Βασίλης Μανουσάκης: Ἐκνευρισμός


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Ἐ­κνευ­ρι­σμός


 ΙΣΙΔΩΡΑ ἔ­φτα­σε λα­χα­νι­α­σμέ­νη στὸ σχο­λεῖ­ο ποὺ τὴν πε­ρί­με­ναν οἱ ἄλ­λοι γο­νεῖς. Δί­πλα της ἡ κό­ρη της νὰ παί­ζει σὰν γα­τὶ στὰ πό­δια της. Ὁ Μά­νος τὴν εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κριὰ νὰ ἔρ­χε­ται. Σὰν ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο βγῆ­κε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὴν αὐ­λὴ καὶ κά­θι­σε μό­νος στὸ πε­ζο­δρό­μιο κοι­τών­τας πέ­ρα στὸν δρό­μο. Σὰν νὰ τὴν πε­ρί­με­νε. Τὴν πε­ρί­με­νε.

            Κα­θη­με­ρι­νὰ ροῦ­χα ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, ἁ­πλὰ ντυ­μέ­νη, μὰ πάν­τα προ­σεγ­μέ­νη. Χω­ρὶς κρα­γιὸν ἢ ἄλ­λο βά­ψι­μο, ἡ Ἰ­σι­δώ­ρα ἔ­δει­χνε συ­νή­θως φυ­σι­κή. Μιὰ φο­ρὰ δὲν τὴν ἔ­χω δεῖ μὲ κρα­γιόν. Θὰ τῆς πή­γαι­νε, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­νος, ἀλ­λὰ οἱ σκέ­ψεις του πε­ρὶ αἰ­σθη­τι­κῆς δι­α­κό­πη­καν ἀ­πὸ τὴν κο­φτή της κα­λη­μέ­ρα. Κα­λὰ τὸ κα­τά­λα­βα, σκέ­φτη­κε πά­λι ὁ Μά­νος, ποὺ εἶ­χε νι­ώ­σει τὸν ἐ­κνευ­ρι­σμό της ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὴν εἶ­δε νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ μα­κριά. Τί ἔ­χεις; Τὴ ρώ­τη­σε στὸ μυα­λό του.

            Τί­πο­τα, ἄ­κου­σε μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ νὰ λέ­ει. Τί­πο­τα ση­μαν­τι­κό.

            Τὴν κοί­τα­ξε, ἔ­πει­τα καὶ τὸ κο­ρι­τσά­κι στὰ πό­δια της καὶ τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν αὐ­λή. Στὴ συ­νάν­τη­ση μὲ τοὺς ἄλ­λους γο­νεῖς γιὰ κά­ποι­α βα­ρε­τὰ θέ­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου, ὁ Μά­νος εἶ­χε γυ­ρί­σει τὴν κα­ρέ­κλα του ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ τὴν κοι­τά­ει. Για­τί εἶ­σαι ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νη; Τί σὲ τρώ­ει; Ρω­τοῦ­σε στὸ μυα­λό του. Ἄλ­λη ὥ­ρα, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μὲ μιὰ φευ­γα­λέ­α μα­τιὰ ἐ­κεί­νη, κα­θὼς ἔ­νι­ω­θε τὸ βλέμ­μα του νὰ καί­ει πά­νω της καὶ ἔ­γερ­νε τὸ κε­φά­λι της πρὸς τὸ μέ­ρος του.

            — Τώ­ρα…

            — Με­τά…

            Καὶ συ­νέ­χι­σαν ἔ­τσι τὸν δι­ά­λο­γό τους δί­χως νὰ ἀ­κού­σουν λέ­ξη ἀ­πὸ ὅ­σα λέ­γον­ταν στὴν αἴ­θου­σα.

            Τε­λεί­ω­σε ἡ συ­νάν­τη­ση, τε­λεί­ω­σε καὶ ὁ βου­βὸς δι­ά­λο­γος.

            Φεύ­γον­τας, πέ­ρα­σε ἀ­πὸ δί­πλα της κι ἐ­κεί­νη ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τὸν στα­μά­τη­σε. Πε­ρί­με­νε ἔ­ξω, τοῦ εἶ­πε μὲ ἕ­να ἀ­κό­μα σφί­ξι­μο στὸ μπρά­τσο. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, σὲ πε­ρι­μέ­νω κά­θε φο­ρὰ ὅ­που καὶ νὰ εἶ­σαι, σκέ­φτη­κε ἐ­κεῖ­νος καὶ προ­χώ­ρη­σε γρή­γο­ρα μή­πως καὶ τὸν εἶ­χε ἀ­κού­σει.

            Ἄ­δεια­σε ἡ αὐ­λὴ ἀ­πὸ κό­σμο σι­γὰ-σι­γὰ κι ἐ­κεί­νη ἔ­μει­νε τε­λευ­ταί­α, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ κο­ρι­τσά­κι της νὰ πά­ει του­α­λέ­τα. Ὁ Μά­νος κα­θό­ταν στὸ παγ­κά­κι καὶ λι­α­ζό­ταν. Χω­ρὶς λό­γο. Ἢ μᾶλ­λον ἤ­ξε­ρε μέ­σα του για­τί. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι καὶ τὴν εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­ζε. Ἔ­λα νὰ κά­τσεις, τῆς ἔ­γνε­ψε. Μό­λις κά­θι­σε, τὴν κοί­τα­ξε μέ­σα στὰ μά­τια. Πές μου τί ἔ­χεις. Εἶ­μαι ἐ­δῶ γιὰ σέ­να, ἔ­λε­γε τὸ βλέμ­μα.

            Κά­τι θέ­λω, κά­τι δὲν θέ­λω, ἀ­πάν­τη­σε μὲ ἕ­να ὁ­λο­φά­νε­ρα μπερ­δε­μέ­νο χα­μό­γε­λο.

            Μί­λη­σέ μου. Ξέ­ρω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ πᾶς κά­που, τὴν κα­θη­σύ­χα­σε τὸ δι­κό του χα­μό­γε­λο.

            Τὸ κο­ρι­τσά­κι γύ­ρι­σε καὶ τοὺς βρῆ­κε νὰ κοι­τά­ζον­ται βα­θιὰ μέ­σα στὰ μά­τια.

            «Τί λέ­τε;» Ρώ­τη­σε μὲ τὴ γλυ­κιά της φω­νή. Οὔ­τε αὐ­τὴ μι­λοῦ­σε πο­λύ, ἀλ­λὰ τώ­ρα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὴ ρω­τή­σει.

            «Θὰ σοῦ τὰ γρά­ψω», τοῦ εἶ­πε ἡ Ἰ­σι­δώ­ρα καὶ ἡ φω­νή της τὸν ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὴ θαλ­πω­ρὴ τῆς λι­α­κά­δας.

            «Νὰ τὸ κά­νεις ὀ­πωσ­δή­πο­τε», τῆς εἶ­πε λί­γο με­τὰ κα­θὼς ἐ­κεί­νη εἶ­χε φτά­σει στὴν πόρ­τα τοῦ σχο­λεί­ου.

            Γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο ὑ­πό­σχε­σης.

            Εὐ­χα­ρι­στῶ, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­νος καὶ βγῆ­κε στὸν δρό­μο μὲ τὸ κε­φά­λι γε­μά­το ἥ­λιο.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


 

Διαφημίσεις