Ἀλεξέι Ρέμιζωφ (Алексей Ремизов): Ὁ Γλάρος

 

 

Ἀ­λε­ξέ­ι Ρέ­μι­ζωφ (Алексей Ремизов)

 

Ὁ Γλάρος

(Чайка)

 

ΤΕΚΟΜΟΥΝ στὴν ὄ­χθη τοῦ βου­ε­ροῦ πο­τα­μοῦ.

Κοι­τοῦ­σα μα­κριά, ὣς τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που τὰ κύ­μα­τα ἔ­γλει­φαν τὰ σύν­νε­φα καί, ἀ­να­δυ­ό­με­να, δι­έ­σχι­ζαν τὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν ἕ­να πει­να­σμέ­νο κο­πά­δι.

       Στὴ μέ­ση τοῦ πο­τα­μοῦ, ἀν­τί­κρυ μου, ὑ­ψω­νό­ταν ἕ­να σύν­νε­φο μὲ μορ­φὴ βρά­χου, ποὺ δι­α­γρα­φό­ταν ζω­η­ρό, δί­χως ἀρ­χὴ καὶ τέ­λος.

      Πά­νω καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ σύν­νε­φο-βρά­χο δι­έρ­χον­ταν σει­ρὲς ἀν­θρώ­πων, τυ­λιγ­μέ­νων μὲ βα­ριὰ σά­βα­να.

      Οἱ ἄν­θρω­ποι πρό­βαλ­λαν φω­τει­νοὶ ἀ­πὸ τὰ ἀ­χα­νῆ βά­θη καὶ κα­τέ­βαι­ναν γκρί­ζοι στὰ γκρί­ζα κύ­μα­τα.

      Κά­θε φο­ρὰ ὁ «βρά­χος» χα­ρασ­σό­ταν καὶ κο­βό­ταν σύρ­ρι­ζα.

      Ξαφ­νι­κά, ἕ­να σι­ω­πη­λὸ σύν­νε­φο τρέ­μι­σε καὶ σκόρ­πι­σε μὲ μιὰ κραυ­γὴ χι­λί­ων πνιγ­μέ­νων ἐ­πι­θυ­μι­ῶν.

      Καὶ τό­τε, ἀ­πὸ κά­που, νά σου ἕ­νας γλά­ρος ποὺ ἀ­φέ­θη­κε στὸν τρο­μα­κτι­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα.

      Τὰ λευ­κά του φτε­ρὰ δι­α­γρά­φον­ταν προ­φη­τι­κά.

      Ὁ γλά­ρος πε­τοῦ­σε κι ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε νὰ λι­ώ­νει σὰν τὶς νι­φά­δες τοῦ χι­ο­νό­νε­ρου, ἔ­γι­νε λευ­κὴ σπι­θί­τσα, χνου­δά­κι…

      Καὶ τό­τε μὲ κυ­ρί­ευ­σε ἕ­νας τρό­μος: φαι­νό­ταν ὅ­τι μα­ζὶ μὲ τὸν γλά­ρο φτε­ρού­γι­ζε μα­κριὰ καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τῆς εὐ­τυ­χί­ας μου.

 

Δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1900

 

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος ВАВИЛОН: Современная малая проза-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἱ­στό­το­πος ΒΑΒΥΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

­λε­ξέ­ι Μι­χά­η­λο­βιτς Ρέ­μι­ζωφ: (Алексей Михайлович Реми­зов). (Μό­σχα, 1877-Πα­ρί­σι, 1957). Θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ λαμ­προὺς στυ­λί­στες τῆς ρω­σι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­γρα­ψε στὰ πλαί­σια τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, ὁ­δη­γών­τας τὸ ἔρ­γο του ὣς τὸ φαν­­τα­στι­κὸ καὶ τὸ πα­ρά­δο­ξο. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὁ Ρέ­μι­ζωφ ἀ­σχο­λή­θη­κε καὶ μὲ τὴν καλ­λι­γρα­φί­α.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Ἀντρέι Μπίτοφ (Андрей Битов): Συμμαθητές

 

 

Ἀντρέι Μπί­τοφ (Андрей Битов)

 

Συμ­μα­θητές

(Однокашники)

 

ΠΕΤΙΑ ΜΠΟΪΤΣΕΝΚΟ ἀπὸ τὴ Τρί­τη Δη­μο­τι­κοῦ μά­ζευε χάλ­κι­να κέρ­ματα. Στὴν τε­λευ­ταί­α τά­ξη Λυ­κεί­ου ἤδη εἶχε τριά­ντα ὀκά­δες. Στὸ πέ­μπτο ἔτος τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου – ἑξήντα. Τὸν συ­νέ­λα­βαν γιὰ παρα­κώ­λυ­ση κυ­κλο­φο­ρί­ας ψιλῶν.

         Στὶς δια­κοπὲς ὁ Βά­σια Βλά­σοφ βρῆκε στὸ πο­τά­μι μιὰ ξι­φο­λόγ­χη. Τῆς ἔφτια­ξε θή­κη καὶ τὴν κρα­τοῦσε στὸ γρα­φεῖ­ο του ὥσπου πα­ντρεύ­τη­κε. Μπῆκε μέ­σα γιὰ ὁπλο­κα­το­χή.

        Ὁ Κό­λια Σά­νιν, ποὺ κα­θό­μα­σταν στὸ ἴδιο θρα­νί­ο, μοῦ εἶπε ἕνα ἀνέκ­δο­το, καὶ μετὰ ὁμο­λό­γη­σε ὅτι τὸ ἄκου­σα.

        Καὶ ὁ Φί­λια Σμά­ρο­νοφ εἶναι ἀκό­μη ἐλεύ­θε­ρος.

 

21.03.1960

 

 

 

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: πε­ρ. Σό­λο, τεῦχος 6, 1991.

 

Ἀντρέι Μπί­τοφ (Андрей Битов) (Λέ­νιν­γκρα­ντ, 1937). Γνω­στὸς Σο­βιε­τι­κός, Ρῶσος συγ­γραφέ­ας. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 1956.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα.

 

Φω­το­γρα­φία: Ἀν­τρέι Μπί­τοφ.

 

Μπορὶς Βάχτιν (Борис Вахтин): Ἀστέρι, μάτια καὶ λάμπα

 

 

Μπορὶς Βάχτιν (Борис Вахтин)

 

Ἀστέρι, μάτια καὶ λάμπα 

(Звезда, глаза и лампа)

 

ΑΘΕ ΠΡΑΓΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ἔ­χει τὸ ὄ­νο­μά του. Τὸ δέν­τρο λέ­γε­ται δέν­τρο, κι ὄ­χι κε­ρί, τὸ ἰ­κρί­ω­μα λέ­γε­ται ἰ­κρί­ω­μα καὶ ὄ­χι γρα­φεῖ­ο, ἡ γυ­ναί­κα λέ­γε­ται γυ­ναί­κα, κι ὄ­χι ἄν­δρας, καὶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας λέ­γε­ται συγ­γρα­φέ­ας καὶ ὄ­χι ξυ­λουρ­γός. Καὶ τὸ ἀν­τί­θε­το.

       Στὴν ἀ­κρί­βεια τῶν ὀ­νο­μά­των ὑ­πάρ­χει σο­φί­α. Καὶ ἂν ἡ φύ­ση δὲν ἐμ­πο­δί­ζε­ται, τό­τε τὸ φιν­τά­νι γί­νε­ται δέν­τρο, ὁ ὀ­νει­ρο­πό­λος γί­νε­ται συγ­γρα­φέ­ας, τὸ κο­ρι­τσά­κι γί­νε­ται γυ­ναί­κα καὶ ἡ πο­λι­τι­κὴ γί­νε­ται ἰ­κρί­ω­μα.

      Κι ἂν ἐμ­πο­δί­ζε­ται, τό­τε δὲ γί­νε­ται τί­πο­τα, εἴ­τε γί­νε­ται ἡ ἔκ­πτω­ση τῶν ὀ­νο­μά­των: ὁ ξυ­λουρ­γὸς ποὺ νο­σταλ­γεῖ τὴν πέν­να, τὸ κού­τσου­ρο ποὺ πέ­τα­ξε ἕ­να κλα­ρί, ὁ ἄν­δρας μὲ καρ­διὰ γυ­ναί­κας καὶ τὸ γρα­φεῖ­ο ποὺ θέ­λει νὰ γί­νει ἰ­κρί­ω­μα.

      Τί­πο­τα δὲ γί­νε­ται, μό­νο ὁ πό­νος. Ὅ­μως ἔρ­χον­ται κά­ποι­οι πα­ρά­ξε­νοι ἄν­θρω­ποι καὶ παί­ζουν στὸν κό­σμο τῶν ἀ­κρι­βῶν ὀ­νο­μά­των κω­μω­δί­ες τῶν συ­νειρ­μῶν. Καὶ γί­νε­ται φα­νε­ρό ὅ­τι στὴν ἀ­κρί­βεια τῶν ὀ­νο­μά­των δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μιὰ σο­φί­α, για­τὶ δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα στα­θε­ρὸ στὴ φαν­τα­σί­α, δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μιὰ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸ ὄ­νει­ρο ποὺ θυ­μᾶ­σαι καὶ τὸ γε­γο­νὸς ποὺ ἔ­μει­νε στὴ μνή­μη, ἀ­νά­με­σα σὲ σέ­να καὶ σὲ μέ­να (δι­ό­τι ἡ φαν­τα­σί­α εἶ­μαι ἐ­γώ, καὶ δὲν ὑ­φί­στα­ται στὸν πραγ­μα­τι­κὸ κό­σμο), πρὸς τί λοι­πὸν ἡ κου­βέν­τα γιὰ τὰ δέν­δρα καὶ τὰ κε­ριά, τὰ γρα­φεῖ­α καὶ τὰ ἰ­κρι­ώ­μα­τα, τὶς γυ­ναῖ­κες καὶ τοὺς ἄν­δρες, τοὺς συγ­γρα­φεῖς καὶ τοὺς ξυ­λουρ­γούς. Πρὸς τί ἡ κου­βέν­τα γιὰ τ’ ἀ­στέ­ρια, τὰ μά­τια καὶ τὶς λάμ­πες.

      Πρὸς τί ἡ κου­βέν­τα γιὰ ὅ­λα αὐ­τά.

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν κύ­κλο «Ἡ­με­ρο­λό­γιο χω­ρὶς ὀ­νό­μα­τα καὶ ἀ­ριθ­μούς». Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ О­ч­е­нь к­о­р­о­т­к­ие т­е­к­с­ты: В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. – М.: Н­ЛО, 2000. – σελ. 24-25. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Σού­μερ­κι (Λυ­κό­φως), τεῦ­χος 11 (1991). Πρώ­τη με­τά­φρα­ση στὰ ἑλ­λη­νι­κά.

 

Μπορὶς Βάχτιν (Борис Вахтин). (Ρο­στόφ-Ντόν, 1930). Γιὸς τῆς πε­ζο­γρά­φου Βέ­ρα Πα­νό­βα, σπού­δα­σε κι­νέ­ζι­κη φι­λο­λο­γί­α στὴ Σχο­λὴ Ἀ­να­το­λι­κῶν Γλωσ­σῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Λέ­νιν­γκραντ. Γιὰ πολ­λὰ χρό­νια ἔ­γρα­φε γιὰ τὸ Σα­μιζ­ντάτ (παράνομος τύπος). Δη­μο­σί­ευ­ε τὰ ἔρ­γα του στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ἐ­μιγ­κρέ­δων στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­γρα­ψε ἀρ­κε­τὰ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­νε­βά­στη­καν μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α μό­λις στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 2000. Πέ­θα­νε τὸ 1981.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα.

 

Γιελένα Σβάρτς (Елена Шварц): Ἄβακας στὸ νερό

 

 

Γι­ε­λέ­να Σβαρτς (Е­л­е­на Ш­в­а­рц)

 

Ἄ­βα­κας στὸ νε­ρό

(­ Г­р­и­ф­е­л­ь­н­ая д­о­с­ка на в­о­де)

 

ΙΑ ΜΕ­ΡΑ τοῦ Μά­η, τὴν πα­ρα­μο­νὴ τῆς Ἡ­μέ­ρας τῆς Νί­κης, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ μαυ­ρο­βε­λου­δέ­νι­ες φλα­μου­ρι­ὲς ἅ­πλω­ναν ἕ­ναν ἀ­νά­λα­φρο πρά­σι­νο κα­πνὸ πά­νω ἀ­πὸ τὸ κιγ­κλί­δω­μα τοῦ Θε­ρι­νοῦ Κή­που, κα­τέ­πλευ­σαν στὸν Νέ­βα με­ρι­κὰ ὑ­πέ­ρο­χα σκά­φη.

         Κα­τα­δρο­μι­κά, ἀν­τι­τορ­πι­λι­κά, ἀ­κό­μα κι ἕ­να ἱ­στι­ο­φό­ρο.

        Ὡ­στό­σο, κα­νέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν μὲ μά­γε­ψε τό­σο, ὅ­σο ἕ­να ὑ­πο­βρύ­χιο, τὸ τέ­λεια δελ­φι­νί­σιο σῶ­μα τοῦ ὁ­ποί­ου ἁ­πλω­νό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Κῆ­πο, δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι τὸ σκου­ρόγ­κρι­ζο τό­ξο τῆς ρά­χης του βρι­σκό­ταν ἀ­νέ­κα­θεν ἐ­δῶ καὶ δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ λεί­ψει πο­τέ.

        Ἡ ἐ­πί­πε­δη, ψη­λὴ γέ­φυ­ρά του ἦ­ταν σὰν ἕ­νας ἄ­βα­κας, ποὺ πρό­βαλ­λε κα­τα­με­σῆς στὸ νε­ρό, θαρ­ρεῖς γιὰ κά­ποι­α μα­θη­τού­δια. Ὅ­μως μα­θη­τού­δια δὲν ὑ­πῆρ­χαν, οὔ­τε δά­σκα­λος, ἕ­νας Ντερ­ζά­βιν, ποὺ νὰ γλι­στρά­ει στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ βι­ά­ζε­ται νὰ χα­ρά­ξει πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὴν «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ» του(1). Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, χά­ρη σ’ αὐ­τήν, ὁ Νέ­βας κυ­λοῦ­σε ἤ­δη σὰν τὸ «πο­τά­μι τοῦ και­ροῦ» ἢ σὰν ἐ­κεῖ­νο τὸ «τρε­χού­με­νο νε­ρό»(2), ποὺ πάν­τα βρί­σκει μα­θη­τές.

        Ὁ ἄ­βα­κας ἐ­ξεῖ­χε στὴ μέ­ση τοῦ Νέ­βα, σὰν πρό­κλη­ση, γιὰ τρεῖς πε­ρί­που μέ­ρες, κι ἔ­πει­τα τὰ νε­ρὰ ἐ­πού­λω­σαν τὴν πλη­γή τους στὸ μέ­ρος ὅ­που μέ­χρι πρό­τι­νος βρι­σκό­ταν.

        Ὅ­πως γί­νε­ται καὶ μὲ τὸν ἀ­έ­ρα, στὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν μέ­νουν οὐ­λές, τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς ποὺ τὸν ἀ­να­πνέ­ει κά­ποι­α ψυ­χή.

 

 

(1) Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Μὲ τὶς φρά­σεις «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ» καί, στὴ συ­νέ­χεια, «πο­τά­μι τοῦ και­ροῦ», ἡ Σβάρτς ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ ἄ­τιτ­λο ὀ­κτά­στι­χο ποὺ ὁ Γκα­βρί­λα Ντερ­ζά­βιν συ­νέ­θε­σε στὶς 6 Ἰ­ου­λί­ου 1816, τρεῖς μέ­ρες πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του, πά­νω σὲ μιὰ μα­θη­τι­κὴ πλά­κα (ἄ­βα­κα). Σὲ ὅ­λες τὶς με­τα­θα­νά­τι­ες ἐκ­δό­σεις τοῦ ἔρ­γου τοῦ ποι­η­τῆ, τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο «Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποί­η­μα τοῦ Ντερ­ζά­βιν». Ἐ­νί­ο­τε, ἐμ­φα­νί­ζε­ται καὶ ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο «Στὸ ἐ­φή­με­ρο».

 

(2) Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Ἡ φρά­ση «τρε­χού­με­νο νε­ρό» πε­ρι­έ­χε­ται στὴν ἕ­βδο­μη στρο­φὴ τοῦ κρυ­πτι­κοῦ ποι­ή­μα­τος τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ». Εἶ­ναι γνω­στὸ ἀ­πὸ τὶς πη­γὲς ὅ­τι ἐ­ρέ­θι­σμα γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τῆς «Ὠ­δῆς τοῦ κον­τυ­λιοῦ» ἀ­πο­τέ­λε­σε γιὰ τὸν Μαν­τελ­στὰμ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποί­η­μα τοῦ Ντερ­ζά­βιν.

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος В­А­В­И­Л­ОН: С­о­в­р­е­м­е­н­н­ая м­а­л­ая п­р­о­за-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἰ­στό­το­πος ΒΑ­ΒΥ­ΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Γι­ε­λέ­να Ἀν­τρέ­γι­εβ­να Σβάρτς (Е­л­е­на А­н­д­р­е­е­в­на Ш­в­а­рц) (Λε­νιν­γκράτ, 17 Μα­ΐ­ου 1948 – Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, 11 Μαρ­τί­ου 2010). Ρω­σί­δα ποι­ή­τρια, μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἡ­γε­τι­κὲς φυ­σι­ο­γνω­μί­ες τῆς ἀ­νε­πί­ση­μης πο­λι­τι­στι­κῆς κί­νη­σης τοῦ Λε­νιν­γκρὰτ κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970. Σπού­δα­σε γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νο δι­ά­στη­μα στὴ Φι­λο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Λε­νιν­γκράτ, ἐ­νῶ τὸ 1971 ὁ­λο­κλή­ρω­σε δι’ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­ας τὴ Θε­α­τρι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἰν­στι­τού­του Θε­ά­τρου, Μου­σι­κῆς καὶ Κι­νη­μα­το­γρα­φί­ας τῆς γε­νέ­τει­ράς της. Ἐ­πὶ πολ­λὰ ἔ­τη ἐ­ξέ­δι­δε τὸ ἔρ­γο της στὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση μό­νο σὲ αὐ­το­εκ­δό­σεις (σα­μιζ­ντάτ) καί, ἐ­νί­ο­τε, μὲ ψευ­δώ­νυ­μο. Ἀ­πὸ τὸ 1978 ἐ­ξέ­δι­δε στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ρω­σι­κῆς δι­α­σπο­ρᾶς. Εἶ­ναι κά­το­χος πολ­λῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν βρα­βεί­ων. Τὸ 2002 ἐκ­δό­θη­καν στὴν Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη τέσ­σε­ρις τό­μοι μὲ μιὰ ἐ­κλο­γὴ τοῦ ἔρ­γου της.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Βλαντιμὶρ Μονάχοφ (Владимир Монахов): Δρόμος σπαρμένος μὲ ροδοπέταλα

 

 

Βλαν­τι­μὶρ Μο­νά­χοφ (Владимир Монахов)

 

Δρό­μος σπαρ­μέ­νος μὲ ρο­δο­πέ­τα­λα

(Счастливый путь)

 

ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ τὸν μα­θη­τὴ νὰ βγεῖ στὴ με­γά­λη ζω­ή, ὁ δά­σκα­λος ποὺ γνώ­ρι­ζε τὰ πάν­τα ἐκ τῶν πρό­τε­ρων, εἶ­πε:

         — Πή­γαι­νε, ζῆ­σε, χω­ρὶς νὰ σπρώ­χνε­σαι. Εἶ­σαι δυ­να­τός, θὰ σ’ ἀ­φή­σουν νὰ πε­ρά­σεις ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς.

        Ὁ κα­λὸς μα­θη­τὴς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἀ­κο­λου­θεῖ τὴ συμ­βου­λή. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ κά­θε μέ­ρα κα­θά­ρι­ζε ἀ­πὸ τὰ δου­λε­μέ­να του χέ­ρια ξέ­νο αἷ­μα, χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νει τὴν αἰ­τί­α τῆς τρα­γω­δί­ας. 

        Ὁ μά­στο­ρας τοῦ δρό­μου τοῦ σπαρ­μέ­νου μὲ ρο­δο­πέ­τα­λα δὲ προ­σέ­χει τὰ θύ­μα­τά του.

 

 

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος В­А­В­И­Л­ОН: С­о­в­р­е­м­е­н­н­ая м­а­л­ая п­р­о­за-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἰ­στό­το­πος ΒΑ­ΒΥ­ΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Βλαν­τι­μὶρ Μο­νά­χοφ (Владимир Монахов) (Χάρ­κο­βο, 1955). Τε­λεί­ω­σε τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἰρ­κού­τσκ. Ἐρ­γά­ζε­ται στὰ ΜΜΕ, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς νι­κη­τὲς τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ τοῦ ρω­σι­κοῦ χα­ϊ­κοῦ, ποὺ δι­ορ­γα­νώ­θη­κε τὸ 1998 ἀ­πὸ τὴν πρε­σβεί­α τῆς Ἰ­α­πω­νί­ας καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα «Ἀρ­γου­μέν­τι ἲ φά­κτι» («Ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ Γε­γο­νό­τα»).

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λογί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νό­σοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα.

 

Ἀντὸν Π. Τσέχωφ (Антон П. Чехов): Ἡ “δικιά” μου

 

 

Ἀντὸν Π. Τσέχωφ (Антон П. Чехов)

 

Ἡ «δι­κιά» μου

(М­оя «о­на»)

 

Υ­ΤΗ, σύμ­φω­να μὲ τὰ ὅ­σα ἁρ­μο­δί­ως δι­α­τεί­νον­ται οἱ γο­νεῖς καὶ οἱ προ­ϊ­στά­με­νοί μου, γεν­νή­θη­κε πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Ἔ­χουν δὲν ἔ­χουν δί­κιο, τὸ μό­νο ποὺ γνω­ρί­ζω εἶ­ναι ὅ­τι δὲν θυ­μᾶ­μαι οὔ­τε μί­α μέ­ρα στὴ ζω­ή μου ποὺ νὰ μὴν τῆς ἀ­νῆ­κα καὶ νὰ μὴν αἰ­σθα­νό­μουν πά­νω μου τὴν ἐ­ξου­σί­α της. Δὲν μὲ ἀ­φή­νει σὲ ἡ­συ­χί­α οὔ­τε μέ­ρα οὔ­τε νύ­χτα. Κι ἐ­γὼ ἐ­πί­σης μὲ τὴ σει­ρά μου δὲν ἐκ­δη­λώ­νω κα­μί­α πρό­θε­ση νὰ ξε­κό­ψω ἀ­π’ αὐ­τὴν – ἡ σχέ­ση μας κα­τέ­στη ἰ­σχυ­ρή, πά­για… Ὡ­στό­σο μὴ ζη­λεύ­ε­τε, νε­α­ρὴ ἀ­να­γνώ­στρια!­.. Αὐ­τὴ ἡ συγ­κι­νη­τι­κὴ σχέ­ση δὲν μοῦ προ­ξέ­νη­σε τί­πο­τε ἄλ­λο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δυ­στυ­χί­α. Πρῶ­τον, ἡ «δι­κιά» μου, ἔ­τσι ὅ­πως τό ’­χει συ­νή­θει­ο νὰ μὴ μὲ ἀ­φή­νει μέ­ρα-νύ­χτα στὴν ἡ­συ­χί­α μου, δὲν μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει κα­θό­λου ν’ ἀ­σχο­λη­θῶ μὲ τὶς δου­λει­ές μου. Μὲ ἀ­πο­τρέ­πει ἀ­πὸ τὸ νὰ δι­α­βά­ζω, νὰ γρά­φω, νὰ κά­νω πε­ρι­πά­τους, νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νω τὴ φύ­ση… Ὅ­σο γρά­φω τοῦ­τες τὶς γραμ­μές, αὐ­τὴ μοῦ σκουν­τᾶ τὸν ἀγ­κώ­να καὶ κά­θε δευ­τε­ρό­λε­πτο, ὅ­πως ἡ ἀρ­χαί­α Κλε­ο­πά­τρα πρὸς τὸν ἐ­ξί­σου ἀρ­χαῖ­ο Ἀν­τώ­νιο, μοῦ γνέ­φει πρὸς τὴν πα­στά­δα. Δεύ­τε­ρον, μὲ ἀ­φά­νι­σε σὰν Γαλ­λί­δα κο­κό­τα. Χά­ριν ἀ­φο­σί­ω­σης θυ­σί­α­σα γι’ αὐ­τὴν τὰ πάν­τα: κα­ρι­έ­ρα, δό­ξα, ἀ­νέ­σεις… Ἐξ αἰ­τί­ας της κυ­κλο­φο­ρῶ σχε­δὸν γυ­μνός, ζῶ σ’ ἕ­να φτη­νὸ δω­μά­τιο, τρέ­φο­μαι μὲ ἀ­παί­σια φα­γη­τά, γρά­φω μὲ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο με­λά­νι. Ὅ­λα, ὅ­λα μοῦ τά ’­φα­γε, ἡ ἄ­πλη­στη! Τὴ μι­σῶ, τὴν πε­ρι­φρο­νῶ… Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὴν ἔ­χω χω­ρί­σει ἐ­δῶ καὶ και­ρό, ὡ­στό­σο δὲν τὸ ἔ­χω πρά­ξει μέ­χρι τώ­ρα, κι αὐ­τὸ ὄ­χι δι­ό­τι οἱ δι­κη­γό­ροι τῆς Μό­σχας ἀ­παι­τοῦν γιὰ τὸ δι­α­ζύ­γιο τέσ­σε­ρις χι­λιά­δες… Παι­διὰ ὣς τώ­ρα δὲν ἔ­χου­με… Θέ­λε­τε νὰ μά­θε­τε τὸ ὄ­νο­μά της; Εὐ­α­ρε­στη­θεῖ­τε νὰ τὸ ἀ­κού­σε­τε… Εἶ­ναι ποι­η­τι­κό, κά­τι σὰν Μπέλ­λα, Κλέ­λια, Λέ­λια…

Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι τεμ­πε­λιά.

 

 

Πη­γή: А. П. Ч­е­х­ов, С­о­ч­и­н­е­н­ия в Т­р­ёх Т­о­м­ах, Т­ом П­е­р­в­ый, Р­а­с­с­к­а­зы, С­а­н­кт-П­е­т­е­р­б­у­рг, «З­о­л­о­т­ой В­ек», «Д­и­а­м­а­нт», 1998. (Ἀ. Π. Τσέ­χωφ, Ἐ­κλο­γὴ σὲ Τρεῖς Τό­μους, Πρῶ­τος τό­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, «Χρυ­σοῦς Αἰ­ών», «Ντια­μάντ», 1998).

 

Ἀν­τὸν Πά­βλο­βιτς Τσέ­χωφ (А­н­т­он П­а­в­л­о­в­ич Ч­е­х­ов), (Ταγ­καν­ρόκ, 1860- Μπάν­τεν­βαι­λερ, 1904). Ἔ­μα­θε τὰ πρῶ­τα του γράμ­μα­τα στὸ το­πι­κὸ ἐ­νο­ρια­κὸ ἑλ­λη­νι­κὸ σχο­λεῖ­ο καὶ κα­τό­πιν (1879-1884) σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μό­σχας. Ἔ­γρα­ψε πολ­λὰ εὐ­θυ­μο­γρα­φή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ ἔ­γι­νε παγ­κο­σμί­ως γνω­στὸς ἀ­πὸ τὰ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα. Εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς Ρω­σί­ας καὶ συ­νέ­βα­λε ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στὴ δι­α­μόρ­φω­ση καὶ ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ρω­σι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007). Ἄρ­θρα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νέ­α Ἑ­στί­α καὶ Πλα­νό­διον.

 

Εἰκονα: Emile-Jean Valloton, La Paresse (Ἡ τεμπελιά), 1896. Ξυλογραφία.

 

Βίκτορ Ἐροφέγιεφ: Λευκὸς εὐνουχισμένος γάτος μὲ μάτια καλλονῆς

 

 

Βί­κτορ Ἐ­ρο­φέ­γι­εφ (Виктор Ерофеев)

 

Λευ­κὸς εὐ­νου­χι­σμέ­νος γά­τος μὲ μά­τια καλ­λο­νῆς

(Белый кастрированный кот с глазами красавицы)

 

ΠΟ ΤΗ ΝΕΥΡΙΚΗ ΥΠΕΡΔΙΕΓΕΡΣΗ δύ­σκο­λα δι­έ­κρι­να τὶς ἐ­πω­μί­δες καὶ τὰ γα­λό­νια τῶν στρα­το­δι­κῶν, μοῦ φαι­νό­ταν ὅ­μως πὼς ἡ ὑ­πό­θε­ση δι­ε­ξα­γό­ταν σὲ ἄλ­λη ἐ­πο­χή, κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ τσα­ρι­σμοῦ ἢ σὲ ἄλ­λο τό­πο, πράγ­μα ποὺ δὲν ἀ­ναι­ροῦ­σε τὴν οὐ­σί­α τῆς κα­τα­δι­κα­στι­κῆς ἀ­πό­φα­σης πού μοῦ ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε.

         Τό­τε πή­δη­ξα, ἔμ­πη­ξα τὶς φω­νὲς καί, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος πρὸς τὸ πο­λε­μι­κο-δι­κα­στι­κὸ νε­φέ­λω­μα, εἶ­πα ὅ­τι ἔ­κα­ναν λά­θος, ὅ­τι ἦ­ταν ἄ­τι­μο νὰ φέ­ρουν ἐ­μέ­να καὶ αὐ­τοὺς σὲ τέ­τοι­α ἐ­ξω­φρε­νι­κὴ κα­τά­στα­ση καὶ συ­νέ­χι­σα οὐρ­λι­ά­ζον­τας: πρῶ­τον, ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω τί­πο­τε κοι­νὸ μὲ τὸ στρα­τὸ καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο. Δεύ­τε­ρον, εἶ­μαι ἐ­ναν­τί­ον τῆς θα­να­τι­κῆς ποι­νῆς, ἑ­πο­μέ­νως αὐ­τὴ ἡ ἀ­πό­φα­ση φαί­νε­ται σὰν ἕ­νας ἐ­πι­πλέ­ον ἐμ­παιγ­μὸς καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο σὰν ἕ­νας δι­α­βο­λι­κὸς χλευα­σμός. Τρί­τον, ἀ­γα­πῶ τὴ γυ­ναί­κα μου ποὺ δὲν θὰ ξε­πε­ρά­σει πο­τὲ τὸ θά­να­τό μου. Ἢ θὰ κρε­μα­στεῖ ἢ θὰ δη­λη­τη­ρια­στεῖ ἢ θὰ πέ­σει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἢ θὰ πνι­γεῖ καὶ ὁ γιός μου θὰ μεί­νει πεν­τάρ­φα­νος καὶ αὐ­τὴ πο­τὲ δὲν θὰ σᾶς συγ­χω­ρή­σει. Τέ­ταρ­τον, μὲ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ ἀ­να­ρίθ­μη­τες φο­ρὲς εἰ­πω­μέ­νο καὶ χι­λι­ο­παιγ­μέ­νο σκη­νι­κὸ ποὺ κα­ταν­τά­ει τό­σο μπα­νάλ, ἀ­πὸ ἔ­νο­χο συ­νεί­δη­σης —ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ δὲν δι­α­θέ­τω— μὲ κά­νε­τε δη­μι­ουρ­γὸ αὐ­τοῦ τοῦ γε­λοί­ου ἔρ­γου, πράγ­μα ποὺ ἐ­γὼ ὡς ἄν­θρω­πος τῶν γραμ­μά­των, μὲ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὸ τρό­πο, δὲν ἐ­πι­θυ­μῶ. Πέμ­πτον, ἐ­σεῖς ἐ­κμε­ταλ­λευ­ό­με­νοι τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός σας, παίρ­νε­τε πο­λὺ στὰ σο­βα­ρὰ τὸν ἑ­αυ­τό σας μὲ τὸ νὰ ἐ­πεμ­βαί­νε­τε στὴ ζω­ὴ τῶν ἄλ­λων σὲ ἀ­κραῖ­ο βαθ­μὸ καί, ἐ­νῶ δὲν μπο­ρῶ νὰ ὑ­πο­χρε­ώ­σω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ ἀ­γα­πή­σει τοὺς ἀ­στυ­νο­μι­κούς —πο­τὲ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σαν—, γνώ­ρι­σα τὴ σχε­τι­κή τους ὠ­φε­λι­μό­τη­τα, ὅ­ταν μοῦ κλέ­ψα­νε τὶς ρό­δες τοῦ αὐ­το­κι­νή­του μου καὶ πέ­ρα­σα ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα. Κι ἐ­κεῖ μὲ ἄ­κου­σαν μὲ προ­σο­χή, ἀλ­λὰ τὶς ρό­δες μέ­χρι σή­με­ρα πο­τὲ δὲν τὶς βρή­κα­νε.

        Συ­νῆλ­θα στὸ κε­λὶ ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διὰ τῆς ἀμ­μω­νί­ας. Μπρο­στά μου κα­θό­ταν ἀ­να­κούρ­κου­δα ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης Ντια­μάντ, δι­ευ­θυν­τὴς τῆς ἕ­δρας πο­λέ­μου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μό­σχας, ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­φοί­τη­σα πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα ἑ­πτὰ χρό­νια. Τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σα ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὶς ξαν­θὲς μποῦ­κλες καὶ τὸ ἔν­το­να ἐκ­φρα­στι­κὸ σλα­βι­κὸ πρό­σω­πό του. Κά­πο­τε ὑ­πέ­φε­ρα πο­λὺ ἀ­πὸ αὐ­τόν.

        — Μὰ ἐ­σύ, νε­α­ρέ, ἔ­γι­νες λι­ῶ­μα, – εἶ­πε ἀ­πο­δο­κι­μα­στι­κὰ ὁ Ντια­μὰντ ὄ­χι χω­ρὶς πα­τρι­κὰ συ­ναι­σθή­μα­τα καί, γιὰ πλά­κα, μύ­ρι­σε τὴν ἀμ­μω­νί­α, πρὶν κλεί­σει τὸ μπου­κα­λά­κι. — Τί λές; Δὲν θέ­λεις νὰ πε­θά­νεις;

        — Σὲ τί­πο­τα δὲν εἶ­μαι ἔ­νο­χος ἐ­γώ, σύν­τρο­φε συν­ταγ­μα­τάρ­χα – τοῦ ἐ­ξή­γη­σα μὲ ἀ­δύ­να­μη φω­νή.

        — Εἶ­σαι ἔ­νο­χος – εἶ­πε σκλη­ρὰ ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης.

        Ἦ­ταν ἕ­νας πα­χου­λὸς ἄν­δρας, μὲ πα­λι­κα­ρί­σια ὄ­ψη καὶ μι­κρὰ σφι­χτὰ χεί­λη. Αἰ­σθα­νό­μουν πὼς ἡ ἐ­νερ­γη­τι­κό­τη­τά του ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου, ἦ­ταν ἐ­νερ­γη­τι­κό­τη­τα ἑ­νὸς πε­νην­τά­ρη ποὺ εἶ­χε γευ­θεῖ τὴν ἐ­ξου­σί­α, ἐ­γὼ πο­τὲ δὲ μπο­ροῦ­σα νὰ τὰ βρῶ μὲ τέ­τοι­ους ἀν­θρώ­πους σὲ ἀ­νοι­χτὴ σύγ­κρου­ση, τὰ ἔ­χα­να, ἄρ­χι­ζα νὰ συμ­φω­νῶ σὲ ὅ­λα καὶ τοὺς μι­σοῦ­σα.

        — Ἐ­σέ­να αὔ­ριο τὸ πρω­ὶ μπάμ-μπάμ – τοῦ γνω­στο­ποί­η­σε ἐμ­πι­στευ­τι­κὰ ὁ Ντια­μάντ.

        — Αὔ­ριο κι­ό­λας! – οἱ λέ­ξεις δρα­πέ­τευ­σαν ἄ­θε­λά μου.

        — Στὶς 7.00΄ – δι­ευ­κρί­νη­σε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης, ρί­χνον­τας μα­τι­ὲς στὸ ρο­λό­ι. — Ἔ­χεις πο­λὺ χρό­νο. Θὰ γρά­ψεις;

        — Ἔ­φε­ση; – ἀ­να­σκίρ­τη­σα ἐ­γώ.

        — Για­τί; – ἐ­ξε­πλά­γη. Κά­τι καλ­λι­τε­χνι­κό. Κα­μιὰ προ­κή­ρυ­ξη.

        Ἐ­γὼ σκε­φτό­μου­να.

        — Ὄ­χι – εἶ­πα. Δὲν ἔ­χω τί­πο­τα ἀ­πο­λύ­τως νὰ πῶ. Νὰ γρά­ψω κα­λύ­τε­ρα ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­κι στὴ γυ­ναί­κα μου;

        — Μά­ται­ο, – εἶ­πε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης.

        — Κά­νε­τε λά­θος, – εἶ­πα ἐ­γώ. Πιὸ πο­λὺ ἄπ΄ ὅ­λα στὸν κό­σμο ἀ­γα­ποῦ­σα τὴ γυ­ναί­κα μου. Καὶ ἔ­σκυ­ψα τὸ κε­φά­λι ἔ­χον­τας ἀν­τι­λη­φθεῖ ὅ­τι μι­λοῦ­σα γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου σὲ πα­ρελ­θόν­τα χρό­νο.

        — Λὲς ψέ­μα­τα, – δὲν τὸν πί­στε­ψε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης.

        — Κά­πο­τε, πρὶν πολ­λὰ χρό­νια, ὅ­ταν ἀ­κό­μη δὲν εἴ­χα­με παν­τρευ­τεῖ, καὶ ἐ­νῶ τὴν ἀ­πο­χω­ρι­ζό­μουν γιὰ τὸ κα­λο­καί­ρι, πέ­ρα­σα τρεῖς ὧ­ρες στὸν πα­ρα­στά­τη τῆς πόρ­τας. Στὴ ζω­ὴ μπο­ρεῖ ν΄ ἀ­γα­πή­σεις σο­βα­ρὰ μό­νο μιὰ φο­ρά.

        — Γι’ αὐ­τὸ νὰ γρά­ψεις – πρό­τει­νε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης.

        — Γι’ αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται νὰ γρά­φεις, – εἶ­πα ἐ­γὼ αὐ­στη­ρὰ καὶ θλιμ­μέ­να.

        — Μαυ­ροῦ­λες (1) δὲν εἶ­χες;

        — Καὶ μαυ­ροῦ­λες δὲν εἶ­χα, καὶ τὴν πα­τρί­δα δὲν τὴν πρό­δω­σα, – ξε­φύ­ση­ξα ἐ­γώ.

        — Τὴν πρό­δω­σες, – εἶ­πε σκλη­ρὰ ὁ Ντια­μάντ. Ξέ­ρεις τί μοῦ ἀ­ρέ­σει σὲ σέ­να, – καὶ σι­ω­πών­τας γιὰ λί­γο ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης συ­νέ­χι­σε. Δὲν φο­ρᾶς βέ­ρα. Ὁ πραγ­μα­τι­κὸς ἄν­δρας δὲν φο­ρά­ει βέ­ρα.

        Σκε­φτό­μα­σταν. Ὁ κα­θέ­νας τὰ δι­κά του.

        — Θέ­λεις νὰ μά­θεις τὸ μυ­στι­κό μου; – ρώ­τη­σα, πλη­σι­ά­ζον­τας στὸ πρό­σω­πό του.

        — Ἔ­λα, – σφί­χτη­κε ὁ­λό­κλη­ρος καὶ κο­κά­λω­σε, ἔ­γι­νε σκου­ρο­κόκ­κι­νος.

        — Ἐ­γὼ ἀ­πὸ τὴ φύ­ση μου εἶ­μαι ρο­μαν­τι­κός… Νά! Ἄ­κου! Τί ἡ­συ­χί­α! Ὅ­πως στὸ χω­ριό!… Μό­νο σκυ­λιὰ δὲν γα­βγί­ζουν. Ἐ­γὼ εἶ­μαι κρυ­φο­ρο­μαν­τι­κός, συν­ταγ­μα­τάρ­χα.

        — Δέ μᾶς χέ­ζεις! Ἀ­γρί­ε­ψε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης καὶ ἔ­φτυ­σε μὲ κα­κί­α στὸ πά­τω­μα.

        — Καὶ δὲ ντρέ­πε­σαι νὰ φτύ­νεις σὲ κε­λὶ μελ­λο­θα­νά­του; – τὸν μά­λω­σα.

        — Μὲ συγ­χω­ρεῖς. Ἄ­θε­λά μου, – ντρά­πη­κε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης καὶ ἔ­τρι­ψε τὴ φτυ­σιά του μὲ τὴ μπό­τα.

        — Ἔ­χεις μᾶλ­λον γυ­ναί­κα γριὰ στρίγ­κλα.

        Ὁ Ντια­μὰντ ἔ­γνε­ψε σκυ­φτά.

        — Ὅ­μως ἡ δι­κιά μου εἶ­ναι λευ­κὸς ἄγ­γε­λος μὲ λευ­κὰ φτε­ρά!

        — Τί εἶ­ναι, ἀ­θλή­τρια; – ρώ­τη­σε ὁ Ντια­μάντ.

        — Ἄπ΄ ὅ­,τι ξέ­ρω ὄ­χι… – εἶ­πα καὶ ἄρ­χι­σα νὰ περ­πα­τά­ω στὸ κε­λὶ πέ­ρα-δῶ­θε σὰν ἐκ­κρε­μές, καὶ μὲ χω­μέ­να τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες σκε­φτό­μουν τὴ γυ­ναί­κα μου. Μή­πως καὶ δὲν μὲ του­φε­κί­σουν; Ἴ­σως μὲ τρο­μά­ξουν μό­νο σὰν τὸν Ντο­στο­γι­έφ­σκι καὶ μὲ ἐ­ξο­ρί­σουν. Καὶ θὰ ἀ­νά­βω τὴ σόμ­πα καὶ θὰ γρά­φω μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ἀ­φοῦ τί θὰ ἦ­ταν ὁ Ντο­στο­γι­έφ­σκι, ἂν δὲν τὸν εἶ­χαν στεί­λει γιὰ ἐ­κτέ­λε­ση;

        — Ὁ δι­ά­ο­λος ξέ­ρει! – εἶ­πε μὲ ἀ­μη­χα­νί­α ὁ Ντια­μάντ.

        — Θὰ ἔ­με­νε σὰν τὸν Τσερ­νι­σέφ­σκι, κα­τά­λα­βες; Ἀ­λή­θεια, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὁ Τσερ­νι­σέφ­σκι ἔ­φα­γε τό­σα χρό­νια στὴ Σι­βη­ρί­α καὶ δὲν ἔ­γι­νε τί­πο­τε, ἔ­μει­νε ὁ Τσερ­νι­σέφ­σκι.

        — Καὶ κα­λὰ ἔ­κα­νε, ἐ­πι­δο­κί­μα­σε ὁ Ντια­μάντ.

        — Κά­πως φλυ­ά­ρη­σα, – συ­νῆλ­θα ἐ­γώ. — Ε­γώ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπ΄ ὅ­λα ὑ­πέ­φε­ρα στὴ ζω­ή μου, ἐ­πει­δὴ ἡ ζω­ὴ δὲν ἦ­ταν σὲ ἀ­κο­λου­θί­α μὲ τὸ ἰ­δα­νι­κό μου. Στὸ σχο­λεῖ­ο εἶ­χα μιὰ δα­σκά­λα ἱ­στο­ρί­ας, τὴ Σί­λια Σα­μοΐ­λοβ­να Πάλ­τσικ. Τί ἐ­πί­θε­το! – Πάλ­τσικ! Δα­χτυ­λά­κι! – Ἔ­δει­ξα στὸν Ντια­μὰντ τὸ δεί­χτη μου. Χα­χα­νί­σα­με φι­λι­κά.

        — Ἔ πιά, πα­ρά­τα με, – εἶ­πε κά­νον­τας τὴν ἴ­δια κί­νη­ση ὁ Ντια­μὰντ καὶ σκου­πί­ζον­τας τὰ δά­κρυα ἀ­πὸ τὰ γέ­λια.

        — Ὑ­πάρ­χει κά­τι νὰ χλα­πα­κι­ά­σου­με;

        — Ἔ­χω σο­κο­λά­τα βου­τύ­ρου. Θέ­λεις;

        — Δὲν πει­ρά­ζει νὰ σοῦ μι­λῶ μὲ τὸ «σύ»; Για­τὶ τί νό­η­μα ἔ­χει ποὺ εἶ­σαι συν­ταγ­μα­τάρ­χης, ἀ­φοῦ ὅ­λα θὰ τε­λει­ώ­σουν αὔ­ριο.

        — Κά­που τὴ δι­ά­βα­σα αὐ­τὴ τὴ σκέ­ψη, – σκέ­φθη­κε ὁ Ντια­μάντ. Ἄ! τώ­ρα ποὺ εἴ­πα­με γιὰ σκέ­ψεις. – Γλί­στρη­σε τὸ χέ­ρι μέ­σα στὴ τσάν­τα κι ἔ­βγα­λε ἕ­να ἄλ­μπουμ ζω­γρα­φι­κῆς. — Βλέ­πεις, ἔ­χω ἄλ­μπουμ. Συλ­λέ­γω σκέ­ψεις. Αὐ­τῶν ποὺ ἐ­μεῖς κά­νου­με μπάμ-μπάμ. Γρά­ψε κά­τι. Καὶ θὰ τὸ φυ­λά­ξω, καὶ ἀ­πὸ και­ρὸ σὲ και­ρὸ θὰ τὸ ξα­να­δι­α­βά­ζω.

        — Ὅ­μως οἱ ἄλ­λοι τί γρά­φουν; Μπο­ρῶ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιά;

        — Πε­ρί­με­νε, γρά­ψε πρῶ­τα ἐ­σύ, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ δὲν θὰ ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον.

        — Ἄν­τε, ἔ­λα! – συμ­φώ­νη­σα ἐ­γώ.

        — Ἔ­ξο­χα! – ἔ­λαμ­ψε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης καὶ ἄ­νοι­ξε τὸ ἄλ­μπουμ σὲ μιὰ κα­θα­ρὴ σε­λί­δα. Νὰ πά­ρε στυ­λό. Κι ἐ­γὼ θὰ κά­τσω. Θὰ κα­πνί­σω.

        Ἔ­βα­λα τὸ ἕ­να πό­δι πά­νω στὸ ἄλ­λο καὶ συλ­λο­γι­ζό­μουν. Σκε­φτό­μουν γιὰ πο­λὺ τί νὰ γρά­ψω.

        — Μό­νο, σὲ πα­ρα­κα­λῶ πο­λύ, νὰ εἶ­ναι εὐ­α­νά­γνω­στο, – ἐ­κλι­πά­ρη­σε μὲ χα­μη­λὴ φω­νὴ ὁ Ντια­μάντ.

        Κά­πνι­σε ἕ­να τσι­γά­ρο, δεύ­τε­ρο, τρί­το. Στὸ τέ­λος συγ­κεν­τρώ­θη­κα στὶς σκέ­ψεις μου. Τὰ χέ­ρια μου ἦ­ταν ὑ­γρὰ καὶ κρύ­α. Μὴ ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας τὸ γρα­φι­κό μου χα­ρα­κτή­ρα κα­τά­φε­ρα νὰ βγά­λω με­ρι­κὲς λέ­ξεις.

        Ὁ Ντια­μάντ μοῦ ἅρ­πα­ξε τὸ ἄλ­μπουμ, φό­ρε­σε τὰ χρυ­σὰ γυα­λιὰ καὶ δι­ά­βα­σε συλ­λο­γι­σμέ­να, δυ­να­τά:

        Ο ΑΝ­ΘΡΩ­ΠΟΣ ΓΕΝ­ΝΗ­ΘΗ­ΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥ­ΤΥ­ΧΙ­Α, Ο­ΠΩΣ ΤΟ ΠΟΥ­ΛΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕ­ΤΑΓ­ΜΑ.

        — Πῶς τὸ βλέ­πεις; – τὸν ρώ­τη­σα.

        Εἶ­χε κι­ό­λας πνι­γεῖ ἀ­πὸ τὴ συγ­κί­νη­ση καὶ γιὰ πο­λὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀρ­θρώ­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Κοί­τα­γε μιὰ ἐ­μέ­να, μιὰ τὸ ἄλ­μπουμ.

        — Ἐ­σὺ μό­νος σου τὸ ἐ­πι­νό­η­σες αὐ­τό; – ρώ­τη­σε τε­λι­κὰ ὁ Ντια­μάντ.

        — Μό­νος μου, – ἀ­πάν­τη­σα σε­μνὰ ἐ­γώ, μὴ κρύ­βον­τας πα­ράλ­λη­λα ἕ­να χα­μό­γε­λο ὑ­πε­ρη­φά­νειας.

        — Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς σὰν ὕ­μνος! – ἐν­θου­σι­ά­στη­κε ὁ Ντια­μάντ, λάμ­πον­τας. — Με­γα­λο­φυ­ῆ λό­για.

        Μ΄ ἀγ­κά­λια­σε κι­ό­λας.

        — Εὐ­χα­ρι­στῶ, εὐ­χα­ρι­στῶ, γλυ­κέ μου!

        — Ναί, ἐν­τά­ξει… – κα­μώ­θη­κα.

        Κοί­τα τώ­ρα τί θὰ σοῦ πῶ, ψι­θύ­ρι­σε ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ὁ Ντια­μάντ, σκυμ­μέ­νος στὸ αὐ­τί μου. — Γιὰ τέ­τοι­α λό­για… Γιὰ τέ­τοι­α λό­για… Ἄν­τε, θὰ πά­ω νὰ τὸ ἀ­να­φέ­ρω στὴ δι­οί­κη­ση. Γιὰ τέ­τοι­α λό­για μπο­ρεῖ νὰ σὲ ἀ­θω­ώ­σουν!

        — Τί; – πε­τά­χτη­κα ἀ­πὸ τὴ θέ­ση μου.

        — Τί ὥ­ρα εἶ­ναι τώ­ρα; 4.30’; Ἄν­τε, φεύ­γω! Μπο­ρεῖ καὶ νὰ προ­λά­βω.

        — Δῶ­στε μου κι ἄλ­λη σο­κο­λά­τα! – πα­ρα­κά­λε­σα.

        — Νά, πά­ρε ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο πλα­κά­κι. – Ἔ­βγα­λε βι­α­στι­κὰ τὴ σο­κο­λά­τα ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα, ἅρ­πα­ξε τὸ ἄλ­μπουμ καὶ κλεί­νον­τάς μου τὸ μά­τι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε.

        Φαν­τά­στη­κα πὼς φο­ρά­ει βι­α­στι­κὰ τὴ χλαί­νη καὶ τὸ γού­νι­νο κα­πέ­λο, βγαί­νει ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα, βρί­σκει τα­ξί, τὸ αὐ­το­κί­νη­το στα­μα­τά­ει, ὁ νυ­χτε­ρι­νὸς τα­ξιτ­ζῆς βά­ζει μπρὸς τὸ με­τρη­τή, πη­γαί­νουν μέ­σα ἀ­πὸ τὴν πό­λη ἀ­φή­νον­τας ση­μά­δια τρο­χῶν στὸ φρέ­σκο χι­ό­νι, στὸ αὐ­το­κί­νη­το εἶ­ναι ζε­στὰ καὶ βο­λι­κά, ὁ ὁ­δη­γὸς εἶ­ναι σι­ω­πη­λός, ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης ρί­χνει μα­τι­ὲς στὸ ρο­λό­ι, τὸ αὐ­το­κί­νη­το πε­τι­έ­ται στὸν πα­ρό­χθιο δρό­μο καὶ ἐ­πι­τα­χύ­νει, φω­τί­ζουν τὰ κί­τρι­να φα­νά­ρια, ἐ­γὼ τρώ­ω σο­κο­λά­τα καὶ κοι­τά­ζω πῶς ἁ­πλώ­νε­ται τὸ χι­ό­νι στὰ μαῦ­ρα νε­ρὰ τοῦ Μό­σχο­βα, τὸ αὐ­το­κί­νη­το φρε­νά­ρει κον­τὰ σὲ ἕ­να πο­λυ­ώ­ρο­φο σπί­τι ποὺ μοιά­ζει μὲ γα­μή­λια τούρ­τα, μὲ κα­τα­λαμ­βά­νει ἀ­γά­πη γι’ αὐ­τὴ τὴν τούρ­τα, βλέ­πω τὸν συν­ταγ­μα­τάρ­χη ποὺ χτυ­πά­ει τὴ σκα­λι­στὴ ἐ­ξώ­πορ­τα, τὴν ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λο τοῦ ἀ­σαν­σὲρ μὲ τὸ μαν­τή­λι ποὺ χα­σο­με­ρά­ει μὲ τὴν ἀ­σφά­λεια τῆς κλει­στῆς πόρ­τας, τὸ τε­ρά­στιο χὸλ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ ἀ­σαν­σέρ, τὸν με­γα­λο­πρε­πῆ θά­λα­μο τοῦ ἀ­σαν­σὲρ μὲ τοὺς με­γά­λους κα­θρέ­φτες ποὺ κα­θρε­φτί­ζουν τὸ συν­ταγ­μα­τάρ­χη, ὁ ὁ­ποῖ­ος πε­τά­ει ἀ­πὸ πά­νω του τὸ χι­ό­νι, καὶ ἐ­πι­τέ­λους ἡ πο­λυ­πό­θη­τη πόρ­τα: σύν­το­μο κου­δού­νι­σμα – ἡ­συ­χί­α. Δεύ­τε­ρο, τρί­το κου­δού­νι­σμα – καὶ νά! ἀ­πὸ τὸ μα­κρι­νὸ βά­θος τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος ἀ­κού­γον­ται βή­μα­τα, ὄ­χι τῆς οἰ­κο­δέ­σποι­νας, τῆς ὑ­πη­ρέ­τριας, ἀ­κού­γε­ται πο­λὺ κον­τὰ ὁ (γνω­στός) μο­σχο­βί­τι­κος ἦ­χος τῆς ἁ­λυ­σί­δας καὶ τὸ τρί­ξι­μο τῆς κλει­δα­ριᾶς, ἡ πόρ­τα ἀ­νοί­γει. —Χαί­ρε­τε, Ντού­σια! — Χαί­ρε­τε, λέ­ει μὲ ἔκ­πλη­ξη, Σε­μιὸν Γι­α­κό­βλε­βιτς! — Καὶ ὁ Πά­βελ Πε­τρό­βιτς; Κοι­μᾶ­ται; — Φαί­νε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα δὲν ξά­πλω­σαν. Ἐρ­γά­ζον­ται. Ἐ­λᾶ­τε, νὰ κρε­μά­σω τὴ χλαί­νη. Δι­ά­δρο­μος. Χα­ρα­μά­δα φω­τός. Ἡ φω­νὴ τοῦ οἰ­κο­δε­σπό­τη. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τοῦ γρα­φεί­ου, λυ­γί­ζον­τας τὴ μα­κριά του ρά­χη, βγαί­νει ἕ­νας λευ­κὸς εὐ­νου­χι­σμέ­νος γά­τος μὲ μά­τια καλ­λο­νῆς.

 

        — Μὰ τί ἔ­γι­νε; – φώ­να­ξα ἐ­γώ.

        Ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης Ντια­μὰντ μὲ ἀ­νή­συ­χη τὴν πρω­ι­νή του ὄ­ψη στα­μά­τη­σε κα­τα­με­σῆς τοῦ κε­λιοῦ.

        — Μὲ συγ­χω­ρεῖς, νε­α­ρέ, – εἶ­πε ἀ­δι­ά­φο­ρα ἀλ­λὰ μὲ πό­νο στὴ ψυ­χὴ καί, κα­τὰ τὸ ρω­σι­κὸ στύλ, μὴ κοι­τών­τας στὰ μά­τια, ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­νοί­γει τὴ θή­κη τοῦ ρε­βόλ­βερ.

 

 

(1) Σ.τ.μ.: Ἐννοεῖ ἐξωτικὲς φιλενάδες.

 

 Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α И.И. Яценко: Русская «нетрадиционная» проза конца ХХ века», Санкт-Петербург, «Златоуст», 2004 (Σύγχρονη ρωσικὴ πεζογραφία τοῦ τέλους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁγία Πετρούπολη, ἐκδόσεις Ζλαταούστ, 2004).

 

Βίκτορ Ἐροφέγιεφ (Виктор Ерофеев) (Μόσχα, 1947). Πεζογράφος καὶ εἰδικὸς σὲ ζητήματα Φιλολογίας, Κριτικῆς καὶ Ἱστορίας τῆς Φιλολογίας. Σπούδασε στὴ Φιλολογικὴ Σχολὴ τοῦ Κρατικοῦ Πανεπιστημίου τῆς Μόσχας. Ζεῖ στὴ Μόσχα.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Ἑλένη Κατσιώλη (Ζωγράφος, 1943). Μουσικός. Σπούδασε ρωσικὰ στὸ Ἰνστιτοῦτο Πούσκιν καὶ στὸ Κέντρο Ρωσικῶν Σπουδῶν Μίρ. Πῆρε τὸ β΄ βραβεῖο μετάφρασης στὸν 1ο διαγωνισμὸ λογοτεχνικῆς μετάφρασης «Ἄντον Τσέχωφ 2010».

 

Ἀλεξὰνδρ Ὀμπραζτσόφ: Συνταγματάρχης

 

 

Ἀ­λε­ξὰν­δρ Ὀμ­πραζ­τσόφ (Александр Образцов)

 

Συν­ταγ­μα­τάρ­χης

(Полковник)

 

ΤΙΣ ΕΠΩΜΙΔΕΣ τοῦ Συν­ταγ­μα­τάρ­χη φώ­λια­σαν οἱ ἀ­στε­ρο­φά­γοι. Μιὰ φο­ρά, στὸ τράμ, ἕ­νας ξαν­θὸς μὲ μού­σι τοῦ ψι­θύ­ρι­σε:

       — Κύ­ρι­ε Συν­ταγ­μα­τάρ­χα! Τὰ ἀ­στε­ρά­κια σας – μπά­ι-μπά­ι!

         Ὁ Συν­ταγ­μα­τάρ­χης κοί­τα­ξε λο­ξὰ – ὁ ξαν­θὸς εἶ­χε δί­κι­ο! Που­θε­νὰ τὰ ἀ­στέ­ρια, ἔ­μει­ναν μό­νο τὰ κε­νά.

        Τὸ μπέρδεμα τῆς κα­τά­στα­σης τὸν πεί­ρα­ξε τό­σο πο­λύ, ποὺ μό­λις ἔ­φτα­σε στὸ σπί­τι, κλει­δώ­θη­κε στὸ γρα­φεῖ­ο του κι ἄρ­χι­σε ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ νὰ βγά­ζει τὴ χλαί­νη.­.. Τὰ ἀ­στέ­ρια ἔ­κα­ναν φτε­ρὰ κι ἀ­πὸ τὸ σα­κά­κι!

        Ἔ­τρε­ξε στὴ ντου­λά­πα – οὔ­τε καὶ στὴ κα­θη­με­ρι­νὴ στο­λὴ ὑ­πῆρ­χαν τ’ ἀ­στέ­ρια!

        Οὔ­τε στὸ κα­λο­και­ρι­νὸ που­κά­μι­σο!

        Τί νὰ κά­νει; Ἂν ἦ­ταν ταγ­μα­τάρ­χης, τό­τε, δὲν θὰ τὸν πεί­ρα­ζε. Ὁ Ταγ­μα­τάρ­χης χω­ρὶς τ’ ἀ­στέ­ρια θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ περ­νιέ­ται ἄ­νε­τα γιὰ Ἀν­τι­συν­ταγ­μα­τάρ­χης. Ἀλ­λὰ ξέ­ρε­τε τί νι­ώ­θει ἕ­νας ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς Ἀρ­χη­γεί­ου, ὅ­ταν, συ­ναν­τών­τας ἀν­τι­συν­ταγ­μα­τάρ­χες καὶ ταγ­μα­τάρ­χες δὲν βλέ­πει στὰ μά­τια τους τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ὑ­πο­τα­γὴ ἀλ­λὰ πε­ρι­έρ­γεια; Καὶ ὄ­χι ἁ­πλῶς πε­ρι­έρ­γεια, ἀλ­λὰ ἀ­προ­κά­λυ­πτη εὐ­χα­ρί­στη­ση νὰ τοῦ φέ­ρον­ται μὲ στε­νὴ οἰ­κει­ό­τη­τα! Ξέ­ρουν, οἱ μπά­σταρ­δοι, ὅ­τι εἶ­ναι Συν­ταγ­μα­τάρ­χης, ἀ­πὸ τὸν πό­νο στὰ μά­τια του, ξέ­ρουν!

        Ἀλ­λὰ τί νὰ κά­νεις, ὅ­ταν πέν­τε φο­ρὲς τὴν ἡ­μέ­ρα κολ­λᾶς τ’ ἀ­στέ­ρια καὶ τὰ γλεί­φουν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ οἱ κα­τα­ρα­μέ­νοι ἀ­στε­ρο­φά­γοι; Τρε­λαί­νον­ται γιὰ ἀ­νο­δι­ω­μέ­να ἀν­τι­κεί­με­να.

        Τὴν κα­τά­στα­ση ἔ­σω­σε ἕ­νας ἀν­θυ­πο­λο­χα­γός, ποὺ ἔ­χει πά­θει τὰ ἴ­δια. Τώ­ρα ὁ Συν­ταγ­μα­τάρ­χης φο­ρά­ει κί­τρι­να ἀ­στε­ρά­κια ἀ­πὸ χαρ­τί, καὶ δὲ φο­βᾶ­ται κα­νέ­να ἀ­στε­ρο­φά­γο.

        Μό­νο ποὺ στρί­βουν οἱ ἄ­κρες τους. Γι’ αὐ­τὸ ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ τὰ ἰ­σι­ώ­νει κά­θε τρεῖς καὶ λί­γο. Ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ψι­λο­φα­λά­κρας, μὲ μιὰ κί­νη­ση στρώ­νει στὴν ἀρ­χὴ τὶς τρί­χες τοῦ κε­φα­λιοῦ του, κι ἔ­πει­τα – τ’ ἀστέρια.

        Οἱ κακὲς γλῶσσες λένε ὅτι ὁ Συνταγματάρχης εἶναι κρυ­πτο­χριστιανός, κι ἔτσι δὲν κάνει δυό, ἀλλὰ τρεῖς δουλειὲς μαζί.

 

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Звезда, 2002, №7 (Ζβεζντά, ἀρ. 7, 2002).

 

Ἀ­λε­ξάν­δρ Ὀμ­πραζ­τσόφ (Александр Образцов) (Σιβηρία, 1944). Ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Ἁ­γί­ας Πε­τρού­πο­λης, πε­ζο­γρά­φος, δρα­μα­τουρ­γός, ποι­η­τής, σε­να­ρι­ο­γρά­φος.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Εὐγενία Κριτσέφτσκαγια (Μόσχα, 1958). Φιλόλογος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ογράφος. Σπού­δα­σε Κλασικὴ Φιλολογία καὶ Νέα Ἑλληνικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λομονόσοφ τῆς Μόσχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἑλλάδα.

 

Βσιέβολοντ Γκάρσιν: [Ἦταν χαριτωμένη…]

 

 

Βσι­έ­βο­λοντ Γκάρ­σιν (Всеволод Гаршин)

 

[Ἦ­ταν χα­ρι­τω­μέ­νη…]

( [Она была милая девушка…] )

 

ΤΑΝ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ, κα­λὴ καὶ ὀ­μορ­φού­λα. Γιὰ τὸ χα­τί­ρι της ἄ­ξι­ζε νὰ πα­ρα­μεί­νει κα­νεὶς στὴ ζω­ή.

         Ὅ­μως αὐ­τὸς ἦ­ταν πει­σμα­τά­ρης. Στὸ στῆ­θος του εἶ­χε μιὰ βα­ρειὰ πέ­τρα, ποὺ πί­ε­ζε τὴ φτω­χή του τὴν καρ­διὰ καὶ ἐ­ξα­νάγ­κα­ζε τὸν σπου­δαῖ­ο αὐ­τὸν ἄν­θρω­πο νὰ στε­νά­ζει ἀ­πὸ τὸν πό­νο. Σκε­φτό­ταν ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον ν’ ἀ­γα­πή­σει καὶ ν’ ἀ­γα­πη­θεῖ: ἡ πέ­τρα πί­ε­ζε τὴν καρ­διά του καὶ τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­νε νὰ σκέ­φτε­ται τὸν θά­να­το. Ὁ ἀ­δερ­φὸς του ἦ­ταν ἕ­νας ἐ­ξαί­ρε­τος νέ­ος, μὲ τολ­μη­ρά, εἰ­λι­κρι­νῆ μά­τια καὶ ρω­μα­λέ­α χέ­ρια. Ὁ με­γά­λος ἀ­δερ­φὸς ἤ­θε­λε ἀ­πὸ τὴ μί­α νὰ συ­νε­χί­σει νὰ τὸν πα­ρα­τη­ρεῖ, γιὰ νὰ δεῖ πῶς τε­λι­κὰ τὰ μά­τια αὐ­τὰ θὰ ἀν­τί­κρι­ζαν κα­τὰ πρό­σω­πο τὸν θά­να­το· γιὰ νὰ δεῖ πῶς τοῦ­τα τὰ χέ­ρια θὰ κρα­τοῦ­σαν ὅ­πλο πρὸς ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Ὅ­μως στὴν οὐ­σί­α δὲν πί­στευ­ε ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ συμ­βεῖ, καὶ ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει.

        Αὐ­τὴ ἦ­ταν μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη μά­να. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ παι­διά της πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια της τὴ ζω­ή, ὅ­μως τὰ προ­ό­ρι­ζε μέ­σα της γιὰ θυ­σί­α καὶ δὲν θὰ τὰ λυ­πό­ταν, ἐ­ὰν πέ­θαι­ναν μ’ ἕ­ναν ἔν­δο­ξο θά­να­το. Προσ­δο­κοῦ­σε τὸν θά­να­τό τους ἢ τὴ νί­κη τους καὶ ἔλ­πι­ζε ὅ­τι οἱ γιοί της θὰ κα­τα­θέ­σουν κά­πο­τε στὰ πό­δια της τὰ δάφ­νι­να στε­φά­νια τους. Ὅ­μως ὁ με­γά­λος της γιὸς  δὲν πί­στευ­ε σὲ τέ­τοι­α πράγ­μα­τα. Ἡ πέ­τρα πί­ε­ζε τὴν καρ­διά του κι αὐ­τὸς ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει.

        Ὑ­πῆρ­χε ἐ­πί­σης ὁ με­γά­λος καὶ δυ­στυ­χὴς λα­ός, ὁ λα­ὸς μέ­σα στὰ σπλά­χνα τοῦ ὁ­ποί­ου γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε. Οἱ φί­λοι του ἔλ­πι­ζαν νὰ γλι­τώ­σουν τοῦ­τον τὸν λα­ὸ ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴ σκλα­βιὰ καὶ νὰ τὸν ὁ­δη­γή­σουν στὸν δρό­μο τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Γιὰ τὸν σκο­πὸ μά­λι­στα αὐ­τὸν κά­λε­σαν σὲ βο­ή­θεια καὶ τὸν φί­λο τους, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος δὲν πί­στευ­ε στὶς ἐλ­πί­δες τους, συλ­λο­γι­ζό­ταν τὰ ἰ­σό­βια βά­σα­να, τὴν αἰ­ώ­νια σκλα­βιά, τὸ αἰ­ώ­νιο σκο­τά­δι, στὰ ὁ­ποῖ­α ὁ λα­ὸς του ἦ­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ ζεῖ. Κι αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ πέ­τρα του, ποὺ πί­ε­ζε τὴν καρ­διά του, καὶ τε­λι­κὰ ἡ καρ­διὰ δὲν ἄν­τε­ξε – ὁ νέ­ος πέ­θα­νε.

        Οἱ φί­λοι του τὸν ἔ­θα­ψαν στὴν ἀν­θι­σμέ­νη στέ­πα τῆς γε­νέ­τει­ράς του. Ὁ ἥ­λιος ἔ­λου­ζε μὲ τὴν ἁ­πα­λή του λάμ­ψη τὸν τά­φο του, κα­θὼς καὶ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ στέ­πα. Πά­νω ἀ­πὸ τὸν τά­φο τὰ ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα τῆς στέ­πας λί­κνι­ζαν τὰ ἀν­θι­σμέ­να τους κε­φα­λά­κια, ἐ­νῶ ὁ κο­ρυ­δαλ­λὸς τρα­γου­δοῦ­σε τὸ τρα­γού­δι τῆς ἀ­νά­στα­σης, τῆς μα­κα­ρι­ό­τη­τας καὶ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας… Κι ἂν ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ὁ κα­κό­μοι­ρος τοῦ­τος ἄν­θρω­πος μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­κού­σει τὸ τρα­γού­δι τοῦ κο­ρυ­δαλ­λοῦ, τό­τε εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι θὰ τὸ πί­στευ­ε. Ὅ­μως δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ ἀ­κού­σει, δι­ό­τι ἀ­π’ αὐ­τὸν εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει μό­νο ὁ σκε­λε­τός, μ’ ἕ­να αἰ­ώ­νιο καὶ τρο­μα­κτι­κὸ μει­δί­α­μα ἀ­φη­μέ­νο στὸ κρα­νί­ο.

    (1875)

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος В­А­В­И­Л­ОН: С­о­в­р­е­м­е­н­н­ая м­а­л­ая п­р­о­за-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἱ­στό­το­πος ΒΑ­ΒΥ­ΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Βσι­έ­βο­λοντ Μι­χά­η­λο­βιτς Γκάρ­σιν (­В­с­е­в­о­л­од М­и­х­а­й­л­о­в­ич Г­а­р­ш­ин) (Αἰ­κα­τε­ρι­νοσ­λάβκ, 1855-Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, 1888). Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς σύν­το­μης ζω­ῆς του ἔ­γρα­ψε πε­ρί­που δε­κα­πέν­τε δι­η­γή­μα­τα καὶ νου­βέ­λες, πα­ρα­μύ­θια, με­ρι­κὰ ποι­ή­μα­τα καὶ ὁ­ρι­σμέ­νες σύν­το­μες με­λέ­τες γιὰ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Με­τέ­φρα­σε ἐ­πί­σης τὴ νου­βέ­λα τοῦ Προ­σπὲρ Με­ρι­μὲ Κο­λόμ­πα. Αὐ­το­κτό­νη­σε τὸν Μάρ­τιο τοῦ 1888, πέ­φτον­τας ἀ­πὸ τὸ κε­φα­λό­σκα­λο τοῦ σπι­τιοῦ του.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Εἰκόνα: Βσι­έ­βο­λοντ Μι­χά­η­λο­βιτς Γκάρ­σιν, 1884. Πίνακας τοῦ Ἰλία Ρέπιν.