Σταυρούλα Τσούπρου: Ἐκτὸς διαδρομῆς


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Ἐ­κτὸς δι­α­δρο­μῆς


Στὴν Ἡρὼ Νικοπούλου

μὲ ἀφορμὴ τὸ ὁμότιτλο ζωγραφικὸ της ἔργο

 

ΗΜΕΡΑ ΗΤΑΝ ἡ ὁ­ρι­σμέ­νη μέ­ρα. Σή­με­ρα θὰ ἐ­πι­χει­ροῦ­σε νὰ ἀλ­λά­ξει τὴν συ­νη­θι­σμέ­νη κα­θη­με­ρι­νὴ πο­ρεί­α του σὲ μί­α ἀ­κρο­βα­σί­α ἐ­κτὸς δι­α­δρο­μῆς. Σή­με­ρα θὰ ἔ­κα­νε τὴν πρώ­τη του ἀ­το­μι­κὴ προ­σπά­θεια, χω­ρὶς κοι­νό, ἤ, μᾶλ­λον, μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ὡς μό­νο καὶ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ θε­α­τή· θε­α­τὴ καὶ θε­ώ­με­νο συ­νά­μα.

         Ὅ­λα ἦ­ταν κα­νο­νι­σμέ­να. Τὸ εἰ­δι­κὸ σκοι­νὶ εἶ­χε τεν­τω­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ δύ­ο με­γα­θή­ρια ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν προ­η­γου­μέ­νη. Χω­ρὶς νὰ τὸν ἀν­τι­λη­φθεῖ κα­νείς, τὸ εἶ­χε στε­ρε­ώ­σει στὶς φτι­αγ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο ὑ­πο­δο­χές, ὅ­πως εἶ­χε δεῖ τό­σες φο­ρὲς νὰ γί­νε­ται στὴ δου­λειά του, στὸ τσίρ­κο, ἀ­πὸ τοὺς τε­χνι­κούς. Ἂν πε­τύ­χαι­νε ἐ­τού­τη ἡ ἀ­πό­πει­ρα, θὰ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν ἴ­δια δι­α­δι­κα­σί­α, με­θο­δι­κὰ καὶ μὲ ὑ­πο­μο­νή, καὶ στὰ ὑ­πό­λοι­πα ψη­λὰ κτή­ρια τῆς πό­λης. Ἦ­ταν τό­σα πολ­λά. Ἔ­φτα­ναν γιὰ μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ή. Γιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν δι­κή του ζω­ή, του­λά­χι­στον.

         Πλύ­θη­κε, ἔ­φα­γε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πρω­ι­νὸ καὶ ἔ­κα­νε τὴν του­α­λέ­τα του σχο­λα­στι­κά, χω­ρὶς ἄγ­χος. Τὰ πράγ­μα­τα εἶ­χαν μπεῖ σὲ μιὰ σει­ρά. Οἱ ἀ­πο­φά­σεις εἶ­χαν παρ­θεῖ.

         Ξε­κρέ­μα­σε τὴν φο­ρε­σιά του καὶ τὴν χά­ζε­ψε γιὰ λί­γο. Ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ἡ­μέ­ρες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει δὲν χόρ­ται­νε νὰ τὴν κοι­τά­ζει. Τὸ στε­νὸ ἐ­λα­στι­κὸ πο­δη­λα­τι­κὸ παν­τε­λο­νά­κι ἦ­ταν τὸ κα­τάλ­λη­λο μαῦ­ρο φόν­το γιὰ τὴν ἀ­ρα­δω­τὴ ἄ­σπρο-μαῦ­ρο καὶ φω­σφο­ρι­ζὲ πορ­το­κα­λὶ μπλού­ζα του μὲ τὰ ἀ­σορ­τὶ ἀ­θλη­τι­κὰ πο­δη­λα­τι­κὰ πα­πού­τσια. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ πα­ρο­μοιά­ζει τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ ἀ­γρι­ο­μέ­λισ­σα (ὄ­χι μὲ σφή­κα) ποὺ θὰ πε­τοῦ­σε μὲ τὸν δι­κό της τρό­πο πά­νω ἀ­πὸ τὸ τσι­μέν­το στὸν ἀ­νοι­χτὸ οὐ­ρα­νό, ἐ­λεύ­θε­ρη πιὰ ἐ­πι­τέ­λους ἀ­πὸ τὶς σκι­ὲς τῶν κτι­ρί­ων.

         Ντύ­θη­κε καὶ ἄ­λει­ψε τὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ γυ­μνὰ ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός του μὲ ἕ­να κα­λὸ ἀν­τη­λια­κό. Ἔ­στω καὶ τὰ ἐ­λα­φρᾶς μορ­φῆς ἐγ­καύ­μα­τα δὲν θὰ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν πα­ρά­ση­μο.

         Ἦ­ταν ἕ­τοι­μος. Ἔ­ξω εἶ­χε ξη­με­ρώ­σει γιὰ τὰ κα­λά. Πῆ­ρε τὸ πο­δή­λα­τό του καὶ ἀ­νέ­βη­κε μὲ τὸν ἀ­νελ­κυ­στή­ρα στὴν τα­ρά­τσα. Αὐ­τὴν τὴν φο­ρά, λοι­πόν, θὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τῆς δου­λειᾶς του ὄ­χι γιὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, οὔ­τε γιὰ τὸν συ­χνὰ ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νο ἴ­λιγ­γο τοῦ κιν­δύ­νου, ἀλ­λὰ ὡς δι­έ­ξο­δο πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Θὰ δού­λευ­ε γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α του. Τί πιὸ πρω­τό­τυ­πο ἀ­πὸ αὐ­τό;

         Βε­βαι­ώ­θη­κε ὅ­τι ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς ἀ­νά­κλη­σης λει­τουρ­γοῦ­σε σω­στά. Εἶ­χε συν­δέ­σει τὸν δι­α­κό­πτη ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε τὴν πα­λιν­δρο­μι­κὴ κί­νη­ση τοῦ πο­δη­λά­του του μὲ τὸ φρέ­νο καὶ τὸ τι­μό­νι. Ἂν κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀν­τὶ νὰ γεί­ρει θὰ γύ­ρι­ζε κα­τευ­θεί­αν πί­σω.

         Ἕ­νας μό­νον ἦ­ταν ὁ φό­βος του. Ἕ­νας, ἀλ­λὰ φαρ­μα­κε­ρός. Ἂν μπλο­κά­ρι­ζε ὁ μη­χα­νι­σμός, θὰ ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ κτή­ρια ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κά, πά­λι καὶ πά­λι, ἱ­πτά­με­νος πο­δη­λά­της αἰχ­μά­λω­τος τῆς δί­ψας του γιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ὥ­σπου κά­ποι­ος νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν ἀ­πεγ­κλω­βί­σει ἀ­π’ τὸ κε­νό.

         Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τό­σο πο­λὺ τὸν εἶ­χε τυ­ραν­νή­σει αὐ­τὸς ὁ φό­βος ὅ­λον τὸν και­ρὸ κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­ταν τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά του, ὥ­στε εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­ξοι­κει­ώ­νε­ται μὲ τὴν ἰ­δέ­α. Κα­λύ­τε­ρα νὰ πα­λιν­δρο­μεῖ στοὺς αἰ­θέ­ρες πα­ρὰ στοὺς δρό­μους καὶ στὰ πε­ζο­δρό­μια, στὰ δω­μά­τια καὶ στὶς πλα­τεῖ­ες, ἐ­κεῖ κά­τω χα­μη­λά, στὴν σκιὰ τῶν τσι­μέν­των. Θὰ τὸν ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν κά­ποι­α στιγ­μή, θὰ τὸν ἀ­παγ­κί­στρω­ναν, ζων­τα­νὸ ἢ νε­κρό. Μέ­χρι τό­τε, θὰ εἶ­χε προ­λά­βει νὰ εἰ­σπνεύ­σει ἀρ­κε­τὴ ξε­νοια­σιά, ἀρ­κε­τὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιὰ ὅ­λα, ἀρ­κε­τὴ ἠ­ρε­μί­α τοῦ μυα­λοῦ καὶ τῶν ἐ­σω­τε­ρι­κῶν του ὀρ­γά­νων. Μέ­σω τῆς δου­λειᾶς του στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Θὰ τὸ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει. Τοῦ ἄ­ρε­σε πάν­το­τε τό­σο πο­λὺ ἡ πο­δη­λα­σί­α στὰ ψη­λά. Θὰ ἦ­ταν ἕ­να ὡ­ραῖ­ο ἀν­τί­ο.

         Πεν­τὰλ καὶ φύ­γα­με…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

 

Πίνακας τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου ἀπὸ τὴν ζωγραφικὴ ἐνότητα Ἡ ἄλλη πόλη.

Σταυρούλα Τσούπρου: Τὸ ένδιαφέρον ἤ τὸ τηλεφώνημα

Anastasia-883x102412


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἢ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα

(Ἀ­λη­θι­νὴ ἱ­στο­ρί­α)


02-SigmaΑΡΑΝΤΑ ΠΕΝΤΕ. Τέσ­σε­ρα γιὰ τὶς δε­κα­ε­τί­ες καὶ πέν­τε γιὰ τὰ ἔ­τη. Γιὰ τὶς μο­νά­δες αὐ­τὲς ποὺ πέ­φτουν ἅ­παξ κά­θε χρό­νο, μει­ώ­νον­τας κα­τὰ τί τὸ πα­ρά­στη­μά της – ὄ­χι μό­νον τὸ δι­κό της, φυ­σι­κά, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λων τῶν ἄλ­λων· ἐ­λατ­τώ­νον­τας τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ τὴν χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ἀ­πὸ τὴ φι­λό­ξε­νη γῆ.

           Σα­ράν­τα πέν­τε. Πα­ρά­ξε­νο – ἀλ­λὰ πά­λι, ὄ­χι καὶ τό­σο, ἂν τὸ κα­λο­σκε­φτεῖς καὶ τὸ φι­λο­σο­φή­σεις – πῶς αὐ­τὲς οἱ μο­νά­δες, ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται ἀ­πα­ράλ­λα­κτα προ­κει­μέ­νου νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σουν τὴν ἑ­κά­στο­τε δε­κα­ε­τί­α, ἄρ­χι­σαν, με­τὰ τὰ σα­ράν­τα, νὰ βα­ραί­νουν στὸ σῶ­μα της καὶ τὸ μυα­λὸ της πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι πα­λαι­ό­τε­ρα. Ἡ πρώ­τη ἦ­ταν καὶ ἕ­να πρῶ­το με­γά­λο σόκ· ξε­πε­ρά­στη­κε, ὅ­μως, εὔ­κο­λα, για­τί ἦ­ταν πο­λὺ κον­τὰ στὴν ἀρ­χή, σχε­δὸν ἡ ἀρ­χὴ ἡ ἴ­δια. Ἡ δεύ­τε­ρη χρει­ά­στη­κε τὸν δι­κό της χρό­νο γιὰ νὰ ἐμ­πε­δω­θεῖ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ μέ­ση ἡ­λι­κί­α ἦ­ταν ἐ­δῶ, πα­ρούσα καὶ ἀ­μεί­λι­κτη, ἀλ­λά, πάν­τως, καὶ πά­λι, ὄ­χι πο­λὺ φα­νε­ρή. Ἡ τρί­τη ἄρ­χι­σε νὰ ψελ­λί­ζει ὅ­τι τὰ ψέ­μα­τα τε­λεί­ω­ναν καὶ ὅ­τι ὁ­δεύ­ου­με στα­θε­ρὰ πρὸς τὴν κο­ρύ­φω­ση καί, ἄ­ρα, ἔ­πει­τα, πρὸς τὸν δρό­μο τὸν κα­τη­φο­ρι­κό του βί­ου. Ἡ τέ­ταρ­τη, σὰν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη πιὰ ἀ­πὸ και­ρό, προ­δι­έ­θε­τε σι­γὰ σι­γὰ γιὰ τὴν γεύ­ση τῆς πί­κρας, τῆς πι­κρῆς συ­νει­δη­το­ποί­η­σης ὅ­τι πολ­λὲς ἄλ­λες καὶ εἶ­ναι καὶ φαί­νον­ται νε­ό­τε­ρες, καὶ εἶ­ναι καὶ φαί­νον­ται πιὸ πο­θη­τές, καὶ ἔ­χουν καὶ φαί­νον­ται πὼς ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρα χρο­νι­κὰ πε­ρι­θώ­ρια νὰ πραγ­μα­τώ­σουν τὸν ἑ­αυ­τό τους στὴν ζω­ή· ἀρ­κεῖ νὰ τὸ θέ­λουν.

           Τὸ κου­δού­νι­σμα τοῦ τη­λε­φώ­νου, σὲ στιγ­μὴ ὄ­χι πο­λὺ ἀ­κα­τάλ­λη­λη, τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ στα­μα­τή­σει τὸ μεμ­ψί­μοι­ρο μέ­τρη­μα καί, ἀ­φοῦ κοι­τά­ξει τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση κλή­σης, νὰ ση­κώ­σει τὸ ἀ­κου­στι­κό.

           — Πα­ρα­κα­λῶ.

           — Ἡ κυ­ρί­α Ἀγ­γε­λι­κή;

           — Μά­λι­στα, ἀ­πάν­τη­σε ἀ­νό­ρε­χτα. Ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση, πρίν, τῆς κλή­σης καί, τώ­ρα, τῆς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς εὐ­γέ­νειας τὴν προ­ε­τοί­μα­ζαν γιὰ μί­α ἀ­κό­μη μο­νό­λε­πτη συν­δι­ά­λε­ξη.

           — Πῶς εἶ­στε, κυ­ρί­α Ἀγ­γε­λι­κή μου; Εἶ­στε κα­λά;

           Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση, καὶ κυ­ρί­ως ὁ τρό­πος τῆς ἐκ­φώ­νη­σής της, τὴν ξαφ­νί­α­σε λί­γο. Ἐ­νῶ ἡ ἄ­με­ση, προ­σω­πι­κὴ ἕ­ως καὶ φι­λι­κὴ ἀ­πεύ­θυν­ση τῶν σύγ­χρο­νων τη­λε­πλα­σι­ὲ παν­το­ει­δῶν προ­ϊ­όν­των καὶ ὑ­πη­ρε­σι­ῶν εἶ­χε κα­τα­λή­ξει πιὰ νὰ εἶ­ναι μί­α ἀ­να­με­νό­με­νη ὅ­σο καὶ εὐ­ερ­μή­νευ­τη δι­α­φη­μι­στι­κὴ στρα­τη­γι­κή, τὸ θερ­μὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ποὺ ἐ­πε­δεί­κνυ­ε ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἐ­ρώ­τη­ση καὶ ὁ ἀ­πρό­σμε­νος τό­νος της ἦ­ταν μᾶλ­λον ἀ­συ­νή­θι­στα. Ἡ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ εὐ­γέ­νεια ἐ­ξε­λισ­σό­ταν, λοι­πόν, σὲ εὐ­γέ­νεια ψυ­χῆς; Δυ­σκο­λευ­ό­ταν νὰ τὸ πι­στέ­ψει.

           — «Πό­θεν ἡ οἰ­κει­ό­της;», σκέ­φθη­κε, ὡς ἐκ τού­του, νὰ ρω­τή­σει, ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως τὸ με­τά­νι­ω­σε. Ἀντ’ αὐ­τοῦ, μί­α πο­λὺ πιὸ ἐ­ρε­θι­στι­κὴ ἀ­τά­κα πέ­ρα­σε κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὸν νοῦ στὴν γλώσ­σα της.

           — Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς δὲν εἶ­μαι καὶ πο­λὺ κα­λά, τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α.

           — Μὰ για­τί; ὑ­πο­χρε­ώ­θη­κε νὰ συ­νε­χί­σει τὴν ἐ­πί­δει­ξη ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἡ τη­λε­πλα­σι­έ.

           — Θὰ σᾶς πῶ – ὑ­πο­θέ­τω πὼς ἔ­χε­τε λί­γο χρό­νο. Ἐ­πι­τρέψ­τε μου, κα­τ’ ἀρ­χάς, μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση. Πό­σων χρο­νῶν εἶ­στε;

           — Εἴ­κο­σι ἕ­ξι.

           — Παν­τρε­μέ­νη;

           — Φρε­σκο­παν­τρέ­με­νη κι­ό­λας.

           — Ἄ, τί ὡ­ραῖ­α! Νὰ ζή­σε­τε!

           — Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με!

           — Ἄ­ρα παι­δά­κια δὲν ἔ­χε­τε. Ἢ μή­πως κά­να­τε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς γα­μο­βα­φτί­σεις ποὺ συ­νη­θί­ζον­ται τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό;

           — Χά, χά.

           — Γε­λᾶ­τε ἐ;

           — Γε­λά­ω, ναί. Ἁ­πλά, ξέ­ρε­τε… ἐ­γὼ σᾶς τη­λε­φώ­νη­σα γιὰ νὰ σᾶς ἐ­νη­με­ρώ­σω γιὰ ἕ­να οἰ­κο­νο­μι­κὸ πα­κέ­το…

           — Βέ­βαι­α, βέ­βαι­α. Τὸ γνω­ρί­ζω, τὴν δι­έ­κο­ψε. Μοῦ ἔ­χουν ξα­να­μι­λή­σει σχε­τι­κά. Δὲν μὲ πο­λυ­εν­δι­έ­φε­ρε τό­τε. Ἀλ­λὰ ποῦ ξέ­ρε­τε; Σή­με­ρα μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὲ πεί­σε­τε, συμ­πλή­ρω­σε μὲ πο­νη­ριά.

           — Λοι­πόν…

           — Λοι­πόν, δὲν μοῦ ἀ­παν­τή­σα­τε. Ἔ­χε­τε ἢ δὲν ἔ­χε­τε παι­δά­κια;

           — Ὄ­χι ἀ­κό­μα. Λοι­πόν, γιὰ τὸ πα­κέ­το…

           — Θὰ  τὰ ποῦ­με καὶ γιὰ τὸ πα­κέ­το. Μοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ ἐν­τύ­πω­ση, δε­σποι­νίς… κυ­ρί­α… μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, μοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε, ποὺ λέ­τε, ἡ ἐν­τύ­πω­ση, στὴν ἀρ­χὴ τοῦ τη­λε­φω­νή­μα­τός σας, δι­ορ­θῶ­στε με ἂν κά­νω λά­θος, ὅ­τι εἴ­χα­τε ἕ­να πιὸ προ­σω­πι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Θὰ γε­λά­στη­κα…

           — Ὄ­χι, ὄ­χι, δὲν γε­λα­στή­κα­τε.

           — Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι… Για­τί νὰ ἔ­χε­τε πιὸ προ­σω­πι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ μέ­να εἰ­δι­κά; Ἀ­φοῦ δὲν μὲ ξέ­ρε­τε.

           — Ναί, δὲν σᾶς ξέ­ρω. Ἀλ­λὰ γιὰ ὅ­λους τοὺς πε­λά­τες μας ἤ, τέ­λος πάν­των, τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους πε­λά­τες μας ἐν­δι­α­φε­ρό­μα­στε. Σω­στά τὸ ἀν­τι­λη­φθή­κα­τε.

           — Ἄ, τί κα­λά. Τυ­χε­ροὶ οἱ πε­λά­τες σας.

           — Εὔ­χο­μαι νὰ γί­νε­τε καὶ ἐ­σεῖς μί­α ἀ­πὸ τὶς πε­λά­τισ­σές μας. Λοι­πόν, ἡ ἑ­ται­ρεί­α μας…

           — Ὤ­χου πά­λι γιὰ τὴν ἑ­ται­ρεί­α σας, δυ­σα­να­σχέ­τη­σε.

           — Μὰ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δου­λειά μου, ἀ­πάν­τη­σε δει­λὰ ἡ τη­λε­πλα­σι­έ.

           — Ἐ­φό­σον αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δου­λειά σας, δε­σποι­νίς, κυ­ρί­α, μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, νὰ πε­ρι­ο­ρι­στεῖ­τε σ’ αὐ­τήν, πα­ρα­κα­λῶ. Καὶ ὄ­χι νὰ μᾶς πα­ρα­μυ­θι­ά­ζε­τε μὲ τὸ ψεύ­τι­κο ἐν­δι­α­φέ­ρον σας – ἔ­κα­νε τὴν ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη. Καὶ συ­νέ­χι­σε, ἀ­νε­βά­ζον­τας τοὺς τρα­γι­κοὺς τό­νους τοῦ ὑ­πο­κρι­τι­κοῦ τα­λέν­του της (για­τί, ὅ­πως φαί­νε­ται, εἶ­χε τα­λέν­το): Σᾶς πί­στε­ψα, ξέ­ρε­τε.

           —  Καὶ πο­λὺ κα­λὰ κά­να­τε. Ἀλ­λὰ ὁ χρό­νος ποὺ ἔ­χου­με γιὰ τὶς τη­λε­φω­νι­κὲς κλή­σεις εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νος.

           —  Θὰ θέ­λα­τε νὰ βρε­θοῦ­με κά­που ἔ­ξω, λοι­πόν; Γιὰ ἕ­ναν κα­φέ;

            Δι­α­βο­λε­μέ­νη ἰ­δέ­α. Ἡ ἄλ­λη θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­χε στρι­μω­χτεῖ γιὰ τὰ κα­λά. Πό­σο πο­λὺ τὸ ἤ­θε­λε, νὰ που­λή­σει αὐ­τὸ τὸ ρη­μά­δι τὸ οἰ­κο­νο­μι­κὸ πα­κέ­το;

           — Για­τί ὄ­χι;

           — Ἐ­κτὸς ἂν μὲ παίρ­νε­τε γιὰ γριά. Εἶ­μαι 45 χρο­νῶν.

           — Γριά; Μὰ τί λέ­τε; Τὸ πα­κέ­το μας…

           — Ὤχ, ἀ­φῆ­στε με πιὰ μὲ τὸ πα­κέ­το σας.

           Δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν, ὑ­πο­κρι­τι­κὰ ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη καὶ πά­λι, φρά­ση της, ὅ­ταν ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἡ γραμ­μὴ εἶ­χε κλεί­σει στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη. Ἡ συ­νο­μι­λή­τριά της εἶ­χε ἀ­γα­να­κτή­σει – στ’ ἀ­λή­θεια ὅ­μως.

           Δὲν πει­ρά­ζει. Εἴ­κο­σι ἕ­ξι. Μό­νον δύ­ο γιὰ τὶς δε­κα­ε­τί­ες καὶ ἕ­ξι γιὰ τὰ ἔ­τη. Ἔ­χει πο­λὺ χρό­νο νὰ τὸ ξε­πε­ρά­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Οἱ ἀντίχειρες τῶν παλαιῶν θεῶν (ἐκδ. Ρώμη, 2015)


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου 
(Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της:  Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

 

Σταυρούλα Τσούπρου: Ἡ ἐκστρατεία

εικονα-02

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Ἡ ἐκ­στρα­τεί­α


02-OmikronΤΑΝ ΘΑ ΞΥΠΝΗΣΩ, δὲν θὰ θέ­λει πιά. Δὲν θὰ μ’ ἀ­φή­νει πά­λι. Θὰ τὴν πά­ρει πί­σω τὴν ἄ­δεια ποὺ μό­λις μοῦ ἔ­δω­σε. Χαί­ρο­μαι τώ­ρα. Ἀ­να­κού­φι­ση. Ἀ­γαλ­λί­α­ση με­γά­λη. Μπο­ρῶ κι ἐ­γώ. Θ’ ἀ­πο­κτή­σω κι ἐ­γώ. Ὅ­πως ὅ­λοι. Κλαί­ω τώ­ρα. Κλαί­ω ἀ­πὸ χα­ρά. Ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι, μέ­σα στὴν κοι­μι­σμέ­νη ἐ­γρή­γορ­σή μου, τὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ τοι­χώ­μα­τα τοῦ λαι­μοῦ νὰ συ­σπῶν­ται μὲ λυγ­μό, τὴν ἀ­νά­σα μου νὰ κον­ταί­νει.

       Δὲν θὰ μ’ ἀ­φή­σει, ὅ­μως, ὅ­ταν ξυ­πνή­σω. Στὸν ὕ­πνο μου μό­νο μοῦ χα­μο­γε­λᾶ καὶ ὑ­πο­χω­ρεῖ, μα­λα­κώ­νει ὅ­σο χρει­ά­ζε­ται τὴν πρω­τι­νὴ σκλη­ρὴ στά­ση του. Ἀλ­λὰ δὲν ἔ­φται­γε αὐ­τὸς πρίν. Τὸ ξέ­ρω. Ὄ­χι ἐ­πει­δή μοῦ τὸ λέ­ει ἐ­κεῖ­νος, τὸ γνω­ρί­ζω κι ἐ­γώ. Δὲν ἔ­φται­γε. Ἡ μει­ο­νε­ξί­α εἶ­ναι δι­κή μου. Δι­κή μου ἡ εὐ­θύ­νη. Δι­κή μου ἡ ἀ­νημ­πό­ρια. Ἀλ­λά, μὲς στὸ ὄ­νει­ρο, οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις μου, φαί­νε­ται, ἠ­χοῦ­σαν πει­στι­κές. Οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις γιὰ ἀλ­λα­γὴ καὶ συμ­μόρ­φω­ση μὲ τὰ κοι­νῶς πα­ρα­δε­δεγ­μέ­να.

       Τέρ­μα πιὰ οἱ ὑ­πο­χον­δρί­ες καὶ ἡ ἀρ­ρω­στο­φο­βί­α. Τέρ­μα οἱ ἀ­να­σφά­λει­ες. Γιὰ νὰ θρέ­ψεις μὲ γά­λα, γιὰ νὰ πα­ρη­γο­ρή­σεις τὸ κλά­μα, γιὰ νὰ σὲ λυ­τρώ­σει ἡ θέρ­μη στὴν ἀγ­κα­λιά σου, πρέ­πει νὰ μὴν εἶ­ναι μό­νον τὸ γά­λα κα­τά­λευ­κο ἀλ­λὰ καὶ ἡ ψυ­χή σου, ὄ­χι μό­νο ἡ φω­νή σου νὰ εἶ­ναι αἰ­σι­ό­δο­ξη ἀλ­λὰ καὶ ἡ σκέ­ψη σου, ὄ­χι μό­νο τὰ μπρά­τσα σου νὰ εἶ­ναι ζε­στὰ ἀλ­λὰ καὶ ἡ καρ­διά σου – νὰ μὴν ἔ­χει πα­γώ­σει ἀ­πὸ τὴν ἔ­χθρα τοῦ κό­σμου. Σί­γου­ρο νὰ εἶ­ναι τὸ χέ­ρι ποὺ θὰ ὁ­δη­γή­σει τὰ πρῶ­τα βή­μα­τα, νὰ ἔ­χει ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸν ἑ­αυ­τό του καὶ στὴν κα­λο­σύ­νη τοῦ ἄλ­λου, νὰ ἔ­χει τὸ θάρ­ρος νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει φουρ­τοῦ­νες τοῦ νοῦ μὲ τε­ρά­στια κύ­μα­τα, ἀ­να­τα­ρά­ξεις καὶ κε­νὰ ἀ­έ­ρος γιὰ πολ­λὰ χρό­νια, ὄ­χι μό­νο τὰ νη­πια­κά, ἢ τὰ παι­δι­κὰ ἢ τὰ ἐ­φη­βι­κά. Καὶ νὰ ἔ­χει ὑ­πο­μο­νή, ὑ­πο­μο­νή, ὑ­πο­μο­νὴ με­γά­λη.

       Ἀλ­λὰ ἡ δι­κή μου ψυ­χὴ χρῶ­μα λευ­κὸ δὲν ἔ­χει. Τῆς τε­λεί­ω­σε. Ἔ­χει ἔ­γνοι­ες ποὺ τὴν σκο­τει­νιά­ζουν. (Ὅ­λων ἔ­χει) Ἔ­χει ἁ­μαρ­τί­ες ποὺ τὴν λε­ρώ­νουν. (Ὅ­λων ἔ­χει). Ἔ­χει ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α ποὺ τὴν δέ­νει σὲ κόμ­πους. (Ὅ­λων ἔ­χει). Ἔ­χει κα­κί­ες καὶ ἐμ­μο­νές. (Ὅ­λων ἔ­χει). Ἔ­χει τὸν φό­βο ὅ­τι θὰ ἀ­πο­τύ­χει κι ὅ­τι θὰ ἦ­ταν πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ἀ­να­λάμ­βα­νε μιὰ και­νούρ­για ἐκ­στρα­τεί­α ζω­ῆς, ἡ ὁ­ποί­α, μά­λι­στα, δὲν θὰ εἶ­ναι ἡ δι­κή της. (…)

       Ξύ­πνη­σα. Δὲν θὰ ἀ­πο­κτή­σω ἐ­γώ, ὅ­πως οἱ ἄλ­λοι. Ψέ­μα­τα ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρο – ἦ­ταν ὁ μύ­χιος πό­θος μου. Κι ὁ πό­θος εἶ­ναι πά­θος, εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λή, πρέ­πει νὰ τι­θα­σεύ­ε­ται. Ἐ­ξάλ­λου, δὲν ἀ­φο­ρᾶ μό­νον ἐ­μέ­να. Ἐ­γὼ ἂς πι­ῶ, ἂς πι­ῶ καὶ ἂς με­θύ­σω. Ἂς γί­νω χῶ­μα, θρυ­φτό, νὰ μὲ πα­τή­σουν, ἀ­νί­κα­νη νὰ ση­κω­θῶ ἀ­πὸ τὴν ζα­λά­δα. Ἂς σπα­τα­λή­σω τὴν ζω­ή μου. Ἂς βα­σα­νι­στῶ. Ἂς ὁ­δη­γή­σω τὴν ἐκ­στρα­τεί­α μου νὰ πνι­γεῖ στὴν θά­λασ­σα. Δι­κός μου ὁ λο­γα­ρια­σμός.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο.  Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας», Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της:  Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).



		

	

Σταυρούλα Τσούπρου: Σὲ κοιτοῦν

 

Untitled-1

.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου

 .

Σὲ κοι­τοῦν

 .

05-MiΑΥΡΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ, κα­τά­μαυ­ρα, ὅ­πως ἕ­να ἄ­δει­ο σκο­τει­νὸ δω­μά­τιο. Λευ­κὸς σκλη­ρὸς χι­τώ­νας γύ­ρω γύ­ρω, ὄ­χι πάν­τα γυ­α­λι­στε­ρὸς οὔ­τε συμ­με­τρι­κός. Καὶ στὴ μέ­ση μιὰ ποι­κι­λί­α χρω­μά­των, πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ ὄ­χι καὶ εὐ­προσ­δι­ό­ρι­στη. Σὲ κοι­τοῦν. Σὲ ψά­χνουν ἢ σὲ προ­σπερ­νοῦν. Θέ­λουν νὰ σοῦ ἐ­πι­βλη­θοῦν ἢ σὲ πε­ρι­παί­ζουν. Σὲ φο­βε­ρί­ζουν ἢ προ­σπα­θοῦν νὰ σὲ ἐ­ξευ­με­νί­σουν. Σὲ κοι­τοῦν.

       Χά­ος ἀ­νά­με­σά σας. Τὰ κοι­τᾶς κι ἐ­σύ. Στα­μα­τᾶς τὸ βλέμ­μα στὸ κέν­τρο τους. Τί εἶ­ναι ἐ­κεῖ; Προ­χω­ρᾶς λί­γο. Ποῦ πᾶς; Ἔ­χει δί­ο­δο; Φαι­νό­ταν ἀ­δι­έ­ξο­δο πρίν. Ὄ­χι, περ­νά­ει. Δι­στα­κτι­κὰ στὴν ἀρ­χή, ψα­χου­λεύ­εις γιὰ στη­ρίγ­μα­τα. Τὸ πε­ρι­βάλ­λον γνω­στό, πρὸς τὸ πα­ρόν. Ἔ­γνοι­ες. Προ­σποι­ή­σεις. Φό­βος. Ἐ­δῶ στα­μα­τᾶς. Συ­ναν­τᾶς τὸν ἑ­αυ­τό σου· φό­βος. Κα­λύ­τε­ρα νὰ γυ­ρί­σεις πί­σω. Λί­γο ἀ­κό­μη ἂν προ­χω­ρή­σεις, θὰ πα­γι­δευ­τεῖς. Συ­ναν­τᾶς τὸν ἑ­αυ­τό σου: τώ­ρα εἶ­ναι καὶ ἡ εἰ­κό­να σου ἐ­κεῖ. Αὐ­τὸ σὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει. Ἀ­πὸ δει­λί­α πρό­βα­λες αὐ­τὴν μπρο­στά σου, κά­τι γνώ­ρι­μο, γιὰ νὰ κερ­δί­σεις χρό­νο. Τε­λι­κά; Πῶς σὲ βλέ­πουν; Ὅ­πως εἶ­σαι; (Πῶς εἶ­σαι;) Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις. Μό­νον ἀ­π’ ἔ­ξω εἶ­σαι ἐ­σύ: ἡ ὄ­ψη σου ὅ­πως εἶ­ναι στὸν κα­θρέ­φτη. Ἀ­πὸ μέ­σα;

       Στὸ ’­πα, νὰ φύ­γεις. Τώ­ρα εἶ­ναι ἀρ­γά. Βλέ­πε, λοι­πόν. Ἀ­πό­λαυ­σέ το.

       Μιὰ μά­ζα ἀ­πὸ ἀν­τι­δρά­σεις ἀ­νά­κα­τες, ἀ­πὸ συμ­πε­ρι­φο­ρὲς τρυ­φε­ρὲς καὶ σκλη­ρές, ἀ­πὸ ἡ­λι­κί­ες μη­δε­νι­κὲς ἕ­ως ὥ­ρι­μες, ἀ­πὸ πρά­ξεις ἀ­νού­σι­ες ἕ­ως ἐ­πι­κίν­δυ­νες. Ἀλ­λὰ ὅ­λα αὐ­τά, πολ­λὰ ποὺ εἶ­χες ξε­χά­σει καὶ ἄλ­λα ποὺ θυ­μό­σουν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, σὰν νὰ ’­ναι φω­τι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χρῶ­μα τους τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κό, ἀ­πὸ τὴν ἴ­ρι­δα τὴν κα­στα­νή, πα­ρου­σί­α στα­θε­ρή, αἰ­γί­δα συ­νή­θως καὶ σπά­νια τι­μω­ρός. Δι­α­φο­ρε­τι­κὰ σὲ βλέ­πεις, λοι­πόν. Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κα­στα­νὸ φίλ­τρο, φίλ­τρο στορ­γῆς καὶ πε­ρη­φά­νιας, φίλ­τρο θυ­σί­ας, φίλ­τρο ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, δὲν εἶ­σαι ὁ γνώ­ρι­μος ἑαυ­τός σου. Ξέ­νος, πα­ρά­ξε­νος, κά­ποι­ου ἄλ­λου δη­μι­ούρ­γη­μα, κά­ποι­ου ἄλ­λου ἀ­πο­κούμ­πι. Φυ­λα­κι­σμέ­νος ἐ­κεῖ, μὲ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις ποὺ πρέ­πει νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σεις, μὲ τι­μή­μα­τα πού, ἀ­νε­πί­γνω­στα καὶ ἀ­πὸ τὶς δυ­ὸ πλευ­ρές, ἔ­χεις χρε­ω­θεῖ.

       Φύ­γε, φύ­γε. Θὰ δεῖς τὸ μέλ­λον καὶ θὰ φρί­ξεις. Κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ξέ­ρεις. Γύρ­να πί­σω. Κο­λύμ­πα μὲ ἁ­πλω­τὲς στὸ κα­στα­νὸ χρῶ­μα καὶ βγές. Πρό­σε­ξε μὴν πέ­σεις στὴν ὀ­πή, στὸ ἀ­δεια­νὸ δω­μά­τιο. Δὲν εἶ­ναι γιὰ τώ­ρα.

       Στη­ρί­ξου στὸν λευ­κὸ σκλη­ρὸ χι­τώ­να καὶ πή­δα ἔ­ξω. Ἔ­τσι. Ἐ­δῶ εἴ­μα­στε. Σὲ κοι­τοῦν ἀ­κό­μα.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των «Σὲ κοι­τοῦν» (ἐκδ. Γρη­γό­ρη, 2013)

 

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο.  Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας», Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της:  Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

  

Σταυρούλα Τσούπρου: Στὸ δάσος

.

KAPELI-039

.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου

.

Στὸ δάσος

.

                «Τό­τε ὁ δι­κός σου θά­να­τος ἔ­χει μά­τια στὸ κε­φά­λι του·

                δὲν τὸν ἔ­χω ἰ­δεῖ ἔ­τσι σὲ εἰ­κό­νι­σμα: εἶ­τε θὰ σὲ πά­ρουν καμ­πό­σοι ποὺ εἶ­ναι

ἡ δου­λειά τους νὰ ξέ­ρουν, ἢ τὸ παίρ­νεις ἀ­πά­νω σου,

πρά­μα ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς δὲν τὸ ξέ­ρεις, ἢ τὴν πη­δᾶς τὴν ἔ­ρευ­να

γι’ αὐ­τὸ κι ὅ,τι σὲ βρεῖ: καὶ πὼς θὰ πι­λα­λᾶς

                στὸ τέ­λος τοῦ τα­ξι­διοῦ σου, θαρ­ρῶ πο­τὲ δὲ θὰ γυ­ρί­σεις

                γιὰ νὰ μᾶς ἱ­στο­ρή­σεις.»

                (Σαίξ­πηρ, Κυμ­βε­λί­νος, V, iv)

.

 01-Sigmaτὴν σι­ω­πὴ ποὺ βα­σί­λευ­ε στὸ δά­σος τὰ βή­μα­τά της ἠ­χοῦ­σαν τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τρο­μαγ­μέ­να καὶ τρο­μα­κτι­κά. Ὁ δρό­μος της, ὅ­μως, ἦ­ταν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος ἀ­πὸ και­ρὸ καὶ τί­πο­τε καὶ κα­νεὶς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν πεί­σει νὰ γυ­ρί­σει πί­σω. Χω­ρὶς ἐλ­πί­δα, χω­ρὶς ἀ­πελ­πι­σί­α, προ­χω­ροῦ­σε – δι­στα­κτι­κὰ στὴν ἀρ­χή, ὅ­λο καὶ πιὸ σί­γου­ρη κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα: ναί, αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ κα­τεύ­θυν­ση ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χε πά­ρει, ἴ­σως, νω­ρί­τε­ρα. Στὸ μυα­λό της δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­μί­α ἄλ­λη σκέ­ψη ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν προ­σμο­νή: ἦ­ταν πι­θα­νὸν νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ πε­ρι­μέ­νει, δὲν ἤ­ξε­ρε πὼς θὰ πα­ρου­σι­α­ζό­ταν μπρο­στά της, ἀλ­λὰ ἕ­να ἦ­ταν βέ­βαι­ο: θὰ ἐρ­χό­ταν, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα, θὰ ἐρ­χό­ταν – καὶ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἕ­τοι­μη, τώ­ρα πιά, νὰ τὸν ὑ­πο­δε­χτεῖ.

            Τὸ δά­σος δὲν τῆς προ­ξε­νοῦ­σε κα­νέ­ναν φό­βο, κι αὐ­τὸ στὴν ἀρ­χὴ τῆς ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση. Ὅ­σο κι ἂν λά­τρευ­ε τὰ δέν­τρα, ἡ λα­τρεί­α της ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τα ἐ­ξαρ­τη­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου – χά­ρη σὲ αὐ­τὸ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ θαυ­μά­ζει, νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὶς χο­ρευ­τι­κὲς κι­νή­σεις τῶν φυλ­λω­μά­των τους, νὰ βυ­θί­ζε­ται στὶς ἀ­χα­νεῖς νο­η­τι­κὲς ἐ­κτά­σεις τοῦ πρά­σι­νου ποὺ ἔν­τυ­νε τὰ κλα­διά τους. Τὴν νύ­χτα, ὅ­μως, τὸ δά­σος εἶ­ναι φι­λό­ξε­νο μό­νον γιὰ τοὺς κα­τοί­κους του, κι ἐ­κεί­νη βρι­σκό­ταν ἐν­τε­λῶς προ­σω­ρι­νὰ στὴν ἐ­πι­κρά­τειά του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τὴν πα­ρα­ξέ­νε­ψε τὸ αἴ­σθη­μα τῆς οἰ­κει­ό­τη­τας ποὺ κυ­ρι­άρ­χη­σε μέ­σα της εὐ­θὺς ἐ­ξαρ­χῆς: σὰν νὰ ἦ­ταν πάν­το­τε ἐ­δῶ, ἔ­στω μὲ τὸν νοῦ της καὶ μό­νον, ἢ σὰν νὰ εἶ­χε ξε­κι­νή­σει ἡ πο­ρεί­α τῆς ὕ­παρ­ξής της ἀ­πὸ ἐ­δῶ – μιὰ πο­ρεί­α τῆς ὁ­ποί­ας τὸ τέ­λος πί­στευ­ε πώς, πλέ­ον, δὲν θὰ ἀρ­γοῦ­σε πο­λύ.

            Ἡ προ­σμο­νή της δὲν εἶ­χε ἴ­χνος ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­ας – τὸ σαρ­κο­βό­ρο ἄγ­χος ποὺ ἄλ­λο­τε κα­τέ­τρω­γε κά­θε χα­ρὰ τῆς ζω­ῆς της, ἀ­δη­φά­γο καὶ ἀ­νε­λέ­η­το, τὴν εἶ­χε τώ­ρα ἐγ­κα­τα­λεί­ψει, ἀ­φοῦ εἶ­χε, βέ­βαι­α, πρῶ­τα ἐ­ξαν­τλή­σει ὅ­λα τὰ ἀ­πο­θέ­μα­τα τῆς ζω­τι­κό­τη­τάς της. Ἄλ­λω­στε, ἡ ζω­τι­κό­τη­τα δὲν ἦ­ταν κά­τι ποὺ τῆς χρει­α­ζό­ταν πιά· τῆς ἀρ­κοῦ­σε τὸ ὅ­τι θὰ ἔ­με­νε ζων­τα­νὴ στὴν σκέ­ψη τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων της.

            — Ἀ­να­με­νό­με­νη ἐ­πι­λο­γὴ χώ­ρου, ἄ­κου­σε τὴν φω­νή του. Συμ­βαί­νει μὲ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους. Ἑ­ξαι­ροῦν­ται, φυ­σι­κά, ὅ­σοι δὲν ἔ­χουν ἐ­πι­λο­γή. Νὰ πῶ «Κα­λῶς ὅ­ρι­σες»;

            — Δὲν ἦ­ταν ἐ­πι­λο­γή, ἦ­ταν ἐ­πι­θυ­μί­α. Ἂν δὲν κά­νω λά­θος, τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες δὲν τὶς ἐ­πι­λέ­γεις. Κα­λῶς σὲ βρί­σκω. Νὰ πῶ κι ἐ­γὼ «ἀ­να­με­νό­με­νη ἐμ­φά­νι­ση»;

            — Ἐν­νο­εῖς τὰ μαῦ­ρα; Τὸ φο­ρῶ τὸ μαῦ­ρο για­τί δὲν λε­κιά­ζει, ξέ­ρεις.

            — Μα­κά­βριο χι­οῦ­μορ.

            — Ἀ­να­πό­φευ­κτα.

            — Αὐ­τὸ νὰ μοῦ πεῖς.

            — Φλυ­α­ροῦ­με, ἂν καί, βέ­βαι­α, ὁ Χρό­νος πε­ρισ­σεύ­ει. Ἔ­χου­με ὁ­ρι­σμέ­νες ἐ­ρω­τή­σεις νὰ σοῦ κά­νου­με.

            — Ὁ πλη­θυν­τι­κὸς εἶ­ναι «τῆς με­γα­λο­πρε­πεί­ας»;

            — Ὄ­χι. Θὰ μοῦ ταί­ρια­ζε, πάν­τως.

            — Τό­τε;

            — Ἔ­χουν ἔρ­θει γιὰ σέ­να. Σὲ ζη­τᾶ­νε. Θὰ δεῖς. Ξε­κι­νᾶ­με;

            — Θὰ ἀλ­λά­ξει τί­πο­τε; Οἱ ἀ­παν­τή­σεις θὰ παί­ξουν κά­ποι­ον ρό­λο;

            — Εἶ­ναι πι­θα­νόν.

            — Ἄς ξε­κι­νή­σου­με.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, εἶ­πε ἡ φω­νὴ τῆς μη­τέ­ρας της. Ἔ­χεις πολ­λὰ ἀ­κό­μη νὰ κά­νεις. Θὰ χαι­ρό­μουν, ἔ­στω κι ἀ­πὸ μα­κριά.

            — Δὲν πει­ρά­ζει, τῆς ἀ­πάν­τη­σε. Ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ πό­σο εἶ­χα κου­ρα­στεῖ, ἤ­δη τό­τε. Δὲν πει­ρά­ζει.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, εἶ­πε μὲ τὴν σει­ρά του καὶ ὁ πα­τέ­ρας της. Εἶ­χες σχέ­δια – ἀ­ξί­ζει τὸν κό­πο. Με­τά… εἶ­ναι ὅ­λα ἴ­δια.

            — Ὅ­πως τὸ πά­ρει κα­νείς. Ἡ ποι­κι­λί­α δὲν μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, τῆς ζή­τη­σε ἡ κό­ρη της. Σὲ χρει­ά­ζο­μαι.

            — Δὲν μὲ χρει­ά­ζε­σαι. Μά­θε νὰ μὴν μὲ χρει­ά­ζε­σαι. Εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα ἔ­τσι.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, τῆς ζή­τη­σε, τέ­λος, καὶ ὁ σύν­τρο­φός της.

            — Στα­μά­τα, τὸν ἐμ­πό­δι­σε νὰ συ­νε­χί­σει. Καὶ κρα­τή­σου ἐ­κεῖ. Στὸ ζη­τά­ω ἐ­γώ.

            Τὰ φά­σμα­τα ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν καὶ ὁ ρυθ­μὸς τῆς καρ­διᾶς της, ποὺ εἶ­χε μό­λις λί­γο ἐ­πι­τα­χυν­θεῖ, ξα­να­βρῆ­κε τὸν κα­νο­νι­κό του βη­μα­τι­σμό.

            — Ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη, ἔ; Μπρά­βο, τὴν συ­νε­χά­ρη ὁ συ­νο­μι­λη­τής της. Ἔ­τσι δι­ευ­κο­λύ­νον­ται τὰ πράγ­μα­τα. Τί μπο­ρῶ, λοι­πόν, νὰ κά­νω γιὰ σέ­να; Εἶ­μαι στὶς δι­α­τα­γές σου.

            — Δὲν νο­μί­ζω πὼς εἶ­ναι πλέ­ον κά­τι στὸ χέ­ρι σου. Θὰ προ­χω­ρή­σω μό­νη μου.

            — Θὰ σὲ στε­νο­χω­ρή­σω ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται. Σὲ ὅ,τι σὲ ἀ­φο­ρᾶ, ἀ­σφα­λῶς, πράγ­μα­τι, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­μι­χθῶ. Ἀλ­λὰ γιὰ τοὺς ἄλ­λους δὲν ἰ­σχύ­ει τὸ ἴ­διο. Κα­τα­λα­βαί­νεις.

            — Ὄ­χι, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω. Ποι­οὺς ἄλ­λους;

            — Ὅ­σοι σὲ σκέ­πτον­ται ἐμ­πλέ­κον­ται, προ­φα­νῶς. Μοῦ φά­νη­κε πὼς τὸ γνώ­ρι­ζες. Τὸ ἀ­να­λο­γι­ζό­σουν καὶ μό­νη σου, πρὸ ὀ­λί­γου.

            — Ἔ καὶ λοι­πόν;

            — Ἀ­γα­πη­τή μου, ἡ δι­α­δι­κα­σί­α δὲν εἶ­ναι τό­σο ἁ­πλή. Ἡ δι­κή σου ἀ­πό­φα­ση συ­νε­πι­φέ­ρει «ἀλ­λα­γές» γιὰ μί­α σει­ρὰ ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους. Πρέ­πει νὰ τὸ φρον­τί­σω. Στὸ με­σο­δι­ά­στη­μα, θὰ χρεια­στεῖ νὰ πε­ρι­μέ­νεις.

            — Ποῦ;

            — Ὄ­χι ἐ­δῶ, βέ­βαι­α. Ἡ ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α τῶν προ­η­γού­με­νων σύν­το­μων συν­δι­α­λέ­ξε­ων ἦ­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή. Ἐ­πι­βάλ­λον­ται κά­ποι­ες… θυ­σί­ες.

            — Ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ βρί­σκον­ται στὴν ἁρ­μο­δι­ό­τη­τά σου;

            — Καὶ ἀ­πὸ αὐ­τές. Θὰ συ­να­πο­φα­σί­σου­με, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, σχε­τι­κά. Σοῦ εἶ­πα, εἶ­μαι στὶς δι­α­τα­γές σου.

            — Αὐ­τὸ ἐν­νο­οῦ­σες;

            — Τί ἄλ­λο;

            — Δὲν εἶ­χα σκε­φτεῖ πο­τὲ κά­τι τέ­τοι­ο. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ φαν­τα­στῶ.

            — Γιὰ νὰ εἶ­μαι ἀ­πό­λυ­τα εἰ­λι­κρι­νής, ἡ πε­ρί­πτω­σή σου ἐμ­πί­πτει σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς και­νούρ­γι­ες δι­α­τά­ξεις.

            — Δη­λα­δή;

            — Ὅ­σοι ἀ­σχο­λεῖ­στε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ ἔ­χε­τε δι­α­τυ­πώ­σει κα­τὰ και­ροὺς πολ­λὲς ὡ­ραῖ­ες καὶ ἐν­τυ­πω­σια­κὲς σκέ­ψεις. Σύμ­φω­να, λοι­πόν, μὲ τὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη και­νούρ­για δι­ά­τα­ξη, ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὶς σκέ­ψεις, ἐ­κεῖ­νες ποὺ σχε­τί­ζον­ται μὲ τό… ἀν­τι­κεί­με­νο, δε­σμεύ­ουν τό­σο ἐ­σὰς ὅ­σο καὶ ἐ­μᾶς.

            — Ὁ­πό­τε; Γί­νε πιὸ σα­φής.

            — Ὁ­πό­τε: ἐ­φό­σον ἐ­ξα­κο­λου­θεῖς νὰ «μέ­νεις ζων­τα­νὴ στὴν σκέ­ψη τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων σου», ὅ­πως ἀ­να­λο­γι­ζό­σουν νω­ρί­τε­ρα, πα­ρό­τι ἐ­σὺ ἡ ἴ­δια δὲν ἐ­πι­θυ­μεῖς νὰ πα­ρα­τεί­νεις τὴν… ζων­τά­νια σου, ἐ­κεῖ­νοι ποὺ σὲ κρα­τοῦν μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ζων­τα­νὴ θὰ “ἐ­πη­ρε­α­στούν” ἀ­να­λό­γως.

            — …

            — Σω­παί­νεις. Εἶ­πα ὅ­τι ὁ Χρό­νος πε­ρισ­σεύ­ει, ἀλ­λὰ δὲν τὸν ἔ­χω ὅλον γιὰ σέ­να.

            — Πρέ­πει νὰ σκε­φτῶ.

            — Καὶ αὐ­τὸ ἀ­να­με­νό­με­νο. Δὲν πρω­το­τυ­πεῖς που­θε­νά, τε­λι­κά.

            — Μὲ ἀ­δι­κεῖς.

            —Τέ­λος πάν­των. Μα­κά­ρι νὰ συγ­κρί­να­τε ὅ­σα γρά­φε­τε μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ὄ­χι ἁ­πλῶς νὰ φρον­τί­ζα­τε νὰ ἀ­κού­γον­ται ὡ­ραῖ­α καὶ σο­φά. Λι­γό­τε­ρη ρη­το­ρεί­α δὲν βλά­πτει.

            — …

            Δὲν μπο­ροῦ­σε, λοι­πόν, νὰ τὰ ἔ­χει ὅ­λα δι­κά της. Ἔ­τσι τῆς ἔ­λε­γαν. Παίρ­νον­τας μό­νη της τὴν μοι­ραί­α ἀ­πό­φα­ση, ρι­ψο­κιν­δύ­νευ­ε ὄ­χι ἁ­πλῶς τὴν ἀ­νά­μνη­σή της ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους της, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἴ­δια τὴν ζω­ή τους, ἴ­σως, ἂν ἐ­κεῖ­νοι, ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά τους, ἐ­πέ­με­ναν νὰ μὴν τὴν ἀ­παρ­νι­οῦν­ται. Ἕ­να τρο­με­ρὸ νέ­ο δί­λημ­μα εἶ­χε κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή του.

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή:  Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των «Σὲ κοι­τοῦν» (ἐκδ. Γρηγόρη, 2013)

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀθήνα) Εἶναι δρ. Ἑλληνικῆς Φιλολογίας ΕΚΠΑ, ἔχει διπλώματα στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, ἰταλικά, γερμανικά καὶ ἰσπανικά. Ἔχει ἀσχοληθεῖ συστηματικὰ μὲ τὴν Θεωρία τῆς Λογοτεχνίας καὶ ἔχει δημο­σιεύ­σει μελέτες γιὰ παλαιότερους καὶ σύγχρονους πεζογράφους καὶ ποιη­τές. Συνεργάζεται τακτικὰ μὲ τὸν ἡμερήσιο καὶ περιοδικό τύπο. Ἔ­χουν ἐκδοθεῖ δύο συλλογές δοκιμίων της: Τάσος Αθανασιάδης. Μὲ τὰ μά­τια τῆς γενιᾶς μας καὶ Οἱ παιδιάστικες ἱστορίες τοῦ Κοσμᾶ Πολίτη. Πρῶ­το βιβλίο της:  Σὲ κοιτοῦν (διηγήματα, εκδ. Γρηγόρη 2013).

.