χω­ρὶς σύ­νο­ρα. Οὔ­τε ἤ­ξε­ρα ποῦ κα­τοι­κοῦ­σε με­τά. Ἔ­λε­γα: «Δὲν γέν­νη­σα κα­λὸ παι­δί, ἂς κά­νω ἄλ­λο.» Πρὶν τὸ γεν­νή­σω τὸ ἔ­γρα­φα στὸ κολ­λέ­γιο καὶ με­τὰ τὸ πάν­τρευ­α. Δὲν τὸ με­γά­λω­να πο­τέ. Καὶ πάν­τα ἀ­νά­πη­ρο τὸ πα­ρέ­δι­δα σὲ χέ­ρια ἀ­μύ­η­τα στὸ με­γά­λω­μα. Τὰ ἀ­νύ­παν­τρα παι­διά μου τὰ ἔ­στελ­να στὰ φα­νά­ρια, σὰν τὰ ἀ­λη­τά­κια, νὰ μα­ζεύ­ουν χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ νὰ μοῦ τὰ φέρ­νουν τὴ νύ­χτα. Τὰ ἔ­βα­ζα σὲ τε­ρά­στια κου­τιά, ὥ­σπου δὲν χω­ρού­σα­με ἄλ­λο καὶ φεύ­γα­με με­τα­νά­στες στὸν πα­ρα­κά­τω δρό­μο. Μέ­χρι πι­σί­να εἶ­χα φτιά­ξει. Χω­ρὶς νε­ρό, ὅ­μως. Ἦ­ταν γε­μά­τη κου­τιὰ κι αὐ­τή.

        Καὶ πάν­τα κα­τέ­λη­γα στρι­μωγ­μέ­νη στὸ μι­κρὸ δω­μα­τιά­κι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων μὲ τὶς βα­λί­τσες μου γε­μά­τες μπρά­βο. Ὅ­σο ἤ­μουν ἐ­κεῖ δὲν γεν­νοῦ­σα. Μό­νο ἄ­νοι­γα τὰ κου­τιά μου. Τὰ λυ­πη­μέ­να βρά­δια, τὰ βρο­χε­ρά, πή­γαι­να κρυ­φὰ στὰ θέ­α­τρα, ἔ­σβη­να ἀ­πὸ τὴ μαρ­κί­ζα τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν πρω­τα­γω­νι­στῶν κι ἔ­βα­ζα τὸ δι­κό μου. Ἤ­θε­λα νὰ πι­στεύ­ω πὼς τὸ ἐ­πί­θε­τό μας —Με­βλέ­πης— ἀ­νῆ­κε στὴν ἄ­γνω­στη ἀ­κό­μα δυ­να­στεί­α τῶν Με­βλέ­πη­δων. Οὔ­τε νὰ ἀ­να­σά­νω μπο­ροῦ­σα, οὔ­τε νὰ κοι­μη­θῶ. Γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­νο­οῦ­σα κά­θε μέ­ρα μιὰ ταυ­τό­τη­τα ἄ­ξια ν΄ἀ­γα­πη­θεῖ. Μὲ τοὺς μο­να­χοὺς ἤ­μουν μο­να­χὴ καὶ μὲ τὶς που­τά­νες που­τά­να. Μὲ τοὺς κο­λυμ­βη­τὲς κο­λυμ­βή­τρια, μὲ τοὺς δι­α­νο­ού­με­νους δι­α­νο­ού­με­νη. Καὶ πάν­τα φω­το­γρα­φι­ζό­μουν δί­πλα στὸν πρῶ­το. Χω­ρὶς κό­πο δι­κό μου.

        Μὰ καὶ μὲ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­ρι­χναν λά­σπη στὸν πρῶ­το, ἤ­μουν πρώ­τη. Κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε τί πι­στεύ­ω. Οὔ­τε κι ἐ­γώ. Πε­ρι­πλα­νι­ό­μουν πρό­σφυ­γας στὶς χῶ­ρες τῶν ἄλ­λων καὶ σὰν σί­φου­νας ἔ­κλε­βα τὰ πα­λα­μά­κια κι ἔ­φευ­γα.

        Μὲ φώ­να­ζαν: «Ἡ πρω­τεύ­ου­σα τοῦ ἀ­νέ­μου». Χώ­ρα δὲν εἶ­χα. Οὔ­τε ἑ­στί­α.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ (Κρή­τη, 1961). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ Ἀ­γω­γὴ στὸ Βου­κου­ρέ­στι καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια σὲ σχο­λεῖ­ο. Γρά­φει μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ποι­ή­μα­τα. Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Τελευταῖο της βιβλίο: Τὸ παι­δί (ποί­η­ση, 2018, ἐκ­δ. Πα­να­γό­που­λος Νε­κτά­ριος).


Ἰάσονας Μικρώνης: Τρομπόνι a tiro


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώνης


Τρομπόνι a tiro


Α ΠΡΩΤΑ ΜΟΥ ΛΕΦΤΑ τὰ ἔ­βγα­λα ὡς τρομ­πο­νί­στας τῆς Φι­λαρ­μο­νι­κῆς τοῦ νη­σιοῦ στὶς κη­δεῖ­ες. Στὴ Φι­λαρ­μο­νι­κὴ βρέ­θη­κα μι­κρὸ κι ἀ­μού­στα­κο παι­δί, σχε­δὸν ἀ­κου­σί­ως, με­τὰ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­τρο­πὲς τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀρ­χι­κά μοῦ τὴν πα­ρου­σί­α­σε ὡς μί­α κα­λὴ ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ λύ­ση ἔ­ναν­τι τῶν σχο­λι­κῶν πα­ρε­λά­σε­ων. Κα­θό­τι οἱ ἐ­τή­σι­ες πα­ρε­λά­σεις αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους ἦ­ταν μό­λις δύ­ο, δὲν ὑ­πῆρ­χε πραγ­μα­τι­κὴ χρεί­α νὰ μά­θω ὁ­λό­κλη­ρο μου­σι­κὸ ὄρ­γα­νο γιὰ νὰ τὶς ἀ­πο­φεύ­γω. Ὡ­στό­σο, μὲ τὸν και­ρὸ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­βρι­σκε κι ἄλ­λα και­νού­ρια ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α ἂν σή­με­ρα ἀ­κού­γον­ται φαι­δρά, τό­τε ἠ­χοῦ­σαν ἀρ­κούν­τως δε­λε­α­στι­κά: ἡ Φι­λαρ­μο­νι­κή, μοῦ ἔ­λε­γε, συ­νε­πά­γε­ται ἐκ­δρο­μὲς στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἄ­φθο­νο πι­λά­φι καὶ ἐ­ξω­τι­κὰ οὐ­ρί. Οἱ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σεις μας ἔ­μελ­λε νὰ δι­αρ­κέ­σουν ἕ­να χρό­νο. Ἔ­πει­τα, μέ­χρι νὰ μοῦ φυ­τρώ­σει καὶ τὸ μου­στά­κι, φό­ρε­σα τὸ πη­λή­κιο τῆς μπαν­τί­νας.

        Τὸ χαρ­τζι­λί­κι πάν­τως στὶς κη­δεῖ­ες ἤ­τα­νε γε­ρό· ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ δέ­κα εὐ­ρὼ καὶ (ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἑ­κά­στο­τε ἄ­τυ­χου πρω­τα­γω­νι­στῆ) μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­κτι­να­χθεῖ ὣς τὰ δε­κα­πέν­τε. Οἱ μου­σι­κὲς συν­θέ­σεις δὲν πα­ρου­σί­α­ζαν ἰ­δι­αί­τε­ρη τε­χνι­κὴ δυ­σκο­λί­α, ἐ­μεῖς οἱ βα­ρύ­το­νοι του­λά­χι­στον παί­ζα­με κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν συ­νο­δευ­τι­κὸ ρό­λο. Τὰ τρομ­πό­νια ἔρ­χον­ταν στοὺς πί­σω ζυ­γούς, λί­γο μπρο­στύ­τε­ρα ἀ­π’ τὰ ταμ­ποῦ­ρα καὶ τὴ γκραν­κά­σα, καὶ ἡ χρή­ση τους πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν σὲ συ­νε­χεῖς κι ἀρ­γοὺς ἀν­τι­χρο­νι­σμούς. Ἂν ὁ βη­μα­τι­σμός μας ἤ­τα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο τα­χύς, ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α δὲ θὰ μᾶς ἔ­παιρ­νε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μι­σὴ ὥ­ρα, κι ἔ­τσι θὰ γλι­τώ­να­με καὶ τὴν ἀ­δι­ά­πτω­τη βρο­χὴ (κα­ται­γί­δα, ἐ­νί­ο­τε) ποὺ μᾶς ἔ­ραι­νε πα­τό­κορ­φα. Οἱ και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι, δυ­σχέ­ρα­ναν οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρὲς τὴν ἄρ­τια ἀ­να­πα­ρα­γω­γὴ τῶν ἐ­πι­κή­δει­ων συν­θέ­σε­ων – οἱ βρο­χὲς μᾶς μου­λι­ά­ζα­νε τὶς παρ­τι­τοῦ­ρες κι ὕ­στε­ρα οἱ ἀ­έ­ρη­δες μᾶς τὶς φυ­σοῦ­σαν μα­κριά. Ἐν τού­τοις, τὰ με­λω­δι­κό­τε­ρα πνευ­στά, ὅ­σοι δη­λα­δὴ ὁ­δη­γοῦ­σαν τὴν πομ­πή, εἶ­χαν καὶ μί­α ἐ­πι­πρό­σθε­τη ἔ­γνοι­α: τὶς θρη­νω­δί­ες τῶν κον­τι­νό­τε­ρων συγ­γε­νῶν. Οἱ φω­νὲς αὐ­τὲς ἤ­τα­νε τό­σο ἐ­φι­αλ­τι­κές, ἔ­λε­γαν, ποὺ κα­νο­νι­κὰ ὣς καὶ ἐ­πι­μί­σθιο βα­ρέ­ων καὶ ἀν­θυ­γι­ει­νῶν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ δι­και­οῦν­ται. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε κη­δεί­α, ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φα­με στὸ κτί­ριο τῆς Φι­λαρ­μο­νι­κῆς γιὰ ν’ ἀ­φή­σου­με τὰ ὄρ­γα­να, οἱ τρομ­πε­τί­στες, οἱ κλα­ρι­νε­τί­στες, οἱ ὀμ­πο­ΐ­στες κι οἱ λοι­ποὶ πνευ­στοὶ ποὺ ἐ­πω­μί­ζον­ταν τὴ με­λω­δί­α, κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν πάν­το­τε βου­βοὶ καὶ σκο­τει­νι­α­σμέ­νοι, καί, ἅ­μα μᾶς πε­τύ­χαι­ναν σὲ κα­νέ­να δι­ά­δρο­μο, μᾶς ἔ­ρι­χναν κά­τι πο­λὺ ἐ­πι­τι­μη­τι­κὲς μα­τι­ές. Δὲν ἤ­τα­νε καὶ λί­γοι πάν­τως αὐ­τοὶ ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν γι’ αὐ­τὸ τὸ λό­γο, ἂν κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, πλή­ρως ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὸ γεν­ναῖ­ο μπο­να­μά, ἁ­πλού­στα­τα ἀ­πέ­φευ­γαν τὶς ἐν λό­γῳ ἐ­ξό­δους κι ὅ­λο κά­τι οἰ­κο­γε­νεια­κὸ προ­φα­σί­ζον­ταν.

        Τέ­λος πάν­των, τώ­ρα ποὺ λί­γο-πο­λὺ ὅ­λα αὐ­τὰ ἔ­χου­νε πα­ρέλ­θει κι ἐ­γὼ βρέ­θη­κα καὶ πά­λι στὸ νη­σί, λέ­ω νὰ ξα­να­δο­κι­μά­σω τὴν τύ­χη μου στὸ τρομ­πό­νι. Ὅ­σο φορ­τω­μέ­νο πρό­γραμ­μα κι ἂν ἔ­χω, ὁ χρό­νος στὴν ἐ­παρ­χί­α κυ­λᾶ ἀλ­λι­ῶς, καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ μοῦ τυ­χαί­νουν κά­τι ἀ­πο­γεύ­μα­τα ποὺ δὲν ἔ­χω τί νὰ τὰ κά­νω. Τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα αὐ­τὰ ρί­χνο­μαι πί­στο­μα στὸ κρε­βά­τι, σφη­νώ­νω τὸ ἐ­πι­στό­μιο στὸ στό­μα, καὶ φαν­τά­ζο­μαι τὸ μέλ­λον μου στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πνευ­στό: ἴ­σως ἐ­πι­τέ­λους με­τα­πη­δή­σω ἀ­π’ τὸ τρομ­πό­νι μὲ κλει­διὰ στὸ τρομ­πό­νι a tiro, κά­τι ποὺ δὲν πρό­λα­βα νὰ κά­νω ὡς ἔ­φη­βος, σκέ­φτο­μαι. Ἔ­τσι φεύ­γουν πολ­λὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα· σι­γὰ σι­γὰ τὰ ἄ­κρα μου μου­διά­ζουν, νε­κρώ­νουν ἐν­τε­λῶς, οἱ ἀ­να­πνο­ὲς ἀ­ραι­ώ­νουν, τὸ σῶ­μα μου ὁ­λό­κλη­ρο ἀ­σφυ­κτιᾶ κα­πα­κω­μέ­νο, θαρ­ρεῖς, κά­που μέ­σα. Προ­σπα­θῶ τό­τε, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ ξε­χα­στῶ, ν’ ἀ­να­κα­λέ­σω τὶς ζω­η­ρὲς με­λω­δί­ες τῶν ἐμ­βα­τη­ρί­ων τῶν ἐ­θνι­κῶν ἐ­πε­τεί­ων ἤ, του­λά­χι­στον, ἐ­κεί­νη τὴν νω­χε­λι­κὴ με­λω­δί­α τῶν λι­τα­νει­ῶν τοῦ Ἐ­πι­τα­φί­ου. Ὡ­στό­σο, ὅ­λως πα­ρα­δό­ξως, μο­νά­χα τὶς ἁ­πλὲς συν­θέ­σεις τῶν κη­δει­ῶν θυ­μᾶ­μαι, ἀλ­λὰ κι αὐ­τὲς δὲν ἠ­χοῦν στ’ αὐ­τιά μου εὐ­κρι­νῶς, μᾶλ­λον ὑ­πό­κω­φα τὶς ἀ­κού­ω, μπερ­δε­μέ­νες μ’ οἰ­μω­γὲς οἰ­κεί­ων φω­νῶν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.



		

	

Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Κα­λὴ αὐ­ρια­νή



Φωτεινὴ Βασιλοπούλου


Κα­λὴ αὐ­ρια­νή


Στὴν Πα­να­γι­ώ­τα Μαρ­κα­να­στα­σά­κη

ΧΑΡΑΓΑ ση­κώ­θη­κε ὁ ἐ­πί­τρο­πος ἀ­νή­με­ρα τῶν Φώ­των. Ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει ὅ­λα τα χρει­α­ζού­με­να ἀ­π’ τὸν Ἁ­γι­ώρ­γη, τὸν πο­λι­οῦ­χο τοῦ χω­ριοῦ, καὶ νὰ τὰ πά­ει μέ­χρι τ’ ἀ­πά­νου χω­ριὸ στὸν Ἁ­γιά­ννη. Ἐ­κεῖ γι­ορ­τά­ζα­νε κά­θε χρο­νιὰ τὰ Φῶ­τα.

       Σὰν ξε­κλεί­δω­σε τὴν ἐκ­κλη­σὰ κι ἔ­κα­νε νά ’μ­πει μέ­σα, ἕ­νας κρύ­ος βο­ριὰς τοῦ ’ρ­θε κα­τά­μου­τρα καὶ σὰ νὰ τὸν τύ­λι­ξε νιὰ μυ­ρου­διὰ ἀ­πὸ κρί­νους. «Ποιός ἀ­συλ­λό­ι­στος νὰ ξέ­χα­σε τὸ βο­ρι­νὸ πα­ρά­θε­ρο ἀ­νοι­χτό;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε κι ἔ­κα­νε τὸ σταυ­ρό του. Ἔ­σκυ­ψε στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι, ἀλ­λὰ προ­τοῦ προ­λά­βει νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι του, τὴν εἶ­δε μὲ τὸ λο­ξο­δρο­μι­σμέ­νο του βλέμ­μα. Μέ­σα στὸ πρω­ι­νὸ μι­σο­σκό­τα­δο στὴ μέ­ση τῆς ἐκ­κλη­σᾶς νιὰ κά­σα καὶ γύ­ρω-γύ­ρω κρί­νοι. «Σου­βή μου. Θὰ ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι» σκέ­φτη­κε. «Πῶς φύ­τρω­σαν στὴν ἐκ­κλη­σὰ κά­σα καὶ κρί­νοι;» Κι ἀ­νοι­γό­κλει­σε μὲ τρό­μο τὰ μά­τια του. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, τὰ ἔ­κλει­σε μὲ με­γά­λη εὐ­κο­λί­α, ἀλ­λὰ δὲν κό­τα­γε νὰ τὰ ξα­να­νοί­ξει. Οὔ­τε κι ὅ­ταν ἄ­κου­σε τὸν πε­θα­μέ­νο ν’ ἀ­να­στε­νά­ζει καὶ τὴν κά­σα νὰ τρί­ζει. Ἔ­κα­νε νὰ βγεῖ μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει βῆ­μα. Τὸ αἷ­μα του πά­γω­σε. Ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­έ­ρας τὸν πλη­σί­α­ζε. Φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ πε­θα­μέ­νος κα­τόρ­θω­σε νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴν κά­σα. Ἔ­κα­νε νὰ φω­νά­ξει βο­ή­θεια, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το. Δὲν τολ­μοῦ­σε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του. Ἔ­κα­νε νά ’­βγει στὰ τυ­φλὰ ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σά. Πεν­τέ­ξι βή­μα­τα θά ’­ταν ὅ­λα κι ὅ­λα. Κι ὕ­στε­ρα θά ’­ταν ὄ­ξω. Μὰ ὁ πε­θα­μέ­νος τό­νε κρά­τα­γε γε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι καὶ δὲν ἔ­λε­γε νὰ τὸν ἀ­φή­σει. Μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια ἄρ­χι­σε νὰ τὸν πα­ρα­κα­λεῖ. «Ἄ­σε με, ἄ­σε μὲ καὶ δὲ θὰ εἰ­πῶ τί­πο­τα σὲ κα­νέ­να. Κι ἂν ξα­ναμ­πεῖς στὴν κά­σα θὰ σοῦ ἀ­νά­βω τὸ καν­τή­λι ἀ­νελ­λι­πῶς.» Ὅ­σο κι ἂν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του, τὰ βλέ­φα­ρά του ἤ­τα­νε κολ­λη­μέ­να. Κρύ­ος ἵ­δρω­τας τὸν ἔ­κο­ψε. Εἶ­πε ἀ­πὸ μέ­σα του ἕ­να πα­τε­ρη­μὸ καὶ μ’ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη ὅρ­μη­ξε κα­τὰ ὄ­ξω. Ὁ Ἁ­γι­ώρ­γης τό­νε λυ­πή­θη­κε καὶ ἡ ἔ­ξο­δος ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πι­τυ­χής, μὲ μό­νη ἀ­πώ­λεια τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του μα­νί­κι. Αὐ­τό, ποὺ εἶ­χε πια­στεῖ στὸ χε­ρού­λι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ τό­ση ὥ­ρα δὲν τὸν ἄ­φη­νε νὰ κά­νει ρού­πι.

       Ἄ­φη­σε τὰ κλει­διὰ στὴν πόρ­τα, ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα ἀ­νοι­χτὴ κι πῆ­ρε τρέ­χον­τας τὴν κα­τη­φό­ρα νὰ τὰ ἱ­στο­ρή­σει οὗ­λα στὴ γυ­ναί­κα του, ποὺ ἦ­ταν σί­γου­ρος πὼς θὰ τὸν κο­ρό­ι­δευ­ε. Γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ δὲ θὰ τὸν πί­στευ­ε, πα­ρὰ θὰ τοῦ ’­λε­γε ὅ­τι τὰ βγά­ζει ὅ­λα ἀ­π’ τὸ μυα­λό του κι ἀ­π’ τὴ σκιά­χτρα του.

       Ἀ­πὸ τὶς σκέ­ψεις του τὸν ἔ­βγα­λε μιὰ σκυ­φτὴ φι­γού­ρα, ποὺ ἀ­νη­φό­ρι­ζε κα­τὰ τὴν ἐκ­κλη­σά.

      Ἦ­ταν ὁ Θα­νά­σης π’ ἄ­νοι­γε τὶς γοῦ­βες. «Ἄ­σχη­μα νέ­α, μπο­νό­ρα-μπο­νό­ρα» τοῦ ’­πε. «Χτὲς ἀρ­γὰ φέ­ρα­νε τὸ Φώ­τη ἀ­π’ τὴν Ἀ­θή­να καὶ οἱ ξε­χα­σμέ­νοι οἱ δι­κοί του δὲ βρί­σκα­νε τὰ κλει­διὰ τοῦ σπι­τιοῦ καὶ τό­νε πή­γα­νε στὴν ἐκ­κλη­σά. Πά­ω τώ­ρα νὰ χτυ­πή­σω τὶς καμ­πά­νες λυ­πη­τε­ρά, μέ­ρα πού ’­ναι, καὶ με­τὰ ν’ ἀ­νοί­ξω τὴ γού­βα. Ποι­ός νὰ τὸ ’­λε­γε; Νὰ μπεῖ στὸ χῶ­μα ἀ­νή­με­ρα τῆς γι­ορ­τῆς του! Πῶς μᾶς μπῆ­κε ἡ χρο­νιὰ φέ­τος! Ἔμ, τί νὰ πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς ποὺ κά­να­με Πρω­το­χρο­νιά, Θε­ού­λη μου, μὲ δυ­ὸ κη­δεῖ­ες, ὄ­ξω ἀ­πὸ κον­τά μας. Πά­ει ὁ Βα­σί­λης τῆς Ἀ­λέ­ξαι­νας κι ὁ Βά­σι­λας τοῦ Ντού­μου. Το­λά­χι­στο δὲν τὸν ἄ­φη­νε τὸ μα­κα­ρί­τη μέ­χρι αὔ­ριο νὰ κά­νει τὴ γι­ορ­τή του;»

        Ὁ ἐ­πί­τρο­πος ἔ­φτυ­σε τρεῖς φο­ρὲς στὸν κόρ­φο του. «Πρέ­πει νὰ φύ­γω» εἶ­πε ἔν­τρο­μος. «Μὲ πε­ρι­μέ­νει ἡ Γι­άν­ναι­να.»

       «Ἀ­λί­μο­νος. Νὰ πᾶς καὶ μὴ χα­σο­με­ρᾶς κα­θό­λου. Νὰ τὴ βο­η­θή­σεις. Τό­σες ἑ­τοι­μα­σί­ες θά ’­χει νὰ κά­νει γιὰ τὴ γι­ορ­τή σου αὔ­ριο. Νὰ τῆς δώ­κεις πολ­λὰ χαι­ρε­τί­σμα­τα. Ἄιν­τε καὶ κα­λὴ αὐ­ρια­νή.»

        «Εὐ­χα­ρι­στῶ, Θα­νά­ση, μὰ δὲ γι­ορ­τά­ζω αὔ­ριο.»

        «Ἄλ­λο καὶ τοῦ­το! Ἀ­φοῦ οὖ­λοι οἱ Γι­άν­νη­δες σὰν αὔ­ριο γι­ορ­τά­ζουν στὸ χω­ριό μας.»

        «Ἐ­γὼ δὲν εἶ­μαι ἀ­πὸ δῶ. Μ’ ἔ­χου­νε πά­ρει ἀ­πὸ κά­τι κα­τσι­βέ­λους.»

        «Πά­ει τὰ ’­χα­σε ὁ Γιά­ννης» ἐ­σκέ­φτη ὁ Θα­νά­σης, μὰ εἶ­πε μό­νο «Ἒμ κα­νέμ, κα­λὴ ση­με­ρι­νή. Γεια καὶ χα­ρά σου.»

       «Οὔφ, τὸ Θά­νο τὸν ξε­γέ­λα­σα! Νὰ δῶ ὡς αὔ­ριο τί θὰ κά­νω μὲ τὸ Χά­ρο» εἶ­πε ὁ Γιά­ννης καὶ σκα­πέ­τη­σε στὴν κα­τη­φό­ρα. Ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ βρεῖ μὲ τὴ γυ­ναί­κα του ὣς αὔ­ριο μιὰ λύ­ση.



Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χού­φτα ζωή, Δε­κα­ε­φτά Δι­η­γή­σεις (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).



		

	

Χρῖστος Δάλκος: Ἡ «Κασσιανή» τῆς ψαλτόλυσσας



Χρῖστος Δάλκος


Ἡ «Κασσιανή» τῆς ψαλτόλυσσας


ΗΝ ΛΕΞΗ «ψαλ­τό­λυσ­σα» τήν ἄ­κου­σα ἐ­σχά­τως, ἀλ­λά τό εἶ­δος τό γνω­ρί­ζω ἀ­πό πα­λιά. Δι­ό­τι «ψαλ­τό­λυσ­σα» δέν εἶ­ναι μό­νο ἡ λύσ­σα πού ἔ­χουν ὡ­ρι­σμέ­νοι μο­να­χο­φά­η­δες ψαλ­τᾶ­δες νά τά ψάλ­λῃ ὅ­λα ἡ ἀ­φεν­το­μου­τσου­νά­ρα τους, ἀλ­λά εἶ­ναι καί τό εἶ­δος αὐ­τῶν πού θά μπο­ρού­σα­με νά τούς ποῦ­με «τῆς προ­σκολ­λή­σε­ως». Στήν ἀρ­χή ζυ­γώ­νουν στό ψαλ­τή­ρι σε­μνά καί δι­στα­κτι­κά, καί ἐ­κτε­λοῦν χρέ­η ἰ­σο­κρά­τη. Ἅ­μα ὁ ψάλ­της δι­α­πι­στώ­σῃ ὅ­τι δέν εἶ­ναι πα­ρά­φω­νοι μπο­ρεῖ ἐν­δε­χο­μέ­νως τήν τρί­τη μέ τέ­ταρ­τη φο­ρά νά τούς ρί­ξῃ ἕ­να βλέμ­μα συμ­πα­θεί­ας, νά τούς εὐ­χη­θῇ ἕ­να καί τοῦ χρό­νου ἤ νά τούς εἰ­δο­ποι­ή­σῃ γιά μιά ἔ­κτα­κτη πε­ρί­πτω­ση.

         Ἡ ψαλ­τό­λυσ­σα κά­θε­ται μα­ζε­μέ­νη σάν τό σκυλ­λί —πρός τό ὁ­ποῖ­ο ἡ σχέ­ση τῆς «(ψαλ­το)λύσ­σας» δέν πρέ­πει νά εἶ­ναι τυ­χαί­α— καί πε­ρι­μέ­νει ζη­τι­α­νεύ­ον­τας μέ τό βλέμ­μα ἕ­να ἐ­λά­χι­στο ψί­χου­λο, μπο­ρεῖ καί κόκ­κα­λο, ἀ­πό τήν πλού­σια ψαλ­τι­κή τρά­πε­ζα. Ἕ­να λα­χτα­ρι­στό κόκ­κα­λο εἶ­ναι βε­βαί­ως ὁ Ἀ­πό­στο­λος. Ἀλ­λά ἡ ψαλ­τό­λυσ­σα πρέ­πει νά εἶ­ναι ὑ­πο­μο­νε­τι­κή καί νά πε­ρι­μέ­νῃ πό­τε θά πα­ρου­σια­στῇ ἡ κα­τάλ­λη­λη εὐ­και­ρί­α, ἡ ἀ­που­σί­α π.χ. τοῦ «κα­θι­ε­ρω­μέ­νου» καί «πα­λι­ό­τε­ρου» δι­εκ­δι­κη­τῆ, ἕ­να κρυ­ο­λό­γη­μα τοῦ ἀν­τα­γω­νι­στῆ, κ.λπ. κ.λπ.

         Ἕ­να ἄλ­λο λα­χτα­ρι­στό ἔ­δε­σμα πρός τό ὁ­ποῖ­ο προ­σβλέ­πουν ὅ­λες οἱ ἁ­παν­τα­χοῦ ψαλ­τό­λυσ­σες εἶ­ναι τό «Ἄ­σπι­λε, ἀ­μό­λυν­τε, ἄ­φθο­ρε, ἄ­χραν­τε…» στούς Χαι­ρε­τι­σμούς, εἴ­τε, ἔ­στω, τό «Καὶ δὸς ἡ­μῖν Δέ­σπο­τα…» πού θε­ω­ρεῖ­ται —καί εἶ­ναι— πα­ρα­κα­τια­νό, κα­θό­τι συν­το­μώ­τε­ρο ἀ­πό τό «Ἄ­σπι­λε…», ἀλ­λά, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, στήν ἀ­να­βρο­χιά κα­λό εἶν᾿ καί τό χα­λά­ζι πού λέ­ει κι ὁ λα­ός.

         Ἔ­πει­τα ὑ­πάρ­χει καί ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῶν ψαλ­μῶν, τό­σο στούς Χαι­ρε­τι­σμούς ὅ­σο καί τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα, πού γιά κά­θε ψαλ­τό­λυσ­σα εἶ­ναι ἕ­να λα­χτα­ρι­στού­τσι­κο κομ­μα­τά­κι· θά πῇ βέ­βαι­α κά­ποι­ος πώς ἄλ­λο ἀ­νά­γνω­ση κι ἄλ­λο ψαλ­τι­κή, ὅ­μως ὑ­πάρ­χει κι ἐ­κεῖ ἡ εὐ­και­ρί­α γιά λί­γο ψάλ­σι­μο, φερ᾿ εἰ­πεῖν στό «Ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου εὐ­λό­γη­σον πά­τερ!», πού ὅ­λες οἱ ψαλ­τό­λυσ­σες τό ταρ­να­ρί­ζουν δε­όν­τως, ἄν καί, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, σέ χα­λά­ει νά δι­α­βά­ζῃς μ᾿ ἕ­να κά­ποι­ο μουρ­μου­ρι­στό ψαλ­τά­δι­κο ἦ­θος ἐ­κεῖ­νο τό «Οἱ φί­λοι μου καὶ οἱ πλη­σί­ον μου ἀ­πὸ μα­κρό­θεν ἤγ­γι­σαν καὶ ἔ­στη­σαν καὶ οἱ λα­λοῦν­τές μοι κα­κὰ μα­ται­ό­τη­τας καὶ δο­λι­ό­τη­τας ὅ­λην τὴν ἡ­μέ­ραν ἐ­με­λέ­τη­σαν»; Σέ χα­λά­ει; Δέ σέ χα­λά­ει.

         Ὑ­πάρ­χουν μά­λι­στα καί ψαλ­τό­λυσ­σες τῆς μα­κρο­χρο­νί­ου προ­σκολ­λή­σε­ως πού πραγ­μα­το­ποί­η­σαν τό ὄ­νει­ρό τους καί με­τα­τέ­θη­καν ἀ­πό τήν πε­ρι­φέ­ρεια στό κέν­τρο τοῦ ψαλ­τη­ρί­ου, ἔ­γι­ναν δη­λα­δή ἱ­ε­ρο­ψάλ­τες ἀ­ρι­στε­ροί, ἀ­κό­μα καί δε­ξιοί σέ σπά­νι­ες, πλήν ὑ­παρ­κτές, πε­ρι­πτώ­σεις. Ἄ! τί ἀ­πό­λαυ­ση νά κα­θα­ρί­ζῃς συ­νε­χῶς τή φω­νή σου μ᾿ ἕ­να ὀ­λί­γον ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νο βη­χα­λά­κι, νά φυ­σᾷς τή δι­α­πα­σῶν προ­κει­μέ­νου νά πιά­σῃς τόν τό­νο, νά περ­νᾷς μέ ἄ­νε­ση ἀ­πό τόν πρῶ­το στόν πλά­γιο τοῦ τε­τάρ­του καί τἀ­νά­πα­λιν! Τί ἀ­γαλ­λί­α­ση νά στρα­βο­κυτ­τᾷς ἕ­ναν χαν­τα­κω­μέ­νο ἰ­σο­κρά­τη κά­νον­τάς του νο­ή­μα­τα νά πιά­σῃ τόν κά­τω Δή, ἤ τρί­βον­τας με­τα­ξύ τους τόν δεί­κτη καί τόν ἀν­τί­χει­ρα, πού Κύ­ριος οἶ­δε τί ἀ­κρι­βῶς ση­μαί­νει! Καί τί ἄ­φα­τη ἡ­δο­νή ὅ­ταν βρε­θῇς στήν θέ­ση νά ἐ­πι­λέ­γῃς ἐ­σύ μέ ἕ­να γεν­ναι­ό­δω­ρο νεῦ­μα τήν τυ­χε­ρή, με­τα­ξύ πολ­λῶν κα­ρα­δο­κου­σῶν ψαλ­το­λυσ­σῶν, ψαλ­τό­λυσ­σα πού θά δι­α­βά­σῃ τό «Ἄ­σπι­λε…»!


Μιά τέ­τοι­α ψαλ­τό­λυσ­σα ἦ­ταν καί ὁ Κώ­στας Κ., ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τώρ­θω­σε νά πε­ρά­σῃ, ἀ­πό τήν θέ­ση τοῦ ἁ­πλοῦ ἰ­σο­κρά­τη καί εὐ­και­ρια­κοῦ ἀ­να­γνώ­στη τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, στήν θέ­ση τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ ψάλ­τη τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Να­οῦ Ἁ­γί­ου Φα­νου­ρί­ου τῆς συ­νοι­κί­ας μας. Ὁ να­ός ἦ­ταν σχε­τι­κά μι­κρός, οἱ ἀ­πο­λα­βές πε­νι­χρές, μό­λις καί με­τά βί­ας ἀ­νε­βά­ζον­τας σέ ἕ­να στοι­χει­ω­δῶς ἀ­ξι­ο­πρε­πές ἐ­πί­πε­δο τό ἐ­πί­σης πε­νι­χρό εἰ­σό­δη­μα τοῦ τα­πει­νοῦ ἐμ­πο­ρο­ϋ­παλ­λή­λου, ἀλ­λά ἦ­ταν κά­τι, καί τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο καί ἀ­νε­κτί­μη­της ἀ­ξί­ας: ἦ­ταν πλέ­ον ψάλ­της, ἀ­πό­λυ­τος κυ­ρί­αρ­χος τοῦ ἀ­να­λο­γί­ου, ἔ­στω καί τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ.

         Αὐ­τό ὅ­μως τό «ἀ­ρι­στε­ροῦ» ἄρ­χι­σε, μέ τό πέ­ρα­σμα τῶν χρό­νων, νά ἐ­ξε­λίσ­σε­ται σέ ἀγ­κά­θι πού τρι­βέ­λι­ζε τόν Κώ­στα Κ., κα­θώς ἀ­να­κά­λυ­πτε ὅ­τι πα­ρέ­με­νε «στά­σι­μος» ἐ­πί σει­ράν ἐ­τῶν. Κά­θε φο­ρά πού ὑ­πῆρ­χε ἀ­νάγ­κη ἀν­τι­κα­τα­στά­σε­ως δε­ξιοῦ ψάλ­του —καί τό πρᾶγ­μα εἶ­χε συμ­βῆ πά­νω ἀ­πό δύ­ο φο­ρές— ὁ Κώ­στας Κ. πε­ρί­με­νε ἐ­να­γω­νί­ως νά ὑ­πάρ­ξῃ κρού­ση ἀ­πό τόν ἐ­φη­μέ­ριο τοῦ να­οῦ, ἕ­ναν θε­ρι­α­κω­μέ­νο λε­βεν­τό­παπ­πα, τόν παπ­πα-Νι­κή­τα. Πε­ρί­με­νε αὐ­τό τό «νεῦ­μα» εὐ­α­ρε­σκεί­ας, αὐ­τήν τήν πε­ρι­πό­θη­τη χει­ρο­νο­μί­α ἀ­να­γνω­ρί­σε­ως, ὅ­πως ὁ σκύλ­λος τό κόκ­κα­λο, πλήν ἡ χει­ρο­νο­μί­α δέν ἐρ­χό­ταν, ἡ ὑ­πό­θε­ση τῆς «ἀ­να­βάθ­μι­σής» του χρό­νι­ζε ἐ­πι­κίν­δυ­να, κι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά σκέ­πτε­ται σο­βα­ρά τό ἐν­δε­χό­με­νο νά πε­ρα­τώ­σῃ τήν ψαλ­τι­κή του στα­δι­ο­δρο­μί­α ἀ­ρι­στε­ρός. Καί νά πού γιά κα­λή του τύ­χη ὁ τε­λευ­ταῖ­ος δε­ξιός ψάλ­της —-ἕ­νας Γε­ώρ­γιος Μπο­νά­νος ἀ­πό τό που­θε­νά— λο­γό­φε­ρε μέ τόν παπ­πα-Νι­κή­τα τήν Κυ­ρια­κή τῶν Βα­ΐ­ων, γιά τό ὕ­ψος τῆς ἀ­μοι­βῆς του ὑ­πο­θέ­τει, καί νά πού πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μο­να­δι­κή εὐ­και­ρί­α νά ἀ­να­βαθ­μι­στῇ ἐ­πί τέ­λους, ἄς εἶ­ναι καί μέ μι­κρό­τε­ρη ἀ­μοι­βή ἀ­πό τοῦ Μπο­νά­νου, αὐ­τόν τό δε­ξιό ἀ­να­λό­γιο τοῦ ᾿χει σκλα­βώ­σει τήν ψυ­χή, καί βέ­βαι­α μέ τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα καί τόν Νυμ­φί­ο νά ἔρ­χε­ται —τί νά ἔρ­χε­ται, νά εἶ­ναι ἤ­δη φτα­σμέ­νος καί νά ἀ­νοί­γῃ τήν θύ­ρα τοῦ νυμ­φῶ­νος— ἡ μό­νη ἐν­δε­δειγ­μέ­νη λύ­ση εἶ­ναι ὁ προ­βι­βα­σμός τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σέ δε­ξιό!

         Ὅ­λο τό βρά­δυ τῆς Κυ­ρια­κῆς τῶν Βα­ΐ­ων πρός τήν Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα δέν κοι­μή­θη­κε· ἄ­κου­γε τό τη­λέ­φω­νο νά χτυ­πᾷ, ἔ­βλε­πε τόν παπ­πα-Νι­κή­τα νά τόν ὑ­πο­δέ­χε­ται στό δω­μα­τιά­κι δί­πλα στό ἱ­ε­ρό, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιά νά κα­θο­ρί­σουν τό ὕ­ψος τῆς ἀ­μοι­βῆς του —ἐν­νο­εῖ­ται πώς θά τό πα­λέ­ψῃ γιά λε­λο­γι­σμέ­νο ὕ­ψος, ἀλ­λά δέν πρό­κει­ται νά φθά­σῃ καί στά ἄ­κρα—, ἴ­σως καί νά μή χρει­ά­ζε­ται, ὅ­λοι τό ξέ­ρουν πώς τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα ὁ ρό­λος τοῦ ψάλ­του εἶ­ναι ἀ­πό κομ­βι­κός ἕ­ως ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τος.

         Κι ὅ­μως, δέν ἦ­ταν ἔ­τσι. Ὁ τρα­γό­παπ­πας εἶ­χε συ­νεν­νο­η­θῆ μ᾿ ἕ­ναν ἀ­νη­ψιό του, ἕ­να ἀ­νί­δε­ο, ἀ­μού­στα­κο παι­δά­ριο, καί τώ­ρα πού τό σκέ­φτε­ται ὅ­λη ἡ λο­γο­μα­χί­α μέ τόν ἄλ­λο τόν ἄ­σχε­το, τόν Μπο­νά­νο, μπο­ρεῖ νά ἦ­ταν προ­σχη­μα­τι­κή, τόν ἀ­νη­ψιό του ἤ­θε­λε νά βο­λέ­ψῃ ὁ τα­βλαμ­πᾶς κι ἔ­κα­νε τά­χα­μου πώς δέν βγαί­νει πέ­ρα καί πρέ­πει νά προ­βῇ σέ πε­ρι­κο­πή μι­σθοῦ. Ὥ­ρα εἶ­ναι νά τόν πά­ρῃ κι αὐ­τόν ἡ μπάλ­λα καί ἀ­πό ᾿κεῖ πού ὀ­νει­ρεύ­ε­ται δε­ξιά με­γα­λεῖ­α νά κα­τα­βα­ρα­θρω­θῇ σέ ἀ­κό­μα βα­θύ­τε­ρα ἀ­ρι­στε­ρά τάρ­τα­ρα!

         Καί­τοι, λοι­πόν, φαρ­μα­κώ­θη­κε, δέν ἔ­βγα­λε τσι­μου­διά, στό­μα θε­ό­κλει­στο. Πάν­τως αὐ­τό τό παι­δά­ριο τό μί­ση­σε. Καί ντρέ­πε­ται νά τό πῇ πώς με­γα­λο­βδο­μα­δι­ά­τι­κα —ἄν καί, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, καί ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη μέ­ρα τοῦ χρό­νου εἶ­ναι τό ἴ­διο— τόν κα­τα­ρά­στη­κε αὐ­τόν τόν ἀ­νη­ψιό, μα­ζί μέ ὅ­λα τά σπυ­ριά του, νά ἀρ­ρω­στή­σῃ, νά βου­βα­θῇ, νά βγά­λῃ τό κα­κό σπυ­ρί, ναί, τέ­τοι­ες ἀ­κρό­τη­τες, στίς ὁ­ποῖ­ες ἤ­θε­λε ὁ ἀ­θε­ό­φο­βος νά ἀ­να­κα­τέ­ψῃ ὄ­χι τόν σα­τα­νᾶ ἀλ­λά τόν ἴ­διο τόν Θε­ό, σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε πώς «βρέ­χει ἐ­πὶ δι­καί­ους καὶ ἀ­δί­κους», σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε πώς ὁ Θε­ός «ἀ­γά­πη ἐ­στίν», καί δέν εἶ­χε τί­πο­τα νά κά­νῃ μέ τίς δι­κές του μω­ρο­φι­λο­δο­ξί­ες καί τά μι­κρο­μί­ση, αὐ­τήν τήν κα­τα­ρα­μέ­νη ψαλ­τό­λυσ­σα, αὐ­τό τό παν­το­δύ­να­μο πά­θος, δυ­να­στι­κώ­τε­ρο κι ἀπ᾿ τήν ψω­μό­λυσ­σα!

         Τόν ἄ­κου­σε τόν ἀ­νη­ψιό, ὀ­νό­μα­τι Μι­χά­λη, τό βρά­δυ τῆς Με­γά­λης Δευ­τέ­ρας: ὡ­ραί­α φω­νή, δέ λέ­ει, ἀλ­λά ἄ­πει­ρος βρέ παι­δί μου, καί τόν «Νυμ­φῶ­νά σου» τό ᾿πια­σε λί­γο χα­μη­λά, ὁ Κώ­στας ἔ­κα­νε ἕ­ναν μορ­φα­σμό, «ἄχ, βρέ Μι­χά­λη!», δέν προ­λά­βα­νε νά γνω­ρι­στοῦν καί τόν ἔ­λε­γε «Μι­χά­λη», φι­λι­κά ὑ­πο­τί­θε­ται, ἀλ­λά μέ αὐ­τό τό «ἄχ, βρέ» μπρο­στά πού ση­μαί­νει «κά­τσε βρέ παι­δά­ριο ἑ­φτά-ὀ­χτώ χρό­νια στό ἀ­ρι­στε­ρό ἀ­να­λό­γιο νά λι­ώ­σῃς κἀ­να δυ­ό ρά­σα κι ἔ­πει­τα δι­εκ­δί­κη­σε τή θέ­ση τοῦ δε­ξιοῦ πού κα­νο­νι­κά ἀ­νή­κει σέ πιό πε­πει­ρα­μέ­νους ἀ­πό σέ­να!». Καί μήν νο­μι­σθῇ πώς μέ τό «πε­πει­ρα­μέ­νους» ἐν­νο­εῖ τόν ἑ­αυ­τό του, αὐ­τός, ἔ­τσι κι ἔμ­παι­νε δε­ξιός κά­ποι­ος ἰ­σά­ξιός του πού νά ᾿χε φά­ει τήν ψαλ­τι­κή μέ τό κου­τά­λι, δέν θά ᾿χε ἀν­τίρ­ρη­ση, τόν ἐ­νο­χλεῖ πού δέν ἀ­κο­λου­θεῖ­ται ἡ κα­τά πα­ρά­δο­σιν ἰ­σχύ­ου­σα τά­ξις, ἕ­να εἶ­δος ἀ­τύ­που πλήν ὑ­παρ­κτῆς ἱ­ε­ραρ­χί­ας.

         Ἐ­κεῖ ὅ­μως πού εἶ­χαν φθά­σει τά πράγ­μα­τα, δέν κιν­δύ­νευ­ε πλέ­ον μό­νο ἡ ἄ­τυ­πος ἀλ­λά καί ἡ τυ­πι­κή τά­ξις. Ἐ­ξη­γεῖ­ται τί θέ­λει νά πῇ: Αὔ­ριο εἶ­ναι Με­γά­λη Τρί­τη, κι ὅ­λοι οἱ ψαλ­τᾶ­δες ξέ­ρουν τί ση­μαί­νει αὐ­τό. Τό με­γα­λύ­τε­ρο ψαλ­τά­δι­κο «σου­ξέ», ἄν μπο­ρῇ νά μι­λή­σῃ κα­νείς μέ τέ­τοι­ους ἀ­γο­ραί­ους ὅ­ρους, τό τρο­πά­ριο τῆς Κασ­σια­νῆς, πού δι­και­οῦ­σαι νά τό «ταρ­να­ρί­σῃς» μέ­χρι καί εἰ­κο­σι­πέν­τε λε­πτά καί κα­νείς νά μή σοῦ πῇ τί­πο­τα, ἀ­νή­κει «μέ τόν νό­μο» πού λέ­νε στόν ἀ­ρι­στε­ρό ψάλ­τη. Τίς προ­η­γού­με­νες χρο­νι­ές ὁ Κώ­στας Κ., κα­τά τίς ἐ­πι­τα­γές ἑ­νός πνεύ­μα­τος κα­κῶς ἐν­νο­ου­μέ­νης, τώ­ρα πού τό σκέ­φτε­ται, τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, εἶ­χε ἐκ­χω­ρή­σει τό λα­χτα­ρι­στό κομ­μά­τι στόν δε­ξιό, κι εἶ­χε ἀρ­κε­σθῆ στόν ρό­λο τοῦ κομ­πάρ­σου, φθά­νον­τας μά­λι­στα στό ση­μεῖ­ο νά με­τα­κο­μί­σῃ στό ἀ­πέ­ναν­τι ψαλ­τή­ρι, ἐν εἴ­δει θλι­βε­ρῆς καί δι­α­κο­σμη­τι­κῆς δευ­τε­ρο­κλα­σά­της γλά­στρας, πε­ρι­ω­ρι­σμέ­νης σέ βο­η­θη­τι­κό ρό­λο.

         Τώ­ρα ὅ­μως δέν θά τό ἄ­φη­νε νά πε­ρά­σῃ στό ντού­κου, καί, βέ­βαι­α, τέρ­μα ἡ με­τα­κό­μι­ση στό δε­ξί ψαλ­τή­ρι. Δέν τό δι­και­οῦν­ταν; Ὅ­λοι οἱ νό­μοι καί τά δι­α­τάγ­μα­τα ἦ­ταν μα­ζί του. Θά ᾿λε­γε τήν «Κασ­σια­νή» ὁ κό­σμος νά χά­λα­γε. Κι ἅ­μα τοῦ κου­νι­ό­ταν τό ἀ­πέ­ναν­τι τσου­τσέ­κι, θά τοῦ ᾿τρι­βε στή μού­ρη τό ἰ­σχῦ­ον τυ­πι­κό, πού κά­τι ξέ­ρα­νε ὅ­σοι τό ὥ­ρι­σαν ἔ­τσι, τα­πει­νο­φρο­σύ­νη ἤ­θε­λαν νά δι­δά­ξουν, καί νά πού ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη πο­δο­πα­τεῖ­ται παν­τοῦ, ἀ­κό­μα καί στό θέ­μα τῆς «Κασ­σια­νῆς» πού εἶ­ναι ὁ­λό­δι­κιά του!

         Δέν θά πῇ ὅ­μως τί­πο­τα· για­τί νά πῇ κά­τι γιά κά­τι πού δι­και­ω­μα­τι­κά τοῦ ἀ­νή­κει; Θά πε­ρι­μέ­νῃ σε­μνά καί τα­πει­νά νά ἔρ­θῃ ἡ ὥ­ρα τοῦ τρο­πα­ρί­ου, καί τό­τε σε­μνά καί τα­πει­νά θά ξε­κι­νή­σῃ μέ τό «Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι», ὁ ἄλ­λος, ὁ ἀ­πέ­ναν­τι, θά πῇ ἀ­ναγ­κα­στι­κά τό «Καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων ἀ­μήν», ὁ­πό­τε με­τά τό τρο­πά­ριο εἶ­ναι ὁ­λό­δι­κό του, νά τό ταρ­να­ρί­σῃ ὅ­σο καί ὅ­πως θέ­λει, ἀπ᾿ ἔ­ξω τό ᾿χει μά­θει, ἕ­να σω­ρό χει­μῶ­νες καί ἄ­νοι­ξες τήν προ­βέρ­νει σχε­δόν κα­θη­με­ρι­νῶς τήν ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­ναῖ­κα.

Καί νά πού ἡ με­γά­λη ὥ­ρα ἦρ­θε. Χω­ρίς νά δι­στά­σῃ κα­θό­λου, ἔ­βα­λε μπρός τό «Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ…». Ἦ­ταν κά­που ἐ­κεῖ στό «-ῷ­ῷ­ῷ» τοῦ «Υἱ­ῷ» πού ἡ θε­ό­ρα­τη φι­γού­ρα —ἔ­τσι τοῦ φά­νη­κε— τοῦ παπ­πα–Νι­κή­τα ἔ­κα­νε τήν ἐμ­φά­νι­σή της στήν ὡ­ραί­α πύ­λη:

         — Τί κά­νεις ἐ­κεῖ; τοῦ φώ­να­ξε ὀρ­γι­σμέ­να, καί τό χρι­στε­πώ­νυ­μο πλή­ρω­μα πά­γω­σε.

         Δέν μπό­ρε­σε νά πῇ τί­πο­τα, ἔ­νι­ω­σε μό­νο ἕ­ναν κόμ­πο νά τοῦ κά­θε­ται στόν λαι­μό, κι ὁ δε­ξιός ἀ­νέ­λα­βε τό «ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι».

        — Τσα­κί­σου πή­γαι­νε στό δε­ξιό ψαλ­τή­ρι! πα­ράγ­γει­λε ὁ ἄ­τεγ­κτος παπ­πᾶς, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­πο­συ­ρό­με­νος στά ἐν­δό­τε­ρα τοῦ ἱ­ε­ροῦ, σφύ­ρι­ξε μέσ᾿ ἀπ᾿ τά δόν­τια του: «Βρέ ποῦ τόν βρή­κα­με ἐ­τοῦ­τον!»

        Ἡ προ­σβο­λή ἦ­ταν πο­λύ με­γά­λη· οἱ γυ­ναι­κοῦ­λες τῶν πρώ­των στα­σι­δι­ῶν δαγ­κώ­νον­ταν καί πρό­λα­βε μέ τήν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του νά συλ­λά­βῃ σκόρ­πια σαρ­κα­στι­κά χα­μό­γε­λα ἀ­πό τά ἀν­τρι­κά στα­σί­δια. Κα­τά­πι­ε κά­τι χον­τρά δά­κρυ­α πού κα­τέ­βαι­ναν στό λαι­μό του κι ἀ­πό­μει­νε στό ἀ­ρι­στε­ρό ψαλ­τή­ρι σά στή­λη ἅ­λα­τος· καί νά ᾿θε­λε νά κου­νη­θῇ —πού δέν ἤ­θε­λε— εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο ἄν μπο­ροῦ­σε, τά πό­δια του εἶ­χαν μου­διά­σει, τό κορ­μί του εἶ­χε πα­ρα­λύ­σει, μό­λις καί με­τά βί­ας κα­τώρ­θω­νε σάν σέ ἀ­χλύ, ἀ­πό πο­λύ μα­κριά, νά ἀ­κού­σῃ τήν κραυ­γή τῆς ἄ­κρας γυ­ναι­κεί­ας τα­πεί­νω­σης νά φτά­νῃ θο­λή στ᾿ αὐ­τιά του: «Κύ­ρι­ε ἡ ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­νή, τὴν σὴν αἰ­σθο­μέ­νη θε­ό­τη­τα … μῦ­ρά σοι πρὸ τοῦ ἐν­τα­φια­σμοῦ κο­μί­ζει. Οἴ­μοι λέ­γου­σα…». Τό πή­γαι­νε κα­λά ὁ ἄ­τι­μος, θά τό ᾿χε κά­νει κι αὐ­τός μπό­λι­κες πρό­βες. Κι ἔ­τσι ὅ­πως τόν ἔ­βλε­πε, κά­τω ἀ­πό τό ἀ­σπρο­κί­τρι­νο λαμ­πι­ό­νι τῆς σκο­τει­νῆς ἐκ­κλη­σί­ας, μέ τά σπυ­ριά του νά λαμ­πυ­ρί­ζουν λές στό ἠ­λε­κτρι­κό φῶς, ἕ­να ἀ­βυσ­σα­λέ­ο μῖ­σος τόν πλημ­μύ­ρι­σε καί μιά σκο­τει­νή βρα­χνή φω­νή ἀ­να­δύ­θη­κε μέ­σα ἀ­πό τή μαυ­ρί­λα πού ᾿χε κα­τα­κλύ­σει τήν αἱ­μάσ­σου­σα ψυ­χή του: — Κόλ­πος νά σοῦ ᾿ρθῃ σπυ­ριά­ρη!

        Εἶ­χε φτά­σει στό «Δέ­ξαι μου τὰς πη­γὰς τῶν δα­κρύ­ων…». Καί, ξαφ­νι­κά, πά­νω ἐ­κεῖ στό «δέ­ε­ε-» τοῦ «δέ­ξαι μου…», ἕ­να ἀ­πί­στευ­το κοκ­κο­ρά­κι, σάν ἡ χορ­δή νά εἶ­χε σπά­σει, κα­τέ­φθα­σε ἀ­πό τό ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νο ἀ­να­λό­γιο τοῦ δε­ξιοῦ ψαλ­τη­ρί­ου καί τά συν­τρίμ­μια της σκορ­πί­στη­καν στά μή­κη καί τά πλά­τη τοῦ να­οῦ, ἀ­πό τά χά­η τοῦ ἐ­ρε­βώ­δους τρού­λου μέ­χρι τά μυ­στι­κά σκο­τά­δια τῆς κόγ­χης τοῦ ἱ­ε­ροῦ. Τά μει­δι­ά­μα­τα ἄλ­λα­ξαν κα­τεύ­θυν­ση καί μο­χθη­ρά δόν­τια ἄρ­χι­σαν νά κά­νουν τήν ἐμ­φά­νι­σή τους πί­σω ἀ­πό σαρ­κά­ζον­τα χεί­λη. Τό κοκ­κο­ρά­κι πά­σκι­σε γιά ἕ­να μι­κρό δι­ά­στη­μα νά ἁρ­πα­χτῇ ἀ­πό τάς «πη­γάς», καί τέ­λος, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε μέ μύ­ριους κό­πους στό «δα­κρύ­ων», ἀ­να­λύ­θη­κε σέ μιά ἀ­συ­νάρ­τη­τη πα­ρα­χορ­δί­α κρωγ­μῶν πού σκόν­τα­φταν πά­νω στά καν­τή­λια, τά μα­νουά­λια, ἀ­κό­μα ἀ­κό­μα καί πά­νω στήν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ πού τόν κύτ­τα­ζε λυ­πη­μέ­νος – ἔ­τσι τοῦ φά­νη­κε.

         Καί τό­τε τήν εἶ­δε· ἦ­ταν γο­να­τι­σμέ­νη μπρο­στά στόν Σω­τῆ­ρα, τά μαλ­λιά της λυ­μέ­να μπρός στά πό­δια του, οἱ μου­σκε­μέ­νες της μποῦ­κλες μπλεγ­μέ­νες στά δά­χτυ­λά του, κι ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, κι ἦ­ταν τό­σο γο­ε­ρό αὐ­τό τό κλά­μα τῆς ἄ­κρας τα­πεί­νω­σης, πού ἔ­νι­ω­σε νά με­τα­δί­δε­ται στό δι­κό του λαι­μό, στά ρου­θού­νια του, στό τρέ­μου­λο τῶν χει­λι­ῶν του πού πιά δέν τά ὥ­ρι­ζε.

         Μέ μου­δι­α­σμέ­να πό­δια, σάν αὐ­τό­μα­το, σύρ­θη­κε σκυ­φτός ἀ­πό τό ἀ­ρι­στε­ρό στό δε­ξιό ψαλ­τή­ρι, στά­θη­κε δί­πλα στόν δε­ξιό, φί­λη­σε τά σπυ­ρά­κια του μέ δα­κρυ­σμέ­να μά­τια, κι ἀ­νέ­λα­βε νά συ­νε­χί­σῃ ἀ­πό ᾿κεῖ πού ᾿χε στα­μα­τή­σει τό ξέ­πνο­ο κοκ­κο­ρά­κι.

         Τό ἐκ­κλη­σί­α­σμα τοῦ Ἁ­γί­ου Φα­νου­ρί­ου, γυ­ναῖ­κες καί ἄν­τρες, εἶ­χαν νά τό λέ­νε και­ρό πώς δέν εἶ­χαν ξα­να­κού­σει τέ­τοι­α Κασ­σια­νή στή ζω­ή τους. Τέ­τοι­α Κασ­σια­νή ἀ­πό μιά συν­τε­τριμ­μέ­νη ψαλ­τό­λυσ­σα, τέ­τοι­α ρα­γι­σμέ­νη φω­νή πού, μέ­σα σέ ἀ­συγ­κρά­τη­τους λυγ­μούς με­τα­νοί­ας, εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τό τρο­πά­ριο ὅ­πως πο­τέ ἄλ­λο­τε δέν ξα­να­κού­στη­κε σέ ὀρ­θό­δο­ξη ἐκ­κλη­σί­α: «Μή με τὸν σὸν δοῦ­λον πα­ρί­δῃς, ὁ ἀ­μέ­τρη­τον ἔ­χων τὸ ἔ­λε­ος…»


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016).


♥ ♥ ♥

Ἐ­δῶ μπο­ρεῖ­τε ν’ ἀ­κού­σε­τε τὸ «τρο­πά­ριο τῆς Κασ­σια­νῆς» ἀ­πὸ χο­ρὸ Βα­το­πε­δι­νῶν πα­τέ­ρων μὲ βά­ση τὸ χει­ρό­γρα­φο τοῦ Σί­μω­νος Κα­ρᾶ:

(1/2)

καὶ (2/2)

καὶ ἐ­δῶ νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ­τε σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θρυ­λού­με­νο ἱ­στο­ρι­κὸ πε­ρι­στα­τι­κό:

http://www.saint.gr/5/texts.aspx

♥ ♥ ♥

Τὸ κεί­με­νο τοῦ ὕ­μνου καὶ με­τα­γρα­φή του στὰ νέ­α ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸν Φώ­τη Κόν­το­γλου:

Κύ­ρι­ε, ἡ ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­νή,

τὴν σὴν αἰ­σθο­μέ­νη θε­ό­τη­τα, μυ­ρο­φό­ρου ἀ­να­λα­βοῦ­σα τά­ξιν,

ὀ­δυ­ρο­μέ­νη, μύ­ρα σοι, πρὸ τοῦ ἐν­τα­φια­σμοῦ κο­μί­ζει.

Οἴ­μοι! λέ­γου­σα, ὅ­τι νύξ μοι ὑ­πάρ­χει, οἶ­στρος ἀ­κο­λα­σί­ας,

ζο­φώ­δης τε καὶ ἀ­σέ­λη­νος ἔ­ρως τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

Δέ­ξαι μου τὰς πη­γὰς τῶν δα­κρύ­ων,

ὁ νε­φέ­λαις δι­ε­ξά­γων τῆς θα­λάσ­σης τὸ ὕ­δωρ·

κάμ­φθη­τί μοι πρὸς τοὺς στε­ναγ­μοὺς τῆς καρ­δί­ας,

ὁ κλί­νας τοὺς οὐ­ρα­νοὺς τῇ ἀ­φά­τῳ σου κε­νώ­σει.

Κα­τα­φι­λή­σω τοὺς ἀ­χράν­τους σου πό­δας,

ἀ­πο­σμή­ξω τού­τους δὲ πά­λιν τοῖς τῆς κε­φα­λῆς μου βο­στρύ­χοις·

ὧν ἐν τῷ πα­ρα­δεί­σῳ Εὔ­α τὸ δει­λι­νόν,

κρό­τον τοῖς ὠ­σὶν ἠ­χη­θεῖ­σα, τῷ φό­βῳ ἐ­κρύ­βη.

Ἁ­μαρ­τι­ῶν μου τὰ πλή­θη καὶ κρι­μά­των σου ἀ­βύσ­σους

τίς ἐ­ξι­χνιά­σει, ψυ­χο­σῶ­στα Σω­τήρ μου;

Μή με τὴν σὴν δού­λην πα­ρί­δῃς, ὁ ἀ­μέ­τρη­τον ἔ­χων τὸ ἔ­λε­ος.

 

Με­τα­γρα­φὴ ἀπὸ τὸν Φώ­τη Κόν­το­γλου:

 

Κύριε, ἡ γυναίκα ποὺ ἔπεσε σὲ πολλὲς ἁμαρτίες,

σὰν ἔνοιωσε τὴ θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα

καὶ σὲ ἄλειψε μὲ μυρουδικὰ πρὶν ἀπὸ τὸν ἐνταφιασμό σου

κι ἔλεγε ὀδυρόμενη: Ἀλλοίμονο σὲ μένα, γιατὶ μέσα μου εἶναι νύχτα κατασκότεινη

καὶ δίχως φεγγάρι, ἡ μανία τῆς ἀσωτείας κι ὁ ἔρωτας τῆς ἁμαρτίας.

Δέξου ἀπὸ μένα τὶς πηγὲς τῶν δακρύων,

ἐσὺ ποὺ μεταλλάζεις μὲ τὰ σύννεφα τὸ νερὸ τῆς θάλασσας.

Λύγισε στ’ ἀναστενάγματα τῆς καρδιᾶς μου,

ἐσὺ ποὺ ἔγειρες τὸν οὐρανὸ καὶ κατέβηκες στὴ γῆς.

Θὰ καταφιλήσω τὰ ἄχραντα ποδάρια σου,

καὶ θὰ τὰ σφουγγίσω πάλι μὲ τὰ πλοκάμια τῆς κεφαλῆς μου·

αὐτὰ τὰ ποδάρια, ποὺ σὰν ἡ Εὕα κατὰ τὸ δειλινό,

τ’ ἄκουσε νὰ περπατᾶνε, ἀπὸ τὸ φόβο της κρύφτηκε.

Τῶν ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ τῶν κριμάτων σου τὴν ἄβυσσο,

ποιός μπορεῖ νὰ τὰ ἐξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;

Μὴν καταφρονέσης τὴ δούλη σου, ἐσὺ ποὺ ἔχεις τ’ ἀμέτρητο ἔλεος.



		

	

Μαρὼ Τριανταφύλλου: Ὁ ἄντρας ποὺ δάκρυζε


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου

 

Ὁ ἄν­τρας ποὺ δά­κρυ­ζε

 

ΟΝ ΠΡΟΣΕΞΕ για­τὶ τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν κα­θὼς ἀ­κού­στη­κε ἡ «Δι­ε­θνής» ἀ­πὸ μιὰ μο­να­χι­κὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα. Πλη­σί­α­σε προ­σε­κτι­κὰ καὶ εἶ­δε τὸ βλέμ­μα του  – πὼς εἶ­χε χα­θεῖ σὰν νὰ κοί­τα­ζε πο­τά­μι βου­ε­ρὸ καὶ ἀ­γρι­ε­μέ­νο κι ἕ­να κλα­δὶ νὰ χτυ­πι­έ­ται σὲ βρά­χια σὰν νὰ θέ­λει νὰ σω­θεῖ, ἀλ­λὰ τὸ ξέ­ρεις πὼς τέ­τοι­ες βου­λή­σεις τὶς βά­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι στὰ ἄ­ψυ­χα ἐλ­πί­ζον­τας. Στὰ μά­γου­λά του εἶ­χε ἁ­πλω­θεῖ ἕ­να ἐ­ρύ­θη­μα ἁ­πα­λὸ σὰν κο­ρι­τσί­στι­κο κοκ­κί­νι­σμα, ὅ­ταν ἡ μι­κρού­λα συ­ναν­τᾶ αὐ­τὸν ποὺ νο­μί­ζει πὼς θὰ εἶ­ναι γιὰ πάν­τα ὁ ἄν­τρας τῆς ζω­ῆς της, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρει —ὤ, τῆς νι­ό­της ἀ­θώ­α καὶ ἀ­νέ­στια ἄ­γνοι­α εὐ­τυ­χι­σμέ­νη— πὼς δὲν ἔ­χει φτά­σει κὰν στὸν πρῶ­το σταθ­μό. Ἴ­σως νὰ ντρά­πη­κε αὐ­τὸς τώ­ρα ποὺ τὸν εἶ­δαν τό­σο εὐ­ά­λω­το, τό­σο κυ­ρι­αρ­χη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ χα­μέ­νο ὄ­νει­ρο καὶ πλη­γω­μέ­νο τό­σο… Κα­τέ­βα­σε τὰ μά­τια καὶ μὲ τὴν ἄ­κρια τοῦ πα­λιοῦ πα­που­τσιοῦ του ἔ­ξυ­σε ἀ­μή­χα­νος τὸ σκλη­ρό, τὸ πα­τι­κω­μέ­νο ἄ­νυ­δρο χῶ­μα τοῦ πάρ­κου.

        Τὸν παν­τρεύ­τη­κε με­τά. Πο­λὺ γρή­γο­ρα τὸν παν­τρεύ­τη­κε, για­τὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ χά­σει στιγ­μὴ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πέ­ραν­τη εὐ­αι­σθη­σί­α ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει ἀ­κα­τέρ­γα­στη δύ­να­μη ὅ­λο αἴ­τη­μα καὶ θό­ρυ­βο. Τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λᾶ, τὴν τα­ξί­δευ­ε σὲ ἕ­να πα­ρελ­θὸν ποὺ θὰ ‘θε­λε νὰ εἶ­χε ζή­σει ἂν δὲν εἶ­χε ζή­σει τὸ δι­κό της ποὺ δὲν τὸ ἄλ­λα­ζε. Τοῦ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε. Τὰ βρά­δια τὸν ἄ­φη­νε νὰ ἀ­κού­ει μου­σι­κὴ μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ κά­που κά­που, ὅ­ταν κά­ποι­ο τρα­γού­δι ἄγ­γι­ζε τὸν πό­νο του, ὅ­ταν νό­τες ἐ­πι­κὲς τά­ρα­ζαν τὴν γα­λή­νη τοῦ ἔ­ρω­τά τους —καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς αὐ­τὴ ἦ­ταν ποὺ τοῦ πρό­τει­νε νὰ βά­λει ἕ­να τέ­τοι­ο τρα­γού­δι νὰ τὸ ἀ­κού­σουν μα­ζί, δῆ­θεν ποὺ τό ‘χε ἐ­πι­θυ­μή­σει— τό­τε χαι­ρό­ταν τὸ μι­κρὸ ἀ­τί­θα­σο δά­κρυ ποὺ κοκ­κί­νι­ζε τὰ μά­τια του καὶ κα­μιὰ φο­ρά —τί εὐ­λο­γί­α— ἔ­πε­φτε στοὺς ὤ­μους του, ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­χε γυ­ρί­σει στὸ πλά­ι τὸ κε­φά­λι γιὰ νὰ μὴν τὸν δεῖ νὰ κλαί­ει καὶ τὸν κα­κο­χα­ρα­κτη­ρί­σει 60 χρό­νων ἄν­θρω­πο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).


Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου: Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου


Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


ΥΤΕ ΝΑΙ, οὔ­τε ὄ­χι ἔ­λε­γαν τό­τε τὰ κο­ρί­τσια στὸν πα­τέ­ρα τους, ἔ­σκυ­βαν τὸ κε­φά­λι. Τὴν Κυ­ρια­κή, ποὺ κλεί­νει δε­κα­εν­νιά, ἡ Ρή­να πά­ει νύ­φη στὸν Τα­ΰ­γε­το, δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος. Θά ’ρ­θει νὰ τὴν πά­ρει ὁ γαμ­πρὸς μὲ τὸ ἄ­λο­γο στὸ σπί­τι του, τὸ δί­πα­το, νὰ στε­φα­νώ­σουν.

       Τὴ στό­λι­σαν, τὴν τρα­γού­δη­σαν, τὴν ἔν­τυ­σαν τὸ νυ­φι­κό, τὸ βέ­λο. Κάλ­τσες, πα­πού­τσια ἀπ΄ τὸ γαμ­πρό, ὥ­ρα τὴν ὥ­ρα.

       Τὸν εἶ­δε νὰ δέ­νει στὴν αὐ­λή τους τὸ ἄ­λο­γο, στο­λι­σμέ­νο. Φουρ­φού­ρι­σε ἡ καρ­διὰ ἀ­πὸ τα­ρα­χή. Ὄ­μορ­φος, νιός, ἀ­σί­κης!

       Τῆς φό­ρε­σε τὴν κάλ­τσα τὴ με­τα­ξω­τή, τὸ γο­βά­κι τὸ ἄ­σπρο. Μά­τι δὲ σή­κω­σε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Εἶ­χε πά­νω-κά­τω τὰ χρό­νια της, στὰ δά­χτυ­λα ποὺ ἔ­τρε­μαν, εἶ­δε τὴν τα­ρα­χή του.

       Τὴν ἔ­βα­λε πί­σω στὸ ἄ­λο­γο. Αὐ­τὲς οἱ πλά­τες οἱ γε­ρές, τοῦ­το τὸ σγου­ρὸ κε­φά­λι ἦ­ταν ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ μπρὸς τὸ ρι­ζι­κό της. Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος μὲ τὸ ἄ­λο­γο, ὁ ἀ­χὸς μο­νά­χα τοῦ βου­νοῦ μέ­σα στὰ πεῦ­κα, τὰ πέ­τα­λα τοῦ ἀ­λό­γου, καὶ ἡ καρ­διά της ποὺ ἔ­δω­σε μιὰ καὶ ἄν­θι­σε ἀ­πὸ κα­τά­κλει­στο μπουμ­πού­κι.

       Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μο κρά­τη­σε γιὰ τὴ Ρή­να ὁ ἔ­ρω­τας στὴν ἄ­χα­ρη ζω­ή της. Ὁ γαμ­πρὸς τὴν πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι του τὸ δί­πα­το μὲ τὰ βι­ο­λιά. Εἶ­χε τρι­πλᾶ τὰ χρό­νια της. Μὲ τὸν μπρα­ζέ­ρη*, ποὺ ἔ­στει­λε μὲ τὸ ἄ­λο­γο νὰ τὴν πο­δέ­σει τὸ γο­βά­κι, ἔ­κο­ψε τὰ πολ­λὰ-πολ­λά. Τὸ εἶ­δε στὰ μά­γου­λά του τὸ ζε­μά­τι­σμα, τὴ συν­νε­φιὰ ποὺ σκέ­πα­σε τὴ δι­κιά της ὄ­ψη.


* μπραζέρης· ἐγκάρδιος φίλος, ἀδελφοποιτός. (Γιὰ τὸ σχετικὸ ἔθιμο δεῖτε ἐδῶ καὶ ἐδῶ).



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου (Κων­σταν­τί­νοι Μεσ­ση­νί­ας). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γές: Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (Κα­στα­νι­ώ­της 1998, 1999), Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (συμ­πλη­ρω­μέ­νη ἔκ­δο­ση, Με­ταίχ­μιο 2006, 2010), Νε­ρὰ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα (Πλα­νό­διον, 2004, 2009), Δι­η­γή­μα­τα (Με­ταίχ­μιο 2010), Ποι­η­τῶν καὶ Ἁ­γί­ων Πάν­των (Με­ταίχ­μιο 2013), Γιὰ Σί­κι­νο, Ἀ­νά­φη, Ἀ­μορ­γὸ (Gutenberg, 2017). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἰ­σπα­νι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Οὐγ­γρι­κά.