Stavroula Tsouprou: In its place


Stavroula Tsouprou

In its place


N HEIGTH and length, this flimsy piece of furniture, made from dozens of drawers, could have covered the entire wall of a large oblong drawing room. Its drawers, however, were not all the same. Some were small and others were large, some were locked and others unlocked, and in some the space inside gaped vacantly, yet ready to to be filled, like the scabbard that awaits the sword for peacetime. Some drawers among them were painted in vivid colours – to be precise, they had been painted, because now most of them had lost that old knack of capturing the bright light of the external source: the truth is that after a certain time this precious property disappeared and the drawers returned to their ordinary, indeterminate insipid colour, sometimes verging on grey, sometimes on beige and sometimes on leaden dullness. So, their outward differences were focused now on size or volume, and on the keyholes, and, of course, on whether or not they had managed to keep their shape after being placed in position; this last was fundamental.

        The larger drawers were at the base of the piece of furniture; but no one ever knew whether they were the heavier or the lighter ones (needless to say, the piece of furniture was not subject to the laws of nature and was therefore not in danger of toppling over), the richer ones or the most boring – their content was inaccessible, locked away for ever, kept safely away from prying eyes, but from well-intentioned ones too. The key of these drawers was nowhere to be found and their intellectual property rights were held by the Unknown, fragmented into pieces over the centuries. The higher the rows of drawers, the smaller they were; the composition of their contents varied, which is what differentiated them. This diversity was an internal difference, not visible to the outside observer, as was the case with their weight as well: only whoever opened them, one by one, could pass comment on these hidden contrasts or even hidden similarities, variations or fluctuations, and, then go on to judge (if he was interested in doing so) how much the composition of the content was expressed in the whole, in the behaviour of the piece of furniture during its movement in the space. Not even the key-holder himself must necessarily be involved with this laborious task, not least because he frequently left the keys hanging from their string outside the drawers, sometimes forgetting even to lock them, when their content was trivial or presented nothing reprehensible.

        So, the great external particularity was the state of the shape of the drawers, which, we forgot to say, were made of pliable material during the first phases of their life, which meant that the drawer could be compressed if it was bigger than its intended place, until it was finally wedged in there, before time rendered it rigid. However, these badly-formed drawers ruined the harmony of the whole (someone else might say, perhaps, that they simply enlivened its uniformity).

        The reason why some drawers lost their original shape, making them unsuitable for their predetermined place, was their essential dissonance with the animated heart of this particular macro-structure, which functioned from the outset on the basis of genetically-determined specifications. Foreseen, of course, in these specifications, was the possibility also of deviations, in much the same way as a statistical study takes into account the margin of error. But when the moment came for these deviations to go into the corresponding drawer, and for this in its turn to be put tidily in its place, the shape of the micro-structure, altered as it was, had to adapt as best it could. The wound – because deviations of this kind are wounds – suppurated, of course, but this happened inside the drawer and the unpleasant odours were trapped in its confined space, at least for as long as it stayed closed. What remained obvious was the clumsily neatened shape, indication that the flimsy piece of furniture was, once again, an unfinished and therefore tortured creation. In those cases in which the creation became aware of its suffering, the piece of furniture was often shaken by secret storms – but there were also the happy cases of obliviousness or of stoic forbearance; in these the shakings were rare and the piece of furniture continued its flimsy course, not harmonious, not perfect, but quite satisfied.

        In a final effort, the misshapen drawer was pushed into its place. The one next to it had already begun to fill up.

Translated by Alexandra Doumas

 

Source: And Tomorrow is Now (εκδ. Ρώμη, 2016)

Stavroula Tsouprou (Athens) holds a doctorate in Greek Literature from the National and Capodistrian University of Athens, as well as language diplomas in English, French, Italian, German and Spanish. Systematically involved with Literature Theory, she has published studies on earlier and contemporary prose-writers and poets. She is a regular contributor to the daily and periodical press. Three volumes of her essays have been published: Tasos Athanasiadis:”With the eyes of our generation”The “childis” stories of Cosmas Politis and Trial Readings. Her first fictional work is the collection of short stories They’re looking at you (Grigoris Editions 2013)


 

Διαφημίσεις

Σταυρούλα Τσούπρου: Στὴν θέση του


Σταυρούλα Τσούπρου


Στὴν θέ­ση του


Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ κα­λύ­πτει ὁ­λό­κλη­ρο τὸν τοῖ­χο, σὲ ὕ­ψος καὶ σὲ μῆ­κος, ἑ­νὸς με­γά­λου πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δου σα­λο­νιοῦ αὐ­τὸ τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, τὸ φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ πλῆ­θος συρ­τά­ρια. Συρ­τά­ρια πού, ὅ­μως, δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἴ­δια. Ἄλ­λα ἦ­ταν μι­κρὰ καὶ ἄλ­λα με­γά­λα, ἄλ­λα κλει­δω­μέ­να καὶ ἄλ­λα ξε­κλεί­δω­τα, καὶ σὲ ἄλ­λα ὁ χῶ­ρος πρὸς πλή­ρω­ση ἔ­χα­σκε ἀ­δεια­νός, ἕ­τοι­μος, ὡ­στό­σο, γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χή, ὅ­πως τὸ θη­κά­ρι ποὺ προ­σμέ­νει τὸ σπα­θὶ γιὰ τὸν και­ρὸ τῆς εἰ­ρή­νης. Κά­ποι­α ἀ­νά­με­σά τους, μά­λι­στα, ἦ­ταν χρω­μα­τι­στὰ – γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­χαν ὑ­πάρ­ξει χρω­μα­τι­στά, δι­ό­τι, τώ­ρα πιά, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα, εἶ­χαν ἀ­πω­λέ­σει ἐ­κεί­νη τὴν πα­λιὰ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζουν τὸ πλου­μι­στὸ φῶς τῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς πη­γῆς· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο δι­ά­στη­μα, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, αὐ­τὴ ἡ πο­λύ­τι­μη ἰ­δι­ό­τη­τα χα­νό­ταν καὶ τὰ συρ­τά­ρια ἐ­πέ­στρε­φαν στὴν κοι­νή, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­χρω­μί­α τους, ποὺ ἄλ­λο­τε πλη­σί­α­ζε στὸ γκρί, ἄλ­λο­τε στὸ μπὲζ καὶ ἄλ­λο­τε στὸ μο­λυ­βί. Ἔ­τσι, οἱ ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς δι­α­φο­ρὲς τους ἑ­στι­ά­ζον­ταν, πλέ­ον, στὸ μέ­γε­θος, ἢ στὸν ὄγ­κο, καὶ στὶς κλει­δω­νι­ές, καί, βέ­βαι­α, στὴν κα­τά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α εἶ­χαν κα­τα­φέ­ρει νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὸ σχῆ­μα τους με­τὰ τὴν το­πο­θέ­τη­σή τους· αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἦ­ταν πο­λὺ βα­σι­κό.

        Τὰ πιὸ με­γά­λα βρί­σκον­ταν στὴν βά­ση τοῦ ἐ­πί­πλου· κα­νείς, ὅ­μως, πο­τέ, δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ πεῖ ἂν ἦ­ταν τὰ πιὸ βα­ριὰ ἢ τὰ πιὸ ἐ­λα­φριά (τὸ ἔ­πι­πλο, ἐν­νο­εῖ­ται, δὲν ὑ­πα­γό­ταν στοὺς φυ­σι­κοὺς νό­μους καὶ ἄ­ρα δὲν κιν­δύ­νευ­ε νὰ χά­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α του), τὰ πιὸ πλού­σια ἢ τὰ πιὸ βα­ρε­τά – τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους ἦ­ταν ἀ­πρό­σι­το, κλει­δω­μέ­νο γιὰ πάν­τα, προ­φυ­λαγ­μέ­νο μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα μά­τια, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὰ κα­λο­προ­αί­ρε­τα ἐ­πί­σης. Τὸ κλει­δὶ αὐ­τῶν τῶν συρ­τα­ρι­ῶν δὲν βρι­σκό­ταν που­θε­νὰ καὶ τὰ πνευ­μα­τι­κὰ δι­και­ώ­μα­τά τους τὰ εἶ­χε τὸ Ἄ­γνω­στο, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νο μέ­σα στοὺς αἰ­ῶ­νες. Ὅ­σο οἱ σει­ρὲς ἀ­νέ­βαι­ναν σὲ ὕ­ψος, ὁ ὄγ­κος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν μί­κραι­νε· ἡ σύν­θε­ση τῶν πε­ρι­ε­χο­μέ­νων τους ποί­κιλ­λε, γε­γο­νὸς ποὺ τὰ δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σε. Αὐ­τὴ ἡ ποι­κι­λί­α ἦ­ταν μί­α ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­α­φο­ρά, μὴ ὁ­ρα­τὴ γιὰ τὸν ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ πα­ρα­τη­ρη­τή, ὅ­πως, ἄλ­λω­στε, καὶ τὸ βά­ρος τους: μό­νον ὅ­ποι­ος τὰ ἄ­νοι­γε, ἕ­να πρὸς ἕ­να, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ γιὰ αὐ­τὲς τὶς κρυ­φὲς ἀν­τι­θέ­σεις, ἢ καὶ τὶς κρυ­φὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες, πα­ραλ­λα­γὲς ἢ δι­α­κυ­μάν­σεις, καί, στὴν συ­νέ­χεια, νὰ κρί­νει (ἂν τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε κά­τι τέ­τοι­ο) πό­σο ἡ σύν­θε­ση τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἐκ­δη­λω­νό­ταν στὸ σύ­νο­λο, στὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ ἐ­πί­πλου κα­τὰ τὴν κί­νη­σή του στὸν χῶ­ρο. Οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ κλει­δο­κρά­τωρ δὲν ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το ὅ­τι θὰ ἀ­σχο­λεῖ­το μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐ­πί­πο­νη ἐρ­γα­σί­α, ἔ­τι μᾶλ­λον πού, συ­χνά, ἄ­φη­νε τὰ κλει­διὰ νὰ κρέ­μον­ται ἀ­πὸ τὸ σπαγ­κά­κι τους ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ συρ­τά­ρια, ξε­χνών­τας, κά­πο­τε, καὶ νὰ τὰ κλει­δώ­σει, ὅ­ταν τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἦ­ταν ἄ­νευ ση­μα­σί­ας ἢ δὲν πα­ρου­σί­α­ζε κά­τι τὸ ἀ­ξι­ό­μεμ­πτο.

        Ἡ με­γά­λη ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα, λοι­πόν, ἦ­ταν ἡ κα­τά­στα­ση τοῦ σχή­μα­τος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν, τὰ ὁ­ποῖ­α, ξε­χά­σα­με νὰ ποῦ­με πώς, ἦ­ταν κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ἀ­πὸ ὑ­λι­κὸ εὔ­πλα­στο κα­τὰ τὰ πρῶ­τα χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα τοῦ βί­ου τους, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ συρ­τά­ρι νὰ μπο­ρεῖ νὰ συμ­πι­έ­ζε­ται, ἂν ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν θέ­ση ποὺ τοῦ προ­ο­ρι­ζό­ταν, ὥ­σπου νὰ χω­νευ­τεῖ, τε­λι­κά, ἐ­κεῖ, πρὶν ἡ πο­λυ­και­ρί­α τὸ κα­ταν­τή­σει ἄ­καμ­πτο. Ὡ­στό­σο, αὐ­τὰ τὰ κα­κο­φορ­μα­ρι­σμέ­να συρ­τά­ρια κα­τέ­στρε­φαν τὴν ἁρ­μο­νί­α τοῦ συ­νό­λου (κά­ποι­ος ἄλ­λος θὰ ἔ­λε­γε ἴ­σως πώς, ἁ­πλῶς, δι­α­σκέ­δα­ζαν τὴν ὁ­μοι­ο­μορ­φί­α του).

        Ὁ λό­γος ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ ἀρ­χι­κὸ σχῆ­μα κά­ποι­ων συρ­τα­ρι­ῶν πα­ρα­μορ­φω­νό­ταν, κα­θι­στών­τας τα ἀ­κα­τάλ­λη­λα γιὰ τὴν προ­α­πο­φα­σι­σμέ­νη θέ­ση τους, ἦ­ταν ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ ἀ­συμ­φω­νί­α τους μὲ τὸν ἔμ­ψυ­χο πυ­ρή­να τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης μα­κρο­δο­μῆς, ἡ ὁ­ποί­α λει­τουρ­γοῦ­σε ἐξ ὑ­παρ­χῆς βά­σει γε­νε­τι­κὰ δο­σμέ­νων προ­δι­α­γρα­φῶν. Στὸ πλαί­σιο αὐ­τῶν τῶν προ­δι­α­γρα­φῶν, προ­βλε­πό­ταν, φυ­σι­κά, καὶ ἡ δυ­να­τό­τη­τα ἀ­πο­κλί­σε­ων, μὲ τὸν ἴ­διο, πε­ρί­που, τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μιὰ στα­τι­στι­κὴ με­λέ­τη ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὴν πι­θα­νό­τη­τα τοῦ λά­θους. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ἐρ­χό­ταν ἡ στιγ­μὴ οἱ ἀ­πο­κλί­σεις αὐ­τὲς νὰ μποῦν στὸ ἀν­τί­στοι­χο συρ­τά­ρι καὶ αὐ­τὸ μὲ τὴν σει­ρά του νὰ τα­κτο­ποι­η­θεῖ στὴν θέ­ση του, τὸ σχῆ­μα τῆς μι­κρο­δο­μῆς, ἀλ­λοι­ω­μέ­νο κα­θὼς ἦ­ταν, ἐ­πι­βαλ­λό­ταν νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ ὅ­πως ὅ­πως. Ἡ πλη­γή, δι­ό­τι τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­πο­κλί­σεις εἶ­ναι πλη­γές, κα­κο­φόρ­μι­ζε, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ γι­νό­ταν ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ οἱ δυ­σά­ρε­στες ὀ­σμὲς φυ­λα­κί­ζον­ταν στὸν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χῶ­ρο τους, γιὰ τὸ δι­ά­στη­μα, του­λά­χι­στον, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸ συρ­τά­ρι πα­ρέ­με­νε κλει­στό. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­πό­με­νε ἐμ­φα­νὲς ἦ­ταν τὸ ἄ­γαρ­μπα συμ­μα­ζε­μέ­νο σχῆ­μα, ἔν­δει­ξη ὅ­τι τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, γιὰ μί­α ἀ­κό­μη φο­ρά, συ­νι­στοῦ­σε ἕ­να ἀ­τε­λές, καὶ γι’ αὐ­τὸ βα­σα­νι­σμέ­νο, δη­μι­ούρ­γη­μα. Στὶς πε­ρι­πτώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες τὸ δη­μι­ούρ­γη­μα ἀ­πο­κτοῦ­σε συ­νεί­δη­ση τοῦ βα­σα­νι­σμοῦ του, τὸ ἔ­πι­πλο κλυ­δω­νι­ζό­ταν πο­λὺ συ­χνὰ ἀ­πὸ μυ­στι­κὲς κα­ται­γί­δες – ἀλ­λὰ ὑ­πῆρ­χαν καὶ οἱ μα­κά­ρι­ες πε­ρι­πτώ­σεις τῆς ἄ­γνοι­ας ἢ τῆς στω­ι­κῆς καρ­τε­ρι­κό­τη­τας· σὲ αὐ­τές, οἱ κλυ­δω­νι­σμοὶ ἦ­ταν σπά­νιοι καὶ τὸ ἔ­πι­πλο συ­νέ­χι­ζε τὴν ἀ­έ­ρι­νη πο­ρεί­α του, ὄ­χι ἁρ­μο­νι­κό, ὄ­χι τέ­λει­ο, ἀλ­λὰ ἀρ­κε­τὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο.

        Ἔ­σπρω­ξε μὲ μί­α τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια τὸ ἀ­σου­λού­πω­το συρ­τά­ρι στὴν θέ­ση του. Τὸ δι­πλα­νό του εἶ­χε ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ γε­μί­ζει.



Πη­γή: Καὶ τὸ αὔ­ριο τώ­ρα εἶ­ναι, (ἐκδ. Γρη­γό­ρη, 2017)

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).


Σταυρούλα Τσούπρου: Ἐκτὸς διαδρομῆς


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Ἐ­κτὸς δι­α­δρο­μῆς


Στὴν Ἡρὼ Νικοπούλου

μὲ ἀφορμὴ τὸ ὁμότιτλο ζωγραφικὸ της ἔργο

 

ΗΜΕΡΑ ΗΤΑΝ ἡ ὁ­ρι­σμέ­νη μέ­ρα. Σή­με­ρα θὰ ἐ­πι­χει­ροῦ­σε νὰ ἀλ­λά­ξει τὴν συ­νη­θι­σμέ­νη κα­θη­με­ρι­νὴ πο­ρεί­α του σὲ μί­α ἀ­κρο­βα­σί­α ἐ­κτὸς δι­α­δρο­μῆς. Σή­με­ρα θὰ ἔ­κα­νε τὴν πρώ­τη του ἀ­το­μι­κὴ προ­σπά­θεια, χω­ρὶς κοι­νό, ἤ, μᾶλ­λον, μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ὡς μό­νο καὶ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ θε­α­τή· θε­α­τὴ καὶ θε­ώ­με­νο συ­νά­μα.

         Ὅ­λα ἦ­ταν κα­νο­νι­σμέ­να. Τὸ εἰ­δι­κὸ σκοι­νὶ εἶ­χε τεν­τω­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ δύ­ο με­γα­θή­ρια ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν προ­η­γου­μέ­νη. Χω­ρὶς νὰ τὸν ἀν­τι­λη­φθεῖ κα­νείς, τὸ εἶ­χε στε­ρε­ώ­σει στὶς φτι­αγ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο ὑ­πο­δο­χές, ὅ­πως εἶ­χε δεῖ τό­σες φο­ρὲς νὰ γί­νε­ται στὴ δου­λειά του, στὸ τσίρ­κο, ἀ­πὸ τοὺς τε­χνι­κούς. Ἂν πε­τύ­χαι­νε ἐ­τού­τη ἡ ἀ­πό­πει­ρα, θὰ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν ἴ­δια δι­α­δι­κα­σί­α, με­θο­δι­κὰ καὶ μὲ ὑ­πο­μο­νή, καὶ στὰ ὑ­πό­λοι­πα ψη­λὰ κτή­ρια τῆς πό­λης. Ἦ­ταν τό­σα πολ­λά. Ἔ­φτα­ναν γιὰ μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ή. Γιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν δι­κή του ζω­ή, του­λά­χι­στον.

         Πλύ­θη­κε, ἔ­φα­γε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πρω­ι­νὸ καὶ ἔ­κα­νε τὴν του­α­λέ­τα του σχο­λα­στι­κά, χω­ρὶς ἄγ­χος. Τὰ πράγ­μα­τα εἶ­χαν μπεῖ σὲ μιὰ σει­ρά. Οἱ ἀ­πο­φά­σεις εἶ­χαν παρ­θεῖ.

         Ξε­κρέ­μα­σε τὴν φο­ρε­σιά του καὶ τὴν χά­ζε­ψε γιὰ λί­γο. Ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ἡ­μέ­ρες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει δὲν χόρ­ται­νε νὰ τὴν κοι­τά­ζει. Τὸ στε­νὸ ἐ­λα­στι­κὸ πο­δη­λα­τι­κὸ παν­τε­λο­νά­κι ἦ­ταν τὸ κα­τάλ­λη­λο μαῦ­ρο φόν­το γιὰ τὴν ἀ­ρα­δω­τὴ ἄ­σπρο-μαῦ­ρο καὶ φω­σφο­ρι­ζὲ πορ­το­κα­λὶ μπλού­ζα του μὲ τὰ ἀ­σορ­τὶ ἀ­θλη­τι­κὰ πο­δη­λα­τι­κὰ πα­πού­τσια. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ πα­ρο­μοιά­ζει τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ ἀ­γρι­ο­μέ­λισ­σα (ὄ­χι μὲ σφή­κα) ποὺ θὰ πε­τοῦ­σε μὲ τὸν δι­κό της τρό­πο πά­νω ἀ­πὸ τὸ τσι­μέν­το στὸν ἀ­νοι­χτὸ οὐ­ρα­νό, ἐ­λεύ­θε­ρη πιὰ ἐ­πι­τέ­λους ἀ­πὸ τὶς σκι­ὲς τῶν κτι­ρί­ων.

         Ντύ­θη­κε καὶ ἄ­λει­ψε τὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ γυ­μνὰ ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός του μὲ ἕ­να κα­λὸ ἀν­τη­λια­κό. Ἔ­στω καὶ τὰ ἐ­λα­φρᾶς μορ­φῆς ἐγ­καύ­μα­τα δὲν θὰ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν πα­ρά­ση­μο.

         Ἦ­ταν ἕ­τοι­μος. Ἔ­ξω εἶ­χε ξη­με­ρώ­σει γιὰ τὰ κα­λά. Πῆ­ρε τὸ πο­δή­λα­τό του καὶ ἀ­νέ­βη­κε μὲ τὸν ἀ­νελ­κυ­στή­ρα στὴν τα­ρά­τσα. Αὐ­τὴν τὴν φο­ρά, λοι­πόν, θὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τῆς δου­λειᾶς του ὄ­χι γιὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, οὔ­τε γιὰ τὸν συ­χνὰ ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νο ἴ­λιγ­γο τοῦ κιν­δύ­νου, ἀλ­λὰ ὡς δι­έ­ξο­δο πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Θὰ δού­λευ­ε γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α του. Τί πιὸ πρω­τό­τυ­πο ἀ­πὸ αὐ­τό;

         Βε­βαι­ώ­θη­κε ὅ­τι ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς ἀ­νά­κλη­σης λει­τουρ­γοῦ­σε σω­στά. Εἶ­χε συν­δέ­σει τὸν δι­α­κό­πτη ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε τὴν πα­λιν­δρο­μι­κὴ κί­νη­ση τοῦ πο­δη­λά­του του μὲ τὸ φρέ­νο καὶ τὸ τι­μό­νι. Ἂν κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀν­τὶ νὰ γεί­ρει θὰ γύ­ρι­ζε κα­τευ­θεί­αν πί­σω.

         Ἕ­νας μό­νον ἦ­ταν ὁ φό­βος του. Ἕ­νας, ἀλ­λὰ φαρ­μα­κε­ρός. Ἂν μπλο­κά­ρι­ζε ὁ μη­χα­νι­σμός, θὰ ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ κτή­ρια ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κά, πά­λι καὶ πά­λι, ἱ­πτά­με­νος πο­δη­λά­της αἰχ­μά­λω­τος τῆς δί­ψας του γιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ὥ­σπου κά­ποι­ος νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν ἀ­πεγ­κλω­βί­σει ἀ­π’ τὸ κε­νό.

         Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τό­σο πο­λὺ τὸν εἶ­χε τυ­ραν­νή­σει αὐ­τὸς ὁ φό­βος ὅ­λον τὸν και­ρὸ κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­ταν τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά του, ὥ­στε εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­ξοι­κει­ώ­νε­ται μὲ τὴν ἰ­δέ­α. Κα­λύ­τε­ρα νὰ πα­λιν­δρο­μεῖ στοὺς αἰ­θέ­ρες πα­ρὰ στοὺς δρό­μους καὶ στὰ πε­ζο­δρό­μια, στὰ δω­μά­τια καὶ στὶς πλα­τεῖ­ες, ἐ­κεῖ κά­τω χα­μη­λά, στὴν σκιὰ τῶν τσι­μέν­των. Θὰ τὸν ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν κά­ποι­α στιγ­μή, θὰ τὸν ἀ­παγ­κί­στρω­ναν, ζων­τα­νὸ ἢ νε­κρό. Μέ­χρι τό­τε, θὰ εἶ­χε προ­λά­βει νὰ εἰ­σπνεύ­σει ἀρ­κε­τὴ ξε­νοια­σιά, ἀρ­κε­τὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιὰ ὅ­λα, ἀρ­κε­τὴ ἠ­ρε­μί­α τοῦ μυα­λοῦ καὶ τῶν ἐ­σω­τε­ρι­κῶν του ὀρ­γά­νων. Μέ­σω τῆς δου­λειᾶς του στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Θὰ τὸ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει. Τοῦ ἄ­ρε­σε πάν­το­τε τό­σο πο­λὺ ἡ πο­δη­λα­σί­α στὰ ψη­λά. Θὰ ἦ­ταν ἕ­να ὡ­ραῖ­ο ἀν­τί­ο.

         Πεν­τὰλ καὶ φύ­γα­με…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

 

Πίνακας τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου ἀπὸ τὴν ζωγραφικὴ ἐνότητα Ἡ ἄλλη πόλη.

Σταυρούλα Τσούπρου: Τὸ ένδιαφέρον ἤ τὸ τηλεφώνημα

Anastasia-883x102412


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἢ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα

(Ἀ­λη­θι­νὴ ἱ­στο­ρί­α)


02-SigmaΑΡΑΝΤΑ ΠΕΝΤΕ. Τέσ­σε­ρα γιὰ τὶς δε­κα­ε­τί­ες καὶ πέν­τε γιὰ τὰ ἔ­τη. Γιὰ τὶς μο­νά­δες αὐ­τὲς ποὺ πέ­φτουν ἅ­παξ κά­θε χρό­νο, μει­ώ­νον­τας κα­τὰ τί τὸ πα­ρά­στη­μά της – ὄ­χι μό­νον τὸ δι­κό της, φυ­σι­κά, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λων τῶν ἄλ­λων· ἐ­λατ­τώ­νον­τας τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ τὴν χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ἀ­πὸ τὴ φι­λό­ξε­νη γῆ.

           Σα­ράν­τα πέν­τε. Πα­ρά­ξε­νο – ἀλ­λὰ πά­λι, ὄ­χι καὶ τό­σο, ἂν τὸ κα­λο­σκε­φτεῖς καὶ τὸ φι­λο­σο­φή­σεις – πῶς αὐ­τὲς οἱ μο­νά­δες, ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται ἀ­πα­ράλ­λα­κτα προ­κει­μέ­νου νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σουν τὴν ἑ­κά­στο­τε δε­κα­ε­τί­α, ἄρ­χι­σαν, με­τὰ τὰ σα­ράν­τα, νὰ βα­ραί­νουν στὸ σῶ­μα της καὶ τὸ μυα­λὸ της πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι πα­λαι­ό­τε­ρα. Ἡ πρώ­τη ἦ­ταν καὶ ἕ­να πρῶ­το με­γά­λο σόκ· ξε­πε­ρά­στη­κε, ὅ­μως, εὔ­κο­λα, για­τί ἦ­ταν πο­λὺ κον­τὰ στὴν ἀρ­χή, σχε­δὸν ἡ ἀρ­χὴ ἡ ἴ­δια. Ἡ δεύ­τε­ρη χρει­ά­στη­κε τὸν δι­κό της χρό­νο γιὰ νὰ ἐμ­πε­δω­θεῖ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ μέ­ση ἡ­λι­κί­α ἦ­ταν ἐ­δῶ, πα­ρούσα καὶ ἀ­μεί­λι­κτη, ἀλ­λά, πάν­τως, καὶ πά­λι, ὄ­χι πο­λὺ φα­νε­ρή. Ἡ τρί­τη ἄρ­χι­σε νὰ ψελ­λί­ζει ὅ­τι τὰ ψέ­μα­τα τε­λεί­ω­ναν καὶ ὅ­τι ὁ­δεύ­ου­με στα­θε­ρὰ πρὸς τὴν κο­ρύ­φω­ση καί, ἄ­ρα, ἔ­πει­τα, πρὸς τὸν δρό­μο τὸν κα­τη­φο­ρι­κό του βί­ου. Ἡ τέ­ταρ­τη, σὰν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη πιὰ ἀ­πὸ και­ρό, προ­δι­έ­θε­τε σι­γὰ σι­γὰ γιὰ τὴν γεύ­ση τῆς πί­κρας, τῆς πι­κρῆς συ­νει­δη­το­ποί­η­σης ὅ­τι πολ­λὲς ἄλ­λες καὶ εἶ­ναι καὶ φαί­νον­ται νε­ό­τε­ρες, καὶ εἶ­ναι καὶ φαί­νον­ται πιὸ πο­θη­τές, καὶ ἔ­χουν καὶ φαί­νον­ται πὼς ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρα χρο­νι­κὰ πε­ρι­θώ­ρια νὰ πραγ­μα­τώ­σουν τὸν ἑ­αυ­τό τους στὴν ζω­ή· ἀρ­κεῖ νὰ τὸ θέ­λουν.

           Τὸ κου­δού­νι­σμα τοῦ τη­λε­φώ­νου, σὲ στιγ­μὴ ὄ­χι πο­λὺ ἀ­κα­τάλ­λη­λη, τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ στα­μα­τή­σει τὸ μεμ­ψί­μοι­ρο μέ­τρη­μα καί, ἀ­φοῦ κοι­τά­ξει τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση κλή­σης, νὰ ση­κώ­σει τὸ ἀ­κου­στι­κό.

           — Πα­ρα­κα­λῶ.

           — Ἡ κυ­ρί­α Ἀγ­γε­λι­κή;

           — Μά­λι­στα, ἀ­πάν­τη­σε ἀ­νό­ρε­χτα. Ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση, πρίν, τῆς κλή­σης καί, τώ­ρα, τῆς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς εὐ­γέ­νειας τὴν προ­ε­τοί­μα­ζαν γιὰ μί­α ἀ­κό­μη μο­νό­λε­πτη συν­δι­ά­λε­ξη.

           — Πῶς εἶ­στε, κυ­ρί­α Ἀγ­γε­λι­κή μου; Εἶ­στε κα­λά;

           Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση, καὶ κυ­ρί­ως ὁ τρό­πος τῆς ἐκ­φώ­νη­σής της, τὴν ξαφ­νί­α­σε λί­γο. Ἐ­νῶ ἡ ἄ­με­ση, προ­σω­πι­κὴ ἕ­ως καὶ φι­λι­κὴ ἀ­πεύ­θυν­ση τῶν σύγ­χρο­νων τη­λε­πλα­σι­ὲ παν­το­ει­δῶν προ­ϊ­όν­των καὶ ὑ­πη­ρε­σι­ῶν εἶ­χε κα­τα­λή­ξει πιὰ νὰ εἶ­ναι μί­α ἀ­να­με­νό­με­νη ὅ­σο καὶ εὐ­ερ­μή­νευ­τη δι­α­φη­μι­στι­κὴ στρα­τη­γι­κή, τὸ θερ­μὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ποὺ ἐ­πε­δεί­κνυ­ε ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἐ­ρώ­τη­ση καὶ ὁ ἀ­πρό­σμε­νος τό­νος της ἦ­ταν μᾶλ­λον ἀ­συ­νή­θι­στα. Ἡ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ εὐ­γέ­νεια ἐ­ξε­λισ­σό­ταν, λοι­πόν, σὲ εὐ­γέ­νεια ψυ­χῆς; Δυ­σκο­λευ­ό­ταν νὰ τὸ πι­στέ­ψει.

           — «Πό­θεν ἡ οἰ­κει­ό­της;», σκέ­φθη­κε, ὡς ἐκ τού­του, νὰ ρω­τή­σει, ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως τὸ με­τά­νι­ω­σε. Ἀντ’ αὐ­τοῦ, μί­α πο­λὺ πιὸ ἐ­ρε­θι­στι­κὴ ἀ­τά­κα πέ­ρα­σε κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὸν νοῦ στὴν γλώσ­σα της.

           — Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς δὲν εἶ­μαι καὶ πο­λὺ κα­λά, τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α.

           — Μὰ για­τί; ὑ­πο­χρε­ώ­θη­κε νὰ συ­νε­χί­σει τὴν ἐ­πί­δει­ξη ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἡ τη­λε­πλα­σι­έ.

           — Θὰ σᾶς πῶ – ὑ­πο­θέ­τω πὼς ἔ­χε­τε λί­γο χρό­νο. Ἐ­πι­τρέψ­τε μου, κα­τ’ ἀρ­χάς, μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση. Πό­σων χρο­νῶν εἶ­στε;

           — Εἴ­κο­σι ἕ­ξι.

           — Παν­τρε­μέ­νη;

           — Φρε­σκο­παν­τρέ­με­νη κι­ό­λας.

           — Ἄ, τί ὡ­ραῖ­α! Νὰ ζή­σε­τε!

           — Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με!

           — Ἄ­ρα παι­δά­κια δὲν ἔ­χε­τε. Ἢ μή­πως κά­να­τε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς γα­μο­βα­φτί­σεις ποὺ συ­νη­θί­ζον­ται τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό;

           — Χά, χά.

           — Γε­λᾶ­τε ἐ;

           — Γε­λά­ω, ναί. Ἁ­πλά, ξέ­ρε­τε… ἐ­γὼ σᾶς τη­λε­φώ­νη­σα γιὰ νὰ σᾶς ἐ­νη­με­ρώ­σω γιὰ ἕ­να οἰ­κο­νο­μι­κὸ πα­κέ­το…

           — Βέ­βαι­α, βέ­βαι­α. Τὸ γνω­ρί­ζω, τὴν δι­έ­κο­ψε. Μοῦ ἔ­χουν ξα­να­μι­λή­σει σχε­τι­κά. Δὲν μὲ πο­λυ­εν­δι­έ­φε­ρε τό­τε. Ἀλ­λὰ ποῦ ξέ­ρε­τε; Σή­με­ρα μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὲ πεί­σε­τε, συμ­πλή­ρω­σε μὲ πο­νη­ριά.

           — Λοι­πόν…

           — Λοι­πόν, δὲν μοῦ ἀ­παν­τή­σα­τε. Ἔ­χε­τε ἢ δὲν ἔ­χε­τε παι­δά­κια;

           — Ὄ­χι ἀ­κό­μα. Λοι­πόν, γιὰ τὸ πα­κέ­το…

           — Θὰ  τὰ ποῦ­με καὶ γιὰ τὸ πα­κέ­το. Μοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ ἐν­τύ­πω­ση, δε­σποι­νίς… κυ­ρί­α… μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, μοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε, ποὺ λέ­τε, ἡ ἐν­τύ­πω­ση, στὴν ἀρ­χὴ τοῦ τη­λε­φω­νή­μα­τός σας, δι­ορ­θῶ­στε με ἂν κά­νω λά­θος, ὅ­τι εἴ­χα­τε ἕ­να πιὸ προ­σω­πι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Θὰ γε­λά­στη­κα…

           — Ὄ­χι, ὄ­χι, δὲν γε­λα­στή­κα­τε.

           — Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι… Για­τί νὰ ἔ­χε­τε πιὸ προ­σω­πι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ μέ­να εἰ­δι­κά; Ἀ­φοῦ δὲν μὲ ξέ­ρε­τε.

           — Ναί, δὲν σᾶς ξέ­ρω. Ἀλ­λὰ γιὰ ὅ­λους τοὺς πε­λά­τες μας ἤ, τέ­λος πάν­των, τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους πε­λά­τες μας ἐν­δι­α­φε­ρό­μα­στε. Σω­στά τὸ ἀν­τι­λη­φθή­κα­τε.

           — Ἄ, τί κα­λά. Τυ­χε­ροὶ οἱ πε­λά­τες σας.

           — Εὔ­χο­μαι νὰ γί­νε­τε καὶ ἐ­σεῖς μί­α ἀ­πὸ τὶς πε­λά­τισ­σές μας. Λοι­πόν, ἡ ἑ­ται­ρεί­α μας…

           — Ὤ­χου πά­λι γιὰ τὴν ἑ­ται­ρεί­α σας, δυ­σα­να­σχέ­τη­σε.

           — Μὰ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δου­λειά μου, ἀ­πάν­τη­σε δει­λὰ ἡ τη­λε­πλα­σι­έ.

           — Ἐ­φό­σον αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δου­λειά σας, δε­σποι­νίς, κυ­ρί­α, μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, νὰ πε­ρι­ο­ρι­στεῖ­τε σ’ αὐ­τήν, πα­ρα­κα­λῶ. Καὶ ὄ­χι νὰ μᾶς πα­ρα­μυ­θι­ά­ζε­τε μὲ τὸ ψεύ­τι­κο ἐν­δι­α­φέ­ρον σας – ἔ­κα­νε τὴν ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη. Καὶ συ­νέ­χι­σε, ἀ­νε­βά­ζον­τας τοὺς τρα­γι­κοὺς τό­νους τοῦ ὑ­πο­κρι­τι­κοῦ τα­λέν­του της (για­τί, ὅ­πως φαί­νε­ται, εἶ­χε τα­λέν­το): Σᾶς πί­στε­ψα, ξέ­ρε­τε.

           —  Καὶ πο­λὺ κα­λὰ κά­να­τε. Ἀλ­λὰ ὁ χρό­νος ποὺ ἔ­χου­με γιὰ τὶς τη­λε­φω­νι­κὲς κλή­σεις εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νος.

           —  Θὰ θέ­λα­τε νὰ βρε­θοῦ­με κά­που ἔ­ξω, λοι­πόν; Γιὰ ἕ­ναν κα­φέ;

            Δι­α­βο­λε­μέ­νη ἰ­δέ­α. Ἡ ἄλ­λη θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­χε στρι­μω­χτεῖ γιὰ τὰ κα­λά. Πό­σο πο­λὺ τὸ ἤ­θε­λε, νὰ που­λή­σει αὐ­τὸ τὸ ρη­μά­δι τὸ οἰ­κο­νο­μι­κὸ πα­κέ­το;

           — Για­τί ὄ­χι;

           — Ἐ­κτὸς ἂν μὲ παίρ­νε­τε γιὰ γριά. Εἶ­μαι 45 χρο­νῶν.

           — Γριά; Μὰ τί λέ­τε; Τὸ πα­κέ­το μας…

           — Ὤχ, ἀ­φῆ­στε με πιὰ μὲ τὸ πα­κέ­το σας.

           Δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν, ὑ­πο­κρι­τι­κὰ ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη καὶ πά­λι, φρά­ση της, ὅ­ταν ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἡ γραμ­μὴ εἶ­χε κλεί­σει στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη. Ἡ συ­νο­μι­λή­τριά της εἶ­χε ἀ­γα­να­κτή­σει – στ’ ἀ­λή­θεια ὅ­μως.

           Δὲν πει­ρά­ζει. Εἴ­κο­σι ἕ­ξι. Μό­νον δύ­ο γιὰ τὶς δε­κα­ε­τί­ες καὶ ἕ­ξι γιὰ τὰ ἔ­τη. Ἔ­χει πο­λὺ χρό­νο νὰ τὸ ξε­πε­ρά­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Οἱ ἀντίχειρες τῶν παλαιῶν θεῶν (ἐκδ. Ρώμη, 2015)


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου 
(Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της:  Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

 

Σταυρούλα Τσούπρου: Ἡ ἐκστρατεία

εικονα-02

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Ἡ ἐκ­στρα­τεί­α


02-OmikronΤΑΝ ΘΑ ΞΥΠΝΗΣΩ, δὲν θὰ θέ­λει πιά. Δὲν θὰ μ’ ἀ­φή­νει πά­λι. Θὰ τὴν πά­ρει πί­σω τὴν ἄ­δεια ποὺ μό­λις μοῦ ἔ­δω­σε. Χαί­ρο­μαι τώ­ρα. Ἀ­να­κού­φι­ση. Ἀ­γαλ­λί­α­ση με­γά­λη. Μπο­ρῶ κι ἐ­γώ. Θ’ ἀ­πο­κτή­σω κι ἐ­γώ. Ὅ­πως ὅ­λοι. Κλαί­ω τώ­ρα. Κλαί­ω ἀ­πὸ χα­ρά. Ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι, μέ­σα στὴν κοι­μι­σμέ­νη ἐ­γρή­γορ­σή μου, τὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ τοι­χώ­μα­τα τοῦ λαι­μοῦ νὰ συ­σπῶν­ται μὲ λυγ­μό, τὴν ἀ­νά­σα μου νὰ κον­ταί­νει.

       Δὲν θὰ μ’ ἀ­φή­σει, ὅ­μως, ὅ­ταν ξυ­πνή­σω. Στὸν ὕ­πνο μου μό­νο μοῦ χα­μο­γε­λᾶ καὶ ὑ­πο­χω­ρεῖ, μα­λα­κώ­νει ὅ­σο χρει­ά­ζε­ται τὴν πρω­τι­νὴ σκλη­ρὴ στά­ση του. Ἀλ­λὰ δὲν ἔ­φται­γε αὐ­τὸς πρίν. Τὸ ξέ­ρω. Ὄ­χι ἐ­πει­δή μοῦ τὸ λέ­ει ἐ­κεῖ­νος, τὸ γνω­ρί­ζω κι ἐ­γώ. Δὲν ἔ­φται­γε. Ἡ μει­ο­νε­ξί­α εἶ­ναι δι­κή μου. Δι­κή μου ἡ εὐ­θύ­νη. Δι­κή μου ἡ ἀ­νημ­πό­ρια. Ἀλ­λά, μὲς στὸ ὄ­νει­ρο, οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις μου, φαί­νε­ται, ἠ­χοῦ­σαν πει­στι­κές. Οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις γιὰ ἀλ­λα­γὴ καὶ συμ­μόρ­φω­ση μὲ τὰ κοι­νῶς πα­ρα­δε­δεγ­μέ­να.

       Τέρ­μα πιὰ οἱ ὑ­πο­χον­δρί­ες καὶ ἡ ἀρ­ρω­στο­φο­βί­α. Τέρ­μα οἱ ἀ­να­σφά­λει­ες. Γιὰ νὰ θρέ­ψεις μὲ γά­λα, γιὰ νὰ πα­ρη­γο­ρή­σεις τὸ κλά­μα, γιὰ νὰ σὲ λυ­τρώ­σει ἡ θέρ­μη στὴν ἀγ­κα­λιά σου, πρέ­πει νὰ μὴν εἶ­ναι μό­νον τὸ γά­λα κα­τά­λευ­κο ἀλ­λὰ καὶ ἡ ψυ­χή σου, ὄ­χι μό­νο ἡ φω­νή σου νὰ εἶ­ναι αἰ­σι­ό­δο­ξη ἀλ­λὰ καὶ ἡ σκέ­ψη σου, ὄ­χι μό­νο τὰ μπρά­τσα σου νὰ εἶ­ναι ζε­στὰ ἀλ­λὰ καὶ ἡ καρ­διά σου – νὰ μὴν ἔ­χει πα­γώ­σει ἀ­πὸ τὴν ἔ­χθρα τοῦ κό­σμου. Σί­γου­ρο νὰ εἶ­ναι τὸ χέ­ρι ποὺ θὰ ὁ­δη­γή­σει τὰ πρῶ­τα βή­μα­τα, νὰ ἔ­χει ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸν ἑ­αυ­τό του καὶ στὴν κα­λο­σύ­νη τοῦ ἄλ­λου, νὰ ἔ­χει τὸ θάρ­ρος νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει φουρ­τοῦ­νες τοῦ νοῦ μὲ τε­ρά­στια κύ­μα­τα, ἀ­να­τα­ρά­ξεις καὶ κε­νὰ ἀ­έ­ρος γιὰ πολ­λὰ χρό­νια, ὄ­χι μό­νο τὰ νη­πια­κά, ἢ τὰ παι­δι­κὰ ἢ τὰ ἐ­φη­βι­κά. Καὶ νὰ ἔ­χει ὑ­πο­μο­νή, ὑ­πο­μο­νή, ὑ­πο­μο­νὴ με­γά­λη.

       Ἀλ­λὰ ἡ δι­κή μου ψυ­χὴ χρῶ­μα λευ­κὸ δὲν ἔ­χει. Τῆς τε­λεί­ω­σε. Ἔ­χει ἔ­γνοι­ες ποὺ τὴν σκο­τει­νιά­ζουν. (Ὅ­λων ἔ­χει) Ἔ­χει ἁ­μαρ­τί­ες ποὺ τὴν λε­ρώ­νουν. (Ὅ­λων ἔ­χει). Ἔ­χει ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α ποὺ τὴν δέ­νει σὲ κόμ­πους. (Ὅ­λων ἔ­χει). Ἔ­χει κα­κί­ες καὶ ἐμ­μο­νές. (Ὅ­λων ἔ­χει). Ἔ­χει τὸν φό­βο ὅ­τι θὰ ἀ­πο­τύ­χει κι ὅ­τι θὰ ἦ­ταν πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ἀ­να­λάμ­βα­νε μιὰ και­νούρ­για ἐκ­στρα­τεί­α ζω­ῆς, ἡ ὁ­ποί­α, μά­λι­στα, δὲν θὰ εἶ­ναι ἡ δι­κή της. (…)

       Ξύ­πνη­σα. Δὲν θὰ ἀ­πο­κτή­σω ἐ­γώ, ὅ­πως οἱ ἄλ­λοι. Ψέ­μα­τα ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρο – ἦ­ταν ὁ μύ­χιος πό­θος μου. Κι ὁ πό­θος εἶ­ναι πά­θος, εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λή, πρέ­πει νὰ τι­θα­σεύ­ε­ται. Ἐ­ξάλ­λου, δὲν ἀ­φο­ρᾶ μό­νον ἐ­μέ­να. Ἐ­γὼ ἂς πι­ῶ, ἂς πι­ῶ καὶ ἂς με­θύ­σω. Ἂς γί­νω χῶ­μα, θρυ­φτό, νὰ μὲ πα­τή­σουν, ἀ­νί­κα­νη νὰ ση­κω­θῶ ἀ­πὸ τὴν ζα­λά­δα. Ἂς σπα­τα­λή­σω τὴν ζω­ή μου. Ἂς βα­σα­νι­στῶ. Ἂς ὁ­δη­γή­σω τὴν ἐκ­στρα­τεί­α μου νὰ πνι­γεῖ στὴν θά­λασ­σα. Δι­κός μου ὁ λο­γα­ρια­σμός.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο.  Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας», Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της:  Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).



		

	

Σταυρούλα Τσούπρου: Σὲ κοιτοῦν

 

Untitled-1

.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου

 .

Σὲ κοι­τοῦν

 .

05-MiΑΥΡΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ, κα­τά­μαυ­ρα, ὅ­πως ἕ­να ἄ­δει­ο σκο­τει­νὸ δω­μά­τιο. Λευ­κὸς σκλη­ρὸς χι­τώ­νας γύ­ρω γύ­ρω, ὄ­χι πάν­τα γυ­α­λι­στε­ρὸς οὔ­τε συμ­με­τρι­κός. Καὶ στὴ μέ­ση μιὰ ποι­κι­λί­α χρω­μά­των, πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ ὄ­χι καὶ εὐ­προσ­δι­ό­ρι­στη. Σὲ κοι­τοῦν. Σὲ ψά­χνουν ἢ σὲ προ­σπερ­νοῦν. Θέ­λουν νὰ σοῦ ἐ­πι­βλη­θοῦν ἢ σὲ πε­ρι­παί­ζουν. Σὲ φο­βε­ρί­ζουν ἢ προ­σπα­θοῦν νὰ σὲ ἐ­ξευ­με­νί­σουν. Σὲ κοι­τοῦν.

       Χά­ος ἀ­νά­με­σά σας. Τὰ κοι­τᾶς κι ἐ­σύ. Στα­μα­τᾶς τὸ βλέμ­μα στὸ κέν­τρο τους. Τί εἶ­ναι ἐ­κεῖ; Προ­χω­ρᾶς λί­γο. Ποῦ πᾶς; Ἔ­χει δί­ο­δο; Φαι­νό­ταν ἀ­δι­έ­ξο­δο πρίν. Ὄ­χι, περ­νά­ει. Δι­στα­κτι­κὰ στὴν ἀρ­χή, ψα­χου­λεύ­εις γιὰ στη­ρίγ­μα­τα. Τὸ πε­ρι­βάλ­λον γνω­στό, πρὸς τὸ πα­ρόν. Ἔ­γνοι­ες. Προ­σποι­ή­σεις. Φό­βος. Ἐ­δῶ στα­μα­τᾶς. Συ­ναν­τᾶς τὸν ἑ­αυ­τό σου· φό­βος. Κα­λύ­τε­ρα νὰ γυ­ρί­σεις πί­σω. Λί­γο ἀ­κό­μη ἂν προ­χω­ρή­σεις, θὰ πα­γι­δευ­τεῖς. Συ­ναν­τᾶς τὸν ἑ­αυ­τό σου: τώ­ρα εἶ­ναι καὶ ἡ εἰ­κό­να σου ἐ­κεῖ. Αὐ­τὸ σὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει. Ἀ­πὸ δει­λί­α πρό­βα­λες αὐ­τὴν μπρο­στά σου, κά­τι γνώ­ρι­μο, γιὰ νὰ κερ­δί­σεις χρό­νο. Τε­λι­κά; Πῶς σὲ βλέ­πουν; Ὅ­πως εἶ­σαι; (Πῶς εἶ­σαι;) Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις. Μό­νον ἀ­π’ ἔ­ξω εἶ­σαι ἐ­σύ: ἡ ὄ­ψη σου ὅ­πως εἶ­ναι στὸν κα­θρέ­φτη. Ἀ­πὸ μέ­σα;

       Στὸ ’­πα, νὰ φύ­γεις. Τώ­ρα εἶ­ναι ἀρ­γά. Βλέ­πε, λοι­πόν. Ἀ­πό­λαυ­σέ το.

       Μιὰ μά­ζα ἀ­πὸ ἀν­τι­δρά­σεις ἀ­νά­κα­τες, ἀ­πὸ συμ­πε­ρι­φο­ρὲς τρυ­φε­ρὲς καὶ σκλη­ρές, ἀ­πὸ ἡ­λι­κί­ες μη­δε­νι­κὲς ἕ­ως ὥ­ρι­μες, ἀ­πὸ πρά­ξεις ἀ­νού­σι­ες ἕ­ως ἐ­πι­κίν­δυ­νες. Ἀλ­λὰ ὅ­λα αὐ­τά, πολ­λὰ ποὺ εἶ­χες ξε­χά­σει καὶ ἄλ­λα ποὺ θυ­μό­σουν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, σὰν νὰ ’­ναι φω­τι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χρῶ­μα τους τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κό, ἀ­πὸ τὴν ἴ­ρι­δα τὴν κα­στα­νή, πα­ρου­σί­α στα­θε­ρή, αἰ­γί­δα συ­νή­θως καὶ σπά­νια τι­μω­ρός. Δι­α­φο­ρε­τι­κὰ σὲ βλέ­πεις, λοι­πόν. Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κα­στα­νὸ φίλ­τρο, φίλ­τρο στορ­γῆς καὶ πε­ρη­φά­νιας, φίλ­τρο θυ­σί­ας, φίλ­τρο ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, δὲν εἶ­σαι ὁ γνώ­ρι­μος ἑαυ­τός σου. Ξέ­νος, πα­ρά­ξε­νος, κά­ποι­ου ἄλ­λου δη­μι­ούρ­γη­μα, κά­ποι­ου ἄλ­λου ἀ­πο­κούμ­πι. Φυ­λα­κι­σμέ­νος ἐ­κεῖ, μὲ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις ποὺ πρέ­πει νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σεις, μὲ τι­μή­μα­τα πού, ἀ­νε­πί­γνω­στα καὶ ἀ­πὸ τὶς δυ­ὸ πλευ­ρές, ἔ­χεις χρε­ω­θεῖ.

       Φύ­γε, φύ­γε. Θὰ δεῖς τὸ μέλ­λον καὶ θὰ φρί­ξεις. Κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ξέ­ρεις. Γύρ­να πί­σω. Κο­λύμ­πα μὲ ἁ­πλω­τὲς στὸ κα­στα­νὸ χρῶ­μα καὶ βγές. Πρό­σε­ξε μὴν πέ­σεις στὴν ὀ­πή, στὸ ἀ­δεια­νὸ δω­μά­τιο. Δὲν εἶ­ναι γιὰ τώ­ρα.

       Στη­ρί­ξου στὸν λευ­κὸ σκλη­ρὸ χι­τώ­να καὶ πή­δα ἔ­ξω. Ἔ­τσι. Ἐ­δῶ εἴ­μα­στε. Σὲ κοι­τοῦν ἀ­κό­μα.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των «Σὲ κοι­τοῦν» (ἐκδ. Γρη­γό­ρη, 2013)

 

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο.  Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας», Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της:  Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

  

Σταυρούλα Τσούπρου: Στὸ δάσος

.

KAPELI-039

.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου

.

Στὸ δάσος

.

                «Τό­τε ὁ δι­κός σου θά­να­τος ἔ­χει μά­τια στὸ κε­φά­λι του·

                δὲν τὸν ἔ­χω ἰ­δεῖ ἔ­τσι σὲ εἰ­κό­νι­σμα: εἶ­τε θὰ σὲ πά­ρουν καμ­πό­σοι ποὺ εἶ­ναι

ἡ δου­λειά τους νὰ ξέ­ρουν, ἢ τὸ παίρ­νεις ἀ­πά­νω σου,

πρά­μα ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς δὲν τὸ ξέ­ρεις, ἢ τὴν πη­δᾶς τὴν ἔ­ρευ­να

γι’ αὐ­τὸ κι ὅ,τι σὲ βρεῖ: καὶ πὼς θὰ πι­λα­λᾶς

                στὸ τέ­λος τοῦ τα­ξι­διοῦ σου, θαρ­ρῶ πο­τὲ δὲ θὰ γυ­ρί­σεις

                γιὰ νὰ μᾶς ἱ­στο­ρή­σεις.»

                (Σαίξ­πηρ, Κυμ­βε­λί­νος, V, iv)

.

 01-Sigmaτὴν σι­ω­πὴ ποὺ βα­σί­λευ­ε στὸ δά­σος τὰ βή­μα­τά της ἠ­χοῦ­σαν τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τρο­μαγ­μέ­να καὶ τρο­μα­κτι­κά. Ὁ δρό­μος της, ὅ­μως, ἦ­ταν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος ἀ­πὸ και­ρὸ καὶ τί­πο­τε καὶ κα­νεὶς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν πεί­σει νὰ γυ­ρί­σει πί­σω. Χω­ρὶς ἐλ­πί­δα, χω­ρὶς ἀ­πελ­πι­σί­α, προ­χω­ροῦ­σε – δι­στα­κτι­κὰ στὴν ἀρ­χή, ὅ­λο καὶ πιὸ σί­γου­ρη κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα: ναί, αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ κα­τεύ­θυν­ση ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χε πά­ρει, ἴ­σως, νω­ρί­τε­ρα. Στὸ μυα­λό της δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­μί­α ἄλ­λη σκέ­ψη ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν προ­σμο­νή: ἦ­ταν πι­θα­νὸν νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ πε­ρι­μέ­νει, δὲν ἤ­ξε­ρε πὼς θὰ πα­ρου­σι­α­ζό­ταν μπρο­στά της, ἀλ­λὰ ἕ­να ἦ­ταν βέ­βαι­ο: θὰ ἐρ­χό­ταν, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα, θὰ ἐρ­χό­ταν – καὶ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἕ­τοι­μη, τώ­ρα πιά, νὰ τὸν ὑ­πο­δε­χτεῖ.

            Τὸ δά­σος δὲν τῆς προ­ξε­νοῦ­σε κα­νέ­ναν φό­βο, κι αὐ­τὸ στὴν ἀρ­χὴ τῆς ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση. Ὅ­σο κι ἂν λά­τρευ­ε τὰ δέν­τρα, ἡ λα­τρεί­α της ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τα ἐ­ξαρ­τη­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου – χά­ρη σὲ αὐ­τὸ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ θαυ­μά­ζει, νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὶς χο­ρευ­τι­κὲς κι­νή­σεις τῶν φυλ­λω­μά­των τους, νὰ βυ­θί­ζε­ται στὶς ἀ­χα­νεῖς νο­η­τι­κὲς ἐ­κτά­σεις τοῦ πρά­σι­νου ποὺ ἔν­τυ­νε τὰ κλα­διά τους. Τὴν νύ­χτα, ὅ­μως, τὸ δά­σος εἶ­ναι φι­λό­ξε­νο μό­νον γιὰ τοὺς κα­τοί­κους του, κι ἐ­κεί­νη βρι­σκό­ταν ἐν­τε­λῶς προ­σω­ρι­νὰ στὴν ἐ­πι­κρά­τειά του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τὴν πα­ρα­ξέ­νε­ψε τὸ αἴ­σθη­μα τῆς οἰ­κει­ό­τη­τας ποὺ κυ­ρι­άρ­χη­σε μέ­σα της εὐ­θὺς ἐ­ξαρ­χῆς: σὰν νὰ ἦ­ταν πάν­το­τε ἐ­δῶ, ἔ­στω μὲ τὸν νοῦ της καὶ μό­νον, ἢ σὰν νὰ εἶ­χε ξε­κι­νή­σει ἡ πο­ρεί­α τῆς ὕ­παρ­ξής της ἀ­πὸ ἐ­δῶ – μιὰ πο­ρεί­α τῆς ὁ­ποί­ας τὸ τέ­λος πί­στευ­ε πώς, πλέ­ον, δὲν θὰ ἀρ­γοῦ­σε πο­λύ.

            Ἡ προ­σμο­νή της δὲν εἶ­χε ἴ­χνος ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­ας – τὸ σαρ­κο­βό­ρο ἄγ­χος ποὺ ἄλ­λο­τε κα­τέ­τρω­γε κά­θε χα­ρὰ τῆς ζω­ῆς της, ἀ­δη­φά­γο καὶ ἀ­νε­λέ­η­το, τὴν εἶ­χε τώ­ρα ἐγ­κα­τα­λεί­ψει, ἀ­φοῦ εἶ­χε, βέ­βαι­α, πρῶ­τα ἐ­ξαν­τλή­σει ὅ­λα τὰ ἀ­πο­θέ­μα­τα τῆς ζω­τι­κό­τη­τάς της. Ἄλ­λω­στε, ἡ ζω­τι­κό­τη­τα δὲν ἦ­ταν κά­τι ποὺ τῆς χρει­α­ζό­ταν πιά· τῆς ἀρ­κοῦ­σε τὸ ὅ­τι θὰ ἔ­με­νε ζων­τα­νὴ στὴν σκέ­ψη τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων της.

            — Ἀ­να­με­νό­με­νη ἐ­πι­λο­γὴ χώ­ρου, ἄ­κου­σε τὴν φω­νή του. Συμ­βαί­νει μὲ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους. Ἑ­ξαι­ροῦν­ται, φυ­σι­κά, ὅ­σοι δὲν ἔ­χουν ἐ­πι­λο­γή. Νὰ πῶ «Κα­λῶς ὅ­ρι­σες»;

            — Δὲν ἦ­ταν ἐ­πι­λο­γή, ἦ­ταν ἐ­πι­θυ­μί­α. Ἂν δὲν κά­νω λά­θος, τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες δὲν τὶς ἐ­πι­λέ­γεις. Κα­λῶς σὲ βρί­σκω. Νὰ πῶ κι ἐ­γὼ «ἀ­να­με­νό­με­νη ἐμ­φά­νι­ση»;

            — Ἐν­νο­εῖς τὰ μαῦ­ρα; Τὸ φο­ρῶ τὸ μαῦ­ρο για­τί δὲν λε­κιά­ζει, ξέ­ρεις.

            — Μα­κά­βριο χι­οῦ­μορ.

            — Ἀ­να­πό­φευ­κτα.

            — Αὐ­τὸ νὰ μοῦ πεῖς.

            — Φλυ­α­ροῦ­με, ἂν καί, βέ­βαι­α, ὁ Χρό­νος πε­ρισ­σεύ­ει. Ἔ­χου­με ὁ­ρι­σμέ­νες ἐ­ρω­τή­σεις νὰ σοῦ κά­νου­με.

            — Ὁ πλη­θυν­τι­κὸς εἶ­ναι «τῆς με­γα­λο­πρε­πεί­ας»;

            — Ὄ­χι. Θὰ μοῦ ταί­ρια­ζε, πάν­τως.

            — Τό­τε;

            — Ἔ­χουν ἔρ­θει γιὰ σέ­να. Σὲ ζη­τᾶ­νε. Θὰ δεῖς. Ξε­κι­νᾶ­με;

            — Θὰ ἀλ­λά­ξει τί­πο­τε; Οἱ ἀ­παν­τή­σεις θὰ παί­ξουν κά­ποι­ον ρό­λο;

            — Εἶ­ναι πι­θα­νόν.

            — Ἄς ξε­κι­νή­σου­με.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, εἶ­πε ἡ φω­νὴ τῆς μη­τέ­ρας της. Ἔ­χεις πολ­λὰ ἀ­κό­μη νὰ κά­νεις. Θὰ χαι­ρό­μουν, ἔ­στω κι ἀ­πὸ μα­κριά.

            — Δὲν πει­ρά­ζει, τῆς ἀ­πάν­τη­σε. Ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ πό­σο εἶ­χα κου­ρα­στεῖ, ἤ­δη τό­τε. Δὲν πει­ρά­ζει.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, εἶ­πε μὲ τὴν σει­ρά του καὶ ὁ πα­τέ­ρας της. Εἶ­χες σχέ­δια – ἀ­ξί­ζει τὸν κό­πο. Με­τά… εἶ­ναι ὅ­λα ἴ­δια.

            — Ὅ­πως τὸ πά­ρει κα­νείς. Ἡ ποι­κι­λί­α δὲν μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, τῆς ζή­τη­σε ἡ κό­ρη της. Σὲ χρει­ά­ζο­μαι.

            — Δὲν μὲ χρει­ά­ζε­σαι. Μά­θε νὰ μὴν μὲ χρει­ά­ζε­σαι. Εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα ἔ­τσι.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, τῆς ζή­τη­σε, τέ­λος, καὶ ὁ σύν­τρο­φός της.

            — Στα­μά­τα, τὸν ἐμ­πό­δι­σε νὰ συ­νε­χί­σει. Καὶ κρα­τή­σου ἐ­κεῖ. Στὸ ζη­τά­ω ἐ­γώ.

            Τὰ φά­σμα­τα ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν καὶ ὁ ρυθ­μὸς τῆς καρ­διᾶς της, ποὺ εἶ­χε μό­λις λί­γο ἐ­πι­τα­χυν­θεῖ, ξα­να­βρῆ­κε τὸν κα­νο­νι­κό του βη­μα­τι­σμό.

            — Ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη, ἔ; Μπρά­βο, τὴν συ­νε­χά­ρη ὁ συ­νο­μι­λη­τής της. Ἔ­τσι δι­ευ­κο­λύ­νον­ται τὰ πράγ­μα­τα. Τί μπο­ρῶ, λοι­πόν, νὰ κά­νω γιὰ σέ­να; Εἶ­μαι στὶς δι­α­τα­γές σου.

            — Δὲν νο­μί­ζω πὼς εἶ­ναι πλέ­ον κά­τι στὸ χέ­ρι σου. Θὰ προ­χω­ρή­σω μό­νη μου.

            — Θὰ σὲ στε­νο­χω­ρή­σω ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται. Σὲ ὅ,τι σὲ ἀ­φο­ρᾶ, ἀ­σφα­λῶς, πράγ­μα­τι, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­μι­χθῶ. Ἀλ­λὰ γιὰ τοὺς ἄλ­λους δὲν ἰ­σχύ­ει τὸ ἴ­διο. Κα­τα­λα­βαί­νεις.

            — Ὄ­χι, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω. Ποι­οὺς ἄλ­λους;

            — Ὅ­σοι σὲ σκέ­πτον­ται ἐμ­πλέ­κον­ται, προ­φα­νῶς. Μοῦ φά­νη­κε πὼς τὸ γνώ­ρι­ζες. Τὸ ἀ­να­λο­γι­ζό­σουν καὶ μό­νη σου, πρὸ ὀ­λί­γου.

            — Ἔ καὶ λοι­πόν;

            — Ἀ­γα­πη­τή μου, ἡ δι­α­δι­κα­σί­α δὲν εἶ­ναι τό­σο ἁ­πλή. Ἡ δι­κή σου ἀ­πό­φα­ση συ­νε­πι­φέ­ρει «ἀλ­λα­γές» γιὰ μί­α σει­ρὰ ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους. Πρέ­πει νὰ τὸ φρον­τί­σω. Στὸ με­σο­δι­ά­στη­μα, θὰ χρεια­στεῖ νὰ πε­ρι­μέ­νεις.

            — Ποῦ;

            — Ὄ­χι ἐ­δῶ, βέ­βαι­α. Ἡ ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α τῶν προ­η­γού­με­νων σύν­το­μων συν­δι­α­λέ­ξε­ων ἦ­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή. Ἐ­πι­βάλ­λον­ται κά­ποι­ες… θυ­σί­ες.

            — Ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ βρί­σκον­ται στὴν ἁρ­μο­δι­ό­τη­τά σου;

            — Καὶ ἀ­πὸ αὐ­τές. Θὰ συ­να­πο­φα­σί­σου­με, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, σχε­τι­κά. Σοῦ εἶ­πα, εἶ­μαι στὶς δι­α­τα­γές σου.

            — Αὐ­τὸ ἐν­νο­οῦ­σες;

            — Τί ἄλ­λο;

            — Δὲν εἶ­χα σκε­φτεῖ πο­τὲ κά­τι τέ­τοι­ο. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ φαν­τα­στῶ.

            — Γιὰ νὰ εἶ­μαι ἀ­πό­λυ­τα εἰ­λι­κρι­νής, ἡ πε­ρί­πτω­σή σου ἐμ­πί­πτει σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς και­νούρ­γι­ες δι­α­τά­ξεις.

            — Δη­λα­δή;

            — Ὅ­σοι ἀ­σχο­λεῖ­στε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ ἔ­χε­τε δι­α­τυ­πώ­σει κα­τὰ και­ροὺς πολ­λὲς ὡ­ραῖ­ες καὶ ἐν­τυ­πω­σια­κὲς σκέ­ψεις. Σύμ­φω­να, λοι­πόν, μὲ τὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη και­νούρ­για δι­ά­τα­ξη, ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὶς σκέ­ψεις, ἐ­κεῖ­νες ποὺ σχε­τί­ζον­ται μὲ τό… ἀν­τι­κεί­με­νο, δε­σμεύ­ουν τό­σο ἐ­σὰς ὅ­σο καὶ ἐ­μᾶς.

            — Ὁ­πό­τε; Γί­νε πιὸ σα­φής.

            — Ὁ­πό­τε: ἐ­φό­σον ἐ­ξα­κο­λου­θεῖς νὰ «μέ­νεις ζων­τα­νὴ στὴν σκέ­ψη τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων σου», ὅ­πως ἀ­να­λο­γι­ζό­σουν νω­ρί­τε­ρα, πα­ρό­τι ἐ­σὺ ἡ ἴ­δια δὲν ἐ­πι­θυ­μεῖς νὰ πα­ρα­τεί­νεις τὴν… ζων­τά­νια σου, ἐ­κεῖ­νοι ποὺ σὲ κρα­τοῦν μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ζων­τα­νὴ θὰ “ἐ­πη­ρε­α­στούν” ἀ­να­λό­γως.

            — …

            — Σω­παί­νεις. Εἶ­πα ὅ­τι ὁ Χρό­νος πε­ρισ­σεύ­ει, ἀλ­λὰ δὲν τὸν ἔ­χω ὅλον γιὰ σέ­να.

            — Πρέ­πει νὰ σκε­φτῶ.

            — Καὶ αὐ­τὸ ἀ­να­με­νό­με­νο. Δὲν πρω­το­τυ­πεῖς που­θε­νά, τε­λι­κά.

            — Μὲ ἀ­δι­κεῖς.

            —Τέ­λος πάν­των. Μα­κά­ρι νὰ συγ­κρί­να­τε ὅ­σα γρά­φε­τε μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ὄ­χι ἁ­πλῶς νὰ φρον­τί­ζα­τε νὰ ἀ­κού­γον­ται ὡ­ραῖ­α καὶ σο­φά. Λι­γό­τε­ρη ρη­το­ρεί­α δὲν βλά­πτει.

            — …

            Δὲν μπο­ροῦ­σε, λοι­πόν, νὰ τὰ ἔ­χει ὅ­λα δι­κά της. Ἔ­τσι τῆς ἔ­λε­γαν. Παίρ­νον­τας μό­νη της τὴν μοι­ραί­α ἀ­πό­φα­ση, ρι­ψο­κιν­δύ­νευ­ε ὄ­χι ἁ­πλῶς τὴν ἀ­νά­μνη­σή της ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους της, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἴ­δια τὴν ζω­ή τους, ἴ­σως, ἂν ἐ­κεῖ­νοι, ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά τους, ἐ­πέ­με­ναν νὰ μὴν τὴν ἀ­παρ­νι­οῦν­ται. Ἕ­να τρο­με­ρὸ νέ­ο δί­λημ­μα εἶ­χε κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή του.

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή:  Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των «Σὲ κοι­τοῦν» (ἐκδ. Γρηγόρη, 2013)

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀθήνα) Εἶναι δρ. Ἑλληνικῆς Φιλολογίας ΕΚΠΑ, ἔχει διπλώματα στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, ἰταλικά, γερμανικά καὶ ἰσπανικά. Ἔχει ἀσχοληθεῖ συστηματικὰ μὲ τὴν Θεωρία τῆς Λογοτεχνίας καὶ ἔχει δημο­σιεύ­σει μελέτες γιὰ παλαιότερους καὶ σύγχρονους πεζογράφους καὶ ποιη­τές. Συνεργάζεται τακτικὰ μὲ τὸν ἡμερήσιο καὶ περιοδικό τύπο. Ἔ­χουν ἐκδοθεῖ δύο συλλογές δοκιμίων της: Τάσος Αθανασιάδης. Μὲ τὰ μά­τια τῆς γενιᾶς μας καὶ Οἱ παιδιάστικες ἱστορίες τοῦ Κοσμᾶ Πολίτη. Πρῶ­το βιβλίο της:  Σὲ κοιτοῦν (διηγήματα, εκδ. Γρηγόρη 2013).

.