Σανφλερύ (Champfleury): Τὸ μῆλο

 

 

Σαν­φλερύ (Champfleury)

 

Τὸ μῆ­λο

 

ΟΤΕ ΒΕΒΑΙΩΘΗΚΑ πὼς τὸ πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου εἶ­χε φτά­σει. Δέν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ τὸ ἀρ­νη­θῶ, οὔ­τε νά θρη­νή­σω. Μὲ τὸ κε­φά­λι ψη­λά, ὅ­πως ται­ριά­ζει στο­ὺς πρω­τό­πλα­στους, προ­χω­ρή­σα ὣς τὸν τό­πο τῶν ἀ­παν­τή­σε­ων. Ὁ Ἑ­ω­σφό­ρος (ἀ­να­γνώ­ρι­σα τὴ φω­νή του) ρώ­τη­σε ποιά ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α μου. «Ἕ­να μῆ­λο», εἶ­πα. Ἤ­ξε­ρα πῶς νὰ τὸ δαγ­κώ­σω, ὥ­στε νὰ μὴ στα­θεῖ στὸ λαι­μό μου. Πρό­λα­βα νά ἀ­κού­σω τὴν ὀρ­γή τοῦ Θε­οῦ: μέ ἔ­δι­ω­χνε ἀ­πό τόν Πα­ρά­δει­σο, ἐ­πει­δὴ εἶ­χα ὑ­πο­κύ­ψει στό ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ Ὄ­φε­ως. Ἡ Εὔ­α μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε. Κρα­τοῦ­σε τὸ μῆ­λο της στὸ χέ­ρι της. Μοῦ τὸ πρό­σφε­ρε, ἀ­φοῦ τὸ δάγ­κω­σε καί ἔ­κο­ψε ἕ­να κομ­μά­τι. Τί ἄλ­λο εἶ­χα νὰ κά­νω; Τὸ ἀ­πό­λαυ­σα. Καί, ὣς σή­με­ρα, δὲν ἔ­χω ἀ­παν­τή­σει σὲ καμ­μί­α ἐ­ρώ­τη­ση.

  

 

Σαν­φλε­ρύ (Champfleury) (1820-1889). Ὁ Γάλ­λος Ζὺλ Φραν­σου­ὰ Φε­λὶξ Φλε­ρὺ-Ὕσ­σον, γνω­στός μὲ τὸ φι­λο­λο­γι­κό ψευ­δώ­νυ­μο Σαν­φλε­ρύ, ὑ­πῆρ­ξε ὑ­πο­στη­ρι­κτὴς τοῦ κι­νή­μα­τος τοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ στὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Γνώ­ρι­σε τὸν Μπων­τλαίρ (1843) καί, με­ρι­κοὺς μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, ἐμ­φα­νί­στη­κε ὡς τε­χνο­κρι­τι­κὸς στὴν ἔγ­κυ­ρη ἐ­φη­με­ρί­δα LArtiste. Τὸ σύν­το­μο κεί­με­νο «Τὸ μῆ­λο» εἶ­ναι ση­μεί­ω­μα ποὺ ἔ­στει­λε στὸν Μπων­τλαὶρ με­τὰ τὴν ἀ­νά­γνω­ση τῆς συλ­λο­γῆς «Τὰ Ἄν­θη τοῦ Κα­κοῦ».

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Φί­λιπ­πος Δρα­κον­τα­ει­δῆς (Χαλ­κί­δα, 1940). Πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, με­τά­φρα­ση. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸν Ὀρ­γα­νι­σμὸ Οἰ­κο­νο­μι­κῆς Συ­νερ­γα­σί­ας καὶ Ἀ­νά­πτυ­ξης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ση­μει­ώ­μα­τα 1956-1963 (Ἐκδ. Φέ­ξης, Ἀ­θή­να, 1963). Τε­λευ­ταῖ­α του: Κρε­μά­στρα (Μυ­θι­στό­ρη­μα, ἐκδ. Τό­πος, Ἀ­θή­να, 2010) καὶ Λό­γος ἐ­ρει­πί­ων (Δο­κί­μια, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Διαφημίσεις

Φίλιππος Δρακονταειδῆς: Τὸ Μέγα Πανελλήνιον (ἀπόσπασμα)

 

 

Φί­λιπ­πος Δρα­κον­τα­ει­δῆς

 

Τὸ Μέ­γα Πα­νελ­λή­νιον

(ἀ­πό­σπα­σμα)

 

ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ ἐ­ξῆλ­θεν δρο­μαί­ως ἐκ τοῦ Στρα­τη­γεί­ου του καί ἀ­νέ­κρα­ξεν: «Φᾶ­τε τους τοὺς μύ­στα­κας!» Ὡς λαί­λαψ ἐ­κι­νή­θη­σαν οἱ ὑ­πε­ρή­φα­νοι Ἕλ­λη­νες, ἐ­νώ­πιον τῶν ὁ­ποί­ων αἱ ὀ­σφύ­ες τῶν ἀ­πί­στων ἐ­κάμ­φθη­σαν καί ἐ­μα­ράν­θη­σαν. Αἱ σπά­θαι ὡς ξυ­ρά­φια τοῦ μπαρ­μπέ­ρη ἔ­τε­μνον ἀ­τά­κτως, ἀλ­λά σφο­δρῶς μύ­στα­κας καὶ ὑ­πο­γέ­νεια καὶ πᾶν τρι­χω­τόν. Σφαῖ­ρα ὅ­μως πα­ρα­τυ­χοῦ­σα ἔ­λα­βεν τὸν Μᾶρ­κον ἐξ ἀ­πή­νης, ἀ­φή­νου­σα αὐ­τὸν ἄ­πνουν καί νε­κρόν. Ἐ­γερ­θεὶς ὅ­μως ὁ ἥ­ρως, κι­νή­σας τὴν δε­ξιὰν εἰς ἔν­δει­ξιν ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ ὑ­γεί­ας καὶ φι­λο­πα­τρί­ας, δι­έ­τα­ξεν: «Κο­μί­σα­τε τὰς κε­φα­λὰς ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων ἀ­φαι­ρέ­θη­σαν οἱ μύ­στα­κες καί τά λοι­πά.» Μη­ρυ­κά­ζον­τες ἐ­πλη­σί­α­σαν οἱ πι­στοί του: ἕ­νας ἕ­κα­στος προ­σε­πά­θη νά κα­τα­πι­ῇ τὰς τρί­χας τὰς ὁ­ποί­ας με­τὰ τό­σων κό­πων εἶ­χεν εἰς τό στό­μα του.

       Ὀρ­θῶς ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­παρ­ρη­γό­που­λος πα­ρε­τή­ρη­σεν ὅ­τι οἱ Ἕλ­λη­νες κερ­δί­ζουν τρί­χας, τὰς ὁ­ποί­ας μα­σοῦν με­τὰ πλεί­στης ὅ­σης ἀ­γαλ­λι­ά­σε­ως, ἀ­πρό­σε­κτοι ὅ­τι «δὲν πᾶ­νε κά­τω, ὁ­πό­τε προ­κα­λοῦν πνιγ­μόν».

      Καὶ ὁ κύ­ριος Φαλ­με­ρά­γι­ερ ὀρ­θῶς ἐ­σχο­λί­α­σεν: «Οἱ Ἕλ­λη­νες πα­ρερ­μη­νεύ­ουν δια­ρκῶς καὶ ἀ­συ­στό­λως, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ὁ Μᾶρ­κος Μπό­τσα­ρης ἠν­νό­ει τὴν ἐν­το­λήν του με­τα­φο­ρι­κῶς. Μη­ρυ­κα­στι­κὰ ζῶ­α, κα­τα­δι­κα­σμέ­να νὰ μη­ρυ­κά­ζω­σιν ἐς ἀ­εί.»

      Ἡ­μεῖς, παι­α­νί­ζον­τες, προ­φέ­ρο­μεν ἐ­πω­δύ­νως:

      Ἡ Ἑλ­λά­δα πο­τὲ δὲν πε­θαί­νει,

      δὲν τὴν σκιά­ζει φο­βέ­ρα καμ­μιά

 

Ἀν­τι­γρα­φή ἐκ τοῦ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου τοῦ πα­τρός Ἰ­ε­ρω­νύ­μου (1824)

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Φί­λιπ­πος Δρα­κον­τα­ει­δῆς (Χαλ­κί­δα, 1940). Πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, με­τά­φρα­ση. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸν Ὀρ­γα­νι­σμὸ Οἰ­κο­νο­μι­κῆς Συ­νερ­γα­σί­ας καὶ Ἀ­νά­πτυ­ξης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ση­μει­ώ­μα­τα 1956-1963 (Ἐκδ. Φέ­ξης, Ἀ­θή­να, 1963). Τε­λευ­ταῖ­α του: Κρε­μά­στρα (Μυ­θι­στό­ρη­μα, ἐκδ. Τό­πος, Ἀ­θή­να, 2010) καὶ Λό­γος ἐ­ρει­πί­ων (Δο­κί­μια, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2010).