Σοφία Νικολαΐδου: Τσαμπουκάς


Σοφία Νικολαΐδου

 

Τσαμ­που­κὰς

 

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ στάθηκε γιὰ τὴ Χα­ρὰ μοι­ραῖ­ος ἄν­τρας. Εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει κι ἄλ­λο­νε πρω­τύ­τε­ρα, μὲ μιὰ ἀ­γά­πη χλια­ρή. Ἀ­πεί­ρα­χτη ἡ καρ­δού­λα της κοι­μό­ταν στὰ σκο­τει­νά της σπλά­χνα ἡ­συ­χα­σμέ­νη. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της μπῆ­κε μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω στὴ ζω­ή της. Ζή­σα­νε ἕ­ξι χρό­νια σφο­δροῦ ἔ­ρω­τα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­παν νὰ μεί­νου­νε μα­ζί, νὰ δοῦν πῶς μοιά­ζει. Βρή­κα­νε σπί­τι. Ἄρ­χι­σε νὰ τὸ κα­θα­ρί­ζει ἡ Χα­ρὰ μὲ ζέ­ση. Νοι­κο­κυ­ρὰ μα­νια­κή, πρώ­τη φο­ρὰ ξε­δί­πλω­νε τὴν πα­στρι­κιά της χά­ρη. Στὸ πα­τρι­κὸ ὣς τὰ τριά­ντα της ἔμ­παι­νε κι ἔ­βγαι­νε σὰν ξέ­νη, δί­χως πο­τέ της νὰ τι­νά­ξει ξε­σκο­νό­πα­νο, νὰ πλύ­νει ἕ­να βρα­κί, νε­ρὸ νὰ βρά­σει. Πή­ρα­νε καὶ τὰ ἔ­πι­πλα. Κρε­βά­τι κι ἕ­ναν κα­να­πέ. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀρ­χί­σα­νε οἱ φί­λες της νὰ τὴν κεν­τοῦν μὲ σπόν­τες. Ξώ­πε­τσα στὴν ἀρ­χή, ὕ­στε­ρα χώ­να­νε στὸ κρέ­ας τὰ βε­λό­νια τους. Τὸν εἴ­δα­με τὸν Πα­να­γι­ώ­τη χθὲς μὲ κεί­νη τὴ μι­κρὴ ἀ­π’ τὸ γρα­φεῖ­ο. Μὰ τί ἔ­χεις πά­θει; Χά­ζε­ψες; Δὲ βλέ­πεις; Δὲν πί­στευ­ε κου­βέν­τα. Σχε­δί­α­ζε Χρι­στού­γεν­να κον­τά του. Δέν­τρο μὲ μπά­λες, φῶ­τα καὶ δω­ρά­κια, κά­λαν­τα στὸ σὶ-ντί, γα­λο­πού­λα μὲ κά­στα­να στὸ φοῦρ­νο. Βρά­δυ Νο­έμ­βρη, ἔ­τσι, δί­χως λό­γο, τὸ πιὸ πο­λὺ νὰ κά­νου­νε κου­βέν­τα, τὸν ρώ­τη­σε. Μα­σού­λα­γε φι­στί­κια ἀ­μί­λη­τος. Χέ­ρι στὴ φον­τα­νι­έ­ρα ἁ­πλω­μέ­νο, μοῦ­τρο σκυ­φτό, θαρ­ροῦ­σε θὰ πε­ρά­σει. Ἔ­γνε­φε ναὶ σὲ ὅ­λα. Τὸν ἄ­φη­σε, δὲ γί­νον­ταν ἀλ­λι­ῶς. Ἔλ­πι­ζε ὅ­μως καὶ πε­ρί­με­νε. Μά­θαι­νε πὼς αὐ­τὸς ἔ­κα­νε τὴ ζω­ή του. Φυ­ραί­να­νε τὰ ζου­με­ρὰ ψα­χνού­δια της μέ­ρα τὴ μέ­ρα, κύρ­τω­σε τὸ ψη­λὸ κορ­μί. Τώ­ρα περ­πά­τα­γε λο­ξὰ σὰν νὰ τὴν πλα­τσου­κώ­να­νε στὸν τοῖ­χο. Κλεί­στη­κε μέ­σα.

        Ἕ­να με­ση­μέ­ρι τὴ βρῆ­καν οἱ δι­κοί της στὸ κο­ρι­τσί­στι­κο κρε­βά­τι της, ξε­σα­λω­μέ­νη. Μπρού­μυ­τα, τὸ σῶ­μα φα­σκι­ω­μέ­νο στὰ σκε­πά­σμα­τα, ἔ­σπα­ζε στὸν ἀ­έ­ρα τὸ σβερ­κά­κι της κι ὕ­στε­ρα στὸ στρῶ­μα τυ­ραν­νοῦ­σε τὸ μοῦ­τρο μὲ μα­νί­α. Ἄ­φρι­ζαν οἱ κραυ­γές της στὰ σεν­τό­νια, τὶς πλά­κω­νε ἐ­κεί­νη ἄ­λα­λη. Τὴν πή­ρα­νε μὲ τὸ κα­λό. Μὲ χά­δια ὅ­λο κι ἥ­συ­χες κου­βέν­τες, νὰ πα­ρα­χώ­σου­νε τὰ πά­θη της. Μό­νο ποῦ. Και­ρὸ δὲν ἄ­κου­γε κα­λὰ τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­πρε­πε δυ­ὸ φο­ρὲς νὰ ποῦν τὸ ἴ­διο πρά­μα. Λὲς κι ἤ­τα­νε σ’ ἄλ­λο δω­μά­τιο.

        Τὸ ἄλ­λο πρω­ί, κά­πνι­ζε στὴν κου­ζί­να ἀ­φη­ρη­μέ­νη. Κα­πνὸς πο­λύς, ἀ­νά­σα λι­γο­στὴ μὲς στὰ πνε­μό­νια της. Κού­φιο κορ­μί, αὐ­το­κόλ­λη­το, ξε­θυ­μα­σμέ­νη κόλ­λα. Στὸ δι­ά­ο­λο, ἔ­κα­νε μιά. Κι ἔ­σβη­σε τὸ τσι­γά­ρο στὴν πα­λά­μη της. Τσί­ρι­ξε τὸ κα­μέ­νο κρέ­ας. Στὸν τοῖ­χο τὸ βα­ροῦ­σε νὰ σω­πά­σει. Εἶ­χε και­ρὸ ν’ ἀ­κού­σει τὴ φω­νή της. Βρόν­τη­σε ἡ πόρ­τα πί­σω της. Βγῆ­κε ἔ­ξω, τσαμ­που­κα­λε­μέ­νη. Νὰ πά­ει στὰ ρου­χά­δι­κα τῆς γει­το­νιᾶς, νὰ ψω­νι­στεῖ. Βα­στοῦ­σε ἀ­κό­μη.



Πηγή: ἀπὸ τὴ συλλογὴ πεζῶν Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη κι ἀ­κό­μη 27 ἱ­στο­ρί­ες (2η ἐκδ. Κέ­δρος, 1997).

Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου. Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, με­λέ­τη, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λόλο­γος στὴν Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πρό­γραμ­μα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας καὶ ἀλ­λοῦ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α: Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1997), Ὁ φό­βος θὰ σὲ βρεῖ καὶ θά ΄σαι μό­νος (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1999),  Χο­ρεύ­ουν οἱ ἐ­λέ­φαν­τες (μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο, 2012).


Σοφία Νικολαΐδου: Ἡ σημαδεμένη

Nikolaidou,Sofia-ISimademeni-Eikona-01

Σοφία Νικολαΐδου


Ἡ ση­μα­δε­μέ­νη


01-SigmaΤΑ ’77 ἁλώνιζε τὴ Ρόδο. Ὁ πιὸ λιμ­πι­στε­ρὸς γκό­με­νος. Κα­μά­κι, ἀ­π’ τὰ δε­κα­πέν­τε του, δέ­κα χρό­νια με­τὰ ἤ­τα­νε μά­στο­ρας. Ὁ Γιαν­νοῦ­τσος μὲ τ’ ὄ­νο­μα. Πρό­σω­πο σπα­θί, σῶ­μα γιὰ κρε­βά­τι. Βόλ­τα­ρε μα­κρύ­κα­νος. Σκέ­λια ἀ­νοι­χτά, που­κά­μι­σο ξε­κούμ­πω­το στὸ στέρ­νο. Νὰ κα­λεῖ ἡ σκο­τει­νὴ ἀγ­κα­λιά. Λέ­γαν πὼς τὰ φι­λιά του σα­ϊτεῦ­αν στὸ σταυ­ρό, βα­ρά­γαν στὸ μυα­λό, λω­λαί­να­νε. Ὅ­ποι­α ἤ­θε­λε τὴν εἶ­χε.

       Θέ­ρος τοῦ ’79 ζε­μα­τι­στό, χο­χλά­ζα­νε τὰ σώ­μα­τα μὲς στὰ ζου­μιά τους. Παν­τρεύ­τη­κε μιὰ ζά­πλου­τη σου­η­δέ­ζα καλ­λο­νή. Ἕ­να μή­να ἔ­σερ­νε γύ­ρω της μουγ­κρί­ζον­τας. Ὥ­σπου τοῦ πα­ρα­δό­θη­κε. Σά­στι­σε ὁ πα­τέ­ρας της σὰν εἶ­δε τὸ γαμ­πρό του. Τώ­ρα τί κά­νου­νε μ’ αὐ­τόν, ἀ­να­λο­γί­ζον­ταν ἀ­μή­χα­να. Τὸ ἐρ­γο­στά­σιο ἀ­πο­κλεί­ον­ταν. Ἔ­μοια­ζε μπουρ­λο­τι­έ­ρης. Δὲν ἦ­ταν γιὰ γρα­βά­τα κι ἀ­φεν­τι­λί­κι. Τοῦ ἄ­νοι­ξε στὴ Ρό­δο φαρ­μα­κεῖ­ο. Σπου­δαῖ­ο, δὲν εἶ­χε δεύ­τε­ρό του στὰ Δω­δε­κά­νη­σα. Ντρε­πό­σουν νὰ πα­τή­σεις. Ὁ Γι­αν­νοῦ­τσος σου­λα­τσά­ρι­ζε στὴ χώ­ρα μὲ Ρὸλς-Ρό­ις. Θυ­μοῦν­ται οἱ πα­λιοὶ ἀ­κό­μα.

       Ἡ νύ­φη ἔ­μει­νε στὸ ζό­φο τοῦ Βορ­ρᾶ. Νά ‘ρ­θει στὰ συγ­κα­λά της, νὰ χω­ρί­σει. Τοῦ ‘­κα­νε κό­ρη. Μιὰ ξω­θιά. Τοῦ ‘­φε­ρε τὸ παι­δά­κι στὴν Ἑλ­λά­δα, νὰ τὸ δεῖ. Καὶ νὰ τοῦ πεῖ τὰ ἄλ­λα. Νὰ κα­νο­νί­σουν τὸ δι­α­ζύ­γιο σὰν φί­λοι, ἔ­λε­γε. Σφίγ­γον­τας τὴ μι­κρὴ στὴν ἀγ­κα­λιά της. Νὰ μὴν τοὺς ξα­να­δεῖ, νὰ κά­νει τὴ ζω­ή του. Ἄ­κου­γε αὐ­τὸς ἀ­μί­λη­τος. Ἀ­πό­το­μα. Ἁρ­πά­ζει τὸ παι­δὶ ἀ­π’ τὸν κόρ­φο της. Τὸ κα­να­κεύ­ει μιὰ στα­λί­τσα μό­νο. Τρα­βά­ει τὸ σου­γιὰ ποὺ κου­βα­νοῦ­σε πάν­τα γιὰ ἀν­τρι­λί­κι καὶ χα­ρά­ζει τὸ ζυ­μω­τὸ μπρα­τσά­κι. Τρέ­ξα­νε αἵ­μα­τα, ἔ­σκου­ξε ἡ μι­κρή. Ἡ ἄλ­λη κοι­τοῦ­σε. Αὐ­τὸς μι­λοῦ­σε μό­νος του. Φτοῦ σου, κο­πέ­λα μου. Γυ­ναι­κά­ρα σὰν καὶ τὴ μά­να σου θὰ γε­νεῖς. Φτοῦ σου, κού­κλα μου. Σὰν καὶ σέ­να κα­μιά. Φτά­νει νὰ μὴ σὲ κοι­μη­θῶ. Νὰ σὲ γνω­ρί­σω ἀ­π’ τὸ ση­μά­δι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὴ συλλογὴ πεζῶν Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη κι ἀ­κό­μη 27 ἱ­στο­ρί­ες (2η ἐκδ. Κέ­δρος, 1997).

Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου. Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, με­λέ­τη, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­γος στὴν Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πρό­γραμ­μα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας κα    ὶ ἀλ­λοῦ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α: Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1997), Ὁ φό­βος θὰ σὲ βρεῖ καὶ θά ΄σαι μό­νος (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1999), Χο­ρεύ­ουν οἱ ἐ­λέ­φαν­τες (μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο, 2012).