Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев): Ὁ Ζητιάνος



Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев)

Ὁ Ζη­τιά­νος

(Нищий)


ΑΘΩΣ βά­δι­ζα στὸν δρό­μο, μὲ στα­μά­τη­σε ἕ­νας ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὰ γη­ρα­τειὰ ζη­τιά­νος. Φλο­γι­σμέ­να, γε­μά­τα δά­κρυ­α μά­τια, με­λα­νὰ χεί­λη, τρα­χιὰ κου­ρέ­λια, ἀ­κά­θαρ­τες πλη­γές… Ὤ, πό­σο ἀ­παί­σια κα­τέ­φα­γε ἡ ἔν­δεια τοῦ­το τὸ δύ­στυ­χο πλά­σμα!

            Ἅ­πλω­σε πρὸς τὸ μέ­ρος μου τὸ κόκ­κι­νο, πρη­σμέ­νο καὶ ἀ­κά­θαρ­το χέ­ρι του. Στέ­να­ζε καὶ βογ­κοῦ­σε γιὰ βο­ή­θεια.

            Ἄρ­χι­σα νὰ ψά­χνω ὅ­λες τὶς τσέ­πες μου… Οὔ­τε πορ­το­φό­λι, οὔ­τε ρο­λό­ι, οὔ­τε κὰν μαν­τή­λι… Τί­πο­τα δὲν εἶ­χα πά­ρει μα­ζί μου.

            Κι ὁ ζη­τιά­νος πε­ρί­με­νε… Καὶ τὸ προ­τε­τα­μέ­νο χέ­ρι του ἔ­τρε­με καὶ σκιρ­τοῦ­σε ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο.

            Χα­μέ­νος, σα­στι­σμέ­νος, ἔ­σφι­ξα δυ­να­τὰ τοῦ­το τὸ βρώ­μι­κο καὶ τρε­μά­με­νο χέ­ρι…

            — Νὰ μὲ συμ­πα­θᾶς ἀ­δερ­φέ· δὲν ἔ­χω τί­πο­τα πά­νω μου, ἀ­δερ­φέ.

            Ὁ ζη­τιά­νος κάρ­φω­σε πά­νω μου τὰ φλο­γι­σμέ­να μά­τια του. Τὰ μπλά­βα χεί­λη του μει­δί­α­σαν κι ἔ­σφι­ξε κι αὐ­τὸς μὲ τὴ σει­ρά του τὶς ξυ­λι­α­σμέ­νες πα­λά­μες μου.

            Καὶ τί μ’ αὐ­τό, ἀ­δερ­φέ, μουρ­μού­ρι­σε, ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὸ σ’ εὐ­χα­ρι­στῶ. Κι αὐ­τὸ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη εἶ­ναι, ἀ­δερ­φέ.

            Τό­τε κα­τά­λα­βα ὅ­τι κι ἐ­γὼ εἶ­χα λά­βει ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ἀ­πὸ τὸν ἀ­δερ­φό μου.


Φε­βρουά­ριος 1878.

Δραματοποίηση (15.01.2018):


Πηγή: ἀπο τὴν ἱστοσελίδα

https://rvb.ru/turgenev/01text/vol_10/02senilia/0222.htm

Ἰβὰν Σε­ργιέ­γκε­βιτς Τουργκένιεφ (И­ван Сер­ге­евич Тур­ге­нев) (Ὀριὸλ Ρω­σί­ας 09.11.1818 – Μπου­ζι­βὰλ κον­τὰ στὸ Π­ρίσι, 1883.) Ρῶ­σος μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέας. Γνω­στό­τε­ρα ἔργα του: Μού­μου (1854), Πρώ­τη ἀ­γάπη (1860), Πατέρες καὶ γιοί (1862), Ὁ καπνός (1867), Ἀνοιξιάτικα νερά  (1872).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


			

Λιουντμίλα Πετρουσέφσκαγια (Людмила Петрушевская): Σοπὲν καὶ Μέντελσον


Petrousefskagia,Loudmila-SopenKaiMentelson-Eikona-03


Λιουντμίλα Πετρουσέφσκαγια (Людмила Петрушевская)


Σοπὲν καὶ Μέντελσον

(Шопен и Мендельсон)


10-Mi-605px-Barcley_custom_corsetsMΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ὅ­λο πα­ρα­πο­νι­ό­ταν, κά­θε βρά­δυ, ἔ­λε­γε, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ τοί­χου πάν­τα ἡ ἴ­δια μου­σι­κή, με­τὰ τὸ φα­γη­τὸ οἱ γέ­ροι γεί­το­νες, ὁ ἄν­τρας καὶ ἡ γυ­ναί­κα, ἴ­δια σὰν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νο δρο­μο­λό­γιο τρέ­νου πᾶ­νε στὸ πιά­νο καὶ ἡ γυ­ναί­κα παί­ζει τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια: στὴν ἀρ­χὴ κά­τι με­λαγ­χο­λι­κὸ καὶ με­τὰ ἕ­να βάλς. Κά­θε μέ­ρα τὸ ἴ­διο πα­λι­ό­πρα­μα, τα­ρα­τα­τὶ-τα­ρα­τα­τά, ἔ­λε­γε ἡ γυ­ναί­κα, ἡ γει­τό­νισ­σα τῶν γέ­ρων καὶ γε­λών­τας τὸ δι­η­γοῦν­ταν σὲ ὅ­λους τους γνω­στούς της καὶ στὴ δου­λειά της, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὴ ἡ κα­τά­στα­ση δὲν ἤ­τα­νε γιὰ γέ­λια. Ἀ­φοῦ μπο­ρεῖ νὰ σοῦ συμ­βαί­νουν δι­ά­φο­ρα, νὰ σοῦ πο­νά­ει τὸ κε­φά­λι ἢ ἁ­πλὰ νὰ θέ­λεις νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς καὶ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ κά­θε βρά­δυ νὰ βου­λώ­νεις τὰ αὐ­τιά σου βά­ζον­τας δυ­να­τὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση – καὶ στοὺς γέ­ρους ὅ­λο ἡ ἴ­δια λα­τέρ­να, αὐ­τὸ τὸ πα­λι­ό­πρα­μα, τα­ρα­τα­τὶ-τα­ρα­τα­τά.

       Αὐ­τοὶ οἱ γέ­ροι ἀ­κό­μα καὶ ἔ­ξω ἔ­βγαι­ναν πάν­τα μα­ζί, σο­βα­ρὰ καὶ εὐ­γε­νι­κὰ μὲ μι­κρὰ βή­μα­τα ἔ­φτα­ναν στὸ μα­γα­ζά­κι, καὶ αὐ­τὸ μὲ δρο­μο­λό­γιο, ἀρ­κε­τὰ νω­ρὶς τὸ πρω­ί, —τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ δυ­να­τοὶ ἐ­νή­λι­κες καὶ οἱ πι­ω­μέ­νοι βρί­σκον­ταν στὴ δου­λειὰ ἢ κοι­μόν­του­σαν— γιὰ νὰ μὴν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τοὺς πει­ρά­ξει.

       Κον­το­λο­γίς, ἡ γει­τό­νισ­σα ποὺ μὲ τὸν και­ρὸ ἤ­ξε­ρε πιὰ τὸ ρε­περ­τό­ριό τους, ρώ­τη­σε ἀρ­κε­τὰ ἄ­ξε­στα, μὲ τὸ πε­ρι­παι­κτι­κό της ὕ­φος, ὅ­ταν ἔ­πε­σε πά­νω τους (αὐ­τοὶ μό­λις βγαί­να­νε γιὰ τὸ μα­γα­ζά­κι, μὲ γι­ορ­τι­νὰ σι­δε­ρω­μέ­να ροῦ­χα, σὰν γιὰ χο­ρό, ἐ­κεί­νη μὲ τριμ­μέ­νο πα­να­μα­δά­κι, ἐ­κεῖ­νος μὲ ἄ­σπρη τρα­γιά­σκα, τὰ μα­τά­κια καὶ τῶν δύ­ο χα­ρού­με­να, τὰ χε­ρά­κια ζα­ρω­μέ­να), τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ παί­ζε­τε συ­νέ­χεια, ἄ! χαί­ρε­τε, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω, – ἐ­νῶ βα­σι­κὰ θὰ ἤ­θε­λε νὰ πεῖ «γιὰ ποιό λό­γο παί­ζε­τε συ­νέ­χεια καὶ ἐ­νο­χλεῖ­τε», ὅ­μως αὐ­τοὶ κα­τά­λα­βαν ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το, συγ­κι­νή­θη­καν, χα­μο­γέ­λα­σαν φαρ­διὰ-πλα­τειὰ μὲ τὰ λεί­α πλα­στι­κά τους δόν­τια καὶ αὐ­τὴ εἶ­πε —αὐ­τὴ τὸ εἶ­πε— ἡ γρι­ού­λα: «Ἀ­πὸ τὰ τρα­γού­δια χω­ρὶς λό­για τοῦ Μέν­τελ­σον καὶ ἕ­να βὰλς-φαν­τα­σί­α τοῦ Σο­πὲν.» (Φτοῦ σου! σκέ­φτη­κε ἡ γει­τό­νισ­σα).

       Ὅ­μως ὅ­λα στὸν κό­σμο τε­λει­ώ­νουν, καὶ ἡ μου­σι­κὴ ξαφ­νι­κὰ τε­λεί­ω­σε. Ἡ γει­τό­νισ­σα ἀ­νέ­πνε­ε ἐ­λεύ­θε­ρα, ἄρ­χι­σε νὰ τρα­γου­δά­ει καὶ νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει, αὐ­τὴ ἦ­ταν κά­τι σὰν πα­ρα­πε­τα­μέ­νη, ἦ­ταν μιὰ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νη σύ­ζυ­γος, σω­στό­τε­ρα οὔ­τε κὰν σύ­ζυ­γος, καὶ ἔ­τσι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν χω­ρι­σμὸ τῆς ἔ­μει­νε μιὰ γκαρ­σο­νι­έ­ρα, καὶ κά­ποι­ος ἄλ­λος ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ σπί­τι της, ἔ­με­νε ἐ­κεῖ, κάρ­φω­σε ἕ­να ρά­φι στὴν κου­ζί­να, ἀ­γό­ρα­σε καὶ κά­τι γιὰ τὸν ἐ­φο­δια­σμὸ τοῦ ἀ­πο­χω­ρη­τη­ρί­ου σὰν κα­νο­νι­κὸς νοι­κο­κύ­ρης, ἦρ­θε μὲ ἕ­να συ­σκευ­α­σμέ­νο κα­πά­κι καὶ τὸ βί­δω­σε μουρ­μου­ρί­ζον­τας ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἦ­ταν χά­λια. Ὕ­στε­ρα ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ μά­να του. Καὶ τώ­ρα αὐ­τὴ ἡ μου­σι­κὴ κά­θε βρά­δυ, ἀ­πὸ τὸν πο­λὺ λε­πτό, ὅ­πως φαί­νε­ται, τοῖ­χο, αὐ­τὸ τὸ βὰλς τοῦ Σο­πὲν μὲ τὰ λά­θη πάν­τα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, πάν­τα το ἴ­διο φάλ­τσο σὰν ἕ­να πα­λι­ω­μέ­νο γραμ­μό­φω­νο ποὺ κολ­λά­ει καὶ αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ σὲ τρε­λά­νει. Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἦ­ταν στὸν ἄλ­λο τοῖ­χο, καὶ ἐ­δῶ ὑ­πῆρ­χε ἕ­να ντι­βά­νι, καὶ ὡς συ­νή­θως τὸ πα­λι­ω­μέ­νο γραμ­μό­φω­νο ἦ­ταν σχε­δὸν κολ­λη­μέ­νο κά­θε βρά­δυ στὸ αὐ­τί της. Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με ἡ ἀ­κο­ὴ τῆς γει­τό­νισ­σας βελ­τι­ω­νό­ταν σὰν τῆς νυ­χτε­ρί­δας, σὰν τοῦ τυ­φλοῦ ποὺ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­νά­με­σα στὸν πά­τα­γο τῆς τη­λε­ό­ρα­σης ξε­χω­ρί­ζει αὐ­τὸν τὸν κα­τα­ρα­μέ­νο Μέν­τελ­σον καὶ τὸν Σο­πέν.       

       Κον­το­λο­γίς, ξαφ­νι­κὰ ὅ­λα τε­λεί­ω­σαν, γιὰ δυ­ὸ μέ­ρες δὲν ἀ­κου­γό­ταν μου­σι­κὴ καὶ μπο­ροῦ­σες νὰ δεῖς τη­λε­ό­ρα­ση μὲ ἠ­ρε­μί­α, νὰ τρα­γου­δή­σεις ἢ νὰ χο­ρέ­ψεις, ὅ­μως ἀ­πὸ μα­κριὰ σὰν νὰ ἔ­κλαι­γε κά­ποι­ος, σὰν νὰ τσί­ρι­ζε ἕ­να παι­δὶ ἀ­πὸ τὰ πά­νω πα­τώ­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὸ στα­μά­τη­σε. «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!», – δι­η­γοῦν­ταν με­τὰ ἡ γει­τό­νισ­σα τῶν γέ­ρων στὴ δου­λειά, ὅ­ταν ὅ­λα ξε­κα­θα­ρί­στη­καν, ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ τσί­ριγ­μα ἦ­ταν τοῦ ἄν­τρα τῆς γριᾶς πι­α­νί­στας, ὅ­τι δὲν τὴ βρή­κα­νε κά­που γε­νι­κὰ ἀλ­λὰ στὸ πά­τω­μα κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα της, φαί­νε­ται ὅ­τι αὐ­τὸς ἀ­πὸ και­ρὸ ἦ­ταν πα­ρά­λυ­τος στὸ κρε­βά­τι («καὶ ἐ­γὼ δὲν τὸ εἶ­χα κα­τα­λά­βει, κά­πο­τε τοὺς συ­ναν­τοῦ­σα, νά ‘τα­νε πα­λιά;» – συ­νέ­χι­ζε μο­νο­λο­γών­τας τὴ δι­ή­γη­σή της ἡ νε­α­ρὴ γει­τό­νισ­σα), κεί­τον­ταν πα­ρά­λυ­τος, καὶ ἡ γυ­ναί­κα του κά­θε βρά­δυ, ὅ­πως φαί­νε­ται, τοῦ ἔ­παι­ζε τὸ ρε­περ­τό­ριό της ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸ αὐ­τὶ τῆς γει­τό­νισ­σας, προ­φα­νῶς γιὰ νὰ τὸν εὐ­θυ­μή­σει, καὶ ὕ­στε­ρα αὐ­τὴ κά­πως ἔ­πε­σε, πέ­θα­νε κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι του καὶ αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ κα­τέ­βει, γιὰ τὸ τη­λέ­φω­νο μᾶλ­λον, καὶ στὸ τέ­λος γκρε­μί­στη­κε πά­νω στὴ γυ­ναί­κα του καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση, πα­ρό­λ’ αὐ­τά, κα­τά­φε­ρε νὰ τη­λε­φω­νή­σει, ἄ­νοι­ξαν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, καὶ οἱ δύ­ο δὲν ἦ­ταν πιὰ ζων­τα­νοί, ἦ­ταν γρή­γο­ρη ἡ ἔκ­βα­ση.

       «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!» – ἔ­λε­γε κα­μα­ρώ­νον­τας ἡ νε­α­ρὴ γει­τό­νισ­σα σὲ ὅ­λους συ­νέ­χεια στὸ τη­λέ­φω­νο, ἐ­νῶ θυ­μό­ταν ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο τσί­ριγ­μα ἢ κλά­μα καὶ ὑ­πο­λό­γι­ζε τὸν χρό­νο ποὺ τοῦ χρει­ά­στη­κε (τὸ βρά­δυ καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα καὶ ὅ­λη τὴν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα), γιὰ νὰ φτά­σει τὸ τη­λέ­φω­νο· γι’ αὐ­τὸ φαί­νε­ται ὅ­τι τσί­ρι­ζε ὁ γέ­ρος.

       «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!» – σκε­φτό­ταν μὲ ἀ­νη­συ­χί­α ἡ γει­τό­νισ­σα γιὰ τοὺς μελ­λον­τι­κοὺς γεί­το­νες καὶ θυ­μό­ταν ἀ­πὸ μέ­σα της μὲ ἀ­γά­πη καὶ ζή­λια τὸν Σο­πὲν καὶ τὸν Μέν­τελ­σον, – αὐ­τοὶ ἐ­δῶ ἦ­ταν ἄν­θρω­ποι μορ­φω­μέ­νοι, ἥ­συ­χοι, δε­κα­πέν­τε λε­πτὰ τὴν ἡ­μέ­ρα ἔ­κα­ναν θό­ρυ­βο καὶ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο, ποιὸς θὰ τοὺς ἀν­τι­κα­τα­στή­σει; Καὶ πέ­θα­ναν μὲ δι­α­φο­ρὰ μιᾶς μέ­ρας, ὅ­πως στὰ πα­ρα­μύ­θια, ἔ­ζη­σαν πο­λὺ καὶ πέ­θα­ναν μὲ μιὰ μέ­ρα δι­α­φο­ρὰ» – Σο­πέν, Σο­πέν, Μέν­τελ­σον σκε­φτό­ταν σα­στι­σμέ­νη μέ­σα στὴν σι­ω­πή.



[«Τραγούδια δίχως λόγια» Op. 19b No. 1, τοῦ Men­dels­shon, Book I.

Στὸ πιά­νο ὁ Da­niel Gor­tler.]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀνθολογία И.И. Яценко: Русская «нетрадиционная» проза конца ХХ века», Санкт-Пе­те­рбург, «Зла­то­уст» 2004 (Ἀντι­συμ­βα­τι­κὴ ρω­σι­κὴ πε­ζο­γρα­φία τοῦ τέ­λους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁ­γία Πε­τρού­πο­λη, ἐκ­δόσεις Ζλα­τα­ούστ 2004). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση τῆς με­τά­φρα­σης: περ. Φρέ­αρ (Δε­κέμ­βρι­ος, 2013).

Λι­ουν­τμί­λα Στε­φά­νοβ­να Πε­τρου­σέφ­σκα­για (Людмила Стефановна Пе­тру­шев­ская) (Μό­σχα 1938). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γιὰ με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα δὲν τῆς δη­μο­σί­ευ­αν ἔρ­γα. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα ἔ­χει ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα. Συ­χνὰ στὸ ἔρ­γο της ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν. Στὰ ἔρ­γα της μπο­ρεῖ νὰ συ­ναν­τή­σεις μιὰ «φυ­σι­κὴ» ρο­ὴ ἢ μιὰ «εἰ­ρω­νι­κὴ πρω­το­πο­ρί­α, λε­κτι­κὰ παι­χνί­δια… καὶ πα­ρω­δί­ες στε­ρε­ο­τύ­πων». Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα.

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά. Τὸ 2010 πῆ­ρε τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης «Ἄ­ντον Τσέ­χοφ» 2010. Ἔ­κτο­τε ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Σα­λιά­πιν Μά­σκα καὶ Ψυ­χή (2014), ἡ Νῆ­σος Σα­χα­λί­νη τοῦ Τσέ­χοφ» (2015), δι­η­γή­μα­τα στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι, Βακ­χι­κόν, Στρό­βι­λος κα­θὼς καὶ στὰ ἔν­τυ­πα Μαν­δρα­γό­ρας, Φρέ­αρ καὶ Κου­κού­τσι. Ἐ­πί­σης ἔ­χει συγ­γρά­ψει τὴ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τσέ­χοφ στὴ σει­ρὰ «Μι­κρὰ Βι­ο­γρα­φι­κά» τῶν ἐκ­δό­σε­ων Λέμ­βος 2015.


Εὐγένιος Μάϊζελ (Евгений Майзель): Ὁ θάνατος τοῦ Κωνσταντίνου


Maizel,Eygenios-OThanatosTouKonstantinou-Eikona-01


Εὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель)

 

Ὁ θά­να­τος τοῦ Κων­σταν­τί­νου

(Смерть Константина)


06-Epsilon-423px-T2JB188_-_Jungle_Book_capital_BΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς μου, περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Κόρ­κι­νο.

Ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σα κά­ποι­ον νὰ φω­νά­ζει πί­σω μου : Κώ­στα! Κώ­στα!

       Ἐφ΄ὅ­σον δὲν ἔ­νι­ω­θα ἀρ­κε­τὰ Κώ­στας, σκέ­φθη­κα, ὅ­τι θὰ ἦ­ταν φρό­νι­μο νὰ μὴ ἀ­παν­τή­σω.

       Συ­νέ­χι­σα νὰ περ­πα­τά­ω. Ὄ­μορ­φη βρα­διά, ἥ­συ­χη, ψυ­χὴ ζῶ­σα τρι­γύ­ρω. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­στη­κε κά­τι σὰν ρι­πὲς αὐ­το­μά­του, ὅ­πως στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ παι­χνί­δια. Γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι: στὴν πόρ­τα τῆς μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νης κα­λύ­βας στε­κό­ταν ἕ­να κο­ρι­τσά­κι καὶ μὲ πυ­ρο­βο­λοῦ­σε στὰ σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ ἕ­να παι­δι­κὸ του­φέ­κι μὲ τη­λε­στό­χα­στρο.

       Ἔ­πε­σα μὲ τὰ μοῦ­τρα κά­τω, στὸ χαν­τά­κι, ὅ­σο πιὸ φυ­σι­κὰ μπο­ροῦ­σα καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα μὲ τὸ ἕ­να μά­τι μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα: τί θὰ κά­νει ἄ­ρα­γε; Κι ἐ­κεῖ­νο μὲ κοί­τα­ξε ἀ­η­δι­α­σμέ­νο, σὰν νὰ πά­τη­σε σκου­λή­κι, κα­τέ­βα­σε τὸ του­φέ­κι καὶ μπῆ­κε στὴν κα­λύ­βα του.

       Ἀ­φοῦ πε­ρί­με­να εὐ­γε­νι­κὰ λί­γη ὥ­ρα, ση­κώ­θη­κα, τί­να­ξα τὰ ροῦ­χα καὶ συ­νέ­χι­σα τὸ δρό­μο μου.

       Κά­τι σὰν νὰ κό­πη­κε, ὁ Κών­στα­ντῖ­νος πέ­θα­νε μέ­σα μου ὁ­ρι­στι­κά.

       Ἔ­φτα­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σὲ μαῦ­ρο χά­λι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή О­ч­е­нь к­о­р­о­т­к­ие т­е­к­с­ты: В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. – М.: Н­ЛО, 2000. (Πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να. Προ­σπά­θεια Ἀν­θο­λό­γη­σης, Μό­σχα, Ἔκδ. ΝΛΟ, 2000).

Eugeni MaizelΕὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель) (γεν. 1973). Ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ πα­νε­πισ­τη­μί­ου τῆς Ἁ­γί­ας Πε­τρού­πο­λης, συμ­με­τεῖ­χε ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ σει­ρὰ ἀ­πὸ δι­α­δι­κτυα­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα. Τακτικὴ συνεργάτιδα τοῦ ἱστολογίου Ἱστορίες Μπονζάι.



		

	

Βιτσεσλὰφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух): Ἐγὼ καὶ ἡ περεστρόικα


 

Pietsouch,Bitseslaf-EgoKaiIPerestroika-Eikona-04

 

Βιτσεσλὰφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух)


Ἐγὼ καὶ ἡ περεστρόικα

(Я и перестройка)


10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΩΡΑ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ πῶς ἔ­πε­σε ἡ πε­ρε­στρό­ι­κα. Δὲν ἔ­πε­σε ἀ­κρι­βῶς, ἀλ­λὰ θὰ πέ­σει ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­παρ­χαι­ω­μέ­νης μορ­φῆς τῆς οἰ­κο­γέ­νειας καὶ τοῦ γά­μου ποὺ δε­σπό­ζει στὸν πραγ­μα­τι­κὸ σο­σι­α­λι­σμό. Γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, πρέ­πει νὰ σᾶς προ­ει­δο­ποι­ή­σω ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ δὲν ἔ­γι­ναν με­γά­λες δη­μι­ουρ­γί­ες, ἀ­πὸ μιὰ σα­χλα­μά­ρα ποὺ τοὺς στά­θη­κε ἐμ­πό­διο. Ἂς πά­ρου­με τὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Πέ­τρου Φιο­ν­τό­ρο­βιτς, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν πραγ­μα­το­ποί­η­σε τὴ με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κή του ἀ­πο­στο­λή, μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­χε κά­νει δη­μό­σιο κή­ρυγ­μα στὴ γυ­ναί­κα του Αἰ­κα­τε­ρί­νη(1) γιὰ τὸ φρε­νι­α­σμέ­νο ταμ­πε­ρα­μέν­το της.

       Ὅ­λο το προ­η­γού­με­νο ἔ­τος δού­λευ­α πά­νω σὲ ἕ­να σχέ­διο ρι­ζι­κῆς ἀ­να­μόρ­φω­σης πού, κα­τὰ τοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμούς μου, θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε τὴ χώ­ρα στὰ ὅ­ρια τῆς ἀ­πό­λυ­της εὐ­η­με­ρί­ας καί, τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κό, στὸ μι­κρό­τε­ρο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Αὐ­τὴ ἡ δου­λειὰ τρά­βα­γε σὲ μά­κρος. Ὑ­πο­λό­γι­ζα νὰ τὴν τε­λει­ώ­σω τὸν χει­μώ­να καὶ ναὶ μὲν τὴν τέ­λει­ω­σα τὸν χει­μώ­να, ἀλ­λὰ ὄ­χι τὸν χει­μώ­να τοῦ ἴ­διου ἔ­τους, ἐ­πει­δὴ με­τὰ τὴν Ὀ­κτω­βρια­νὴ ἐ­πέ­τει­ο μπε­κρού­λια­ζα φο­βε­ρά. Ἡ γυ­ναί­κα μου, ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, συμ­βι­βά­στη­κε ὅ­πως-ὅ­πως μὲ αὐ­τὸ τὸ συ­νε­χὲς με­θύ­σι, στὸ μέ­τρο πού, τρό­πος τοῦ λέ­γειν, ἦ­ταν προ­φα­νὲς ὅ­τι ἐ­γὼ κου­βα­λοῦ­σα ἕ­να ἀ­πάν­θρω­πο φορ­τί­ο: δου­λειὰ στὸ ἐργοστά­σιο, δου­λειὰ στὸ σπί­τι καὶ ἀ­κό­μα κά­θε εὐ­λο­γη­μέ­νο βρά­δυ νὰ πη­γαί­νω στὴν κου­ζί­να καὶ νὰ δου­λεύ­ω πά­νω σὲ αὐ­τὸ τὸ ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ σχέ­διο, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μο­χθῶ, σχε­δὸν μέ­χρι τὸ πρω­ί. Νὰ ὅ­μως ποὺ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να τὰ Σάβ­βα­τα καὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς δὲ μὲ ἀ­φή­νει νὰ πά­ω που­θε­νά, ὅ­ταν ἔ­χω πολ­λὴ ἀ­νάγ­κη νὰ χαλα­ρώ­σω ἀ­πὸ τὴν τρε­λὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα μὲ τὸν μπαλ­τὰ καὶ λέ­ει:

       — Σάβ­βα­το καὶ Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι στὸ σπί­τι!

       Ἄρ­γη­σα, ξάρ­γη­σα τε­λεί­ω­σα τὸ σχέ­διό μου. Τὴ νύ­χτα τῆς τρί­της πρὸς τὴν τε­τάρ­τη τοῦ Δε­κεμ­βρί­ου ἔ­βα­λα τὴν τε­λευ­ταί­α τε­λεί­α, το­πο­θέ­τη­σα τὸ χει­ρό­γρα­φο στὸ ντο­σι­ὲ μὲ τὶς με­τα­ξω­τὲς κορ­δέ­λες, τὸ πῆ­ρα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τὸ τα­χτά­ρι­σα γύ­ρω-γύ­ρω στὸ δω­μά­τιο, χόρ­τα­σα νὰ κοι­τά­ζω τὸν ἑ­αυ­τό μου στὸν κα­θρέ­φτη, ποι­οί εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, τὰ αὐ­το­δί­δα­κτα τα­λέν­τα, καὶ ἔ­κρυ­ψα τὸ ντο­σι­ὲ στὸ πα­τά­ρι. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ἀ­κό­μα εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι τὴ δου­λειά μου θὰ τὴν ἔ­θα­βα, για­τί πρέ­πει νὰ φαν­τα­ζό­μου­να πο­λὺ κα­λὰ τὶς κα­τα­στρο­φι­κὲς συ­νέ­πει­ες, ἂν προ­σπα­θοῦ­σα νὰ τὴν σπρώ­ξω πρὸς τὶς Ἀρ­χές, «γι’ αὐ­τὸ ἀ­κού­σα­με ἕ­να σω­ρὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α»: ἂς πά­ρου­με τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ πρώ­του μας ἀ­νε­μο­πλό­ου Κου­σμὰ Ζι­ό­μοφ, ποὺ τὸν μα­στί­γω­σαν δη­μό­σια, ὄ­χι μό­νο μιὰ φο­ρά, γιὰ τὴν ἐ­φεύ­ρε­ση τοῦ ἀ­νε­μό­πτε­ρου. Ὅ­μως οἱ πο­λι­τι­σμέ­νοι μας ἀ­πό­γο­νοι ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ ξέ­ρουν ὅ­τι τὸ γό­νι­μο ρω­σι­κὸ μυα­λὸ δὲν λα­γο­κοι­μό­ταν οὔ­τε κὰν στοὺς πιὸ σι­χα­με­ροὺς και­ρούς. Με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρι­μη σκέ­ψη ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω πε­ρί­λη­ψη τοῦ σχε­δί­ου μου καὶ νὰ τὴ στεί­λω στὰ «παι­διὰ» τοῦ ὑ­πουρ­γι­κοῦ συμ­βου­λί­ου, τὸ πι­θα­νό­τε­ρο ἀ­πὸ μα­ται­ο­δο­ξί­α, καὶ ἔ­τσι πῆ­ραν τὰ μυα­λά μου ἀ­έ­ρα.

       Θαυ­μα­στὰ τὰ ἔρ­γα σου, Κύ­ρι­ε: ἔ­στει­λα τὸ πα­κέ­το τὴ Δευ­τέ­ρα καὶ ἤ­δη τὸ Σάβ­βα­το μοῦ τη­λε­φώ­νη­σαν. Μιὰ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαι­νό­ταν νε­α­νι­κὴ μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε:

       — Τώ­ρα θὰ σᾶς μι­λή­σει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κά­τι ἄ­να­ψε μέ­σα μου τὴν πε­ρη­φά­νια καὶ εἶ­χα καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ κρα­τι­κοῦ στε­λέ­χους. Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι, ἂν μὲ αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα ὁ­λο­κλη­ρω­νό­τα­νε ἡ μοί­ρα τοῦ σχε­δί­ου μου, ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α μου θὰ εἶ­χε ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό. Φυ­σι­κά, ἐ­γὼ ἔ­κα­να ἕ­να μορ­φα­σμό, κού­νη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι μου κά­νον­τας νό­η­μα στὴ γυ­ναί­κα μου, γιὰ νὰ ση­κώ­σει τὴν πα­ράλ­λη­λη συ­σκευ­ὴ καὶ μ΄ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ὁ ἄν­τρας της κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ πα­λα­βὸς ὀ­νει­ρο­πό­λος εἶ­ναι, ἀλ­λὰ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ κρα­τι­κὸ στέ­λε­χος.

       — Χαί­ρε­τε, Ἀ­λε­ξάντρ Ἰ­βά­νιτς, – λέ­ει ξαφ­νι­κὰ ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς, — τί κά­νε­τε, πῶς εἶ­σθε;

       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τά­ω: — Ἀ­π’ ὅ,τι ξέ­ρω, ὅ­λα κα­λά.

       — Γιὰ ἐ­σᾶς δὲν εἶχα ἀ­κού­σει κά­τι νω­ρί­τε­ρα, – συ­νε­χί­ζει τὸ λόγο του ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ποῦ ἐρ­γά­ζε­σθε: στὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Ἐ­πι­στη­μῶν ἢ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τοῦ Ἀμ­πάλ­κιν;

       — Ἐ­γώ, – ἀ­παν­τά­ω: γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, εἶ­μαι πρα­κτι­κὸς ποὺ ἀ­σχο­λοῦ­μαι ἄ­με­σα στὴ βι­ο­μη­χα­νί­α.

       — Καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τά σας καὶ ὁ βαθ­μός σας ποι­οί εἶ­ναι;

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἁ­πλό: εἶ­μαι ἐρ­γά­της με­τάλ­λου ἀ­νώ­τα­της βαθ­μί­δας – νά καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τα, νά καὶ ὁ βαθ­μός μου!

       — Μὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τὲ Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νιτς, θὰ πρέ­πει νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με νὰ συ­ζη­τή­σου­με σο­βα­ρά. Οἱ ἰ­δέ­ες σας μᾶς κί­νη­σαν «ἔν­το­να» τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χουν στὸ ση­μεί­ω­μά σας, νὰ ποῦ­με, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σκο­τει­νὰ ση­μεῖ­α ποὺ χρει­ά­ζον­ται «ἀ­πο­σα­φή­νι­ση» ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α. Τί λέ­τε, εἶστε νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με, νὰ μι­λή­σου­με σο­βα­ρά;

       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τῶ καὶ κά­νω μα­τά­κι στὴ γυ­ναί­κα μου. (Μὰ ποι­ός εἶ­μαι! Ἔ­ζη­σες δέ­κα πέν­τε χρό­νια μα­ζί μου καὶ στὴν οὐ­σί­α δὲν ξέ­ρεις ποι­ός εἶ­μαι.)

       — Τό­τε, μᾶλ­λον, ἂς μὴ κα­θυ­στε­ρή­σου­με αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ – λέ­ει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ἂς συ­ναν­τη­θοῦ­με καὶ σή­με­ρα. Ἐ­μεῖς, ἐν­νο­εῖ­ται, θὰ στεί­λου­με αὐ­το­κί­νη­το νὰ σᾶς πά­ρει…

       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τά­ω.

       Με­τά, συν­δέ­ε­ται πά­λι ἡ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαί­νε­ται νε­α­νι­κὴ καὶ ἀ­να­κοι­νώ­νει: τὸ αὐ­το­κί­νη­το θὰ ἔρ­θει σὲ δε­κα­πέν­τε λε­πτά, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι δε­κα­ε­πτὰ-εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα.

       Βά­ζον­τας στὴ θέ­ση του τὸ ἀ­κου­στι­κό, ἔ­ρι­ξα χα­ρού­με­νες μα­τι­ὲς στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να καὶ ξε­κί­νη­σα νὰ ντύ­νο­μαι. Ἀλ­λὰ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να πῆ­ρε τὸν μπαλ­τά, στά­θη­κε στὴν πόρ­τα καὶ κα­τὰ τὴ συ­νή­θειά της εἶ­πε:

       — Τὸ Σάβ­βα­το καὶ τὴν Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι ἐ­δῶ!

       — Μά, εἶ­σαι μὲ τὰ κα­λά σου…! – ἀ­να­φω­νῶ, τὴ στιγ­μὴ ποὺ χώ­νω τὰ πό­δια μου στὰ και­νούρ­για τσε­χοσ­λο­βά­κι­κα μπο­τά­κια. Ἔ­χεις ἰ­δέα;… Ποιός μὲ κα­λεῖ, για­τί καὶ σὲ ποι­ό μέ­ρος; Αὐ­τὸ εἶ­ναι κρα­τι­κὴ ὑ­πό­θε­ση! Τώ­ρα φθά­νει γιὰ μέ­να μιὰ «Τσά­ι­κα»(2)… Ποῦ κολ­λά­ει τὸ Σάβ­βα­το καὶ ἡ Κυ­ρια­κή;

       — Κολ­λά­ει, – ξε­κα­θα­ρί­ζει ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, στὸ ὅ­τι καὶ τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το ποὺ εἶ­χες κρα­τι­κὲς ὑ­πο­θέ­σεις ἐμ­φα­νί­σθη­κες με­τὰ τὶς δύ­ο τὴ νύ­χτα, καὶ ἤ­σου­να καὶ στου­πί! Καὶ τὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το ἦρ­θε νὰ σὲ πά­ρει, μό­νο ποὺ δὲν ἦ­ταν «Τσά­ι­κα» ἀλ­λὰ «Πρώ­των Βο­η­θει­ῶν», – ἢ τὸ ξε­χνᾶς Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νο­βιτς ἐ­πει­δὴ ἤ­σουν σου­ρω­μέ­νος;

       Μὰ καὶ πῶς νὰ τὸ ξέ­χνα­γα, φυ­σι­κὰ καὶ δὲν τὸ ξέχασα: τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το μὲ ἔ­πι­α­σε ξαφ­νι­κὰ τό­ση με­λαγ­χο­λί­α, —αὐ­τὸ συ­νέ­βη τὸ πρω­ὶ ποὺ δι­ά­βα­σα γιὰ τὴν ἐ­περ­χό­με­νη οἰ­κο­νο­μι­κὴ κα­τάρ­ρευ­ση— πού, ἁ­μαρ­τί­α ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νη, τη­λε­φώ­νη­σα σὲ ἕ­να φί­λο ποὺ ἐρ­γά­ζε­ται στὶς «πρῶ­τες βο­ή­θει­ες» καὶ μὲ πή­ρα­νε γιὰ πι­θα­νὴ «σαλ­μο­νέ­λω­ση» ποὺ δῆ­θεν εἶ­χε πέ­σει στὸ ἐρ­γο­στά­σιό μας.

       Μὲ δυ­ὸ λό­για, μὲ κα­νέ­να τρό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ φέ­ρω ἀν­τίρ­ρη­ση στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να, για­τί τό­τε πραγ­μα­τι­κὰ ἐμ­φα­νί­στη­κα στὶς δύο τὸ πρω­ὶ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἤ­μουν στου­πί.

(1) Ἐν­νο­εῖ τὴ Με­γά­λη Αἰ­κα­τε­ρί­νη ποὺ ἀ­νέ­τρε­ψε τὸν σύ­ζυ­γό της Πέ­τρο.

(2) Πο­λυ­τε­λὲς σο­βι­ε­τι­κὸ αὐ­το­κί­νη­το.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἀνθολογία И.И. Яцен­ко: Рус­ская «нет­ра­диц­ионная» про­за ко­нца ХХ века, Санкт-Пе­те­рбург, «Зла­тоуст» 2004 (Ρω­σι­κὴ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α τοῦ τέ­λους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, ἐκ­δό­σεις Ζλα­τα­ού­στ 2004). Πρώτη δημοσίευση τῆς με­τά­φρα­σης στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Βακ­χι­κόν (30-03-2015).

Pietsouch,Bitseslaf-Eikona-02Βιτσεσλάφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух) (Вячеслав Пьецух) (Μό­σχα, 1946). Τε­λεί­ω­σε τὸ παι­δα­γω­γι­κὸ ἰν­στι­τοῦ­το. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν βι­βλί­ων Ἀλ­φά­βη­το (1983), Νέ­α μο­σχο­βί­τι­κη φι­λο­σο­φί­α (1989), Ραμ­μάτ (1990), Ἐ­γὼ καὶ οἱ ἄλ­λοι (1990), Κύ­κλοι (1992), Παι­δά­κι τοῦ κρά­τους (1997). Ζεῖ στὴ Μό­σχα. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ γρά­φτη­κε τὸ 1989. Εἶ­ναι ἐκ­πρό­σω­πος τῆς «εἰ­ρω­νι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας». Σκο­πός της εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῶν λαν­θα­σμέ­νων ἐ­κτι­μή­σε­ων. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἡ ἀ­φή­γη­ση τοῦ Πι­έ­τσουχ φτά­νει στὸ μον­τερ­νι­σμό, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸν πα­ρα­λο­γι­σμὸ τοῦ κό­σμου. Τὸν ἥ­ρω­α τοῦ Πι­έ­τσουχ τὸν σώ­ζει ἡ ρή­ξη του μὲ τὸν κό­σμο, τὸ κλεί­σι­μο στὸν ἑ­αυ­τό του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Μου­σι­κός. Σπού­δα­σε ρω­σι­κὰ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πού­σκιν καὶ στὸ Κέν­τρο Ρω­σι­κῶν Σπου­δῶν Μίρ. Ἔ­χει πά­ρει τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης «Ἄντον Τσέχωφ» 2010 καὶ ἔ­χει ἀ­ναρ­τή­σεις στὸ ἱστολόγιο Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι καὶ στὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ σε­νά­ρια τῆς β’ γυ­μνα­σί­ου τῆς ἱ­στο­σε­λί­δας τοῦ ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου.

Βίκτωρ Γκολιάφκιν (Виктор ГОЛЯВКИН): Διήγημα γιὰ ἕνα πίνακα τοῦ Σεζάν…

.

Gkoliafkin,Biktor-DiigimaGiaEnanPinaka...-Eikona-01

.

Βίκτωρ Γκολιάφκιν (Виктор ГОЛЯВКИН)

 .

Δι­ή­γη­μα γιὰ ἕ­ναν πί­να­κα τοῦ Σε­ζάν,

ἕ­να ἀ­γό­ρι καὶ μιὰ λα­χα­νο­πώ­λισ­σα

.

02-PiΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ἦ­ταν ὁ Πὼλ Σε­ζάν! Ζω­γρά­φι­ζε ἕ­ναν πί­να­κα ἀ­πί­στευ­της ὀ­μορ­φιᾶς, καὶ ξαφ­νι­κὰ δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε. Τό­τε τὸν ἔ­κο­βε μὲ τὸ μα­χαί­ρι, στὰ δύο, τρί­α κομ­μά­τια καὶ τὸν πέ­τα­γε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       Καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ἀ­τε­λι­έ του κοι­τοῦ­σε στὸν κῆ­πο. Στὸ κῆ­πο συ­χνὰ ἔ­παι­ζαν παι­διά. Ἔ­φτια­χναν ἀ­σπί­δες καὶ πα­νο­πλί­ες ἀ­πὸ τοὺς πε­τα­μέ­νους μου­σα­μά­δες τοῦ Πὼλ Σε­ζὰν καὶ ἔ­τρε­χαν μὲ κραυ­γὲς στὸν κῆ­πο. Τρυ­ποῦ­σαν τὴ ζω­γρα­φι­κὴ μὲ ξύ­λα, ἔ­φτια­χναν ἀ­πὸ τοὺς μου­σα­μά­δες βαρ­κοῦ­λες καὶ τὶς ἔ­ρι­χναν στὰ ἀ­πό­νε­ρα.

      Μό­νον ἕ­να πο­λὺ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι, ποὺ ζοῦ­σε ἀ­πέ­ναν­τι, βρῆ­κε μιὰ φο­ρὰ τὸ μου­σα­μὰ τοῦ Σε­ζὰν καὶ τὸν κου­βά­λη­σε στὸ σπί­τι. Ἡ μη­τέ­ρα τοῦ ἀ­γο­ριοῦ, πο­λὺ γκρι­νιά­ρα γυ­ναί­κα, μό­λις εἶ­δε τὸ μου­σα­μὰ φώ­να­ξε: «Τί ἀ­η­δί­ες κου­βα­λᾶς στὸ σπί­τι!» – καὶ τὸ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

      Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μιὰ λα­χα­νο­πώ­λισ­σα περ­νοῦ­σε γιὰ νὰ πά­ει στὴ λα­ϊ­κή. Σή­κω­σε τὸ μου­σα­μὰ καὶ τὸν ἔ­βα­λε στὸ κα­ρο­τσά­κι της. «Εἶ­ναι πο­λὺ ὡ­ραῖα λου­λού­δια, εἶ­πε, θὰ τὰ κρε­μά­σω στὸ σπί­τι μου.»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Β. Γκο­λιά­φκιν, Ἔ­ρω­τας καὶ κα­θρέ­φτης (δι­η­γή­μα­τα. – Λ, ἐκδ. Συν­τά­κτης, 1991).

Biktor Gkoliafkin (Виктор ГОЛЯВКИН) - 04Βί­κτωρ Γκο­λιά­φκιν (Виктор ГОЛЯВКИН) (1929-2001) Ζω­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας. Γιὰ εὐ­νό­η­τους λό­γους στὴν ἀρ­χὴ δη­μο­σί­ευ­ε μι­κρὰ παι­δι­κὰ δι­η­γή­μα­τα στὰ παι­δι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, κι ἔ­γι­νε γνω­στὸς ὡς παι­δι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δι­η­γή­μα­τα γιὰ με­γά­λους ἐμ­φα­νί­στη­καν στὴν ἀρ­χὴ σὲ Σα­μιζ­ντάτ.

.

Ἀλεξάντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын): Τὸ σακίδιο τοῦ κολχόζ

 .

 Solzenitsin,Aleksandr-ToSakkidioTouKolchoz-01

 .

Ἀ­λε­ξάν­τρ Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Солженицын)

.

Τὸ σα­κί­διο τοῦ κολ­χόζ

(Колхозный рюкзак)

 .

05-OmikronΤΑΝ σ’ ἕ­να προ­α­στια­κὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σᾶς πι­έ­ζουν στὸ στῆ­θος ἢ στὰ πλευ­ρὰ μὲ τὴ σκλη­ρή του γω­νιὰ καὶ πο­νᾶ­τε – μὴν βρί­ζε­τε, ἀλ­λὰ κοι­τάξ­τε κα­λὰ αὐ­τὸ τὸ πλεγ­μέ­νο ἀ­πὸ σομ­φὸ κου­τί, μὲ τὸ φαρ­δύ, ξε­φτι­σμέ­νο λου­ρί του ἀ­πὸ κα­ρα­βό­πα­νο. Μέ­σα σ’ αὐ­τὸ κου­βα­λοῦν γιὰ τὴν πό­λη γά­λα, μυ­ζή­θρα καὶ ντο­μά­τες, δι­κά τους κι ἀ­κό­μα δύ­ο γει­τό­νων τους, ἐ­νῶ ἀ­π’ τὴν πό­λη φέρ­νουν κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ φραν­τζό­λες γιὰ τρεῖς οἰ­κο­γέ­νει­ες.

       Αὐ­τὸ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο σα­κί­διο ἔ­χει με­γά­λη χω­ρη­τι­κό­τη­τα, εἶ­ναι γε­ρὸ καὶ φτη­νό. Μ’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦν νὰ συγ­κρι­θοῦν οὔ­τε τὰ πο­λύ­χρω­μα ἀ­θλη­τι­κὰ ἀ­δέλ­φια του, μὲ τὶς τσε­ποῦ­λες τους καὶ τ’ ἀ­στρα­φτε­ρὰ θη­λυ­κω­τή­ρια. Ση­κώ­νει τό­σο βά­ρος πού, ἀ­κό­μα καὶ φο­ρών­τας ἕ­ναν χον­τρό, χει­μω­νιά­τι­κο ἐ­πεν­δύ­τη ἐρ­γα­σί­ας, ὁ μα­θη­μέ­νος χω­ρι­ά­τι­κος ὦ­μος δὲν μπο­ρεῖ ν’ ἀν­τέ­ξει τὸ λου­ρί του.

      Γι’ αὐ­τὸ οἱ χω­ρι­ά­τισ­σες υἱ­ο­θέ­τη­σαν τού­τη τὴν πρα­κτι­κή: ση­κώ­νουν τὸ πλεγ­μέ­νο σα­κί­διο ὣς τὴ μέ­ση της πλά­της καὶ περ­νοῦν τὸ λου­ρὶ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι τους. Ἔ­τσι τὸ φορ­τί­ο ἰ­σο­μοι­ρά­ζε­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς δυ­ὸ ὤ­μους καὶ τὸ στῆ­θος.

      Ἀ­δελ­φοί μου ἐν τῇ γρα­φί­δι καὶ τῇ συγ­γρα­φῇ! Δὲν σᾶς λέ­ω νὰ προ­βά­ρε­τε ἕ­να τέ­τοι­ο κα­λα­θά­κι στὴν πλά­τη σας. Ἂν ὅ­μως σᾶς ἔ­σπρω­ξαν ἀ­πό­το­μα μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο – τό­τε κα­λύ­τε­ρα νὰ πά­ρε­τε τα­ξί.

  .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Александр Солженицын: Крохотки 1958-1963, Из­да­тельство Эксмо, Мо­сква 2006.

Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­σά­γι­ε­βιτς Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Исаевич Сол­же­ниц­ын) (Κισ­λο­βόν­τσκ, 11 Δε­κεμ­βρί­ου 1918 – Μό­σχα, 3 Αὐ­γού­στου 2008). Συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­λό­γος, ποι­η­τής, πο­λι­τι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὸς πα­ρά­γων. Πέ­ρα­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν πό­λη Ρο­στὼφ ἐ­πὶ τοῦ Ντόν. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ρο­στὼφ τὸ 1941. Τὸ 1945 δι­κά­στη­κε ἐ­ρή­μην σὲ ὀ­κτὼ χρό­νια κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Τὸ 1974 στε­ρή­θη­κε τὴν ἰ­θα­γέ­νειά του καὶ ἀ­πε­λά­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Γερ­μα­νί­α. Τὸ 1975 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Βερ­μόντ, στὶς Η.Π.Α., ὅ­που ἔ­ζη­σε γιὰ εἴ­κο­σι χρό­νια. Τὸ 1995, ἀ­φοῦ εἶ­χε πλέ­ον κα­ταρ­ρεύ­σει ἡ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν πα­τρώ­α του γῆ.  Τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι ὀγ­κῶ­δες. Σ’ αὐ­τὸ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πα­σί­γνω­στη μαρ­τυ­ρί­α Ἀρ­χι­πέ­λα­γος Γκου­λάγκ, ὅ­πως καὶ τὰ ἔρ­γα Μιὰ ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἰ­βὰν Ντε­νί­σο­βιτς, Ὁ πρῶ­τος κύ­κλος, Πτέ­ρυ­γα καρ­κι­νο­πα­θῶν, Ὁ κόκ­κι­νος τρο­χός κ.ἄ. Τὸ 1970 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

.

Μιχαὴλ Μπουλγκάκωφ (Михаил Булгаков): Αἰ­γυ­πτι­α­κὴ μού­μια

 

 

Μιχαὴλ Μπουλγκάκωφ (Михаил Булгаков)

 

Αἰ­γυ­πτι­α­κὴ μούμια

(Египетская мумия)

 

Ε ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς φτά­σα­με στὸ Λε­νιν­γκράτ, εὑ­ρι­σκό­με­νοι σὲ ἀ­πο­στο­λή.

Ὅ­ταν ξεμ­περ­δέ­ψα­με ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς μι­κρο­ϋ­πο­θέ­σεις, μοῦ λέ­ει ὁ πρό­ε­δρος:

       — Ξέ­ρεις κά­τι, Βά­σια; Ἂς πᾶ­με στὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ(1).

       Τὸν ρω­τά­ω: — Καὶ τί ξέ­χα­σα ἐ­κεῖ;

       — Ἀλ­λό­κο­τος ποὺ εἶ­σαι —μοῦ ἀ­παν­τᾶ ὁ πρό­ε­δρός μας τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς—, στὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ θὰ ψυ­χα­γω­γη­θεῖς μὲ τὸν πρέ­πον­τα τρό­πο καὶ θὰ ξε­κου­ρα­στεῖς, σύμ­φω­να μὲ τὸ ἄρ­θρο 98 τοῦ Ἐρ­γα­τι­κοῦ Κώ­δι­κα (ὁ πρό­ε­δρος γνω­ρί­ζει ἀ­π’ ἔ­ξω ὅ­λα τὰ ἄρ­θρα, ἔ­τσι ποὺ ὅ­λοι τὸν θε­ω­ροῦν θαῦ­μα τῆς φύ­σης).

       Ἐν­τά­ξει. Πή­γα­με. Πλη­ρώ­σα­με, ὡς εἴ­θι­σται, καὶ ἀρ­χί­σα­με νὰ ἐ­φαρ­μό­ζου­με τὸ ἄρ­θρο 98. Ἡ πρώ­τη μας ὑ­πο­χρέ­ω­ση ἦ­ταν νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τὸν τρο­χὸ τοῦ θα­νά­του. Ἕ­νας συ­νη­θι­σμέ­νος, τε­ρά­στιος τρο­χὸς καὶ στὴ μέ­ση ἕ­να πα­λού­κι. Ὁ τρο­χὸς ἀρ­χί­ζει νὰ πε­ρι­στρέ­φε­ται ἀ­πὸ ἄ­γνω­στη αἰ­τί­α μὲ ἀ­πί­στευ­τη τα­χύ­τη­τα, ἀ­πο­τι­νά­ζον­τας στὸν δι­ά­βο­λο κά­θε μέ­λος τῆς ἕ­νω­σης ποὺ θὰ κα­θί­σει πά­νω του. Πο­λὺ ἀ­στεῖ­ο κόλ­πο, ἀ­να­λό­γως τοῦ τρό­που ποὺ θὰ τι­να­χτεῖς. Ἐ­γὼ ἐ­κτι­νά­χτη­κα ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ κω­μι­κά, πά­νω ἀ­πὸ κά­ποι­α δε­σποι­νί­δα, σχί­ζον­τας τὸ παν­τε­λό­νι μου. Καὶ ὁ πρό­ε­δρος στραμ­πού­λι­ξε μὲ πρω­τό­τυ­πο τρό­πο τὸ πό­δι του, σπά­ζον­τας πα­ράλ­λη­λα τὸ μπα­στού­νι ἑνὸς πο­λί­τη, ποὺ ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο ξύ­λο, μὲ μιὰ φο­βε­ρὴ κραυ­γὴ φρί­κης. Ἐ­νό­σω πε­τοῦ­σε, ὅ­λοι τρι­γύ­ρω ἔ­πε­φταν στὴ γῆ, κα­θὼς ὁ πρό­ε­δρός μας τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς εἶ­ναι ἄν­θρω­πος βα­ρέ­ων βα­ρῶν. Μὲ μιὰ λέ­ξη, ὅ­ταν ἔ­πε­σε, σκέ­φτη­κα ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­κλέ­ξου­με νέ­ον πρό­ε­δρο. Ὅ­μως ὁ πρό­ε­δρος στά­θη­κε στὰ πό­δια του ρω­μα­λέ­ος, σὰν τὸ Ἄ­γαλ­μα τῆς Ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἐ­νῶ, ἀ­πε­ναν­τί­ας, ἐ­κεῖ­νος ὁ πο­λί­της μὲ τὸ σπα­σμέ­νο μπα­στού­νι ἔ­βη­ξε αἷ­μα.

       Ἔ­πει­τα κι­νή­σα­με γιὰ τὸ Στοι­χει­ω­μέ­νο Δω­μά­τιο, ἡ ὀ­ρο­φὴ καὶ οἱ τοῖ­χοι τοῦ ὁ­ποί­ου πε­ρι­στρέ­φον­ται. Ἐ­δῶ βγῆ­καν ἀ­πὸ μέ­σα μου με­ρι­κὰ μπου­κά­λια μπύ­ρας «Νέ­α Βαυ­α­ρί­α», ποὺ τὰ εἴ­χα­με πι­εῖ μὲ τὸν πρό­ε­δρο στὸ κυ­λι­κεῖ­ο. Πο­τὲ ἄλ­λο­τε στὴ ζω­ή μου δὲν ξέ­ρα­σα, ὅ­πως σ’ αὐ­τὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο δω­μά­τιο. Ὁ πρό­ε­δρος ὅ­μως ἄν­τε­ξε.

       Ὅ­ταν βγή­κα­με, τοῦ εἶ­πα:

       — Φί­λε, ἀ­πο­κη­ρύσ­σω τὸ ἄρ­θρο σου. Τὴν κα­τά­ρα μου νὰ ἔ­χει ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ψυ­χα­γω­γί­α μὲ τὸ νού­με­ρο 98!

       Ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε:

       — Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἤ­δη ἤρ­θα­με καὶ πλη­ρώ­σα­με, θὰ πρέ­πει ἀ­κό­μα νὰ δεῖς τὴ δι­ά­ση­μη αἰ­γυ­πτια­κὴ μού­μια.

       Φτά­σα­με λοι­πὸν στὸ σχε­τι­κὸ δω­μά­τιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας νε­α­ρός, μέ­σα σὲ γα­λά­ζιο φῶς, καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε:

       — Καὶ τώ­ρα, πο­λί­τες, θὰ ἀν­τι­κρί­σε­τε ἕ­να φαι­νό­με­νο ἄ­νευ προ­η­γου­μέ­νου – μιὰν αὐ­θεν­τι­κὴ αἰ­γυ­πτια­κὴ μού­μια, φερ­μέ­νη ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρελ­θὸν 2500 χρό­νων. Ἡ μού­μια αὐ­τὴ δί­νει χρη­σμοὺς γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν, προ­φη­τεύ­ει τὸ πα­ρὸν καὶ τὸ μέλ­λον, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­παν­τά­ει σὲ ἐ­ρω­τή­σεις καὶ δί­νει συμ­βου­λὲς πά­νω σὲ δύ­σκο­λα θέ­μα­τα τῆς ζω­ῆς. Ἐ­πί­σης, συμ­βου­λεύ­ει μὲ ἐ­χε­μύ­θεια τὶς ἐγ­κυ­μο­νοῦ­σες.

       Ὅ­λοι ἔ­βγα­λαν ἕ­να «ἄχ» ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ τὸν τρό­μο καί, πράγ­μα­τι, γιὰ βάλ­τε μὲ τὸ νοῦ σας, ἐμ­φα­νί­στη­κε μιὰ μού­μια μὲ τὴ μορ­φὴ γυ­ναι­κεί­ου κε­φα­λιοῦ, πλαι­σι­ω­μέ­νη ἀ­πὸ αἰ­γυ­πτια­κὰ ἱ­ε­ρο­γλυ­φι­κά. Κο­κά­λω­σα ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξη, δι­α­πι­στώ­νον­τας ὅ­τι ἡ μού­μια ἦ­ταν νε­ό­τα­τη, ἔ­τσι ὅ­πως δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ὄ­χι μό­νο ἕ­νας ἄν­θρω­πος 2500 χρό­νων, ἀλ­λὰ οὔ­τε κὰν 100.

       Ὁ νε­α­ρὸς προ­σκά­λε­σε εὐ­γε­νι­κά:

       — Κά­νε­τε ἐ­ρω­τή­σεις. Κά­τι ἁ­πλό.

       Ὁ πρό­ε­δρος πε­τά­χτη­κε ἀ­μέ­σως καὶ ρώ­τη­σε:

       — Καὶ σὲ ποι­ά γλώσ­σα νὰ ρω­τή­σω; Ἐ­γὼ δὲν γνω­ρί­ζω αἰ­γυ­πτια­κά.

       Ὁ νε­α­ρός, δί­χως νὰ τὰ χά­σει, ἀ­πο­κρί­νε­ται:

       — Ρω­τῆ­στε στὰ ρω­σι­κά.

       Ὁ πρό­ε­δρος ξε­ρό­βη­ξε καὶ ρώ­τη­σε:

       — Καὶ γιὰ πές μου, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, τί ἔ­κα­νες ὣς τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ Φε­βρου­α­ρί­ου;

       Ἀ­μέ­σως ἡ μού­μια χλώ­μια­σε καὶ εἶ­πε:

       — Φοι­τοῦ­σα στὸ πα­νε­πι­στή­μιο.

       — Μπά… Καὶ γιὰ πές μου, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, δι­α­τέ­λε­σες πο­τὲ ὑ­πό­δι­κος κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας, καὶ ἂν ναί, τό­τε γιὰ ποι­όν λό­γο;

       Ἡ μού­μια ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ σι­ώ­πη­σε.

       Ὁ νε­α­ρὸς φώ­να­ξε:

       — Τί τρέ­χει μὲ σᾶς, πο­λί­τη, καὶ βα­σα­νί­ζε­τε τὴ μού­μια γιὰ 15 κα­πί­κια;

       Ὁ πρό­ε­δρος ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­σκεῖ κρι­τι­κὴ μὲ δρι­μύ­τη­τα:

       — Καί, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, ποι­ά εἶ­ναι ἡ σχέ­ση σου μὲ τὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ θη­τεί­α;

       Ἡ μού­μια ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα καὶ εἶ­πε:

       — Ἤ­μουν ἀ­δελ­φὴ τοῦ ἐ­λέ­ους.

       — Καὶ τί θὰ ἔ­κα­νες, ἐ­ὰν ἔ­βλε­πες κομ­μου­νι­στὲς μέ­σα σὲ μιὰ ἐκ­κλη­σί­α; Καὶ ποι­ός εἶ­ναι ὁ σύν­τρο­φος Στού­τσκα(2); Καὶ ποῦ ζεῖ τώ­ρα ὁ Κὰρλ Μάρξ;

       Ὁ νε­α­ρός, βλέ­πον­τας ὅ­τι ἡ μού­μια ἔ­χει ἀ­πο­τύ­χει στὸν ρό­λο της, ἀρ­χί­ζει νὰ φω­νά­ζει ὁ ἴ­διος σὲ σχέ­ση μὲ τὸν Μάρξ:

       — Πέ­θα­νε!

       Ὁ πρό­ε­δρος κραύ­γα­σε:

       — Ὄ­χι! Ζεῖ στὴν καρ­διὰ τοῦ προ­λε­τα­ριά­του.

       Ἀ­μέ­σως ἔ­σβη­σε τὸ φῶς, καὶ ἡ μού­μια ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε στὰ τάρ­τα­ρα μὲ λυγ­μούς, ἐ­νῶ τὸ κοι­νὸ φώ­να­ξε πρὸς τὸν πρό­ε­δρο:

       — Ζή­τω! Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με γιὰ τὴν ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς ψεύ­τι­κης μού­μιας.

       Καὶ ἤ­θε­λε νὰ τὸν ση­κώ­σει στὰ χέ­ρια. Ὅ­μως ὁ πρό­ε­δρος ἀ­πέ­φυ­γε τὸ τι­μη­τι­κὸ λί­κνι­σμα, κι ἐ­μεῖς βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ, τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς στιγ­μὴ ποὺ ἕ­να πλῆ­θος προ­λε­τά­ρι­ων μᾶς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε μὲ κραυ­γές.

 

    1924

 

(1) Σ.τ.Μ.: Τὰ πρῶ­τα «Σπί­τια τοῦ Λα­οῦ» ἱ­δρύ­θη­καν στὴ Ρω­σί­α τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1880. Δι­έ­θε­ταν συ­νή­θως θέ­α­τρο, αἴ­θου­σα δι­α­λέ­ξε­ων, βι­βλι­ο­θή­κη, ἀ­να­γνω­στή­ριο καὶ αἴ­θου­σες γιὰ δι­ά­φο­ρες ἐκ­δη­λώ­σεις. Τὶς Κυ­ρια­κὲς δι­ορ­γα­νώ­νον­ταν σ’ αὐ­τὰ μα­θή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ γιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους. Με­τὰ τὸ 1917 ὁ ὅ­ρος «Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ» ἐγ­κα­τα­λεί­φθη­κε, ὡ­στό­σο οἱ σχε­τι­κοὶ χῶ­ροι δι­α­τή­ρη­σαν τὴ λει­τουρ­γί­α τους ὑ­πὸ τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ νέ­ου κα­θε­στῶ­τος. Τὰ «Σπί­τια τοῦ Λα­οῦ» ἦ­ταν δη­μο­φι­λῆ καὶ σὲ χῶ­ρες τῆς Δυ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης.

(2) Σ.τ.Μ.: Ὁ Πι­ὸ­τρ Ἰ­βά­νο­βιτς Στού­τσκα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δη­μι­ουρ­γοὺς καὶ τοὺς θε­ω­ρη­τι­κούς τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς νο­μο­θε­σί­ας. Δι­ε­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης τῆς Λετ­το­νί­ας.

 

 

Πη­γή: Ἰ­στό­το­πος Lib.ru//Библиотека Максима Мошкова (Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Μα­ξὶμ Μο­σκώφ).

 

Μι­χα­ὴλ Ἀ­φα­νά­σι­ε­βιτς Μπουλ­γκά­κωφ (Михаил Афанасьевич Булгаков) (Κί­ε­βο, 15 Μα­ΐ­ου 1891 – Μό­σχα, 10 Μαρ­τί­ου 1940). Ρῶ­σος καὶ Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ σκη­νο­θέ­της. Συ­νέ­γρα­ψε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ σε­νά­ρια καὶ λιμ­πρέ­τα ὄ­πε­ρας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ πε­ρί­φη­μου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Ὁ Μαὶ­τρ καὶ ἡ Μαρ­γα­ρί­τα, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρή­θη­κε ὡς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να.

 

Με­τά­φρα­ση Ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ον Πε­τρού­πο­λης (Πλανόδιον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα «Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α», τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов): Τὸ παραξήλωσε

 

 

 

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов)

 

Τὸ παραξήλωσε

(Пересолил)

 

ΤΟ­ΠΟ­ΓΡΑ­ΦΟΣ Γκλὲμπ Γκα­βρί­λο­βιτς Σμιρ­νὸφ ἔ­φθα­σε στὸ σταθ­μὸ «Γκνι­λού­σκι». Μέ­χρι τὸ ἀ­γρό­κτη­μα, ὅ­που τὸν εἶ­χαν κα­λέ­σει γιὰ ὁ­ρι­ο­θέ­τη­ση, ἔ­με­ναν ἀ­κό­μα νὰ δι­α­νύ­σει τριά­ντα μὲ σα­ράν­τα βέρ­τσια. (Ἂν ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν εἶ­ναι πι­ω­μέ­νος καὶ δὲν ἔ­χει ψω­ρά­λο­γα, τό­τε τριά­ντα βέρ­τσια μπο­ρεῖ νὰ τὰ κά­νει, κι ἐ­φό­σον ὁ ἁ­μα­ξὰς ἔ­χει γρή­γο­ρα ἄ­λο­γα τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πιά­σει κα­τευ­θεί­αν καὶ τὰ πε­νήν­τα).

       — Πεῖ­τε μου, πα­ρα­κα­λῶ, ποῦ μπο­ρῶ νὰ βρῶ ἐ­δῶ κον­τὰ τα­χυ­δρο­μι­κὰ ἄ­λο­γα; εἶ­πε ὁ το­πο­γρά­φος, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸν χω­ρο­φύ­λα­κα τοῦ σταθ­μοῦ.

       — Τί; Τα­χυ­δρο­μι­κά; Ἐ­δῶ γιὰ ἑ­κα­τὸ βέρ­τσια δρό­μο δὲν ἀ­κοῦς οὔ­τε σκυ­λί, ὄ­χι τα­χυ­δρο­μι­κά… Καὶ σεῖς ποῦ θέ­λε­τε νὰ πᾶ­τε;

       — Στὸ Δέφ­κι­νο, στὰ κτή­μα­τα τοῦ στρα­τη­γοῦ Χα­χό­τοφ.

       — Λοι­πόν; χα­σμου­ρή­θη­κε ὁ χω­ρο­φύ­λα­κας. Πη­γαί­νε­τε μέ­χρι τὸ σταθ­μό, ἐ­κεῖ στὴν πόρ­τα συ­χνὰ βρί­σκον­ται χω­ρι­κοί, με­τα­φέ­ρουν τα­ξι­δι­ῶ­τες.

       Ὁ το­πο­γρά­φος ξε­φύ­ση­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ βα­δί­ζει πρὸς τὸν σταθ­μό. Ἐ­κεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὲς ἀ­να­ζη­τή­σεις, συ­ζη­τή­σεις καὶ δι­σταγ­μούς, βρῆ­κε ἕ­ναν ρω­μα­λέ­ο χω­ρι­κό, κα­τσού­φη, βλο­γι­ο­κομ­μέ­νο, ντυ­μέ­νο μὲ ἕ­να κου­ρε­λια­σμέ­νο τσό­χι­νο κα­φτά­νι καὶ πλε­χτὰ χορ­το­πά­που­τσα.

       Ὁ δι­ά­ο­λος ξέ­ρει τί σό­ι κά­ρο ἔ­χει! Συ­νο­φρυ­ώ­θη­κε ὁ το­πο­γρά­φος, σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο. Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις ποῦ εἶ­ναι τὸ πί­σω καὶ τὸ μπρός…

       — Μὰ τί νὰ κα­τα­λά­βεις; Ὅ­που εἶ­ναι ἡ οὐ­ρὰ εἶ­ναι καὶ τὸ μπρός, καὶ ἐ­κεῖ ποὺ κά­θε­ται ἡ εὐ­γέ­νειά σας εἶ­ναι τὸ πί­σω…

       Τὸ που­λα­ρά­κι ἦ­ταν λι­πό­σαρ­κο, μὲ ἁ­πλω­τὰ πό­δια καὶ φα­γω­μέ­να αὐ­τιά. Ὅ­ταν ὁ ἁ­μα­ξὰς ἀ­να­ση­κώ­θη­κε καὶ τὸ χτύ­πη­σε μὲ τὸ σχοι­νέ­νιο μα­στί­γιο, αὐ­τὸ κού­νη­σε μό­νο τὸ κε­φά­λι, ὅ­ταν ἀ­γρί­ε­ψε καὶ τὸ χτύ­πη­σε ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, τό­τε τὸ κά­ρο ἔ­τρι­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει σὰν δαι­μο­νι­σμέ­νο. Με­τὰ τὸ τρί­το χτύ­πη­μα τὸ κά­ρο κύ­λη­σε λί­γο καὶ πιὰ μὲ τὸ τέ­ταρ­το κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του.

       Ἔ­τσι θὰ πᾶ­με ὅ­λο τὸ δρό­μο; ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, νι­ώ­θον­τας τὸ δυ­να­τὸ τράν­ταγ­μα καὶ πα­ρα­μέ­νον­τας ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τῶν Ρώ­σων ἁ­μα­ξά­δων νὰ κά­νουν, μὲ μιὰ ἤ­ρε­μη χε­λω­νί­σια δι­α­δρο­μή, τὴν ψυ­χὴ νὰ ξε­βι­δώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ τράν­ταγ­μα.

       Θά-α-α φτά­σου­με! – τὸν κα­θη­σύ­χα­σε ὁ ἁ­μα­ξάς. Ἡ φο­ρά­δα εἶ­ναι νέ­α, ἔ­ξυ­πνη…Ἄσ’ τὴν μό­νο νὰ πά­ρει φό­ρα καὶ με­τὰ δὲν στα­μα­τά­ει… Ἄιν­τε, κα­τα­ρα­μέ…νη!

       Ὅ­ταν τὸ κά­ρο βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸν σταθ­μό, ἦ­ταν σού­ρου­πο. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ το­πο­γρά­φου ἁ­πλω­νό­ταν ἡ πε­διά­δα, σκο­τει­νή, πα­γω­μέ­νη, χω­ρὶς τέ­λος καὶ ἄ­κρη… (Δι­α­σχί­ζον­τάς την εἶ­ναι σὰν νὰ ξε­κι­νᾶς γιὰ τοῦ δι­α­ό­λου τὴ μά­να.) Στὸν ὁ­ρί­ζον­τα, ἐ­κεῖ ποὺ χα­νό­ταν καὶ ἑ­νω­νό­ταν μὲ τὸν οὐ­ρα­νό, ἔ­σβη­νε νω­χε­λι­κὰ τὸ κρύ­ο φθι­νο­πω­ρι­νὸ σού­ρου­πο… Ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸν δρό­μο, στὸν σκο­τει­νι­α­σμέ­νο ἀ­έ­ρα ξε­χώ­ρι­ζαν κά­ποι­α βου­να­λά­κια, ὄ­χι σὰν περ­σι­νὲς θη­μω­νι­ές, οὔ­τε σὰν χω­ριό. Τί ἦ­ταν μπρο­στὰ στὸ χω­ρά­φι δὲν ἔ­βλε­πε ὁ το­πο­γρά­φος, ἐ­πει­δὴ ἀπ΄ αὐ­τὴ τὴν πλευ­ρὰ ὅ­λο τὸ ὀ­πτι­κὸ πε­δί­ο τὸ κά­λυ­πτε ἡ φαρ­διά, ἄ­γαρ­μπη πλά­τη τοῦ ἁ­μα­ξᾶ. Ἦ­ταν ἥ­συ­χα, ἀλ­λὰ κρύ­α καὶ πα­γω­μέ­να.

       «Τί ἐ­ρη­μιὰ εἶ­ναι αὐ­τή! (σκε­φτό­ταν ὁ το­πο­γρά­φος, προ­σπα­θών­τας νὰ προ­στα­τεύ­σει τὰ αὐ­τιά του μὲ τὸ για­κὰ τοῦ μαν­δύα) παν­τοῦ ἐ­ρη­μιά!» Ἂν τοῦ ἐ­πι­τε­θοῦν ξαφ­νι­κὰ καὶ τὸν λη­στέ­ψουν; Δὲν ξέ­ρει κα­νεὶς ἂν θὰ εἶ­ναι ἀ­πὸ πυ­ρο­βό­λο!­.. Καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς εἶ­ναι ἀ­να­ξι­ό­πι­στος… Γιὰ δές τον, τί πλα­τά­ρα! Αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ τῆς φύ­σης καὶ δά­χτυ­λο νὰ κου­νή­σει, ἡ ψυ­χή σου πά­ει στὴν Κού­λου­ρη! Καὶ ἡ μού­ρη του εἶ­ναι ἄ­γρια, ὕ­πο­πτη.»

      — Ἔ! κα­λέ μου, ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, πῶς σὲ λέ­νε;

      — Ἐ­μέ­να; Κλή­μη.

      — Λοι­πόν, Κλή­μη, πῶς εἶ­ναι ἐ­δῶ; Δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Δὲν γί­νον­ται ἐ­πι­θέ­σεις;

      — Ὄ­χι, μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ… Σὲ ποι­ὸν νὰ κά­νουν ἐ­πι­θέ­σεις;

      — Εἶ­ναι κα­λὸ ποὺ δὲν κά­νουν ἐ­πι­θέ­σεις… Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κὸ ἔ­χω πά­ρει μα­ζί μου τρί­α ρε­βόλ­βερ, εἶ­πε ψέ­μα­τα ὁ το­πο­γρά­φος. Καὶ μὲ τὸ ρε­βόλ­βερ, ξέ­ρεις, δὲν ἀ­στει­εύ­ε­ται κα­νείς. Μὲ δέ­κα λη­στὲς μπο­ρεῖς νὰ τὰ βγά­λεις πέ­ρα…

      Σκο­τει­νιά. Τὸ κά­ρο ξαφ­νι­κὰ ἔ­τρι­ξε, τσί­ρι­ξε, τρε­μού­λια­σε, καί, σὰν ἄ­θε­λά του, ἔ­κα­νε ἀ­ρι­στε­ρά.

      «Ποῦ μὲ πά­ει; σκέ­φτη­κε ὁ το­πο­γρά­φος. Πή­γαι­νε ὅ­λο εὐ­θεία καὶ ξαφ­νι­κὰ ἔ­στρι­ψε ἀ­ρι­στε­ρά. Πι­θα­νὸν νὰ μὲ πη­γαί­νει σὲ κά­ποι­α λόχ­μη ὁ πα­λιάν­θρω­πος, καί… καί… συμ­βαί­νουν τέ­τοια πε­ρι­στα­τι­κά!»

      — Ἄ­κου, ἀ­πευ­θύν­θη­κε στὸν ἁ­μα­ξά. — Ἔ­τσι λές! Ὅ­τι ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Κρί­μα… Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ πα­λεύ­ω μὲ λη­στές… Στὴν ὄ­ψη εἶ­μαι ἀ­δύ­να­τος, ἀρ­ρω­στιά­ρης, ἀλ­λὰ οἱ δυ­νά­μεις μου, λὲς καὶ εἶ­ναι ταύ­ρου… Μιὰ φο­ρὰ μοῦ ἐ­πι­τέ­θη­καν τρεῖς λη­στές… Καὶ τί νο­μί­ζεις; Τὸν ἕ­να τὸν χτύ­πη­σα τό­σο ἄ­σχη­μα, πού… πού, κα­τα­λα­βαί­νεις, πα­ρέ­δω­σε τὴν ψυ­χὴ στὸν Θε­ό, καὶ οἱ ἄλ­λοι δύ­ο ἐ­ξαι­τί­ας μου πῆ­γαν στὰ κά­τερ­γα τῆς Σι­βη­ρί­ας. Καὶ ἀ­πὸ ποῦ παίρ­νω αὐ­τὴ τὴ δύ­να­μη, δὲν ξέ­ρω… Παίρ­νεις τὸ χέ­ρι κά­ποι­ου δυ­να­τοῦ, κά­ποι­ου σὰν καὶ σέ­να, καί… καὶ τὸν χτυ­πᾶς.

      Ὁ Κλή­μης ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν το­πο­γρά­φο, ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο.

      — Ναί, ἀ­δελ­φέ… συ­νέ­χι­σε ὁ το­πο­γρά­φος. Νὰ μὴ δώ­σει ὁ Θε­ὸς νὰ μπλε­χτεῖς μὲ μέ­να. Δὲν φτά­νει ποὺ ὁ λη­στὴς μέ­νει δί­χως χέ­ρια καὶ δί­χως πό­δια, ἀλ­λὰ πρέ­πει καὶ νὰ δι­κα­στεῖ… Σὲ μέ­να ὅ­λοι οἱ δι­κα­στὲς καὶ οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ εἶ­ναι γνω­στοί. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἄν­θρω­πος τοῦ κρά­τους, μὲ χρει­ά­ζον­ται… Τὸ ὅ­τι ἐ­γὼ τα­ξι­δεύ­ω εἶ­ναι γνω­στὸ στὴ δι­οί­κη­ση… καὶ γι΄ αὐ­τὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦν γιὰ νὰ μή μοῦ κά­νει κά­ποι­ος κα­κό. Παν­τοῦ στὸν δρό­μο πί­σω ἀ­πὸ τοὺς θά­μνους εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νὰ ὁρ­μή­σουν ἑ­κα­τον­τά­δες ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τῶν Κο­ζά­κων… Ἄ-α-αλτ! Ἔμ­πη­ξε τὶς φω­νὲς ὁ το­πο­γρά­φος. — Ποῦ βγῆ­κες; Ποῦ μὲ πᾶς;

      — Μὰ τί­πο­τε δὲν βλέ­πε­τε; Εἶ­ναι δά­σος!

      «Ὁ­πωσ­δή­πο­τε εἶ­ναι δά­σος… σκέ­φτη­κε ὁ το­πο­γρά­φος. Μὰ ἐ­γὼ φο­βή­θη­κα! Ὅ­μως δὲν πρέ­πει νὰ τοῦ φα­νε­ρώ­σω τὴν ἀ­νη­συ­χί­α μου… Ἤ­δη πρό­σε­ξε πὼς τρέ­μω. Για­τί μὲ κλε­φτο­κοί­τα­ζε τό­σο συ­χνά; Ἴ­σως σχε­διά­ζει κά­τι… Προ­η­γου­μέ­νως πή­γαι­νε σι­γὰ-σι­γά, βῆ­μα-βῆ­μα, καὶ τώ­ρα γιὰ δές τον, πά­ει σὰν ἀ­στρα­πή!»

      — Ἄ­κου, Κλή­μη, για­τί βιά­ζεις τό­σο τὸ ἄ­λο­γο;

      — Δὲν τὸ βιά­ζω, μό­νο του πῆ­ρε φό­ρα… Καὶ ὅ­ταν παίρ­νει φό­ρα τί­πο­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ στα­μα­τή­σει… Καὶ τὸ ἴ­διο δὲν εἶ­ναι χα­ρού­με­νο μὲ τέ­τοι­α πό­δια ποὺ ἔ­χει.

      — Λὲς ψέ­μα­τα, ἀ­δελ­φέ! Βλέ­πω ὅ­τι λὲς ψέ­μα­τα! Μό­νο σὲ συμ­βου­λεύ­ω νὰ μὴν τρέ­χεις τό­σο γρή­γο­ρα. Κά­νε λί­γο κρά­τει… Ἀ­κοῦς; Κά­νε λί­γο κρά­τει!

      — Για­τί;

      — Ἐ­πει­δή… ἐ­πει­δή, μα­ζί μου ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔρ­θουν τέσ­σε­ρις φί­λοι. Πρέ­πει νὰ μᾶς ἔ­φτα­ναν… Ὑ­πο­σχέ­θη­καν νὰ μὲ προ­λά­βουν σ΄ αὐ­τὸ τὸ δά­σος… Εἶ­ναι ὡ­ραῖ­α νὰ πη­γαί­νεις μα­ζί τους… Εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ὑ­γι­εῖς, γε­ρο­δε­μέ­νοι… ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει πε­ρί­στρο­φο… Για­τί συ­νέ­χεια στρί­βεις πί­σω καὶ κοι­τά­ζεις, σὰν νὰ κά­θε­σαι σὲ βε­λό­νες; Ἔ! Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φέ, ἔ… ἀ­δελ­φέ… Σὲ μέ­να τί­πο­τε δὲν ὑ­πάρ­χει νὰ κοι­τά­ζεις… τί­πο­τε ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ μέ­να… Ἴ­σως μό­νο τὰ ρε­βόλ­βερ… Πα­ρα­κα­λῶ, ἂν θέ­λεις, θὰ σοῦ τὰ δεί­ξω, πα­ρα­κα­λῶ…

      Ὁ το­πο­γρά­φος ἔ­κα­νε ὅ­τι ψα­χου­λεύ­ει τὶς τσέ­πες, καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ συ­νέ­βη κά­τι ποὺ κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ κά­ποι­ον, ὅ­σο δει­λὸς καὶ ἂν ἦ­ταν. Ὁ Κλή­μης ξαφ­νι­κὰ ρί­χτη­κε ἀ­πὸ τὸ κά­ρο καὶ στὰ τέσ­σε­ρα ἔ­τρε­ξε πρὸς τὸ ρου­μά­νι.

     — Βο­ή­θεια! Φώ­να­ξε κλα­ψι­ά­ρι­κα. Βο­ή­θεια! Πάρε, κα­τα­ρα­μέ­νε, καὶ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, μό­νο μὴ μὲ χα­λά­σεις! Βο­ή­θεια!

      Ἀ­κού­στη­καν γρή­γο­ρα βή­μα­τα ποὺ χά­νον­ταν, τριγ­μὸς ξε­ρό­κλα­δων – καὶ τέ­λος σι­ω­πή… Ὁ το­πο­γρά­φος, μὴ πε­ρι­μέ­νον­τας τέ­τοι­α συμ­πε­ρι­φο­ρά, στα­μά­τη­σε πρῶ­τα τὸ ἄ­λο­γο, με­τὰ κά­θι­σε πιὸ βο­λι­κὰ στὸ κά­ρο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ σκέ­φτε­ται.

      «Ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας… ὁ βλά­κας… φο­βή­θη­κε. Καὶ τώ­ρα τί θὰ γί­νει; Μό­νος νὰ προ­χω­ρή­σω δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν, για­τί δὲν ξέ­ρω τοὺς δρό­μους καὶ μπο­ρεῖ νὰ νο­μί­ζουν ὅ­τι ἔ­κλε­ψα τὸ ἄ­λο­γό του… Τί θὰ γί­νει;» — Κλή­μη! Κλή­μη!

     — Κλή­μη!­..  ἀ­πάν­τη­σε ἡ ἠ­χώ.

      Στὴ σκέ­ψη ὅ­τι ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ τὴν πε­ρά­σει κα­θι­σμέ­νος στὸ σκο­τει­νὸ δά­σος, μέ­σα στὸ κρύ­ο, ἀ­κού­γον­τας μό­νο τοὺς λύ­κους καὶ τὴν ἠ­χὼ ἀ­πὸ τὰ ρου­θου­νί­σμα­τα τῆς λι­πό­σαρ­κης φο­ρά­δας τὸν ἔ­πια­σε σύγ­κρυ­ο.

      — Κλη­μού­λη! –φώ­να­ξε. — Κα­λέ μου! Ποῦ εἶ­σαι, Κλη­μού­λη;

      Δυ­ὸ ὧ­ρες φώ­να­ζε ὁ το­πο­γρά­φος, καὶ μό­νο ἀ­φοῦ βρά­χνια­σε καὶ συμ­φι­λι­ώ­θη­κε μὲ τὴ δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σή του στὸ δά­σος, τό­τε τὸ ἐ­λα­φρὸ ἀ­ε­ρά­κι τοῦ ἔ­φε­ρε κά­ποι­ο βογ­κη­τό.

      — Κλή­μη! Ἐ­σὺ εἶ­σαι κα­λέ μου; Πᾶ­με.

      — Θὰ μέ… σκο­τώ­σεις;

      — Ἀ­στει­εύ­τη­κα, κα­λέ μου! Τι­μώ­ρη­σέ με, κύ­ρι­ε, ἀ­στει­εύ­τη­κα! Τί ρε­βόλ­βερ! Ἐ­γὼ εἶ­πα ψέ­μα­τα ἀ­πὸ φό­βο! Κά­νε μου τὴ χά­ρη, πᾶ­με! Πα­γώ­νω!

      Ὁ Κλή­μης συλ­λο­γί­στη­κε ὅ­τι, μᾶλ­λον, ἕ­νας πραγ­μα­τι­κὸς λη­στὴς θὰ εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ πρὸ πολ­λοῦ μὲ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δά­σος καὶ ἀ­να­πο­φά­σι­στα πλη­σί­α­σε τὸν ἐ­πι­βά­τη του.

      — Μὰ ἀ­πὸ τί φο­βή­θη­κες, βλά­κα; Ἐ­γώ… ἐ­γὼ ἀ­στει­ευ­ό­μου­να καὶ σὺ φο­βή­θη­κες… κά­τσε!

   — Ὁ θε­ὸς μα­ζί σου, ἀ­φέν­τη, μουρ­μού­ρι­σε ὁ Κλή­μης σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο. Ἂν τὸ ἤ­ξε­ρα οὔ­τε μὲ ἑ­κα­τὸ ὁ­λό­κλη­ρα δὲν θὰ σὲ πή­γαι­να. Πα­ρα­λί­γο νὰ πε­θά­νω ἀ­π’ τὸν φό­βο…

      Ὁ Κλή­μης μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο. Τὸ κά­ρο τραν­τά­χτη­κε. Ὁ Κλή­μης τὸ ξα­να­μα­στί­γω­σε καὶ τὸ κά­ρο κου­νή­θη­κε. Με­τὰ τὸ τέ­ταρ­το χτύ­πη­μα, ὅ­ταν τὸ κά­ρο κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του, ὁ το­πο­γρά­φος σκέ­πα­σε τ’ αὐ­τιά του μὲ τὸν για­κὰ καὶ βυ­θί­στη­κε σὲ σκέ­ψεις. Ὁ δρό­μος καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν τοῦ φαι­νόν­του­σαν πιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νοι.

 

Δρα­μα­το­πο­ίη­ση: Ρω­σι­κὴ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ μι­κροῦ μή­κους μὲ κι­νού­με­να σχέ­δια (1959). Σκη­νο­θε­σία Βλα­ντί­μιρ Ντι­ά­κτε­ρεφ, σε­νάριο: E. Μι­γκου­νόφ.

 

 

 

Πη­γή: Δι­ή­γη­μα τοῦ 1885. П­о­л­н­ое с­о­б­р­а­н­ие с­о­ч­и­н­е­н­ий и п­и­с­ем в 30-ти т­о­м­ах. С­о­ч­и­н­е­н­ие Т­ом 4 М. «Н­а­у­ка», 1984. (Πλή­ρης συλ­λο­γὴ ἔρ­γων 30 τό­μων, 4ος τό­μος. Ἐκ­δό­σεις Να­ού­κα, 1984).

 

Ἄν­τον Τσέ­χωφ (А­н­т­он Ч­е­х­ов) (Ταγ­καν­ρὸγκ Ρω­σί­ας 1860 – Μπαν­τεν­βά­ι­λερ Γερ­μα­νί­ας 1904). Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Μό­σχα. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἰ­α­τρι­κὲς σπου­δὲς ἄρ­χι­σε καὶ τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Πο­τὲ δὲν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν ἰ­α­τρι­κή. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους θε­α­τρι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ 19ου αἰ. καὶ ὄ­χι μό­νο. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Τὸ ­στυ, στὶς 30/8/1901 σὲ με­τά­φρα­ση, ἀ­πὸ τὴ γαλ­λι­κὴ γλώσ­σα, τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Πα­πα­δι­α­μάν­τη.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Μου­σι­κός. Σπού­δα­σε ρω­σι­κὰ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πού­σκιν καὶ στὸ Κέν­τρο Ρω­σι­κῶν Σπου­δῶν Μίρ. Γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ πῆ­ρε τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης Ἄντον Τσέχωφ 2010.

  

Ἀντρέι Πλατόνωφ (Андре́й Плато́нов): Τὸ ἄγνωστο λουλούδι

 

 

Ἀντρέι Πλατόνωφ (Андрей Платонов)

 

Τὸ ἄγνωστο λουλούδι

(Πα­ρα­μύ­θι βα­σι­σμέ­νο σὲ πραγ­μα­τι­κὰ γε­γο­νό­τα)

(Неизвестный цветок)

(Сказка-быль)

 

ΟΥ­ΣΕ ΚΑ­ΠΟ­ΤΕ στὸν κό­σμο ἕ­να μι­κρὸ λου­λού­δι. Κα­νεὶς δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε στὴ γῆ. Εἶ­χε με­γα­λώ­σει μο­νά­χο του, σ’ ἕ­να ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο οἰ­κό­πε­δο. Οἱ ἀ­γε­λά­δες καὶ οἱ κα­τσί­κες δὲν σύ­χνα­ζαν ἐ­κεῖ, καὶ τὰ παι­διὰ ἀ­πὸ τὴν κα­τα­σκή­νω­ση τῶν πι­ο­νι­έ­ρων πο­τέ τους δὲν ἔ­παι­ζαν στὸ μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο. Στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο κα­νέ­να χορ­τά­ρι δὲν φύ­τρω­νε· μό­νο με­ρι­κὲς ξε­χα­σμέ­νες, γκρί­ζες πέ­τρες ἦ­ταν σπαρ­μέ­νες ἐ­κεῖ, κι ἀ­νά­με­σά τους ἕ­νας ξε­ρὸς καὶ ἀ­πο­νε­κρω­μέ­νος πη­λός. Μο­νά­χα ὁ ἄ­νε­μος σερ­γι­ά­νι­ζε στὸ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο οἰ­κό­πε­δο. Σὰν ἕ­νας γε­ρο-σπο­ρέ­ας, κου­βα­λοῦ­σε σπό­ρους καὶ τοὺς ἔ­σπερ­νε παν­τοῦ – τό­σο στὸ μαῦ­ρο, νο­τι­σμέ­νο χῶ­μα, ὅ­σο καὶ στὸ γυ­μνὸ καὶ πε­τρῶ­δες ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο οἰ­κό­πε­δο. Στὸ μαῦ­ρο καὶ εὔ­φο­ρο χῶ­μα οἱ σπό­ροι ἔ­δι­ναν λου­λού­δια καὶ χορ­τά­ρια, ὅ­μως στὶς πέ­τρες καὶ στὸν πη­λὸ πέ­θαι­ναν.

       Μιὰ φο­ρὰ ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸν ἀ­έ­ρα ἕ­νας μι­κρὸς σπό­ρος, βρί­σκον­τας προ­στα­σί­α μέ­σα σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ λάκ­κο, ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες καὶ τὸν πη­λό.

       Τὸ σπο­ρά­κι αὐ­τὸ βα­σα­νί­στη­κε γιὰ πο­λύ, κι ἔ­πει­τα μού­σκε­ψε μέ­σα στὴν πά­χνη, ἄ­νοι­ξε στὰ δύ­ο, ἀ­φέ­θη­καν ἀ­πὸ μέ­σα του λε­πτὲς τρι­χοῦ­λες ἀ­πὸ ρί­ζες, καὶ μ΄ αὐ­τὲς τρύ­πη­σε τὴν πέ­τρα καὶ τὸν πη­λὸ καὶ ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­να­πτύσ­σε­ται.

       Ἔ­τσι ἄρ­χι­σε νὰ ζεῖ στὸν κό­σμο τὸ μι­κρὸ ἐ­κεῖ­νο λου­λού­δι. Δὲν εἶ­χε τί­πο­τα γιὰ νὰ τρα­φεῖ στὶς πέ­τρες καὶ στὸν πη­λό. Οἱ στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς, ποὺ ἔ­πε­φταν ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό, ἔ­φτα­ναν στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἐ­δά­φους, δί­χως νὰ εἰ­σχω­ρή­σουν μέ­χρι τὶς ρί­ζες του, ὅ­μως τὸ λου­λού­δι ζοῦ­σε καὶ με­γά­λω­νε καὶ γι­νό­ταν σι­γὰ-σι­γὰ ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ ψη­λό. Τὸ λου­λου­δά­κι ὕ­ψω­νε τὰ φύλ­λα του ἐ­νάν­τια στὸν ἄ­νε­μο, καὶ ὁ ἄ­νε­μος κό­πα­ζε δί­πλα του. Ἀ­πὸ τὸν ἄ­νε­μο ἔ­πε­φταν στὸν πη­λὸ κόκ­κοι σκό­νης, κου­βα­λη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸ φύ­ση­μά του, μα­ζὶ μὲ εὔ­φο­ρο, μαῦ­ρο χῶ­μα. Σ’ ἐ­κεί­νους τοὺς κόκ­κους σκό­νης ὑ­πῆρ­χε τρο­φὴ γιὰ τὸ λου­λού­δι, ὡ­στό­σο οἱ κόκ­κοι ἦ­ταν ξε­ροί. Τὸ λου­λού­δι, γιὰ νὰ τοὺς μου­σκέ­ψει, ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι ὅ­λη τὴ νύ­χτα στὴ δρο­σιὰ καὶ τὴ μά­ζευε, στα­γό­να-στα­γό­να, στὰ φύλ­λα του. Καὶ ὅ­ταν τὰ φύλ­λα βά­ραι­ναν ἀ­πὸ τὴ δρο­σιά, τὸ λου­λού­δι τὰ χα­μή­λω­νε καὶ ἡ δρο­σιὰ ἔ­πε­φτε κά­τω, νο­τί­ζον­τας τοὺς μαύ­ρους κόκ­κους τῆς σκό­νης, τοὺς φερ­μέ­νους ἀ­πὸ τὸν ἄ­νε­μο, δι­α­βρώ­νον­τας μα­ζὶ καὶ τὸν ἀ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό.

       Τὴν ἡ­μέ­ρα τὸ λου­λού­δι ἔ­στη­νε ἐ­νέ­δρα στὸν ἄ­νε­μο καὶ τὸ βρά­δυ στὴ δρο­σιά. Μο­χθοῦ­σε νυ­χθη­με­ρὸν γιὰ νὰ ζή­σει καὶ νὰ μὴν πε­θά­νει. Ἀ­νά­στη­σε με­γά­λα τα φύλ­λα του, ὥ­στε νὰ μπο­ροῦν νὰ συγ­κρα­τοῦν τὸν ἄ­νε­μο καὶ νὰ συλ­λέ­γουν τὴ δρο­σιά. Ὅ­μως ἦ­ταν δύ­σκο­λο γιὰ τὸ λου­λού­δι νὰ τρέ­φε­ται μό­νο ἀ­πὸ τοὺς κόκ­κους τῆς σκό­νης, ποὺ ἔ­πε­φταν μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ἀ­νέ­μου, κι ἀ­κό­μα νὰ μα­ζεύ­ει γι’ αὐ­τοὺς τὴ δρο­σιά. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἔ­πρε­πε νὰ ζή­σει, καὶ ὑ­περ­νι­κοῦ­σε μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ὑ­πο­μο­νῆς τὸν πό­νο του ἀ­πὸ τὴν πεί­να καὶ τὴν κού­ρα­ση. Τὸ λου­λού­δι μό­νο μιὰ φο­ρὰ στὴ διά­ρκεια τοῦ εἰ­κο­σι­τε­τρα­ώ­ρου χαι­ρό­ταν: ὅ­ταν ἡ πρώ­τη ἀ­κτί­να τοῦ πρω­ι­νοῦ ἥ­λιου ἄγ­γι­ζε τὰ ἀ­πο­κα­μω­μέ­να φύλ­λα του.

       Ἐ­ὰν ὅ­μως ὁ ἄ­νε­μος ἔ­κα­νε πο­λὺ και­ρὸ νὰ ἐ­πι­σκε­φθεῖ τὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο, τό­τε τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι αἰ­σθα­νό­ταν ἄ­σχη­μα, καὶ δὲν τοῦ ἀρ­κοῦ­σαν οἱ δυ­νά­μεις του γιὰ νὰ ζή­σει καὶ νὰ με­γα­λώ­σει.

       Ὅ­μως τὸ λου­λού­δι δὲν ἤ­θε­λε νὰ ζεῖ μέ­σα στὴ λύ­πη. Γι’ αὐ­τό, ὅ­ταν τὰ πράγ­μα­τα γιὰ ‘κεῖ­νο γί­νον­ταν ὁ­λό­τε­λα θλι­βε­ρά, λα­γο­κοι­μό­ταν. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, πά­σχι­ζε συ­νε­χῶς ν’ ἀ­να­πτυ­χθεῖ, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν οἱ ρί­ζες του τρα­γά­νι­ζαν τὶς γυ­μνὲς πέ­τρες καὶ τὸν ξε­ρὸ πη­λό. Ὅ­ταν συ­νέ­βαι­νε αὐ­τό, τὰ φύλ­λα του δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τρα­φοῦν κα­νο­νι­κὰ καὶ κι­τρί­νι­ζαν: ἕ­να νευ­ρά­κι τους γι­νό­ταν μπλά­βο, ἕ­να ἄλ­λο κόκ­κι­νο, κά­ποι­ο τρί­το ἔ­παιρ­νε ἕ­να γα­λά­ζιο ἢ χρυ­σα­φὶ χρῶ­μα. Κι ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­πει­δὴ ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ λου­λού­δι ἡ τρο­φή, καὶ τὸ μαρ­τύ­ριό του ἐκ­δη­λω­νό­ταν στὰ φύλ­λα μὲ δι­ά­φο­ρα χρώ­μα­τα. Τὸ ἴ­διο τὸ λου­λού­δι, ὡ­στό­σο, δὲν τὸ γνώ­ρι­ζε αὐ­τό: βλέ­πε­τε, ἦ­ταν τυ­φλὸ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του· νὰ δεῖ πῶς στ’ ἀ­λή­θεια ἦ­ταν.

       Στὰ μέ­σα τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἡ στε­φά­νη τοῦ λου­λου­διοῦ ἄν­θι­σε. Μέ­χρι τό­τε ἔ­μοια­ζε μὲ χορ­τα­ρά­κι, ἐ­νῶ τώ­ρα εἶ­χε γί­νει πραγ­μα­τι­κὸ λου­λού­δι. Ἡ στε­φά­νη ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ πέ­τα­λα ποὺ εἶ­χαν ἕ­να ἁ­πλό, φω­τει­νὸ χρῶ­μα, δια­υγὲς καὶ ἔν­το­νο, ὅ­πως τὸ χρῶ­μα ἑ­νὸς ἀ­στε­ριοῦ. Καί, ὅ­πως ἕ­να ἀ­στέ­ρι, τὸ λου­λού­δι λαμ­πύ­ρι­ζε μὲ ζω­η­ρὴ φλό­γα καὶ ἦ­ταν ὁ­ρα­τὸ ἀ­κό­μα καὶ στὴ σκο­τει­νὴ νύ­χτα. Ὅ­ταν ὁ ἄ­νε­μος ἐρ­χό­ταν στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο, ἄγ­γι­ζε πάν­το­τε τὸ λου­λού­δι καὶ ἔ­παιρ­νε μα­ζί του τὸ ἄ­ρω­μά του.

       Καὶ νά ποὺ ἕ­να πρω­ι­νὸ ἔ­φτα­σε δί­πλα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ οἰ­κό­πε­δο ἕ­να κο­ρι­τσά­κι, ἡ Ντά­σα. Ζοῦ­σε μὲ τὶς φι­λε­νά­δες της στὴν κα­τα­σκή­νω­ση τῶν πι­ο­νιέ­ρων, καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ὶ ξύ­πνη­σε ἔ­χον­τας ἐ­πι­θυ­μή­σει τὴ μη­τέ­ρα της. Τῆς εἶ­χε γρά­ψει ἕ­να γράμ­μα καὶ τὸ πή­γαι­νε στὸν σταθ­μό, γιὰ νὰ φύ­γει ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ γρή­γο­ρα. Στὸν δρό­μο ἡ Ντά­σα φι­λοῦ­σε τὸν φά­κε­λο μὲ τὸ γράμ­μα καὶ τὸν ζή­λευ­ε ποὺ αὐ­τὸς θὰ ἔ­βλε­πε τὴ μη­τέ­ρα της νω­ρί­τε­ρα ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­κεί­νη.

       Στὴν ἄ­κρη τοῦ ἔ­ρη­μου οἰ­κο­πέ­δου ἡ Ντά­σα αἰ­σθάν­θη­κε μιὰν εὐ­ω­διά. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ ὁ­λό­γυ­ρα. Κα­νέ­να λου­λού­δι δὲν ὑ­πῆρ­χε κον­τά, μό­νο λί­γο χορ­τα­ρά­κι εἶ­χε φυ­τρώ­σει στὸ μο­νο­πά­τι καὶ τὸ οἰ­κό­πε­δο ἦ­ταν τε­λεί­ως γυ­μνό. Ὅ­μως ὁ ἀ­έ­ρας ἔ­πνε­ε ἀ­πὸ τὸ οἰ­κό­πε­δο με­τα­φέ­ρον­τας ἀ­πὸ ‘κεῖ μιὰν ἀ­νά­λα­φρη μυ­ρω­διά, σὰν φω­νὴ ποὺ προ­σκα­λοῦ­σε, τὴ φω­νὴ μιᾶς ἄ­ση­μης καὶ ἄ­γνω­στης ζω­ῆς. Ἡ Ντά­σα θυ­μή­θη­κε ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, ποὺ τῆς εἶ­χε δι­η­γη­θεῖ ἐ­δῶ καὶ και­ρὸ ἡ μη­τέ­ρα της. Τῆς εἶ­χε μι­λή­σει γιὰ ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο, ποὺ συ­νε­χῶς θλι­βό­ταν γιὰ τὴ μη­τέ­ρα του, ὅ­μως δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλά­ψει καὶ μό­νο μὲ τὴν εὐ­ω­διὰ περ­νοῦ­σε ἡ θλί­ψη του. «Ἴ­σως ἐ­κεῖ­νο τὸ λου­λού­δι νὰ ἐ­πι­θυ­μεῖ στὸ πα­ρα­μύ­θι τὴ μη­τέ­ρα του, ὅ­πως ἐ­γώ», σκέ­φτη­κε ἡ Ντά­σα.

       Πῆ­γε στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο καὶ ἀν­τί­κρι­σε, κον­τὰ σὲ μιὰ πέ­τρα, ἐ­κεῖ­νο τὸ λου­λου­δά­κι. Ἡ Ντά­σα πο­τὲ ὣς τώ­ρα δὲν εἶ­χε δεῖ πα­ρό­μοι­ο λου­λού­δι – οὔ­τε σὲ χω­ρά­φι, οὔ­τε στὸ δά­σος, οὔ­τε στὶς εἰ­κό­νες τῶν βι­βλί­ων, οὔ­τε στὸν Βο­τα­νι­κὸ Κῆ­πο, που­θε­νά. Κά­θι­σε στὸ χῶ­μα, δί­πλα στὸ λου­λού­δι, καὶ τὸ ρώ­τη­σε:

       — Για­τί εἶ­σαι ἔ­τσι;

       — Δὲν ξέ­ρω, ἀ­πάν­τη­σε τὸ λου­λού­δι.

       — Καὶ για­τί δὲν μοιά­ζεις μὲ τ’ ἄλ­λα λου­λού­δια;

       Τὸ λου­λού­δι καὶ πά­λι δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ πεῖ. Ὅ­μως ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἄ­κου­γε ἀ­πὸ τό­σο κον­τὰ τὴ φω­νὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που, ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος τὸ κοι­τοῦ­σε, καὶ γι’ αὐ­τὸ δὲν ἤ­θε­λε νὰ προ­σβά­λει τὴν Ντά­σα μὲ τὴ σι­ω­πή του.

       — Δι­ό­τι περ­νά­ω δύ­σκο­λα, ἀ­πάν­τη­σε τὸ λου­λού­δι.

       — Καὶ πῶς σὲ λέ­νε; ρώ­τη­σε ἡ Ντά­σα.

       — Κα­νεὶς δὲν μὲ φω­νά­ζει μὲ κά­ποι­ο ὄ­νο­μα, εἶ­πε τὸ λου­λου­δά­κι, ζῶ μο­νά­χο μου.

       Ἡ Ντά­σα κοί­τα­ξε ὁ­λό­γυ­ρά το ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο.

       — Ἐ­δῶ ἔ­χει πέ­τρες, ἐ­δῶ ἔ­χει πη­λό! εἶ­πε. – Πῶς καὶ ζεῖς μο­να­χό σου, πῶς φύ­τρω­σες μέ­σα ἀ­πὸ τὸν πη­λὸ καὶ δὲν πέ­θα­νες, ἔ­τσι μι­κρὸ ποὺ εἶ­σαι;

       — Δὲν ξέ­ρω, ἀ­πάν­τη­σε τὸ λου­λού­δι.

       Ἡ Ντά­σα ἔ­σκυ­ψε στὸ λου­λού­δι καὶ τὸ φί­λη­σε στὸ φεγ­γε­ρό του κε­φα­λά­κι.

       Τὴν ἑ­πο­μέ­νη, ὅ­λοι οἱ πι­ο­νιέ­ροι ἦρ­θαν νὰ ἐ­πι­σκε­φθοῦν τὸ λου­λου­δά­κι. Τοὺς εἶ­χε φέ­ρει ἡ Ντά­σα. Πο­λὺ πρὶν φτά­σουν στὸ οἰ­κό­πε­δο, τοὺς πρό­στα­ξε νὰ πά­ρουν μιὰν εἰ­σπνο­ὴ καὶ τοὺς εἶ­πε:

       —Ἀ­κοῦ­τε πό­σο ὄ­μορ­φα μυ­ρί­ζει;* Ἔ­τσι ἀ­να­σαί­νει αὐ­τό.

       Οἱ πι­ο­νι­έ­ροι στέ­κον­ταν γιὰ πο­λὺ ὥ­ρα γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λου­λου­δά­κι καὶ τὸ κα­μά­ρω­ναν, σὰν νά ’­ταν ἥ­ρω­ας. Ἔ­πει­τα, ἔ­φε­ραν ἕ­να γύ­ρο ὅ­λο το ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο, τὸ μέ­τρη­σαν μὲ τὰ βή­μα­τά τους καὶ ὑ­πο­λό­γι­σαν πό­σα κα­ρό­τσια κο­πριὰ καὶ τέ­φρα ἔ­πρε­πε νὰ φέ­ρουν γιὰ νὰ λι­πά­νουν τὸν ἀ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό.

       Ἤ­θε­λαν νὰ γί­νει τὸ χῶ­μα στὸ οἰ­κό­πε­δο γό­νι­μο. Τό­τε καὶ τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι, μὲ τὸ ἄ­γνω­στο ὄ­νο­μα, θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­παυ­θεῖ, καὶ ἀ­πὸ τοὺς σπό­ρους του θὰ με­γά­λω­ναν, δί­χως νὰ χα­θοῦν, πα­νέ­μορ­φα παι­διά, τὰ πιὸ κα­λὰ λου­λού­δια, ποὺ θὰ ἔ­λαμ­παν ἀ­πὸ φῶς καὶ ποὺ ὅ­μοι­ά τους δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χαν που­θε­νά.

       Ἐ­πὶ τέσ­σε­ρις ἡ­μέ­ρες δού­λευ­αν οἱ πι­ο­νι­έ­ροι, λι­παί­νον­τας τὸ χῶ­μα στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο. Ἔ­πει­τα, μό­λις τε­λεί­ω­σαν, ξε­κί­νη­σαν τὸ τα­ξί­δι τους γιὰ ἄλ­λους ἀ­γρούς, γιὰ ἄλ­λα δά­ση, καὶ πλέ­ον στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο δὲν ξα­να­φά­νη­καν.

       Μό­νο ἡ Ντά­σα ἦρ­θε μιὰ φο­ρά, γιὰ ν’ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σει τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι. Τὸ κα­λο­καί­ρι ἔ­φτα­νε ἤ­δη πρὸς τὸ τέ­λος του καὶ οἱ πι­ο­νι­έ­ροι ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­να­χω­ρή­σουν γιὰ τὰ σπί­τια τους. Ὅ­πως καὶ ἔ­γι­νε.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο κα­λο­καί­ρι ἡ Ντά­σα ἦρ­θε πά­λι στὴν ἴ­δια κα­τα­σκή­νω­ση τῶν πι­ο­νι­έ­ρων. Κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τοῦ μα­κροῦ χει­μώ­να, θυ­μό­ταν τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι μὲ τὸ ἄ­γνω­στο ὄ­νο­μα. Καὶ πῆ­γε ἀ­μέ­σως στὸ οἰ­κό­πε­δο νὰ τὸ ἐ­πι­σκε­φθεῖ.

       Ἡ Ντά­σα εἶ­δε ὅ­τι τὸ οἰ­κό­πε­δο εἶ­χε τώ­ρα ἀλ­λά­ξει: τώ­ρα ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μὲ χορ­τά­ρι καὶ λου­λού­δια, κι ἀ­πὸ πά­νω του πε­τοῦ­σαν που­λιὰ καὶ πε­τα­λοῦ­δες. Ἀ­πὸ τὰ λου­λού­δια ἀ­να­δι­δό­ταν μιὰ εὐ­ω­διά, ὅ­μοι­α μ’ ἐ­κεί­νη τοῦ μι­κροῦ λου­λου­διοῦ-βι­ο­πα­λαι­στῆ.

       Ὡ­στό­σο, τὸ περ­σι­νὸ λου­λού­δι, αὐ­τὸ ποὺ ζοῦ­σε ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες καὶ στὸν πη­λό, δὲν ὑ­πῆρ­χε πιά. Πέ­θα­νε μᾶλ­λον τὸ πε­ρα­σμέ­νο φθι­νό­πω­ρο. Τὰ και­νούρ­για λου­λού­δια ἦ­ταν ἐ­πί­σης ὄ­μορ­φα, λι­γό­τε­ρο ὄ­μορ­φα ὅ­μως ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­κεῖ­νο, τὸ πρῶ­το λου­λού­δι. Ἡ Ντά­σα ἔ­πε­σε σὲ θλί­ψη, ἐ­πει­δὴ δὲν ὑ­πῆρ­χε πλέ­ον τὸ ἀλ­λο­τι­νὸ λου­λού­δι. Ἐ­νῶ εἶ­χε πά­ρει τὸν δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, ξαφ­νι­κὰ στα­μά­τη­σε. Ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ πέ­τρες, φύ­τρω­νε στρι­μωγ­μέ­νο ἕ­να νέ­ο λου­λού­δι – ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λιό, μό­νο ἐ­λα­φρῶς κα­λύ­τε­ρο καὶ ἀ­κό­μα πιὸ ὄ­μορ­φο. Τὸ λου­λού­δι τοῦ­το με­γά­λω­νε ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες, ποὺ τοῦ δυ­σκό­λευ­αν τὴ ζω­ή. Ἦ­ταν ζω­η­ρὸ καὶ καρ­τε­ρι­κό, ὅ­πως ὁ πα­τέ­ρας του, καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο δυ­να­τὸ ἀ­π’ τὸν πα­τέ­ρα του, ἐ­πει­δὴ ζοῦ­σε στὶς πέ­τρες.

       Στὴν Ντά­σα φά­νη­κε ὅ­τι τὸ λου­λού­δι τεν­τω­νό­ταν πρὸς τὸ μέ­ρος της, ὅ­τι τὴν κα­λοῦ­σε κον­τά του μὲ τὴ σι­ω­πη­λὴ φω­νὴ τῆς εὐ­ω­διᾶς του.

 

              1950

  

 * Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Ἐ­δῶ ὁ Πλα­τό­νωφ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴν ἔκ­φρα­ση ποὺ ἀ­παν­τᾶ στὴν Κρή­τη καὶ σὲ ὁ­ρι­σμέ­να ἄλ­λα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α τὴ μυ­ρω­διὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τὴν ἀ­κού­σει.

 

 

Πη­γή: Некоммерческая электронная библиотека «I­m­W­e­r­d­en».

 

 Ἀν­τρέ­ι Πλα­τό­νωφ (Андрей Платонов) (Βο­ρό­νι­εζ, 28 Αὐ­γού­στου 1899 – Μό­σχα, 5 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1951). Ρῶ­σος καὶ Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον πρω­τό­τυ­πους σὲ ὕ­φος καὶ γλώσ­σα λο­γο­τέ­χνες κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ πρώ­του μι­σοῦ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Τὸ πραγ­μα­τι­κό του ὄ­νο­μα ἦ­ταν Ἀν­τρέ­ι Πλα­τό­νο­βιτς Κλι­μιέν­τωφ. Ἀ­πὸ τὰ πιὸ γνω­στά του ἔρ­γα εἶ­ναι τὸ «Τσε­βεν­γκούρ» καὶ ὁ «Λάκ­κος». Τὸ λο­γο­τε­χνι­κό του ἰ­δί­ω­μα, ἕ­νας συν­δυα­σμὸς χρι­στι­α­νι­κοῦ συμ­βο­λι­σμοῦ, γλώσ­σας τῶν χω­ρι­κῶν, φι­λο­σο­φι­κοῦ λό­γου καὶ πο­λι­τι­κῆς ὁ­ρο­λο­γί­ας, δη­μι­ουρ­γεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­κα­τα­νό­η­του καί, συ­νο­δευ­ό­με­νο ἀ­πὸ τὴ χρή­ση φαν­τα­στι­κῶν στοι­χεί­ων στὴ συγ­γρα­φι­κὴ πλο­κή, μοιά­ζει σχε­δὸν ἀ­με­τά­φρα­στο σὲ ἄλ­λη γλώσ­σα. Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, οἱ με­τα­φρα­στὲς τοῦ Πλα­τό­νωφ ἀ­πο­λο­γοῦν­ται συ­νή­θως καὶ ζη­τοῦν συγ­γνώ­μη στὶς εἰ­σα­γω­γὲς τῶν με­τα­φρά­σε­ών τους, ἕ­νε­κα τοῦ πα­ρά­ξε­νου τρό­που ποὺ μοιά­ζει νὰ ἀ­πο­δί­δε­ται τὸ ρω­σι­κὸ πρω­τό­τυ­πο στὴ γλώσ­σα-στό­χο. Τὴ γλώσ­σα τοῦ Πλα­τό­νωφ, ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, θε­ω­ρεῖ­ται μο­να­δι­κὴ στὴ ρω­σι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­χουν γρα­φτεῖ ἀ­κό­μα καὶ μα­θη­μα­τι­κὲς πραγ­μα­τεῖ­ες, τὴν παί­νε­σαν, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὁ Μπρόν­τσκι καὶ ὁ Σολ­ζε­νί­τσιν. Σύμ­φω­να μὲ μαρ­τυ­ρί­ες τῆς γυ­ναί­κας τοῦ Πλα­τό­νωφ, τὸ «Ἄ­γνω­στο λου­λού­δι» γρά­φτη­κε τὸ 1950, ἕ­ναν χρό­νο πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του ἀ­πὸ φυ­μα­τί­ω­ση, ὅ­ταν ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἦ­ταν ἤ­δη ἄρ­ρω­στος. Γί­νε­ται εὔ­κο­λα κα­τα­νο­η­τό, ἂν λη­φθοῦν μά­λι­στα ὑ­πό­ψη οἱ πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κὲς συν­θῆ­κες καὶ ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς πε­ρί­γυ­ρος μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο δη­μι­ούρ­γη­σε γε­νι­κό­τε­ρα ὁ Πλα­τό­νωφ, ὅ­τι τὸ «Ἄ­γνω­στο λου­λού­δι» ξε­περ­νᾶ τὰ ὅ­ρια τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ. Ὁ Πλα­τό­νωφ, ὅ­πως πολ­λοὶ ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς τῆς ἐ­πο­χῆς του, ἔ­ζη­σε μιὰ τρα­γι­κὴ ζω­ή, μπαί­νον­τας στὸ στό­χα­στρο τῶν Μυ­στι­κῶν Ὑ­πη­ρε­σι­ῶν τοῦ Στά­λιν (σύλ­λη­ψη καὶ ἐ­ξο­ρί­α τοῦ γιοῦ του, ἄρ­νη­ση δη­μο­σί­ευ­σης τῶν ἔρ­γων του, χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς τοῦ ἰ­δί­ου ὡς ἀν­τε­πα­να­στά­τη κ.λπ.­). Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, ὁ ἱ­στο­ρι­κο­κοι­νω­νι­κὸς πε­ρί­γυ­ρος δύ­να­ται, ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως, νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει τὸ προ­σφο­ρό­τε­ρο πε­δί­ο ἀ­νά­λυ­σης σὲ σχέ­ση μὲ τὸ ἔρ­γο του. Θὰ ἦ­ταν ὡ­στό­σο λά­θος ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀ­νά­λυ­ση νὰ πε­ρι­ο­ρι­στεῖ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μέ­σα σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο πλαί­σιο. Ὁ σχο­λια­σμὸς τοῦ Μπρόν­τσκι ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός: «Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με σο­βα­ρὰ γιὰ τὸν Πλα­τό­νωφ στὰ πλαί­σια τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ πε­ρί­γυ­ρου, εἶ­ναι ὅ­τι ἔ­γρα­ψε στὴ γλώσ­σα τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης οὐ­το­πί­ας (οἰ­κο­δό­μη­ση τοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ στὴ Ρω­σί­α), στὴ γλώσ­σα τῆς ἐ­πο­χῆς του· κα­μιὰ ἄλ­λη μορ­φὴ τοῦ Εἶ­ναι δὲν κα­θο­ρί­ζει τὴ συ­νεί­δη­ση μὲ τὸν τρό­πο ποὺ τὸ κά­νει ἡ γλώσ­σα. Ἀλ­λά, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν πλει­ο­νό­τη­τα τῶν συγ­χρό­νων του, τοῦ Μπάμ­πελ, τοῦ Πιλ­νιάκ, τοῦ Ὀ­λέ­σια, τοῦ Ζα­μιά­τιν, τοῦ Μπουλ­γκά­κωφ, τοῦ Ζό­σεν­κο, οἱ ὁποῖοι ἀσχολήθηκαν, ἄλλος περισσότερο καὶ ἄλλος λιγότερο, μὲ τὴν στυλιστικὴ γαστρονομία, δηλαδὴ ἔπαιζαν μὲ τὴ γλώσσα ὁ καθένας τὸ δικό του παιχνίδι (πράγμα ποὺ ἐντέλει εἶναι ἡ φόρμα τοῦ σκιτσογραφήματος), ὁ Πλατόνωφ ὑποτάχθηκε στὴ γλώσσα τῆς ἐποχῆς του, διακρίνοντας σ’ αὐτὴν ἐκείνη τὴν ἄβυσσο τὴν ὁποία, ἀφοῦ κοίταξε μία καὶ μοναδικὴ φορά, δὲν μπόρεσε ποτὲ στὴ συνέχεια νὰ ξαναγυρίσει στὴ λογοτεχνικὴ ἐπιφάνεια καὶ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν πονηρὴ πλοκή, τὶς ἐξεζητημένες τυπογραφικὲς φόρμες καὶ τὶς στυλιστικὲς περιπλοκές.»

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Ἀλεξέι Ν. Τολστόι (Алексей Н. Толстой): Ἡ πυρκαγιά

 

 

Ἀλεξέι Ν. Τολστόι (Алексей Н. Толстой)

 

Ἡ πυρ­κα­γιά

(Пожар)

 

ΤΟ ΒΑΘΟΣ Η ΝΥΧΤΑ ἁ­πλώ­νε­ται ἀρ­γὰ καὶ τὸν οὐ­ρα­νὸ κα­τα­λαμ­βά­νει μιὰ βα­θυ­κόκ­κι­νη ἀν­ταύ­γεια.

Ἡ ἀ­πέ­ραν­τη πό­λη φλέ­γε­ται.

       Τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν καὶ τῶν ψη­λῶν κτη­ρί­ων μαυ­ρί­ζουν· πί­σω τους μαί­νε­ται ἡ κι­τρι­νό­λευ­κη θά­λασ­σα τῆς φω­τιᾶς. Ποῦ καὶ ποῦ ὑ­ψώ­νον­ται μέ­χρι τὸν οὐ­ρα­νὸ ἐ­κτυ­φλω­τι­κὲς γλῶσ­σες. Ὁ οὐ­ρα­νὸς πλημ­μυ­ρί­ζει ἀρ­γὰ στὸ αἷ­μα. Ἀ­να­το­λι­κά, τὸ φω­τει­νὸ σύν­νε­φο τοῦ κα­πνοῦ ἁ­πλώ­νε­ται σὰν μιὰ θα­νά­σι­μη λω­ρί­δα καὶ φαί­νε­ται ὅ­τι ἡ πα­ρά­φο­ρη φλό­γα, ἔ­χον­τας σπά­σει τὰ δε­σμά της, γλί­στρη­σε ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος, σκο­τεί­νια­σε καὶ τέρ­πε­ται ἤ­ρε­μα μὲ τὴν εἰ­κό­να τῆς ἄ­λι­κης ὀρ­γῆς.

       Τὸ πλα­τὺ πο­τά­μι πλημ­μύ­ρι­σε στὸ αἷ­μα καὶ τὰ κύ­μα­τα κο­κά­λω­σαν τρο­μαγ­μέ­να, χα­ϊ­δεύ­ον­τας δι­στα­κτι­κὰ τὴ σκο­τει­νὴ ὄ­χθη.

       Οἱ ἀ­σά­λευ­τες μα­οῦ­νες καὶ τὰ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­να πο­τα­μό­πλοι­α ξε­ρο­ψή­νον­ταν μὲ μιὰ κοκ­κι­νό­μαυ­ρη λάμ­ψη, οἱ φαρ­δι­ὲς σχε­δί­ες στα­μα­τοῦ­σαν μὲ φρί­κη στὴ μέ­ση τοῦ πο­τα­μοῦ, ἐ­νῶ οἱ μι­κρὲς φλό­γες κι­τρί­νι­ζαν, σπιν­θη­ρί­ζον­τας μὲ πα­ρά­πο­νο πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἄ­λι­κο νε­ρό.

       Μιὰ φω­τει­νή, γα­λά­ζια σε­λή­νη χύ­νει ἤ­ρε­μα ἀ­πὸ ψη­λὰ τὶς ψυ­χρές της ἀ­κτί­νες στὴν πα­ρά­φρο­να γῆ. Πρὸς τὸ μέ­ρος της πε­τοῦν σύν­νε­φα, μὲ ζω­η­ρὰ ρό­δι­να χρώ­μα­τα ἀ­πὸ τὴ φρί­κη καὶ τὴν ὀρ­γή. Ἔ­χον­τας δι­α­τρέ­ξει τὴν ἀ­πό­στα­ση, τὰ σύν­νε­φα χλο­μιά­ζουν καί, ἀ­ση­μέ­νια καὶ εὔ­θραυ­στα, ἀ­δι­ά­φο­ρα, πε­τοῦν γα­λή­νια πρὸς τὸν σκο­τει­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα, ὅ­που σι­ω­πη­λὰ λαμ­πυ­ρί­ζουν τ’ ἄ­στρα…

       Γύ­ρω μας ἡ ἥ­συ­χη νύ­χτα. Τὰ δέν­τρα κοι­μοῦν­ται πλημ­μυ­ρι­σμέ­να σ’ ἕ­να μπλὲ φῶς, ἐ­νῶ οἱ πυ­κνὲς σκι­ὲς καὶ τὰ νυ­χτε­ρι­νὰ λου­λού­δια ἀ­να­σαί­νουν γλυ­κά.

       Αὐ­τὴ στέ­κε­ται λευ­κὴ καὶ λυ­γε­ρή, ἀ­κουμ­πών­τας τὰ τρε­μά­με­να χέ­ρια της τὸ στῆ­θος, ἐ­νῶ στὰ τρο­μαγ­μέ­να, πα­νέ­μορ­φα μά­τια της δι­α­κρί­νον­ται οἱ ἀν­τα­να­κλά­σεις τῆς μα­κρι­νῆς πυρ­κα­γιᾶς.

 

   Δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1900

  

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος ВАВИЛОН: Современная малая проза-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἱ­στό­το­πος ΒΑΒΥΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Ἀ­λε­ξέ­ι Νι­κο­λά­γι­ε­βιτς Τολ­στό­ι (Алексей Николаевич Толстой)(Νι­κο­λά­γιεφσκ, Κυ­βερ­νεῖ­ο Σα­ρά­τωφ, 1882-Μό­σχα, 1945). Ρῶ­σος καὶ Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Εἰ­δι­κεύ­θη­κε στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, στὰ ἱ­στο­ρι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ στὴν πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κὴ ἐ­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φί­α. Ἔν­θερ­μος ὑ­πο­στη­ρι­κτὴς τοῦ κα­θε­στῶ­τος τοῦ Στά­λιν. Ἔ­γι­νε πο­λὺ γνω­στὸς ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο του «Τὸ χρυ­σὸ κλει­δά­κι ἢ οἱ Πε­ρι­πέ­τει­ες τοῦ Μπου­ρα­τί­νο».

 

Με­τά­φρα­ση ἀπό τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Άθήνα, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ (ἐκδ. Ἴν­δι­κτος, Ἀθήνα, 2007).