Χαρὰ Νικολακοπούλου: Ἡ Βασίλω



Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου


Ἡ Βα­σί­λω


 ΒΑΣΙΛΩ Μ. γεν­νη­θη­κε στὴ Λάκ­κα Σου­λί­ου, στὸ χω­ριὸ Δερ­βί­ζαι­να ἐν ἔ­τει 189… Στὰ εἴ­κο­σι δύ­ο της παν­τρεύ­τη­κε τὸν Γι­ώρ­γη Γ. κι ἔ­κα­ναν ἕ­ξι παι­διά, ἔ­ζη­σαν τὰ τέσ­σε­ρα. Σκλη­ρὴ γυ­ναί­κα μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες στιγ­μὲς γλυ­κύ­τη­τας καὶ προ­σή­νειας.  Πα­νέ­ξυ­πνη, δι­α­ό­λου κάλ­τσα.  Ἡ φτώ­χεια τοὺς ἔ­δερ­νε, ὅ­πως καὶ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους, στὴν ἄ­γο­νη γῆ ποὺ τοὺς δό­θη­κε. Ἕ­να κη­πά­κι μὲ τὰ ζαρ­ζα­βα­τι­κά τους, δυ­ὸ κα­τσί­κες καὶ πέν­τε πρό­βα­τα ἦ­ταν τὸ ἔ­χει τους. Ὁ ἄν­τρας της ἦ­ταν πρα­μα­τευ­τής, γυ­ρο­λό­γος, πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ χω­ριὰ τῆς πε­ρι­ο­χῆς που­λών­τας τὴν πρα­μά­τεια του. Βα­σί­λισ­σα τὴν εἶ­χε τὴ Βα­σί­λω, ὅ,τι φτω­χι­κὸ ἀ­πο­κτοῦ­σε, στὰ χέ­ρια της τὸ ἀ­πό­θε­τε. Ἡ Βα­σί­λω δὲν σκο­τι­ζό­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ νοι­κο­κυ­ριοῦ, ψό­φα­γε νὰ λι­ά­ζε­ται στὴν αὐ­λή της μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔπι­α­νε τὸ τρα­γού­δι.

        Μα­νου­σά­κια, μα­νου­σά­κια, μό­σχος καὶ γα­ρυ­φαλ­λά­κια.

        Τὰ παι­διά της τὰ ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πὸ κον­τά της νω­ρίς, με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ ἄν­δρα της δὲν εἶ­χε νὰ τὰ θρέ­ψει. Τὰ ἔ­στει­λε στὴν Ἀ­θή­να στὴν ἀ­δελ­φή της, ποὺ εἶ­χε τὴν τύ­χη νὰ κα­τέ­βει γιὰ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα καὶ νὰ τὴν υἱ­ο­θε­τή­σει ἕ­να πλού­σιο ζευ­γά­ρι ἄ­τε­κνων με­γα­λο­α­στῶν. Κρά­τη­σε κον­τά της μό­νον τὸν με­γα­λύ­τε­ρο, τὸν Κί­τσο. Τὸν πάν­τρε­ψε μὲ προ­ξε­νιὸ μὲ τὴν Ἄν­να, κό­ρη ἐρ­γά­τη, ποὺ μό­λις εἶ­χε γυ­ρί­σει ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α. Μὲ τὸ ζευ­γά­ρι συγ­κα­τοι­κοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια στέ­γη. Ὅ­ταν ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο ἐγ­γό­νια καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι φτά­νουν καὶ πε­ρισ­σεύ­ουν, ἐ­φάρ­μο­σε μί­α δρα­στι­κὴ καὶ πρω­τό­τυ­πη μέ­θο­δο ἀν­τι­σύλ­λη­ψης: μπού­κα­ρε στὴν κά­μα­ρα τοῦ ζευ­γα­ριοῦ κά­θε ποὺ μυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι ἐ­πί­κει­ται συ­νου­σί­α καὶ τοὺς ἔ­κο­βε τὴ φό­ρα: «Δύ­ο ἔ­χε­τε, φτά­νουν! Δὲν χρει­ά­ζε­στε ἄλ­λα. Πῶς θὰ τὰ θρέ­ψε­τε, μπρέ;»

        Στὰ γε­ρά­μα­τα κα­τέ­βη­κε στὴν Ἀ­θή­να νὰ θά­ψει τὸ στερ­νο­πού­λι της τὸν Νά­σο ποὺ ἔ­φυ­γε στὰ σα­ράν­τα ἑ­φτά του. Τὴ νύ­φη της τὴ Μα­ρί­α, ποὺ ἔ­κλαι­γε καὶ χτυ­πι­ό­ταν στὴν κη­δεί­α, τὴν ἀ­πο­πῆ­ρε: «Τί κά­νεις ἔ­τσι, γυ­ναί­κα; Οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νοὺς καὶ οἱ πε­θα­μέ­νοι μὲ τοὺς πε­θα­μέ­νους!»

        Ἡ Βα­σί­λω ἀ­πε­βί­ω­σε στὰ ἐ­νε­νῆν­τα ἑ­φτά της ἐν Ἀ­θή­ναις. Αἰ­τί­α ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἔκ­θε­ση στὸν ἥ­λιο, τὸν ὁ­ποῖ­ον λά­τρευ­ε ὅ­πως εἴ­πα­με, γε­γο­νὸς ποὺ τῆς προ­κά­λε­σε ντου­βρουν­τζά*, κα­τὰ τὰ κοι­νῶς λε­γό­με­να.  Στὸν για­τρὸ ποὺ ἦρ­θε νὰ τὴν ἐ­πι­σκε­φτεῖ ἑ­τοι­μο­θά­να­τη, ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι «τί ἦρ­θες νὰ κά­νεις κι ἐ­σύ; Ἐ­γὼ τώ­ρα φεύ­γω. Ἄν­τε γειὰ καὶ κα­λὴ ἀν­τά­μω­ση.»

        Ἔ­τσι πέ­θα­νε, ἥ­συ­χη καὶ ἀ­γέ­ρω­χη, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­ζη­σε.


ντου­βρουν­τζάς· ἐγκεφαλικό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου. Σπούδασε Φιλολογία καὶ πῆρε με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δυτικῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ σὲ πα­νελ­λή­νιους δι­α­γω­νι­σμοὺς καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Μαν­δρα­γό­ρας, Πα­ρέμ­βα­ση, Κο­ράλ­λι, Δέ­κα­τα, Ὀ­ρο­πέ­διο, Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι κ.ἄ. Ἀ­πὸ τὸ 2014 λει­τουρ­γεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα τὸ δι­κό της ἐρ­γα­στή­ρι Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς καὶ ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὸ Κέν­τρο Δί­α Βί­ου Μά­θη­σης (ΙΝΕΔΙΒΙΜ).


			
Διαφημίσεις

Χαρὰ Νικολακοπούλου: Τὸ λάθος παιδὶ


Nikolakopoulou,Chara-ToLathosPaidi-Eikona-02


Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου


Τὸ λά­θος παι­δί


07-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_ParkmanΟ ΚΟΙΤΟΥΣΑΝ ξέ­πνο­οι  ἀ­πὸ τρο­μά­ρα ὅ­ταν ἄρ­χι­ζε νὰ γα­βγί­ζει σὰν σκυ­λά­κι. Τὸ παι­δὶ ἦ­ταν ἤ­δη δυ­ό­μι­σι χρό­νων. Βέ­βαι­α στὴν ἀρ­χὴ δὲν τὸ πῆ­ραν στὰ σο­βα­ρά, κα­μώ­μα­τα ἑ­νὸς μω­ροῦ εἶ­παν.

       Ὅ­ταν ὅ­μως πέ­τα­ξε τρί­χες σὲ ὅ­λο του τὸ σῶ­μα, ἄ­σπρες τρί­χες καὶ μαῦ­ρες ἀ­νά­κα­τα καὶ τὸ δέρ­μα του ἄρ­χι­σε νὰ ἐμ­φα­νί­ζει ἀ­σπρό­μαυ­ρες βοῦ­λες, δὲν μπο­ρεῖ εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα, αὐ­τὸ δέν εἶ­ναι δι­κό μου παι­δί, κά­ποι­ο λά­θος κά­να­νε στὸ μαι­ευ­τή­ριο.

       Προ­χώ­ρη­σαν σὲ τέ­στ DNA καὶ —ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!— ὄν­τως τὸ παι­δὶ δὲν ἦ­ταν δι­κό τους. Ἀ­κο­λού­θη­σαν κα­ταγ­γε­λί­ες καὶ δι­κα­στή­ρια μὲ τὸ μαι­ευ­τή­ριο καὶ ἀ­γω­γὲς γιὰ γεν­ναί­α ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση καὶ ἐ­πὶ τέ­λους ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὸ σω­στὸ μω­ρὸ στὴν ἀ­γροι­κί­α ἑ­νὸς κά­ποι­ου ζεύ­γους Ντό­ναλντ λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Ρό­τσιλντ, ὄ­χι μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ δι­κή τους κω­μό­πο­λη.

       Ὡ­στό­σο, τὴ μέ­ρα ποὺ πῆ­γαν νὰ πά­ρουν πί­σω το μω­ρό τους, τὸ σω­στὸ μω­ρὸ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, κά­τι ἀ­να­πάν­τε­χο συ­νέ­βη.

       Τὸ ζεῦ­γος Ντό­ναλντ τοὺς ὑ­πο­δέ­χτη­κε στὸν κῆ­πο. Ἕ­νας τε­ρά­στιος μο­λοσ­σὸς τρι­βό­ταν χα­δι­ά­ρι­κα στὰ πό­δια τῆς κυ­ρᾶς του.

       Ἡ μη­τέ­ρα ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸ σω­στὸ μω­ρὸ καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ κοί­τα­ξε τὸ λά­θος παι­δί. Μπου­σού­λα­γε στὸ χορ­τά­ρι, δὲν ἦ­ταν σί­γου­ρο ὅ­τι θὰ περ­πα­τοῦ­σε τε­λι­κά, ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μά­λι­στα εἶ­χε ἀ­να­ση­κώ­σει τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του πό­δι καὶ κα­του­ροῦ­σε τὸν φρά­χτη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας Ντό­ναλντ, εἶ­χαν φυ­τε­μέ­να με­ρι­κὰ ὄ­μορ­φα λι­γού­στρα ἐ­κεῖ.

       «Τί φταί­ει τὸ κα­κό­μοι­ρο», εἶ­πε ἀ­πὸ μέ­σα της, «ἔ­τσι γεν­νή­θη­κε, ποιές ἁ­μαρ­τί­ες πλη­ρώ­νει;» Ἦ­ταν κα­λὴ γυ­ναί­κα καὶ ἀ­γα­θή.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸ κα­νο­νι­κὸ παι­δί, στρουμ­που­λὸ καὶ ἄ­σπρο, πο­λὺ πα­ρά­ξε­νο τῆς φά­νη­κε, τό­σο εἶ­χε συ­νη­θί­σει νὰ ξυ­πνά­ει μέ­σα στὴ νύ­χτα ὄ­χι ἀ­πὸ κλά­μα­τα ἀλ­λὰ ἀ­πὸ γαυ­γί­σμα­τα.

       Ὁ ἄν­τρας της κοι­τοῦ­σε πέ­ρα μα­κριὰ τὸν κα­πνὸ ἀ­πὸ τὰ ἐρ­γο­στά­σια ποὺ αὐ­λά­κω­νε τὸν οὐ­ρα­νό, ἡ ἐ­παρ­χί­α τους ἦ­ταν βι­ο­μη­χα­νι­κὸ κέν­τρο μὲ ἑ­κα­τον­τά­δες ἀλ­λο­δα­ποὺς ἐρ­γά­τες νὰ συρ­ρέ­ουν κα­θη­με­ρι­νὰ ψω­μο­ζη­τών­τας δου­λειά. Ἡ ἐγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τα τε­λευ­ταί­α εἶ­χε αὐ­ξη­θεῖ κα­τα­κό­ρυ­φα.

       Ὁ πα­τέ­ρας σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴ μη­τέ­ρα δὲν σκε­φτό­ταν τί­πο­τα εὐ­οί­ω­νο γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ μω­ροῦ οὔ­τε καὶ γιὰ τὸ δι­κό του. Ἦ­ταν ἕ­νας σπαγ­κο­ραμ­μέ­νος καὶ πο­λὺ πρα­κτι­κὸς ἄν­θρω­πος.

       Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ σύν­το­μη συ­νεν­νό­η­ση μὲ τὸν σύ­ζυ­γό της…

       — Θὰ κρα­τή­σου­με αὐ­τὸ τε­λι­κά, εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα, σὰν νὰ δι­ά­λε­γε κου­βερ­λὶ γιὰ τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα, κι ἔ­δει­ξε τὸ λά­θος παι­δά­κι. Θὰ τὸ κρα­τή­σου­με, μᾶς ἀ­ρέ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο, εἶ­ναι πῶς νὰ τὸ πῶ… πιὸ χρή­σι­μο ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο τὸ κα­νο­νι­κό. Τοὺς εἶ­χε φέ­ρει κα­λο­τυ­χί­α, αὐ­τὸ ἤ­θε­λε νὰ πεῖ.

       Ὅ­ταν γύ­ρι­σαν στὸ σπί­τι τους, ἀ­φή­νον­τας σὲ τε­ρά­στια ἔκ­πλη­ξη τὸ ζεῦ­γος Ντό­ναλντ, γέ­μι­σαν ἕ­να μπο­λά­κι μὲ σκυ­λί­σια τρο­φὴ πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα καὶ το­πο­θέ­τη­σαν ἐ­κεῖ ἀ­να­κούρ­κου­δα τὸ παι­δί.

       Ἦ­ταν στ’ ἀ­λή­θεια ἕ­να χρή­σι­μο παι­δά­κι-σκυ­λά­κι, δύ­ο σὲ ἕ­να, σὲ ἐ­πο­χὲς ποὺ ὁ κό­σμος μα­στι­ζό­ταν ἀ­πὸ φτώ­χεια, ἀ­νερ­γί­α καὶ ἐγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τα. Θὰ ἦ­ταν φύ­λα­κας ἀ­σφα­λῶς γιὰ τὸ σπί­τι, οὔ­τε λό­γος γιὰ ἔ­ξο­δα σπου­δῶν, γκο­με­νο­δου­λει­ές, playstation, video games καὶ τέ­τοι­ες ἀ­η­δί­ες, α­σε ποὺ στὸ μέλ­λον ὅ­λο καὶ κά­ποι­ο τσίρ­κο θὰ ἐ­πι­σκε­πτό­ταν τὴν πε­ρι­ο­χή τους σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση και­νού­ρι­ων θαυ­μά­των-τε­ρά­των.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δυτ. Μα­κε­δο­νί­ας. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ὡς κει­με­νο­γρά­φος σὲ δι­α­φη­μι­στι­κὲς ἑ­ται­ρί­ες. Ἀ­πὸ τὶς ἠ­λε­κτρο­νι­κὲς ἐκ­δό­σεις 24 γράμ­μα­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ με­τα­πτυ­χια­κὴ ἐρ­γα­σί­α της Πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ες καὶ γλωσ­σι­κὲς ἀ­κρο­βα­σί­ες στὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της Ἡ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Γυ­μνά­σιο (ἐκδ. Σι­δέ­ρη).