Ἡ­ρώ Σκά­ρου: Ὁ ἑστιαζόμενος



Ἡ­ρώ Σκά­ρου


Ὁ ἑ­στι­α­ζό­με­νος


ΟΝ ΠΡΟΣΕΞΕ πρώ­τη φο­ρὰ πρὶν ἀ­πὸ με­ρι­κοὺς μῆ­νες. Κα­θό­ταν ἀ­πέ­ναν­τί του στὴν τα­βέρ­να. Κοι­νὴ ὥ­ρα δι­α­λείμ­μα­τος γιὰ με­ση­με­ρια­νό. Ἴ­δια θέ­ση κά­θε φο­ρά. Ὅ­μοι­ο μὲ κεῖ­νον πα­ρου­σι­α­στι­κό, ὅ­μοι­ο κου­στού­μι καὶ τη­λέ­φω­νο. Ὅ­σο ἔ­τρω­γαν καὶ οἱ δύ­ο, τοῦ ἔ­ρι­χνε κλε­φτὲς μα­τι­ές. Τὸν πρῶ­το και­ρὸ τὰ που­κά­μι­σά του ἦ­ταν κα­λο­σι­δε­ρω­μέ­να καὶ οἱ γρα­βά­τες του χα­ρού­με­νες. Ἔ­στελ­νε κι ἔ­παιρ­νε μη­νύ­μα­τα καὶ κά­θε φο­ρά χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ἔ­τρω­γε μὲ ὄ­ρε­ξη. Ἀρ­γό­τε­ρα οἱ γι­α­κά­δες του στρά­βω­ναν κά­πως. Ὁ κόμ­πος τοῦ λαι­μο­δέ­τη του ἦ­ταν σφι­χτὸς καὶ τὸ τη­λέ­φω­νό του στα­μά­τη­σε νὰ δο­νεῖ­ται. Κοι­τοῦ­σε τὴ μαύ­ρη ὀ­θό­νη κα­θὼς κα­τά­πι­νε μὲ δυ­σκο­λί­α. Με­τὰ πα­ρα­τή­ρη­σε ἕ­να ση­μά­δι ποὺ τοῦ αὐ­λά­κω­νε τὸ μέ­τω­πο. Μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα ἡ χα­ρα­κιὰ με­γά­λω­νε. Ὥ­σπου ἕ­να με­ση­μέ­ρι δὲν τὸν εἶ­δε. Ρώ­τη­σε τὸν σερ­βι­τό­ρο καὶ τοῦ εἶ­πε ὅ­τι ὁ κα­θρέ­φτης ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ γί­νει κομ­μά­τια. Θὰ βά­ζα­νε και­νού­ριο το ἀ­πό­γευ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἡ­ρώ Σκά­ρου (Ἰ­κα­ρί­α). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ μάρ­κε­τινγκ. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός. Ἔχει ἐκδόσει μία συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μιὰ χα­ρὰ εἶ­ναι (Γκο­βό­στης, 2018).


			
Διαφημίσεις

Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης: Δωμάτιο 111



Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης


Δω­μά­τιο 111


ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ τῆς πτέ­ρυ­γας μὲ ἐ­νη­μέ­ρω­σε, ὅ­τι θὰ με­τα­φερ­θῶ. Ρω­τών­τας «για­τί;» ἀ­πάν­τη­σε «ἔ­χου­με δύ­ο εὐ­ά­λω­τους σὲ μι­κρό­βια κι εἶ­στε ὁ μό­νος μὲ νό­ση­μα μὴ με­τα­δι­δό­με­νο».

       Σὲ λί­γο μὲ πῆ­γαν στὸ δω­μά­τιο 111. Το­πο­θε­τή­θη­κα ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἐ­κεῖ εὑ­ρι­σκο­μέ­νους. Μὲ λευ­χαι­μί­α. Δε­ξιά, πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἕ­νας με­σή­λι­κας. Ἔ­δι­νε δια­ρκῶς ὁ­δη­γί­ες στὴ σύ­ζυ­γο, ποὺ πλάν­τα­ζε βου­βά, γιὰ τὴ δι­α­χεί­ρι­ση ἑ­νὸς πα­νω­ση­κώ­μα­τος, στὸ Το­λό, καὶ γιὰ τὸ πῶς θὰ με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να δω­μά­τια. «Πρό­σε­ξε», τό­νι­ζε, «μὴν ἔ­χει ὁ ἀ­δερ­φός μου τί­πο­τε ἀ­παι­τή­σεις στὸ σπί­τι, θὰ κα­τέ­βω καὶ θὰ τὸν πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος!» Πρὶν τὰ χα­ρά­μα­τα κα­τέ­λη­ξε.

       Ἀ­ρι­στε­ρά μου ἕ­νας ἄν­τρας, γύ­ρω στὰ 50. Σὲ λή­θαρ­γο, λές. Μὲ ὄ­ψη ἄ­σπρη σὰν γλειμ­μέ­νο κό­κα­λο. Τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ἡ μί­α, γε­ρα­σμέ­νη πρό­ω­ρα. Μα­ζὶ μιὰ ἔ­φη­βη. Θυ­γα­τέ­ρα της ἀ­πὸ γά­μο μὲ τὸν ἀ­σθε­νῆ. Τώ­ρα σὲ δι­ά­στα­ση. Ἡ δεύ­τε­ρη, ξαν­θιὰ Οὐ­κρα­νή. Συ­ζοῦ­σε μὲ τὸν δι­πλα­νό.

       Ὅ­ταν ὁ ἐν λό­γῳ ξυ­πνοῦ­σε καὶ ἦ­ταν πα­ροῦ­σα ἡ πρώ­ην, τὸν πα­ρό­τρυ­νε, μὲ σβη­σμέ­νη φω­νή, «πᾶ­με σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, στὴν Τῆ­νο, νὰ βο­η­θή­σει ἡ Πα­να­γί­α!». Ἔ­βα­ζε φι­τι­λι­ὲς γιὰ τὴν και­νούρ­για, «δὲν ἦρ­θε σή­με­ρα, ὅ­πως καὶ προ­χθές, εἶ­δες; Ἐ­νῶ ἐ­γὼ μέ­ρα νύ­χτα ἐ­δῶ μὲ τὸ κο­ρί­τσι μας». Ἐ­κεῖ­νος ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τὴ ξαν­θιά, «ἔ­χει τὸ μα­γα­ζὶ στὴν πα­ρα­λια­κή, μω­ρὴ μα­λά­κω, πῶς νά ‘ρθεῖ;»

       Ὅ­σες νύ­χτες πα­ρέ­μει­νε ζων­τα­νός, κα­τὰ τὶς 4 τὸ πρω­ΐ, τη­λε­φω­νοῦ­σε σὲ κά­ποι­ον. Ρω­τοῦ­σε, ἂν τὰ κο­ρί­τσια εἶ­ναι στὴ γύ­ρα. Παίρ­νον­τας ἀ­πάν­τη­ση μὴ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὴ οὔρ­λια­ζε, «Σή­κω­σέ τες νὰ πᾶ­νε στὰ τρα­πέ­ζια, γα­μῶ τὸν ἀν­τί­θε­ό μου, νὰ κά­νουν κον­σο­μα­σιόν. Θὰ τὶς ξε­σκί­σω ἅ­μα γυ­ρί­σω. Κι ἐ­σέ­να, μα­λά­κα».

       Τὴ μέ­ρα ποὺ κα­τέ­λη­ξε κι ἐ­κεῖ­νος ἡ πρώ­ην ἀ­νέ­βα­σε ὀ­κτά­βες. Ρί­χτη­κε στὴ γκό­με­να. «Μά­ζε­ψέ τα. Τὸ παι­δί μου ἔ­χει νό­μι­μο δι­καί­ω­μα στὸ μα­γα­ζί. Ἢ χά­σου ἢ μέ­νεις καὶ σ’ ἔ­χω που­τά­να μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες νὰ μοῦ τὰ φέρ­νεις, κα­ρι­ό­λα.»

       Κοί­τα­ξα ἔ­ξω τὸν οὐ­ρα­νό. Πα­νω­ση­κώ­μα­τα, κω­λόμ­πα­ρα, με­τα­δι­δό­με­να καὶ μὴ νο­σή­μα­τα. Ζω­ή…



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης (Δε­σφί­να Φω­κί­δας, 1951). Ποί­η­ση, Δο­κί­μιο-Κρι­τι­κή. Τε­χνι­κὸς μη­χα­νο­λο­γι­κῆς συν­τή­ρη­σης στὴ χη­μι­κὴ βι­ο­μη­χα­νί­α (Ἀ­λου­μί­νιον τῆς Ἑλ­λά­δος). Ποι­ή­μα­τά του, δο­κι­μια­κὰ κεί­με­να καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς κρι­τι­κὲς δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ποι­ή­μα­τά του με­τα­φρά­στη­καν στὰ ἀλ­βα­νι­κά, γαλ­λι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κα. Βι­βλί­α του: Πτω­χὸν με­τάλ­λευ­μα (ἔκ­δο­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἐμ­βό­λι­μον, Ἄ­σπρα Σπί­τια, 1990), Ἀ­μει­ψι­σπο­ρά (ἔκ­δο­ση τῆς Δη­μό­σιας Κεν­τρι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης Λε­βα­δεί­ας, 1996), Δί­στο­μο 10 Ἰ­ου­νί­ου 1944 – τὸ Ὁ­λο­καύ­τω­μα (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2010· Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Χρο­νι­κοῦ-Μαρ­τυ­ρί­ας), Πι­­στο­­ποι­­η­τι­­κὰ θνη­­τό­τη­­τας. Ποι­ήμα­τα 1970-2010 (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2014) κ.ἄ.

Χαρὰ Νικολακοπούλου: Ἡ Βασίλω



Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου


Ἡ Βα­σί­λω


 ΒΑΣΙΛΩ Μ. γεν­νη­θη­κε στὴ Λάκ­κα Σου­λί­ου, στὸ χω­ριὸ Δερ­βί­ζαι­να ἐν ἔ­τει 189… Στὰ εἴ­κο­σι δύ­ο της παν­τρεύ­τη­κε τὸν Γι­ώρ­γη Γ. κι ἔ­κα­ναν ἕ­ξι παι­διά, ἔ­ζη­σαν τὰ τέσ­σε­ρα. Σκλη­ρὴ γυ­ναί­κα μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες στιγ­μὲς γλυ­κύ­τη­τας καὶ προ­σή­νειας.  Πα­νέ­ξυ­πνη, δι­α­ό­λου κάλ­τσα.  Ἡ φτώ­χεια τοὺς ἔ­δερ­νε, ὅ­πως καὶ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους, στὴν ἄ­γο­νη γῆ ποὺ τοὺς δό­θη­κε. Ἕ­να κη­πά­κι μὲ τὰ ζαρ­ζα­βα­τι­κά τους, δυ­ὸ κα­τσί­κες καὶ πέν­τε πρό­βα­τα ἦ­ταν τὸ ἔ­χει τους. Ὁ ἄν­τρας της ἦ­ταν πρα­μα­τευ­τής, γυ­ρο­λό­γος, πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ χω­ριὰ τῆς πε­ρι­ο­χῆς που­λών­τας τὴν πρα­μά­τεια του. Βα­σί­λισ­σα τὴν εἶ­χε τὴ Βα­σί­λω, ὅ,τι φτω­χι­κὸ ἀ­πο­κτοῦ­σε, στὰ χέ­ρια της τὸ ἀ­πό­θε­τε. Ἡ Βα­σί­λω δὲν σκο­τι­ζό­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ νοι­κο­κυ­ριοῦ, ψό­φα­γε νὰ λι­ά­ζε­ται στὴν αὐ­λή της μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔπι­α­νε τὸ τρα­γού­δι.

        Μα­νου­σά­κια, μα­νου­σά­κια, μό­σχος καὶ γα­ρυ­φαλ­λά­κια.

        Τὰ παι­διά της τὰ ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πὸ κον­τά της νω­ρίς, με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ ἄν­δρα της δὲν εἶ­χε νὰ τὰ θρέ­ψει. Τὰ ἔ­στει­λε στὴν Ἀ­θή­να στὴν ἀ­δελ­φή της, ποὺ εἶ­χε τὴν τύ­χη νὰ κα­τέ­βει γιὰ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα καὶ νὰ τὴν υἱ­ο­θε­τή­σει ἕ­να πλού­σιο ζευ­γά­ρι ἄ­τε­κνων με­γα­λο­α­στῶν. Κρά­τη­σε κον­τά της μό­νον τὸν με­γα­λύ­τε­ρο, τὸν Κί­τσο. Τὸν πάν­τρε­ψε μὲ προ­ξε­νιὸ μὲ τὴν Ἄν­να, κό­ρη ἐρ­γά­τη, ποὺ μό­λις εἶ­χε γυ­ρί­σει ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α. Μὲ τὸ ζευ­γά­ρι συγ­κα­τοι­κοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια στέ­γη. Ὅ­ταν ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο ἐγ­γό­νια καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι φτά­νουν καὶ πε­ρισ­σεύ­ουν, ἐ­φάρ­μο­σε μί­α δρα­στι­κὴ καὶ πρω­τό­τυ­πη μέ­θο­δο ἀν­τι­σύλ­λη­ψης: μπού­κα­ρε στὴν κά­μα­ρα τοῦ ζευ­γα­ριοῦ κά­θε ποὺ μυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι ἐ­πί­κει­ται συ­νου­σί­α καὶ τοὺς ἔ­κο­βε τὴ φό­ρα: «Δύ­ο ἔ­χε­τε, φτά­νουν! Δὲν χρει­ά­ζε­στε ἄλ­λα. Πῶς θὰ τὰ θρέ­ψε­τε, μπρέ;»

        Στὰ γε­ρά­μα­τα κα­τέ­βη­κε στὴν Ἀ­θή­να νὰ θά­ψει τὸ στερ­νο­πού­λι της τὸν Νά­σο ποὺ ἔ­φυ­γε στὰ σα­ράν­τα ἑ­φτά του. Τὴ νύ­φη της τὴ Μα­ρί­α, ποὺ ἔ­κλαι­γε καὶ χτυ­πι­ό­ταν στὴν κη­δεί­α, τὴν ἀ­πο­πῆ­ρε: «Τί κά­νεις ἔ­τσι, γυ­ναί­κα; Οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νοὺς καὶ οἱ πε­θα­μέ­νοι μὲ τοὺς πε­θα­μέ­νους!»

        Ἡ Βα­σί­λω ἀ­πε­βί­ω­σε στὰ ἐ­νε­νῆν­τα ἑ­φτά της ἐν Ἀ­θή­ναις. Αἰ­τί­α ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἔκ­θε­ση στὸν ἥ­λιο, τὸν ὁ­ποῖ­ον λά­τρευ­ε ὅ­πως εἴ­πα­με, γε­γο­νὸς ποὺ τῆς προ­κά­λε­σε ντου­βρουν­τζά*, κα­τὰ τὰ κοι­νῶς λε­γό­με­να.  Στὸν για­τρὸ ποὺ ἦρ­θε νὰ τὴν ἐ­πι­σκε­φτεῖ ἑ­τοι­μο­θά­να­τη, ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι «τί ἦρ­θες νὰ κά­νεις κι ἐ­σύ; Ἐ­γὼ τώ­ρα φεύ­γω. Ἄν­τε γειὰ καὶ κα­λὴ ἀν­τά­μω­ση.»

        Ἔ­τσι πέ­θα­νε, ἥ­συ­χη καὶ ἀ­γέ­ρω­χη, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­ζη­σε.


ντου­βρουν­τζάς· ἐγκεφαλικό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου. Σπούδασε Φιλολογία καὶ πῆρε με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δυτικῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ σὲ πα­νελ­λή­νιους δι­α­γω­νι­σμοὺς καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Μαν­δρα­γό­ρας, Πα­ρέμ­βα­ση, Κο­ράλ­λι, Δέ­κα­τα, Ὀ­ρο­πέ­διο, Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι κ.ἄ. Ἀ­πὸ τὸ 2014 λει­τουρ­γεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα τὸ δι­κό της ἐρ­γα­στή­ρι Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς καὶ ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὸ Κέν­τρο Δί­α Βί­ου Μά­θη­σης (ΙΝΕΔΙΒΙΜ).



		

	

Βασίλης Μανουσάκης: Ἐκνευρισμός


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Ἐ­κνευ­ρι­σμός


 ΙΣΙΔΩΡΑ ἔ­φτα­σε λα­χα­νι­α­σμέ­νη στὸ σχο­λεῖ­ο ποὺ τὴν πε­ρί­με­ναν οἱ ἄλ­λοι γο­νεῖς. Δί­πλα της ἡ κό­ρη της νὰ παί­ζει σὰν γα­τὶ στὰ πό­δια της. Ὁ Μά­νος τὴν εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κριὰ νὰ ἔρ­χε­ται. Σὰν ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο βγῆ­κε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὴν αὐ­λὴ καὶ κά­θι­σε μό­νος στὸ πε­ζο­δρό­μιο κοι­τών­τας πέ­ρα στὸν δρό­μο. Σὰν νὰ τὴν πε­ρί­με­νε. Τὴν πε­ρί­με­νε.

            Κα­θη­με­ρι­νὰ ροῦ­χα ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, ἁ­πλὰ ντυ­μέ­νη, μὰ πάν­τα προ­σεγ­μέ­νη. Χω­ρὶς κρα­γιὸν ἢ ἄλ­λο βά­ψι­μο, ἡ Ἰ­σι­δώ­ρα ἔ­δει­χνε συ­νή­θως φυ­σι­κή. Μιὰ φο­ρὰ δὲν τὴν ἔ­χω δεῖ μὲ κρα­γιόν. Θὰ τῆς πή­γαι­νε, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­νος, ἀλ­λὰ οἱ σκέ­ψεις του πε­ρὶ αἰ­σθη­τι­κῆς δι­α­κό­πη­καν ἀ­πὸ τὴν κο­φτή της κα­λη­μέ­ρα. Κα­λὰ τὸ κα­τά­λα­βα, σκέ­φτη­κε πά­λι ὁ Μά­νος, ποὺ εἶ­χε νι­ώ­σει τὸν ἐ­κνευ­ρι­σμό της ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὴν εἶ­δε νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ μα­κριά. Τί ἔ­χεις; Τὴ ρώ­τη­σε στὸ μυα­λό του.

            Τί­πο­τα, ἄ­κου­σε μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ νὰ λέ­ει. Τί­πο­τα ση­μαν­τι­κό.

            Τὴν κοί­τα­ξε, ἔ­πει­τα καὶ τὸ κο­ρι­τσά­κι στὰ πό­δια της καὶ τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν αὐ­λή. Στὴ συ­νάν­τη­ση μὲ τοὺς ἄλ­λους γο­νεῖς γιὰ κά­ποι­α βα­ρε­τὰ θέ­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου, ὁ Μά­νος εἶ­χε γυ­ρί­σει τὴν κα­ρέ­κλα του ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ τὴν κοι­τά­ει. Για­τί εἶ­σαι ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νη; Τί σὲ τρώ­ει; Ρω­τοῦ­σε στὸ μυα­λό του. Ἄλ­λη ὥ­ρα, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μὲ μιὰ φευ­γα­λέ­α μα­τιὰ ἐ­κεί­νη, κα­θὼς ἔ­νι­ω­θε τὸ βλέμ­μα του νὰ καί­ει πά­νω της καὶ ἔ­γερ­νε τὸ κε­φά­λι της πρὸς τὸ μέ­ρος του.

            — Τώ­ρα…

            — Με­τά…

            Καὶ συ­νέ­χι­σαν ἔ­τσι τὸν δι­ά­λο­γό τους δί­χως νὰ ἀ­κού­σουν λέ­ξη ἀ­πὸ ὅ­σα λέ­γον­ταν στὴν αἴ­θου­σα.

            Τε­λεί­ω­σε ἡ συ­νάν­τη­ση, τε­λεί­ω­σε καὶ ὁ βου­βὸς δι­ά­λο­γος.

            Φεύ­γον­τας, πέ­ρα­σε ἀ­πὸ δί­πλα της κι ἐ­κεί­νη ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τὸν στα­μά­τη­σε. Πε­ρί­με­νε ἔ­ξω, τοῦ εἶ­πε μὲ ἕ­να ἀ­κό­μα σφί­ξι­μο στὸ μπρά­τσο. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, σὲ πε­ρι­μέ­νω κά­θε φο­ρὰ ὅ­που καὶ νὰ εἶ­σαι, σκέ­φτη­κε ἐ­κεῖ­νος καὶ προ­χώ­ρη­σε γρή­γο­ρα μή­πως καὶ τὸν εἶ­χε ἀ­κού­σει.

            Ἄ­δεια­σε ἡ αὐ­λὴ ἀ­πὸ κό­σμο σι­γὰ-σι­γὰ κι ἐ­κεί­νη ἔ­μει­νε τε­λευ­ταί­α, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ κο­ρι­τσά­κι της νὰ πά­ει του­α­λέ­τα. Ὁ Μά­νος κα­θό­ταν στὸ παγ­κά­κι καὶ λι­α­ζό­ταν. Χω­ρὶς λό­γο. Ἢ μᾶλ­λον ἤ­ξε­ρε μέ­σα του για­τί. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι καὶ τὴν εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­ζε. Ἔ­λα νὰ κά­τσεις, τῆς ἔ­γνε­ψε. Μό­λις κά­θι­σε, τὴν κοί­τα­ξε μέ­σα στὰ μά­τια. Πές μου τί ἔ­χεις. Εἶ­μαι ἐ­δῶ γιὰ σέ­να, ἔ­λε­γε τὸ βλέμ­μα.

            Κά­τι θέ­λω, κά­τι δὲν θέ­λω, ἀ­πάν­τη­σε μὲ ἕ­να ὁ­λο­φά­νε­ρα μπερ­δε­μέ­νο χα­μό­γε­λο.

            Μί­λη­σέ μου. Ξέ­ρω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ πᾶς κά­που, τὴν κα­θη­σύ­χα­σε τὸ δι­κό του χα­μό­γε­λο.

            Τὸ κο­ρι­τσά­κι γύ­ρι­σε καὶ τοὺς βρῆ­κε νὰ κοι­τά­ζον­ται βα­θιὰ μέ­σα στὰ μά­τια.

            «Τί λέ­τε;» Ρώ­τη­σε μὲ τὴ γλυ­κιά της φω­νή. Οὔ­τε αὐ­τὴ μι­λοῦ­σε πο­λύ, ἀλ­λὰ τώ­ρα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὴ ρω­τή­σει.

            «Θὰ σοῦ τὰ γρά­ψω», τοῦ εἶ­πε ἡ Ἰ­σι­δώ­ρα καὶ ἡ φω­νή της τὸν ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὴ θαλ­πω­ρὴ τῆς λι­α­κά­δας.

            «Νὰ τὸ κά­νεις ὀ­πωσ­δή­πο­τε», τῆς εἶ­πε λί­γο με­τὰ κα­θὼς ἐ­κεί­νη εἶ­χε φτά­σει στὴν πόρ­τα τοῦ σχο­λεί­ου.

            Γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο ὑ­πό­σχε­σης.

            Εὐ­χα­ρι­στῶ, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­νος καὶ βγῆ­κε στὸν δρό­μο μὲ τὸ κε­φά­λι γε­μά­το ἥ­λιο.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


 

Ἑλένη Γούλα: Προσωπικὴ γνώμη


Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Προ­σω­πι­κὴ γνώ­μη


ΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΝΩΜΗ γιὰ τὴν Καλ­λι­ό­πη δὲν εἶ­χα μέ­χρι χτὲς τὸ πρω­ῒ ποὺ δὲ μὲ χω­ροῦ­σε τὸ σπί­τι καὶ πῆ­ρα τοὺς δρό­μους, νὰ ξε­λαμ­πι­κά­ρει τὸ μυα­λό μου, νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὴ δρο­σιὰ τοῦ βου­νοῦ, νὰ μυ­ρί­σω τὸ χῶ­μα καὶ τὶς πέ­τρες.

Τὸ σπί­τι της εἶ­ναι σὲ ψη­λὸ ση­μεῖ­ο μὲ τε­τρά­γω­νη αὐ­λή, ὡ­ραῖα λου­λού­δια, κα­θα­ροὺς τοί­χους ἄ­σπρους. Δὲν ἔ­χει ἀ­να­και­νι­στεῖ, εἶ­ναι ὅ­πως τὰ φτι­ά­χνα­νε πα­λιὰ τὰ σπί­τια μὲ σκε­πα­στὸ χα­γιά­τι καὶ μιὰ πέ­τρι­νη σκά­λα ἐ­ξω­τε­ρι­κή. Ἐ­κεῖ ἔ­χει πλέ­ξει ἡ κλη­μα­τα­ριὰ μὲ τὰ κί­τρι­να τώ­ρα φύλ­λα της ἕ­τοι­μα νὰ πέ­σουν.

        Κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα εἶ­χαν βγεῖ θεί­α κι ἀ­νι­ψιὰ καὶ τὶς εἶ­δα. Κα­θι­σμέ­νη στὴν ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα ἡ θεί­α, ὄρ­θια μὲ τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ βα­θὺ πιά­το ἡ ἀ­νι­ψιά.

        Γειά σας! Ἂν δὲ χαι­ρε­τή­σεις ἐ­δῶ σὲ θε­ω­ροῦν ἀ­κα­τά­δε­χτο, τί ψυ­χὴ ἔ­χει μιὰ κα­λη­μέ­ρα; Τί κά­νε­τε; Κα­λη­μέ­ρα! Ἡ κυ­ρί­α Τάδε, ἔ­σκυ­ψε ἡ νε­ό­τε­ρη στὴν ἄλ­λη ποὺ κα­θό­τα­νε στὸ κα­ρό­τσι καὶ δὲν κου­νοῦ­σε οὔ­τε χέ­ρια οὔ­τε πό­δια οὔ­τε κε­φά­λι μό­νο τὰ μά­τια της!

        Στα­μά­τη­σα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βλέμ­μα μὲ κάρ­φω­σε ἐ­πὶ τό­που, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα, κι ἄρ­χι­σα ἐ­γώ, ποὺ ἤ­μουν δι­στα­κτι­κὴ στὶς κου­βέν­τες (τὸ ἀν­τί­θε­το μοῦ συμ­βαί­νει μὲ τὶς λέ­ξεις στὸ χαρ­τί), νὰ μι­λά­ω γιὰ τὸν ἄρ­ρω­στο πα­τέ­ρα, γιὰ τὸν κῆ­πο, γιὰ τὶς κο­λο­κυ­θι­ές, τὴν κο­λο­κυ­θό­πι­τα, τὸ τυ­ρί, τὸν του­ρι­σμὸ καὶ οὔ­τε θυ­μᾶ­μαι πιὰ γιὰ τί ἄλ­λο. Μὲ ὁ­δη­γοῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ μά­τια, ρου­φοῦ­σαν ὅ­λες τὶς κου­βέν­τες, ὅ­λες τὶς κι­νή­σεις, καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες πε­ρι­έ­γρα­φα, τοὺς ἀ­νε­παί­σθη­τους ἀ­κό­μη ἤ­χους ποὺ κά­να­με ἡ ἀ­νι­ψιά της κι ἐ­γώ. Ἀγ­γί­ζα­νε τὰ μά­τια τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τά μας, ὅ,τι φαι­νό­τα­νε ἀ­πέ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ εἴ­χα­με κλεί­σει προ­σε­κτι­κὰ στὰ μα­νί­κια, στὰ φερ­μου­άρ, στὰ κουμ­πιά, στὶς πα­ρα­μά­νες, στὶς φό­δρες, στὶς κό­πι­τσες.

        Δὲν πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νει πο­τέ! τρό­μα­ξα ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους κα­τά­φε­ρα νὰ ξε­γαν­τζω­θῶ. Περ­πα­τοῦ­σα πα­ρα­πα­τών­τας στὸν δρό­μο τὸν ἀ­νη­φο­ρι­κό, ἔ­στρι­βα νὰ ἀ­γναν­τέ­ψω τὴ θά­λασ­σα, τὸ βου­νό, ἀ­κουμ­ποῦ­σα τὰ μι­κρὰ φυ­τὰ ποὺ πρα­σι­νί­ζα­νε στὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ μέ­σα μου, πά­νω μου καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα μου ἀ­κό­μη, εἶ­χε τρυ­πώ­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­χόρ­τα­γο, ἄ­πλη­στο βλέμ­μα. Δὲν ἦ­ταν τό­σο ἡ λα­χτά­ρα γιὰ ζω­ὴ καὶ ὁ φό­βος τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ποὺ μὲ τά­ρα­ζε πα­ρό­λο ποὺ ἤ­μου­να πιὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λους. Ὁ ἀ­έ­ρας, τὰ δέν­τρα, οἱ ἦ­χοι τῶν που­λι­ῶν, ἡ ἐκ­πλη­κτι­κὴ φυ­σι­κὴ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ τό­που δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω μου —εἶ­χε κολ­λή­σει σὰν στάμ­πα καὶ ἁ­πλω­νό­τα­νε παν­τοῦ— τὸ μί­σος ποὺ ἔ­κρυ­βε τὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο βλέμ­μα: Κα­νεὶς νὰ μὴ χα­ρεῖ τί­πο­τα, ἀ­φοῦ δὲ μπο­ρῶ ἐ­γώ, νὰ χα­ρῶ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γία Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, (Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007), ἐνῶ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).


Μι­σὲλ Ρός (Michelle Ross): Ἡ ἄμ­μος καὶ ἡ θά­λασ­σα



Μι­σὲλ Ρός (Michelle Ross)


Ἡ ἄμ­μος καὶ ἡ θά­λασ­σα

(The sand and the sea)


ΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΣΠΙΤΙ ἀ­π’ τὴν πα­ρα­λί­α, ἡ μη­τέ­ρα μου παρ­κά­ρει τὸ αὐ­το­κί­νη­το στὸ χα­λι­κό­στρω­το πάρ­κινγκ ἑ­νὸς πα­γω­τα­τζί­δι­κου. Ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φει κρα­τών­τας τρί­α χω­νά­κια χρώ­μα­τος χαν­ζα­πλὰστ μὲ πα­γω­τὸ μέν­τα-σο­κο­λά­τα, ἡ ἀ­δελ­φή μου κρέ­με­ται ἡ μι­σὴ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της γιὰ νὰ κρυ­φαρ­πά­ξει τὴ λι­χου­διά της. Ἀ­πο­δέ­χο­μαι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ χω­νά­κια, ἀλ­λὰ δὲν εὐ­χα­ρι­στῶ τὴ μη­τέ­ρα μου, καὶ δὲν ἀ­παι­τεῖ νὰ τὸ κά­νω. Τρῶ­με τὸ πα­γω­τὸ στὸ αὐ­το­κί­νη­το, μὲ τὸ δέρ­μα μου νὰ τσού­ζει ἐ­κεῖ ὅ­που δε­κά­δες πλο­κά­μια με­δου­σῶν χά­ι­δε­ψαν τὰ ἄ­κρα μου κα­θὼς κο­λυμ­ποῦ­σα πί­σω στὴν ἀ­κτή, μιὰ ἀ­πό­στα­ση ποὺ μοῦ φά­νη­κε πά­νω ἀ­πὸ χι­λι­ό­με­τρο. Τὸ ρεῦ­μα μὲ πα­ρέ­συ­ρε πά­νω στὸ μι­κρὸ πρά­σι­νο σὰν ἀ­ρα­κὰ φου­σκω­τὸ ποὺ κέρ­δι­σα σὲ ἕ­ναν παι­δι­κὸ δι­α­γω­νι­σμὸ ζω­γρα­φι­κῆς. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ πα­ρα­τή­σω τὸ ἔ­πα­θλό μου γιὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­πὸ τὴ δύ­να­μη τοῦ ρεύ­μα­τος. Ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν ζη­τά­ει συγ­γνώ­μη ποὺ πα­ρα­λί­γο νὰ πα­ρα­συρ­θῶ στὰ ἀ­νοι­χτά. Δὲν ζη­τά­ει συγ­γνώ­μη ποὺ δὲν μὲ πρό­σε­χε. Οὔ­τε λέ­ει ὅ­τι ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ μά­θει κο­λύμ­πι. Λέ­ει, «Κα­λὴ ἀ­να­λο­γί­α σο­κο­λά­τας-μέν­τας ἔ­χει».


*


Ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὸ σοῦ­περ μάρ­κετ, τὰ παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς αἰ­ω­ροῦν­ται σὰν γλά­ροι κα­θὼς τὴ βο­η­θᾶ­με νὰ ξε­φορ­τώ­σει τὶς βα­ρι­ὲς χαρ­το­σα­κοῦ­λες. Ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὰ ψώνια της σὰν τα­ξι­δι­ώ­της ποὺ γυρ­νών­τας δεί­χνει τὰ ἐν­θύ­μιά του. «Αὐ­τὰ ἦ­ταν σὲ προ­σφο­ρά.» «Αὐ­τὸ δὲν τό ‘χω ξα­να­δεῖ, ἀλ­λὰ ἡ τα­μί­ας εἶ­πε ὅ­τι εἶ­ναι μούρ­λια.» Ὅ­ταν ἀ­δειά­ζει τὰ πλα­στι­κὰ σα­κου­λά­κια μὲ τὰ σο­κο­λα­τά­κια στὸ ἀ­ση­μέ­νιο μπόλ, ἡ ἀ­δελ­φή μου τὰ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά της, ὅ­πως τὰ κο­χύ­λια στὸν κόκ­κι­νο κου­βὰ ποὺ φέρ­νει σπί­τι κά­θε φο­ρὰ ποὺ πᾶ­με πα­ρα­λί­α. Τὰ παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς κοι­τά­ζουν ἐ­πί­μο­να τὸ μπόλ. Ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα μου λέ­ει «Πάρ­τε», πα­ρα­κο­λου­θῶ ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα κα­θὼς βου­τᾶ­νε.


*


«Τὰ παι­δι­κά μου χρό­νια ἦ­ταν ἀ­παί­σια. Δὲν φαν­τά­ζε­σαι πό­σο ἀ­παί­σια», λέ­ει ἡ μη­τέ­ρα μου. Ἂν καὶ ξέ­ρω ἀ­π’ τὸν πα­τέ­ρα μου πὼς ἡ μη­τέ­ρα μου ἔ­χει τέσ­σε­ρα ἀ­δέλ­φια καὶ ὅ­τι οἱ γο­νεῖς της εἶ­ναι ἀ­κό­μα παν­τρε­μέ­νοι καὶ ζοῦ­νε στὸ ἴ­διο σπί­τι ὅ­που με­γά­λω­σε, πάν­τα φαν­τά­ζο­μαι μό­νο τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ τὴ μη­τέ­ρα της, κα­νέ­ναν ἄλ­λον. Ζοῦ­νε δί­πλα στὴ θά­λασ­σα σὲ ἕ­να σπί­τι φτιαγ­μέ­νο ἀ­πὸ ζα­χα­ρω­τὰ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ φά­ει. Ἡ μη­τέ­ρα της προ­ει­δο­ποι­εῖ ὅ­τι τὸ νὰ ἀ­φαι­ρέ­σει μί­α μό­νο μέν­τα ἢ ἕ­να ζε­λε­δά­κι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει τὸ σπί­τι νὰ κα­ταρ­ρεύ­σει, καὶ πὼς ἂν τὸ σπί­τι πέ­σει, θὰ τὶς ρη­μά­ξει ἡ θά­λασ­σα.


*


Τὸ πρω­ϊ­νὸ ποὺ πα­ρα­λί­γο νὰ πα­ρα­συρ­θῶ στ’ ἀ­νοι­χτά, μιὰ γυ­ναί­κα σέρ­νει ἕ­να συρ­μά­τι­νο κλου­βὶ μὲ κα­βού­ρια ἀ­π’ τὸν ὠ­κε­α­νό, λί­γα λε­πτὰ ἀ­φοῦ ξε­βρα­στῶ στὴν ἀ­κτή. Τὰ κα­βού­ρια δὲν κι­νοῦν­ται μέ­σα στὸ συρ­μά­τι­νο κου­τὶ πί­σω της, σὰν νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­να ποὺ πι­ά­στη­καν, ἢ ἤ­δη νε­κρά, ἂν καὶ ξέ­ρω πὼς δὲν εἶ­ναι. Πάν­τα ἡ μη­τέ­ρα μου τὰ ρί­χνει στὸ βρα­στὸ νε­ρὸ ζων­τα­νά.


*


Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια, ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πι­στρέ­φει τὴ γα­λά­ζια καρ­τού­λα ἀ­πάν­τη­σης, λέ­γον­τας πὼς δὲν θὰ μπο­ρέ­σει νὰ πα­ρευ­ρε­θεῖ στὸν γά­μο μου. Συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ ἕ­να βα­ρὺ δέ­μα, σὰν ἐ­κεῖ­να ποὺ μοῦ ἔ­στελ­νε ὅ­ταν ἤ­μουν στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, πα­ρό­λο ποὺ τῆς εἶ­χα ἐ­ξη­γή­σει πολ­λὲς φο­ρὲς πὼς ἡ ἀ­πό­στα­ση με­τα­ξὺ τοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου καὶ τῆς ἑ­στί­ας ἦ­ταν κον­τὰ δυ­ὸ χι­λι­ό­με­τρα, καὶ πὼς ἔ­πρε­πε νὰ κου­βα­λή­σω ἐ­κεῖ­να τὰ δέ­μα­τα μὲ τὰ πό­δια. Ἀν­τὶ γιὰ τὸν μπα­κλα­βὰ καὶ τὰ τσίγ­κι­να κου­τιὰ μὲ τὰ κρι­τσί­νια σο­κο­λά­τας τῶν δε­μά­των τοῦ πα­νε­πι­στή­μιου, αὐ­τὸ πε­ρι­έ­χει ἕ­να σὲτ ἀ­πὸ σα­λα­τι­έ­ρες ζω­γρα­φι­σμέ­νες μὲ κα­φὲ καὶ μπλὲ ναυ­τί­λους.


*


Περ­νῶ τὴ νύ­χτα σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α στὸ Μπό­λι­βαρ μὲ μιὰ φί­λη καὶ δυ­ὸ ἀ­γό­ρια ποὺ γνω­ρί­σα­με στὴ λε­ω­φό­ρο Γκάλ­βε­στον Στράντ. Ὅ­ταν μπαί­νω ἀ­π’ τὴν πί­σω πόρ­τα τὸ πρω­ΐ, μὲ τὴν ἄμ­μο νὰ κολ­λά­ει στὰ πό­δια μου, ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι στὴν κου­ζί­να, ἀλ­λὰ δὲν μὲ κοι­τά­ζει, δὲν ρω­τά­ει ποὺ ἤ­μου­να. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια λέ­ει στὸν ἄν­τρα μου, τὴ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ ποὺ τὸν γνω­ρί­ζει, «Ἦ­ταν πάν­τα ἀ­νε­ξάρ­τη­το παι­δί. Δὲν μὲ χρει­ά­στη­κε πο­τέ.»


*


Ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὰ κα­βού­ρια στα­μα­τά­ει καὶ κοι­τά­ζει ἐ­μέ­να καὶ με­τὰ τὴ μη­τέ­ρα μου μὲ τὸ τζὶν σορ­τσά­κι της καὶ τὸ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο κόκ­κι­νο κον­το­μά­νι­κο. Ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν δι­α­θέ­τει μα­γιό. Ἡ γυ­ναί­κα λέ­ει «Αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι πα­ρα­λί­α γιὰ παι­διὰ μὲ μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ δὲν ξέ­ρει νὰ κο­λυμ­πά­ει. Νὰ πᾶς τα κο­ρί­τσια κά­τω στὶς πα­ρα­λί­ες ποὺ ἔ­χουν ναυ­α­γο­σῶ­στες». Μέ­σα ἀ­π’ τὸ μπλὲ πα­ρε­ὸ τῆς γυ­ναί­κας φαί­νε­ται ἡ ἁ­πα­λό­τη­τα τοῦ στή­θους καὶ τῆς κοι­λιᾶς καὶ τῶν μη­ρῶν της.


*


Πο­τὲ δὲν ἔ­χω δεῖ τὴ μη­τέ­ρα μου γυ­μνή. Αὐ­τό μου φαί­νε­ται πε­ρί­ερ­γο τώ­ρα ποὺ εἶ­μαι μη­τέ­ρα. Τὸ παι­δί μου μὲ βλέ­πει γυ­μνὴ συ­νέ­χεια. Βουρ­τσί­ζει τὰ δόν­τια της στὴν του­α­λέ­τα μου. Μὲ ἱ­κε­τεύ­ει νὰ κά­νου­με μπά­νιο μα­ζί. Τὰ χέ­ρια της σκαρ­φα­λώ­νουν κά­τω ἀ­π’ τὰ μα­νί­κια μου γιὰ νὰ τρί­ψουν τὰ δι­κά μου, λὲς καὶ μὲ ἀρ­κε­τὴ προ­σπά­θεια, ἕ­να τζί­νι θὰ ἀ­να­δυ­θεῖ ἀ­πὸ τὶς ἄ­κρες των δα­χτύ­λων μου.


*


Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι: ἂν μπο­ροῦ­σα νὰ τα­ξι­δέ­ψω πί­σω στὸ χρό­νο καὶ νὰ με­γα­λώ­σω τὴ μη­τέ­ρα μου, θὰ εἶ­χαν ἐ­ξε­λι­χθεῖ ὅ­λα ἀλ­λι­ῶς; Ἂν κά­ποι­ος τὴν εἶ­χε ἀγ­κα­λιά­σει καὶ τῆς εἶ­χε βουρ­τσί­σει τρυ­φε­ρὰ τὰ μαλ­λιὰ καὶ τῆς εἶ­χε πεῖ «Θὰ κο­λυμ­ποῦ­σα ὣς τὴν ἄ­κρη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ γιὰ σέ­να», ἴ­σως νὰ μὴν μοῦ ἔ­λε­γε τώ­ρα «Πο­τὲ δὲν θὰ κα­τα­λά­βεις πό­σο σ’ ἀ­γα­πῶ».


*


Ὅ­ταν ἀ­να­δύ­ο­μαι ἀ­πὸ τὸν ὠ­κε­α­νὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ΐ, μέ­νω ξα­πλω­μέ­νη στὴν ἄμ­μο σὰν ξε­βρα­σμέ­νη φά­λαι­να. Ὅ­ταν κοι­τῶ πά­νω ἀ­πὸ τὰ ἄ­σπρα σπορ­τὲξ καὶ τὶς χνου­δω­τὲς κον­τὲς ρο­δα­κι­νὶ κάλ­τσες τῆς μη­τέ­ρας μου, βλέ­πω πὼς εἶ­ναι φο­βι­σμέ­νη. Αὐ­τὸ ποὺ λέ­ει, εἶ­ναι «Θὰ σοῦ ρί­ξω θα­λασ­σι­νὸ νε­ρὸ γιὰ νὰ φύ­γει λί­γο ἀ­π’ τὸ τσού­ξι­μο». Δα­νεί­ζε­ται τὸν κόκ­κι­νο κου­βὰ τῆς ἀ­δελ­φῆς μου καὶ τρέ­χει πέ­ρα-δῶ­θε ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­μέ­να καὶ τὴ θά­λασ­σα. Σὰν παι­δὶ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο νὰ γε­μί­σει μιὰ τά­φρο γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­ναν πύρ­γο στὴν ἄμ­μο, μό­νο γιὰ νὰ δεῖ μὲ κά­θε νέ­α ἐ­πι­στρο­φὴ πὼς ἡ ὄ­ρε­ξη τῆς ἀμ­μου­διᾶς εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­σο φαν­τα­ζό­ταν.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα SmokeLong Quarterly, 1 Ὀ­κτω­βρί­ου 2018

 http://www.smokelong.com/the-sand-and-the-sea/

Μι­σὲλ Ρὸς (Michelle Ross). Συγ­γρα­φέ­ας τῆς συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των There’s So Much They Haven’t Told You (2017), ποὺ τῆς χά­ρι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο μι­κρῆς φόρ­μας Moon City Press. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν πρό­σφα­τα δη­μο­σι­ευ­θεῖ ἢ πρό­κει­ται σύν­το­μα νὰ δη­μο­σι­ευ­θοῦν στὰ SmokeLong Quar­ter­ly, Colo­rado Re­view, Craft Li­te­ra­ry, Nash­ville Re­view, E­le­ctric Li­te­ra­ture’s Re­com­mended Rea­ding, Ta­ho­ma Li­te­rary Re­view.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἕλ­λη Κού­σου­λα (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι γιὰ με­γά­λους (The Boy Who Swallowed a Whale, Nikos Roussos, 2015). Πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ΜΠΣ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ ΕΑΠ.

 

Πηγὴ Κούτση: Ἡ ρουτίνα


Πη­γὴ Κού­τση


Ἡ ρου­τί­να


ΙΧΕ ΦΤΑΣΕΙ ἀ­πό­γευ­μα καὶ ὁ Μπὲν ἀ­σχο­λοῦν­ταν μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ρου­τί­να. Φρόν­τι­σε τὴν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα γιὰ τὴ βρα­δι­νὴ λει­τουρ­γί­α, φό­ρε­σε τὰ φρε­σκο­πλυ­μέ­να του ἄμ­φια, ἔ­λεγ­ξε τὸν χῶ­ρο ποὺ θὰ ὑ­πο­δε­χό­ταν σὲ λί­γο τὸ ποί­μνιο γιὰ τὸ ἐκ­κλη­σί­α­σμα. Τὸν ἀ­έ­ρι­σε λί­γο γιὰ νὰ τὸν ἐ­ξα­γνί­σει ὁ κρύ­ος ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τῶν προ­η­γού­με­νων θρη­σκευ­ό­με­νων.

       Δὲν ἔ­νι­ω­θε πο­λὺ κα­λὰ σή­με­ρα. Ἕ­νας πο­νο­κέ­φα­λος ἀ­πὸ χθὲς τὸν τα­λαι­πω­ροῦ­σε καὶ τοῦ στε­ροῦ­σε τὴ δύ­να­μη τοῦ λό­γου του, ὅ­ταν μι­λοῦ­σε στοὺς πι­στούς. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τοῦ χα­λοῦ­σε τὴ δι­ά­θε­ση ἢ οἱ σκέ­ψεις ποὺ ἔ­χει τε­λευ­ταῖα γιὰ τὸ λει­τούρ­γη­μά του.

        Τὰ χέ­ρια του δὲν συ­νερ­γά­ζον­ταν ὅ­πως πα­λιὰ στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῆς Θεί­ας Κοι­νω­νί­ας. Στα­μά­τη­σε καὶ στά­θη­κε λί­γο σα­στι­σμέ­νος. Τὰ κοί­τα­ξε καὶ τὰ κού­νη­σε γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει ὅ­τι δὲν ἔ­πα­θαν κά­τι. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τί­πο­τα. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι χά­νει τὴν πί­στη του. Καὶ ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἔλ­λει­ψη πί­στης ἄρ­χι­ζε νὰ φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του. Κα­τά­λα­βε μιὰ φλέ­βα στὸ κε­φά­λι του νὰ φου­σκώ­νει ἀ­πὸ τὴν ἔν­τα­ση τῆς ἐ­νο­χῆς, ὁ πο­νο­κέ­φα­λος νὰ με­γα­λώ­νει, ἡ ἀ­να­πνο­ή του νὰ δυ­σκο­λεύ­ει. Στὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα λο­γι­κῆς ποὺ τοῦ ἔ­μει­ναν ἔ­τρε­ξε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο.

        Κοί­τα­ξε τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ γιὰ αὐ­τὸν ἀ­πὸ μι­κρὸ παι­δὶ ἦ­ταν ἡ ἐν­σάρ­κω­ση τῆς ἀ­πό­λυ­της στή­ρι­ξης καὶ τῆς Ἀ­γά­πης. Ὀρ­φα­νὸς κα­θὼς ἦ­ταν, ἀ­πο­τέ­λε­σε γιὰ αὐ­τὸν τὸν Ἰ­δα­νι­κὸ Πα­τέ­ρα καὶ Μη­τέ­ρα μα­ζί. Τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε ὅ­ταν ὁ πό­νος τῆς ἄ­θλιας ζω­ῆς του δὲν ἀν­τε­χό­ταν καὶ ἡ πα­γω­νιὰ τῆς ψυ­χῆς του ἔ­ψα­χνε θαλ­πω­ρή.

        Γο­νά­τι­σε. Ἡ μύ­τη του ἄ­νοι­ξε καὶ ζε­στὸ αἷ­μα ἄρ­χι­σε νὰ στά­ζει στὴ βά­ση τοῦ Σταυ­ροῦ. Τὰ δά­κρυ­α ἀ­κο­λού­θη­σαν σὲ λί­γο τὴ δι­α­δρο­μὴ τοῦ αἵ­μα­τος καὶ αὐ­τὸ τὸ ἀ­νορ­θό­δο­ξο μεῖγ­μα ζη­τοῦ­σε συγ­χώ­ρε­ση γιὰ τὴν ἔλ­λει­ψη πί­στης.

        Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ συλ­λά­βει ὅ­τι πιὰ δὲν πί­στευ­ε ὅ­πως πα­λιά. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ δε­χτεῖ. Τί συ­νέ­βη; Πῶς μπο­ροῦ­σε νὰ προ­δώ­σει τὸν Πα­τέ­ρα του; Τὸ στο­μά­χι του σφί­χτη­κε, ἔ­γι­νε ἕ­νας δυ­να­τὸς κόμ­πος. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­σά­νει. Σκέ­φτη­κε νὰ φω­νά­ξει γιὰ βο­ή­θεια. Τὴν ἀρ­νή­θη­κε μέ­σα του τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πο­φέ­ρει, τὸ ἄ­ξι­ζε. Ἄρ­χι­σε βου­βὰ νὰ προ­σεύ­χε­ται. Νὰ ζη­τά­ει συγ­χώ­ρε­ση γιὰ τὸν ξε­πε­σμό του, νὰ Τὸν κα­λεῖ νὰ ἔρ­θει γιὰ νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τω­λὲς σκέ­ψεις του. Ἡ προ­σευ­χή του ἄρ­χι­σε νὰ γί­νε­ται πιὸ ἐ­πι­τα­κτι­κή. Τὸν ἤ­θε­λε μπρο­στά του ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα. Ὁ Χρι­στὸς ὅ­μως δὲν ἐρ­χό­ταν. Δὲν τὸν κα­τα­δε­χό­ταν. Ξά­πλω­σε στὸ πα­γω­μέ­νο πά­τω­μα καὶ σπαρ­τα­ροῦ­σε ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ τὴ συν­τρι­βή. Δὲν ἦ­ταν ἄ­ξιος νὰ ἀ­γα­πη­θεῖ.

        Σι­ω­πή. Σκο­τά­δι. Ἕ­να σάρ­κι­νο σα­κὶ χω­ρὶς ψυ­χή. Ὁ σταυ­ρὸς στὸν λαι­μὸ του εἶ­χε σπά­σει. Τὸν κοί­τα­ξε καὶ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἦ­ταν μό­νος. Ὁ Μπὲν δὲν θὰ ἀ­σχο­λού­ταν πιὰ μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη τοu ρου­τί­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.