Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Μι­κρὴ ὁ­δοι­πο­ρί­α



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Μι­κρὴ ὁ­δοι­πο­ρί­α

(Kleine Wanderung)


ΗΜΕΡΑ ΠΕΡΠΑΤΗΣΑ μέ­σα ἀ­πὸ τὰ βου­νά. Ὁ και­ρὸς ἦ­ταν ὑ­γρὸς καὶ ὁ­λό­κλη­ρη ἡ πε­ρι­ο­χὴ ἦ­ταν γκρί­ζα. Μὰ ὁ δρό­μος ἦ­ταν ἁ­πα­λὸς καὶ κα­τὰ τό­πους πο­λὺ κα­θα­ρός. Ἀρ­χι­κὰ φο­ροῦ­σα τὸ παλ­τό μου· σύν­το­μα, ὅ­μως, τὸ ἔ­βγα­λα, τὸ δί­πλω­σα καὶ τὸ ἔ­ρι­ξα στὸν ὦ­μο. Ὁ πε­ρί­πα­τος στὸν γε­μά­το θαύ­μα­τα δρό­μο μοῦ ἔ­δι­νε ὅ­λο καὶ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀ­πὸ τὴ μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη ἀ­νη­φό­ρι­ζε κι ὕ­στε­ρα πά­λι ἔ­πε­φτε σὲ κα­τή­φο­ρο. Τὰ βου­νὰ ἦ­ταν ψη­λὰ καὶ ὀγ­κώ­δη, ἔ­μοια­ζαν νὰ πε­ρι­στρέ­φον­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἄ­ξο­νά τους. Ὁ­λό­κλη­ρος ὁ κό­σμος τῶν βου­νῶν ξε­πρό­βα­λε μπρο­στά μου σὰν κά­ποι­ο γι­γάν­τιο θέ­α­τρο. Ὁ δρό­μος ἀγ­κα­λι­α­ζό­ταν με­γα­λο­πρε­πῶς μὲ τὶς βου­νο­πλα­γι­ές. Κά­πως ἔ­τσι ἔ­φτα­σα σ’ ἕ­να βα­θὺ φα­ράγ­γι, ἕ­να πο­τά­μι ὁρ­μοῦ­σε μπρὸς στὰ πό­δια μου, ὁ σι­δη­ρό­δρο­μος μὲ ἄ­φη­νε τα­χύ­τα­τα πί­σω του μὲ τὸν ἔ­ξο­χο λευ­κὸ κα­πνό του. Σὰν ἥ­συ­χο, λευ­κὸ ρυά­κι περ­νοῦ­σε ὁ δρό­μος μέ­σα ἀ­πὸ τὸ φα­ράγ­γι, κι ὅ­σο περ­πα­τοῦ­σα πιὸ πέ­ρα, ἦ­ταν στὰ μά­τια μου σὰν νὰ καμ­πυ­λώ­νει καὶ νὰ στρι­φο­γυρ­νᾶ ἡ ἴ­δια ἡ στε­νὴ κοι­λά­δα. Γκρί­ζα σύν­νε­φα ξα­πό­σται­ναν στὰ βου­νά, σὰν νὰ ἔ­βρι­σκαν ἐ­κεῖ τὸν προ­σα­να­το­λι­σμό τους. Μὲ ἀν­τά­μω­σε ἕ­νας νε­α­ρὸς πλα­νό­διος τε­χνί­της μὲ σα­κί­διο στὴν πλά­τη, ὁ ὁ­ποῖ­ος μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἔ­χω δεῖ δυ­ὸ ἄλ­λους νε­α­ρούς. Ὄ­χι, τοῦ εἶ­πα. Μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἔρ­χο­μαι ἀ­πὸ μα­κριά. Ναί, εἶ­πα, καὶ τρά­βη­ξα μα­κρύ­τε­ρα τὸν δρό­μο μου. Ὄ­χι πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα, εἶ­δα καὶ ἄ­κου­σα τοὺς δυ­ὸ νε­α­ροὺς πε­ρι­πλα­νη­τὲς νὰ πλη­σιά­ζουν συ­νο­δεί­ᾳ μου­σι­κῆς. Ἕ­να χω­ριὸ φά­νη­κε, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὄ­μορ­φο μὲ χα­μη­λὰ σπί­τια πο­λὺ κον­τὰ τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο κά­τω ἀ­πὸ τὰ λευ­κὰ μέ­τω­πα τῶν βρά­χων. Κά­τι λί­γα κά­ρα μὲ ἀν­τά­μω­σαν, εἰ­δάλ­λως τί­πο­τα, κι εἶ­χα δεῖ καὶ μιὰ δρά­κα παι­διὰ στὸν ἐ­παρ­χια­κὸ δρό­μο. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ δοῦ­με κά­τι τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στο. Βλέ­που­με ἤ­δη τό­σο πολ­λά.



Πηγή: Robert Walser, Kleine Wanderung. Ge­schi­chten, Phi­lipp Re­clam jun. Stut­tgart, 2004 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Ro­bert Wal­ser, Kleine Dichtungen, Lei­pzig, Kurt Wolff Ver­lag, 1914].

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878, Μπί­ελ – 1956 Χε­ρι­σά­ου). Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε στὰ γερ­μα­νι­κά, κυ­ρί­ως νου­βέ­λες, δο­κί­μια καὶ μι­κρὰ πε­ζά, ἀλ­λὰ καὶ ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ μορ­φὴ θε­α­τρι­κοῦ. Ἡ Σού­ζαν Σόν­ταγκ τὸν ἔ­χει ἀ­πο­κα­λέ­σει μι­νι­α­του­ρί­στα τοῦ ἀν­τι­η­ρω­ι­κοῦ, τοῦ τα­πει­νοῦ, τῆς μι­κρῆς κλί­μα­κας, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος κά­που ἔ­χει γρά­ψει πὼς τὰ σύν­το­μα πε­ζά του δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο πα­ρὰ κομ­μά­τια τῆς ἴ­διας μα­κρο­σκε­λοῦς, δί­χως πλο­κή, ρε­α­λι­στι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειὰ του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: