Βασίλης Τσιαμπούσης: Ἡ Δευτέρα

 

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης

 

Ἡ Δευ­τέ­ρα

 

ΟΝ ΞΕΝΤΥΣΕ μὲ προ­σο­χή. Τὸ νε­ρὸ στὸ κα­ζά­νι μι­σο­έ­βρα­ζε. Τοῦ σα­πού­νι­σε τὰ μαλ­λιά, τὶς μα­σχά­λες, τὰ πό­δια… Τὸν ξέ­βγα­λε καὶ τὸν τύ­λι­ξε σ’ ἕ­να τριμ­μέ­νο μπουρ­νού­ζι. Πέ­ρα­σαν τὴν αὐ­λὴ κι ἀ­νέ­βη­καν στὸ σπί­τι. Ἡ ζώ­νη σερ­νό­ταν κα­τα­γῆς καὶ μιὰ στιγ­μὴ τοῦ ‘­φυ­γε ἡ παν­τό­φλα. Τοῦ ‘­βα­λε γιορ­τι­νὰ ροῦ­χα καὶ λί­γη φτη­νὴ κο­λώ­νια. Τοῦ ‘­δω­σε δυ­ὸ κα­το­στά­ρι­κα. Τὸν φί­λη­σε στὸ μέ­τω­πο καὶ τὸν συ­νό­δε­ψε ὣς τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

         Πα­ρό­λη τὴ βι­α­σύ­νη του ἔ­φτα­σε με­τὰ ἀ­πὸ μί­α ὥ­ρα. Εἶ­χε πρό­βλη­μα στὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια καὶ πή­γαι­νε σὰν τὴ χε­λώ­να. Ἀ­νέ­βη­κε τὴ σκά­λα καὶ μπῆ­κε στὸ μι­κρὸ σα­λό­νι. Ἦ­ταν μό­νος. Κά­θι­σε σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα καὶ πε­ρί­με­νε.

        Βγῆ­κε ἀπ’ τὸ δω­μά­τιο της φο­ρών­τας μιὰ κόκ­κι­νη νυ­χτι­κιά. «Μό­νο ἐ­σὺ ἔ­λει­πες…», εἶ­πε. «Δὲν μπο­ρῶ σή­με­ρα, νά ‘ρ­θεις τὴν ἄλ­λη Δευ­τέ­ρα.» Μπῆ­κε στὴν του­α­λέ­τα. Ἀ­κού­στη­κε τὸ κα­ζα­νά­κι. Ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα κι ἁ­πλώ­θη­κε μιὰ ἄ­σκη­μη μυ­ρω­διά. «Ἀ­κό­μα ἐ­δῶ εἶ­σαι; Για­τί δὲν πᾶς καὶ σὲ κα­μιὰν ἄλ­λη, μέ­λι ἔ­χει τὸ δι­κό μου; Τό­σα χρό­νια κά­ναν ἄν­τρα πι­στὸ δὲ βρή­κα­με, ἐ­σὺ μᾶς ἔ­τυ­χες…». Τί τῆς ἔ­φται­γε τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ σα­ρά­βα­λο καὶ ξε­σποῦ­σε πά­νω του… Σή­κω­σε τὴ νυ­χτι­κιὰ μέ­χρι τοὺς ὤ­μους. «Ἔ­λα, πα­νά­θε­μά σε, μὴ λὲς ὅ­τι σ’ ἀ­φή­σα­με νη­στι­κό…». Φά­νη­κε τὸ στῆ­θος, ἡ κοι­λιά της καὶ μιὰ τε­ρά­στια μαύ­ρη κυ­λό­τα πα­ρα­γε­μι­σμέ­νη μὲ πα­νιά. «Ἄν­τε, ἂν θὲς πιά­σε καὶ λί­γο…».

        Τὸν ἔ­πια­σε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ντρο­πὴ καὶ χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα. Ἄ­φη­σε τό ‘­να κα­το­στά­ρι­κο πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ βγῆ­κε. Πῆ­ρε τὸ δρό­μο πού ‘­βγά­ζε στὸ δη­μο­τι­κὸ κῆ­πο. Ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να σάν­του­ιτς κι ἔ­κα­τσε σ’ ἕ­να ἀ­πό­με­ρο παγ­κά­κι. Μὲς στὸ σκο­τά­δι ἔ­δω­σε τὴ μά­χη του, ἀλ­λὰ δὲ λυ­τρώ­θη­κε. Τὰ χέ­ρια καὶ τὸ παν­τε­λό­νι του γέ­μι­σαν μου­στάρ­δα. Κουμ­πώ­θη­κε. Δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ κου­νη­θεῖ οὔ­τε βῆ­μα.

        Ἄ­δο­ξα πέ­ρα­σε αὐ­τὴ ἡ Δευ­τέ­ρα. Κι ἀ­π’ αὔ­ριο ξα­ναρ­χί­ζει ἡ βι­ο­πά­λη, ὁ ἀ­γώ­νας κι ἡ ἀ­γω­νί­α γιὰ τὸ πῶς θὰ που­λή­σει τὰ λα­χεῖ­α. Ἕ­ξι μέ­ρες πε­ρα­σι­ὲς ἀ­πὸ γρα­φεῖ­α, κα­φε­νεῖ­α, τα­βέρ­νες… κι ὅ­λες οἱ στρά­τες ἀ­νη­φο­ρι­κὲς γι’ αὐ­τόν. Καὶ μό­νο τὸ βρά­δυ τῆς ἄλ­λης Δευ­τέ­ρας —κά­θε Δευ­τέ­ρα με­τὰ τὴν κλή­ρω­ση— θά ‘­χει πά­λι τρεῖς ὧ­ρες δι­κές του, οἰ­κο­γε­νεια­κές, αὐ­τός, ἡ μά­να κι ἡ ἀ­γα­πη­τι­κιά του.

        Ἀ­πό­ψε ὅ­μως πῆ­γε ἄ­χρη­στο τὸ μπά­νιο —«Ἡ σκε­πὴ τοῦ πλυ­στα­ριοῦ θέ­λει δι­όρ­θω­μα», εἶ­πε ἡ μά­να— ἄ­χρη­στες κι οἱ δυὸ ὧ­ρες δρό­μος ὣς τὸ σπί­τι της, ἀ­φοῦ λεῖ­ψαν ἐ­κεῖ­να τὰ πέν­τε κα­θο­ρι­στι­κὰ λε­πτά της ἀ­πο­λύ­τρω­σής του.

        Ἀ­πό­ψε πῆ­γε ἄ­χρη­στη ὅ­λη ἡ δου­λειὰ τῆς ἑ­βδο­μά­δας. «Ἄ­χρη­στη ὅ­λη ἡ ζω­ή μας, μά­να, αὐ­τὴ ἡ Δευ­τέ­ρα κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ξη­μέ­ρω­νε πο­τέ.»

        Ξε­κί­νη­σε ἀρ­γὰ γιὰ τὸ σπί­τι. Ἦ­ταν πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Βγῆ­κε τὸ φεγ­γά­ρι καὶ τοῦ ‘­φέγ­γε τὸ δρό­μο. Ἕ­να πει­να­σμέ­νο σκυ­λὶ πλη­σί­α­σε στὸ παγ­κά­κι κι ἔ­φα­γε λαί­μαρ­γα τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια ἀ­π’ τὸ σάν­του­ιτς.

 

 

 Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990).

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).

 

Φω­το­γρα­φία: Holger Möhle

 

Νίκη Τρουλλινοῦ: Πολιτεία χωμένη στὴν ἄμμο

 

 

Νί­κη Τρουλ­λι­νοῦ

 

Πο­λι­τεί­α χω­μέ­νη στὴν ἄμ­μο

 

στὴ Νί­κη Μα­ραγ­κοῦ

 

Ε ΠΗΡΕ ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι νὰ μοῦ δεί­ξει τὰ πα­τρο­γο­νι­κά. Καὶ τὰ χρό­νια τὰ παι­δι­κά, κι αὐ­τὰ τῆς ἐ­φη­βεί­ας. Καὶ μὲ πῆ­γε τα­ξί­δι ὁ­λά­κε­ρο στὸ χρό­νο καὶ τοὺς δρό­μους καὶ στὸν πα­λια­τζὴ τοῦ στε­νοῦ δρό­μου πρὶν ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α τοῦ Ἄι Νι­κό­λα. Καὶ εἶ­πε ἔ­τσι, ἤ, πε­ρί­που ἔ­τσι:

 

         Ἀνοίξανε τὰ ὁ­δο­φράγ­μα­τα. Μέ­ρες τοῦ Πά­σχα τοῦ 2003. Οὐ­ρὲς τὰ αὐ­το­κί­νη­τα στὸν Ἅ­γιο Δο­μέ­τη. Πε­ρά­σα­με τρί­τοι. Πα­τή­σα­με γκά­ζι μὲ τὸν Κων­σταν­τῆ. Νὰ περ­νᾶ­με τὴ Με­σα­ω­ρί­α, νὰ κα­τα­πί­νει τὸ ἁ­μά­ξι τὸν κάμ­πο καὶ νὰ λι­ώ­νω τὰ νύ­χια μέ­σα στὶς πα­λά­μες. Γραμ­μὴ γιὰ τὴν Ἀμ­μό­χω­στο. Φα­μαγ­κού­στα. Μαγ­κού­στα. Στὸ δρό­μο μὲ τὰ περ­βό­λια τὸ σπί­τι τῆς θεί­ας ἔ­ρη­μο. Στὴν ἄμ­μο, εἶ­πα, στὴν ἄμ­μο. Ἔ­βγα­λα τὰ πα­πού­τσια καὶ πά­τη­σα γυ­μνό­πο­δη. Ἡ ἄμ­μος! Σι­μὰ στὸ φυ­λά­κιο ἀ­γνάν­τε­ψα τὸ σπί­τι τοῦ παπ­ποῦ. Ξυ­λέμ­πο­ρας κά­πο­τε. Πρῶ­τος ἦρ­θε κι ἔ­κτι­σε ἐ­δῶ πά­νω στὸ κύ­μα. Δί­πλα ἡ πα­ράγ­κα, βλέ­πεις; Νά, ἐ­κεῖ, ἴ­δια ὅ­πως τό­τε, βέ­νε­τη… θὰ πεῖ λου­λα­κί. Τοῦ ζω­γρά­φου τοῦ Πὸλ Γε­ωρ­γί­ου. Θὰ σοῦ πῶ γι’ αὐ­τὸν καὶ τὶς ζω­γρα­φι­ές του. Ὕ­στε­ρα στὸ Ναυ­τι­κὸ ὅ­μι­λο, ἐ­κεῖ σὲ πά­ω, καὶ τὸ στέ­κι τοῦ Λου­ί­ζου. Καὶ στὴν πλα­τεί­α τοῦ κα­θε­δρι­κοῦ. Ἐ­δῶ ἡ ρή­γαι­να, τοῦ Πα­λαι­ο­λό­γου τοῦ Μο­ρέ­α θυ­γα­τέ­ρα, ἐ­δῶ οἱ Λου­ζι­νια­νοί, ἐ­δῶ οἱ Βε­νε­τσιά­νοι. Κι ὁ πύρ­γος τοῦ Ὀ­θέ­λου μιὰ δρα­σκε­λιά. Νὰ ἐ­πι­θε­ω­ρεῖ τὸ στό­λο, νὰ κα­τα­σκο­πεύ­ει τὴν Δεισ­δαι­μό­να, νὰ πέ­φτει ὁ πα­θι­α­σμέ­νος στὶς πα­γί­δες τοῦ Ἰ­ά­γου. Θέ­λεις ν’ ἀ­νε­βοῦ­με…Τὰ κα­ρά­βια, ἔρ­χον­ταν μι­λι­ού­νια γιὰ αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­το­λή…Χω­μέ­νη στὴν ἄμ­μο ἡ πο­λι­τεί­α μου. Ὁ πα­τέ­ρας μου για­τρὸς σπου­δαγ­μέ­νος στὴ Βι­έν­νη. Ὁ θεῖ­ος στὰ ἐμ­πό­ρια. Ἄλ­λα λα­χτα­ροῦ­σε αὐ­τός. Τὰ βι­βλί­α, αὐ­τὰ τὸν τρα­βοῦ­σαν. Τὰ ἀ­λη­θι­νά, ὄ­χι τὰ κα­τά­στι­χα μὲ τὰ νού­με­ρα. Ξό­δε­ψε πε­ρι­ου­σί­ες στὰ βι­βλί­α. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ-ἀρ­χὴ ποὺ ὁ Γου­τεμ­βέρ­γιος εὐ­λό­γη­σε τὴν τυ­πο­γρα­φί­α. Μπαί­νω μιὰ μέ­ρα σ’ ἕ­ναν πα­λια­τζὴ στὴ Λευ­κω­σί­α. Καὶ βρί­σκω πα­λιὸ βι­βλί­ο μὲ τὴ σφρα­γί­δα του. Καὶ τὴν ὑ­πο­γρα­φή του. Καὶ γράμ­μα ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου, σφη­νω­μέ­νο μέ­σα στὶς σε­λί­δες. Ρω­τά­ω, ποῦ, τί. Τὸ ἄ­λα­λο νε­ρό, ἐ­κεῖ­νος. Ἀ­γό­ρα­σα ὅ,τι μπο­ροῦ­σα. Ἄρ­χι­σα τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση. Στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ ἐμ­πό­ριο, στοὺς πα­λαι­ο­πῶ­λες… Σπά­νι­ες ἐκ­δό­σεις, ἀ­πὸ τὸ 17ο αἰ­ώ­να ἀ­κό­μα. Πε­ρι­ου­σί­ες ὁ­λό­κλη­ρες σή­με­ρα! Βρῆ­κα ἄ­κρι­ες. Μέ­ρος, λέ­ει, τῆς πε­ρί­φη­μης βι­βλι­ο­θή­κης Μα­ραγ­κοῦ εἶ­ναι στὴν Κε­ρύ­νεια. Καὶ πέ­ρα­σα στὰ κα­τε­χό­με­να. Ἔ­ψα­ξα. Βρῆ­κα. Μέ­σ γνω­ρι­μι­ῶν φτά­σα­με στὸν Τα­λάτ. Νὰ σω­θοῦν τὰ βι­βλί­α. «Τί θὰ μά­θε­τε ἀ­πὸ κλεμ­μέ­να βι­βλί­α… ἂς ἔρ­θουν πί­σω, του­λά­χι­στον αὐ­τά.» Ναί, εἶ­πε. Τί­πο­τα δὲν ἔ­κα­νε… Ἐρ­χό­μου­να συ­νε­χῶς τὸν πρῶ­το και­ρό. Βρῆ­κα τὸν πα­λαι­ο­πώ­λη, ἐ­δῶ στὴν Ἀμ­μό­χω­στο. Μπῆ­κα. Στοῖ­βες τὰ πορ­σε­λά­νι­να πιά­τα, σεν­τού­κια, κη­ρο­πή­για ἀ­πὸ ἀ­σή­μι καὶ μπροῦτ­ζο. Ἀ­πο­μει­νά­ρια ἡ­με­ρῶν, κα­τά­λοι­πα ἀ­πὸ ζω­ὲς ἀ­νέ­με­λες. Πό­σο λί­γο τὴν ξέ­ρου­με τὴν Ἱ­στο­ρί­α! Στὰ μέ­ρη μας. Στὰ μέ­ρη τῆς ἄμ­μου.

         Στὴ γω­νιὰ τὸ γρα­φεῖ­ο του. Μι­κρό. Δὲ φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ δρό­μο. Στὸν τοῖ­χο τῆς κό­χης ἕ­νας πί­να­κας. Κέ­ρω­σα. Χλω­μὴ κι ἀ­κί­νη­τη. Αὐ­τό, τὸ που­λᾶ­τε, ρώ­τη­σα. Ὄ­χι, εἶ­πε. Δι­κός του, εἶ­πε, εἶ­ναι. Ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα. Μὲ τὸν και­ρὸ γί­να­με φί­λοι, τὰ ἑλ­λη­νι­κά του βε­βαί­ως ἐ­ξαι­ρε­τι­κά. Τὸν ρώ­τη­σα ποῦ βρῆ­κε τὸν πί­να­κα. Δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Δὲν θὰ ἀ­παν­τή­σει πο­τέ. Ξέ­ρου­με κι οἱ δυ­ὸ για­τί. Νὰ ξέ­ρεις… ἤ­μου­να κο­ρι­τσά­κι κι ἡ μά­να μας πῆ­ρε, καὶ τὰ δυ­ὸ κο­ρί­τσια, μα­ζί της στὸ Λον­δί­νο. Χα­ρὰ ἐ­μεῖς! Τέ­τοι­οι δρό­μοι, τέ­τοι­α μα­γα­ζιὰ δὲν εἴ­χα­με στὴ Κύ­προ. Στὴν Oxford street τὸ βλέ­πω. Κά­τι ἀ­νά­με­σα σὲ χαρ­το­πω­λεῖ­ο πο­λυ­τε­λεί­ας καὶ γκα­λε­ρί. Στὴ βι­τρί­να ἀν­τί­γρα­φα ἀ­πὸ ἔρ­γα με­γά­λων ζω­γρά­φων. Ποι­ός ὁ ζω­γρά­φος ποὺ ἔ­κα­νε τοῦ­τα τὰ πα­ρά­ξε­να πρά­μα­τα βου­τηγ­μέ­να στὰ χρώ­μα­τα τῆς ἄμ­μου. Πι­κά­σο, εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα. Θὰ στὸ ἀ­γο­ρά­σω. Χο­ρο­πη­δοῦ­σα, φο­ροῦ­σα τὸ κα­λό μου κα­σμι­ρέ­νιο παλ­τό, πα­πού­τσια λου­στρί­νι, σφι­χτὰ μὲ μπα­ρέ­τα, χο­ρο­πη­δοῦ­σα, κά­τω ἀ­πὸ τὴν μι­κρή μου μα­σχά­λη τὸ ἔρ­γο. Προ­σε­κτι­κὰ τυ­λιγ­μέ­νο. Ρο­λό. Πί­σω στὴν Κύ­προ, τὸ βά­λα­με σὲ τε­λά­ρο. Πά­λι χο­ρο­πη­δοῦ­σα. Τὸ κρέ­μα­σα, ἀ­νέ­βη­κα μὲ τὰ πα­πού­τσια στὸ κρε­βά­τι, τέ­τοι­ο ζό­ρι, πά­νω ἀ­πὸ τὸ προ­σκε­φά­λι μου. Ὕ­στε­ρα τὰ δύ­σκο­λα χρό­νια τοῦ ἑ­ξήν­τα, τὰ λά­θη, ἡ εἰ­σβο­λή, πᾶ­νε χρό­νια τό­σα…

 

Κα­λη­σπε­ρί­σα­με τὸν πα­λαι­ο­πώ­λη. Ἐ­κεί­νη καὶ αὐ­τὸς μι­λοῦ­σαν κυ­πραί­ϊ­κα. Δύ­σκο­λα νὰ τοὺς πα­ρα­κο­λου­θή­σω. Μό­νο ὁ ἦ­χος. Ψι­θύ­ρι­σα πό­σο ἀ­γα­πῶ νὰ ἀ­κού­ω νὰ μι­λοῦν τὰ κυ­πρια­κά. Τοῦ ζή­τη­σε νὰ τῆς βρεῖ μιὰ πα­λιὰ τούρ­κι­κη κα­νά­τα. Ἔ­χει, εἶ­πε αὐ­τὸς καὶ χά­θη­κε στὴ σκα­λί­τσα γιὰ τὸ πα­τά­ρι. Μὲ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ γρα­φεῖ­ο του. Κι ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στὸν τοῖ­χο τῆς κό­χης, τὰ παι­δι­κά της χρό­νια κι ὁ ἥ­λιος ποὺ «σὰν πά­ει νὰ κοι­μη­θεῖ καί­ει τὰ σεν­τό­νια του» κι ἡ φω­νὴ τοῦ πα­τέ­ρα-για­τροῦ, κι ὁ θεῖ­ος μὲ τὰ πα­λιὰ βι­βλί­α κι ὁ Λου­ί­ζος καὶ ὁ Πὸλ στὴ βέ­νε­τη πα­ράγ­κα, ὅ­λα, ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σ’ ἕ­να κλεμ­μέ­νο ἀν­τί­γρα­φο τοῦ Πάμ­πλο Πι­κά­σο.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

 

Νί­κη (Κου­κου­νά­κη) Τρουλ­λι­νοῦ (Χανιά, 1953). Ἔ­κα­νε νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν στὰ χρό­νια της δι­κτα­το­ρί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 1979 ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο. Ἄ­σκη­σε τὴ μά­χι­μη δι­κη­γο­ρί­α καὶ δί­δα­ξε (ΤΕΙ Ἡ­ρα­κλεί­ου) γιὰ χρό­νια. Πέ­ρα­σε βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὸ θέ­α­τρο, τὴν ποί­η­ση (Ἀν­θο­λο­γί­α Παν/μί­ου Πα­τρῶν). Σή­με­ρα ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὸν ἀ­γρο­του­ρι­σμό. Πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των, τὸ 1995, τὸ Ἕ­να μο­λύ­βι στὸ κο­μο­δί­νο. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ συλ­λο­γὲς Μα­ρὰλ ὅ­πως Μα­ρί­α καὶ Καὶ φύ­ση­ξε νο­τιάς… (ἐκ­δό­σεις Ρο­δα­κιό). To 2009 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Κέ­δρο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Μ’ ἕ­να κα­φά­σι μπύ­ρες. Τὸ ἔρ­γο της πε­ρι­λαμ­βά­νει ἀ­κό­μη τὸ βι­βλί­ο Crete, No man is an island (κεί­με­να στὶς φω­το­γρα­φί­ες τῆς Π. Μα­σού­ρη).

 

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ἡ διεκδίκηση

.

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου

 .

Ἡ δι­εκ­δί­κη­ση 

 .

 Ε ΘΑ ΜΟΥ ΔΩΣΕΙΣ ἀ­π’ τὸ πα­γω­τό σου;

— Ὄ­χι, τῆς ἀ­πάν­τη­σα ξε­ρά.

— Μὰ ἔ­λα δῶ­σ’ μου, ἐ­πέ­μει­νε, μοῦ τὸ εἶ­χες ὑ­πο­σχε­θεῖ.

         Γύ­ρι­σα καὶ τῆς ἔ­ρι­ξα φαρ­μα­κε­ρὴ μα­τιὰ.

         — Πό­τε; τὴν ρώ­τη­σα.

         — Πῶς, ἀ­φοῦ εἴ­μα­στε φί­λες…, καὶ βί­δω­σε μὲ ἡ­μι­κυ­κλι­κὴ κί­νη­ση τὸ δε­ξί της πό­δι στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

        Ἔ­γλυ­φα τὸ πα­γω­τό μου ὅ­σο πιὸ προ­κλη­τι­κὰ κι ἡ­δο­νι­κὰ μπο­ροῦ­σα κα­τα­βάλ­λον­τας ταυ­το­χρό­νως προ­σπά­θεια νὰ ἀν­τα­πε­ξέλ­θω τοὺς πε­ρι­σπα­σμοὺς τῆς κα­τσα­ρῆς ἔν­ρι­νης φω­νῆς της.

        — Ἀ­φοῦ εἴ­μα­στε…, ἐ­πα­νέ­λα­βε ἔν­το­να.

         Δὲν ἀ­πάν­τη­σα.

        — Τί, δὲν εἴ­μα­στε; Εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­σω­πό της ἱ­κε­τευ­τι­κὰ κον­τὰ στὸ δι­κό μου κι ἔ­ψα­χνε γιὰ τὰ μά­τια μου. Κρύ­φτη­κα πί­σω ἀ­πὸ μιὰ γεν­ναί­α χα­ψιά. Δὲν μί­λη­σε γιὰ λί­γο κι εἶ­πα πὼς τὸ πῆ­ρε ἀ­πό­φα­ση, πὼς πα­ραι­τή­θη­κε, κι ἄρ­χι­σα νὰ χα­λα­ρώ­νω. Ἤ­μα­σταν κα­θι­σμέ­νες στὸ μο­να­δι­κὸ κε­ρα­μι­δὶ παγ­κά­κι τοῦ σταθ­μοῦ, τὰ ὑ­πό­λοι­πα, γιὰ ἄ­γνω­στο λό­γο, ἦ­ταν πρά­σι­να. Ὅ­σο ἔ­τρω­γα κου­νοῦ­σα τὰ πό­δια μου ρυθ­μι­κὰ καὶ τράν­τα­ζα τὸ κά­θι­σμα, κά­τι ποὺ ἤ­ξε­ρα πὼς τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε. Ὁ ἀ­έ­ρας ἦ­ταν ἤ­δη ζε­στὸς καὶ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ τὸ κέν­τρο μᾶς εἶ­παν πὼς θὰ περ­νοῦ­σε σὲ δέ­κα λε­πτά. Τῆς ἔ­ρι­ξα μιὰ κλε­φτὴ μα­τιά. Τὸ ὀ­στε­ῶ­δες πρό­σω­πό της γυ­ά­λι­ζε ἀ­πὸ κόμ­πους ἱ­δρώ­τα, κά­ποι­α σκόρ­πια τσου­λού­φια εἶ­χαν κολ­λή­σει στὸ φαρ­δὺ μέ­τω­πο, κοι­τοῦ­σε τὰ πα­πού­τσια της, τὰ κοί­τα­ξα κι ἐ­γώ, ἦ­ταν οἱ γνω­στὲς φθαρ­μέ­νες πρώ­ην λευ­κὲς ἐλ­βι­έ­λες, ποὺ φό­ρα­γε τὰ τε­λευ­ταῖ­α τρί­α χρό­νια σὰν νὰ μὴν με­γά­λω­νε αὐ­τὴ ὅ­πως τὰ ὑ­πό­λοι­πα παι­διά.

         Τὴν Ἐλ­πι­νί­κη δὲν τὴν παί­ζα­νε στὴ γει­το­νιά, τὴν λέ­γα­νε κολ­λι­τσί­δα καὶ τὴν ἀ­πέ­φευ­γαν. Κά­τι ἐ­πά­νω της φαλ­τσά­ρι­ζε, κά­τι σπά­ρα­ζε καὶ προ­κα­λοῦ­σε. Ἐ­γὼ δὲν πο­λυ­κα­τα­λά­βαι­να, πό­τε τὴν ἔ­κα­να χά­ζι, πό­τε μὲ ἐ­νο­χλοῦ­σε. Ὅ­ταν μὲ ξε­λί­γω­νε μὲ τὴν ἐ­πι­μο­νή της γιὰ νὰ παί­ξου­με καὶ δε­χό­μουν, τὸ ἀν­τάλ­λαγ­μα ἦ­ταν ὅ­τι ἐ­γὼ θά ’­κα­να κου­μάν­το. Ἔ­παι­ζα μα­ζί της ἕ­να παι­χνί­δι ἄ­γριο καὶ πα­ρά­ξε­νο. Μό­νο μα­ζί της. Κι ἤ­μουν πάν­τα ἡ γά­τα.

         Τὰ δε­κά­λε­πτα περ­νοῦν καὶ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­κό­μα νὰ φα­νεῖ, ἡ ζέ­στη εἶ­ναι βα­ριά, προ­κα­λεῖ δύ­σπνοι­α. Δι­α­σκε­δά­ζω κά­νον­τας μὲ τὴν γλώσ­σα σχή­μα­τα στὸ πα­γω­τό μου καὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νω τὴν μουγ­κα­μά­ρα της. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ φαί­νε­ται πὼς ἡ νί­κη ἦ­ταν εὔ­κο­λη. Τὴν λο­ξο­κοι­τά­ζω πά­λι, ἔ­χει τὸ κε­φά­λι ἀ­κό­μη σκυμ­μέ­νο, οἱ κόμ­ποι τοῦ αὐ­χέ­να εἶ­ναι ρυθ­μι­κὰ πα­ράλ­λη­λοι μὲ τὰ κλα­διὰ τῆς νε­α­ρῆς κλαί­ου­σας πί­σω ἀ­π’ τὸ φρά­χτη. Στὶς ἄ­κρες τῶν χει­λι­ῶν μιὰ πα­χιὰ λευ­κὴ κόλ­λα μαρ­τυ­ρᾶ πὼς ἔ­χει κο­ριά­σει ἀ­πὸ τὴν δί­ψα. Ἡ ἀμ­φι­θυ­μί­α μου ἀρ­χί­ζει νὰ γέρ­νει πρὸς τὴν λύ­πη­ση. Ξαφ­νι­κά,

         — Ἔ­τσι εἶ­σαι; μοῦ κά­νει, καὶ μὲ τα­χύ­τα­τη, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὴ κί­νη­ση ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει μί­α ρι­πὴ πη­χτοῦ σά­λιου ποὺ προ­σγει­ώ­νε­ται πά­νω στὸ πα­γω­τό μου, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα ἀ­πὸ τὴν λα­χτα­ρι­στὴ φρά­ου­λα, ποὺ τὴν ἄ­φη­να γιὰ τὸ τέ­λος. Ἀ­κι­νη­το­ποι­ή­θη­κα γιὰ νὰ ἀ­πορ­ρο­φή­σω τοὺς κρα­δα­σμοὺς τοῦ πυ­ρο­βο­λι­σμοῦ. Πρὶν προ­λά­βω νὰ ἀ­να­κτή­σω τὴν αὐ­το­κυ­ρι­αρ­χί­α μου ξέ­σπα­σε σὲ θριαμβευ­τι­κὰ γέ­λια.

         — Βλέ­πεις τί κα­λὴ ποὺ μπο­ρεῖς νὰ γί­νεις; τώ­ρα θὰ μοῦ τὸ δώ­σεις…

         Μὲ ἀρ­γὴ τε­λε­τουρ­γι­κὴ κί­νη­ση ἁ­πλώ­νει καὶ βου­τά­ει τὸ κυ­πελ­λά­κι ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου.

         — …ὅ­λο…

         Δὲν ξα­να­παί­ξα­με πο­τέ.

 .

.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση. 

 

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να 1958). Ποι­ή­τρια, πε­ζο­γρά­φος, ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν της Ἀθήνας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο:  Ὁ μῦ­θος τοῦ ὁ­δοι­πό­ρου (1986, ποί­η­ση). Ἔχει δημοσιεύσει τὶς συλλογές διηγημάτων Ὀμελέτα μὲ μανιτάρια (ἐκδ. Νεφέλη, Ἀθήνα, 2007) καὶ Ἑλληνιστί: ὁ γρίφος (έκδ. Γαβριηλίδης, 2013).

http://ironikopoulou.gr/

 

Ἀντρέι Μπίτοφ (Андрей Битов): Συμμαθητές

 

 

Ἀντρέι Μπί­τοφ (Андрей Битов)

 

Συμ­μα­θητές

(Однокашники)

 

ΠΕΤΙΑ ΜΠΟΪΤΣΕΝΚΟ ἀπὸ τὴ Τρί­τη Δη­μο­τι­κοῦ μά­ζευε χάλ­κι­να κέρ­ματα. Στὴν τε­λευ­ταί­α τά­ξη Λυ­κεί­ου ἤδη εἶχε τριά­ντα ὀκά­δες. Στὸ πέ­μπτο ἔτος τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου – ἑξήντα. Τὸν συ­νέ­λα­βαν γιὰ παρα­κώ­λυ­ση κυ­κλο­φο­ρί­ας ψιλῶν.

         Στὶς δια­κοπὲς ὁ Βά­σια Βλά­σοφ βρῆκε στὸ πο­τά­μι μιὰ ξι­φο­λόγ­χη. Τῆς ἔφτια­ξε θή­κη καὶ τὴν κρα­τοῦσε στὸ γρα­φεῖ­ο του ὥσπου πα­ντρεύ­τη­κε. Μπῆκε μέ­σα γιὰ ὁπλο­κα­το­χή.

        Ὁ Κό­λια Σά­νιν, ποὺ κα­θό­μα­σταν στὸ ἴδιο θρα­νί­ο, μοῦ εἶπε ἕνα ἀνέκ­δο­το, καὶ μετὰ ὁμο­λό­γη­σε ὅτι τὸ ἄκου­σα.

        Καὶ ὁ Φί­λια Σμά­ρο­νοφ εἶναι ἀκό­μη ἐλεύ­θε­ρος.

 

21.03.1960

 

 

 

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: πε­ρ. Σό­λο, τεῦχος 6, 1991.

 

Ἀντρέι Μπί­τοφ (Андрей Битов) (Λέ­νιν­γκρα­ντ, 1937). Γνω­στὸς Σο­βιε­τι­κός, Ρῶσος συγ­γραφέ­ας. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 1956.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα.

 

Φω­το­γρα­φία: Ἀν­τρέι Μπί­τοφ.

 

Εἰρήνη Σουργιαδάκη: Τὸ σπάνιο δωμάτιο

 

 

Εἰ­ρή­νη Σουρ­γι­α­δά­κη

 

Τὸ σπά­νιο δω­μά­τιο

 

ΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΜΝΗΜΕΣ ποὺ δὲν τὶς ἀ­να­κα­λῶ πο­τέ. Ὡ­στό­σο φρον­τί­ζουν νὰ ἔρ­χον­ται μό­νες τους ἀ­πρό­σκλη­τες γιὰ ἐ­πί­σκε­ψη, στο­λι­σμέ­νες σὰν κυ­ρί­ες, μὲ τὸ πη­γού­νι ψη­λὰ καὶ νὰ κά­θον­ται μὲ τὶς ὧ­ρες, ἀρ­μέ­νι­κη βί­ζι­τα. Ἔ­χουν κλει­δί, ἀ­νοί­γουν καὶ μπαί­νουν ὁ­ποι­α­δή­πο­τε στιγ­μή. Μέ­ρα, νύ­χτα, με­ση­μέ­ρι, με­σά­νυ­χτα, δὲν ἔ­χουν ἴ­χνος σε­βα­σμοῦ καὶ κα­λῶν τρό­πων. Κά­θον­ται ὅ­που βροῦν κι ἀρ­χί­ζουν νὰ σκα­λί­ζουν τὰ πάν­τα. Συρ­τά­ρια, ντου­λά­πες, ντου­λά­πια, ση­μει­ω­μα­τά­ρια, κου­τά­κια, ση­κώ­νουν τὰ χα­λιὰ καὶ μι­λᾶ­νε γιὰ ὥ­ρα μὲ μιὰ τρί­χα ἢ ἕ­να σπα­σμέ­νο κουμ­πὶ ποὺ βρί­σκουν ἀ­πὸ κά­τω. Λα­τρεύ­ουν τὴ σκό­νη. Μπο­ρεῖ νὰ κά­θον­ται καὶ νὰ τὴν ἀ­να­κα­τεύ­ουν μὲ τὶς ὧ­ρες. Φταί­ω κι ἐ­γὼ βέ­βαι­α ποὺ δὲν ξε­σκο­νί­ζω πο­τὲ ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲ μ’ ἐ­νο­χλεῖ ἡ σκό­νη ὅ­μως. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει ἕ­να πα­χὺ στρῶ­μα καὶ κα­λύ­πτει ὅ,τι βα­ρέ­θη­κα καὶ δὲ θέ­λω πιὰ νὰ βλέ­πω. Ἴ­σα ἴ­σα δη­λα­δή, μὲ βο­λεύ­ει κι­ό­λας.

       Μπο­ρεῖ βέ­βαι­α νὰ μὲ ξε­χά­σουν γιὰ χρό­νια καὶ νὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν ξαφ­νι­κά, πά­νω ποὺ τὶς ἔ­χω ξε­χά­σει κι ἐ­γώ. Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ προ­χτές. Δὲν τὶς κα­τά­λα­βα, μπῆ­καν ἀ­θό­ρυ­βα. Τὶς ἔ­νι­ω­σα ὅ­μως μό­λις ἔ­κα­τσαν βα­ρι­ὲς καὶ ἄ­γαρ­μπες στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ πλευ­ρὰ τοῦ κε­φα­λιοῦ μου. Πῆ­ρα ἕ­να παυ­σί­πο­νο. Οἱ κυ­ρί­ες ὅ­μως, φαί­νε­ται πὼς δὲ βο­λεύ­ον­ταν κα­λὰ κι ἄρ­χι­σαν νὰ με­τα­το­πί­ζον­ται. Πέ­ρα­σε κάμ­πο­ση ὥ­ρα μέ­χρι νὰ βο­λευ­τοῦν καὶ νὰ κα­θί­σουν ἀν­τι­κρι­στά, ἀ­π’ ὅ,τι κα­τα­λά­βαι­να, δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά. Ἀ­φοῦ σερ­βι­ρί­στη­καν τὸ τσά­ι τους καὶ τα­κτο­ποι­ή­θη­καν, ἔ­πια­σαν τὴ γνω­στὴ δου­λειά. Νὰ σκα­λί­ζουν. Ἀ­να­κά­λυ­ψαν ἕ­να πα­λιὸ τρα­γού­δι καὶ στή­σα­νε χο­ρό, κά­ποι­ες ἄλ­λες πι­ά­σα­νε μιὰ ἔκ­θε­σή μου τῆς τε­τάρ­της δη­μο­τι­κοῦ κι ἄρ­χι­σαν νὰ δι­α­βά­ζουν δυ­να­τὰ κο­ρο­ϊ­δεύ­ον­τας καὶ χα­χα­νί­ζον­τας, ἕ­να σπα­σμέ­νο παι­χνί­δι μὲ κλά­μα­τα πολ­λά, μιὰ κλεμ­μέ­νη τσί­χλα ἄ­θι­κτη ποὺ εἶ­χε γί­νει πιὰ σὰν πέ­τρα, ἕ­να τό­στ σὲ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το πού, ἂν καὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια, δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου χα­λα­σμέ­νο, ἁ­πλὰ ἦ­ταν πιὰ κρύ­ο καὶ εἶ­χε μα­λα­κώ­σει ἀπ’ τὴν ὑ­γρα­σί­α. Πι­ά­σα­νε καὶ ξέ­θα­ψαν πολ­λά. Μιὰ πα­λιὰ κου­βέρ­τα, ἕ­να φο­ρε­μα­τά­κι γα­λά­ζιο μάλ­λι­νο ποὺ σὲ τσιμ­πά­ει ἂν δὲ βά­λεις φα­νε­λά­κι ἀ­πὸ μέ­σα —τὸ ξέ­ρω ἀ­πὸ πρῶ­το χέ­ρι— μιὰ κού­κλα χω­ρὶς κε­φά­λι, σκι­σμέ­νες σε­λί­δες ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κά, κά­τι πα­ρα­μύ­θια ποὺ οἱ σε­λί­δες τους εἶ­χαν κολ­λή­σει καὶ πιὰ δὲ δι­α­βά­ζον­ταν (εἴ­πα­με, ἔ­χει ὑ­γρα­σί­α ἐ­κεῖ μέ­σα), ἕ­να σπα­σμέ­νο χέ­ρι, κι ἄλ­λα κλά­μα­τα, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ στα­μά­τη­σαν. Κα­λὸ αὐ­τὸ τὸ παυ­σί­πο­νο, σκέ­φτη­κα καὶ ἔ­κα­να νὰ ση­κω­θῶ ἀ­π’ τὴν κα­ρέ­κλα, μὰ πρὶν προ­λά­βω νὰ ἰ­σι­ώ­σω τὴν πλά­τη μου, ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ ξα­να­κα­θί­σω. Ὁ πό­νος τώ­ρα ἦ­ταν ἀ­πε­ρί­γρα­πτος, μὰ πῶς γί­νε­ται, εἶ­πα, τὸ παυ­σί­πο­νο, πῆ­ρα ἄλ­λο ἕ­να χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτῶ. Τί στὸ δι­ά­ο­λο κά­νουν ἐ­κεῖ μέ­σα; Νευ­ρί­α­σα πο­λὺ ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἀν­τι­δρά­σω, ὁ πό­νος μὲ εἶ­χε μου­διά­σει. Κι ἐ­ξάλ­λου τί μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ χτυ­πή­σω τὸ κε­φά­λι μου στὸν τοῖ­χο; Πῆ­ρα δυ­ὸ τρεῖς βα­θι­ὲς ἀ­να­πνο­ὲς καὶ πε­ρί­με­να. Ἄρ­γη­σα νὰ κα­τα­λά­βω τί μπο­ρεῖ νὰ ἔ­κα­ναν, ἕ­νας θό­ρυ­βος ἐκ­κω­φαν­τι­κὸς μοῦ ἕ­σφιγ­γε στὴν ἀρ­χὴ τὰ μη­νίγ­για, ὕ­στε­ρα με­τα­τρά­πη­κε σὲ δι­α­πε­ρα­στι­κὸ σφύ­ριγ­μα, ΤΙ ΣΤΟ ΚΑ­ΛΟ ΕΙ­ΝΑΙ ΑΥ­ΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓ­ΜΑ;­;; Ὥ­σπου συ­νει­δη­το­ποί­η­σα μὲ ἔκ­πλη­ξη πὼς εἶ­χαν πιά­σει κι ἔ­σερ­ναν κά­τι. Με­τα­κι­νοῦ­σαν συ­νε­χῶς πράγ­μα­τα, καὶ μά­λι­στα πο­λὺ βα­ριὰ για­τὶ ἔ­νι­ω­θα τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ κε­φα­λιοῦ μου νὰ μα­τώ­νει ἀ­π’ τὸ γδάρ­σι­μο. Πῆ­ρα κι ἄλ­λο παυ­σί­πο­νο. Ἔ­τρε­μα, κοι­τοῦ­σα τὰ χέ­ρια μου, τὰ πό­δια μου κι ἔ­νι­ω­θα πὼς δὲν εἶ­μαι ἐ­γὼ αὐ­τὴ ποὺ τὰ κοι­τά­ζει. Δὲν ξέ­ρω ἂν τό ‘χε­τε νι­ώ­σει πο­τέ, πάν­τως πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να πο­λὺ βα­σα­νι­στι­κὸ συ­ναί­σθη­μα, δὲν σᾶς τὸ εὔ­χο­μαι. Κοι­τοῦ­σα γύ­ρω γύ­ρω τὸ σπί­τι καὶ σκε­φτό­μουν πὼς ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ μὴν εἶ­ναι κὰν τὸ σπί­τι μου, κι αὐ­τὸ νὰ μὴν εἶ­ναι κὰν τὸ σῶ­μα μου, πῶς ἔ­χω πα­γι­δευ­τεῖ ἔ­τσι;­.. Ἔ­κλει­σα γιὰ λί­γο τὰ μά­τια μου στὴν προ­σπά­θεια νὰ ἠ­ρε­μή­σω κι ἐ­πι­κεν­τρώ­θη­κα ξα­νὰ στὶς ἀ­να­πνο­ές. Δὲν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος τρό­πος νὰ στα­μα­τή­σει αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο; Νὰ ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας δι­α­κό­πτης νὰ κά­νω στὸ μυα­λό μου ἐ­πα­νεκ­κί­νη­ση, για­τὶ δὲν φρόν­τι­σε κα­νεὶς γι’ αὐ­τό; Συ­νέ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι μὲ κλει­στὰ μά­τια, ὥ­σπου δι­έ­κρι­να μὲς στὸ σκο­τά­δι τῶν βλε­φά­ρων κά­τι ἀ­δύ­να­τες μορ­φὲς λευ­κον­τυ­μέ­νες σὰν νύ­φες. Αὐ­τὲς ἦ­ταν! Ἐ­πι­τέ­λους, τὶς ἔ­βλε­πα! Νὰ μπο­ροῦ­σα καὶ νὰ τὶς πιά­σω κι­ό­λας, νὰ τὶς πιά­σω καὶ νὰ τὶς στραγ­γα­λί­σω! Σέρ­νουν κά­τι με­γά­λα ἄ­σπρα πράγ­μα­τα, ἡ μί­α ἀ­π’ αὐ­τὲς τὰ βά­ζει τὸ ἕ­να δί­πλα στὸ ἄλ­λο στὴ σει­ρά, σὰν βι­βλί­α. Εἶ­ναι κά­τι βα­ρι­ὲς τα­φό­πλα­κες, μὰ ποῦ βρέ­θη­καν ἐ­κεῖ μέ­σα; Ὁ πό­νος ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ, ἴ­σως νὰ ἦ­ταν ποὺ κα­τά­λα­βα τί γί­νε­ται. Οἱ πλά­κες ἦ­ταν πά­ρα πολ­λές, ὅ­λο ἔ­φερ­ναν κι ἔ­φερ­ναν κι ἐ­κεί­νη ἡ μό­νη της, τὶς τα­κτο­ποι­οῦ­σε ἐ­πι­με­λῶς. Κά­ποι­α στιγ­μὴ γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε τὰ μά­τια μου. Εἶ­χε ἕ­να ὕ­φος σὰ νὰ μοῦ ἔ­λε­γε «χά­λια τά ‘χεις κά­νει πά­λι ἐ­δῶ πέ­ρα». Τρό­μα­ξα. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια, ἔ­πια­σα τὸ κου­τὶ μὲ τὰ παυ­σί­πο­να καὶ τὰ ἔ­βγα­λα ἕ­να ἕ­να ἀ­π’ τὸ πλα­στι­κό. Τὰ κα­τά­πια ὅ­λα μα­ζὶ μὲ δυ­ὸ γου­λι­ὲς νε­ρὸ κι ἔ­πε­σα γιὰ ὕ­πνο. Νὰ μὲ ξε­χά­σε­τε τώ­ρα.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Εἰ­ρή­νη Σουρ­γι­α­δά­κη (1981). Φοί­τη­σε στὸ τμῆ­μα Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου, στὸ Πρό­γραμ­μα με­τα­πτυ­χια­κῶν σπου­δῶν Πο­λι­τι­στι­κῆς Δι­α­χεί­ρι­σης τοῦ τμή­μα­τος Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, Μέ­σων καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ, κα­θὼς καὶ στὸ Ποι­η­τι­κὸ Ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ ἱ­δρύ­μα­τος ‘Τά­κης Σι­νό­που­λος’. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ κα­τὰ και­ροὺς στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (.p­o­e­ma.­.) καὶ Ποι­εῖν, κα­θὼς καὶ στὴν Ἀν­θο­λο­γί­α 48 βρα­βευ­μέ­νων ποι­η­τῶν (ἐκδ. Μαί­αν­δρος) καὶ στὸ Ἀλ­μα­νὰκ Ποι­εῖν 2009 (ἐκδ. Ποι­εῖν). Δι­α­τη­ρεῖ μα­ζὶ μὲ τὴν Ἀ­θα­να­σί­α Κρα­τη­μέ­νου τὸ ἰστολόγιο Po­etry In Mo­tion (http://logopaigniasedueto.blogspot.com).

 

Τάσος Γουδέλης: Ἡ παγίδα

 

 

 

Τάσος Γουδέλης

 

πα­γί­δα

 

1947.  O EΜΦΥΛΙΟΣ σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη. Ὁ Ε. φεύ­γει ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη πα­τρί­δα του γιὰ νὰ γλι­τώ­σει τὴν ἀ­νέ­χεια. Κα­τα­τάσ­σε­ται ἔ­φε­δρος στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κό. Τὸ πλοῖ­ο Ἕ­σπε­ρος, ὅ­που ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς ναύ­της, κά­νει πε­ρι­πο­λί­ες στὸν Πα­γα­ση­τι­κὸ καὶ ἐλ­λι­με­νί­ζε­ται στὸ Βό­λο. Τὶς νύ­χτες οἱ ἀν­τάρ­τες γρά­φουν συν­θή­μα­τα μὲ φω­τι­ὲς στὶς πλα­γι­ὲς τοῦ Πη­λί­ου. Ὁ Ε., σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς ἐ­ξό­δους του στὴν πό­λη, γνω­ρί­ζε­ται μὲ τὴν Π., μιὰ νέ­α γυ­ναί­κα. Ἐ­κεί­νη συ­στή­νει στὸ συ­νά­δελ­φο τοῦ Ε., τὸν Δ., τὴ φί­λη της Τ., καὶ βγαί­νουν ὅ­λοι μα­ζί. Κά­ποι­ο ἀ­πό­γευ­μα οἱ κο­πέ­λες προ­τεί­νουν στοὺς νέ­ους μιὰ βόλ­τα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη, στὸ δά­σος. Ἐ­κεῖ, ὅ­μως, τοὺς πε­ρι­μέ­νουν ἔ­νο­πλοι ἀν­τάρ­τες. Οἱ ναῦ­τες κα­τα­λα­βαί­νουν ὅ­τι οἱ κο­πέ­λες τοὺς ἔ­χουν πα­ρα­δώ­σει. Οἱ ἀν­τάρ­τες εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νὰ τοὺς ἐ­κτε­λέ­σουν. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς βγά­ζει ἕ­να σύν­το­μο λο­γύ­δριο, κά­τι σὰν ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α. Οἱ κο­πέ­λες πα­ρα­κο­λου­θοῦν τὴ σκη­νὴ ἀ­πὸ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση. Ὁ Δ. γο­να­τί­ζει κλαί­γον­τας καὶ κά­νει ἐ­με­τό. Ὁ Ε., κα­τά­χλο­μος, ψελ­λί­ζει στὸ βαθ­μο­φό­ρο γιὰ τὴ σχέ­ση του μὲ τὴν ΕΠΟΝ τῆς πε­ρι­ο­χῆς του λί­γα χρό­νια πρίν. Ὁ ἄλ­λος, μὲ τὸ δά­χτυ­λο στὴ σκαν­δά­λη, τὸν ρω­τά­ει γιὰ τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῶν ἀν­ταρ­τῶν, καὶ ὁ Ε. τὸν πε­ρι­γρά­φει: τοῦ ἀ­να­φέ­ρει λε­πτο­μέ­ρει­ες γιὰ τοὺς ἀν­τάρ­τες καὶ τὶς μά­χες, τώ­ρα ἀ­σθμαί­νον­τας ἐ­πει­δὴ βλέ­πει ὅ­τι ὁ ἀ­πέ­ναν­τί του ἀρ­χί­ζει νὰ ἀλ­λά­ζει δι­ά­θε­ση. Ὁ Δ. συ­νε­χί­ζει νὰ κλαί­ει μὲ τὸ κε­φά­λι στὸ χῶ­μα ἐ­νῶ τὰ ὄ­πλα ση­μα­δεύ­ουν καὶ τοὺς δύο νέ­ους. Ὁ Ε. πα­ρα­λη­ρεῖ. Ὁ βαθ­μο­φό­ρος τὸν ἀ­να­κρί­νει ἐ­πί­μο­να. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι φο­βᾶ­ται μή­πως κά­νει λά­θος καὶ ἐ­κτε­λέ­σει κά­ποι­ον ὁ­μο­ϊ­δε­ά­τη του. Τε­λι­κὰ πεί­θε­ται καὶ ἀ­φή­νει τὴ σκαν­δά­λη. Δι­στά­ζει γιὰ λί­γο. Τὴν ξαφ­νι­κὴ σι­ω­πὴ ρα­γί­ζουν οἱ λυγ­μοὶ τοῦ Δ. καὶ κά­ποιοι ἦ­χοι τοῦ δά­σους. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς προ­σφέ­ρει τσι­γά­ρο στὸν Ε., ποὺ τὸ παίρ­νει τρέ­μον­τας. Δὲν μι­λά­ει κα­νείς. Ὁ ἀν­τάρ­της ἀ­κουμ­πά­ει ἐ­λα­φρὰ στὸν ὦ­μο τὸν γο­να­τι­σμέ­νο ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸν τρό­μο. Ὁ Ε. τὸν βο­η­θά­ει. Οἱ ἀν­τάρ­τες, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ νεῦ­μα τοῦ βαθ­μο­φό­ρου, κα­τε­βά­ζουν τὰ ὅ­πλα. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πα­ρα­κι­νεῖ τοὺς ναῦ­τες νὰ βο­η­θή­σουν τὴν «ἔ­νο­πλη λα­ϊ­κὴ πά­λη» μὲ κά­θε τρό­πο. Ὁ Ε., πιὸ ψύ­χραι­μος τώ­ρα, λέ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα πι­στεύ­ει γιὰ νὰ ἐ­ξευ­με­νί­σει τε­λεί­ως τὸν ἄλ­λον. Τε­λι­κά, ἡ ὁ­μά­δα τῶν ἐ­νό­πλων ἀ­πο­χω­ρεῖ μὲ τὶς κο­πέ­λες. Οἱ δύο νέ­οι μέ­νουν πί­σω ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι. Ὁ Ε. ὑ­πο­βα­στά­ζει τὸν Δ. μέ­χρι νὰ φθά­σουν στὴν πό­λη. Τώ­ρα κλαί­ει βου­βὰ καὶ αὐ­τός. Τὶς ἑ­πό­με­νες ἡ­μέ­ρες οἱ δύο ναῦ­τες ξα­να­βρί­σκουν τὸν πα­λιό τους ρυθ­μό. Ἐν τῷ με­τα­ξὺ ὁ Ἐμ­φύ­λιος μαί­νε­ται. Ὁ­μά­δες ἐ­πί­λε­κτου στρα­τοῦ κά­νουν ἐ­πι­χει­ρή­σεις στὸ Πή­λιο. Ὁ Ε. μὲ τὸν Δ. βλέ­πουν ἀ­πὸ τὸ πλοῖ­ο τὶς λάμ­ψεις καὶ τοὺς κα­πνούς. Ἕ­να πρω­ὶ κα­τα­φθά­νουν στὸ λι­μά­νι φορ­τη­γά τοῦ στρα­τοῦ μὲ αἰχ­μά­λω­τους ἀν­τάρ­τες γιὰ νὰ τοὺς ἐ­πι­βι­βά­σουν σὲ με­τα­γω­γι­κό. Τοὺς πη­γαί­νουν γιὰ ἐ­ξο­ρί­α ἢ ἐ­κτέ­λε­ση. Οἱ δύο νέ­οι ἔ­χουν βάρ­δια στὴν προ­κυ­μαί­α. Περ­νοῦν μπρο­στὰ τους σὲ φά­λαγ­γα οἱ αἰχ­μά­λω­τοι. Ἀ­νά­με­σά τους ἡ Π. καὶ ἡ Τ. ποὺ τοὺς κοι­τοῦν ἀ­νέκ­φρα­στες. Οἱ δύο ἄλ­λοι νι­ώ­θουν τὸ ἴ­διο κε­νὸ ὅ­πως τό­τε ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ ἐ­πει­σό­διο στὸ βου­νό.

 

 

Πηγή: Ἡ παρουσία (διηγήματα), ἐκδ. Κέδρος 2010.

 

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο,α Ἀ­θή­να, 1990).

  

Φίλιππος Δρακονταειδῆς: Τὸ Μέγα Πανελλήνιον (ἀπόσπασμα)

 

 

Φί­λιπ­πος Δρα­κον­τα­ει­δῆς

 

Τὸ Μέ­γα Πα­νελ­λή­νιον

(ἀ­πό­σπα­σμα)

 

ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ ἐ­ξῆλ­θεν δρο­μαί­ως ἐκ τοῦ Στρα­τη­γεί­ου του καί ἀ­νέ­κρα­ξεν: «Φᾶ­τε τους τοὺς μύ­στα­κας!» Ὡς λαί­λαψ ἐ­κι­νή­θη­σαν οἱ ὑ­πε­ρή­φα­νοι Ἕλ­λη­νες, ἐ­νώ­πιον τῶν ὁ­ποί­ων αἱ ὀ­σφύ­ες τῶν ἀ­πί­στων ἐ­κάμ­φθη­σαν καί ἐ­μα­ράν­θη­σαν. Αἱ σπά­θαι ὡς ξυ­ρά­φια τοῦ μπαρ­μπέ­ρη ἔ­τε­μνον ἀ­τά­κτως, ἀλ­λά σφο­δρῶς μύ­στα­κας καὶ ὑ­πο­γέ­νεια καὶ πᾶν τρι­χω­τόν. Σφαῖ­ρα ὅ­μως πα­ρα­τυ­χοῦ­σα ἔ­λα­βεν τὸν Μᾶρ­κον ἐξ ἀ­πή­νης, ἀ­φή­νου­σα αὐ­τὸν ἄ­πνουν καί νε­κρόν. Ἐ­γερ­θεὶς ὅ­μως ὁ ἥ­ρως, κι­νή­σας τὴν δε­ξιὰν εἰς ἔν­δει­ξιν ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ ὑ­γεί­ας καὶ φι­λο­πα­τρί­ας, δι­έ­τα­ξεν: «Κο­μί­σα­τε τὰς κε­φα­λὰς ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων ἀ­φαι­ρέ­θη­σαν οἱ μύ­στα­κες καί τά λοι­πά.» Μη­ρυ­κά­ζον­τες ἐ­πλη­σί­α­σαν οἱ πι­στοί του: ἕ­νας ἕ­κα­στος προ­σε­πά­θη νά κα­τα­πι­ῇ τὰς τρί­χας τὰς ὁ­ποί­ας με­τὰ τό­σων κό­πων εἶ­χεν εἰς τό στό­μα του.

       Ὀρ­θῶς ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­παρ­ρη­γό­που­λος πα­ρε­τή­ρη­σεν ὅ­τι οἱ Ἕλ­λη­νες κερ­δί­ζουν τρί­χας, τὰς ὁ­ποί­ας μα­σοῦν με­τὰ πλεί­στης ὅ­σης ἀ­γαλ­λι­ά­σε­ως, ἀ­πρό­σε­κτοι ὅ­τι «δὲν πᾶ­νε κά­τω, ὁ­πό­τε προ­κα­λοῦν πνιγ­μόν».

      Καὶ ὁ κύ­ριος Φαλ­με­ρά­γι­ερ ὀρ­θῶς ἐ­σχο­λί­α­σεν: «Οἱ Ἕλ­λη­νες πα­ρερ­μη­νεύ­ουν δια­ρκῶς καὶ ἀ­συ­στό­λως, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ὁ Μᾶρ­κος Μπό­τσα­ρης ἠν­νό­ει τὴν ἐν­το­λήν του με­τα­φο­ρι­κῶς. Μη­ρυ­κα­στι­κὰ ζῶ­α, κα­τα­δι­κα­σμέ­να νὰ μη­ρυ­κά­ζω­σιν ἐς ἀ­εί.»

      Ἡ­μεῖς, παι­α­νί­ζον­τες, προ­φέ­ρο­μεν ἐ­πω­δύ­νως:

      Ἡ Ἑλ­λά­δα πο­τὲ δὲν πε­θαί­νει,

      δὲν τὴν σκιά­ζει φο­βέ­ρα καμ­μιά

 

Ἀν­τι­γρα­φή ἐκ τοῦ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου τοῦ πα­τρός Ἰ­ε­ρω­νύ­μου (1824)

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Φί­λιπ­πος Δρα­κον­τα­ει­δῆς (Χαλ­κί­δα, 1940). Πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, με­τά­φρα­ση. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸν Ὀρ­γα­νι­σμὸ Οἰ­κο­νο­μι­κῆς Συ­νερ­γα­σί­ας καὶ Ἀ­νά­πτυ­ξης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ση­μει­ώ­μα­τα 1956-1963 (Ἐκδ. Φέ­ξης, Ἀ­θή­να, 1963). Τε­λευ­ταῖ­α του: Κρε­μά­στρα (Μυ­θι­στό­ρη­μα, ἐκδ. Τό­πος, Ἀ­θή­να, 2010) καὶ Λό­γος ἐ­ρει­πί­ων (Δο­κί­μια, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Φερνάντο Ἰγουασάκι (Fernando Iwasaki): Μιὰ συνέντευξη

 

 

Φερνάντο Ἰγουασάκι (Fernando Iwasaki) 

 

Μιὰ συ­νέν­τευ­ξη 

στὸν Κων­σταν­τῖ­νο Πα­λαι­ο­λό­γο

γιὰ τὸ «Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» 

 

Κ.Π.: Σᾶς ἔ­χω δι­α­βά­σει, ὑ­πῆρ­ξε ἡ πρώ­τη ἐ­πα­φή μου μὲ τὸ ἔρ­γο σας, σὲ μί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­δα­λου­σια­νῶν συγ­γρα­φέ­ων. Ἔ­χε­τε συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ, ἐ­πί­σης, σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες Πε­ρου­βια­νῶν συγ­γρα­φέ­ων. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἂν δὲν κά­νω λά­θος, ἔ­χε­τε γι­α­πω­νέ­ζι­κες καὶ ἰ­τα­λι­κὲς ρί­ζες. Ἀ­πὸ ποι­ά χώ­ρα εἶ­στε τε­λι­κά;

 

Φ.Ι.: Εἶ­μαι ἕ­νας Πε­ρου­βια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας ποὺ γεν­νή­θη­κε στὴ Σε­βίλ­λη ὅ­ταν ἦ­ταν 23 ἐ­τῶν καὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ ζεῖ στὴν Εὐ­ρώ­πη ἀ­να­κά­λυ­ψε τὴν ἀ­ξί­α τῶν κα­τα­βο­λῶν του. Τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α κα­θὼς καὶ τὴν ἐ­φη­βεί­α μου τὶς ἔ­ζη­σα στὸ Πε­ρού, ὅ­που ἀ­πέ­κτη­σα τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς γνώ­σεις μου. Πλὴν ὅ­μως, ἡ σύ­ζυ­γός μου εἶ­ναι ­σπα­νί­δα καὶ στὴν Ἱ­σπα­νί­α γεν­νή­θη­καν τὰ παι­διά μου· συ­νε­πῶς καὶ ἡ Ἱ­σπα­νί­α εἶ­ναι χώ­ρα μου. Ἡ Ἰ­α­πω­νί­α καὶ ἡ Ἰ­τα­λί­α εἶ­ναι γραμ­μέ­νες στὸ D­NA μου καὶ στὰ δι­α­βα­τή­ριά μου. Πλη­σιά­ζω ὅ­μως στα­δια­κὰ σὲ μιὰ ἡ­λι­κί­α κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἀρ­χί­ζω καὶ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι γιὰ πά­ρα πολ­λὰ πράγ­μα­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὶς ρί­ζες μου καὶ γνω­ρί­ζω πὼς τὶς ἀ­παν­τή­σεις θὰ τὶς βρῶ στὴν Ἰ­α­πω­νί­α καὶ τὴν Ἰ­τα­λί­α. Ὡς ἐκ τού­του, εἶ­μαι ἀ­πὸ πολ­λὰ μέ­ρη καὶ ἀ­πὸ κα­νέ­να, ὅ­πως ὁ «N­o­w­h­e­r­e­m­an» τῶν B­e­a­t­l­es.

 

Κ.Π.: Μο­λο­νό­τι ἡ μι­κρὴ πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα, μυ­θο­πλα­στι­κὴ καὶ δι­δα­κτι­κὴ συ­νή­θως, μᾶς εἶ­ναι γνω­στὴ ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο ἀ­κό­μη, εἶ­ναι γε­γο­νὸς ὅ­τι τὴν τε­λευ­ταί­α δε­κα­πεν­τα­ε­τί­α πα­ρα­τη­ροῦ­με μιὰ ἄν­θι­σή της σὲ ὁ­λό­κλη­ρο σχε­δὸν τὸν κό­σμο. Ποῦ κα­τὰ τὴ γνώ­μη σας ὀ­φεί­λε­ται τὸ φαι­νό­με­νο αὐ­τό;

 

Φ.Ι.: Σᾶς δι­α­βε­βαι­ῶ πὼς οἱ λό­γοι δὲν εἶ­ναι οὔ­τε οἰ­κο­νο­μι­κοὶ οὔ­τε ἐμ­πο­ρι­κοί· δὲν γνω­ρί­ζω κα­νέ­ναν συγ­γρα­φέ­α μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ποὺ νὰ ἔ­χει λά­βει χρη­μα­τι­κὲς προ­κα­τα­βο­λὲς ἀ­νά­λο­γες μὲ ἐ­κεῖ­νες τῶν μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φων. Λέ­νε οἱ ἑρ­μη­νευ­τὲς τῆς με­τα­νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας ὅ­τι ζοῦ­με σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ἐ­λα­φρό­τη­τας καὶ τα­χύ­τη­τας ποὺ εἶ­ναι πιὸ κα­τάλ­λη­λη γιὰ τὸ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό. Κοι­τᾶ­τε ποὺ τώ­ρα θὰ βγά­λουν καὶ τὸν Ἀ­πολ­λό­δω­ρο με­τα­μον­τέρ­νο. Ἐ­γὼ θε­ω­ρῶ τὸν ἑ­αυ­τό μου μα­θη­τῆ τοῦ Ἀ­πολ­λό­δω­ρου, τοῦ Ἡ­σί­ο­δου καὶ τοῦ Αἰ­σώ­που, ἀλ­λὰ ἴ­σως νὰ τεί­νω πρὸς τὴ μι­νι­α­τού­ρα ἐ­ξαι­τί­ας τῆς γι­α­πω­νέ­ζι­κης κα­τα­γω­γῆς μου καὶ γι’ αὐ­τὸ γρά­φω πε­ζὰ χα­ϊ­κοὺ καὶ καλ­λι­ερ­γῶ δι­η­γή­μα­τα-μπον­ζά­ι.

 

Κ.Π.: Ὑ­πάρ­χει μιὰ πο­λὺ σπου­δαί­α λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κη πα­ρά­δο­ση στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα. Αἰ­σθά­νε­στε, ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α, συ­νε­χι­στὴς τοῦ ἔρ­γου συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως ὁ Μπόρ­χες, ὁ Κορ­τά­σαρ, ὁ Μον­τε­ρό­σο ἢ ὁ Λου­γό­νες, γιὰ νὰ ἀ­να­φερ­θοῦ­με μό­νο σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες ἐμ­βλη­μα­τι­κὲς φυ­σι­ο­γνω­μί­ες;

 

Φ.Ι.: Ἀ­ναμ­φί­βο­λα. Ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω τὸ A­j­u­ar f­u­n­e­r­a­r­io, πρό­τυ­πό μου ἦ­ταν οἱ πο­λὺ σύν­το­μες ἀ­φη­γή­σεις τῶν Μπόρ­χες, Ἀ­ρε­ό­λα, Ντε­νέ­βι, Κορ­τά­σαρ, Μον­τε­ρό­σο, κα­θὼς καὶ τοῦ Χού­λιο Τό­ρι, ἑ­νὸς ἐ­ξαι­ρε­τι­κοῦ Με­ξι­κα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ὅ­μως κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν πρό­τυ­πό μου ὑ­πῆρ­ξε ἡ Ἀν­θο­λο­γί­α φαν­τα­στι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τῶν Μπόρ­χες, Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες καὶ Σιλ­βί­να Ὀ­κάμ­πο.

 

Κ.Π.: Ἔ­χε­τε γρά­ψει πο­λυ­ά­ριθ­μα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, δη­λα­δή, δι­η­γή­μα­τα ποὺ δὲν ξε­περ­νοῦν τὶς 20 μὲ 25 ἀ­ρά­δες. Ποι­ά εἶ­ναι, κα­τὰ τὴ γνώ­μη σας, τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν πλο­κή, τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες, τὴν ἔκ­βα­ση κ.λπ.;

 

Φ.Ι.: Ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει ὡς στό­χο νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, ὡς ἐκ τού­του, μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει πλο­κή, ἀ­τμό­σφαι­ρα, χα­ρα­κτῆ­ρες. Αὐ­τὰ ὅ­μως ποὺ σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δὲν συ­νά­δουν μὲ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι οἱ μα­κρο­σκε­λεῖς ἀ­φο­ρι­σμοί, τὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζὸ λό­γο, τὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­νέκ­δο­τα καὶ οἱ ἀμ­πε­λο­φι­λο­σο­φί­ες.

 

Κ.Π.: Σύμ­φω­να μὲ τὴν προ­σω­πι­κὴ ἱ­στο­σε­λί­δα σας, ἔ­χε­τε λά­βει μέ­ρος σὲ ἡ­με­ρί­δες μὲ θέ­μα τὰ πλε­ο­νε­κτή­μα­τα καὶ τὰ μει­ο­νε­κτή­μα­τα τῆς ψη­φι­ο­ποί­η­σης τῶν βι­βλί­ων. Γε­νι­κά, σᾶς βλέ­πω νὰ ἔ­χε­τε με­γά­λη ἐ­ξοι­κεί­ω­ση μὲ τὶς νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες. Πῶς βλέ­πε­τε τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συ­νάρ­τη­ση μὲ τὰ νέ­α μέ­σα τῆς ψη­φια­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τὴν ἄυ­λη γρα­φὴ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου;

 

Φ.Ι.: Εὐ­χα­ρι­στῶ γιὰ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, κα­θό­τι κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυ­ο μιὰ συ­νέν­τευ­ξη ποὺ δὲν ἀ­πο­τυ­πώ­νει μὲ ἀ­κρί­βεια τὶς ἀ­πό­ψεις μου. Τὸ μέλ­λον τῆς ἀ­νά­γνω­σης καὶ τῶν ἐκ­δό­σε­ων εἶ­ναι ψη­φια­κὸ καὶ ἴ­σως νὰ προ­λά­βω νὰ τὸ δῶ, ἀλ­λὰ ὄ­χι καὶ νὰ τὸ ἀ­πο­λαύ­σω ἐ­πει­δὴ ξέ­ρω ὅ­τι εἶ­μαι ἄ­χρη­στος καὶ ἀ­νί­κα­νος μὲ τὴν ψη­φια­κὴ τε­χνο­λο­γί­α. Βέ­βαι­α, ἄλ­λο πράγ­μα εἶ­ναι ἡ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ἄλ­λο, πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κό, ἡ φόρ­μα, ἔν­τυ­πη ἢ ἠ­λε­κτρο­νι­κή, τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου. Ἡ τυ­πο­γρα­φί­α λει­τούρ­γη­σε πο­λὺ κα­λὰ ἀ­πὸ τὸν 15ο αἰ­ώ­να καὶ εἶ­ναι σί­γου­ρο ὅ­τι τὰ ψη­φια­κὰ μέ­σα θὰ λει­τουρ­γή­σουν πο­λὺ κα­λὰ ἀ­πὸ τώ­ρα καὶ στὸ ἑ­ξῆς, ἀλ­λὰ δὲν πι­στεύ­ω ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α θὰ ἀλ­λά­ξει ὡς συ­νέ­πεια τῆς ἀλ­λα­γῆς στὴ φόρ­μα της. Δη­λα­δή, ἡ Ἰ­λιά­δα θὰ πα­ρα­μεί­νει ἴ­δια εἴ­τε σὲ πά­πυ­ρο εἴ­τε σὲ i­P­ad. Ὁ κίν­δυ­νος γιὰ τὴν Ἰ­λιά­δα δὲν εἶ­ναι ἡ Α­p­p­le ἀλ­λὰ ὁ Μπρὰντ Πίτ.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Φερ­νάν­το ­γου­α­σά­κι (F­e­r­n­a­n­do I­w­a­s­a­ki) (Λί­μα, 1961). M­έ­νει μό­νι­μα στὴ Σε­βίλ­λη ἀ­πὸ τὸ 1985. Ἔ­χει γρά­ψει τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Li­bro de mal a­mor (2001) καὶ Negui­jón (2005) καὶ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των In­qui­si­cio­nes pe­ru­a­nas (1997), Un mi­la­gro in­fo­r­mal (2003), A­ju­ar fu­ne­ra­rio (2004), He­lar­te de a­mar y o­tras hi­­sto­­ri­as de ci­encia-fic­ción (2006), E­spa­ña a­par­ta de mí e­stos pre­mi­os (2009). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Θερ­βάν­τες τὸ δι­ή­γη­μά του «Ἡ Ἱ­σπα­νί­δα ὅ­ταν φι­λά­ει».

Ἱστοσελίδα: http://www.fernandoiwasaki.com

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τί­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­δά­κτο­ρας Ἰ­σπα­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Γρα­νά­δας. Δι­δά­σκει Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα στὸ Δι­δα­σκα­λεῖ­ο Ξέ­νων Γλωσ­σῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Με­τα­φρα­στὴς πολ­λῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά.

 

Φω­το­γρα­φί­α: Ὁ Κων­στα­ντῖνος Πα­λαιο­λό­γος μὲ τὸν Φερ­νά­ντο Ἰγουα­σά­κι τὴν 1η Ὀκτω­βρί­ου 2010 στὴν Τε­χνό­πο­λη τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὴν πα­ρου­σί­α­ση τοῦ ἰα­πω­νο­πε­ρου­βια­νοῦ συγ­γρα­φέα στὸ πλαί­σιο τοῦ 2ου φε­στιβὰλ ἰβη­ρο­α­μερι­κα­νικῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

 

*******

 

[Ἡ συ­νέ­ντευ­ξη στὸ ἱσπανόγραπτο πρω­τό­τυ­πο:
 
Konstantinos Paleologos: Le he leído, fue mi primer contacto con su obra, en una colección de cuentos de autores andaluces. Ha sido incluido también en antologías de escritores peruanos y, si no me equivoco, es de ascendencia japonesa e italiana. Usted ¿de qué país es al final?
Fernando Iwasaki: Soy un escritor peruano que nació en Sevilla cuando tenía 23 años, y que precisamente por vivir en Europa descubrió el valor de sus raíces. Mi infancia y adolescencia transcurrieron en el Perú, donde hice lo mejor de mis aprendizajes. Sin embargo, mi esposa es española y en España nacieron mis hijos, así que también España es mi país. Japón e Italia están impresos en mis DNIs y en mis pasaportes, pero estoy llegando a una edad en la que me formulo demasiadas preguntas acerca de mis orígenes, y sé que las respuestas las voy a encontrar en Japón e Italia. Por lo tanto, soy de varios sitios y de ninguno, como el «Nowhereman» de los Beatles.
 
Konstantinos Paleologos: A pesar de que el minicuento, con fines narrativos o didácticos la mayoría de las veces, nos es conocido desde Esopo, es cierto que los últimos quince años se cultiva con relativo éxito en casi todo el mundo. ¿A qué se debe, según su opinión, este fenómeno?  
Fernando Iwasaki: Juro que la razón no es ni económica ni comercial, porque no sé de ningún escritor de microrrelatos que haya recibido adelantos dignos de un novelista. Dicen los intérpretes de la posmodernidad, que vivimos en una época de levedad y rapidez más propicia para el fragmento. Mire por dónde, resulta que Apolodoro era posmoderno. Yo me considero un discípulo de Apolodoro, Hesíodo y Esopo, aunque a lo mejor propendo a la miniatura por mi ascendencia japonesa y así escribo haikus en prosa y cultivo cuentos bonsái.
 
Konstantinos Paleologos: Existe una tradición hispanoamericana muy potente en el minicuento. ¿Se siente, en este aspecto, deudor de escritores como Borges, Cortázar, Monterroso o Lugones, por citar algunos de los escritores más emblemáticos?
Fernando Iwasaki: Sin duda. Cuando comencé a escribir Ajuar funerario, mis modelos eran las brevísimas narraciones de Borges, Arreola, Denevi, Cortázar, Monterroso y Julio Torri, un narrador mexicano extraordinario, pero mi modelo por excelencia fue la Antología de la literatura fantástica compilada por Borges, Bioy Casares y Silvina Ocampo.
 
Konstantinos Paleologos: Ha escrito numerosos minicuentos, es decir, cuentos que no superan los 20-25 renglones. Según su punto de vista ¿cuáles son las características particulares de este género en lo referente a la trama, los personajes, el desenlace, etc.?
Fernando Iwasaki: Un microrrelato tiene que contar una historia, por lo tanto, puede tener tramas, atmósferas y personajes. Más bien, lo que de ninguna manera puede ser un minicuento son los aforismos largos, los poemas en prosa, los chistes desarrollados y las divagaciones proto-filosóficas.
 
Konstantinos Paleologos: Según su web oficial, ha participado en encuentros en los que se debaten los pros y los contras de la digitalización de los libros, en general le veo muy familiarizado con las nuevas tecnologías. ¿Qué piensa del futuro de la literatura en relación con los nuevos medios y soportes que van surgiendo?
Fernando Iwasaki: Gracias por la pregunta, ya que circula por la red una entrevista que no recoge mi parecer con exactitud. El futuro de la lectura y la edición es digital y quizás alcance a verlo, pero no a disfrutarlo porque sé que soy un inútil y un discapacitado digital. Ahora bien, una cosa es la literatura y otra muy distinta el soporte a través del cual accedemos a la literatura. La imprenta ha funcionado muy bien desde el siglo XV y seguro que los medios digitales funcionarán muy bien de ahora en adelante, mas no creo que la literatura cambie como consecuencia del cambio de soporte. Es decir, que La Ilíada seguirá siendo la misma en un papiro que en un iPad. El peligro para La Ilíada no es Apple, sino Brad Pitt.  ]
 

Φερνάντο Ἰγουασάκι (Fernando Iwasaki): Ἡ Ἡμέρα τῆς Κρίσεως

 

 

Φερνάντο Ἰγουασάκι (Fernando Iwasaki)

 

Ἡμέρα τῆς Κρίσεως

(Juicio Final)

 

ΙΑΤΙ μὲ κα­τα­δι­κά­ζεις», ρώ­τη­σα τὸν ἄγ­γε­λο, «ἀ­φοῦ ἔ­δω­σα στὸν δι­ψα­σμέ­νο νὰ πι­εῖ καὶ στὸν πει­να­σμέ­νο νὰ φά­ει;» Καὶ ὁ ἄγ­γε­λος σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὶς χρυ­σὲς μποῦ­κλες του ἀ­να­κά­λυ­ψα τὸ ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν ὀρ­γὴ πρό­σω­πο τῆς μη­τέ­ρας μου.

  

 

Πηγή: Ajuar funerario (Νεκρικὰ προικιά), Páginas de Espuma, Μαδρίτη, 2004

 

Φερ­νάν­το ­γου­α­σά­κι (F­e­r­n­a­n­do I­w­a­s­a­ki) (Λί­μα, 1961). M­έ­νει μό­νι­μα στὴ Σε­βίλ­λη ἀ­πὸ τὸ 1985. Ἔ­χει γρά­ψει τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Li­bro de mal a­mor (2001) καὶ Negui­jón (2005) καὶ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των In­qui­si­cio­nes pe­ru­a­nas (1997), Un mi­la­gro in­fo­r­mal (2003), A­ju­ar fu­ne­ra­rio (2004), He­lar­te de a­mar y o­tras hi­­sto­­ri­as de ci­encia-fic­ción (2006), E­spa­ña a­par­ta de mí e­stos pre­mi­os (2009). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Θερ­βάν­τες τὸ δι­ή­γη­μά του «Ἡ Ἱ­σπα­νί­δα ὅ­ταν φι­λά­ει».

Ἱστοσελίδα: http://www.fernandoiwasaki.com

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τί­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­δά­κτο­ρας Ἰ­σπα­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Γρα­νά­δας. Δι­δά­σκει Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα στὸ Δι­δα­σκα­λεῖ­ο Ξέ­νων Γλωσ­σῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Με­τα­φρα­στὴς πολ­λῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά.

 

Φερνάντο Ἰγουασάκι (Fernando Iwasaki): Ἡμέρα τῶν νεκρῶν

 

 

Φερνάντο Ἰγουασάκι (Fernando Iwasaki)

 

Ἡμέρα τῶν νεκρῶν  

(Día de difuntos)

 

ΤΑΝ ἔ­φτα­σα στὸ νε­κρο­το­μεῖ­ο, συ­νάν­τη­σα τὴ μη­τέ­ρα μου μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νη στὴ σκά­λα.

«Μὰ ἐ­σύ, μα­μά, εἶ­σαι πε­θα­μέ­νη».

      «Καὶ ἐ­σύ, ἀ­γό­ρι μου».

     Καὶ ἀγ­κα­λι­α­στή­κα­με κλαί­γον­τας ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τοι.

  

 

Πηγή: Ajuar funerario (Νεκρικὰ προικιά), Páginas de Espuma, Μαδρίτη, 2004

 

Φερ­νάν­το ­γου­α­σά­κι (F­e­r­n­a­n­do I­w­a­s­a­ki) (Λί­μα, 1961). M­έ­νει μό­νι­μα στὴ Σε­βίλ­λη ἀ­πὸ τὸ 1985. Ἔ­χει γρά­ψει τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Li­bro de mal a­mor (2001) καὶ Negui­jón (2005) καὶ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των In­qui­si­cio­nes pe­ru­a­nas (1997), Un mi­la­gro in­fo­r­mal (2003), A­ju­ar fu­ne­ra­rio (2004), He­lar­te de a­mar y o­tras hi­­sto­­ri­as de ci­encia-fic­ción (2006), E­spa­ña a­par­ta de mí e­stos pre­mi­os (2009). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Θερ­βάν­τες τὸ δι­ή­γη­μά του «Ἡ Ἱ­σπα­νί­δα ὅ­ταν φι­λά­ει».

Ἱστοσελίδα: http://www.fernandoiwasaki.com

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τί­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­δά­κτο­ρας Ἰ­σπα­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Γρα­νά­δας. Δι­δά­σκει Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα στὸ Δι­δα­σκα­λεῖ­ο Ξέ­νων Γλωσ­σῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Με­τα­φρα­στὴς πολ­λῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά.