Χοσὲ Ἐμίλιο Πατσέκο (José Emilio Pacheco): Οἱ συνομῶτες


 

Pacheco,JoseEmilio-OiSynomotes-Eikona-01

 


Χο­σὲ Ἐ­μί­λιο Πα­τσέ­κο (José Emilio Pacheco)


 

Οἱ συνομῶτες

 

(Los conspiradores)

 


02-DeltaΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ νὰ τὴν ἀ­φή­σου­με σὲ ἡ­συ­χί­α. Πρὶν αὐ­το­κτο­νή­σει, ἡ Β. τη­λε­φώ­νη­σε στοὺς φί­λους της. Δὲν εἶ­πε τί­πο­τα γιὰ τὸ σχέ­διό της οὔ­τε κὰν πῆ­γε τὸ μυα­λό μας ἐ­κεῖ.

       Ἡ Β. δὲν εἶ­χε κά­νει οὔ­τε ψεύ­τι­κες ἀ­πό­πει­ρες, οὔ­τε γε­νι­κὲς δο­κι­μές. Κα­νεὶς δὲν ἀν­τα­πο­κρί­θη­κε στὸ τη­λε­φώ­νη­μα. Τέ­τοι­α ἐγ­κα­τά­λει­ψη εἶ­ναι ἀ­συγ­χώ­ρη­τη. Ἀλ­λά, ὅ­πως κα­τα­λα­βαί­νει κα­νείς, ἔ­χου­με ἐ­λα­φρυν­τι­κά, ἔ­χου­με δι­και­ο­λο­γί­ες. Τὸ τη­λέ­φω­νο χτυ­πᾶ στὴ μέ­ση τῆς νύ­χτας. Ὑ­πάρ­χουν φό­βοι. Δὲν εἴ­μα­στε αὐ­τοὶ ποὺ ἤ­μα­σταν κά­πο­τε. Τώ­ρα ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει ὑ­πο­χρε­ώ­σεις καὶ ἀ­νάγ­κη νὰ ση­κω­θεῖ νω­ρίς.

       Ἡ αὐ­το­κτο­νί­α εἶ­ναι μιὰ δρα­στι­κὴ κρι­τι­κὴ στὸν τρό­πο τῆς ζω­ῆς μας καί, κυ­ρί­ως, μιὰ συμ­βο­λι­κὴ δο­λο­φο­νί­α. Ὅ­λοι νι­ώ­θου­με ὅ­τι σκο­τώ­σα­με τὴν Β. κι ἐ­κεί­νη, ἐκ­δι­κού­με­νη, ἔ­κλει­σε τοὺς λο­γα­ρια­σμοὺς της μα­ζί μας. Ὑ­πε­ρε­κτι­μᾶ­με τοὺς ἑ­αυ­τοὺς μας πι­στεύ­ον­τας ὅ­τι μιὰ λέ­ξη, μιὰ χει­ρο­νο­μί­α ἀλ­λη­λεγ­γύ­ης, οἱ πα­ρη­γο­ρι­ὲς τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἢ τῆς Στω­ι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας, ἡ ἐλ­πί­δα τῆς παγ­κό­σμιας ἐ­πα­νά­στα­σης, ἡ ἀ­νά­μνη­ση τῶν ὄ­μορ­φων στιγ­μῶν τῆς φι­λί­ας, ἡ ἀ­πα­ρίθ­μη­ση ὅ­λων τῶν ἀ­πο­τυ­χι­ῶν καὶ τῶν ἐ­ξευ­τε­λι­σμῶν μας, ἕ­νας ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸς σαρ­κα­σμὸς τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή… κά­τι ἀπ` ὅ­λα αὐ­τὰ θὰ ἔ­φθα­νε γιὰ νὰ ἀ­πο­τρέ­ψει τὴν αὐ­το­κτο­νί­α.

       Πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὸν βα­θύ­τε­ρο πό­νο μας, μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ τε­χνά­σμα­τα ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἡ φρί­κη τῆς ὕ­παρ­ξης. Τό­σο πο­λὺ αἰ­σθα­νό­μα­στε ὑ­πεύ­θυ­νοι ποὺ κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ φορ­τω­θεῖ τὴν ἐ­νο­χή.  Ἀ­νά­με­σα σὲ ψι­θύ­ρους καὶ ἀ­νοι­χτὰ ἀλ­λη­λο­καρ­φώ­μα­τα, ὅ­λοι ἀ­πο­τε­λοῦ­με μέ­ρος μιᾶς κρυ­φῆς συμ­φω­νί­ας, ἐλ­πί­ζον­τας ὅ­τι κά­ποι­ος ἀ­πὸ ἐ­μᾶς θὰ δι­ώ­ξει τὶς τύ­ψεις, κρα­τών­τας στὴ Β., στὸ θά­να­το, τὴ συν­τρο­φιὰ ποὺ δὲν ξέ­ρα­με νὰ τῆς κρα­τή­σου­με στὴ ζω­ή.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Minificciones.com.ar

Χο­σὲ Ἐ­μί­λιο Πα­τσέ­κο (José Emilio Pacheco) (Με­ξι­κό 1939). Εἶ­ναι ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος. Τὸ 2009 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Cervantes γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να 1970). Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ (ἐκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

Φαμπιὰν Βίκε (Fabian Vique): Ἡ ποίηση δὲν συγκινεῖ πλέον

 

Vique,Fabian-IPoiisiDenSygkineiPleon-04

 

Φαμ­πιὰν Βί­κε (FabianVique)

 

Ἡ ποί­η­ση δὲν συγ­κι­νεῖ πλέ­ον

(A poesia ya no conmueve)

 

01-GammaΙΑ ΝΑ ΣΑΓΗΝΕΥΣΕΙ τὸ κο­ρί­τσι οἱ-κό­ρες-τῶν-μα­τι­ῶν-σου-εἶ­ναι-γα­λά­ζι­ες, θέ­λη­σε νὰ γρά­ψει τοὺς πιὸ θλιμ­μέ­νους στί­χους ἀ­πό­ψε. Ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σε, εἶ­χε ὑ­περ­βο­λι­κὴ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση, ἦ­ταν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, τὸ πρό­σω­πό του ὁ­λό­κλη­ρο, ὣς καὶ ἡ ἴ­δια του ἡ πέ­να, χα­μο­γε­λοῦ­σαν ἀ­νό­η­τα. Τοῦ βγῆ­κε λοι­πὸν ἕ­να ἄ­θλιο στι­χούρ­γη­μα, ἀ­νά­ξιο λό­γου, ποὺ τὸ κο­ρί­τσι, εὐ­τυ­χῶς, οὔ­τε κὰν δι­ά­βα­σε πο­τέ, για­τί ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα βγῆ­κε μ’ ἕ­ναν οἰ­κο­νο­μο­λό­γο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: http://Minificciones.com.ar 

 

Φαμ­πιὰν Βί­κε (FabianVique) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, 1966). Δι­δά­σκει Ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει συλ­λο­γὲς μὲ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ «Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ» (Ἔκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008). Τε­λευ­ταῖο του βι­βλίο: Τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς Ὀ­δησ­σοῦ (Μι­κρὴ Ἄρ­κτος, Ἀ­­θή­­να, 2012).

 

Φαμπιὰν Βίκε (Fabian Vique): Ἡ ὑπεύθυνη τοῦ μουσείου

 

 

Φαμπιὰν Βίκε (Fabian Vique)

 

Ἡ ὑ­πεύ­θυ­νη τοῦ μου­σεί­ου

(La encargada del museo)

 

Ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ τοῦ Μο­ρὸν σπά­νια τὸ ἐ­πι­σκέ­πτον­ται. Τὸ πο­λὺ-πο­λύ, κα­νέ­νας φοι­τη­τὴς τῆς ἱ­στο­ρί­ας, πε­ρί­ερ­γοι ἀ­πὸ ἄλ­λα μου­σεῖ­α ἢ μα­θη­τὲς στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἔ­τος, ἐ­ξα­ναγ­κα­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὶς κα­θη­γή­τρι­ές τους ἔρ­χον­ται κα­μιὰ φο­ρὰ γιὰ νὰ δοῦν τὶς ἀ­η­δί­ες ποὺ ἐ­κτί­θεν­ται στὶς προ­θῆ­κες. Τὸ μο­να­δι­κὸ πρό­σω­πο ποὺ μπαί­νει ἐ­κεῖ μὲ τὴ θέ­λη­σή του εἶ­ναι ὁ συγ­γρα­φέ­ας αὐ­τῆς τῆς σε­λί­δας.

       Κά­θε Σάβ­βα­το στὶς τρεῖς τὸ ἀ­πό­γευ­μα, περ­νά­ω τὴν εἴ­σο­δο, δι­α­σχί­ζω τὸ πλα­κό­στρω­το δρο­μά­κι στο­λι­σμέ­νο μὲ μι­κρὲς γλά­στρες, πα­ρα­τη­ρῶ δῆ­θεν μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρον τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ ἐκ­θέ­μα­τα, πλη­ρώ­νω τὸ εἰ­σι­τή­ριό μου στὴν ὑ­πεύ­θυ­νη καὶ τῆς ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω ὅ­λα τὰ λό­για ποὺ ἔ­χουν ψι­θυ­ρί­σει οἱ ἐ­ρα­στὲς κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν αἰ­ώ­νων.

       Ἐ­κεί­νη πα­ρα­μέ­νει δι­ά­φα­νη, ἀ­με­τα­κί­νη­τη. Ἀλ­λὰ ὅ­ταν φεύ­γω, τὰ θλιμ­μέ­να της μά­τια μὲ πλη­γώ­νουν στὴν πλά­τη.

  

 

Πη­γή: Minificciones.com.ar

 

Φαμ­πιὰν Βί­κε (Fabian Vique· Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, 1966). Δι­δά­σκει Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει συλ­λο­γὲς μὲ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ «Τὸ δέν­τρο». Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ «Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ» (Ἔκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008). Τε­λευ­ταῖο του βι­βλίο: Νὸτρ Ντάμ (Ὁ­δὸς Πα­νός, Ἀ­θή­να, 2008).

 

Λoυίς Ματέο Ντίεθ (Luis Mateo Díez): Ἕνας θησαυρός

 

 

Λoυίς Ματέο Ντίεθ (Luis Mateo Díez)

 

Ἕνας Θησαυρὸς 

(Un tesoro)

 

ΑΞΙΔΕΨΑ στὴ μι­κρὴ πό­λη ποὺ γεν­νή­θη­κε ἡ γυ­ναί­κα μου ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Φλε­βά­ρη.

Πή­γαι­να γιὰ νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σω μιὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­πι­θυ­μί­ες ποὺ ἂν ὑ­πό­σχε­ται κά­ποι­ος νὰ σε­βα­στεῖ, εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο λό­γῳ τῆς συ­νεί­δη­σης τοῦ πό­νου καὶ τῆς μνή­μης, πα­ρὰ ἀ­πὸ τὴ δι­ά­θε­ση νὰ τὶς πραγ­μα­το­ποι­ή­σει καὶ ἤ­μουν ἀ­κό­μα συγ­κλο­νι­σμέ­νος ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­που­σί­α ποὺ τὴ θλί­ψη της δὲν εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει ὁ χρό­νος νὰ ἁ­πα­λύ­νει.

       Ἡ Ρό­σα εἶ­χε θε­λή­σει, καὶ εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἕ­να κα­πρί­τσιο τὸ ὁ­ποῖ­ο προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς ἔμ­μο­νες ἰ­δέ­ες ποὺ τό­σο τὴν εἶ­χαν βα­σα­νί­σει στὸ τέ­λος, νὰ ψά­ξω γιὰ ἕ­να μεν­τα­γιὸν σὲ μιὰ συγ­κε­κρι­μέ­νη γω­νιὰ τῆς αὐ­λῆς τοῦ σχο­λεί­ου, ἐ­κεῖ ὅ­που συ­χνὰ ἔ­παι­ζε ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δί.

      Εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νο ὅ­τι κά­ποι­ος μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­γρά­ψει μὲ τό­ση λε­πτο­μέ­ρεια ἀ­κρι­βῶς τὴ θέ­ση ἑνὸς μι­κροῦ καὶ συ­νη­θι­σμέ­νου θη­σαυ­ροῦ ποὺ ἀ­νή­κει σ΄ ἕ­να πα­ρελ­θὸν τό­σο ἀ­πό­μα­κρο, καὶ ἀ­κό­μα πιὸ πα­ρά­ξε­νο ὅ­τι σ΄ αὐ­τὲς τὶς τό­σο κρί­σι­μες στιγ­μὲς στὸ τε­λι­κὸ στά­διο τῆς ἀ­σθέ­νειας, ἐ­πα­νέρ­χε­ται μιὰ ἀ­νά­μνη­ση ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α ποὺ πι­θα­νό­τα­τα ὣς τό­τε δὲν εἶ­χε ἔρ­θει πο­τὲ στὴν ἐ­πι­φά­νεια.

      Κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να τοῦ­βλο, ἀ­κρι­βῶς στὸ σω­στὸ ση­μεῖ­ο, βρι­σκό­ταν τὸ σκου­ρι­α­σμέ­νο μεν­τα­γιόν. Τὸ ἔ­παι­ξα στὰ δά­χτυ­λά μου καὶ ὅ­ταν κα­τά­φε­ρα νὰ τὸ κα­θα­ρί­σω ἀ­να­κά­λυ­ψα τὸ πρό­σω­πο μιᾶς Πα­να­γί­τσας.

      — Τί κά­νεις…; – Εἶ­πε κά­ποι­ος πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη μου. Ἕ­να κου­τσὸ κο­ρι­τσά­κι μὲ μιὰ σχο­λι­κὴ τσάν­τα στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι μὲ κοι­τοῦ­σε μὲ αὐ­στη­ρὸ καὶ θυ­μω­μέ­νο ὕ­φος.

      — Για­τί μοῦ τὸ κλέ­βεις; – Ἐ­πα­νέ­λα­βε.

      Ἅ­πλω­νε τὸ δε­ξί της χέ­ρι μὲ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα κι ἐ­γὼ σχε­δὸν αὐ­τό­μα­τα ἔ­βα­λα στὴν πα­λά­μη της τὸ μεν­τα­γιόν.

      Ἀ­πὸ τό­τε, ἡ ἀ­νά­μνη­ση τοῦ ἔ­ρω­τά μου γιὰ τὴ Ρό­σα ξε­θω­ριά­ζει καὶ μὲ με­γά­λο πό­νο σι­γὰ-σι­γὰ πεί­θο­μαι ὅ­τι πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ δυ­στυ­χί­α ποὺ μοῦ προ­ξε­νεῖ ἡ ἀ­πώ­λειά της, βρί­σκε­ται ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α τῆς δι­αί­σθη­σης ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­ξε δι­κή μου πο­τέ.

      Ἡ ἰ­δι­ο­κτή­τρια τοῦ θη­σαυ­ροῦ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴν αὐ­λὴ τρέ­χον­τας, ἐ­νῶ μέ­σα ἀ­πὸ τὶς αἴ­θου­σες ἀ­κου­γό­ταν σὰν μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη βο­ή, τὸ τρα­γού­δι τῆς προ­παί­δειας.

 

 

Πη­γή: www.Ficcionminima.blogspot.com

 

Λου­ὶς Μα­τέ­ο Ντί­εθ (Luis Mateo Díez) (Βι­για­μπλί­νο, Λε­όν, Ἱ­σπα­νία, 1942). Ἱ­σπα­νός συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Στὰ ελ­λη­νι­κά κυ­κλο­φο­ρεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρημά του Ἡ μα­γι­κὴ πη­γὴ τῆς νιό­της. Ἄλ­λα ἔρ­γα του A­­cri­fo del cla­vel y la es­pi­na (1988), Las ho­ras com­ple­tas (1990), El ex­pe­di­en­te del ná­u­fra­go (1992), Ca­mi­no de per­di­ción (1995), La mi­ra­da del al­ma (1997), El pa­ra­í­so de los mor­ta­les (1998), ­as del Des­ván (1999), Fan­tas­mas del in­vier­no (2004).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ «Τὸ δέν­τρο». Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ «Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ» (Ἔκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

 

Ἀλεχάντρο Γιοντορόφσκι (Alejandro Jodorovsky): Ποιότητα καὶ ποσότητα

 

 

Ἀ­λε­χάν­τρο Γι­ον­το­ρόφ­σκι (Alejandro Jodorovsky)

 

 Ποιότητα και ποσότητα

(Calidad y cantidad)

 

ΕΝ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ ἐ­κεί­νη ἀλ­λὰ τὴ σκιά της. Φρόν­τι­ζε νὰ τὴν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὴν αὐ­γὴ τό­τε ποὺ ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη του ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρη.              

 

 

 

Πη­γή: Minificciones.com.ar

 

Ἀλεχάντρο Γιοντορόφσκι (Αlejandro Jodorovsky·Χι­λή, 1929). Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ `50, ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Πα­ρί­σι. Ἀσχο­λή­θη­κε μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, τὸ θέ­α­τρο, τὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ τὸ σκί­τσο. Ἔ­χει ἐ­πί­σης σκη­νο­θε­τή­σει ἀρ­κε­τὲς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ (Ἔκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

 

Χάιρο Ἀνίμπαλ Νίνιο (Jairo Aníbal Niño): Ἱστορία τῆς ἄμμου

 

 

Χά­ι­ρο ­νίμ­παλ Νί­νιο (J­a­i­ro A­n­í­b­al N­i­ño)

 

Ἱ­στο­ρί­α τῆς ἄμ­μου

(H­i­s­t­o­r­ia De La A­r­e­na)

 

ΙΑ ΜΕ­ΡΑ ἡ πό­λη ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Μὲ τὸ πρό­σω­πο ν’ ἀν­τι­κρί­ζει τὴν ἔ­ρη­μο καὶ τὰ πό­δια βυ­θι­σμέ­να στὴν ἄμ­μο, ὅ­λοι συ­νει­δη­το­ποί­η­σαν ὅ­τι γιὰ τριά­ντα ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια, ζοῦ­σαν μέ­σα σ’ ἕ­ναν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμό.

 

 

Πη­γή: A­v­a­n­z­a­n­d­o­a­t­i­e­n­t­as.b­l­o­g­s­p­ot.c­om

 

X­ά­ι­ρο ­νίμ­παλ Νί­νιο (J­a­i­ro A­n­í­b­al N­i­ño). (Μο­νι­κου­ι­ρά, Κο­λομ­βί­α, 5 Σε­πτεμ­βρί­ου 1941-Μπογ­κο­τά, Κο­λομ­βί­α, 30 Αὐ­γού­στου 2010). Ζω­γρά­φος, ποι­η­τής, δρα­μα­τουρ­γὸς καὶ πε­ζο­γρά­φος ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος στὸν χῶ­ρο τῆς παι­δι­κῆς καὶ νε­α­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Co­mplu­ten­se τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ «Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ» (Ἔκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

 

Alejandro Jodorovsky: Μετὰ τὸν πόλεμο

 

 

Ἀ­λε­χάν­τρο Γι­ον­το­ρόφ­σκι (Alejandro Jodorovsky)

 

Μετὰ τὸν πόλεμο

(Despues de a guerra)

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ζων­τανὸς ἄν­θρω­πος ἔ­ρι­ξε τὴν τε­λευ­ταί­α φτυα­ριὰ χῶ­μα πά­νω στὸν τε­λευ­ταῖ­ο νε­κρό. Ἐ­κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ ἔ­μα­θε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­θά­να­τος, ἀ­φοῦ ὁ θά­να­τος δὲν ὑ­πάρ­χει πα­ρὰ μο­νά­χα στὸ βλέμ­μα τοῦ ἄλ­λου.

 

 

Πη­γή: Minificciones.com.ar

 

Αlejandro Jodorovsky (Χι­λή, 1929). Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ `50, ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Πα­ρί­σι. Ἀσχο­λή­θη­κε μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, τὸ θέ­α­τρο, τὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ τὸ σκί­τσο. Ἔ­χει ἐ­πί­σης σκη­νο­θε­τή­σει ἀρ­κε­τὲς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ (Ἔκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

 

Augusto Monterroso: Ὁλοκληρωμένη συμφωνία

 

 

Ἀ­ουγ­κοῦ­στο Μον­τε­ρόσ­σο (A­u­g­u­s­to M­o­n­t­e­r­r­o­so)

 

Ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη συμ­φω­νί­α

(S­i­n­f­o­n­ia c­o­n­c­l­u­i­da)

 

 

ΓΩ ΜΠΟΡΩ νὰ σᾶς πῶ —πε­τά­χτη­κε ὁ χον­τρός— ὅ­τι πρὶν ἀ­πὸ τρί­α χρό­νια στὴ Γου­α­τε­μά­λα, κά­ποι­ος ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ὀρ­γα­νί­στας μιᾶς ἐκ­κλη­σί­ας τῆς γει­το­νιᾶς μου δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι τὸ 1929, ὅ­ταν τοῦ ἀ­νέ­θε­σαν νὰ ἀρ­χει­ο­θε­τή­σει τὰ χει­ρό­γρα­φα τῆς μου­σι­κῆς τοῦ Σω­τῆ­ρος, βρῆ­κε ξαφ­νι­κὰ κά­τι πα­ρά­ξε­να φύλ­λα ποὺ τοῦ κί­νη­σαν τὴν πε­ρι­έρ­γεια καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὰ με­λε­τᾶ μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ἀ­φο­σί­ω­ση· ἐ­πει­δὴ οἱ ση­μει­ώ­σεις ἦ­ταν στὰ γερ­μα­νι­κά, τοῦ πῆ­ρε κά­ποι­ο χρό­νο νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὰ δύ­ο τε­λευ­ταῖ­α μέ­ρη τῆς ἡ­μι­τε­λοῦς συμ­φω­νί­ας· μπο­ρεῖ­τε δὲ νὰ φαν­τα­στεῖ­τε τὴ συγ­κί­νη­σή του ὅ­ταν δι­έ­κρι­νε κα­θα­ρὰ τὴν ὑ­πο­γρα­φὴ τοῦ Σοῦμ­περτ, καὶ ὅ­ταν, τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὴν τα­ρα­χή, βγῆ­κε στὸ δρό­μο τρέ­χον­τας γιὰ νὰ ἀ­να­κοι­νώ­σει τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψή του, ὅ­λοι εἶ­παν χα­σκο­γε­λών­τας ὅ­τι πά­ει, τοῦ ‘στρι­ψε, καὶ ὅ­τι ἤ­θε­λε ἁ­πλῶς νὰ τοὺς κά­νει πλά­κα· ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ­νος γνώ­ρι­ζε κα­λὰ τὴν τέ­χνη του καὶ ἤ­ξε­ρε ἐ­πι­πλέ­ον μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι τὰ τε­λευ­ταῖ­α μέ­ρη ἦ­ταν ἐ­ξί­σου σπου­δαῖ­α μὲ τὰ δύ­ο πρῶ­τα, δὲν τὸ ἔ­βα­λε κά­τω καὶ ὁρ­κί­στη­κε ν` ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς του στὸ νὰ τοὺς κά­νει νὰ πα­ρα­δε­χθοῦν τὴ σπου­δαι­ό­τη­τα τῆς ἀ­να­κά­λυ­ψης· ἔ­τσι λοι­πὸν ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἄρ­χι­σε νὰ βλέ­πει συ­στη­μα­τι­κὰ ὅ­ποι­ον μου­σι­κὸ ὑ­πῆρ­χε στὴ Γου­α­τε­μά­λα, μὲ τό­σο φτω­χὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα ποὺ στὸ τέ­λος, ἀ­φοῦ τσα­κώ­θη­κε σχε­δὸν μὲ ὅ­λους, χω­ρὶς νὰ πεῖ λέ­ξη σὲ κα­νέ­ναν καὶ ἰ­δί­ως στὴ γυ­ναί­κα του, πού­λη­σε τὸ σπί­τι του γιὰ νὰ με­τα­κο­μί­σει στὴν Εὐ­ρώ­πη, ἀλ­λὰ μὲ τὸ ποὺ πά­τη­σε τὸ πό­δι του στὴ Βι­έν­νη, νὰ ποὺ τὰ πράγ­μα­τα ἔ­γι­ναν ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, για­τὶ δὲν θὰ μᾶς μά­θει ἐ­μᾶς κά­ποι­ος Λέ­ι­ερ­μαν ἀ­πὸ τὴ Γου­α­τε­μά­λα πῶς νὰ ἀ­να­κα­λύ­πτου­με χα­μέ­να ἔρ­γα καὶ πό­σο μᾶλ­λον τοῦ Σοῦμ­περτ, ἀ­φοῦ ἡ πό­λη βρί­θει ἀ­πὸ αὐ­θεν­τί­ες σχε­τι­κὲς μ’ αὐ­τόν, ἄ­σε πιὰ ποὺ τέ­τοι­α χει­ρό­γρα­φα κα­μιὰ δου­λειὰ δὲν εἶ­χαν νὰ βρί­σκον­ται στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κό­σμου, ὥ­σπου στὰ ὅ­ρια τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας καὶ ἔ­χον­τας πιὰ στὴν τσέ­πη μό­νο τὰ χρή­μα­τα γιὰ τὸ εἰ­σι­τή­ριο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, γνώ­ρι­σε μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια ἡ­λι­κι­ω­μέ­νων Ἑ­βραί­ων ποὺ εἶ­χαν ζή­σει στὸ Μπου­έ­νος Ἄι­ρες καὶ μι­λοῦ­σαν ἱ­σπα­νι­κά, οἱ ὁ­ποῖ­οι τὸν δέ­χθη­καν ἐγ­κάρ­δια καὶ τα­ραγ­μέ­νοι σὰν νὰ τοὺς εἶ­χε μό­λις στεί­λει κά­ποι­ο ση­μά­δι ὁ Θε­ός, ἔ­παι­ξαν στὸ πιά­νο, στὸ βι­ο­λὶ καὶ στὴ βι­ό­λα τὰ δύο μέ­ρη· τε­λι­κὰ κου­ρα­σμέ­νοι νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζον­ται τὰ χαρ­τιὰ ἀπ’ ὅ­λες τὶς με­ρι­ές, νὰ τὰ μυ­ρί­ζουν καὶ νὰ τὰ κοι­τά­ζουν κόν­τρα στὸ φῶς μπρο­στὰ σ’ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο, ἀ­ναγ­κά­στη­καν νὰ πα­ρα­δε­χθοῦν πρῶ­τα ψι­θυ­ρί­ζον­τας καὶ κα­τό­πιν μὲ οὐρ­λια­χτὰ —εἶ­ναι τοῦ Σοῦμ­περτ, εἶ­ναι τοῦ Σοῦμ­περτ!­—, ξε­σπών­τας σὲ λυγ­μοὺς ὁ ἕ­νας στὸν ὦ­μο τοῦ ἄλ­λου, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τοι λὲς καὶ δὲν τὰ εἶ­χαν βρεῖ τὰ χει­ρό­γρα­φα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ἀλ­λὰ τὰ εἶ­χαν μό­λις χά­σει· καὶ ἐ­δῶ τὸ πα­ρά­ξε­νο εἶ­ναι ὅ­τι αὐ­τοί, κλαί­γον­τας ἀ­κό­μα, ἂν καὶ κά­πως πιὸ ἤ­ρε­μοι, καὶ ἀ­φοῦ συ­νο­μί­λη­σαν πα­ρά­με­ρα στὴ γλώσ­σα τους, προ­σπά­θη­σαν νὰ τὸν πεί­σουν τρί­βον­τας τὰ χέ­ρια τους ὅ­τι τὰ δύ­ο τε­λευ­ταῖ­α μέ­ρη ἂν καὶ ἀ­ναμ­φι­βό­λως ὑ­πέ­ρο­χα, τί­πο­τα δὲν προ­σέ­θε­ταν στὴν ἀ­ξί­α τῆς συμ­φω­νί­ας ὅ­πως τὴ γνω­ρί­ζα­με ὣς τώ­ρα· μᾶλ­λον τὸ ἀν­τί­θε­το συ­νέ­βαι­νε, μπο­ρεῖ νὰ εἰ­πω­θεῖ ὅ­τι τῆς ἀ­φαι­ροῦ­σαν τὴν ἀ­ξί­α της, ἀ­φοῦ ὁ κό­σμος εἶ­χε συ­νη­θί­σει στὸ θρύ­λο ὅ­τι ὁ Σοῦμ­περτ τὰ εἶ­χε κα­τα­στρέ­ψει ἢ οὔ­τε κὰν προ­σπά­θη­σε νὰ τὰ γρά­ψει, βέ­βαι­ος ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ ξε­πε­ρά­σει ἢ νὰ φθά­σει ἔ­στω, τὸ ὕ­ψος τῶν δύ­ο πρώ­των· καὶ ὅ­λο τὸ θαῦ­μα ἐ­κεῖ βρι­σκό­ταν, στὴ σκέ­ψη ὅ­τι ἂν τὸ a­l­l­e­g­ro καὶ τὸ a­n­d­a­n­te εἶ­ναι τό­σο ὄ­μορ­φα, φαν­τά­σου τί θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι τὸ s­c­h­e­r­zo καὶ τὸ a­l­l­e­g­ro ma n­on t­r­o­p­po, ἂν λοι­πὸν αὐ­τὸς σε­βό­ταν καὶ ἀ­γα­ποῦ­σε ἀ­λη­θι­νὰ τὴ μνή­μη τοῦ Σοῦμ­περτ, τὸ πιὸ σω­στὸ θὰ ἦ­ταν νὰ τοὺς ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ κρα­τή­σουν αὐ­τὴ τὴ μου­σι­κή, καὶ αὐ­τὸ για­τὶ ἐ­κτὸς τοῦ ὅ­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὰ θὰ ξε­κι­νοῦ­σε μιὰ δι­α­μά­χη ἀ­τε­λεί­ω­τη, ὁ μό­νος ποὺ θὰ ἔ­βγαι­νε πραγ­μα­τι­κὰ χα­μέ­νος θὰ ἦ­ταν ὁ Σοῦμ­περτ· καὶ τό­τε αὐ­τός, πε­πει­σμέ­νος πιὰ ὅ­τι δὲν θὰ κα­τά­φερ­νε τί­πο­τα ἀ­νά­με­σα στοὺς Φι­λι­σταί­ους, ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρο ἀ­νά­με­σα στοὺς θαυ­μα­στὲς τοῦ Σοῦμ­περτ ποὺ ἦ­ταν χει­ρό­τε­ροι, πῆ­ρε τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς γιὰ τὴ Γου­α­τε­μά­λα καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ διά­πλου, μιὰ νύ­χτα, τὴ στιγ­μὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τὸ σε­λη­νό­φως ἔ­πε­φτε πά­νω στὸ θα­λασ­σο­δαρ­μέ­νο κα­τά­στρω­μα, βυ­θι­σμέ­νος στὴν πιὸ βα­ριὰ με­λαγ­χο­λί­α καὶ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ἀ­γώ­να ἐ­νάν­τια σὲ θε­οὺς καὶ δαί­μο­νες, πῆ­ρε τὰ χει­ρό­γρα­φα καὶ ἕ­να-ἕ­να τὰ ἔ­κα­νε κομ­μά­τια καὶ τὰ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὴν κου­πα­στὴ μέ­χρι νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι κα­νέ­νας δὲν θὰ τὰ ξα­νά­βρι­σκε πο­τέ, τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ —ὁ­λο­κλή­ρω­νε ὁ χον­τρὸς τὴ δι­ή­γη­σή του μὲ βα­θιὰ λύ­πη στὴ φω­νή— δά­κρυ­α καυ­τὰ κυ­λοῦ­σαν στὰ μά­γου­λά του καὶ σκε­πτό­ταν μὲ πί­κρα ὅ­τι οὔ­τε αὐ­τὸς οὔ­τε ἡ πα­τρί­δα του θὰ δι­και­οῦν­ταν τὴ δό­ξα τῆς προ­σφο­ρᾶς στὸν κό­σμο κά­ποι­ων σε­λί­δων ποὺ ὁ κό­σμος θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πο­δε­χθεῖ μὲ τό­ση χα­ρὰ ἀλ­λὰ ὁ κό­σμος μὲ τέ­τοι­α ψυ­χρὴ λο­γι­κὴ πε­ρι­φρό­νη­σε.

 

 

Πη­γή: B­r­e­v­e­s­n­o­t­a­n­b­r­e­v­es.b­l­o­g­s­p­ot.c­om  

 

A­u­g­u­s­to M­o­n­t­e­r­r­o­so (Τεγ­κου­σιγ­κάλ­πα, Ὀν­δού­ρα, 1921-Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 2003). Ἀ­πὸ μη­τέ­ρα Ὀν­δου­ρα­νὴ καὶ πα­τέ­ρα Γου­α­τε­μα­λά­νο. Πε­ζο­γρά­φος. Τὸ 1944 ἀ­ναγ­κά­στη­κε γιὰ πο­λι­τι­κοὺς λό­γους νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ Γου­α­τε­μά­λα καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Με­ξι­κὸ ὅ­που καὶ πέ­θα­νε. Μαὶ­τρ τὴς μι­κρῆς φόρ­μας, τὸ πρῶ­το του ἔρ­γο ἦ­ταν τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Lo d­e­m­ás es s­i­l­e­n­c­io (Τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι σι­ω­πή).  

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο C­o­m­pl­u­t­e­n­se τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο· ἐ­πί­σης, τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ (Ἐκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

 

 Βί­ντε­ο: Franz Peter Schubert (1797-1828), Συμ­φω­νί­α ἀρ. 8 (ἡ «ἡμι­τε­λής»). Συμ­φω­νικὴ ὀρχή­στρα τοῦ Τα­ταρ­στὰν μὲ διευ­θυ­ντὴ τὸν Βα­ντίμ Βε­νε­ντί­κτοβ (Κα­ζάν, 19 Μαρ­τί­ου 2006).

 

Adolfo Bioy Casares: Θέμα γιὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου

 

 

Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­υ Κα­σά­ρες (A­d­o­l­fo B­i­oy C­a­s­a­r­es)

 

Θέ­μα γιὰ τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου

(T­e­ma d­el f­in d­el m­u­n­do)

 

Ο ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ἴ­σως δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ τὸ φαν­τα­στεῖ κα­νείς. Ὁ Ρα­μί­ρες, ὑ­πεύ­θυ­νος στὴ γκαρ­ντα­ρόμ­πα τῆς λέ­σχης, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι, σὲ κά­ποι­ο ἀπ’ αὐ­τὰ τὰ εὐ­τε­λῆ ρα­δι­ο­φω­νι­κὰ προ­γράμ­μα­τα ἔ­τυ­χε ν’ ἀ­κού­σει ἕ­ναν Βο­λι­βια­νὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­έ­βλε­ψε ὅ­τι τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου θὰ ἔρ­θει τὴν Κυ­ρια­κὴ στὶς 23. Ὁ συ­νέ­ται­ρός μου, ὁ Τζών­νυ, μὲ δι­α­βε­βαί­ω­σε ὅ­τι ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι χα­ζο­μά­ρες. Ὁ Ρα­μί­ρες συμ­φώ­νη­σε λέ­γον­τας ὅ­τι δὲν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πι­στεύ­ου­με οὔ­τε λέ­ξη ἀ­πὸ τέ­τοι­ου εἴ­δους προ­βλέ­ψεις ἀλ­λὰ πρό­σθε­σε ὅ­τι γιὰ κά­θε ἐν­δε­χό­με­νο, τὸ Σάβ­βα­το τὸ βρά­δυ ὄ­χι μό­νο δὲ θὰ τσιγ­κου­νευ­ό­ταν τί­πο­τα, ἀλ­λὰ ἐ­πι­πλέ­ον ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ δι­ορ­γα­νώ­σει ἕ­να με­γά­λο φα­γο­πό­τι. Ἄν­θρω­πος αὐ­θόρ­μη­τος, δὲ δί­στα­σε νὰ δη­λώ­σει ὅ­τι τέ­τοι­ες ἀ­να­κοι­νώ­σεις θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­ται ἐν­τε­λῶς «γιὰ νὰ μὴν τὶς ἀ­κού­σουν τὰ παι­διά». Θυ­μή­θη­κε τὴν πε­ρί­πτω­ση κά­ποι­ου ποὺ βι­ά­στη­κε νὰ προ­βλέ­ψει, δὲν ξέ­ρω κι ἐ­γὼ γιὰ ποι­ὰ ἡ­με­ρο­μη­νί­α, τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου καὶ μό­λις σή­μα­ναν με­σά­νυ­χτα «ἅρ­πα­ξε ἕ­να πε­ρί­στρο­φο καὶ σκο­τώ­θη­κε. Μό­λις βρῆ­κε τὴ δύ­να­μη, πά­τη­σε τὴ σκαν­δά­λη. Ἦ­ταν ἀ­να­με­νό­με­νο». Ὁ Τζών­νυ τὸν ρώ­τη­σε:

       — Κι ἐ­σεῖς; Τί θὰ κά­να­τε ἂν ξέ­ρα­τε μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι τὴν τά­δε μέ­ρα τε­λει­ώ­νει ὁ κό­σμος;

      — Δὲν θὰ ἔ­λε­γα τί­πο­τα γιὰ νὰ μὴν τὸ ἀ­κού­σουν τὰ παι­διά – ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ρα­μί­ρες, ἀλ­λὰ θὰ ἔ­γρα­φα σ’ ἕ­να μι­κρὸ ση­μεί­ω­μα ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη μέ­ρα ἦ­ταν τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου, γιὰ νὰ δοῦν ὅ­τι τὸ ἤ­ξε­ρα.

 

 

 Πη­γή: B­r­e­v­e­s­n­o­t­a­n­b­r­e­v­es.b­l­o­g­s­p­ot.c­om

 

A­d­o­l­fo B­i­oy C­a­s­a­r­es (Μπου­έ­νος Ἄι­ρες, 1914-1999). Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του La i­n­v­e­n­c­i­ón de M­o­r­el (Ἡ ἐ­φεύ­ρε­ση τοῦ Μο­ρέλ, 1940). Τὸ 1991 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Θερ­βάν­τες γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Γνω­στὸς ἐ­πί­σης γιὰ τὴ φι­λί­α καὶ τὴ συ­νερ­γα­σί­α του μὲ τὸν Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο C­o­m­p­l­u­t­e­n­se τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο· ἐ­πί­σης, τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ (Ἐκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).