1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὰ Δικαστήρια τῶν Βαυαρῶν



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τὰ Δικαστήρια τῶν Βαυαρῶν

[τῆς Βαυαροκρατίας]


Ν ΤΩΝ ΤΕΡΑΤΩΔΩΝ κυ­βερ­νη­τι­κῶν μέ­τρων ὅ­περ εἰ­σή­γα­γεν ἡ Βαυ­α­ρο­κρα­τία ἦ­το καὶ ἡ ἑ­τε­ρο­δι­κί­α τῶν στρα­τι­ω­τι­κῶν. Ἐν τῷ στρα­το­δι­κεί­ῳ ἦ­τον ἀ­νάγ­κη νὰ ὑ­πάρ­χῃ δι­κα­στής τις, ὅ­στις νὰ γνω­ρί­ζῃ Γερ­μα­νι­κὰ διὰ νὰ προ­σφέ­ρη­ται ὡς δι­ερ­μη­νεὺς τῶν ὅ­σων κα­τα­θέ­του­σιν οἱ μάρ­τυ­ρες, κα­τη­γο­ρού­με­νος καὶ δι­κη­γό­ροι εἰς πα­ρα­κα­θή­με­νον συ­νά­δελ­φόν του Γερ­μα­νὸν ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸν μὴ γι­γνώ­σκον­τα Ἑλ­λη­νι­κά, ἕ­τε­ρος δι­κα­στὴς ὤ­φει­λε νὰ γνω­ρί­ζῃ Γαλ­λι­κὰ διὰ νὰ ἐ­κτε­λέ­σῃ τ’ ἀ­νω­τέ­ρω κα­θή­κον­τα εἰς συ­νά­δελ­φον γνω­ρί­ζον­τα μό­νον τὴν γλῶσ­σαν αὐ­τὴν λαμ­βα­νό­με­νον ἐκ τῶν φι­λελ­λή­νων ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν, καὶ συ­νά­μα νὰ δι­ερ­μη­νεύ­ῃ εἰς τοὺς συ­να­δέλ­φους του Ἕλ­λη­νας καὶ Γερ­μα­νοὺς ἀ­ξι­ω­μα­τι­κούς, οἵ­τι­νες δὲν ἐ­γνώ­ρι­ζον τὰ Γαλ­λι­κά, ἐ­πει­δὴ εἰς τὴν γλῶσ­σαν αὐ­τὴν ἐ­γέ­νε­το ἡ ἀ­νά­πτυ­ξις τῆς κα­τη­γο­ρί­ας ὑ­πὸ Ἐ­πι­τρ. τοῦ Βα­σι­λέ­ως Γάλ­λου ἔ­χον­τος πα­ρ’ ἑ­αυ­τῷ κα­τὰ τὴν συ­νε­δρί­α­σιν ἀν­τει­ση­γη­τὴν Ἕλ­λη­να ὅ­στις δι­ηρ­μή­νευ­εν αὐ­τῷ τὴν κα­τά­θε­σιν τῶν μαρ­τύ­ρων. Τοια­ύτη δι­α­δι­κα­σί­α τρί­χρους, ὁ­ποί­α εἰς οὐ­δὲν συ­νέ­βη πο­τὲ Κρά­τος, ἐ­γέ­νε­το ἐν τοῖς Ἑλλ. Στρατ. Δι­κα­στη­ρί­οις τὸν ΙΘ´ αἰ­ῶ­να εἰ­σα­χθεῖ­σα ἕ­νε­κα ἰ­δι­ο­τε­λεί­ας ἀ­πὸ τοὺς πε­παι­δευ­μέ­νους Γερ­μα­νούς, ἐλ­θόν­τας νὰ εἰ­σα­γά­γω­σιν εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴν δι­οί­κη­σιν.

       Τοια­ύτης οὔ­σης τῆς δι­α­δι­κα­σί­ας ταύ­της συ­νέ­βη­σαν μύ­ρια ἀ­στεῖ­α. Ὁ δι­κη­γό­ρος κα­τὰ τοῦ κα­τη­γο­ρου­μέ­νου λα­βὼν τὸν λό­γον ν’ ἀ­ναι­ρέ­σῃ τὸν Ἐ­πίτρ. τοῦ Βα­σι­λέ­ως ἤρ­ξα­το ἀ­πὸ τῆς δη­μώ­δους πα­ροι­μί­ας «ἀ­πὸ τὴν πό­λιν ἔρ­χο­μαι καὶ στὴν κορ­φὴ κἂν ἔ­λα». Ὁ Γάλ­λος ἐ­πί­τρο­πος τοῦ Βα­σι­λέ­ως μὴ ἐν­νο­ῶν τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴν καὶ νο­μί­σας ὅ­τι εἶ­πεν ὁ δι­κη­γό­ρος ὅ­τι «μᾶς ἦλ­θε καὶ αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὴν πό­λιν ὅ­που ἐ­πώ­λει κα­νέλ­λα» ἀ­να­στὰς ἐ­φώ­νη­σε:

       — Jamais marchand de canella, ὃ ἐ­στὶ «πο­τὲ δὲν ἤ­μην εἰς Κων­σταν­τι­νού­πο­λιν, πο­τὲ δὲν δι­ε­τέ­λε­σα ἔμ­πο­ρος τῆς κα­νέλ­λας».



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 142-143.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί

[τῆς Ἀσήμως Γκούρα]


ΤΟ ΕΡΕΧΘΕΙΟ κα­τοι­κοῦ­σε ἡ γυ­ναῖ­κα τοῦ Γκού­ρα, φρου­ράρ­χου τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ποὺ εἶ­χε πειὰ σκο­τω­θῆ. Ἡ γεν­ναί­α Ἀ­σή­μω, κό­ρη τοῦ Ἀ­να­γνώ­στη Λι­δο­ρί­κη, βά­στα­ξε μὲ καρ­διὰ τὸ θά­να­το τοῦ ἀν­τρός της καὶ τὴ σε­βόν­ταν ὅ­λοι οἱ πο­λι­ορ­κη­μέ­νοι γιὰ τὸν ἄν­τρα της καὶ τὴ δι­κή της γεν­ναι­ο­ψυ­χιά.

       Στὴ βο­ρει­νὴ πρό­στα­ση (τὸ Παν­δρό­σει­ο) ζοῦ­σε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, για­τὶ τὸ μέ­ρος ἤ­τα­νε φυ­λαγ­μέ­νο, θο­λό­χτι­στο, κ’ ἦ­ταν ἀ­κό­μα καὶ ριγ­μέ­νο χῶ­μα ἀ­πά­νου στὴ θο­λω­τὴ σκε­πὴ γιὰ πει­ὸ ἀ­σφά­λεια.

       Οἱ Τοῦρ­κοι μὲ τὸ κα­νό­νι ποὔ­χα­νε στη­μέ­νο στὴν Ἁ­γιὰ Μα­ρί­να χτυ­πού­σα­νε μὲ πεῖ­σμα τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο· ἴ­σως ξέ­ρα­νε πὼς στὸ ὑ­πό­γει­ο ἤ­τα­νε μπα­ροῦ­τι. Ἀ­φοῦ προ­ξε­νή­σα­νε κάμ­πο­ση ζη­μιά, κα­τὰ τὴς 12 τοῦ Γε­να­ριοῦ 1827, τὸ χτί­ριο κλο­νι­σμέ­νο σά­λε­ψε, ὥ­ρα δυ­ὸ ἀ­πὸ τὰ με­σά­νυ­χτα, ἐ­νῷ κοι­μῶν­ταν ὅ­λοι, κ’ ἔ­πε­σε τὸ πει­ὸ με­γά­λο μέ­ρος τῆς σκε­πῆς, φορ­τω­μέ­νης ἀ­πὸ χῶ­μα· τὰ μάρ­μα­ρα γλι­στρή­σα­νε κα­τὰ τὴν ἄ­κρη, μὰ τὸ χῶ­μα πλά­κω­σε ἕν­τε­κα ψυ­χές, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά. Κά­να-δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες προ­φτά­σαν καὶ πη­δῆ­σαν ὄ­ξω· καὶ βγά­λα­νε καὶ δυ­ὸ παι­διὰ οἱ πρῶ­τοι ποὺ προ­φτά­σα­νε βο­ή­θεια. Ἡ Γκού­ραι­να κ’ οἱ ἄλ­λοι πή­γα­νε χα­μέ­νοι, ὅ­μως θὰ γλυ­τῶ­ναν, ἂν κοι­τά­ζα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε χω­ρὶς ἄρ­γη­τα. Ἀ­φοῦ τ’ ἄλ­λο πρω­ῒ βρέ­θη­κε τῆς Γκού­ραι­νας ζε­στὸ ἀ­κό­μα τὸ κορ­μί…

       Για­τί ὅ­μως δὲ βι­α­στή­κα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε; Τὸ σπί­τι ἤ­τα­νε γε­μᾶ­το ἀ­πὸ τοὺς θη­σαυ­ροὺς τοῦ Γκού­ρα κι’ ὅ­λα του τὰ πρά­μα­τα. Ὁ Γιά­ννης ὁ Μα­μού­ρης, συγ­γε­νής του κι’ ἀν­τι­φρού­ραρ­χος τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ἔ­ζω­σε ἀ­μέ­σως μὲ τοὺς ἄ­τα­χτούς του τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο καὶ δὲν ἄ­φη­σε κα­νέ­να νὰ μπῇ, ἀ­π’ τῆς κλε­ψιᾶς τὸ φό­βο. Καὶ μο­νά­χα τὸ πρω­ῒ ἔ­γι­νε τὸ ξε­σκά­ψι­μο. Μὰ ἦ­ταν ἀρ­γὰ πειά(1).


(1) Δίκη μεγάλη ἀργό­τερα ἀ­κολού­θη­σε τῶν κλη­ρονό­μων τοῦ Γκού­ρα ἐνάν­τια στὸ Μα­μού­ρη. (Γιάν­νη Βλα­χο­γιάν­νη «Προ­πύ­λαια» τόμ. Α´ σ. 85). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ι. Βλα­χο­γιά­ννη «Ἀ­θη­να­ϊ­κὸν Ἀρ­χεῖ­ον» Α´ σ. 171.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 166 [Τίτλος: «326.— Θά­να­τος τῆς Γκού­ραι­νας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Nicolas-Louis-Fran­çois Gos­se (1787-1878), The Bat­tle of the Acro­po­lis, 1827. Πιθα­νό­τατα εἰκο­νί­­ζε­ται ἡ Ἀσή­μω Λιδω­ρί­κη-Γκού­ρα, σύζυ­γος τοῦ φρού­ραρχου τῆς Ἀκρό­πολης Ἰωάν­νου Γκούρα.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἀ­κού­ε­τε, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τοι, τί λέ­ει ὁ Στρα­τη­γός!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἀ­κού­ε­τε, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τοι, τί λέ­ει ὁ Στρα­τη­γός!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ κα­τα­φρο­νῶν τοὺς νε­ή­λυ­δας, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρον δὲ τοὺς με­τὰ τὸν Ἀ­γῶ­να ἐλ­θόν­τας εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, τοὺς ἐ­μυ­κτή­ρι­ζεν ὁ­σά­κις τῷ ἐ­δί­δε­το εὐ­και­ρί­α. Ἐν συ­να­να­στρο­φῇ τοῦ πρέ­σβε­ως τῆς Ρωσ­σί­ας Ἕλ­λη­νος Κα­τα­κά­ζη, γε­νο­μέ­νου λό­γου πε­ρὶ τῶν κα­τὰ τὸν Ἀ­γῶ­να με­γά­λων ἔρ­γων τῶν Ἑλ­λή­νων καὶ τοῦ κα­τορ­θώ­μα­τος νὰ σώ­σω­σιν ἐ­πὶ τέ­λους τὴν πα­τρί­δα των, εἷς τῶν νε­η­λύ­δων μὴ ἀ­νε­χό­με­νος τὴν τοια­ύτην ἀ­πο­θέ­ω­σιν τῆς γε­νε­ᾶς τῶν Ἀ­γω­νι­στῶν, ἔ­σχε τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­αν νὰ εἰ­πῇ:

       — Ἂς ἔ­χῃ ἡ Ἑλ­λὰς χά­ριν εἰς τὰς Τρεῖς Δυ­νά­μεις, αἱ ὁ­ποῖ­αι τὴν ἔ­σω­σαν, καὶ ὄ­χι εἰς τοὺς ἀ­γῶ­νας τῶν Ἑλ­λή­νων!

      Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἀ­γα­να­κτή­σας διὰ τὴν τοια­ύτην προ­πέ­τειαν τοῦ μό­λις ἐλ­θόν­τος εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ κα­τα­λα­βόν­τος μά­λι­στα ἐν τῇ δι­οι­κή­σει τῆς Πα­τρί­δος θέ­σιν σπου­δαι­ο­τά­την, τῷ ἀ­πήν­τη­σε:

       — Νὰ ἔ­χουν ὄ­χι οἱ τρεῖς μο­νά­χα, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τε, ἀλ­λὰ οὗ­λες ᾑ Δυ­νά­μεις, καὶ ἡ Τουρ­κί­α μα­ζί, χά­ριν εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, ὁ­ποὺ ἄ­νοι­ξε ἐ­τού­την τὴν γω­νί­αν (τὸ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θὲν τμῆ­μα τῆς Ἑλ­λά­δος) καὶ ἔ­τρε­ξαν καὶ ἐ­τρού­πω­σαν ὅ­λοι οἱ κα­τερ­γα­ραῖ­οι καὶ ἀ­φή­κα­νε τοὺς τό­πους των ἡ­σύ­χους.

       Τὴν ἀ­πάν­τη­σιν ταύ­την τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη ἐ­πε­δο­κί­μα­σεν ἕ­τε­ρος ἐ­πί­ση­μος τοῦ Ἀ­γῶ­νος ἀ­νὴρ ὁ Ζα­ΐ­μης, ὅ­στις εἶ­πε πρὸς τοὺς πω­λοῦν­τα ἐ­κεῖ σο­φί­αν νε­ή­λυ­δας:

       — Ἀ­κού­ε­τε, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τοι, τί λέ­ει ὁ Στρα­τη­γός;



Δεῖτε καὶ ἐδῶ τὸ “Ἐλευθερία μὲ μικρὴ ἀξία!

Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 223-224 [Τίτλος: «487.— Μά­θη­μα ποὺ ταί­ρια­ζε.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Διονύσιος Τσόκος (1814/1820-1862), Θε­όδω­ρος Κολο­κο­τρώ­νης (1861).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς.

[τοῦ Γιώργη Ἀνεμογιάννη]


ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤὉΛΟΣ λί­γες μέ­ρες πρω­τύ­τε­ρα, μα­ζὶ μὲ ρου­με­λι­ώ­τι­κα στρα­τέ­μα­τα στελ­μέ­να ἀ­πὸ στε­ριᾶς, εἶ­χε δο­κι­μά­σει νὰ κυ­ρι­έ­ψῃ τὸν Ἔ­πα­χτο [Ναύ­πα­χτο] καὶ τὸ Κα­στέλ­λι τὸ ρου­με­λι­ώ­τι­κο [Ἀν­τίρ­ριο], μὰ τί­πο­τε δὲν κα­τά­φε­ρε. Τό­τε, χω­ρὶς δύ­να­μη στε­ρια­νή, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ χτυ­πή­σῃ μό­νος τὰ τούρ­κι­κα κα­ρά­βια ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­να κά­του ἀ­πὸ τὸ Κά­στρο τοῦ Ἐ­πά­χτου, κά­στρο ἀρ­μα­τω­μέ­νο μὲ βα­ριὰ κα­νό­νια. Μὲ μέ­σα πρό­χει­ρα ἀρ­μα­τώ­σα­νε, πρώ­τη φο­ρά, μπουρ­λό­το, μὰ ὅ­ταν ζη­τῆ­σαν ἀ­νά­με­σα στὰ πλη­ρώ­μα­τα τὸν κα­πε­τά­νιο ποὺ θὰ κυ­βερ­νοῦ­σε τὸ μπουρ­λό­το, κα­νέ­νας ἀ­π’ τοὺς ὀ­χτα­κό­σιους ναῦ­τες τοῦ στό­λου, οὔ­τε Σπε­τσι­ώ­της οὔ­τε Ὑ­δραῖ­ος οὔ­τε Ψα­ρια­νός, δὲν πα­ρου­σι­ά­στη­κε πα­ρὰ ἕ­να ναυ­τά­κι Πα­ξι­νός, τ’ ὄ­νο­μά του Γι­ώρ­γης.

       Οἱ κα­πε­τά­νιοι τοῦ στό­λου ποὺ τὸν εἶ­δαν ἔ­τσι ντρο­πα­λὸ καὶ τό­σο νει­ό, το­νὲ ρω­τῆ­σαν τί ζη­τά­ει πλη­ρω­μή του.

       Ὁ Γι­ώρ­γης εἶ­πε μὲ χα­μό­γε­λο καὶ πρό­σχα­ρη τὴν ὄ­ψη:

       — Τώ­ρα δὲ θέ­λω τί­πο­τε, μὰ ἂν δώ­σῃ ὁ Θε­ὸς καὶ πε­τύ­χω, τό­τε θὰ σᾶς πά­ρω ἀ­πὸ δέ­κα τάλ­λα­ρα νὰ κά­μω ἕ­να χά­ρι­σμα τῆς ἀρ­ρε­βω­νι­α­στι­κῆς μου.

       Κά­θι­σε στὸ τι­μό­νι ὁ Πα­ξι­νὸς μο­νά­χος, κι’ ἀ­πὸ πί­σω ἔ­σερ­νε τὴ βάρ­κα μὲ γε­ρὰ πα­λη­κά­ρια στὰ κου­πιὰ γιὰ νὰ τὸν πά­ρουν, ἀ­φοῦ θἄ­βα­νε τὴ φω­τιά.

       Τὸ μπουρ­λό­το ἔ­φτα­σε κον­τὰ στὸ κά­στρο· τὰ Τούρ­κι­κα κα­ρά­βια καὶ τοῦ κά­στρου τὰ κα­νό­νια ἀρ­χί­σα­νε νὰ τὸ χτυ­ποῦν. Τό­τε τῆς βάρ­κας ὁ κα­πε­τά­νιος, ὁ Σπε­τσι­ώ­της Μυρ­για­λῆς, βι­ά­στη­κε κ’ ἔ­βα­λε τὴ φω­τιὰ στὸ μπουρ­λό­το ἀ­φί­νον­τας μέ­σα καὶ τὸν Πα­ξι­νό. Ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ἀ­πὸ φό­βο τά­χα ἢ ἀ­πὸ βι­α­σύ­νη ἄ­και­ρη; Ἄ­να­ψε ἀ­μέ­σως τὸ μπουρ­λό­το, κι’ ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα φω­νά­ζα­νε τοῦ Πα­ξι­νοῦ νὰ πέ­σῃ στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ γλυ­τώ­σῃ, μὰ αὐ­τὸς ἀρ­νή­θη­κε. Ἡ πλώ­ρη τοῦ μπουρ­λό­του και­γό­ταν ὅ­λη, τὰ τούρ­κι­κα κα­νό­νια ξερ­νού­σα­νε τὴς μπά­λες γύ­ρω του, κι’ αὐ­τὸς δὲν ἔ­φευ­γε. Μὰ τὸ μπουρ­λό­το του γύ­ρι­σε ἀν­τί­πλω­ρα στὸν ἄ­νε­μο, κ’ οἱ φλό­γες τό­τε σκε­πά­σαν ὅ­λο τὸ κα­τά­στρω­μα καὶ το­νὲ δι­ῶ­ξαν ἀ­πὸ ‘­κεῖ. Τοῦ κά­κου πιὰ πά­λαι­βε μὲ τὰ στοι­χειά, τὸν ἄ­νε­μο καὶ τὴ φω­τιά· ὁ Πα­ξι­νὸς καὶ πά­λι δὲν ἤ­θε­λε μή­τε ἀ­π’ αὐ­τὰ νὰ νι­κη­θῇ.

       Κρε­μά­στη­κε ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴν πρύ­μη μ’ ἕ­να σκοι­νὶ ποὺ τὄ­φτεια­σε πα­λάγ­κο, πρό­χει­ρα, κ’ ἐ­κεῖ­θε κυ­βερ­νοῦ­σε τὸ φλο­γι­σμέ­νο του σκα­φί­δι, μὰ σὲ λί­γο οἱ φλό­γες το­νὲ δι­ῶ­ξαν κι’ ἀ­πὸ τὸ πα­λάγ­κο του. Ὁ Πα­ξι­νὸς ἔ­πε­σε τό­τε στὸ νε­ρὸ καὶ κο­λυμ­πῶν­τας πο­λε­μοῦ­σε ἀ­κό­μα νὰ κυ­βερ­νή­σῃ κα­τὰ τὸ σκο­πό του, ὥ­σπου τούρ­κι­κες βάρ­κες τὸν κυ­κλῶ­σαν καὶ τὸν πή­ρα­νε, μὰ σύ­ρα­νε καὶ τὸ μπουρ­λό­το μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὰ κα­ρά­βια τους.

       Οἱ Ἕλ­λη­νες κα­πε­τά­νιοι ἀρ­γά, ὅ­μως καὶ τοῦ κά­κου δο­κι­μά­σα­νε νὰ σώ­σουν τὴ ζω­ὴ τοῦ Πα­ξι­νοῦ μὲ σκλά­βους καὶ μὲ χρή­μα­τα ποὺ δί­ναν.

       Οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­φοῦ το­νὲ σου­βλί­σαν καὶ τὸν ψῆ­σαν, ὕ­στε­ρα κρε­μα­σμέ­νον ἀ­πὸ τοὺς προ­μα­χῶ­νες το­νὲ δεί­χνα­νε γιὰ καύ­χη­μά τους τὸν ἀ­φάν­τα­στο τὸν ἥ­ρω­α, τὸ Γι­ώρ­γη Πα­ξι­νό.

       Γι­ώρ­γης Ἀ­νε­μο­γιά­ννης ἤ­τα­νε τ’ ὄ­νο­μά του.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ι. Φι­λή­μο­νος Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλλ. Ἐ­πα­να­στ. Γ´, σ. 336.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 272-273 [Τίτλος: «581.— Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Τὸ ἄγαλμα τοῦ Γιώρ­γου Ἀνε­μογιάν­νη στὴν εἴ­σο­δο τοῦ λι­μα­νιοῦ τῆς Ναυ­πά­κτου. Ἔρ­γο (1966) τοῦ γλύ­πτη Νικό­λα (Νι­κό­λα­ου Παυ­λό­που­λου, 1909-1990).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ σπά­νια ἀ­φι­λο­κέρ­δεια



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ σπά­νια ἀ­φι­λο­κέρ­δεια

[τοῦ Παναγιώτη Γιατράκου]


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ἀ­πὸ λό­γο Βου­λευ­τῆ στὴ Βου­λή:

       — »Χει­μὼν δρι­μὺς ἦ­τον, ὅ­τε κα­τὰ τὸ 1822 πα­ρε­δό­θη ἡ Ἀ­κρο­κό­ριν­θος [14 Γε­νά­ρη], πλεῖ­στα δὲ λά­φυ­ρα πε­ρι­ῆλ­θον εἰς χεῖ­ρας ἡ­μῶν, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων πολ­λαὶ βα­ρύ­τι­μοι μη­λω­ταί. Ἔ­τρε­μεν ἐκ τοῦ ψύ­χους ὁ δι­ά­ση­μος τῆς Πε­λο­πον­νή­σου ὁ­πλαρ­χη­γὸς Πα­να­γι­ώ­της Γι­α­τρά­κος, καὶ ἀν­τὶ νὰ θέ­σῃ ἐ­πὶ τῶν ὤ­μων του μί­αν τῶν μη­λω­τῶν ἐ­κεί­νων, ἔ­γρα­ψεν εἰς τὴν οἰ­κο­γέ­νειάν του, ἥ­τις τῷ ἀ­πέ­στει­λε μί­αν πα­λαι­ο­κο­ζό­καν. Πα­ρά­δο­ξος ἐ­φά­νη (ἴ­σως δι­ό­τι δὲν ἐ­ξε­τι­μή­θη ἀρ­κούν­τως ἡ ἀ­φι­λο­κέρ­δεια τοῦ ἀν­δρὸς) καὶ εἰς τὸν Γα­βρι­ὴλ Ἀ­μα­νί­την καὶ εἰς τὸν Γε­ώρ­γιον Σπυ­ρί­δω­νος (τὸν ἐκ δυ­σπρα­γί­ας πα­ρα­φρο­νή­σαν­τα καὶ ἀ­πο­βι­ώ­σαν­τα πρό τι­νος χρό­νου ἐν­ταῦ­θα) καὶ εἰς τὸν Ἠ­λί­αν Μπισ­μπί­κην, καὶ εἰς αὐ­τὸν ἔ­τι τὸν ἀ­γο­ρεύ­ον­τα, νε­α­νί­αν τό­τε, ἡ τοια­ύτη τοῦ στρα­τη­γοῦ δι­α­γω­γή, ἐ­ρω­τώ­με­νος δὲ πε­ρὶ ταύ­της ἔ­λε­γεν:

       — »Ἀ­δερ­φού­λια μου, ὅ­σο ἔ­χω φο­ρέ­μα­τα στὸ σπί­τι μου, οἰ­κο­νο­μοῦ­μαι· ὅ­ταν τε­λει­ώ­σουν, ἂς εἶ­ναι κα­λὰ ἡ πα­τρί­δα».



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πρα­κτι­κὰ Βου­λῆς Περ. Δ´, Σύν. Γ´, τόμ. α´ σ. 60, συ­νε­δρ. 29 Νο­ε­βρ. 1855.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 141 [Τίτλος: «269.— Τὸ κα­πό­το καὶ ἡ γού­να.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι

[τοῦ Γιώργου Τσόγκα]


ΣΟ ΜΙΣΟΥΣΕ τοὺς Τούρ­κους, τό­σο τὴς Τουρ­κά­λες τὴς εἶ­χε στὴν καρ­διά του. Κά­πο­τε ἅρ­πα­ξε μιὰν ὄ­μορ­φη Τουρ­κο­πού­λα καὶ δὲν ἐν­νο­οῦ­σε πειὰ νὰ χω­ρι­στῇ ἀ­π’ αὐ­τή. Τό­τε ἡ κυ­ρὰ Τσόγ­και­να πῆ­γε στὸ Δε­σπό­τη καὶ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε.

       — Ὠ­ρέ, ἀ­γα­πά­ω τὴ γυ­ναῖ­κα μου, εἶ­πε ὁ πα­λιὸς ὁ Κλέ­φτης, μὰ παι­διὰ δὲ μοῦ κά­νει, καὶ πῆ­ρα του­τη­δῶ νὰ μοῦ κά­νῃ κα­νέ­να…

       Ὁ Δε­σπό­της, τί νὰ κά­μῃ; Συ­φω­νή­θη­κε νὰ βα­φτι­στῇ μο­να­χὰ τὸ χα­νου­μά­κι, καὶ ἂς πά­ῃ στὴν εὐ­κή. Πῆ­ρε ὁ Δε­σπό­της κα­μιὰ δι­α­κο­σα­ριὰ ρουμ­πι­έ­δες (σὰν πολ­λοὶ φαί­νον­ται), κι’ ὁ γέ­ρο-Τσόγ­κας ἔ­ζη­σε μὲ τὸ χα­ρέ­μι του.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Voutier, Lettres sur la Grèce, Paris, 1826 σ. 60.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 142-143 [Τίτλος: «274.— Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Θυσίες καὶ Ἀ­πο­ζη­μι­­ώ­σεις: τὸ ἀνεφάρμοστον ψήφισμα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Θυσίες καὶ Ἀ­πο­ζη­μι­­ώ­σεις:

τὸ ἀνεφάρμοστον ψήφισμα

[τοῦ Κωνσταντίνου Ζωγράφου]

 

ΕΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ τῆς Συ­νε­λεύ­σε­ως τῆς 3ης 7βρίου ἀ­νε­πτύ­χθη ἅ­μιλ­λα πε­ρὶ τῆς ὑ­πο­στη­ρί­ξε­ως τῶν δι­και­ω­μά­των τῶν ἐν τῷ ἀ­γῶ­νι θυ­σι­α­σάν­των προ­σω­πι­κῶς καὶ ὑ­λι­κῶς, ἐ­ζή­τη­σαν λοι­πὸν νὰ συν­τα­χθῇ πε­ρὶ τού­του ψή­φι­σμα. Πάν­τες οἱ νο­ή­μο­νες ὅ­τι μί­α τοια­ύτη ἀ­παί­τη­σις ἀ­φε­ώ­ρα τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­σιν τῶν Ἑλ­λή­νων ἁ­πάν­των, δι­ό­τι τίς δὲν ἐ­θυ­σί­α­σε κα­τὰ τὸν ἀ­γῶ­να καὶ τού­του ὑ­πάρ­χον­τος τίς ὁ ἀ­πο­ζη­μι­ώ­σων ἅ­παν­τας τοὺς Ἕλ­λη­νας; Ἐν τού­τοις ἔ­πρε­πε νὰ γί­νῃ κά­τι τι διὰ νὰ ἡ­συ­χά­σῃ ὁ ἐν τῇ Συ­νε­λεύ­σει ἀ­να­πτυσ­σό­με­νος πε­ρὶ τού­του θό­ρυ­βος, ὃν ὑ­πο­στή­ρι­ζον οἱ στρα­τι­ω­τι­κοὶ φρο­νοῦν­τες ὅ­τι θὰ πε­ρι­έλ­θῃ ἡ πε­ρὶ τῆς ἀ­πο­ζη­μι­ώ­σε­ως αὐ­τῆς δι­α­χεί­ρι­σις εἰς αὐ­τοὺς ὅ­πως τὸ 1834 καὶ 1836, διὰ τῶν πε­ρι­φή­μων ἐ­κεί­νων ἐ­πι­τρο­πῶν ἐ­πὶ τῶν ἐκ­δου­λεύ­σε­ων τῶν στρα­τι­ω­τι­κῶν, ἐν αἷς ἐ­γέ­νον­το το­σαῦ­ται ἀ­δι­κί­αι διὰ τὴν ἰ­δι­ο­τέ­λειαν καὶ φα­τρια­σμὸν τῶν συγ­κρο­τη­σάν­των αὐ­τὰς στρα­τι­ω­τι­κῶν, ὥ­στε αἱ ἀ­δι­κί­αι αὗ­ται ἐ­γέν­νη­σαν καὶ ἀν­ταρ­σί­ας καὶ ἐ­πί­δο­σιν εἰς τὴν λη­στεί­αν τῶν ἀ­δι­κη­θέν­των. Ἔ­πρε­πε λοι­πόν, ὡς εἴ­ρη­ται ἀ­νω­τέ­ρω, νὰ γί­νῃ κά­τι τι καὶ τοῦ­το ἐ­ξε­τέ­λε­σεν ὁ Ζω­γρά­φος συν­τά­ξας τὸ ψή­φι­σμα «τὸ τῶν πα­θόν­των καὶ τα­φέν­των» χλευ­α­στι­κῶς κλη­θέν. Μό­λις ἀ­νε­γνώ­σθη καὶ ὁ­μό­φω­νος ἡ Συ­νέ­λευ­σις τὸ ἐ­πε­κύ­ρω­σεν, ὁ συν­τά­κτης αὐ­τοῦ ὑ­πο­γε­λῶν εἶ­πε πρὸς τὸν εἰ­πόν­τα αὐ­τῷ Πε­τζά­λην ὅ­τι:

       — Τὸ ψή­φι­σμα αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­νε­φάρ­μο­στον.

       — Τοῦ­το ἐ­σκό­πουν καὶ ἐ­γὼ διὰ νὰ μὴν ἐ­φαρ­μο­σθῇ πο­τέ.

       Τοῦ­το ἀ­πέ­δει­ξε καὶ ἡ συγ­κρό­τη­σις πρὸς ἐ­κτέ­λε­σιν τοῦ ψη­φί­σμα­τος αὐ­τοῦ τῶν ἐ­πι­τρο­πῶν τοῦ 1845 ὑ­πὸ τοῦ Κω­λέτ­του, τὸ 1849 ὑ­πὸ τοῦ Στά­ι­κου, τὸ 1860 ὑ­πὸ τοῦ Μπό­τζα­ρη καὶ τὸ 1861 ὑ­πὸ τοῦ ἰ­δί­ου, δι’ ὧν πε­ρι­ε­ποι­ή­θη ἡ φι­λο­τι­μί­α τῶν ἐ­πι­ζών­των ἀ­γω­νι­στῶν δι­ο­ρι­ζο­μέ­νων ὡς μέ­λη τῶν ἐ­πι­τρο­πῶν αὐ­τῶν, οὐ­χ’ ἧτ­τον ὑ­πέ­στη καὶ τὸ Δη­μό­σιον εἰς ἐ­νοί­κια καὶ ὑ­παλ­λή­λους τῶν Ἐ­πι­τρο­πῶν αὐ­τῶν ὄ­χι ὀ­λί­γην δα­πά­νην, ὡς καὶ οἱ ἀ­παι­τη­ταὶ ἀ­μοι­βῶν διὰ τῶν δα­πα­νη­θέν­των εἰς χαρ­τό­ση­μα χρη­σι­μεύ­σαν­τα πρὸς πι­στο­ποί­η­σιν τῶν θυ­σι­ῶν των.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ.143-144.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἐπανά­στασις τῆς 3ης Σε­πτεμ­βρίου σὲ ἐ­πι­στο­λι­κὸ δελ­τά­ριο τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ ἄδοξο τέλος τοῦ ἔνδοξου Φιλικοῦ



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τὸ ἄδοξο τέλος τοῦ ἔνδοξου Φιλικοῦ

[τοῦ Ἐμμανουὴλ Ξάνθου]


ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΞΑΝΘΟΣ, γεν­νη­θεὶς εἰς τὴν νῆ­σον Πά­τμον, (ἔν­θα ὁ θε­ο­λό­γος Ἰ­ω­άν­νης εἶ­δεν τὴν θεῖ­αν ἀ­πο­κά­λυ­ψιν,) ἐ­κεῖ­νος ὅ­στις με­τὰ τρι­ῶν ἢ τεσ­σά­ρων ἄλ­λων πρω­τα­θλη­τῶν τοῦ ὑ­πὲρ τῆς ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας τοῦ ἔ­θνους Ἱ­ε­ροῦ ἀ­γῶ­νος, τὰ μέ­γι­στα μο­χθή­σας καὶ κα­τα­στρέ­ψας τὴν πε­ρι­ου­σί­αν του, ἔ­ζη ἔ­κτο­τε ἰ­δι­ω­τεύ­ων ἐν πε­νί­ᾳ καὶ πα­ραγ­κω­νι­ζό­με­νος ἀ­γνω­μό­νως ὑ­πὸ ὅ­λων τῶν κα­τὰ και­ρὸν Κυ­βερ­νή­σε­ων, ἐν ᾧ το­σοῦ­τοι ἄλ­λοι τῶν ὁ­ποί­ων πα­ρα­λεί­πο­μεν τὰ ὀ­νό­μα­τα, καὶ οἵ­τι­νες ἔ­πρε­πε νὰ κα­τέ­χω­σι θέ­σεις ἐν τῷ Βου­λευ­τι­κῷ Ναυ­πλί­ας, σή­με­ρον ἁ­δρῶς μι­σθο­δο­τοῦν­ται πα­ρὰ τοῦ πτω­χοῦ τα­μεί­ου μας, ἵ­να ἐ­πὶ τὸ ἀ­να­παυ­τι­κώ­τε­ρον ἐ­ξυ­βρί­ζω­σι διὰ τῶν βδε­λυ­ρῶν σπου­δαρ­χι­κῶν πρά­ξε­ών των τὸ ἔ­θνος καὶ τοὺς νό­μους· ὁ Ἐμμ. Ξάν­θος λοι­πὸν οὗ­τος πρὸ ἡ­με­ρῶν, τὴν πα­ρα­μο­νὴν τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ἡ­μέ­ρας τοῦ ἁ­γί­ου Ἀν­δρέ­ου, ἐ­ξερ­χό­με­νος τοῦ εἰς τὴν Βου­λὴν θε­ω­ρεί­ου τῶν Δη­μο­σι­ο­γρά­φων ὀ­λί­σθη­σεν καὶ πε­σὼν ἀ­πὸ τὰς ὑ ­ψ η ­λ ο ­κ ρ ή ­μ ν ο υ ς  κ ο ­ρ υ ­φ ὰ ς τῆς κλί­μα­κος κα­τε­συν­τρί­φθη, καὶ με­τὰ τρί­ω­ρον ὀ­δύ­νην, προ­σευ­χό­με­νος καὶ με­τα­σχῶν τῶν ἀ­χράν­των μυ­στη­ρί­ων ἐ­τε­λεύ­τη­σε.

       Ἐν τού­τοις το­σαῦ­τα ἐ­λέ­χθη­σαν ἐν ταῖς βου­λαῖς, το­σαῦ­τα ἀ­νέ­φε­ρεν ὁ τύ­πος, το­σαύ­τας ἀ­να­μνή­σεις ἐ­προ­κά­λε­σεν ὁ θά­να­τος τοῦ Πρω­τα­γω­νι­στοῦ τού­του, καὶ ὅ­μως ἡ Κυ­βέρ­νη­σις οὐ­δὲν Π ρ α γ ­μ α ­τ ι ­κ ὸ ν μέ­χρις ὥ­ρας ἔ­λα­βε μέ­τρον ὑ­πὲρ τῆς Οἰ­κο­γε­νεί­ας τοῦ ἀ­οι­δί­μου τού­του ἀν­δρός, ἐ­κτὸς τῆς ξη­ρᾶς ἀ­ναρ­τή­σε­ως τοῦ ὀ­νό­μα­τός του εἰς τὴν αἴ­θου­σαν τοῦ Βου­λευ­τη­ρί­ου. Τὸ κοι­νὸν πε­ρι­μέ­νει νὰ ἴ­δῃ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα διὰ νὰ ἐκ­φρα­σθῇ κα­θα­ρώ­τε­ρον.



Πη­γή: Ἐφημερίδα Ἡ Τρακατρούκα, 1 Ἰανουαρίου 1852.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἐμμανουὴλ Ξάνθος. Ἔργο ἀγνώστου.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ψῆ­φο στὶς γυ­ναῖ­κες!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ψῆ­φο στὶς γυ­ναῖ­κες!


ΤΑ 1844 στὴς βου­λευ­τι­κὲς ἐ­κλο­γὲς τῆς Βό­νι­τσας, δυ­ὸ Γρι­βο­ποῦ­λες ὄ­μορ­φες, κό­ρη κι’ ἀ­νι­ψιά, βγή­κα­νε στὸ δρό­μο κον­τὰ στὴν ἐκ­κλη­σιά, ὅ­που ἡ ψη­φο­φο­ρί­α, καὶ φω­νά­ζα­νε:

       — Ἕ­ναν ψῆ­φο γιὰ τὸ Θο­δω­ρά­κη!(1)

       Ἡ δι­α­γω­γὴ αὐ­τὴ τῶν κο­ρι­τσι­ῶν ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­θά­μα­στη κα­τὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ τὰ γρά­φει, καὶ βέ­βαι­α κα­τὰ τὰ ἤ­θη τοῦ και­ροῦ. Ἡ ἀρ­χὴ ὅ­μως, φαί­νε­ται, ἤ­τα­νε πο­λὺ πρώ­ϊ­μη, γι’ αὐ­τὸ κ’ ἡ γυ­ναί­κεια ψῆ­φος ἀρ­γεῖ στὸν τό­πο αὐ­τόν, ὅ­που κά­θε λο­γῆς πρό­ο­δος ἔ­στη­σε τὸ λη­μέ­ρι της.


(1) Στὰ 1841, στὴς δη­μαι­ρε­σίες τοῦ δή­­μου Εἰ­δυλ­λίας, κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ Βι­λιώ­τισ­σες πή­ρα­νε ψη­φο­δέλ­τια καὶ ψη­φί­σα­νε γιὰ ὄ­νο­μα τῶν ἀν­τρῶν τους ποὺ λεῖ­παν ἀ­πὸ τὸ χω­ριό. («Αἰ­ὼν» 2 Φλεβ. 1841). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Ἀ­να­μόρ­φω­σις» 28 Ἰ­ουν. 1844.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 74-75 [Τίτλος: «150—Ψῆ­φο στὴς γυ­ναῖ­κες.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Οἱ δυσκολίες τῆς ἀλήθειας



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Οἱ δυσκολίες τῆς ἀλήθειας

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΠΡΟ ΔΥΟ ΕΤΩΝ τῆς Σε­πτεμ­βρια­νῆς με­τα­βο­λῆς ὅ­τε, τοῦ Γαλ­λι­κοῦ κόμ­μα­τος ἰ­σχύ­ον­τος ἐν τῇ Ἑλ­λη­νι­κῇ Κυ­βερ­νή­σει, τὸ Κυ­βερ­νη­τι­κὸν κόμ­μα ὑ­φί­στα­το σφο­δρὰν πί­ε­σιν, ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἔ­πα­θεν ἡ­μέ­ραν τι­νὰ κα­τὰ τοὺς γλου­τοὺς ἀ­πὸ δο­θι­ῆ­να [κα­λό­γε­ρον, τσι­ρί­λον] ἐ­πώ­δυ­νον. Ἐ­κά­λε­σεν ἀ­μέ­σως, τὸν ἕ­να κα­τό­πιν τοῦ ἄλ­λου, τὴν παλ­λα­κί­δα του, τὴν νύμ­φην του, τοὺς υἱ­ούς του καὶ τὸν πα­ρ’ αὐ­τῷ ζῶν­τα λο­χα­γὸν τῆς Φά­λαγ­γος Π. Μο­θω­νιόν, καὶ τοὺς ἠ­ρώ­τη­σε πε­ρὶ τοῦ ἐ­ξαν­θή­μα­τος αὐ­τοῦ. Τού­των ἕ­κα­στος τῷ ἔ­δω­κε πλη­ρο­φο­ρί­αν μὴ συμ­φω­νοῦ­σαν εἰς τὴν τῶν ἑ­τέ­ρων. Με­τά τι­νας ὥ­ρας ἀ­πὸ τῆς σκη­νῆς ταύ­της ἦλ­θον με­ρι­κοὶ τῶν φί­λων καὶ συγ­γε­νῶν του νὰ τὸν ἐ­πι­σκε­φθῶ­σιν, ἀ­φοῦ ἔ­μα­θον ὅ­τι ἀ­σθε­νεῖ. Γε­νο­μέ­νης συ­ζη­τή­σε­ως ἐ­πὶ τῶν πο­λι­τι­κῶν πραγ­μά­των τοῦ Κρά­τους, οἱ συ­ζη­τοῦν­τες, ὡς μὴ ἀ­νή­κον­τες εἰς τὸ κυ­βερ­νη­τι­κὸν κόμ­μα, κα­τέ­κρι­νον σφό­δρα τὴν πο­ρεί­αν τῆς κυ­βερ­νή­σε­ως καὶ ἐ­κά­κι­ζον τὸν Βα­σι­λέ­α τὸν δι­α­τη­ροῦν­τα αὐ­τήν. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­πέ­πλη­ξε πι­κρὰ αὐ­τούς λέ­γων:

       — »Καὶ ποῦ ἠ­ξεύ­ρει ὁ Βα­σι­λεὺς τί γί­νε­ται εἰς ὅ­λον τὸ Ἔ­θνος; Ποι­ὸς τοῦ λέ­γει τὴν ἀ­λή­θεια; Κα­θέ­νας τοῦ μι­λεῖ κα­τὰ τὸ συμ­φέ­ρον του.

       Εἷς τῶν πα­ρι­στα­μέ­νων τῷ ἀν­τι­πα­ρε­τή­ρη­σεν ὅ­τι, ὅ­ταν θε­λή­σῃ ὁ Βα­σι­λεύς, μαν­θά­νει καὶ τὰ ἐ­λά­χι­στα τῶν συμ­βαι­νόν­των εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ μὲ τοῦ­τον συ­νε­φώ­νει καὶ ὁ Μο­θω­νιός. Τό­τε ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ὀρ­γι­σθεὶς καὶ ἀ­πο­τει­νό­με­νος πρὸς τὸν τε­λευ­ταῖ­ον τῷ εἶ­πεν:

       — »Βρὲ κού­τσου­ρο, σεῖς τὴν αὐ­γή, πέν­τε ἄν­θρω­ποι δι­κοί μου, μοῦ εἴ­πα­τε πέν­τε λο­γι­ῶν πράγ­μα­τα γιὰ τὸ σπει­ρὶ ποὺ πο­νῶ καὶ δὲν ἠμ­πό­ρε­σα νὰ μά­θω τὴν ἀ­λή­θεια ἀ­πὸ τὰ με­ριά μου ἕ­ως τὰ μά­τια μου, ποὺ εἶ­ναι μί­α πή­χη μα­κρυ­ά, καὶ θέ­λεις νὰ μά­θῃ ὁ Βα­σι­λεὺς τί γί­νε­ται ἡ­μέ­ρες μα­κρυ­ά;»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 222-223 [Τίτλος: «485.— Ἀ­πὸ ποῦ κι’ ὡς ποῦ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.