Δ.Γ. Μαγριπλῆς: Γυάλινες μπίλιες

 

 

Δ. Γ. Μα­γρι­πλῆς

 

Γυ­ά­λι­νες μπί­λι­ες 

 

ΠΙΤΕΛΟΥΣ βρη­κα τὶς μπί­λι­ες μου. Τὶς εἶ­χα χά­σει ἐ­δῶ καὶ και­ρὸ καὶ ξαφ­νι­κὰ μί­α μέ­ρα, ἐ­νῶ ἄλ­λα­ζα θέ­ση στὸν βα­ρὺ ξύ­λι­νο κα­να­πὲ τοῦ γρα­φεί­ου, κά­τι ἔ­πε­σε μὲ θό­ρυ­βο στὸ πά­τω­μα.

       Στὴν ἀρ­χὴ τρό­μα­ξα.

      «Τί εἶ­ναι αὐ­τό;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κα ξαφ­νι­α­σμέ­νος.

      Μιὰ μι­κρὴ γυ­ά­λι­νη σφαί­ρα προ­σέ­κρου­σε μὲ ἀ­σή­μαν­τη δύ­να­μη στὰ μαῦ­ρα πα­πού­τσια μου.

      «Τί ἀν­τί­θε­ση!» σκέ­φτη­κα καὶ ὑ­πο­κλί­θη­κα στὴν ὀ­μορ­φιά της. Τὴν πῆ­ρα στὰ χέ­ρια μου καὶ μὲ πε­ρισ­σὴ φρον­τί­δα τὴν ἐ­να­πό­θε­σα στὴν τσέ­πη μου.

      Σὲ κά­θε νέ­α γω­νιὰ τῆς με­τα­κό­μι­σης νά ‘σου ξε­πρό­βα­λε καὶ ἄλ­λη μιά. Ἄλ­λη με­γα­λύ­τε­ρη, ἄλ­λη μι­κρό­τε­ρη. Ὅ­λα τὰ χρώ­μα­τα τῆς ἴ­ρι­δας. Κί­τρι­νες, μπλέ, κόκ­κι­νες, πρά­σι­νες. Με­ρι­κὲς εἶ­χαν πά­νω τους ὅ­λα τὰ πα­ρα­πά­νω ἀ­να­κα­τω­μέ­να καὶ κά­ποι­ες θύ­μι­ζαν φτε­ρὰ ἀ­πὸ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες πε­τα­λοῦ­δες σὲ ἀ­έ­να­η φω­το­γρά­φη­ση.

      Ἤ­μουν εὐ­τυ­χής. Ἡ τσέ­πη μου βά­ρυ­νε ἐ­πι­κίν­δυ­να καὶ ἴ­σα ποὺ χώ­ρα­γε τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά μου. Αὐ­τὰ βου­λι­μι­κὰ πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὰ γυ­ά­λι­να ἀγ­γίγ­μα­τα καὶ ἐ­κεῖ­να ἔ­φευ­γαν μὲ χά­ρη ἀ­πὸ τοὺς ἐ­ναγ­κα­λι­σμούς. Ἦ­ταν μιὰ ἐ­ρω­τι­κὴ συ­νεύ­ρε­ση.

      Τὸ μό­νο ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σε τὰ εὑ­ρή­μα­τα ἦ­ταν ἕ­να χα­μό­γε­λο-ὁ­λό­κλη­ρο πρό­σω­πο καὶ ἡ ἔ­ξα­ψη νὰ βγῶ στὴν αὐ­λή. Χω­ρὶς νὰ κά­νω θό­ρυ­βο βγῆ­κα. Μὰ ἦ­ταν νύ­χτα καὶ οἱ μά­νες κοι­μί­ζα­νε τὰ παι­διά τους.

      «Τώ­ρα μὲ ποι­όν νὰ παί­ξω τοὺς βό­λους μου;­».

      Στὸ σταυ­ρο­δρό­μι, κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς τῆς κο­λό­νας τοῦ δή­μου, χά­ρα­ξα κύ­κλο στὸ χῶ­μα. Χω­ρὶς δι­σταγ­μὸ μπῆ­κα μέ­σα ἀ­πὸ φό­βο. Εἶ­χα τὰ τεί­χη μου καὶ ὅ,τι κι ἂν πρό­βαλ­λε δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ πά­ρει τὸ θη­σαυ­ρό μου.

      «Παί­ζεις;» ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νὴ τοῦ Χρή­στου. Κά­τι κα­τσα­ρὰ μαλ­λιά, σὰν νὰ μὴν τά ­’­χει πο­τέ του χτε­νί­σει, τί­να­ζαν τὸ σκο­τά­δι στὴν ἄ­κρη τῆς μα­τιᾶς μου.

      «Δὲν κοι­μᾶ­σαι;» τὸν ρώ­τη­σα.

      Μοῦ ἔ­δει­ξε γιὰ ἀ­πάν­τη­ση ἕ­να με­γά­λο δί­χτυ μὲ μπί­λι­ες. Τὸ κού­να­γε καὶ κεῖ­νες χτυ­ποῦ­σαν ἡ μί­α πά­νω στὴν ἄλ­λη συν­θέ­τον­τας τὴν πιὸ ἀ­πό­κο­σμη βου­βὴ μου­σι­κή.

      Πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κα.

      «Δεῖ­ξε μου μί­α», τοῦ εἶ­πα.

      «Ἔ­λα νὰ τὶς κερ­δί­σεις», μοῦ ἀ­πάν­τη­σε.

      Δὲν ξέ­ρω για­τὶ μὰ ἀ­πὸ τὸν κύ­κλο δὲν βγῆ­κα. Προ­τι­μοῦ­σα νὰ ἔ­χω πα­ρὰ νὰ χά­σω τὸ θη­σαυ­ρό μου. Ἄ­σε ποὺ οἱ δι­κές του ἦ­ταν μᾶλ­λον μο­νό­χρω­μες καὶ ἀ­πὸ ὅ,τι εἶ­δα μαῦ­ρες καὶ θύ­μι­ζαν ρου­λε­μάν.

      «Φο­βᾶ­σαι, φο­βᾶ­σαι!» μοῦ φώ­να­ζε καὶ γύ­ρι­ζε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν κύ­κλο μὲ δι­ά­θε­ση πε­ρι­παι­κτι­κή.

      Ντρά­πη­κα καὶ βγά­ζον­τας μιὰ τοῦ πέ­τα­ξα τὰ χαι­ρε­τί­σμα­τά μου.

      Μὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­φο­σί­ω­ση ση­μά­δε­ψε. Ἡ δι­κή του ἔ­στει­λε πέ­ρα μα­κριὰ τὴν ὄ­μορ­φη σφαί­ρα μου. Σχε­δὸν τὴν ἐ­ξα­φά­νι­σε στὴ νύ­χτα.

      «Δι­κή μου!» μοῦ δή­λω­σε καὶ τρα­γου­δών­τας τὴ νί­κη του, ἑ­τοι­μά­στη­κε γιὰ τὴ συ­νέ­χεια.

      Τὶς ἔ­χα­σα ὅ­λες ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μί­α. Τὴ με­γα­λύ­τε­ρη. Αὐ­τὴ δὲν τὴν παί­ζω πο­τέ. Εἶ­ναι ἡ ζω­ή μου καὶ ἡ μό­νη εὐ­και­ρί­α γιὰ νὰ κερ­δί­σω ξα­νὰ καὶ τὶς ἄλ­λες. Ἔ­μει­να στὸν κύ­κλο στὸ σταυ­ρο­δρό­μι μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια. Δὲν μὲ λυ­πή­θη­κε. Ἀν­τί­θε­τα ἅ­πλω­σε τὶς γυ­ά­λι­νες χάν­τρες τῆς νί­κης του καὶ μὲ αὐ­θά­δεια τὶς ὀ­νο­μά­τι­ζε.

      Τοὺς ἔ­δι­νε ὀ­νό­μα­τα κλεμ­μέ­να ἀ­πὸ αἰ­σθή­σεις καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα.

      «Ὁ πό­νος, ὁ ἔ­ρω­τας, ἡ ἀ­πό­λαυ­ση, ἡ χα­ρά, ἡ λύ­πη, ἡ ἡ­δο­νή, ἡ πα­ρη­γο­ριά, ἡ πτώ­ση, ἡ ἀ­νά­στα­ση, …, ἡ ζω­ή.»

      «Ὄ­χι αὐ­τὴ τὴν κρα­τῶ!­» Τοῦ τὴν ἔ­δει­ξα μὲ κα­μά­ρι.

      «Ὅ­λες γι’ αὐ­τήν. Τί λές ;» μὲ προ­κά­λε­σε.

      Ἦ­ταν ἡ μό­νη πι­θα­νό­τη­τα νὰ τὶς πά­ρω ὅ­λες πί­σω. Ἄλ­λω­στε ἡ ζω­ὴ χω­ρὶς τὸν πό­νο, τὸν ἔ­ρω­τα, τὴν ἀ­πό­λαυ­ση, τὴ χα­ρά, τὴ λύ­πη, τὴν ἡ­δο­νή, τὴν πα­ρη­γο­ριά, τὴν πτώ­ση καὶ τὴν ἀ­νά­στα­ση δὲν ἄ­ξι­ζε τί­πο­τα. Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ ρι­σκά­ρω.

      Ἔ­παι­ξα πά­λι πρῶ­τος. Ἡ ζω­ὴ ἔ­πε­σε μὲ φό­ρα πά­νω σὲ μιὰ λακ­κού­βα μὲ ἀ­πό­νε­ρα. Δὲν μπό­ρε­σα κά­τι κα­λύ­τε­ρο. Αὐ­τὸς ἤ­μουν. Δι­κή μου ἡ ζω­ὴ καὶ δι­κά μου τὰ λά­θη.

      «Σει­ρά σου», τοῦ εἶ­πα μὲ τὸ κε­φά­λι ὀρ­θὸ καὶ τὴν πε­ποί­θη­ση πὼς ἔ­κα­να ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο. Πάν­τα μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ κύ­κλου μου.

      Ἔ­ψα­ξε στὸ σα­κού­λι του καὶ ἔ­βγα­λε θρι­αμ­βι­κὰ τὸν χά­ρο. Μό­νο νὰ ἔ­βλε­πες τὸν βό­λο αὐ­τὸ καὶ σὲ ἔ­πια­νε πα­νι­κός. Τί­πο­τα δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ ξε­φύ­γει. Γο­νά­τι­σε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ση­μα­δεύ­ει.

      «Ἄν­τε, τε­λεί­ω­νε! Μᾶς πῆ­ρε ἡ αὐ­γή», τὸν πα­ρα­κί­νη­σα.

      Μὲ κοί­τα­ξε μὲ σο­βα­ρό­τη­τα, σή­κω­σε τὸ χέ­ρι καὶ ἔ­στει­λε τὴ βο­λή του κα­τευ­θεί­αν πά­νω στὴ ζω­ή μου.

      Ἔ­κλει­σα τὰ μά­τια.

      «Ἔ­λε­ος», ψέλ­λι­σα. «Πῶς θὰ ἀν­τέ­ξω ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­πο­χω­ρι­σμό;»

      Ἀ­κού­στη­κε τὸ πέ­ταγ­μα τοῦ χά­ρου ἐ­πά­νω στὴ νο­τι­σμέ­νη γῆ. Ἡ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ νε­ρὸ τῆς λακ­κού­βας ἦ­ταν ἐμ­φα­νής. Πρώ­τη στρο­φὴ, δεύ­τε­ρη καὶ τέ­λος. Ἕ­να μό­λις ἑ­κα­το­στὸ ἀ­πὸ τὴ ζω­ή μου.

      «Κέρ­δι­σα!» καὶ ἀ­λα­λά­ζον­τας λού­στη­κα τὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς.

      Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ βγῆ­κα ἀ­πὸ τὸν κύ­κλο καὶ ἄρ­χι­σα νὰ μα­ζεύ­ω τὶς μπί­λι­ες μου. Ἤ­μουν ξα­νὰ γε­μά­τος αἰ­σθή­μα­τα καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα καὶ φυ­σι­κὰ μὲ τὴ ζω­ὴ στὰ χέ­ρια μου.

      «Θνη­τὸς εἶ­σαι καὶ σύ», μοῦ ἀν­τέ­τει­νε ὁ φί­λος μου. Καὶ μὲ σβελτάδα ἔφυγε, τρέχοντας μὲ τὸν χάρο μαζί.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. 

 

Δ.Γ. Μαγριπλῆς (Ἀθήνα). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθήματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007,διηγήματα). 

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: