Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Κα­λὴ αὐ­ρια­νή



Φωτεινὴ Βασιλοπούλου


Κα­λὴ αὐ­ρια­νή


Στὴν Πα­να­γι­ώ­τα Μαρ­κα­να­στα­σά­κη

ΧΑΡΑΓΑ ση­κώ­θη­κε ὁ ἐ­πί­τρο­πος ἀ­νή­με­ρα τῶν Φώ­των. Ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει ὅ­λα τα χρει­α­ζού­με­να ἀ­π’ τὸν Ἁ­γι­ώρ­γη, τὸν πο­λι­οῦ­χο τοῦ χω­ριοῦ, καὶ νὰ τὰ πά­ει μέ­χρι τ’ ἀ­πά­νου χω­ριὸ στὸν Ἁ­γιά­ννη. Ἐ­κεῖ γι­ορ­τά­ζα­νε κά­θε χρο­νιὰ τὰ Φῶ­τα.

       Σὰν ξε­κλεί­δω­σε τὴν ἐκ­κλη­σὰ κι ἔ­κα­νε νά ’μ­πει μέ­σα, ἕ­νας κρύ­ος βο­ριὰς τοῦ ’ρ­θε κα­τά­μου­τρα καὶ σὰ νὰ τὸν τύ­λι­ξε νιὰ μυ­ρου­διὰ ἀ­πὸ κρί­νους. «Ποιός ἀ­συλ­λό­ι­στος νὰ ξέ­χα­σε τὸ βο­ρι­νὸ πα­ρά­θε­ρο ἀ­νοι­χτό;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε κι ἔ­κα­νε τὸ σταυ­ρό του. Ἔ­σκυ­ψε στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι, ἀλ­λὰ προ­τοῦ προ­λά­βει νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι του, τὴν εἶ­δε μὲ τὸ λο­ξο­δρο­μι­σμέ­νο του βλέμ­μα. Μέ­σα στὸ πρω­ι­νὸ μι­σο­σκό­τα­δο στὴ μέ­ση τῆς ἐκ­κλη­σᾶς νιὰ κά­σα καὶ γύ­ρω-γύ­ρω κρί­νοι. «Σου­βή μου. Θὰ ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι» σκέ­φτη­κε. «Πῶς φύ­τρω­σαν στὴν ἐκ­κλη­σὰ κά­σα καὶ κρί­νοι;» Κι ἀ­νοι­γό­κλει­σε μὲ τρό­μο τὰ μά­τια του. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, τὰ ἔ­κλει­σε μὲ με­γά­λη εὐ­κο­λί­α, ἀλ­λὰ δὲν κό­τα­γε νὰ τὰ ξα­να­νοί­ξει. Οὔ­τε κι ὅ­ταν ἄ­κου­σε τὸν πε­θα­μέ­νο ν’ ἀ­να­στε­νά­ζει καὶ τὴν κά­σα νὰ τρί­ζει. Ἔ­κα­νε νὰ βγεῖ μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει βῆ­μα. Τὸ αἷ­μα του πά­γω­σε. Ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­έ­ρας τὸν πλη­σί­α­ζε. Φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ πε­θα­μέ­νος κα­τόρ­θω­σε νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴν κά­σα. Ἔ­κα­νε νὰ φω­νά­ξει βο­ή­θεια, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το. Δὲν τολ­μοῦ­σε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του. Ἔ­κα­νε νά ’­βγει στὰ τυ­φλὰ ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σά. Πεν­τέ­ξι βή­μα­τα θά ’­ταν ὅ­λα κι ὅ­λα. Κι ὕ­στε­ρα θά ’­ταν ὄ­ξω. Μὰ ὁ πε­θα­μέ­νος τό­νε κρά­τα­γε γε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι καὶ δὲν ἔ­λε­γε νὰ τὸν ἀ­φή­σει. Μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια ἄρ­χι­σε νὰ τὸν πα­ρα­κα­λεῖ. «Ἄ­σε με, ἄ­σε μὲ καὶ δὲ θὰ εἰ­πῶ τί­πο­τα σὲ κα­νέ­να. Κι ἂν ξα­ναμ­πεῖς στὴν κά­σα θὰ σοῦ ἀ­νά­βω τὸ καν­τή­λι ἀ­νελ­λι­πῶς.» Ὅ­σο κι ἂν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του, τὰ βλέ­φα­ρά του ἤ­τα­νε κολ­λη­μέ­να. Κρύ­ος ἵ­δρω­τας τὸν ἔ­κο­ψε. Εἶ­πε ἀ­πὸ μέ­σα του ἕ­να πα­τε­ρη­μὸ καὶ μ’ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη ὅρ­μη­ξε κα­τὰ ὄ­ξω. Ὁ Ἁ­γι­ώρ­γης τό­νε λυ­πή­θη­κε καὶ ἡ ἔ­ξο­δος ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πι­τυ­χής, μὲ μό­νη ἀ­πώ­λεια τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του μα­νί­κι. Αὐ­τό, ποὺ εἶ­χε πια­στεῖ στὸ χε­ρού­λι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ τό­ση ὥ­ρα δὲν τὸν ἄ­φη­νε νὰ κά­νει ρού­πι.

       Ἄ­φη­σε τὰ κλει­διὰ στὴν πόρ­τα, ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα ἀ­νοι­χτὴ κι πῆ­ρε τρέ­χον­τας τὴν κα­τη­φό­ρα νὰ τὰ ἱ­στο­ρή­σει οὗ­λα στὴ γυ­ναί­κα του, ποὺ ἦ­ταν σί­γου­ρος πὼς θὰ τὸν κο­ρό­ι­δευ­ε. Γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ δὲ θὰ τὸν πί­στευ­ε, πα­ρὰ θὰ τοῦ ’­λε­γε ὅ­τι τὰ βγά­ζει ὅ­λα ἀ­π’ τὸ μυα­λό του κι ἀ­π’ τὴ σκιά­χτρα του.

       Ἀ­πὸ τὶς σκέ­ψεις του τὸν ἔ­βγα­λε μιὰ σκυ­φτὴ φι­γού­ρα, ποὺ ἀ­νη­φό­ρι­ζε κα­τὰ τὴν ἐκ­κλη­σά.

      Ἦ­ταν ὁ Θα­νά­σης π’ ἄ­νοι­γε τὶς γοῦ­βες. «Ἄ­σχη­μα νέ­α, μπο­νό­ρα-μπο­νό­ρα» τοῦ ’­πε. «Χτὲς ἀρ­γὰ φέ­ρα­νε τὸ Φώ­τη ἀ­π’ τὴν Ἀ­θή­να καὶ οἱ ξε­χα­σμέ­νοι οἱ δι­κοί του δὲ βρί­σκα­νε τὰ κλει­διὰ τοῦ σπι­τιοῦ καὶ τό­νε πή­γα­νε στὴν ἐκ­κλη­σά. Πά­ω τώ­ρα νὰ χτυ­πή­σω τὶς καμ­πά­νες λυ­πη­τε­ρά, μέ­ρα πού ’­ναι, καὶ με­τὰ ν’ ἀ­νοί­ξω τὴ γού­βα. Ποι­ός νὰ τὸ ’­λε­γε; Νὰ μπεῖ στὸ χῶ­μα ἀ­νή­με­ρα τῆς γι­ορ­τῆς του! Πῶς μᾶς μπῆ­κε ἡ χρο­νιὰ φέ­τος! Ἔμ, τί νὰ πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς ποὺ κά­να­με Πρω­το­χρο­νιά, Θε­ού­λη μου, μὲ δυ­ὸ κη­δεῖ­ες, ὄ­ξω ἀ­πὸ κον­τά μας. Πά­ει ὁ Βα­σί­λης τῆς Ἀ­λέ­ξαι­νας κι ὁ Βά­σι­λας τοῦ Ντού­μου. Το­λά­χι­στο δὲν τὸν ἄ­φη­νε τὸ μα­κα­ρί­τη μέ­χρι αὔ­ριο νὰ κά­νει τὴ γι­ορ­τή του;»

        Ὁ ἐ­πί­τρο­πος ἔ­φτυ­σε τρεῖς φο­ρὲς στὸν κόρ­φο του. «Πρέ­πει νὰ φύ­γω» εἶ­πε ἔν­τρο­μος. «Μὲ πε­ρι­μέ­νει ἡ Γι­άν­ναι­να.»

       «Ἀ­λί­μο­νος. Νὰ πᾶς καὶ μὴ χα­σο­με­ρᾶς κα­θό­λου. Νὰ τὴ βο­η­θή­σεις. Τό­σες ἑ­τοι­μα­σί­ες θά ’­χει νὰ κά­νει γιὰ τὴ γι­ορ­τή σου αὔ­ριο. Νὰ τῆς δώ­κεις πολ­λὰ χαι­ρε­τί­σμα­τα. Ἄιν­τε καὶ κα­λὴ αὐ­ρια­νή.»

        «Εὐ­χα­ρι­στῶ, Θα­νά­ση, μὰ δὲ γι­ορ­τά­ζω αὔ­ριο.»

        «Ἄλ­λο καὶ τοῦ­το! Ἀ­φοῦ οὖ­λοι οἱ Γι­άν­νη­δες σὰν αὔ­ριο γι­ορ­τά­ζουν στὸ χω­ριό μας.»

        «Ἐ­γὼ δὲν εἶ­μαι ἀ­πὸ δῶ. Μ’ ἔ­χου­νε πά­ρει ἀ­πὸ κά­τι κα­τσι­βέ­λους.»

        «Πά­ει τὰ ’­χα­σε ὁ Γιά­ννης» ἐ­σκέ­φτη ὁ Θα­νά­σης, μὰ εἶ­πε μό­νο «Ἒμ κα­νέμ, κα­λὴ ση­με­ρι­νή. Γεια καὶ χα­ρά σου.»

       «Οὔφ, τὸ Θά­νο τὸν ξε­γέ­λα­σα! Νὰ δῶ ὡς αὔ­ριο τί θὰ κά­νω μὲ τὸ Χά­ρο» εἶ­πε ὁ Γιά­ννης καὶ σκα­πέ­τη­σε στὴν κα­τη­φό­ρα. Ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ βρεῖ μὲ τὴ γυ­ναί­κα του ὣς αὔ­ριο μιὰ λύ­ση.



Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χού­φτα ζωή, Δε­κα­ε­φτά Δι­η­γή­σεις (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).


		
Advertisements

Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Βου­λιῶ


basilopouloufoteini-boulio-eikona-03


Φωτεινὴ Βασιλοπούλου

 

Βου­λιῶ


Στὸν Γι­ῶρ­γο Γάβ­βα­ρη

02-HttaΒΟΥΛΙΩ ἦ­ταν ὁ στά­βλος μας. Ἐ­κεῖ δέ­να­με τὶς γί­δες. «Πα­λι­ό­τε­ρα καὶ τὸν Ντο­ρή μας» ἔ­λε­γε ὁ παπ­πού­λης μου, μ’ ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μὸ πάν­τα. Ἡ Βου­λι­ῶ ἦ­ταν τε­ρά­στια. Ὁ πιὸ με­γά­λος στά­βλος ποὺ εἶ­χα δεῖ πο­τέ. Εἶ­χε κι ἕ­να με­σο­πά­τω­μα. Καὶ μιὰ μι­σο­ξερ­χα­βα­λω­μέ­νη ξύ­λι­νη σκά­λα. Αὐ­τοῦ πά­νου ἤ­τα­νε ὁ σα­νὸς γιὰ νὰ μὴν τὸν φτά­νου­νε τὰ ζων­τα­νά.

       Πα­λι­ό­τε­ρα ἐ­κεῖ περ­νοῦ­σαν τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους ὅ­λα τα ζευ­γά­ρια τῆς οἰ­κο­γέ­νειας, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ κά­ποι­οι πιὸ μα­κρι­νοὶ συγ­γε­νεῖς.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ὁ στά­βλος ἄ­δεια­ζε ἀ­π’ τὰ ζων­τα­νά, ποὺ ξε­ρο­στα­λιά­ζα­νε στ’ ἀ­γιά­ζι ἢ στέλ­νον­ταν σὲ γει­το­νι­κὰ σπί­τια ἂν ὁ και­ρὸς ἦ­ταν χιο­νιᾶς, στρώ­νον­ταν δυ­ὸ τρεῖς μπά­λες σα­νὸς κι ἀ­πὸ πά­νου τὰ νυ­φι­ά­τι­κα χα­σέ­νια σεν­τό­νια καὶ νιὰ χού­φτα ρύ­ζι. Τό ’­χαν δι­α­λέ­ξει για­τὶ δὲν ἀ­κούμ­πα­γε σ’ ἄλ­λο σπί­τι —πράγ­μα σπά­νιο γιὰ τὸ χω­ριό, ὅ­που ὅ­λοι μοι­ρα­ζόν­του­σαν τὸ με­σό­τοι­χο γιὰ λό­γους οἰ­κο­νο­μί­ας— κι ἔ­τσι κα­νεὶς δὲ θ’ ἄ­κου­γε τὶς ἀρ­χι­κὲς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες τῆς νύ­φης, ἔ­πει­τα τὶς κραυ­γὲς πό­νου τῆς πρώ­της φο­ρᾶς καὶ κα­τό­πιν τὰ βογ­κη­τὰ τῆς ἡ­δο­νῆς. Τό ’­χαν ἀ­κό­μα δι­α­λέ­ξει για­τὶ τ’ ἄ­χυ­ρο θ’ ἀγ­κά­λια­ζε καὶ θὰ ζέ­σται­νε τοὺς νι­ό­παν­τρους ἐ­ρα­στὲς καὶ θὰ ρού­φα­γε τὰ ἐ­ρω­τό­λο­γα καὶ τὶς φω­νές τους.

       Καὶ τί δὲ θά ’­χε ἀ­κού­σει αὐ­τὸ τὸ σπι­τά­κι!

       Τὴ Δευ­τέ­ρα τὸ σεν­τό­νι ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ μα­τω­μέ­νο. Πό­σα κο­κό­ρια εἶ­χαν σφα­χτεῖ, για­τὶ τὸ ἄγ­χος τοῦ γαμ­προῦ ἦ­ταν με­γά­λο ἢ ὁ ἔν­τι­μος πρό­τε­ρος βί­ος τῆς νύ­φης δὲν ἦ­ταν καὶ τό­σο ἔν­τι­μος! Ξέ­ρω καὶ τρα­γι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες. Μιᾶς νύ­φης τὸ σεν­τό­νι βά­φτη­κε μὲ αἷ­μα χυ­μέ­νο ἀ­π’ τὸν κομ­μέ­νο της λαι­μό. Τὴν ἔ­σφα­ξε ὁ ἴ­διος ὁ ἀ­δερ­φός της σὰν κο­κό­ρι, ὅ­ταν ὁ γαμ­πρὸς τοὺς ἔ­στει­λε τὸ χα­σὲ κά­τα­σπρο, μή­νυ­μα γιὰ τὶς πομ­πὲς τῆς κό­ρης.

       Αὐ­τὰ ἤ­ξε­ρα γιὰ τὴ Βου­λι­ῶ. Ὅ­τι ὁ στά­βλος μας ἤ­τα­νε τὸ σπι­τά­κι τῆς πρώ­της νύ­χτας κι ὅ­τι ὁ με­γά­λος μου ὁ μπάρ­μπας ἔ­βα­λε τέ­λος σ’ αὐ­τὴ τὴν πα­ρω­δί­α. «Μὴν τολ­μή­σε­τε» εἶ­πε «νὰ στα­θεῖ­τε ἀ­πό­ξω καὶ μὴν ψά­ξε­τε γιὰ σεν­τό­νια κι αἵ­μα­τα… Σᾶς ἔ­σφα­ξα.» Κι ἐ­πει­δὴ ἤ­τα­νε κομ­μα­τά­κι ντρέ­ου­ρος κι ὅ,τι ἔ­λε­γε τὸ ἐν­νο­οῦ­σε, δὲν τολ­μή­σα­νε νὰ συ­νε­χί­σουν τὸ ἔ­θι­μο.

       Με­τὰ τὸ γκρέ­μι­σμα τοῦ στά­βλου, ἔ­μα­θα ὅ­τι κά­πο­τε ἦ­ταν σπί­τι, τὸ σπί­τι τῆς Βου­λι­ῶς. Μιᾶς ἀ­γράμ­μα­της, ἁ­πλῆς κι ἁ­γνῆς γυ­ναί­κας. Ὅ­πως εἶ­ναι ὅ­λες οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ χω­ριοῦ, μὲ μιὰ ὀ­μορ­φιὰ ποὺ τὴν αὐ­λα­κώ­νει κα­θη­μερ­νὰ ὁ ἥ­λιος, τὸ ξε­ρο­βό­ρι κι ἡ ἀ­γρο­τιά.

       Ὅ­μως, ἐ­κεῖ­νος —ὁ ἄν­τρας της— δὲν τά ’­βλε­πε αὐ­τά. Ἀλ­λι­ῶς, δὲ θὰ ’­φευ­γε μα­κριά της, γιὰ τὴν ξέ­νη χώ­ρα χω­ρὶς μιὰ στερ­νὴ κου­βέν­τα, ἕ­να στερ­νὸ ἀγ­κά­λια­σμα, ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μό. Οὔ­τε λό­γος γιὰ δά­κρυ­α. Τὰ δά­κρυ­α δὲν ἦ­ταν γιὰ τοὺς ἄν­τρες.

       Κι ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, οὔ­τε φω­νὴ οὔ­τε ἀ­κρό­α­ση. Οὔ­τε ἕ­να ἔμ­βα­σμα, ὅ­πως στὶς ἄλ­λες ποὺ οἱ ἄν­τρες τους εἴ­χα­νε πά­ει στὴν Ἀ­με­ρι­κή, οὔ­τε ἕ­να γράμ­μα νὰ τῆς πεῖ πὼς εἶ­ναι κα­λά, οὔ­τε κὰν δυ­ὸ ξε­ρὰ χαι­ρε­τί­σμα­τα. Κι ἔ­πει­τα, ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἄ­κου­γε ὅ­τι γύ­ρι­σε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­γεν­τί­να —πράγ­μα ποὺ μό­νο τρεῖς φο­ρὲς ἔ­ζη­σε στὸ βί­ο της (βλέ­πεις, ἡ χώ­ρα ἦ­ταν τό­σο μα­κρι­νὴ μὲ ἐ­λά­χι­στους με­τα­νά­στες ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω χω­ριά, με­τρη­μέ­νους στὰ δά­χτυ­λα τοῦ ἑ­νὸς χε­ριοῦ)— ἔ­τρε­χε μὲ τὰ πό­δια ὁ­λά­κε­ρα χι­λι­ό­με­τρα γιὰ νὰ ρω­τή­σει ἂν εἴ­δα­νε τὸν ἄν­τρα της, ἂν εἶ­ναι κα­λά, ἂν τῆς στέλ­νει χαι­ρε­τί­σμα­τα. Εὐ­τυ­χῶς, ἡ ἁ­πλό­τη­τα τοῦ μυα­λοῦ της τὴν ἐμ­πό­δι­ζε νὰ δι­α­κρί­νει τὴν ἀ­μη­χα­νί­α, ποὺ με­τὰ βί­ας κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ μι­σο­πα­γω­μέ­να τους χα­μό­γε­λα. Φυ­σι­κὰ καὶ ρώ­τα­γε γιὰ τὴν ὑ­γεί­α της καὶ τῆς ἔ­στελ­νε χαι­ρε­τί­σμα­τα. «Νά κι αὐ­τὸ τὸ ξομ­πλια­στὸ μαν­τί­λι ποὺ φο­ροῦ­νε οἱ γυ­ναῖ­κες τῶν Ἀρ­γεν­τί­νων στὴν τρα­χη­λιὰ σὰν πᾶ­νε στὴν ἐκ­κλη­σά τους, μοῦ τό ’­δω­κε γιὰ σέ­να» τῆς εἶ­πε κά­πο­τε ἕ­νας με­τα­νά­στης.

       Καὶ σὰ γύ­ρι­σε ὁ­λό­χα­ρη μὲ τὸ μαν­τί­λι μπουρ­λι­α­σμέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της, οἱ χω­ρια­νές της κά­να­νε πὼς χα­ρή­κα­νε μὲ τὴ χα­ρά της καὶ πο­τὲ κα­μιά τους δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα γιὰ τοὺς ψι­θύ­ρους π’ ἀ­κου­γόν­τα­νε, ὅ­τι τά­χα­τες ὁ προ­κομ­μέ­νος της εἶ­χε φκιά­σει και­νούρ­για οἰ­κο­γέ­νεια στὴν Ἀρ­γεν­τί­να μὲ μιὰ ντό­πια κι εἶ­χαν καὶ παι­διά.

       Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ ὄ­ξω —το­ξω­τε­ρι­κὸ— ὅ­λο καὶ γέ­μι­ζε τὸ σπί­τι της μὲ κά­να ξε­ρὸ πα­ξι­μά­δι, κά­να μά­τσο ρί­γα­νη, κά­να πε­ρισ­σευ­ού­με­νο ζαρ­ζα­βα­τι­κό, ποὺ οἱ γει­τό­νισ­σες πα­ρὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τους στε­ροῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ παι­διά τους, γρι­κών­τας τὴν ἐ­ρη­μιά της. Νι­ώ­θα­νε τύ­ψεις, ἀλ­λὰ καὶ τυ­χε­ρὲς μέ­σα στὴ φτώ­χεια τους μὲ τὴν σκέ­ψη ὅ­τι δὲν ἔ­χα­σαν τὸ ταί­ρι τους στὴν ξε­νι­τιά. Αὐ­τὲς του­λά­χι­στον καὶ νὰ κοι­μόν­τα­νε νη­στι­κὲς θὰ χόρ­ται­ναν μὲ μιὰ νυ­χτε­ρι­νὴ ἀγ­κα­λιά.

       Οἱ τύ­ψεις συ­νε­χί­στη­καν ἀ­κό­μα καὶ με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς Βου­λι­ῶς. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ νὰ δι­ά­λε­ξαν νὰ στέλ­νουν στὴ Βου­λι­ῶ τὰ νι­ό­παν­τρα ζευ­γά­ρια τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους. Νι­ώ­θα­νε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πο­τί­ζουν τὸ στε­ρη­μέ­νο ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα σπί­τι, ὅ­πως ἔ­κα­ναν καὶ μὲ τὰ δι­ψα­σμέ­να ζων­τα­νά τους.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).


Φω­τει­νὴ Βα­σι­λο­πού­λου: Στὴν πυ­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα


basilopouloufoteini-stinpyratouerota-eikona-04


Φω­τει­νὴ Βα­σι­λο­πού­λου

Στὴν πυ­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα


E-Epsilon-SomataΙΧΑ ΣΚΟΠΙΜΑ δι­α­λέ­ξει τὸ μέ­ρος. Νά ’­χει θέ­α. Ἂν ἔ­βλε­πα νὰ περ­νά­ει κά­τι πιὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, κά­τι πιὸ ἀρ­σε­νι­κὸ καὶ πιὸ με­γά­λο, θὰ τὸν πα­ρα­τοῦ­σα σύ­ξυ­λο. Κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ σύ­ξυ­λο, για­τὶ πά­νω σὲ μιὰ στοί­βα μὲ ξύ­λα τὸ κά­να­με. Ἦ­ταν ἕ­να παι­χνί­δι ρό­λων στὸν τό­πο καὶ στὸν χρό­νο γιὰ νὰ το­νώ­σου­με τὴν ἐ­ρω­τι­κή μας ζω­ή. Πυ­ρά. Κυ­νή­γι μα­γισ­σῶν. Ρου­έν. Με­σαί­ω­νας.

       Ὁ καυ­τὸς ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κος ἥ­λιος μὲ εἶ­χε βα­ρέ­σει κα­τα­κού­τε­λα μα­ζὶ καὶ οἱ ἑ­φτὰ μαρ­γα­ρί­τες ποὺ εἶ­χα κα­τε­βά­σει, ἀλ­λὰ πῶς θέ­λε­τε νὰ φτια­χτῶ; Μὲ ἀ­λό­η βέ­ρα;

       Ὁ δι­κός μου εἶ­χες ἄ­γρι­ες ὀ­ρέ­ξεις. Ἔλ­πι­ζα νὰ μὴν τὸ πα­ρα­κά­νει μὲ τὸ ψη­στή­ρι καὶ γί­νω πα­ρα­νά­λω­μα τοῦ πυ­ρὸς σὰν πραγ­μα­τι­κὴ μά­γισ­σα, για­τὶ σὺν τοῖς ἄλ­λοις εἶ­μαι ὑ­πέρ­μα­χος τῆς ὠ­μο­φα­γί­ας. Καὶ ὄ­χι μό­νο. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔ­χω ἐ­γὼ τὸ πά­νω χέ­ρι. Γι’ αὐ­τὸ ἤ­μουν σκυμ­μέ­νη στὰ τέσ­σε­ρα καὶ μὲ τὰ δυ­ό μου χέ­ρια κρα­τοῦ­σα κλει­σμέ­να τὰ μά­τια του. Τοῦ τὰ ’­σφιγ­γα τό­σο πο­λύ —τὰ μά­τια πάν­τα— ποὺ τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα τοῦ φαί­νον­ταν αἰ­ῶ­νες. Οἱ πιὸ σκο­τει­νοὶ αἰ­ῶ­νες ποὺ εἶ­χε ζή­σει ἢ θὰ ζοῦ­σε πο­τέ. Για­τί δὲν νο­εῖ­ται Με­σαί­ω­νας χω­ρὶς ἀ­πό­λυ­το σκο­τά­δι καὶ Σκο­τει­νοὺς Αἰ­ῶ­νες.

       Ἀλ­λὰ κι ἐ­γὼ εἶ­χα πιὸ ἄ­γρι­ες δι­α­θέ­σεις. Θὰ σὲ φά­ω, θὰ σὲ κα­τα­βρο­χθί­σω, τοῦ εἶ­πα ξε­κι­νών­τας τὰ προ­κα­ταρ­κτι­κά. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ ξε­κι­νῶ ἀ­πὸ ψη­λὰ ἀ­πὸ κε­ραί­ας καὶ με­τὰ νὰ κα­τε­βαί­νω χα­μη­λά. Πο­λὺ χα­μη­λά. Ἡ πτώ­ση καὶ ὁ ἐ­ξευ­τε­λι­σμὸς μὲ φτιά­χνουν, μ’ ἀ­νε­βά­ζουν ψη­λά, πο­λὺ ψη­λά. Μέ­χρι κε­ραί­ας ξα­νά, τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χα ἐ­ξα­φα­νί­σει ἀ­πὸ ὥ­ρα. Για­τί ἐ­γώ, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὶς ἄλ­λες, ποὺ ἄλ­λα ὑ­πό­σχον­ται καὶ ἄλ­λα κά­νουν, κρα­τῶ τὸν λό­γο μου. Σὲ λί­γο, πα­ρὰ τὶς ἔν­το­μες δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες του, κα­τα­βρό­χθι­σα καὶ τὸν ὑ­πό­λοι­πο. Τὸ κε­φά­λι, τὰ φτε­ρά, τὸν θώ­ρα­κα, τὴν κοι­λιά. Ὅ­λα ἐ­κτὸς ἀπ’ τὸ κεν­τρί του. Μό­νο τὸ κεν­τρὶ του ἀ­πό­με­νε νὰ κου­νι­έ­ται μέ­σα μου.

       Μὴν κου­νι­έ­σαι μω­ρό μου, —κεν­τρί μου ἤ­θε­λα νὰ πῶ— τε­λει­ώ­νω. Ναί, ὅ­που νά ’­ναι τε­λει­ώ­νω. Μὴν κου­νι­έ­σαι! Δὲν πρό­κει­ται νὰ μοῦ ξε­φύ­γεις. Ἐ­ξάλ­λου, ἐ­σὺ ξε­κί­νη­σες τὴν κου­βέν­τα γιὰ ἀ­πο­γό­νους. Καὶ τό ’­ξε­ρες ὅ­τι γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη γε­νιὰ χρει­ά­ζο­μαι πρω­τε­ΐ­νες, μπό­λι­κες πρω­τε­ΐ­νες. Τί νὰ κά­νου­με; Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μοί­ρα τοῦ εἴ­δους μας. Δὲ φταί­ω ἐ­γὼ ποὺ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὠ­μο­φά­γος εἶ­μαι καὶ ὁ­μο­φά­γος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Τὸ πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).