Τίνα Κωτσιοπούλου: Ὑποκατάστατα


Τί­να Κω­τσι­ο­πού­λου


Ὑ­πο­κα­τά­στα­τα


 ΚΥΡΙΑ μὲ τὸ σκυ­λά­κι βγά­ζει τὴν ζω­ή της βόλ­τα κά­θε μέ­ρα. Μί­α τὸ πρω­ῒ καὶ μί­α τὸ βρά­δυ. Στα­μα­τᾶ σὲ κά­θε δέν­τρο ψά­χνον­τας ἴ­χνη πα­ρου­σί­ας. Ἡ μυ­ρω­διὰ τὴν κά­νει νὰ αἰ­σθά­νε­ται οἰ­κεί­α. Ἀ­να­κου­φί­ζε­ται, χα­μο­γε­λᾶ σὲ ὅ­λους τοὺς πε­ρα­στι­κούς.

         Σκύ­βει καὶ μα­ζεύ­ει τὰ πε­ρι­τώμ­μα­τα. Εὐ­τυ­χῶς δὲν εἶ­ναι πολ­λά. Ἡ ἀ­νάγ­κη τῆς συ­νή­θειας. Τρα­βά­ει τὸ χρό­νο ἀ­π’­ τὸ λου­ρί. Κα­θα­ρί­ζει ἐ­πι­με­λῶς τὴν ἐ­φα­πτό­με­νη ἐ­πι­φά­νεια. Δὲν θέ­λει νὰ εἰ­σέλ­θει τί­πο­τα στὸ γυ­ά­λι­νο κό­σμο της. Τὸ κολ­λά­ρο τοῦ ἀ­νύ­παρ­κτου ἔ­ρω­τά της γρά­φει ὅ­λα τὰ στοι­χεῖ­α. Εἶ­ναι σί­γου­ρο ἄλ­λω­στε πὼς κά­ποι­α μέ­ρα θὰ χα­θεῖ καὶ αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κα­τά­στα­το. Ἐ­κεί­νη ἔ­χει χα­θεῖ ἀ­πὸ και­ρό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τί­να Κω­τσι­ο­πού­λου (Κύθηρα). Γράφει ποίηση καὶ μικρομυθοπλασία. Διδάσκει ἀγγλικά στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται στὴν ἀνθολογία Δείπνο Ποιητών (Ἐντύποις, 2017).


Διαφημίσεις

Σπῦρος Κιοσσὲς: Συνεύρεση


Σπῦ­ρος Κι­οσ­σές


Συ­νεύ­ρε­ση


ΑΚΤΟΠΟΙΩ λί­γες ἀ­κό­μη ἐκ­κρε­μό­τη­τές μου στὸ χαρ­τί. Ἡ ἴ­δια ἡ γρα­φὴ μιὰ ἀ­τέρ­μο­νη ἐκ­κρε­μό­τη­τα. Λερ­ναί­α Ὕ­δρα. Γρά­φω, δι­α­γρά­φω, καὶ πά­λι ἀπ’ τὴν ἀρ­χή. Μί­τος ἀρ­χέ­γο­νος, ψά­χνω ἐ­να­γώ­νια τὴν ἄ­κρη του. Ἕ­να τε­τρά­διο πάν­τα κον­τά σου, ἀ­κό­μη καὶ στὸν ὕ­πνο – λέ­νε. Πο­τὲ δὲν ξέ­ρεις πό­τε θὰ σοῦ χτυ­πή­σει ἡ ἔμ­πνευ­ση. Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα, πόρ­τες, πα­ρά­θυ­ρα, οἱ αἰ­σθή­σεις μου, ὅ­λα ἀ­νοιγ­μέ­να δι­ά­πλα­τα. Πό­ροι ποὺ ὣς τώ­ρα λει­τουρ­γοῦ­νε μό­νο ὡς ἔ­ξο­δοι. Ἀ­φή­νουν νὰ δι­α­χέ­ε­ται ἡ ὕ­παρ­ξή μου. Στὸ ἔ­ξω νὰ σκορ­πί­ζε­ται. Κι ἐ­γώ, ὁ­λο­έ­να μι­κρό­τε­ρος, κρα­τά­ω τὰ δά­χτυ­λα ἀ­νοι­χτά, μή­πως συλ­λά­βουν τὸ νό­η­μα τοῦ κό­σμου. Ὅ­λο μου τὸ κορ­μὶ ἀν­τέ­να ὑ­ψω­μέ­νη στὸ χά­ος. Σι­ω­πή. Λή­ψη κα­μί­α. Τὸ ἀ­πό­λυ­το τί­πο­τε. Οὔ­τε κὰν τὸ λευ­κό τῆς σε­λί­δας. Παν­τοῦ γκρί­ζες ἀ­μυ­χὲς ἀ­πὸ μο­λύ­βι, ποὺ ξε­θω­ριά­ζουν μέ­ρα τὴ μέ­ρα. Γρα­φο­μα­νής, γε­μί­ζω ἀ­σφυ­κτι­κὰ τε­τρά­δια, χαρ­τιά, χαρ­το­πε­τσέ­τες, μὰ οὔ­τε μιὰ φρά­ση ἁρ­μο­νι­κὴ δὲν σύν­τα­ξα. Πα­ρα­φω­νί­α λέ­ξε­ων σὲ ἂ ἔ­λασ­σον. Ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος, ἐ­λάσ­σων κι ἐ­γώ, ἁ­πλώ­νω τὸ χέ­ρι νὰ σβή­σω τὴ λάμ­πα στὸ κο­μο­δί­νο.

        Σ’ ἀγ­γί­ζω ἄ­θε­λά μου. Οὔ­τε θυ­μό­μουν πὼς ἤ­σουν ἐ­κεῖ. Σὲ εἶ­χα ξε­χά­σει ἐ­δῶ καὶ μέ­ρες ξα­πλω­μέ­νη μὲς στὰ σκε­πά­σμα­τα. Μὲ πε­ρι­μέ­νεις μὲ τὴν ἡ­δο­νι­κὴ ἠ­ρε­μί­α τῆς αὐ­τε­πί­γνω­σης. Χα­ϊ­δεύ­ω ἁ­πα­λὰ τὴ ρά­χη σου μὲ τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λα. Εἴ­μα­στε δι­α­φο­ρε­τι­κοί, μοῦ λὲς αὐ­τά­ρε­σκα. Ἐ­σὺ ἐ­παρ­χι­ώ­της ποι­η­τής. Ἐ­μέ­να θὰ μὲ βρεῖς σ’ ἀν­θο­λο­γί­ες παγ­κό­σμι­ες. Μὰ μὴ σὲ νοιά­ζει. Τί ὠ­φε­λεῖ ἡ ὁ­μοι­ό­τη­τα; Ἔ­λα νὰ πο­λε­μή­σου­με. Ρό­λους νὰ ἀλ­λά­ζου­με, τὴ μιὰ θύ­της, θύ­μα τὴν ἄλ­λη. Μί­λα μου, μό­νο. Πό­σο μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ γε­λι­έ­μαι μὲ τὰ λό­για. Ὅ­πως ἐ­πι­θυ­μεῖς ἀ­γά­πα με. Τί μὲ κοι­τᾶς; Λύ­πη ἔ­χω στὰ μά­τια, ὄ­χι λύ­πη­ση. Κρυ­ώ­νεις;  Ἔ­χου­με τό­σες λέ­ξεις γιὰ προ­σά­ναμ­μα.

        Κά­να­με ποί­η­ση ὅ­λο το βρά­δυ. Δί­πλα μου, ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε, ἕ­να βι­βλί­ο σὲ γλώσ­σα ξέ­νη. Δι­α­βά­ζω τὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο συλ­λα­βι­στά: Ма­рина И­ва­но­вна Цве­та­е­ва. По­э­мы.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπῦ­ρος Κι­οσ­σές. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Τμῆ­μα Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Δη­μο­κρι­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Βι­βλί­α του: Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἀ­νά­γνω­ση καὶ γρα­φὴ τοῦ πε­ζοῦ λό­γου: Ἡ συμ­βο­λὴ τῆς ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­ας (Ἀ­θή­να, 2018) καὶ Τὸ κά­τω κά­τω τῆς γρα­φῆς (ποί­η­ση, Με­λά­νι, 2018).


Δημοσθένης Καμπούρης: Τὸ μέλλον ποὺ ἔφευγε


Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Τὸ μέλ­λον ποὺ ἔ­φευ­γε


ΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε πὼς θὰ κα­θό­ρι­ζε τὸ μέλ­λον του: θὰ χώ­ρι­ζε μα­ζί της. Ἀ­γα­πι­όν­του­σαν καὶ εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει πὼς θὰ περ­νοῦ­σαν τὴ ζω­ή τους μα­ζί, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἐ­κεῖ­νος θά ‘φευ­γε ἀ­π’ τὸ χω­ριό, θὰ πή­γαι­νε στὴν πό­λη, θὰ γνώ­ρι­ζε κά­ποι­α ἄλ­λη ἐ­κεῖ ἢ καὶ ἄλ­λες. Ἡ προ­ο­πτι­κὴ τὸν ἀ­να­στά­τω­νε. Κι ἔ­τσι κά­θι­σε γιὰ μιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ μα­ζί της στὸ παγ­κά­κι τοῦ πάρ­κου καὶ τῆς εἶ­πε τί ἤ­θε­λε. Τὴν εἶ­δε νὰ ξε­σπά­ει σὲ λυγ­μούς, νὰ τραν­τά­ζε­ται, κι αὐ­τὸ ἔ­σκι­ζε καὶ τὴ δι­κή του καρ­διά, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σε πιὰ ν’ ἀλ­λά­ξει γνώ­μη. Τὰ χαρ­το­μάν­τι­λα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α σκού­πι­ζε τὰ μά­τια της τά ‘χω­νε στὴν τσέ­πη της. «Θέ­λω νὰ τὰ κρα­τή­σω νὰ θυ­μᾶ­μαι», τοῦ εἶ­πε. Ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­φευ­γε ἀ­κό­μα. Ἐ­κεῖ­νος κου­νοῦ­σε τὰ πό­δια του νευ­ρι­κά. Ἡ στιγ­μὴ ἐρ­χό­ταν. Ση­κώ­θη­κε καὶ τί­να­ξε τὸ τζίν της μὲ τὶς πα­λά­μες της. Τὴν κοί­τα­ζε μὲ τὸ μυα­λό του ἄ­δει­ο. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ, ὄρ­θια ἀ­πέ­ναν­τί του, καὶ με­τὰ ἔ­κα­νε με­τα­βο­λὴ καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Πε­τά­χτη­κε τό­τε κι ἐ­κεῖ­νος λί­γο πιὸ ἐ­κεῖ, σ’ ἕ­ναν θά­μνο, ξε­κουμ­πώ­θη­κε, κι ἄρ­χι­σε νὰ κα­του­ρά­ει ὁρ­μη­τι­κά, ἀ­συγ­κρά­τη­τα, ἀ­τε­λεί­ω­τα. Εἶ­χε σκά­σει τό­ση ὥ­ρα καὶ ἡ ἀ­να­κού­φι­ση ἦ­ταν τε­ρά­στια, σκέ­πα­ζε τὴν αἴ­σθη­ση καὶ τὴν βα­ρύ­τη­τα ὅ­λων των ἄλ­λων.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας: Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα



Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα


ΥΣΑΡΕΣΤΑ πράγ­μα­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν στὸν κα­θέ­να, ἀλ­λὰ μό­νον κά­ποι­ους μπο­ροῦν νὰ τοὺς ἀλ­λά­ξουν χα­ρα­κτή­ρα. Νὰ με­τα­μορ­φώ­σουν ἕ­ναν κα­λὸ ἄν­θρω­πο πχ. σὲ δι­ά­βο­λο. Θὰ μοῦ πεῖ­τε πὼς ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος σέρ­νει μα­ζὶ μὲ τὰ πο­δά­ρια καὶ τὴ μοί­ρα του, καὶ οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἐ­πι­ση­μαί­νουν οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι ἤ­δη μὲς στὶς ἀ­πο­σκευ­ὲς ποὺ σέρ­νει πί­σω του. Δὲν ξέ­ρω. Πα­ρά­ξε­να φέγ­γει στὴ μνή­μη μου ἡ ἀρ­χή. Νέ­ος ψυ­χί­α­τρος τό­τε ἐ­πε­δεί­κνυ­α με­γα­θυ­μί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση σὲ ἀ­χα­ρα­κτή­ρι­στες συμ­πε­ρι­φο­ρές. Ὑ­πε­ρέ­βα­λα ἑ­αυ­τὸν καὶ ψυ­χι­α­τρι­κο­ποι­οῦ­σα ἀ­κό­μη καὶ τὴν κοι­νὴ χυ­δαι­ο­λο­γί­α, τὶς μνη­σί­κα­κες ἀ­να­φο­ρὲς σὲ ἄ­το­μα τοῦ εὐ­ρέ­ως πε­ρι­βάλ­λον­τός μου, ἀ­κό­μη καὶ τὶς συ­κο­φαν­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις, τὴν ἐ­ξύ­βρι­ση τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας καὶ τὸν δι­α­συρ­μὸ ὑ­πο­λή­ψε­ων. Τὸν ὑ­πο­τί­μη­σα ὡς ἕ­ναν ἀ­κό­μη «τρε­λό», ἀ­γνο­ών­τας πὼς αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κεί­με­νο ποὺ προ­σποι­οῦνταν τὸ φί­λο μου, πει­ρα­μα­τι­ζό­ταν πῶς νὰ ἐ­λέγ­χει καὶ νὰ κα­θο­δη­γεῖ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις μου.

       Δὲν θὰ ξε­χά­σω αὐ­τὸ τὸ φέγ­γος στὸ σταθ­μό. Ἐ­κεῖ κα­τα­γρά­φτη­κε στὸ χαρ­τὶ ἕ­να λε­πτο­με­ρὲς καὶ πα­ρα­στα­τι­κὸ σχέ­διο ἐγ­κλή­μα­τος. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ τὸ ἔ­γρα­ψε ἦ­ταν ἕ­να ψυ­χρὸ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὸ μυα­λό. Ἕ­να μυα­λὸ ποὺ εἶ­χε μο­να­δι­κὸ σκο­πὸ καὶ σκέ­ψη τὴν κα­τα­στρο­φὴ μιᾶς ἄλ­λης ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Πή­γαι­νε στὴν Ἀ­θή­να νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα: ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε στὴ δου­λειὰ καὶ φω­το­γρά­φι­ζε ὅ­λα τὰ πρό­σω­πα ποὺ ἔρ­χον­ταν σὲ ἐ­πα­φὴ μα­ζί της. Κα­τέ­γρα­φε σὲ ἕ­να τε­φτέ­ρι τὰ ὀ­νό­μα­τά τους, τὶς δι­ευ­θύν­σεις τους, τὰ τη­λέ­φω­να, καὶ κα­θὼς ἡ δου­λειὰ τῆς πρώ­ην συ­ζύ­γου του ἦ­ταν σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο, ἔ­βα­λε στὸ στό­χα­στρο δι­ά­φο­ρους λο­γο­τέ­χνες μι­κροῦ ἢ με­γα­λύ­τε­ρου βε­λη­νε­κοῦς. Τὴν ἀ­πει­λοῦ­σε πὼς θὰ τὴν ξε­φτί­λι­ζε μέ­ρες, ἑ­βδο­μά­δες, μῆ­νες καὶ χρό­νια. Ξα­να­γύ­ρι­ζε στὸ στρα­τό­πε­δο καὶ τοὺς ἔ­λε­γε πὼς κα­λο­πέ­ρα­σε μὲ τὸ γκο­με­νά­κι στὴν Κα­τε­ρί­νη.


Ὅ­λα τε­λει­ώ­νουν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σύ­νο­ρο. Ἡ θλί­ψη, ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α, ἡ ἄ­γρια ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ἐκ­δί­κη­ση καὶ τι­μω­ρί­α εἶ­χαν φω­λιά­σει πιὰ στὴν καρ­διά του. Προι­κι­σμέ­νος μὲ ἕ­να ψυ­χρὸ θυ­μό, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ τοῦ Λι­το­χώ­ρου ἕ­ως τὴν τε­λευ­ταί­α ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­νώ­φε­λης καὶ πρό­στυ­χης ζω­ῆς του, με­τα­βλή­θη­κε σὲ ἕ­να μο­χθη­ρὸ καὶ κα­κό­βου­λο ὂν ποὺ μό­λυ­νε μὲ τὴν ἀ­νά­σα του ὅ­ποι­ον στε­κό­ταν δί­πλα του. Τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο τί ἔ­κα­ναν οἱ λο­γο­τέ­χνες στὴ ζω­ὴ τους ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ ὅ,­τι ἔ­γρα­φαν. Ἀ­νί­κα­νος νὰ ἀ­πο­λαύ­σει ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο, κα­τέ­γρα­φε τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου τους, ὑ­πο­λο­γι­στι­κὰ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Ἐ­πώ­α­ζε στὴ ψυ­χή του μυ­ριά­δες κου­τσομ­πο­λιά, κα­θο­δη­γού­με­νος πάν­τα ἀ­πὸ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α νὰ κα­τα­στρέ­ψει τοὺς ἄλ­λους. Μιᾶς ἔμ­μο­νης ἰ­δέ­ας ποὺ τὸν τρι­βέ­λι­ζε ἀ­δι­ά­κο­πα κι ἀ­πέ­κτη­σε τε­ρά­στι­ες δι­α­στά­σεις κι ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­πα­ψε νὰ με­τρά­ει γι’ αὐ­τόν. Θε­ό­στρα­βος, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χον­τροὺς φα­κοὺς ἔ­βλε­πε πράγ­μα­τα ποὺ δὲν βλέ­πουν οἱ ἄλ­λοι. Ἔ­τσι ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να σω­ρὸ ἀ­κα­τα­νό­η­τες θε­ω­ρί­ες σχε­τι­κὲς μὲ τὴ Ψυ­χο­λο­γί­α καὶ πί­στευ­ε ἀ­κρά­δαν­τα πὼς κολ­λᾶ­νε σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση. «Ἂν εἶ­σαι ἄρ­ρω­στος» ἔ­λε­γε στὸν ἑ­κά­στο­τε ἐ­χθρό του «δὲν θὰ χρε­ω­θοῦ­με ἐ­μεῖς τὴν ἀρ­ρώ­στια σου». Μι­λοῦ­σε στὸν πλη­θυν­τι­κό, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στοὺς ὑ­πο­τε­λεῖς του κι ὑ­πεν­θυ­μί­ζον­τάς τους πὼς «ἐ­μεῖς» θὰ σᾶς ἐ­πι­φυ­λά­ξου­με τὴν ἴ­δια τύ­χη, ἔ­τσι κι ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ­τε. Ἐ­κεῖ στὴν ἀ­πο­βά­θρα μὲ τὶς χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς νὰ στά­ζουν ἀ­πὸ τὰ λι­γδι­α­σμέ­να του μαλ­λιά, ρεύ­τη­κε τὸν πι­τό­γυ­ρο ποὺ εἶ­χε κα­τα­βρο­χθί­σει στὰ ὄρ­θια, τὶς τη­γα­νη­τὲς πα­τά­τες μὲ τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὰ τζα­τζί­κια, σκού­πι­σε πά­λι μὲ τὴν ἀ­νά­στρο­φη τοῦ χε­ριοῦ του τὰ γέ­νια ποὺ θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα, κι ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο. Τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο μὲ τὸ ἀ­πο­λυ­τή­ριο στρα­τοῦ στὴν τσέ­πη, ἀ­πέ­κτη­σε αὐ­το­μά­τως τὴν ἡ­λι­κί­α τοῦ θα­νά­του του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Σω­τή­ρης Πα­στά­κας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τεῦχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆς, Ὁ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ου, Τὸ πα­ρα­μι­λη­τό, Σπαρ­μός, Ποί­η­ση, Μαν­δρα­γό­ρας, Νέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).



		

	

Τάσος Καλούτσας: Γιατί τὸ ἔκανες αὐτό



Τά­σος Κα­λού­τσας

Για­τί τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό

Μάρ­τυ­ρες δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά, γιὰ τί­πο­τε
Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης,
 («Τρί­α κρυ­φὰ ποι­ή­μα­τα»)

ΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ!

Ἡ κραυ­γὴ ἔ­φτα­νε στ’ αὐ­τιά τους ἱ­κε­τευ­τι­κή, σχε­δὸν σπα­ρα­χτι­κή. Τὸ δί­χως ἄλ­λο ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ κραύ­γα­ζε βρι­σκό­ταν σὲ με­γά­λο κίν­δυ­νο.

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ρά­γι­ζε τὴ σι­ω­πὴ τῆς νύ­χτας. Ἔ­ρι­ξε μιὰ λο­ξὴ μα­τιὰ στὸ ρο­λό­ι του: πε­ρα­σμέ­νες τρει­σή­μι­σι!

        Ἡ σύν­τρο­φός του πε­τά­χτη­κε ξαφ­νι­κὰ πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κα­τέ­βα­σε τὶς γρί­λι­ες.

        «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ;»

        «Σσς» τοῦ ψι­θύ­ρι­σε. «Μὴν κου­νη­θεῖς καὶ μὴν ἀ­νά­ψεις φῶ­τα!»

      Ἡ φω­νὴ τρε­μά­με­νη, φα­νέ­ρω­νε τὴν ἀ­γω­νί­α της.

        Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να κη­πά­ριο μὲ γρα­σί­δι μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρό τους, τὰ κάγ­κε­λα τῆς αὐ­λῆς κι ὁ δρό­μος, σκο­τει­νὸς τὶς δυ­ὸ τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες. Τὰ φῶ­τα στὶς κο­λό­νες ὁ­λό­γυ­ρα σβη­στά. Μά­λι­στα θυ­μό­ταν ποὺ τοῦ εἶ­χε γκρι­νιά­ξει: «Τί στὸν δι­ά­βο­λο, οἰ­κο­νο­μί­α κά­νουν καὶ σ’ αὐ­τό; Κο­τζὰμ θέ­ρε­τρο… μὲ τὰ σκο­τά­δια θὰ τρα­βή­ξουν τοὺς του­ρί­στες;»

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ἀ­κου­γό­ταν τώ­ρα πιὸ κον­τά.

        Ἀ­κο­λού­θη­σε ἕ­να βα­ρὺ τρε­χα­λη­τὸ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ δρό­μου. Με­τὰ ἔ­γι­νε ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή. Στὸ δι­ά­δρο­μο ἔ­και­γε ἕ­να ἀ­σθε­νι­κὸ φω­τά­κι νύ­χτας. Ἡ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα στε­κό­ταν ἀ­σά­λευ­τη ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τόν, ποὺ μι­σο­κα­θό­ταν στὸ στρῶ­μα του, καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ ἐ­λέγ­χει τὶς κι­νή­σεις του. Με­τὰ ἔ­σκυ­ψε σὰ φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος πά­νω στὸ κρε­βα­τά­κι τοῦ μω­ροῦ της καὶ ἀ­φουγ­κρά­στη­κε τὴν ἀ­νά­σα του.

        «Τί φο­βᾶ­σαι… Σι­γὰ μὴ χω­θεῖ κι ἐ­δῶ μέ­σα!»

        Ἐ­κεί­νη, ἀν­τὶ γι’ ἀ­πάν­τη­ση σκέ­πα­σε μὲ τὸ σεν­το­νά­κι του τὸ παι­δί, ποὺ κοι­μό­ταν ἤ­ρε­μα.

        Ὅ­ταν πιὰ δὲν ἀ­κου­γό­ταν τί­πο­τα, ὁ ἄν­τρας πλη­σί­α­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἀ­νέ­βα­σε τὸ στό­ρι στὴν ἀρ­χι­κή του θέ­ση. Πρό­σε­ξε πὼς στὸ με­τα­ξὺ ἀρ­κε­τὰ φῶ­τα εἶ­χαν ἀ­νά­ψει —κα­τό­πιν ἑ­ορ­τῆς, βέ­βαι­α— στὸ ἀ­πέ­ναν­τι συγ­κρό­τη­μα.

        «Τό­σο πο­λὺ τρό­μα­ξες;» τὴν ρώ­τη­σε. «Κα­τέ­βα­σες καὶ τὶς γρί­λι­ες… Για­τί τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό;»

        Ἤ­θε­λε πο­λὺ νὰ συμ­πλη­ρώ­σει πὼς κα­νο­νι­κὰ θὰ ἔ­πρε­πε ἴ­σως νὰ τρέ­ξουν ὅ­λοι νὰ δοῦν ἂν μπο­ροῦ­σαν νὰ βο­η­θή­σουν σὲ κά­τι, τὴν ἔ­βλε­πε ὅ­μως τό­σο τα­ραγ­μέ­νη ποὺ δὲν τόλ­μη­σε.

        «Ἐ­νῶ ἐ­σὺ ὄ­χι;» τοῦ ἀ­πάν­τη­σε δύ­σπι­στα.


* * *


Λί­γο πα­ρά­με­ρα, στὴν ἄ­κρη τῆς πλα­τεί­ας, ὑ­πῆρ­χε ἕ­να μι­κρὸ συν­τρι­βά­νι. Κά­θε βρά­δυ ἕ­νας πί­δα­κας νε­ροῦ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο του, μὲ αὐ­ξο­μει­ού­με­νη ἔν­τα­ση, σκορ­πί­ζον­τας πο­λύ­χρω­μες ἀν­ταύ­γει­ες, μὲ τὴ βο­ή­θεια κα­τάλ­λη­λων προ­βο­λέ­ων. Δι­ά­φο­ροι του­ρί­στες, ζευ­γά­ρια ἢ οἰ­κο­γέ­νει­ες μὲ μι­κρὰ παι­διὰ ποὺ τι­τί­βι­ζαν χα­ρού­με­να, φω­το­γρα­φί­ζον­ταν μὲ φόν­το αὐ­τὸ τὸ σκη­νι­κό, ὄρ­θιοι ἢ κα­θι­στοὶ στὸ χα­μη­λὸ πε­ζου­λά­κι τῆς στέρ­νας. Πρὶν λί­γες μέ­ρες εἶ­χε πο­ζά­ρει ἐ­κεῖ κι ὁ ἴ­διος μὲ τοὺς δι­κούς του, τὴ σύν­τρο­φό του καὶ τὸ πι­τσι­ρί­κι. Σή­με­ρα, ἀ­πὸ τ’ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα, μπρου­μυ­τι­σμέ­νο,  μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να μέ­σα στὸ νε­ρό, ἐ­πέ­πλε­ε ἐ­κεῖ μέ­σα τὸ πτῶ­μα ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ἄν­τρα.

        Οἱ πρῶ­τες φῆ­μες λέ­γαν πὼς ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν σύν­δε­σμο ἑ­νὸς πα­ρά­νο­μου δι­ε­θνοῦς κυ­κλώ­μα­τος δι­α­κί­νη­σης ναρ­κω­τι­κῶν (καὶ λα­θραί­ων) στὴν πε­ρι­ο­χὴ καὶ ὅ­τι τὸν ἔ­φα­γε ἕ­νας Ρου­μά­νος τοῦ ἴ­διου σι­να­φιοῦ. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χαν βρε­θεῖ ἀ­κό­μη τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα τεκ­μή­ρια οὔ­τε ὁ ἀ­κρι­βὴς τό­πος δι­α­μο­νῆς του. Ἄλ­λοι μι­λοῦ­σαν γιὰ ξε­κα­θά­ρι­σμα λο­γα­ρια­σμῶν με­τα­ξὺ ὑ­πο­κει­μέ­νων τοῦ ὑ­πο­κό­σμου, ὅ­που ὡς γνω­στόν, δύ­σκο­λα γλι­τώ­νει κα­νεὶς ὅ­ταν μπεῖ στὸ στό­χα­στρο. Κά­ποι­οι δι­α­τεί­νον­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἁ­πλῶς τὸ θύ­μα μιᾶς ἀ­πρό­βλε­πτης νυ­χτε­ρι­νῆς λη­στεί­ας· ξέ­φυ­γε πι­θα­νό­τα­τα πρὸς στιγ­μὴν ἀ­πὸ τὰ νύ­χια τοῦ δρά­στη κι ἐ­κεῖ­νος τὸν κυ­νή­γη­σε καὶ τὸν σκό­τω­σε, συγ­κε­κρι­μέ­να τὸν στραγ­γά­λι­σε. Οἱ ἐκ­δο­χὲς ἦ­ταν τό­σες πολ­λὲς ὅ­σοι κι ἐ­κεῖ­νοι (φαν­τα­σι­ό­πλη­κτοι καὶ μὴ) ποὺ τὶς ξε­στό­μι­ζαν. Μέ­χρι καὶ γιὰ ἄ­γριο σε­ξου­α­λι­κὸ ἔγ­κλη­μα ἔ­κα­ναν λό­γο με­ρι­κοί, ἐ­πει­δή, λέ­ει, ὁ δο­λο­φο­νη­μέ­νος ἦ­ταν νέ­ος ἐκ­πά­γλου καλ­λο­νῆς. Ἡ το­πι­κὴ Ἀ­στυ­νο­μί­α ἔ­στελ­νε ἀ­π’ τὸ πρω­ῒ ἐ­πεί­γον­τα φὰξ καὶ ἰ­μέ­ιλ πρὸς ὅ­λες τὶς ἁρ­μό­δι­ες (ντό­πι­ες καὶ ξέ­νες) ἀρ­χές, ἀλ­λὰ τί πε­ρισ­σό­τε­ρο νὰ σοῦ κά­νει μιὰ ὑ­πη­ρε­σί­α, μὲ ὀ­λι­γο­με­λὲς προ­σω­πι­κό, στὴν ἄ­κρη αὐ­τῆς τῆς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νης του­ρι­στι­κῆς πε­ρι­ο­χῆς;

        Τὸ κρί­σι­μο ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ τέ­θη­κε ἐ­ξαρ­χῆς ἦ­ταν ἂν ἐ­πρό­κει­το τε­λι­κὰ γιὰ τὸ ἴ­διο ἄ­το­μο πού, πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα, κα­λοῦ­σε ἀ­πελ­πι­σμέ­να σὲ βο­ή­θεια. Πά­νω σ’ αὐ­τὸ μᾶλ­λον δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α για­τὶ βρέ­θη­καν ἀρ­κε­τοὶ —γεί­το­νες τους ἀλ­λὰ καὶ ἄλ­λοι— πού, ἂν καὶ δὲν εἶ­χαν δεῖ μὲ τὰ μά­τια τους οὔ­τε τὸ θύ­τη οὔ­τε τὸ θύ­μα του, εἶ­χαν ὡ­στό­σο ἀ­κού­σει (σὰν μέ­σα σὲ ὄ­νει­ρο) τὶς φω­νὲς καὶ τὰ τρε­χα­λη­τά τους, μπο­ροῦ­σαν λοι­πὸν νὰ κα­θο­ρί­σουν μὲ ἀ­κρί­βεια τὶς κι­νή­σεις τῆς δι­α­δρο­μῆς τους, μέ­σα ἀ­πὸ στε­νὰ κι ἐ­ρη­μι­κὰ σο­κά­κια, μέ­χρι τὸ συν­τρι­βά­νι, ποὺ ὑ­πῆρ­ξε προ­φα­νῶς καὶ ὁ τε­λι­κὸς προ­ο­ρι­σμός τους. Ἐ­πει­δὴ ἀ­κρι­βῶς ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τὲς οἱ λε­πτο­με­ρεῖς ἀ­κου­στι­κὲς μαρ­τυ­ρί­ες, ἀ­πο­κλεί­στη­κε καὶ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ πρό­κει­ται γιὰ ἑ­νὸς εἴ­δους τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση κά­ποι­ου μο­να­χι­κοῦ λύ­κου, ἀ­φοῦ δὲν ἀ­κού­στη­κε κα­μιὰ σχε­τι­κὴ κραυ­γὴ ποὺ νὰ ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τὸν Θε­ὸ (Ἀλ­λά­χου Ἄκ­μπαρ!). Στὴν ἀ­μη­χα­νί­α ποὺ ἐ­πέ­δει­ξε ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς γιὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες (ἔ­στω ἕ­νας!) ποὺ νὰ ἔ­χουν βι­ώ­σει δηλ. ἐκ τοῦ σύ­νεγ­γυς τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ (πα­ρὰ μο­νά­χα δι­ά­φο­ροι ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως ὠ­τα­κου­στές), κά­ποι­ος ἔ­δω­σε τὴ δι­κή του ἐκ­δο­χή:

        «Ἑ­τοι­μα­ζό­μουν νὰ μπῶ στὸ μπά­νιο, ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὶς κραυ­γὲς καὶ σκέ­φτη­κα νὰ βγῶ ἔ­ξω νὰ δῶ τί συμ­βαί­νει, ἀλ­λὰ φο­βή­θη­κα…». Πρό­σθε­σε ὅ­τι μιὰ ἄλ­λη φο­ρὰ ποὺ τοῦ εἶ­χε τύ­χει νὰ βρε­θεῖ ἀν­τι­μέ­τω­πος (ἢ μᾶλ­λον συ­να­παν­τή­θη­κε τυ­χαῖ­α) μὲ ἄ­το­μο τοῦ ἴ­διου φυ­ρά­μα­τος μὲ αὐ­τὸν ποὺ ἔ­ψα­χναν, τὸν εἶ­δε στὸ δρό­μο νὰ δι­α­βαί­νει κρα­δαί­νον­τας ἀ­πει­λη­τι­κὰ μιὰ αἰχ­μη­ρὴ μα­τσέ­τα, μὲ ἀ­τσά­λι­νη λά­μα πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἑ­κα­το­στά… Ὁ ἀ­στυ­νό­μος θε­ώ­ρη­σε τὴν ἀ­πάν­τη­σή του εἰ­λι­κρι­νῆ, ἀ­φοῦ πί­στευ­ε πὼς τὸ συ­ναί­σθη­μα ποὺ ἔ­νι­ω­σε —κά­τι σὰν πα­νι­κό— ἦ­ταν ἱ­κα­νὸ νὰ πα­ρα­λύ­σει τὶς σκέ­ψεις ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που καὶ νὰ μπλο­κά­ρει τὶς πρά­ξεις του, καὶ δὲν ἐ­πέ­μει­νε ἄλ­λο στὸ θέ­μα.


* * *


Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ ἴ­διο βρά­δυ τὰ μά­τια τοῦ ἄν­τρα, λὲς καὶ ἦ­ταν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­να, ἄ­νοι­ξαν ἀ­πὸ μό­να τους. Κοί­τα­ξε λο­ξὰ τὸ ρο­λό­ι του: πε­ρα­σμέ­νες τρει­σή­μι­σι!… Ση­κώ­θη­κε ἀρ­γὰ καὶ πλη­σί­α­σε τὸ μι­σο­κα­τε­βα­σμέ­νο στό­ρι τοῦ πα­ρά­θυ­ρου. Ἔ­ξω στὸ δρό­μο σκο­τει­νιὰ καὶ πά­λι —ἀ­φοῦ τὰ φῶ­τα στὶς κο­λό­νες πα­ρέ­με­ναν σβη­στά— καὶ ἄ­κρα σι­γή.

        Ξε­ρο­κα­τά­πι­ε, σὰ νὰ ἔ­παιρ­νε φό­ρα καὶ με­τά, βά­ζον­τας τὶς πα­λά­μες χω­νὶ γύ­ρω στὸ στό­μα του  πά­τη­σε μιὰ δυ­να­τὴ κραυ­γή:

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ἡ σύν­τρο­φός του τι­νά­χτη­κε, πα­νι­κο­βλη­μέ­νη.

      «Μὰ τί κά­νεις; Τρε­λά­θη­κες;»

      Ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο εἶ­χε σκύ­ψει ἀ­μέ­σως πά­νω ἀ­π’ τὸ κρε­βα­τά­κι τοῦ παι­διοῦ της, πού, λα­χτα­ρι­σμέ­νο, ξέ­σπα­σε σὲ κλά­μα­τα στὸ ὕ­πνο του.

        Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν ὄρ­θιος μπρο­στά της, σι­ω­πη­λὸς καὶ αἰ­νιγ­μα­τι­κός. Στὴ σκέ­ψη ὅ­τι μᾶλ­λον τὰ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ τὸν ἀ­κού­σουν ὅ­λοι, τοῦ ἐρ­χό­ταν νὰ γε­λά­σει, ἀ­φοῦ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς ἤ­θε­λε: νὰ τοὺς ξυ­πνή­σει, νὰ τα­ρά­ξει τὸν μα­κά­ριο ὕ­πνο τους, νὰ τοὺς αἰ­σθαν­θεῖ πά­λι, ἔ­στω γιὰ λί­γες μό­νο στιγ­μὲς —σκέ­φτη­κε μ’ ἕ­ναν κά­πως χαι­ρέ­κα­κο τρό­πο— νὰ πα­ρα­μο­νεύ­ουν πί­σω ἀ­πὸ τὶς κα­τε­βα­σμέ­νες γρί­λι­ες τῶν σπι­τι­ῶν τους, ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στὸ φό­βο τους.

        Πε­ρί­με­νε μέ­χρι ν’ ἀ­νά­ψουν τὰ πρῶ­τα φῶ­τα ἀ­πέ­ναν­τι καὶ με­τὰ ξα­νά­πε­σε στὸ κρε­βά­τι του.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὑ­πὸ τὸ κρά­τος τοῦ τρό­μου (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2018).

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010)


 

Σωτήρης Δημητρίου: Ντιάλιθ΄ ἴμ, Χριστάκη

 


Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου


Ντι­ά­λιθ’ ἴμ, Χρι­στά­κη


ΠΟ ‘ΝΑ ΠΕΙΣΜΑ τὴν πῆ­ρε.

Δὲν τὸν πο­λυ­έ­νοι­α­ζε, μὰ πέ­σαν νὰ τὸν φᾶ­νε οἱ δι­κοί του.

«Κα­λά, τό ’χα­σες τε­λεί­ως; Νὰ μπά­σου­με σπί­τι μας τὴν Ἀρβα­νί­τω, τὴν τέ­τοι­α, τὴν πάν­τοι­α;»

Ἰ­δί­ως οἱ ἀ­δερ­φές του ἦ­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κές: «Σπί­τι μας δὲν μπαί­νει ἡ πα­λι­ο­σκι­πι­τάρ.»

       Βέ­βαι­α, πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ τὴ φυ­λε­τι­κή της ἰ­δι­ό­τη­τα τὶς πεί­ρα­ζε πού, ὅ­ταν ἔμ­παι­νε στὸ φοῦρ­νο τους, σὰν κά­τι νὰ ὀ­μόρ­φαι­νε.

        Στὸ φοῦρ­νο λοι­πὸν τὴ γνώ­ρι­σε.

        Γε­ρή, νο­στι­μού­λα — ἔ, θεό­φτω­χη ἦ­ταν μὰ τά ’χε πε­ρα­σμέ­να κι αὐ­τὸς τὰ τριά­ντα πέν­τε.

        Δὲν μπῆ­κε σὲ οἰ­κο­γέ­νεια ἡ κο­πέ­λα, μπῆ­κε σὲ φι­δο­φω­λιά. Μοῦ­τρα, μι­σό­λο­γα, ξε­θέ­ω­μα στὶς δου­λει­ές, κι ὁ ἄν­τρας ἔ­κα­νε τὸ πεῖ­σμα ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Βο­λεύ­τη­κε. Τέρ­μα.

        «Καὶ νὰ τ’ ἀ­φή­σεις αὐ­τὰ τὰ μὶρ καὶ τὰ μίρ. Δὲν εἶ­ναι Ἀρ­βα­νι­τιὰ ἐ­δῶ. Μπῆ­κες σὲ σπί­τι ρύ­ζι κα­ρο­λί­να. Τά ’κου­σες; Σὲ κά­να­με ἄν­θρω­πο.»

        Τό­σο πο­λὺ τὴν ἐ­φό­βι­σαν πού, σὰν τῆς ἐρ­χό­ταν ἀ­κά­λε­στη κα­μιὰ λέ­ξη ἀ­π’ τὴν ψυ­χὴ στὰ χεί­λη, προ­λά­βαι­νε καὶ χτύ­πα­γε δυ­να­τὰ μὲ τὴ χού­φτα της τὸ στό­μα.

        Τὴ μά­να της εἶ­χε μο­νά­χα. Βρῆ­καν τρό­πο οἱ ἀ­δερ­φὲς νὰ τὶς ξε­σμί­ξουν.

        «Ἔρ­δε πρά­πε, μά­να» ἔ­λε­γαν καὶ ξε­καρ­δί­ζον­ταν ὅ­ταν τὴν ἔ­βλε­παν.

        Μὲ τὸ σύ­ζυ­γο ἡ ἐ­πα­φὴ ἦ­ταν μο­νά­χα σὰν τὴν πλά­κω­νε μὲ τὸ κε­φά­λι μό­νι­μα πά­νω ἀ­π’ τὸ δι­κό της νὰ τὴν τρυ­πά­ει μὲ τὸ πι­γού­νι του. Ἔ­μει­νε ἔγ­κυ­ος, καὶ ἡ κα­τά­στα­ση ἴ­δια. Τὴν ἔ­παιρ­νε ἀ­π’ τὶς τρεῖς τὸ πρω­ὶ στὸ φοῦρ­νο. Κα­τό­πι στὸ σπί­τι νὰ τοὺς πε­ρε­τεύ­ει ὅ­λους. Τό ‘­ρι­ξε τὸ παι­δί.

        Τό­τε εἶ­ναι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ραν τί ἔ­λε­γαν: «Ἐ­πί­τη­δες, ἡ πα­λιοβρό­μα, ποιός ξέ­ρει τί ἔ­κα­νε!» καὶ «Ὅ­ταν σ’ τὰ λέ­γα­με ἐ­μεῖς!»

        Ποῦ νὰ ξε­σπά­σει κι αὐ­τός, σή­κω­σε χέ­ρι καὶ τὸ κα­θι­έ­ρω­σε. Τὸ ψω­μὶ ἅρ­πα­ζε, τὸ κορ­μί της τὸ πλή­ρω­νε.

        Ξα­νάμεινε ἔγ­κυ­ος καὶ πα­ρα­κά­λα­γε νυ­χτο­ή­με­ρα τὸ Θε­ὸ νὰ γεν­νή­σει κα­λὰ γιὰ νὰ τοὺς ἡ­με­ρέ­ψει.

        Κα­θά­ρι­σε κι ἕ­να χῶ­ρο στὴν καρ­διά της κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ μέ­σα, ὅ­σο μπο­ροῦ­σε μα­κριὰ ἀ­πὸ φούρ­νους κι ἀ­δερ­φές. Κα­θά­ρι­σε τὸ χῶ­ρο κι ἔ­βα­λε καὶ τὴν Πα­να­γί­α μέ­σα νὰ τὴ βο­η­θή­σει. Δὲ γνώ­ρι­ζε ἄλ­λον τρό­πο οὔ­τε εἶ­χε ἄλ­λον ἄν­θρω­πο.

        Ἡ μά­να της ἐρ­χό­ταν ἀ­ραι­ά, κα­θό­ταν σι­ω­πη­λὴ κι ἔ­φευ­γε γρή­γο­ρα.

        Κά­πο­τε πῆ­γε νὰ τῆς μι­λή­σει, καὶ τὴν ἔ­κο­ψε.

        «Βου­βά­σου, ἔ­χεις ἄν­τρα, χόρ­τα­σες ψω­μί.»

        Γέν­νη­σε, μὰ οὔ­τε ἡ καρ­διά της οὔ­τε ἡ Πα­να­γί­α νί­κη­σαν τὸ φοῦρ­νο καὶ τὸ τσα­λα­πά­τη­μα.

        Γέν­νη­σε ἄρ­ρω­στο παι­δί. Μογ­γο­λι­κό.

        Τό­τε ἔ­γι­νε ἡ ἐ­χθρό­τη­τα. Οὔ­τε κου­βέν­τα πιά, καὶ τὴν πιὸ ἄ­χρω­μη!

        Μο­νά­χα τὴν κοί­τα­ζαν, ποι­ός ξέ­ρει πῶς, για­τὶ ἔ­νι­ω­θε τὸ κορ­μί της νὰ φο­βᾶ­ται καὶ νά ’ναι σὲ ἄ­μυ­να.

        Ἔ­φτα­νε ἡ νύ­χτα νὰ πλα­γιά­σουν, κι ἔ­τρε­με σὰν πλά­για­ζε καὶ κεῖ­νος. Δὲν τῆς εἶ­πε λέ­ξη γιὰ τὸ παι­δί, καὶ νό­μι­ζε πὼς θὰ τὴν κό­ψει χί­λια κομ­μά­τια. Κά­θε βρά­δυ αὐ­τὸ πε­ρί­με­νε. Ἐν­τέ­λει, τὴν ἔ­δι­ω­ξε ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι του. Τοὺς ἔ­δω­σαν, σ’ αὐ­τὴ καὶ τὸ παι­δί, μιὰ κά­μα­ρη καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἐρ­χό­ταν καὶ τὴ βά­τευ­ε γρή­γο­ρα.

        Ἂν δὲν εἶ­χε κεῖ­νο τὸ ἄρ­ρω­στο πλά­σμα, θὰ τρε­λαι­νό­ταν, θὰ σκο­τω­νό­ταν. Λὲς καὶ τό ’νι­ω­θε τὸ νή­πιο, τὴν ἔσφιγ­γε μὲ δύ­να­μη ἄν­τρα, ἀ­πὸ τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀγ­κά­λια­σμα βρῆ­κε πα­ρη­γο­ριά. Ἀ­χώ­ρι­στοι.

        Ὁ τρό­μος ὅ­μως, μέ­σα της. Ὅ­ταν, σπά­νια, ἦ­ταν μο­νά­χοι στὸ σπί­τι, πή­γαι­νε νὰ τοῦ τρα­γου­δή­σει στ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα, κι ὅ­λο καὶ χω­νό­ταν κά­να μου­σού­δι ἀ­π’ τὴν πόρ­τα καὶ τὴ σού­φλι­ζε μὲ τὰ μά­τια.

        Εἶ­δε κι ἀ­πό­ει­δε, τά ‘­θα­ψε ὅ­λα μέ­σα της: τὰ μι­κρά της χρό­νια, τὴν ἀ­γά­πη, τὶς φι­λε­νά­δες. Ἔ­θα­ψε τὶς τρε­χά­λες, τὰ πε­ζού­λια, τὶς μυ­γδα­λι­ές. Ἔ­θα­ψε βλέμ­μα­τα πο­νε­μέ­να, γε­λού­με­να· βλέμ­μα­τα, βλέμ­μα­τα καὶ χεί­λη. Ἔ­θα­ψε τὴ γλώσ­σα.

        Ἔ­μει­νε μο­νά­χα ἕ­να ἀ­γρί­μι ἀ­λα­φι­α­σμέ­νο πού ‘­θε­λε τὸ γιό της.

        Με­γά­λω­νε καὶ δὲν ἔ­κα­νε βῆ­μα ἀ­πὸ κον­τά της. Τὸν ἔ­βγα­ζε ἔ­ξω σε κρυ­φούς, σκο­τει­νοὺς δρό­μους, μὰ τοὺς μυ­ρί­ζον­ταν τὰ παι­διὰ κι ἔρ­χον­ταν κομ­πα­νί­α ἀ­πὸ πί­σω, μὲ πέ­τρες καὶ κο­ρο­ϊ­δί­ες.

        Ὁ Χρι­στά­κης ἦ­ταν ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ κά­τω ἀ­φύ­σι­κα χον­τρός. Τὸν βά­φτι­σαν «φο­ρά­δα», κι ἐ­πει­δὴ τραύ­λι­ζε πο­λὺ ψι­λά, νύ­χτα μέ­ρα ἄ­κου­γε ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νες παι­δι­κὲς φω­νές, κα­μιὰ φο­ρὰ κι ἀ­πὸ με­γά­λους: «φο­ρά­δα, φο­ρά­δα».

        Ἔ­βγα­λε κι αὐ­τό, σὰν με­γά­λω­σε, ζάν­τζες καὶ πα­ρά­ξε­να φερ­σί­μα­τα. Ἔ­βλε­πε κο­ρι­τσά­κια καὶ κα­τέ­βα­ζε τὰ παν­τε­λό­νια του. Ἀ­κό­μα καὶ σ’ αὐ­τὴν τὸ ἀγ­κά­λια­σμά του ἄλ­λα­ξε. Στρι­φογύ­ρι­ζε, πι­ε­στά, τὰ ὄρ­γα­νά του στὸ κορ­μί της.

        Πά­λευ­ε, πά­λευ­ε.

      Θυ­μό­ταν πάν­τα ποὺ οἱ για­τροὶ εἶ­παν, σὰν γεν­νή­θη­κε, πὼς θὰ πε­θά­νει σὲ κά­ποι­α «με­τε­φη­βεί­α». Τὴν πε­ρί­με­νε, πό­τε σὰν τὴν πιὸ με­γά­λη ἀ­πει­λὴ ποὺ θὰ τὴν ἀ­φα­νί­σει καὶ πό­τε μὲ προ­σμο­νὴ γιὰ νὰ γλι­τώ­σει πιὸ πο­λὺ αὐ­τό.

        Πράγ­μα­τι ἀρ­ρώ­στη­σε, κι ὅ­λος ἐ­κεῖ­νος ὁ ὄγ­κος, ἡ «φο­ρά­δα», τα­χύ­τα­τα ἔ­μει­νε σὰν τσά­κι­νο.

        Πέ­θα­νε. Μέ­χρι νὰ τὸ πᾶν στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα.

        Μό­νο στὸ μυα­λό της ἐρ­χό­ταν συ­νε­χῶς πώς, σὰν γέν­νη­σε τὸ ἄρ­ρω­στο, χά­ρη­κε ἀ­πὸ μιὰ με­ριὰ γι’ αὐ­τὸν τὸν πα­λι­ο­πού­στη ποὺ τῆς χά­λα­σε τὴ ζω­ή. Θυ­μό­ταν ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ ζη­τοῦ­σε νὰ πε­θά­νει καὶ θυ­μό­ταν ἀ­κό­μα συ­νε­χῶς πὼς δὲν τοῦ τρα­γού­δη­σε πο­τὲ στὴ γλώσ­σα τους, δὲ γι­ό­μι­σε λι­γά­κι τὴν ψυ­χή του μ’ αὐ­τὰ ποὺ μπο­ροῦ­σαν, ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν, νὰ τὴ γι­ο­μί­σουν.

        Στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ξέ­σπα­σε.

        Ἔ­πε­σε στὸν τά­φο κι ἀ­λά­λα­ζε στ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα, λό­για ἀ­γά­πης, ἀ­να­θέ­μα­τα, να­νου­ρί­σμα­τα.


        Ντιά­λι­θ’ ­ἴμ, Χρι­στά­κη μου, ντι­ά­λι­θ’ ­ἲμ

        λοῦ­λε ἒ στου­πίς, ὀρ­φα­νό μου, λοῦ­λε

        οὒ ἒ ζέ­ζα μὲ τοὺς πα­λι­αν­θρώ­πους.

        Ἄχ! χού­να ἴ­με, μοῦ σπό­βε σπίρ­τιν τῆς μαύ­ρης.


        Κύ­μα­τα κόκ­κι­να πά­φλα­ζαν στὰ σω­θι­κά της οἱ λέ­ξεις κι ἀ­νέ­βαι­ναν στὸ λαι­μὸ νὰ τὴν πνί­ξουν.

        Λι­βά­δια, μαρ­γα­ρί­τες, νύ­χτες καὶ μα­τά­κια, ὄ­νει­ρα τῆς νι­ό­της, θαμ­ποὶ χει­μῶ­νες, πό­νοι πε­ρα­σμέ­νοι, χα­μέ­νοι ἥ­λιοι, μα­νού­σια καὶ πρω­το­βρό­χια, τρυ­φε­ρά, λὲς γιὰ πα­ρη­γο­ριά, τῆς ἄ­λε­θαν τὰ σπλά­χνα, οἱ εἰ­κό­νες, οἱ λέ­ξεις.

        Μέ­σα σὲ κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο τοῦ πό­νου, πρώ­τη της φο­ρὰ ἔ­νι­ω­θε, με­τὰ ἀ­πὸ νε­κρά, ἐ­ξευ­τε­λι­σμέ­να χρό­νια, πὼς ζοῦ­σε.

        Ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἀ­νά­σα κι ἄρ­χι­ζε. Ἔ­λε­γε, ἔ­λε­γε. Πο­τά­μι. Λύ­θη­κε τὸ κορ­μί της. Χτύ­πα­γε πα­λα­μά­κια, πό­τε μ’ ἄ­φα­το θυ­μὸ καὶ πό­τε μὲ τρε­λὴ χα­ρά.


        Ζού­μουρ, πε­ρι­στέ­ρι μου, λοῦ­λε ἒ στου­πὶς

        οὒ ἒ ζέ­ζα, ποὺ δὲ σὲ χόρ­τα­σα φι­λί.

        Ἔ­μει­να ἐ­σκρέ­τα μὲς στοὺς λύ­κους.

        Ντι­ά­λι­θ’ ἴμ, προ­στά­τη μου, μ’ ἄ­φη­σες μο­νά­χη.


        Ἔ­παιρ­νε χώ­μα­τα καὶ πέ­τρες ἀ­π’ τὸν τά­φο καὶ τὰ πέ­τα­γε στὶς ἀ­δερ­φές, στὸν κό­σμο, στὸν ἄν­τρα.

        Ἔ­λε­γε καὶ τὶς ἄλ­λες μέ­ρες.

        Τῆς ἔ­φυ­γε τε­λεί­ως ὁ φό­βος καὶ τὴν κα­τέ­κλυ­σαν ἄλ­λα πράγ­μα­τα. Βρῆ­καν τρό­πο καὶ τὴν ἔ­βα­λαν σὲ ἵ­δρυ­μα.



Πηγή: Ντι­ά­λιθ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (διηγήματα, ἐκδ. Ὕψιλον, 1987).

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου (Πό­βλα Θε­σπρω­τί­ας, 1955). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Βι­βλί­α: Ψη­λα­φί­σεις, ποι­ή­μα­τα (1985), Ντιά­λι­θ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (1987), Ν’ ἀ­κού­ω κα­λὰ τ’ ὄ­νο­μά σου (1993), Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ ξε­ρό­χορ­του (2011) κ.ἄ.


 

Δημήτρης Τούλιος: Βούρκωμα


Τού­λιος Δη­μή­τρης


Βούρ­κω­μα

 

ΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΤΟ ΚΟΙΤΑΣ πα­ρὰ νὰ βρί­σκε­σαι ἐ­κεῖ… δή­λω­νε καὶ τὸ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ Προ­πέ­της Σά­ι­λυ. Τὴν ἔ­πα­θε κι αὐ­τὸς ὅ­πως κάμ­πο­σοι ἄλ­λοι ποὺ χά­ζευ­αν, μὲ τὶς ὧ­ρες τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς νύ­χτες, τὸ φεγ­γά­ρι νὰ λάμ­πει ξε­κά­θα­ρα καὶ νὰ προ­κα­λεῖ.

Ἦ­ταν Αὔ­γου­στος, οἱ δι­α­κο­πὲς εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ ὁ Σά­ι­λυ ἄ­ρα­ζε στὴν πιά­τσα μο­νά­χος. Κά­πνι­ζε ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ δεύ­τε­ρο πα­κέ­το του πε­ρι­μέ­νον­τας κά­ποι­ον πε­λά­τη. Ἀ­να­πο­λοῦ­σε τὴ θά­λασ­σα καὶ τὸ ζε­στὸ ψω­μί. Τὴν ἄ­γνω­στη γυ­ναί­κα ποὺ πέ­ρα­σαν μα­ζὶ ἕ­να ἐ­ρω­τι­κὸ βρά­δυ. Καὶ ὅ­πως τό­τε, κοι­τοῦ­σε τὸ φεγ­γά­ρι ποὺ κι ἀ­πό­ψε ἔ­λαμ­πε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ σὰ δυ­νά­στης στὸν οὐ­ρα­νό.

        Τό­τε ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ξε­ρὸς κρό­τος στὴν πόρ­τα. Ἕ­νας ἀλ­λό­κο­τος τύ­πος μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζος στὸ τα­ξὶ σὰ νὰ ἔ­πε­σε ἀ­π’ τὸ φεγ­γά­ρι.

        Αἰφ­νι­δι­α­σμέ­νος, ἀλ­λὰ πάν­τα ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας ὁ Προ­πέ­της δὲ δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε, μὰ πο­λὺ εὐ­γε­νι­κὰ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν ἀ­πρό­σμε­νο ἐ­πι­σκέ­πτη νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει τὸν προ­ο­ρι­σμό.

        «Φεγ­γά­ρι πη­γαί­νω.»

        «Ναί, κα­λὰ φί­λε, κα­λὸ τὸ ἀ­στεῖ­ο.»

        «Φεγ­γά­ρι, λέ­με!»

        Ὁ Σά­ι­λυ ἔ­ξυ­σε λί­γο το κε­φά­λι του. Μπᾶς κι ἐν­νο­οῦ­σε κα­νέ­να κλὰμπ ποὺ ἐ­κεῖ­νος δὲ γνώ­ρι­ζε;

        «Ποῦ βρί­σκε­ται αὐ­τό;» τόλ­μη­σε νὰ ρω­τή­σει.

        «Πᾶ­με ἀ­πὸ ‘δῶ καὶ θὰ σοῦ πῶ.»

        Ὁ Προ­πέ­της ξε­κί­νη­σε σὰ μα­γε­μέ­νος. Ὁ ἄ­γνω­στος τὸν ὁ­δη­γοῦ­σε μὲ θαυ­μα­στὴ ἀ­κρί­βεια. Ὅ­σο προ­χω­ροῦ­σαν μέ­σα στὴ νύ­χτα τό­σο τὰ κτί­ρια μει­ώ­νον­ταν μὲ θε­α­μα­τι­κὸ τρό­πο σὰν νὰ τὰ κα­τά­πι­νε ἀ­ό­ρα­τος δρά­κος. Οἱ δρό­μοι ἔ­μοια­ζαν καὶ τοῦ ἦ­ταν τε­λεί­ως ἄ­γνω­στοι. Ἡ ἄ­σφαλ­τος ἔ­γι­νε σι­γὰ-σι­γὰ χα­λι­κό­δρο­μος ἐ­νῶ βρά­χια ἐμ­φα­νί­στη­καν ἑ­κα­τέ­ρω­θεν. Χά­θη­κε ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ τα­ξι­τζῆ. Τὸ GPS ἔ­σβη­σε νε­κρὸ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ μι­κρὴ κραυ­γή. Μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη σκο­τει­νιὰ ἀ­κου­γό­ταν μό­νο ἡ φω­νὴ τοῦ ἐ­πι­βά­τη. Σκλη­ρή, ψυ­χρή, ἀ­πό­λυ­τη. Τα­ξί­δευ­αν σὰ μέ­σα στὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ λί­θου, τὰ πάν­τα πέ­τρι­να γύ­ρω.

        Ὅ­μως ἡ ἀ­νά­σα του στὸ σβέρ­κο τοῦ τα­ξι­τζῆ εἶ­χε κά­τι ἀ­πὸ τὴ μα­μὰ λύ­και­να πρὸς τὰ κου­τά­βια της. Καὶ σὲ λί­γο μιὰ εὐ­χά­ρι­στη ψύ­χρα εἰ­σέ­βαλ­λε ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Εἶ­χαν φτά­σει φεγ­γά­ρι, μά­λι­στα. Τὸ μαρ­τυ­ροῦ­σαν οἱ λακ­κοῦ­βες. Κα­τέ­βη­καν. Ὁ Σά­ι­λυ δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ ζη­τή­σει κό­μι­στρο, πό­σο μᾶλ­λον, ἐ­ξη­γή­σεις. Ἄλ­λω­στε τοῦ ἔ­φτα­νε ποὺ ἀ­νά­σαι­νε καὶ ἡ βα­ρύ­τη­τά του δὲν εἶ­χε με­τα­βλη­θεῖ. Τρί­χες τὰ ὅ­σα γνώ­ρι­ζαν πε­ρὶ ἐλ­λεί­ψε­ως ὀ­ξυ­γό­νου καὶ τὰ ρέ­στα. Ὕ­στε­ρα εἶ­δε κι ἐ­κεί­νη. Βρι­σκό­ταν μέ­σα σὲ ἕ­να κρα­τή­ρα κι ἔ­κα­νε μπά­νιο στὸ γα­λά­ζιο νε­ρό του. Ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ ἔγ­χρω­μο ση­μεῖ­ο τῆς Σε­λή­νης ἂν ἑ­ξαι­ροῦ­σες τὸ βυσ­σι­νὶ τα­ξί. Καὶ τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο: Δέ­σμες φω­τὸς ἀ­νά­βλυ­ζαν ἀ­π’ ὅ­λες τὶς τρύ­πες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ κα­θό­τι τύγ­χα­νε καὶ αὐ­τό­φω­το!

        Ἡ Κάλ­λια φά­νη­κε νὰ αἰφ­νι­δι­ά­ζε­ται ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Μό­νο χα­μο­γε­λοῦ­σε σὰ νὰ ἤ­ξε­ρε τί θὰ συμ­βεῖ. Ὁ Σά­ι­λυ πῆ­γε νὰ βου­τή­ξει στὸ γα­λά­ζιο βοῦρ­κο μὲ τὴν πα­λιὰ ἀ­γα­πη­μέ­νη του. Ἀλ­λὰ τὸ χέ­ρι τοῦ ἐ­πι­βά­τη τὸν ἐμ­πό­δι­σε.

        «Ἐ­σύ, βρί­σκε­σαι ἐ­δῶ μό­νο γιὰ νὰ μὲ κου­βα­λή­σεις. Ἡ κο­πέ­λα εἶ­ναι μα­ζί μου τώ­ρα.» τοῦ ἐ­ξη­γή­θη­κε. Καὶ ἀ­φοῦ γδύ­θη­κε, ἔ­πε­σε μέ­σα στὸ γα­λά­ζιο κι ἀγ­κα­λι­ά­στη­κε μα­ζί της.

        Ὁ Σά­ι­λυ ἔ­νι­ω­σε τό­σο μό­νος ποὺ γύ­ρι­σε νὰ κοι­τά­ξει τὴ γῆ. Τοῦ φά­νη­κε ὑ­πέ­ρο­χη ἀλ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει.

        Ἄς εἶ­ναι κα­λὰ ὁ ἐ­πι­βά­της, ποὺ μό­λις τε­λεί­ω­σε μὲ τὸ κο­ρί­τσι, ἐ­πι­βι­βά­στη­κε πά­λι στὸ τα­ξὶ καὶ εἰ­σέ­πρα­ξε ὄ­χι καὶ λί­γα «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­πὸ τὸν πλη­γω­μέ­νο πλὴν ὅ­μως ἀ­να­κου­φι­σμέ­νο τα­ξι­τζή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Τού­λιος (Πά­τρα, 1966). Ἐρ­γά­ζεται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός.Ἔ­χει συμ­με­τάσχει σὲ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα ποί­η­σης καὶ δι­η­γή­μα­τος. Πρῶτο του βιβλίο Πα­θη­τι­κὸ κά­θι­σμα (ποίηση, Χαραμάδα, 2018).