Τάσος Καλούτσας: Ἡ πείνα

Kaloutsas,Tasos-IPeina-Eikona-01


 

Τά­σος Κα­λού­τσας

 


Ἡ πεί­να


 

05-Alpha-01 ΤΟΝ ΑΝΩΜΑΛΟ…», εἶ­χε πεῖ ὁ Μι­χά­λης, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη, τρέ­μον­τας ἀ­κό­μη, πα­τοῦ­σε τὰ κλά­μα­τα. Πλη­σι­ά­ζον­τας, πρό­σθε­σε: «Μὴ στε­να­χω­ρι­έ­σαι, βρὲ κου­τή· ὁ τύ­πος εἶ­ναι τοῦ χε­ριοῦ μου, μπο­ρῶ νὰ σοῦ τὸν στή­σω καρ­τέ­ρι καὶ νὰ τὸν κά­νω τσα­κω­τό· ἀρ­κεῖ νὰ μοῦ πεῖς ἐ­σὺ πό­τε θές».

 

       Ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν γε­ρὸ παι­δί, μά­θαι­νε καὶ κα­ρά­τε. Δού­λευ­αν μαζὶ σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο πα­τά­ρι, ποὺ ἡ τζα­μα­ρί­α του ἔ­βλε­πε στὶς πρα­σι­ὲς τῶν γύ­ρω πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν. Ὁ τύ­πος εἶ­χε στη­θεῖ ἀ­πέ­ναν­τι, σὲ μί­α ἀ­π’ αὐ­τές, στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δι­α­δρό­μου, ξε­γυ­μνώ­θη­κε ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ κά­τω κι ἄρ­χι­σε τὶς χει­ρο­νο­μί­ες. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ κι­ό­λας τὴν ἀ­πεί­λη­σε. Ὅλ’ αὐ­τά, λί­γο πρὶν κα­τα­φτά­σει ὁ Μι­χά­λης. Ὅ­ταν με­τὰ τὸν εἶ­δε νὰ μπαί­νει, δὲν ἄν­τε­ξε, καὶ ξέ­σπα­σε σὲ κλά­μα­τα.

 

       Πε­ρι­πέ­τεια κι αὐ­τὴ πά­λι ἡ ση­με­ρι­νή, σκε­φτό­ταν, κοι­τά­ζον­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ τζά­μι τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου. Ἦ­ταν ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ μέ­σα σὲ λί­γες μέ­ρες ποὺ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν ὁ τύ­πος – τὴν πρώ­τη εἶ­χε ξε­φυ­τρώ­σει μπρο­στά της ἀ­πὸ ‘να πα­ρά­θυ­ρο πιὸ ψη­λά. Δὲν εἶ­πε τί­πο­τα τό­τε ἀ­π’ τὴ ντρο­πή της, σὲ κα­νέ­να. Σή­με­ρα ὅ­μως φο­βή­θη­κε, ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ. Κι ἂν τὸ ἐ­πι­χει­ροῦ­σε πά­λι τ’ ἄλ­λο πρω­ί; Ἢ ἂν ἔ­κα­νε κά­τι χει­ρό­τε­ρο; Προ­τι­μοῦ­σε νὰ μὴν τὸ σκέ­φτε­ται. Στὸ Τμῆ­μα, ὅ­που τῆς συ­νέ­στη­σαν νὰ τὸ ἀ­να­φέ­ρει, τὴν ἄ­κου­σαν προ­σε­χτι­κά, ἀλ­λὰ λυ­πή­θη­καν ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ κά­νουν τί­πο­τα. Χα­ρα­κτή­ρι­σαν τὸ γε­γο­νὸς «μᾶλ­λον τυ­χαῖ­ο» καὶ τῆς τὸ δή­λω­σαν ρη­τά: κα­νέ­να προ­λη­πτι­κὸ μέ­τρο· δη­λα­δή, ἔ­πρε­πε πρῶ­τα νὰ γί­νει τὸ κα­κό, καὶ ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων… Ἀ­να­στέ­να­ξε, κά­τι τὴν πλά­κω­νε στὸ στῆ­θος· τὸ εἰ­σι­τή­ριο τό ‘­χε φτιά­ξει ἕ­να λε­πτὸ μα­σου­ρά­κι καὶ τὸ πέ­ρα­σε στὴ βέ­ρα της. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν τί θά ‘­βγαι­νε, ἄν —ὅ­πως τῆς εἶ­παν οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες— ἐπι­σκε­φτό­ταν τ’ ἀ­πό­γευ­μα μὲ τὸν ἄν­τρα της καὶ τὴν Ἀ­σφά­λεια, λὲς νά ‘­χαν ἄ­ρα­γε ἐ­κεῖ­νοι τὸν τρό­πο νὰ τὴν βο­η­θή­σουν;

 

       Πάν­τως δὲν ἦ­ταν κου­βέν­τα κι ἐ­κεί­νη ποὺ πέ­τα­ξε ὁ Μι­χά­λης λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, κά­νον­τας τά­χα πλά­κα. «Εἶ­δες;» τῆς ἔ­κα­νε, «περ­νά­ει ἀ­κό­μα ἡ μπο­γιά σου…» καὶ τὴν κοί­τα­ξε πα­ρά­ξε­να. «Νὰ μοῦ λεί­πει τέ­τοι­α μπο­γιά», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε σο­βα­ρά. Στ’ ἀ­φεν­τι­κά της εἶ­πε πὼς τό ‘­βρι­σκε πιὸ λο­γι­κὸ νὰ βά­ψουν τὴν τζα­μα­ρί­α τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου ἢ νὰ πε­ρά­σουν κουρ­τί­νες, ἐλ­πί­ζον­τας τὸ θέ­μα νὰ λή­ξει ἐ­κεῖ.

 

       Στρά­φη­κε, κα­θὼς τῆς φά­νη­κε πὼς τὸ μά­τι της πῆ­ρε μιὰ γνω­στή της. Κι αὐ­τὸς ὁ εἰ­σπρά­κτο­ρας τί σπά­νιο, ἀ­λή­θεια, ν’ ἀ­κού­ει, με­ση­με­ρι­ά­τι­κα, μου­σι­κὴ ἀ­π’ τὸ ρα­δι­ο­φω­νά­κι! Τ’ ἄ­κου­γε σι­γα­νὰ πί­σω ἀ­π’ τὴν πλά­τη της, καὶ κά­ποι­ες εἰ­κό­νες στρο­βι­λί­ζον­ταν ξαφ­νι­κὰ μὲς στὸ μυα­λό της. «Χρί­στο, βάλς…». Τοῦ ‘­χε κό­ψει τὸ δρό­μο, κα­θὼς ἔ­στρι­βε νὰ χω­θεῖ στὴν του­α­λέ­τα. Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ τὸ χο­ρέ­ψουν, ἀλ­λὰ τὴν πα­ρα­μέ­ρι­σε βι­α­στι­κὰ καὶ κλει­δώ­θη­κε μέ­σα. Ἔ­πια­σε τό­τε νὰ τὸ χο­ρέ­ψει μὲ τὸ γιό τους. «Ἄ­σ’ τα τὰ μαλ­λά­κια σου…» τι­τί­βι­ζε κι ὁ μι­κρός. Λὲς κι εἶ­χε πε­ρά­σει αἰ­ώ­νας ποὺ χό­ρε­ψαν οἱ δυ­ό τους, γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Ἦ­ταν χτές, τὸ ἀ­πό­γευ­μα.

 

       Στὴ στά­ση, τὸ βλέμ­μα της τρύ­πω­σε στὸ ἀ­πέ­ναν­τι ἑ­στι­α­τό­ριο. Ἕ­νας ἄν­τρας, κα­μιὰ σα­ραν­τα­ριὰ χρο­νῶ, προ­φα­νῶς οἰ­κο­δό­μος, κα­θό­ταν μό­νος του σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι κι ἔ­τρω­γε μὲ βου­λι­μί­α. Τῆς ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ὁ τρό­πος ποὺ κα­τέ­βα­ζε τὶς μπου­κι­ές. Δὲ σή­κω­νε κε­φά­λι ἀ­π’ τὸ πιά­το, καὶ γέ­μι­ζε τὸ κου­τά­λι του καὶ μὲ τ’ ἄλ­λο χέ­ρι.

 

       «Μαῦ­ρο μπου­φάν, ἀ­νοι­χτὸ γα­λά­ζιο παν­τε­λό­νι…» ξα­να­σκέ­φτη­κε, ἀλ­λὰ τὸ πρό­σω­πό του δὲν τό ‘­δε κα­θα­ρά, για­τί φρόν­τι­ζε νὰ τὸ κρύ­βει στὸ πλα­ϊ­νὸ τοί­χω­μα τοῦ πα­ρά­θυ­ρου. Ἴ­σως με­λα­χρι­νός. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­κεί­νη ἄλ­λα­ζε, φο­ρών­τας τὰ ροῦ­χα τῆς δου­λειᾶς. Κι ἂν ἔ­χει ξα­να­γί­νει πολ­λὲς φο­ρές, χω­ρὶς ἡ ἴ­δια νὰ τό ‘­χε πά­ρει χαμ­πά­ρι; Πάν­τως ἀ­πο­ροῦ­σε καὶ μὲ τὸ θάρ­ρος της, νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴ δι­πλα­νὴ πόρ­τα καὶ νὰ τοῦ μι­λή­σει. «Ἐν­τά­ξει εἶ­σαι τώ­ρα; Ἱ­κα­νο­ποι­ή­θη­κες;» τοῦ φώ­να­ξε. Καὶ τό­τε τὸν ἄ­κου­σε μὲ πνι­χτὴ φω­νή, σὰν πλη­γω­μέ­νου σκύ­λου, νὰ τὴν ἀ­πει­λεῖ.

 

       Κα­τέ­βη­κε κι ἔ­κα­νε τὸ γύ­ρο τοῦ τε­τρα­γώ­νου γιὰ τὸ σπί­τι της. Στὸ στε­νό, στὶς προ­θῆ­κες τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, τὸ μά­τι της ἔ­πε­σε σὲ μιὰ μι­σο­σκε­πα­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α γυ­ναί­κας – «αὐ­στη­ρῶς ἀ­κα­τάλ­λη­λον», ἔ­γρα­φε πά­νω. Κα­θὼς ἀ­νέ­βαι­νε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα μὲ τὸ ἀ­σαν­σέρ, σκε­φτό­ταν: «τί βλέ­πουν οἱ ἀν­θρω­ποι – τί νὰ σοῦ κά­νουν με­τά…». Καὶ τὴ στιγ­μὴ ποὺ γύ­ρι­ζε τὸ κλει­δί: «Καὶ τί φαν­τά­ζον­ται τά­χα πὼς θὰ βγεῖ, ἅ­μα σ’ τὸ δεί­ξουν; Ἄχ, μυα­λό…» καὶ ἔ­νι­ω­θε γιὰ ὅ­λους μιὰ με­γά­λη λύ­πη.

 

       «Γειά σου, ἀ­γα­πού­λα», τὴν ὑ­πο­δέ­χτη­κε ὁ Χρί­στος. Πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κε. Λι­γά­κι εἰ­ρω­νι­κός, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ τῆς ἄ­ρε­σε. Ξαφ­νι­κὰ τῆς ἦρ­θε νὰ ὁρ­μή­σει στὴν ἀγ­κα­λιά του καὶ ν’ ἀρ­χί­σει νὰ τοῦ τὰ λέ­ει ὅ­λα μὲ τὸ νὶ καὶ μὲ τὸ σίγ­μα. Κρα­τή­θη­κε ὅ­μως. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἔ­παι­ζε στὸ δω­μά­τιο. Μπῆ­κε στὴν κου­ζί­να καὶ τὸν εἶ­δε. Εἶ­χε φτιά­ξει μιὰ πε­ρι­ποι­η­μέ­νη πι­κάν­τι­κη σα­λά­τα, ζέ­σται­νε τὸ φα­γη­τὸ καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Με­τὰ θυ­μή­θη­κε, ἦ­ταν κι ἡ μέ­ρα τῆς πλη­ρω­μῆς του, σή­με­ρα.

 

       Πέ­ρα­σε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρη νὰ γδυ­θεῖ, κι ἤ­θε­λε ν’ ἀ­να­πνεύ­σει τὸν ἀ­έ­ρα ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ μέ­σα, νὰ νι­ώ­σει τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ σπι­τιοῦ της. Ὅ­λη μέ­ρα μέ­σα σ’ ἐ­κεί­νη τὴν τρύ­πα ρου­φοῦ­σε τὴ σκό­νη καὶ τὸ κα­κὸ ἀ­π’ τὶς ψά­θες ποὺ δού­λευ­ε. Ξα­να­πῆ­γε στὴν κου­ζί­να, ἔ­σκυ­ψε μα­ζί του πά­νω ἀ­π’ τὶς κα­τσα­ρό­λες, κι ἄρ­χι­σαν ν’ ἀγ­γί­ζον­ται ρά­χη μὲ ρά­χη καὶ νὰ σκουν­τι­οῦν­ται γε­λών­τας καὶ τσιμ­πο­λο­γών­τας τὰ φα­γη­τά – κι ὅ­λα τ’ ἄλ­λα τ’ ἄ­φη­σε γιὰ με­τά.

 

       Ἔ­τσι σὲ λί­γο, ἀ­φοῦ στρώ­σα­νε τὸ τρα­πέ­ζι, ἡ φό­ρα τους εἶ­χε σχε­δὸν κο­πεῖ. Τὸ πράγ­μα φά­νη­κε κα­λύ­τε­ρα με­τὰ τὶς πρῶ­τες λαί­μαρ­γες μπου­κι­ές. Τὰ φα­σό­λια, λὲς κι εἶ­χαν χά­σει κά­θε γεύ­ση, σκά­λω­σαν στὸ λαι­μό τους. Ἔ­κα­ναν μιὰ παύ­ση.

 

       «Ξέ­ρεις κά­τι», εἶ­πε αὐ­τὸς σι­γά, σὰν νὰ ντρε­πό­ταν, «τὸ πρό­βλη­μά μας εἶ­ναι, μοῦ φαί­νε­ται, ὅ­τι δὲν πει­νᾶ­με ἀρ­κε­τά».

 

       Καὶ φυ­σι­κὰ ἦ­ταν ντρο­πή, ἰ­δί­ως ἂν ἔ­κα­νες κά­ποι­ες συγ­κρί­σεις. Ἐ­κεί­νη θυ­μή­θη­κε καὶ τὸν οἰ­κο­δό­μο, νὰ κα­τα­βρο­χθί­ζει χω­ρὶς τε­λει­ω­μό. «Εἶ­ναι, λοι­πόν, φο­βε­ρὸ νὰ κό­βε­ται ξαφ­νι­κὰ ἡ πεί­να σου…, ἡ πεί­να», συλ­λο­γί­στη­κε μὲ δέ­ος, βλέ­πον­τας τὴ σκέ­ψη της ν’ ἀ­πο­χτᾶ ἀ­πί­θα­νες προ­ε­κτά­σεις στὸ μυα­λό της.

 

       «Δὲν εἶ­ναι μό­νο αὐ­τό…» ἄρ­χι­σε νὰ λέ­ει, μὰ κον­το­στά­θη­κε, κα­θὼς στ’ αὐ­τιά της ἔ­φτα­ναν οἱ πα­ρά­ξε­νοι ἦ­χοι ἑ­νὸς πα­ρά­φω­νου βάλς.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πηγή: Τὸ κελεπούρι καὶ ἄλλα διηγήματα (ἐκδ. Διαγώνιος, 1987).

 

 

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).

 


			

Τάσος Καλούτσας: «Σὰρξ ἐκ σαρκὸς τῆς γε­νέ­θλι­ας πόλεως…»

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(StoBathosISynagogiMonastirioton)

.

Τάσος Καλούτσας

.

«Σὰρξ ἐκ σαρ­κὸς τῆς γενέθλιας πόλεως…»

(Ἀ. Νάρ, Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 85)

.

06-OmikronΑΛΜΠΕΡΤΟΣ ΝΑΡ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ὁ­μο­τέ­χνος καὶ συ­νο­δοι­πό­ρος ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον ἐ­κλε­κτοὺς καὶ ἀ­γα­πη­τούς. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι πρω­το­δι­ά­βα­σα πε­ζο­γρα­φι­κὸ κεί­με­νό του, μὲ τὸν τί­τλο «Ἐ­πει­σό­διο», στὸ περ. Πα­ρα­φυά­δα, τὸ 1986. Ἀ­κο­λού­θη­σαν κι ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἡ συλ­λο­γὴ Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1991, ἀ­πὸ τὰ Τρα­μά­κια. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως χά­ρη­κα ὅ­ταν ὁ ἐκ­δό­της Γ. Δου­βί­τσας, ποὺ δι­έ­θε­τε ὀ­ξύ­τα­τη ὄ­σφρη­ση στὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη νέ­ων τα­λαν­τού­χων πε­ζο­γρά­φων, τὸν ὑ­πο­δέ­χτη­κε στὶς τά­ξεις τῆς Νε­φέ­λης, γιὰ νὰ τοῦ τυ­πώ­σει καὶ μιὰ και­νούρ­για συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, τὸ 1999. Ἔ­τσι, μέ­σα στὴ δε­κα­ε­τί­α, σφρα­γί­στη­κε ἡ λο­γο­τε­χνί­α μας ἀ­πὸ τὴν ποι­ο­τι­κὴ γρα­φὴ αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων (συ­νο­λι­κὰ 29 καὶ στὰ δύ­ο βι­βλί­α), ποὺ κο­μί­ζουν μιὰ φρέ­σκια αἰ­σθαν­τι­κὴ αὔ­ρα στὴ δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α τῆς πό­λης μας, ἐ­νῶ συ­νά­μα ἐμ­πλου­τί­ζουν τὸ ἦ­θος καὶ τὴ θε­μα­το­γρα­φί­α της.

           «Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον» ἐν­τό­πι­σε ἡ κρι­τι­κὴ στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κα­τά­θε­ση τοῦ Ἀ. Νὰρ τὸ 1997 (χρο­νιὰ τῆς ἐ­πα­νέκ­δο­σης τοῦ πρώ­του του βι­βλί­ου ἀ­πὸ τὴ Νε­φέ­λη): «Ὁ μο­να­δι­κὸς πε­ζο­γρά­φος μας, ἀ­π’ ὅ­σο γνω­ρί­ζου­με, ποὺ θε­μα­το­γρα­φι­κὰ κα­τα­γί­νε­ται μὲ τοὺς Ἑλ­λη­νο­ε­βραί­ους τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης… Μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­πι­μέ­ρους συμ­βάν­τα, προ­σπα­θεῖ νὰ συλ­λά­βει τὸ συλ­λο­γι­κὸ πρό­σω­πο καὶ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη ψυ­χο­σύν­θε­ση τοῦ Θεσ­σα­λο­νι­κιοῦ Ἑ­βραί­ου, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους δί­νει ἐν­δι­α­φέ­ρον­τες καρ­πούς.»(1) Πράγ­μα­τι, ἡ δι­ά­θε­ση ψη­λά­φη­σης τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς δι­α­δρο­μῆς τῶν φυ­λε­τι­κὰ ὁ­μοί­ων του, ἡ ἐ­ξαρ­χῆς συ­ναί­σθη­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α-ἀ­φη­γη­τῆ ὅ­τι εἶ­ναι «ὁ γό­νος ὁ στερ­νὸς μιᾶς προ­σφυ­γιᾶς ποὺ ἄ­ρα­ξε στὸν τό­πο αὐ­τό, μὲ τὴν ψυ­χὴ στὸ στό­μα» (Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 76), ἡ βού­λη­σή του νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴν προ­σω­πι­κή του ταυ­τό­τη­τα στὸ τώ­ρα μὲ τὴ βο­ή­θεια μιᾶς μνή­μης ποὺ γρη­γο­ρεῖ, ἀ­να­κα­λών­τας σὲ μιὰ εὐ­ρύ­τε­ρη προ­ο­πτι­κὴ χρό­νου εὐ­τυ­χι­σμέ­να στιγ­μι­ό­τυ­πα ἀλ­λὰ καὶ ὧ­ρες βα­ρι­ὲς ἀ­πὸ μαύ­ρους και­ρούς, ἡ ἀ­γά­πη του τέ­λος στὰ ὅ­ρια τῆς λα­τρεί­ας γιὰ τὴν πό­λη του καὶ ἡ προ­σπά­θειά του νὰ προσ­δι­ο­ρί­σει τὴν «ἀ­πὸ αἰ­ώ­νων» σχέ­ση του μα­ζί της, ἀ­πο­τε­λοῦν ἐν σπέρ­μα­τι συγ­γρα­φι­κὰ ζη­τού­με­να, ἀ­πὸ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση ἤ­δη τοῦ πρώ­του ἀ­ξι­ό­λο­γου κει­μέ­νου του μὲ τί­τλο «Ἡ πό­λη μου οἱ ρί­ζες μου» (περ. Τὸ Δέν­τρο, Δεκ.1985-Ἰ­άν. 1986).

           Κα­τὰ βά­ση, λοι­πόν, ὁ Νὰρ ἀντλεῖ τὸ ὑ­λι­κό του ἀ­πὸ τὸ βι­ω­μα­τι­κό του ὑ­πό­στρω­μα καὶ συ­χνὰ δὲν δι­στά­ζει νὰ φα­νε­ρώ­σει ἄ­με­σα τὸν αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό του πυ­ρή­να. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, μὲ τὴν ἀ­το­μι­κὴ ἱ­στο­ρί­α, ὑ­φαί­νε­ται στὸ φόν­το μὲ τρό­πο πει­στι­κό, ἄλ­λο­τε ὡς μύ­θος καὶ ἄλ­λο­τε ὡς δρα­μα­τι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς φυ­λε­τι­κῆς συλ­λο­γι­κό­τη­τας, για­τὶ τὸ ὕ­φος τῆς ἀ­φή­γη­σης —γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο τό­σο τα­πει­νὰ ἐκ­φρά­ζει τὴν ἀ­μη­χα­νί­α του ὁ συγ­γρα­φέ­ας(2)— συν­δυά­ζει μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τό­σο τὴν ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ ρε­α­λι­στι­κὴ δι­α­πραγ­μά­τευ­ση ὅ­σο καὶ τὴν ποι­η­τι­κὴ-συ­νειρ­μι­κὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς γρα­φῆς, ποὺ βο­η­θά­ει τὴ φαν­τα­σί­α του ν’ ἀ­πογει­ώ­νε­ται, ἀ­να­πλω­ρί­ζον­τας δρα­στι­κὰ μέ­σα στὸ χῶ­ρο καὶ τὸ χρό­νο.

           Γε­νι­κὰ ἡ σχέ­ση πα­ρελ­θόν­τος-πα­ρόν­τος μὲ κεν­τρι­κὸ ἄ­ξο­να τὴν πό­λη καὶ τὸ ἔμ­ψυ­χο δυ­να­μι­κό της (ἂς ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με πὼς ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐκ­προ­σω­πεῖ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρες καὶ ἀκ­μαι­ό­τε­ρες ὁ­μά­δες πλη­θυ­σμοῦ ποὺ ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν καὶ ἀ­να­πτύ­χθη­καν ἐ­δῶ, πο­λι­τι­σμι­κὰ καὶ οἰ­κο­νο­μι­κά, κυ­ρί­ως με­τὰ τὰ μέ­σα του 14ου αἰ.) εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ βα­σι­κό­τε­ρα θέ­μα­τα ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ προ­σεγ­γί­σει ἀ­πὸ ποι­κί­λες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες. Θὰ ἔ­λε­γα μά­λι­στα πὼς ἡ στα­θε­ρὴ πα­ρου­σί­α τῆς πό­λης κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὸν ἐμ­ψυ­χώ­νει στὸ ἔρ­γο του. Ὅ­πως γρά­φει κά­που «Μιὰ μέ­ρα… οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ ἀ­φα­νί­στη­καν στὶς δί­νες, στὶς δια­ρκεῖς ἐ­ναλ­λα­γὲς τῶν και­ρῶν, δὲν θὰ ὑ­πάρ­χουν. Ἀ­νάλ­γη­τη ἡ λή­θη θὰ τοὺς ἰ­σο­πε­δώ­νει. Ὅ­μως ἡ πό­λη θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἐ­δῶ, μὲ τὶς ἀ­πύθ­με­νες μνῆ­μες της, προ­σφε­ρό­με­νη γιὰ δι­ο­λι­σθή­σεις στὸ χῶ­ρο καὶ στὸ χρό­νο»(3). Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ μοι­ραί­α δι­α­πί­στω­ση πὼς «ὅ­λα χλο­μιά­ζουν σι­γὰ σι­γὰ καὶ πᾶ­νε ὁ­ρι­στι­κὰ νὰ σβή­σουν», πέ­ρα ἀ­π’ τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἀ­κό­μα « καὶ οἱ σχέ­σεις καὶ οἱ δε­σμοὶ ἐκ­φυ­λί­ζον­ται» φαί­νε­ται πὼς «οἱ μνῆ­μες εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτα δε­μέ­νες μὲ τοὺς συγ­κε­κρι­μέ­νους χώ­ρους» (τῆς πό­λης). Ὅ­σο ζεῖς καὶ κυ­κλο­φο­ρεῖς ἐ­κεῖ τὶς συν­τη­ρεῖς. Ὅ­ταν ἀ­πο­μα­κρύ­νε­σαι χά­νε­ται ἡ συγ­κί­νη­ση»(4). Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ χά­θη­καν δι­α­τη­ρεῖ μιὰ πί­στη μελ­λον­τι­κῆς ἀ­νά­στα­σής τους. Πι­θα­νό­τα­τα λό­γω καὶ τῆς ἐ­νο­ρα­τι­κῆς ἱ­κα­νό­τη­τάς του ὡς δη­μι­ουρ­γοῦ, μπο­ρεῖ κι­ό­λας νὰ τοὺς δι­α­κρί­νει μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ἢ καὶ νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­νά­με­σά τους: «Τὰ ξέ­ρω ἐ­γὼ αὐ­τά, τὰ με­λε­τῶ… Κι ἀ­κό­μα ξέ­ρω πὼς ὅ­λα ὅ­σα σή­με­ρα μὲ δυ­να­στεύ­ουν δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἀ­μυ­χὲς στὴν ἐ­πι­δερ­μί­δα τῆς μνή­μης…Γι’ αὐ­τὸ κά­θε φο­ρὰ ποὺ προ­σεγ­γί­ζω αὐ­τὴ τὴν πό­λη εἴ­τε μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­θνι­κὲς ὁ­δοὺς εἴ­τε ἀ­πὸ σταθ­μοὺς σι­δη­ρο­δρό­μων καὶ ἀ­ε­ρο­δρό­μια, ἀλ­λὰ πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ τῆς θά­λασ­σας νι­ώ­θω πὼς κά­ποι­ες σκι­ὲς ἀ­γα­πη­μέ­νες μὲ ὑ­πο­δέ­χον­ται καὶ μὲ πα­ρα­στέ­κουν καὶ δὲν μὲ ἀ­πο­χω­ρί­ζον­ται. Καὶ τό­τε κλεί­νω τὰ μά­τια μου καὶ ἐκ τῆς τέ­φρας μου ἀ­να­γεν­νῶ­μαι, μέ­σα ἀ­πὸ νε­φέ­λες ἄλ­λων εὐ­τυ­χι­σμέ­νων και­ρῶν.»(5)

            Εὔ­κο­λα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται κα­νεὶς ὅ­τι ἡ με­γά­λη το­μή, τὸ ὅ­ριο ποὺ ση­μα­δεύ­ει τὸ ἔρ­γο τοῦ Νὰρ εἶ­ναι πρώ­τι­στa τὰ δει­νὰ ποὺ ὑ­πέ­στη­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς φυ­λῆς του ἀ­πὸ τοὺς Να­ζὶ στὴ διάρκεια τοῦ Πο­λέ­μου. Εἶ­ναι γνω­στὲς ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες κι­ό­λας μέ­ρες τοῦ 1941 οἱ ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις, οἱ φυ­λα­κί­σεις, οἱ λε­η­λα­σί­ες καὶ οἱ κα­τα­σχέ­σεις, οἱ κα­τα­στρο­φὲς καὶ ἀ­πε­ρί­γρα­πτες τα­πει­νώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­βλή­θη­καν. Στὶς 15/03/1943 ἀ­να­χω­ρεῖ ὁ πρῶ­τος συρ­μὸς μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὰ στρα­τό­πε­δα τοῦ θα­νά­του Ἄ­ου­σβιτς-Μπι­ρ­κε­νά­ου. Μέ­χρι τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1943 θὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν ἄλ­λες 18 ἀ­πο­στο­λὲς ποὺ θὰ τοὺς με­τα­φέ­ρουν ὅ­λους σχε­δὸν στὸν τό­πο τῆς ἐ­ξόν­τω­σης. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι «οἱ μαῦ­ροι και­ροὶ τῶν ἑρ­μη­τι­κῶν βα­γο­νι­ῶν καὶ τῶν κί­τρι­νων ἄ­στρων», ὅ­πως γρά­φει ὁ Νάρ, ποὺ θὰ ὁ­δη­γή­σουν στὸν ἀ­φα­νι­σμὸ τοῦ 96% πε­ρί­που τῶν με­λῶν τῆς Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κῆς κοι­νό­τη­τας τῆς πό­λης. Εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ δι­α­κό­πη­κε ἡ ἤ­ρε­μη ρο­ὴ τῶν εὐ­τυ­χι­σμέ­νων γε­γο­νό­των κι ἐ­πῆλ­θε ἡ ρή­ξη στὸ χρό­νο· «συν­τε­λέ­στη­κε ἡ ὑ­πέρ­τα­τη Ὕ­βρις» γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ ἀ­φη­γη­τὴς δι­και­οῦ­ται ν’ ἀ­να­ζη­τᾶ ἐ­φε­ξῆς ἐ­να­γώ­νια «τὸ ὅ­ρα­μα τῆς ὑ­πέρ­τα­της κά­θαρ­σης»(6).

            Ἀ­πὸ τὸν Μά­ι­ο τοῦ 1945 ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­φθά­νουν στα­δια­κὰ οἱ δι­α­σω­θέν­τες ἀ­πὸ τὰ κρε­μα­τό­ρια. Εἶ­ναι οἱ ἐ­πι­στρέ­ψαν­τες ἀ­πὸ τὴν «ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τη κα­τα­στρο­φή». Γρά­φει ὁ Νάρ: «Ὅ­ταν φά­νη­κε ἐ­πι­τέ­λους ὁ πρῶ­τος ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς ξε­ρι­ζω­μέ­νους φά­γα­νε τὸν κό­σμο νὰ τὸν πε­τύ­χου­νε κι ἔ­πε­σαν πά­νω του δι­ψών­τας νὰ μά­θουν. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­δει­χνε κου­ρα­σμέ­νος κι ἀ­πό­το­μος… (Λί­γο οὖ­ζο τοῦ λύ­νει τὴ γλώσ­σα). Κι ἀ­να­τρί­χια­σαν ὅ­λοι κα­θὼς τοὺς μί­λη­σε γιὰ τὸ φρι­κι­α­στι­κὸ τα­ξί­δι καὶ τοὺς ἔ­δει­ξε τὸν ἀ­ριθ­μὸ ποὺ τοῦ μαρ­κά­ρι­ζε τὸ μπρά­τσο καὶ θυ­μή­θη­κε καὶ τὶς ρι­γω­τὲς στο­λὲς καὶ τὰ βα­ριὰ τὰ κά­τερ­γα καὶ τοὺς φούρ­νους ποὺ ἀ­φά­νι­ζαν ἀν­θρώ­πους νύ­χτα μέ­ρα… (Ὅ­σοι τὸν ἀ­κοῦν ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ τὸν πι­στέ­ψουν)… Σᾶς τό ‘πα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ πὼς δύ­σκο­λα θὰ χω­ρέ­σουν στὸ μυα­λό σας αὐ­τά… Κι αὔ­ριο θὰ τὸ δεῖ­τε ποὺ θὰ τὰ γρά­ψου­νε μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ θὰ τὰ δεί­ξου­νε καὶ στὸ σι­νε­μά…­» («Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖο», σ. 19.) Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ ἔ­χουν βι­ώ­σει τὸν τρό­μο τό­σο βα­θιὰ στὸ πε­τσί τους ποὺ θε­ω­ροῦν ὅ­τι ἀ­κό­μα κι ὁ Ἐμ­φύ­λιος ὑ­πῆρ­ξε «ἕ­να τί­πο­τα» μπρο­στὰ στὴ δι­κή τους δο­κι­μα­σί­α. Ἡ ἀ­νεί­πω­τη φρί­κη με­τα­δί­δε­ται ἔμ­με­σα κι ἀ­πὸ τὴν ἀ­φή­γη­ση ἑ­νὸς ἄλ­λου «κα­τὰ τύ­χη» ἐ­πι­ζῶν­τος, τοῦ Σο­λο­μὼν Ροῦσ­σο στὴ συ­ζή­τη­σή του μὲ τὸν ποι­η­τὴ Γ.Θ. Βα­φό­που­λο. Οὔ­τε οἱ ἴ­διοι οἱ γο­νεῖς δὲν ἀν­τέ­χουν νὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν στὰ παι­διά τους τὰ φρι­χτὰ γε­γο­νό­τα. Ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους τὸ παίρ­νουν ἀ­πό­φα­ση, ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ποὺ τὰ μα­θαί­νει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νι­ώ­θει σὰν νὰ ξα­νοί­γε­ται μπρο­στά του ἕ­να χά­σμα: «Αὐ­τή, λοι­πόν, ἦ­ταν ἡ δι­α­φο­ρά του.» Κι ἔ­πρε­πε νὰ φτά­σει στὰ πρό­θυ­ρα τῆς ἐ­φη­βεί­ας γιὰ νὰ τὴ νιώ­σει»(7).

            Γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α-ἀ­φη­γη­τή, ἄ­με­σο ἀ­πό­γο­νο τῆς βα­σα­νι­σμέ­νης γε­νιᾶς, τέ­κνο «μαρ­κα­ρι­σμέ­νων» —τοῦ 115210 καὶ τῆς 40041 (σ. 138)— τὸ Ὁ­λο­καύ­τω­μα καὶ ὁ ὀ­δυ­νη­ρὸς ἀ­πό­η­χός του στὶς ψυ­χὲς καὶ στὰ σώ­μα­τα ὅ­σων ἀ­πὸ τοὺς δι­κούς του στά­θη­καν τυ­χε­ροὶ καὶ δὲν «τοὺς πῆ­ραν κα­ρά­βια μὲ μαῦ­ρα πα­νιὰ» ἀλ­λὰ ὁ θρῆ­νος τους δὲν ἔ­πα­ψε ἔ­κτο­τε νὰ πλη­γώ­νει τὸν τό­πο, χώ­ρια τὰ ζό­ρια ποὺ τρα­βή­ξα­νε γιὰ νὰ ξα­να­πα­τή­σουν ὄρ­θιοι στὰ πό­δια τους, γί­νον­ται ἀ­φορ­μὴ γιὰ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ πιὸ σπα­ρα­κτι­κὰ καὶ συ­νά­μα τρυ­φε­ρὰ δι­η­γή­μα­τα: «Ἐ­πει­σό­διο», «Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο», «Σπα­ράγ­μα­τα», «Συ­να­ξά­ρι τῆς Ἀ­δέ­λας καὶ τοῦ Μο­ρίς», «Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους», «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο», «Μπρο­στὰ σὲ μιὰ πα­λιὰ φω­το­γρα­φί­α», «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», «Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός». Ὅ­μως στὴν πε­ρί­πτω­σή του, οἱ μνῆ­μες —ποὺ «μπλέ­κουν σὰν πε­το­νι­ές», ἔ­στω κι ἂν ἡ πό­λη εἶ­ναι «τό­σο σκλη­ρὴ γιὰ ὅ­σους ἐ­πι­μέ­νουν νὰ θυ­μοῦν­ται» («Ἡ πό­λη μου οἱ ρί­ζες μου», σ. 80)— ἀ­φο­ροῦν ὄ­χι μο­νά­χα τοὺς ζων­τα­νοὺς ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νους ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά: «Οἱ φυ­σι­ο­γνω­μί­ες ποὺ δὲν τὶς γνώ­ρι­σες. Καὶ τὶς ἀ­να­βι­ώ­νεις τώ­ρα κα­τὰ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες σου, σὰ νὰ ἀ­σκεῖ­σαι σὲ τα­ξί­μι μα­κρό­συρ­το καὶ πα­ρα­πο­νι­ά­ρι­κο. Καὶ τὶς ἀ­να­βι­ώ­νεις μὲ τὶς περ­γα­μη­νές τους καὶ τοὺς τί­τλους τους, ποὺ εἶ­ναι καὶ δι­κοί σου.» («Μπρο­στὰ σὲ μιὰ πα­λιὰ φω­το­γρα­φί­α», σ. 38.) Σὰν σὲ ἀν­τί­στι­ξη συν­τη­ρεῖ καὶ ἀ­να­σταί­νει τὰ κομ­μά­τια μιᾶς «ἄλ­λης ἀ­γα­πη­μέ­νης ζω­ῆς» ποὺ ζῆ­σαν στὸ γε­νέ­θλιο τό­πο κι ὁ ἴ­διος δὲν πρό­λα­βε. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, σὲ κεί­με­να ὅ­πως τὸ «Ἄ­σμα ἀ­σμά­των» ἢ «Οἱ σα­ράν­τα καὶ ἡ Ἐ­στρέ­α» ζων­τα­νεύ­ουν σκη­νὲς ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­κὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ τὶς χα­ρα­κτη­ρί­ζει ποι­η­τι­κὴ χροι­ὰ πα­ρα­μυ­θιοῦ, χω­ρὶς νὰ λεί­πουν καὶ κά­ποι­ες τρα­γι­κὲς νό­τες. Νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἡ μα­γι­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ ἐ­πι­μέ­νει ν’ ἀγ­γί­ζει τοὺς ἥ­ρω­ες τοῦ Νάρ, ἀ­κό­μα καὶ στὶς πιὸ δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις ποὺ βι­ώ­νουν: «Τε­λι­κὰ δὲ βρέ­θη­κε πα­ρὰ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο, λί­γο πα­ρα­πά­νω, ποὺ γειτ­νί­α­ζε ἄ­με­σα μὲ τὴν ἀ­πο­χέ­τευ­ση. Στρα­τι­ὲς πον­τι­κῶν μᾶς κα­τέ­κλυ­ζαν. Καὶ ἀ­να­ζή­τη­σα συ­χνὰ τὸν τύ­πο μὲ τὴ μα­γι­κὴ φλο­γέ­ρα νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ καὶ τὰ πον­τί­κια νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σουν, ὅ­πως στὸ πα­ρα­μύ­θι.»(8)

            Ἀ­πὸ τὶς συλ­λο­γὲς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­που­σιά­ζουν καὶ οἱ ἱ­στο­ρί­ες κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, μιᾶς καὶ ὁ Νὰρ γνω­ρί­ζει σὲ βά­θος τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ κοι­νω­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὰ προ­βλή­μα­τά της. Με­ρι­κὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ ἀ­φο­ροῦν κυ­ρί­ως νε­α­νι­κὲς ἐμ­πει­ρί­ες καὶ πε­ρι­πέ­τει­ες τῶν ἡ­ρώ­ων, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς μου­σι­κοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος, ἑ­νὸς ἀ­θλη­τι­κοῦ ἀ­γώ­να ἢ μιᾶς συ­ναρ­πα­στι­κῆς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς ται­νί­ας, πε­ρι­γρά­φον­ται μὲ χι­οῦ­μορ ποὺ φτά­νει στὰ ὅ­ρια τοῦ αὐ­το­σαρ­κα­σμοῦ. Σὲ ἄλ­λα μᾶς δί­νον­ται ἐμ­πει­ρί­ες ἀ­πὸ τὸ στρα­τὸ (μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α τῆς ἐ­πι­στρά­τευ­σης τοῦ 1974) ἢ ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο (λό­γω μιᾶς εἰ­σα­γω­γῆς γιὰ ἐ­ξε­τά­σεις). Δι­η­γή­μα­τα ἐ­ξάλ­λου ὅ­πως «Τὸ δι­κό μας Μαν­χά­ταν» ξαφ­νιά­ζουν μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς φαν­τα­σί­ας καὶ τὴν πρω­το­τυ­πί­α τους, ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα μιᾶς δι­α­φυ­γῆς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι καὶ αὐ­τα­πά­τη. Ἂν καὶ στὸ φι­νά­λε βρί­σκει μό­νος του τὴν ἀ­πάν­τη­ση σ’ αὐ­τὸ τὸ δέ­λε­αρ τῆς δρα­πέ­τευ­σης ποὺ κά­πο­τε ἐ­γεί­ρε­ται μέ­σα του: «Κά­θο­μαι λοι­πὸν στ’ αὐ­γά μου. Κι ὅ­ταν κα­μιὰ φο­ρὰ μπαί­νει ὁ δι­ά­βο­λος μέ­σα μου καὶ μὲ τρι­βε­λί­ζει, δρα­πε­τεύ­ω μέ­σ’ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς γραμ­μές.»(9) Ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἰ­δι­αί­τε­ρα το­νί­ζουν ἢ ὑ­πο­βάλ­λουν τὰ κεί­με­νά του εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα ἡ ἀν­θρω­πιὰ καὶ ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης. Μιᾶς ἀ­γά­πης δυ­να­τῆς καὶ ἀ­προ­κά­λυ­πτης, ὅ­πως αὐ­τὴ ποὺ ἐκ­δη­λώ­νουν με­τα­ξύ τους ὁ Σο­λο­μὼν Ροῦσ­σο καὶ ὁ Γ. Θ. Βα­φό­που­λος. Για­τὶ «οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ πο­λὺ δο­κι­μά­στη­καν εἶ­ναι σὲ θέ­ση καὶ πο­λὺ ν’ ἀ­γα­πή­σουν». Κι ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς πο­λὺ κά­ποι­ον, τὸν θυ­μᾶ­σαι πάν­τα, θὰ συμ­πλη­ρώ­σει ὁ συγ­γρα­φέ­ας («Ὁ ποι­η­τὴς Γ.Θ. Βα­φό­που­λος», σ. 76). Ἀ­γά­πη, λοι­πόν, πλα­τιὰ ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἀγ­κα­λιά­ζει στορ­γι­κὰ καὶ τὸν ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε «ἄλ­λον», ἄ­σχε­τα ἂν ἀ­νή­κει σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ρά­τσα ἢ θρη­σκεί­α («Στραν­τι­ώ­τη Χου­σε­ῒν Μεχ­μέτ»).

           Ἡ χρή­ση τοῦ β΄ προ­σώ­που ποὺ κά­νει συ­χνό­τε­ρα ὁ Νάρ (ἂν καὶ ἐ­ναλ­λάσ­σε­ται μὲ τὸ α΄ ἢ σπα­νι­ό­τε­ρα μὲ τὸ γ΄, χω­ρὶς νὰ ση­μαί­νει τί­πο­τε ἰ­δι­αί­τε­ρο αὐ­τό), ὁ οἰ­κεῖ­ος καὶ ζε­στὸς τό­νος τῆς ἀ­φή­γη­σης ποὺ μοιά­ζει σὰν ν’ ἀ­πευ­θύ­νε­ται ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὰ στὸν ἑ­αυ­τό του, θυ­μί­ζουν τὸν Γ. Ἰ­ω­άν­νου. Ἀ­ναμ­φί­βο­λα ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄ­σκη­σε θε­τι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὴν προ­σω­πι­κή του «ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους». Τὸ ὕ­φος τοῦ Νὰρ βέ­βαι­α ποι­κίλ­λει ἀ­νά­λο­γα καὶ μὲ τὸ θέ­μα του. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ ὅ­τι δι­α­κρί­νω δύ­ο «τρό­πους» στὶς ἀ­φη­γή­σεις του: ἕ­νας συ­νειρ­μι­κὸς-ποι­η­τι­κὸς ποὺ νο­μί­ζω ὅ­τι κυ­ρια­ρχεῖ στὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς πρώ­της συλ­λο­γῆς ἀλ­λὰ καὶ σὲ με­ρι­κὰ τῆς δεύ­τε­ρης, ὅ­πως «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο» κ.ἄ.· ὁ ἄλ­λος ρε­α­λι­στι­κός, μὲ γλώσ­σα πιὸ λυ­μέ­νη καὶ λα­ϊ­κό­τρο­πη, μὲ δι­α­λό­γους ἀ­πο­λαυ­στι­κούς, μᾶς ἀ­φη­γεῖ­ται ἄ­με­σα τὶς κοι­νὲς κα­θη­με­ρι­νὲς ἱ­στο­ρί­ες. Καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις πάν­τως νὰ ἐ­πι­ση­μά­νω τὴν ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ κλεί­σι­μο τοῦ δι­η­γή­μα­τος μὲ μιὰ δυ­να­τὴ πα­ρά­γρα­φο, ὅ­που, ἀ­να­κα­λών­τας πρά­ξεις καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς μνή­μης ἀλ­λὰ καὶ τῆς πα­ρα­τή­ρη­σης, προ­βαί­νει σὲ ἕ­ναν δρα­στι­κὸ ἀ­να­στο­χα­σμό, κα­θο­ρι­στι­κὸ γιὰ τὴν ὅ­ποι­α στά­ση τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ στὸ τώ­ρα. Ἡ πα­ρά­γρα­φος αὐ­τή, ποὺ μοιά­ζει μὲ σύν­το­μη ἀ­να­κε­φα­λαί­ω­ση, ὁ­μο­λο­γί­α ἢ τε­λι­κὸ ἀ­πο­λο­γι­σμό (γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­πὸ τὸν ἐ­πί­λο­γο τοῦ «Κον­σο­μα­σιὸν καὶ ρεμ­πέ­τι­κα» συ­νά­γε­ται ὅ­τι τὸ μό­νο καὶ ὁ­ρι­στι­κὸ κέρ­δος ἀ­π’ ὅ­λα τα νυ­χτο­περ­πα­τή­μα­τα τοῦ νε­α­ροῦ ἥ­ρω­α ἦ­ταν ἡ μύ­η­σή του «στὰ ἅ­για ρεμ­πέ­τι­κα τῆς Λέ­λας»­), νὰ ποῦ­με ὅ­τι προ­ϋ­πο­θέ­τει καὶ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ αὐ­το­γνω­σί­ας.

           Καὶ τέ­λος δύ­ο κου­βέν­τες γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο Ἀ. Νάρ. Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ ὅ­τι κρα­τού­σα­με στε­νὴ ἐ­πα­φή, ἀλ­λὰ τὸν θε­ω­ροῦ­σα φί­λο ἀ­γα­πη­τό. Μέ­να­με στὴν ἴ­δια πό­λη, ἐμ­φα­νι­στή­κα­με στὰ γράμ­μα­τα σχε­δὸν τὴν ἴ­δια χρο­νι­κὴ πε­ρί­ο­δο (μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­80), δη­μο­σι­εύ­α­με κεί­με­να σχε­δὸν στὰ ἴ­δια λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­κτι­μού­σα­με ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, ὅ­πως φαί­νε­ται κι ἀ­πὸ τὶς ἀ­φι­ε­ρώ­σεις τῶν βι­βλί­ων ποὺ ἀν­ταλ­λά­ξα­με. Στὶς ἀ­ραι­ὲς συ­ναν­τή­σεις μας σὲ δι­ά­φο­ρες ἐκ­δη­λώ­σεις βρί­σκα­με τὴν εὐ­και­ρί­α ν’ ἀλ­λά­ξου­με καὶ λί­γα λό­για. Ἦ­ταν με­τρη­μέ­νος καὶ γλυ­κο­μί­λη­τος, ἡ πα­ρου­σί­α του ἐ­ξέ­πεμ­πε μιὰ πρα­ό­τη­τα κι ἕ­να ἦ­θος ποὺ θὰ πρέ­πει νά ’ταν φυ­σι­κὸ τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του. Μιὰ φο­ρά, σ’ ἕ­να Συ­νέ­δριο, τοῦ ζή­τη­σα νὰ δι­α­βά­σει στὸ κοι­νὸ ἕ­να κεί­με­νο ἀν­τὶ γιὰ μέ­να καὶ δέ­χτη­κε ἀ­μέ­σως μὲ προ­θυ­μί­α νὰ μ’ ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σει. Φαν­τά­ζο­μαι ὅ­τι κά­ποι­ος ποὺ δι­α­θέ­τει τέ­τοι­ο εὐ­προ­σή­γο­ρο καὶ κα­λο­συ­νά­το χα­ρα­κτή­ρα θὰ εἶ­χε ὁ­ρι­σμέ­να προ­βλή­μα­τα, ὅ­ταν ἡ δου­λειά του (ὡς γνω­στόν, ὑ­πῆρ­ξε γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κῆς Κοι­νό­τη­τας) τοῦ ἐ­πέ­βαλ­λε, με­ρι­κὲς φο­ρές, στὸ πλαί­σιο τῆς τυ­πι­κῆς ἄ­σκη­σης τῶν κα­θη­κόν­των του, μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Τὴν ἄ­πο­ψή μου αὐ­τὴ ἔρ­χε­ται νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει σὲ ἕ­να πρό­σφα­το κεί­με­νό του καὶ ὁ Ν. Δα­βέτ­τας μνη­μο­νεύ­ον­τας ἕ­να σχε­τι­κὸ συμ­βὰν μὲ ἥ­ρω­α τὸ Νὰρ ποὺ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α του σὲ πα­ρό­μοι­α θέ­μα­τα φαί­νε­ται ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν φέ­ρει στὰ ὅ­ρια τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ σπα­ραγ­μοῦ καὶ τῆς συν­τρι­βῆς. Κι αὐ­τὴ ἡ στά­ση του, ση­μει­ώ­νει ὁ Δα­βέτ­τας, τὸν πα­ρα­κί­νη­σε νὰ πλά­σει ἀρ­γό­τε­ρα (στὴν «Ἑ­βραί­α νύ­φη» του) ἕ­ναν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κὸ ἥ­ρω­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ συμ­πί­λη­μα δύ­ο προ­σώ­πων – ἕ­να ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων εἶ­ναι ὁ Ἀλ­μπέρ­τος(10). Τέ­τοι­ος «σπά­νιος τύ­πος», ὅ­πως μοῦ τὸν χα­ρα­κτή­ρι­σε κά­πο­τε κι ὁ Ἀλ. Ζή­ρας, ἦ­ταν ὁ συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἐ­ξε­τά­ζου­με.

           Ἔ­φυ­γε νω­ρὶς ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, στὴ ση­μα­δια­κὴ ἡ­λι­κί­α τῶν 58 ἐ­τῶν. Ὁ ἴ­διος εἶ­χε γρά­ψει: «Ὑ­γεί­α νά ‘χου­με, ὅ­μως δὲν ξέ­ρεις τί γί­νε­ται. Γε­ρά­μα­τα πε­ρι­μέ­νου­με στὸ κά­τω κά­τω. Καὶ τὰ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα κα­ρα­δο­κοῦν. Γιά νὰ δοῦ­με!­»(11) Ἕ­ξι χρό­νια με­τά, δὲν ξε­χνῶ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­πο­φρά­δα μέ­ρα, 2 Μαρ­τί­ου τοῦ 2005, ποὺ βρε­θή­κα­με μὲ τὸν Πά­νο Πί­στα καὶ ἄλ­λους φί­λους στὸ Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο γιὰ νὰ τὸν ξε­προ­βο­δί­σου­με. Ἀ­τμό­σφαι­ρα βου­βοῦ θρή­νου. Ἔ­νι­ω­σα τὴν ἴ­δια λύ­πη ποὺ μοῦ εἶ­χε προ­κα­λέ­σει ὁ θά­να­τος τοῦ Γ. Ἰ­ω­άν­νου καὶ τοῦ Τό­λη Κα­ζαν­τζῆ. Πα­ρη­γο­ρι­έ­μαι τώ­ρα, ξα­να­δι­α­βά­ζον­τας τὰ κεί­με­νά του, ἰ­δί­ως ὅ­ταν πέ­φτω πά­νω σε κά­ποι­ες ἀ­ρά­δες, πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­νο­ρα­τι­κές, ὅ­πως οἱ πα­ρα­κά­τω: «Καὶ ξε­κι­νών­τας γιὰ τοῦ­το τὸ τρο­μα­κτι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ χα­μοῦ, ἵ­πτα­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­θλια πό­λη, ἁ­πλώ­νον­τας προ­στα­τευ­τι­κὰ τὰ νέ­α φτε­ρά του. Καὶ ἐ­πι­βι­ώ­νει ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς.»(12)

.

ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

(1) Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου, «Πε­ζο­γρά­φοι με­τὰ τὸ ’­70», Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Ἑ­πτὰ Ἡ­μέ­ρες, ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1997.

(2) Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 138.

(3) «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο», σ. 17.

(4) «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», σ. 39-40.

(5) «Οἱ σα­ράν­τα καὶ ἡ Ἐ­στρέ­α», σ. 121.

(6) «Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο», σ. 24.

(7) «Σπα­ράγ­μα­τα», σ. 90.

(8) «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», σ. 47.

(9) «Δρα­πέ­της ἀ­πὸ τό­τε», σ. 126.

(10) Ν. Δα­βέ­τ­τας, «Δύ­ο ὑ­παρ­κτὰ πρό­σω­πα στὴν Ἑ­βραί­α νύ­φη», περ. Ν. Ἑ­στία, τχ. 1842, Μάρτ. 2011.

(11) «Ἐ­πι­στρά­τευ­ση ’­74», σ. 115.

(12) «Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός», σ. 65.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Εἰ­σή­γη­ση στὴν τι­μη­τι­κὴ ἐκ­δή­λω­ση, ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴ μνή­μη τοῦ Ἀλ­μπέρ­του Νάρ, τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ 10 Ἰ­ου­νί­ου 2011, στὴν μι­κρὴ ἐ­ξέ­δρα τοῦ Φε­στι­βὰλ βι­βλί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Στιγ­μι­ό­τυ­πα ἀ­πὸ τὴν ἐκ­δή­λω­ση αὐ­τὴ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει στὶς πα­ρα­κά­τω δι­ευ­θύν­σεις:

(1) http://mesokosmos.blogspot.gr/2011/06/1_26.html καὶ

(2) http://www.youtube.com/watch?v=sZb8ZEPUxwc

.

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ.

Ἀ­νέκ­δο­τες φω­το­γρα­φί­ες του ποὺ μᾶς ἐμ­πι­στεύ­τη­κε ὁ γιός του Λέ­ων Νάρ. Τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­­με θερ­μὰ καὶ ἀπὸ τὴν σε­λί­δα αὐτή.

Ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κειμένου: Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Ὁ Ἀλμπέρτος Νὰρ μπρο­στὰ στὴ συ­να­γω­γὴ τῶν Μο­να­στη­ρι­ω­τῶν.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoTinAgoraModiano)

  Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὴν ἀ­γο­ρὰ Μο­διά­νο.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoToGiachountiChamam,Basil.Irakleiou-Louloudadika))

 Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὸ Γι­α­χουν­τὶ Χα­μάμ, γνω­στὸ ὡς «Λου­λου­δά­δι­κα», στὴν ὁ­δὸ Βα­σι­λέ­ως Ἡ­ρα­κλεί­ου.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoToMpezesteli-Egnatias&Benizelou)

Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὸ Μπε­ζε­στέ­νι, στὴ συμ­βο­λὴ τῶν ὁ­δῶν Ἐ­γνα­τί­ας καὶ Ἐλ. Βε­νι­ζέ­λου.

.

Τάσος Καλούτσας: Ψεύτης προφήτης

 

 

 

Τάσος Καλούτσας

 

Ψεύτης προφήτης

 

ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ παι­ζό­ταν ὁ τε­λι­κὸς τοῦ μουν­τιάλ. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ βλέ­πα­νε τ’ αὐ­το­κί­νη­τα νὰ σχη­μα­τί­ζουν οὐ­ρὰ μέ­σα στὴ ζέ­στη, γυρ­νών­τας βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Κι ἦ­ταν σχε­δὸν οἱ μό­νοι ποὺ τα­ξί­δευ­αν ἀν­τί­θε­τα. Με­τὰ ἀ­πὸ θυ­μοὺς καὶ πεί­σμα­τα δυ­ὸ ἑ­βδο­μά­δων, ἕ­ναν τρο­με­ρὸ κα­βγά, —κι ἀ­φοῦ τοῦ εἶ­χε πεῖ «κα­λη­νύ­χτα, γιὰ πάν­τα!­»—, ξα­να­βρί­σκον­ταν, γιὰ νὰ δοῦν τί συ­νέ­χεια θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς σχέ­σης τους.  

       Ἔ­φτα­σαν νω­ρὶς στὸ γνω­στὸ τα­βερ­νά­κι, δί­πλα στὴ θά­λασ­σα. Ὁ ἥ­λιος δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα δύ­σει καὶ βλέ­πα­νε τὸ νε­ρὸ νὰ σκά­ει σὲ μι­κρὰ κυ­μα­τά­κια, κά­τω ἀ­π’ τὸν ξύ­λι­νο φρά­χτη, στὴν ἄ­κρη τῆς ἀ­λέ­ας, ὅ­που κα­θί­σα­νε. Τὸ πρῶ­το ποὺ ζή­τη­σε νὰ τοὺς φέ­ρουν ἦ­ταν τὸ λευκὸ κρα­σὶ ποὺ τό­σο τῆς ἄ­ρε­σε.

       Τοῦ ξέ­φυ­γε μιὰ νύ­ξη γιὰ τὸν κα­βγά, καὶ δι­α­πί­στω­σε, γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρά, ὅ­τι δὲν ἔ­κα­νε οὔ­τε βῆ­μα πί­σω. Τῆς εἶ­πε πὼς δὲν ἄν­τε­χε τό­ση ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα ἀ­πὸ μέ­ρους της, κα­θὼς καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἔ­κλει­νε τ’ αὐ­τιά της, ὅ­ταν τῆς μι­λοῦ­σε. Ὅ­σο γιὰ κεῖ­νο τὸ «κα­λη­νύ­χτα, γιὰ πάν­τα!» ποὺ ξε­στό­μι­σε, πρό­σθε­σε, τοῦ φαι­νό­ταν πέ­ρα γιὰ πέ­ρα γε­λοῖ­ο.

       «Ἀ­φοῦ δὲν μπο­ρεῖς νὰ ζή­σεις χω­ρὶς ἐ­μέ­να…» τῆς εἶ­πε, μ’ ἕ­να λί­γω­μα στὴ φω­νή του.

       «Οὔ­τε ἐ­γὼ χω­ρὶς ἐ­σέ­να…» πρό­σθε­σε σι­γα­νὰ καὶ κα­τέ­βα­σε μιὰ γου­λιὰ κρα­σί.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ χτύ­πη­σε τὸ κι­νη­τό του καὶ τὸν κοί­τα­ξε χο­λω­μέ­νη.

       «Μὴν ἀ­παν­τή­σεις… Θὰ μα­λώ­σου­με πά­λι!»

       Ἕ­να ἀ­μή­χα­νο χα­μό­γε­λο εἶ­χε πα­γώ­σει στὸ πρό­σω­πό του.

       Πα­ράγ­γει­λε ψά­ρια. Κοί­τα­ζε τὴν καμ­πύ­λη τοῦ λαι­μοῦ της, τὸ συμ­με­τρι­κὸ φού­σκω­μα τοῦ στή­θους της καὶ τὰ μαλ­λιά της ποὺ ἦ­ταν ση­κω­μέ­να πί­σω, γιὰ νὰ μὴν τὴν ζε­σταί­νουν. Τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να της καὶ τῆς τὸ εἶ­πε.

       Ὅ­ταν ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φε­ρε τὰ λι­θρί­νια, τῆς ἔ­δω­σε καὶ τὸ κε­φά­λι τοῦ δι­κοῦ του ψα­ριοῦ, ἐ­πει­δὴ τῆς ἄ­ρε­σε. Ἡ  Κ. ρού­φη­ξε ἡ­δο­νι­κὰ λί­γο ἀ­π’ τὸ κρα­σί της.

       «Τί ὡ­ραῖ­α!» τῆς εἶ­πε. Θὰ ἤ­θε­λε, ἂν γι­νό­ταν, νὰ στα­μα­τοῦ­σε τὸ χρό­νο ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Ὁ ἥ­λιος ἔ­μοια­ζε μὲ πυ­ρα­κτω­μέ­νο ρουμ­πί­νι καὶ τὴν πα­ρα­κι­νοῦ­σε νὰ στρα­φεῖ πί­σω της νὰ τὸ δεῖ.

       «Ἄν σοῦ εἶ­χε δώ­σει τὸ κλει­δὶ ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ σπί­τι…» τοῦ ἔ­κα­νε μὲ νό­η­μα.

       Στὴν ἀρ­χὴ δὲν κα­τά­λα­βε.

       «Ναὶ» εἶ­πε με­τά.

       «Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ πᾶ­με…»

       Σκέ­φτη­κε τὸ ἐ­ξο­χι­κὸ τοῦ ξα­δέλ­φου του ποὺ ἔ­λει­πε τα­ξί­δι, στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ ἀ­κρω­τη­ρί­ου, ἀ­νοι­χτὸ στὸν κα­θα­ρὸ ὁ­ρί­ζον­τα καὶ τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ δρο­σιὰ τῆς θά­λασ­σας. Σὲ λί­γο τοῦ τὸ ξα­νά­πε, ἐ­νῶ τρι­γύ­ρω τους τὸ φῶς ξε­ψυ­χοῦ­σε κι ἡ νύ­χτα ἄ­να­βε τὰ δι­κά της λαμ­πι­ό­νια. Κά­ποι­α στιγ­μή, μὲ μά­γου­λα ἐ­λα­φρὰ κοκ­κι­νι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ κρα­σί, τὴν ρώ­τη­σε τί χρῶ­μα ἐ­σώ­ρου­χο φο­ροῦ­σε, κι ἐ­κεί­νη, «ἁ­πα­λὸ μπέζ», τοῦ εἶ­πε, μὲ τρε­μου­λια­στὴ φω­νή.

       «Πό­τε μὲ σκέ­φτη­κες ἐ­ρω­τι­κὰ γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά;»

       «Σή­με­ρα», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. 

       Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν τὸ ἐν­δε­χό­με­νο τοῦ ἐ­πι­κεί­με­νου χω­ρι­σμοῦ δὲν εἶ­χε παί­ξει τὸ ρό­λο του στὴν ἔ­ξα­ψη ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἀ­νά­με­σά τους.

       Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ φύ­γου­νε, πῆ­γε στὴν του­α­λέ­τα νὰ ξε­πλύ­νει τὰ χέ­ρια του καὶ εἶ­δε τοὺς σερ­βι­τό­ρους, μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη τῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Λα­ϊ­κὰ παι­διά, μι­λοῦ­σαν ζω­η­ρὰ κι ἔ­κα­ναν προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ πι­θα­νὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τοῦ τε­λι­κοῦ.

       «Ἔ­λα, ἕ­να-μη­δὲν ἡ Ἱ­σπα­νί­α… Αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι καὶ τὸ τε­λι­κὸ σκόρ!» ἀ­πο­φάν­θη­κε, μὲ ἀ­πό­λυ­τη σι­γου­ριά.

       Στρά­φη­καν καὶ τὸν κοί­τα­ξαν μὲ ἀ­πο­ρί­α. «Μὰ ἐ­μεῖς θέ­λου­με νὰ κερ­δί­σουν οἱ μι­κρὲς Ὀλ­λαν­δέ­ζες…» δι­ε­φώ­νη­σε γε­λών­τας ἕ­νας νε­α­ρός. «Τὸ γά­λα τῆς μι­κρῆς Ὀλ­λαν­δέ­ζας…» εἰ­ρω­νεύ­τη­κε ἕ­νας ἄλ­λος.

       «Ἄ!» ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νος κι  ἔ­φυ­γε.

       Στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι του στὸ κυ­λο­τά­κι της καὶ γλί­στρη­σε τὰ δά­χτυ­λά του πο­λὺ χα­μη­λὰ στὴ μα­λα­κὴ σάρ­κα τοῦ ἐ­φη­βαί­ου της, μέ­χρι ποὺ ἐ­κεί­νη ἀ­να­­ρί­γη­σε. Τὰ ἔ­φε­ρε με­τὰ στὸ πρό­σω­πό του, καὶ τὰ μύ­ρι­σε. Εὐ­ω­δί­α­ζαν ἀ­πὸ τὸ ἄ­ρω­μά της. Πάρ­κα­ρε δε­ξιὰ καὶ τὴν ἅρ­πα­ξε ρου­φών­τας μὲ πά­θος τὰ χεί­λη της .

       Μὲ τὴ φαν­τα­σί­α του τὴν ἔ­βλε­πε νὰ φθά­νει στὴν πρω­τεύ­ου­σα, ὅ­που τὴν ὑ­πο­δέ­χον­ταν ἡ ἀ­δελ­φή της μὲ τὴν ἀ­νι­ψιά της καὶ τὴν ὁ­δη­γοῦ­σαν στὴν κά­μα­ρη τοῦ ἄρ­ρω­στου πα­τέ­ρα τους. Ἡ κα­τά­στα­σή του εἶ­χε χει­ρο­τε­ρέ­ψει κι αὐ­τὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι θὰ ἦ­ταν κρί­σι­μο.

       Τέ­λος τὴν ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε μ’ ἕ­να χει­ρο­φί­λη­μα καὶ τῆς εὐ­χή­θη­κε «κα­λὸ τα­ξί­δι!­».

       Μπαί­νον­τας στὸ σπί­τι δι­α­πί­στω­σε πὼς ἦ­ταν μό­νος του, τὸ σα­λό­νι σι­ω­πη­λό. Στρώ­θη­κε ν’ ἀ­πο­λαύ­σει τὸ ὑ­πό­λοι­πο μάτς. Κά­ποι­α στιγ­μή, στὴν πα­ρά­τα­ση, οἱ Ἰ­σπα­νοὶ βά­λα­νε γκὸλ καὶ οἱ Ὀλ­λαν­δοὶ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το πιὰ ν’ ἀν­τι­δρά­σουν. Τὸ μὰτς τέ­λειω­νε μὲ ξέ­φρε­νους πα­νη­γυ­ρι­σμούς. Θυ­μή­θη­κε, μὲ ὕ­φος θρι­αμ­βευ­τι­κό, αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε πεῖ στοὺς νε­α­ροὺς σερ­βι­τό­ρους. Σὰ νὰ τοὺς ἄ­κου­γε κι­ό­λας νὰ τὸν σχο­λιά­ζουν, χει­ρο­νο­μών­τας καὶ κου­νών­τας ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κά το κε­φά­λι τους : «Ἔ­πε­σε διά­να, ὁ τύ­πος… Σκέ­τος προ­φή­της!­».

       Με­τὰ ἔ­ψα­ξε στὸ κι­νη­τό του, νὰ δεῖ τὴν ἀ­να­πάν­τη­τη…

       Σχη­μά­τι­σε ἀ­μέ­σως τὸ νού­με­ρό της. Ἀ­πὸ τ’ ἀ­κου­στι­κὸ ἔ­φτα­σαν στ’ αὐ­τὶ του στριγ­κὲς γυ­ναι­κεῖ­ες φω­νὲς ἀ­νά­κα­τες μὲ μου­σι­κὴ καὶ παι­δι­κὰ γέ­λια.

       «Ἔ­λα, μὲ πῆ­ρες; Ἤ­μουν στὸ λου­τρὸ τό­τε καὶ δὲν πῆ­ρα εἴ­δη­ση…»

       Πάν­τως ἡ φω­νὴ τῆς γυ­ναί­κας του ἀ­κου­γό­ταν ἤρεμη καὶ σταθερή, ὅπως συνήθως.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­­μο­­σί­­ευ­­ση: περ. Πλανόδιον, τχ 51, Δεκέμβριος 2011 («48 Μι­κρά Δι­η­γή­μα­τα Ἑλ­λή­νων Συγ­γρα­φέ­ων [Πρῶ­το Μέ­ρος (1/2)]).

 

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).