Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков): Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο

 



Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков)


Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο

(Синята хризантема)


ΜΑΣΤΑΝ ΤΡΕΙΣ. Ἐ­γώ, ὁ Βδέλ­λας κι ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός. Μα­ζευ­ό­μα­σταν στὴν τα­βέρ­να τοῦ Στά­μου τοῦ Τυ­φλοῦ, ὅ­που χαρ­το­παί­ζα­με μέ­χρι ἀρ­γά. Καὶ ἐ­κεῖ, ξο­δεύ­α­με σχε­δὸν ὅ­λα μας τὰ λε­φτά. Δι­ό­τι δὲν ἱ­κα­νο­ποι­ού­μα­σταν μὲ μι­κρο­πο­σά. Σὲ μιὰ γύ­ρα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ὁ κα­θέ­νας μας ἔ­πρε­πε νὰ πον­τά­ρει του­λά­χι­στον εἴ­κο­σι λέ­βα. Αὐ­τὸ γι­νό­ταν στὴν ἀρ­χὴ τοῦ παι­χνι­διοῦ. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸ κρα­σὶ φούν­τω­νε τὰ κε­φά­λια μας, βά­ζα­με κι ἀ­πὸ πε­νῆν­τα, ἀ­κό­μα καὶ ἑ­κα­τό. Ὅ­μως ἐ­γὼ δὲν κέρ­δι­ζα. Οὔ­τε κι ὁ Βδέλ­λας. Ὅ­λα μας τὰ λε­φτά, τὰ σά­ρω­νε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, ὁ ὁ­ποῖ­ος μ’ ἕ­ναν ἐκ­πλη­κτι­κὸ τρό­πο ἔ­παι­ζε στὰ δά­χτυ­λά του τὴν κα­τα­στρο­φι­κὴ αὐ­τὴ τέ­χνη τῶν χαρ­τι­ῶν.

       Ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ φυ­μα­τί­ω­ση τῆς σπον­δυ­λι­κῆς στή­λης καὶ ἦ­ταν τό­σο καμ­που­ρια­στός, ποὺ ὅ­ταν παί­ζα­με, μό­νο τὸ κε­φά­λι του ἐ­ξεῖ­χε πά­νω ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι. Στὸ κι­τρι­νι­σμέ­νο πρό­σω­πό του ξε­χω­ρί­ζα­νε δύ­ο τε­ρά­στια μαῦ­ρα μά­τια ποὺ ἀ­στρά­φτα­νε ἀ­γρι­ω­πὰ στὴν πα­ρα­μι­κρή μας ἐ­πι­τυ­χί­α. Καὶ αὐ­τὴ ἡ λάμ­ψη στὰ μά­τια του, ἀ­κού­σια μᾶς ἀ­πο­θάρ­ρυ­νε καὶ χά­να­με τὴ ρο­ὴ τοῦ παι­χνι­διοῦ. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος, ἄρ­χι­ζε νὰ γε­λά­ει φαρ­μα­κε­ρὰ καὶ ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­γα­με τὴ βρα­χνὴ φω­νή του νὰ στριγ­γλί­ζει:

       — Ἄσ­σος, Ἐν­νιὰ κού­πα, Ρή­γας σπα­θί! Καὶ κέρ­δι­ζε.

       Ὅ­μως, ἐ­γὼ καὶ ὁ Βδέλ­λας τοῦ τὴ στή­να­με ἀ­πὸ και­ρό. Καὶ ἔ­τσι ἕ­να βρά­δυ, ἔ­χα­σε. Ἔ­χα­σε ὅ­λα τὰ λε­φτά του. Ἐ­μεῖς, πή­ρα­με τό­ση χα­ρά, ποὺ δὲν στα­μα­τού­σα­με νὰ κο­ρο­ϊ­δεύ­ου­με τὸν Ἑ­σπε­ρι­νό.

       Ἐ­κεῖ­νος σι­ω­ποῦ­σε. Τὰ μά­τια του καί­γα­νε ἀ­πὸ κα­κί­α καὶ ὀρ­γή. Καὶ ὅ­ταν τὰ πει­ράγ­μα­τά μας ξε­πέ­ρα­σαν πιὰ κά­θε ὅ­ριο ἀ­νο­χῆς, τὸ πρό­σω­πό του κοκ­κί­νη­σε ἀ­πὸ θυ­μό, χτύ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ εἶ­πε:

       — Γιὰ νὰ δοῦ­με! Κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ἀ­κό­μα ποι­ός εἶ­ναι ὁ νι­κη­τής!

       — Μά, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χεις λε­φτά! ξε­φώ­νη­σε ὁ Βδέλ­λας. Δὲν εἶ­σαι σὲ θέ­ση νὰ παί­ξεις!

       — Πῶς; Ἐ­γὼ θὰ πον­τά­ρω κά­τι ἄλ­λο, θὰ στοι­χη­μα­τί­σω ὅ,τι πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ἔ­χω! ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ ἔ­ψα­ξε στὴν τσέ­πη του.

       Ἐ­μεῖς, ἐν­νο­εῖ­ται, πε­ρι­μέ­να­με νὰ δοῦ­με κά­τι πο­λύ­τι­μο, κά­τι, τε­λο­σπάν­των, ποὺ νὰ ἦ­ταν ἀ­ξί­ας. Ὅ­μως, πρὸς με­γά­λη μας ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ μι­κρό, δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι του ἕ­να γα­λά­ζιο, μα­ρα­μέ­νο χρυ­σάν­θε­μο.

       — Χά, χά, χά! ἔ­βα­λα τὰ γέ­λια. Μὰ αὐ­τὸ δὲν ἀ­ξί­ζει οὔ­τε δυ­ὸ λέ­βα!

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ποῦ ἔ­χεις; ρώ­τη­σε ὁ Βδέλ­λας.

       — Ὅ­μως ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός μᾶς κοί­τα­ξε μὲ τέ­τοι­ο μί­σος, τὰ μά­τια του ἀ­στρά­φτα­νε τό­σο, μὰ τό­σο τρο­με­ρά, ποὺ ἐ­μεῖς ἀ­πρό­θυ­μα συ­νε­χί­σα­με τὸ παι­χνί­δι. Ἀλ­λὰ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, ἔ­χα­σε καὶ τού­τη τὴ φο­ρά. Ἐ­γὼ κέρ­δι­σα τὸ χρυ­σάν­θε­μο, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν εἶ­χε γιὰ μέ­να τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­ξί­α. Καὶ θὰ τὸ ἔ­δι­να πά­λι στὸν Ἑ­σπε­ρι­νό, ἂν μιὰ συμ­φω­νί­α δὲν ὅ­ρι­ζε πάν­τα τὸ παι­χνί­δι μας: νὰ μὴν ὑ­πάρ­ξει καμ­μί­α ὑ­πο­χώ­ρη­ση, ἔ­στω καὶ με­ρι­κή, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο ποὺ κερ­δή­θη­κε. Καὶ ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ τὸν λό­γο ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς μὲ κοι­τοῦ­σε ἀ­βο­ή­θη­τος καὶ προ­σβε­βλη­μέ­νος, ὅ­ταν ἐ­γὼ μά­ζε­ψα τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο.

       Καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα γί­να­με ἐ­χθροί. Μὲ μι­σοῦ­σε, τό ’­ξε­ρα. Φαι­νό­τα­νε στὸ βλέμ­μα του. Πα­ρό­λα αὐ­τά, συ­νε­χί­ζα­με νὰ μα­ζευ­ό­μα­στε στὴν τα­βέρ­να καὶ νὰ παί­ζου­με χαρ­τιά. Καὶ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἔ­χα­νε, πάν­τα ἔ­χα­νε. Δι­ό­τι ἐ­γὼ κι ὁ Βδέλ­λας τοῦ εἴ­χα­με στή­σει ὡ­ραί­α πα­γί­δα. Σὲ ποι­ά πο­νη­ριά, ὅ­μως, εἴ­χα­με κα­τα­φύ­γει γιὰ νὰ κερ­δί­σου­με, αὐ­τὸ δὲν πρό­κει­ται πο­τέ μου νὰ τὸ πῶ. Θὰ ντρό­πια­ζα κι ἐ­μέ­να καὶ τὸν φί­λο μου.

       Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς δὲν ἦρ­θε. Δὲν ἦρ­θε οὔ­τε καὶ τὸ ἑ­πό­με­νο. Μά­θα­με ὅ­τι ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος. Φι­λι­κὸ χρέ­ος μᾶς ὑ­πο­χρέ­ω­νε νὰ πᾶ­με νὰ τὸν δοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ φο­βό­μουν. Πι­θα­νῶς, ἡ πα­ρου­σί­α μου νὰ τοῦ ξυ­πνοῦ­σε τὴ δυ­σά­ρε­στη ἀ­νά­μνη­ση γιὰ τὸ χρυ­σάν­θε­μο. Καὶ δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ πά­ω, ἂν ὁ Βδέλ­λας δὲν μὲ τρα­βοῦ­σε μὲ τὸ ζό­ρι.

       Οἱ φό­βοι μου ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­καν. Μό­λις μὲ εἶ­δε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, πή­δη­ξε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ φώ­να­ξε:

       — Βρω­μιά­ρη, χά­σου ἀ­πὸ ’­δῶ!

       — Ἑ­σπε­ρι­νέ, ἄ­κου με —εἶ­πα ἐ­γὼ— καὶ μὴ μοῦ θυ­μώ­νεις! Ξέ­ρεις, ὅ­τι…

       — Χά­σου ἀ­πὸ ’­δῶ! – οὔρ­λια­ξε πά­λι καὶ ἅρ­πα­ξε τὸ ψα­λί­δι ποὺ βρι­σκό­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ κο­μο­δί­νο του. Τό­τε ἐ­γὼ βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο.

       Με­τὰ ὁ Βδέλ­λας μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἦ­ταν βα­ριὰ ἄρ­ρω­στος καὶ κά­θε ἐλ­πί­δα νὰ γι­α­τρευ­τεῖ, ἤ­τα­νε χα­μέ­νη.

       Καὶ πραγ­μα­τι­κά, πέ­θα­νε. Πέ­θα­νε λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὸ πα­ρα­πά­νω πε­ρι­στα­τι­κό.

       Καὶ μεί­να­με οἱ δυ­ό μας. Ἐ­γὼ κι ὁ Βδέλ­λας. Πη­γαί­να­με, ὅ­μως, ξα­νὰ στὴν τα­βέρ­να καὶ συ­νε­χί­ζα­με τὴ χαρ­το­παι­ξί­α μας. Καὶ κέρ­δι­ζε πό­τε ὁ ἕ­νας καὶ πό­τε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­τσι, ποὺ οἱ χα­σοῦ­ρες μας δὲν γί­νον­ταν αἰ­σθη­τές.

       Μιὰ φο­ρά, ἤ­πια­με κρα­σὶ πα­ρα­πά­νω. Ἀρ­χί­σα­με νὰ πον­τά­ρου­με με­γά­λα πο­σά. Καὶ κέρ­δι­ζα. Δύ­ο ἢ τρεῖς ὧ­ρες, τὸ παι­χνί­δι ἦ­ταν μὲ τὸ μέ­ρος μου. Ἀλ­λά, ἕ­να μοι­ραῖ­ο γύ­ρι­σμα καὶ…. ὁ Βδέλ­λας μὲ ξε­τί­να­ξε.

       Ἔ­χα­να. Γιὰ νὰ συν­τη­ρῶ ὅ­μως τὴ δι­ά­θε­σή μου, δὲν ἔ­παυ­α νὰ γε­μί­ζω μὲ κρα­σὶ τὸ πο­τή­ρι μου. Νευ­ρι­α­σμέ­νος καὶ φουν­τω­μέ­νος, κο­πα­νοῦ­σα τὸ ἕ­να φύλ­λο με­τὰ τὸ ἄλ­λο ἐ­πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Μὰ αὐ­τὸ δὲν βο­η­θοῦ­σε.

       Ὁ Βδέλ­λας, ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι κέρ­δι­ζε ἔ­ρι­χνε σὲ βά­ρος μου ἕ­να σω­ρὸ ὑ­πο­τι­μη­τι­κὲς κο­ρο­ϊ­δί­ες, γε­λών­τας μι­κρό­ψυ­χα καὶ φαρ­μα­κε­ρά. Καὶ σὲ μιὰ στιγ­μή, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ γέ­λιο τὸ ἤ­ξε­ρα ἀ­πὸ κά­που. Ἔ­στρε­ψα τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸ μέ­ρος του, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸν τρό­μο καὶ τὴ φρί­κη, μοῦ ‘πέ­σαν τὰ χαρ­τιά. Ἀ­πέ­ναν­τί μου στε­κό­ταν ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός. Τὰ μά­τια του, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες, φλέ­γον­ταν ἀ­πὸ κα­κί­α καὶ ὀρ­γή, καὶ μοῦ ψιθύ­ρι­ζε:

       — Συ­νέ­χι­σε, συ­νέ­χι­σε νὰ παί­ζεις!

       Κι ἐ­γὼ συ­νέ­χι­σα τὸ παι­χνί­δι, ἐ­πει­δὴ ἡ φω­νὴ του τὸ πρό­στα­ζε.

       Ἔ­χα­να. Δὲν μοῦ εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει πα­ρὰ με­ρι­κὰ λέ­βα. Καὶ τό­τε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, γέ­λα­σε βρον­τε­ρὰ καὶ φώ­να­ξε:

       — Πόν­τα­ρε τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο!

       Ἐ­γὼ δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­νω. Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο ἄ­ρα­γε θὰ μὲ γλύ­τω­νε; Ἢ μή­πως τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο θὰ ἀ­φά­νι­ζε κι ἐ­μέ­να, ὅ­πως ἀ­φά­νι­σε κά­πο­τε καὶ τὸν ἴ­διο;

       Ἔ­βγα­λα τὸ χρυ­σάν­θε­μο καὶ τὸ πόν­τα­ρα. Με­τὰ δὲν ξέ­ρω τί ἔ­γι­νε. Στὰ ἀ­φτιά μου ἠ­χοῦ­σε καὶ πά­λι τὸ γέ­λιο τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ, ἐ­γὼ γέ­μι­ζα τὰ πο­τή­ρια τὸ ἕ­να πί­σω ἀ­π’ τ’ ἄλ­λο καὶ ἔ­πι­να. Κά­πως ἔ­τσι μὲ πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος.

       Τὸ πρω­ί, μό­λις ξύ­πνη­σα, ὁ τα­βερ­νιά­ρης μοῦ δή­λω­σε ὅ­τι ὁ Βδέλ­λας σά­λε­ψε. Καὶ πά­νω στὴν τρέ­λα του, ἔ­λε­γε ὅ­τι τὴ νύ­χτα, παί­ζον­τας στὰ χαρ­τιά, κέρ­δι­σε ἀ­πὸ τὸν Ἑ­σπε­ρι­νὸ ἕ­να γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο.


1922


Πη­γή: https://chitanka.info/text/1586-sinjata-hrizantema

Ὁ Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков, Ραν­το­μὶρ 1902- Σό­φια 1966), θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ἀ­να­νε­ω­τὲς τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας καὶ «πα­τέ­ρας» τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴ Βουλ­γα­ρί­α. Ὑ­πῆρ­ξε συν­δη­μι­ουρ­γὸς (μα­ζὶ μὲ τὸν Βλαν­τι­μὶρ Πο­λιά­νοφ) τοῦ ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου «Ἄρ­γκους» (Аргус, 1922) —τοῦ πρώ­του οἴ­κου, παγ­κο­σμί­ως, μὲ ἀ­πο­κλει­στι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ— προ­τεί­νον­τας στὸ βουλ­γα­ρι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό, προ­σεγ­μέ­νες με­τα­φρά­σεις κλα­σι­κῶν ἔρ­γων, λ.χ. τῶν Ε.Α. Poe, Ε.Τ.Α. Ηoffmann, H.H. Ewers, G. Meyrink κ.ἄ., κα­θὼς καὶ πρω­τό­τυ­πα βουλ­γα­ρι­κὰ ἔρ­γα, ἀ­νά­λο­γης αἰ­σθη­τι­κῆς καὶ θε­μα­τι­κῆς. Στo δι­ά­στη­μα 1925-1927 ὁ Μίν­κοφ συμ­με­τεῖ­χε στὸν πε­ρί­φη­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ κύ­κλο «Το­ξό­της» (Стрелец) μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ση­μαν­τι­κοὺς ἐκ­προ­σώ­πους τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου. Κο­σμο­πο­λί­της, εὐ­ρυ­μα­θὴς καὶ πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νος, ὁ Μίν­κοφ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν σπου­δῶν του στὴν Αὐ­στρί­α καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἦρ­θε ἀ­πὸ νω­ρὶς σὲ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸν γερ­μα­νι­κὸ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμὸ ἀλ­λὰ καὶ τὴ γοτ­θι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κο­λου­θών­τας στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα του τὸ ρεῦ­μα τοῦ «δι­α­βο­λι­σμοῦ» (diabolism), τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε ὁ­ρι­στι­κὰ στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’20 γιὰ νὰ ἀ­να­πτύ­ξει στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’30, ἕ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο κρι­τι­κὸ καὶ προ­σω­πι­κὸ ὕ­φος (ἄλ­λο­τε μὲ τὴ χρή­ση λε­πτοῦ χι­οῦ­μορ στὰ ὅ­ρια τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, καὶ ἄλ­λο­τε χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ὑ­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­δο­ξο καὶ τὸ γκρο­τέ­σκο) μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ στη­λί­τευ­ε τὴν «αὐ­το­μα­το­ποί­η­ση» καὶ τὴν ἀ­πο­πνευ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που τῆς σύγ­χρο­νης ἐ­πο­χῆς, ἀ­να­τέ­μνον­τας συ­χνά, τό­σο τὴν «ἀ­στι­κὴ» πλη­κτι­κὴ κε­νό­τη­τα καὶ ὑ­πο­κρι­σί­α, ὅ­σο καὶ τὴν ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νη καὶ μο­να­χι­κὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ «μι­κροῦ ἀν­θρώ­που». Τολ­μη­ρός, ἀν­τι­κομ­φορ­μι­στὴς καὶ ἀ­νοι­χτὸς σὲ σύγ­χρο­να λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα, συ­νέ­βα­λε στὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας ἀ­πὸ μιὰ κυ­ρί­αρ­χη τό­τε λο­γο­τε­χνι­κὴ συμ­βα­τι­κό­τη­τα, ποὺ ἀν­τλοῦ­σε κυ­ρί­ως τὴ θε­μα­τι­κή της ἀ­πὸ τὶς δο­μὲς τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς πα­τρι­αρ­χι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας, τὸν «φολ­κλο­ρι­σμὸ» ἀλ­λὰ καὶ τὸν «ρε­α­λι­σμὸ» τῆς ἀ­γρο­τι­κῆς ζω­ῆς στὴν ὕ­παι­θρο. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ διη­γη­μα­το­γρα­φί­α, ὁ Μίν­κοφ ἀ­σχο­λή­θη­κε βι­ο­πο­ρι­στι­κὰ μὲ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς βι­βλι­ο­θη­κά­ριος, ἐ­πι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δι­η­γή­μα­τα, ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης πα­ρα­μύ­θια κα­θὼς καὶ τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἐν­τυ­πώ­σεις. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἔρ­γα του, ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α – Δι­ή­γη­μα: Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο (Синята хризантема, 1922), Ρο­λό­ι (Часовник, 1924), Παι­χνί­δι τῶν σκι­ῶν (Игра на сенките, 1928), Αὐ­τό­μα­τα (Автомати, 1932), Ἡ Κυ­ρί­α μὲ τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια (Дамата с рентгеновите очи, 1934), Δι­η­γή­μα­τα σὲ δέρ­μα σκαν­τζο­χοί­ρου (Разкази в таралежова кожа, 1936)· Μυ­θι­στό­ρη­μα: Ἡ καρ­διὰ στὸ χαρ­το­κού­τι. Μυ­θι­στό­ρη­μα γκρο­τέ­σκο σὲ ἑ­πτὰ ἀ­πί­θα­νες πε­ρι­πέ­τει­ες (Сърцето в картонената кутия, Роман-гротеска в седем невероятни приключения, 1933 / σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Κον­σταν­τὶν Κο­σταν­τί­νοφ)· Πα­ρα­μύ­θι: Ἡ μα­σκα­ρε­μέ­νη ἀ­λε­ποῦ (Маскираната лисица, 1936)· Τα­ξι­δι­ω­τι­κά: Ἡ Μα­δρί­τη φλέ­γε­ται. Ἱ­στο­ρί­α σὲ τη­λε­γρα­φή­μα­τα γιὰ τὴν ἀν­τί­στα­ση μιᾶς πό­λης (Мадрид гори. История в телеграми за съпротивата на един град, 1936), Ἡ ἄλ­λη Ἀ­με­ρι­κή. Ἕ­να τα­ξί­δι πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ση­με­ρι­νό (Другата Америка. Едно пътуване отвъд екватора, 1938).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶ­ς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.


			

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Do not disturb


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Do not disturb


ΤΕΚΕΤΑΙ κα­τα­με­σῆς στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου, ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἀ­ναμ­μέ­νη, μό­λις ἔ­χει βγεῖ ἀ­πὸ τὸ μπά­νιο, τυ­λιγ­μέ­νη στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της πρά­σι­νη πε­τσέ­τα. Πο­τὲ δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὶς πε­τσέ­τες τῶν ξε­νο­δο­χεί­ων, τὸ θε­ω­ρεῖ βρω­μιά. Ἀρ­χί­ζει νὰ τι­νά­ζει τὰ βρεγ­μέ­να της μαλ­λιά, νι­ώ­θον­τας ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ βρο­χὴ τρι­γύ­ρω.

       Ἦρ­θε σὲ αὐ­τὸ τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο γιὰ νὰ πε­θά­νει, ὅ­μως ἐ­δῶ καὶ δύ­ο ὧ­ρες ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ ἀ­να­πό­φευ­κτα ψι­λο­πράγ­μα­τα. Δὲν εἶ­χε ὑ­πο­ψια­στεῖ, ὅ­τι καὶ ὁ θά­να­τος χρει­ά­ζε­ται χρό­νο. Ὁ ἄν­τρας στὴ ρε­σε­ψιόν, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νό, ἔ­δει­χνε ἐ­λα­φρῶς προ­βλη­μα­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐ­ρώ­τη­σή της, γιὰ τὸ ἂν ἔ­χουν ἐ­λεύ­θε­ρο δω­μά­τιο στὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο. Μή­πως, πράγ­μα­τι, γί­νε­ται ὑ­περ­βο­λι­κὰ ξε­κά­θα­ρο; Ποι­ά εἶ­ναι τὰ στα­τι­στι­κά των αὐ­το­κτο­νι­ῶν σὲ τού­τη τὴ σο­βα­ρὴ ἁ­λυ­σί­δα; Ἄ­ρα­γε οἱ ἄν­θρω­ποι προ­τι­μοῦν νὰ ρι­χτοῦ­νε ἀ­πὸ πο­λυ­τε­λῆ ξε­νο­δο­χεῖ­α, ἢ μιᾶς καὶ τὸ ἀ­πο­φά­σι­σαν τοὺς εἶ­ναι πιὰ τὸ ἴ­διο;

       Προ­τι­μῶ στὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο, ἀ­κού­στη­κε νὰ λέ­ει, ἐ­πει­δὴ ἔ­χω ἐ­λα­φρὰ φο­βί­α ἀ­πὸ τὸ χα­μη­λὸ ὕ­ψος, ἔ­ε­ε, τὸ ἀν­τί­θε­τό της ὑ­ψο­φο­βί­ας, ἡ ὁ­ποί­α, ἐν­νο­εῖ­ται, εἶ­ναι πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νη, κ.ο.κ. Τὸν δι­α­πέ­ρα­σε μὲ τὸ πιὸ ἀ­πο­θαρ­ρυν­τι­κό της χα­μό­γε­λο (μι­σών­τας τὸ ἴ­διο, ἐ­κεῖ­νο, δευ­τε­ρό­λε­πτο). Θε­έ μου, για­τί πρέ­πει νὰ δι­και­ο­λο­γεῖ­ται μπρο­στά σε κά­ποι­ον ἄ­γνω­στο, καὶ μά­λι­στα ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μή.

       Ὁ ἄν­τρας ἀ­πέ­ναν­τι συγ­κα­τά­νε­ψε, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ τοὺς τύ­πους πα­ρὰ ἀ­πὸ κα­τα­νό­η­ση, δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρος ὅ­τι ξέ­ρει ἀ­κρι­βῶς τί εἶ­ναι ἡ φο­βί­α, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ πέ­φτει καὶ κα­νέ­νας λό­γος. Εἶ­χαν ἐ­λεύ­θε­ρο δω­μά­τιο στὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο, ἔ­γρα­ψε τὰ στοι­χεῖ­α της, πρό­τει­νε τὴ βο­ή­θειά του γιὰ τὴ βα­λί­τσα, αὐ­τὴ ἀρ­νή­θη­κε, τὴ ρώ­τη­σε ἂν χρει­ά­ζε­ται ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ὄ­χι, εὐ­χα­ρι­στῶ. Τῆς κά­λε­σε τὸ ἀ­σαν­σὲρ καὶ κρά­τη­σε τὴν πόρ­τα. Εἶ­ναι σί­γου­ρη, ὅ­τι στιγ­μια­ία γλί­στρη­σε τὸ βλέμ­μα του ἐ­πά­νω στὸ κορ­μί της, ὁ κα­θρέ­φτης στὸν θά­λα­μο τὸ ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε, ὅ­μως, τώ­ρα, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κρί­νει ἂν αὐ­τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ἐ­κνεύ­ρι­ζε, τὴν κο­λά­κευ­ε, ἢ ἂν πλέ­ον τῆς ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­δι­ά­φο­ρο. Καὶ ἕ­ως πό­τε, στὸ κά­τω-κά­τω τῆς γρα­φῆς, θὰ ἀ­να­λύ­ει κά­θε ἀ­νο­η­σί­α. Πα­τά­ει τὸ κουμ­πὶ γιὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο, στη­ρί­ζε­ται στὸ τοί­χω­μα καὶ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ κα­θα­ρὰ (ἐ­νῶ δῆ­θεν προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὴ σκέ­φτε­ται γιὰ τί­πο­τα), ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­τρας ἀ­πὸ τὴ ρε­σε­ψιὸν θὰ γι­νό­ταν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­δε, καὶ δὲν θυ­μᾶ­ται τί­πο­τα ἀ­π’ αὐ­τόν, μά­τια, πρό­σω­πο, ἡ­λι­κί­α, τὸ κε­φά­λι του, τί­πο­τα, τί­πο­τα… Ἕ­νας ἄν­τρας ἀ­πὸ τὴ ρε­σε­ψιόν, ἀ­πρό­σω­πος ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ἄν­τρες τῶν ξε­νο­δο­χεί­ων. Καὶ μή­πως ἐ­κεῖ­νος νὰ θυ­μό­ταν κά­τι ἀ­π’ αὐ­τὴν (ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν πι­σι­νό της); Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἐ­τοῦ­το θὰ ἦ­ταν ση­μαν­τι­κό­τε­ρο, του­λά­χι­στον γιὰ τοὺς μπά­τσους οἱ ὁ­ποῖ­οι θὰ ἔ­κα­ναν τὴν ἀ­νά­κρι­ση ἀρ­γό­τε­ρα. Φαι­νό­ταν ἀ­να­στα­τω­μέ­νη, τρο­μαγ­μέ­νη ἢ κυ­νη­γη­μέ­νη, ποι­ές ἀ­κρι­βῶς κου­βέν­τες ἀν­τάλ­λα­ξαν. Θυ­μή­σου, ἐ­πει­δὴ μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἔ­κα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρη προ­σπά­θεια νὰ πε­τά­ξει κά­ποι­α φαν­τα­χτε­ρὴ πρό­τα­ση, μὲ δι­πλὸ νό­η­μα, ἡ ὁ­ποί­α νά…

       Πο­τὲ δὲν ἔ­μα­θε νὰ φτιά­χνει τὸ ἐ­πι­μύ­θιο. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί λέ­γε­ται στὸ τέ­λος. Ὅ­πως τό­τε, ποὺ κοι­μή­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ μὲ ἄν­τρα. Συ­νέ­βη με­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο ἑ­ξά­μη­νο στὸ κο­λέ­γιο, σὲ κά­ποι­ο χω­ρά­φι πί­σω ἀ­πὸ τὰ γή­πε­δα. Ἦ­ταν ἄ­βο­λο, ἀγ­χω­τι­κό, κοι­τοῦ­σε τρι­γύ­ρω, ὅ­μως συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε ὅ­τι σὲ αὐ­τὸ ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­τι τὸ ἀ­φυ­πνι­στι­κό. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σαν ὅ­λα (οὔ­τε ὁ πό­νος τό­σο με­γά­λος, οὔ­τε ἡ ἀ­πό­λαυ­ση), ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι πρέ­πει ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ πεῖ κά­τι, μὰ οὔ­τε ποὺ ἤ­ξε­ρε τί. Καὶ ξε­φούρ­νι­σε τὸ πιὸ χα­ζὸ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε: Εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ, χά­ρη­κα ἰ­δι­αί­τε­ρα. Ἀ­μέ­σως με­τά­νοι­ω­σε ποὺ τὸ ξε­στό­μι­σε, ὅ­μως ἦ­ταν ἀρ­γά. Τὸ ἀ­γό­ρι με­τὰ βί­ας συγ­κρά­τη­σε τὸ γέ­λιο του γιὰ νὰ μὴν τὴν θί­ξει. Ἀρ­γό­τε­ρα, προ­φα­νῶς, τὸ ἀ­φη­γή­θη­κε σὲ ὅ­λους στὴν πα­ρέ­α καὶ αὐ­τὴ ἄ­κου­γε τὴν ἀ­τά­κα της νὰ ρί­χνε­ται, δῆ­θεν ἀ­πρό­σε­κτα, στὴ συ­ζή­τη­ση. Εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ, χά­ρη­κα ἰ­δι­αί­τε­ρα. Μὰ σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος…, συμ­πλή­ρω­νε κά­ποι­ος καὶ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἔ­κρη­ξη ἀ­πὸ γέ­λια. Μιὰ φο­ρά, ἕ­ναν χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, σὲ μιὰ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πα­ρέ­α ὅ­που κα­νεὶς δὲν τὴ γνώ­ρι­ζε, χρει­ά­στη­κε νὰ ὑ­πο­μεί­νει ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ κα­τάν­τη­σε νὰ γί­νει τοῦ εἴ­δους «ἕ­νας φί­λος, ἔ­λε­γε ὅ­τι…». Τί πράγ­μα­τα θυ­μᾶ­ται ὁ ἄν­θρω­πος στὰ τε­λευ­ταῖ­α λε­πτά.

       Τε­λευ­ταῖ­ο μπά­νιο, εἶ­πε, ἐ­νῶ τί­να­ζε τὸ βρεγ­μέ­νο κε­φά­λι της. Τε­λευ­ταῖ­ο σε­σου­άρ. Τε­λευ­ταί­α κρέ­μα κα­τὰ τῆς… Τὰ κα­τέ­γρα­ψε ὅ­λα αὐ­το­μα­τι­κά, ὅ­μως τώ­ρα στα­μα­τᾶ, τὸ αὐ­τό­μα­το ἔ­πα­θε ἐμ­πλο­κή. Ἡ κρέ­μα μέ­νει στὴ χού­φτα της. Συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς ὅ­λες οἱ κι­νή­σεις της προ­ο­ρί­ζον­ται γιὰ κά­ποι­ο μελ­λον­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, σὲ ἕ­να χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο πλέ­ον δὲν τῆς ἀ­νή­κει. Οἱ πό­ροι τοῦ δέρ­μα­τός της, δὲν θὰ ἔ­χουν χρό­νο νὰ ἀ­πορ­ρο­φή­σουν κα­λὰ αὐ­τὴ τὴν κρέ­μα, τὸ ἐκ­χύ­λι­σμα ἀ­μυ­γδά­λου καὶ τὸ ἀ­πό­σταγ­μα τῆς ἀ­λό­ης δὲν θὰ κα­τορ­θώ­σουν νὰ ξε­δι­πλώ­σουν τὶς δυ­να­τό­τη­τές τους, τὰ μαλ­λιά της, θὰ ξα­να­γί­νουν βρεγ­μέ­να καὶ μπλεγ­μέ­να ἀπ’ τὸ αἷ­μα. Ἀ­να­τρί­χια­σε μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη καὶ ἀ­πα­γό­ρευ­σε στὸν ἑ­αυ­τό της νὰ σκέ­πτε­ται πῶς θὰ μοιά­ζει με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τό. Τὸ με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ δὲν ὑ­πῆρ­χε.

       Ὡ­στό­σο,  ξε­κί­νη­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὴν κρέ­μα σ’ ὁ­λό­κλη­ρό το σῶ­μα της. Τοῦ ἄ­ξι­ζε, τὴν εἶ­χε ὑ­πη­ρε­τή­σει κα­λά, ἔ­κρυ­βε ἐ­πι­δέ­ξια στὶς πτυ­χὲς τοῦ κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ 40 χρό­νια του. Τὸ ἄ­λοι­φε ἀρ­γά, μὲ ἀ­πό­λαυ­ση, σὰν γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Ἡ κρέ­μα εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρό το ἄλ­λο­θι, γιὰ νὰ χα­ϊ­δέ­ψει αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα, νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν. Κρέ­μα πά­νω στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ ὦ­μο, ἀν­τί­ο ἀ­ρι­στε­ρὲ ὦ­με… Κρέ­μα στὸ δέρ­μα κά­τω ἀπ’ τὸν λαι­μό, ἀν­τί­ο λαι­μέ… Πά­νω στὰ στή­θη, θὰ λεί­ψε­τε του­λά­χι­στον σὲ με­ρι­κοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀν­τί­ο, ἀν­τί­ο…

       Σὲ ὅ­λο αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χει μιὰ τε­λε­τουρ­γί­α καὶ ἡ τε­λε­τουρ­γί­α γα­λη­νεύ­ει, βά­ζει τὰ πράγ­μα­τα στὴ θέ­ση τους. Μοιά­ζει μὲ ἐ­πά­λει­ψη μύ­ρου, στὴν ὁ­ποί­α ὁ νε­κρὸς μό­νος του ἁ­πλώ­νει τὸ μύ­ρο ἐ­πά­νω στὸ σῶ­μα του.

       Τὰ πράγ­μα­τα θὰ μπο­ροῦ­σαν καὶ νὰ μοιά­ζουν φαι­δρά. Μιὰ γυ­ναί­κα ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει μὲ τὸν πιὸ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο τρό­πο, πη­δών­τας ἀ­πὸ ψη­λά, ἀ­π’ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου, καὶ ἤ­δη μιὰ ὥ­ρα καὶ κά­τι, κά­νει ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ χα­ζὰ καὶ μά­ται­α γυ­ναι­κεῖ­α πράγ­μα­τα. Μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νια κρέ­μα γιὰ τὶς ρυ­τί­δες κά­τω ἀ­πὸ τὰ μά­τια, με­τὰ θὰ θέ­σει μή­πως σὲ λει­τουρ­γί­α καὶ τὸν ἀ­πο­τρι­χω­τὴ (γιὰ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τὸν πῆ­ρε μα­ζί της), με­τά… Τί τῆς ἦρ­θε στὸ μυα­λό, ποῦ νὰ πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος; Θὰ βγεῖ νὰ πά­ει κά­που; Ἀ­κρι­βέ­στε­ρα, ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα θὰ βγεῖ ἢ ἄ­ρα­γε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο;

       Θυ­μή­θη­κε, πῶς πρὶν ἀ­πὸ και­ρὸ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἐ­κεί­νη τὴν ἱ­στο­ρί­α ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘40 γιὰ τὸν ἀ­σκού­με­νο φω­το­γρά­φο σὲ μιὰ νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζι­κη ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ τὴν τυ­χαί­α φω­το­γρα­φί­α του μὲ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ πή­δη­ξε ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο ἑ­νὸς ξε­νο­δο­χεί­ου. Τό­τε, ἔ­γρα­ψε ἀ­κό­μη καὶ ποί­η­μα γιὰ τὸ πῶς ἡ γυ­ναί­κα «πα­ρέ­με­νε ζων­τα­νὴ ἀ­νά­με­σα στὸν ἔ­να­το καὶ στὸν ὄ­γδο­ο ὄ­ρο­φο» καὶ πάν­το­τε θὰ ἔ­με­νε ἐ­κεῖ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται, πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια τῶν δύ­ο ἀ­πο­γευ­μα­τι­νῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν στὴν κα­φε­τέ­ρια τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. «Οἱ λεκ­κέ­δες ἀ­πὸ τὸν κα­φὲ στὸ πε­ζο­δρό­μιο, εἶ­ναι ἀ­κό­μα μέ­σα στὴν κού­πα», ἔ­τσι τε­λεί­ω­νε τὸ ποί­η­μα. [1]

       Ἀ­νε­βά­ζει τὴν κομ­ψὴ βα­λί­τσα στὸ κρε­βά­τι, τὴν ἀ­νοί­γει καὶ βγά­ζει προ­σε­κτι­κὰ ἀ­πὸ μέ­σα ἕ­να πρά­σι­νο φό­ρε­μα ρε­τρὸ μὲ χα­μη­λὴ τά­λια, τὸ ἁ­πλώ­νει ἐ­πά­νω στὸ σεν­τό­νι. Μιὰ φο­ρά, τῆς εἶ­παν ὅ­τι μὲ αὐ­τὸ μοιά­ζει στὴν Τα­μά­ρα ντὲ Λέμ­πι­τσκα. Τρε­λαι­νό­ταν γιὰ τὸ πρά­σι­νο.


Ἃς κρα­τή­σου­με τὸ κά­δρο, στὸ ὁ­ποῖ­ο αὐ­τὴ πά­τη­σε μὲ τὰ δυ­ὸ πό­δια στὸ περ­βά­ζι, κά­πως ἀ­νή­συ­χα, εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, ἀ­πὸ κά­τω ἀρ­χί­ζουν ἄν­θρω­ποι νὰ συ­στρέ­φον­ται, νὰ συγ­κεν­τρώ­νον­ται, νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν καὶ νὰ κοι­τά­ζουν πρὸς τὰ πά­νω. Ἀ­κό­μα ἀ­πο­ροῦν ἂν γυ­ρί­ζε­ται ται­νί­α, ἢ ἂν ἡ αὐ­το­κτο­νί­α θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ στ’ ἀ­λή­θεια. Ὁ πρώ­ι­μος Σε­πτέμ­βρης, ἄρ­χι­σε νὰ βά­φει ποι­κι­λό­χρω­μα τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν δέν­τρων. Ἀ­πὸ κά­τω, πο­τὲ δὲν πα­ρα­τη­ρεῖς. Σὲ λί­γο κά­ποι­ος θὰ τη­λε­φω­νή­σει στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α, στὴν πυ­ρο­σβε­στι­κὴ ἢ στὶς «Πρῶ­τες βο­ή­θει­ες». Ποι­ά ὑ­πη­ρε­σί­α εἶ­ναι ἁρ­μό­δια γιὰ τὶς αὐ­το­κτο­νί­ες σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη; Δὲν τὸ φαν­τά­στη­κε ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι… Θέ­λει ἁ­πλῶς νὰ μὴν τὴν ἐ­νο­χλοῦν. Νὰ προ­σποι­η­θεῖ, ἄ­ρα­γε, ὅ­τι σκαρ­φά­λω­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει κά­ποι­ον λεκ­κὲ ποὺ δὲν φαι­νό­ταν ἀ­π’ τὴ μέ­σα με­ριά. Κου­τα­μά­ρες, ποι­ὸς κα­θα­ρί­ζει τὰ πα­ρά­θυ­ρα στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου ὅ­που μέ­νει…

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ποὺ βου­ί­ζει ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, βγά­ζει ξαφ­νι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στους καὶ ἀ­νά­στα­τους θο­ρύ­βους, ἀ­κού­γον­ται οὐρ­λια­χτά, ἡ τρο­μαγ­μέ­νη φω­νὴ τοῦ ὁ­μι­λη­τή, κά­τι φρι­κτὸ θὰ πρέ­πει νὰ συ­νέ­βη, ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαί­νε­ται μό­νο ἕ­να μέ­ρος τῆς ὀ­θό­νης, ἀλ­λο­παρ­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι στοὺς δρό­μους, ἀ­ε­ρο­πλά­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο συν­τρί­βε­ται πά­νω… δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν… Αὐ­τὸ συμ­βαί­νει στὴν ἴ­δια πό­λη. Κα­τε­βαί­νει ἀ­π’ τὸ περ­βά­ζι (πρὸς τὴ με­ριὰ τοῦ δω­μα­τί­ου). Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ  δι­α­δρό­μου φαί­νε­ται ὁ κα­πνὸς ποὺ ὑ­ψώ­νε­ται στὰ δυ­τι­κά, ἀ­πὸ τοὺς πύρ­γους τοῦ Κέν­τρου Ἐμ­πο­ρί­ου, σὲ λί­γο ἀ­κού­γε­ται τὸ ἔ­ξαλ­λο οὐρ­λια­χτὸ τῶν ἀ­σθε­νο­φό­ρων, πυ­ρο­σβε­στι­κῶν, πε­ρι­πο­λι­κῶν, δὲν εἶ­ναι γιὰ ‘κεί­νη… Ἐ­πι­στρέ­φει στὸ δω­μά­τιο.

       Δύ­ο μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ κά­θε­ται μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, πλέ­ον στὸ σπί­τι της, ξα­να­βλέ­πει τὰ ἴ­δια κά­δρα καὶ με­τρά­ει αὐ­τοὺς ποὺ πη­δοῦν ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν φλε­γό­με­νων πύρ­γων. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ξε­κολ­λή­σει τὸ βλέμ­μα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πε­ρι­στρε­φό­με­να κορ­μιά. Ἡ αἴ­σθη­ση εἶ­ναι σχε­δὸν φυ­σι­κή, θαρ­ρεῖς καὶ κά­θε φο­ρᾶ πη­δοῦν μὲ τὸ δι­κό της σῶ­μα, ἡ τρι­βὴ τοῦ ἀ­έ­ρα, τὸ τί­ναγ­μα τῶν ἄ­κρων…

       Ἔ­τσι ἀρ­χί­ζει ἡ δεύ­τε­ρη ζω­ὴ τῆς Μ.Κ. Κα­τὰ μιὰ ἔν­νοι­α, γεν­νι­έ­ται μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ μα­ζι­κὴ αὐ­το­κτο­νί­α. Καὶ πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι γιὰ ἕ­ναν χρό­νο με­τά, θὰ ζή­σει ἐμ­φα­νῶς κα­νο­νι­κά, αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να πο­τὲ δὲν τὴν ἐγ­κα­τα­λεί­πει. Πο­τὲ δὲν πρό­κει­ται νὰ κα­τα­νο­ή­σει τί ἦ­ταν αὐ­τὸ τὸ ση­μά­δι – κά­ποι­ες ἑ­κα­τον­τά­δες ἀν­θρώ­πων ποὺ πη­δοῦν ξαφ­νι­κὰ ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα, γιὰ νὰ στα­μα­τή­σουν τὸ με­μο­νω­μέ­νο δι­κό της, ἤ­δη ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο, πή­δη­μα.

       Θὰ αὐ­το­κτο­νή­σει (ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἑ­νὸς ἄλ­λου ξε­νο­δο­χεί­ου) πε­ρί­που δύ­ο χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἀ­τά­ρα­χη, στὰ μέ­σα του Ἰ­ου­λί­ου. Σὲ μέ­ρα, ὅ­που τί­πο­τα τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο δὲν θὰ ἔ­χει συμ­βεῖ.



Πη­γή: Георги Господинов, И всичко стана луна, Жанет 45, Σό­φια, 2013, σ. 77-83. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὸν τό­μο 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γὶa τo Ση­μεῖ­ο Μη­δέν. Ἀν­θο­λο­γί­α (ἐ­πιμ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου & Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη), ἔκδ. Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να , 2017.

[1] Πρό­κει­ται γιὰ τὴν πε­ρί­φη­μη φω­το­γρα­φί­α τοῦ Russel Sorgi (φω­το­γρά­φου, τό­τε, τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Buffalo Courier Express) μὲ τί­τλο «Suicide» (γνω­στὴ καὶ ὡς «The Ge­nes­se Ho­tel Sui­ci­de» ἢ «The Des­pon­dant Di­vor­cee») τρα­βηγ­μέ­νη στὶς 7 Μα­ΐ­ου 1942, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν ἡ πτώ­ση τῆς τρι­αν­τα­πεν­τά­χρο­νης Mary Miller, ἀ­πὸ τὸν ὄ­γδο­ο ὄ­ρο­φο τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου ξε­νο­δο­χεί­ου. Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, μὲ τὴ γνω­στή του παι­γνι­ώ­δη δι­ά­θε­ση, ἀ­πο­δί­δει —μυ­θο­πλα­στι­κά— στὴν ἡ­ρω­ί­δα του, τὴ συγ­γρα­φὴ ἑ­νὸς ποι­ή­μα­τος μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἐν λό­γω φω­το­γρα­φί­α (πα­ρα­θέ­τον­τας, μά­λι­στα, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νους στί­χους) ἐ­νῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ὑ­παρ­κτὸ ποί­η­μα ποὺ ἀ­νή­κει στὸν ἴ­διο, δη­μο­σι­ευ­μέ­νο στὴν ποι­η­τι­κή του συλ­λο­γὴ Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин) τὸ 2003, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο «Suicide. Φω­το­γρα­φί­α τοῦ Russel Sorgi, 1942» («Sui­cide. Фо­то­графия на Rus­sel Sor­gi, 1942»). Ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση τοῦ ποι­ή­μα­τος, σὲ συ­νερ­γα­σί­α τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ μὲ τὸν Mark Robinson, ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸ A Balkan Exchange, Eight poets from Bulgaria and Britain, (ed. W. N. Herbert), ἐκδ. Arc Publications, Τον­τμόρ­ντεν 2007.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ σχ­ετι­κὸ κεί­με­νο τοῦ με­τα­φρα­στῆ).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Μέ­χρι τὴν πόρ­τα



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Μέ­χρι τὴν πόρ­τα

(До вратата)


Ε ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ κα­τα­λα­βαί­νεις, ὅ­τι τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις εἶ­ναι νὰ πα­ρη­γο­ρη­θεῖς. Πρὶν νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ ἡ για­γιά μου, —ἔ­λι­ω­νε πιά— ἔ­σφιγ­γε τὸ χέ­ρι μου καὶ φώ­να­ζε, φο­βε­ρὸ πράμα, ἀ­κό­μα θέ­λω τὴ ζω­ή, αὔ­ριο θ’ ἀρ­μέ­ξω λί­γο γά­λα ἀ­π’ τὴν κα­τσί­κα νὰ πι­ῶ. Ἡ κα­τσί­κα εἶ­χε πε­θά­νει πρὶν 20 χρό­νια, ἐ­νῶ ἡ για­γιά μου δὲν εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἐ­δῶ καὶ ἕ­ξι μῆ­νες…

       Μι­κρός, ὅ­ταν μ’ ἔ­πι­α­νε φό­βος νὰ κοι­μη­θῶ στὸ σκο­τά­δι, ἅ­πλω­να τὸ χέ­ρι ἀπ’ τὸ κρε­βά­τι μου, ἐ­κεί­νη ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι ἀ­π’ τὸ δι­κό της, ἤ­τα­νε στε­νὸ τὸ δω­μά­τιο, καὶ αὐ­τὴ ἡ γέ­φυ­ρα ἔ­δι­ω­χνε τὸν φό­βο μου. Σάμ­πως καὶ συμ­πο­ρευ­ό­μα­σταν ἕ­ως ἕ­να ση­μεῖ­ο, πι­α­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸ χέ­ρι, μέ­χρι νὰ δι­α­βοῦ­με τὸ τρο­μα­κτι­κό. Ἔ­πει­τα, μὲ ἄ­φη­νε στὸν ὕ­πνο.

       Τώ­ρα μό­νο μπο­ροῦ­σα νὰ τῆς ἀν­τα­πο­δώ­σω τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Στὸν ὕ­πνο καὶ στὸν θά­να­το ὁ κα­θέ­νας μπαί­νει μό­νος, ὅ­μως, μέ­χρι τὴν πόρ­τα, εἶ­ναι κα­λὸ νὰ ‘σαι μὲ κά­ποι­ον.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 40.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)

Краят на Грозното пате (не е за деца)


…ΚΑΙ ΠΗΓΕ στὸ τέ­λος τὸ ἀ­σχη­μό­πα­πο στοὺς ὑ­πό­λοι­πους κύ­κνους, με­τὰ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες καὶ τὶς προ­σβο­λὲς ποὺ ὑ­πέ­στη ἀ­πὸ πά­πι­ες, ἀ­πὸ γα­λο­ποῦ­λες, ἀ­πὸ σκύ­λους, ἀ­π’ τὸ κρύ­ο… Ἐ­πι­τέ­λους, τέ­λος τὰ τρα­βήγ­μα­τα, ὅ­μως… οἱ κύ­κνοι φέρ­θη­καν ψυ­χρὰ καὶ ὑ­πε­ρο­πτι­κά. Ποῦ ἤ­σουν ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο; Δὲν ἤ­σουν μα­ζί μας ἀ­νὰ τὸν κό­σμο. Ξέ­μει­νες σὲ αὐ­τὸ τὸ ξε­χα­σμέ­νο χω­ριὸ μὲ τὶς ἀ­παί­σι­ες πά­πι­ες καὶ τὶς κό­τες. Ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἔρ­χε­σαι; Ἀ­πὸ τὴν αὐ­λὴ τοῦ χω­ριοῦ, χα­χα­χά. Δὲν μοι­ρα­ζό­μα­στε κοι­νὸ πα­ρελ­θόν, δὲν ἔ­χου­με γιὰ τί πράγ­μα νὰ μι­λή­σου­με. Στὸ χω­ριὸ μπο­ρεῖς νὰ εἶ­σαι πρῶ­τος ἀ­νά­με­σα στὶς πά­πι­ες, ὁ ἀ­σχη­μό­τε­ρος ἢ ὁ πιὸ ὄ­μορ­φος, τὸ ἴ­διο κά­νει. Σὲ ἐ­μᾶς, θὰ στρι­μώ­ξεις τὰ φτε­ρά σου ἐ­κεῖ πί­σω, στὸ τέ­λος, γκέγ­κε;! Δὲν θὰ σὲ ξε­που­που­λι­ά­σου­με, δὲν θὰ σὲ σκο­τώ­σου­με, μά­λι­στα θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­ψου­με νὰ μεί­νεις. Ὅ­μως, πάν­το­τε θὰ εἶ­σαι τὸ Ἀ­σχη­μό­πα­πο. Ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ στὸ ἑ­ξῆς, θὰ εἶ­σαι ξέ­νος ἀ­νά­με­σά μας… θὰ ἔ­λε­γε ὁ δι­κός τους Τόκ­βιλ, στὸ ἔρ­γο του Γιὰ τὴ δη­μο­κρα­τί­α στὸ κο­πά­δι. (Εἶ­μαι σί­γου­ρος, ὅ­τι οἱ κύ­κνοι, ὅ­πως καὶ ὅ­λα τὰ πτη­νά, ἀμ­φί­βια καὶ θη­λα­στι­κὰ ὄν­τα, ἔ­χουν ἀ­νε­πτυγ­μέ­νες δι­κές τους φι­λο­σο­φι­κὲς σχο­λές.)

       Ἔ­τσι, τὸ Ἀ­σχη­μό­πα­πο δὲν βρῆ­κε ἀ­νά­παυ­ση οὔ­τε ἀ­νά­με­σα στοὺς ξέ­νους, οὔ­τε καὶ ἀ­νά­με­σα στοὺς δι­κούς του.


Δι­δάγ­μα­τα:

       «Δὲν εἶ­ναι δυ­στύ­χη­μα νὰ γεν­νη­θεῖς ἀ­νά­με­σα σὲ πά­πι­ες, ἀρ­κεῖ νὰ βγεῖς ἀ­πὸ αὐ­γὸ κύ­κνου», ὁ­ρί­ζει ρο­μαν­τι­κὰ ὁ Ἀν­τερ­σεν.

       Ἀ­πὸ ὅ,τι αὐ­γὸ θέ­λεις ξε­πε­τά­ξου, φτά­νει μό­νο νὰ βρε­θεῖς ἀ­νά­με­σα σὲ ὁ­μοί­ους σου, ἀ­πο­κρί­νε­ται τὸ πο­λύ­πα­θο Ἀ­σχη­μό­πα­πο.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 11-12.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας

(Историята на един жест)


ΤΕΣ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ, μοῦ ἔ­τυ­χε κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα νὰ δῶ του­λά­χι­στον ἐ­δῶ καὶ εἴ­κο­σι χρό­νια. Ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὸ τσι­γά­ρο μιᾶς γυ­ναί­κας. Ζή­τη­σα φω­τιά, δὲν εἶ­χε καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τὸ τσι­γά­ρο της, ἐ­νῶ πιὸ πρὶν ρού­φη­ξε βα­θιὰ γιὰ νὰ φουν­τώ­σει ἡ κά­φτρα του. Ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χα ξε­χά­σει αὐ­τὴ τὴ σκη­νὴ – ρού­φηγ­μα, πλη­σί­α­σμα τῶν προ­σώ­πων, ἄγ­γιγ­μα τῶν δα­κτύ­λων, γρή­γο­ρη ἀν­ταλ­λα­γὴ βλεμ­μά­των… Πα­λιά, ἔ­τσι ἀ­νά­βα­νε τσι­γά­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι στοὺς δρό­μους καὶ στὶς ται­νί­ες. Οἱ πρῶ­τοι ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη, οἱ δεύ­τε­ροι, γιὰ νὰ βροῦν τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ με­τα­δώ­σουν τὸ συν­θη­μα­τι­κό, ἂν εἶ­ναι κα­τά­σκο­ποι, ἢ γιὰ νὰ ἐ­ρω­τευ­θοῦν, ἂν πά­λι τὸ ἔρ­γο ἦ­ταν γαλ­λι­κό.

       Ὁ χρό­νος γιὰ ν’ ἀ­νά­ψεις ἕ­να τσι­γά­ρο ἀ­πὸ ἄλ­λο, εἶ­ναι γύ­ρω στὰ 3 δευ­τε­ρό­λε­πτα. Τὸ ἄγ­γιγ­μα τῶν δύ­ο τσι­γά­ρων δη­μι­ουρ­γεῖ γέ­φυ­ρα, βολ­τα­ϊ­κὸ τό­ξο. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κοι­τά­ξεις κά­ποι­ον ἀ­πὸ τό­σο κον­τὰ καὶ νὰ μὴ νι­ώ­σεις κά­τι. Ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι θέ­μα ἀ­πό­στα­σης. Πρὶν ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια σί­γου­ρα θὰ κα­ψου­ρευ­ό­μουν (τὸ ρῆ­μα εἶ­ναι ἀ­κρι­βές, ἂν καὶ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο), ὅ­μως τώ­ρα δυ­σκο­λεύ­ο­μαι καὶ κα­τα­φέρ­νω νὰ ἀ­πο­τρα­βη­χτῶ μα­ζὶ μὲ τὸ ἀ­ναμ­μέ­νο μου τσι­γά­ρο. Γερ­νά­ω.


Υ.Γ.

       Θυ­μή­θη­κα, ὅ­τι στὸν στρα­τὸ ὑ­πῆρ­χε ὁ­λό­κλη­ρη τε­λε­τή, φτι­αγ­μέ­νη γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Πῶς ὁ νέ­ος θὰ ζη­τοῦ­σε φω­τιὰ ἀ­πὸ τὴν «πα­λι­ο­σει­ρά». Ὁ­ρί­στε, μὲ ποιά πα­ρω­χη­μέ­νη φρά­ση: «Σύν­τρο­φε, πα­λαι­ὲ στρα­τι­ώ­τη, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ πλη­σιά­σω τὴ φλο­γώ­δη εὐ­τυ­χί­α σας, δί­χως νὰ σᾶς τὴν ἀ­φαι­ρέ­σω.» Ὁ­ποί­α με­γα­λει­ώ­δης τα­πεί­νω­ση.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 53-54.

 

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Lapsus

 


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Lapsus

(Лапсус)


Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ τῶν νε­κρῶν εἶ­ναι στα­θε­ρή, μπερ­δεύ­τη­κε ἡ ἐκ­φω­νή­τρια τῶν εἰ­δή­σε­ων… Καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, τὸ ρη­θὲν εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἀ­λη­θές. Δὲν μπο­ρῶ νὰ σκε­φτῶ πιὸ στα­θε­ρὴ κα­τά­στα­ση.


Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 120.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Spam



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Spam

(Спам)


ΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ἀ­νοί­γω τὸν φά­κε­λο μὲ τὰ spam καὶ δι­α­βά­ζω ἀρ­γά: ­ξέ­χα­στο κα­λο­καί­ρι στὴ Σι­κε­λί­αστὴν Το­σκά­νη. Σε­μι­νά­ριο Τά­ο. ­να­μνή­σεις ­πὸ τὴ μή­τρα. Are you looking for an affair, ρω­τά­ει κά­ποι­α Sabrine. Ἦρ­θε κι ἔ­δε­σε, κα­θὼς τώ­ρα μό­λις δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι τὸ μέ­ηλ μου κέρ­δι­σε 1 ἑ­κα­τομ­μύ­ριο λί­ρες.

       Πε­τά­γο­μαι γιὰ λί­γο στὴν κυ­ρί­ως ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α: Ἀ­να­μέ­νου­με τὴν ἔκ­θε­σή σας. Ἡ ἀ­σφά­λεια τοῦ αὐ­το­κι­νή­του λή­γει. Τε­λευ­ταί­α ὑ­πεν­θύ­μι­ση. Θὰ ἀ­φι­ε­ρώ­σε­τε λί­γο χρό­νο στὸ χει­ρό­γρα­φο ἑ­νὸς ἄ­γνω­στου συγ­γρα­φέ­α;

       Ἄ, ὄ­χι, ἐ­πι­στρέ­φω στὸ spam. Δυ­ὸ κό­σμοι. Στὸν ἕ­να, μὲ προ­σκα­λοῦν στὴ Σι­κε­λί­α, οἱ γυ­ναῖ­κες πε­θαί­νουν γιὰ μέ­να, τὸ μέ­ηλ μου κερ­δί­ζει ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, κλη­ρο­νό­μοι τοῦ Κα­τὰρ θέ­λουν νὰ μοῦ με­τα­φέ­ρουν τὰ χρή­μα­τα κά­ποι­ου… μῆ­τρες… ἄσ­ραμς… τά­ο… Ὁ ἄλ­λος – δου­λειά, ἀ­πλή­ρω­τες ἀ­σφά­λει­ες καὶ χει­ρό­γρα­φα σὲ ἀ­να­μο­νή. Ὑ­πο­πτεύ­ο­μαι πὼς ὅ­ταν πε­θά­νου­με, πη­γαί­νου­με κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὸ spam. Τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι, πι­θα­νόν, τὸ ἄλ­λο ὄ­νο­μα τοῦ πα­ρα­δεί­σου.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 119.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλί­ο – κον­το­λο­γίς



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλί­ο – κον­το­λο­γίς

(За краткостта и тази книга – накъсо)


Ο LAPIDARIUM, τὸ πρῶ­το μου βι­βλί­ο, πε­ρι­εῖ­χε σύν­το­μα πράγ­μα­τα γραμ­μέ­να στὸ πί­σω μέ­ρος ἀ­πὸ εἰ­σι­τή­ρια καὶ χαρ­τά­κια. Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι γραμ­μέ­νο ὣς ἕ­ναν βαθ­μὸ καὶ τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα. Κά­ποι­ες ἐν­τε­λῶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ποὺ δὲν μπαί­νουν ἐ­δῶ, ὑ­πάρ­χουν καὶ στὶς δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των μου. Ἀ­πὸ πα­λιὰ μοῦ ἀ­ρέ­σει καὶ με­τα­χει­ρί­ζο­μαι τὴ συν­το­μί­α, ὅ­μως πα­ρό­λα αὐ­τά, θε­ω­ρῶ τὸ βι­βλί­ο ἐ­τοῦ­το ὡς τὸ προ­σω­πι­κό μου ντεμ­ποῦ­το στὸ ἐν λό­γῳ εἶ­δος. Δι­α­σκέ­δα­ζα, ἐ­νῶ ἔ­γρα­φα αὐ­τὲς τὶς ἱ­στο­ρί­ες ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια. Ξέ­φευ­γα σὲ αὐ­τές, ὅ­ταν μοῦ γι­νό­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρη­το τὸ «ἔ­ξω». Τὶς μά­ζευ­α στὰ τε­φτέ­ρια μου, με­τα­ξὺ ἄλ­λων βι­βλί­ων, ποὺ φαί­νον­ταν ὡς πιὸ ση­μαν­τι­κά.*


       Ὑ­πάρ­χει μιὰ ὁ­ρι­σμέ­νη ἱ­ε­ραρ­χί­α στὴ ση­με­ρι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­κε­φα­λῆς εἶ­ναι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, καὶ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα – δι­η­γή­μα­τα, ποί­η­ση, δο­κί­μια, ὑ­πάρ­χουν κυ­ρί­ως λό­γω τῆς ἐ­πι­εί­κιας τῶν ἐκ­δο­τῶν καὶ τῆς ἀ­γο­ρᾶς. Τί ἀ­πο­μέ­νει γιὰ τὰ ἐν­τε­λῶς σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα, ἀ­πο­σπά­σμα­τα καὶ προ­τά­σεις; Ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν βγαί­νου­νε μπὲ­στ σέ­λερς καὶ μπλοκ­μπά­στερς, εἶ­ναι ἰ­δι­αι­τέ­ρως «μι­κροῦ μή­κους». Τὰ μυρ­μηγ­κο­σώ­μα­τά τους δὲν μπο­ροῦν νὰ συγ­κρι­θοῦν μὲ τὸν ἐ­λέ­φαν­τα τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Καὶ ὅ­μως, ἐ­μέ­να αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­τρε­πτι­κό­τη­τα τῶν μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν, ἡ ἱ­κα­νό­τη­τά τους νὰ ξε­γλι­στρᾶ­νε κά­τω ἀ­πὸ τὸν ζυ­γὸ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, μοῦ ἀ­ρέ­σει. Ἀ­κρι­βῶς σή­με­ρα μοῦ ἀ­ρέ­σει, στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς βα­ριᾶς ἐ­πι­κό­τη­τας…


Ἀλ­λι­ῶς, νὰ ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με πρὸς ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς συν­το­μί­ας, ὅ­τι αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι χθε­σι­νή. Ἐν­τε­λῶς χα­ο­τι­κά, ὅ­πως στὴ Μπορ­χε­σια­νὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια, μπο­ροῦ­με νὰ πα­ρα­τά­ξου­με τὶς λί­θι­νες ἐ­πι­γρα­φὲς τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας, βου­δι­στι­κὰ κο­άν, τοὺς Χα­ρα­κτῆ­ρες τοῦ Θε­ο­φρά­στου, βι­βλι­κὲς πα­ρα­βο­λές, κά­ποι­α ἀ­πό­κρυ­φα, τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τῶν ἀ­νω­νύ­μων ἀν­τι­γρα­φέ­ων στὰ πε­ρι­θώ­ρια τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν βι­βλί­ων, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὸ «τὸ δόν­τι μὲ πο­νεῖ καὶ δὲν ἀν­τέ­χε­ται», τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ἴ­διου τοῦ Μπόρ­χες[1], τοῦ Μον­τερ­ρό­σο[2], τοῦ Χάρ­μς[3], τοῦ Γι­όρ­κεν[4]… Ἐ­νῶ στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κό­τη­τας, μὲ βε­βαι­ό­τη­τα μπαί­νουν τὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα τοῦ Ντάλ­τσεφ[5], οἱ ἀμ­μό­κοκ­κοι τοῦ Γκέ­ροφ[6], οἱ «Κύ­κνοι μου» τοῦ Ραν­τί­τσκοφ[7], ὁ ὄ­ψι­μος Στρα­τί­εφ[8], οἱ «νά­βες» τοῦ Ἰ­βὰν Με­τόν­τι­εφ [9], ἂν μνη­μο­νεύ­σω μό­νον αὐ­τοὺς ποὺ δὲν βρί­σκον­ται πλέ­ον ἀ­νά­με­σά μας. Πα­ρα­λεί­πω πολ­λούς. Τὸ ση­μαν­τι­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μα­κρὰ γραμ­μὴ πα­ρά­δο­σης, ἀ­σα­φὴς κά­πο­τε, ἀ­πο­σι­ω­πη­μέ­νη, πε­σμέ­νη μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἁ­δρὸ δί­χτυ τοῦ κα­νό­να, ὅ­μως ὑ­πάρ­χει.


Ὑ­πάρ­χει κά­τι τὸ δρα­μα­τι­κὸ καὶ μα­ζὶ μ’ αὐ­τό, κά­τι τὸ ἠ­ρε­μι­στι­κὸ στὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, λό­γω συγ­χρο­νι­σμοῦ μὲ τὴν πε­ρα­τό­τη­τα τῶν σω­μά­των. Τε­λει­ώ­νουν ἀ­πρό­σμε­να, μπο­ροῦν νὰ εἶ­ναι ἀ­στεῖ­ες ἢ πα­ρά­λο­γες, νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­το­μες καὶ ἀ­βέ­βαι­ες, προ­σω­πι­κὲς καὶ ἀ­πρό­σι­τες τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Νου­βέ­λες τοῦ ἑ­νὸς λε­πτοῦ, τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ Ἴ­στβαν Γι­όρ­κεν καὶ αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­κρι­βέ­στε­ρους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς.

       Σὰν παι­διὰ ἀν­τα­γω­νι­ζό­μα­σταν ποι­ός θὰ ἀν­τέ­ξει πε­ρισ­σό­τε­ρο κά­τω ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ χω­ρὶς ἀ­νά­σα. Βου­τᾶς τὸ κε­φά­λι σου, ἐλ­λεί­ψει θά­λασ­σας, σὲ τσίγ­κι­νο κου­βά, βού­ι­σμα στ’ ἀ­φτιά, κλει­στο­φο­βία στὸν θώ­ρα­κα, δὲν ἀ­να­πνέ­εις μι­σὸ λε­πτό, ὁ­λό­κλη­ρο λε­πτό, κά­ποι­ος ἑ­νά­μι­σι λε­πτό, πά­νω-κά­τω ὅ­σο δια­ρκεῖ μιὰ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α, καὶ γρή­γο­ρα βγά­ζεις τὸ κε­φά­λι, ἐ­πι­στρέ­φεις στὴ ζω­ή. Ἡ πρώ­τη ἀ­νά­σα εἶ­ναι κο­φτὴ καὶ τὴ θυ­μᾶ­σαι ἔν­το­να. Εἶ­σαι λα­χα­νι­α­σμέ­νος, θαρ­ρεῖς καὶ τα­ξί­δε­ψες 20.000 λεῦ­γες κά­τω ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα. (Ἔ­τσι καὶ δὲν ἔ­μα­θα πό­σο εἶ­ναι μιὰ λεύ­γα, ὁ­πό­τε τὴ με­τα­χει­ρί­ζο­μαι ἀ­πο­λύ­τως ἀ­νεύ­θυ­να.) Κά­τι τέ­τοι­ο πρέ­πει νὰ συμ­βαί­νει καὶ μὲ τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες. Δὲν θὰ πνι­γεῖς, ὅ­μως με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε βού­τηγ­μα, ἀ­να­σαί­νεις σὰν γιὰ πρώ­τη φο­ρά.


Σάμ­πως νὰ ξέ­φυ­γα, ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι καὶ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο κεί­με­νο ἐ­δῶ μέ­σα. Θέ­λω νὰ πῶ, ὅ­τι σὲ τέ­τοι­ες ἐ­πο­χὲς σὰν τὴ ση­με­ρι­νή, ὅ­που ὑ­πάρ­χει παν­τοῦ ἡ ὀ­χλα­γω­γία τῆς τα­βέρ­νας, ἡ κα­λή, σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α ἔρ­χε­ται νὰ μᾶς δώ­σει τὸ μέ­τρο γιὰ τὴν κά­θε λέ­ξη. Καὶ τὸ κά­θε λε­πτό. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ πα­ρα­μεί­νει ἔ­τσι.


Γκ. Γκ.

31 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2018

Μπρού­κλιν


______________________________


[*] Μέ­ρος τῶν γρα­φο­μέ­νων αὐ­τοῦ τοῦ βι­βλί­ου συμ­πί­πτει μὲ τὴν πα­ρα­μο­νή μου στὸ Cullman Center, New York Public Library. Αὐ­τὸ μοῦ ἔ­δω­σε τὸν χρό­νο καὶ τὴν ἡ­συ­χί­α νὰ τὸ τε­λει­ώ­σω, πράγ­μα γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­μαι εὐ­γνώ­μων.
[1] (ΣτΜ.) Jorge Luis Borges, 1899-1986.
[2] (ΣτΜ.) Augusto Monterroso, 1920-2003.
[3] (ΣτΜ.) Daniil Kharms (Даниил Хармс, 1905-1942).
[4] (ΣτΜ.) István Örkény, 1912-1979.
[5] (ΣτΜ.) Atanas Dalchev (Атанас Далчев, 1904-1978).
[6] (ΣτΜ.) Aleksander Gerov (Александър Геров, 1919-1997).
[7] (ΣτΜ.) Yordan Raditchkov (Йордан Радичков, 1929-2004).
[8] (ΣτΜ.) Stanislav Stratiev (Станислав Стратиев, 1941-2000).
[9] (ΣτΜ.) Ivan Metodiev (Иван Методиев, 1946-2003).


Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 137-139.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς: Ὁ πα­λιὸς θε­α­τρί­νος



Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Ὁ πα­λιὸς θε­α­τρί­νος


ΟΝ ΕΚΤΙΜΟΥΣΑ γιὰ τὸ τα­λέν­το του καὶ ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς εἶ­χα πιά­σει τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ γε­λά­ει μὲ τὶς ἀ­τά­κες καὶ τὶς γκρι­μά­τσες του στὶς πα­λι­ὲς ται­νί­ες. Τυ­χαῖ­α τὸν συ­νάν­τη­σα σὲ μιὰ κοι­νω­νι­κὴ συ­νά­θροι­ση, στὸ σπί­τι ἑ­νὸς φί­λου, ἀ­νά­με­σα σὲ κό­σμο. Γνω­ρι­στή­κα­με καὶ ἀρ­χί­σα­με νὰ μι­λᾶ­με γε­νι­κῶς γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ τὰ πρῶ­τα του βή­μα­τα. Ὁ λό­γος του χει­μαρ­ρώ­δης, ὅ­πως καὶ τὸ παί­ξι­μό του. Ἡ μνή­μη του ἀ­στεί­ρευ­τη, ὥ­σπου φτά­σα­με σὲ λί­γο τὴν κου­βέν­τα μας στὸν Πέ­τρο Κυ­ρια­κό*. Γνώ­ρι­ζε πολ­λὲς καὶ πι­κάν­τι­κες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ πα­ρα­σκη­νί­ου. Εἶ­χε πα­ρα­συρ­θεῖ ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμό. Μέ­ρος ὅ­λα αὐ­τά, μιᾶς  ἀλ­λο­τι­νῆς νι­ό­της. Μὰ ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νὰ ἐ­πι­μέ­νω λί­γο πα­ρα­πά­νω γιὰ νὰ μά­θω κι ἄλ­λα πε­ρι­στα­τι­κὰ γιὰ τὸν με­γά­λο Κυ­ρια­κό, δι­έ­κρι­να ἀ­μέ­σως κά­ποι­ον θυ­μὸ στὸ βλέμ­μα του. Μὲ σχε­δὸν ἀ­πό­το­μο τρό­πο, ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα κι ἔ­στρε­ψε τὴ συ­ζή­τη­ση ἀλ­λοῦ. Σὲ λί­γο μοῦ ἔ­στρε­ψε καὶ τὴν πλά­τη, μ’ ἕ­ναν τυ­πι­κὸ χαι­ρε­τι­σμό. Δὲν εἶ­χε κι ἄ­δι­κο, ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με. Ἀ­πὸ ποῦ κι ὣς ποῦ, νὰ δεί­χνω τέ­τοι­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ πε­ρα­σμέ­νες δό­ξες ἑ­νὸς ἄλ­λου, ὅ­ταν εἶ­χα μπρο­στά μου ἕ­ναν ἀ­στέ­ρα ζων­τα­νό;


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

* Φω­το­γρα­φί­α: Δε­ξιὰ ὁ Πέ­τρος Κυ­ρια­κός, στὸν πε­ρί­φη­μο ρό­λο τοῦ Καρ­κα­λέ­τσου, ἀ­πὸ τὴν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ με­τα­φο­ρὰ τῆς ὀ­πε­ρέ­τας Οἱ ἀ­πά­χη­δες τῶν Ἀ­θη­νῶν (1930).


document.oncontextmenu=null;document.onselectstart=null;document.ondragstart=null;document.onmousedown=null;document.body.oncontextmenu=null;document.body.onselectstart=null;document.body.ondragstart=null;document.body.onmousedown=null;document.body.oncut=null;document.body.oncopy=null;document.body.onpaste=null;

document.oncontextmenu=null;document.onselectstart=null;document.ondragstart=null;document.onmousedown=null;document.body.oncontextmenu=null;document.body.onselectstart=null;document.body.ondragstart=null;document.body.onmousedown=null;document.body.oncut=null;document.body.oncopy=null;document.body.onpaste=null;

Σπύρος Ν. Παππᾶς: Ὁ σύντροφος


Don Quichotte - Francisco Reiguera


Σπύ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Ὁ σύν­τρο­φος


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΤΕΒΗΚΕ ἀ­π’ τὸ ἄ­λο­γο. Ἔ­βγα­λε τὴν τσίγ­κι­νη λε­κα­νί­τσα ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ κα­χε­κτι­κὸ κορ­μί του σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο. Ἱ­δρώ­τας ἔ­στα­ζε πά­νω στὸ θώ­ρα­κα. Τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ προ­σέ­φε­ρε ἕ­να πα­γού­ρι μὲ νε­ρό. Ἔ­δε­σε, βι­α­στι­κά, τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι σ’ ἕ­ναν πάσ­α­λο καὶ κά­θι­σε δί­πλα του. Ἐ­κεῖ­νος ἤ­πι­ε με­ρι­κὲς γε­ρὲς γου­λι­ές. Ἔ­βρε­ξε τὸ μέ­τω­πό του καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ πα­γού­ρι στὸ χῶ­μα. Τοῦ ζή­τη­σε τσι­γά­ρο. Ἔ­βγα­λε, ἀ­μέ­σως, ἕ­να τσα­λα­κω­μέ­νο πα­κέ­το καὶ τοῦ ἔ­δω­σε. Τὸ ἄ­να­ψε καὶ τρά­βη­ξε μιὰ βα­θιὰ ρου­φη­ξιά. Ξε­φυ­σών­τας τὸν κα­πνό, γύ­ρι­σε ἀρ­γὰ καὶ τοῦ εἶ­πε:

       «Πάν­τως, εἶ­σαι ἀ­λη­θι­νὸς σύν­τρο­φος, νὰ ξέ­ρεις.»

       Ὁ Ἀ­κὶμ τοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι, λέ­γον­τας:

       «Ἔ­λα, Φραν­σί­σκο, πρέ­πει δυ­στυ­χῶς νὰ ση­κω­θοῦ­με. Ὁ τρε­λός, ἀ­πέ­ναν­τι, μᾶς φω­νά­ζει πά­λι γιὰ γύ­ρι­σμα. Θέ­λει, λέ­ει, ἕ­ως τὸ τέ­λος τοῦ χρό­νου νὰ ἔ­χου­με τε­λει­ώ­σει τὴν ται­νί­α.»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβουάριος 2016.

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­αΠα­λίμ­ψη­στονΠόρ­φυ­ραςΜαν­δρα­γό­ρας, ὈροπέδιοἈρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνεςἹ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νήΤὰ Νέ­αἩ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).

Εἰκόνα: σκηνὴ ἀπὸ τὸν ἡμιτελῆ Δὸν Κιχώτη τοῦ Ὄρσον Οὐέλλες, μὲ τὸν Φραν­σί­σκο Ρε­ϊ­γκου­έ­ρα ὡς Δὸν Κι­χώ­τη καὶ τὸν Α­κὶμ Τα­μί­ροφ ὡς Σάντσο Πάντσα.