Ρόμπερτ Μανς (Robert Mans): Μαθήματα πιάνου


Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans)


Μα­θή­μα­τα Πιά­νου

(Piano Lessons)

 

ΟΙΠΟΝ, ποῦ χά­θη­κες;, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέ­ϊ, κα­θι­σμέ­νος δέ­κα χρό­νια με­τὰ στὸ ἴ­διο μέ­ρος ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει, ἀ­γα­πή­σει, χο­ρέ­ψει καὶ χά­σει τὴν Πι­λάρ. Ἦ­ταν τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ό τους μὲ τὴν Κά­θριν, ὅ­ταν καὶ εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­π’ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, ποὺ δὲν ἦ­ταν πιὰ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, καὶ εἶ­χε δεί­ξει ἀ­δι­ά­φο­ρα στὴ σύ­ζυ­γό του ποῦ σύ­χνα­ζε κά­πο­τε. Ὁ πορ­τι­έ­ρης μὲ τὸ μαῦ­ρο κου­στού­μι καὶ τὸ πα­πι­γιὸν εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὴν πόρ­τα γιὰ τὸ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», τὸ νέ­ο πιά­νο μπὰρ ποὺ ἐκ­θεί­α­ζαν πιὰ ὅ­λα τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ τὰ σάϊτ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ὁ­λό­λευ­κο καὶ ἀρ­κε­τὰ φω­τει­νό, μὲ τρα­πέ­ζια πα­ρα­ταγ­μέ­να μὲ τά­ξη γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να πιά­νο μὲ οὐ­ρά, ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιὰ τὸν φι­λό­ξε­νο χῶ­ρο γιὰ ἄ­το­μα τῆς ἡ­λι­κί­ας του καὶ τοῦ σι­να­φιοῦ του. Ὅ­λοι μὲ τὰ ὄ­μορ­φα ροῦ­χα τους, κα­λο­στη­μέ­νοι καὶ λαμ­πε­ροί, γι­όρ­τα­ζαν τὶς ἐ­πε­τεί­ους, τὶς ἐ­πι­τυ­χί­ες, τὴ γέν­νη­ση κά­ποι­ας ἐλ­πί­δας, μὲ τὴ συ­νο­δεί­α τοῦ Μά­ϊκ στὸ πιά­νο. Ἐ­κεῖ­νος φο­ροῦ­σε σμό­κιν, ὅ­πως ταί­ρια­ζε στὴ θέ­ση του, καὶ τοὺς ἔ­παι­ζε δι­κές του πει­ραγ­μέ­νες με­λω­δί­ες ἢ τζὰζ δι­α­σκευ­ὲς γνω­στῶν τρα­γου­δι­ῶν.

        Τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ Ρέ­ϊ καὶ τῆς Κά­θριν ἔ­βλε­πε τὰ πλῆ­κτρα καὶ τὰ χέ­ρια τοῦ πι­α­νί­στα καὶ ὁ Ρέϊ χά­ζευ­ε τὸ πιά­νο ὅ­λο το βρά­δυ. Ὡ­ραῖ­ο το φα­γη­τό, ὡ­ραῖ­ο καὶ τὸ κρα­σί, ὡ­ραί­α καὶ ἡ Κά­θριν. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε ἐ­κεῖ­νο τὸ σχε­δὸν κα­τα­γώ­γιο μὲ τὴ χυ­μέ­νη μπί­ρα καὶ τὰ μουγ­κρη­τὰ τῶν ξέμ­παρ­κων μέ­θυ­σων. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε τὴ ζω­ή του τό­τε. Λί­γο μό­νο ἡ ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νη πί­στα τοῦ πιά­νου, ποὺ κα­τὰ σύμ­πτω­ση εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο ποὺ τὰ ἀ­δέ­ξια πό­δια του προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ πε­τά­ξουν μα­ζὶ μὲ τὴν Πι­λάρ.

        Τε­λεί­ω­σε τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ κρα­σὶ καὶ ὁ Ρέϊ ἤ­θε­λε κι ἄλ­λο. Ἡ Κά­θριν ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­να πο­τη­ρά­κι. Περ­νοῦ­σε κα­λὰ μα­ζί του. Ση­κώ­νον­τας δει­λά το χέ­ρι, ὅ­πως ὅ­ρι­ζαν πιὰ οἱ κα­λοί του τρό­ποι, γιὰ νὰ φω­νά­ξει τὸν σερ­βι­τό­ρο μὲ τὸ λευ­κὸ που­κά­μι­σο καὶ τὸ μαῦ­ρο πα­πι­γιόν, ὁ Ρέϊ τὸν ἐν­τό­πι­σε κον­τὰ στὸ δι­α­κρι­τι­κὸ καὶ προ­σεγ­μέ­νο μπὰρ νὰ παίρ­νει μιὰ ἄλ­λη πα­ραγ­γε­λί­α. Μό­λις ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ μπρο­στὰ μὲ τὸν δί­σκο, ὁ Ρέϊ δι­ά­βα­σε στὴν κά­νου­λα La Rubia. Κόλ­λη­σε τὸ βλέμ­μα του ἐ­κεῖ σε βαθ­μὸ ποὺ ἀ­νη­σύ­χη­σε τὴν Κά­θριν ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ τὸν ρω­τά­ει τί εἶ­χε πά­θει καὶ ἂν εἶ­χε δεῖ κά­τι ποὺ τὸν τρό­μα­ξε. Μὰ πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέϊ. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια ἡ ἴ­δια μπί­ρα. Σὰν κά­του­ρο ἦ­ταν τό­τε. Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴν μπί­ρα ἐ­δῶ πέ­ρα; Καὶ δί­χως νὰ ξε­κολ­λή­σει τὸ βλέμ­μα του ἀ­πὸ τὸ μπάρ, πα­ρήγ­γει­λε ἐ­σπευ­σμέ­να στὸν σερ­βι­τό­ρο ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε ἕ­να πο­τή­ρι κρα­σὶ ἀ­κό­μα γιὰ τὴ γυ­ναί­κα του καὶ μιὰ ξαν­θιὰ Rubia γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Γεύ­τη­κε τὴν κά­θε της γου­λιά, ἀλ­λὰ ἦ­ταν φα­νε­ρὰ πιὰ ἀ­νή­συ­χος. Ἡ Πι­λὰρ ἄρ­χι­σε νὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται νὰ χο­ρεύ­ει στὴν πί­στα. Τὰ γλυ­κό­λο­γα ποὺ πῆ­γε κά­πο­τε νὰ ξε­στο­μί­σει ἔρ­χον­ταν στὸ στό­μα του, ἀλ­λὰ τὰ ξέ­πλε­νε μὲ τὴν μπί­ρα καὶ τὸ σα­κά­κι του τὸν ἔ­σκα­γε. Ση­κώ­θη­κε στὴ μι­σὴ μπί­ρα νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα. Ἡ Κά­θριν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ μί­λη­σε. Ἤ­ξε­ρε αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα νὰ ἀ­φή­νει χῶ­ρο στὸν ἄλ­λο καὶ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σε αὐ­τὸ σ’ ἐ­κεί­νη.

        Οἱ του­α­λέ­τες κι αὐ­τὲς στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, δι­πλα­νὲς πόρ­τες καὶ ἡ δι­κή του κα­τει­λημ­μέ­νη ἀ­πὸ ἄλ­λον. Ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ πε­ρί­με­νε στὸν προ­θά­λα­μο. Βυ­θι­σμέ­νος στὴ μου­σι­κὴ τοῦ πιά­νου ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀλ­λο­τι­νὴ πί­στα, ἄ­κου­σε τὴν πόρ­τα νὰ ἀ­νοί­γει καὶ τὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ στὸν νι­πτή­ρα. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα νὰ μπεῖ μέ­σα, ὅ­μως συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς δὲν ἦ­ταν ἡ ἀν­τρι­κὴ ποὺ ἄ­νοι­ξε, ἀλ­λὰ ἡ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ τύ­πος θὰ χέ­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα τό­ση ὥ­ρα, σκέ­φτη­κε. Ἀ­κό­μα πα­ρα­συρ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ρυθ­μὸ τοῦ πι­α­νί­στα, κοί­τα­ξε ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὴ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ κα­θρέ­φτης φω­το­γρά­φι­ζε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ λε­πτὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κα­στα­νο­κόκ­κι­να μαλ­λιὰ πι­α­σμέ­να σὲ κό­τσο γιὰ νὰ πλύ­νει τὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ ξα­να­βα­φτεῖ, καὶ μαύ­ρη στε­νὴ φού­στα. Ὁ Ρέϊ κοκ­κά­λω­σε. Ὁ κα­θρέ­φτης τὸν ξε­γε­λοῦ­σε. Δὲν ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ ἔ­βα­ζέ το μπορ­ντὸ κρα­γιόν της. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τή. Τὸ κλὶκ στὴν πόρ­τα τῆς ἀν­τρι­κῆς του­α­λέ­τας τοῦ τά­ρα­ξε τὶς ἀ­να­μνή­σεις. Ὁ τύ­πος ποὺ ἔ­χε­ζε βγῆ­κε καὶ ἔ­ζω­νε τὸ που­κά­μι­σο μέ­σα στὸ κου­στού­μι του. Ὁ Ρέ­ϊ μπῆ­κε μέ­σα στὴ βρο­με­ρὴ του­α­λέ­τα καὶ κρα­τών­τας τὴ μύ­τη καὶ τὴ ζω­ή του σὲ ἀ­να­μο­νή, κα­τού­ρη­σε τὴ μι­σὴ μπί­ρα καὶ τὸ μι­σὸ μπου­κά­λι κρα­σί. Δὲν γί­νε­ται, σκε­φτό­ταν ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα. Τρα­βών­τας τὸ κα­ζα­νά­κι, ἄ­κου­σε «Mi amor» μέ­σα στὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ, ἀλ­λὰ ὅ­ταν βγῆ­κε ἔ­ξω ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε πιὰ τε­λει­ώ­σει καὶ φύ­γει.

        Γύ­ρι­σε στὸ τρα­πέ­ζι σὰν νὰ εἶ­χε μό­λις δεῖ φάν­τα­σμα. Ἡ Κά­θριν ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸ κρα­σί της καὶ δὲν εἶ­δε τὰ ξαν­θά του δά­κρυ­α νὰ χά­νον­ται μέ­σα στὴν μπί­ρα, κα­θὼς ἐ­πί­τη­δες τὴν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὰ μά­γου­λά του, γιὰ νὰ δρο­σι­στεῖ δῆ­θεν. Δὲν τῆς εἶ­χε πεῖ πο­τὲ γιὰ τὴν Πι­λάρ, γιὰ τὸ ταν­γκό, γιὰ τὰ «Mi amor» ποὺ κά­θε βρά­δυ ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ τῆς πεῖ καὶ δὲν τῆς ἔ­λε­γε τε­λι­κά, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀ­φή­σει σύ­ξυ­λο στὴν πί­στα καὶ χα­θεῖ γιὰ πάν­τα.

        Ὁ Μά­ϊκ χά­ι­δευ­ε τὰ πλῆ­κτρα μὲ τὰ τζὰζ χέ­ρια του καὶ πα­ρα­μόρ­φω­νε με­λω­δί­ες γνω­στῶν ρὸκ συγ­κρο­τη­μά­των ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ γιὰ νὰ τὰ χω­νέ­ψουν οἱ θα­μῶ­νες τῆς ἀ­νώ­τε­ρης τά­ξης. «Without you, I’m nothing» ἔ­λε­γε τὸ πιά­νο καὶ ὁ Ρέ­ϊ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἐ­κεί­νη στὴν του­α­λέ­τα ἢ στὴν μπί­ρα ἢ στὴν πί­στα ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ.



 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hel­lenic A­me­ri­can U­niver­sity στὴν Ἀ­θή­να.


Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ ἀργεντινοῦ ζωγράφου Fabian Perez (1967).


			

Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans): Μαθήματα τανγκό


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


Μαθήματα τανγκό

(Tango Lessons)


ΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ στὸ Μαν­χά­ταν, ὅ­που κά­πο­τε πη­γαῖ­ναν οἱ Λα­τί­νοι γιὰ χο­ρό. Εἶ­ναι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ ἔ­χει μιὰ φτω­χὴ με­τα­νά­στρια ἀ­πὸ τὸ Που­έρ­το Ρί­κο ἢ τὸν Ἅ­γιο Δο­μί­νι­κο ἢ τὸ Με­ξι­κό, μπὰς καὶ βγά­λει κά­να φράγ­κο γιὰ τὴν ἄ­δεια πα­ρα­μο­νῆς της, ἀλ­λὰ ἔ­φτια­ξε ἕ­να τό­σο γα­μά­το μπάρ, ποὺ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τὸ ἐκ­θεί­α­σαν στὸν χρό­νο ποὺ κά­νει μιὰ σπί­θα νὰ ἐ­ξα­πλω­θεῖ μὲ ὀ­χτὼ μπο­φὸρ καὶ ἔ­τσι τώ­ρα, στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες συ­χνά­ζει ὅ­λος ὁ κα­λὸς κό­σμος τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἀ­πὸ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ες, ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ποὺ ἀ­φή­νουν τὴ βα­ρε­τὴ κα­φε­τέ­ρια τῆς ἑ­ται­ρεί­ας τους σὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς οὐ­ρα­νο­ξύ­στες γιὰ νὰ πιοῦν μιὰ μπί­ρα στῆς Ντο­λό­ρες, ἕ­ως φοι­τη­τὲς καὶ φοι­τή­τρι­ες, ὅ­λων τῶν ἐ­θνι­κο­τή­των, ποὺ θέ­λουν νὰ μά­θουν τὰ μυ­στι­κὰ τοῦ ταν­γκό, γιὰ νὰ ἐν­τυ­πω­σιά­σουν κά­ποι­α γκό­με­να ἢ γκό­με­νο στὴν πα­τρί­δα. Για­τί πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, στῆς Ντο­λό­ρες λει­τουρ­γεῖ μιὰ σχο­λὴ χο­ροῦ. Ὄ­χι σὰν τὶς ἄλ­λες, ὅ­που πᾶς καὶ φο­ρᾶς τὴ στο­λὴ καὶ τὰ εἰ­δι­κὰ πα­πού­τσια σου καὶ μα­θαί­νεις βῆ­μα-βῆ­μα ἐ­πὶ μῆ­νες ἕ­ναν ἀ­πο­στει­ρω­μέ­νο χο­ρὸ γιὰ νὰ κο­κο­ρευ­τεῖς σὲ κά­ποι­ο πάρ­τι ἀ­πο­φοί­των ἢ μιὰ βρα­διὰ τῆς τά­ξης σου ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν. Στῆς Ντο­λό­ρες μά­θαι­νες ἐ­κεῖ, στὴ σκη­νή, ἀ­νά­με­σα στὰ τρα­πέ­ζια, στὴ μυ­ρω­διὰ τῆς χυ­μέ­νης μπί­ρας, τοῦ κα­πνοῦ, τῆς τη­γα­νί­λας ἀ­πὸ τὴν κου­ζί­να καὶ στὰ μουγ­κρη­τὰ κά­ποι­ου τε­λει­ω­μέ­νου ποὺ ξέ­μει­νε ἐ­κεῖ ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο τῆς ζω­ῆς ποὺ δὲν πῆ­ρε πο­τέ. Στῆς Ντο­λό­ρες, ἔμ­παι­νες μέ­σα, ἔ­λε­γες τί μπί­ρα θέ­λεις, ἂν καὶ πάν­τα ἴ­δια γεύ­ση εἶ­χε, καὶ με­τὰ πή­γαι­νες καὶ δι­ά­λε­γες ἀ­πέ­ναν­τι μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­πε­λι­ὲς ποὺ θὰ ἦ­ταν ἡ δα­σκά­λα σου ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, ἢ ὅ­ποι­ο βρά­δυ ἐρ­χό­σουν, ἂν ἄν­τε­χες ἢ ἂν δὲν ἦ­ταν πι­α­σμέ­νη. Τὴ σή­κω­νες πά­νω μὲ ἕ­να ἄγ­γιγ­μα στὸν ὦ­μο κι ἐ­κεί­νη σὲ γρά­πω­νε σφι­χτὰ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πὸ τὸν κῶ­λο, γιὰ νὰ σὲ πε­ρι­φέ­ρει μὲ μα­ε­στρί­α στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, τὴν Ἱ­σπα­νί­α ἢ ὅ­που ἀλ­λοῦ χο­ρεύ­ε­ται ταν­γκὸ καὶ νὰ σὲ κά­νει νὰ ξε­χά­σεις ὅ­τι ἤ­σουν στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­τι πρὶν λί­γο ἤ­σουν χω­μέ­νος σὲ ἔγ­γρα­φα, σὲ ἐρ­γα­σί­ες φοι­τη­τῶν, σὲ μιὰ κου­ζί­να, σὲ ἕ­να αἰ­δοῖ­ο ἢ στὸν σκου­πι­δό­το­πο τοῦ μυα­λοῦ σου.

        Τὸ βρά­δυ ποὺ πῆ­γα συ­στη­μέ­νος στῆς Ντο­λό­ρες εἶ­χα πι­εῖ τρεῖς μπί­ρες τὸ με­ση­μέ­ρι μὲ ἕ­ναν συ­νά­δελ­φο, εἶ­χα δι­ορ­θώ­σει λο­γο­κλεμ­μέ­νες ἐρ­γα­σί­ες, εἶ­χα γνω­ρί­σει τὴν και­νού­ρια μου συ­νερ­γά­τι­δα, εἶ­χα κολ­λή­σει στὴν κί­νη­ση καὶ εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει τρεῖς φο­ρὲς νὰ γυ­ρί­σω πί­σω. Χαί­ρο­μαι ποὺ δὲν τὸ ἔ­κα­να. Χαί­ρο­μαι ποὺ γνώ­ρι­σα τὴν Πι­λάρ. Χαί­ρο­μαι ποὺ ἐ­ξέ­λι­ξα τὴ ζω­ή μου χο­ρεύ­ον­τας. Για­τί ἡ Πι­λὰρ δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς μιὰ χο­ρεύ­τρια, ἦ­ταν τυ­φώ­νας… Σα­ρω­τι­κὴ καὶ πάν­τα φευ­γά­τη, σοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στὸ αὐ­τὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ χό­ρευ­ες καὶ σοῦ ἔ­παιρ­νε τὴν καρ­διὰ καὶ τὸ μυα­λό. Ἂν ἤ­σουν τυ­χε­ρὸς ἄ­κου­γες καὶ κά­να γλυ­κό­λο­γο, μὰ ἂν τολ­μοῦ­σες νὰ τῆς ἀν­τα­πο­δώ­σεις, χα­νό­ταν λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ. Σὲ πα­ρα­τοῦ­σε στὴ σκη­νὴ τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας τῆς Ντο­λό­ρες καὶ δὲν τὴν ξα­νά­βλε­πες ὅ­λο το βρά­δυ. Τὴ μό­νη φο­ρὰ ποὺ τὸ ἔ­κα­να καὶ τῆς εἶ­πα ὅ­τι χο­ρεύ­ει πο­λὺ ὡ­ραί­α, ἔ­μει­να νὰ κά­νω τὸ σκιά­χτρο μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να γιὰ νὰ φεύ­γουν τὰ κο­ρά­κια, ἡ κα­κο­τυ­χί­α καὶ οἱ ἀρ­νη­τι­κές μου σκέ­ψεις γιὰ τὸ τί συ­νέ­βη. Εἶ­χα τό­σα πολ­λὰ νὰ πῶ στὴν Πι­λάρ, μὰ οἱ λέ­ξεις μου ἔ­με­ναν πάν­τα κρε­μα­σμέ­νες στὰ χεί­λη, ἀ­φοῦ κυ­ρί­ως δὲν ἤ­θε­λα νὰ χα­θεῖ. Δὲν μὲ ἔ­νοια­ζε νὰ μά­θω ταν­γκό. Τί νὰ τὸ κά­νω ἄλ­λω­στε στὴν τά­ξη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ ξυ­πνή­σω κά­να βα­ρι­ε­στη­μέ­νο φοι­τη­τή. Τί νὰ τὸ κά­νω; Εἶ­χε πε­ρά­σει ὁ και­ρὸς ποὺ ἔ­κα­να ἔ­ρω­τα μὲ τὸ σῶ­μα. Τώ­ρα τὸ μυα­λὸ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε. Ὁ ἔ­ρω­τας ἄλ­λω­στε δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἡ προ­έ­κτα­ση τῶν σκέ­ψε­ών σου. Ὅ­σο πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρες καὶ γο­η­τευ­τι­κές, τό­σο πιὸ πο­λὺ φλό­γα βγά­ζει τὸ σῶ­μα σου. Σὰν τὴν Πι­λάρ. Σὰν τὸν χο­ρό της. Σὰν ἐ­μέ­να ποὺ ἀ­φη­νό­μουν στὰ χέ­ρια της νὰ μὲ μά­θει ταν­γκό. Νὰ μὲ μά­θει νὰ ζῶ, τὸ ἔ­λε­γα στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ αὐ­το­κι­νή­του μου κα­θὼς ἔ­φευ­γα. Τέ­τοι­α θὰ τῆς ἔ­λε­γα, ἂν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω, μὰ ἔ­τρε­μα νὰ τὸ κά­νω. Ἔ­κλει­να τὰ μά­τια καὶ μὲ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀ­νά­με­σα στὰ κα­θί­σμα­τα καὶ τὰ ἁ­πλω­μέ­να πό­δια καὶ τὶς φω­νὲς ὅ­σων μᾶς κοι­τοῦ­σαν. Ἐ­κεί­νη πε­τοῦ­σε κι ἐ­γὼ ἔ­σερ­να τὰ ἀ­δέ­ξια πό­δια μου στὸ πά­τω­μα ἀ­πὸ κά­τω της. Ναί, ἡ Πι­λὰρ δὲν ἦ­ταν γιὰ λι­γό­ψυ­χους καὶ ρι­ψά­σπι­δες. Δὲν τὴν ἄγ­γι­ζα πιὰ στὸν ὦ­μο ὅ­ταν ἔμ­παι­να μέ­σα. Δὲν χρει­α­ζό­ταν. Ἡ Πι­λὰρ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν μπρο­στά μου σὰν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸς καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε ἡ μου­σι­κὴ χα­νό­ταν στὸ σκο­τά­δι λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ, ἀ­φή­νον­τάς με ἔ­ρη­μο νὰ δι­ψά­ω γιὰ κά­τι ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο, ὄ­χι ὅ­μως γιὰ νε­ρό, οὔ­τε γιὰ μπί­ρα.

        Ἤ­θε­λε κό­τσια νὰ ἀ­γα­πή­σεις τὴν Πι­λάρ. Ἤ­θε­λε καὶ πο­λὺ ἀλ­κο­όλ. Μά, κυ­ρί­ως κό­τσια. Ὅ­πως χρει­ά­ζε­ται γιὰ τὶς πραγ­μα­τι­κὲς γυ­ναῖ­κες. Ὅ­πως χρει­ά­ζε­ται γιὰ αὐ­τὲς ποὺ σοῦ μα­θαί­νουν ὅ­τι ὑ­πάρ­χεις. Δὲν κα­τα­λή­ξα­με πο­τὲ σὲ κά­ποι­ο κρε­βά­τι μὲ τὴν Πι­λάρ. Δὲν τῆς μί­λη­σα πο­τὲ ἄλ­λω­στε γιὰ νὰ τὸ προ­τεί­νω. Ἔ­πλε­κε τὰ δά­χτυ­λά της στὰ δι­κά μου κι ἔ­παιρ­να αἷ­μα, καρ­διά, φω­νή, φῶς μέ­σα ἀ­πὸ τὶς φλέ­βες της ποὺ δι­α­γρά­φον­ταν στὰ λευ­κά της χέ­ρια. Ἐ­κεῖ, γιὰ μιὰ ὥ­ρα κά­θε βρά­δυ ἐ­πὶ τρεῖς μῆ­νες. Στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες. Ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Κά­η­κε ἕ­να με­ση­μέ­ρι ἀ­πὸ φω­τιὰ στὴν κου­ζί­να.

        Πῆ­γα ἕ­να βρά­δυ τὴν Κά­θριν σ’ ἐ­κεί­νη τὴ γει­το­νιὰ στὴ δέ­κα­τη ἐ­πέ­τει­ό μας. Ἡ Πι­λὰρ μοῦ ἔ­μα­θε νὰ ἀ­γα­πά­ω καὶ νὰ εἶ­μαι σύν­τρο­φος, πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἀλ­λι­ῶς;


 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans): Τὸ βλαμ­μέ­νο



Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


Τὸ βλαμ­μέ­νο

(Stupid)


ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ τῆς Βαλ­τι­μό­ρης, ἡ πρέ­ζα ἔ­δι­νε κι ἔ­παιρ­νε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2000. Τό­τε ποὺ με­γά­λω­νε κι ὁ Ρού­φους, ὁ δω­δε­κά­χρο­νος Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νὸς μὲ τὴν ἀ­φά­να στὸ κε­φά­λι. Ντί­σκο τὸν φώ­να­ζαν οἱ φί­λοι του, πα­ρα­τσού­κλι ποὺ τοῦ εἶ­χε βγά­λει ὁ ἀ­δερ­φὸς του ὁ Μά­ϊκ, κο­ρο­ϊ­δεύ­ον­τάς τον γιὰ τὸ μαλ­λὶ ποὺ ἀρ­νοῦν­ταν νὰ κου­ρέ­ψει, ἀλ­λὰ καὶ πι­κά­ρον­τάς τον γιὰ τὴ χὶπ-χὸπ ποὺ ἄ­κου­γε ὁ ἴ­διος. Γε­νι­κῶς, τὸν πεί­ρα­ζε τὸν μι­κρὸ ἀ­δερ­φό. Τοῦ ‘λέ­γε γιὰ τὸ που­λί του, τοῦ ‘τρι­βε στὴ μού­ρη τὰ κο­ρί­τσια ποὺ ἔρ­χον­ταν στὸ δω­μά­τιό του, τὸν ἔ­στελ­νε νὰ τοῦ πά­ρει τσι­γά­ρα. Μά, ὁ Ντί­σκο γού­στα­ρε τὸν Μά­ϊκ. Τὸ πεί­ραγ­μα τὸ ἔ­βλε­πε σὰν ἕ­να εἶ­δος ἀ­γά­πης ποὺ τοῦ ἔ­λει­πε κι­ό­λας. «Πή­γαι­νε, βλαμ­μέ­νο», ἦ­ταν ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη του φρά­ση, ὅ­ταν τὸν ἄ­φη­νε τὸ πρω­ῒ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ ἁ­μά­ξι. «Καὶ μὴν τὸ σκά­σεις. Θὰ σὲ σκο­τώ­σω.» Ὁ ἴ­διος ἔ­φευ­γε γιὰ τὸ σι­δε­ρά­δι­κο τοῦ Τζί­μι καὶ με­τὰ στὸ νυ­χτε­ρι­νὸ γιὰ νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ λύ­κει­ο καὶ νὰ πά­ει κο­λέ­γιο νὰ γί­νει μη­χα­νι­κός. Ὁ Ντί­σκο τὸν πε­ρί­με­νε τὸ βρά­δυ, κά­νον­τας πὼς κοι­μᾶ­ται μέ­σα στὰ σκε­πά­σμα­τα μέ­χρι νὰ τὸν κοι­τά­ξει ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας. Τό­τε μό­νο κοι­μό­ταν.

       Τὸ νὰ λεί­πει παι­δὶ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ Ρού­φους ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νο. Καὶ ὅ­ταν λέ­με νὰ λεί­πει, ἐν­νο­οῦ­με μέ­ρες ἢ καὶ βδο­μά­δες. Οἱ κα­θη­γη­τὲς ἔ­κρυ­βαν τὸ ἀ­νή­συ­χο βλέμ­μα πί­σω ἀ­πὸ βι­βλί­α, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἐρ­χό­ταν στὴν τά­ξη νὰ τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­σει ὅ­τι ὁ Μάρ­κους, ἡ Τζόν­τι, ἡ Κέν­τρα ἢ ὁ Μπὲρντ (ὅ­λοι εἶ­χαν ξε­χά­σει τὸ ὄ­νο­μά του), δὲν θὰ ξα­ναρ­χό­ταν σχο­λεῖ­ο. Βα­σι­κά, δὲν θὰ τοὺς ξα­νά­βλε­παν που­θε­νά, ἀ­φοῦ ἡ πρέ­ζα τοὺς εἶ­χε πά­ρει κον­τά της. Ἢ τὸ ἀ­να­μορ­φω­τή­ριο. Ἢ καὶ τὰ δύ­ο. Καὶ τό­τε τοὺς ἔ­βα­ζαν νὰ κα­θί­σουν ἕ­να θρα­νί­ο μπρο­στά, γιὰ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χουν κε­νὰ ἀ­νά­με­σά τους. Τὸ ἔ­κα­ναν ὑ­πά­κου­α, μὰ τὸ κε­νὸ μέ­σα τους ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να θρα­νί­ο ἀ­πό­στα­ση. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Ντί­σκο κά­θε βρά­δυ πε­ρί­με­νε τὸν Μά­ϊκ νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι. Φο­βό­ταν. Ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του ὅ­τι κρα­τοῦ­σε τὸν Μά­ϊκ ἀγ­κα­λιὰ κι ἔ­κλαι­γε στὸν δρό­μο. Ξυ­πνοῦ­σε ἱ­δρω­μέ­νος κι ἔ­τρε­χε στὸ δω­μά­τιό του καὶ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα. Μιὰ φο­ρὰ μά­λι­στα τὸν εἶ­χε πιά­σει μὲ τὴν τό­τε κο­πέ­λα του νὰ κά­νουν σέξ. «Φύ­γε, βλαμ­μέ­νο», τοῦ εἶ­χε πε­τά­ξει ἕ­να πα­πού­τσι στὰ μοῦ­τρα ὁ Μά­ικ, οὐρ­λι­ά­ζον­τας.

       Πρό­σφα­τα, ἔ­βλε­πε τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν ὕ­πνο του. Ὁ Μά­ϊκ τὸν φώ­να­ζε «βλαμ­μέ­νο», μὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν γυρ­νοῦ­σε. Τό­τε τὸν ἅρ­πα­ζε καὶ γυρ­νών­τας τον στὸ πλά­ι, αἷ­μα ἔ­τρε­χε στὴ δε­ξιὰ με­ριά του ἀ­πὸ μιὰ τρύ­πα ἀ­πὸ σφαί­ρα. Τυ­χαῖ­α εἶ­χε βρε­θεῖ ἀ­νά­με­σα σὲ πυ­ρὰ ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ πρε­ζεμ­πό­ρων στὸν δρό­μο γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρο, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Ρού­φους ξυ­πνοῦ­σε κά­θε βρά­δυ τρο­μαγ­μέ­νος τε­λευ­ταῖ­α. Πή­γαι­νε τρέ­χον­τας, ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου τοῦ ἀ­δερ­φοῦ του καὶ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι μα­ζί του. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­νο­χλοῦν­ταν καὶ τοῦ ἔ­κα­νε χῶ­ρο. Ὁ Ρού­φους ἀ­πο­ροῦ­σε ποὺ δὲν τὸν ἔ­λε­γε πιὰ «βλαμ­μέ­νο», ἀλ­λὰ ἀ­πο­λάμ­βα­νε κι­ό­λας τὴ στιγ­μὴ καὶ δὲν μι­λοῦ­σε μὴν τὴ χα­λά­σει.

       Καὶ στὸ κο­λέ­γιο ποὺ σπού­δα­ζε μη­χα­νι­κὸς τε­λι­κὰ ὁ Μά­ϊκ, ὁ Ρού­φους ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου του στὴν ἑ­στί­α καὶ ξά­πλω­νε μα­ζί του, ἐλ­πί­ζον­τας νὰ ἀ­κού­σει νὰ τὸν λέ­ει «βλαμ­μέ­νο» μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρᾶ. Ὁ Μά­ϊκ, ὅ­μως, δὲν τοῦ ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Μό­νο κα­μιὰ φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε νὰ πά­ρει με­τρη­τὰ ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι του, ἔ­βλε­πε τὴν ἀ­φά­να τοῦ Ντί­σκο νὰ ξε­προ­βάλ­λει στὴ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ πί­σω καὶ μο­νο­λο­γοῦ­σε, «Ἄ, ρὲ βλαμ­μέ­νο. Για­τί;»


 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.