Στάθης Κουτσούνης: Ἡ κούκλα


Στά­θης Κου­τσού­νης


Ἡ κού­κλα


στὴ Marie Faubert

ΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ’87 στὴ Σκό­πε­λο. Ὄ­μορ­φο νη­σί. Ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ὁ Τά­κης κι ἐ­γώ. Στή­σα­με τὴ σκη­νὴ σὲ μιὰ ἀ­πό­με­ρη πα­ρα­λί­α καὶ τὴν ἀ­ρά­ζα­με ἐ­κεῖ μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὕ­στε­ρα στὴν πό­λη, νὰ φᾶ­με κά­τι, νὰ βολ­τά­ρου­με καὶ κα­τό­πιν σὲ κά­να μπὰρ γιὰ πο­τό.

Τὸ πρῶ­το βρά­δυ, περ­πα­τών­τας στοὺς κεν­τρι­κοὺς δρό­μους, στα­μα­τή­σα­με μπρο­στὰ σ’ ἕ­να μα­γα­ζὶ μὲ γυ­ναι­κεί­α ροῦ­χα. Στὴ βι­τρί­να δέ­σπο­ζε μιὰ κού­κλα πα­νέ­μορ­φη, σὰν ζων­τα­νὴ φαι­νό­ταν. Τῆς εἶ­χαν φο­ρέ­σει ἕ­να ὡ­ραῖ­ο μα­κρὺ φό­ρε­μα κι ἕ­να πέ­πλο στὸ κε­φά­λι ποὺ κά­λυ­πτε τὰ μά­τια της.

Χα­ζέ­ψα­με ἀ­συ­ναί­σθη­τα κι οἱ τρεῖς κάμ­πο­ση ὥ­ρα καὶ φύ­γα­με.

        — Ρὲ παι­διά, ὁ­λο­ζών­τα­νη αὐ­τὴ ἡ κού­κλα στὴ βι­τρί­να, τοὺς λέ­ω στὸ δρό­μο.

        — Ναι, ἀ­παν­τᾶ­νε πε­ρι­παι­χτι­κά, καὶ σὲ κοί­τα­ζε κι­ό­λας…

        Τὸ ἄλ­λο βρά­δυ, τοὺς πα­ρέ­συ­ρα καὶ βρε­θή­κα­με πά­λι μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να.

        — Τι ἔ­γι­νε, τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κες τὴν κού­κλα; μὲ πεί­ρα­ξαν πά­λι.

        Δὲν ἀ­πάν­τη­σα. Ἔ­μει­νε ὅ­μως μέ­σα μου ἐ­κεῖ­νο τὸ ζω­η­ρὸ μει­δί­α­μά της, ἀλ­λὰ ποῦ νὰ τολ­μή­σω νὰ τὸ ξα­να­πῶ.

        Τὴν τρί­τη μέ­ρα ἦρ­θε ὁ καύ­σω­νας. Ἀ­κό­μη κι ἐ­δῶ χτύ­πα­γε σα­ραν­τά­ρια. Τὸ βρά­δυ, ὡ­στό­σο, πά­λι στὴν πό­λη. Βρί­σκω μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α, ξε­κό­βω ἀ­π’ τοὺς ἄλ­λους καὶ πά­ω ξα­νὰ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζί. Αὐ­τὴ ἐ­κεῖ. Στὴν ἴ­δια θέ­ση, ὄρ­θια, μὲ φρε­σκο­βαμ­μέ­να χεί­λη, πλά­ι σε μί­αν ἄ­δεια κα­ρέ­κλα.

        Μό­νος μου εἶ­χα τὴν ἄ­νε­ση νὰ τὴν πα­ρα­τη­ρή­σω κα­λύ­τε­ρα. Μ’ ἔ­τρω­γε ἡ πε­ρι­έρ­γεια. Μιὰ κί­νη­ση μό­νο, μιὰ τό­ση δὰ κί­νη­ση στὰ χεί­λη, στὰ χέ­ρια, ὁ­που­δή­πο­τε, νὰ φύ­γει τὸ βά­ρος. Ἄρ­χι­σα νὰ τῆς κά­νω γκρι­μά­τσες, μπὰς καὶ τὴν πιά­σουν τὰ γέ­λια, τὴν ἐ­ξέ­τα­ζα ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, τὴν κα­τα­βρό­χθι­ζα μὲ τὰ μά­τια. Ἐ­κεί­νη ἀ­τά­ρα­χη, μὲ τὸ μει­δί­α­μα ὑ­πο­σχό­με­νο.

        Ὁ καύ­σω­νας στὸ φούλ, εἶ­χα γί­νει μού­σκε­μα, δὲν ξέ­ρω ἂν ἵ­δρω­να ἀ­π’ τὴ ζέ­στη ἢ τὴν ὀ­μορ­φιά της. Ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ βλέ­πω στα­γό­νες ἱ­δρώ­τα νὰ τρέ­χουν σι­γὰ σι­γὰ στὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ κά­νουν αὐ­λά­κια στὸ μα­κι­γι­άζ. Τα­ρά­χτη­κα. Τὸ ’­ξε­ρα, φω­νά­ζω θρι­αμ­βι­κά, εἶ­ναι γυ­ναί­κα ἀ­λη­θι­νή, ζων­τα­νή! Καὶ τί ὄ­μορ­φη! Ἔ­τρε­ξα γρή­γο­ρα νὰ βρῶ τοὺς φί­λους μου.

        Τοὺς ἔ­φε­ρα τρέ­χον­τας, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πά­νω στὴν κα­ρέ­κλα ριγ­μέ­νο τὸ φό­ρε­μα, ἄ­δει­ο.

        Στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ οἱ φί­λοι μου μὲ δού­λε­ψαν γιὰ τὰ κα­λά. Δί­χτυ μὲ τύ­λι­γε ἡ λύ­πη. Θὰ τὴν ἔ­βλε­πα ἄ­ρα­γε πά­λι; Ξη­με­ρώ­μα­τα ξύ­πνη­σα καὶ βγῆ­κα ἀ­π’ τὴ σκη­νή, κά­θι­σα ἔ­ξω κα­τα­ϊ­δρω­μέ­νος, ἐ­νῶ μέ­σα οἱ ἄλ­λοι κοι­μοῦν­ταν, ἀ­ναί­σθη­τοι.

        Κά­ποι­α στιγ­μὴ πα­ρα­τή­ρη­σα ὅ­τι ἀ­πέ­ναν­τί μας, σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση, κά­ποι­ος εἶ­χε στή­σει μιὰ σκη­νή.

        Σὲ λί­γο βγαί­νει ἀ­πὸ μέ­σα ἐ­κεί­νη, γυ­μνή. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ της ἀ­νεί­πω­τη. Ἕ­νας ξαν­θὸς ἄγ­γε­λος, μὲ σῶ­μα φι­δί­σιο, σκέ­τη καλ­λο­νή. Τὰ στή­θη της ἕ­τοι­μα νὰ πε­τά­ξουν.

        Τὰ μά­τια μας δι­α­σταυ­ρώ­θη­καν κι ἔ­νι­ω­σα ἀ­μέ­σως ἐ­κεῖ­νο τὸ γνώ­ρι­μο μει­δί­α­μα. Σά­στι­σα. Ὁ καύ­σω­νας μὲ μπέρ­δευ­ε. Ση­κώ­θη­κα καὶ πῆ­γα πρὸς τὸ μέ­ρος της.

        — Κα­λη­μέ­ρα, λέ­ω.

        — Κα­λη­μέ­ρα, ἀ­παν­τά­ει μὲ σπα­στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Do you speak English, μὲ ρω­τά­ει στὴ συ­νέ­χεια.

        Ὁ ἥ­λιος ἔ­ξω εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ζε­μα­τά­ει καὶ σὲ λί­γο συρ­θή­κα­με στὴ σκη­νή της.

        Βγῆ­κα πρὸς τὸ με­ση­μέ­ρι. Ἔ­λαμ­πα ὁ­λό­κλη­ρος. Οἱ φί­λοι μου κο­λυμ­ποῦ­σαν. Μό­λις μὲ ἀν­τι­λή­φθη­καν μοῦ ἔ­κα­ναν νό­η­μα.

        — Ποῦ χά­θη­κες ὅ­λο το πρω­ί, μὲ ρω­τᾶ­νε. Πο­λὺ χα­ρού­με­νος εἶ­σαι. Ραν­τε­βοὺ μὲ τὴν κού­κλα σου εἶ­χες; Ἢ πῆ­γες νὰ τὴν πά­ρεις πά­λι μά­τι;

        Δὲν ἀ­πάν­τη­σα. Πε­ρί­με­να μό­νο νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴ σκη­νή της, νὰ τοὺς τὴ δεί­ξω, νὰ τρε­λα­θοῦν. Κο­λυμ­πών­τας τρα­βή­ξα­με βα­θιὰ κι ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε. Ὅ­ταν βγή­κα­με τὴν ἔ­ψα­ξα ὁ­λό­γυ­ρα μὲ τὰ μά­τια. Που­θε­νά. Με­τὰ κοί­τα­ξα πρὸς τὴ σκη­νή της. Δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ ἡ σκη­νή. Μὲ κυ­ρί­ε­ψε θλί­ψη καὶ ἄγ­χος. Ἀ­νέ­πνε­α δύ­σκο­λα. Τὸ λι­ο­πύ­ρι στὸ ζε­νίθ. Ἔ­πε­σα κά­τω ξε­ρός. Ὤχ, λέ­νε ἀ­νή­συ­χοι οἱ φί­λοι μου, τὸν πεί­ρα­ξε ὁ καύ­σω­νας.

        Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα κα­λὰ ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ὁ καύ­σω­νας. Ἡ ὀ­μορ­φιά της, ἡ ὀ­μορ­φιά της μὲ ἐ­ξου­θέ­νω­σε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Στά­θης Κου­τσού­νης (Νέ­α Φι­γα­λί­α Ὀ­λυμ­πί­ας, 1959). Σπo­ύ­δα­σε Νο­μι­κά, Φι­λο­λο­γί­α καὶ Κλα­σι­κὴ Μου­σι­κή. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Στὰ Γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1987 μὲ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τεσ­σά­ρων ποι­η­μά­των του στὸ τεῦ­χος 10 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Νέ­ες Το­μές. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Σπου­δὲς γιὰ Φω­νὴ καὶ Ποί­η­ση (Ὑ­ά­κιν­θος, 1987), Τρύ­γος αἱ­μά­των (Σμί­λη, 1991), Πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ μαύ­ρου (Δελ­φί­νι, 1998), Ἡ τρο­μο­κρα­τί­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς (Με­ταίχ­μιο, 2004). Πα­ράλ­λη­λα, δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­να κρι­τι­κῆς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.


			

Stathis Koutsounis: Cerezas



Stathis Koutsounis


Cerezas

 

— ¿VAMOS a por cerezas?

       La propuesta tuvo lugar en el único recreo del horario de tarde. Eran alrededor de las cuatro y en una hora saldríamos de clase. Lo propuso Diamandís. No a todos, solo a Dina, a Yanis y a mí. No sé si nos escogió o si simplemente se topó de casualidad con nosotros en el mismo momento en que le vino la idea. Diamandís era un año mayor y mucho más alto y robusto que nosotros. Había suspendido y repetía curso. Estábamos en segundo de primaria.

       La reacción fue entusiástica.

       — Síííííí, exclamamos todos a la vez, sin pensarlo.

       Durante la hora de la clase estaba tan emocionado que no le prestaba atención a la maestra, una mujer gorda y cascarrabias, con un moño en lo alto de la cabeza que parecía un casco medieval. Me gustaba mucho Dina, quería estar con ella todo el rato, pero Diamandís también le tenía el ojo echado. A mí él me caía mal, me fastidiaba que casi todas nuestras compañeras de clase lo rondaran descaradamente. Dina era una chica guapa y jovial, con la piel clara como el trigo, labios carnosos y ojos de un profundo color azulado. Cuando la miraba me sentía alterado, aunque no entendía por qué. Por el camino me asaltó otro miedo. Solo teníamos un cerezo, en la parte alta del pueblo, cerca de la casa de Diamandís, pero era enorme. ¿Sería capaz de subirme? Y qué vergüenza, delante de Dina, si no lo conseguía…

       Por el camino íbamos chinchándonos.

       — Vamos a subir a Dina al cerezo, que nos eche las cerezas para comérnoslas, dijo Yanis en un momento dado.

       — Sí, claro…, respondió ella entre risas.

       Nada más llegar, Diamandís trepó al árbol como un felino y llegó rápido a la copa. Todos lo mirábamos con admiración y envidia. Tras dos o tres intentos fallidos, Yanis también lo consiguió.

       Yo ni siquiera lo intenté. Estaba avergonzado pero intentaba aparentar indiferencia. Miraba discretamente a Dina; por suerte, no me hizo ningún comentario. Admiraba la bonita falda plisada y sus piernas esbeltas. Los otros arriba estaban comiendo y, de cuando en cuando, junto con los huesos que escupían, dejaban caer también alguna cereza. Yo las recogía y se las ofrecía cortésmente a ella. Sonreía con recogijo y las masticaba ávidamente. Se le pusieron los labios rojos del jugo, como si llevara pintalabios.

       — Venga, come tú también, me decía.

       A mí lo único que me importaba era complacerla, ganarme su simpatía.

       En un momento dado escuchamos una voz gritar desde lo alto.

       — ¡Dina!

       Vemos entonces a Diamandís, que sostenía un puñado enorme de cerezas en las manos.

       — Toma, cógelas, le dice, y las deja caer separando las manos.

       Las cerezas nos llovieron encima. Brillaban al azul del cielo como pequeños globos rojos que chocaban unos con otros y se desperdigaban por todas partes, describiendo órbitas desordenadas. Ni alzando los brazos conseguíamos atrapar más de una o dos, y había más de veinte. Entonces Dina, en un acto reflejo, se levanta de repente la falda para coger el mayor número de cerezas posible, formando un canasto de tela.

       Por una fracción de segundo veo sus piernas por encima de la rodilla, allí donde nunca las había visto: dos torrentes moldeados blancos como la nieve y, en el punto donde confluían, en medio de un prado de césped rubio, una gran cereza alargada de color rosa, rajada por delante de arriba a abajo.

       Se me cortó el aliento. Me mareé y me quedé sin habla. No podía entender cómo exactamente había llegado allí, entre sus piernas, aquella extraña cereza. El corazón me latía con fuerza y se me empezaron a entumecer los miembros.

       Mientras tanto ella, con una amplia sonrisa, venga, me dice, coge, y me tiende la falda, llena de cerezas.



Fuente: Μικροκύματα, 99+1 minicuentos de los escritores de la Asociación Griega de Autores. Edición de periódico H Εφημερίδα των Συντακτών, 2019.

Stathis Koutsounis [Στάθης Κουτσούνης] (1959) es poeta y ensayista. Trabaja en la educación secundaria privada.

Traducción: Natalia Velasco Urquiza. Revisión: Konstantinos Paleologos.


Στά­θης Κου­τσού­νης: Κεράσια



Στά­θης Κου­τσού­νης


Κε­ρά­σια


— ΠΑΜΕ γιὰ κε­ρά­σια;

       Ἡ πρό­τα­ση ἔ­γι­νε στὸ μο­να­δι­κὸ δι­ά­λειμ­μα τοῦ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νοῦ προ­γράμ­μα­τος. Ἦ­ταν τέσ­σε­ρις πε­ρί­που καὶ σὲ μιὰ ὥ­ρα θὰ σχο­λά­γα­με. Ὁ Δι­α­μαν­τῆς τὸ πρό­τει­νε. Ὄ­χι σὲ ὅ­λους, ἀλ­λὰ σὲ μέ­να, τὴν Ντί­να καὶ τὸν Γιάν­νη. Δὲν ξέ­ρω ἂν μᾶς ἐ­πέ­λε­ξε ἢ ἁ­πλῶς ἔ­τυ­χε νὰ πέ­σει πά­νω μας τὴ στιγ­μὴ ποὺ τοῦ ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α. Ὁ Δι­α­μαν­τὴς ἦ­ταν ἕ­να χρό­νο με­γα­λύ­τε­ρος καὶ πο­λὺ πιὸ ψη­λὸς καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος ἀ­πὸ μᾶς. Εἶ­χε χά­σει χρο­νιὰ καὶ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν τά­ξη. Πη­γαί­να­με στὴ Δευ­τέ­ρα Δη­μο­τι­κοῦ.

       Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἦ­ταν ἐν­θου­σι­ώ­δης.

       — Ναίι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι, ξε­φω­νί­σα­με ὅ­λοι με­μιᾶς, χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτοῦ­με.

       Στὴν ὥ­ρα τοῦ μα­θή­μα­τος εἶ­χα τό­σο πο­λὺ ξε­ση­κω­θεῖ ποὺ δὲν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα κα­θό­λου τὴ δα­σκά­λα, μιὰ χον­τρὴ καὶ στριμ­μέ­νη, μὲ κό­τσο στὸ κε­φά­λι της σὰν πε­ρι­κε­φα­λαί­α. Μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ ἡ Ντί­να, ἤ­θε­λα νὰ εἴ­μα­στε συ­νέ­χεια μα­ζί, ἀλ­λὰ τὴ λο­ξο­κοι­τοῦ­σε κι ὁ Δι­α­μαν­τῆς. Τὸν ἀν­τι­πα­θοῦ­σα αὐ­τόν, μὲ νεύ­ρια­ζε ποὺ τὸν γυ­ρό­φερ­ναν ἀ­προ­κά­λυ­πτα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες συμ­μα­θή­τρι­ές μας. Ἡ Ντί­να ἦ­ταν ἕ­να ὄ­μορ­φο καὶ πρό­σχα­ρο κο­ρί­τσι, μὲ ἀ­νοι­χτὴ στα­ρέ­νια ἐ­πι­δερ­μί­δα, σαρ­κώ­δη χεί­λη καὶ βα­θιὰ γα­λα­ζω­πὰ μά­τια. Ὅ­ταν τὴν κοι­τοῦ­σα ἀ­να­στα­τω­νό­μουν, κι ἂς μὴν κα­τα­λά­βαι­να για­τί. Στὸ δρό­μο μ’ ἔ­πι­α­σε κι ἕ­νας ἄλ­λος φό­βος. Μιὰ κε­ρα­σιὰ εἴ­χα­με ὅ­λη κι ὅ­λη, στὴν Πά­νω Ρού­γα, κον­τὰ στὸ σπί­τι τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν θε­ό­ρα­τη. Θὰ μπο­ροῦ­σα ἄ­ρα­γε ν’ ἀ­νε­βῶ; Καὶ τί ντρο­πή, μπρο­στὰ στὴν Ντί­να, ἂν δὲν τὰ κα­τά­φερ­να…

       Περ­πα­τού­σα­με καὶ πει­ρα­ζό­μα­στε.

       — Ν’ ἀ­νε­βά­σου­με τὴν Ντί­να στὴν κε­ρα­σιά, νὰ μᾶς ρί­χνει κε­ρά­σια νὰ τρῶ­με, εἶ­πε κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ Γιά­ννης.

       — Ναί, κα­λά…, ἀ­πάν­τη­σε γε­λών­τας ἐ­κεί­νη.

       Μό­λις φτά­σα­με, ὁ Δι­α­μαν­τῆς σκαρ­φά­λω­σε σὰν αἴ­λου­ρος στὸ δέν­τρο κι ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα στὴν κο­ρυ­φή. Τὸν κοι­τού­σα­με ὅ­λοι μὲ θαυ­μα­σμὸ καὶ ζή­λεια. Με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ-τρεῖς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες ἀ­πό­πει­ρες τὰ κα­τά­φε­ρε κι ὁ Γιά­ννης.

       Ἐ­γὼ οὔ­τε κὰν τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­σα. Ντρε­πό­μουν ἀλ­λὰ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ δεί­χνω ἄ­νε­τος. Κοι­τοῦ­σα στὰ κλε­φτὰ τὴν Ντί­να – εὐ­τυ­χῶς δὲν μοῦ ἔ­κα­νε κα­νέ­να σχό­λιο. Θαύ­μα­ζα τὴν ὡ­ραί­α πλι­σὲ φού­στα καὶ τὶς καλ­λί­γραμ­μες γάμ­πες της. Οἱ ἄλ­λοι ἐ­πά­νω τρώ­γα­νε καὶ ποῦ καὶ ποῦ, μα­ζὶ μὲ τὰ κου­κού­τσια ποὺ φτύ­να­νε, πε­τοῦ­σαν καὶ κα­νέ­να κε­ρά­σι. Τὰ μά­ζευ­α καὶ τὰ πρό­σφε­ρα εὐ­γε­νι­κὰ σὲ κεί­νη. Χαι­ρό­ταν καὶ τὰ μα­σου­λοῦ­σε λαί­μαρ­γα. Τὰ χεί­λη της κοκ­κί­νι­ζαν ἀ­πὸ τὰ ζου­μιά, λὲς κι εἶ­χε βά­λει κρα­γιόν.

       — Ἄν­τε, φά­ε κι ἐ­σύ, μοῦ ἔ­λε­γε.

       Ἐ­μέ­να, τὸ μό­νο ποὺ μ’ ἔ­νοια­ζε ἦ­ταν νὰ τὴν εὐ­χα­ρι­στή­σω, νὰ κερ­δί­σω τὴ συμ­πά­θειά της.

       Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­κοῦ­με μιὰ δυ­να­τὴ φω­νὴ ἀ­πὸ ψη­λά.

       — Ντί­να!

Βλέ­που­με τό­τε τὸν Δι­α­μαν­τῆ νὰ κρα­δαί­νει τὴ χού­φτα του γε­μά­τη μὲ κε­ρά­σια.

       — Νά, πιά­σ’ τα, τῆς λέ­ει, κι ἀ­νοί­γον­τας τὰ χέ­ρια του τ’ ἀ­φή­νει νὰ πέ­σουν.

       Τὰ κε­ρά­σια πῆ­ραν τὴν κα­τι­ού­σα. Γυ­ά­λι­ζαν στὸ μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ σὰν κόκ­κι­να μι­κρὰ μπα­λό­νια ποὺ χτυ­ποῦ­σαν με­τα­ξύ τους καὶ ἁ­πλώ­νον­ταν, δι­α­γρά­φον­τας ἄ­τα­κτες τρο­χι­ές. Καὶ τὰ χέ­ρια νὰ ση­κώ­να­με ἕ­να-δυ­ὸ τὸ πο­λὺ ὁ κα­θέ­νας θὰ πι­ά­να­με, κι αὐ­τὰ ἦ­ταν πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι. Τό­τε ἡ Ντί­να ἐν­στι­κτω­δῶς, γιὰ νὰ μα­ζέ­ψει ὅ­σο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρα κε­ρά­σια, ση­κώ­νει ἀ­πό­το­μα τὴ φού­στα της, σχη­μα­τί­ζον­τας μιὰ ὑ­φα­σμά­τι­νη λε­κά­νη.

       Γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου βλέ­πω τὰ πό­δια της ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα καὶ πά­νω, ποὺ πο­τὲ δὲν τὰ εἶ­χα ξα­να­δεῖ, δυ­ὸ χυ­τοὺς κα­τά­λευ­κους χει­μάρ­ρους, κι ἐ­κεῖ ποὺ σμί­γα­νε, ἀ­νά­με­σά σε μιὰ χλό­η ξαν­θή, ἕ­να με­γά­λο μα­κρου­λὸ κε­ρά­σι ρόζ, σκα­σμέ­νο μπρο­στὰ ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω.

       Ἡ ἀ­νά­σα μου κό­πη­κε. Ζα­λί­στη­κα κι ἔ­χα­σα τὴ μι­λιά μου. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς ἀ­κρι­βῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ­νο τὸ πε­ρί­ερ­γο κε­ρά­σι ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια της. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τὰ καὶ τὰ μέ­λη μου μού­δια­ζαν.

       Στὸ με­τα­ξὺ ἐ­κεί­νη, χα­μο­γε­λών­τας πλα­τιά, ἔ­λα, μοῦ λέ­ει, πᾶ­ρε, καὶ μοῦ ἔ­τει­νε τὴ φού­στα της, γε­μά­τη κε­ρά­σια.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Στά­θης Κου­τσού­νης (Νέ­α Φι­γα­λί­α Ὀ­λυμ­πί­ας, 1959). Σπo­ύ­δα­σε Νο­μι­κά, Φι­λο­λο­γί­α καὶ Κλα­σι­κὴ Μου­σι­κή. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Στὰ Γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1987 μὲ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τεσ­σά­ρων ποι­η­μά­των του στὸ τεῦ­χος 10 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Νέ­ες Το­μές. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Σπου­δὲς γιὰ Φω­νὴ καὶ Ποί­η­ση (Ὑ­ά­κιν­θος, 1987), Τρύ­γος αἱ­μά­των (Σμί­λη, 1991), Πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ μαύ­ρου (Δελ­φί­νι, 1998), Ἡ τρο­μο­κρα­τί­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς (Με­ταίχ­μιο, 2004). Πα­ράλ­λη­λα, δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­να κρι­τι­κῆς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.