Τίνα Κωτσιοπούλου: Ὑποκατάστατα


Τί­να Κω­τσι­ο­πού­λου


Ὑ­πο­κα­τά­στα­τα


 ΚΥΡΙΑ μὲ τὸ σκυ­λά­κι βγά­ζει τὴν ζω­ή της βόλ­τα κά­θε μέ­ρα. Μί­α τὸ πρω­ῒ καὶ μί­α τὸ βρά­δυ. Στα­μα­τᾶ σὲ κά­θε δέν­τρο ψά­χνον­τας ἴ­χνη πα­ρου­σί­ας. Ἡ μυ­ρω­διὰ τὴν κά­νει νὰ αἰ­σθά­νε­ται οἰ­κεί­α. Ἀ­να­κου­φί­ζε­ται, χα­μο­γε­λᾶ σὲ ὅ­λους τοὺς πε­ρα­στι­κούς.

         Σκύ­βει καὶ μα­ζεύ­ει τὰ πε­ρι­τώμ­μα­τα. Εὐ­τυ­χῶς δὲν εἶ­ναι πολ­λά. Ἡ ἀ­νάγ­κη τῆς συ­νή­θειας. Τρα­βά­ει τὸ χρό­νο ἀ­π’­ τὸ λου­ρί. Κα­θα­ρί­ζει ἐ­πι­με­λῶς τὴν ἐ­φα­πτό­με­νη ἐ­πι­φά­νεια. Δὲν θέ­λει νὰ εἰ­σέλ­θει τί­πο­τα στὸ γυ­ά­λι­νο κό­σμο της. Τὸ κολ­λά­ρο τοῦ ἀ­νύ­παρ­κτου ἔ­ρω­τά της γρά­φει ὅ­λα τὰ στοι­χεῖ­α. Εἶ­ναι σί­γου­ρο ἄλ­λω­στε πὼς κά­ποι­α μέ­ρα θὰ χα­θεῖ καὶ αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κα­τά­στα­το. Ἐ­κεί­νη ἔ­χει χα­θεῖ ἀ­πὸ και­ρό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τί­να Κω­τσι­ο­πού­λου (Κύθηρα). Γράφει ποίηση καὶ μικρομυθοπλασία. Διδάσκει ἀγγλικά στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται στὴν ἀνθολογία Δείπνο Ποιητών (Ἐντύποις, 2017).


Σπῦρος Κιοσσὲς: Συνεύρεση


Σπῦ­ρος Κι­οσ­σές


Συ­νεύ­ρε­ση


ΑΚΤΟΠΟΙΩ λί­γες ἀ­κό­μη ἐκ­κρε­μό­τη­τές μου στὸ χαρ­τί. Ἡ ἴ­δια ἡ γρα­φὴ μιὰ ἀ­τέρ­μο­νη ἐκ­κρε­μό­τη­τα. Λερ­ναί­α Ὕ­δρα. Γρά­φω, δι­α­γρά­φω, καὶ πά­λι ἀπ’ τὴν ἀρ­χή. Μί­τος ἀρ­χέ­γο­νος, ψά­χνω ἐ­να­γώ­νια τὴν ἄ­κρη του. Ἕ­να τε­τρά­διο πάν­τα κον­τά σου, ἀ­κό­μη καὶ στὸν ὕ­πνο – λέ­νε. Πο­τὲ δὲν ξέ­ρεις πό­τε θὰ σοῦ χτυ­πή­σει ἡ ἔμ­πνευ­ση. Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα, πόρ­τες, πα­ρά­θυ­ρα, οἱ αἰ­σθή­σεις μου, ὅ­λα ἀ­νοιγ­μέ­να δι­ά­πλα­τα. Πό­ροι ποὺ ὣς τώ­ρα λει­τουρ­γοῦ­νε μό­νο ὡς ἔ­ξο­δοι. Ἀ­φή­νουν νὰ δι­α­χέ­ε­ται ἡ ὕ­παρ­ξή μου. Στὸ ἔ­ξω νὰ σκορ­πί­ζε­ται. Κι ἐ­γώ, ὁ­λο­έ­να μι­κρό­τε­ρος, κρα­τά­ω τὰ δά­χτυ­λα ἀ­νοι­χτά, μή­πως συλ­λά­βουν τὸ νό­η­μα τοῦ κό­σμου. Ὅ­λο μου τὸ κορ­μὶ ἀν­τέ­να ὑ­ψω­μέ­νη στὸ χά­ος. Σι­ω­πή. Λή­ψη κα­μί­α. Τὸ ἀ­πό­λυ­το τί­πο­τε. Οὔ­τε κὰν τὸ λευ­κό τῆς σε­λί­δας. Παν­τοῦ γκρί­ζες ἀ­μυ­χὲς ἀ­πὸ μο­λύ­βι, ποὺ ξε­θω­ριά­ζουν μέ­ρα τὴ μέ­ρα. Γρα­φο­μα­νής, γε­μί­ζω ἀ­σφυ­κτι­κὰ τε­τρά­δια, χαρ­τιά, χαρ­το­πε­τσέ­τες, μὰ οὔ­τε μιὰ φρά­ση ἁρ­μο­νι­κὴ δὲν σύν­τα­ξα. Πα­ρα­φω­νί­α λέ­ξε­ων σὲ ἂ ἔ­λασ­σον. Ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος, ἐ­λάσ­σων κι ἐ­γώ, ἁ­πλώ­νω τὸ χέ­ρι νὰ σβή­σω τὴ λάμ­πα στὸ κο­μο­δί­νο.

        Σ’ ἀγ­γί­ζω ἄ­θε­λά μου. Οὔ­τε θυ­μό­μουν πὼς ἤ­σουν ἐ­κεῖ. Σὲ εἶ­χα ξε­χά­σει ἐ­δῶ καὶ μέ­ρες ξα­πλω­μέ­νη μὲς στὰ σκε­πά­σμα­τα. Μὲ πε­ρι­μέ­νεις μὲ τὴν ἡ­δο­νι­κὴ ἠ­ρε­μί­α τῆς αὐ­τε­πί­γνω­σης. Χα­ϊ­δεύ­ω ἁ­πα­λὰ τὴ ρά­χη σου μὲ τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λα. Εἴ­μα­στε δι­α­φο­ρε­τι­κοί, μοῦ λὲς αὐ­τά­ρε­σκα. Ἐ­σὺ ἐ­παρ­χι­ώ­της ποι­η­τής. Ἐ­μέ­να θὰ μὲ βρεῖς σ’ ἀν­θο­λο­γί­ες παγ­κό­σμι­ες. Μὰ μὴ σὲ νοιά­ζει. Τί ὠ­φε­λεῖ ἡ ὁ­μοι­ό­τη­τα; Ἔ­λα νὰ πο­λε­μή­σου­με. Ρό­λους νὰ ἀλ­λά­ζου­με, τὴ μιὰ θύ­της, θύ­μα τὴν ἄλ­λη. Μί­λα μου, μό­νο. Πό­σο μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ γε­λι­έ­μαι μὲ τὰ λό­για. Ὅ­πως ἐ­πι­θυ­μεῖς ἀ­γά­πα με. Τί μὲ κοι­τᾶς; Λύ­πη ἔ­χω στὰ μά­τια, ὄ­χι λύ­πη­ση. Κρυ­ώ­νεις;  Ἔ­χου­με τό­σες λέ­ξεις γιὰ προ­σά­ναμ­μα.

        Κά­να­με ποί­η­ση ὅ­λο το βρά­δυ. Δί­πλα μου, ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε, ἕ­να βι­βλί­ο σὲ γλώσ­σα ξέ­νη. Δι­α­βά­ζω τὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο συλ­λα­βι­στά: Ма­рина И­ва­но­вна Цве­та­е­ва. По­э­мы.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπῦ­ρος Κι­οσ­σές. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Τμῆ­μα Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Δη­μο­κρι­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Βι­βλί­α του: Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἀ­νά­γνω­ση καὶ γρα­φὴ τοῦ πε­ζοῦ λό­γου: Ἡ συμ­βο­λὴ τῆς ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­ας (Ἀ­θή­να, 2018) καὶ Τὸ κά­τω κά­τω τῆς γρα­φῆς (ποί­η­ση, Με­λά­νι, 2018).


Δημοσθένης Καμπούρης: Τὸ μέλλον ποὺ ἔφευγε


Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Τὸ μέλ­λον ποὺ ἔ­φευ­γε


ΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε πὼς θὰ κα­θό­ρι­ζε τὸ μέλ­λον του: θὰ χώ­ρι­ζε μα­ζί της. Ἀ­γα­πι­όν­του­σαν καὶ εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει πὼς θὰ περ­νοῦ­σαν τὴ ζω­ή τους μα­ζί, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἐ­κεῖ­νος θά ‘φευ­γε ἀ­π’ τὸ χω­ριό, θὰ πή­γαι­νε στὴν πό­λη, θὰ γνώ­ρι­ζε κά­ποι­α ἄλ­λη ἐ­κεῖ ἢ καὶ ἄλ­λες. Ἡ προ­ο­πτι­κὴ τὸν ἀ­να­στά­τω­νε. Κι ἔ­τσι κά­θι­σε γιὰ μιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ μα­ζί της στὸ παγ­κά­κι τοῦ πάρ­κου καὶ τῆς εἶ­πε τί ἤ­θε­λε. Τὴν εἶ­δε νὰ ξε­σπά­ει σὲ λυγ­μούς, νὰ τραν­τά­ζε­ται, κι αὐ­τὸ ἔ­σκι­ζε καὶ τὴ δι­κή του καρ­διά, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σε πιὰ ν’ ἀλ­λά­ξει γνώ­μη. Τὰ χαρ­το­μάν­τι­λα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α σκού­πι­ζε τὰ μά­τια της τά ‘χω­νε στὴν τσέ­πη της. «Θέ­λω νὰ τὰ κρα­τή­σω νὰ θυ­μᾶ­μαι», τοῦ εἶ­πε. Ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­φευ­γε ἀ­κό­μα. Ἐ­κεῖ­νος κου­νοῦ­σε τὰ πό­δια του νευ­ρι­κά. Ἡ στιγ­μὴ ἐρ­χό­ταν. Ση­κώ­θη­κε καὶ τί­να­ξε τὸ τζίν της μὲ τὶς πα­λά­μες της. Τὴν κοί­τα­ζε μὲ τὸ μυα­λό του ἄ­δει­ο. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ, ὄρ­θια ἀ­πέ­ναν­τί του, καὶ με­τὰ ἔ­κα­νε με­τα­βο­λὴ καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Πε­τά­χτη­κε τό­τε κι ἐ­κεῖ­νος λί­γο πιὸ ἐ­κεῖ, σ’ ἕ­ναν θά­μνο, ξε­κουμ­πώ­θη­κε, κι ἄρ­χι­σε νὰ κα­του­ρά­ει ὁρ­μη­τι­κά, ἀ­συγ­κρά­τη­τα, ἀ­τε­λεί­ω­τα. Εἶ­χε σκά­σει τό­ση ὥ­ρα καὶ ἡ ἀ­να­κού­φι­ση ἦ­ταν τε­ρά­στια, σκέ­πα­ζε τὴν αἴ­σθη­ση καὶ τὴν βα­ρύ­τη­τα ὅ­λων των ἄλ­λων.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας: Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα



Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα


ΥΣΑΡΕΣΤΑ πράγ­μα­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν στὸν κα­θέ­να, ἀλ­λὰ μό­νον κά­ποι­ους μπο­ροῦν νὰ τοὺς ἀλ­λά­ξουν χα­ρα­κτή­ρα. Νὰ με­τα­μορ­φώ­σουν ἕ­ναν κα­λὸ ἄν­θρω­πο πχ. σὲ δι­ά­βο­λο. Θὰ μοῦ πεῖ­τε πὼς ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος σέρ­νει μα­ζὶ μὲ τὰ πο­δά­ρια καὶ τὴ μοί­ρα του, καὶ οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἐ­πι­ση­μαί­νουν οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι ἤ­δη μὲς στὶς ἀ­πο­σκευ­ὲς ποὺ σέρ­νει πί­σω του. Δὲν ξέ­ρω. Πα­ρά­ξε­να φέγ­γει στὴ μνή­μη μου ἡ ἀρ­χή. Νέ­ος ψυ­χί­α­τρος τό­τε ἐ­πε­δεί­κνυ­α με­γα­θυ­μί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση σὲ ἀ­χα­ρα­κτή­ρι­στες συμ­πε­ρι­φο­ρές. Ὑ­πε­ρέ­βα­λα ἑ­αυ­τὸν καὶ ψυ­χι­α­τρι­κο­ποι­οῦ­σα ἀ­κό­μη καὶ τὴν κοι­νὴ χυ­δαι­ο­λο­γί­α, τὶς μνη­σί­κα­κες ἀ­να­φο­ρὲς σὲ ἄ­το­μα τοῦ εὐ­ρέ­ως πε­ρι­βάλ­λον­τός μου, ἀ­κό­μη καὶ τὶς συ­κο­φαν­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις, τὴν ἐ­ξύ­βρι­ση τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας καὶ τὸν δι­α­συρ­μὸ ὑ­πο­λή­ψε­ων. Τὸν ὑ­πο­τί­μη­σα ὡς ἕ­ναν ἀ­κό­μη «τρε­λό», ἀ­γνο­ών­τας πὼς αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κεί­με­νο ποὺ προ­σποι­οῦνταν τὸ φί­λο μου, πει­ρα­μα­τι­ζό­ταν πῶς νὰ ἐ­λέγ­χει καὶ νὰ κα­θο­δη­γεῖ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις μου.

       Δὲν θὰ ξε­χά­σω αὐ­τὸ τὸ φέγ­γος στὸ σταθ­μό. Ἐ­κεῖ κα­τα­γρά­φτη­κε στὸ χαρ­τὶ ἕ­να λε­πτο­με­ρὲς καὶ πα­ρα­στα­τι­κὸ σχέ­διο ἐγ­κλή­μα­τος. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ τὸ ἔ­γρα­ψε ἦ­ταν ἕ­να ψυ­χρὸ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὸ μυα­λό. Ἕ­να μυα­λὸ ποὺ εἶ­χε μο­να­δι­κὸ σκο­πὸ καὶ σκέ­ψη τὴν κα­τα­στρο­φὴ μιᾶς ἄλ­λης ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Πή­γαι­νε στὴν Ἀ­θή­να νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα: ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε στὴ δου­λειὰ καὶ φω­το­γρά­φι­ζε ὅ­λα τὰ πρό­σω­πα ποὺ ἔρ­χον­ταν σὲ ἐ­πα­φὴ μα­ζί της. Κα­τέ­γρα­φε σὲ ἕ­να τε­φτέ­ρι τὰ ὀ­νό­μα­τά τους, τὶς δι­ευ­θύν­σεις τους, τὰ τη­λέ­φω­να, καὶ κα­θὼς ἡ δου­λειὰ τῆς πρώ­ην συ­ζύ­γου του ἦ­ταν σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο, ἔ­βα­λε στὸ στό­χα­στρο δι­ά­φο­ρους λο­γο­τέ­χνες μι­κροῦ ἢ με­γα­λύ­τε­ρου βε­λη­νε­κοῦς. Τὴν ἀ­πει­λοῦ­σε πὼς θὰ τὴν ξε­φτί­λι­ζε μέ­ρες, ἑ­βδο­μά­δες, μῆ­νες καὶ χρό­νια. Ξα­να­γύ­ρι­ζε στὸ στρα­τό­πε­δο καὶ τοὺς ἔ­λε­γε πὼς κα­λο­πέ­ρα­σε μὲ τὸ γκο­με­νά­κι στὴν Κα­τε­ρί­νη.


Ὅ­λα τε­λει­ώ­νουν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σύ­νο­ρο. Ἡ θλί­ψη, ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α, ἡ ἄ­γρια ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ἐκ­δί­κη­ση καὶ τι­μω­ρί­α εἶ­χαν φω­λιά­σει πιὰ στὴν καρ­διά του. Προι­κι­σμέ­νος μὲ ἕ­να ψυ­χρὸ θυ­μό, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ τοῦ Λι­το­χώ­ρου ἕ­ως τὴν τε­λευ­ταί­α ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­νώ­φε­λης καὶ πρό­στυ­χης ζω­ῆς του, με­τα­βλή­θη­κε σὲ ἕ­να μο­χθη­ρὸ καὶ κα­κό­βου­λο ὂν ποὺ μό­λυ­νε μὲ τὴν ἀ­νά­σα του ὅ­ποι­ον στε­κό­ταν δί­πλα του. Τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο τί ἔ­κα­ναν οἱ λο­γο­τέ­χνες στὴ ζω­ὴ τους ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ ὅ,­τι ἔ­γρα­φαν. Ἀ­νί­κα­νος νὰ ἀ­πο­λαύ­σει ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο, κα­τέ­γρα­φε τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου τους, ὑ­πο­λο­γι­στι­κὰ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Ἐ­πώ­α­ζε στὴ ψυ­χή του μυ­ριά­δες κου­τσομ­πο­λιά, κα­θο­δη­γού­με­νος πάν­τα ἀ­πὸ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α νὰ κα­τα­στρέ­ψει τοὺς ἄλ­λους. Μιᾶς ἔμ­μο­νης ἰ­δέ­ας ποὺ τὸν τρι­βέ­λι­ζε ἀ­δι­ά­κο­πα κι ἀ­πέ­κτη­σε τε­ρά­στι­ες δι­α­στά­σεις κι ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­πα­ψε νὰ με­τρά­ει γι’ αὐ­τόν. Θε­ό­στρα­βος, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χον­τροὺς φα­κοὺς ἔ­βλε­πε πράγ­μα­τα ποὺ δὲν βλέ­πουν οἱ ἄλ­λοι. Ἔ­τσι ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να σω­ρὸ ἀ­κα­τα­νό­η­τες θε­ω­ρί­ες σχε­τι­κὲς μὲ τὴ Ψυ­χο­λο­γί­α καὶ πί­στευ­ε ἀ­κρά­δαν­τα πὼς κολ­λᾶ­νε σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση. «Ἂν εἶ­σαι ἄρ­ρω­στος» ἔ­λε­γε στὸν ἑ­κά­στο­τε ἐ­χθρό του «δὲν θὰ χρε­ω­θοῦ­με ἐ­μεῖς τὴν ἀρ­ρώ­στια σου». Μι­λοῦ­σε στὸν πλη­θυν­τι­κό, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στοὺς ὑ­πο­τε­λεῖς του κι ὑ­πεν­θυ­μί­ζον­τάς τους πὼς «ἐ­μεῖς» θὰ σᾶς ἐ­πι­φυ­λά­ξου­με τὴν ἴ­δια τύ­χη, ἔ­τσι κι ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ­τε. Ἐ­κεῖ στὴν ἀ­πο­βά­θρα μὲ τὶς χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς νὰ στά­ζουν ἀ­πὸ τὰ λι­γδι­α­σμέ­να του μαλ­λιά, ρεύ­τη­κε τὸν πι­τό­γυ­ρο ποὺ εἶ­χε κα­τα­βρο­χθί­σει στὰ ὄρ­θια, τὶς τη­γα­νη­τὲς πα­τά­τες μὲ τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὰ τζα­τζί­κια, σκού­πι­σε πά­λι μὲ τὴν ἀ­νά­στρο­φη τοῦ χε­ριοῦ του τὰ γέ­νια ποὺ θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα, κι ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο. Τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο μὲ τὸ ἀ­πο­λυ­τή­ριο στρα­τοῦ στὴν τσέ­πη, ἀ­πέ­κτη­σε αὐ­το­μά­τως τὴν ἡ­λι­κί­α τοῦ θα­νά­του του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Σω­τή­ρης Πα­στά­κας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τεῦχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆς, Ὁ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ου, Τὸ πα­ρα­μι­λη­τό, Σπαρ­μός, Ποί­η­ση, Μαν­δρα­γό­ρας, Νέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).



		

	

Τάσος Καλούτσας: Γιατί τὸ ἔκανες αὐτό



Τά­σος Κα­λού­τσας

Για­τί τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό

Μάρ­τυ­ρες δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά, γιὰ τί­πο­τε
Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης,
 («Τρί­α κρυ­φὰ ποι­ή­μα­τα»)

ΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ!

Ἡ κραυ­γὴ ἔ­φτα­νε στ’ αὐ­τιά τους ἱ­κε­τευ­τι­κή, σχε­δὸν σπα­ρα­χτι­κή. Τὸ δί­χως ἄλ­λο ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ κραύ­γα­ζε βρι­σκό­ταν σὲ με­γά­λο κίν­δυ­νο.

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ρά­γι­ζε τὴ σι­ω­πὴ τῆς νύ­χτας. Ἔ­ρι­ξε μιὰ λο­ξὴ μα­τιὰ στὸ ρο­λό­ι του: πε­ρα­σμέ­νες τρει­σή­μι­σι!

        Ἡ σύν­τρο­φός του πε­τά­χτη­κε ξαφ­νι­κὰ πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κα­τέ­βα­σε τὶς γρί­λι­ες.

        «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ;»

        «Σσς» τοῦ ψι­θύ­ρι­σε. «Μὴν κου­νη­θεῖς καὶ μὴν ἀ­νά­ψεις φῶ­τα!»

      Ἡ φω­νὴ τρε­μά­με­νη, φα­νέ­ρω­νε τὴν ἀ­γω­νί­α της.

        Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να κη­πά­ριο μὲ γρα­σί­δι μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρό τους, τὰ κάγ­κε­λα τῆς αὐ­λῆς κι ὁ δρό­μος, σκο­τει­νὸς τὶς δυ­ὸ τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες. Τὰ φῶ­τα στὶς κο­λό­νες ὁ­λό­γυ­ρα σβη­στά. Μά­λι­στα θυ­μό­ταν ποὺ τοῦ εἶ­χε γκρι­νιά­ξει: «Τί στὸν δι­ά­βο­λο, οἰ­κο­νο­μί­α κά­νουν καὶ σ’ αὐ­τό; Κο­τζὰμ θέ­ρε­τρο… μὲ τὰ σκο­τά­δια θὰ τρα­βή­ξουν τοὺς του­ρί­στες;»

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ἀ­κου­γό­ταν τώ­ρα πιὸ κον­τά.

        Ἀ­κο­λού­θη­σε ἕ­να βα­ρὺ τρε­χα­λη­τὸ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ δρό­μου. Με­τὰ ἔ­γι­νε ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή. Στὸ δι­ά­δρο­μο ἔ­και­γε ἕ­να ἀ­σθε­νι­κὸ φω­τά­κι νύ­χτας. Ἡ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα στε­κό­ταν ἀ­σά­λευ­τη ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τόν, ποὺ μι­σο­κα­θό­ταν στὸ στρῶ­μα του, καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ ἐ­λέγ­χει τὶς κι­νή­σεις του. Με­τὰ ἔ­σκυ­ψε σὰ φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος πά­νω στὸ κρε­βα­τά­κι τοῦ μω­ροῦ της καὶ ἀ­φουγ­κρά­στη­κε τὴν ἀ­νά­σα του.

        «Τί φο­βᾶ­σαι… Σι­γὰ μὴ χω­θεῖ κι ἐ­δῶ μέ­σα!»

        Ἐ­κεί­νη, ἀν­τὶ γι’ ἀ­πάν­τη­ση σκέ­πα­σε μὲ τὸ σεν­το­νά­κι του τὸ παι­δί, ποὺ κοι­μό­ταν ἤ­ρε­μα.

        Ὅ­ταν πιὰ δὲν ἀ­κου­γό­ταν τί­πο­τα, ὁ ἄν­τρας πλη­σί­α­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἀ­νέ­βα­σε τὸ στό­ρι στὴν ἀρ­χι­κή του θέ­ση. Πρό­σε­ξε πὼς στὸ με­τα­ξὺ ἀρ­κε­τὰ φῶ­τα εἶ­χαν ἀ­νά­ψει —κα­τό­πιν ἑ­ορ­τῆς, βέ­βαι­α— στὸ ἀ­πέ­ναν­τι συγ­κρό­τη­μα.

        «Τό­σο πο­λὺ τρό­μα­ξες;» τὴν ρώ­τη­σε. «Κα­τέ­βα­σες καὶ τὶς γρί­λι­ες… Για­τί τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό;»

        Ἤ­θε­λε πο­λὺ νὰ συμ­πλη­ρώ­σει πὼς κα­νο­νι­κὰ θὰ ἔ­πρε­πε ἴ­σως νὰ τρέ­ξουν ὅ­λοι νὰ δοῦν ἂν μπο­ροῦ­σαν νὰ βο­η­θή­σουν σὲ κά­τι, τὴν ἔ­βλε­πε ὅ­μως τό­σο τα­ραγ­μέ­νη ποὺ δὲν τόλ­μη­σε.

        «Ἐ­νῶ ἐ­σὺ ὄ­χι;» τοῦ ἀ­πάν­τη­σε δύ­σπι­στα.


* * *


Λί­γο πα­ρά­με­ρα, στὴν ἄ­κρη τῆς πλα­τεί­ας, ὑ­πῆρ­χε ἕ­να μι­κρὸ συν­τρι­βά­νι. Κά­θε βρά­δυ ἕ­νας πί­δα­κας νε­ροῦ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο του, μὲ αὐ­ξο­μει­ού­με­νη ἔν­τα­ση, σκορ­πί­ζον­τας πο­λύ­χρω­μες ἀν­ταύ­γει­ες, μὲ τὴ βο­ή­θεια κα­τάλ­λη­λων προ­βο­λέ­ων. Δι­ά­φο­ροι του­ρί­στες, ζευ­γά­ρια ἢ οἰ­κο­γέ­νει­ες μὲ μι­κρὰ παι­διὰ ποὺ τι­τί­βι­ζαν χα­ρού­με­να, φω­το­γρα­φί­ζον­ταν μὲ φόν­το αὐ­τὸ τὸ σκη­νι­κό, ὄρ­θιοι ἢ κα­θι­στοὶ στὸ χα­μη­λὸ πε­ζου­λά­κι τῆς στέρ­νας. Πρὶν λί­γες μέ­ρες εἶ­χε πο­ζά­ρει ἐ­κεῖ κι ὁ ἴ­διος μὲ τοὺς δι­κούς του, τὴ σύν­τρο­φό του καὶ τὸ πι­τσι­ρί­κι. Σή­με­ρα, ἀ­πὸ τ’ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα, μπρου­μυ­τι­σμέ­νο,  μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να μέ­σα στὸ νε­ρό, ἐ­πέ­πλε­ε ἐ­κεῖ μέ­σα τὸ πτῶ­μα ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ἄν­τρα.

        Οἱ πρῶ­τες φῆ­μες λέ­γαν πὼς ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν σύν­δε­σμο ἑ­νὸς πα­ρά­νο­μου δι­ε­θνοῦς κυ­κλώ­μα­τος δι­α­κί­νη­σης ναρ­κω­τι­κῶν (καὶ λα­θραί­ων) στὴν πε­ρι­ο­χὴ καὶ ὅ­τι τὸν ἔ­φα­γε ἕ­νας Ρου­μά­νος τοῦ ἴ­διου σι­να­φιοῦ. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χαν βρε­θεῖ ἀ­κό­μη τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα τεκ­μή­ρια οὔ­τε ὁ ἀ­κρι­βὴς τό­πος δι­α­μο­νῆς του. Ἄλ­λοι μι­λοῦ­σαν γιὰ ξε­κα­θά­ρι­σμα λο­γα­ρια­σμῶν με­τα­ξὺ ὑ­πο­κει­μέ­νων τοῦ ὑ­πο­κό­σμου, ὅ­που ὡς γνω­στόν, δύ­σκο­λα γλι­τώ­νει κα­νεὶς ὅ­ταν μπεῖ στὸ στό­χα­στρο. Κά­ποι­οι δι­α­τεί­νον­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἁ­πλῶς τὸ θύ­μα μιᾶς ἀ­πρό­βλε­πτης νυ­χτε­ρι­νῆς λη­στεί­ας· ξέ­φυ­γε πι­θα­νό­τα­τα πρὸς στιγ­μὴν ἀ­πὸ τὰ νύ­χια τοῦ δρά­στη κι ἐ­κεῖ­νος τὸν κυ­νή­γη­σε καὶ τὸν σκό­τω­σε, συγ­κε­κρι­μέ­να τὸν στραγ­γά­λι­σε. Οἱ ἐκ­δο­χὲς ἦ­ταν τό­σες πολ­λὲς ὅ­σοι κι ἐ­κεῖ­νοι (φαν­τα­σι­ό­πλη­κτοι καὶ μὴ) ποὺ τὶς ξε­στό­μι­ζαν. Μέ­χρι καὶ γιὰ ἄ­γριο σε­ξου­α­λι­κὸ ἔγ­κλη­μα ἔ­κα­ναν λό­γο με­ρι­κοί, ἐ­πει­δή, λέ­ει, ὁ δο­λο­φο­νη­μέ­νος ἦ­ταν νέ­ος ἐκ­πά­γλου καλ­λο­νῆς. Ἡ το­πι­κὴ Ἀ­στυ­νο­μί­α ἔ­στελ­νε ἀ­π’ τὸ πρω­ῒ ἐ­πεί­γον­τα φὰξ καὶ ἰ­μέ­ιλ πρὸς ὅ­λες τὶς ἁρ­μό­δι­ες (ντό­πι­ες καὶ ξέ­νες) ἀρ­χές, ἀλ­λὰ τί πε­ρισ­σό­τε­ρο νὰ σοῦ κά­νει μιὰ ὑ­πη­ρε­σί­α, μὲ ὀ­λι­γο­με­λὲς προ­σω­πι­κό, στὴν ἄ­κρη αὐ­τῆς τῆς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νης του­ρι­στι­κῆς πε­ρι­ο­χῆς;

        Τὸ κρί­σι­μο ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ τέ­θη­κε ἐ­ξαρ­χῆς ἦ­ταν ἂν ἐ­πρό­κει­το τε­λι­κὰ γιὰ τὸ ἴ­διο ἄ­το­μο πού, πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα, κα­λοῦ­σε ἀ­πελ­πι­σμέ­να σὲ βο­ή­θεια. Πά­νω σ’ αὐ­τὸ μᾶλ­λον δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α για­τὶ βρέ­θη­καν ἀρ­κε­τοὶ —γεί­το­νες τους ἀλ­λὰ καὶ ἄλ­λοι— πού, ἂν καὶ δὲν εἶ­χαν δεῖ μὲ τὰ μά­τια τους οὔ­τε τὸ θύ­τη οὔ­τε τὸ θύ­μα του, εἶ­χαν ὡ­στό­σο ἀ­κού­σει (σὰν μέ­σα σὲ ὄ­νει­ρο) τὶς φω­νὲς καὶ τὰ τρε­χα­λη­τά τους, μπο­ροῦ­σαν λοι­πὸν νὰ κα­θο­ρί­σουν μὲ ἀ­κρί­βεια τὶς κι­νή­σεις τῆς δι­α­δρο­μῆς τους, μέ­σα ἀ­πὸ στε­νὰ κι ἐ­ρη­μι­κὰ σο­κά­κια, μέ­χρι τὸ συν­τρι­βά­νι, ποὺ ὑ­πῆρ­ξε προ­φα­νῶς καὶ ὁ τε­λι­κὸς προ­ο­ρι­σμός τους. Ἐ­πει­δὴ ἀ­κρι­βῶς ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τὲς οἱ λε­πτο­με­ρεῖς ἀ­κου­στι­κὲς μαρ­τυ­ρί­ες, ἀ­πο­κλεί­στη­κε καὶ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ πρό­κει­ται γιὰ ἑ­νὸς εἴ­δους τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση κά­ποι­ου μο­να­χι­κοῦ λύ­κου, ἀ­φοῦ δὲν ἀ­κού­στη­κε κα­μιὰ σχε­τι­κὴ κραυ­γὴ ποὺ νὰ ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τὸν Θε­ὸ (Ἀλ­λά­χου Ἄκ­μπαρ!). Στὴν ἀ­μη­χα­νί­α ποὺ ἐ­πέ­δει­ξε ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς γιὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες (ἔ­στω ἕ­νας!) ποὺ νὰ ἔ­χουν βι­ώ­σει δηλ. ἐκ τοῦ σύ­νεγ­γυς τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ (πα­ρὰ μο­νά­χα δι­ά­φο­ροι ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως ὠ­τα­κου­στές), κά­ποι­ος ἔ­δω­σε τὴ δι­κή του ἐκ­δο­χή:

        «Ἑ­τοι­μα­ζό­μουν νὰ μπῶ στὸ μπά­νιο, ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὶς κραυ­γὲς καὶ σκέ­φτη­κα νὰ βγῶ ἔ­ξω νὰ δῶ τί συμ­βαί­νει, ἀλ­λὰ φο­βή­θη­κα…». Πρό­σθε­σε ὅ­τι μιὰ ἄλ­λη φο­ρὰ ποὺ τοῦ εἶ­χε τύ­χει νὰ βρε­θεῖ ἀν­τι­μέ­τω­πος (ἢ μᾶλ­λον συ­να­παν­τή­θη­κε τυ­χαῖ­α) μὲ ἄ­το­μο τοῦ ἴ­διου φυ­ρά­μα­τος μὲ αὐ­τὸν ποὺ ἔ­ψα­χναν, τὸν εἶ­δε στὸ δρό­μο νὰ δι­α­βαί­νει κρα­δαί­νον­τας ἀ­πει­λη­τι­κὰ μιὰ αἰχ­μη­ρὴ μα­τσέ­τα, μὲ ἀ­τσά­λι­νη λά­μα πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἑ­κα­το­στά… Ὁ ἀ­στυ­νό­μος θε­ώ­ρη­σε τὴν ἀ­πάν­τη­σή του εἰ­λι­κρι­νῆ, ἀ­φοῦ πί­στευ­ε πὼς τὸ συ­ναί­σθη­μα ποὺ ἔ­νι­ω­σε —κά­τι σὰν πα­νι­κό— ἦ­ταν ἱ­κα­νὸ νὰ πα­ρα­λύ­σει τὶς σκέ­ψεις ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που καὶ νὰ μπλο­κά­ρει τὶς πρά­ξεις του, καὶ δὲν ἐ­πέ­μει­νε ἄλ­λο στὸ θέ­μα.


* * *


Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ ἴ­διο βρά­δυ τὰ μά­τια τοῦ ἄν­τρα, λὲς καὶ ἦ­ταν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­να, ἄ­νοι­ξαν ἀ­πὸ μό­να τους. Κοί­τα­ξε λο­ξὰ τὸ ρο­λό­ι του: πε­ρα­σμέ­νες τρει­σή­μι­σι!… Ση­κώ­θη­κε ἀρ­γὰ καὶ πλη­σί­α­σε τὸ μι­σο­κα­τε­βα­σμέ­νο στό­ρι τοῦ πα­ρά­θυ­ρου. Ἔ­ξω στὸ δρό­μο σκο­τει­νιὰ καὶ πά­λι —ἀ­φοῦ τὰ φῶ­τα στὶς κο­λό­νες πα­ρέ­με­ναν σβη­στά— καὶ ἄ­κρα σι­γή.

        Ξε­ρο­κα­τά­πι­ε, σὰ νὰ ἔ­παιρ­νε φό­ρα καὶ με­τά, βά­ζον­τας τὶς πα­λά­μες χω­νὶ γύ­ρω στὸ στό­μα του  πά­τη­σε μιὰ δυ­να­τὴ κραυ­γή:

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ἡ σύν­τρο­φός του τι­νά­χτη­κε, πα­νι­κο­βλη­μέ­νη.

      «Μὰ τί κά­νεις; Τρε­λά­θη­κες;»

      Ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο εἶ­χε σκύ­ψει ἀ­μέ­σως πά­νω ἀ­π’ τὸ κρε­βα­τά­κι τοῦ παι­διοῦ της, πού, λα­χτα­ρι­σμέ­νο, ξέ­σπα­σε σὲ κλά­μα­τα στὸ ὕ­πνο του.

        Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν ὄρ­θιος μπρο­στά της, σι­ω­πη­λὸς καὶ αἰ­νιγ­μα­τι­κός. Στὴ σκέ­ψη ὅ­τι μᾶλ­λον τὰ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ τὸν ἀ­κού­σουν ὅ­λοι, τοῦ ἐρ­χό­ταν νὰ γε­λά­σει, ἀ­φοῦ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς ἤ­θε­λε: νὰ τοὺς ξυ­πνή­σει, νὰ τα­ρά­ξει τὸν μα­κά­ριο ὕ­πνο τους, νὰ τοὺς αἰ­σθαν­θεῖ πά­λι, ἔ­στω γιὰ λί­γες μό­νο στιγ­μὲς —σκέ­φτη­κε μ’ ἕ­ναν κά­πως χαι­ρέ­κα­κο τρό­πο— νὰ πα­ρα­μο­νεύ­ουν πί­σω ἀ­πὸ τὶς κα­τε­βα­σμέ­νες γρί­λι­ες τῶν σπι­τι­ῶν τους, ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στὸ φό­βο τους.

        Πε­ρί­με­νε μέ­χρι ν’ ἀ­νά­ψουν τὰ πρῶ­τα φῶ­τα ἀ­πέ­ναν­τι καὶ με­τὰ ξα­νά­πε­σε στὸ κρε­βά­τι του.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὑ­πὸ τὸ κρά­τος τοῦ τρό­μου (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2018).

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010)


 

Σωτήρης Δημητρίου: Ντιάλιθ΄ ἴμ, Χριστάκη

 


Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου


Ντι­ά­λιθ’ ἴμ, Χρι­στά­κη


ΠΟ ‘ΝΑ ΠΕΙΣΜΑ τὴν πῆ­ρε.

Δὲν τὸν πο­λυ­έ­νοι­α­ζε, μὰ πέ­σαν νὰ τὸν φᾶ­νε οἱ δι­κοί του.

«Κα­λά, τό ’χα­σες τε­λεί­ως; Νὰ μπά­σου­με σπί­τι μας τὴν Ἀρβα­νί­τω, τὴν τέ­τοι­α, τὴν πάν­τοι­α;»

Ἰ­δί­ως οἱ ἀ­δερ­φές του ἦ­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κές: «Σπί­τι μας δὲν μπαί­νει ἡ πα­λι­ο­σκι­πι­τάρ.»

       Βέ­βαι­α, πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ τὴ φυ­λε­τι­κή της ἰ­δι­ό­τη­τα τὶς πεί­ρα­ζε πού, ὅ­ταν ἔμ­παι­νε στὸ φοῦρ­νο τους, σὰν κά­τι νὰ ὀ­μόρ­φαι­νε.

        Στὸ φοῦρ­νο λοι­πὸν τὴ γνώ­ρι­σε.

        Γε­ρή, νο­στι­μού­λα — ἔ, θεό­φτω­χη ἦ­ταν μὰ τά ’χε πε­ρα­σμέ­να κι αὐ­τὸς τὰ τριά­ντα πέν­τε.

        Δὲν μπῆ­κε σὲ οἰ­κο­γέ­νεια ἡ κο­πέ­λα, μπῆ­κε σὲ φι­δο­φω­λιά. Μοῦ­τρα, μι­σό­λο­γα, ξε­θέ­ω­μα στὶς δου­λει­ές, κι ὁ ἄν­τρας ἔ­κα­νε τὸ πεῖ­σμα ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Βο­λεύ­τη­κε. Τέρ­μα.

        «Καὶ νὰ τ’ ἀ­φή­σεις αὐ­τὰ τὰ μὶρ καὶ τὰ μίρ. Δὲν εἶ­ναι Ἀρ­βα­νι­τιὰ ἐ­δῶ. Μπῆ­κες σὲ σπί­τι ρύ­ζι κα­ρο­λί­να. Τά ’κου­σες; Σὲ κά­να­με ἄν­θρω­πο.»

        Τό­σο πο­λὺ τὴν ἐ­φό­βι­σαν πού, σὰν τῆς ἐρ­χό­ταν ἀ­κά­λε­στη κα­μιὰ λέ­ξη ἀ­π’ τὴν ψυ­χὴ στὰ χεί­λη, προ­λά­βαι­νε καὶ χτύ­πα­γε δυ­να­τὰ μὲ τὴ χού­φτα της τὸ στό­μα.

        Τὴ μά­να της εἶ­χε μο­νά­χα. Βρῆ­καν τρό­πο οἱ ἀ­δερ­φὲς νὰ τὶς ξε­σμί­ξουν.

        «Ἔρ­δε πρά­πε, μά­να» ἔ­λε­γαν καὶ ξε­καρ­δί­ζον­ταν ὅ­ταν τὴν ἔ­βλε­παν.

        Μὲ τὸ σύ­ζυ­γο ἡ ἐ­πα­φὴ ἦ­ταν μο­νά­χα σὰν τὴν πλά­κω­νε μὲ τὸ κε­φά­λι μό­νι­μα πά­νω ἀ­π’ τὸ δι­κό της νὰ τὴν τρυ­πά­ει μὲ τὸ πι­γού­νι του. Ἔ­μει­νε ἔγ­κυ­ος, καὶ ἡ κα­τά­στα­ση ἴ­δια. Τὴν ἔ­παιρ­νε ἀ­π’ τὶς τρεῖς τὸ πρω­ὶ στὸ φοῦρ­νο. Κα­τό­πι στὸ σπί­τι νὰ τοὺς πε­ρε­τεύ­ει ὅ­λους. Τό ‘­ρι­ξε τὸ παι­δί.

        Τό­τε εἶ­ναι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ραν τί ἔ­λε­γαν: «Ἐ­πί­τη­δες, ἡ πα­λιοβρό­μα, ποιός ξέ­ρει τί ἔ­κα­νε!» καὶ «Ὅ­ταν σ’ τὰ λέ­γα­με ἐ­μεῖς!»

        Ποῦ νὰ ξε­σπά­σει κι αὐ­τός, σή­κω­σε χέ­ρι καὶ τὸ κα­θι­έ­ρω­σε. Τὸ ψω­μὶ ἅρ­πα­ζε, τὸ κορ­μί της τὸ πλή­ρω­νε.

        Ξα­νάμεινε ἔγ­κυ­ος καὶ πα­ρα­κά­λα­γε νυ­χτο­ή­με­ρα τὸ Θε­ὸ νὰ γεν­νή­σει κα­λὰ γιὰ νὰ τοὺς ἡ­με­ρέ­ψει.

        Κα­θά­ρι­σε κι ἕ­να χῶ­ρο στὴν καρ­διά της κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ μέ­σα, ὅ­σο μπο­ροῦ­σε μα­κριὰ ἀ­πὸ φούρ­νους κι ἀ­δερ­φές. Κα­θά­ρι­σε τὸ χῶ­ρο κι ἔ­βα­λε καὶ τὴν Πα­να­γί­α μέ­σα νὰ τὴ βο­η­θή­σει. Δὲ γνώ­ρι­ζε ἄλ­λον τρό­πο οὔ­τε εἶ­χε ἄλ­λον ἄν­θρω­πο.

        Ἡ μά­να της ἐρ­χό­ταν ἀ­ραι­ά, κα­θό­ταν σι­ω­πη­λὴ κι ἔ­φευ­γε γρή­γο­ρα.

        Κά­πο­τε πῆ­γε νὰ τῆς μι­λή­σει, καὶ τὴν ἔ­κο­ψε.

        «Βου­βά­σου, ἔ­χεις ἄν­τρα, χόρ­τα­σες ψω­μί.»

        Γέν­νη­σε, μὰ οὔ­τε ἡ καρ­διά της οὔ­τε ἡ Πα­να­γί­α νί­κη­σαν τὸ φοῦρ­νο καὶ τὸ τσα­λα­πά­τη­μα.

        Γέν­νη­σε ἄρ­ρω­στο παι­δί. Μογ­γο­λι­κό.

        Τό­τε ἔ­γι­νε ἡ ἐ­χθρό­τη­τα. Οὔ­τε κου­βέν­τα πιά, καὶ τὴν πιὸ ἄ­χρω­μη!

        Μο­νά­χα τὴν κοί­τα­ζαν, ποι­ός ξέ­ρει πῶς, για­τὶ ἔ­νι­ω­θε τὸ κορ­μί της νὰ φο­βᾶ­ται καὶ νά ’ναι σὲ ἄ­μυ­να.

        Ἔ­φτα­νε ἡ νύ­χτα νὰ πλα­γιά­σουν, κι ἔ­τρε­με σὰν πλά­για­ζε καὶ κεῖ­νος. Δὲν τῆς εἶ­πε λέ­ξη γιὰ τὸ παι­δί, καὶ νό­μι­ζε πὼς θὰ τὴν κό­ψει χί­λια κομ­μά­τια. Κά­θε βρά­δυ αὐ­τὸ πε­ρί­με­νε. Ἐν­τέ­λει, τὴν ἔ­δι­ω­ξε ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι του. Τοὺς ἔ­δω­σαν, σ’ αὐ­τὴ καὶ τὸ παι­δί, μιὰ κά­μα­ρη καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἐρ­χό­ταν καὶ τὴ βά­τευ­ε γρή­γο­ρα.

        Ἂν δὲν εἶ­χε κεῖ­νο τὸ ἄρ­ρω­στο πλά­σμα, θὰ τρε­λαι­νό­ταν, θὰ σκο­τω­νό­ταν. Λὲς καὶ τό ’νι­ω­θε τὸ νή­πιο, τὴν ἔσφιγ­γε μὲ δύ­να­μη ἄν­τρα, ἀ­πὸ τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀγ­κά­λια­σμα βρῆ­κε πα­ρη­γο­ριά. Ἀ­χώ­ρι­στοι.

        Ὁ τρό­μος ὅ­μως, μέ­σα της. Ὅ­ταν, σπά­νια, ἦ­ταν μο­νά­χοι στὸ σπί­τι, πή­γαι­νε νὰ τοῦ τρα­γου­δή­σει στ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα, κι ὅ­λο καὶ χω­νό­ταν κά­να μου­σού­δι ἀ­π’ τὴν πόρ­τα καὶ τὴ σού­φλι­ζε μὲ τὰ μά­τια.

        Εἶ­δε κι ἀ­πό­ει­δε, τά ‘­θα­ψε ὅ­λα μέ­σα της: τὰ μι­κρά της χρό­νια, τὴν ἀ­γά­πη, τὶς φι­λε­νά­δες. Ἔ­θα­ψε τὶς τρε­χά­λες, τὰ πε­ζού­λια, τὶς μυ­γδα­λι­ές. Ἔ­θα­ψε βλέμ­μα­τα πο­νε­μέ­να, γε­λού­με­να· βλέμ­μα­τα, βλέμ­μα­τα καὶ χεί­λη. Ἔ­θα­ψε τὴ γλώσ­σα.

        Ἔ­μει­νε μο­νά­χα ἕ­να ἀ­γρί­μι ἀ­λα­φι­α­σμέ­νο πού ‘­θε­λε τὸ γιό της.

        Με­γά­λω­νε καὶ δὲν ἔ­κα­νε βῆ­μα ἀ­πὸ κον­τά της. Τὸν ἔ­βγα­ζε ἔ­ξω σε κρυ­φούς, σκο­τει­νοὺς δρό­μους, μὰ τοὺς μυ­ρί­ζον­ταν τὰ παι­διὰ κι ἔρ­χον­ταν κομ­πα­νί­α ἀ­πὸ πί­σω, μὲ πέ­τρες καὶ κο­ρο­ϊ­δί­ες.

        Ὁ Χρι­στά­κης ἦ­ταν ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ κά­τω ἀ­φύ­σι­κα χον­τρός. Τὸν βά­φτι­σαν «φο­ρά­δα», κι ἐ­πει­δὴ τραύ­λι­ζε πο­λὺ ψι­λά, νύ­χτα μέ­ρα ἄ­κου­γε ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νες παι­δι­κὲς φω­νές, κα­μιὰ φο­ρὰ κι ἀ­πὸ με­γά­λους: «φο­ρά­δα, φο­ρά­δα».

        Ἔ­βγα­λε κι αὐ­τό, σὰν με­γά­λω­σε, ζάν­τζες καὶ πα­ρά­ξε­να φερ­σί­μα­τα. Ἔ­βλε­πε κο­ρι­τσά­κια καὶ κα­τέ­βα­ζε τὰ παν­τε­λό­νια του. Ἀ­κό­μα καὶ σ’ αὐ­τὴν τὸ ἀγ­κά­λια­σμά του ἄλ­λα­ξε. Στρι­φογύ­ρι­ζε, πι­ε­στά, τὰ ὄρ­γα­νά του στὸ κορ­μί της.

        Πά­λευ­ε, πά­λευ­ε.

      Θυ­μό­ταν πάν­τα ποὺ οἱ για­τροὶ εἶ­παν, σὰν γεν­νή­θη­κε, πὼς θὰ πε­θά­νει σὲ κά­ποι­α «με­τε­φη­βεί­α». Τὴν πε­ρί­με­νε, πό­τε σὰν τὴν πιὸ με­γά­λη ἀ­πει­λὴ ποὺ θὰ τὴν ἀ­φα­νί­σει καὶ πό­τε μὲ προ­σμο­νὴ γιὰ νὰ γλι­τώ­σει πιὸ πο­λὺ αὐ­τό.

        Πράγ­μα­τι ἀρ­ρώ­στη­σε, κι ὅ­λος ἐ­κεῖ­νος ὁ ὄγ­κος, ἡ «φο­ρά­δα», τα­χύ­τα­τα ἔ­μει­νε σὰν τσά­κι­νο.

        Πέ­θα­νε. Μέ­χρι νὰ τὸ πᾶν στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα.

        Μό­νο στὸ μυα­λό της ἐρ­χό­ταν συ­νε­χῶς πώς, σὰν γέν­νη­σε τὸ ἄρ­ρω­στο, χά­ρη­κε ἀ­πὸ μιὰ με­ριὰ γι’ αὐ­τὸν τὸν πα­λι­ο­πού­στη ποὺ τῆς χά­λα­σε τὴ ζω­ή. Θυ­μό­ταν ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ ζη­τοῦ­σε νὰ πε­θά­νει καὶ θυ­μό­ταν ἀ­κό­μα συ­νε­χῶς πὼς δὲν τοῦ τρα­γού­δη­σε πο­τὲ στὴ γλώσ­σα τους, δὲ γι­ό­μι­σε λι­γά­κι τὴν ψυ­χή του μ’ αὐ­τὰ ποὺ μπο­ροῦ­σαν, ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν, νὰ τὴ γι­ο­μί­σουν.

        Στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ξέ­σπα­σε.

        Ἔ­πε­σε στὸν τά­φο κι ἀ­λά­λα­ζε στ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα, λό­για ἀ­γά­πης, ἀ­να­θέ­μα­τα, να­νου­ρί­σμα­τα.


        Ντιά­λι­θ’ ­ἴμ, Χρι­στά­κη μου, ντι­ά­λι­θ’ ­ἲμ

        λοῦ­λε ἒ στου­πίς, ὀρ­φα­νό μου, λοῦ­λε

        οὒ ἒ ζέ­ζα μὲ τοὺς πα­λι­αν­θρώ­πους.

        Ἄχ! χού­να ἴ­με, μοῦ σπό­βε σπίρ­τιν τῆς μαύ­ρης.


        Κύ­μα­τα κόκ­κι­να πά­φλα­ζαν στὰ σω­θι­κά της οἱ λέ­ξεις κι ἀ­νέ­βαι­ναν στὸ λαι­μὸ νὰ τὴν πνί­ξουν.

        Λι­βά­δια, μαρ­γα­ρί­τες, νύ­χτες καὶ μα­τά­κια, ὄ­νει­ρα τῆς νι­ό­της, θαμ­ποὶ χει­μῶ­νες, πό­νοι πε­ρα­σμέ­νοι, χα­μέ­νοι ἥ­λιοι, μα­νού­σια καὶ πρω­το­βρό­χια, τρυ­φε­ρά, λὲς γιὰ πα­ρη­γο­ριά, τῆς ἄ­λε­θαν τὰ σπλά­χνα, οἱ εἰ­κό­νες, οἱ λέ­ξεις.

        Μέ­σα σὲ κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο τοῦ πό­νου, πρώ­τη της φο­ρὰ ἔ­νι­ω­θε, με­τὰ ἀ­πὸ νε­κρά, ἐ­ξευ­τε­λι­σμέ­να χρό­νια, πὼς ζοῦ­σε.

        Ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἀ­νά­σα κι ἄρ­χι­ζε. Ἔ­λε­γε, ἔ­λε­γε. Πο­τά­μι. Λύ­θη­κε τὸ κορ­μί της. Χτύ­πα­γε πα­λα­μά­κια, πό­τε μ’ ἄ­φα­το θυ­μὸ καὶ πό­τε μὲ τρε­λὴ χα­ρά.


        Ζού­μουρ, πε­ρι­στέ­ρι μου, λοῦ­λε ἒ στου­πὶς

        οὒ ἒ ζέ­ζα, ποὺ δὲ σὲ χόρ­τα­σα φι­λί.

        Ἔ­μει­να ἐ­σκρέ­τα μὲς στοὺς λύ­κους.

        Ντι­ά­λι­θ’ ἴμ, προ­στά­τη μου, μ’ ἄ­φη­σες μο­νά­χη.


        Ἔ­παιρ­νε χώ­μα­τα καὶ πέ­τρες ἀ­π’ τὸν τά­φο καὶ τὰ πέ­τα­γε στὶς ἀ­δερ­φές, στὸν κό­σμο, στὸν ἄν­τρα.

        Ἔ­λε­γε καὶ τὶς ἄλ­λες μέ­ρες.

        Τῆς ἔ­φυ­γε τε­λεί­ως ὁ φό­βος καὶ τὴν κα­τέ­κλυ­σαν ἄλ­λα πράγ­μα­τα. Βρῆ­καν τρό­πο καὶ τὴν ἔ­βα­λαν σὲ ἵ­δρυ­μα.



Πηγή: Ντι­ά­λιθ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (διηγήματα, ἐκδ. Ὕψιλον, 1987).

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου (Πό­βλα Θε­σπρω­τί­ας, 1955). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Βι­βλί­α: Ψη­λα­φί­σεις, ποι­ή­μα­τα (1985), Ντιά­λι­θ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (1987), Ν’ ἀ­κού­ω κα­λὰ τ’ ὄ­νο­μά σου (1993), Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ ξε­ρό­χορ­του (2011) κ.ἄ.


 

Δημήτρης Τούλιος: Βούρκωμα


Τού­λιος Δη­μή­τρης


Βούρ­κω­μα

 

ΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΤΟ ΚΟΙΤΑΣ πα­ρὰ νὰ βρί­σκε­σαι ἐ­κεῖ… δή­λω­νε καὶ τὸ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ Προ­πέ­της Σά­ι­λυ. Τὴν ἔ­πα­θε κι αὐ­τὸς ὅ­πως κάμ­πο­σοι ἄλ­λοι ποὺ χά­ζευ­αν, μὲ τὶς ὧ­ρες τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς νύ­χτες, τὸ φεγ­γά­ρι νὰ λάμ­πει ξε­κά­θα­ρα καὶ νὰ προ­κα­λεῖ.

Ἦ­ταν Αὔ­γου­στος, οἱ δι­α­κο­πὲς εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ ὁ Σά­ι­λυ ἄ­ρα­ζε στὴν πιά­τσα μο­νά­χος. Κά­πνι­ζε ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ δεύ­τε­ρο πα­κέ­το του πε­ρι­μέ­νον­τας κά­ποι­ον πε­λά­τη. Ἀ­να­πο­λοῦ­σε τὴ θά­λασ­σα καὶ τὸ ζε­στὸ ψω­μί. Τὴν ἄ­γνω­στη γυ­ναί­κα ποὺ πέ­ρα­σαν μα­ζὶ ἕ­να ἐ­ρω­τι­κὸ βρά­δυ. Καὶ ὅ­πως τό­τε, κοι­τοῦ­σε τὸ φεγ­γά­ρι ποὺ κι ἀ­πό­ψε ἔ­λαμ­πε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ σὰ δυ­νά­στης στὸν οὐ­ρα­νό.

        Τό­τε ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ξε­ρὸς κρό­τος στὴν πόρ­τα. Ἕ­νας ἀλ­λό­κο­τος τύ­πος μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζος στὸ τα­ξὶ σὰ νὰ ἔ­πε­σε ἀ­π’ τὸ φεγ­γά­ρι.

        Αἰφ­νι­δι­α­σμέ­νος, ἀλ­λὰ πάν­τα ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας ὁ Προ­πέ­της δὲ δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε, μὰ πο­λὺ εὐ­γε­νι­κὰ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν ἀ­πρό­σμε­νο ἐ­πι­σκέ­πτη νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει τὸν προ­ο­ρι­σμό.

        «Φεγ­γά­ρι πη­γαί­νω.»

        «Ναί, κα­λὰ φί­λε, κα­λὸ τὸ ἀ­στεῖ­ο.»

        «Φεγ­γά­ρι, λέ­με!»

        Ὁ Σά­ι­λυ ἔ­ξυ­σε λί­γο το κε­φά­λι του. Μπᾶς κι ἐν­νο­οῦ­σε κα­νέ­να κλὰμπ ποὺ ἐ­κεῖ­νος δὲ γνώ­ρι­ζε;

        «Ποῦ βρί­σκε­ται αὐ­τό;» τόλ­μη­σε νὰ ρω­τή­σει.

        «Πᾶ­με ἀ­πὸ ‘δῶ καὶ θὰ σοῦ πῶ.»

        Ὁ Προ­πέ­της ξε­κί­νη­σε σὰ μα­γε­μέ­νος. Ὁ ἄ­γνω­στος τὸν ὁ­δη­γοῦ­σε μὲ θαυ­μα­στὴ ἀ­κρί­βεια. Ὅ­σο προ­χω­ροῦ­σαν μέ­σα στὴ νύ­χτα τό­σο τὰ κτί­ρια μει­ώ­νον­ταν μὲ θε­α­μα­τι­κὸ τρό­πο σὰν νὰ τὰ κα­τά­πι­νε ἀ­ό­ρα­τος δρά­κος. Οἱ δρό­μοι ἔ­μοια­ζαν καὶ τοῦ ἦ­ταν τε­λεί­ως ἄ­γνω­στοι. Ἡ ἄ­σφαλ­τος ἔ­γι­νε σι­γὰ-σι­γὰ χα­λι­κό­δρο­μος ἐ­νῶ βρά­χια ἐμ­φα­νί­στη­καν ἑ­κα­τέ­ρω­θεν. Χά­θη­κε ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ τα­ξι­τζῆ. Τὸ GPS ἔ­σβη­σε νε­κρὸ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ μι­κρὴ κραυ­γή. Μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη σκο­τει­νιὰ ἀ­κου­γό­ταν μό­νο ἡ φω­νὴ τοῦ ἐ­πι­βά­τη. Σκλη­ρή, ψυ­χρή, ἀ­πό­λυ­τη. Τα­ξί­δευ­αν σὰ μέ­σα στὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ λί­θου, τὰ πάν­τα πέ­τρι­να γύ­ρω.

        Ὅ­μως ἡ ἀ­νά­σα του στὸ σβέρ­κο τοῦ τα­ξι­τζῆ εἶ­χε κά­τι ἀ­πὸ τὴ μα­μὰ λύ­και­να πρὸς τὰ κου­τά­βια της. Καὶ σὲ λί­γο μιὰ εὐ­χά­ρι­στη ψύ­χρα εἰ­σέ­βαλ­λε ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Εἶ­χαν φτά­σει φεγ­γά­ρι, μά­λι­στα. Τὸ μαρ­τυ­ροῦ­σαν οἱ λακ­κοῦ­βες. Κα­τέ­βη­καν. Ὁ Σά­ι­λυ δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ ζη­τή­σει κό­μι­στρο, πό­σο μᾶλ­λον, ἐ­ξη­γή­σεις. Ἄλ­λω­στε τοῦ ἔ­φτα­νε ποὺ ἀ­νά­σαι­νε καὶ ἡ βα­ρύ­τη­τά του δὲν εἶ­χε με­τα­βλη­θεῖ. Τρί­χες τὰ ὅ­σα γνώ­ρι­ζαν πε­ρὶ ἐλ­λεί­ψε­ως ὀ­ξυ­γό­νου καὶ τὰ ρέ­στα. Ὕ­στε­ρα εἶ­δε κι ἐ­κεί­νη. Βρι­σκό­ταν μέ­σα σὲ ἕ­να κρα­τή­ρα κι ἔ­κα­νε μπά­νιο στὸ γα­λά­ζιο νε­ρό του. Ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ ἔγ­χρω­μο ση­μεῖ­ο τῆς Σε­λή­νης ἂν ἑ­ξαι­ροῦ­σες τὸ βυσ­σι­νὶ τα­ξί. Καὶ τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο: Δέ­σμες φω­τὸς ἀ­νά­βλυ­ζαν ἀ­π’ ὅ­λες τὶς τρύ­πες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ κα­θό­τι τύγ­χα­νε καὶ αὐ­τό­φω­το!

        Ἡ Κάλ­λια φά­νη­κε νὰ αἰφ­νι­δι­ά­ζε­ται ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Μό­νο χα­μο­γε­λοῦ­σε σὰ νὰ ἤ­ξε­ρε τί θὰ συμ­βεῖ. Ὁ Σά­ι­λυ πῆ­γε νὰ βου­τή­ξει στὸ γα­λά­ζιο βοῦρ­κο μὲ τὴν πα­λιὰ ἀ­γα­πη­μέ­νη του. Ἀλ­λὰ τὸ χέ­ρι τοῦ ἐ­πι­βά­τη τὸν ἐμ­πό­δι­σε.

        «Ἐ­σύ, βρί­σκε­σαι ἐ­δῶ μό­νο γιὰ νὰ μὲ κου­βα­λή­σεις. Ἡ κο­πέ­λα εἶ­ναι μα­ζί μου τώ­ρα.» τοῦ ἐ­ξη­γή­θη­κε. Καὶ ἀ­φοῦ γδύ­θη­κε, ἔ­πε­σε μέ­σα στὸ γα­λά­ζιο κι ἀγ­κα­λι­ά­στη­κε μα­ζί της.

        Ὁ Σά­ι­λυ ἔ­νι­ω­σε τό­σο μό­νος ποὺ γύ­ρι­σε νὰ κοι­τά­ξει τὴ γῆ. Τοῦ φά­νη­κε ὑ­πέ­ρο­χη ἀλ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει.

        Ἄς εἶ­ναι κα­λὰ ὁ ἐ­πι­βά­της, ποὺ μό­λις τε­λεί­ω­σε μὲ τὸ κο­ρί­τσι, ἐ­πι­βι­βά­στη­κε πά­λι στὸ τα­ξὶ καὶ εἰ­σέ­πρα­ξε ὄ­χι καὶ λί­γα «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­πὸ τὸν πλη­γω­μέ­νο πλὴν ὅ­μως ἀ­να­κου­φι­σμέ­νο τα­ξι­τζή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Τού­λιος (Πά­τρα, 1966). Ἐρ­γά­ζεται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός.Ἔ­χει συμ­με­τάσχει σὲ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα ποί­η­σης καὶ δι­η­γή­μα­τος. Πρῶτο του βιβλίο Πα­θη­τι­κὸ κά­θι­σμα (ποίηση, Χαραμάδα, 2018).


Ἀντωνία Παχαλίδου: Ὁ Μπαλζὰκ ἔπινε πολὺ καφέ


Ἀντωνία Πασχαλίδου


Ὁ Μπαλ­ζὰκ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φέ


ΙΧΕ διαβά­σει πο­λύ. Σχε­δὸν ὅ­λα τὰ βι­βλί­α τῆς βι­βλι­ο­θή­κης του. Δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἀ­γο­ρα­σμέ­να ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο. Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ —ἱ­κα­νὸς ἀ­ριθ­μὸς τό­μων— ἀ­νῆ­καν στὸν παπ­ποῦ καὶ τὸν πα­τέ­ρα του. Πρῶ­τες ἐκ­δό­σεις. Ἤ­ξε­ρε πὼς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ που­λή­σει σὲ δη­μο­πρα­σί­ες καὶ γιὰ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ θὰ ἔπι­α­νε κα­λὰ λε­φτά. Ὡ­στό­σο ἀ­πευ­χό­ταν αὐ­τὴ τὴν προ­ο­πτι­κή, ἀ­φοῦ ἀν­τι­πα­θοῦ­σε ὅ­λους ἐ­κεί­νους ποὺ ἀ­γό­ρα­ζαν συλ­λε­κτι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἁ­πλὰ γιὰ νὰ τὶς ἔ­χουν. Ἰ­δι­ο­κτη­σί­α καὶ στὰ βι­βλί­α; Τί ἤ­ξε­ραν αὐ­τοὶ ἀ­πὸ ἀ­νά­γνω­ση; Εἶ­ναι δυ­να­τὸν ν’ ἀ­φή­νεις βι­βλί­α ἀ­δι­ά­βα­στα;

       Ἦ­ταν ἐμ­μο­νι­κὸς ὁ Ὀ­ρέ­στης μὲ τὸ δι­ά­βα­σμα. Δὲν πα­ρά­τα­γε βι­βλί­ο γιὰ κα­νέ­ναν καὶ γιὰ τί­πο­τα. Ἀ­κό­μα καὶ σο­βα­ρὸ ραν­τε­βοῦ νὰ εἶ­χε, πρῶ­τα τέ­λει­ω­νε τὸ δι­ά­βα­σμα κι ἔ­πει­τα. Λὲς καὶ ἐ­πρό­κει­το νὰ γρά­ψει δι­α­τρι­βή. Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη του ἀ­ριθ­μοῦ­σε πε­ρὶ τοὺς πέν­τε χι­λιά­δες τό­μους. Δὲν μπο­ροῦ­σες ν’ ἀ­να­πνεύ­σεις στὸ σπί­τι του. Σχε­δὸν 80 τε­τρα­γω­νι­κὰ καὶ βι­βλί­α ὑ­πῆρ­χαν παν­τοῦ· μέ­χρι τὸ τα­βά­νι σὲ με­ρι­κὰ ρά­φια, στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ, στὰ μπρά­τσα τοῦ κα­να­πέ, στὴν κου­πα­στὴ τοῦ τζα­κιοῦ. Κι ἐ­κεῖ­νος ἤ­ξε­ρε ποῦ ἔ­χει τὸ κα­θε­τί. Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ δο­κί­μιο. Γάλ­λοι, Ἄγ­γλοι, ἡ Με­γά­λη Ρω­σι­κὴ Σχο­λή.

            Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μυ­ρί­ζει τὸ χαρ­τί. Πα­λιὰ τὰ ξε­σκό­νι­ζε μό­νος του. Τώ­ρα πιὰ τὸ ἔ­κα­νε ἡ γυ­ναί­κα γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ. Ὅ­ταν τὶς προ­άλ­λες τὸν ρώ­τη­σε ὁ ἀ­νι­ψιός του τί θὰ τὰ κά­νει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ βι­βλί­α, γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ κα­χυ­πο­ψί­α. Δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ τό­τε ἀ­κρι­βῶς σκέ­φτη­κε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὸ φρον­τί­σει ὅ­σο ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα και­ρός. Για­τὶ ἅ­μα φύ­γει, ποι­ός ξέ­ρει ποῦ θὰ κα­τα­λή­ξουν. Στὴ χω­μα­τε­ρὴ ἢ στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση σὲ πα­λι­α­τζί­δι­κα. Τοῦ τρι­βέ­λι­ζε τὸν νοῦ αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση. Ἦ­ταν λὲς καὶ ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει εὐ­θα­να­σί­α σὲ δι­κό του ἄν­θρω­πο ἢ στὸν Πάμ­πλο. Κι ὁ Πάμ­πλο; Τί θὰ γι­νό­ταν, ἄ­ρα­γε, ἂν πέ­θαι­νε αὐ­τὸς πρῶ­τος; Οὔ­τε ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τὸ σκέ­φτε­ται. Θὰ τὸν πέ­τα­γαν στὸν δρό­μο; Θὰ τὸν πή­γαι­ναν στὸν Ὑ­μητ­τό; Ὄ­χι, δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ καὶ γι’ αὐ­τὸν τώ­ρα, προ­εῖ­χαν τὰ βι­βλί­α. Μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ ἀ­πο­φά­σι­ζε καὶ μπο­ρεῖ νὰ κρα­τοῦ­σε με­ρι­κά. Τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να. Μά­λι­στα ἀ­μέ­σως τώ­ρα θὰ τὰ ἔ­βα­ζε στὴν ἄ­κρη. Κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ ὅ­λα κι ὅ­λα.

            Τὸ ἴ­διο βρά­δυ βγῆ­κε μὲ τὴν πα­ρέ­α τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς. Κρα­σο­κα­τά­νυ­ξη καὶ φι­λο­σο­φί­α μέ­χρι ἀρ­γά. Ὁ φι­λό­λο­γος τοῦ πέμ­πτου, κά­τι συν­τα­ξι­οῦ­χοι κα­θη­γη­τὲς καὶ τὸ στοι­χεῖ­ο του: ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης τῆς γει­το­νιᾶς – λά­τρης τῶν Γάλ­λων καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τοῦ Μπαλ­ζάκ. Ἡ ση­με­ρι­νὴ κου­βέν­τα στρε­φό­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ποι­ὸν με­γά­λων συγ­γρα­φέ­ων. Ποι­ός ἦ­ταν γυ­ναι­κάς, ποιός πό­της, ποι­ός bon-viveur. «Αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Μπαλ­ζὰκ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φέ. Μᾶλ­λον γιὰ ν’ ἀν­τέ­ξει τὶς ὁ­λο­νυ­κτί­ες, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­φε ἀ­κα­τά­παυ­στα ὁ­λό­κλη­ρα με­ρό­νυ­χτα», πρό­σθε­σε ὁ Ὀ­ρέ­στης πρὶν νὰ φύ­γει καὶ ἤ­πι­ε μο­νο­ρού­φι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πο­τή­ρι. Κα­λη­νύ­χτι­σε δί­χως ἡ ἔ­γνοι­α τῶν βι­βλί­ων νὰ τὸν ἔ­χει ἐγ­κα­τα­λεί­ψει.

            Ἦ­ταν πε­ρί­που δύ­ο ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε σπί­τι. Κλεί­δω­σε τὴν πόρ­τα καὶ μό­λις ποὺ πρό­λα­βε νὰ φτά­σει στὸν κα­να­πέ. Ὁ Πάμ­πλο ἔ­ξυ­νε τὴν πόρ­τα καὶ γρύ­λι­ζε μέ­χρι τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα, ὅ­ταν τὸν βρῆ­καν γερ­μέ­νο πά­νω στὴ στοί­βα μὲ τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να. Ὁ γεί­το­νας ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε κοί­τα­ξε τὸν τί­τλο τοῦ πρώ­του βι­βλί­ου: Θά­να­τος στὴ Βε­νε­τί­α.


11/7/2017



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Luigi Malerba.


 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#8]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α:

στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς

Ο 2016 ἡ Κα­να­δὴ οἰ­κο­λό­γος Suzanne Simard, με­τὰ ἀ­πὸ τριά­ντα χρό­νια ἔ­ρευ­νας τῶν ὑ­πο­γεί­ων, πο­λύ­πλο­κων, συμ­βι­ω­τι­κῶν δι­κτύ­ων ποὺ εἶ­χε ἐν­το­πί­σει στὰ κα­να­δέ­ζι­κα δά­ση, δη­μο­σί­ευ­σε τὴ θε­ω­ρί­α της τὰ δέν­τρα ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν με­τα­ξύ τους.


Τὸ 2001 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Ἰ­σπα­νί­δας πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Carmen Blanes Valdeiglesias μὲ τί­τλο Un jardin bar­roco en los re­la­tos de Franci­sco Ay­ala, στὴν ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­ζε­ται τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ Francisco Ayala ὡς ἕ­νας κῆ­πος μπα­ρόκ, ὅ­που ὅ­λοι οἱ κα­νό­νες ἀ­να­τρέ­πον­ται, τὰ πάν­τα εἶ­ναι ἐ­φή­με­ρα καὶ σὲ μό­νι­μη πε­ρι­δί­νη­ση. Ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­να­φο­ρὰ γί­νε­ται στὸ ζο­φε­ρὸ καὶ γκρο­τέ­σκο μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλο Muertes de perro (1958): ἡ πλο­κὴ ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται κά­που στὴν κεν­τρι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, στὴ χώ­ρα τοῦ κα­θε­στω­τι­κοῦ Anton Bocanegra ποὺ κυ­βερ­νά­ει μὲ τὴν πα­νούρ­γα σύ­ζυ­γό του Dona Concha κι ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὶς πα­θο­γέ­νει­ες τῆς πα­ρα­δο­σια­κὰ πο­λι­τι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειάς τους, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ θά­να­το καὶ τὴν ἀ­πο­δό­μη­ση κά­θε ἠ­θι­κοῦ κώ­δι­κα ὡς τρό­πο ζω­ῆς. Ὁ Luis Pinedo, ὁ κεν­τρι­κὸς ἥ­ρω­ας ποὺ βρί­σκε­ται κα­θη­λω­μέ­νος σὲ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρό­τσι, ἀ­φη­γεῖ­ται ἀ­πὸ χα­μη­λὴ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α, με­τα­φέ­ρον­τάς μας τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­να­πό­δρα­στου ἀ­πὸ ἕ­ναν χα­μη­λὸ ὁ­ρί­ζον­τα, ἐ­νῶ ὁ συγ­γρα­φι­κὸς φα­κὸς μοιά­ζει νὰ ἕρ­πει ἀ­νά­με­σα σὲ δη­λη­τη­ρι­ώ­δη φυ­τά, ψά­χνον­τας τὸ ἀν­θρώ­πι­νο θη­ρί­ο ποὺ κρύ­βε­ται ἐ­κεῖ καὶ βρυ­χᾶ­ται ὑ­πό­κω­φα ἀ­πὸ οἴ­η­ση κι ἐ­ξου­σι­ο­μα­νί­α. Ἄν­θρω­ποι πε­θαί­νουν βί­αι­α σὰν ἀ­δέ­σπο­τα σκυ­λιὰ καὶ θυ­σι­ά­ζον­ται στὸ βω­μὸ τῆς φι­λο­δο­ξί­ας ἀν­θρώ­πων ποὺ δὲ δι­α­φέ­ρουν ἀ­πὸ λυσ­σα­σμέ­νους σκύ­λους. Ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α καὶ ἡ ὀ­ξυ­δερ­κὴς κα­τα­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸν Luis Pinedo δι­α­φο­ρε­τι­κῶν χα­ρα­κτή­ρων μὲ βί­αι­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, πα­ρα­πέμ­πει στὰ Κα­πρί­τσια, τὴ συλ­λο­γὴ χα­ρα­κτι­κῶν του 18ου αἰ. τοῦ Francisco Goya, ἀλ­λὰ καὶ στὶς ἀ­κό­μα πα­λι­ό­τε­ρες σύν­το­μες σά­τι­ρες σὲ πρό­ζα ἀ­πὸ τὸν 17ο αἰ., Sue­ños y dis­cur­sos τοῦ Fran­cisco Gó­mez de Que­ve­do, πη­γὲς ἔμ­πνευ­σης πλή­θους δειγ­μά­των τῆς σύγ­χρο­νης ἰ­σπα­νό­φω­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


Τὸ δι­ή­γη­μα «The Garden Party» (1920) ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς σὲ με­λέ­τες γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α λό­γω τῆς συ­σχέ­τι­σης τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ ὕ­φους τῆς Νε­ο­ζη­λαν­δῆς Katherine Mansfield μὲ τὸν Anton Chekhov[1], ὁ ὁ­ποῖ­ος θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τοῦ εἴ­δους. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι τὸ πάρ­τι ποὺ ἑ­τοι­μά­ζει μί­α εὔ­ρω­στη οἰ­κο­νο­μι­κὰ οἰ­κο­γέ­νεια στὸν ὁ­λάν­θι­στο κῆ­πο τους, ποὺ θυ­μί­ζει τὸν κῆ­πο τῆς Ἐ­δὲμ καὶ ἡ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τῆς ἔ­φη­βης ἡ­ρω­ΐ­δας ὅ­τι πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες ἡ ζω­ὴ συ­νε­χί­ζε­ται.

       Ἡ μό­νη ἐ­πι­λο­γὴ ἐ­ὰν φο­βᾶ­σαι εἶ­ναι νὰ κι­νεῖ­σαι, προ­τεί­νει καὶ ὁ Ρῶ­σος καρ­δι­ο­λό­γος καὶ συγ­γρα­φέ­ας Maxim Osipov. Ἡ πρό­σφα­τη συλ­λο­γή του σὲ ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση τῶν δώ­δε­κα δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο Rock, Paper, Scissors and Other Stories (Ἀ­πρί­λιος 2019) συν­δυά­ζει τὸ ἐλ­λει­πτι­κό, ὑ­παι­νι­κτι­κὸ ὕ­φος τῶν Anton Chekhov, Ivan Turgenev καὶ William Carlos Williams καὶ φω­τί­ζει τὴν ἐλ­πί­δα γιὰ τὴ ζω­ὴ ποὺ ξε­φυ­τρώ­νει ἀ­κό­μα καὶ στὶς σκο­τει­νό­τε­ρες πτυ­χὲς τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου βί­ου.


Πολ­λοὶ ἱ­σπα­νό­φω­νοι κρι­τι­κοὶ θε­ω­ροῦν ὡς πρῶ­το δεῖγ­μα τῆς ἰ­σπα­νό­φω­νης σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὴν ἱ­στο­ρί­α «Στην Κίρκη» (1917) τοῦ Julio Torri. Ὅ­μως, πλέ­ον, οἱ πα­ραλ­λα­γὲς γνω­στῶν μύ­θων, πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ ἱ­στο­ρι­ῶν συ­νη­θί­ζον­ται ὅ­πως καὶ τὰ ὄ­νει­ρα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ εἶ­ναι ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς Ana Maria Shua, ἡ ὁ­ποί­α ἀξιοποιεῖ τὰ ὄνειρα συν­δυ­ά­ζον­τάς τα μὲ ὀ­ξυ­δέρ­κεια, εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, στοι­χεῖ­α ποὺ δι­α­κρί­νουν τὸ εἶ­δος γε­νι­κά, ἀλ­λὰ καὶ τὸ ὕ­φος τῆς Shua, ὅ­πως στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της «Τὸ γαλάζιο πουλί». Ἡ πρω­το­τυ­πί­α, ἡ λο­ξὴ μα­τιὰ καὶ ἡ φαν­τα­σί­α τρο­φο­δο­τοῦν τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ εἴ­δους ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πὸ ἔ­ρευ­νες τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς πα­ρα­γω­γῆς χω­ρῶν τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­χουν με­γά­λη πα­ρά­δο­ση στὸ εἶ­δος. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, στὰ ἕ­ξι τεύ­χη τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ fix 100 ποὺ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἀ­πὸ τὸ 2009 τὸ Centro Peruano de Estudios Culturales, βρί­σκον­ται συγ­κεν­τρω­μέ­να πολ­λὰ τέ­τοι­α δείγ­μα­τα ἀ­πὸ τὸ Πε­ροῦ. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στὸ ἴ­διο συμ­πέ­ρα­σμα κα­τα­λή­γει κα­νεὶς ἐ­ὰν πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὸν δη­μο­φι­λέ­στε­ρο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Fun­da­ción César Edigo Ser­rano. Μά­λι­στα, στὸν τε­λευ­ταῖο δια­κρί­θηκαν οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες τῆς Ἰ­ω­άν­νας Ἐλ­πί­δας Πα­παν­δρέ­ου καὶ τοῦ Στά­θη Γουρ­γουρῆ μὲ τί­τλο «Τὸ ὄ­νει­ρο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α Κρού­σου»[2].

       Ὁ Αχιλλέας Κυριακίδης στὶς Διεστραμμένες Ιστορίες (1988) πα­ραλ­λάσ­σει ἐμ­βλη­μα­τι­κὰ ἔρ­γα καὶ μύ­θους σὲ κεί­με­να ποὺ σή­με­ρα μπο­ροῦν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Στὸ κεί­με­νο γιὰ τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, πε­ρι­γρά­φει πῶς κα­νά­κευ­ε τὸν μι­κρὸ λύ­κο ἡ μη­τέ­ρα του καὶ πῶς ἀ­γω­νι­οῦ­σε γιὰ τὴν ἀ­σφά­λειά του πρὶν αὐ­τὸς βγεῖ στὸ δά­σος. Στὸ τέ­λος, ὅ­μως, ἄ­κου­σε «τὴν κα­ραμ­πί­να νὰ ὁ­πλί­ζε­ται καὶ τὴ φω­νὴ τῆς τρο­με­ρῆς κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσας ν’ ἀ­παγ­γέ­λει τὴ θα­να­τι­κὴ κα­τα­δί­κη τοῦ τε­λευ­ταί­ου μι­κροῦ λύ­κου».

       Ὁ Gilbert Lascault, στὸ βι­βλί­ο του Ἡ Κοκ­κινο­σκου­φί­τσα παντοῦ (1989) ἐ­πι­χει­ρεῖ 48 πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ τοῦ Charles Perrault. Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «42» γρά­φει: «Στὸν ἀ­στε­ρι­σμὸ τοῦ Λέ­ον­τος, ἡ Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα εἶ­ναι μιὰ λι­μνού­λα στρογ­γυ­λὴ καὶ κόκ­κι­νη, σχη­μα­τι­σμέ­νη ἀ­πὸ ἕ­να ὑ­γρὸ ποὺ ἡ γεύ­ση του θυ­μί­ζει μέ­λι καί, μα­ζί, θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό. Ὁ λύ­κος εἶ­ναι ἕ­να δι­ψα­σμέ­νο μαῦ­ρο τρί­γω­νο πού, μα­γνη­τι­σμέ­νο ἀ­π’ τὴν ὀ­σμὴ τῆς ρευ­στῆς Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσας, σέρ­νε­ται στὸ ἔ­δα­φος, δι­α­τρέ­χον­τας χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα.»

       Ὁ Jaime Montestrela στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «210» στὸ βι­βλί­ο του Ὑδατώδεις ἱστορίες (1974), γρά­φει: «Στὸν ὑ­δα­τώ­δη πλα­νή­τη ΕΑ1897, ζω­ὴ ὑ­πάρ­χει μό­νο στὴ λε­πτὴ ἐ­πι­φά­νεια ἑ­νὸς ὠ­κε­α­νοῦ ὅ­που δὲ ση­κώ­νε­ται τὸ πα­ρα­μι­κρὸ κυ­μα­τά­κι. Κα­τὰ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ τὸν ἀ­να­κά­λυ­ψε, τὸν Ἔν­του­ιν Ἄμ­ποτ, τὰ ὄν­τα ἐ­κεῖ εἶ­ναι γε­ω­με­τρι­κὰ καὶ ὑ­πάρ­χουν ἱ­ε­ραρ­χί­ες. Ἔ­τσι, τὸ τε­τρά­γω­νο θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να τρί­γω­νο ποὺ ἔ­χει προ­κό­ψει στὴ ζω­ή. Κά­ποι­οι φι­λό­σο­φοι, ἐν­τού­τοις, ἔ­χουν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ πρε­σβεύ­ουν ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το.»


Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια ἐ­ξε­ρεύ­νη­σης τοῦ δι­α­στή­μα­τος ἔ­χουν κα­τα­γρα­φεῖ ἦχοι ἀπὸ τοὺς πλανῆ­τες τοῦ ἡλι­ακοῦ μας συστή­ματος, ὅ­που ἀ­μέ­σως πα­ρα­τη­ρεῖ κα­νεὶς τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς θο­ρύ­βους ποὺ ἐκ­πέμ­πει ὁ πλα­νή­της μας, μὲ τοὺς πο­λέ­μους ποὺ μαί­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α, τὶς χι­λιά­δες ἀ­ε­ρο­σκα­φῶν ποὺ δι­α­σχί­ζουν ἀ­στα­μά­τη­τα τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, τὶς πο­λύ­βου­ες μη­τρο­πό­λεις, τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ κοι­νω­νι­κὴ καὶ ἰ­δι­ω­τι­κὴ ζω­ή μας ποὺ βρί­σκε­ται σὲ μό­νι­μη πε­ρι­δί­νη­ση.


Ἡ Οὐ­ρου­γουα­νὴ Cristina Peri Rosi στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της μὲ τί­τλο «Κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή» πε­ρι­γρά­φει τὴ στε­νὴ σχέ­ση δύ­ο ἀν­θρώ­πων, χω­ρὶς ὀ­νό­μα­τα, προσ­δι­ο­ρι­σμὸ γέ­νους, ἡ­λι­κί­ας, ἐ­θνι­κό­τη­τας ἢ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς ἰ­δι­ό­τη­τας καὶ πε­ρι­κλεί­ει σὲ λί­γες γραμ­μὲς μιὰ συ­νή­θη συν­θή­κη ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης στὰ ὅ­ρια τῆς πα­ρά­νοι­ας, ἀ­νι­χνεύ­σι­μη δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ δι­α­πο­λι­τι­σμι­κά. Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Molia Dumbleton στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς «Pasarea Paradisului / Birds of Paradise» φω­τί­ζει μὲ εὐ­αι­σθη­σί­α τὸ ὅ­ριο ἀ­νά­με­σα στὴν πα­ρά­νοι­α καὶ τὴ λο­γι­κὴ ποὺ χά­νε­ται πολ­λὲς φο­ρὲς κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ βί­ου, εἴ­τε λό­γῳ τῆς ἐ­νί­ο­τε δυ­σβά­στα­χτης βι­ο­πά­λης ἢ μιᾶς βα­θιὰ τραυ­μα­τι­κῆς ἀ­πώ­λειας, ὅ­πως στὴν «Τρίχα» τοῦ Ἄγ­γλου Santino Prinzi. Ἡ ἐ­πί­σης Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Lucia Berlin, στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μά της «Ὁ τζό­κεΐ μου» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο Ὁδηγίες γιὰ οἰκιακὲς βοηθούς, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς νο­σο­κό­μας ἡ ὁ­ποί­α φρον­τί­ζει ἕ­ναν τραυ­μα­τι­σμέ­νο τζό­κε­ϊ στὸ πλαί­σιο τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς της ρου­τί­νας. Ὅ­ταν ὅ­μως τὸν ἀ­πο­κοι­μί­ζει μὲ χά­δια βλέ­πει τὴ γυ­μνὴ πλά­τη του νὰ ἀ­να­τρι­χιά­ζει στὸ ἄγ­γιγ­μά της, ὅ­πως ἡ ρά­χη ἑ­νὸς ἄ­γριου που­λα­ριοῦ καὶ συγ­κι­νεῖ­ται βα­θιά. Αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να, πα­νί­σχυ­ρη μέ­σα στὴν ἁ­πλό­τη­τά της, πα­ρα­πέμ­πει στὶς ὑ­φο­λο­γι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κὰ πρω­τό­τυ­πες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες «The Gift» τῆς Rose An­der­sen καὶ «Horses» τοῦ Geordie Flantz, ἀλ­λὰ καὶ στὸ χα­ϊ­κοὺ τοῦ Kobayashi Issa: «Ξαφ­νι­κὴ βρο­χή: τὸ γυ­μνό μου ἄ­λο­γο γυ­μνὸς ἱπ­πεύ­ω».


Ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ὀ­νο­μά­ζει τοὺς κοι­μι­σμέ­νους ὡς ἐρ­γά­τες καὶ συ­νερ­γοὺς ὅ­σων συμ­βαί­νουν στὸν κό­σμο. Οἱ δυ­σκο­λί­ες τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­ται εὐ­κο­λό­τε­ρα μὲ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­πως δι­α­φαί­νε­ται καὶ στὶς συμ­με­το­χὲς στὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ φαν­τα­στι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας World Fantasy Award, στὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ 2018 δι­α­κρί­θη­κε τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Ναταλίας Θεοδωρίδου μὲ τί­τλο «The birding: A fairy tale».

       Ὁ Ἰ­σπα­νὸς David Roas θε­ω­ρεῖ ὅ­τι στὸ ἀ­νή­λιο ση­μεῖ­ο τῆς ὑ­πο­ταγ­μέ­νης σὲ κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς φαί­νε­ται πὼς εὐ­δο­κί­μη­σε τὸ ὑ­πο­εῖ­δος τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­λαμ­βά­νει τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη πα­ρα­γω­γὴ τοῦ εἴ­δους. Ὁ Roas, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­φυ­λά­ξεις του ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἁλ­μα­τώ­δους ἐ­ξά­πλω­σης τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας κινδυν­εύουμε νὰ μᾶς «κα­τα­βρο­χθί­σει ὁ “δεινό­σαυρος” τοῦ Monter­roso», συμ­φω­νεῖ μὲ τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν τοῦ εἴ­δους, ὅ­τι σὲ αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­εῖ­δος δὲ συ­νη­θί­ζε­ται ἀ­να­τρο­πὴ στὸ τέ­λος (μί­α ἀ­πὸ τὶς κύ­ρι­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς στὸ δι­ή­γη­μα), ἀλ­λὰ ὁ τρό­μος τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας εἴ­τε δη­λώ­νε­ται ἢ ὑ­πο­νο­εῖ­ται, ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ φαί­νε­ται στὸν Thomas Bernhard, στὴ συλ­λο­γὴ τοῦ Ὁ μί­μος τῶν φω­νῶν, ἀλ­λὰ καὶ στὸν Max Aub, στοὺς Παραδειγ­ματι­κούς φόνους.


Στὸ λο­ξό, ἀ­να­τρε­πτι­κὸ καὶ χι­ου­μο­ρι­στι­κὸ ὕ­φος τοῦ Aub κι­νοῦν­ται πά­ρα πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς μὲ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη πα­ρου­σί­α στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ Jayne Anne Phil­lips μὲ τὴ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο Black Tickets (1979) πρω­το­πό­ρη­σε στὸ εἶ­δος, κα­θὼς ἔβα­λε στὸ μικρο­σκόπιο τὶς στε­νό­τε­ρες ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις καὶ ἀ­νέ­δει­ξε τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας νὰ ἑ­στιά­ζει σὲ ὅ­σα δὲ φαί­νον­ται. Μά­λι­στα ὁ Ray­mond Car­ver δι­έ­κρι­νε μιὰ πρω­τό­γνω­ρη διε­στραμ­μένη ὀ­μορ­φιά, ἐν­τυ­πω­σι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα καὶ τὴν ἀ­κρί­βειά της, συγ­γρα­φι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες ποὺ τὸν δι­α­κρί­νουν, ὅ­πως προ­κύ­πτει καὶ ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Ἐλέ­φαντας.

       Ἡ Meg Pokrass στὴ συλ­λο­γὴ τῆς Alli­ga­tors at ni­ght (2018) ξε­δι­πλώ­νει ὅ­λο το φά­σμα τῆς ἀ­γά­πης, ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­νοι­α καὶ τὴν ὑ­περ­βο­λὴ ἕ­ως τὴν πλή­ρη ἀ­που­σί­α της καὶ βά­σει αὐ­τοῦ χαρ­το­γρα­φεῖ τὶς σύγ­χρο­νες ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις. Στὴν ὁ­μό­τι­τλη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Αὐ­τὸ ποὺ χρει­ά­ζε­σαι κά­ποι­ες φο­ρὲς εἶ­ναι νὰ μὴ φτά­σεις πο­τὲ σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο», ποὺ θυ­μί­ζει τὸν ἀ­φο­ρι­σμὸ τοῦ Kafka, «Ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α ἐ­πι­στρο­φὴ πιά. Αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο πρέ­πει νὰ φτα­στεῖ» [3].

       Ἡ συλ­λο­γὴ τῆς Kathy Fish μὲ τί­τλο Wild Life  (2018) ἀ­κτι­νο­γρα­φεῖ δι­α­σκορ­πι­σμέ­νες οἰ­κο­γέ­νει­ες, ἀ­δέλ­φια ποὺ μι­σι­οῦν­ται θα­νά­σι­μα, ζευ­γά­ρια σὲ ἀ­πο­σύν­θε­ση, μη­τέ­ρες ποὺ ἔ­χουν ἀ­φα­νι­στεῖ στὴ δί­νη τῆς μη­τρό­τη­τας. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Kafka ὁ μό­νος τρό­πος ἀ­πό­δρα­σης ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­νοι­α εἶ­ναι πρὸς τὰ μέ­σα, στὴν καρ­διὰ τῆς ζω­ῆς, μὲ φαν­τα­σί­α καὶ χι­οῦ­μορ. Στὴν ὑ­περ­σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α του Kleine Fabel , ἡ γά­τα ποὺ κα­ρα­δο­κεῖ στὴ γω­νί­α λέ­ει στὸ ἀ­πελ­πι­σμέ­νο πον­τί­κι: «Τὸ μό­νο ποὺ χρει­ά­ζε­ται νὰ κά­νεις εἶ­ναι ν’ ἀλ­λά­ξεις κα­τεύ­θυν­ση». Ἔ­πει­τα ἀ­νοί­γει τὸ στό­μα της καὶ τὸ κα­τα­πί­νει, λυ­τρώ­νον­τάς το ἀ­πὸ τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης μὲ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ ὁ­δη­γὸ τὴ λο­γι­κή, δί­νον­τας στὸ κω­μι­κο­τρα­γι­κὸ συμ­βὰν φι­λο­σο­φι­κὲς προ­ε­κτά­σεις.

       Ὁ συν­δυα­σμὸς συν­το­μί­ας καὶ στο­χα­σμοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­κό­μα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του εἴ­δους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως στὸ «Ζοὺμ στὸ φλάς» τοῦ Κώ­στα Βρα­χνοῦ στὴ συλ­λο­γή του Πρῶ­τα ὁ Θεός (2017), ὅ­που ὁ ἥ­ρω­ας δο­κι­μά­ζει ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος τὸ ὑ­ψη­λῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ ἀ­κρί­βειας νε­ο­α­πο­κτη­θὲν φλὰς τῆς φω­το­γρα­φι­κῆς μη­χα­νῆς του κά­νον­τας τυ­χαῖ­ες λή­ψεις στὸ χῶ­ρο του. Σύν­το­μα δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι στὸ για­κὰ τοῦ μον­τγκό­με­ρί του ἀ­πα­θα­νά­τι­σε ἕ­να ζευ­γά­ρι σκώ­ρων μὲ τὰ τρί­α μι­κρά τους νὰ κοι­τοῦν πε­ρί­τρο­μοι κι ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι τὸ φα­κό.


«Τὰ ζῶ­α ἀ­π’ ἔ­ξω κοι­τοῦ­σαν πό­τε τὰ γου­ρού­νια καὶ πό­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους, πό­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ πό­τε τὰ γου­ρού­νια, ὕ­στε­ρα πά­λι τὰ γου­ρού­νια καὶ πά­λι τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ δι­α­κρί­νουν ποι­ός ἦ­ταν ποι­ός», γρά­φει ὁ George Orwell , ὀ­λο­κλη­ρώ­νον­τας τὴ Φάρμα τῶν ζώων. Σὲ ἀ­νά­λο­γο πνεῦ­μα ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε ἡ Flannery O’ Connor για­τί ἐ­πέ­λε­γε νὰ ἑ­στιά­ζει σὲ πα­θο­γέ­νει­ες τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης, ὅ­πως στὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της μὲ τί­τλο Καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν, ποὺ πα­ρα­πέμ­πει σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ γνω­στό­τε­ρα Καπρίτσια τοῦ Goya, ἀπάντησε: «Ὅ­πο­τε ἐ­ρω­τῶ­μαι για­τί οἱ Νό­τιοι (Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ) συγ­γρα­φεῖς δεί­χνουν ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­τί­μη­ση σὲ (ἀν­θρώ­πους) τέ­ρα­τα, ἀ­παν­τῶ ἐ­πει­δὴ μπο­ροῦ­με ἀ­κό­μα νὰ τὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με.»


Τὸ 1925, σὲ ἕ­να γράμ­μα ποὺ ἔ­γρα­φε στὸν πα­τέ­ρα του ὁ Ernest Hemingway, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἐ­ξη­γοῦ­σε πῶς ἀ­κρι­βῶς ἤ­θε­λε νὰ γρά­φει: «σὲ ὅ­λες τὶς ἱ­στο­ρί­ες μου προ­σπα­θῶ νὰ δί­νω τὴν αἴ­σθη­ση τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὄ­χι ἁ­πλῶς νὰ τὴν πε­ρι­γρά­ψω ἢ νὰ ἀ­σκή­σω κρι­τι­κή, ἀλ­λὰ νὰ τὴ με­τα­φέ­ρω ζων­τα­νὴ στὴ σε­λί­δα. Ὥ­στε ὅ­ταν δι­α­βά­ζει κα­νεὶς νὰ βι­ώ­νει τὴν ἴ­δια τὴν ἐμ­πει­ρί­α αὐ­τοῦ ποὺ δι­α­βά­ζει. Αὐ­τὸ δὲ γί­νε­ται ἂν ἀ­πορ­ρί­ψεις τὸ κα­κὸ καὶ τὸ ἄ­σχη­μο, δι­ό­τι ἂν εἶ­ναι ὅ­λα ὄ­μορ­φα δὲν πεί­θουν κα­νέ­να. Ἡ ζω­ὴ ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὰ πάν­τα.» Ἰ­δέ­α ποὺ εἶ­χε ἐκ­φρά­σει καὶ ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης ὅ­ταν ἔ­γρα­φε ἡ πη­γὴ τῆς ζω­ῆς μέ­σα στὴ ζω­ή καὶ ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται κα­λει­δο­σκο­πι­κὰ στὸ πε­ζο­γρά­φη­μά του Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ Ανάσταση (1938). Ἡ ἴ­δια ἰ­δέ­α δι­α­τέ­μνει καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Clau­dio Magris μὲ τί­τλο Μικρόκοσμοι (1997), στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­φή­γη­ση ρέ­ει μέ­σα στὸ πο­τά­μι τῆς ζω­ῆς μὲ πρω­τα­γω­νι­στὲς ἀν­θρώ­πους καὶ ζῶ­α σὲ μιὰ ἁρ­μο­νι­κὴ συμ­βί­ω­ση.


Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Ai­mee Ben­der μὲ τί­τλο Willful Crea­tures (2006) ἡ αἱρε­τικὴ ματιά της στὰ κα­θη­με­ρι­νὰ πα­ρά­δο­ξα πλησι­άζει κατὰ πολὺ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ Hemingway κα­θὼς θυ­μί­ζει χρο­νο­γρά­φη­μα τῆς ζω­ῆς τοῦ σύγ­χρο­νου (δυ­τι­κοῦ) ἀν­θρώ­που. Στὴ σου­ρε­α­λι­στι­κὴ ἱ­στο­ρί­α της μὲ τί­τλο «End of the line» ἕ­νας κα­νο­νι­κὸς ἄν­τρας ἀ­γο­ρά­ζει ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἄν­τρα ἀ­πὸ ἕ­να κα­τά­στη­μα κα­τοι­κι­δί­ων, τὸν φυ­λα­κί­ζει σὲ ἕ­να κλου­βὶ μὲ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ κα­να­πὲ καὶ δι­α­πράτ­τει τε­ρα­τώ­δεις βαρ­βα­ρό­τη­τες εἰς βά­ρος του.

       Ὁ ἐ­πί­σης Ἀ­με­ρι­κα­νὸς Manuel Gonzales στὴ συλ­λο­γή του μὲ τί­τλο The mi­nia­ture wife (2013) δι­εισ­δύ­ει στοὺς χειρό­τε­ρους ἐ­φιάλτες τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που, πο­λὺ κον­τὰ στὸ ὕ­φος τῆς Bender, ἀλ­λὰ καὶ τῶν Roberto Bo­laño, Jes­se Ball καὶ Ben Ma­rcus. Στὸ πρῶ­το δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς μὲ τί­τλο «Pilot, Copilot, Writer» ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἥ­ρω­ας προ­σπα­θεῖ νὰ κα­τα­νο­ή­σει πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­βαί­νει καὶ τε­λεῖ ὑ­πὸ ἀ­ε­ρο­πει­ρα­τεί­α νὰ συ­νε­χί­ζει ἐ­πὶ εἴ­κο­σι χρό­νια νὰ κά­νει κύ­κλους ἐ­πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο τοῦ Ντά­λας. Στὸ ὁ­μό­τι­τλο δι­ή­γη­μα ἕ­νας ἐ­πι­στή­μο­νας ἔ­χει συρ­ρι­κνώ­σει στὸ ἐ­λά­χι­στο τὴ σύ­ζυ­γό του, ἀλ­λὰ οὔ­τε φαν­τά­ζε­ται τοὺς τρό­πους ποὺ θὰ ἐ­πι­νο­ή­σει ἐ­κεί­νη γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὸν ἀ­νε­λέ­η­το πό­λε­μό του. Δυ­στο­πί­α, ἀ­κη­δί­α, ἀ­πο­ξέ­νω­ση, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως φαν­τα­σί­α καὶ χι­οῦ­μορ ποὺ λει­τουρ­γοῦν λυ­τρω­τι­κὰ ἀ­κό­μα καὶ στὶς πιὸ ἀ­πί­θα­νες κα­τα­στά­σεις ποὺ πε­ρι­γρά­φει ὁ Gon­zales, ὅ­πως στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Guer­nica μὲ τί­τλο «Farewell Africa». Τὸ θέ­μα του εἶ­ναι μιὰ δη­μό­σια ὁ­μι­λί­α μὲ τί­τλο «Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὴν Ἀ­φρι­κή», ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἀ­να­με­τα­δί­δε­ται ζων­τα­νὰ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ ἀ­φρι­κα­νι­κὴ ἤ­πει­ρος βυ­θί­ζε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ τε­κτο­νι­κὴ πλά­κα. Τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ 2011 ἔ­χει ἐ­πα­λη­θευ­θεῖ ὅ­τι συμ­βαί­νει ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το, γε­γο­νὸς ποὺ ἔ­χει κα­τα­γρα­φεῖ ὡς «ἐπι­στη­μο­νικὰ συναρ­πα­στικό».


Στὴν «Ἐπίσκεψη» τῆς Μαρίας Τσο­λα­κούδη ὅ­ταν ἡ κό­ρη ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὴ δου­λειά της βρί­σκει τὸν πε­θα­μέ­νο πα­τέ­ρα της νὰ δι­α­βά­ζει στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α, μ’ ἕ­να κλα­ρά­κι ἀ­γρι­ο­ε­λιᾶς σκα­λω­μέ­νο στὰ μαλ­λιά του, καὶ προ­βλη­μα­τί­ζε­ται γιὰ τὸ πῶς θὰ ἐ­ξη­γή­σει στὰ παι­διά της τὴν ἐ­πί­σκε­ψή του, ἀ­γνο­ών­τας τὸ θά­να­τό του καὶ ξα­να­βά­ζον­τάς τον στὴ ζω­ή της.

       Ὁ Jonathan Franzen ξε­χώ­ρι­σε τὸ ἄρ­θρο «Fa­mily Tra­dition» τῆς Λίζας Νικο­λι­δάκη ἀ­νά­με­σα στὰ κα­λύ­τε­ρά του 2016 στὴν Ἀ­με­ρι­κή. Σὲ αὐ­τὸ πε­ρι­γρά­φε­ται ἡ τρα­γι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς της: ἐν­δο­οι­κο­γε­νεια­κὴ βί­α, ὀ­δυ­νη­ρὸ δι­α­ζύ­γιο τῶν γο­νι­ῶν της, δι­α­με­λι­σμὸς τῆς οἰ­κο­γέ­νειας στὴ συ­νέ­χεια, ὁ γιὸς μὲ τὴ μη­τέ­ρα, ἡ κό­ρη μὲ τὸν πα­τέ­ρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος τε­λι­κὰ δο­λο­φό­νη­σε τὴν Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα σύν­τρο­φό του καὶ τὴν ἔ­φη­βη κό­ρη της καὶ αὐ­το­κτό­νη­σε. Ὅ­πως γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἡ Νι­κο­λι­δά­κη σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ γνω­στό­τε­ρα ἐλ­λει­πτι­κὰ (μι­κρο)δι­η­γή­μα­τά της μὲ τί­τλο «Silence, Stillness», «Πο­τὲ δὲ λέ­ω κα­κο­ποι­η­μέ­νη. Ἀντ’ αὐ­τοῦ ξε­γλι­στρά­ω μὲ κλι­σέ. Δὲν ἦ­ταν πὶκ νίκ, λέω. Εἶ­χα δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια.»

       Ἡ Berlin στὸ δι­ή­γη­μά της μὲ τί­τλο «Μα­μά», σ’ ἕ­να δι­ά­λο­γο ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο ἀ­δελ­φὲς ἡ­ρω­ί­δες γρά­φει: «Ἦ­ταν μά­γισ­σα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ποὺ εἶ­ναι νε­κρή, φο­βᾶ­μαι ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ μὲ δεῖ.» «Κι ἐ­γώ. Ἂν κά­νω κά­τι πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­νό­η­το, τό­τε εἶ­ναι ποὺ ἀ­νη­συ­χῶ καὶ φο­βᾶ­μαι. Τὸ ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το εἶ­ναι πὼς ὅ­ταν κά­νω κά­τι σω­στὰ τὸ ἐλ­πί­ζω. “Ἔ, μα­μά, δὲς τί ἔ­κα­να”. Κι ἂν οἱ νε­κροὶ ἁ­πλῶς κρέ­μον­ται πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια μας, μᾶς κοι­τά­ζουν καὶ ξε­καρ­δί­ζον­ται μὲ τὰ κα­μώ­μα­τά μας; Θε­έ μου, Σά­λι, αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ πεῖ κι αὐ­τή. Κι ἂν εἶ­μαι ὁ­λό­ϊ­δια ἐ­κεί­νη;» Ἂν καὶ ἡ Κατε­ρίνα Γώ­γου, στὸ Νό­στο, βλέ­πει ἀ­κό­μα καὶ τὶς μά­γισ­σες μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα: «Οἱ Ἰν­διά­νες μά­γισ­σες ὅ­ταν ξυ­πνά­γαν τὰ παι­διά τους δί­δα­σκαν μα­θή­μα­τα ἀ­πὸ τὰ ὄ­νει­ρά τους. Μα­θαί­να­νε πολ­λά.»

 

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ φαν­τα­σμα­γο­ρί­α ποὺ εἴ­δα­με δὲν τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψε ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ τὴ χω­ρά­ει. Ἂν καὶ εἶ­ναι ἡ μι­κρό­τε­ρη μορ­φὴ πρό­ζας, προ­σφέ­ρει τὴ με­γα­λύ­τε­ρη δι­α­στο­λὴ χώ­ρου καὶ χρό­νου, ἀ­να­λο­γι­κὰ μὲ τὴ ρη­μα­τι­κὴ ἔ­κτα­σή της, κι εὐ­νο­εῖ τὸ στο­χα­σμὸ (βά­θος, πα­λίμ­ψη­στο, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα) καὶ τὴ φαν­τα­σί­α (δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα, σύν­θε­ση, πρω­το­τυ­πί­α). Ἄ­πει­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ρέ­ουν στὰ ὑ­πό­γεια ρεύ­μα­τα ποὺ συν­δέ­ουν τοὺς πο­λι­τι­σμοὺς με­τα­ξύ τους, ἀ­να­πτύσ­σον­τας ἕ­να πο­λύ­πλο­κο, συμ­βι­ω­τι­κὸ δί­κτυ­ο ἀ­νά­λο­γο τοῦ δι­κτύ­ου ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἡ Susanne Simard ὅ­τι συν­δέ­ει ὑ­πο­γεί­ως τὰ δέν­τρα στὰ δά­ση τοῦ πλα­νή­τη μας. Πα­ρα­μέ­νει ἀ­κό­μα ρευ­στὴ καὶ ἄ­πια­στη στὰ σπλά­χνα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, μὲ πολ­λὰ ὀ­νό­μα­τα καὶ ἀ­πο­κλεί­ει τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε κα­θο­λι­κῆς ἀρ­χῆς – ἀ­πο­κλεί­ον­τας ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πο­λυ­τό­τη­τα ἀ­κό­μα καὶ τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό της. Συ­νι­στᾶ ὄ­χι μό­νο ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ κί­νη­ση (σύ­ζευ­ξη ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς γνώ­σης καὶ τέ­χνης τῆς ἀ­φή­γη­σης μὲ πρω­το­φα­νῆ δυ­νη­τι­κό­τη­τα), ἀλ­λὰ καὶ κί­νη­ση πρὸς τὰ μέ­σα, πρὸς τὴν ἐν­δο­σκό­πη­ση καὶ τὴ σι­ω­πή.

       Ὁ Ρῶ­σος γλωσ­σο­λό­γος Ro­man Jakob­son, γιὰ νὰ συγ­κρί­νει τοὺς δύ­ο ἄ­ξο­νες τῆς με­τα­φο­ρᾶς καὶ τῆς με­τω­νυ­μί­ας, ἔ­χει χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὶς ψυ­χα­να­λυ­τι­κὲς ἔν­νοι­ες τῆς με­τά­θε­σης καὶ συμ­πύ­κνω­σης, στὶς ὁ­ποῖ­ες ὁ Freud ἀ­πέ­δι­δε τὸ ρό­λο τῶν δύ­ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρων ἀ­συ­νεί­δη­των μη­χα­νι­σμῶν ποὺ λει­τουρ­γοῦν κα­τὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῶν ὀ­νει­ρι­κῶν εἰ­κό­νων. Ὁ Γάλ­λος φι­λό­σο­φος Gaston Bache­lard στὸ ὄ­ψι­μο ἔρ­γο του δι­α­χώ­ρι­σε τὴ θέ­ση του ἀ­πὸ τὴν ψυ­χα­νά­λυ­ση, ἐ­πει­δὴ ἡ τε­λευ­ταί­α ἑρ­μή­νευ­ε τὶς εἰ­κό­νες ἐν­νοι­ο­λο­γι­κά. Μὲ τὴ φαι­νο­με­νο­λο­γι­κή του μέ­θο­δο ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ συλ­λά­βει «τὴν οὐ­σί­α τῆς ποι­η­τι­κῆς φαν­τα­σί­ας ὡς πη­γὴ πρω­τό­τυ­πων εἰ­κό­νων καὶ νὰ φω­τί­σει τὴ συ­νεί­δη­ση ἑ­νὸς ὑ­πο­κει­μέ­νου στὸ ὁ­ποῖ­ο προ­κα­λοῦν δέ­ος οἱ εἰ­κό­νες ποὺ ἀν­τι­κρί­ζει»[4]. Ἡ εἰ­κό­να εἶ­ναι τὸ πρω­ταρ­χι­κὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τοῦ ἀ­συ­νεί­δη­του, ἀλ­λὰ καὶ πρω­ταρ­χι­κὸ δο­μι­κὸ ὑ­λι­κό της μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης, εἴ­τε με­τα­φέ­ρει ἕ­να ἐμ­πει­ρι­κὸ δε­δο­μέ­νο μέ­σῳ τῆς ὅ­ρα­σης ἢ ἕ­να ἀ­πο­κύ­η­μα φαν­τα­σί­ας ἢ ὀ­νεί­ρου. Στὴν Ποι­η­τι­κή του χώ­ρου[5] ἐμ­βά­θυ­νε καὶ στὴ μικρο­σκο­πική κλί­μακα προ­κει­μέ­νου νὰ δι­α­τη­ρή­σει ζων­τα­νὴ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς δια­ύγειας τῶν πραγ­μά­των καὶ τῆς ζω­ῆς, ὅ­που συ­νάν­τη­σε μιὰ φαν­τα­σμα­γο­ρί­α.

 

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

Ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Κώ­στα Βρα­χνοῦ, Πρῶ­τα ὁ Θεός.


Ἡ ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ γαλ­λι­κοῦ πρω­τό­τυ­που ἐγ­χει­ρή­μα­τος Short Edi­tion νὰ φέ­ρει τὴ λο­γο­τε­χνί­α στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ὴ μέ­σῳ εἰ­δι­κῶν αὐ­τό­μα­των μη­χα­νη­μά­των ποὺ το­πο­θε­τοῦν­ται σὲ πο­λυ­σύ­χνα­στα μέ­ρη ἀ­νὰ τὸν κό­σμο καὶ προ­σφέ­ρουν δω­ρε­ὰν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀ­πὸ σύγ­χρο­νους καὶ κλα­σι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς.


Ἡ χρή­σι­μη ἐφαρ­μογὴ αὐτό­ματης ἐπι­μέ­λειας κει­μένου στὴν ἀγ­γλι­κὴ ποὺ φέ­ρει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ernest Hemingway.


Οἱ λί­στες μὲ ἀγ­γλό­φω­να πε­ρι­ο­δι­κὰ (καὶ δι­α­γω­νι­σμοὺς) ποὺ εἰ­δι­κεύ­ον­ται στὴν (πο­λὺ) σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα στὰ ἱ­στο­λό­για* τῶν Dl Shirey, John Mat­thew Fox, Jer­ry Jen­kins καὶ Chri­sto­pher Fiel­den.


Ἰούνιος 2019

*Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω ἱ­στο­λό­για προ­τεί­νω ἀ­πο­κλει­στι­κὰ τὶς συγ­κεν­τρω­τι­κὲς λί­στες τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν καὶ δι­α­γω­νι­σμῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες εἶ­ναι ἀ­ξι­ό­πι­στες καὶ ἐ­πι­και­ρο­ποι­οῦν­ται τα­κτι­κά.
[1]. Ὁ Chekhov ἐ­πε­δί­ω­κε ἕ­να δι­α­κρι­τὸ στὶλ (the will to style) στὰ δι­η­γή­μα­τά του, ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ὕ­φος μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­ρί­σμα­τα, ὅ­πως ἡ ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα, ἡ ἁ­δρὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν χα­ρα­κτή­ρων – ἡ­ρώ­ων ποὺ ἦ­ταν ἁ­πλοί, συ­νη­θι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι, ἡ ἀ­πο­στρο­φὴ (Τί ὑ­πέ­ρο­χος και­ρὸς σή­με­ρα! Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω: νὰ φτιά­ξω τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στῶ;) καὶ ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ὡς μυ­θο­πλα­στι­κὴ κα­τα­σκευ­ή. Μὲ τὴ δι­α­πί­στω­σή του ὅ­τι «στὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴ λὲς ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ τὸ νὰ λὲς πε­ρισ­σό­τε­ρα», τό­νι­ζε τὴν προ­τί­μη­σή του στὴν ἀ­κρί­βεια καὶ τὴ συν­το­μί­α. Ἔ­τσι, φαί­νε­ται ὅ­τι συ­νέ­λα­βε τὴν οὐ­σί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, με­τα­λαμ­πα­δεύ­ον­τας τὶς στι­λι­στι­κές του ἐ­πι­λο­γὲς ὡς τρο­πι­κό­τη­τες σὲ πολ­λοὺς κύ­ριους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως ἡ Lydia Davis καὶ ὁ Raymond Car­ver.
[2]. Ἡ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἔκ­δο­ση τῆς δι­ε­θνοῦς ἀν­θο­λο­γί­ας μὲ τὰ κεί­με­να ποὺ δι­α­κρί­θη­καν εἶ­ναι ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση. Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α αὐ­τὴ εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κὴ καὶ γι’ αὐ­τὸ εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν κ. Γουρ­γου­ρῆ.
[3]. Κάφ­κα Φράν­τς, Ἀ­φο­ρι­σμοί, μτφρ. Γ. Βαμ­βα­λής, Ἐ­πί­κου­ρος, Ἀ­θή­να, 1970.
[4]. Selden Raman (ἐ­πιμ.), Ἀ­πὸ τὸν φορ­μα­λι­σμὸ στὸν με­τα­δο­μι­σμό, Ἱ­στο­ρί­α τῆς Θε­ω­ρί­ας τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας/8, The Cam­bri­dge Histo­ry of Li­te­rary Cri­ticism, θε­ώ­ρη­ση μτφ. Πε­χλι­βά­νος Μ. – Χρυ­σαν­θό­που­λος Μ., 2η ἀ­να­τύ­πω­ση, Ἐκ­δό­σεις Ἰνστι­τοῦ­το Νεοελ­λη­νικῶν Σπου­δῶν (Ἵ­δρυ­μα Μα­νό­λη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δη), Θεσ­σα­λο­νί­κη 2008.
[5]. Gaston Bachelard, Ἡ ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου, μτφ. Ε. Βέλ­τσου – Ι. Δ. Χα­τζη­νι­κο­λῆ, Ἐκ­δό­σεις Χα­τζη­νι­κο­λῆ, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2014.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Χρι­στο­δού­λου, Δή­μη­τρα Ἰ.: Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μι­κροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Εἰκόνα: Φωτογραφία τῆς φωτογράφου Ἕλενας Παπαδοπούλου.


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α: Κα­τα­σκευα­στὴς μνή­μης


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α


Κα­τα­σκευα­στὴς μνή­μης


ΕΛΕΙ νὰ ἔ­χει κα­λὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἂν ἔρ­χον­ται σύμ­φω­να μὲ τὰ μέ­τρα του τὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς του, τὰ κα­λο­δέ­χε­ται. Ἂν εἶ­ναι ἀ­σύμ­φω­να μὲ αὐ­τά, ἐ­πεμ­βαί­νει καὶ τὰ δι­ορ­θώ­νει στὴ μνή­μη του.

       Ἔ­χει ὡ­ραί­α σχέ­ση μὲ τὴν κα­λή του. Δὲ θέ­λει μὲ τί­πο­τα νὰ τὴ χα­λά­σει. Μὰ τυ­χαί­νει νὰ συ­ναν­τή­σει μιὰ κο­πέ­λα ποὺ τοῦ ξυ­πνᾶ τὴν πε­ρι­έρ­γεια. Ποι­ά εἶ­ναι; Πῶς ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει τό­σο μο­να­δι­κή; Ἂν τὴ χά­σει, ὄ­χι μό­νο δὲ θὰ μά­θει πῶς ἔ­φτα­σε νὰ εἶ­ναι τό­σο γνή­σια, τό­σο ἀ­συμ­βί­βα­στη, μὰ δὲ θὰ μά­θει ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ γί­νει αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος. Καὶ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ πα­ρα­κάμ­ψει κα­νεὶς τέ­τοι­α στιγ­μή. Τῆς λέ­ει ὅ­τι θέ­λει νὰ τὴ γνω­ρί­σει. Τὸ λέ­ει μὲ τό­σο πά­θος ποὺ ἡ κο­πέ­λα δι­αι­σθά­νε­ται ὅ­τι κά­τι σο­βα­ρὸ συμ­βαί­νει. Καὶ γί­νον­ται ζευ­γά­ρι τὴν ἴ­δια ὥ­ρα, ξε­χνών­τας τὸν κό­σμο.

       Πῶς νὰ ἔ­χει κα­λὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὅ­ταν, ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα, πρέ­πει νὰ ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­πὸ τὴν κα­λή του; Φτιά­χνει στὸ νοῦ του μιὰν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ποὺ δὲ πα­ρεκ­κλί­νει ἀ­πὸ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ πα­ρὰ λί­γες ὧ­ρες. Χώ­ρι­σε χτὲς τὸ βρά­δυ. Ἕ­νας ἔ­ξυ­πνος ἄν­θρω­πος βρί­σκει πάν­τα μιὰν αἰ­τί­α χω­ρι­σμοῦ. Καὶ τὴν ἑ­πο­μέ­νη τὸ πρω­ὶ συ­νάν­τη­σε τὴ μο­να­δι­κὴ και­νού­ρια κο­πέ­λα. Γιὰ νὰ ἰ­σχυ­ρο­ποι­ή­σει αὐ­τὴ τὴ μι­κρὴ δι­ο­λί­σθη­ση χρό­νου, τὴ δι­η­γεῖ­ται στὸν κολ­λη­τό του, καὶ στὴν ἐ­πι­στή­θια φί­λη τῆς χτε­σι­νῆς κα­λῆς του, καὶ στὸν πα­τέ­ρα του, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ πάν­τα σὰν σὲ ἔμ­πι­στο φί­λο. Τώ­ρα στέ­κει πά­λι ἀ­κέ­ραι­ος στὴν κρί­ση του, ἄ­μεμ­πτος στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του.

       Ἂν δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἄ­με­σα τὴν πρὶν κα­λή του, τὸ κα­τα­χω­ρεῖ στὰ ὑ­πέρ του. Πρέ­πει νὰ τῆς δώ­σει χρό­νο νὰ ἑ­τοι­μα­στεῖ. Τῆς ζη­τὰ τὰ κλει­διὰ τῆς φω­λιᾶς τους μὲ κά­ποι­ο πρό­σχη­μα, ἢ φεύ­γει μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες σὲ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι. Δὲν εἶ­ναι βάρ­βα­ρος. Κά­θε ἄν­θρω­πος ἔ­χει τὰ ὅ­ριά του. Θὰ σε­βα­στεῖ τὸ ὅ­ρια τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του, τοῦ πρὶν και­ροῦ. Αὐ­τὸ δὲ λέ­γε­ται ἐ­ξα­πά­τη­ση. Λέ­γε­ται τρυ­φε­ρὴ κα­τα­νό­η­ση. Τὰ πάν­τα ρεῖ. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ μποῦ­με δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ ἴ­διο πο­τά­μι. Αὐ­τὰ τὰ ἤ­ξε­ραν οἱ σο­φοί μας πρό­γο­νοι. Τώ­ρα εἶ­ναι και­νού­ρια ὥ­ρα, και­νού­ριος πο­τα­μός.

       Μὰ ἡ ζω­ὴ μας εἶ­ναι χρό­νια. Δὲν εἶ­ναι στιγ­μές. Θὰ φα­νεῖ στὸν ὁ­ρί­ζον­τα κά­πο­τε, σὰν ἀ­στρα­πή, μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ αὐ­τὸς γνω­ρί­ζει, μὲ κά­θε νευ­ρώ­να, μὲ κά­θε μό­ριό του, ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­φή­σει ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ, για­τὶ μό­νο κον­τά της θὰ γνω­ρί­σει τὰ ὅ­ρια τοῦ ἐ­αυ­τοῦ του. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ δι­ο­λι­σθή­σει τὸ χρό­νο, νὰ χω­ρί­σει χτές, πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν και­νού­ρια συ­νάν­τη­ση. Ἀ­κα­ρια­ῖα, πεί­θει τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴν πρέ­που­σα ἀλ­λη­λου­χία. Καὶ βγαί­νει πά­λι νι­κη­τής, μὲ ἀ­λώ­βη­τη τὴν κα­λή του ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α (Ἀ­θή­να, 1932). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο, ἀγ­γλι­κὴ καὶ ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ρω­σι­κὰ καὶ ἄλ­λες γλῶσ­σες. Εἶ­ναι δρ. Συγ­κρι­τι­κῆς Γραμ­μα­το­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Σορ­βόν­νης. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ 49 βι­βλί­α της: 10 ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, 23 πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ 16 θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ ἐ­νή­λι­κες καὶ γιὰ νέ­ους. Πολ­λὰ ἔρ­γα της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ, δη­μο­σι­ευ­τεῖ ἢ ἐκ­δο­θεῖ σὲ ἄλ­λες χῶ­ρες, κι ἔ­χουν παι­χτεῖ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἢ στὸ θέ­α­τρο, στὴ χώ­ρα μας καὶ ἀλ­λοῦ. Ἡ ἴ­δια ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες. Δι­δά­σκει φι­λο­λο­γι­κὰ μα­θή­μα­τα καὶ θέ­α­τρο. Δι­ευ­θύ­νει τὸ Θε­α­τρι­κὸ Ἐρ­γα­στή­ρι Νέ­ας Σμύρ­νης. Συ­χνὰ συμ­με­τέ­χει σὲ δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια. Ἀ­πὸ τὸ 1996 ὀρ­γα­νώ­νει στὴν Ἑλ­λά­δα κά­θε δύ­ο χρό­νια δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια θε­α­τρο­λο­γί­ας ὡς πρό­ε­δρος Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Θε­α­τρι­κῆς Ἔ­ρευ­νας στὴν Ἑλ­λά­δα. Εἶ­ναι Πρό­ε­δρος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Forum Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων τοῦ Ι.Τ.Ι. τῆς UNESCO. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Πό­τε θὰ φα­νεῖ ἡ Φα­νή (Ἄγ­κυ­ρα, 2010).