Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson): Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ



Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson)


Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ

(Steady Hands at Seattle General)


Ε ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΜΕΣΑ ὄ­χι μό­νο μπό­ρε­σα καὶ ξυ­ρί­στη­κα ἀλ­λὰ καὶ κα­τά­φε­ρα νὰ ξυ­ρί­σω ἕ­ναν-δυ­ὸ και­νού­ριους, δι­ό­τι οἱ οὐ­σί­ες ποὺ μοῦ χο­ρή­γη­σαν σὲ ἐ­νέ­σι­μη μορ­φὴ ἔ­φε­ραν κα­τα­πλη­κτι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Λέ­ω κα­τα­πλη­κτι­κὸ δι­ό­τι λί­γες μό­λις ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα μὲ εἶ­χαν τσου­λή­σει κα­θι­σμέ­νο σὲ κα­ρο­τσά­κι μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­δρό­μους στοὺς ὁ­ποί­ους βί­ω­σα τὴν πα­ραί­σθη­ση μιᾶς ἁ­πα­λῆς, κα­λο­και­ρι­νῆς βρο­χῆς. Στὰ δω­μά­τια τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να —βά­ζα, στα­χτο­δο­χεῖ­α, κρε­βά­τια— μοῦ εἶ­χαν φα­νεῖ ὑ­γρὰ καὶ τρο­μα­χτι­κά· ἔ­δει­χναν νὰ μὴν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται νὰ συγ­κα­λύ­ψουν τὰ πραγ­μα­τι­κά τους νο­ή­μα­τα.

       Μοῦ χο­ρή­γη­σαν κάμ­πο­σες δό­σεις μὲ τὴ σύ­ριγ­γα, κι ἔ­νι­ω­θα λὲς κι εἶ­χα γί­νει ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἤ­μουν ἕ­να ἐ­λα­φρὺ κομ­μά­τι φε­λι­ζόλ. Ἔ­φε­ρα τὰ χέ­ρια μου ψη­λὰ μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου. Τὰ χέ­ρια ἦ­ταν ἀ­κί­νη­τα ὅ­πως τὰ χέ­ρια κά­ποι­ου γλυ­πτοῦ.

       Ξύ­ρι­σα τὸν συγ­κά­τοι­κό μου στὸ δω­μά­τιο, τὸν Μπίλ. «Μὴν κά­νεις κά­να ἀ­στεῖο μὲ τὸ μου­στά­κι μου», εἶ­πε.

       «Ἐν­τά­ξει ὣς ἐ­δῶ;»

       «Ὣς ἐ­δῶ ναί.»

       «Θὰ σοῦ φτιά­ξω καὶ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά.»

       «Λο­γι­κὸ ἀ­κού­γε­ται, σύν­τρο­φε.»

       Ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἕ­να ζυ­γω­μα­τι­κὸ ὁ Μπὶλ εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ση­μά­δι στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που μιὰ σφαί­ρα τὸν εἶ­χε βρεῖ στὸ πρό­σω­πο καὶ στὸ ἄλ­λο μά­γου­λο εἶ­χε μιὰ ἐ­λα­φρῶς με­γα­λύ­τε­ρη οὐ­λή· ἐ­κεῖ τὸ βλῆ­μα εἶ­χε φτά­σει μέ­χρι μέ­σα.

       «Τό­τε ποὺ σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν ἔ­τσι μὲς στὰ μοῦ­τρα, ἡ σφαί­ρα ἔ­κα­νε τί­πο­τα ἐν­δι­α­φέ­ρον στὴ συ­νέ­χεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω; Δὲν κρά­τη­σα ση­μει­ώ­σεις. Ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ προ­χω­ρή­σει μέ­σα βα­θιά, ἐ­σὺ νι­ώ­θεις πὼς μό­λις σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν στὸ κε­φά­λι.»

       «Κι αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ οὐ­λὴ ἐ­δῶ, στὴ φα­βο­ρί­τα σου;»

       «Δὲν ξέ­ρω. Ἴ­σως τὴν ἔ­χω ἀ­πὸ τό­τε ποὺ γεν­νή­θη­κα. Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν βλέ­πω.»

       «Μιὰ μέ­ρα θὰ δι­α­βά­ζουν γιὰ σέ­να σὲ κά­ποι­ο δι­ή­γη­μα ἢ σὲ κά­ποι­ο ποί­η­μα. Θέ­λεις νὰ πε­ρι­γρά­ψεις τὸν ἑ­αυ­τό σου γι’ αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους;»

       «Χμ, δὲν ξέ­ρω. Εἶ­μαι ἕ­νας σκα­το­χον­τρός, κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Ὄ­χι, σο­βα­ρο­λο­γῶ.»

       «Σι­γὰ ποὺ θὰ κα­θί­σεις νὰ γρά­ψεις γιὰ μέ­να.»

       «Ρέ, εἶ­μαι συγ­γρα­φέ­ας.»

       «Ἀ­φοῦ εἶ­ναι ἔ­τσι, πές τους ἁ­πλῶς ὅ­τι εἶ­μαι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Εἶ­ναι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Μ’ ἔ­χουν πυ­ρο­βο­λή­σει δυ­ὸ φο­ρές.»

       «Δυ­ὸ φο­ρές;»

       «Μιὰ φο­ρὰ ἡ κά­θε γυ­ναί­κα μου, τρεῖς σφαῖ­ρες στὸ σύ­νο­λο, μᾶς κά­νει τέσ­σε­ρις τρύ­πες· τρεῖς μπαί­νον­τας καὶ μί­α βγαί­νον­τας.»

       «Κι εἶ­σαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός.»

       «Ἔ­χεις σκο­πὸ ν’ ἀλ­λά­ξεις τί­πο­τε ἀ­π’ αὐ­τὰ γιὰ τὸ ποί­η­μά σου;»

       «Ὄ­χι. Θὰ μποῦν ὅ­λα λέ­ξη πρὸς λέ­ξη.»

       «Πο­λὺ κα­κὸ αὐ­τό, δι­ό­τι μὲ τὸ νὰ μὲ ρω­τᾶς ἂν εἶ­μαι ζων­τα­νὸς μοιά­ζεις κομ­μα­τά­κι χα­ζός. Προ­φα­νῶς εἶ­μαι ζων­τα­νός.»

       «Κοί­τα, ἴ­σως ἐν­νο­ῶ ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λᾶς, καὶ νὰ μὴν εἶ­σαι, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α.»

       «Δὲν πά­ει πιὸ βα­θιὰ ἀ­π’ τὰ σκα­τὰ ποὺ μέ­σα τους κο­λυμ­πᾶ­με αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή.»

       «Τί θὲς νὰ πεῖς; Εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὰ ἐ­δῶ πέ­ρα. Μᾶς δί­νουν μέ­χρι καὶ τσι­γά­ρα.»

       «Ἐ­μέ­να δὲν μοῦ ’­δω­σαν ἀ­κό­μα.»

       «Ὁ­ρί­στε, πά­ρε.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ, ρέ.»

       «Μοῦ τὸ ξε­πλη­ρώ­νεις μό­λις σοῦ δώ­σουν τὰ δι­κά σου.»

       «Ἴ­σως.»

       «Τί εἶ­πες ὅ­ταν σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν;»

       «Εἶ­πα: “Μὲ πυ­ρο­βό­λη­σες!”»

       «Καὶ τὶς δυ­ὸ φο­ρές; Καὶ στὶς δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες;»

       «Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ δὲν εἶ­πα τί­πο­τα, για­τί μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε στὸ στό­μα.»

       «Ἄ­ρα δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λή­σεις.»

       «Σω­ρι­ά­στη­κα ἀ­ναί­σθη­τος, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω. Κι ἀ­κό­μα θυ­μᾶ­μαι τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ ἔ­βλε­πα τὴν ὥ­ρα ποὺ τὴν ἔ­τρω­γα ἐ­κεί­νη τὴ φο­ρά.»

       «Τί ὄ­νει­ρο ἦ­ταν;»

       «Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ σοῦ πῶ γι’ αὐ­τό; Ὄ­νει­ρο ἦ­ταν. Καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε κα­νέ­να γα­μω­νό­η­μα. Τὸ θυ­μᾶ­μαι ὅ­μως κα­λά.»

       «Δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψεις ἔ­στω λί­γο;»

       «Ἀ­λή­θεια, δὲν ξέ­ρω τί πε­ρι­γρα­φὴ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μὲ συγ­χω­ρεῖς.»

       «Ὁ­τι­δή­πο­τε. Τὸ πα­ρα­μι­κρό.»

       «Λοι­πόν, τὸ μό­νο σί­γου­ρο, τὸ ὄ­νει­ρο εἶ­ναι κά­τι ποὺ ἐ­πα­νέρ­χε­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ἐν­νο­ῶ ἐ­πα­νέρ­χε­ται τὴν ὥ­ρα ποὺ εἶ­μαι ξύ­πνιος. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι τὴν πρώ­τη μου γυ­ναί­κα, θυ­μᾶ­μαι ποὺ τρά­βη­ξε τὴ σκαν­δά­λη ση­μα­δεύ­ον­τάς με κι ὕ­στε­ρα, νά το πά­λι ἐ­κεῖ­νο τὸ ὄ­νει­ρο…

       «Καὶ τὸ ὄ­νει­ρο δὲν ἦ­ταν – θέ­λω νὰ πῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε σ’ αὐ­τὸ τί­πο­τα θλι­βε­ρό. Ὅ­μως, ὅ­ταν τὸ θυ­μᾶ­μαι, λέ­ω, Γα­μῶ­το, ρὲ φί­λε, στ’ ἀ­λή­θεια, στ’ ἀ­λή­θεια μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε. Καὶ νά το πά­λι τὸ ὄ­νει­ρο.»

       «Μή­πως ἔ­χεις δεῖ ἐ­κεί­νη τὴν ται­νί­α μὲ τὸν Ἔλ­βις Πρίσ­λε­ϊ, τὸ Follow That Dream

       «Τὸ Follow That Dream. Ναί, τό’ χω δεῖ. Τώ­ρα δὰ θὰ τό ’­λε­γα κι­ό­λας.»

       «Εἶ­σαι ἕ­τοι­μος. Τε­λεί­ω­σα μὲ τὸ ξύ­ρι­σμα. Κοι­τά­ξου στὸν κα­θρέ­φτη.»

       «Ἔ­γι­νε.»

       «Τί βλέ­πεις;»

       «Πῶς κα­τά­φε­ρα κι ἔ­γι­να τό­σο χον­τρός, ἀ­φοῦ δὲν τρώ­ω πο­τέ;»

       «Αὐ­τὸ μό­νο;»

       «Ἔ, δὲν ξέ­ρω. Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὴ ζω­ή σου.»

       «Χά! Κα­λὸ κι αὐ­τό.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν σου.»

       «Σὰν τί θὲς ν’ ἀ­κού­σεις;»

       «Ὅ­ταν κοι­τᾶς πρὸς τὰ πί­σω, τί βλέ­πεις;»

       «Κα­τε­στραμ­μέ­να ἁ­μά­ξια.»

       «Βλέ­πεις κι ἀν­θρώ­πους μέ­σα σ’ αὐ­τά;»

       «Ναί.»

       «Ποι­οὺς βλέ­πεις;»

       «Ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν εἶ­ναι τώ­ρα πα­ρὰ σκέ­το κρέ­ας, φί­λε.»

       «Εἶ­ναι ἔ­τσι στ’­ἀ­λή­θεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι; Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα. Καὶ βρο­μά­ει.»

       «Πλά­κα κά­νεις; Ἐ­δῶ μας πο­τί­ζουν ἀ­λο­πε­ρι­δό­λη μὲ τὸ λί­τρο. Πάρ­κο γιὰ νή­πια εἶ­ναι.»

       «Τὸ ἐλ­πί­ζω. Για­τί ἔ­χω βρε­θεῖ σὲ μέ­ρη στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ μό­νο ποὺ κά­νουν εἶ­ναι νὰ σὲ τυ­λί­γουν μ’ ἕ­να βρεγ­μέ­νο σεν­τό­νι καὶ νὰ σοῦ δί­νουν νὰ δαγ­κώ­νεις ἕ­να λα­στι­χέ­νιο παι­χνί­δι γιὰ κου­τά­βια.»

       «Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ μὲ φαν­τα­στῶ νὰ ζῶ ἐ­δῶ δυ­ὸ βδο­μά­δες κά­θε μή­να.»

       «Κοί­τα, εἶ­μαι με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ σέ­να. Ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις με­ρι­κοὺς ἀ­κό­μα γύ­ρους σ’ αὐ­τὸν ἐ­δῶ τὸν τρο­χὸ καὶ πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ νὰ κα­τορ­θώ­νεις πάν­τα νὰ βγαί­νεις μὲ τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια σου στὴ σω­στὴ θέ­ση. Ἐ­γὼ ὄ­χι.»

       «Ρέ, εἶ­σαι μιὰ χα­ρά.»

       «Γιὰ μί­λα ἐ­δῶ μέ­σα.»

       «Νὰ μι­λή­σω μέ­σα στὴν τρύ­πα ποὺ σοῦ ’­χει κά­νει ἡ σφαί­ρα;»

       «Γιὰ μί­λα μέ­σα ἐ­κεῖ. Καὶ πές μου ἂν εἶ­μαι μιὰ χα­ρά.»


Περισσότερα γιὰ τὸν Ντένις Τζόνσον

δὲς ἐδῶ τὴν νεκρολογία τοῦ Λό­ρενς Ρά­ϊτ:

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2019/11/02/lawrence-wright-…on-denis-johnson/



Πη­γή: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries, New York, Pica­­dor Modern Classics / Farrar, Str­a­us and Gi­­roux, 2015 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries by Denis John­son, New York, Farrar, Straus and Giroux, 1992]. Ἡ πα­ρα­πά­νω ἱ­στο­ρί­α πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Esquire.

Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis John­son) (1949, Μό­να­χο-2017, Κα­λι­φόρ­νια). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Στὸ ἐρ­γα­στή­ρι γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Ἀ­ϊ­ό­βα εἶ­χε γιὰ δά­σκα­λό του τὸν Ρέ­ι­μοντ Κάρ­βερ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: Γενικὴ Κλινικὴ τοῦ Σηάτλ. Φωτογραφία τοῦ 1917.


			

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη


ΟΡΑ τὸ μα­γιό του, τὰ πλα­στι­κὰ πα­πού­τσια, τὰ γυα­λιὰ τῆς θά­λασ­σας κι ἕ­να με­γά­λο ψά­θι­νο κα­πέ­λο, δὲν τὸ κου­νά­ει ὅ­μως ρού­πι ἀ­πὸ τὸ κα­ρε­κλά­κι του ποὺ εἶ­ναι στέ­ρε­α βαλ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στὰ βό­τσα­λα. Οἱ κι­νή­σεις του εἶ­ναι λι­γο­στὲς κι ἔ­τσι βυ­θι­σμέ­νος ὅ­πως εἶ­ναι στὴ ρέμ­βη, τὸ βλέμ­μα του προ­δί­δει μιὰ κά­ποι­α ἀ­νη­συ­χί­α, ἴ­σως καὶ φό­βο.

       — Εἶ­πα νὰ σὲ ρω­τή­σω, ἂν καὶ νο­μί­ζω τὴν ξέ­ρω τὴν ἀ­πάν­τη­ση… οὔ­τε σή­με­ρα θὰ βου­τή­ξεις;

       — Ὄ­χι, ὄ­χι… τί εἶ­ναι αὐ­τὰ ποῦ λές; Δὲν θά ’­σαι κα­λά! Για­τί νὰ μπῶ; Νὰ μὲ δαγ­κώ­σουν αὐ­τὰ τὰ πραγ­μα­τά­κια στὸ βυ­θὸ ποὺ τσιμ­πᾶ­νε;

       — Ἔ­λα, θὰ μποῦ­με μα­ζὶ καὶ δὲν πρό­κει­ται νὰ σὲ δαγ­κώ­σει τί­πο­τα.

       — Μὲ κο­ρο­ϊ­δεύ­εις; Πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα… ἂν μπῶ ἐ­κεῖ μέ­σα, θὰ βρα­χῶ. Ξέ­ρεις πό­ση ὥ­ρα θέ­λω με­τὰ γιὰ νὰ στε­γνώ­σω; Γι’ αὐ­τὸ σοῦ λέ­ω, ἄ­σ’ το κα­λύ­τε­ρα…

       — Μά… δὲν θυ­μᾶ­σαι… στὰ κα­ρά­βια; Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα στὴ θά­λασ­σα… μιὰ ζω­ή… καὶ τώ­ρα τί;

Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις! Ξέ­ρω κα­λὰ τί συμ­βαί­νει ἐ­κεῖ μέ­σα, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπαί­νω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Ἄν­να Κα­βάν (Anna Kavan): Ὁ ἐ­χθρός



Ἄν­να Κα­βάν (Anna Kavan)


Ὁ ἐ­χθρός

(The Enemy)


ΑΠΟΥ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ἔ­χω ἕ­ναν ἀ­μεί­λι­κτο ἐ­χθρὸ κι ἂς μὴν ξέ­ρω τ’ ὄ­νο­μά του. Δὲν ξέ­ρω οὔ­τε πῶς μοιά­ζει. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ἂν τύ­χαι­νε κι ἔμ­παι­νε στὸ δω­μά­τιο αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, τὴν ὥ­ρα ποὺ γρά­φω, δὲν θὰ γι­νό­μουν κα­θό­λου σο­φό­τε­ρη. Γιὰ πο­λὺ και­ρὸ πί­στευ­α πὼς σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ἐρ­χό­μα­σταν πο­τὲ πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο, κά­ποι­ο ἔν­στι­κτο θὰ μὲ προ­ει­δο­ποι­οῦ­σε· ὅ­μως τώ­ρα πιὰ δὲν πι­στεύ­ω πὼς εἶ­ναι ἔ­τσι. Δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ον ποὺ μοῦ εἶ­ναι ξέ­νος· ὅ­μως εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ πι­θα­νὸ νὰ εἶ­ναι κά­ποι­ος τὸν ὁ­ποῖ­ο γνω­ρί­ζω πο­λὺ κα­λὰ – ἴ­σως εἶ­ναι κά­ποι­ος ποὺ τὸν βλέ­πω κά­θε μέ­ρα. Δι­ό­τι ἂν δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ο πρό­σω­πο ἀ­π’ τὸ ἄ­με­σό μου πε­ρι­βάλ­λον, πῶς κα­τα­φέρ­νει κι ἔ­χει στὴ δι­ά­θε­σή του τό­σο λε­πτο­με­ρῆ πλη­ρο­φό­ρη­ση γιὰ τὴν κά­θε μου κί­νη­ση; Φαν­τά­ζει ἀ­δύ­να­το τὸ νὰ πά­ρω ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πό­φα­ση —ἀ­κό­μη κι ἂν ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ ἕ­να τό­σο ἀ­σή­μαν­το ζή­τη­μα, ὅ­πως τὸ νὰ ἐ­πι­σκε­φτῶ κά­ποι­ον φί­λο τὸ ἀ­πό­γευ­μα— κι ὁ ἐ­χθρός μου νὰ μὴν τὸ ξέ­ρει καὶ νὰ μὴν κά­νει ὅ,τι πρέ­πει προ­κει­μέ­νου νὰ μὲ φέ­ρει σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση. Προ­φα­νῶς εἶ­ναι ἐ­ξί­σου κα­λὰ πλη­ρο­φο­ρη­μέ­νος καὶ γιὰ τὰ πιὸ σο­βα­ρὰ ζη­τή­μα­τα.

       Τὸ ὅ­τι δὲν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα γι’ αὐ­τὸν κά­νει τὴ ζω­ὴ ἀ­νυ­πό­φο­ρη, δι­ό­τι εἶ­μαι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νη νὰ πα­ρα­τη­ρῶ τοὺς πάν­τες μὲ τὴν ἴ­δια κα­χυ­πο­ψί­α. Δὲν ὑ­πάρ­χει —χω­ρὶς ὑ­περ­βο­λὴ— οὔ­τε μί­α ψυ­χὴ ποὺ νὰ μπο­ρῶ νὰ ἐμ­πι­στευ­τῶ.

       Κα­θὼς οἱ μέ­ρες περ­νοῦν, βρί­σκω πὼς ἀ­νη­συ­χῶ  ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο γι’ αὐ­τὸ τὸ οἰ­κτρὸ πρό­βλη­μα· στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μοῦ ἔ­χει γί­νει ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μι­λῶ μὲ κά­ποι­ον, πιά­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ τὸν πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται στὰ κρυ­φά, ψά­χνον­τας κά­ποι­ο ση­μά­δι ποὺ θ’ ἀ­πο­κά­λυ­πτε τὸν προ­δό­τη πού ’­ναι ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ μὲ κα­τα­στρέ­ψει. Δὲν μπο­ρῶ νὰ συγ­κεν­τρω­θῶ στὴ δου­λειά μου, δι­ό­τι δια­ρκῶς ἀ­πα­σχο­λῶ τὸ μυα­λό μου μὲ τὸ ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ταυ­τό­τη­τα τοῦ ἐ­χθροῦ μου καὶ τὴν αἰ­τί­α τοῦ μί­σους του. Ποι­ά πρά­ξη μου εἶ­ναι δυ­να­τὸν νά ’­χει προ­κα­λέ­σει τέ­τοι­α ἀ­νη­λε­ῆ κα­τα­δί­ω­ξη; Σκα­λί­ζω ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὴν πε­ρα­σμέ­νη μου ζω­ὴ καὶ δὲν βρί­σκω τὸ νῆ­μα. Δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται, πάν­τως, ἡ κα­τά­στα­ση νὰ μὴν ἔ­χει προ­κύ­ψει ἀ­πὸ κά­ποι­ο δι­κό μου λά­θος ἀλ­λὰ νὰ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τυ­χαῖ­α καὶ μό­νο συμ­βάν­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα. Ἴ­σως εἶ­μαι τὸ θύ­μα κά­ποι­ας μυ­στι­κῆς πο­λι­τι­κῆς, θρη­σκευ­τι­κῆς ἢ οἰ­κο­νο­μι­κῆς μη­χα­νορ­ρα­φί­ας – κά­ποι­ας πε­λώ­ριας καὶ σκι­ώ­δους συ­νω­μο­σί­ας, τῆς ὁ­ποί­ας τὰ ἐ­πα­κό­λου­θα εἶ­ναι τό­σο σκο­τει­νὰ ποὺ μοιά­ζουν, στὸν ἀ­μύ­η­το, ἐν­τε­λῶς ἐ­κτὸς λο­γι­κῆς· ἔ­χουν βά­λει σκο­πό, λό­γου χά­ρη, κά­τι τό­σο κα­τα­φα­νῶς ἀ­νό­η­το ὅ­πως εἶ­ναι ὁ ἀ­φα­νι­σμὸς ὅ­λων τὸν κοκ­κι­νο­τρί­χη­δων ἢ ὅ­λων ὅ­σοι ἔ­χουν κρε­α­το­ε­λιὰ στὸ ἀ­ρι­στε­ρό τους πό­δι.

       Λό­γῳ τῆς κα­τα­δί­ω­ξης αὐ­τῆς ἡ προ­σω­πι­κή μου ζω­ὴ ἔ­χει ἤ­δη οὐ­σι­α­στι­κὰ κα­τα­στρα­φεῖ. Οἱ φί­λοι μου καὶ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μου κρα­τοῦν ἀ­πο­στά­σεις, ἡ δη­μι­ουρ­γι­κή μου ἐρ­γα­σί­α ἔ­χει πα­γώ­σει, ἔ­χω γί­νει φο­βι­σμέ­νη, κα­τη­φὴς κι εὐ­έ­ξα­πτη, δὲν πι­στεύ­ω σὲ μέ­να, ἀ­κό­μα κι ἡ φω­νή μου βγαί­νει μὲ δυ­σκο­λί­α καὶ ἴ­σα ποὺ ἀ­κού­γε­ται.

       Θὰ σκε­φτή­κα­τε πὼς ὁ ἐ­χθρός μου θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ συμ­πο­νέ­σει αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή· πώς, βλέ­πον­τας τὸ ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το χά­λι στὸ ὁ­ποῖ­ο μὲ ἔ­χει σύ­ρει, θὰ τοῦ ἀρ­κοῦ­σε ἡ ἐκ­δί­κη­ση καὶ θὰ μὲ ἄ­φη­νε στὴν ἡ­συ­χί­α μου. Ὄ­χι ὅ­μως, τὸ γνω­ρί­ζω πο­λὺ κα­λὰ πὼς δὲν θὰ κά­νει πο­τὲ πί­σω. Δὲν θὰ φτά­σει πο­τὲ νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος πα­ρὰ μό­νον ὅ­ταν θὰ μὲ ἔ­χει κα­τα­στρέ­ψει ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἀρ­χὴ τοῦ τέ­λους· δι­ό­τι τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἑ­βδο­μά­δες ἔ­χουν ὑ­πο­πέ­σει στὴν ἀν­τί­λη­ψή μου ἀρ­κε­τὰ σα­φεῖς ἐν­δεί­ξεις πὼς ἔ­χει ἀρ­χί­σει καὶ ἀ­παγ­γέλ­λει ψευ­δεῖς κα­τη­γο­ρί­ες ἐ­ναν­τί­ον μου μὲ κά­θε ἐ­πι­ση­μό­τη­τα. Δὲν θ’ ἀρ­γή­σει ἐ­κεί­νη ἡ ὥ­ρα ποὺ θὰ μὲ πά­ρουν μα­κριά. Νύ­χτα θά ’­ναι, πι­θα­νό­τα­τα, ὅ­ταν θὰ μὲ γυ­ρέ­ψουν. Δὲν θὰ ὑ­πάρ­χουν πε­ρί­στρο­φα, οὔ­τε καὶ χει­ρο­πέ­δες· τὰ πάν­τα θά ’­ναι ἥ­συ­χα καὶ στὴ θέ­ση τους, θά ’­ναι δύ­ο ἢ τρεῖς ἄν­τρες καὶ θὰ φο­ροῦν στο­λὲς ἢ λευ­κὲς πο­δι­ές, κι ἕ­νας ἀ­π’ ὅ­λους θὰ κρα­τᾶ μιὰ ἔ­νε­ση ὑ­πο­δό­ρια. Ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς θὰ γί­νει μὲ μέ­να. Τὸ ξέ­ρω πὼς εἶ­μαι κα­τα­δι­κα­σμέ­νη καὶ δὲν σκο­πεύ­ω νὰ πα­λέ­ψω ἐ­νάν­τια στὴ μοί­ρα μου. Τὰ γρά­φω αὐ­τὰ μο­νά­χα γιὰ νὰ ξέ­ρε­τε, ὅ­ταν πιὰ δὲν θὰ μὲ βλέ­πε­τε, πὼς ὁ ἐ­χθρός μου ἐν­τέ­λει θρι­άμ­βευ­σε.



Πηγή: Anna Kavan, Asylum Piece and Other Stories, London and Chester Springs, Peter Owen, 2001 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Anna Kavan, Asylum Piece and Other Stories, London, Jonathan Cape, 1940].

Ἄν­να Κα­βάν (Anna Kavan) (1901, Κά­νες-1968, Λον­δί­νο). Βρε­τα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζω­γρά­φος. Βα­φτί­στη­κε Ἔ­λεν Γοὺν­τς καὶ στὰ πρῶ­τα της γρα­πτὰ χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸ ἐ­πώ­νυ­μο Φέρ­γκι­ου­σον τοῦ πρώ­του της συ­ζύ­γου. Τὸ 1940 υἱ­ο­θέ­τη­σε τὸ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο μιᾶς ἐκ τῶν ἡ­ρω­ί­δων ποὺ εἶ­χε πλά­σει καὶ μα­ζὶ κι ἕ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς. Τὸ Asylum Piece ἦ­ταν τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε ὡς Ἄν­να Κα­βάν. Τὸ πιὸ γνω­στό της ἔρ­γο εἶ­ναι τὸ Ice (1967) καὶ κυ­κλο­φό­ρη­σε λί­γο πρὶν τὸν θά­να­τό της.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ: Βρέ, παιδί


Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ


Βρέ, παι­δί


ΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΗΡΑΝ τὸ δί­πλω­μα ὁ­δή­γη­σης, κι ὅ­ταν πή­γαι­να μὲ τοὺς ἄλ­λου­ς στὸ χω­ριό, μοῦ ’­λε­γε νὰ γρά­φω σ’ ἕ­να χαρ­τά­κι τί χρει­α­ζό­ταν νὰ τοῦ φέ­ρου­με. Μιὰ φο­ρά, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κα­λο­καί­ρι, μὲς στὰ πολ­λά, ἦ­ταν κι ἕ­να ἀ­πο­σμη­τι­κό, καὶ τοῦ τὸ πῆ­ρα σὲ σπρέ­ι καὶ πο­λὺ μον­τέρ­νο, νὰ γε­λά­σει. Μέ­ρες με­τά, στό­μω­σε χω­ρὶς λό­γο – τὸν βρῆ­κα μὲ μιὰ βε­λό­να νὰ πα­λεύ­ει νὰ ξε­βου­λώ­σει τὴν τρυ­πί­τσα. Δὲν τὰ κα­τά­φερ­νε καὶ μοῦ ’­πε: «Βρέ, παι­δί, ὅ­ταν ξα­να­κα­τέ­βε­τε, πά­ρε μου ἕ­να ἄλ­λο.» Με­τὰ τὸ ξέ­χα­σα, ἔ­φυ­γαν κι οἱ ἄλ­λοι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το γιὰ τὴν Ἀ­θή­να —ἐ­γὼ εἶ­χα πεῖ ὅ­τι θὰ κά­τσω μέ­χρι τὸν Σε­πτέμ­βρη– καὶ μεί­να­με στὸ σπί­τι οἱ δυ­ό μας. Πή­γαι­να στὴ θά­λασ­σα, ξε­νυ­χτοῦ­σα κα­μιὰ φο­ρὰ μὲ τὰ παι­διά, ξυ­πνοῦ­σα ἀρ­γὰ καὶ κα­θό­μα­σταν μα­ζὶ νὰ φᾶ­με. Τὸν εἶ­χε πιά­σει ἔ­γνοι­α γιὰ τὴ σχο­λὴ —δε­ν εί­χα πεῖ ὅ­τι σκε­φτό­μουν ν’ ἀλ­λά­ξω τμῆ­μα— μοῦ ’­χε δώ­σει καὶ κεῖ­νο τὸ βι­βλί­ο λα­ο­γρα­φί­ας πιὸ πα­λιὰ —φω­το­τυ­πί­ες τό ’­χε, μὲ μιὰ κόκ­κι­νη κορ­δέ­λα στὸ δέ­σι­μο— κι ἐ­κεῖ ποὺ κα­θό­μα­σταν μὲ ρω­τοῦ­σε ποῦ καὶ ποῦ κά­τι σχε­τι­κό, νὰ δεῖ ἂν τὸ δι­ά­βα­ζα. Δὲν τὸ δι­ά­βα­ζα. Ὅ­πως καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο ὅλο τὸ κα­λο­καί­ρι. Τὸ μυα­λό μου τό ’­νι­ω­θα πρη­σμέ­νο ἀ­πὸ ἀγ­χω­μέ­νες σκέ­ψεις, δὲν μπο­ροῦ­σε κά­τι νὰ μπεῖ – οὔ­τε νὰ βγεῖ. Μι­λοῦ­σα μό­νο ὅ­σο χρει­α­ζό­ταν, ἀ­νοι­γό­κλει­να ντου­λά­πια, ἔ­πλε­να τὰ πιά­τα, ξά­πλω­να κολ­λη­τὰ στὸν δρο­σε­ρὸ τοῖ­χο – αὐ­τὴ ἡ η­συ­χί­α κι ἡ ἐ­πα­να­λη­πτι­κό­τη­τα μὲ ἀ­να­κού­φι­ζε. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­χα μεί­νει. Κά­τι μέ­ρες πρὶν φύ­γω, μι­λοῦ­σε μὲ τὴ μα­μὰ στὸ τη­λέ­φω­νο, μᾶλ­λον τὸν ρώ­τη­σε πῶς τὰ πᾶ­με καὶ τὸν ἄ­κου­σα νὰ λέ­ει «Σὰν ξέ­νοι εἴ­μα­στε στὸ σπί­τι». Τραν­τά­χτη­κα. Με­τά, σκέ­φτη­κα ὁ­ρι­στι­κὰ «Εἶ­μαι ψυ­χρή».

        Τὸν χει­μώ­να, στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, πά­λι μούγ­γα. Κα­θό­μουν στὸ δι­πλα­νὸ κρε­βά­τι καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σα πα­ρά­ται­ρα. Κου­νοῦ­σα τὰ πό­δια πά­νω κά­τω —πῶς καὶ δὲν ἔ­βρι­σκαν στὸ πά­τω­μα;—  καὶ σκε­φτό­μουν πὼς αὐ­τὸς μπρο­στά μου δὲν τοῦ μοιά­ζει.

        Με­τὰ πέ­θα­νε, καὶ πέ­ρα­σε και­ρός· καὶ δὲν ἔ­χω γί­νει ἀ­κό­μα αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι νὰ γί­νω. Κι ὅ­πο­τε τὸ σκέ­φτο­μαι, θυ­μᾶ­μαι τὸ χα­λα­σμέ­νο ἀ­πο­σμη­τι­κὸ ποὺ δὲν ἀν­τι­κα­τέ­στη­σα καὶ δὲν χρει­ά­ζε­ται πιά, καὶ τὸ ἀ­δι­ά­βα­στο βι­βλί­ο, καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ κι αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ (1985, Αθήνα) Σπούδασε Παιδαγωγική στὴ Φιλο­σοφικὴ Σχολὴ Αθηνῶν καὶ Ἐπικοινωνία στὴν Ἀγγλία. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα καὶ ἐρ­γάζεται ὡς μεταφράστρια ὑποτιτλισμοῦ.


Πηγὴ Κούτση: 50 τετραγωνικά


Πη­γὴ Κού­τση


50 τε­τρα­γω­νι­κά


ΥΠΝΗΣΑ ἀπότομα. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι πῆ­ρα μιὰ δύ­σκο­λη ἀ­να­πνο­ὴ καὶ μὲ ἐ­πία­σαν τὰ κλά­μα­τα. Σὰν νὰ μὲ γέν­νη­σε ἡ μά­να μου ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου καὶ βρέ­θη­κα σὲ ἕ­να ἄ­γνω­στο γιὰ μέ­να μέ­ρος. Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ποῦ ἤ­μουν καὶ για­τί βρι­σκό­μουν ἐ­κεῖ.

.       Ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα.

.      Ση­κώ­θη­κα μὲ πό­νους. Εἶ­χα πια­στεῖ. Φῶς ἐ­λά­χι­στο ἀ­πὸ ἕ­να μι­σό­κλει­στο παν­τζού­ρι. Ἔ­κα­νε ἀ­φό­ρη­τη ζέ­στη καὶ ἔ­νι­ω­θα τὸν ἱ­δρώ­τα νὰ στά­ζει καυ­τός. Κυ­λοῦ­σε χω­ρὶς στα­μα­τη­μὸ πά­νω στοὺς ὤ­μους μου.

.      Προ­σπά­θη­σα νὰ ἀ­νοί­ξω τοὺς δι­α­κό­πτες ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χε ρεῦ­μα. Ἔ­τρε­ξα φο­βι­σμέ­νη πρὸς τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Κλει­δω­μέ­νη. Ὁ ἱ­δρώ­τας ἄρ­χι­σε νὰ πα­γώ­νει πά­νω στὴν πλά­τη μου. Ἤ­μουν φυ­λα­κι­σμέ­νη; Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ θυ­μη­θῶ πῶς βρέ­θη­κα ἐ­κεῖ καὶ ἡ ἀ­γω­νί­α ποὺ γεν­νᾶ ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α στα­μά­τη­σε ἐν­τε­λῶς τὸ μυα­λό μου.

.      Ἄρ­χι­σα νὰ οὐρ­λιά­ζω μή­πως μὲ ἀ­κού­σει κα­νείς. Κα­μί­α ἀ­πάν­τη­ση. Κα­νέ­νας θό­ρυ­βος.

.      Πέ­ρα­σαν λί­γα λε­πτὰ ἀ­πό­γνω­σης καὶ μό­λις συ­νῆλ­θα, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πε­ρι­ερ­γα­στῶ τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­μουν. Μιὰ μι­κρὴ κου­ζί­να, ἕ­να δω­μά­τιο, ἕ­να μπά­νιο μι­κρό, ἕ­να σα­λό­νι. Ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα πε­ρί­που 50 τε­τρα­γω­νι­κῶν.

.      Ἄ­νοι­ξα στὴν τύ­χη ἕ­να ντου­λά­πι νὰ βρῶ ἕ­να πο­τή­ρι. Γέ­μι­σα μὲ νε­ρὸ νὰ σβή­σω τὴ δί­ψα μου. Δὲν ἤ­ξε­ρα ποῦ βρί­σκο­μαι. Κοί­τα­ξα γύ­ρω μου. Ὅ­λα στὴ θέ­ση τους. Πεν­τα­κά­θα­ρα. Κά­θι­σα σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα, μέ­σα στὴν κου­ζί­να.

.      Πε­ρί­με­να.

.      Πε­ρί­με­να μή­πως γί­νει κά­τι. Μή­πως ξε­κλει­δώ­σει κά­ποι­ος τὴν πόρ­τα. Πρέ­πει νὰ πέ­ρα­σα ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα κοι­τών­τας τὴ βρύ­ση. Τὴν ἄ­φη­σα νὰ στά­ζει λί­γο. Ὁ ἦ­χος τῆς στα­γό­νας ποὺ πέ­φτει μοῦ ἔ­κα­νε πα­ρέ­α. Μοῦ θύ­μι­ζε ὅ­τι δὲν ἔ­χω πε­θά­νει. Με­τροῦ­σα τὸ χρό­νο, ἔ­τσι πε­ρι­μέ­νον­τας.

.      Ξαφ­νι­κὰ ἕ­νας ἄλ­λος θό­ρυ­βος μέ­σα στὸ σπί­τι. Ἦ­χος ἀ­πὸ ἕ­να πέ­ταγ­μα. Εἶ­χε μπεῖ μιὰ μύ­γα. Τί πα­ρά­ξε­νο! Ἀ­πὸ ποῦ μπῆ­κε αὐ­τὴ ἡ μύ­γα; Ση­κώ­θη­κα καὶ ἔ­ψα­χνα μὲ μα­νί­α νὰ βρῶ ἀ­πὸ ποῦ μπο­ρεῖ νὰ βρῆ­κε εἴ­σο­δο. Δὲν ἔ­βρι­σκα. Ἄρ­χι­σα νὰ τὴν κυ­νη­γά­ω μπᾶς καὶ τὴν ἀ­νάγ­κα­ζα νὰ φύ­γει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ ἦρ­θε. Νὰ δῶ ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ δρα­πε­τεύ­σω καὶ ἐ­γώ. Αὐ­τὴ ἡ μύ­γα ἦ­ταν ἡ ὑ­πο­ψί­α μιᾶς ἐλ­πί­δας. Τί­πο­τα. Κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα.

.      Κου­ρά­στη­κα. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω ἕ­να μπά­νιο. Ἔ­ψα­ξα νὰ βρῶ πε­τσέ­τα. Τὴ βρῆ­κα. Ξά­πλω­σα στὸ κρε­βά­τι. Κοι­μή­θη­κα. Δὲν ὀ­νει­ρεύ­τη­κα τί­πο­τα.

.      Ξύ­πνη­σα πά­λι στὸ ἴ­διο σπί­τι. Δὲν μπο­ροῦ­σα πά­λι νὰ ἀ­να­πνεύ­σω. Ἄρ­χι­σα νὰ φω­νά­ζω μὲ ὅ­ση δύ­να­μη μπο­ροῦ­σα. Ὕ­στε­ρα χτυ­ποῦ­σα τοὺς τοί­χους. Πῆ­ρα ἕ­να πο­τή­ρι καὶ τὸ ἔ­σπα­σα μὲ δύ­να­μη, μή­πως κά­ποι­ος ἀ­κού­σει. Κα­νείς. Λι­πο­θύ­μη­σα. Ἔ­μει­να πολ­λὴ ὥ­ρα στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ ση­κω­θῶ. Προ­σπα­θοῦ­σα μὲ μα­νί­α νὰ μὴν τρε­λα­θῶ. Νὰ μὴ χά­σω τὰ λο­γι­κά μου.

.      Ἄ­κου­σα πά­λι ἐ­κεί­νη τὴ μύ­γα. Εἶ­χε ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ γιὰ τὰ κα­λά. Ἡ μύ­γα δι­α­ο­λι­ζό­ταν στὸν χῶ­ρο, ἡ βρύ­ση ἔ­στα­ζε. Κά­τι εἶ­ναι καὶ αὐ­τό. Πα­ρέ­α.

.      Οἱ μέ­ρες κυ­λοῦ­σαν ἔ­τσι. Προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κα­τα­λα­βαί­νω πό­τε εἶ­ναι πρω­ὶ καὶ πό­τε βρά­δυ. Μοῦ τὸ μαρ­τυ­ροῦ­σε ἡ ἀ­χτί­δα φω­τὸς ποὺ ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ τὸ μι­σό­κλει­στο παν­τζού­ρι. Τὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­σα κά­θε φο­ρὰ ποὺ ση­κω­νό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι.

.      Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν καὶ ἄρ­χι­σα νὰ χά­νω τὸ κου­ρά­γιο μου. Ἔ­κλει­σα τὴ βρύ­ση καὶ σκό­τω­σα τὴν πα­λι­ο­μύ­γα. Ἤ­θε­λα κά­ποι­ον νὰ μι­λή­σω.

.      Βρῆ­κα κά­τι πο­λύ­χρω­μες κι­μω­λί­ες.

.      Ἄ­νοι­ξα τὸ κου­τί. Εἶ­δα τὰ χρώ­μα­τα. Ξε­κί­νη­σα νὰ ζω­γρα­φί­ζω τοὺς τοί­χους.

.      Ζω­γρά­φι­σα ἕ­ναν ἄν­τρα. Ἔ­πει­τα ἕ­να παι­δὶ καὶ ἕ­ναν κῆ­πο. Τί ὡ­ραῖ­α! Ἔ­νι­ω­σα τε­ρά­στια χα­ρὰ ὅ­ταν ὁ­λο­κλή­ρω­σα τὴ ζω­γρα­φιά μου. Τὰ χρώ­μα­τα ἔ­δω­σαν ζω­ὴ στὸ μουν­τὸ τοῖ­χο. Ἔ­φτια­ξα μιὰ δι­κιά μου οἰ­κο­γέ­νεια. Πάν­τα τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­μουν. Νὰ ἔ­χω ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ ἕ­να παι­δί… Τὶ κα­λά!

.      Ἄρ­χι­σα νὰ τοὺς μι­λά­ω. Ἄρ­χι­σα νὰ τοὺς ἀ­κού­ω. Ἄρ­χι­σα νὰ κά­νω σχέ­δια μα­ζί του. Ἄρ­χι­σα νὰ νι­ώ­θω κα­λὰ σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­ρά­ξε­νο σπί­τι. Ἄρ­χι­σα νὰ μὴ θέ­λω νὰ φύ­γω.

.      Τρα­γου­δοῦ­σα καὶ κα­νά­κευ­α τὸ παι­δί. Μα­γεί­ρευ­α γιὰ τὸν σύ­ζυ­γο. Κά­να­με σχέ­δια γιὰ τὸ ποῦ θὰ πᾶ­με τὶς γι­ορ­τές, τὸ κα­λο­καί­ρι. Τοὺς ἀ­γά­πη­σα πο­λύ. Τοὺς γέ­λα­γα, τοὺς ἔ­κα­να ἀ­στεί­α. Συ­ζη­τοῦ­σα μα­ζί τους αὐ­τὰ ποὺ μὲ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν. Καὶ ἔ­φτια­χνα κά­θε μέ­ρα τὸν χρω­μα­τι­στό μου κῆ­πο.

.      Περ­νοῦ­σε ἔ­τσι ὁ και­ρός. Καὶ ἡ ἀ­πό­γνω­ση, ἡ τά­ση γιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α ἄρ­χι­σαν νὰ γί­νον­ται μα­κρι­νὴ ἀ­νά­μνη­ση. Ἔ­νι­ω­θα πο­λὺ ὄ­μορ­φα ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ φύ­γω πιά.

.      Ἔ­γι­να ἕ­να μὲ τὸ σπί­τι. Καὶ οἱ ζω­γρα­φι­ές μου ζων­τά­νε­ψαν καὶ δὲν ἤ­μουν πιὰ μό­νη.

.      Τώ­ρα με­ση­μέ­ρια­σε καὶ ἔ­νι­ω­σα τὴν κοι­λιά μου πει­να­σμέ­νη. Ἔ­φα­γα ἕ­να πα­ξι­μά­δι ποὺ βρῆ­κα. Τὸ ἔ­φα­γα μὲ λαι­μαρ­γί­α καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι μοῦ κά­θε­ται στὸ λαι­μό. Πνί­γο­μαι. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὸ βγά­λω. Χά­νω τὶς αἰ­σθή­σεις μου. Κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­τι πε­θαί­νω. Κε­νό.

.      Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ ἀ­πό­το­μα. Πά­λι μὲ δύ­σκο­λη ἀ­να­πνο­ή. Πρέ­πει νὰ ἔ­χει πε­ρά­σει πολ­λὴ ὥ­ρα. Τὸ γνω­ρί­ζω αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος. Εἶ­ναι τὸ δι­κό μου σπί­τι. Ἦ­ταν ὄ­νει­ρο τε­λι­κά. Εἶ­μαι ἐ­κεῖ ποὺ θέ­λω;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.



		

	

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Κουτὶ μὲ τιμαλφῆ I.



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Κου­τὶ μὲ τι­μαλ­φῆ Ι.


«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ὀ­μορ­φιὰ δί­χως κίν­δυ­νο» μὲ φόν­το ἀν­θο­δέ­σμη ἀ­πὸ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα κι ἕ­να μο­νό­φθαλ­μο ἀν­θρω­πά­κι – ἢ μή­πως εἶ­ναι ἥ­λιος;


Μή­τρα ἀ­πὸ χα­ρα­κτι­κὸ μὲ κε­ρα­μο­σκε­πὲς καὶ που­λιὰ νὰ πε­τᾶ­νε – ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ με­λα­νιοῦ.


Πα­λιὸς με­ταλ­λι­κὸς ἀ­να­πτή­ρας τύ­που zippo μὲ σκα­λι­σμέ­νη μιὰ χε­λώ­να.


Κα­ρα­βά­κι καὶ χαρ­τα­ε­τός – κάρ­τες ἀ­πὸ γκα­λε­ρί.


Σπα­σμέ­νη συρ­μά­τι­νη χορ­δὴ μὶ καν­τί­νι.


­δει­ο μπου­κά­λι μι­νι­α­τού­ρα ἀ­πὸ κά­ποι­ο μπράν­τι – γοτ­θι­κὴ γραμ­μα­το­σει­ρὰ στὴν ἐ­τι­κέ­τα.


Λί­γος σπάγ­γος.


«Τὸ φαν­τα­στι­κὸ ζῶ­ο ἐ­ναν­γκλόμ… γιὰ νὰ τρα­φεῖ βου­τά­ει στὸ νε­ρό» μὲ μὼβ μαρ­κα­δό­ρο σὲ σκι­σμέ­νη σε­λί­δα τε­τρα­δί­ου – Michaux.


Τρυ­πη­μέ­νο γα­λα­ζο­πρά­σι­νο βό­τσα­λο πε­ρα­σμέ­νο σὲ σκοι­νά­κι… πο­λὺ κον­τὰ ἕ­να κο­χύ­λι ἄ­σπρο μὲ κα­φέ, τρυ­πη­μέ­νο κι αὐ­τό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ (Samuel Beckett): Ὁ δρόμος



Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ (Samuel Beckett)


Ὁ δρό­μος

(The Way)


8


Ο ΔΡΟΜΟΣ στρι­φο­γυρ­νοῦ­σε ἀ­π’ τὸ κά­τω ὣς τὸ ἄ­νω ἄ­κρο κι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ πά­λι κά­τω ἕ­νας ἄλ­λος δρό­μος. Καὶ πά­λι κά­τω. Οἱ δρό­μοι δι­α­σταυ­ρώ­νον­ταν στὸ μέ­σο λί­γο-πο­λὺ τῆς δι­α­δρο­μῆς. Λί­γο πα­ρα­πά­νω καὶ λί­γο πα­ρα­κά­τω ἀ­πὸ τὸ μέ­σο τοῦ ἀ­νή­φο­ρου καὶ τοῦ κα­τή­φο­ρου. Οἱ δρό­μοι ἦ­ταν μο­νό­δρο­μοι. Ἀ­δύ­να­το νὰ κα­τέ­βεις τὸν ἴ­διο δρό­μο ποὺ ἀ­νέ­βη­κες ὅ­πως καὶ τὸ ν’ ἀ­νέ­βεις τὸν δρό­μο ποὺ κα­τέ­βη­κες. Οὔ­τε ἐν ὅ­λῳ ἀ­π’ τὸ ἄ­νω ἢ τὸ κά­τω ἄ­κρο οὔ­τε ἐν μέ­ρει ἀ­πὸ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο τῆς δι­α­δρο­μῆς. Ὁ δρό­μος γιὰ πί­σω ἦ­ταν ἐ­κεῖ καὶ τὸ ἐ­κεῖ ἦ­ταν πάν­το­τε πί­σω. Ἐ­λευ­θε­ρί­α ἅ­παξ στὸ ἄ­νω ἢ στὸ κά­τω ἄ­κρο νὰ κά­νεις παύ­ση ἢ νὰ μὴν κά­νεις. Προ­τοῦ ἀ­νέ­βεις πά­λι ἢ κα­τέ­βεις. Αἴφ­νης γιὰ λί­γο μό­νο στὰ δυ­ὸ ἄ­κρα ἀ­φη­μέ­νη ἡ βού­λη­ση ἐ­λεύ­­θε­ρη. Βά­δι­σμα πά­νω κά­τω μὲ τὸ ἴ­διο πάν­το­τε ἀρ­γό, βα­ρὺ βῆ­μα. Ἕ­να πό­δι τὸ δευ­τε­ρό­λε­πτο ἢ ἕ­να μί­λι τὴν ὥ­ρα καὶ βά­λε. Κι ἔ­τσι ἀ­π’ τὸ ἄ­νω καὶ τὸ κά­τω ἄ­κρο ἴ­σα­με τὰ σταυ­ρο­δρό­μια θὰ μπο­ροῦ­σαν τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα νὰ ἔ­χουν ἀ­ριθ­μη­θεῖ μὲ γνω­στὸ ὕ­ψος καὶ βά­θος. Μό­νο αὐ­τὰ τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἔ­χουν ἀ­ριθ­μη­θεῖ. Ἀγ­κά­θια ἔ­κλει­ναν ἀ­πὸ παν­τοῦ τὸν δρό­μο. Τοὺς δρό­μους. Ἡ ἴ­δια πάν­τα κα­τα­χνιά. Τὸ ἴ­διο ἡ­μί­φως. Σὰν νά ’­χει πά­ψει ἡ γῆ νὰ γυ­ρί­ζει. Κι­νού­με­νη ἄμ­μος κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια. Κι ἔ­τσι κα­νέ­να ση­μά­δι ἀ­πὸ ἀ­πο­μει­νά­ρια κα­νέ­να ση­μά­δι ὅ­τι κα­νεὶς πρίν. Οὔ­τε ἕ­νας λοι­πὸν πο­τὲ πρὶν –



Ἐμ­πρὸς καὶ πί­σω στὸν ἴ­διο αὐ­τὸ ἔ­ρη­μο στρι­φο­γυ­ρι­στὸ μο­νό­δρο­μο. Κά­τω χα­μη­λὰ στὴ δύ­ση ἢ στὴν ἀ­να­το­λὴ στα­μα­τη­μέ­νος ὁ ἥ­λιος. Σὰν νά ’χεῖ πά­ψει ἡ γῆ νὰ γυ­ρί­ζει. Μα­κρὲς σκι­ὲς πρὶν καὶ με­τά. Ἴ­διος βη­μα­τι­σμὸς κι ἀ­προ­σμέ­τρη­τος χρό­νος. Ἴ­δια ἄ­γνοι­α τοῦ πό­σο μα­κριά. Ἴ­δια ἀ­νά­παυ­λα καὶ στὸ ἕ­να ἄ­κρο καὶ στὸ ἄλ­λο νὰ κά­νεις παύ­ση ἢ νὰ μὴν κά­νεις. Καὶ στὸ ἕ­να σα­θρὸ ἄ­κρο καὶ στὸ ἄλ­λο. Κι ὕ­στε­ρα πά­λι ἐμ­πρὸς ἢ πί­σω. Ἀ­π’ ἄ­κρο σ’ ἄ­κρο τῆς κε­νό­τη­τας οἱ πα­τη­μέ­νοι δρό­μοι τό­σο κα­λὰ στε­ρε­ω­μέ­νοι σὰν πε­ρι­φραγ­μέ­νοι. Σὰν τὸ μά­τι νὰ κοι­τᾶ κε­νὸ ἀ­πέ­ραν­το. Στὸ ἀ­πέ­ραν­το πέ­ρας ἢ στὸ φῶς τῆς ἀ­παρ­χῆς. Βρα­χῶ­δες ὑ­πέ­δα­φος κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια. Κι ἔ­τσι κα­νέ­να ση­μά­δι ἀ­πὸ ἀ­πο­μει­νά­ρια κά­ποι­ο ση­μά­δι ὅ­τι κα­νεὶς πρίν. Οὔ­τε ἕ­νας λοι­πὸν πο­τὲ πρὶν –



Πη­γή: Sa­muel Be­ckett, Com­pany. Ill Seen Ill Said. Worst­ward Ho. Stir­rings Still, ἐ­πιμ. Dirk Van Hulle, Λον­δί­νο, faber and faber, 2009 [πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Col­lege Lite­ra­ture 8/3 (Φθι­νό­πω­ρο 1981) μὲ τί­τλο «Cris­cross to In­fini­ty»].

Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ (Samuel Beckett) (1906, Φόξ­ροκ-1989, Πα­ρί­σι). Ἰρ­λαν­δὸς συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἔ­γι­νε κυ­ρί­ως γνω­στὸς γιὰ τὰ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα, κα­τα­πιά­στη­κε ὅ­μως καὶ μὲ τὴν πρό­ζα, τὴν ποί­η­ση καὶ τὸν κρι­τι­κὸ λό­γο γρά­φον­τας μὲ τὴν ἴ­δια εὐ­χέ­ρεια στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὰ γαλ­λι­κὰ καὶ με­τα­φρά­ζον­τας ὁ ἴ­διος κα­τὰ κα­νό­να τὰ κεί­με­νά του ἀ­πὸ τὴ μιὰ γλώσ­σα στὴν ἄλ­λη. Τὸ 1969 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.