Κίμων Θεοδώρου: Δοκιμὲς αὐτοκτονίας


Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου


Δο­κι­μὲς αὐ­το­κτο­νί­ας

 

ΕΛΕΙΣ νὰ πηδήξουμε;

«Ἔ­χω νὰ δῶ τὴ νέ­α σε­ζὸν μιᾶς σει­ρᾶς, βγῆ­κε τὸ πρῶ­το ἐ­πει­σό­διο. Με­τὰ τὸ σκε­φτό­μα­στε.»

        «Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, ὑ­πάρ­χουν κα­λύ­τε­ρα μέ­ρη γιὰ αὐ­το­κτο­νί­α.»

        «Σί­γου­ρα, θέ­λει ψά­ξι­μο. Τὸ μέ­ρος ποὺ θὰ σαλ­τά­ρου­με θὰ γί­νει ἀ­τρα­ξιόν.»

        Ὁ Δ. τὸ πρό­τει­νε πη­γαῖα κα­θὼς στα­θή­κα­με στὴν ἀ­πό­κρη­μνη πλα­γιά, ἕ­να χλια­ρὸ με­ση­μέ­ρι, βόλ­τα Κυ­ρια­κῆς. Μιὰ στιγ­μὴ ἀλ­λό­κο­της τα­ρα­χῆς ἔ­σκα­σε σὰν ἀ­λο­γό­μυ­γα. Βρά­χια καὶ ἡ θά­λασ­σα καὶ ὁ χει­μω­νι­ά­τι­κος ἥ­λιος καὶ ἕ­να κα­ρά­βι πα­ρα­πέ­ρα. Εἶ­ναι σὰν πρό­τα­ση γά­μου, σκέ­φτη­κα, μὲ πί­στη στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ἄ­δο­λη. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ τε­λει­ώ­νει ἔ­τσι. Θέ­λω ἀ­κό­μη με­ρι­κὰ ἐ­πει­σό­δια μὲ τὸν Δ. πα­ρό­τι μοῦ προ­κα­λεῖ ἀμ­φι­θυ­μί­α, νὰ τοῦ χώ­σω μιὰ μπου­νιὰ ἢ ἕ­να φι­λὶ στὸ δο­ξα­πα­τρί, ἴ­σως ἔ­τσι νι­ώ­θω μὲ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ τρα­γω­δί­α μου. Ὁ γκρε­μὸς ἀ­πὸ κά­τω, ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι κα­λοῦ-κα­κοῦ γιὰ νὰ μὴν κά­νει τὸ βῆ­μα μπρο­στά. Ἔ­χει γρά­ψει ποι­ή­μα­τα ὁ Δ., μὲ ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς ποι­η­τὲς ποὺ αὐ­το­κτό­νη­σαν τὰ μυα­λά του θὰ εἶ­ναι τίγ­κα στὴ μυ­θο­λο­γί­α. Τὸν ξέ­ρω λί­γο, μὰ εἶ­ναι σὰν χρό­νια.

        «Θὰ ἔρ­θω νὰ δοῦ­με τὴ σει­ρὰ μα­ζί», στέλ­νει μή­νυ­μα τὴν ἑ­πο­μέ­νη. «Σπά­νια βλέ­πω σει­ρές, ἔ­τσι τὸ εἶ­πα ἐ­πει­δή μοῦ φά­νη­κε ὡ­ραῖ­ο», ἀ­πο­κρί­νο­μαι, τὰπ-τὰπ δά­χτυ­λα στὸ πλη­κτρο­λό­γιο ἁ­φῆς. «Λέ­με ψε­μα­τά­κια, βλέ­πω.» «Δε­κτό.» «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πέ­σου­με.» «Κά­τσε, ἔ­χου­με νὰ χα­ροῦ­με λί­γη κα­τα­στρο­φὴ ἀ­κό­μη.» «Δὲν εἶ­σαι πο­λὺ κα­λὰ κι ἐ­σύ.» «Ἂν πέ­σω πάν­τως θὰ εἶ­ναι μό­νο μα­ζί σου.» «Τὸ κα­νο­νί­ζου­με, λί­γος συγ­χρο­νι­σμὸς χρει­ά­ζε­ται.»

        Ἡ φαν­τα­σί­ω­ση τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας μὲ ἐ­ξι­τά­ρει σαρ­κα­στι­κά. Ἤ­θε­λα νὰ αὐ­το­κτο­νή­σω μιὰ φο­ρὰ στὴν ἐ­φη­βεί­α —ὅ­πως ὅ­λοι οἱ φυ­σι­ο­λο­γι­κοὶ ἔ­φη­βοι— καὶ μιὰ φο­ρὰ στὰ δι­πλά­σια χρό­νια, με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἔ­ρω­τα μὲ τὴ Σ. Πλέ­ον, νο­μί­ζω, ὄ­χι πιά. Γιὰ τοῦ χρό­νου, ποι­ός ξέ­ρει. Πιά­νω τὸ κι­νη­τὸ ξα­νά, γρά­φω:

        «Πάν­τως, μὴ δι­α­νο­η­θεῖς χω­ρὶς ἐ­μέ­να. Θέ­λει ἑ­τοι­μα­σί­ες, τί θὰ φο­ρᾶ­με καὶ τέ­τοι­α, θὰ πρέ­πει νὰ πᾶ­με στὰ μα­γα­ζιά. Θέ­λει τό­ση ὀρ­γά­νω­ση ποὺ κου­ρά­στη­κα στὴ σκέ­ψη. Εὐ­κο­λό­τε­ρα δι­ορ­γα­νώ­νεις πο­λι­τι­κὴ δι­α­δή­λω­ση»,

         λέ­ει «Σκέ­ψου, ὅ­μως, με­τὰ ξε­κού­ρα­ση. Ἀ­ξί­ζει νὰ δώ­σεις μιὰ εὐ­και­ρί­α πι­στεύ­ω».

        «Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ ἀ­γα­πη­θοῦ­με. Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ μι­ση­θοῦ­με.»

        «Αὐ­τὰ τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα εἶ­ναι γιὰ τὶς μά­ζες.»

        «Ἀ­νέ­κα­θεν ἤ­μουν τῆς μα­ζι­κῆς κουλ­τού­ρας. Ἄ­κου­γα Justin Timbe­rlake κρυ­φὰ σὲ μιὰ πα­ρέ­α ποὺ τὴν ἔ­βρι­σκε μὲ πὰνκ.»

        «Τί μα­λα­κί­ες τσαμ­που­νᾶς;»

        «Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ ρί­ξου­με ὅ­λες τὶς πέ­τρες τοῦ κό­σμου μὲ φα­κούς.»

        Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μυ­στι­κὴ δύ­να­μη τοῦ Δ: πη­γαί­νει τὰ βρά­δια σὲ πλα­γι­ές, ρί­χνει τὸ φα­κό του στὰ βρά­χια καὶ —γκντοὺπ— ὡς διὰ μα­γεί­ας κα­τρα­κυ­λᾶ μιὰ πέ­τρα λί­γο με­τὰ τὴν αἰφ­νί­δια φω­το­ει­σβο­λή.

        «Ἔ­λα, μω­ρέ», ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι ὅ­ταν τὸ ἐ­πι­ση­μαί­νει, «κά­ποι­ο ζω­ά­κι τα­ρά­ζεις καὶ κου­νι­έ­ται καὶ νά, ντό­μι­νο πέ­φτει ἡ κο­τρώ­να».

        «Ὄ­χι, μι­λά­ω μὲ τὸ βου­νό», λέ­ει.

        «Τό­τε, ἀ­ξί­ζει νὰ δώ­σεις μιὰ εὐ­και­ρί­α πι­στεύ­ω.»

        Πα­ρα­πο­νι­έ­ται ὅ­τι ἔ­χει νὰ τρέ­ξει σὲ δου­λει­ές. Δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ σχε­διά­σει ἄλ­λο αὐ­το­κτο­νί­α μὲ μη­νύ­μα­τα σή­με­ρα. Δὲν τρέ­χει Δευ­τέ­ρες σὲ δου­λει­ὲς ὁ κό­σμος ποὺ θέ­λει νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει, δι­α­μαρ­τύ­ρο­μαι. Ἀ­παι­τεῖ­ται πρῶ­τα μιὰ πα­ραί­τη­ση. Κά­ποι­ος εἶ­χε πεῖ πὼς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα —ὅ­πως ἕ­να ἀ­πο­νε­νο­η­μέ­νο δι­ά­βη­μα— ἢ τὰ κά­νεις ἢ τὰ συ­ζη­τᾶς. Ἂν τὰ συ­ζη­τᾶς δὲν τὰ κά­νεις πο­τέ. Καὶ ἐ­μεῖς λέ­με, ἐν­τά­ξει, μπο­ρεῖ νὰ δι­α­ψεύ­σου­με τὰ προ­γνω­στι­κά. Ἀλ­λὰ ἔ­χου­με νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με πί­τσα ἀ­πό­ψε. Θε­έ μου, πό­ση πί­τσα ξό­δε­ψες γιὰ νὰ μᾶς κρα­τή­σεις στὴ ζω­ή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Τα­ξί­δε­ψε σὲ τριά­ντα χῶ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014) καὶ Ἡ γο­η­τεί­α τῶν ἡτ­τη­μέ­νων ποὺ πον­τά­ρουν στὸ σω­στὸ ἄ­γριο ἄ­λο­γο τὴ λά­θος στιγ­μὴ πρὶν ἀ­πὸ τὰ με­σά­νυ­χτα (Φαρφουλᾶς, 2016). Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους Πε­ρὶ τυ­φλό­τη­τας καὶ ἄλ­λων δει­νῶν (Πα­τά­κης, 2011) καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).


Διαφημίσεις