Βασίλης Τσιαμπούσης: Ἡ Δευτέρα

 

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης

 

Ἡ Δευ­τέ­ρα

 

ΟΝ ΞΕΝΤΥΣΕ μὲ προ­σο­χή. Τὸ νε­ρὸ στὸ κα­ζά­νι μι­σο­έ­βρα­ζε. Τοῦ σα­πού­νι­σε τὰ μαλ­λιά, τὶς μα­σχά­λες, τὰ πό­δια… Τὸν ξέ­βγα­λε καὶ τὸν τύ­λι­ξε σ’ ἕ­να τριμ­μέ­νο μπουρ­νού­ζι. Πέ­ρα­σαν τὴν αὐ­λὴ κι ἀ­νέ­βη­καν στὸ σπί­τι. Ἡ ζώ­νη σερ­νό­ταν κα­τα­γῆς καὶ μιὰ στιγ­μὴ τοῦ ‘­φυ­γε ἡ παν­τό­φλα. Τοῦ ‘­βα­λε γιορ­τι­νὰ ροῦ­χα καὶ λί­γη φτη­νὴ κο­λώ­νια. Τοῦ ‘­δω­σε δυ­ὸ κα­το­στά­ρι­κα. Τὸν φί­λη­σε στὸ μέ­τω­πο καὶ τὸν συ­νό­δε­ψε ὣς τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

         Πα­ρό­λη τὴ βι­α­σύ­νη του ἔ­φτα­σε με­τὰ ἀ­πὸ μί­α ὥ­ρα. Εἶ­χε πρό­βλη­μα στὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια καὶ πή­γαι­νε σὰν τὴ χε­λώ­να. Ἀ­νέ­βη­κε τὴ σκά­λα καὶ μπῆ­κε στὸ μι­κρὸ σα­λό­νι. Ἦ­ταν μό­νος. Κά­θι­σε σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα καὶ πε­ρί­με­νε.

        Βγῆ­κε ἀπ’ τὸ δω­μά­τιο της φο­ρών­τας μιὰ κόκ­κι­νη νυ­χτι­κιά. «Μό­νο ἐ­σὺ ἔ­λει­πες…», εἶ­πε. «Δὲν μπο­ρῶ σή­με­ρα, νά ‘ρ­θεις τὴν ἄλ­λη Δευ­τέ­ρα.» Μπῆ­κε στὴν του­α­λέ­τα. Ἀ­κού­στη­κε τὸ κα­ζα­νά­κι. Ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα κι ἁ­πλώ­θη­κε μιὰ ἄ­σκη­μη μυ­ρω­διά. «Ἀ­κό­μα ἐ­δῶ εἶ­σαι; Για­τί δὲν πᾶς καὶ σὲ κα­μιὰν ἄλ­λη, μέ­λι ἔ­χει τὸ δι­κό μου; Τό­σα χρό­νια κά­ναν ἄν­τρα πι­στὸ δὲ βρή­κα­με, ἐ­σὺ μᾶς ἔ­τυ­χες…». Τί τῆς ἔ­φται­γε τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ σα­ρά­βα­λο καὶ ξε­σποῦ­σε πά­νω του… Σή­κω­σε τὴ νυ­χτι­κιὰ μέ­χρι τοὺς ὤ­μους. «Ἔ­λα, πα­νά­θε­μά σε, μὴ λὲς ὅ­τι σ’ ἀ­φή­σα­με νη­στι­κό…». Φά­νη­κε τὸ στῆ­θος, ἡ κοι­λιά της καὶ μιὰ τε­ρά­στια μαύ­ρη κυ­λό­τα πα­ρα­γε­μι­σμέ­νη μὲ πα­νιά. «Ἄν­τε, ἂν θὲς πιά­σε καὶ λί­γο…».

        Τὸν ἔ­πια­σε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ντρο­πὴ καὶ χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα. Ἄ­φη­σε τό ‘­να κα­το­στά­ρι­κο πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ βγῆ­κε. Πῆ­ρε τὸ δρό­μο πού ‘­βγά­ζε στὸ δη­μο­τι­κὸ κῆ­πο. Ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να σάν­του­ιτς κι ἔ­κα­τσε σ’ ἕ­να ἀ­πό­με­ρο παγ­κά­κι. Μὲς στὸ σκο­τά­δι ἔ­δω­σε τὴ μά­χη του, ἀλ­λὰ δὲ λυ­τρώ­θη­κε. Τὰ χέ­ρια καὶ τὸ παν­τε­λό­νι του γέ­μι­σαν μου­στάρ­δα. Κουμ­πώ­θη­κε. Δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ κου­νη­θεῖ οὔ­τε βῆ­μα.

        Ἄ­δο­ξα πέ­ρα­σε αὐ­τὴ ἡ Δευ­τέ­ρα. Κι ἀ­π’ αὔ­ριο ξα­ναρ­χί­ζει ἡ βι­ο­πά­λη, ὁ ἀ­γώ­νας κι ἡ ἀ­γω­νί­α γιὰ τὸ πῶς θὰ που­λή­σει τὰ λα­χεῖ­α. Ἕ­ξι μέ­ρες πε­ρα­σι­ὲς ἀ­πὸ γρα­φεῖ­α, κα­φε­νεῖ­α, τα­βέρ­νες… κι ὅ­λες οἱ στρά­τες ἀ­νη­φο­ρι­κὲς γι’ αὐ­τόν. Καὶ μό­νο τὸ βρά­δυ τῆς ἄλ­λης Δευ­τέ­ρας —κά­θε Δευ­τέ­ρα με­τὰ τὴν κλή­ρω­ση— θά ‘­χει πά­λι τρεῖς ὧ­ρες δι­κές του, οἰ­κο­γε­νεια­κές, αὐ­τός, ἡ μά­να κι ἡ ἀ­γα­πη­τι­κιά του.

        Ἀ­πό­ψε ὅ­μως πῆ­γε ἄ­χρη­στο τὸ μπά­νιο —«Ἡ σκε­πὴ τοῦ πλυ­στα­ριοῦ θέ­λει δι­όρ­θω­μα», εἶ­πε ἡ μά­να— ἄ­χρη­στες κι οἱ δυὸ ὧ­ρες δρό­μος ὣς τὸ σπί­τι της, ἀ­φοῦ λεῖ­ψαν ἐ­κεῖ­να τὰ πέν­τε κα­θο­ρι­στι­κὰ λε­πτά της ἀ­πο­λύ­τρω­σής του.

        Ἀ­πό­ψε πῆ­γε ἄ­χρη­στη ὅ­λη ἡ δου­λειὰ τῆς ἑ­βδο­μά­δας. «Ἄ­χρη­στη ὅ­λη ἡ ζω­ή μας, μά­να, αὐ­τὴ ἡ Δευ­τέ­ρα κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ξη­μέ­ρω­νε πο­τέ.»

        Ξε­κί­νη­σε ἀρ­γὰ γιὰ τὸ σπί­τι. Ἦ­ταν πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Βγῆ­κε τὸ φεγ­γά­ρι καὶ τοῦ ‘­φέγ­γε τὸ δρό­μο. Ἕ­να πει­να­σμέ­νο σκυ­λὶ πλη­σί­α­σε στὸ παγ­κά­κι κι ἔ­φα­γε λαί­μαρ­γα τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια ἀ­π’ τὸ σάν­του­ιτς.

 

 

 Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990).

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).

 

Φω­το­γρα­φία: Holger Möhle

 

Διαφημίσεις

Νίκη Τρουλλινοῦ: Πολιτεία χωμένη στὴν ἄμμο

 

 

Νί­κη Τρουλ­λι­νοῦ

 

Πο­λι­τεί­α χω­μέ­νη στὴν ἄμ­μο

 

στὴ Νί­κη Μα­ραγ­κοῦ

 

Ε ΠΗΡΕ ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι νὰ μοῦ δεί­ξει τὰ πα­τρο­γο­νι­κά. Καὶ τὰ χρό­νια τὰ παι­δι­κά, κι αὐ­τὰ τῆς ἐ­φη­βεί­ας. Καὶ μὲ πῆ­γε τα­ξί­δι ὁ­λά­κε­ρο στὸ χρό­νο καὶ τοὺς δρό­μους καὶ στὸν πα­λια­τζὴ τοῦ στε­νοῦ δρό­μου πρὶν ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α τοῦ Ἄι Νι­κό­λα. Καὶ εἶ­πε ἔ­τσι, ἤ, πε­ρί­που ἔ­τσι:

 

         Ἀνοίξανε τὰ ὁ­δο­φράγ­μα­τα. Μέ­ρες τοῦ Πά­σχα τοῦ 2003. Οὐ­ρὲς τὰ αὐ­το­κί­νη­τα στὸν Ἅ­γιο Δο­μέ­τη. Πε­ρά­σα­με τρί­τοι. Πα­τή­σα­με γκά­ζι μὲ τὸν Κων­σταν­τῆ. Νὰ περ­νᾶ­με τὴ Με­σα­ω­ρί­α, νὰ κα­τα­πί­νει τὸ ἁ­μά­ξι τὸν κάμ­πο καὶ νὰ λι­ώ­νω τὰ νύ­χια μέ­σα στὶς πα­λά­μες. Γραμ­μὴ γιὰ τὴν Ἀμ­μό­χω­στο. Φα­μαγ­κού­στα. Μαγ­κού­στα. Στὸ δρό­μο μὲ τὰ περ­βό­λια τὸ σπί­τι τῆς θεί­ας ἔ­ρη­μο. Στὴν ἄμ­μο, εἶ­πα, στὴν ἄμ­μο. Ἔ­βγα­λα τὰ πα­πού­τσια καὶ πά­τη­σα γυ­μνό­πο­δη. Ἡ ἄμ­μος! Σι­μὰ στὸ φυ­λά­κιο ἀ­γνάν­τε­ψα τὸ σπί­τι τοῦ παπ­ποῦ. Ξυ­λέμ­πο­ρας κά­πο­τε. Πρῶ­τος ἦρ­θε κι ἔ­κτι­σε ἐ­δῶ πά­νω στὸ κύ­μα. Δί­πλα ἡ πα­ράγ­κα, βλέ­πεις; Νά, ἐ­κεῖ, ἴ­δια ὅ­πως τό­τε, βέ­νε­τη… θὰ πεῖ λου­λα­κί. Τοῦ ζω­γρά­φου τοῦ Πὸλ Γε­ωρ­γί­ου. Θὰ σοῦ πῶ γι’ αὐ­τὸν καὶ τὶς ζω­γρα­φι­ές του. Ὕ­στε­ρα στὸ Ναυ­τι­κὸ ὅ­μι­λο, ἐ­κεῖ σὲ πά­ω, καὶ τὸ στέ­κι τοῦ Λου­ί­ζου. Καὶ στὴν πλα­τεί­α τοῦ κα­θε­δρι­κοῦ. Ἐ­δῶ ἡ ρή­γαι­να, τοῦ Πα­λαι­ο­λό­γου τοῦ Μο­ρέ­α θυ­γα­τέ­ρα, ἐ­δῶ οἱ Λου­ζι­νια­νοί, ἐ­δῶ οἱ Βε­νε­τσιά­νοι. Κι ὁ πύρ­γος τοῦ Ὀ­θέ­λου μιὰ δρα­σκε­λιά. Νὰ ἐ­πι­θε­ω­ρεῖ τὸ στό­λο, νὰ κα­τα­σκο­πεύ­ει τὴν Δεισ­δαι­μό­να, νὰ πέ­φτει ὁ πα­θι­α­σμέ­νος στὶς πα­γί­δες τοῦ Ἰ­ά­γου. Θέ­λεις ν’ ἀ­νε­βοῦ­με…Τὰ κα­ρά­βια, ἔρ­χον­ταν μι­λι­ού­νια γιὰ αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­το­λή…Χω­μέ­νη στὴν ἄμ­μο ἡ πο­λι­τεί­α μου. Ὁ πα­τέ­ρας μου για­τρὸς σπου­δαγ­μέ­νος στὴ Βι­έν­νη. Ὁ θεῖ­ος στὰ ἐμ­πό­ρια. Ἄλ­λα λα­χτα­ροῦ­σε αὐ­τός. Τὰ βι­βλί­α, αὐ­τὰ τὸν τρα­βοῦ­σαν. Τὰ ἀ­λη­θι­νά, ὄ­χι τὰ κα­τά­στι­χα μὲ τὰ νού­με­ρα. Ξό­δε­ψε πε­ρι­ου­σί­ες στὰ βι­βλί­α. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ-ἀρ­χὴ ποὺ ὁ Γου­τεμ­βέρ­γιος εὐ­λό­γη­σε τὴν τυ­πο­γρα­φί­α. Μπαί­νω μιὰ μέ­ρα σ’ ἕ­ναν πα­λια­τζὴ στὴ Λευ­κω­σί­α. Καὶ βρί­σκω πα­λιὸ βι­βλί­ο μὲ τὴ σφρα­γί­δα του. Καὶ τὴν ὑ­πο­γρα­φή του. Καὶ γράμ­μα ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου, σφη­νω­μέ­νο μέ­σα στὶς σε­λί­δες. Ρω­τά­ω, ποῦ, τί. Τὸ ἄ­λα­λο νε­ρό, ἐ­κεῖ­νος. Ἀ­γό­ρα­σα ὅ,τι μπο­ροῦ­σα. Ἄρ­χι­σα τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση. Στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ ἐμ­πό­ριο, στοὺς πα­λαι­ο­πῶ­λες… Σπά­νι­ες ἐκ­δό­σεις, ἀ­πὸ τὸ 17ο αἰ­ώ­να ἀ­κό­μα. Πε­ρι­ου­σί­ες ὁ­λό­κλη­ρες σή­με­ρα! Βρῆ­κα ἄ­κρι­ες. Μέ­ρος, λέ­ει, τῆς πε­ρί­φη­μης βι­βλι­ο­θή­κης Μα­ραγ­κοῦ εἶ­ναι στὴν Κε­ρύ­νεια. Καὶ πέ­ρα­σα στὰ κα­τε­χό­με­να. Ἔ­ψα­ξα. Βρῆ­κα. Μέ­σ γνω­ρι­μι­ῶν φτά­σα­με στὸν Τα­λάτ. Νὰ σω­θοῦν τὰ βι­βλί­α. «Τί θὰ μά­θε­τε ἀ­πὸ κλεμ­μέ­να βι­βλί­α… ἂς ἔρ­θουν πί­σω, του­λά­χι­στον αὐ­τά.» Ναί, εἶ­πε. Τί­πο­τα δὲν ἔ­κα­νε… Ἐρ­χό­μου­να συ­νε­χῶς τὸν πρῶ­το και­ρό. Βρῆ­κα τὸν πα­λαι­ο­πώ­λη, ἐ­δῶ στὴν Ἀμ­μό­χω­στο. Μπῆ­κα. Στοῖ­βες τὰ πορ­σε­λά­νι­να πιά­τα, σεν­τού­κια, κη­ρο­πή­για ἀ­πὸ ἀ­σή­μι καὶ μπροῦτ­ζο. Ἀ­πο­μει­νά­ρια ἡ­με­ρῶν, κα­τά­λοι­πα ἀ­πὸ ζω­ὲς ἀ­νέ­με­λες. Πό­σο λί­γο τὴν ξέ­ρου­με τὴν Ἱ­στο­ρί­α! Στὰ μέ­ρη μας. Στὰ μέ­ρη τῆς ἄμ­μου.

         Στὴ γω­νιὰ τὸ γρα­φεῖ­ο του. Μι­κρό. Δὲ φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ δρό­μο. Στὸν τοῖ­χο τῆς κό­χης ἕ­νας πί­να­κας. Κέ­ρω­σα. Χλω­μὴ κι ἀ­κί­νη­τη. Αὐ­τό, τὸ που­λᾶ­τε, ρώ­τη­σα. Ὄ­χι, εἶ­πε. Δι­κός του, εἶ­πε, εἶ­ναι. Ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα. Μὲ τὸν και­ρὸ γί­να­με φί­λοι, τὰ ἑλ­λη­νι­κά του βε­βαί­ως ἐ­ξαι­ρε­τι­κά. Τὸν ρώ­τη­σα ποῦ βρῆ­κε τὸν πί­να­κα. Δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Δὲν θὰ ἀ­παν­τή­σει πο­τέ. Ξέ­ρου­με κι οἱ δυ­ὸ για­τί. Νὰ ξέ­ρεις… ἤ­μου­να κο­ρι­τσά­κι κι ἡ μά­να μας πῆ­ρε, καὶ τὰ δυ­ὸ κο­ρί­τσια, μα­ζί της στὸ Λον­δί­νο. Χα­ρὰ ἐ­μεῖς! Τέ­τοι­οι δρό­μοι, τέ­τοι­α μα­γα­ζιὰ δὲν εἴ­χα­με στὴ Κύ­προ. Στὴν Oxford street τὸ βλέ­πω. Κά­τι ἀ­νά­με­σα σὲ χαρ­το­πω­λεῖ­ο πο­λυ­τε­λεί­ας καὶ γκα­λε­ρί. Στὴ βι­τρί­να ἀν­τί­γρα­φα ἀ­πὸ ἔρ­γα με­γά­λων ζω­γρά­φων. Ποι­ός ὁ ζω­γρά­φος ποὺ ἔ­κα­νε τοῦ­τα τὰ πα­ρά­ξε­να πρά­μα­τα βου­τηγ­μέ­να στὰ χρώ­μα­τα τῆς ἄμ­μου. Πι­κά­σο, εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα. Θὰ στὸ ἀ­γο­ρά­σω. Χο­ρο­πη­δοῦ­σα, φο­ροῦ­σα τὸ κα­λό μου κα­σμι­ρέ­νιο παλ­τό, πα­πού­τσια λου­στρί­νι, σφι­χτὰ μὲ μπα­ρέ­τα, χο­ρο­πη­δοῦ­σα, κά­τω ἀ­πὸ τὴν μι­κρή μου μα­σχά­λη τὸ ἔρ­γο. Προ­σε­κτι­κὰ τυ­λιγ­μέ­νο. Ρο­λό. Πί­σω στὴν Κύ­προ, τὸ βά­λα­με σὲ τε­λά­ρο. Πά­λι χο­ρο­πη­δοῦ­σα. Τὸ κρέ­μα­σα, ἀ­νέ­βη­κα μὲ τὰ πα­πού­τσια στὸ κρε­βά­τι, τέ­τοι­ο ζό­ρι, πά­νω ἀ­πὸ τὸ προ­σκε­φά­λι μου. Ὕ­στε­ρα τὰ δύ­σκο­λα χρό­νια τοῦ ἑ­ξήν­τα, τὰ λά­θη, ἡ εἰ­σβο­λή, πᾶ­νε χρό­νια τό­σα…

 

Κα­λη­σπε­ρί­σα­με τὸν πα­λαι­ο­πώ­λη. Ἐ­κεί­νη καὶ αὐ­τὸς μι­λοῦ­σαν κυ­πραί­ϊ­κα. Δύ­σκο­λα νὰ τοὺς πα­ρα­κο­λου­θή­σω. Μό­νο ὁ ἦ­χος. Ψι­θύ­ρι­σα πό­σο ἀ­γα­πῶ νὰ ἀ­κού­ω νὰ μι­λοῦν τὰ κυ­πρια­κά. Τοῦ ζή­τη­σε νὰ τῆς βρεῖ μιὰ πα­λιὰ τούρ­κι­κη κα­νά­τα. Ἔ­χει, εἶ­πε αὐ­τὸς καὶ χά­θη­κε στὴ σκα­λί­τσα γιὰ τὸ πα­τά­ρι. Μὲ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ γρα­φεῖ­ο του. Κι ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στὸν τοῖ­χο τῆς κό­χης, τὰ παι­δι­κά της χρό­νια κι ὁ ἥ­λιος ποὺ «σὰν πά­ει νὰ κοι­μη­θεῖ καί­ει τὰ σεν­τό­νια του» κι ἡ φω­νὴ τοῦ πα­τέ­ρα-για­τροῦ, κι ὁ θεῖ­ος μὲ τὰ πα­λιὰ βι­βλί­α κι ὁ Λου­ί­ζος καὶ ὁ Πὸλ στὴ βέ­νε­τη πα­ράγ­κα, ὅ­λα, ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σ’ ἕ­να κλεμ­μέ­νο ἀν­τί­γρα­φο τοῦ Πάμ­πλο Πι­κά­σο.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

 

Νί­κη (Κου­κου­νά­κη) Τρουλ­λι­νοῦ (Χανιά, 1953). Ἔ­κα­νε νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν στὰ χρό­νια της δι­κτα­το­ρί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 1979 ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο. Ἄ­σκη­σε τὴ μά­χι­μη δι­κη­γο­ρί­α καὶ δί­δα­ξε (ΤΕΙ Ἡ­ρα­κλεί­ου) γιὰ χρό­νια. Πέ­ρα­σε βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὸ θέ­α­τρο, τὴν ποί­η­ση (Ἀν­θο­λο­γί­α Παν/μί­ου Πα­τρῶν). Σή­με­ρα ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὸν ἀ­γρο­του­ρι­σμό. Πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των, τὸ 1995, τὸ Ἕ­να μο­λύ­βι στὸ κο­μο­δί­νο. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ συλ­λο­γὲς Μα­ρὰλ ὅ­πως Μα­ρί­α καὶ Καὶ φύ­ση­ξε νο­τιάς… (ἐκ­δό­σεις Ρο­δα­κιό). To 2009 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Κέ­δρο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Μ’ ἕ­να κα­φά­σι μπύ­ρες. Τὸ ἔρ­γο της πε­ρι­λαμ­βά­νει ἀ­κό­μη τὸ βι­βλί­ο Crete, No man is an island (κεί­με­να στὶς φω­το­γρα­φί­ες τῆς Π. Μα­σού­ρη).

 

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ἡ διεκδίκηση

.

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου

 .

Ἡ δι­εκ­δί­κη­ση 

 .

 Ε ΘΑ ΜΟΥ ΔΩΣΕΙΣ ἀ­π’ τὸ πα­γω­τό σου;

— Ὄ­χι, τῆς ἀ­πάν­τη­σα ξε­ρά.

— Μὰ ἔ­λα δῶ­σ’ μου, ἐ­πέ­μει­νε, μοῦ τὸ εἶ­χες ὑ­πο­σχε­θεῖ.

         Γύ­ρι­σα καὶ τῆς ἔ­ρι­ξα φαρ­μα­κε­ρὴ μα­τιὰ.

         — Πό­τε; τὴν ρώ­τη­σα.

         — Πῶς, ἀ­φοῦ εἴ­μα­στε φί­λες…, καὶ βί­δω­σε μὲ ἡ­μι­κυ­κλι­κὴ κί­νη­ση τὸ δε­ξί της πό­δι στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

        Ἔ­γλυ­φα τὸ πα­γω­τό μου ὅ­σο πιὸ προ­κλη­τι­κὰ κι ἡ­δο­νι­κὰ μπο­ροῦ­σα κα­τα­βάλ­λον­τας ταυ­το­χρό­νως προ­σπά­θεια νὰ ἀν­τα­πε­ξέλ­θω τοὺς πε­ρι­σπα­σμοὺς τῆς κα­τσα­ρῆς ἔν­ρι­νης φω­νῆς της.

        — Ἀ­φοῦ εἴ­μα­στε…, ἐ­πα­νέ­λα­βε ἔν­το­να.

         Δὲν ἀ­πάν­τη­σα.

        — Τί, δὲν εἴ­μα­στε; Εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­σω­πό της ἱ­κε­τευ­τι­κὰ κον­τὰ στὸ δι­κό μου κι ἔ­ψα­χνε γιὰ τὰ μά­τια μου. Κρύ­φτη­κα πί­σω ἀ­πὸ μιὰ γεν­ναί­α χα­ψιά. Δὲν μί­λη­σε γιὰ λί­γο κι εἶ­πα πὼς τὸ πῆ­ρε ἀ­πό­φα­ση, πὼς πα­ραι­τή­θη­κε, κι ἄρ­χι­σα νὰ χα­λα­ρώ­νω. Ἤ­μα­σταν κα­θι­σμέ­νες στὸ μο­να­δι­κὸ κε­ρα­μι­δὶ παγ­κά­κι τοῦ σταθ­μοῦ, τὰ ὑ­πό­λοι­πα, γιὰ ἄ­γνω­στο λό­γο, ἦ­ταν πρά­σι­να. Ὅ­σο ἔ­τρω­γα κου­νοῦ­σα τὰ πό­δια μου ρυθ­μι­κὰ καὶ τράν­τα­ζα τὸ κά­θι­σμα, κά­τι ποὺ ἤ­ξε­ρα πὼς τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε. Ὁ ἀ­έ­ρας ἦ­ταν ἤ­δη ζε­στὸς καὶ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ τὸ κέν­τρο μᾶς εἶ­παν πὼς θὰ περ­νοῦ­σε σὲ δέ­κα λε­πτά. Τῆς ἔ­ρι­ξα μιὰ κλε­φτὴ μα­τιά. Τὸ ὀ­στε­ῶ­δες πρό­σω­πό της γυ­ά­λι­ζε ἀ­πὸ κόμ­πους ἱ­δρώ­τα, κά­ποι­α σκόρ­πια τσου­λού­φια εἶ­χαν κολ­λή­σει στὸ φαρ­δὺ μέ­τω­πο, κοι­τοῦ­σε τὰ πα­πού­τσια της, τὰ κοί­τα­ξα κι ἐ­γώ, ἦ­ταν οἱ γνω­στὲς φθαρ­μέ­νες πρώ­ην λευ­κὲς ἐλ­βι­έ­λες, ποὺ φό­ρα­γε τὰ τε­λευ­ταῖ­α τρί­α χρό­νια σὰν νὰ μὴν με­γά­λω­νε αὐ­τὴ ὅ­πως τὰ ὑ­πό­λοι­πα παι­διά.

         Τὴν Ἐλ­πι­νί­κη δὲν τὴν παί­ζα­νε στὴ γει­το­νιά, τὴν λέ­γα­νε κολ­λι­τσί­δα καὶ τὴν ἀ­πέ­φευ­γαν. Κά­τι ἐ­πά­νω της φαλ­τσά­ρι­ζε, κά­τι σπά­ρα­ζε καὶ προ­κα­λοῦ­σε. Ἐ­γὼ δὲν πο­λυ­κα­τα­λά­βαι­να, πό­τε τὴν ἔ­κα­να χά­ζι, πό­τε μὲ ἐ­νο­χλοῦ­σε. Ὅ­ταν μὲ ξε­λί­γω­νε μὲ τὴν ἐ­πι­μο­νή της γιὰ νὰ παί­ξου­με καὶ δε­χό­μουν, τὸ ἀν­τάλ­λαγ­μα ἦ­ταν ὅ­τι ἐ­γὼ θά ’­κα­να κου­μάν­το. Ἔ­παι­ζα μα­ζί της ἕ­να παι­χνί­δι ἄ­γριο καὶ πα­ρά­ξε­νο. Μό­νο μα­ζί της. Κι ἤ­μουν πάν­τα ἡ γά­τα.

         Τὰ δε­κά­λε­πτα περ­νοῦν καὶ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­κό­μα νὰ φα­νεῖ, ἡ ζέ­στη εἶ­ναι βα­ριά, προ­κα­λεῖ δύ­σπνοι­α. Δι­α­σκε­δά­ζω κά­νον­τας μὲ τὴν γλώσ­σα σχή­μα­τα στὸ πα­γω­τό μου καὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νω τὴν μουγ­κα­μά­ρα της. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ φαί­νε­ται πὼς ἡ νί­κη ἦ­ταν εὔ­κο­λη. Τὴν λο­ξο­κοι­τά­ζω πά­λι, ἔ­χει τὸ κε­φά­λι ἀ­κό­μη σκυμ­μέ­νο, οἱ κόμ­ποι τοῦ αὐ­χέ­να εἶ­ναι ρυθ­μι­κὰ πα­ράλ­λη­λοι μὲ τὰ κλα­διὰ τῆς νε­α­ρῆς κλαί­ου­σας πί­σω ἀ­π’ τὸ φρά­χτη. Στὶς ἄ­κρες τῶν χει­λι­ῶν μιὰ πα­χιὰ λευ­κὴ κόλ­λα μαρ­τυ­ρᾶ πὼς ἔ­χει κο­ριά­σει ἀ­πὸ τὴν δί­ψα. Ἡ ἀμ­φι­θυ­μί­α μου ἀρ­χί­ζει νὰ γέρ­νει πρὸς τὴν λύ­πη­ση. Ξαφ­νι­κά,

         — Ἔ­τσι εἶ­σαι; μοῦ κά­νει, καὶ μὲ τα­χύ­τα­τη, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὴ κί­νη­ση ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει μί­α ρι­πὴ πη­χτοῦ σά­λιου ποὺ προ­σγει­ώ­νε­ται πά­νω στὸ πα­γω­τό μου, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα ἀ­πὸ τὴν λα­χτα­ρι­στὴ φρά­ου­λα, ποὺ τὴν ἄ­φη­να γιὰ τὸ τέ­λος. Ἀ­κι­νη­το­ποι­ή­θη­κα γιὰ νὰ ἀ­πορ­ρο­φή­σω τοὺς κρα­δα­σμοὺς τοῦ πυ­ρο­βο­λι­σμοῦ. Πρὶν προ­λά­βω νὰ ἀ­να­κτή­σω τὴν αὐ­το­κυ­ρι­αρ­χί­α μου ξέ­σπα­σε σὲ θριαμβευ­τι­κὰ γέ­λια.

         — Βλέ­πεις τί κα­λὴ ποὺ μπο­ρεῖς νὰ γί­νεις; τώ­ρα θὰ μοῦ τὸ δώ­σεις…

         Μὲ ἀρ­γὴ τε­λε­τουρ­γι­κὴ κί­νη­ση ἁ­πλώ­νει καὶ βου­τά­ει τὸ κυ­πελ­λά­κι ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου.

         — …ὅ­λο…

         Δὲν ξα­να­παί­ξα­με πο­τέ.

 .

.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση. 

 

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να 1958). Ποι­ή­τρια, πε­ζο­γρά­φος, ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν της Ἀθήνας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο:  Ὁ μῦ­θος τοῦ ὁ­δοι­πό­ρου (1986, ποί­η­ση). Ἔχει δημοσιεύσει τὶς συλλογές διηγημάτων Ὀμελέτα μὲ μανιτάρια (ἐκδ. Νεφέλη, Ἀθήνα, 2007) καὶ Ἑλληνιστί: ὁ γρίφος (έκδ. Γαβριηλίδης, 2013).

http://ironikopoulou.gr/

 

Ἀντρέι Μπίτοφ (Андрей Битов): Συμμαθητές

 

 

Ἀντρέι Μπί­τοφ (Андрей Битов)

 

Συμ­μα­θητές

(Однокашники)

 

ΠΕΤΙΑ ΜΠΟΪΤΣΕΝΚΟ ἀπὸ τὴ Τρί­τη Δη­μο­τι­κοῦ μά­ζευε χάλ­κι­να κέρ­ματα. Στὴν τε­λευ­ταί­α τά­ξη Λυ­κεί­ου ἤδη εἶχε τριά­ντα ὀκά­δες. Στὸ πέ­μπτο ἔτος τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου – ἑξήντα. Τὸν συ­νέ­λα­βαν γιὰ παρα­κώ­λυ­ση κυ­κλο­φο­ρί­ας ψιλῶν.

         Στὶς δια­κοπὲς ὁ Βά­σια Βλά­σοφ βρῆκε στὸ πο­τά­μι μιὰ ξι­φο­λόγ­χη. Τῆς ἔφτια­ξε θή­κη καὶ τὴν κρα­τοῦσε στὸ γρα­φεῖ­ο του ὥσπου πα­ντρεύ­τη­κε. Μπῆκε μέ­σα γιὰ ὁπλο­κα­το­χή.

        Ὁ Κό­λια Σά­νιν, ποὺ κα­θό­μα­σταν στὸ ἴδιο θρα­νί­ο, μοῦ εἶπε ἕνα ἀνέκ­δο­το, καὶ μετὰ ὁμο­λό­γη­σε ὅτι τὸ ἄκου­σα.

        Καὶ ὁ Φί­λια Σμά­ρο­νοφ εἶναι ἀκό­μη ἐλεύ­θε­ρος.

 

21.03.1960

 

 

 

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: πε­ρ. Σό­λο, τεῦχος 6, 1991.

 

Ἀντρέι Μπί­τοφ (Андрей Битов) (Λέ­νιν­γκρα­ντ, 1937). Γνω­στὸς Σο­βιε­τι­κός, Ρῶσος συγ­γραφέ­ας. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 1956.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα.

 

Φω­το­γρα­φία: Ἀν­τρέι Μπί­τοφ.

 

Εἰρήνη Σουργιαδάκη: Τὸ σπάνιο δωμάτιο

 

 

Εἰ­ρή­νη Σουρ­γι­α­δά­κη

 

Τὸ σπά­νιο δω­μά­τιο

 

ΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΜΝΗΜΕΣ ποὺ δὲν τὶς ἀ­να­κα­λῶ πο­τέ. Ὡ­στό­σο φρον­τί­ζουν νὰ ἔρ­χον­ται μό­νες τους ἀ­πρό­σκλη­τες γιὰ ἐ­πί­σκε­ψη, στο­λι­σμέ­νες σὰν κυ­ρί­ες, μὲ τὸ πη­γού­νι ψη­λὰ καὶ νὰ κά­θον­ται μὲ τὶς ὧ­ρες, ἀρ­μέ­νι­κη βί­ζι­τα. Ἔ­χουν κλει­δί, ἀ­νοί­γουν καὶ μπαί­νουν ὁ­ποι­α­δή­πο­τε στιγ­μή. Μέ­ρα, νύ­χτα, με­ση­μέ­ρι, με­σά­νυ­χτα, δὲν ἔ­χουν ἴ­χνος σε­βα­σμοῦ καὶ κα­λῶν τρό­πων. Κά­θον­ται ὅ­που βροῦν κι ἀρ­χί­ζουν νὰ σκα­λί­ζουν τὰ πάν­τα. Συρ­τά­ρια, ντου­λά­πες, ντου­λά­πια, ση­μει­ω­μα­τά­ρια, κου­τά­κια, ση­κώ­νουν τὰ χα­λιὰ καὶ μι­λᾶ­νε γιὰ ὥ­ρα μὲ μιὰ τρί­χα ἢ ἕ­να σπα­σμέ­νο κουμ­πὶ ποὺ βρί­σκουν ἀ­πὸ κά­τω. Λα­τρεύ­ουν τὴ σκό­νη. Μπο­ρεῖ νὰ κά­θον­ται καὶ νὰ τὴν ἀ­να­κα­τεύ­ουν μὲ τὶς ὧ­ρες. Φταί­ω κι ἐ­γὼ βέ­βαι­α ποὺ δὲν ξε­σκο­νί­ζω πο­τὲ ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲ μ’ ἐ­νο­χλεῖ ἡ σκό­νη ὅ­μως. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει ἕ­να πα­χὺ στρῶ­μα καὶ κα­λύ­πτει ὅ,τι βα­ρέ­θη­κα καὶ δὲ θέ­λω πιὰ νὰ βλέ­πω. Ἴ­σα ἴ­σα δη­λα­δή, μὲ βο­λεύ­ει κι­ό­λας.

       Μπο­ρεῖ βέ­βαι­α νὰ μὲ ξε­χά­σουν γιὰ χρό­νια καὶ νὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν ξαφ­νι­κά, πά­νω ποὺ τὶς ἔ­χω ξε­χά­σει κι ἐ­γώ. Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ προ­χτές. Δὲν τὶς κα­τά­λα­βα, μπῆ­καν ἀ­θό­ρυ­βα. Τὶς ἔ­νι­ω­σα ὅ­μως μό­λις ἔ­κα­τσαν βα­ρι­ὲς καὶ ἄ­γαρ­μπες στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ πλευ­ρὰ τοῦ κε­φα­λιοῦ μου. Πῆ­ρα ἕ­να παυ­σί­πο­νο. Οἱ κυ­ρί­ες ὅ­μως, φαί­νε­ται πὼς δὲ βο­λεύ­ον­ταν κα­λὰ κι ἄρ­χι­σαν νὰ με­τα­το­πί­ζον­ται. Πέ­ρα­σε κάμ­πο­ση ὥ­ρα μέ­χρι νὰ βο­λευ­τοῦν καὶ νὰ κα­θί­σουν ἀν­τι­κρι­στά, ἀ­π’ ὅ,τι κα­τα­λά­βαι­να, δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά. Ἀ­φοῦ σερ­βι­ρί­στη­καν τὸ τσά­ι τους καὶ τα­κτο­ποι­ή­θη­καν, ἔ­πια­σαν τὴ γνω­στὴ δου­λειά. Νὰ σκα­λί­ζουν. Ἀ­να­κά­λυ­ψαν ἕ­να πα­λιὸ τρα­γού­δι καὶ στή­σα­νε χο­ρό, κά­ποι­ες ἄλ­λες πι­ά­σα­νε μιὰ ἔκ­θε­σή μου τῆς τε­τάρ­της δη­μο­τι­κοῦ κι ἄρ­χι­σαν νὰ δι­α­βά­ζουν δυ­να­τὰ κο­ρο­ϊ­δεύ­ον­τας καὶ χα­χα­νί­ζον­τας, ἕ­να σπα­σμέ­νο παι­χνί­δι μὲ κλά­μα­τα πολ­λά, μιὰ κλεμ­μέ­νη τσί­χλα ἄ­θι­κτη ποὺ εἶ­χε γί­νει πιὰ σὰν πέ­τρα, ἕ­να τό­στ σὲ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το πού, ἂν καὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια, δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου χα­λα­σμέ­νο, ἁ­πλὰ ἦ­ταν πιὰ κρύ­ο καὶ εἶ­χε μα­λα­κώ­σει ἀπ’ τὴν ὑ­γρα­σί­α. Πι­ά­σα­νε καὶ ξέ­θα­ψαν πολ­λά. Μιὰ πα­λιὰ κου­βέρ­τα, ἕ­να φο­ρε­μα­τά­κι γα­λά­ζιο μάλ­λι­νο ποὺ σὲ τσιμ­πά­ει ἂν δὲ βά­λεις φα­νε­λά­κι ἀ­πὸ μέ­σα —τὸ ξέ­ρω ἀ­πὸ πρῶ­το χέ­ρι— μιὰ κού­κλα χω­ρὶς κε­φά­λι, σκι­σμέ­νες σε­λί­δες ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κά, κά­τι πα­ρα­μύ­θια ποὺ οἱ σε­λί­δες τους εἶ­χαν κολ­λή­σει καὶ πιὰ δὲ δι­α­βά­ζον­ταν (εἴ­πα­με, ἔ­χει ὑ­γρα­σί­α ἐ­κεῖ μέ­σα), ἕ­να σπα­σμέ­νο χέ­ρι, κι ἄλ­λα κλά­μα­τα, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ στα­μά­τη­σαν. Κα­λὸ αὐ­τὸ τὸ παυ­σί­πο­νο, σκέ­φτη­κα καὶ ἔ­κα­να νὰ ση­κω­θῶ ἀ­π’ τὴν κα­ρέ­κλα, μὰ πρὶν προ­λά­βω νὰ ἰ­σι­ώ­σω τὴν πλά­τη μου, ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ ξα­να­κα­θί­σω. Ὁ πό­νος τώ­ρα ἦ­ταν ἀ­πε­ρί­γρα­πτος, μὰ πῶς γί­νε­ται, εἶ­πα, τὸ παυ­σί­πο­νο, πῆ­ρα ἄλ­λο ἕ­να χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτῶ. Τί στὸ δι­ά­ο­λο κά­νουν ἐ­κεῖ μέ­σα; Νευ­ρί­α­σα πο­λὺ ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἀν­τι­δρά­σω, ὁ πό­νος μὲ εἶ­χε μου­διά­σει. Κι ἐ­ξάλ­λου τί μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ χτυ­πή­σω τὸ κε­φά­λι μου στὸν τοῖ­χο; Πῆ­ρα δυ­ὸ τρεῖς βα­θι­ὲς ἀ­να­πνο­ὲς καὶ πε­ρί­με­να. Ἄρ­γη­σα νὰ κα­τα­λά­βω τί μπο­ρεῖ νὰ ἔ­κα­ναν, ἕ­νας θό­ρυ­βος ἐκ­κω­φαν­τι­κὸς μοῦ ἕ­σφιγ­γε στὴν ἀρ­χὴ τὰ μη­νίγ­για, ὕ­στε­ρα με­τα­τρά­πη­κε σὲ δι­α­πε­ρα­στι­κὸ σφύ­ριγ­μα, ΤΙ ΣΤΟ ΚΑ­ΛΟ ΕΙ­ΝΑΙ ΑΥ­ΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓ­ΜΑ;­;; Ὥ­σπου συ­νει­δη­το­ποί­η­σα μὲ ἔκ­πλη­ξη πὼς εἶ­χαν πιά­σει κι ἔ­σερ­ναν κά­τι. Με­τα­κι­νοῦ­σαν συ­νε­χῶς πράγ­μα­τα, καὶ μά­λι­στα πο­λὺ βα­ριὰ για­τὶ ἔ­νι­ω­θα τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ κε­φα­λιοῦ μου νὰ μα­τώ­νει ἀ­π’ τὸ γδάρ­σι­μο. Πῆ­ρα κι ἄλ­λο παυ­σί­πο­νο. Ἔ­τρε­μα, κοι­τοῦ­σα τὰ χέ­ρια μου, τὰ πό­δια μου κι ἔ­νι­ω­θα πὼς δὲν εἶ­μαι ἐ­γὼ αὐ­τὴ ποὺ τὰ κοι­τά­ζει. Δὲν ξέ­ρω ἂν τό ‘χε­τε νι­ώ­σει πο­τέ, πάν­τως πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να πο­λὺ βα­σα­νι­στι­κὸ συ­ναί­σθη­μα, δὲν σᾶς τὸ εὔ­χο­μαι. Κοι­τοῦ­σα γύ­ρω γύ­ρω τὸ σπί­τι καὶ σκε­φτό­μουν πὼς ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ μὴν εἶ­ναι κὰν τὸ σπί­τι μου, κι αὐ­τὸ νὰ μὴν εἶ­ναι κὰν τὸ σῶ­μα μου, πῶς ἔ­χω πα­γι­δευ­τεῖ ἔ­τσι;­.. Ἔ­κλει­σα γιὰ λί­γο τὰ μά­τια μου στὴν προ­σπά­θεια νὰ ἠ­ρε­μή­σω κι ἐ­πι­κεν­τρώ­θη­κα ξα­νὰ στὶς ἀ­να­πνο­ές. Δὲν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος τρό­πος νὰ στα­μα­τή­σει αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο; Νὰ ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας δι­α­κό­πτης νὰ κά­νω στὸ μυα­λό μου ἐ­πα­νεκ­κί­νη­ση, για­τὶ δὲν φρόν­τι­σε κα­νεὶς γι’ αὐ­τό; Συ­νέ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι μὲ κλει­στὰ μά­τια, ὥ­σπου δι­έ­κρι­να μὲς στὸ σκο­τά­δι τῶν βλε­φά­ρων κά­τι ἀ­δύ­να­τες μορ­φὲς λευ­κον­τυ­μέ­νες σὰν νύ­φες. Αὐ­τὲς ἦ­ταν! Ἐ­πι­τέ­λους, τὶς ἔ­βλε­πα! Νὰ μπο­ροῦ­σα καὶ νὰ τὶς πιά­σω κι­ό­λας, νὰ τὶς πιά­σω καὶ νὰ τὶς στραγ­γα­λί­σω! Σέρ­νουν κά­τι με­γά­λα ἄ­σπρα πράγ­μα­τα, ἡ μί­α ἀ­π’ αὐ­τὲς τὰ βά­ζει τὸ ἕ­να δί­πλα στὸ ἄλ­λο στὴ σει­ρά, σὰν βι­βλί­α. Εἶ­ναι κά­τι βα­ρι­ὲς τα­φό­πλα­κες, μὰ ποῦ βρέ­θη­καν ἐ­κεῖ μέ­σα; Ὁ πό­νος ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ, ἴ­σως νὰ ἦ­ταν ποὺ κα­τά­λα­βα τί γί­νε­ται. Οἱ πλά­κες ἦ­ταν πά­ρα πολ­λές, ὅ­λο ἔ­φερ­ναν κι ἔ­φερ­ναν κι ἐ­κεί­νη ἡ μό­νη της, τὶς τα­κτο­ποι­οῦ­σε ἐ­πι­με­λῶς. Κά­ποι­α στιγ­μὴ γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε τὰ μά­τια μου. Εἶ­χε ἕ­να ὕ­φος σὰ νὰ μοῦ ἔ­λε­γε «χά­λια τά ‘χεις κά­νει πά­λι ἐ­δῶ πέ­ρα». Τρό­μα­ξα. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια, ἔ­πια­σα τὸ κου­τὶ μὲ τὰ παυ­σί­πο­να καὶ τὰ ἔ­βγα­λα ἕ­να ἕ­να ἀ­π’ τὸ πλα­στι­κό. Τὰ κα­τά­πια ὅ­λα μα­ζὶ μὲ δυ­ὸ γου­λι­ὲς νε­ρὸ κι ἔ­πε­σα γιὰ ὕ­πνο. Νὰ μὲ ξε­χά­σε­τε τώ­ρα.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Εἰ­ρή­νη Σουρ­γι­α­δά­κη (1981). Φοί­τη­σε στὸ τμῆ­μα Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου, στὸ Πρό­γραμ­μα με­τα­πτυ­χια­κῶν σπου­δῶν Πο­λι­τι­στι­κῆς Δι­α­χεί­ρι­σης τοῦ τμή­μα­τος Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, Μέ­σων καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ, κα­θὼς καὶ στὸ Ποι­η­τι­κὸ Ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ ἱ­δρύ­μα­τος ‘Τά­κης Σι­νό­που­λος’. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ κα­τὰ και­ροὺς στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (.p­o­e­ma.­.) καὶ Ποι­εῖν, κα­θὼς καὶ στὴν Ἀν­θο­λο­γί­α 48 βρα­βευ­μέ­νων ποι­η­τῶν (ἐκδ. Μαί­αν­δρος) καὶ στὸ Ἀλ­μα­νὰκ Ποι­εῖν 2009 (ἐκδ. Ποι­εῖν). Δι­α­τη­ρεῖ μα­ζὶ μὲ τὴν Ἀ­θα­να­σί­α Κρα­τη­μέ­νου τὸ ἰστολόγιο Po­etry In Mo­tion (http://logopaigniasedueto.blogspot.com).

 

Τάσος Γουδέλης: Ἡ παγίδα

 

 

 

Τάσος Γουδέλης

 

πα­γί­δα

 

1947.  O EΜΦΥΛΙΟΣ σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη. Ὁ Ε. φεύ­γει ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη πα­τρί­δα του γιὰ νὰ γλι­τώ­σει τὴν ἀ­νέ­χεια. Κα­τα­τάσ­σε­ται ἔ­φε­δρος στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κό. Τὸ πλοῖ­ο Ἕ­σπε­ρος, ὅ­που ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς ναύ­της, κά­νει πε­ρι­πο­λί­ες στὸν Πα­γα­ση­τι­κὸ καὶ ἐλ­λι­με­νί­ζε­ται στὸ Βό­λο. Τὶς νύ­χτες οἱ ἀν­τάρ­τες γρά­φουν συν­θή­μα­τα μὲ φω­τι­ὲς στὶς πλα­γι­ὲς τοῦ Πη­λί­ου. Ὁ Ε., σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς ἐ­ξό­δους του στὴν πό­λη, γνω­ρί­ζε­ται μὲ τὴν Π., μιὰ νέ­α γυ­ναί­κα. Ἐ­κεί­νη συ­στή­νει στὸ συ­νά­δελ­φο τοῦ Ε., τὸν Δ., τὴ φί­λη της Τ., καὶ βγαί­νουν ὅ­λοι μα­ζί. Κά­ποι­ο ἀ­πό­γευ­μα οἱ κο­πέ­λες προ­τεί­νουν στοὺς νέ­ους μιὰ βόλ­τα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη, στὸ δά­σος. Ἐ­κεῖ, ὅ­μως, τοὺς πε­ρι­μέ­νουν ἔ­νο­πλοι ἀν­τάρ­τες. Οἱ ναῦ­τες κα­τα­λα­βαί­νουν ὅ­τι οἱ κο­πέ­λες τοὺς ἔ­χουν πα­ρα­δώ­σει. Οἱ ἀν­τάρ­τες εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νὰ τοὺς ἐ­κτε­λέ­σουν. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς βγά­ζει ἕ­να σύν­το­μο λο­γύ­δριο, κά­τι σὰν ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α. Οἱ κο­πέ­λες πα­ρα­κο­λου­θοῦν τὴ σκη­νὴ ἀ­πὸ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση. Ὁ Δ. γο­να­τί­ζει κλαί­γον­τας καὶ κά­νει ἐ­με­τό. Ὁ Ε., κα­τά­χλο­μος, ψελ­λί­ζει στὸ βαθ­μο­φό­ρο γιὰ τὴ σχέ­ση του μὲ τὴν ΕΠΟΝ τῆς πε­ρι­ο­χῆς του λί­γα χρό­νια πρίν. Ὁ ἄλ­λος, μὲ τὸ δά­χτυ­λο στὴ σκαν­δά­λη, τὸν ρω­τά­ει γιὰ τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῶν ἀν­ταρ­τῶν, καὶ ὁ Ε. τὸν πε­ρι­γρά­φει: τοῦ ἀ­να­φέ­ρει λε­πτο­μέ­ρει­ες γιὰ τοὺς ἀν­τάρ­τες καὶ τὶς μά­χες, τώ­ρα ἀ­σθμαί­νον­τας ἐ­πει­δὴ βλέ­πει ὅ­τι ὁ ἀ­πέ­ναν­τί του ἀρ­χί­ζει νὰ ἀλ­λά­ζει δι­ά­θε­ση. Ὁ Δ. συ­νε­χί­ζει νὰ κλαί­ει μὲ τὸ κε­φά­λι στὸ χῶ­μα ἐ­νῶ τὰ ὄ­πλα ση­μα­δεύ­ουν καὶ τοὺς δύο νέ­ους. Ὁ Ε. πα­ρα­λη­ρεῖ. Ὁ βαθ­μο­φό­ρος τὸν ἀ­να­κρί­νει ἐ­πί­μο­να. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι φο­βᾶ­ται μή­πως κά­νει λά­θος καὶ ἐ­κτε­λέ­σει κά­ποι­ον ὁ­μο­ϊ­δε­ά­τη του. Τε­λι­κὰ πεί­θε­ται καὶ ἀ­φή­νει τὴ σκαν­δά­λη. Δι­στά­ζει γιὰ λί­γο. Τὴν ξαφ­νι­κὴ σι­ω­πὴ ρα­γί­ζουν οἱ λυγ­μοὶ τοῦ Δ. καὶ κά­ποιοι ἦ­χοι τοῦ δά­σους. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς προ­σφέ­ρει τσι­γά­ρο στὸν Ε., ποὺ τὸ παίρ­νει τρέ­μον­τας. Δὲν μι­λά­ει κα­νείς. Ὁ ἀν­τάρ­της ἀ­κουμ­πά­ει ἐ­λα­φρὰ στὸν ὦ­μο τὸν γο­να­τι­σμέ­νο ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸν τρό­μο. Ὁ Ε. τὸν βο­η­θά­ει. Οἱ ἀν­τάρ­τες, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ νεῦ­μα τοῦ βαθ­μο­φό­ρου, κα­τε­βά­ζουν τὰ ὅ­πλα. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πα­ρα­κι­νεῖ τοὺς ναῦ­τες νὰ βο­η­θή­σουν τὴν «ἔ­νο­πλη λα­ϊ­κὴ πά­λη» μὲ κά­θε τρό­πο. Ὁ Ε., πιὸ ψύ­χραι­μος τώ­ρα, λέ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα πι­στεύ­ει γιὰ νὰ ἐ­ξευ­με­νί­σει τε­λεί­ως τὸν ἄλ­λον. Τε­λι­κά, ἡ ὁ­μά­δα τῶν ἐ­νό­πλων ἀ­πο­χω­ρεῖ μὲ τὶς κο­πέ­λες. Οἱ δύο νέ­οι μέ­νουν πί­σω ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι. Ὁ Ε. ὑ­πο­βα­στά­ζει τὸν Δ. μέ­χρι νὰ φθά­σουν στὴν πό­λη. Τώ­ρα κλαί­ει βου­βὰ καὶ αὐ­τός. Τὶς ἑ­πό­με­νες ἡ­μέ­ρες οἱ δύο ναῦ­τες ξα­να­βρί­σκουν τὸν πα­λιό τους ρυθ­μό. Ἐν τῷ με­τα­ξὺ ὁ Ἐμ­φύ­λιος μαί­νε­ται. Ὁ­μά­δες ἐ­πί­λε­κτου στρα­τοῦ κά­νουν ἐ­πι­χει­ρή­σεις στὸ Πή­λιο. Ὁ Ε. μὲ τὸν Δ. βλέ­πουν ἀ­πὸ τὸ πλοῖ­ο τὶς λάμ­ψεις καὶ τοὺς κα­πνούς. Ἕ­να πρω­ὶ κα­τα­φθά­νουν στὸ λι­μά­νι φορ­τη­γά τοῦ στρα­τοῦ μὲ αἰχ­μά­λω­τους ἀν­τάρ­τες γιὰ νὰ τοὺς ἐ­πι­βι­βά­σουν σὲ με­τα­γω­γι­κό. Τοὺς πη­γαί­νουν γιὰ ἐ­ξο­ρί­α ἢ ἐ­κτέ­λε­ση. Οἱ δύο νέ­οι ἔ­χουν βάρ­δια στὴν προ­κυ­μαί­α. Περ­νοῦν μπρο­στὰ τους σὲ φά­λαγ­γα οἱ αἰχ­μά­λω­τοι. Ἀ­νά­με­σά τους ἡ Π. καὶ ἡ Τ. ποὺ τοὺς κοι­τοῦν ἀ­νέκ­φρα­στες. Οἱ δύο ἄλ­λοι νι­ώ­θουν τὸ ἴ­διο κε­νὸ ὅ­πως τό­τε ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ ἐ­πει­σό­διο στὸ βου­νό.

 

 

Πηγή: Ἡ παρουσία (διηγήματα), ἐκδ. Κέδρος 2010.

 

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο,α Ἀ­θή­να, 1990).

  

Φίλιππος Δρακονταειδῆς: Τὸ Μέγα Πανελλήνιον (ἀπόσπασμα)

 

 

Φί­λιπ­πος Δρα­κον­τα­ει­δῆς

 

Τὸ Μέ­γα Πα­νελ­λή­νιον

(ἀ­πό­σπα­σμα)

 

ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ ἐ­ξῆλ­θεν δρο­μαί­ως ἐκ τοῦ Στρα­τη­γεί­ου του καί ἀ­νέ­κρα­ξεν: «Φᾶ­τε τους τοὺς μύ­στα­κας!» Ὡς λαί­λαψ ἐ­κι­νή­θη­σαν οἱ ὑ­πε­ρή­φα­νοι Ἕλ­λη­νες, ἐ­νώ­πιον τῶν ὁ­ποί­ων αἱ ὀ­σφύ­ες τῶν ἀ­πί­στων ἐ­κάμ­φθη­σαν καί ἐ­μα­ράν­θη­σαν. Αἱ σπά­θαι ὡς ξυ­ρά­φια τοῦ μπαρ­μπέ­ρη ἔ­τε­μνον ἀ­τά­κτως, ἀλ­λά σφο­δρῶς μύ­στα­κας καὶ ὑ­πο­γέ­νεια καὶ πᾶν τρι­χω­τόν. Σφαῖ­ρα ὅ­μως πα­ρα­τυ­χοῦ­σα ἔ­λα­βεν τὸν Μᾶρ­κον ἐξ ἀ­πή­νης, ἀ­φή­νου­σα αὐ­τὸν ἄ­πνουν καί νε­κρόν. Ἐ­γερ­θεὶς ὅ­μως ὁ ἥ­ρως, κι­νή­σας τὴν δε­ξιὰν εἰς ἔν­δει­ξιν ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ ὑ­γεί­ας καὶ φι­λο­πα­τρί­ας, δι­έ­τα­ξεν: «Κο­μί­σα­τε τὰς κε­φα­λὰς ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων ἀ­φαι­ρέ­θη­σαν οἱ μύ­στα­κες καί τά λοι­πά.» Μη­ρυ­κά­ζον­τες ἐ­πλη­σί­α­σαν οἱ πι­στοί του: ἕ­νας ἕ­κα­στος προ­σε­πά­θη νά κα­τα­πι­ῇ τὰς τρί­χας τὰς ὁ­ποί­ας με­τὰ τό­σων κό­πων εἶ­χεν εἰς τό στό­μα του.

       Ὀρ­θῶς ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­παρ­ρη­γό­που­λος πα­ρε­τή­ρη­σεν ὅ­τι οἱ Ἕλ­λη­νες κερ­δί­ζουν τρί­χας, τὰς ὁ­ποί­ας μα­σοῦν με­τὰ πλεί­στης ὅ­σης ἀ­γαλ­λι­ά­σε­ως, ἀ­πρό­σε­κτοι ὅ­τι «δὲν πᾶ­νε κά­τω, ὁ­πό­τε προ­κα­λοῦν πνιγ­μόν».

      Καὶ ὁ κύ­ριος Φαλ­με­ρά­γι­ερ ὀρ­θῶς ἐ­σχο­λί­α­σεν: «Οἱ Ἕλ­λη­νες πα­ρερ­μη­νεύ­ουν δια­ρκῶς καὶ ἀ­συ­στό­λως, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ὁ Μᾶρ­κος Μπό­τσα­ρης ἠν­νό­ει τὴν ἐν­το­λήν του με­τα­φο­ρι­κῶς. Μη­ρυ­κα­στι­κὰ ζῶ­α, κα­τα­δι­κα­σμέ­να νὰ μη­ρυ­κά­ζω­σιν ἐς ἀ­εί.»

      Ἡ­μεῖς, παι­α­νί­ζον­τες, προ­φέ­ρο­μεν ἐ­πω­δύ­νως:

      Ἡ Ἑλ­λά­δα πο­τὲ δὲν πε­θαί­νει,

      δὲν τὴν σκιά­ζει φο­βέ­ρα καμ­μιά

 

Ἀν­τι­γρα­φή ἐκ τοῦ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου τοῦ πα­τρός Ἰ­ε­ρω­νύ­μου (1824)

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Φί­λιπ­πος Δρα­κον­τα­ει­δῆς (Χαλ­κί­δα, 1940). Πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, με­τά­φρα­ση. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸν Ὀρ­γα­νι­σμὸ Οἰ­κο­νο­μι­κῆς Συ­νερ­γα­σί­ας καὶ Ἀ­νά­πτυ­ξης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ση­μει­ώ­μα­τα 1956-1963 (Ἐκδ. Φέ­ξης, Ἀ­θή­να, 1963). Τε­λευ­ταῖ­α του: Κρε­μά­στρα (Μυ­θι­στό­ρη­μα, ἐκδ. Τό­πος, Ἀ­θή­να, 2010) καὶ Λό­γος ἐ­ρει­πί­ων (Δο­κί­μια, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2010).