Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg): Αὐτοκτονία



Βίντεο: Ὁ βαρύτονος Hans Duhan (Βιέννη, 1890-Μπάντεν, 1971) τραγουδᾶ τὸ «Die Leiermann» («Ὁ ὀργανοπαίκτης»), ἔργο D 737, ἀπὸ τὸν κύκλο τραγουδιῶν Χειμωνιάτικο Ταξίδι τοῦ Franz Schubert. Στὸ πιάνο ὁ ὀργανίστας τοῦ καθεδρικοῦ να­οῦ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τῆς Βιέννης Victor Boschetti. Ἐγγραφὴ τοῦ 1922.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg)


Αὐτοκτονία

(Selbstmord)


02-HttaΖΩΗ τοῦ εἶ­χε γί­νει γιὰ χί­λιους δυ­ὸ λό­γους ἀ­βά­στα­χτη.

    Ἡ κυ­ρί­α μι­λοῦ­σε μὲ ὑ­πέρ­με­τρο ἐν­θου­σια­σμὸ γιὰ τὸν κύ­κλο τρα­γου­δι­ῶν τοῦ Φρὰν­τς Σοῦμ­περτ «Τὸ χει­μω­νι­ά­τι­κο τα­ξί­δι» καὶ τὸν ἰ­δα­νι­κὸ ἑρ­μη­νευ­τὴ κύ­ριο D­u­h­an. Ἐν­τού­τοις ὅ­λα τοῦ ἦ­ταν μα­κρι­νά, μα­κρι­νά, μα­κρι­νά. Ἐ­γὼ ὅ­μως ὄ­χι.

       Ἁρ­πά­χτη­κε ὅ­πως ὁ πνιγ­μέ­νος ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πο­λύ­τως ἀ­νά­ξια, ἀ­σή­μαν­τη ζω­ή. Ὁ Φρὰν­τς Σοῦμ­περτ πέ­θα­νε στὰ τριά­ντα ἕ­να του χρό­νια. Του­λά­χι­στον εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια ἀ­κό­μη θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ προ­σφέ­ρει εὐ­χα­ρί­στη­ση στὸν κό­σμο! Γιὰ ποι­ό λό­γο λοι­πὸν κα­τα­γί­νον­ται μὲ τὰ προ­σω­πι­κά του ἀ­δι­ά­φο­ρα πε­ρι­στα­τι­κὰ αὐ­τοὶ ποὺ δὲν ὠ­φε­λοῦν κα­νέ­ναν, δὲν προ­σφέ­ρουν εὐ­χα­ρί­στη­ση σὲ κα­νέ­ναν, προ­πάν­των δὲν ἀ­πο­γει­ώ­νουν κα­νέ­ναν, ἔ­στω γιὰ μιὰν ὥ­ρα, πά­νω ἀ­π’ τὴν κε­νό­τη­τα τῆς ἀ­νύ­παρ­κτης ζω­ῆς τους! Σπί­τι τοῦ F­r­a­nz-S­c­h­u­b­e­rt στὴ N­u­ß­d­o­r­f­er στρά­σε, Βιέν­νη ΙΧ, ποι­όν δι­έ­σω­σες;! Κοι­μό­σουν σ’ ἕ­να κρε­βά­τι ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι, καὶ πλε­νό­σουν σ’ ἕ­να με­ταλ­λι­κὸ λα­βο­μά­νο. Φο­ροῦ­σες ἕ­να ἀ­σή­κω­το, μα­κρύ, φαρ­δύ, μαῦ­ρο ἄ­θλιο παν­τε­λό­νι, καὶ ἐμ­πνεύ­στη­κες τὰ ἀ­θά­να­τα τρα­γού­δια σου στὸ μι­κρὸ πε­ρι­βάλ­λον τῆς Βι­έν­νης! Δὲν ἀ­γα­πή­θη­κες πο­τὲ καὶ ὅ­μως ἔ­δω­σες τὰ πάν­τα στὸν κό­σμο ποὺ δὲν σὲ κα­τά­λα­βε πο­τὲ καὶ δὲν σοῦ εἶ­πε πο­τὲ ἕ­να εὐ­χα­ρι­στῶ! Ἐ­πει­δὴ στὸ «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­νή­κει ἡ κα­τα­νό­η­ση, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὀ­φεί­λει κα­νεὶς νὰ εὐ­χα­ρι­στεῖ!

 
Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: D­er N­a­c­h­l­a­ss (Τὰ κα­τά­λοι­πα). S. F­i­s­c­h­er V­e­r­l­ag, B­e­r­l­in 1925, σσ. 114-115.

Peter_Altenberg(1907)Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ (Peter Altenberg) (Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς· 9 Μαρ­τί­ου 1859, Βι­έν­νη – 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1919, Βι­έν­νη). Πε­ζο­γρα­φία, ποί­η­ση, δο­κί­μιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α. Πρό­σω­πο-κλει­δὶ γιὰ τὴ γέ­νε­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν πό­λη τῆς Βι­έν­νης. Θι­α­σώ­της τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης μπο­ε­μί­ας, στε­νὸς γνώ­ρι­μος τῶν Ἄρ­θουρ Σνί­τσλερ, Γκού­σταβ Κλίμπτ, Ἄν­τολφ Λώς, Γκού­σταβ Μά­λερ. Σει­ρὰ ποι­η­μά­των του με­λο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Ἄλ­μπαν Μπέργκ*. (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ “ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς”», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ βι­εν­νέ­ζου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ.)

* Σχε­τι­κὲς ἐ­κτε­λέ­σεις μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε καὶ νὰ ἀ­κού­σε­τε ἐ­δῶ:

https://www.youtube.com/watch?v=4ILjV8vUEAE

https://www.youtube.com/watch?v=Tl5Xm4qYOP0

https://www.youtube.com/watch?v=ppSjuLsmMWE

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).


		
Διαφημίσεις

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg): Ἐσφαλμένη, καὶ μάλιστα ἐγκληματικὰ καλόψυχη, διαιτητική

.

Altenberg

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg)

 .

Ἐσφαλμένη, καὶ μάλιστα

ἐγκληματικὰ καλόψυχη, διαιτητική

.

(Falsche, Ja verbrecherisch gutmütige Diätetik)

 .

13-Taph-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_35,_initialΗΝ ΤΡΙΤΗ, 3η Σε­πτεμ­βρί­ου, ἔ­λα­βε ἀ­πὸ ἕ­ναν προ­στά­τη του εἴ­κο­σι ἕ­να μπου­κά­λια ὑ­πέ­ρο­χη μαύ­ρη μπύ­ρα. Ἡ κα­μα­ρι­έ­ρα του, αὐ­τὴ ἡ ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη ἀλ­τρου­ΐ­στρια, ἡ ὀ­λι­γαρ­κέ­στα­τη, σχε­δὸν μί­α ἁ­γί­α πραγ­μα­τι­κή, κοί­τα­ξε μὲ θλί­ψη καὶ λα­χτά­ρα τὸ λε­γό­με­νο νέ­κταρ τῶν Θε­ῶν καὶ εἶ­πε: «Εἴ­κο­σι θὰ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ γιὰ σᾶς! Ἀλ­λὰ οἱ πλού­σιοι δὲν χορ­ταί­νουν πο­τέ, πο­τέ, πο­τέ, καὶ δὲν αἰ­σθά­νον­ται πό­σο πο­λὺ λα­χτα­ροῦ­με αὐ­τὸ ποὺ τοὺς εἶ­ναι ἄ­χρη­στο, ποὺ τοὺς βλά­πτει ἴ­σως καὶ τοὺς εἶ­ναι ἀ­διά­φο­ρο!»

       Τῆς χά­ρι­σα ἀ­μέ­σως τρί­α μπου­κά­λια κι ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μὶ ποὺ μοῦ δώ­ρι­σε μα­ζὶ ἕ­νας μαι­κή­νας. Κα­τὰ τὶς τέσ­σε­ρεις τὸ ἀ­πό­γευ­μα, ξε­θε­ω­μέ­νη στὴν κού­ρα­ση, λα­χτά­ρη­σε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της στρω­μα­τά­κι, νὰ μὴν ἀ­κού­ει τί­πο­τα γιὰ δου­λειά, νὰ κοι­μη­θεῖ μο­νά­χα τοῦ θα­να­τᾶ καὶ νὰ ξε­χά­σει, νὰ τὰ ξε­χά­σει ὅ­λα, ὅ­λα. Ὅ­μως ἡ φρι­χτὴ ζω­ὴ τὴν κρα­τοῦ­σε μὲ σι­δε­ρέ­νια μάν­τα­λα καὶ δὲν τὴν ἄ­φη­νε, τὴν ἔ­σπρω­χνε στὶς ἀ­παί­σι­ες ὑ­πο­χρε­ώ­σεις της. «Εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νη, κου­ρα­σμέ­νη, ὤ νὰ κοι­μό­μουν μο­να­χὰ μιὰ ὡ­ρού­λα.» Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε. Ἀ­δύ­να­τον. Τὴ συμ­βού­λε­ψαν νὰ κά­νει ἕ­να κρύ­ο ντούς. Δὲν θὰ τὴν βο­η­θοῦ­σε κα­θό­λου. Ὁ ὕ­πνος ὑ­πε­ρί­σχυ­ε μέ­σα της, κα­τέ­βαλ­λε τὴ «σκλη­ρή της ἀν­τί­στα­ση», τὴν πα­ρέ­λυ­ε. Στὸ τέ­λος κλο­νί­στη­κε καὶ γλί­στρη­σε στὸ γλυ­κὸ στρω­μα­τά­κι της. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη ἡ πλού­σια ἰ­δι­ο­κτή­τρια ρώ­τη­σε: «Ποῦ ἦ­ταν ἡ Τό­νη;! Ἑ­φτὰ δω­μά­τια μεῖ­ναν ἀ­συ­γύ­ρι­στα.» Ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε μέ­χρι τὶς ἑ­φτὰ τὸ βρά­δυ. Ἀ­πο­λύ­θη­κε γι’ αὐ­τό. «Μοῦ προ­σφέ­ρα­τε κά­τι ὄ­μορ­φο. Τὸ κά­να­τε γιὰ τὸ κα­λό μου, σᾶς συγ­χω­ρῶ!» Ἄ­φη­σε τὴν κα­λὴ δου­λειὰ καὶ ἐ­πι­δό­θη­κε ἔ­κτο­τε σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο νη­φά­λι­ες σκέ­ψεις: «Αὐ­τοὶ οἱ ποι­η­τὲς εἶ­ναι ποι­η­τές, δὲ σκαμ­πά­ζουν ὅ­μως γρῦ ἀ­πὸ πραγ­μα­τι­κὴ ζω­ή. Ἡ λα­θε­μέ­νη, ἀ­νό­η­τη κα­λο­ψυ­χί­α τους μᾶς στέ­ρη­σε τὰ ὡ­ραῖ­α μας πό­στα, τὴν ἴ­δια μας τὴ ζω­ὴ μᾶς στέ­ρη­σε. Δὲν τοῦ κρα­τά­ω κα­κί­α, δὲν ξέ­ρει τί ση­μαί­νει δύ­σκο­λη ζω­ή, ζεῖ σ’ ἕ­ναν ἐν­τε­λῶς ξέ­χω­ρο κό­σμο. Εἶ­χε κα­λὸ σκο­πό, σί­γου­ρα. Ἀλ­λὰ γιὰ μέ­να μαύ­ρη κα­λο­σύ­νη. Ὅ­μως τὸ πιὸ ἀ­νό­η­το εἶ­ναι ποὺ ἔ­χα­σα τὸ κα­λό μου πό­στο γιὰ τρί­α μπου­κά­λια μπύ­ρα. Τὸ νε­ρὸ δὲ θὰ μ’ ἔ­βλα­φτε, θὰ μὲ κρα­τοῦ­σε φρέ­σκια στὴ δου­λειά. Τώ­ρα δὲ γί­νε­ται τί­πο­τα. Γο­νά­τι­σα μπρο­στά του καὶ μοῦ ’­δω­σε πε­νήν­τα κο­ρό­νες. Ἀλ­λὰ τὸ κα­λό μου πό­στο τὸ ἔ­χα­σα. Δὲν πει­ρά­ζει. Ἤ­θε­λε τὸ κα­λό μου, αὐ­τὸ ση­μαί­νει, ἤ­θε­λε τὸ κα­κό μου. Ἔ­πρε­πε νὰ μοῦ εἶ­χε πεῖ: ‘Τὴν ἡ­μέ­ρα νὰ μὴν πί­νεις κα­θό­λου ἀλ­κο­όλ, σοῦ πα­ρα­λύ­ει τὴ δύ­να­μη γιὰ δου­λειά· νὰ πί­νεις τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν πέ­φτεις κα­τά­κο­πη στὸ κρε­βά­τι!’ Ποῦ νὰ τό ’ξε­ρα;! Ἔ­χα­σα τὸ κα­λό μου πό­στο γιὰ τρί­α μπου­κά­λια μπύ­ρα. Κρῖ­μα.»

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: D­er N­a­c­h­l­a­ss (Τὰ κα­τά­λοι­πα). S. F­i­s­c­h­er V­e­r­l­ag, B­e­r­l­in 1925, σσ. 24-25.

Peter_Altenberg(1907)Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ (Peter Altenberg) (Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς· 9 Μαρ­τί­ου 1859, Βι­έν­νη – 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1919, Βι­έν­νη). Πε­ζο­γρα­φία, ποί­η­ση, δο­κί­μιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α. Πρό­σω­πο-κλει­δὶ γιὰ τὴ γέ­νε­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν πό­λη τῆς Βι­έν­νης. Θι­α­σώ­της τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης μπο­ε­μί­ας, στε­νὸς γνώ­ρι­μος τῶν Ἄρ­θουρ Σνί­τσλερ, Γκού­σταβ Κλίμπτ, Ἄν­τολφ Λώς, Γκού­σταβ Μά­λερ. Σει­ρὰ ποι­η­μά­των του με­λο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Ἄλ­μπαν Μπέργκ*. (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ “ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς”», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ βι­εν­νέ­ζου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ.)

* Σχε­τι­κὲς ἐ­κτε­λέ­σεις μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε καὶ νὰ ἀ­κού­σε­τε ἐ­δῶ:

https://www.youtube.com/watch?v=4ILjV8vUEAE

https://www.youtube.com/watch?v=Tl5Xm4qYOP0

https://www.youtube.com/watch?v=ppSjuLsmMWE

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Φωτογραφικὸ πορτραῖτο τοῦ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ ἀπὸ τὸν βιεννέζο φω­το­γράφο Charles Scolik (1854-1928).

 .

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg): Ἡ ἐκδοχή

.

06-Altenberg,Peter-IEkdochi-Eikona-01

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg)

.

ἐκδοχή

(Die Auffassung)

 .

08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgΓΡΑΨΑ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα γιὰ τὴν θελ­κτι­κὴ χο­ρεύ­τρια Χέν­τι Βά­ιν­γκάρ­τνερ· ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα πα­ρου­σί­α­σε γε­νι­κῶς καὶ εἰ­δι­κῶς τὴν χα­ρι­τω­μέ­νη βι­εν­νέ­ζα. Ὁ ἐ­πί­λο­γος εἶ­χε ὡς ἑ­ξῆς: «Κι ὅ­μως, πλά­ϊ στὴν κα­θο­λι­κὴ εὐ­θυ­μί­α, ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή της χροι­ὰ βα­θιὰ με­λαγ­χο­λι­κή! Πά­νω σὲ τί; Ρω­τῆ­στε τὸν Φρὰν­τς Σοῦμ­περτ καὶ τὸν Χοῦγ­κο Βόλφ

       Ὁ νε­α­ρὸς ποὺ μὲ σερ­βί­ρει στὸ δω­μά­τιο, μοῦ λέ­ει: «Θέ μου, τί ὡ­ραῖ­ο πά­λι αὐ­τὸ ποὺ γρά­ψα­τε γιὰ τὴν βι­εν­νέ­ζα! Καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸν κύ­ριο Βὸλφ καὶ τὸν ἄλ­λο τὸν κύ­ριο!»

       «Πῶς τὸ ἐν­νο­εῖς;!» τὸν ρώ­τη­σα.

       «Νά, οἱ δυ­ὸ κύ­ριοι ποὺ ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­νε τὸ φτω­χὸ κο­ρί­τσι!»

       «Ὄ­χι, ἄ­κου, εἶ­ναι δυ­ὸ πε­θα­μέ­νοι ἀ­πὸ και­ρὸ δι­ά­ση­μοι βι­εν­νέ­ζοι συν­θέ­τες τρα­γου­δι­ῶν, ποὺ ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ἦ­ταν εὔ­θυ­μοι στὰ τρα­γού­δια τους ἀλ­λὰ βα­θιὰ με­λαγ­χο­λι­κοί!»

       «Ἀ­χά… ἔ­τσι πρέ­πει νὰ τὸ πά­ρου­με! Κύ­ρι­ε φὸν Ἄλ­τεν­μπεργκ, γιὰ νά ’­μαι εἰ­λι­κρι­νής, ἡ δι­κή μου ἐκ­δο­χὴ μοῦ ἀ­ρέ­ζει πιὸ πο­λύ!»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: D­ie L­e­b­e­n­s­m­a­s­c­h­i­n­e­r­ie ( μη­χα­νι­σμὸς τῆς ζω­ῆς) F­e­u­i­l­l­e­t­o­ns. Ἐ­πί­με­τρο E­l­ke Erb. R­e­c­l­am, L­e­i­p­z­ig 1980, σ. 103.

Peter_Altenberg(1907)Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ (Peter Altenberg) (Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς· 9 Μαρ­τί­ου 1859, Βι­έν­νη – 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1919, Βι­έν­νη). Πε­ζο­γρα­φία, ποί­η­ση, δο­κί­μιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α. Πρό­σω­πο-κλει­δὶ γιὰ τὴ γέ­νε­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν πό­λη τῆς Βι­έν­νης. Θι­α­σώ­της τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης μπο­ε­μί­ας, στε­νὸς γνώ­ρι­μος τῶν Ἄρ­θουρ Σνί­τσλερ, Γκού­σταβ Κλίμπτ, Ἄν­τολφ Λώς, Γκού­σταβ Μά­λερ. Σει­ρὰ ποι­η­μά­των του με­λο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Ἄλ­μπαν Μπέργκ*. (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ “ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς”», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ βι­εν­νέ­ζου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ.)

* Σχε­τι­κὲς ἐ­κτε­λέ­σεις μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε καὶ νὰ ἀ­κού­σε­τε ἐ­δῶ:

https://www.youtube.com/watch?v=4ILjV8vUEAE

https://www.youtube.com/watch?v=Tl5Xm4qYOP0

https://www.youtube.com/watch?v=ppSjuLsmMWE

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Ὁμοίωμα τοῦ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ στὸ Café Central τῆς Βιέννης. Φω­το­γρα­φία τραβηγμένη στὶς 6 Σεπτεμβρίου 2005, στὶς 21.35’.

.

 

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg): Γιὰ τὸ γράψιμο

.

05-Altenberg,Peter-GiaToGrapsimo-Eikona-01

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg)

 .

Γιὰ τὸ γράψιμο

(Übers Schreiben)

 .

18-MiΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ καὶ φι­λι­κό­τα­του φί­λου μου, τοῦ Φρ. Β. (γρά­φει ἀ­στα­μά­τη­τα μὲ σβελ­τά­δα σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς κα­λύ­τε­ρες γρα­φο­μη­χα­νές), δι­α­πί­στω­σα μό­λις (ἀ­κα­ρια­ία, ἁ­πλού­στα­τη δι­α­πί­στω­ση) ὅ­τι τὸ νὰ γρά­φεις κα­λὲς ἐ­πι­στο­λὲς μπο­ρεῖ ἁ­πλῶς νὰ ση­μαί­νει, νὰ γρά­φεις κα­τὰ τέ­τοι­ον τρό­πο, σὰν ὁ πα­ρα­λή­πτης, ἐ­νῶ δι­α­βά­ζει τὴν ἐ­πι­στο­λή, νὰ ­κού­ει μὲ τρό­πον ἄ­με­σο τὸν συν­τά­κτη της κα­θι­σμέ­νον δί­πλα του νὰ τοῦ μι­λᾶ δυ­να­τά, ἀ­πο­φα­σι­στι­κά! Ἂν εἶ­σαι σὲ θέ­ση νὰ ἐ­ξι­σορ­ρο­πεῖς πλή­ρως σὲ μιὰν ἐ­πι­στο­λὴ αὐ­τὴ τὴ δι­α­φο­ρὰ τοῦ ἐν σι­ω­πῇ γρά­φον­τος καὶ ἠ­χη­ρῶς ὁ­μι­λοῦν­τος, ση­μαί­νει ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ γρά­φεις ἐ­πι­στο­λές! Ὅ­λα τὰ ἄλ­λα εἶ­ναι λο­γο­τε­χνι­κὸ σκου­πι­δα­ρει­ὸ στε­φα­νω­μέ­νο μὲ δάφ­νες à la γου­ρου­νο­κε­φα­λή. Ταμ­πε­ρα­μέν­τα, ἀ­κα­λαι­σθη­σί­ες, πα­ρα­ξε­νι­ές, ἰ­τα­μό­τη­τες, ἀ­νο­η­σί­ες, ὅ­λα πρέ­πει νὰ βγαί­νουν στὴ φό­ρα, νὰ βο­οῦν, νὰ βο­οῦν· δι­α­φο­ρε­τι­κὰ τὸ γρά­ψι­μο κα­ταν­τᾶ τε­χνη­τή, κάλ­πι­κη καὶ ὡς ἐκ τού­του ἀ­νια­ρὴ ὑ­πό­θε­ση! Ἐ­πι­στο­λι­κὴ στιγ­μια­ία φω­το­γρα­φί­α!

       Ἦρ­θε κά­πο­τε ἕ­νας φί­λος μου, ὁ ὡ­ρο­λο­γο­ποι­ὸς Γι­ό­ζεφ T. Εἶ­χε μό­λις κη­δέ­ψει τὴν ὑ­πέ­ρο­χη 23χρονη ἀ­γα­πη­μέ­νη του.

       «Πέ­τερ, ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ μὲ βο­η­θή­σεις, βο­ή­θη­σέ με! Ἕ­να ἐ­πι­τύμ­βιο ἀ­πὸ σέ­να γιὰ τὴ μαρ­μά­ρι­νη τα­φό­πλα­κα! Πό­τε νὰ ἐλ­πί­ζω ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ σοῦ ἔρ­θει κά­τι ται­ρια­στό;­!­;»

       «Ἀ­μέ­σως τώ­ρα», τοῦ ἀ­πάν­τη­σα στὴ μέ­ση τοῦ δρό­μου, «ἢ πο­τέ!»

       Τρά­βη­ξε τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό του.

       Τοῦ ὑ­πα­γό­ρευ­σα:

       «Ἤ­μουν ὁ ὡ­ρο­λο­γο­ποι­ὸς Γι­ό­ζεφ T.,

       Καὶ ὕ­στε­ρα βρέ­θη­κα στὸν πα­ρά­δει­σο μέ­σα ἀ­πὸ Σέ­να – – -.

       Καὶ τώ­ρα εἶ­μαι πά­λι ὁ ὡ­ρο­λο­γο­ποι­ὸς

       Γι­ό­ζεφ T. – – – .»

       Τό­σο ἄ­με­σα, τό­σο ἀ­πό­το­μα πρέ­πει κα­νεὶς νὰ ἀ­νοί­γει τὴν καρ­διά του· ἐ­πει­δὴ με­τὰ θὰ γί­νει μιὰ ἄ­νο­στη σα­λά­τα! Ἔ­τσι ἐ­ξη­γοῦν­ται οἱ πολ­λὲς ἄ­νο­στες σα­λά­τες – – -.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: D­ie L­e­b­e­n­s­m­a­s­c­h­i­n­e­r­ie ( μη­χα­νι­σμὸς τῆς ζω­ῆς) F­e­u­i­l­l­e­t­o­ns. Ἐ­πί­με­τρο E­l­ke Erb. R­e­c­l­am, L­e­i­p­z­ig 1980, σ. 79.

Peter_Altenberg(1907)Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ (Peter Altenberg) (Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς· 9 Μαρ­τί­ου 1859, Βι­έν­νη – 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1919, Βι­έν­νη). Πε­ζο­γρα­φία, ποί­η­ση, δο­κί­μιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α. Πρό­σω­πο-κλει­δὶ γιὰ τὴ γέ­νε­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν πό­λη τῆς Βι­έν­νης. Θι­α­σώ­της τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης μπο­ε­μί­ας, στε­νὸς γνώ­ρι­μος τῶν Ἄρ­θουρ Σνί­τσλερ, Γκού­σταβ Κλίμπτ, Ἄν­τολφ Λώς, Γκού­σταβ Μά­λερ. Σει­ρὰ ποι­η­μά­των του με­λο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Ἄλ­μπαν Μπέργκ*. (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ “ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς”», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ βι­εν­νέ­ζου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ.)

* Σχε­τι­κὲς ἐ­κτε­λέ­σεις μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε καὶ νὰ ἀ­κού­σε­τε ἐ­δῶ:

https://www.youtube.com/watch?v=4ILjV8vUEAE

https://www.youtube.com/watch?v=Tl5Xm4qYOP0

https://www.youtube.com/watch?v=ppSjuLsmMWE

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Ὁ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ στὸ Café Central τῆς Βιέννης τὸ 1907.

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg): Γιὰ τὶς πέννες

.

04-Altenberg,Peter-GiaTisPennes-Eikona-01

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg)

 .

Γιὰ τὶς πέννες

(Über Schreibfedern)

.

05-Kappa-351px-K_oiseaux_svgΑΘΕ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΜΕΝΟΣ ἄν­θρω­πος θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει μιὰ πέ­ν­να συν­δε­δε­μέ­νη κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο μὲ τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά του! Καὶ μὲ τὸ δί­κιο του δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἁ­πλῶς νὰ φαν­τα­στεῖ πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γρά­ψει μὲ μιὰν ἄλ­λη. Ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἦ­ταν γι’ αὐ­τὸν εὐ­θέ­ως τρο­χο­πέ­δη τῆς σκέ­ψης, συρ­ρί­κνω­ση τοῦ αἰ­σθή­μα­τος! Ἐ­νῶ ἡ αὐ­τῷ συ­να­νή­κου­σα πέννα θὰ με­τέ­φε­ρε τρό­πον τι­νὰ πνεῦ­μα καὶ ψυ­χὴ στὸ χαρ­τί, θὰ τὰ με­τέ­τρε­πε σὲ γρα­πτό!

       Ἡ δι­κή μου πέννα εἶ­ναι ἡ μπλὲ πέννα K­u­hn 201. Ὅ­πως ἕ­να βι­ο­λὶ ἀ­πὸ τὴν Κρε­μώ­να, ἔ­τσι κι αὐ­τὴ γί­νε­ται μὲ τὴν χρή­ση ὅ­λο καὶ πιὸ ἁ­πα­λή, πιὸ ἀ­πο­δο­τι­κή. Συ­χνὰ δεί­χνει νὰ προ­τρέ­χει σχε­δὸν καὶ τῶν «φτε­ρου­γι­σμά­των», ὅ­πως λέ­νε, «τῆς σκέ­ψης». Πάν­τως, ἐ­γὼ ἀ­φή­νο­μαι στὴ δι­ά­θε­σή της, ὅ­πως ἀ­φή­νε­ται κα­νεὶς σὲ μιὰ ἀ­σφα­λή, εὐ­γε­νι­κὴ ξε­να­γό.

       Ἕ­νας ἀλ­λο­δα­πὸς ψυ­χο­λό­γος μοῦ ἔ­γρα­ψε πρὶν ἀ­πὸ δυ­ὸ χρό­νια: «Τὸ χρει­ά­ζο­μαι γιὰ μία βα­σι­κὴ με­λέ­τη – – – τί ση­μαν­τι­κὸ ἔ­χε­τε νὰ μοῦ πεῖ­τε γιὰ τὸν τρό­πο τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας σας;­!­;»

       Ἀ­πάν­τη­σα ἀ­μέ­σως: «Μπλὲ πέννα K­u­hn 201, χαρ­τὶ με­γά­λου —ὀρ­θο­γώ­νιου— σχή­μα­τος, σκλη­ρὴ χαρ­το­νέ­νια βά­ση, γιὰ νὰ μπο­ρῶ νὰ γρά­φω στὸ κρε­βά­τι. Ἤ­ρε­μη ψυ­χὴ καὶ γλί­σχρον ὀ­βο­λόν. Τὰ λοι­πὰ πα­ρέλ­κουν!»

       Ἂν μιὰ νε­α­ρὴ κυ­ρί­α μοῦ πεῖ: «Ἐ­γὼ γρά­φω τὰ πάν­τα μό­νο μὲ τὴν πέννα μ’ αὐ­τὸν ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο», τὴ νι­ώ­θω ἀ­μέ­σως γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ ψυ­χι­κὰ πιὸ κον­τά μου. Ἂν μοῦ τὸ πεῖ αὐ­τὸ μιὰ γη­ραι­ὰ κυ­ρί­α, τὴν βλέ­πω σὰν γρη­ὰ κα­ρα­κά­ξα.

       Ἀλ­λὰ νὰ μὴ χρη­σι­μο­ποι­εῖς συγ­κε­κρι­μέ­νη πέννα, ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μά­δι «ἐλ­λειμ­μα­τι­κῆς ἀ­το­μι­κό­τη­τας», θὰ ἔ­κρι­νε ἀ­φο­ρι­στι­κὰ ἕ­νας νε­ω­τε­ρι­στής.

       Ἐ­γὼ ὅ­μως λέ­ω μὲ τρό­πο ἤ­ρε­μο καὶ σε­μνό: Μπλὲ ἀ­τσά­λι­νη πέννα K­u­hn 201, καὶ ἔ­σο εὐ­γνώ­μων!

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: W­i­e­n­er G­e­s­c­h­i­c­h­t­en (Βι­εν­νέ­ζι­κες ­στο­ρί­ες). Ἐ­πιμ. B­u­r­k­h­a­rd S­p­i­n­n­en. Sch­öf­fling & Co., F­r­a­n­k­f­u­rt <M.> 1997, σσ. 24-25.

Peter_Altenberg(1907)Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ (Peter Altenberg) (Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς· 9 Μαρ­τί­ου 1859, Βι­έν­νη – 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1919, Βι­έν­νη). Πε­ζο­γρα­φία, ποί­η­ση, δο­κί­μιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α. Πρό­σω­πο-κλει­δὶ γιὰ τὴ γέ­νε­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν πό­λη τῆς Βι­έν­νης. Θι­α­σώ­της τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης μπο­ε­μί­ας, στε­νὸς γνώ­ρι­μος τῶν Ἄρ­θουρ Σνί­τσλερ, Γκού­σταβ Κλίμπτ, Ἄν­τολφ Λώς, Γκού­σταβ Μά­λερ. Σει­ρὰ ποι­η­μά­των του με­λο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Ἄλ­μπαν Μπέργκ*. (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ “ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς”», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ βι­εν­νέ­ζου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ.)

* Σχε­τι­κὲς ἐ­κτε­λέ­σεις μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε καὶ νὰ ἀ­κού­σε­τε ἐ­δῶ:

https://www.youtube.com/watch?v=4ILjV8vUEAE

https://www.youtube.com/watch?v=Tl5Xm4qYOP0

https://www.youtube.com/watch?v=ppSjuLsmMWE

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Ὁ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ μὲ τὸν αὐστριακὸ μοντερνιστὴ ἀρχιτέκτονα Ἄ­ντολφ Λώς (Μπρνὸ τῆς Μοραβίας, 1870-Κάλκσμπουργκ, κοντὰ στὴν Βιέννη, 1933). Φω­τογραφία τοῦ 1905.

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg): Στὸν Δημοτικὸ Κῆπο (I)

.

02-Altenberg,Peter-StonDimotikoKipo-Eikona-02

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg)

. 

Στὸν Δημοτικὸ Κῆπο (I)

(Im Volksgarten I)

 .

10-Iota-Century_Mag_Illuminated_I_-_2ΟΥΛΙΟ μήνα στὸν Δη­μο­τι­κὸ Κῆ­πο. Ἡ εὐ­χά­ρι­στη δρο­σιὰ τῶν φυ­τῶν ἔ­χει χα­θεῖ. Τώ­ρα ἀν­θί­ζουν τὰ ρό­δα C­r­i­m­s­on R­a­m­p­l­er* σὰν βα­θυ­κόκ­κι­νοι θά­μνοι. Στὴ λι­μνού­λα, μπρο­στὰ ἀ­π’ τὸ μνη­μεῖ­ο τῆς Ἐ­λι­σά­βετ, ἁ­πλώ­νον­ται τὰ μα­ρα­μέ­να νού­φα­ρα. Μό­νο τὰ φύλ­λα ξα­πλώ­νουν ἐ­πί­πε­δα στὸ νε­ρὸ ποὺ ἰ­ρι­δί­ζει πρα­σι­νω­πό. Στὶς τε­ρά­στι­ες ἀ­νοι­χτοῦ φαι­οῦ χρώ­μα­τος πή­λι­νες γλά­στρες ἀν­θί­ζουν ρὸζ ὀρ­ταν­σί­ες. Τὰ μαρ­μά­ρι­να παι­δι­κὰ πρό­σω­πα στὰ συν­τρι­βά­νια ἀ­κτι­νο­βο­λοῦν γλυ­κύ­τη­τα χω­ρὶς προ­η­γού­με­νο. Θὰ εἶ­ναι τὰ παι­διὰ τοῦ ἴ­διου τοῦ γλύ­πτη. Ἂς εἶ­ναι κα­λὰ ὁ ἄν­θρω­πος! Ἕ­να κο­ρι­τσά­κι ἐν­νιὰ χρο­νῶ δεί­χνει σὲ ὅ­λους μας τὴν ὑ­πέ­ρο­χη μα­ε­στρί­α του. Φο­ρά­ει μό­νο ἄ­σπρο που­κα­μι­σά­κι κι ἔ­χει ἕ­να χον­τρὸ κόκ­κι­νο με­τα­ξέ­νιο κορ­δό­νι. Παί­ζει σχοι­νά­κι τρέ­χον­τας σὰν ἕλ­λη­νας μα­ρα­θω­νο­δρό­μος. Παί­ζει ντι­άμ­πο­λο σὰν πρω­τα­θλή­τρια. Δου­λεύ­ει ταυ­το­χρό­νως μὲ δυ­ὸ ρα­κέ­τες καὶ δυ­ὸ κόκ­κι­νες λα­στι­χέ­νι­ες μπά­λες. Τὴν ἐ­πευ­φη­μῶ: Μπρά­βο, μπρά­βο! σὰν νὰ βρι­σκό­μουν σὲ Βα­ριε­τέ. Γυ­μνὰ πο­δα­ρά­κια γα­ζέ­λας. Συ­νε­παρ­μέ­νη ἀ­π’ τὸ χει­ρο­κρό­τη­μα κά­νει τώ­ρα τὰ πάν­τα γιὰ μέ­να καὶ τὴν εὐ­γε­νι­κὴ φί­λη μου. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ση­κώ­νου­με τὴ μιὰ μπά­λα της ἀ­πὸ κά­τω. Τὸ ξέ­ρει, εἶ­ναι ἡ εὐ­νο­ού­με­νή μας. Ἔ­χει πά­ρει μὲ τὸ μέ­ρος της ξέ­νους ἀν­θρώ­πους. Ἔ­χει πε­τά­ξει πά­νω ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ σφαί­ρα τοῦ μπαμ­πά, τῆς μα­μᾶς, τοῦ θεί­ου, τῆς θεί­ας, καὶ δι­εισ­δύ­σει στὴ χώ­ρα τῆς ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σης.

       Καὶ τό­τε ἡ μα­μὰ τῆς λέ­ει: «Παῖ­ξε πρὸς τὰ μέ­να, θέ­λω νὰ βλέ­πω κι ἐ­σέ­να, ὄ­χι μό­νο τὴν πλά­τη σου.»

       Τό­τε τὸ παι­δὶ μᾶς ἀ­φή­νει ἐ­μᾶς, γυ­ρί­ζει καὶ παί­ζει πρὸς τὴ μα­μά. Ρί­χνει ὅ­μως κλε­φτὲς μα­τι­ὲς στοὺς ξέ­νους θαυ­μα­στές του.

       Λί­γο με­τὰ ἔρ­χε­ται ὁ μπαμ­πάς, κου­ρα­σμέ­νος ἀ­π’ τὶς δου­λειές.

       «Δι­α­σκε­δά­ζεις, Ἄν­να;­!;» λέ­ει στὸ κο­ρι­τσά­κι του.

       «Δι­α­σκε­δά­ζω, δι­α­σκε­δά­ζω» —θὰ σκέ­φτη­κε ἡ Ἄν­να—, «μὲ κα­μα­ρώ­νουν, μὲ θαυ­μά­ζου­νε».

 .

* R­o­sa C­r­i­m­s­on R­a­m­p­l­er: Εἶ­δος ἰ­α­πω­νι­κοῦ μὴ ἀ­ρω­μα­τι­κοῦ ρό­δου ποὺ ἔ­φε­ρε πρῶ­τος στὴν Εὐ­ρώ­πη τὸ 1893 ὁ C­h­a­r­l­es T­u­r­n­er. Βα­θιοῦ πορ­φυ­ροῦ χρώ­μα­τος, ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κό, κα­τάλ­λη­λο γιὰ τοί­χους καὶ πέρ­γκο­λες.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: W­i­e­n­er G­e­s­c­h­i­c­h­t­en (Βι­εν­νέ­ζι­κες ­στο­ρί­ες). Ἐ­πιμ. B­u­r­k­h­a­rd S­p­i­n­n­en. Sch­öf­fling & Co., F­r­a­n­k­f­u­rt <M.> 1997, σσ. 24-25.

Peter_Altenberg(1907)Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ (Peter Altenberg) (Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς· 9 Μαρ­τί­ου 1859, Βι­έν­νη – 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1919, Βι­έν­νη). Πε­ζο­γρα­φία, ποί­η­ση, δο­κί­μιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α. Πρό­σω­πο-κλει­δὶ γιὰ τὴ γέ­νε­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν πό­λη τῆς Βι­έν­νης. Θι­α­σώ­της τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης μπο­ε­μί­ας, στε­νὸς γνώ­ρι­μος τῶν Ἄρ­θουρ Σνί­τσλερ, Γκού­σταβ Κλίμπτ, Ἄν­τολφ Λώς, Γκού­σταβ Μά­λερ. Σει­ρὰ ποι­η­μά­των του με­λο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Ἄλ­μπαν Μπέργκ*. (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ “ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς”», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ βι­εν­νέ­ζου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ.)

* Σχε­τι­κὲς ἐ­κτε­λέ­σεις μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε καὶ νὰ ἀ­κού­σε­τε ἐ­δῶ:

https://www.youtube.com/watch?v=4ILjV8vUEAE

https://www.youtube.com/watch?v=Tl5Xm4qYOP0

https://www.youtube.com/watch?v=ppSjuLsmMWE

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Ὁ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ στὰ λουτρά. Καρεδάκι ἀπὸ τὸ βίντεο Altenberg. The little Pocket Mirror [http://www.atomictv.com/altenberg_02.html].

.

Συμεὼν Γρ. Σταμπουλοῦ: Ὁ Peter Altenberg καὶ τὰ «ἤρεμα τηλεγραφήματα τῆς ψυχῆς»

.

01-Stampoulou,Symeon-OPeterAltenberg...-Eikona-01

.

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ

. 

P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg

καὶ τὰ «ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς»

 .

Στιγ­μι­ό­τυ­πα τοῦ βί­ου του καὶ γρα­φὴ τοῦ στιγ­μι­ό­τυ­που

 

06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΟΝΟΜΑ τοῦ Peter A­l­t­e­n­b­e­rg (1859-1919), ὁ­ρι­σμέ­νως ἑ­βραί­ου, ὁ­ρι­σμέ­νως κο­σμο­πο­λί­τη καὶ ἀ­νέ­στιου σκι­τσο­γρά­φου τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, εἶ­ναι R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er. Μό­νι­μος πλέ­ον κά­τοι­κος τῆς Βι­έν­νης καὶ θα­μώ­νας τοῦ C­a­fé Cen­tral, ὅ­που μᾶς ὑ­πο­δέ­χε­ται σή­με­ρα ὑ­πὸ μορ­φὴν πε­πι­ε­σμέ­νου χαρ­τιοῦ, ἐν­δε­δυ­μέ­νος ροῦ­χα ἐ­πο­χῆς, ἀ­νέγ­γι­χτος στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τὸν θαύ­μα­σαν ὁ K­a­rl K­r­a­us, ὁ A­r­thur Schni­tzler, ὁ H­u­go v­on H­o­f­m­a­n­n­s­t­h­al, ἡ Βι­έν­νη τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸν Rilke εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος ἀγ­γε­λι­α­φό­ρος τῆς μον­τέρ­νας Βι­έν­νης: κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο ἡ πό­λη χτί­ζε­ται πά­λι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ μὲ θε­μέ­λια τὰ ἐ­σώ­τε­ρα στοι­χεῖ­α της. Τὸν ἔ­κρι­ναν μὲ συμ­πά­θεια ὁ T­h­o­m­as M­a­nn καὶ μὲ κα­τα­νό­η­ση οἱ συμ­πο­λί­τες φί­λοι ποὺ συν­τή­ρη­σαν μὲ πολ­λὲς δυ­σκο­λί­ες τὴν πέννα του, τὴν ἀν­θρω­πι­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ τα­πει­νὸ καὶ τὸ φευ­γα­λέ­ο. Ἥ­ρω­ές του οἱ ἀ­νώ­νυ­μοι, οἱ πα­ρα­δο­μέ­νοι στὴ φθο­ρά, οἱ σι­ω­πη­λοί. Ἕ­νας θυ­μό­σο­φος Σω­κρά­της τῶν βι­εν­νέ­ζι­κων δρό­μων καὶ κα­φε­νεί­ων, αὐ­τοῦ τοῦ ὑ­πο­δο­χέ­α καὶ ἀν­τη­χεί­ου τῶν θο­ρύ­βων τῆς B­e­l­le É­p­o­q­ue, τοῦ F­in de s­i­è­c­le, τοῦ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κοῦ πλη­θω­ρι­σμοῦ. Περ­πά­τη­σε στὴ με­σαί­α γραμ­μὴ τῆς Βι­έν­νης, ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ ἔ­βλε­παν στὴν πό­λη τὴν ἁρ­μο­νί­α καὶ τὴν ὡ­ραι­ό­τη­τα, καὶ ἐ­κεί­νους ποὺ τὴν θε­ω­ροῦ­σαν προ­κε­χω­ρη­μέ­νο πα­ρά­δειγ­μα αὐ­το­α­ναί­ρε­σης τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Λη­σμο­νη­μέ­νος, τὴν ἐ­παύ­ριο κι­ό­λας τοῦ θα­νά­του του, ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg (τὸ ὄ­νο­μά του ση­μαί­νει τὴν πέ­τρα, τὸ ἀρ­χαῖ­ο βου­νό, τὸν σκλη­ρὸ ὄγ­κο) ἐ­πι­στρέ­φει μὲ τὸ πι­κρό, εἰ­ρω­νι­κό του χα­μό­γε­λο στὸ γύ­ρι­σμα τοῦ νέ­ου αἰ­ώ­να. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φο­ρή­θη­καν στὴν Γερ­μα­νί­α ἅ­παν­τα τὰ σκί­τσα του σὲ κα­λαί­σθη­τη τρί­το­μη ἔκ­δο­ση (D­as B­u­ch d­er B­ü­c­h­er, W­a­l­l­s­t­e­in V­e­r­l­ag, G­ö­t­t­i­n­g­en 2009).

       Καλ­λι­έρ­γη­σε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ τὴ «σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α», αὐ­τὴν ποὺ δι­α­σώ­ζει τὸ τυ­χαῖ­ο ἀ­νά­με­σα στὰ θο­ρυ­βώ­δη θραύ­σμα­τα τῶν πα­ράλ­λη­λων μο­νο­λό­γων τῶν θα­μώ­νων τοῦ κα­φε­νεί­ου, ἀ­παι­τών­τας τὴ μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τὴ δα­πά­νη. Ἄ­θε­λά του (;) ὑ­πο­νό­μευ­σε τὴ μα­κρό­πνο­η ἀ­φή­γη­ση, τὴ με­γά­λη λο­γο­τε­χνί­α, τὴ σύν­θε­τη πλο­κή, προ­κρί­νον­τας τὸ σύν­το­μο, νευ­ρῶ­δες, αἱ­ρε­τι­κὸ ἀ­φή­γη­μα κα­τὰ τὸ πρό­τυ­πο τοῦ P­oe καὶ τοῦ B­a­u­d­e­l­a­i­re. Ἀ­πέ­ναν­τι στὴν τά­ξη τῶν γι­γάν­των τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἀ­πὸ τὸν D­o­s­t­o­j­e­v­s­ki ὣς τὸν T­h­o­m­as M­a­nn, εἶ­ναι ὁ k­l­e­i­n­er M­a­nn, ὁ βρα­χύ­σω­μος γρα­φιὰς τῶν ἄ­ναρ­χων f­e­u­i­l­l­e­t­o­ns, τῶν ἀλ­λε­πάλ­λη­λων ὁ­μοι­ω­μά­των καὶ ἀν­τι­γρά­φων ποὺ κα­ταρ­γοῦν τὴν ἔν­νοι­α τοῦ πρω­το­τύ­που. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δη­μο­σι­ο­γρα­φῶν ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg, αὐ­τὸς ὁ «ἀ­φρο­ε­ρευ­νη­τὴς τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας», πε­ρι­ό­ρι­σε τὶς ἔμ­μο­νες ἰ­δέ­ες του σὲ ἀγ­γε­λί­ες τοῦ ἡ­με­ρή­σιου τύ­που, σὲ τη­λε­γρα­φή­μα­τα πρὸς ἀ­νώ­νυ­μους δυ­νη­τι­κοὺς ἀ­γο­ρα­στές, σὲ ἀ­ναλ­φά­βη­τους καὶ σὲ ὦ­τα μὴ ἀ­κου­όν­των.

       Στὸν πρα­κτι­κὸ το­μέ­α τῆς ζω­ῆς δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει κά­τι. Ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὶς σπου­δὲς στὴ Νο­μι­κὴ καὶ μιὰ κα­λὴ θέ­ση σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο οἰ­κο­γε­νεια­κοῦ φί­λου. Πρώ­τη ἰ­α­τρι­κὴ δι­ά­γνω­ση: «Ὑ­πε­ρευ­αί­σθη­το νευ­ρι­κὸ σύ­στη­μα». Εἶ­ναι ἡ ἀρ­χὴ τοῦ μο­να­χι­κοῦ δρό­μου ἑ­νὸς γνή­σιου μπο­έμ. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο (W­ie i­ch es s­e­he [Ὅ­πως τὸ βλέ­πω ἐ­γώ]) κυ­κλο­φο­ρή­θη­κε τὸ 1896: πέ­να λε­πτὴ ποὺ δι­στά­ζει ἀ­νά­με­σα στὸ ρε­πορ­τὰζ καὶ τὴ χα­μη­λὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φω­νή. Ὡ­στό­σο, αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ο­τυ­πί­α (στὰ κα­θ’ ἡ­μᾶς θυ­μί­ζει τὸν Μη­τσά­κη τὴν ἴ­δια ἐ­πο­χὴ στὴν Ἀ­θή­να) θὰ τὸν ἀ­να­γο­ρεύ­σει σύν­το­μα σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς σπου­δαι­ό­τε­ρους αὐ­στρια­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τῆς στρο­φῆς τοῦ αἰ­ώ­να. Ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg ἀ­κο­λου­θεῖ τὸ ρεῦ­μα τοῦ S­i­m­p­l­i­c­i­s­s­i­m­us, συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ D­ie F­a­c­k­el (Ὁ πυρ­σός) τοῦ K­a­rl K­r­a­us καὶ D­ie Schaubü­h­ne (Ἡ σκη­νή, Βε­ρο­λῖ­νο). Ὁ E. F­r­i­e­d­e­ll τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­νει μία μο­νο­γρα­φί­α. Τί­τλος: E­c­ce p­o­e­ta. Πα­ρα­με­ρί­ζουν καὶ στὴν Βι­έν­νη, «γιὰ νὰ πε­ρά­σει ὁ ποι­η­τής». Ὑ­περ­βο­λές; Ὁ A­l­b­an B­e­rg με­λο­ποι­εῖ «πέν­τε εἰ­κό­νες» του. T­ὶς ἐ­νορ­χη­στρώ­νει ὁ Ar­nold S­c­h­ö­n­b­e­rg. Εἰ­σό­δια στὸν να­ὸ τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Γρή­γο­ρα, ὅ­μως, θὰ τὸν κα­τα­βά­λουν τὸ πο­τό, ἡ ἀ­νέ­χεια, ἡ ἐν­δο­γε­νὴς μό­νω­ση. Ἀ­πὸ τὸ 1910 πε­ρι­φέ­ρε­ται σὲ κλι­νι­κὲς καὶ ἱ­δρύ­μα­τα. Κύ­κνει­ον ἀ­σμά­τιον: M­e­in L­e­b­e­n­s­a­b­e­nd. Ἡ δύση τῆς ζω­ῆς μου (1919).

.

Τὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg. Ἐ­πι­τα­γὴ τοῦ F­in de s­i­è­c­le;

. 

Ὅ­ταν τοῦ ζη­τή­σουν νὰ ἐ­ξη­γή­σει τὴν ἐμ­μο­νή του στὴ «μι­κρὴ φόρ­μα», ἀ­παν­τᾶ: «Οἱ ἐν­τυ­πώ­σεις μου δὲν ἔ­χουν διά­ρκεια. Εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ‘ὀρ­γα­νι­κῆς ἀ­δυ­να­μί­α­ς’ […­]. Ὁ κό­σμος πα­ρα­έ­γι­νε πλού­σιος, γιὰ νὰ χά­νει τὸν και­ρό του μὲ ὁ­τι­δή­πο­τε. Ἔ­χω ἕ­ναν ἐ­πι­τα­χυ­μέ­νο με­τα­βο­λι­σμό! Δὲν μπο­ρῶ νὰ μα­κρη­γο­ρῶ. Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι ἕ­νας ἰ­δα­νι­κὸς κι­νη­μα­το­γρά­φος» (ἀ­χρο­νο­λό­γη­τη ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς τὸν μου­σι­κο­λό­γο R­o­b­e­rt H­i­r­s­c­h­f­e­ld [1857-1914]). Πύ­κνω­ση τῆς ποι­η­τι­κῆς του ἀλ­λὰ καὶ σύμ­πτω­μα τῆς ἐ­πο­χῆς του, τοῦ F­in de s­i­è­c­le ποὺ ἐ­πέ­βα­λε τὴ σύν­το­μη φόρ­μα πλά­ϊ στὸ σύν­το­μο (ἀν­τι­ε­πι­κὸ) ποί­η­μα, τὸν ἀ­φο­ρι­σμό, τὸ πε­ζο­τρά­γου­δο, τὸ συ­νο­πτι­κὸ δο­κί­μιο. Ἐ­δῶ ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ λο­γο­τέ­χνη συ­ναν­τι­έ­ται μὲ τὸ Z­e­i­t­g­e­i­st, τὴν ἀ­πό­λυ­τη ‘χρο­νι­κὴ λι­τό­τη­τα’. Λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀν­τα­να­κλα­στι­κὴ ἀρ­χὴ ἑ­νὸς με­τα­να­του­ρα­λι­στι­κοῦ ρεύ­μα­τος τοῦ ὑ­πο­κει­με­νι­σμοῦ. Εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χὴ τῆς «νε­α­ρό­τα­της Γερ­μα­νί­ας» [D­as jüng­ste D­e­u­t­s­c­h­l­a­nd], οἰ­κο­δο­μη­μέ­νης μὲ κρα­τί­δια-θραύ­σμα­τα, ἀλ­λὰ καὶ τῆς νε­α­ρῆς Βι­έν­νης [D­as j­u­n­ge W­i­en] μὲ ἰ­σχυ­ρὰ ἀ­κό­μη τὰ ἐ­ρεί­σμα­τα τοῦ ρο­μαν­τι­σμοῦ. Ὁ ρο­μαν­τι­σμὸς πα­ρα­τεί­νε­ται ὣς τὸ τέ­λος τοῦ αἰ­ώ­να, ἐ­νῶ τὸ κο­σμο­εί­δω­λο δί­νει τὴ θέ­ση του στὸ στιγ­μι­ό­τυ­πο. Ἀ­πέ­ναν­τι στὴν πο­λι­τι­κή, τε­χνο­λο­γι­κή, ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ὁ­λό­τη­τα ὁ τε­θραυ­σμέ­νος ψυ­χι­κὸς ‘μι­κρό­κο­σμο­ς’ ἐμ­φα­νί­ζε­ται σύν­θε­τος καὶ πα­ρά­λο­γος. Τὸ θραῦ­σμα ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὴ γρα­φή. Τὴν ὀ­νο­μά­ζουν, ἐλ­λεί­ψει εἰ­δο­λο­γι­κοῦ προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ, «S­t­u­d­ie», «F­r­a­g­m­e­nt», καί, προ­πάν­των, «S­k­i­z­ze». Ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg ἐ­πι­νο­εῖ ἀ­κό­μη τὸν ὅ­ρο «πεν­τά­λε­πτη σκη­νή», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χουν δι­α­λο­γι­κὰ χω­ρί­α. Σὲ ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς τὸν φί­λο του H. B­a­hr μι­λᾶ γιὰ «ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς». Ἐ­πι­τεί­νει τὴ σύγ­χυ­ση καὶ μὲ ἄλ­λα βα­πτι­στι­κά: πα­ρα­μύ­θι, μῦ­θος, μπα­λάν­τα, ἔκ­θε­ση ἢ πα­ρα­βο­λή. Ἀ­κό­μη καὶ «ἄ­νυδ­ρη πραγ­μα­τεία». Ἐ­πι­κρα­τεῖ ὅ­μως τὸ «σκί­τσο» ποὺ τὸ 1900 φαί­νε­ται νὰ ἀ­πο­δί­δει τὴν πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νη, ἐ­πί­και­ρη, στυ­λι­ζα­ρι­σμέ­νη ἐκ­φρα­στι­κὴ μορ­φή. Ἄλ­λοι συγ­κρί­νουν τὴ γρα­φή του μὲ τὴν ἰ­α­πω­νι­κὴ πε­ρι­γρα­φι­κὴ ἀ­φαί­ρε­ση. «Εἶ­ναι ἕ­νας Ἰ­ά­πω­νας, ἢ γνή­σιο βλα­στά­ρι τῶν Ἰ­α­πώ­νων, ἕ­νας προρ­ρα­φα­η­λί­της» (O. S­t­o­e­s­sl, D­as M­a­g­a­z­in f­ür Li­te­ra­tur, 1896). Οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, κρί­νει ὁ E. F­r­i­e­d­e­ll, «ἀ­νοί­γει ὁ δρό­μος γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ μι­κροῦ σχή­μα­τος, ἐ­πει­δὴ ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος δὲν θέ­λει ἕ­να βι­βλί­ο ποὺ λη­στεύ­ει τὸν χρό­νο, ἀλ­λὰ τὸν ἐ­ξοι­κο­νο­μεῖ. Βι­βλί­ο ‘ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ’ ποὺ αἰχ­μα­λω­τί­ζει, δὲν κα­τα­πο­νεῖ καὶ ‘συγ­κρα­τεῖ’ τὸν χρό­νο». Ἡ ἀ­κρι­βὴς στὰ μέ­τρα γρα­φῆς τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg γρα­φή.

.

Ἑ­κα­τὸ χρό­νια με­τά, στὸ νέ­ο F­in de s­i­è­c­le, ἡ ἔ­κρη­ξη τοῦ μι­κροῦ (ἢ ὑ­πέρ­μι­κρου) δι­η­γή­μα­τος (βλ. «Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς ‘ὅ­ρου’», Πλα­νό­διον, Ἰ­ού­νιος 2011, τχ. 50, 296) ἀ­να­γνω­ρί­ζει πολ­λοὺς θι­α­σῶ­τες ἀλ­λὰ ὄ­χι γεν­νή­το­ρες. Στὸν μᾶλ­λον λη­σμο­νη­μέ­νο σή­με­ρα P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg (καὶ τὸν βι­εν­νέ­ζι­κο κύ­κλο του) θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ ἡ τι­μὴ τοῦ θιασώτη, του­λά­χι­στον γιὰ τὸ πά­θος καὶ τὴ συ­νέ­πεια ποὺ ἔ­δει­ξε, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν εἰ­λι­κρι­νὴ ἀ­φο­σί­ω­σή του στὸ τα­πει­νό, ἀ­νώ­νυ­μο ὑ­πη­ρε­τι­κὸ προ­σω­πι­κὸ τῶν μι­κρῶν ξε­νο­δο­χεί­ων. Στὴν ἐ­πο­χή μας τὸν θαύ­μα­σε ὁ T­h­o­m­as Bern­hard (1931-1989), θι­α­σώ­της καὶ αὐ­τὸς τοῦ βι­εν­νέ­ζι­κου κα­φε­νεί­ου, ἀ­να­χω­ρη­τὴς τοῦ G­m­u­n­d­en (ὅ­που πέ­θα­νε), ὁ­δη­γη­μέ­νος ἐ­κεῖ πι­θα­νὸν ἀ­πὸ τὰ ἐ­ξαί­σια «σκί­τσα» τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg. Ἡ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ στά­ση, ἡ ρο­ϊ­κή, θραυ­σμα­τι­κὴ γρα­φὴ τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg ἐ­πι­βι­ώ­νουν καὶ στὸν χα­ρα­κτή­ρα τῶν κει­μέ­νων τῆς E­l­f­r­i­e­de J­e­l­i­n­ek (1946). Γρα­φὴ βι­ω­μα­τι­κή, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη στά­ση καὶ ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο ψυ­χι­σμὸ τῶν τρι­ῶν (τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg, τοῦ B­e­r­n­h­a­rd, τῆς J­e­l­i­n­ek) ἀ­πέ­ναν­τι στὸν κοι­νω­νι­κὸ πε­ρί­γυ­ρο καὶ τὰ ἐ­πί­μο­να αἰ­τή­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς των.

.

Λι­ψί­α, Ἰ­ού­λιος 2011

.

Πη­γές:

Egon Friedell, Das Altenberg-Buch, Wien 1922.

P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg, D­ie L­e­b­e­n­s­m­a­s­c­h­i­n­e­r­ie. Ἐ­πί­με­τρο E­l­ke E­rb, R­e­c­l­am, L­e­i­p­z­ig 1980.

I­r­e­ne K­ö­w­er, P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg a­ls A­u­t­or d­er l­i­t­e­r­a­r­i­s­c­h­en K­l­e­i­n­f­o­rm [ P.A. ὡς συγ­γρα­φέ­ας τῆς μι­κρῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας]. Ἐκδ. P­e­t­er L­a­ng, F­r­a­n­k­f­u­rt <M.­>, B­e­rn, N­ew Y­o­rk, P­a­r­is 1987.

P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg, S­o­m­m­e­r­a­b­e­nd in G­m­u­n­d­en. Ἐ­πί­με­τρο B. S­p­i­n­n­en, Schöf­fling & Co., Frank­furt <M.> 1997.

P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg, D­ie S­e­l­b­s­t­e­r­f­i­n­d­u­ng e­i­n­es D­i­c­h­t­e­rs. B­r­i­e­fe u­nd D­o­k­u­m­e­n­te 1892-1896. Ἐ­πι­μέ­λεια καὶ ἐ­πί­με­τρο L­e­on A. L­e­n­s­i­ng, W­a­l­l­s­t­e­in V­e­r­l­ag, G­ö­t­t­i­n­g­en 2009.

Rainer Maria Rilke, «Μο­ντέρ­να ποί­η­ση» [1898], Μι­κρὰ δο­κί­μια γιὰ τὴν τέ­χνη. Μτφρ. Ἰ. Πα­ρα­σκε­λί­δη, ἐ­πιμ. Π. Τσι­νά­ρη, Printa, Ἀ­θή­να 2010.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Σταμ­που­λοῦ, Συ­με­ὼν Γρ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Πορτραῖτο τοῦ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ. Ἔργο (1909) τοῦ ζωγράφου Gustav Ja­ger­spacher (; -1929).

Δεῖτε τὸ βίντεο Altenberg. The little Pocket Mirror τῆς Gemma Blackshaw καὶ τοῦ David Bickerstaff:

http://www.atomictv.com/altenberg_02.html

.