Χριστόφορος Μηλιώνης: Ἕνα ὅπλο πραγματικὰ ἔξυπνο

 

 

Χρι­στό­φο­ρος Μη­λι­ώ­νης

 

Ἕ­να ὅ­πλο πραγ­μα­τι­κὰ ἔ­ξυ­πνο

 

TAN, ΜΕ ΜΙΑ ΦΟΒΕΡΗ ΕΚΡΗΞΗ, ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴν ἀ­σφυ­ξί­α τοῦ ἀ­τσά­λι­νου πυ­ρο­σω­λή­να καὶ ξα­μο­λή­θη­κε ἐ­λεύ­θε­ρος στὸν οὐ­ρα­νό, πά­νω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­δρι­α­τι­κή, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ νυ­χτώ­νει. Ἔ­πι­α­σε ἀ­μέ­σως τὶς συν­τε­ταγ­μέ­νες καὶ προ­σα­να­το­λί­στη­κε. Στὰ δυ­τι­κά, πά­νω ἀ­πὸ τὴν Ἰ­τα­λί­α, ὁ οὐ­ρα­νὸς εἶ­χε ἕ­να γλυ­κὸ ρό­δι­νο χρῶ­μα, κά­τω­θέ του ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν με­νε­ξε­δέ­νια, ἐ­νῶ στὰ ἀ­να­το­λι­κὰ εἶ­χε ἀρ­χί­σει κι­ό­λας νὰ πέ­φτει σκο­τά­δι. Κι ὅ­μως τρα­βοῦ­σε κα­τὰ κεῖ. «Ἀ­πὸ τὸ προ­σω­ρι­νὸ σκο­τά­δι στὸ αἰ­ώ­νιο», σκέ­φτη­κε. «Ἡ ζω­ή μου ὅ­λη, αὐ­τὴ μο­νά­χα ἡ πα­νέ­μορ­φη εἰ­κό­να, ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ σκο­τά­δια, τὸ ἕ­να προ­σω­ρι­νὸ καὶ τὸ ἄλ­λο αἰ­ώ­νιο. Κι ἄχ, για­τί τό­σο λί­γο νὰ βα­στά­ξει!» Σκέ­φτη­κε ἀ­κό­μη τὸ σκο­τά­δι ποὺ θ’ ἁ­πλώ­νον­ταν γύ­ρω του, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴ φαν­τα­σμα­γο­ρί­α καὶ τὶς πρῶ­τες ἐν­τυ­πώ­σεις τῆς ἔ­κρη­ξης, σ’ αὐ­τὰ τὰ δυ­στυ­χι­σμέ­να πλά­σμα­τα, ποὺ δὲν εἶ­χαν ἴ­σως προ­λά­βει, οὔ­τε αὐ­τά, νὰ χα­ροῦν τὴ με­νε­ξε­δέ­νια εἰ­κό­να τῆς ζω­ῆς τους.

 

       Αὐ­τὰ σκε­φτό­ταν, φι­λο­σο­φών­τας, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἕ­νας Τό­μα­χοκ, ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ ἔ­ξυ­πνο ὅ­πλο. Τί ἐ­ξυ­πνά­δα θὰ ἦ­ταν αὐ­τή, ἂν δὲν φι­λο­σο­φοῦ­σε πά­νω στὴν ἴ­δια τὴ ζω­ή του; Καὶ τί νὰ τὴν ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξυ­πνά­δα, ἂν δὲν προ­σπα­θοῦ­σε, μὲ τό­ση δύ­να­μη ποὺ εἶ­χε, ν’ ἀλ­λά­ξει τὴ μοί­ρα του; «Κα­λύ­τε­ρα θαμ­μέ­νος βα­θιὰ στὸ χῶ­μα» σκέ­φτη­κε, «πα­ρὰ αὐ­τό! Θὰ κα­τε­βαί­νουν οἱ ρί­ζες τῆς ἄ­νοι­ξης νὰ τῆς δώ­σω ἰ­χνο­στοι­χεῖ­α, νὰ πά­ρει δύ­να­μη! Καὶ θά ‘ναι σὰν ν’ ἀ­νε­βαί­νω μα­ζί της στὸ φῶς καὶ στὸν ἥ­λιο, θὰ τὸν νι­ώ­θω νὰ μοῦ ζε­σταί­νει τὸ μέ­ταλ­λο τῆς ρά­χης». Ἀρ­κεῖ νὰ ἔ­βρι­σκε ἕ­να χῶ­μα μα­λα­κὸ νὰ μπή­ξει ἁ­πα­λὰ τὴ μου­σού­δα του, νὰ μὴ ἐ­κρα­γεῖ! Κι ἐ­νῶ ἔ­ψα­χνε κά­τω, εἶ­δε ἕ­να ἁ­λω­νά­κι ὅ­που τρε­μό­σβη­ναν μι­κρὰ καν­τη­λά­κια. Ἦ­ταν κι­ό­λας τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ἑ­νὸς σέρ­βι­κου χω­ριοῦ. «Ἐ­δῶ, ἐ­δῶ!» σκέ­φτη­κε γρή­γο­ρα. «Ἐ­δῶ ὅ­που εἶ­ναι μα­λα­κό το νι­ό­σκα­φτο χῶ­μα! Νά ‘ρχον­ται οἱ μα­νά­δες τὰ βρά­δια ν’ ἀ­νά­ψουν τὰ καν­τή­λια καὶ νὰ μοῦ τρα­γου­δᾶ­νε, νά ‘ρχον­ται οἱ νι­ὲς τὴν ἄ­νοι­ξη καὶ νὰ μοῦ φέρ­νουν στε­φά­νια μὲ λου­λού­δια!» Καὶ μὲ τὸ ποὺ τὸ σκέ­φτη­κε, ἡ μού­ρη του στρά­φη­κε κά­τω καὶ μπή­χτη­κε στὸ χῶ­μα. Κα­νέ­νας κρό­τος δὲν ἀ­κού­στη­κε, μὰ Θε­έ μου τί ἦ­ταν αὐ­τό!. Χι­λιά­δες ψυ­χὲς πε­θα­μέ­νων ὅρ­μη­σαν μέ­σ’ ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὸν ἔ­ζω­σαν, ὑ­ψώ­νον­τας δι­κρά­νια καὶ μπαλ­ντά­δες, στρι­φο­γυ­ρί­ζον­τας γι­α­τα­γά­νια καὶ κρα­τών­τας κα­ρι­ο­φύλ­λια, δαγ­κώ­νον­τας τὶς κά­μες τῶν μα­χαι­ριῶν καὶ τὶς ἀ­σφά­λει­ες ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­βομ­βί­δες καὶ γυρ­νών­τας πά­νω του τὶς ξι­φο­λόγ­χες. Δὲ χρει­ά­στη­κε πο­λὺ νὰ κα­τα­λά­βει, για­τί ἦ­ταν ἕ­να ἔ­ξυ­πνο ὅ­πλο. Κα­τά­φε­ρε στὴ στιγ­μὴ νὰ πυ­ρο­δο­τή­σει ξα­νὰ τοὺς προ­ω­θη­τῆ­ρες του καὶ τι­νά­χτη­κε μὲ ὁρ­μὴ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα. Ξα­νά­κα­νε ἀν­τί­στρο­φα ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή, ἔ­φτα­σε στοὺς ἐ­κτο­ξευ­τὲς κι ἔ­σκα­σε πά­νω στὰ κε­φά­λια ἐ­κεί­νων ποὺ τὸν εἶ­χαν ἐ­ξα­πο­στεί­λει. Πρό­λα­βε καὶ τ’ ἄ­κου­σε ποὺ βρόν­τη­ξαν κού­φια κι ὕ­στε­ρα θρυμ­μα­τί­στη­κε μα­ζί τους. Γε­μά­τος ἀ­γαλ­λί­α­ση!

      Ἐ­πει­δὴ βέ­βαι­α ἦ­ταν ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ ἔ­ξυ­πνο ὅ­πλο.

 

 

 Πη­γή: Ἐφ. Τὰ Νέα, Πέμπτη, 17 Μαΐου 1999.

[Τὸ κεί­με­νο γρά­φτη­κε, ὅ­ταν γι­νό­ταν ὁ πό­λε­μος τοῦ ΝΑ­ΤΟ ἐ­ναν­τί­ον τῶν Σέρ­βων στὸ Κό­σο­βο καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Τὰ Νέ­α (17-05-99). Με­τὰ τὴν ἀ­πο­κά­λυ­ψη (25-01-2001) ὅ­τι οἱ βόμ­βες, ποὺ ρί­χτη­καν στὸ Κό­σο­βο μὲ πυ­ραύ­λους, πε­ρι­εῖ­χαν ἀ­πεμ­πλου­τι­σμέ­νο οὐ­ρά­νιο, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου πολ­λοὶ στρα­τι­ῶ­τες τοῦ ΝΑ­ΤΟ προ­σβλή­θη­καν ἀ­πὸ λευ­χαι­μί­α (σύμ­πτω­μα βαλ­κα­νί­ων) καὶ τὸ θό­ρυ­βο ποὺ προ­κλή­θη­κε, τὸ κεί­με­νο ἀ­πο­δεί­χτη­κε προ­φη­τι­κό. Τώ­ρα μὲ τὸν πό­λε­μο στὴ Λι­βύ­η ξα­να­γί­νε­ται καὶ ἐ­πί­και­ρο.]

 

Μη­λι­ώ­νης Χρι­στό­φο­ρος (Πε­ρι­στέ­ρι Πω­γω­νί­ου, 1932). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κή Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Πα­ρα­φω­νί­α (ἐκδ. Ἐν­δο­χώ­ρα, 1961).

 

Διαφημίσεις

Σαμάνθα Σούκ (Samantha Schoech): Γιατὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχεις πάει ἐξαρχῆς

 

 

Σαμάνθα Σούκ (Samantha Schoech)

 

Γιατὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχεις πάει ἐξαρχῆς

(Why you shouldn’t have gone in the first place)

 

ΗΝ ΟΔΗΓΗΣΕΙΣ μέ­χρι τὸ Βα­λέ­χο γιὰ νὰ τὸν συ­ναν­τή­σεις στὰ μι­σὰ τῆς δι­α­δρο­μῆς. Ἀ­κό­μη κι ἂν νι­ώ­θεις πνιγ­μέ­νη καὶ δὲν ἔ­χεις πη­δη­χτεῖ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ χω­ρί­σα­τε πρὶν ἀ­πὸ δύ­ο μῆ­νες. Πρῶ­τον, θὰ ἔ­χεις πι­εῖ δύ­ο πο­τή­ρια κόκ­κι­νο κρα­σὶ καὶ πι­θα­νό­τα­τα νὰ μὴν εἶ­ναι κα­λὴ ἰ­δέ­α νὰ ὁ­δη­γή­σεις στὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο ποὺ θὰ εἶ­ναι γε­μά­τος ἀ­κό­μα καὶ μιὰ κυ­ρι­α­κά­τι­κη νύ­χτα. Δεύ­τε­ρον, πα­ρό­λο ποὺ στὴν ἀρ­χὴ τὸ Βα­λέ­χο ἀ­κού­γε­ται δι­α­σκε­δα­στι­κὸ καὶ πε­ρι­πε­τει­ῶ­δες, ἀ­κό­μα καὶ λί­γο πρό­στυ­χο, ὅ­ταν φτά­σεις στὸ Ρὸν­τς Χί­κο­ρυ Πίτ, συγ­χυ­σμέ­νη, γε­μά­τη προσ­δο­κί­ες καὶ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα, θὰ δεῖς ἕ­να τρι­σά­θλιο, κα­τα­θλι­πτι­κὸ μέ­ρος, κα­τάλ­λη­λο γιὰ τὴν ἐ­πι­κεί­με­νη συ­νάν­τη­ση. Τὰ μέ­λη κά­ποι­ας ἀ­σι­α­τι­κῆς συμ­μο­ρί­ας θὰ παί­ζουν μπι­λιά­ρδο στὸ μπὰρ καὶ οἱ δύ­ο ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες ἐ­κεῖ μέ­σα, ἡ μί­α μὲ τὸ σέ­ξι παν­τε­λό­νι, θὰ τρα­γου­δᾶ­νε ἐ­ναλ­λὰξ πα­λιὰ τρα­γού­δια τῆς Μαν­τό­να στὴ σκη­νὴ τοῦ κα­ρα­ό­κε. Θὰ εἶ­ναι κά­τι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ γέ­λα­γες ὑ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς συν­θῆ­κες.

        Ἐ­πει­δὴ θὰ φτά­σεις ἐ­κεῖ πρώ­τη, θὰ πε­ρά­σεις του­λά­χι­στον δέ­κα λε­πτὰ ἀ­νη­συ­χών­τας ὅ­τι δὲν θὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ. Κι ἔ­στω κι ἂν ἐμ­φα­νι­στεῖ στὸ τέ­λος, τὸ ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πο­μεί­νεις τὴ σκέ­ψη ὅ­τι θὰ σὲ ἐ­ξευ­τε­λί­σει στή­νον­τάς σε, θὰ καρ­φω­θεῖ στὴ συ­νεί­δη­σή σου, μα­ζὶ μὲ τοὺς ὅρ­κους ποὺ ἔ­δω­σες στὸ κο­λέ­γιο γιὰ ἀ­δελ­φο­σύ­νη καὶ πὼς δὲν θὰ κοι­μᾶ­σαι μὲ ἄν­τρες ποὺ βρί­σκον­ται ἤ­δη σὲ σχέ­ση.

      Θὰ στα­θεῖς ἔ­ξω κα­πνί­ζον­τας, ἀ­νι­χνεύ­ον­τας μὲ τὸ βλέμ­μα τὸν χῶ­ρο στάθ­μευ­σης καὶ θὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖς τοὺς προ­βο­λεῖς τῶν αὐ­το­κι­νή­των νὰ χά­νον­ται ἀ­στρα­πια­ῖα στὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο 80. Ὅ­ταν ζη­τή­σεις φω­τιὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ μέ­λη τῆς συμ­μο­ρί­ας αὐ­τὸς ἀν­τὶ γιὰ φω­τιὰ θὰ ἀ­παν­τή­σει, «Ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν πό­τε θὰ μοῦ μι­λοῦ­σες». Θὰ προ­σποι­η­θεῖς πὼς δὲν τὸν ἄ­κου­σες καὶ θὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖς μέ­χρι τὴν ἀν­τί­πε­ρα πλευ­ρὰ τοῦ τσι­μεν­τέ­νιου πλα­τώ­μα­τος, ἀ­νά­με­σα στὸ χῶ­ρο στάθ­μευ­σης καὶ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ προ­θα­λά­μου. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ἑ­στι­α­το­ρί­ου θὰ πα­ρα­τη­ρεῖς μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια νὰ κα­τευ­θύ­νε­ται ἀρ­γὰ πρὸς τὸν μπου­φέ. Θὰ εἶ­ναι οἱ μο­να­δι­κοὶ ἄν­θρω­ποι ποὺ θὰ τρῶ­νε καὶ ἡ εἰ­κό­να αὐ­τὴ θὰ σὲ κά­νει νὰ νι­ώ­σεις μο­να­ξιά. Θὰ κα­πνί­ζεις μα­νι­ω­δῶς, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ ὠ­φε­λή­σει σὲ τί­πο­τα τὴν τα­χυ­καρ­δί­α σου.

      Ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος φτά­σει ἐ­κεῖ, θὰ ὁ­δη­γᾶ τὸ ἄ­σπρο σα­λοὺν αὐ­το­κί­νη­τό της καὶ θὰ ἀ­φή­σεις τὸ μυα­λό σου νὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖ σ’ αὐ­τὴ τὴν σκέ­ψη γιὰ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο ἀ­μη­χα­νί­ας, πρὶν χα­μο­γε­λά­σεις καὶ τὸν πε­ρι­μέ­νεις νὰ σὲ συ­ναν­τή­σει στὸ πλά­τω­μα. Μό­λις τὸν δεῖς, θὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σεις ὅ­τι ἡ ὅ­λη φά­ση ἦ­ταν ἕ­να λά­θος. Ἐ­κεῖ­νος θὰ θέ­λει νὰ πά­ει στὸ μπὰρ γιὰ μιὰ μπύ­ρα καὶ μό­νο ἐ­σὺ θὰ μι­λᾶς, κα­θὼς ἐ­κεῖ­νος θὰ σοῦ χα­μο­γε­λᾶ ἀγ­χω­μέ­να καὶ θὰ σφίγ­γει τὸ γό­να­τό σου χω­ρὶς νὰ μι­λᾶ κα­θό­λου. Ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ἐ­σὺ θὰ λὲς στὸν ἑ­αυ­τό σου σι­ω­πη­λὰ πὼς τὸν ἔ­χεις ξε­πε­ρά­σει, πὼς τὸν συ­νάν­τη­σες ἐ­δῶ, σ’ αὐ­τὸ τὸν γε­λοῖ­ο τό­πο ὡς μέ­ρος ἑ­νὸς κα­κό­γου­στου ἀ­στεί­ου. Δυ­ὸ ἁ­πλοὶ φί­λοι σὲ μιὰ βρα­δι­νὴ πε­ρι­πέ­τεια. Ἔ­τσι θὰ τὸ ἀ­πο­κα­λέ­σε­τε: μιὰ πε­ρι­πέ­τεια. Οἱ δυ­ό σας θὰ γε­λά­σε­τε αὐ­τά­ρε­σκα μὲ αὐ­τὸ τὸν εὐ­φη­μι­σμό.

      Με­τὰ ἀ­πὸ μι­σὴ μπύ­ρα, θὰ ἀρ­χί­σεις νὰ φλερ­τά­ρεις, θὰ πιά­σεις τὸ χέ­ρι του καὶ ἐ­νάν­τια στὴ σω­στή σου κρί­ση, θὰ προ­τεί­νεις ἕ­να δω­μά­τιο στὸ Μο­τὲλ 6. Πρὶν αὐ­τὸς συμ­φω­νή­σει, ὁ δι­σταγ­μὸς θὰ ἀ­στρά­ψει στὸ πρό­σω­πό του γιὰ λί­γο, ἀλ­λὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα γιὰ νὰ τὸ μαρ­τυ­ρή­σει. Καὶ οἱ δυ­ό σας γιὰ τὸ ὑ­πό­λοι­πo τῆς νύ­χτας θὰ ξέ­ρε­τε πὼς ἡ ἰ­δέ­α γιὰ τὸ μο­τὲλ ἦ­ταν δι­κή σου. Ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος τὸ πλη­ρώ­σει, ἐ­σὺ θὰ νι­ώ­θεις σὰν κυ­νη­γός, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­θε­το τοῦ νὰ νι­ώ­θεις πο­θη­τὴ καὶ ἐ­νάν­τια στὸν ὅ­λο σκο­πὸ τοῦ νὰ βγαί­νεις μὲ ἕ­να παν­τρε­μέ­νο.

      Μὴν ὁ­δη­γή­σεις μέ­χρι τὸ Βα­λέ­χο, ἐ­πει­δὴ με­τὰ ἀ­πὸ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς προσ­δο­κί­ες τὸ σὲξ θὰ εἶ­ναι μέ­τριο καὶ ἐ­κεῖ­νος θὰ ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πὸ ἕ­να αἴ­σθη­μα ἀ­νη­συ­χί­ας, ποὺ θὰ σὲ ξε­νε­ρώ­σει, γιὰ τὸ ὅ­τι θὰ με­τα­τρα­πεῖ στὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­χει ἤ­δη γί­νει. Θὰ ξα­πλώ­σεις ἐ­κεῖ στὸν κα­πνὸ τῆς κλει­σού­ρας καὶ τῆς μυ­ρω­διᾶς τοῦ ἀ­πο­λυ­μαν­τι­κοῦ, ἀ­κού­γον­τας τοὺς μυ­στή­ριους ἤ­χους με­ταλ­λι­κῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων τῶν φι­λο­ξε­νού­με­νων τοῦ ἐ­πά­νω ὀ­ρό­φου, ἐ­νῶ θ’ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι τί στὸ δι­ά­ο­λο κά­νεις ἐ­κεῖ. Κι ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ρω­τή­σει ἂν θὰ σὲ ἐ­νο­χλοῦ­σε τρο­με­ρά, ἂν πή­γαι­νε σπί­τι ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα, ἀ­φοῦ τε­λι­κά, εἶ­ναι πιὸ ἄ­νε­τα νὰ κοι­μη­θεῖ στὸ δι­κό του κρε­βά­τι, ἐ­σὺ θὰ πεῖς πὼς ναὶ σὲ ἐ­νο­χλεῖ. Κι ἔ­τσι ἐ­κεῖ­νος θὰ μεί­νει, ἀλ­λὰ ἀ­πρό­θυ­μα, καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα ὁ ἦ­χος τοῦ μη­χα­νή­μα­τος φιλ­τρα­ρί­σμα­τος τῆς πι­σί­νας καὶ τοῦ θο­ρύ­βου ἐ­κεί­νου τοῦ ἄν­τρα ποὺ εἶ­ναι ξύ­πνιος, θὰ σοῦ θυ­μί­ζει για­τί δὲν ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χεις πά­ει ἐ­ξαρ­χῆς.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

Σαμάνθα Σούκ (Samantha Schoech). Γεν­νή­θη­κε ἀ­πὸ χί­πη­δες γο­νεῖς στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο, ὅ­που τώ­ρα ζεῖ μὲ τὸν σύ­ζυ­γο καὶ τὰ δί­δυ­μά τους. Ἐρ­γά­ζε­ται σὲ πε­ρι­ο­δι­κὸ ὡς ἐ­πι­με­λή­τρια τα­ξι­δι­ω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν γιὰ τὴν Κα­λι­φόρ­νια καὶ τὸ Με­ξι­κό. Τὰ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ βι­βλί­α.

http://www.samanthaschoech.com/about.html

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Ἄν­να Ἐ­πι­στη­θί­ου. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Εἰκόνα: Motel Love II, πίνακας τοῦ Jack Vettriano.

 

Δημήτρης Καμπούρογλου: Ἡ διπλὴ γιορτή

 

 

Δη­μή­τρης Καμ­πού­ρο­γλου

 

Ἡ δι­πλὴ γι­ορ­τή

 

ΗΝ ΙΔΙΑ ΜΕΡΑ γι­όρ­τα­σαν οἱ Χρι­στια­νοὶ τὴ Λαμ­πρή τους καὶ οἱ Τοῦρ­κοι τὸ μπα­ϊ­ρά­μι τους – ἔ­τσι ἔ­τυ­χε.

Ἡ γρῃ­ὰ ἡ κλη­σά­ρισ­σα τῆς Σω­τή­ρας, τὰ με­σά­νυ­χτα τοῦ Με­γά­λου Σαβ­βά­του, ἀ­φοῦ ἔ­κα­μαν οἱ Χρι­στια­νοὶ Ἀ­νά­στα­ση κι’ ἀ­πό­λυ­σεν ἡ ἐκ­κλη­σιά, κλεί­στη­κε στὸ κελ­λί της μέ­σα, δι­πλο­αμ­πά­ρω­σε τὴν πορ­τί­τσα της κ’ ἔ­βα­λε γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κὸ ἀ­πὸ πί­σω καὶ τὸ φορ­τσέ­ρι της γε­μά­το μ’ ὅ­λο της τὸ νοι­κο­κυ­ριό, για­τὶ τὸ τούρ­κι­κο ξε­φάν­τω­μα μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­σπά­σῃ ἀ­πά­νω της.

       Ἔ­ξαφ­να χτυ­πᾷ τρεῖς φο­ρὲς ἡ πόρ­τα της, τάκ, τάκ, τάκ…

      Ἄλ­λες τρεῖς φο­ρὲς χτύ­πη­σε κ’ ἡ καρ­διὰ τῆς κλη­σά­ρισ­σας.

      — Ἂν εἶ­σαι Χρι­στια­νὸς νὰ σὲ πο­λυ­χρο­νά­ῃ ὁ με­γα­λο­δύ­να­μος, κι’ ἂν εἶ­σαι Τοῦρ­κος πά­λι κα­λῶς ὥ­ρι­σες.

      — Ἄ­νοι­ξε γλή­γω­ρα γει­τό­νισ­σα καὶ μὴ φο­βᾶ­σαι, ἐ­γὼ εἶ­μαι.

      — Μπά! ἐ­σύ ‘σαι γει­τό­νισ­σα; Καὶ τί γυ­ρεύ­εις τέ­τοι­αν ὥ­ρα;

      …Ἡ πορ­τί­τσα τοῦ κελ­λιοῦ ἀ­νοί­γει. Τὸ κα­τά­λευ­κο κού­φτα­λο, ἡ κλη­σά­ρισ­σα, ὑ­πο­δέ­χε­ται τὸ κα­τά­μαυ­ρο σκέ­λε­θρο, μιὰ γρῃ­ὰ Ἀ­ρα­πί­να, φι­λε­νά­δα της, ποὺ κα­θό­τα­νε μέ­σα σ’ ἕ­να χά­λα­σμα τῆς γει­το­νιᾶς. Ἡ πορ­τί­τσα ξα­νά­κλει­σε. Ἡ Ἀ­ρα­πί­να μι­λεῖ πρώ­τη:

      — Τώ­ρα ποὺ ‘σύ­χα­σ’ ὁ κό­σμος ὅ­λος κ’­οἱ χα­ρο­κό­ποι τρα­βή­χτη­καν στὰ σπί­τια τους, ἦρ­θε κ’ ἐ­μέ­να ἡ ἀ­ρά­δα μου νὰ γι­ορ­τά­σω τὸ μπα­ϊ­ρά­μι μου στὸ τρυ­πο­σπι­τό μου μέ­σα. Ἔ­κα­μα ν’ ἁ­πλώ­σω πά­νω σὲ κἄ­τι πέ­τρες τ’ ἀ­πο­φά­για τῶν ἀ­γά­δων πού ‘χα σ’ ἕ­να χαρ­τὶ τυ­λιγ­μέ­να, καὶ τό­τες σὲ συλ­λο­γί­στη­κα, ζά­βα­λι γει­τό­νισ­σα, κλει­σμέ­νη κα­τα­μό­να­χη στὸ κελ­λί σου, ξη­με­ρώ­νον­τας ἡ Λαμ­πρή σας· σὲ ψυ­χο­πό­νε­σα, τύ­λι­ξα πά­λι τ’ ἀ­πο­φά­για, καὶ εἶ­πα μέ­σα μου: «Κα­κό­μοι­ροι Χρι­στια­νοί! σκλά­βοι καὶ σεῖς, σκλά­βοι καὶ μεῖς. Πιὸ φτω­χοὶ ἐ­μεῖς, μὰ πιὸ δυ­στυ­χι­σμέ­νοι ἐ­σεῖς, για­τὶ γι­νή­κα­τε δοῦ­λοι στὸν ἴ­διο τὸν τό­πο, ποὺ μιὰ φο­ρὰ ἤ­σα­στε ἀ­φεν­τι­κά.» Ἂς πά­ω λοι­πόν, εἶ­πα, νὰ γι­ορ­τά­σω­με μα­ζί, αὐ­τὴ τὴ Λαμ­πρή της κ’ ἐ­γὼ τὸ μπα­ϊ­ρά­μι μου. Ξε­κί­νη­σα κ’ ­ἦρ­θα.

      Κι ἀ­κούμ­πη­σε τὸ μι­κρό της τὸ δέ­μα ἀ­πά­νω στὸ τρι­κλὸ τρα­πε­ζά­κι τοῦ κελ­λιοῦ.

      Ση­κώ­νε­ται τό­τες ἡ κλη­σά­ρισ­σα γε­λα­στὴ καὶ ψά­χνει μέ­σα στὴν κα­σέ­λα της. Βγά­ζει ἕ­να κόκ­κι­νο αὐ­γὸ καὶ τὸ δί­νει στὴν Ἀ­ρα­πί­να.

      Τὸ παίρ­νει ἐ­κεί­νη μ’ εὐ­χα­ρί­στη­σι με­γά­λη, ση­κώ­νει τὸ χέ­ρι της ψη­λὰ καὶ τὸ πα­ρα­τη­ρεῖ γύ­ρω γύ­ρω στὸ φῶς τοῦ λυ­χνα­ριοῦ, μὲ χα­ρὰ μι­κροῦ παι­διοῦ καὶ τὸ θαυ­μά­ζει σἂν κα­νέ­να σπά­νιο καὶ πε­ρί­φη­μο πρᾶμ­μα.

      Ἡ γρῃ­ὰ ἡ κλη­σά­ρισ­σα ἔρ­χε­ται σι­γὰ σι­γά, κά­θε­ται κον­τά της, καὶ ἔ­ξαφ­να κά­νει τσὰκ μί­α, καὶ τῆς τὸ σπά­ζει μὲ τὸ ἄλ­λο κόκ­κι­νο αὐ­γὸ ποὺ εἶ­χε κρυμ­μέ­νο στὸ ἄλ­λο της τὸ χέ­ρι, ξε­καρ­δι­σμέ­νη στὰ γέ­λια γιὰ τὸ κα­τόρ­θω­μά της.

      Τὸ κελ­λί εἶ­ναι μι­σο­σκό­τει­νο. Τὸ λυ­χνά­ρι μό­λις καὶ φέγ­γει. Ζυ­γώ­νουν κον­τὰ κον­τά, μά­γου­λο μὲ μά­γου­λο, τὰ δυ­ὸ γε­ρον­τι­κὰ κε­φά­λια, κά­τα­σπρο τὸ ἕ­να, κα­τά­μαυ­ρο τὸ ἄλ­λο, καὶ φι­λι­οῦν­ται…

 

 

Πη­γή: Δη­μή­τρης Καμ­πού­ρο­γλου, Ἡ Κυ­ρὰ Τρι­σεύ­γε­νη κι ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα, Εἰ­δι­κὴ ἔκ­δο­ση γιὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τὸ «Βῆ­μα», Ἀ­θή­να, 2009 [α΄ ἔκ­δο­ση 1900].

 

Καμ­πού­ρο­γλου Δη­μή­τρης (Ἀ­θή­να, 1854-1942). Ἱ­στο­ρι­ο­δί­φης ἀθηναιογράφος, πε­ζογράφος, ποι­η­τὴς καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Σημαντικότερο ἔργο του ἡ τρί­το­μη Ἱ­στο­ρί­α τῶν Ἀ­θη­ναί­ων (1896).

 

 

Ἀ.Κ. Χριστοδούλου: Ὁ “Σωσίας”, ἕνα ἀριστούργημα

 

 

Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου

 

Ὁ «Σω­σίας», ἕ­να ἀ­ρι­στούρ­γη­μα

 

Ι­ΚΑΙ­Α ΑΥ­ΤΟ ΤΟ Α­ΡΙ­ΣΤΟ­ΥΡ­ΓΗ­ΜΑ εἶ­χε ἀ­πο­σπά­σει τὸ βρα­βεῖ­ο. «Ποι­ός ἦ­ταν ὁ σπου­δαῖ­ος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Σω­σί­α;» ἦ­ταν τὸ με­τέ­ω­ρο ἐ­ρώ­τη­μα στὴ σκέ­ψη τῶν με­λῶν τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς ποὺ εἶ­χε βρα­βε­ύ­σει τὸ θαυ­μά­σιο δι­ή­γη­μα. «Θὰ τὸν γνω­ρί­σου­με ἐ­ξά­παν­τος στὴν τε­λε­τὴ τῆς ἀ­πο­νο­μῆς», σχο­λί­α­σε ὁ Πρό­ε­δρος κλε­ί­ον­τας τὴ συ­νε­δρί­α­ση, ὄ­χι ἀ­σφα­λῶς χω­ρὶς νὰ ὁ­ρί­σει τὴν ἡ­με­ρο­μη­νί­α τῆς ἐκ­δή­λω­σης. Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ ὁ γραμ­μα­τέ­ας τα­χυ­δρό­μη­σε στὴ ὁ­δὸ Τά­δε ἀ­ριθ­μὸς τά­δε, πρό­σκλη­ση πρὸς τὸν ἀ­ξι­ό­τι­μο κύ­ριο Γραμ­μέ­νο Γραμ­με­νό­που­λο, συγ­γρα­φέ­α τοῦ βρα­βευ­μέ­νου «Σω­σί­α», νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ ἐ­νώ­πιον τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ νὰ πα­ρα­λά­βει τὸ βρα­βεῖο. Στὴν ἐ­πι­βλη­τι­κὴ καὶ κα­τά­με­στην αἴ­θου­σα τοῦ νε­ο­κλα­σι­κοῦ με­γά­ρου τῆς Ἐ­ξω­ρα­ϊ­στι­κῆς, ἀ­λη­θι­νοῦ κο­σμή­μα­τος τῆς ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας τῆς πό­λε­ως Βό­λου, τὴν ὁ­ρι­σμέ­νη ἡ­μέ­ρα καὶ ὥ­ρα ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς «Ἑ­νώ­σε­ως Φι­λο­τέ­χνων», τὸ ὄ­νο­μα «Γραμ­μέ­νος Γραμ­με­νό­που­λος» καὶ ἀ­κο­λο­ύ­θως «βρα­βεῖ­ο ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς τέ­χνης διὰ τὸ δι­ή­γη­μα Σω­σί­ας. Πα­ρα­κα­λεῖ­ται ὁ συγ­γρα­φεὺς νὰ προ­σέλ­θει». Βα­θιὰ σι­ω­πὴ δι­α­δέ­χτη­κε τὴν πρό­σκλη­ση τοῦ Προ­έ­δρου. Ὅ­ταν ἡ ἡ­συ­χί­α λί­γο ἤ­θε­λε γιὰ νὰ γυ­ρί­σει σὲ θο­ρυ­βη­μέ­νη ἀ­νη­συ­χί­α, ἤ­χη­σαν ταυ­τό­χρο­να στὰ ἀ­φτιὰ τοῦ ἄ­φω­νου ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου δυ­ὸ πα­ρά­φω­να «πα­ρών» καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ δυ­ὸ νε­α­ροὶ ἔ­σπευ­σαν στὴν ἕ­δρα τοῦ προ­ε­δρε­ί­ου. Ὁ πρῶ­τος, ψη­λὸς καὶ φα­λα­κρὸς μὲ χον­τρὲς δι­ό­πτρες, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι νὰ δε­χτεῖ τὴν τι­μη­τι­κὴ χει­ρα­ψί­α τοῦ Προ­έ­δρου. Τὸν πρό­λα­βε ὅ­μως ὁ δε­ύ­τε­ρος, ἕ­νας κον­τό­χον­τρος σγου­ρο­μάλ­λης μὲ λε­πτὰ μα­το­γυ­ά­λια, ποὺ χο­ύ­φτω­σε μὲ βι­ά­ση τὴν προ­τε­τα­μέ­νη πα­λά­μη, κα­θὼς πε­ρί­με­νε με­τέ­ω­ρη τὴ θερ­μὴ χει­ρα­ψί­α τοῦ πρώ­του. Ταυ­τό­χρο­να ἀ­κο­ύ­στη­κε νὰ λέ­ει: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὁ συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Σω­σί­α». Μιὰ δε­ύ­τε­ρη σι­ω­πὴ δι­α­δέ­χτη­κε τὴν πρώ­τη, ποὺ ὅ­μως δὲν ἄρ­γη­σε νὰ σπά­σει ἀ­πὸ μιὰν ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρα — «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὁ Γραμ­μέ­νος Γραμ­με­νό­που­λος, συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Σω­σί­α». Κα­θὼς οἱ ψυ­χρὲς μορ­φὲς στὰ βι­τρὼ τῶν πα­ρα­θύ­ρων τα­ραγ­μέ­νες ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ σε­ί­ον­ται, ἕ­να παν­δαι­μό­νιο ξέ­σπα­σε στὴν αἴ­θου­σα — χά­χα­να, πα­λα­μά­κια, γέ­λω­τες, κο­ρο­ϊ­δί­ες καὶ ἀ­να­θε­μα­τί­σμα­τα ἐ­ρέ­θι­ζαν τοὺς δυ­ὸ ὑ­πο­θε­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ «Σω­σί­α», ποὺ δι­α­πλη­κτί­ζον­ταν γιὰ τὰ πρω­τεῖ­α σὰ δυ­ὸ κα­ρι­κα­τοῦ­ρες τοῦ Ντω­μι­ὲ μπρὸς στὴν ἕ­δρα ἑ­νὸς Δι­κα­στη­ρί­ου. Δὲν ἄρ­γη­σε ὅ­μως ἡ σι­ω­πὴ νὰ ἐ­πι­βά­λει τὸ κλο­νι­σμέ­νο κύ­ρος της. Ὁ Πρό­ε­δρος ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς δυ­ὸ κυ­ρί­ους καὶ ἔ­λα­βε στὰ χέ­ρια τὶς δυ­ὸ ταυ­τό­τη­τες. Με­τά, μὲ τὸ βλέμ­μα νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο δελ­τί­ο, σκο­ύ­πι­σε ἕ­ναν ψι­λὸ ἱ­δρώ­τα ποὺ εἶ­χε νο­τί­σει τὸ μέ­τω­πό του. Ὅ­λοι τε­λοῦ­σαν σὲ νευ­ρι­κὴ ἀ­δη­μο­νί­α. «Ποι­ός ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο ἦ­ταν ὁ αὐ­θεν­τι­κὸς δη­μι­ουρ­γὸς τοῦ Σω­σί­α;» ἦ­ταν τὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ φτε­ρο­ύ­γι­ζε ἕ­να γύ­ρο στὴν αἴ­θου­σα. Κά­ποι­οι ἄρ­χι­σαν νὰ ξε­ρο­βή­χουν, νὰ χτυ­ποῦν στὰ κα­θί­σμα­τα τὰ πα­πο­ύ­τσια, ὁ Πρό­ε­δρος ὅ­μως ἀ­φη­ρη­μέ­νος ἔ­μοια­ζε νὰ πα­ρα­δέρ­νει στὰ χα­μέ­να. Οἱ δυ­ὸ ἀν­τί­δι­κοι συγ­γρα­φεῖς πε­ρί­με­ναν μὲ ἀ­γω­νί­α τὸ δί­κιο του ὁ κα­θεὶς ἀ­πὸ τὴν κρί­ση τοῦ πε­λα­γω­μέ­νου ἀν­θρώ­που. Μά­ται­α ὅ­μως. Ὁ ἀν­τι­πρό­ε­δρος στὸ τέ­λος ἄ­σκυ­ψε στὸ ἀ­φτὶ τοῦ προ­έ­δρου καὶ κά­τι ψι­θύ­ρι­σε, ποὺ κα­τα­τρό­μα­ξε τὸ δύ­στυ­χο· τό­σο μά­λι­στα ὅ­πως ἕ­νας ἐ­φι­άλ­της ποὺ γκρε­μί­ζει ἕ­ναν κοι­μι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι κα­τα­γῆς. Τὴν ἄλ­λη στιγ­μὴ ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος, μὲ τὶς δυ­ὸ ταυ­τό­τη­τες στὰ χέ­ρια, καὶ εἶ­πε μὲ συν­τε­τριμ­μέ­νη φω­νή: «Κύ­ριοι, καὶ τὰ δύ­ο δελ­τί­α φέ­ρουν ἀ­κρι­βῶς τὶς ἴ­δι­ες ἐγ­γρα­φές, ὀ­νό­μα­τα, δι­ευ­θύν­σεις καὶ λοι­πὰ στοι­χεῖ­α. Δὲν μπο­ρῶ νὰ δι­α­νο­η­θῶ πε­ρί­πτω­ση πλα­στο­γρα­φί­ας. Ὡς ἐκ το­ύ­του ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ δι­α­κρί­νει τὸν ἀ­λη­θι­νὸ δη­μι­ουρ­γὸ τοῦ Σω­σία. Λυ­ποῦ­μαι, ἀλ­λὰ οἱ ταυ­τό­τη­τες δὲν εἶ­ναι πλέ­ον ἀ­σφα­λὴς τρό­πος ἀ­πο­δε­ί­ξε­ως τῆς αὐ­θεν­τι­κό­τη­τος ἑ­νὸς ἀ­τό­μου. Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση, ἐ­ξ ἀ­φορ­μῆς τῆς φαρ­σο­κω­μω­δί­ας ποὺ γε­λοι­ο­πο­ί­η­σε τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τοῦ πα­ρόν­τος θε­σμοῦ, πὼς τὰ ὀ­νό­μα­τα, —ὅ­λα τὰ ὀ­νό­μα­τα, κύ­ριοι,— εἶ­ναι ἁ­πλὰ ψευ­δώ­νυ­μα. Δὲν ξέ­ρου­με ποι­ὸς ἀ­κρι­βῶς κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς κου­ίν­τες. Προ­τε­ί­νω λοι­πὸν τὸ βρα­βεῖ­ο νὰ δο­θεῖ στὸ Σω­σί­α, τὸν μό­νο αὐ­θεν­τι­κὸ ἥ­ρω­α τῆς πα­ρο­ύ­σης ἰ­λα­ρο­τρα­γω­δί­ας. Γιὰ τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ὁ συγ­γρα­φεὺς πρὸς τὸ πα­ρὸν θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πών. Εἶ­ναι φυ­σι­κό, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, τὸ βρα­βεῖ­ο νὰ πα­ρα­με­ί­νει μα­ζὶ μὲ τὸ βι­βλί­ο στὰ ἀ­ζή­τη­τα τῆς Ἑ­νώ­σε­ως. Λυ­ποῦ­μαι, ἀλ­λὰ ὁ θε­σμὸς τῆς ἀ­πο­νο­μῆς βρα­βε­ί­ων κα­ταρ­γεῖ­ται.» Ἕ­να σο­ύ­σου­ρο ἀ­πὸ πνι­χτὲς βρι­σι­ές, εἰ­ρω­νι­κὰ μει­δι­ά­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ κά­ποι­ες ἀ­συμ­μά­ζευ­τες ὀρ­γί­λες κραυ­γὲς συ­νό­δευ­σαν τὰ μέ­λη τῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς ποὺ ἀ­πο­χω­ροῦ­σαν, ἐ­νῶ οἱ δυ­ὸ συν­τε­τριμ­μέ­νοι ὑ­πο­θε­τι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς τρα­βοῦ­σαν χω­ρι­στὰ πρὸς τὶς ἐ­ξό­δους μὲ ἄ­γρια καὶ φα­νε­ρὴ ἡ­δο­νὴ ὁ ἕ­νας γιὰ τὴ συν­τρι­βὴ τοῦ ἄλ­λου καὶ ἀ­μοι­βα­ί­α ὀ­δύ­νη γιὰ τὴν κοι­νὴ ἀ­τι­μω­τι­κή τους στέ­ρη­ση.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀ­νέκ­δο­τη συλ­λο­γὴ διη­γη­μά­των Πρό­τυ­πον Φυ­το­κο­μεῖ­ον. Πρώ­τη δημοσί­ε­ση.

 

Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου. (Βό­λος, 1943). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο, μετά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ δι­κη­γό­ρη­σε στὸ Βό­λο. Ἀπό τὶς ἀρχὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἀφο­σιώ­θη­κε στὴ με­λέ­τη καὶ στὴ με­τά­φρα­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἀγγλό­φω­νης λο­γοτε­χνί­ας. Με­τέ­φρα­σε τὸν Μό­μπι-Ντίκ τοῦ Χέρ­μαν Μέλ­βιλ. Κε­με­νά του δη­μο­σιεύ­τη­καν στὰ πε­ριο­δικὰ Ἀντί, Δια­βά­ζω, Θέ­μα­τα Λο­γο­τε­χνί­ας κ.ἄ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ποι­ή­μα­τα (1971).

 

Ρόμπερτ Φόξ (Robert Fox): Παραμύθι

 

 

Ρόμπερτ Φόξ (Robert Fox)

 

Παραμύθι

(A Fable)

 

ΝΕΑΡΟΣ ἦ­ταν φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νος καὶ κα­λον­τυ­μέ­νος. Ἦ­ταν Δευ­τέ­ρα, νω­ρὶς τὸ πρω­ί, ὅ­ταν ἐ­πι­βι­βά­στη­κε στὸν ὑ­πό­γει­ο σι­δη­ρό­δρο­μο. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη μέ­ρα τῆς πρώ­της του δου­λειᾶς καὶ ἔ­νι­ω­θε ἀ­μή­χα­να: δὲν ἤ­ξε­ρε ἀ­κρι­βῶς ποι­ὰ θὰ ἦ­ταν ἡ δου­λειά του. Κα­τὰ τ’ ἄλ­λα ἔ­νι­ω­θε ὑ­πέ­ρο­χα. Ἀ­γα­ποῦ­σε τοὺς πάν­τες στὸ δρό­μο καὶ ὅ­λους ποὺ ἔμ­παι­ναν στὸ τρέ­νο, καὶ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν κό­σμο για­τί ἦ­ταν μιὰ ὄ­μορ­φη ἀ­νέ­φε­λη μέ­ρα, ἡ πρώ­τη τῆς πρώ­της του δου­λειᾶς.

       Χω­ρὶς νὰ κλο­τσή­σει κα­νέ­ναν, ὁ νε­α­ρὸς κα­τά­φε­ρε νὰ βρεῖ μιὰ θέ­ση στὸ τρέ­νο γιὰ τὸ Μαν­χά­ταν. Ὁ συρ­μὸς γέ­μι­σε γρή­γο­ρα: ὁ νε­α­ρὸς κοί­τα­ξε γύ­ρω του, τοὺς ὄρ­θιους ποὺ θὰ ἤ­θε­λαν νὰ κά­θον­ται αὐ­τοὶ στὴ θέ­ση του. Ἀ­νά­με­σά τους ἦ­ταν μιὰ μη­τέ­ρα καὶ μιὰ κό­ρη ποὺ εἶ­χαν βγεῖ γιὰ ψώ­νια. Ἡ κό­ρη, μιὰ ὄ­μορ­φη ξαν­θιὰ κο­πέ­λα μὲ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα, τοῦ τρά­βη­ξε ἀ­μέ­σως τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον.

      «Σὲ κοι­τά­ζει», ψι­θύ­ρι­σε ἡ μη­τέ­ρα στὴν κό­ρη.

      «Ναί, μη­τέ­ρα, νι­ώ­θω πο­λὺ ἄ­βο­λα. Τί νὰ κά­νω;»

      «Σὲ ἔ­χει ἐ­ρω­τευ­τεῖ.»

      «Μὲ ἔ­χει ἐ­ρω­τευ­τεῖ; Μὰ ποῦ τὸ κα­τά­λα­βες;»

      «Ἡ μη­τέ­ρα σου εἶ­μαι.»

      «Καὶ τί νὰ κά­νω;»

      «Τί­πο­τα. Θὰ προ­σπα­θή­σει νὰ σοῦ μι­λή­σει. Ἂν τὸ κά­νει, ἀ­πάν­τη­σέ του. Νὰ εἶ­σαι εὐ­γε­νι­κή. Μι­κρὸ ἀ­γό­ρι εἶ­ναι ἀ­κό­μα.»

      Τὸ τρέ­νο ἔ­φτα­σε στὸ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὸ κέν­τρο καὶ κα­τέ­βη­καν πολ­λοὶ ἐ­πι­βά­τες. Ἄ­δεια­σαν θέ­σεις καὶ τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὴ μη­τέ­ρα της κά­θι­σαν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν νε­α­ρό. Αὐ­τὸς συ­νέ­χι­σε νὰ κοι­τά­ζει τὸ κο­ρί­τσι καὶ αὐ­τὴ κοί­τα­ζε κά­θε τό­σο νὰ δεῖ ἂν τὴν κοι­τοῦ­σε.

      Ὁ νε­α­ρὸς ἔ­δω­σε τὴ θέ­ση του σ’ ἕ­ναν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο κύ­ριο, μιὰ κα­λὴ δι­και­ο­λο­γί­α νὰ στα­θεῖ ὄρ­θιος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὴ μη­τέ­ρα. Αὐ­τὲς ἀν­τάλ­λασ­σαν ψι­θυ­ρι­στὲς κου­βέν­τες καὶ ὅ­λο κοι­τοῦ­σαν πρὸς τὸ μέ­ρος του. Σὲ μιὰ ἄλ­λη στά­ση ἄ­δεια­σε τὸ κά­θι­σμα δί­πλα στὸ κο­ρί­τσι καὶ ὁ νε­α­ρὸς μπο­ρεῖ νὰ κοκ­κί­νι­σε ἀλ­λὰ ἔ­σπευ­σε νὰ κα­θί­σει ἐ­κεῖ.

      «Τὸ ἤ­ξε­ρα», ψι­θύ­ρι­σε ἡ μη­τέ­ρα μέ­σα ἀ­πὸ τὰ δόν­τια της. «Τὸ ἤ­ξε­ρα, τὸ ἤ­ξε­ρα.»

      Ὁ νε­α­ρὸς ξε­ρό­βη­ξε καὶ σκούν­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι. Αὐ­τὴ πε­τά­χτη­κε ξαφ­νι­α­σμέ­νη.

      «Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε», τῆς εἶ­πε. «Εἶ­στε πο­λὺ ὡ­ραί­α κο­πέ­λα.»

      «Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ», τοῦ εἶ­πε αὐ­τή.

      «Μὴν τοῦ μι­λᾶς», τῆς εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα της. «Μὴν τοῦ ἀ­παν­τᾶς. Σὲ προ­ει­δο­ποι­ῶ. Πί­στε­ψέ με».

      «Σὲ ἔ­χω ἐ­ρω­τευ­τεῖ», εἶ­πε αὐ­τὸς στὸ κο­ρί­τσι.

      «Δὲν σὲ πι­στεύ­ω», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τή.

      «Μὴν τοῦ ἀ­παν­τάς», τῆς εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα της.

      «Ἀ­λή­θεια σοῦ λέ­ω», ἐ­πέ­μει­νε αὐ­τός. «Μά­λι­στα εἶ­μαι τό­σο ἐ­ρω­τευ­μέ­νος ποὺ θέ­λω νὰ σὲ παν­τρευ­τῶ.»

      «Δου­λειὰ ἔ­χεις;» τὸν ρώ­τη­σε αὐ­τή.

      «Ναί, σή­με­ρα εἶ­ναι ἡ πρώ­τη μέ­ρα. Πη­γαί­νω στὸ Μαν­χά­ταν νὰ ξε­κι­νή­σω σή­με­ρα».

      «Τί δου­λειὰ θὰ κά­νεις;» τὸν ρώ­τη­σε.

      «Δὲν ξέ­ρω ἀ­κρι­βῶς», τῆς εἶ­πε. «Δὲν ἄρ­χι­σα ἀ­κό­μα, βλέ­πεις.»

      «Συ­ναρ­πα­στι­κὸ ἀ­κού­γε­ται», εἶ­πε αὐ­τή.

      «Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη μου δου­λειά, ἀλ­λὰ θὰ ἔ­χω δι­κό μου γρα­φεῖο καὶ θὰ περ­νᾶ­νε πολ­λὰ χαρ­τιὰ ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου καὶ θὰ τὰ κου­βα­λά­ω μὲ ἕ­να χαρ­το­φύ­λα­κα καὶ θὰ παίρ­νω κα­λὰ λε­φτὰ καὶ θὰ φτά­σω ψη­λά.»

      «Σ’ ἀ­γα­πῶ», τοῦ εἶ­πε αὐ­τή.

      «Θὰ μὲ παν­τρευ­τεῖς;»

      «Δὲν ξέ­ρω. Πρέ­πει νὰ ρω­τή­σω τὴ μη­τέ­ρα μου.»

      Ὁ νε­α­ρὸς ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὴ μη­τέ­ρα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ. Ἀ­φοῦ κα­θά­ρι­σε κα­λὰ κα­λὰ τὸ λαι­μό του, τῆς εἶ­πε: «Μπο­ρῶ νὰ ἔ­χω τὴν τι­μὴ νὰ ζη­τή­σω τὸ χέ­ρι τῆς κό­ρης σας;­», ἀλ­λὰ ὁ θό­ρυ­βος τοῦ τρέ­νου σκέ­πα­σε τὰ λό­για του.

      Ἡ μη­τέ­ρα σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα καὶ τὸν κοί­τα­ξε. «Τί;» τοῦ εἶ­πε. Οὔ­τε αὐ­τὸς μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κού­σει, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν κί­νη­ση τῶν χει­λι­ῶν της καὶ ἀ­πὸ τὴν σύ­σπα­ση τοῦ προ­σώ­που της κα­τά­λα­βε ὅ­τι τὸν ρώ­τη­σε «Τί;­».

      Τὸ τρέ­νο στα­μά­τη­σε σ’ ἕ­να σταθ­μό.

      «Μπο­ρῶ νὰ ἔ­χω τὴν τι­μὴ νὰ ζη­τή­σω τὸ χέ­ρι τῆς κό­ρης σας;» εἶ­πε φω­να­χτά, λη­σμο­νών­τας ὅ­τι εἶ­χε στα­μα­τή­σει ὁ θό­ρυ­βος τοῦ τρέ­νου.

      Ὅ­λοι οἱ ἐ­πι­βά­τες τοῦ τρέ­νου τὸν κοί­τα­ξαν, χα­μο­γέ­λα­σαν καὶ χει­ρο­κρό­τη­σαν.

      «Τρε­λά­θη­κες;» ρώ­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα. Τὸ τρέ­νο ξε­κί­νη­σε πά­λι. «Τί;» τὴ ρώ­τη­σε.

      «Για­τί θὲς νὰ τὴν παν­τρευ­τεῖς;» τὸν ρώ­τη­σε.

      «Μά, εἶ­ναι ὄ­μορ­φη – θέ­λω νὰ πῶ, τὴν ἔ­χω ἐ­ρω­τευ­τεῖ.»

      «Μό­νο αὐ­τό;»

      «Ἔ­τσι νο­μί­ζω», εἶ­πε. «Χρει­ά­ζε­ται κά­τι πα­ρα­πά­νω;»

      «Ὄ­χι, συ­νή­θως ὄ­χι», εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα. «Ἐρ­γά­ζε­σαι κά­που;»

      «Ναί, ἐρ­γά­ζο­μαι. Μά­λι­στα γι’ αὐ­τὸ πη­γαί­νω τό­σο νω­ρὶς στὸ Μαν­χά­ταν. Σή­με­ρα εἶ­ναι ἡ πρώ­τη μέ­ρα τῆς πρώ­της μου δου­λειᾶς.»

      «Συγ­χα­ρη­τή­ρια», εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα.

      «Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ», ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τός. «Μπο­ρῶ νὰ παν­τρευ­τῶ τὴν κό­ρη σας;»

      «Ἔ­χεις αὐ­το­κί­νη­το;»

      «Ὄ­χι ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ εἶ­ναι βέ­βαι­ο ὅ­τι σύν­το­μα θὰ ἀ­πο­κτή­σω. Καὶ σπί­τι.»

      «Καὶ σπί­τι;»

      «Μὲ πολ­λὰ δω­μά­τια.»

      «Ναί, αὐ­τὸ πε­ρί­με­να ὅ­τι θὰ ἔ­λε­γες», συ­νέ­χι­σε ἐ­κεί­νη. Γύ­ρι­σε πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς κό­ρης της. «Τὸν ἀ­γα­πᾶς;»

      «Ναί, μη­τέ­ρα, τὸν ἀ­γα­πῶ.»

      «Για­τί;»

      «Για­τί εἶ­ναι κα­λὸς καὶ τρυ­φε­ρὸς καὶ εὐ­γε­νι­κός.»

      «Εἶ­σαι σί­γου­ρη;»

      «Εἶ­μαι.»

      «Τό­τε τὸν ἀ­γα­πᾶς πραγ­μα­τι­κά.»

      «Ναί».

      «Εἶ­σαι σί­γου­ρη ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­γα­πή­σεις καὶ νὰ θὲς νὰ παν­τρευ­τεῖς;»

      «Ὄ­χι, μη­τέ­ρα», εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.

      «Ὡ­ραῖ­α, λοι­πόν», εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα στὸν νε­α­ρό. «Φαί­νε­ται ὅ­τι ἐ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ κά­νω κά­τι γι’ αὐ­τό. Ξα­να­ρώ­τα την.» Τὸ τρέ­νο στα­μά­τη­σε.

      «Πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νη μου», εἶ­πε αὐ­τός, «θὰ μὲ παν­τρευ­τεῖς;»

      «Ναί», τοῦ εἶ­πε αὐ­τή. Ὅ­λοι οἱ ἐ­πι­βά­τες τοῦ βα­γο­νιοῦ χα­μο­γέ­λα­σαν καὶ χει­ρο­κρό­τη­σαν.

      «Δὲν εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χη ἡ ζω­ή;» εἶ­πε ὁ νε­α­ρὸς στὴ μη­τέ­ρα.

      «Πα­νέ­μορ­φη», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τή.

      Ὁ εἰ­σπρά­κτο­ρας κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸ χώ­ρι­σμα ἀ­νά­με­σα στὰ βα­γό­νια καί, κα­θὼς ξε­κι­νοῦ­σε πά­λι τὸ τρέ­νο, ἔ­φτια­ξε τὴ σκου­ρό­χρω­μη γρα­βά­τα του καὶ τοὺς πλη­σί­α­σε κρα­τών­τας ἕ­να ἐ­πί­ση­μο μαῦ­ρο βι­βλί­ο.

 

[Ἡ δρα­μα­το­ποί­η­ση πε­ζο­γρα­φικῶν κει­μέ­νων ποὺ τὰ τε­λευ­ταῖα ἔτη σα­ρώ­νει τὴ ἑλλη­νικὴ θε­α­τρικὴ σκη­νή (ἀπο­μέ­νει ὁ τη­λε­φωνικὸς κα­τά­λο­γος) ἔχει τὸ προ­η­γού­με­νό της στὴν δια­δε­δο­μέ­νη πρα­κτικὴ τοῦ δια­δι­κτύ­ου ἐρα­σι­τέ­χνες καὶ νέοι καλ­λι­τέ­χνες νὰ δρα­ματο­ποιοῦν γνω­στὰ καὶ ἄγνω­στα μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα. Ἕνα φαι­νό­με­νο ποὺ πε­ριλαμ­βά­νει ἐξαι­ρε­τικὰ δείγ­μα­τα, ὅπως τὸ «Ρο­χέ­λιο» τοῦ Γκι­γέρ­μο Ἀρριά­γα ποὺ ἀναρ­τή­σα­με ἐδῶ, ἕως τὸ πα­ρακά­τω ἐρα­σι­τε­χνικὸ βί­ντε­ο ποὺ πα­ρα­θέ­του­με γιὰ τὴν τεκ­μη­ρί­ω­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου (γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῶν δια­λόγων πα­ρα­θέ­του­με καὶ τὸ ἀγ­γλι­κὸ πρω­τό­τυ­πο):

 

R­o­b­e­rt F­ox

 

A Fable

 

THE YOUNG MAN was clean shaven and neatly dressed. It was early Monday morning and he got on the subway. It was the first day of his first job and he was slightly nervous; he didn’t know exactly what his job would be. Otherwise he felt fine. He loved everybody he saw. He loved everybody on the street and everybody disappearing into the subway, and he loved the world because it was a fine clear day and he was starting his first job.

       Without kicking anybody, the young man was able to find a seat on the Manhattan-bound train. The car filled quickly and he looked up at the people standing over him envying his seat. Among them were a mother and daughter who were shopping. The daughter was a beautiful girl with blond hair and soft-looking skin, and he was immediately attracted to her.

      “He’s staring at you,” the mother whispered to the daughter.

      “Yes, Mother, I feel so uncomfortable. What shall I do?”

      “He’s in love with you.”

      “In love with me? How can you tell?”

      “Because I’m your mother.”

      “But what shall I do?”

      “Nothing. He’ll try to talk to you. If he does, answer him, be nice to him. He’s only a boy.”

      The train reached the business district and many people got off. The girl and her mother found seats opposite the young man. He continued to look at the girl who occasionally looked to see if he was looking at her.

      The young man found a good pretext for standing in giving his seat to an elderly woman. He stood over the girl and her mother. They whispered back and forth and looked up at him. At another stop the seat next to the girl was vacated, and the young man blushed but quickly took it. “I knew it,” the mother said between her teeth. “I knew it, I knew it.”

      The young man cleared his throat and tapped the girl. She jumped.

      “Pardon me,” he said. “You’re a very pretty girl.”

      “Don’t talk to him,” her mother said. “Don’t answer him. I’m warning you. Believe me.”

      “I’m in love with you,” he said to the girl.

      “I don’t believe you,” the girl said.

      “Don’t answer him,” the mother said.

      “I really do,” he said. “In fact, I’m so much in love with you that I want to marry you.”

      “Do you have a job?” she said.

      “Yes, today is my first day. I’m going to Manhattan to start my first day of work.”

      “What kind of work will you do?” she asked.

      “I don’t know exactly,” he said. “You see, I didn’t start yet.”

      “It sounds exciting,” she said.

      “It’s my first job, but I’ll have my own desk and handle a lot of papers and carry them around in a briefcase, and it will pay well,” and I’ll work my way up.”

      “I love you,” she said.

      “Will you marry me?”

      “I don’t know. You’ll have to ask my mother.”

      The young man rose from his seat and stood before the girl’s mother. He cleared his throat very carefully for a long time. “May I have the honor of having your daughter’s hand in marriage?” he said, but he was drowned out by the subway noise.

      The mother looked up at him and said, “What?” He couldn’t hear her either, but he could tell by the movement of her lips and by the way her face wrinkled up that she said, What.

      The train pulled to a stop.

      “May I have the honor of having your daughter’s hand in marriage!” he shouted, not realizing there was no subway noise. Everybody on the train looked at him, smiled, and then they all applauded.

      “Are you crazy?” the mother asked.

      The train started again.

      “What?” he said.

      “Why do you want to marry her?” she asked.

      “Well, she’s pretty — I mean, I’m in love with her.”

      “Is that all?”

      “I guess so,” he said. “Is there supposed to be more?”

      “No. Not usually,” the mother said. “Are you working?”

      “Yes. As a matter of fact, that’s why I’m going to Manhattan so early. Today is the first day of my first job.”

      “Congratulations,” the mother said.

      “Thanks,” he said. “Can I marry your daughter?”

      “Do you have a car?” she asked.

      “Not yet,” he said. “But I should be able to get one pretty soon. And a house, too.”

      “A house?”

      “With lots of rooms.”

      “Yes, that’s what I expected you to say,” she said. She turned to her daughter. “Do you love him?”

      “Yes, Mother, I do.”

      “Why?”

      “Because he’s good, and gentle, and kind.”

      “Are you sure?”

      “Yes.”

      “Then you really love him.”

      “Yes.”

      “Are you sure there isn’t anyone else you might love and might want to marry?”

      “No, Mother,” the girl said.

      “Well, then,” the mother said to the young man. “Looks like there’s nothing I can do about it. Ask her again.”

      The train stopped.

      “My dearest one,” he said, “will you marry me?”

      “Yes,” she said.

      Everybody in the car smiled and applauded.

      “Isn’t life wonderful?” the boy asked the mother.

      “Beautiful,” the mother said.

      The conductor climbed down from between the cars as the train started up and, straightening his dark tie, approached them with a solemn black book in his hand.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ The Mid­western U­ni­ver­si­ty Quar­ter­ly, 1966, ἀρ. 3. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

Ρό­μπερ­τ Φόξ (R­o­b­e­rt F­ox). Δια­μέ­νει στὸ Κο­λό­μπους τοῦ Ὀχά­ιο. Γρά­φει καὶ δη­μο­σιεύει πε­ζο­γρα­φί­α γιὰ πά­νω ἀπὸ τρεῖς δε­κα­ε­τί­ες. Τὸ 1987 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ ἔργο του Tlar & Codpol: The Last American RevolutionConfessions of a Dead Politician. Two novels dy Robert Fox. Ὁ Φὸξ γρά­φει ἐπί­σης καὶ παί­ζει μπλοὺζ καὶ ἔχει κυ­κλοφο­ρή­σει ἕνα CD μὲ τί­τλο Primary Blues. Εἶναι συ­ντο­νι­στὴς ἑνὸς προ­γράμ­μα­τος λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ τὸ Συμ­βού­λιο Τε­χνῶν τοῦ Ὀχά­ιο, καὶ ἱδρυτὴς (1973) τοῦ ἐκδο­τι­κοῦ «Carpenter Press». Γιὰ τὰ ὑπέρ­μι­κρα δι­η­γή­μα­τά του δη­λώ­νει: «Οἱ προ­σπά­θειές μου ἐμπνέ­ο­νται ἀπὸ ἕνα ἀπί­θα­νο μίγ­μα συγγρα­φέ­ων: Σα­ρο­γιάν, Μπα­μπέλ, καὶ Μπόρ­χες.»

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νί­κος Λίγ­γρης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1948) Λε­ξι­κο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν βι­βλί­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Δί­δα­ξε ἀγ­γλι­κά, δού­λε­ψε στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ B­BC, ἔ­χει κά­νει ὅ­λα σχε­δὸν τὰ εἴ­δη τῆς με­τά­φρα­σης, καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια βο­η­θᾶ με­τα­φρα­στὲς μέ­σῳ ἑ­νὸς με­τα­φρα­στι­κοῦ φό­ρουμ ποὺ ἔ­χει ἱ­δρύ­σει. Οἱ με­τα­φρά­σεις του ἔ­γι­ναν στὸ μο­νο­το­νι­κὸ καὶ πο­λυ­το­νί­στη­καν σύμ­φω­να μὲ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ.

 

Φωτογραφία: Πίνακας τοῦ Κestutis Κasparavicius.

 

Θοδωρῆς Τσάκωνας: Τὸ δῶρο

 

 

 

Θο­δω­ρῆς Τσά­κω­νας

 

Τὸ δῶ­ρο

   

ΖΟ­ΖΕΦ ἦ­ταν ἕ­νας σα­ραν­τά­ρης Γάλ­λος ποὺ ζοῦ­σε τὰ δέ­κα τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια στὴν Ἑλ­λά­δα. Μοῦ ἔ­κα­νε ἰ­δι­αί­τε­ρο μά­θη­μα Γαλ­λι­κῶν στὸ σπί­τι. Ἀ­θλη­τι­κὸς τύ­πος, δὲν ταί­ρια­ζε ἀ­πό­λυ­τα μὲ τὴ θεί­α Μά­φτα τὴν ἀ­δελ­φὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­χαν ἤ­δη μέ­χρι τό­τε συμ­πλη­ρώ­σει δέ­κα μῆ­νες μα­ζί.

       Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω, τί συ­νέ­βαι­νε μὲ τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ τὴν ὥ­ρα τοῦ μα­θή­μα­τος κα­τα­πι­α­νό­ταν μὲ δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ. Τὴ μιὰ νὰ φτιά­ξει ἕ­να γλυ­κό, ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο φα­γη­τὸ καὶ ὅ­τι ἀ­πί­θα­νο τῆς κα­τέ­βαι­νε καὶ τὴν ἄλ­λη νὰ κα­θα­ρί­σει, ἀ­κό­μη καὶ νὰ σφουγ­γα­ρί­σει. Ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος χρό­νος εἶ­χε πε­ρά­σει, μὲ τὰ πή­γαι­ν’-ἔ­λα τὴν ὥ­ρα τοῦ μα­θή­μα­τος νὰ μὴν ἔ­χουν στα­μα­τη­μό. Ὁ τρό­πος της, οἱ κου­βέν­τες της, μοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν ἄ­σχη­μα συ­ναι­σθή­μα­τα ἀ­πέ­ναν­τί της. Γι­νό­ταν γε­λοί­α καὶ ἀ­πο­ροῦ­σα ποὺ δὲν τὸ ἔ­βλε­πε. Μι­σὴ ὥ­ρα πρὶν ἔρ­θει ὁ Ζο­ζὲφ στὸ σπί­τι, ἔ­πρε­πε νὰ φτια­χτεῖ, νὰ εἶ­ναι πε­ρι­ποι­η­μέ­νη, νὰ προ­σέ­ξει τί θὰ βά­λει. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι, πὼς ὅ,­τι φό­ρα­γε δὲν ἦ­ταν πο­τὲ προ­κλη­τι­κό. Ὅ­μως, ὅ­σο ζοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας μου, δὲν τὴν εἶ­χα δεῖ πο­τὲ νὰ ντύ­νε­ται ἔ­τσι καὶ νὰ δί­νει τό­ση ση­μα­σί­α στὴν ἐμ­φά­νι­σή της. Καὶ ὅ­σο ὁ Ζο­ζὲφ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα καὶ χα­μό­γε­λο, τό­σο πιὸ πο­λὺ ἐ­γὼ ἐ­κνευ­ρι­ζό­μουν καὶ ἐ­πα­να­στα­τοῦ­σα.

      Δὲν τῆς εἶ­πα τί­πο­τε. Μὲ εἶ­χε ὅ­μως φέ­ρει σὲ ση­μεῖ­ο νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ἐ­νο­χὲς γιὰ λο­γα­ρια­σμό της, ἀ­πέ­ναν­τι στὴ θεί­α Μά­φτα. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ μι­λή­σω στὴ θεί­α μου. «Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, θὰ τὸ κα­νο­νί­σω ἐ­γώ», μοῦ εἶ­πε χα­μο­γε­λών­τας ἐ­κεί­νη.

      Ἀ­πὸ τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας ἑ­βδο­μά­δα, οἱ δρα­στη­ρι­ό­τη­τες τῆς μη­τέ­ρας μου, πε­ρι­ο­ρί­στη­καν στὰ ὑ­πνο­δω­μά­τια καὶ στὸ σα­λό­νι. Τὸ μά­θη­μά μας γι­νό­ταν πο­λὺ πιὸ ἄ­νε­τα. Μπο­ρού­σα­με νὰ γε­λά­σου­με μὲ τὰ ἀ­στεῖ­α ποὺ μοῦ ἔ­λε­γε ὁ Ζο­ζὲφ καὶ νὰ κι­νού­μα­στε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἄ­νε­τα. Πα­ρὰ τὴ δι­α­φο­ρὰ τῆς ἡ­λι­κί­ας μας, τὸν ἔ­βλε­πα σὰν ἕ­ναν ἄν­θρω­πο δι­κό μου, πο­λὺ κον­τι­νό. Τὰ μα­θή­μα­τά μας, ἀ­κό­μη καὶ ἡ μη­τέ­ρα μου τὸ ἔ­βλε­πε, προ­χω­ροῦ­σαν χω­ρὶς πί­ε­ση ὅ­λο καὶ πιὸ εὐ­χά­ρι­στα. Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­ά­στη­μα μά­λι­στα, ὁ Ζο­ζὲφ ἔ­με­νε ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα πα­ρα­πά­νω. Συ­ζη­τού­σα­με, ρώ­τα­γε, ἄ­κου­γε τὶς ἀ­πό­ψεις μου. Στὸ βλέμ­μα του ἔ­βλε­πα ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον, πράγ­μα πρω­τό­γνω­ρο ποὺ αἰ­σθα­νό­μουν νὰ μὲ κο­λα­κεύ­ει.

 

      Ἐ­κεί­νη τὴν Τρί­τη, συμ­πλή­ρω­να τὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα. Τὸ βρά­δυ με­τὰ τὸ μά­θη­μα μὲ τὸν Ζο­ζέφ, θὰ ἐρ­χό­ταν καὶ ἡ θεί­α Μά­φτα νὰ γι­ορ­τά­σου­με τὰ γε­νέ­θλιά μου ὅ­λοι μα­ζί. Οἰ­κο­γε­νεια­κά.

      Στὶς ἕ­ξι τὸ ἀ­πό­γευ­μα χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι. Ὁ Ζο­ζὲφ κρα­τοῦ­σε ἕ­να μπου­κά­λι κρα­σί. «V­oi la», τὸ σή­κω­σε ψη­λά. «Χγό­νια πολ­λά», μᾶς ἀγ­κά­λια­σε. «Μεγ­σὶ μπο­κού», ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα μου —γε­λά­σα­με— καὶ συ­νέ­χι­σε, «Πε­τά­γο­μαι μέ­χρι τὸ s­u­p­er mar­ket καί… ἐ­πι­στρέ­φω».

 

      Κα­θί­σα­με στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α. Δὲν εἶ­χα κα­μί­α ὄ­ρε­ξη γιὰ μά­θη­μα. Ἦ­ταν εὐ­και­ρί­α. Ἔ­βγα­λα τὸ οὐ­ί­σκι καὶ γέ­μι­σα ἕ­να πο­τή­ρι. Στὴν ἀρ­χὴ δί­στα­σε. Τὸν κα­θη­σύ­χα­σα. Ἡ μη­τέ­ρα μου θὰ ἀρ­γοῦ­σε. Ἡ δι­ά­θε­σή μου τὸν πα­ρέ­συ­ρε. Σχε­δὸν ἀ­μέ­σως τοῦ γέ­μι­σα τὸ δεύ­τε­ρο. Ἄρ­χι­σε νὰ μοῦ λέ­ει γιὰ πράγ­μα­τα ποὺ σκε­φτό­ταν στὴν ἡ­λι­κί­α μου, γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ ἔ­κα­νε, τὴν δι­ά­θε­σή του νὰ τα­ξι­δέ­ψει, νὰ γνω­ρί­σει πό­λεις, ἀν­θρώ­πους, νὰ νοι­ώ­σει ἐ­λεύ­θε­ρος, νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ. Πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ἄ­κου­γα νὰ μι­λά­ει μὲ τέ­τοι­ο πά­θος. Τὰ μά­γου­λά του κοκ­κί­νι­ζαν. Τὰ μά­τια του ἔ­λαμ­παν καὶ ὁ ἐν­θου­σια­σμός του τὸν ἔ­κα­νε ὅ­λο καὶ πιὸ φω­τει­νό.

      Τοῦ ἔ­βα­λα καὶ τρί­το πο­τό. Δὲν εἶ­χα κα­μί­α ἀμ­φι­βο­λί­α. Ἦ­ταν ὁ ἄν­δρας ποὺ κά­θε γυ­ναί­κα θὰ ἤ­θε­λε, για­τί ὄ­χι καὶ ἡ μά­να μου σκε­φτό­μουν, κα­θὼς τῆς συγ­χω­ροῦ­σα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὶς πε­ρί­ερ­γες συμ­πε­ρι­φο­ρές της ἀ­πέ­ναν­τί του. Ἔ­τσι ἤ­θε­λα νὰ γί­νω κι ἐ­γώ. Σὰν ἐ­κεῖ­νον. Ἡ φι­λί­α του ἦ­ταν μιὰ ἁ­πλό­χε­ρη, ἄ­νευ ὅ­ρων προ­σφο­ρὰ γιὰ μέ­να. Δὲν εἶ­χε κα­μί­α ση­μα­σί­α τὸ ὅ­τι ἦ­ταν εἰ­κο­σι­πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος. Ἀν­τι­θέ­τως. Μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον τὸν ἀ­νε­κτί­μη­το φί­λο, ἀ­να­κά­λυ­πτα τὸ χα­μέ­νο μου ἀν­δρι­κὸ πρό­τυ­πο. Ἔ­νοιω­θα νὰ με­γα­λώ­νω δί­πλα του καὶ τοῦ τὸ ὄ­φει­λα. 

      Μι­λοῦ­σε καὶ μὲ κοί­τα­ζε στὰ μά­τια, κα­θὼς ση­κώ­θη­κα. Ξε­χεί­λι­ζα ἀ­πὸ θαυ­μα­σμό. Ἦ­ταν ἰ­δα­νι­κὴ εὐ­και­ρί­α, νὰ τοῦ προ­σφέ­ρω τὸ δῶ­ρο ποὺ λί­γες μέ­ρες πρίν, εἴ­χα­με δι­α­λέ­ξει μὲ τὴ μη­τέ­ρα μου.

      Ἔ­τρε­ξα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιό μου καὶ ἔ­σκυ­ψα κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, ψά­χνον­τας στὰ τυ­φλὰ τὸ δῶ­ρο του. Δὲν χρει­ά­στη­κε νὰ ἀ­νά­ψω τὸ φῶς. Ἤ­μουν σί­γου­ρος ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Τεν­τώ­θη­κα λί­γο ἀ­κό­μη. Ἔ­φτα­σα τὸ κου­τὶ καὶ τὸ τρά­βη­ξα ἔ­ξω. Σκέ­φτη­κα τὴν ἔκ­πλη­ξή του. Ση­κώ­θη­κα καὶ γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι μου. Ξαφ­νι­κὰ στα­μά­τη­σα.

      Στὸ κά­δρο τῆς πόρ­τας δι­α­γρα­φό­ταν ἡ φι­γού­ρα του. Στε­κό­ταν ἀ­κί­νη­τος, χω­ρὶς νὰ μι­λᾶ. Προ­χώ­ρη­σε δυ­ὸ βή­μα­τα. Τὰ μά­τια του γυ­ά­λι­ζαν, ἡ ἔκ­φρα­σή του ἦ­ταν ἀλ­λοι­ω­μέ­νη καὶ τὸ χα­μό­γε­λό του πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο.  Ἔ­νοι­ω­σα ἕ­να κά­ψι­μο νὰ ἀ­νε­βαί­νει ἀ­πό­το­μα ἀ­πὸ τὰ πό­δια στὸ κε­φά­λι μου. Ἄ­κου­γα τοὺς παλ­μούς μου. Ἡ σκιά του μαύ­ρη, μὲ πλά­κω­νε. Μὲ ἐγ­κλώ­βι­ζε. Τὰ πό­δια μου πα­ρέ­λυ­αν. Προ­σπά­θη­σα νὰ μι­λή­σω καὶ δὲν ἔ­βγαι­νε λέ­ξη. 

      Ἡ πόρ­τα ἔ­κλει­σε ἀρ­γά, πί­σω του.

      Μέ­σα στὸ σκο­τά­δι ἀ­κού­στη­κε ὁ ἦ­χος ἑ­νὸς φερ­μου­άρ.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Θο­δω­ρῆς Τσά­κω­νας (Εὐ­γέ­νεια, Πει­ραι­ᾶς, 1964). Ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς Προ­σχο­λι­κῆς Ἀ­γω­γῆς ἀ­σχο­λεῖ­ται τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια μὲ τὴν γρα­φή. Ξε­κί­νη­σε μὲ πα­ρα­μύ­θια καὶ­  θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ παι­διά, ἐ­νῶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α πέν­τε χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ δι­η­γή­μα­τα ἀλ­λὰ καὶ λί­γο με­γα­λύ­τε­ρες φόρ­μες. Ἕ­να δι­ή­γη­μά του («Τὸ κλεῖ­στρο») βρα­βεύ­θη­κε πρό­σφα­τα μὲ τὸ πρῶ­το βρα­βεῖ­ο στὸν Πα­νελ­λή­νιο Δι­α­γω­νι­σμὸ Δι­η­γή­μα­τος τῆς ἱ­στο­σε­λί­δας d­i­a­v­a­s­a­me.g­r­  καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸν συλ­λο­γι­κὸ τό­μο 19 και­νού­ρια βή­μα­τα (ἔκδ. Ἐ­λευ­θε­ρου­δά­κης).

 

Θάνος Ξηρός: Ὁ κλαριτζής

 

 

Θάνος Ξηρός

 

Ὁ κλαριτζής

 

ΑΠΑΣ τό­τε ἐ­κεῖ σὲ μᾶς δὲν ὕ­παρ­χε. Ὅ­λες τὶς ἐκ­κλη­σι­ὲς τσ’ ἔ­κλει­σε ὁ Ἐμ­βέ­ρης ἀ­π’ ὅ­ταν ἦρ­θε. Πρι­χοῦ τὸν Ἐμ­βέ­ρη εἴ­χα­με κι ἐκ­κλη­σι­ὲς καὶ καμ­πά­νες ἐ­κρού­γα­νε, κι αὐ­γὰ κόκ­κι­να βά­φα­με τὴ Λαμ­πρή. Μὲ τὸ ποὺ ἦρ­θε πᾶνε ὅ­λα. Ἅ­μα σὲ πι­ά­να­νε, πά­γαι­νες φυ­λα­κή. Ἕ­νας ποὺ τὸν ἔ­βα­λαν νὰ γκρε­μί­σει μιὰ ἐκ­κλη­σιὰ σ’ ἕ­να χω­ριὸ πα­ρα­δί­πλα ἀ­πό μᾶς, ψυ­χό­πα­θε, τὸν πῆ­γαν στὸ τρε­λά­δι­κο, χρι­στια­νὸς ἦ­ταν, πῶς νὰ τ’ ἀν­τέ­ξει; Ποῦ νὰ λει­τουρ­γη­θοῦ­με; Μὲ τὸν και­ρὸ ξε­χά­σα­με καὶ πῶς σταυ­ρο­κο­πι­οῦν­ται.

       Μὴν σὲ πα­ρα­ξε­νεύ­ει αὐ­τό. Μὲ τὸν και­ρὸ ὅ­λα τὰ ξε­χνά­ει ὁ ἄν­θρω­πος. Κι ἐ­μᾶς ἐ­κεῖ μέ­σα ποὺ μᾶς εἶ­χαν κλει­σμέ­νους τό­σα χρό­νια, ἀ­λάρ­γα ἀπ΄ τὸν ἄλ­λο κό­σμο, ὅ­,τι μᾶς λέ­γαν τὸ πι­στεύ­α­με. Σά­μα­τις εἴ­χα­με δεῖ πῶς περ­νᾶ­νε οἱ ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι; Τί γί­νε­ται πα­ρό­ξω; Τοῦ­το μᾶς ἔ­λε­γε ὁ Ἐμ­βέ­ρης, τοῦ­το λέ­γα­με. Ἀλ­λὰ κι ὁ Μπε­ρί­σας κι ὁ Φα­τό­σης κι αὐ­τοί, ἴ­διοι καὶ χει­ρό­τε­ροι ἤ­τα­νε. Καὶ φά­γα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρα. Κι ἄ­σε τὶ λέ­νε.

      Με­τὰ ποὺ ἔ­πε­σε ὁ Κουμ­μου­νι­σμὸς κι ἦρ­θαν τοῦ­τοι, ἄρ­χι­σαν κι οἱ χρι­στια­νοὶ ἀ­νά­ρια-ἀ­νά­ρια νὰ ξα­να­νοί­γουν τὶς ἐκ­κλη­σί­ες. Τό­τε ἦ­ταν πού ‘καμαν καὶ τὴ συμ­φω­νί­α μὲ τοὺς Ἕλ­λη­νες νὰ τοὺς ἀ­φή­κουν νὰ ‘ρθοῦν νὰ πά­ρουν τὰ κό­κα­λα τῶν σκο­τω­μέ­νων τους στὸν πό­λε­μο μὲ τοὺς Ἰ­τα­λοὺς στὸ Ἀλ­βα­νι­κό. Γέ­μι­σε τό­τε ὁ τό­πος ἀ­πὸ Ἕλ­λη­νες πού ‘ρθαν νὰ πά­ρουν τὰ κό­κα­λα —ἄ­θα­φτα τό­σα χρό­νια— μέ­σα σὲ κά­τι κου­τιά, μὲς στὴ σκό­νη τό­σα χρό­νια καὶ τσὶ ‘­γρα­σί­ες, πε­τα­μέ­να σὲ κά­τι ἀ­πο­θῆ­κες, νὰ τὰ πᾶ­νε πί­σω, νὰ θα­φτεῖ στὸν τό­πο του ὁ κα­θέ­νας, νὰ βροῦν ἀ­νά­παυ­ση καὶ οἱ ψυ­χές.

      Πῶς νὰ τὰ πά­ρουν ὅ­μως καὶ νὰ τὰ πᾶ­νε τό­σες ὧ­ρες μα­κριὰ καὶ κά­ποι­οι καὶ μέ­ρες, ἀ­δι­ά­βα­στα κι ἀ­λει­τούρ­γη­τα; Τί ἤ­τα­νε; Σα­κιὰ ἀ­ρα­πο­σί­τι ἤ­τα­νε νὰ τὰ φορ­τώ­σουν γιὰ τὸ μύ­λο; Ἀ­πά­νω κεῖ δί­νουν φα­νέ­σι­μο δυ­ὸ γε­ρα­λέ­οι, ἄ­ξου­ροι, ντυ­μέ­νοι μὲ κά­τι πα­λι­ο­ρά­σα τριμ­μέ­να, τρύ­πια κα­λυμ­μαύ­χια κι ἕ­να χον­τρὸ βαγ­γέ­λιο λι­ω­μέ­νο στὸ χέ­ρι, ποι­ὸς ξέ­ρει ἀ­πὸ ποῦ βγαλ­μέ­να.

      «Εἴ­μα­στε πα­πά­δες πα­λιά, μᾶς κα­τάρ­γη­σε ὁ Ἐμ­βέ­ρης, κι ἤρ­θα­με νὰ τοὺς δι­α­βά­σου­με» λέ­νε καὶ πιά­νουν νὰ δι­α­βά­σουν. Τί νὰ δι­α­βά­σουν; Ὅ­λα μι­σὰ τὰ λέ­γα­νε, τσά­τρα-πά­τρα τὰ πη­γαί­να­νε, οὔ­τε νὰ σταυ­ρο­κο­πη­θοῦ­νε δὲν ξέ­ρα­νε. Ποι­ὸς ξέ­ρει ποῦ βρή­κα­νε τὰ ρά­σα καὶ τὰ βά­λα­νε μό­λις μυ­ρί­στη­καν πα­ρά­δες. Φά­νη­κε πὼς δὲν γι­νό­τα­νε δου­λειὰ μ’ αὐ­τοὺς καὶ τοὺς διώ­ξα­νε.

      Ἔρ­χον­ται ὕ­στε­ρις τρεῖς γρι­ὲς ντυ­μέ­νες στὰ μαῦ­ρα, μοι­ρο­λο­γί­στρες τά­χα μου, νὰ τοὺς μοι­ρο­λο­γή­σου­νε, νὰ μὴ φύ­γουν ἔ­τσι. Ἀρ­χί­ζουν αὐ­τές, τί­πο­τα, γρὺ ἑλ­λη­νι­κά. Ἀ­κοῦ­νε τὰ μοι­ρο­λό­για στ’ ἀλ­βα­νι­κὰ οἱ Ἕλ­λη­νες, τρο­μά­ξα­νε, ἄν­τε φευ­γᾶ­τε λέ­νε, τὶς δι­ώ­χνουν κι αὐ­τές.

      Καὶ τό­τες κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο ἦρ­θε κεῖ­νος ὁ κλα­ριτ­ζής, ὁ Λα­βὲρ Μπα­ρί­ου ὁ ξα­κου­στός, ποὺ ὁ τό­πος του ἔ­πε­φτε μα­κριὰ πέ­ρα ἀ­π’ τὴ Σκό­δρα, ἀλ­λὰ τὸν ἤ­ξε­ραν ὁ­λοῦ­θε στὴν Ἀλ­βα­νί­α.

      Ἀ­πὸ κά­ποι­ον θὰ τό ‘­μα­θε κι’ ἦρ­θε.

      Ἔ­κα­τσε πα­ρα­δί­πλα σταυ­ρο­πό­δι, ἀ­κούμ­πη­σε τὴν πλά­τη σὲ μιὰ πε­ζού­λα κι ἄρ­χι­σε ἕ­να μοι­ρο­λό­ι μὲ τὸ κλα­ρί­νο νὰ σοῦ ση­κώ­νε­ται ἡ τρί­χα. Τρί­α με­ρό­νυ­χτα ἔ­παι­ζε χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­νά­σα κι ἄς κόν­τευ­ε τὰ ὀ­γδόν­τα. Οὔ­τε πρὸς νε­ροῦ του δὲν προ­λά­βαι­νε νὰ πά­ει. Ρα­γί­σα­νε κι οἱ πέ­τρες μὲ τέ­τοι­ο κλα­ρί­νο. Ὅ­λα τὰ κου­τιὰ μὲ τὰ κό­κα­λα τῶν σκο­τω­μέ­νων ἀ­πὸ μπρο­στά του τὰ πε­ρά­σα­νε. Οὔ­τε ξέ­ρω πό­σα λε­φτὰ μά­ζε­ψε. Ὅ­λων τὰ μά­τια ἦ­ταν δα­κρυ­σμέ­να στὰ πρό­σω­πα τῶν Ἑλ­λή­νων μιὰ γλύ­κα εἶ­χε χυ­θεῖ. Οὔ­τε πα­πὰ συλ­λεί­τουρ­γο, οὔ­τε ἄλ­λες ψαλ­μου­δι­ὲς ἔ­βγαι­ναν μπρο­στὰ σὲ τέ­τοι­ο θρῆ­νο. Καὶ κα­νέ­νας δὲν ἔ­δει­ξε νὰ νοι­ά­στη­κε ἂν ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας ἢ Ἀρ­βα­νί­της, Χρι­στια­νὸς ἢ Μου­σουλ­μά­νος ὁ κλα­ριτ­ζής.

      Ἀ­φοῦ ὅ­που γῆς τὴν ἴ­δια πα­τρί­δα ἔ­χει ὁ πό­νος: Τ’ ἀν­θρώ­που τὴν καρ­διά.

 

 

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Θά­νος Ξη­ρός (Γκρέ­κα Αἰγια­λεί­ας, 1943). Πε­ζο­γρα­φί­α, Ποί­η­ση Θέ­ατρο. Σπού­δα­σε Οἰκο­νο­μικὰ στὴν Α.Σ.Ο.Ε.Ε, Ἱστο­ρί­α στὴν Φι­λο­σο­φικὴ Ἀθηνῶν καὶ Σκη­νο­θε­σί­α Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴ σχο­λή Σταυ­ρά­κου. Πρῶτο του βι­βλί­ο: Μα­κρινὸ τα­ξί­δι (Θέ­α­τρο, 1965). Τε­λευ­ταῖο του: Ἡ τρυ­φε­ρό­τη­τα τοῦ φό­βου (Ποί­η­ση,  2010).

 

Στὸ πα­ρα­κά­τω βί­ντε­ο μπο­ρεῖτε νὰ δεῖτε καὶ ν’ ἀκού­σε­τε τὸν πε­ρί­φη­μο Ἀλβανὸ μου­σικὸ Λαβὲρ Μπα­ρί­ου (στὸ εἰ­σα­γωγι­κὸ ὁ ἴδιος μὲ τὸν Σπε­τὶμ Λε­βέ­ντι):