Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Ὁ ἄγγελος

.

Zúñiga, Juan Eduardo -  O Aggelos  -Eikona

.

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga)

.

ἄγ­γε­λος

(El ángel)

 .

H-Itta-SomataΓΥΝΑΙΚΑ δι­έ­σχι­ζε τὴ με­γά­λη πλα­τεί­α στὸ κέν­τρο τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­ψω­νό­ταν ὁ στύ­λος ποὺ εἶ­χε στὴν κο­ρυ­φή του ἕ­να πε­λώ­ριο ἄ­γαλ­μα, ἕ­ναν ἄγ­γε­λο μὲ ἁ­πλω­μέ­να τὰ φτε­ρὰ ποὺ ἔ­μοια­ζε ἕ­τοι­μος νὰ πε­τά­ξει.

       Ἡ μο­να­χι­κὴ γυ­ναί­κα κά­θε πρω­ὶ ἔ­στρε­φε ἐ­πά­νω του τὸ γε­μά­το θαυ­μα­σμὸ βλέμ­μα της, μὲ τὸ φό­βο μή­πως ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν στοὺς ἀ­έ­ρη­δες τοῦ φθι­νο­πώ­ρου ἢ στὴν ὁ­μί­χλη τῆς πα­γω­νιᾶς καὶ δὲν τὸν ἔ­βλε­πε πιά· καὶ πα­ρό­λο ποὺ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι γιὰ τὸν ἄγ­γε­λο ἐ­κεί­νη ἦ­ταν μο­νά­χα μιὰ μαύ­ρη κου­κί­δα στὴν ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη τῆς ἔ­ρη­μης πλα­τεί­ας, τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴ συν­τρο­φεύ­ει στὴ μα­κρὰ κα­θη­με­ρι­νή της δι­α­δρο­μή.

      Καὶ ἦ­ταν τέ­τοι­α ἡ πα­ρα­φο­ρά της ποὺ ὁ ἄγ­γε­λος τὴν ἄ­κου­σε, ἔ­νι­ω­σε τὸ ἐ­πί­μο­νο κά­λε­σμά της καὶ μιὰ μέ­ρα κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸ στύ­λο καὶ κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς ἐ­κεί­νη μὲ δι­στα­κτι­κὰ βή­μα­τα. Στὴ θέ­α τῆς γι­γάν­τιας μορ­φῆς μὲ τὰ ἀ­νοιγ­μέ­να φτε­ρά, ἡ γυ­ναί­κα αἰ­σθάν­θη­κε νὰ γεν­νι­έ­ται μέ­σα της ἡ ἐλ­πί­δα γιὰ ἀν­τα­πό­κρι­ση, ἀλ­λὰ μὲ τὸ ποὺ πλη­σί­α­σε ὁ ἄγ­γε­λος, εἶ­δε ὅ­τι τὰ μά­τια του ἦ­ταν κε­νά.

      Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἐ­κεί­νη τὸν ρώ­τη­σε: «Θὰ ἔρ­θεις μα­ζί μου;» ἀλ­λὰ ὁ ἄγ­γε­λος ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­τη­κε, δὲν ἀ­πάν­τη­σε καὶ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ θέ­ση του, ψη­λὰ στὸ στύ­λο.

      Δι­α­λύ­θη­κε ἡ φευ­γα­λέ­α προ­σμο­νὴ τοῦ ἔ­ρω­τα: ἐ­κεί­νη ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι ἡ ζω­ή της τε­λεί­ω­νε καὶ θέ­λη­σε νὰ βυ­θι­στεῖ στὴ γῆ μό­λις κα­τά­λα­βε ὅ­τι δὲν τὴν εἶ­χε κὰν κοι­τά­ξει, ὅ­τι ὁ ἄγ­γε­λος δὲν εἶ­δε πο­τὲ τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ ἔ­ρω­τά της. Ἀλ­λὰ σκέ­φτη­κε τὸ ἐρ­γα­σια­κό της κα­θῆ­κον καὶ τὸ δρό­μο ποὺ εἶ­χε νὰ δι­α­νύ­σει, ὅ­πως κά­θε μέ­ρα, καὶ τὸ πῆ­ρε ἀ­πό­φα­ση νὰ προ­χω­ρή­σει. Πο­τὲ πιὰ δὲν θὰ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τὸν ἔ­ρω­τα, οὔ­τε ὁ ἄγ­γε­λος θὰ κα­τέ­βαι­νε στὸ ἔ­δα­φος.

      Οἱ μο­να­χι­κοὶ ἄν­θρω­ποι δι­α­σχί­ζουν τὴν ἀ­πέ­ραν­τη πλα­τεί­α ἀλ­λὰ κα­νεὶς πρὸς ἐ­κεῖ­νον δὲν ὑ­ψώ­νει τὸ βλέμ­μα του· γνω­ρί­ζουν ὅ­τι ὁ ἄγ­γε­λος ποὺ στέ­κει ἐ­κεῖ εἶ­ναι τυ­φλός, ἕ­νας ἄγ­γε­λος μο­να­χι­κὸς ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Minicuentos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ­σπα­νι­κοῦ ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013. Τὴν συλ­λο­γὴ προ­σφέ­ρει ὁ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μας Κ. Πα­λαι­ο­λό­γος στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ποὺ μπο­ροῦν νὰ τὴν δι­α­βά­σουν ὁ­λό­κλη­ρη ἢ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­θη­κεύ­σουν ἀ­πὸ ἐδῶ.

Juan Eduardo Zúñiga (Μα­δρί­τη, 1929). Σπού­δα­σε Κα­λὲς Τέ­χνες καὶ Φι­λο­λο­γί­α. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του ἡ τρι­λο­γί­α δι­η­γη­μά­των L­a­r­go n­o­v­i­e­m­b­re en M­a­d­r­id (1980), La t­i­er­ra s­e­ra un p­a­r­a­i­so (1989) καὶ C­a­p­i­t­al de la g­l­o­r­ia (2003) μὲ θέ­μα τῆς τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ ἐμ­φύ­λιο. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης με­τα­φρα­στῆς ἀ­πὸ τὰ πορ­το­γα­λι­κά, ρω­σι­κὰ καὶ βουλ­γα­ρι­κά. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Τὰ ­βέ­βαι­α πά­θη τοῦ ­βὰν Τουρ­γκέ­νι­εφ (μτφ. Δη­μή­τρης Δη­μου­λᾶς). Βλ. ἐδῶ καὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἱ­στολο­γί­ου μας στὸν συγ­γρα­φέα ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­κε ὁ Τά­σος Ψάρ­ρης. ­

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου με­τά­φρα­σης μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅπου δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης τοῦ Κέν­τρου Ἰ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας ABANICO. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στές: Ἑ­λέ­νη Βό­τση, Χρυ­σάν­θη Για­ννιά, Βαγ­γέ­λης Καμ­πού­νιας, Eduardo Lucena, Μα­ρί­α Με­λα­δά­κη, Ἑ­λέ­νη Πα­λαι­ο­λό­γου, Ἀγ­γε­λι­κὴ Πα­λα­σο­πού­λου.

 .

Τάσος Ψάρρης: Ὁ Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα καὶ ἡ τριλογία τῆς Μαδρίτης

 

 

Τάσος Ψάρρης

 

«Ἡ ἀναζήτηση ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώπου»:

Ὁ Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα καὶ ἡ τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της

 

ΧΟΥΑΝ ΕΔΟΥΑΡΔΟ ΘΟΥΝΙΓΑ εἶ­ναι μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση στὸν χῶ­ρο τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν γραμ­μά­των. Συγ­γρα­φέ­ας ἑ­νὸς μι­κροῦ ἀ­ριθ­μοῦ ἔρ­γων, ἔ­ζη­σε κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Φράν­κο στὸ σκο­τά­δι, ἀ­κο­λου­θών­τας ἕ­ναν τρό­πο ζω­ῆς ποὺ συ­χνὰ ἔ­φτα­νε στὰ ὅ­ρια τοῦ ἀ­σκη­τι­σμοῦ. Ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κὴ δρά­ση του δὲν βγῆ­καν στὸ φῶς πα­ρὰ μό­νο με­τὰ τὴν πα­λι­νόρ­θω­ση τῆς ἱ­σπα­νι­κῆς δη­μο­κρα­τί­ας. (Ὁ ἴ­διος ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε γιὰ τὰ αἴ­τια αὐ­τῆς τῆς ἀρ­γο­πο­ρί­ας, ἀ­πάν­τη­σε λα­κω­νι­κά: «Δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἡ ὥ­ρα μου»­). Αὐ­τὴ ἡ ἠ­θε­λη­μέ­νη ἀ­πο­μό­νω­ση δη­μι­ούρ­γη­σε ἕ­να πέ­πλο μυ­στη­ρί­ου γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ πρό­σω­πό του καὶ συ­νε­τέ­λε­σε ὥ­στε τὸ ἔρ­γο του νὰ δι­α­δο­θεῖ μὲ με­γά­λη κα­θυ­στέ­ρη­ση.

       Γεν­νη­μέ­νος τὸ 1929 στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του Μα­δρί­τη, πό­λη ποὺ κα­τέ­χει μό­νι­μη θέ­ση στὸ ἔρ­γο του, ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ ὅ­λα τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη ἀλ­λὰ τὸν κέρ­δι­σε τὸ δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε Κα­λὲς Τέ­χνες καὶ Φι­λο­σο­φί­α, εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὸν ἱ­σπα­νι­κὸ 19ο αἰ­ώ­να καὶ τὴ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει ὄ­χι μὲ μα­νι­ώ­δεις ρυθ­μούς, ὅ­πως γί­νε­ται συ­νή­θως μὲ τοὺς ἀ­θε­ρά­πευ­τους μυ­θο­πλά­στες, ἀλ­λὰ ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­κτι­κά, δί­νον­τας τὸν χρό­νο στὸν ἑ­αυ­τό του νὰ ἀ­να­λύ­σει ὅ­σα συ­νέ­βαι­ναν γύ­ρω του: μιὰ βι­ο­γρα­φί­α μὲ τί­τλο Τὰ ἀ­βέ­βαι­α πά­θη τοῦ Ἰ­βὰν Τουρ­γκέ­νι­εφ (κυ­κλο­φο­ρεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, με­τά­φρα­ση Δη­μή­τρης Δη­μου­λᾶς, 1997), τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα I­n­u­ti­l­es t­o­t­a­l­es, El c­o­r­al y l­as a­g­u­as & F­l­o­r­es de p­l­o­mo, ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των M­i­s­t­e­r­i­os de l­as no­c­h­es y l­os dí­as, με­τα­φρά­σεις, δο­κί­μια καὶ με­λέ­τες, ἀ­παρ­τί­ζουν μιὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ ποὺ θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς πὼς λει­τούρ­γη­σε ὡς προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κὴ ἐρ­γα­σί­α γιὰ τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του, τὴν Τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της, ἕ­να μι­κρὸ δεῖγ­μα τῆς ὁ­ποί­ας πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.

 

Ἡ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ Θού­νι­γα

 

       Ὁ Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα με­γά­λω­σε στοὺς κόλ­πους τοῦ ρεύ­μα­τος ποὺ ἔ­χου­με συ­νη­θί­σει νὰ ἀ­πο­κα­λοῦ­με «κοι­νω­νι­κὸ ρε­α­λι­σμό». Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, δὲν ἐν­στερ­νί­στη­κε τὶς ἐ­πι­τα­γές του οὔ­τε ἐγ­κλω­βί­στη­κε στὶς ἀγ­κυ­λώ­σεις του. Μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ἀ­πα­ρά­μιλ­λης αἰ­σθη­τι­κῆς του, τῶν συμ­βο­λι­σμῶν του καὶ τῶν μυ­θο­πλα­στι­κῶν του σι­ω­πῶν, κα­τά­φε­ρε νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ λο­γο­τε­χνί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη, ἡ ὁ­ποί­α προ­τεί­νει ἕ­ναν και­νούρ­γιο τρό­πο θέ­α­σης τῶν πραγ­μά­των. Σ’ αὐ­τοὺς τοὺς δύ­σκο­λους και­ροὺς ὅ­που ἡ ποι­ό­τη­τα προ­δί­δε­ται γιὰ τρι­ά­κον­τα ἀρ­γύ­ρια καὶ ἡ προ­σω­πι­κὴ γρα­φὴ ἐγ­κα­τα­λεί­πε­ται ὑ­πὲρ μιᾶς γρα­φῆς ἁ­πλου­στευ­τι­κῆς καὶ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νης, ὁ Θού­νι­γα, δου­λεύ­ον­τας ἀ­θό­ρυ­βα, πα­ρά­γει μιὰ τέ­χνη ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ει μὲ τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο τὶς ἀν­τι­φά­σεις, τὶς πα­ρα­δο­χὲς καὶ τὶς ἀν­τι­θέ­σεις τῆς ζω­ῆς καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ τὰ πιὸ εὐ­αί­σθη­τα θέ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, θέ­μα­τα ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως ἐ­λάσ­σο­να καὶ ἀ­με­λη­τέ­α.

       Τὸ ἔρ­γο τοῦ Θού­νι­γα ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ δε­ξι­ο­τε­χνι­κὴ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κὴ σπου­δή, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να συμ­βάλ­λει στὴ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς μνή­μης. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὰ δι­δάγ­μα­τα καὶ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του γιὰ νὰ φιλ­τρά­ρει μὲ τὴ μέ­γι­στη δυ­να­τὴ ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ δε­δο­μέ­να. Σχε­διά­ζει ἀ­λη­θο­φα­νεῖς συ­ναι­σθη­μα­τι­κὲς κα­τα­στά­σεις καὶ συν­θέ­τει ἀν­θρώ­πι­νες φω­νὲς-ἐκ­φρα­στὲς συ­νει­δή­σε­ων ποὺ βι­ώ­νουν ἕ­ναν μό­νι­μο σει­σμό, τὸν ὁ­ποῖ­ο με­τα­δί­δουν στὸν ἀ­να­γνώ­στη με­τα­τρέ­πον­τάς τον σὲ κα­λὸ ἀ­γω­γὸ σκέ­ψης· φω­νὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἐν­δύ­ε­ται συμ­με­τέ­χον­τας μέ­σῳ τῶν λέ­ξε­ων, τῶν φρά­σε­ων καὶ τῶν πα­ρα­γρά­φων σὲ μιὰ πο­ρεί­α ἀρ­γή, σὲ μιὰ ἀ­νά­γνω­ση συμ­πυ­κνω­μέ­νη, σὲ μιὰ ἀ­φή­γη­ση φορ­τι­σμέ­νη. Ὁ Θού­νι­γα με­τα­χει­ρί­ζε­ται τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες του μὲ δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα καὶ σε­βα­σμὸ ἀ­πέ­ναν­τι στὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τές τους. Μὲ τὸν ἴ­διο σε­βα­σμὸ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει καὶ τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος ὅ­που ζοῦν, οἱ ὁ­ποῖ­ες δη­μι­ουρ­γοῦν μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα ὑ­πο­βλη­τι­κή, μυ­στη­ρια­κή, τε­τα­μέ­νη. Οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες του, συ­χνὰ αἰχ­μά­λω­τοι μιᾶς ὑ­πο­δό­ρει­ας βαρ­βα­ρό­τη­τας, οἰ­κο­δο­μοῦν τὰ βι­ώ­μα­τά τους μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ὁ­μί­χλη ἔ­ρω­τα ἱ­κα­νὴ νὰ σκε­πά­σει τὰ πάν­τα καὶ μὲ μιὰ ἐλ­πί­δα ποὺ δὲν τὴν ἀ­πο­χω­ρί­ζον­ται πο­τέ. Αὐ­τὴ ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τα­χεί­ρι­ση τοὺς κά­νει νὰ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται μό­νι­μα πα­ρα­δο­μέ­νοι σὲ μιὰ φόρ­τι­ση ποὺ φαν­τά­ζει ἀ­ναγ­καί­α.

 

Ἡ τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της

 

       Τὸ 1980 δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ πρῶ­το μέ­ρος τῆς τρι­λο­γί­ας ποὺ θὰ ἔ­κα­νε παγ­κο­σμί­ως γνω­στὸ τὸν Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα, τῆς τρι­λο­γί­ας τῆς Μα­δρί­της: ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸ ἔρ­γο μὲ τί­τλο L­a­r­go n­o­v­i­e­m­b­re de M­a­d­r­id (Μα­κρὺς χει­μώ­νας τῆς Μα­δρί­της), μιὰ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ θέ­μα τὶς συν­θῆ­κες ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν στὴ ἱ­σπα­νι­κὴ πρω­τεύ­ου­σα τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου. Τὸ βι­βλί­ο αὐ­τό, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­λύ­τε­ρα ποὺ γρά­φτη­καν πο­τὲ γιὰ τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ ἀλ­λη­λο­σπα­ραγ­μό, ἔ­γι­νε «μπε­στσέ­λερ» καὶ ἀ­να­τυ­πώ­θη­κε πολ­λὲς φο­ρές. Τὸ 1986 ἐκ­δό­θη­κε τὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς τρι­λο­γί­ας, τὸ La t­i­e­r­ra s­e­rá un p­a­r­aí­so (Ἡ γῆ θὰ γί­νει πα­ρά­δει­σος), καὶ τὸ 2003 τὸ τρί­το, C­a­p­i­t­al de la g­l­o­r­ia (Πρω­τεύ­ου­σα τῆς δό­ξας). Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο, ἕ­νας δε­κά­λο­γος δι­η­γη­μά­των ποὺ εἰ­κο­νο­γρα­φοῦν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­λεύ­θε­ρες μέ­ρες τῆς Μα­δρί­της, ἐ­ξα­σφά­λι­σε στὸν Θού­νι­γα τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Sa­l­a­m­bó.

       Ἡ τρι­λο­γί­α ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν αἱ­μα­το­βαμ­μέ­νη τοι­χο­γρα­φί­α μιᾶς κοι­νω­νί­ας, τὸ χρο­νι­κὸ μιᾶς πό­λης ποὺ στε­νά­ζει ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξα­θλί­ω­ση καὶ τοὺς βομ­βαρ­δι­σμούς. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ τὰ τρί­α μέ­ρη της δη­μο­σι­εύ­τη­καν με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πα­λι­νόρ­θω­ση εἶ­ναι κα­θο­ρι­στι­κό: τὰ κεί­με­να δο­νοῦν­ται κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να ὑ­πό­στρω­μα ἱ­στο­ρι­κῶν ψε­μά­των ποὺ στοι­χει­ώ­νουν τὴ ζω­ὴ τῶν πο­λι­τῶν, ψέ­μα­τα ἑ­δραι­ω­μέ­να σὲ δι­ά­στη­μα πολ­λῶν ἐ­τῶν. Σκο­πὸς αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων, σκο­πὸς ἑ­πο­μέ­νως τοῦ Θού­νι­γα, «δὲν εἶ­ναι μό­νο νὰ κοι­τά­ξω μὲ ὀρ­θά­νοι­χτα μά­τια αὐ­τὸ ποὺ βρί­σκε­ται μπρο­στά, ἀλ­λὰ νὰ δι­α­βλέ­ψω αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ κρυ­φτεῖ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς», ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει σὲ μιὰ συ­νέν­τευ­ξή του. Εἶ­ναι πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον αὐ­τὸ ποὺ λέ­ει ὁ ἀ­φη­γη­τὴς στὸ δι­ή­γη­μα «Νο­έμ­βριος, ἡ μη­τέ­ρα, 1936»: «Κα­νεὶς δὲν νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὸν ξέ­νο πό­νο κι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ τὴν ἐ­πί­πο­νη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ὡ­ρί­μαν­σης ἡ ὁ­ποί­α ἀ­παι­τεῖ χρό­νο γιὰ νὰ γί­νει κα­τα­νο­η­τή, γι’ αὐ­τὸ καὶ κα­νέ­νας οἰ­κεῖ­ος δὲν συ­νει­δη­το­ποι­εῖ αὐ­τὴ τὴ με­τά­βα­ση πρὸς τὴν κα­τα­νό­η­ση τῶν ὅ­σων μᾶς πε­ρι­βάλ­λουν, πρὸς τὴν ἀ­λή­θεια τοῦ κό­σμου στὸν ὁ­ποῖ­ο ζοῦ­με, μιὰ κα­τα­νό­η­ση ποὺ ρί­χνει φῶς στὴ συ­νεί­δη­ση, ποὺ φω­τί­ζει καὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτει μιὰ θλι­βε­ρὴ ἁ­λυ­σί­δα ἀ­πὸ συ­νή­θει­ες, ἀ­πὸ ἀ­πο­δο­χὲς ἀ­νό­η­των ἢ ἐ­πι­κίν­δυ­νων λο­γι­κῶν ποὺ προ­κά­λε­σαν δά­κρυ­α καὶ πού, πο­λὺ κον­τά, στὰ ὅ­ρια τῆς με­σο­α­στι­κῆς στα­θε­ρό­τη­τας, ἔ­κα­νε ὀ­στε­ω­μέ­να χέ­ρια δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας νὰ ὑ­ψω­θοῦν· ἀ­κό­μα πιὸ δυ­σκο­λο­νό­η­το εἶ­ναι τὸ ὅ­τι κά­ποι­α μέ­ρα αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­γνω­ση τῆς κα­τα­νό­η­σης κά­νει ξαφ­νι­κὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή της καὶ ἡ λάμ­ψη της ἀ­να­στα­τώ­νει, καὶ πλέ­ον ἀ­φι­ε­ρω­νό­μα­στε στὸ νὰ ψά­χνου­με ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ­σα στὶς ἀ­να­μνή­σεις ἢ στὰ κα­τα­πι­ε­σμέ­να μας συ­ναι­σθή­μα­τα γιὰ νὰ ξα­να­βροῦ­με ἕ­ναν ἄλ­λο ἄν­θρω­πο ποὺ ἔ­ζη­σε μέ­σα μας ἀλ­λὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ συ­νεί­δη­σή μας…»

 

 

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.

 

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Τὸ μυστικό

  

 

Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα (Juan Eduardo Zúñiga)

 

Τὸ μυ­στι­κό

(El secreto)

 

 ΤΑΝ ΜΙΚΡΟΥΛΑ ἀ­κό­μα καὶ ὅ­λοι ἐγ­κω­μί­α­ζαν τὶς χά­ρες της, τὴν ἀ­θω­ό­τη­τά της, τὶς με­γά­λες μποῦ­κλες ποὺ ἔ­πε­φταν στοὺς ὤ­μους της ὅ­ταν τρα­γου­δοῦ­σε τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα μπρο­στὰ στὸ πιά­νο ποὺ ἔ­παι­ζε ἡ μη­τέ­ρα της, συγ­κι­νη­μέ­νη κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἄ­κου­γε τὴ φω­νή της.

       Ἔ­τσι ἥ­συ­χα κυ­λοῦ­σε ἡ ζω­ὴ σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ σπί­τι μέ­χρι ποὺ κά­ποι­α μέ­ρα ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας ἄ­γνω­στος καὶ ἔ­μει­νε νὰ ζή­σει ἐ­κεῖ. Ἦ­ταν ψη­λὸς καὶ ὄ­μορ­φος, κα­λὸς καὶ ἔ­ξυ­πνος καὶ ἡ κο­πέ­λα ἐκ­στα­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν εἶ­δε. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἐ­κεῖ­νος τῆς ἔ­σφιγ­γε τὸ χέ­ρι καὶ τὸ βλέμ­μα του, μυ­στη­ρι­ῶ­δες, βυ­θι­ζό­ταν στὰ γα­λα­νὰ μά­τια της. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει τὰ πάν­τα ἔ­μοια­ζαν πιὸ δι­ά­φα­να, πιὸ εὐ­γε­νῆ. Βύ­θι­ζε τὸ μυα­λό της στὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ τύ­λι­γε τὴν καρ­διά της μὲ μιὰ ἀ­νεί­πω­τη ζε­στα­σιά. Πε­τοῦ­σαν οἱ μέ­ρες, πέ­ρα­σε ἕ­νας χρό­νος καὶ ἔ­φτα­σε τὸ τέ­λος: ἐ­κεῖ­νος ἔ­φυ­γε καὶ ἐ­κεί­νη γνώ­ρι­σε μέ­ρες θλί­ψης καὶ πό­νου, ἀλ­λὰ δὲν θέ­λη­σε νὰ ρω­τή­σει ἂν θὰ γύ­ρι­ζε.

       Μιὰ μέ­ρα, ἀ­νέλ­πι­στα, ὁ φι­λο­ξε­νού­με­νος ἐ­πέ­στρε­ψε, πλη­σί­α­σε τὰ χεί­λη της καὶ ψι­θύ­ρι­σε: «Μὴ φο­βᾶ­σαι, ἀ­γα­πη­μέ­νη μου, εἶ­μαι ἀ­ό­ρα­τος γιὰ τοὺς ὑ­πο­λοί­πους.» Τὰ στό­μα­τά τους ἑ­νώ­θη­καν μὲ πά­θος. Ἀ­πὸ τό­τε ἦ­ταν πάν­τα κον­τά της: τὸν ἔ­βλε­πε στὸ βά­θος κά­ποι­ου δω­μα­τί­ου, στὸ δι­ά­δρο­μο, στὸ πλα­τύ­σκα­λο. Τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε στὸ δρό­μο, αἰ­σθα­νό­ταν νὰ τὴ σφίγ­γουν δυ­να­τὰ τὰ μπρά­τσα του καὶ ἐ­κεί­νη πα­ρα­δι­νό­ταν στὴν ἀγ­κα­λιά του. Ἡ πιὸ πα­ρά­ξε­νη εὐ­τυ­χί­α τὴ συ­νό­δευ­ε παν­τοῦ: στὸν κῆ­πο, δί­πλα στὸ πιά­νο, ἔ­νοι­ω­θε τὰ χέ­ρια του νὰ τὴ χα­ϊ­δεύ­ουν. Τὰ βρά­δια ξυ­πνοῦ­σε καὶ τὸν ἔ­βρι­σκε δί­πλα της νὰ τῆς ξε­κουμ­πώ­νει ἀρ­γὰ τὰ κουμ­πιὰ τοῦ νυ­χτι­κοῦ της.

       Ὅ­λοι ἔ­λε­γαν πὼς τὸ χα­μέ­νο βλέμ­μα της καὶ τὰ κα­τα­κόκ­κι­να μά­γου­λά της ὀ­φεί­λον­ταν στὸν πυ­ρε­τό, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη σκε­φτό­ταν πὼς κα­νεὶς δὲν ἔ­πρε­πε νὰ μά­θει μὲ πό­ση σφο­δρό­τη­τα πα­ρα­δί­νον­ταν στὸν ἔ­ρω­τά τους.

 

 

Πη­γή: Misterios de las noches y los dias (Alfaguara, 1992).

 

Χου­ὰν­δουά­ρδοΘού­νι­γα (Juan Eduardo Zúñiga, Μα­δρί­τη, 1929). Ἱ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας. Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των La tier­ra se­rá un pa­raí­so (1989), Lar­go no­vi­em­bre de Ma­drid (1990) και Mi­ste­ri­os de las no­ches y los dí­as (1992) καὶ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα El co­ral y las a­gu­as (1995) καὶ Flo­res de plo­mo (1999).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἱ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

 

Εἰκόνα: Περιμένοντας τὸν ἐραστή της. Ζωγραφικὴ τοῦ John Silver.