Günter Kunert: Ἡ κρυφὴ βιβλιοθήκη

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Ἡ κρυ­φὴ Βι­βλι­ο­θή­κη

(D­ie g­e­h­e­i­me B­i­b­l­i­o­t­h­ek)

 

Α ΑΓΡΑΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ εἶναι τὰ κα­λύ­τε­ρα», ἔ­τσι λέ­ει ἕ­νας γερ­μα­νὸς κλα­σι­κός, ἢ ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, πε­ρί­που ἔ­τσι· μί­α ἀ­ψευ­δὴς ἀ­λή­θεια πού, ὅ­πως κά­θε ἀ­λή­θεια, προ­κει­μέ­νου νὰ πεί­σει δὲν ἔ­χει χρεί­α δι­ευ­κρι­νί­σε­ων καὶ ὑ­πο­ση­μει­ώ­σε­ων. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἴ­δια ἡ δι­α­δι­κα­σί­α δεί­χνει λο­γι­κὴ καὶ εὐ­νό­η­τη: σὲ λή­θαρ­γο πρω­ὶ στὸν κῆ­πο τοῦ ποι­η­τῆ ἢ βρά­δυ πρὶν ἀ­πὸ τὴν κα­τά­κλι­ση στὸ στρῶ­μα τοῦ ποι­η­τῆ, καὶ μά­λι­στα στὴ διά­ρκεια ἑ­νὸς με­γά­λου ποι­η­τι­κοῦ τα­ξι­διοῦ μὲ τὸ τρέ­νο, ἐ­πει­δὴ ὁ ἐγ­κέ­φα­λος τοῦ ποι­η­τῆ σκέ­φτε­ται ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα, ἐ­νερ­γεῖ ἀ­δέ­σμευ­τα, ξε­φεύ­γει ἁ­πλῶς ἀ­πὸ τὸν κύ­ριό του, δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­ρά­δες, σπα­ράγ­μα­τα ποι­η­μά­των, μι­σο­ψη­μέ­νους στί­χους, ἰ­δέ­ες καὶ πε­ρι­ε­χό­με­να ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κά. Πο­τὲ δὲν θὰ γρα­φτοῦν καὶ δὲν θὰ τυ­πω­θοῦν· ἄ­βα­τον τοῖς πᾶ­σι. Τὰ ἀ­τε­λῆ ποι­ή­μα­τα, δι­α­πόν­τια μὲς στ’ ἁ­πα­λὰ κύ­μα­τα τῶν ὀ­νεί­ρων, θὰ λέ­γαν πιὸ πολ­λὰ ἀ­π’ ὅ­σα σκέ­φτον­ται, κι ἀ­π’ ὅ­σα λέ­νε τὰ βι­βλί­α τοῦ ποι­η­τῆ στὰ κα­τα­στή­μα­τα, φθαρ­μέ­να στὸ πα­λαι­ο­πω­λεῖ­ο, ἀ­φοῦ ὅ­σα δὲν γρά­φτη­καν, τὰ ἐμ­βρυ­ώ­δη, ἀ­νή­κουν ἀ­με­σό­τε­ρα στὸν ποι­η­τὴ καὶ τὸν ἀ­πο­κα­λύ­πτουν ἀ­κό­μη πιὸ ἀ­νεν­δοί­α­στα ἀ­π’ ὅ­σα ἀ­κο­νί­ζον­ται, λι­μά­ρον­ται καὶ τρο­πο­ποι­οῦν­ται, μὲ ἀλ­λοι­ω­μέ­νη τὴν μορ­φή.

         Φαν­τά­σου μιὰ Βι­βλι­ο­θή­κη μὲ τέ­τοι­α ἀ­πο­κλει­στι­κῶς βι­βλί­α ποὺ δὲν γρά­φτη­καν πο­τέ· θὰ βρι­σκό­ταν, σκέ­φτο­μαι, κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να με­γά­λο κτή­ριο ποὺ πα­ρα­πέμ­πει στὴν πε­τρω­μέ­νη γεύ­ση τῆς στρο­φῆς τοῦ αἰ­ώ­να· πρέ­πει νὰ δι­α­σχί­σεις μα­κρι­νοὺς δι­α­δρό­μους, ὥ­σπου νὰ φθά­σεις στὰ ὑ­πό­γεια μὲ τὰ ρά­φια ἀ­ρα­δια­σμέ­να σὲ γκρί­ζους, βρα­χώ­δεις τοί­χους. Ἀ­π’ τὰ τα­βά­νια κρέ­μον­ται φυ­σι­κὰ γυ­μνὲς λάμ­πες ποὺ φω­τί­ζουν ὑ­πε­βο­λι­κὰ κι ὅ­μως ἀ­φή­νου­νε στὸ μαῦ­ρο σκο­τά­δι γω­νι­ές, πα­ρα­γω­νι­ὲς καὶ δι­α­κλα­δώ­σεις. Ἐ­δῶ κα­τε­βαί­νω πό­τε-πό­τε τὰ πλη­κτι­κὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα, ὅ­ταν κλεί­νω τὰ μά­τια. Βα­δί­ζω δι­στα­κτι­κὰ κα­τὰ μῆ­κος τῶν βι­βλί­ων τρα­βών­τας ἕ­ναν τό­μο ἐ­κεῖ, ἀ­νοί­γον­τας ἀλ­λοῦ κά­ποι­α μπρο­σού­ρα: πα­ρόν­τες ἅ­παν­τες, πα­λαι­οὶ καὶ νέ­οι συγ­γρα­φεῖς: ἀ­πὸ τὸν Κά­τουλ­λο μέ­χρι τὸν Κάφ­κα. Τὰ χα­μέ­να ἐν τῇ γεν­νή­σει παι­διά τους, ἔμ­βρυ­α λο­γο­τε­χνι­κά, καρ­ποὶ ποὺ ἐ­κτρώ­θη­καν, πρό­σω­πα μι­σά, με­ρι­κὰ δί­χως χέ­ρι ἢ πό­δι, ἐ­πι­ζη­τών­τας ὡ­στό­σο τὸν οἶ­κτο μας, καὶ ἄλ­λα μὲ λα­χτά­ρα νὰ ζή­σουν χύ­νον­τας κα­ταρ­ρά­κτες τὶς λέ­ξεις, φυ­σι­ο­γνω­μί­ες σὰν τὶς τε­ρα­τό­μορ­φες ὑ­δρορ­ρο­ὲς τῆς N­o­t­re-D­a­me, κά­τι δι­α­βο­λι­κὸ ἐ­πά­νω τους, κά­τι θε­ϊ­κὸ καὶ ὠ­μὸ μα­ζί. Κι ἐν­τού­τοις, κά­θε ποὺ γύ­ρευ­α νὰ βυ­θι­στῶ σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο ἄ­γρα­φο κεί­με­νο, ἔ­νι­ω­θα μιὰν ἐ­νό­χλη­ση, τὸν ἦ­χο τοῦ κώ­δω­νος ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, κι ἐ­πέ­στρε­φα τρέ­χον­τας στὸν ἐ­πά­νω κό­σμο: τὸ ἄ­γρα­φο βι­βλί­ο τὸ ἄ­φη­να στὴν ἄ­κρη ἑ­νὸς ρα­φιοῦ, γιὰ νὰ τὸ βρῶ ξα­νὰ τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρά, ὅ­μως δὲν τὸ ἔ­βρι­σκα πιά. Μά­ται­α ἔ­ψα­χνα. Κι αὐ­τὸ μ’ ἔ­κα­νε νὰ ὑ­πο­θέ­τω, δὲν θὰ ἦ­ταν ἆ­ρα γε δυ­να­τὸν ἕ­νας ἄλ­λος ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μέ­να, κά­ποι­ος ξέ­νος, νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὴν Βι­βλι­ο­θή­κη κι αὐ­τός, χω­ρὶς νὰ μοῦ τὸ πεῖ ἢ νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ μπρο­στά μου; Μή­πως θυ­μᾶ­μαι νὰ εἶ­δα αἴφ­νης ἴ­χνη βη­μά­των στοὺς σκο­νι­σμέ­νους δι­α­δρό­μους τοῦ ὑ­πο­γεί­ου; βι­βλί­α ποὺ δὲν μπῆ­καν στὴ θέ­ση τους σω­στά; τσα­κι­σμέ­νες σε­λί­δες; μουτ­ζου­ρω­μέ­νες μὲ μο­λύ­βι ση­μει­ώ­σεις στὰ πε­ρι­θώ­ρια τῶν βι­βλί­ων; ὑ­πό­λοι­πο στά­χτης ἀ­πὸ τσι­γά­ρο; Ἢ μή­πως μοῦ ξέ­φυ­γε ὁ ἔ­λεγ­χος τῆς Βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­πως συμ­βαί­νει στοὺς ποι­η­τὲς ποὺ φυ­λᾶ­νε τὰ βι­βλί­α τους, γιὰ νὰ ἐ­λέγ­χουν τὴν πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τά τους;

        Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ἀ­πὸ δῶ κι ἐμ­πρὸς πρέ­πει νὰ εἶ­μαι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ προ­σε­κτι­κός. Πρέ­πει πά­ραυ­τα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νω ἀ­πὸ τὰ ὑ­πό­γεια ρά­φια τὴν δω­δε­κά­το­μη αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α μου, γιὰ νὰ μὴ μά­θει κα­νέ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς φαν­τα­στι­κοὺς ξέ­νους πράγ­μα­τα γιὰ μέ­να καὶ τὰ δι­α­δώ­σει κα­τὰ δύ­να­μιν. Ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι καὶ σὲ μέ­να ἄ­γνω­στα παν­τε­λῶς ὡς μή­πο­τε γε­γο­νό­τα.

 

 

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Διαφημίσεις

Günter Kunert: Μνήμη Bertolt B.

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Μνή­μη B­e­r­t­o­lt B.

(E­r­i­n­n­e­r­u­ng an B­e­r­t­o­lt B.)

 

ΚΡΙΝΙΑΡΙΚΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ. Ἄρ­ρυθ­μα κι ἀ­κα­νό­νι­στα τραν­τάγ­μα­τα τοῦ στρογ­γυ­λοῦ του κε­φα­λιοῦ: ἔν­τα­ση πρὶν ἀ­π’ τὴ μό­νι­μη ἀ­πο­γεί­ω­ση. Καὶ πί­ε­ση με­γά­λη στὴ γκρι­ζω­πὴ στο­λή του· βαλ­βί­δα ἐ­κτό­νω­σης μο­να­χι­κή: τὸ ποῦ­ρο. Μά­τια χα­ρού­με­να, λέ­ξεις βα­ρει­ές… Δυ­ὸ πα­λι­ο­πά­που­τσα δερ­μά­τι­να ποὺ πή­γαι­ναν μα­ζί του πέ­ρα-δῶ­θε. Μὲ πά­θος τὸ τί­πο­τα πι­στεύ­ον­τας. Καὶ πα­ρα­δειγ­μα­τί­ζων. Ἀ­πὸ φι­λαρ­γυ­ρί­α γεν­ναι­ό­δω­ρη. Τὴν ἀλ­λα­γὴ μο­νά­χα νὰ ἐγ­κρί­νει ὁ ἔ­σχα­τος αὐ­τὸς ἅ­γιος τῆς ἀμ­φι­βο­λί­ας, ὁ ἀ­σκη­τι­κὸς συ­βα­ρί­της, ὁ κη­ρύ­ξας τὴν ἐ­πι­στή­μη τῆς τέ­χνης καὶ τὴν τέ­χνη τῆς γνώ­σης. Με­ρι­κὲς φο­ρές: σὲ πο­λυ­θρό­να ἀ­στεί­α, ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ λι­κνί­ζε­ται, στὴ γῆ του κον­τά, στὸ ξύ­λι­νο πά­τω­μα βα­θιά· οἱ ἄλ­λοι, ἐ­μεῖς, σὲ θέ­σεις ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νες. Καὶ τὸν θαυ­μά­ζα­με. Κι αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν πιὰ ἐ­κεῖ.

 

  

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εἰκόνα: Don Coker, 4 5/8″X5 5/16″, λάδι σὲ καμβά.

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Günter Kunert: Καρυάτιδες

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Κα­ρυ­ά­τι­δες

(K­a­r­y­a­t­i­d­en)

 

ΙΚΟΣΙ ΚΙΟΛΑΣ ΧΡΟΝΙΑ ὁ κό­σμος ἔ­λε­γε γι’ αὐ­τὲς πὼς δὲν θὰ εἶ­χαν πιὰ τί­πο­τε νὰ ψά­ξουν καὶ νὰ κά­νουν στὰ σπί­τια τοῦ Βε­ρο­λί­νου: αὐ­τὲς οἱ ξέ­στη­θες κυ­ρί­ες ποὺ ἔ­κρυ­βαν τὸ τρί­χω­μα τῆς ἥ­βης πί­σω ἀ­πὸ τσι­μεν­τέ­νι­ες ρυ­τί­δες, μὲ τὸ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο πε­ρι­δε­ὲς στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης, ἀ­π’ ὅ­που τὶς εἶ­χαν ἐ­ξο­ρί­σει. Ὁ σφι­χτο­δε­μέ­νος αὐ­χέ­νας τους οὐ­δό­λως τὶς προ­στά­τευ­ε, ἔ­λε­γε ὁ κό­σμος καὶ ξα­νά­λε­γε, καὶ τὰ γε­μά­τα μπρά­τσα τους τεν­τώ­νον­ταν χω­ρὶς κα­νέ­να βά­ρος ἀ­πὸ πά­νω.

         Ὅ­ταν ὡ­στό­σο, λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, σὲ μιὰν ἀ­πὸ τὶς ἔ­σχα­τες συν­τέ­λει­ες τοῦ κό­σμου τὰ σπί­τια πυρ­πο­λή­θη­καν μέ­χρι τὰ κε­λά­ρια, οἱ σα­θρὲς προ­σό­ψεις κα­τέ­πε­σαν ἐ­ρεί­πια σω­ρός. Τὰ κε­ρα­μί­δια τι­νά­χτη­καν κομ­μά­τια κι ὅ τι ἀ­πέ­μει­νε, ἦ­ταν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ κά­ποι­α ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς φι­γοῦ­ρες νὰ προ­ε­ξέ­χει μο­να­χι­κή, οἱ μαυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὴ φω­τιὰ ὦ­μοι φορ­τώ­θη­καν ξαφ­νι­κὰ μ’ ἕ­να βά­ρος ποὺ δὲν εἶ­χε κα­νέ­να ἄλ­λο στή­ριγ­μα πα­ρὰ μο­νά­χα αὐ­τούς. Κι ἔ­τσι, ἀ­πὸ μιὰ ὕ­παρ­ξη δι­α­κο­σμη­τι­κὴ ἔ­φθα­σαν ἀ­νέλ­πι­στα στὴν παμ­πά­λαι­η ἐν­το­λή: Νὰ ση­κώ­σουν τὸν οὐ­ρα­νό.

 

 

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εἰκόνα: Βιέννη, Κοινοβούλιο. Φωτογραφία: Giovanni Dall’Orto, 2004.

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Günter Kunert: Βίβλος

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Βί­βλος

(B­i­b­el)

 

ΟΛΙΣ ΠΟΥ Ο ΑΔΑΜ ΚΑΙ Η ΕΥΑ εἶ­χαν δο­κι­μά­σει ἀ­πὸ τὸ Δέν­δρο τῆς Γνώ­σε­ως καὶ κα­τά­λα­βαν ἀ­μέ­σως σὲ τὶ θέ­ση εἶ­χαν βρε­θεῖ. Κυ­ρι­ευ­μέ­νοι ἀ­πὸ τρό­μο καὶ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἔ­σπευ­σαν δρο­μαί­ως πρὸς τὴν Πύ­λη τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ βα­στοῦ­σε σκο­πιά, ἔ­τσι ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν, Ἀρ­χάγ­γε­λος Φύ­λαξ Κυ­ρί­ου μὲ προ­τε­τα­μέ­νη τὴν πύ­ρι­νη ρομ­φαί­α. Μέ­χρι τό­τε τὸ ζεῦ­γος δὲν εἶ­χε γνω­ρί­σει τὸν θά­να­το, τώ­ρα τὸν ἔ­νι­ω­σε. Ἡ κα­τά­στα­ση αὐ­τή, τό­σο προ­βλέ­ψι­μη πλέ­ον, δὲν ἄ­φη­νε ἄλ­λο πε­ρι­θώ­ριο στὰ παι­διά τους ἀ­π’ τὸ νὰ ὑ­πο­κύ­ψουν και­ρο­σκο­πι­κὰ ἢ πα­ρα­στρα­τών­τας νὰ ἐ­πα­να­στα­τή­σουν, νὰ γί­νουν Ἄ­βελ καὶ Κά­ιν ζῶν­τες ἐ­σα­εὶ ἐν τῷ ἱ­δρῶ­τι τοῦ προ­σώ­που των, καὶ πα­ρ’ ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ πα­ρα­στα­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α ἔ­ζη­σε ἀρ­γό­τε­ρα μα­ζι­κὲς ἐ­πα­νεκ­δό­σεις καὶ ἔ­τυ­χε πλει­ό­νων, ἀ­π’ ὅ τι ἄλ­λα βι­βλί­α, ἀ­να­γνω­στῶν, δὲν ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε ἐν­τού­τοις τί­πο­τε οὐ­σι­α­στι­κὸ πα­ρὰ μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ πί­να­κες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ κα­θ’ ἑ­αυ­τὸ ἐ­ξέ­θε­σαν τὴν νί­κη τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἐ­πά­νω στὴν ἀ­λή­θεια, ἔ­τσι ὥ­στε τὸ μυ­θι­κὸ πα­ρελ­θὸν νὰ ἀ­να­μέ­νει ὅ­πως πάν­το­τε τὴν λύ­τρω­ση.

 

 

 

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εικόνα: Tamara de Lempicka (1932)

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).