Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης: Τὸ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο πα­ρα­μύ­θι



Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης


Τὸ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο πα­ρα­μύ­θι


μιὰ φο­ρὰ καὶ ἕ­ναν και­ρό, ξε­φυλ­λί­ζον­τας τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ ἄλ­μπουμ «ὅ­λα κα­λά, ἀλ­λὰ για­τί εἶ­ναι ὀρ­θά­νοι­χτα τὰ μά­τια σου σὲ ὅ­λες τὶς φω­το­γρα­φί­ες; εἶ­σαι σὰν τρο­μα­κτι­κός». καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸ προ­σπα­θεῖ πο­λὺ καὶ βά­ρυ­νε τὰ βλέ­φα­ρά του. «ὅ­λα κα­λά, ἀλ­λὰ για­τί εἶ­σαι ἔ­τσι σὲ ὅ­λες τὶς φω­το­γρα­φί­ες; σὰν θλιμ­μέ­νος, εἶ­σαι θλιμ­μέ­νος;­». καὶ μπερ­δεύ­τη­κε καὶ ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του καὶ κου­νή­θη­κε ἔ­τσι τὸ μυα­λό του, ποὺ πλέ­ον εἰ­σέ­πνε­ε καὶ ἐ­ξέ­πνε­ε μό­νο με­λὸ μά­χες.

       ἐν­τω­με­τα­ξύ, ἔ­τρε­χε καὶ μιὰ συ­νο­μω­σί­α με­τα­ξὺ συ­νερ­γεί­ων ὁ­δο­ποι­ί­ας, συ­νερ­γεί­ων αὐ­το­κι­νή­των καὶ μο­το­συ­κλε­τῶν, πο­δη­λα­τά­δι­κων, ὀρ­θο­πε­δι­κῶν, νευ­ρο­ψυ­χιά­τρων καὶ κρα­τι­κῶν μυ­στι­κῶν ὑ­πη­ρε­σι­ῶν. τὸ αὐ­χε­νι­κὸ ἔ­πρε­πε νὰ μεί­νει ζων­τα­νό. οἱ λα­κοῦ­βες στοὺς δρό­μους κη­ρύ­χθη­καν προ­στα­τευ­ό­με­νο εἶ­δος. ἡ ἁ­λυ­σί­δα δὲν ἔ­πρε­πε νὰ σπά­σει. ἡ κω­δι­κή της ὀ­νο­μα­σί­α ἦ­ταν νό­μι­μη σύγ­χυ­ση.

       ὥ­σπου ἕ­νας φί­λος τοῦ δι­ά­βα­σε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­να πα­ρα­μύ­θια. ἐ­κεῖ­νο μὲ τὸ ἑ­λι­κό­πτε­ρο τὸ ποῦ­μα, ποὺ τὸ εἴ­χα­νε νὰ δου­λεύ­ει μὲ τοὺς ἕ­λι­κες στὸ φοὺλ μὲς στοὺς στά­βλους τοῦ αὐ­γεί­α, ἐ­νῶ ὁ ἡ­ρα­κλῆς στὴ νε­μέ­α ἀ­σφαλ­τό­στρω­νε τοὺς δρό­μους τοῦ κρα­σιοῦ. ξαφ­νι­κά, μιὰ κα­λὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ ἀγ­κά­λια­σε τὴν καρ­διὰ καὶ ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια. ἀ­ε­ρί­στη­κε. οἱ μά­χες μέ­σα του ἀ­ραί­ω­σαν. εἶ­δε ἄ­γνω­στα χρώ­μα­τα στὸ οὐ­ρά­νιο τό­ξο καὶ εἰ­κα­στι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα σὲ ὁ­λό­λευ­κους τοί­χους. ἔ­κα­νε ἕ­να ἥ­συ­χο, ζε­μα­τι­στὸ κλά­μα καὶ πί­νον­τας φυ­σι­κὴ λε­μο­νά­δα τὴ βρῆ­κε γλυ­κιά. σκέ­φτη­κε «ὅ­ταν μι­λᾶς γιὰ τὸ κα­λό, γεν­νᾶς καὶ ἄλ­λο κα­λό» καὶ παν­τρεύ­τη­κε τὸν ἑ­αυ­τό του. τὸ εἶ­παν γά­μο συμ­φε­ρόν­των.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1976). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας καὶ Μ.Μ.Ε. τοῦ Α.Π.Θ. καὶ τῆς Δρα­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Κ.Θ.Β.Ε. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἠ­θο­ποι­ός, χο­ρευ­τὴς καὶ p­e­r­f­o­r­m­er. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Δη­μή­τρη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου στὶς πα­ρα­στά­σεις «2», «Μή­δεια», «Που­θε­νὰ» καὶ «Μέ­σα». Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ε)κα­τά καὶ Ἐν­τευ­κτή­ριο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Τ χαρ­τοι­κί­δια κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐν­τευ­κτή­ριο (2009).



		

	

Συμεὼν Τσακίρης: Πιλοτικὸ σενάριο μονωτικῆς ταινίας

TsakirisSymeon-PilotikoSenarioMonotikisTainias-Eikona-01b

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης


Πι­λο­τι­κὸ σε­νά­ριο μο­νω­τι­κῆς ται­νί­ας


14-Mi-Century_Mag_Illuminated_M_Field_NotesΙΑ ΦΟΡΑ καὶ ἕ­ναν και­ρὸ ἤ­τα­νε μιὰ ἀ­λη­θι­νὰ ἐ­ρη­μι­κὴ πα­ρα­λί­α. ἐ­κεῖ βγῆ­καν γιὰ τὴν πρώ­τη τους βόλ­τα τὰ νε­ο­γέν­νη­τα μιᾶς πα­ρα­θα­λάσ­σιας οἰ­κο­γέ­νειας πτη­νῶν. ἄλ­λο­τε μπρο­στὰ νὰ ὁ­δη­γοῦν, ἄλ­λο­τε πί­σω νὰ σπρώ­χνουν, ἄλ­λο­τε νὰ πλα­γι­ο­κο­ποῦν, ὁ μπαμ­πὰς καὶ ἡ μα­μὰ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ἄλ­λα­ζαν τὸ ρυθ­μὸ τοῦ βα­δί­σμα­τός τους. εἶ­χαν ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τὸν πρά­σι­νο βρά­χο μὲ τὴ φω­λιά τους, ὅ­ταν τὸ ἁ­μά­ξι πάρ­κα­ρε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ μο­νο­πα­τιοῦ ποὺ ἑ­νώ­νει τὴν ἄ­σφαλ­το μὲ τὴν ἀμ­μου­διά. οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ τὰ συμ­πα­ρο­μαρ­τούν­τα ἄ­φη­ναν ἤ­δη τὶς πρῶ­τες τους πα­τη­μα­σι­ὲς στὴν ἄμ­μο, ὅ­ταν ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τῶν πτη­νῶν ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φο­βη­θεῖ καὶ νὰ τρέ­ξει πί­σω στὸν πρά­σι­νό της βρά­χο. γιὰ τὸν ἴ­διο πρά­σι­νο βρά­χο καὶ τὴ σκιὰ του ὅ­μως εἴχα ­νε βά­λει πο­ρεί­α καὶ τὰ πό­δια τῶν ἀν­θρώ­πων.

       τὰ νε­ο­γέν­νη­τα κλά­τα­ραν, δὲν μπο­ρού­σα­νε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὸ ρυθ­μὸ τοῦ μπαμ­πὰ καὶ τῆς μα­μᾶς. ὁ μπαμ­πὰς δι­ά­βα­σε τὸ σε­νά­ριο, δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε καὶ τὸ ἄλ­λα­ξε. ἄ­φη­σε τὴ μα­μὰ νὰ σπρώ­χνει τὰ μι­κρά, ἄ­νοι­ξε δι­ά­πλα­τα τὴ μί­α του φτε­ρού­γα, ἂς ποῦ­με τὴν ἀ­ριστε­ρή, ἔ­κα­νε ὅ­τι κου­τσαί­νει ἀ­πὸ τὸ δε­ξί του πό­δι καὶ ἔ­τσι ὅρ­μη­σε πρὸς τὰ με­γά­λα πό­δια ποὺ πλη­σί­α­ζαν. ἔ­κα­νε γύ­ρω- γύ­ρω με­ρι­κὰ νά­ζια, ἑρ­μή­νευ­σε λί­γη τρα­γω­δί­α, ἐκ­μαί­ευ­σε λίγο οἶ­κτο καὶ ἔ­κα­νε καὶ ἄλ­λα, μέ­χρι ποὺ σι­γού­ρε­ψε πὼς καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νε­ο­γέν­νη­το μπῆ­κε στὴ φω­λιά τους. τό­τε ἄ­νοι­ξε καὶ τὴν ἄλ­λη φτε­ρού­γα καὶ ἄ­φη­σε τοὺς ἀν­θρώ­πους μα­λά­κες. οἱ τε­λευ­ταῖ­οι, ξε­περ­νών­τας γρήγορα τὸ σό­ου, ἁ­πλώ­θη­καν, ξα­πλώ­θη­καν καὶ ἔ­λε­γαν «ἂχ» καὶ «τί ὡ­ραί­α ἡ­συ­χί­α» καὶ «ἐ­δῶ, τὸ νι­ώ­θω, θὰ ξύ­σω ὅ­λη τὴν πό­λη ἀ­πὸ πά­νω μου καὶ θὰ τὴ θά­ψω βα­θιά, πο­λὺ βα­θιὰ» καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς.

       ἀλ­λὰ τὸ δι­σέ­λι­δο ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ φρὴ πρὲς σὲ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­λη­θι­νὰ ἐ­ρη­μι­κὴ πα­ρα­λί­α τὸ εἶ­χαν δι­α­βά­σει καὶ ἄλ­λοι. πολ­λοί.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1976). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας καὶ M.Μ.Ε. τοῦ Α.Π.Θ. καὶ τῆς Δρα­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Κ.Θ.Β.Ε. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἠ­θο­ποι­ός, χο­ρευ­τὴς καὶ p­e­r­f­o­r­m­er. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Δη­μή­τρη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου στὶς πα­ρα­στά­σεις «2», «Μή­δεια», «Που­θε­νὰ» καὶ «Μέ­σα». Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (δε)κα­τά καὶ Ἐν­τευ­κτή­ριο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Τὰ χαρ­τοι­κί­δια κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐντευκτήριο (2009).



		

	

Συμεών Τσακίρης: Η κοιλιά του καναντέρ

 

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης

 

Ἡ κοι­λιὰ τοῦ κα­ναν­τὲρ

 

δῶ­σε μας τὴ στιγ­μὴ Εὐ­άγ­γε­λε, μό­λις εἶ­χες παρ­κά­ρει μὲς στὸν ἐ­λαι­ώ­να στὸ κτῆ­μα τῶν γο­νι­ῶν σου, οἱ γο­νεῖς λεί­πα­νε ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα σὲ γι­ορ­τὴ σαρ­δέ­λας, εἶ­χες φέ­ρει μα­ζί σου καὶ ἕ­να ὁ­λο­καί­νου­ριο δι­χτά­κι γιὰ τὴν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κοῦ ἐ­πι­πέ­δου μπα­σκέ­τα σας καὶ εὐ­τυ­χὴς ποὺ τὸ ὅ­λο πράγ­μα πή­γαι­νε γιὰ ἔκ­πλη­ξη.­..

       «­.­..ναί, καὶ σκαρ­φα­λω­μέ­νος στὴ ξύ­λι­νη σκά­λα γάν­τζω­να στὸ στε­φά­νι τῆς μπα­σκέ­τας μας τὸ και­νού­ριο δι­χτά­κι ποὺ εἶ­χα μα­ζί μου, ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὸ πρῶ­το ἐ­κεί­νης τῆς πυρ­κα­γιᾶς νὰ πε­τά­ει κά­που κον­τά, ἔ­γει­ρα τὸ κε­φά­λι μου νὰ δῶ τὴν κοι­λιά του —ὅ­ταν κοι­τοῦ­σα τὶς κοι­λι­ὲς τῶν κα­ναν­τὲρ κά­τι εὐ­χά­ρι­στο συ­νέ­βαι­νε στὴν κοι­λιά μου— ἡ ἱ­δρω­μέ­νη μου μα­σχά­λη μὲ πῆ­γε στὴ σει­ρὰ τῶν καλ­λυν­τι­κῶν μου καὶ νὰ κό­ψω ἢ νὰ λι­μά­ρω τὰ νύ­χια μου; καὶ ἂν θε­λή­σεις νὰ παί­ξεις κι­θά­ρα; πό­τε ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἔ­πι­α­σα τὴν κι­θά­ρα στὰ χέ­ρια μου; μὴ μὲ πα­τρο­νά­ρεις, κό­ψε τὰ νύ­χια τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ καὶ λί­μα­ρε τὰ νύ­χια τοῦ δε­ξιοῦ. ὁ νυ­χο­κό­πτης καὶ ἡ λί­μα εἶ­ναι στὸ ἁ­μά­ξι; στὸ ντου­λα­πά­κι μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ συ­νο­δη­γό. τὸ ἀ­γό­ρα­σες τὸ κον­τὸ τὸ σταυ­ρο­κα­τσά­βι­δο ποὺ λέ­γα­με; τὸ ντου­λα­πά­κι θέ­λει σφί­ξι­μο, τρί­ζει στὶς λα­κοῦ­βες. τὸ ἀ­γό­ρα­σα, τὸ κλεί­δω­σες τὸ ἁ­μά­ξι; για­τί νὰ τὸ κλει­δώ­σω; ποῦ τὰ ἄ­φη­σα τὰ κλει­διά; ἔ­χει κλέ­φτες ἐ­δῶ; γιὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα νὰ ἀ­νη­συ­χεῖς, μὴν τυ­χὸν καὶ βρέ­ξει. καὶ μὴν μπεῖ κα­νέ­να ζου­ζού­νι ἀ­πὸ αὐ­τὰ μὲ τὰ πολ­λὰ πο­δα­ρά­κια. τὸ φυ­το­λό­γιο ποὺ εἴ­χα­με ξε­κι­νή­σει ποῦ τὸ ἔ­χεις; στὸ πα­τά­ρι μᾶλ­λον. τί δυ­να­τὸς ποὺ εἶ­ναι ὁ ἥ­λιος σή­με­ρα. ὄ­χι ρὲ γα­μῶ­το. πά­νω σὲ αὐ­τὴν τὴν τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη εἶ­χα τὸν ἴ­λιγ­γο ἀ­πὸ τὸ αὐ­χε­νι­κό, ἔ­πε­σα καὶ ἔ­σπα­σα τὸ κε­φά­λι μου. αὐ­τά.»

       εὐ­χα­ρι­στοῦ­με τὸν Εὐ­άγ­γε­λο γιὰ τὴν ὄ­μορ­φη ἱ­στο­ρί­α τῆς πνευ­μα­τι­κῆς του δι­άρ­ροι­ας, ἐ­μεῖς θὰ πᾶ­με σὲ ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο δι­α­φη­μι­στι­κὸ δι­ά­λειμ­μα καὶ ἐ­πι­στρέ­φου­με μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες δι­κές σας ἱ­στο­ρί­ες τῆς τε­λευ­ταί­ας στιγ­μῆς, ἐ­δῶ, στὴν ἐκ­πομ­πὴ γιὰ πάν­τα, στὸ ρά­διο παράδεισος.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση.

 

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1976). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας καὶ Μ.Μ.Ε. τοῦ Α.Π.Θ. καὶ τῆς Δρα­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Κ.Θ.Β.Ε. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἠ­θο­ποι­ός, χο­ρευ­τὴς καὶ p­e­r­f­o­r­m­er. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Δη­μή­τρη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου στὶς πα­ρα­στά­σεις «2», «Μή­δεια», «Που­θε­νὰ» καὶ «Μέ­σα». Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ε)κα­τά καὶ ν­τευ­κτή­ριο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Τ χαρ­τοι­κί­δια κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐντευκτήριο (2009).

* * * 

 [γπ] Πα­ρά­πλευ­ρες ὠφέ­λειες

Νέ­ος προι­κι­σμέ­νος μὲ πολ­λὰ τα­λέ­ντα ὁ Συ­μεὼν Τσα­κί­ρης! Ἡ πρώ­τη μας εὐχά­ρι­στη ἔκπλη­ξη ἦταν ἡ ἀνά­γνω­ση τῆς συλ­λογῆς του Τὰ χαρ­τοι­κί­δια. Στὸ δί­κτυο ἁλιεύ­σα­με κι αὐτὸ τὸ βί­ντε­ο, καλὸ δεῖγμα τοῦ ὑπο­κρι­τι­κοῦ του τα­λέ­ντου. Ἄσχε­το μὲ τὸ μπον­ζά­ι μας, ἀλλὰ ὁ πει­ρα­σμὸς νὰ τὸ συ­μπα­ρα­θέσου­με με­γά­λος: Σὲ καιροὺς κρί­σης καὶ μιὰ ποὺ ἀκού­γο­νται τό­σα ἐν­θαρ­ρυν­τικὰ γιὰ τὸ συ­γκρι­τικὸ πλε­ο­νέ­κτη­μα τῆς κοι­νω­νί­ας μας, τὴ νε­ο­ελ­λη­νικὴ οἰκο­γέ­νεια, ὡς πα­ρα­δο­σιακὸ στή­ριγ­μα τῆς χει­μαζό­με­νης ἀπὸ τὴν ἀνερ­γί­α νε­ο­λαί­ας, καλὸ εἶναι νὰ ἔχου­με στὰ ὑπ’ ὄ­ψιν καὶ αὐτὴ τὴν πλευ­ρά της: