Μάκης Πανώριος: Ὁ ἱππότης

 

 

Μά­κης Πα­νώ­ριος

 

Ὁ ἱππότης

 

ΡΕΧΕΙ ἀ­π’ τὸ πρω­ΐ. Τώ­ρα ἔ­χει νυ­χτώ­σει. Τὸ σπί­τι εἶ­ναι σι­ω­πη­λό. Ἀλ­λὰ κά­που στὰ πί­σω δω­μά­τια νο­μί­ζω πὼς ἀ­κού­ω ἕ­ναν ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο θό­ρυ­βο. Ἕ­ναν πα­ρά­ξε­νο ἦ­χο. Σὰν κά­τι νὰ σέρ­νε­ται. Σὰν κά­ποι­ος νὰ ψι­θυ­ρί­ζει. Τρω­κτι­κὰ ποὺ ρο­κα­νί­ζουν ἐν­δε­χο­μέ­νως; Ἢ κά­τι ἄλ­λο; Κι ἔρ­χε­ται ὄν­τως ἀ­πὸ τὰ πί­σω δω­μά­τια; Ἢ ἀ­π’­τὸ ὑ­πό­γει­ο ἢ ἀ­π’ τὴν ἀ­πο­θή­κη; Μή­πως κά­ποι­ος ἔ­χει μπεῖ στὸ σπί­τι; Πό­τε, ὅ­μως; Δὲν βγῆ­κα ἔ­ξω οὔ­τε στιγ­μή, οὔ­τε ἄ­φη­σα κα­μιὰ πόρ­τα ἀ­νοι­χτή. Ἀ­φουγ­κρά­ζο­μαι. Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι κα­νείς. Εἶ­μαι μό­νο ἐ­γὼ καὶ κα­νέ­νας ἄλ­λος. Κα­νέ­νας δὲν μπαί­νει στὸ σπί­τι μου. Δὲν δέ­χο­μαι πο­τὲ ἐ­πι­σκέ­ψεις. Δὲν θέ­λω ξέ­νους, οὔ­τε κὰν φί­λους. Θέ­λω τὴν ἡ­συ­χί­α μου. Νὰ μπο­ρῶ νὰ ἐρ­γά­ζο­μαι. Χω­ρὶς ἀ­νε­πι­θύ­μη­τες εἰ­σβο­λές. Ἐλ­πί­ζω πὼς ἔ­γι­να κα­τα­νο­η­τός.

         Ἐλ­πί­ζω. Ἀλ­λὰ γιὰ λί­γο πα­ρα­μέ­νω ἀ­κί­νη­τος. Νὰ ἠ­ρε­μή­σω. Λοι­πόν, ἠ­ρέ­μη­σα. Καὶ τὸ σπί­τι βου­βά­θη­κε. Ἡ­συ­χί­α. Ἐκ­κω­φαν­τι­κή, ὅ­πως λέ­νε. Ἀλ­λὰ ὅ,τι πρέ­πει γιὰ μέ­να. Ἀρ­χί­ζω τὴν ἐρ­γα­σία μου.

 

        Ὁ μο­να­χι­κὸς κα­βα­λά­ρης δι­α­σχί­ζει τὴν ἔ­ρη­μη κοι­λά­δα ἀρ­γά, κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν γκρί­ζο, βρο­χε­ρὸ οὐ­ρα­νό, ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ κου­ρε­λι­α­σμέ­νες ὁ­μί­χλες. Ἐ­πι­στρέ­φει στὸν πύρ­γο του ποὺ ἀ­χνο­φαί­νε­ται στὸ βά­θος πά­νω σ’ ἕ­να βρα­χῶ­δες ὕ­ψω­μα. Δὲν ξέ­ρει ὅ­μως ὅ­τι ἐ­κεῖ δὲν τὸν πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς πλέ­ον. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ φαν­τά­σμα­τα τῶν ἀρ­χαί­ων προ­γό­νων του.

 

        Ἀλ­λὰ γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ρῶ νὰ κά­νω τί­πο­τε. Ἀ­πο­λύ­τως. Πρέ­πει νὰ τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­σει μό­νος του.

 

        Ὀ­νο­μά­ζε­ται Νι­κη­φό­ρος. Καὶ τώ­ρα…

 

        Μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι κά­ποι­ος εἶ­ναι τε­λι­κὰ μέ­σα στὸ σπί­τι. Ἀ­κού­ω βή­μα­τα στὸ δι­ά­δρο­μο. Ἢ μοῦ φαί­νε­ται πὼς ἀ­κού­ω; Ἢ μή­πως νο­μί­ζω πὼς ἀ­κού­ω τὰ βή­μα­τα τοῦ ἀ­λό­γου τοῦ Νι­κη­φό­ρου στὴν πλα­κό­στρω­τη αὐ­λὴ τοῦ πύρ­γου του; Λοι­πόν, στά­ση ἐρ­γα­σί­ας γιὰ ν’ ἀ­κού­σω. Νὰ βε­βαι­ω­θῶ. Κα­νείς. Οὔ­τε στὸ σπί­τι. Οὔ­τε στὸν πύρ­γο.

 

        …τρα­βά­ει τὰ χα­λι­νά­ρια τοῦ ἀ­λό­γου καὶ τὸ κου­ρα­σμέ­νο ζῶ­ο στα­μα­τᾶ φρου­μά­ζον­τας. Ὁ Νι­κη­φό­ρος ξε­πε­ζεύ­ει. Δὲν τὸν ὑ­πο­δέ­χε­ται κα­νεὶς κι αὐ­τὸ τὸν προ­βλη­μα­τί­ζει. Θέ­λει νὰ φω­νά­ξει ἀλ­λὰ δὲν τὸ κά­νει. Δι­στά­ζει. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα φο­βᾶ­ται. Ἀλ­λὰ δὲν θέ­λει νὰ τὸ πα­ρα­δε­χτεῖ. Φο­βᾶ­ται αὐ­τὸ ποὺ ἐκ­πέμ­πε­ται ἀ­πὸ τὸν πύρ­γο. Κι ἔ­τσι δι­στά­ζει νὰ προ­χω­ρή­σει. Οἱ στιγ­μὲς ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν τὸν νε­κρὸ ἑ­αυ­τό τους. Ἡ σι­ω­πὴ ὁ­λό­γυ­ρα ὡ­σὰν κραυ­γή. Ὁ Νι­κη­φό­ρος ση­κώ­νει τὰ μά­τια καὶ κοι­τά­ζει ψη­λὰ στὰ τεί­χη. Μαῦ­ρα που­λιὰ εἶ­ναι κα­θι­σμέ­να στὶς πο­λε­μί­στρες καὶ τὸν πα­ρα­τη­ροῦν. Στὴν αὐ­λὴ σκου­πί­δια. Ἕ­νας μι­κρὸς κρύ­ος ἀ­γέ­ρας μπαί­νει ἀ­πὸ τὴν γκρε­μι­σμέ­νη πύ­λη καὶ τοῦ ἐ­πι­τί­θε­ται. Ἀ­να­τρι­χιά­ζει. Ὁ μι­κρὸς ἀ­γέ­ρας τρι­γυ­ρί­ζει στὴν αὐ­λή, πα­ρα­σέρ­νει τὰ ξε­ρὰ χορ­τά­ρια καὶ φεύ­γει ψη­λά. Τὰ που­λιὰ ἀ­να­φου­φου­λιά­ζουν ξαφ­νι­α­σμέ­να ἀλ­λὰ πα­ρα­μέ­νουν στὶς θέ­σεις τους. Ὁ Νι­κη­φό­ρος ἔ­χει πλέ­ον πει­στεῖ γι’ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει συμ­βεῖ. Ὀ­φεί­λει ἁ­πλῶς νὰ τὸ ἀ­πο­δε­χτεῖ. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἀλ­λι­ῶς. Ὁ­δη­γεῖ τὸ ἄ­λο­γο πέ­ρα στὸ στά­βλο, τὸ δέ­νει στὸ πα­χνί του καὶ βγαί­νει ἔ­ξω. Στέ­κε­ται καὶ πά­λι γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­τος, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὴν δι­α­πι­στω­μέ­νη ἥτ­τα του. Κι ὕ­στε­ρα ἀρ­χί­ζει ν’ ἀ­νε­βαί­νει τὴ σκά­λα. Πρέ­πει νὰ πά­ει στὰ πά­νω δω­μά­τια. Ἐ­κεῖ ποὺ τὸν πε­ρι­μέ­νει τὸ πε­πρω­μέ­νο του. Πού κά­ποι­ος ἄλ­λος τὸ ἔ­χει προ­α­πο­φα­σί­σει. Ἐ­ρή­μην του. Ὅ­ταν φτά­νει στὸ πλα­τύ­σκα­λο ἀν­τι­κρί­ζει ἕ­να νε­κρὸ σκυ­λί. Εἶ­ναι ὁ Μαῦ­ρος. Ὁ σύν­τρο­φος τῆς Μάρ­θας. Τώ­ρα πλέ­ον δὲν ἔ­χει πιὰ κα­μιὰ ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ τὶ τὸν πε­ρι­μέ­νει. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἀλ­λιῶς. Πρέ­πει νὰ μπεῖ μέ­σα. Νὰ δεῖ. Καὶ ξε­κι­νά­ει. Βα­δί­ζει. Ἀ­κού­ει μό­νο τὰ μοι­ραῖ­α βή­μα­τά του. «Μάρ­θα», ψι­θυ­ρί­ζει. Ἀλ­λὰ τοῦ ἀ­παν­τᾶ μό­νο ἡ σι­ω­πὴ τοῦ θα­νά­του.

 

        Λοι­πόν, ὄ­χι, δὲν κά­νω λά­θος. Ἀ­κού­ω βή­μα­τα στὸ δι­ά­δρο­μο. Κά­ποι­ος ἔ­χει μπεῖ στὸ σπί­τι καὶ περ­πα­τά­ει στὸ δι­ά­δρο­μο. Πλη­σιά­ζει στὸ γρα­φεῖ­ο μου. Τώ­ρα ἔ­χει στα­μα­τή­σει. Ἀλ­λὰ δὲν ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα. Δὲν μπαί­νει μέ­σα. Ἢ δι­στά­ζει, ἢ δὲν εἶ­ναι κα­νεὶς τε­λι­κά. Πε­ρι­μέ­νω. Πι­θα­νῶς νὰ εἶ­ναι ἐν τέ­λει ἡ σι­ω­πή. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κή μου συγ­κά­τοι­κος· καὶ πολ­λὲς φο­ρές, ὅ­πως τώ­ρα ἐν­δε­χο­μέ­νως, τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ μοῦ δη­λώ­νει τὴν πα­ρου­σί­α της. Ἐν­τά­ξει, σ’ ἄ­κου­σα. Ἄ­σε μὲ τώ­ρα νὰ ἐρ­γα­στῶ.

 

        Ὁ Νι­κη­φό­ρος ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ράς του, ἀλ­λὰ βρί­σκε­ται μέ­σα στὸ κε­νο­τά­φιο. Καὶ ἡ Μάρ­θα ἀ­να­παύ­ε­ται στὸ φέ­ρε­τρό της. Πλη­σιά­ζει καὶ τὴν κοι­τά­ζει. Πό­σο ξέ­νη εἶ­ναι πλέ­ον. Μὲ ἕ­ναν παι­δι­κὸ τρό­μο ὁ Νι­κη­φό­ρος ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται. Βγαί­νει ἔ­ξω. Προ­χω­ρᾶ στὸ δι­ά­δρο­μο. Στέ­κε­ται μιὰ στιγ­μὴ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Τέ­λος τὴν ἀ­νοί­γει καὶ μπαί­νει μέ­σα. Ὁ ἄν­τρας ποὺ κά­θε­ται στὸ γρα­φεῖ­ο του καὶ γρά­φει, ἀ­φή­νει κά­τω τὴν πέ­να του καὶ ση­κώ­νε­ται.

 

        Ἐ­σύ, λέ­ει. Ναί, ἐ­γώ, ἀ­παν­τᾶ ὁ ἱπ­πό­της. Ποὺ ἐ­πι­στρέ­φω στὸν ἔ­ρη­μο πύρ­γο μου. Γιὰ νὰ βρῶ τὴν γυ­ναί­κα μου νε­κρή. Ἀλ­λὰ γι’ αὐ­τὴ τὴν κα­τα­στρο­φή, εὐ­θύ­νε­σαι ἐ­σύ, γρα­φιά. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Ἐ­πει­δὴ ἔ­τσι μᾶς δη­μι­ούρ­γη­σες. Εἴ­δω­λα τῆς προ­σω­πι­κῆς ἐ­ρη­μιᾶς σου. Εἶ­σαι ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τος. Τί θὰ κά­νεις τώ­ρα; Θὰ μὲ δο­λο­φο­νή­σεις κι ἐ­μέ­να; Δὲν μπο­ρεῖς. Για­τί φεύ­γω. Ἐ­σὺ μεῖ­νε μέ­σα στὰ ἄ­χρη­στα γρα­φτά σου. Καὶ στὴν αἰ­ώ­νια δυ­στυ­χί­α σου. Κι ἀ­νοί­γον­τας τὴν πόρ­τα βγαί­νει ἔ­ξω. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὸν πα­ρα­κο­λου­θεῖ νὰ χά­νε­ται ἀρ­γὰ μέ­σα στὴ νύ­χτα. Καὶ στὴ βρο­χή.           

                                                  

        Δεκέμβριος 2009          

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μά­κης Πα­νώ­ριος (Κε­φαλ­λο­νιά, 1935). Πε­ζο­γρά­φος, κρι­τι­κὸς βι­βλί­ου καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φου. Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ στὴ Σχο­λὴ A­BC καὶ θέ­α­τρο στὴ Σχο­λὴ Θε­ά­τρου τοῦ Πέ­λου Κα­τσέ­λη. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἡ κα­τά­κτη­ση, 1970, (μυ­θι­στό­τη­μα).

 

Διαφημίσεις

Σταῦρος Δάλκος: Ἡ χρονομηχανή

 

 

Σταῦρος Δάλκος

 

Ἡ χρονομηχανή

 

­ΖΗ­ΣΕ ΚΑ­ΠΟ­ΤΕ, στὸ μα­κρι­νὸ τὸ μέλ­λον, ἕ­νας τρε­λὸς ἐ­πι­στή­μο­νας, ποὺ στό­χο τῆς ζω­ῆς του εἶ­χε βά­λει νὰ ἐ­φεύ­ρει κά­τι πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­σύλ­λη­πτο. Μιὰ χρο­νο­μη­χα­νή.

        Τε­λεί­ω­σε τὶς σπου­δές του στὰ 25 του καὶ ἀ­μέ­σως βάλ­θη­κε νὰ κά­νει τὸ ὄ­νει­ρό του πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Νοί­κια­σε ἕ­να ὑ­πό­γειο, ἐ­ξα­σφά­λι­σε τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐ­πι­χο­ρη­γή­σεις, ἀ­γό­ρα­σε τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα ὑ­λι­κὰ καὶ στρώ­θη­κε στὴ δου­λειά. Δι­ά­βα­σε τό­νους σκο­νι­σμέ­να βι­βλί­α, ἔ­κα­νε ἄ­πει­ρους ὑ­πο­λο­γι­σμούς, ἤ­πι­ε 38.506 ντε­πόν, 49.275 κα­φέ­δες, πα­ρήγ­γει­λε 31.503 με­ρί­δες ἕ­τοι­μα φα­γη­τά, κά­πνι­σε 328.504 τσι­γά­ρα καὶ γε­νι­κὰ ἔ­ζη­σε μιὰ ζω­ὴ μα­κριὰ ἀ­πὸ φί­λους, γυ­ναῖ­κες, συγ­γε­νεῖς καὶ ὁ,τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἱ­κα­νὸ νὰ τὸν ἀ­πο­σπά­σει ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο του.

         Σὲ ἡ­λι­κί­α 70 χρο­νῶν, τὰ κα­τά­φε­ρε. Βί­δω­σε τὴν τε­λευ­ταί­α βί­δα πά­νω στὸ σι­δε­ρέ­νιο δη­μι­ούρ­γη­μά του καὶ στά­θη­κε λί­γο νὰ τὸ θαυ­μά­σει. Ἔ­πει­τα ἔ­κα­νε ἕ­να μπά­νιο, ξυ­ρί­στη­κε, ἔ­πλυ­νε τὰ δόν­τια του, φό­ρε­σε τὸ κα­λό του κου­στού­μι, ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε τὸν σκύ­λο του, μπῆ­κε στὴ χρο­νο­μη­χα­νὴ καὶ πά­τη­σε ἕ­να με­γά­λο κόκ­κι­νο κουμ­πί.

        Ἀ­πὸ τὴ μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη βρι­σκό­ταν στὸ ἴ­διο σκο­τει­νὸ ὑ­πό­γει­ο, μὲ τὸν χρό­νο νὰ ἔ­χει τα­ξι­δέ­ψει 45 χρό­νια πί­σω. Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τῆς χρο­νο­μη­χα­νῆς καὶ κα­τέ­βη­κε, κά­νον­τας ἕ­να με­γα­λο­πρε­πὲς βῆ­μα, σὰν νὰ πα­τοῦ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ σε­λή­νη. Ἀ­πὸ μιὰ γω­νιὰ τοῦ δω­μα­τί­ου, ὁ 25χρονος ἑ­αυ­τός του τὸν κοί­τα­ζε γε­μά­τος ἔκ­πλη­ξη.

        Ὁ 70χρονος γέ­ρος πλη­σί­α­σε τὸν νε­α­ρὸ μὲ ἕ­να με­γά­λο χα­μό­γε­λο. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­να­πνο­ῆς, τὸν αγ­κά­λια­σε σφι­χτὰ καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­σε: «Τὰ κα­τα­φέ­ρα­με. Ἄ­σ’ τα τώ­ρα ὅ­λα αὐ­τά. Κοί­τα νὰ βρεῖς κα­μιὰ κο­πέ­λα, νὰ κά­νεις οἰ­κο­γέ­νεια, μὴ μεί­νεις κι ἐ­σὺ μό­νος σου στὴ ζω­ή.»

        Ὑ­στε­ρα τὸν φί­λη­σε στορ­γι­κὰ στὸ μέ­τω­πο, ξά­πλω­σε σὲ μιὰ με­γά­λη κα­φὲ πο­λυ­θρό­να καὶ κοι­μή­θη­κε.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

Σταῦ­ρος Δάλ­κος (Ἀθήνα, 1982). Σπού­δα­σε Ἱστορί­α καὶ Ἀρχαιο­λογί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀθηνῶν καὶ ἀσχο­λεῖται μὲ τὴ μου­σική. Ζεῖ καὶ ἐργάζε­ται στὴν Ἀθή­να.

 

Παυλίνα Παμπούδη: Τὸ ὄνειρο τοῦ πεταλωτῆ

 

 

Παυ­λί­να Παμ­πού­δη

 

Τὸ ὄ­νει­ρο τοῦ πε­τα­λω­τῆ

 

 ΝΕΑΡΗ Σο­φί­α Λαμ­προ­πού­λου, φο­ρο­τε­χνι­κός, κά­τοι­κος Χαλ­κί­δας, περ­πα­τοῦ­σε βι­α­στι­κά. Εἶ­χε ἤ­δη ἀρ­γή­σει· ὁ ἀ­έ­ρας καὶ ἡ βρο­χὴ δυ­νά­μω­ναν, ἄρ­χι­ζε νὰ σκο­τει­νιά­ζει, κι ἐ­κεί­νη βρι­σκό­ταν ἀ­κό­μα μα­κριά. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει ἀ­κυ­ρώ­σει αὐ­τὸ τὸ ραν­τε­βού, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε – ἀ­φο­ροῦ­σε στὸ μέλ­λον της. Τα­ξὶ δὲν περ­νοῦ­σε κα­νέ­να. Ἂν ἔ­κο­βε δρό­μο ἀ­πὸ κά­που;

         Χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτεῖ, ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴ λε­ω­φό­ρο κι ἔ­στρι­ψε σ’ ἕ­να στε­νό. Τώ­ρα σχε­δὸν ἔ­τρε­χε. Εἶ­χε τὴν κόκ­κι­νη ὀμ­πρέ­λα της προ­τε­τα­μέ­νη ἀ­μυν­τι­κά, προ­σπα­θών­τας νὰ φυ­λα­χτεῖ ἀ­πὸ τὶς ρι­πὲς τοῦ νε­ροῦ. Πι­θα­νὸν θὰ ἔ­βγαι­νε χα­μη­λὰ στὴν Ἀ­βάν­των. Ἢ μή­πως ὄ­χι; Κον­το­στά­θη­κε ἀ­πό­το­μα.

        Τί ἦ­ταν αὐ­τό; Πί­σω ἀ­πὸ τὸ δι­ά­φα­νο προ­πέ­τα­σμα τῆς βρο­χῆς τὸ στε­νὸ φαι­νό­ταν νὰ κα­τη­φο­ρί­ζει – ἤ, μή­πως, νὰ ἀ­νη­φο­ρί­ζει; Τί παι­χνί­δι τῆς ἔ­παι­ζαν τὰ μά­τια της; Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν ὅ­τι ἀ­πὸ τὴ στρο­φὴ τὸ εἶ­χε δεῖ νὰ πη­γαί­νει εὐ­θεί­α.­.. Μά, ναί: πή­γαι­νε καὶ  εὐ­θεί­α. Ἦ­ταν σὰν νὰ βρι­σκό­ταν μέ­σα σὲ μιὰ φλού, δι­πλο­τρα­βηγ­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ μιὰ δι­α­στά­σεις! 

        Δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρὰ ὑ­πῆρ­χαν χα­μη­λὰ κτί­σμα­τα, μᾶλ­λον χα­λά­σμα­τα – πε­ρί­ερ­γο, δὲ θυ­μό­ταν νὰ εἶ­χε ξα­να­πε­ρά­σει ἀ­πὸ ἐ­δῶ.

        Ἡ Σο­φί­α Λαμ­προ­πού­λου κοί­τα­ξε πά­νω ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο της, κά­νον­τας τὴ σκέ­ψη νὰ γυ­ρί­σει πί­σω, καὶ πα­νι­κο­βλή­θη­κε: Ἡ στρο­φὴ εἶ­χε χα­θεῖ τε­λεί­ως μέ­σα στὴν ὁ­μί­χλη τῆς βρο­χῆς.

        Ἔ­κα­νε μιὰ ἀ­πό­το­μη κί­νη­ση, ἔ­χα­σε τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ἔ­πε­σε στὸ ὁ­δό­στρω­μα μὲ ὅ­λο της τὸ βά­ρος καί, ξαφ­νι­κά, ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε ἀ­πὸ μιὰ μαύ­ρη τρύ­πα.

 

        Ὁ τρι­αν­τα­ο­χτά­χρο­νος Μπέν­τζα­μιν Λι­ού­ις, πε­τα­λω­τὴς στὸ ἐ­πάγ­γελ­μα, ζοῦ­σε στὸ Σέ­φιλτ τοῦ 18ου αἰ­ώ­να – καὶ ἐ­ξέ­τι­ε κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς προ­η­γού­με­νες ζω­ὲς τῆς Σο­φί­ας Λαμ­προ­πού­λου. Ἐ­πει­δὴ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν πο­λὺ με­θυ­σμέ­νος, δὲν ἔ­νι­ω­σε κα­μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη ὅ­ταν ἀν­τί­κρι­σε ξαφ­νι­κὰ μπρο­στὰ του μιὰ ἀ­ναί­σθη­τη γυ­ναί­κα μὲ βρεγ­μέ­να, πα­ρά­ξε­να (καὶ ἐ­λά­χι­στα) ροῦ­χα. Τὴν ἅρ­πα­ξε, τὴ γύ­ρι­σε μπρού­μυ­τα καὶ τὴν ἔ­σπρω­ξε βί­αι­α στὸ ὄ­νει­ρο στὸ ὁ­ποῖ­ο βυ­θί­στη­κε ἀ­μέ­σως.

        Μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ὄ­νει­ρο ἡ Σο­φί­α Λαμ­προ­πού­λου καὶ ὁ Μπέν­τζα­μιν Λι­ού­ις, μὲ μουγ­κρη­τὰ καὶ βρυ­χηθ­μούς, εἰ­σέ­δυ­σαν μα­ζὶ στὸ ὄρ­γιο μιᾶς ἀ­τέ­λει­ω­της σει­ρᾶς προ­η­γού­με­νων βί­ων: συ­νευ­ρέ­θη­καν πά­λι μὲ τὴ μά­γισ­σα Τζέ­ιν, τὸν κα­λό­γε­ρο Θαδ­δαῖ­ο, τὸν ἀλ­χη­μι­στὴ Τζορ­ντά­νι, τὸν Ἰγ­κὸρ τὸν φο­νιά, τὸν μι­κρὸ Ἄρ­νολτ ποὺ θὰ ἔ­πε­φτε στὸ πη­γά­δι, τὸν καλ­λι­γρά­φο Νου­μᾶ, τὸν ἀρ­γυ­ρα­μοι­βὸ Ἀ­ράμ, τὴ Ρο­τσου­ίν­θη τὴν ἑ­ξα­δά­κτυ­λη, τὸν τρε­λὸ Τζί­ου, τὸν ἀ­πε­λεύ­θε­ρο Λεύ­κιο, τὴν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη Ἡ­ρὼ —μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σαν πο­λὺ πο­λὺ πί­σω, σὲ ἐ­πο­χὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τὸ ἐ­γὼ ἦ­ταν ἀ­κό­μα συλ­λο­γι­κὸ καὶ μοι­ρα­ζό­ταν ἀ­νά­με­σα σὲ ὅ­λα τὰ μέ­λη τῆς φυ­λῆς— κά­τι ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξη­γή­σει (ἐν μέ­ρει), ἀ­τα­βι­στι­κά, τὸ πο­λυ­σχι­δὲς τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης.  Με­τά, προ­χω­ρών­τας ἀ­κό­μα πιὸ βα­θιὰ στὴν προ­ϊ­στο­ρί­α, μοι­ρά­στη­καν ἀ­νά­με­σα σ’ ὅ­λα τὰ ὄν­τα – ἀ­πὸ τὸ δει­νο­θή­ριο μέ­χρι τὴν ἀ­μοι­βά­δα τὴν Πρω­τέ­α. Τέ­λος, τὰ πάν­τα γύ­ρω τους βυ­θί­στη­καν σὲ ἕ­να κε­νὸ ὅ­λο ἀ­να­θυ­μιά­σεις θεί­ου καὶ ἀμ­μω­νί­ας κα­θὼς ὁ Μπέν­τζα­μιν Λι­ού­ις πέ­θαι­νε στὸν ὕ­πνο του ἀ­πὸ ἀ­νεύ­ρυ­σμα.

 

        Τὸ σῶ­μα τῆς Σο­φί­ας Λαμ­προ­πού­λου βρέ­θη­κε τὴν ἑ­πο­μέ­νη, σ’ ἕ­να οἰ­κό­πε­δο στὸ κέν­τρο τῆς Χαλ­κί­δας. Πα­ρό­λο ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χαν ἴ­χνη βί­ας, δὲν ἀ­πο­κλεί­στη­κε ἡ ἐγ­κλη­μα­τι­κὴ ἐ­νέρ­γεια. Ἡ ἔ­ρευ­να ἀ­πο­κά­λυ­ψε τὴν ἐμ­πλο­κὴ τοῦ θύ­μα­τος σὲ κά­ποι­ο κύ­κλω­μα φο­ρο­τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­φο­ρια­κῶν ὑ­παλ­λή­λων.

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση

 

Παυ­λί­να Παμ­πού­δη (Ἀ­θή­να, 1948). Ποι­ή­τρια, πε­ζο­γρά­φος καὶ με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τῆς  Ἀ­θή­νας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο:  Εἰ­ρη­νι­κά, Ἀ­θή­να, 1964 (ποί­η­ση).

 

Albert García Elena: Ἡ μεταμόρφωση

 

 

Ἀλμπὲρτ Γκαρσία Ἐλένα (Albert García Elena)

 

Ἡ με­τα­μόρ­φω­ση

(La metamorfosis)

 

ΥΠΝΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΡΩΪ ὁ Γκρεγ­κὸρ Σάμ­σα, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­νή­συ­χο ὕ­πνο, βρέ­θη­κε στὸ κρε­βά­τι του με­τα­μορ­φω­μέ­νος σὲ τε­ρα­τῶ­δες ἔν­το­μο. Μό­λις ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι εἶ­χε φτε­ρά, δὲν τὸ σκέ­φτη­κε πο­λύ, καὶ χω­ρὶς κα­θυ­στέ­ρη­ση ἔ­φυ­γε γιὰ τὴ δου­λειὰ πε­τών­τας ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, πη­δών­τας πά­νω ἀ­πὸ τὰ φα­νά­ρια καὶ τὴ Ρόν­τα Λι­το­ράλ. Οἱ προ­ϊ­στά­με­νοί του ἐ­ξε­πλά­γη­σαν τό­σο εὐ­χά­ρι­στα ἀ­πὸ τὴ συ­νέ­πειά του, ὥ­στε τὸν ἀ­να­κή­ρυ­ξα­ν Ὑ­πάλ­λη­λο τοῦ Μή­να, σὲ ἐ­πί­ση­μη τε­λε­τὴ —πα­ρου­σί­ᾳ ὅ­λης τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς του καὶ ση­μαν­τι­κῶν ἐκ­προ­σώ­πων τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς καὶ πο­λι­τι­στι­κῆς ζω­ῆς τῆς πό­λης— στὴν ὁ­ποί­α ὁ Πρό­ε­δρος αὐ­το­προ­σώ­πως τοῦ καρ­φί­τσω­σε τὸ σῆ­μα τῆς ἑ­ται­ρί­ας στὸ μέ­σο τοῦ θώ­ρα­κα, γε­γο­νὸς ποὺ τοῦ προ­κά­λε­σε τὸν ἀ­κα­ρια­ῖο θά­να­το καὶ τὸν προ­ε­τοί­μα­σε στὴν ἐν­τέ­λεια γιὰ νὰ ἐ­κτε­θεῖ σὲ κά­σα μὲ γυ­ά­λι­νο σκέ­πα­σμα, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ κα­νείς, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ συλ­λέ­κτες γνω­ρί­ζουν, ἀ­πὸ τὶς ἐν­νέ­α ὣς τὶς πέν­τε τὸ ἀ­πό­γευ­μα, Δευ­τέ­ρα ἕ­ως Πα­ρα­σκευ­ὴ καὶ τὸ πρῶ­το Σάβ­βα­το κά­θε μή­να, στὴν κύ­ρια εἴ­σο­δο τῆς ἑ­ται­ρί­ας. Μει­ω­μέ­νες τι­μὲς γιὰ γκρούπ.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α D­os V­e­c­es C­u­e­n­to. A­n­t­o­l­o­g­ía D­e M­i­c­r­o­r­r­e­l­a­t­os (ἐπ. Jo­s­e­l­u­ís G­o­n­z­á­l­ez, E­d­i­c­i­o­n­es I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­a­l­es U­n­i­v­e­r­s­i­t­a­r­i­as, M­a­d­r­id, 1998).

 

Ὁ Albert García Elena γεν­νή­θη­κε στὴ Βαρ­κε­λώ­νη. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ τὰ κα­τα­λα­νι­κά.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­σπα­νι­κά:

Ἀ­πὸ τὰ σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ Ε­ΚΕ­ΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2009-2010. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στὲς Κα­τε­ρί­να Κα­ρα­γε­ώρ­γου, Δή­μη­τρα Λαμ­πρί­δου, Εἰ­ρή­νη Μαυ­ρο­μά­ρα, Μα­ρί­α-Ἑ­λέ­νη Φλέσ­σα, Μαν­τὼ Χρή­στου, ὑ­πὸ τὴν ἐ­πο­πτεί­α τοῦ δι­δά­σκον­τα Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.