Λιουντμίλα Πετρουσέφσκαγια (Людмила Петрушевская): Σοπὲν καὶ Μέντελσον


Petrousefskagia,Loudmila-SopenKaiMentelson-Eikona-03


Λιουντμίλα Πετρουσέφσκαγια (Людмила Петрушевская)


Σοπὲν καὶ Μέντελσον

(Шопен и Мендельсон)


10-Mi-605px-Barcley_custom_corsetsMΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ὅ­λο πα­ρα­πο­νι­ό­ταν, κά­θε βρά­δυ, ἔ­λε­γε, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ τοί­χου πάν­τα ἡ ἴ­δια μου­σι­κή, με­τὰ τὸ φα­γη­τὸ οἱ γέ­ροι γεί­το­νες, ὁ ἄν­τρας καὶ ἡ γυ­ναί­κα, ἴ­δια σὰν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νο δρο­μο­λό­γιο τρέ­νου πᾶ­νε στὸ πιά­νο καὶ ἡ γυ­ναί­κα παί­ζει τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια: στὴν ἀρ­χὴ κά­τι με­λαγ­χο­λι­κὸ καὶ με­τὰ ἕ­να βάλς. Κά­θε μέ­ρα τὸ ἴ­διο πα­λι­ό­πρα­μα, τα­ρα­τα­τὶ-τα­ρα­τα­τά, ἔ­λε­γε ἡ γυ­ναί­κα, ἡ γει­τό­νισ­σα τῶν γέ­ρων καὶ γε­λών­τας τὸ δι­η­γοῦν­ταν σὲ ὅ­λους τους γνω­στούς της καὶ στὴ δου­λειά της, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὴ ἡ κα­τά­στα­ση δὲν ἤ­τα­νε γιὰ γέ­λια. Ἀ­φοῦ μπο­ρεῖ νὰ σοῦ συμ­βαί­νουν δι­ά­φο­ρα, νὰ σοῦ πο­νά­ει τὸ κε­φά­λι ἢ ἁ­πλὰ νὰ θέ­λεις νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς καὶ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ κά­θε βρά­δυ νὰ βου­λώ­νεις τὰ αὐ­τιά σου βά­ζον­τας δυ­να­τὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση – καὶ στοὺς γέ­ρους ὅ­λο ἡ ἴ­δια λα­τέρ­να, αὐ­τὸ τὸ πα­λι­ό­πρα­μα, τα­ρα­τα­τὶ-τα­ρα­τα­τά.

       Αὐ­τοὶ οἱ γέ­ροι ἀ­κό­μα καὶ ἔ­ξω ἔ­βγαι­ναν πάν­τα μα­ζί, σο­βα­ρὰ καὶ εὐ­γε­νι­κὰ μὲ μι­κρὰ βή­μα­τα ἔ­φτα­ναν στὸ μα­γα­ζά­κι, καὶ αὐ­τὸ μὲ δρο­μο­λό­γιο, ἀρ­κε­τὰ νω­ρὶς τὸ πρω­ί, —τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ δυ­να­τοὶ ἐ­νή­λι­κες καὶ οἱ πι­ω­μέ­νοι βρί­σκον­ταν στὴ δου­λειὰ ἢ κοι­μόν­του­σαν— γιὰ νὰ μὴν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τοὺς πει­ρά­ξει.

       Κον­το­λο­γίς, ἡ γει­τό­νισ­σα ποὺ μὲ τὸν και­ρὸ ἤ­ξε­ρε πιὰ τὸ ρε­περ­τό­ριό τους, ρώ­τη­σε ἀρ­κε­τὰ ἄ­ξε­στα, μὲ τὸ πε­ρι­παι­κτι­κό της ὕ­φος, ὅ­ταν ἔ­πε­σε πά­νω τους (αὐ­τοὶ μό­λις βγαί­να­νε γιὰ τὸ μα­γα­ζά­κι, μὲ γι­ορ­τι­νὰ σι­δε­ρω­μέ­να ροῦ­χα, σὰν γιὰ χο­ρό, ἐ­κεί­νη μὲ τριμ­μέ­νο πα­να­μα­δά­κι, ἐ­κεῖ­νος μὲ ἄ­σπρη τρα­γιά­σκα, τὰ μα­τά­κια καὶ τῶν δύ­ο χα­ρού­με­να, τὰ χε­ρά­κια ζα­ρω­μέ­να), τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ παί­ζε­τε συ­νέ­χεια, ἄ! χαί­ρε­τε, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω, – ἐ­νῶ βα­σι­κὰ θὰ ἤ­θε­λε νὰ πεῖ «γιὰ ποιό λό­γο παί­ζε­τε συ­νέ­χεια καὶ ἐ­νο­χλεῖ­τε», ὅ­μως αὐ­τοὶ κα­τά­λα­βαν ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το, συγ­κι­νή­θη­καν, χα­μο­γέ­λα­σαν φαρ­διὰ-πλα­τειὰ μὲ τὰ λεί­α πλα­στι­κά τους δόν­τια καὶ αὐ­τὴ εἶ­πε —αὐ­τὴ τὸ εἶ­πε— ἡ γρι­ού­λα: «Ἀ­πὸ τὰ τρα­γού­δια χω­ρὶς λό­για τοῦ Μέν­τελ­σον καὶ ἕ­να βὰλς-φαν­τα­σί­α τοῦ Σο­πὲν.» (Φτοῦ σου! σκέ­φτη­κε ἡ γει­τό­νισ­σα).

       Ὅ­μως ὅ­λα στὸν κό­σμο τε­λει­ώ­νουν, καὶ ἡ μου­σι­κὴ ξαφ­νι­κὰ τε­λεί­ω­σε. Ἡ γει­τό­νισ­σα ἀ­νέ­πνε­ε ἐ­λεύ­θε­ρα, ἄρ­χι­σε νὰ τρα­γου­δά­ει καὶ νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει, αὐ­τὴ ἦ­ταν κά­τι σὰν πα­ρα­πε­τα­μέ­νη, ἦ­ταν μιὰ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νη σύ­ζυ­γος, σω­στό­τε­ρα οὔ­τε κὰν σύ­ζυ­γος, καὶ ἔ­τσι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν χω­ρι­σμὸ τῆς ἔ­μει­νε μιὰ γκαρ­σο­νι­έ­ρα, καὶ κά­ποι­ος ἄλ­λος ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ σπί­τι της, ἔ­με­νε ἐ­κεῖ, κάρ­φω­σε ἕ­να ρά­φι στὴν κου­ζί­να, ἀ­γό­ρα­σε καὶ κά­τι γιὰ τὸν ἐ­φο­δια­σμὸ τοῦ ἀ­πο­χω­ρη­τη­ρί­ου σὰν κα­νο­νι­κὸς νοι­κο­κύ­ρης, ἦρ­θε μὲ ἕ­να συ­σκευ­α­σμέ­νο κα­πά­κι καὶ τὸ βί­δω­σε μουρ­μου­ρί­ζον­τας ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἦ­ταν χά­λια. Ὕ­στε­ρα ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ μά­να του. Καὶ τώ­ρα αὐ­τὴ ἡ μου­σι­κὴ κά­θε βρά­δυ, ἀ­πὸ τὸν πο­λὺ λε­πτό, ὅ­πως φαί­νε­ται, τοῖ­χο, αὐ­τὸ τὸ βὰλς τοῦ Σο­πὲν μὲ τὰ λά­θη πάν­τα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, πάν­τα το ἴ­διο φάλ­τσο σὰν ἕ­να πα­λι­ω­μέ­νο γραμ­μό­φω­νο ποὺ κολ­λά­ει καὶ αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ σὲ τρε­λά­νει. Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἦ­ταν στὸν ἄλ­λο τοῖ­χο, καὶ ἐ­δῶ ὑ­πῆρ­χε ἕ­να ντι­βά­νι, καὶ ὡς συ­νή­θως τὸ πα­λι­ω­μέ­νο γραμ­μό­φω­νο ἦ­ταν σχε­δὸν κολ­λη­μέ­νο κά­θε βρά­δυ στὸ αὐ­τί της. Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με ἡ ἀ­κο­ὴ τῆς γει­τό­νισ­σας βελ­τι­ω­νό­ταν σὰν τῆς νυ­χτε­ρί­δας, σὰν τοῦ τυ­φλοῦ ποὺ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­νά­με­σα στὸν πά­τα­γο τῆς τη­λε­ό­ρα­σης ξε­χω­ρί­ζει αὐ­τὸν τὸν κα­τα­ρα­μέ­νο Μέν­τελ­σον καὶ τὸν Σο­πέν.       

       Κον­το­λο­γίς, ξαφ­νι­κὰ ὅ­λα τε­λεί­ω­σαν, γιὰ δυ­ὸ μέ­ρες δὲν ἀ­κου­γό­ταν μου­σι­κὴ καὶ μπο­ροῦ­σες νὰ δεῖς τη­λε­ό­ρα­ση μὲ ἠ­ρε­μί­α, νὰ τρα­γου­δή­σεις ἢ νὰ χο­ρέ­ψεις, ὅ­μως ἀ­πὸ μα­κριὰ σὰν νὰ ἔ­κλαι­γε κά­ποι­ος, σὰν νὰ τσί­ρι­ζε ἕ­να παι­δὶ ἀ­πὸ τὰ πά­νω πα­τώ­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὸ στα­μά­τη­σε. «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!», – δι­η­γοῦν­ταν με­τὰ ἡ γει­τό­νισ­σα τῶν γέ­ρων στὴ δου­λειά, ὅ­ταν ὅ­λα ξε­κα­θα­ρί­στη­καν, ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ τσί­ριγ­μα ἦ­ταν τοῦ ἄν­τρα τῆς γριᾶς πι­α­νί­στας, ὅ­τι δὲν τὴ βρή­κα­νε κά­που γε­νι­κὰ ἀλ­λὰ στὸ πά­τω­μα κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα της, φαί­νε­ται ὅ­τι αὐ­τὸς ἀ­πὸ και­ρὸ ἦ­ταν πα­ρά­λυ­τος στὸ κρε­βά­τι («καὶ ἐ­γὼ δὲν τὸ εἶ­χα κα­τα­λά­βει, κά­πο­τε τοὺς συ­ναν­τοῦ­σα, νά ‘τα­νε πα­λιά;» – συ­νέ­χι­ζε μο­νο­λο­γών­τας τὴ δι­ή­γη­σή της ἡ νε­α­ρὴ γει­τό­νισ­σα), κεί­τον­ταν πα­ρά­λυ­τος, καὶ ἡ γυ­ναί­κα του κά­θε βρά­δυ, ὅ­πως φαί­νε­ται, τοῦ ἔ­παι­ζε τὸ ρε­περ­τό­ριό της ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸ αὐ­τὶ τῆς γει­τό­νισ­σας, προ­φα­νῶς γιὰ νὰ τὸν εὐ­θυ­μή­σει, καὶ ὕ­στε­ρα αὐ­τὴ κά­πως ἔ­πε­σε, πέ­θα­νε κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι του καὶ αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ κα­τέ­βει, γιὰ τὸ τη­λέ­φω­νο μᾶλ­λον, καὶ στὸ τέ­λος γκρε­μί­στη­κε πά­νω στὴ γυ­ναί­κα του καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση, πα­ρό­λ’ αὐ­τά, κα­τά­φε­ρε νὰ τη­λε­φω­νή­σει, ἄ­νοι­ξαν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, καὶ οἱ δύ­ο δὲν ἦ­ταν πιὰ ζων­τα­νοί, ἦ­ταν γρή­γο­ρη ἡ ἔκ­βα­ση.

       «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!» – ἔ­λε­γε κα­μα­ρώ­νον­τας ἡ νε­α­ρὴ γει­τό­νισ­σα σὲ ὅ­λους συ­νέ­χεια στὸ τη­λέ­φω­νο, ἐ­νῶ θυ­μό­ταν ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο τσί­ριγ­μα ἢ κλά­μα καὶ ὑ­πο­λό­γι­ζε τὸν χρό­νο ποὺ τοῦ χρει­ά­στη­κε (τὸ βρά­δυ καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα καὶ ὅ­λη τὴν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα), γιὰ νὰ φτά­σει τὸ τη­λέ­φω­νο· γι’ αὐ­τὸ φαί­νε­ται ὅ­τι τσί­ρι­ζε ὁ γέ­ρος.

       «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!» – σκε­φτό­ταν μὲ ἀ­νη­συ­χί­α ἡ γει­τό­νισ­σα γιὰ τοὺς μελ­λον­τι­κοὺς γεί­το­νες καὶ θυ­μό­ταν ἀ­πὸ μέ­σα της μὲ ἀ­γά­πη καὶ ζή­λια τὸν Σο­πὲν καὶ τὸν Μέν­τελ­σον, – αὐ­τοὶ ἐ­δῶ ἦ­ταν ἄν­θρω­ποι μορ­φω­μέ­νοι, ἥ­συ­χοι, δε­κα­πέν­τε λε­πτὰ τὴν ἡ­μέ­ρα ἔ­κα­ναν θό­ρυ­βο καὶ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο, ποιὸς θὰ τοὺς ἀν­τι­κα­τα­στή­σει; Καὶ πέ­θα­ναν μὲ δι­α­φο­ρὰ μιᾶς μέ­ρας, ὅ­πως στὰ πα­ρα­μύ­θια, ἔ­ζη­σαν πο­λὺ καὶ πέ­θα­ναν μὲ μιὰ μέ­ρα δι­α­φο­ρὰ» – Σο­πέν, Σο­πέν, Μέν­τελ­σον σκε­φτό­ταν σα­στι­σμέ­νη μέ­σα στὴν σι­ω­πή.



[«Τραγούδια δίχως λόγια» Op. 19b No. 1, τοῦ Men­dels­shon, Book I.

Στὸ πιά­νο ὁ Da­niel Gor­tler.]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀνθολογία И.И. Яценко: Русская «нетрадиционная» проза конца ХХ века», Санкт-Пе­те­рбург, «Зла­то­уст» 2004 (Ἀντι­συμ­βα­τι­κὴ ρω­σι­κὴ πε­ζο­γρα­φία τοῦ τέ­λους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁ­γία Πε­τρού­πο­λη, ἐκ­δόσεις Ζλα­τα­ούστ 2004). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση τῆς με­τά­φρα­σης: περ. Φρέ­αρ (Δε­κέμ­βρι­ος, 2013).

Λι­ουν­τμί­λα Στε­φά­νοβ­να Πε­τρου­σέφ­σκα­για (Людмила Стефановна Пе­тру­шев­ская) (Μό­σχα 1938). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γιὰ με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα δὲν τῆς δη­μο­σί­ευ­αν ἔρ­γα. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα ἔ­χει ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα. Συ­χνὰ στὸ ἔρ­γο της ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν. Στὰ ἔρ­γα της μπο­ρεῖ νὰ συ­ναν­τή­σεις μιὰ «φυ­σι­κὴ» ρο­ὴ ἢ μιὰ «εἰ­ρω­νι­κὴ πρω­το­πο­ρί­α, λε­κτι­κὰ παι­χνί­δια… καὶ πα­ρω­δί­ες στε­ρε­ο­τύ­πων». Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα.

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά. Τὸ 2010 πῆ­ρε τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης «Ἄ­ντον Τσέ­χοφ» 2010. Ἔ­κτο­τε ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Σα­λιά­πιν Μά­σκα καὶ Ψυ­χή (2014), ἡ Νῆ­σος Σα­χα­λί­νη τοῦ Τσέ­χοφ» (2015), δι­η­γή­μα­τα στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι, Βακ­χι­κόν, Στρό­βι­λος κα­θὼς καὶ στὰ ἔν­τυ­πα Μαν­δρα­γό­ρας, Φρέ­αρ καὶ Κου­κού­τσι. Ἐ­πί­σης ἔ­χει συγ­γρά­ψει τὴ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τσέ­χοφ στὴ σει­ρὰ «Μι­κρὰ Βι­ο­γρα­φι­κά» τῶν ἐκ­δό­σε­ων Λέμ­βος 2015.


		
Advertisements

Εὐγένιος Μάϊζελ (Евгений Майзель): Ὁ θάνατος τοῦ Κωνσταντίνου


Maizel,Eygenios-OThanatosTouKonstantinou-Eikona-01


Εὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель)

 

Ὁ θά­να­τος τοῦ Κων­σταν­τί­νου

(Смерть Константина)


06-Epsilon-423px-T2JB188_-_Jungle_Book_capital_BΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς μου, περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Κόρ­κι­νο.

Ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σα κά­ποι­ον νὰ φω­νά­ζει πί­σω μου : Κώ­στα! Κώ­στα!

       Ἐφ΄ὅ­σον δὲν ἔ­νι­ω­θα ἀρ­κε­τὰ Κώ­στας, σκέ­φθη­κα, ὅ­τι θὰ ἦ­ταν φρό­νι­μο νὰ μὴ ἀ­παν­τή­σω.

       Συ­νέ­χι­σα νὰ περ­πα­τά­ω. Ὄ­μορ­φη βρα­διά, ἥ­συ­χη, ψυ­χὴ ζῶ­σα τρι­γύ­ρω. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­στη­κε κά­τι σὰν ρι­πὲς αὐ­το­μά­του, ὅ­πως στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ παι­χνί­δια. Γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι: στὴν πόρ­τα τῆς μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νης κα­λύ­βας στε­κό­ταν ἕ­να κο­ρι­τσά­κι καὶ μὲ πυ­ρο­βο­λοῦ­σε στὰ σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ ἕ­να παι­δι­κὸ του­φέ­κι μὲ τη­λε­στό­χα­στρο.

       Ἔ­πε­σα μὲ τὰ μοῦ­τρα κά­τω, στὸ χαν­τά­κι, ὅ­σο πιὸ φυ­σι­κὰ μπο­ροῦ­σα καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα μὲ τὸ ἕ­να μά­τι μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα: τί θὰ κά­νει ἄ­ρα­γε; Κι ἐ­κεῖ­νο μὲ κοί­τα­ξε ἀ­η­δι­α­σμέ­νο, σὰν νὰ πά­τη­σε σκου­λή­κι, κα­τέ­βα­σε τὸ του­φέ­κι καὶ μπῆ­κε στὴν κα­λύ­βα του.

       Ἀ­φοῦ πε­ρί­με­να εὐ­γε­νι­κὰ λί­γη ὥ­ρα, ση­κώ­θη­κα, τί­να­ξα τὰ ροῦ­χα καὶ συ­νέ­χι­σα τὸ δρό­μο μου.

       Κά­τι σὰν νὰ κό­πη­κε, ὁ Κών­στα­ντῖ­νος πέ­θα­νε μέ­σα μου ὁ­ρι­στι­κά.

       Ἔ­φτα­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σὲ μαῦ­ρο χά­λι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή О­ч­е­нь к­о­р­о­т­к­ие т­е­к­с­ты: В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. – М.: Н­ЛО, 2000. (Πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να. Προ­σπά­θεια Ἀν­θο­λό­γη­σης, Μό­σχα, Ἔκδ. ΝΛΟ, 2000).

Eugeni MaizelΕὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель) (γεν. 1973). Ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ πα­νε­πισ­τη­μί­ου τῆς Ἁ­γί­ας Πε­τρού­πο­λης, συμ­με­τεῖ­χε ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ σει­ρὰ ἀ­πὸ δι­α­δι­κτυα­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα. Τακτικὴ συνεργάτιδα τοῦ ἱστολογίου Ἱστορίες Μπονζάι.


Βιτσεσλὰφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух): Ἐγὼ καὶ ἡ περεστρόικα


 

Pietsouch,Bitseslaf-EgoKaiIPerestroika-Eikona-04

 

Βιτσεσλὰφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух)


Ἐγὼ καὶ ἡ περεστρόικα

(Я и перестройка)


10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΩΡΑ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ πῶς ἔ­πε­σε ἡ πε­ρε­στρό­ι­κα. Δὲν ἔ­πε­σε ἀ­κρι­βῶς, ἀλ­λὰ θὰ πέ­σει ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­παρ­χαι­ω­μέ­νης μορ­φῆς τῆς οἰ­κο­γέ­νειας καὶ τοῦ γά­μου ποὺ δε­σπό­ζει στὸν πραγ­μα­τι­κὸ σο­σι­α­λι­σμό. Γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, πρέ­πει νὰ σᾶς προ­ει­δο­ποι­ή­σω ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ δὲν ἔ­γι­ναν με­γά­λες δη­μι­ουρ­γί­ες, ἀ­πὸ μιὰ σα­χλα­μά­ρα ποὺ τοὺς στά­θη­κε ἐμ­πό­διο. Ἂς πά­ρου­με τὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Πέ­τρου Φιο­ν­τό­ρο­βιτς, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν πραγ­μα­το­ποί­η­σε τὴ με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κή του ἀ­πο­στο­λή, μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­χε κά­νει δη­μό­σιο κή­ρυγ­μα στὴ γυ­ναί­κα του Αἰ­κα­τε­ρί­νη(1) γιὰ τὸ φρε­νι­α­σμέ­νο ταμ­πε­ρα­μέν­το της.

       Ὅ­λο το προ­η­γού­με­νο ἔ­τος δού­λευ­α πά­νω σὲ ἕ­να σχέ­διο ρι­ζι­κῆς ἀ­να­μόρ­φω­σης πού, κα­τὰ τοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμούς μου, θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε τὴ χώ­ρα στὰ ὅ­ρια τῆς ἀ­πό­λυ­της εὐ­η­με­ρί­ας καί, τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κό, στὸ μι­κρό­τε­ρο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Αὐ­τὴ ἡ δου­λειὰ τρά­βα­γε σὲ μά­κρος. Ὑ­πο­λό­γι­ζα νὰ τὴν τε­λει­ώ­σω τὸν χει­μώ­να καὶ ναὶ μὲν τὴν τέ­λει­ω­σα τὸν χει­μώ­να, ἀλ­λὰ ὄ­χι τὸν χει­μώ­να τοῦ ἴ­διου ἔ­τους, ἐ­πει­δὴ με­τὰ τὴν Ὀ­κτω­βρια­νὴ ἐ­πέ­τει­ο μπε­κρού­λια­ζα φο­βε­ρά. Ἡ γυ­ναί­κα μου, ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, συμ­βι­βά­στη­κε ὅ­πως-ὅ­πως μὲ αὐ­τὸ τὸ συ­νε­χὲς με­θύ­σι, στὸ μέ­τρο πού, τρό­πος τοῦ λέ­γειν, ἦ­ταν προ­φα­νὲς ὅ­τι ἐ­γὼ κου­βα­λοῦ­σα ἕ­να ἀ­πάν­θρω­πο φορ­τί­ο: δου­λειὰ στὸ ἐργοστά­σιο, δου­λειὰ στὸ σπί­τι καὶ ἀ­κό­μα κά­θε εὐ­λο­γη­μέ­νο βρά­δυ νὰ πη­γαί­νω στὴν κου­ζί­να καὶ νὰ δου­λεύ­ω πά­νω σὲ αὐ­τὸ τὸ ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ σχέ­διο, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μο­χθῶ, σχε­δὸν μέ­χρι τὸ πρω­ί. Νὰ ὅ­μως ποὺ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να τὰ Σάβ­βα­τα καὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς δὲ μὲ ἀ­φή­νει νὰ πά­ω που­θε­νά, ὅ­ταν ἔ­χω πολ­λὴ ἀ­νάγ­κη νὰ χαλα­ρώ­σω ἀ­πὸ τὴν τρε­λὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα μὲ τὸν μπαλ­τὰ καὶ λέ­ει:

       — Σάβ­βα­το καὶ Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι στὸ σπί­τι!

       Ἄρ­γη­σα, ξάρ­γη­σα τε­λεί­ω­σα τὸ σχέ­διό μου. Τὴ νύ­χτα τῆς τρί­της πρὸς τὴν τε­τάρ­τη τοῦ Δε­κεμ­βρί­ου ἔ­βα­λα τὴν τε­λευ­ταί­α τε­λεί­α, το­πο­θέ­τη­σα τὸ χει­ρό­γρα­φο στὸ ντο­σι­ὲ μὲ τὶς με­τα­ξω­τὲς κορ­δέ­λες, τὸ πῆ­ρα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τὸ τα­χτά­ρι­σα γύ­ρω-γύ­ρω στὸ δω­μά­τιο, χόρ­τα­σα νὰ κοι­τά­ζω τὸν ἑ­αυ­τό μου στὸν κα­θρέ­φτη, ποι­οί εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, τὰ αὐ­το­δί­δα­κτα τα­λέν­τα, καὶ ἔ­κρυ­ψα τὸ ντο­σι­ὲ στὸ πα­τά­ρι. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ἀ­κό­μα εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι τὴ δου­λειά μου θὰ τὴν ἔ­θα­βα, για­τί πρέ­πει νὰ φαν­τα­ζό­μου­να πο­λὺ κα­λὰ τὶς κα­τα­στρο­φι­κὲς συ­νέ­πει­ες, ἂν προ­σπα­θοῦ­σα νὰ τὴν σπρώ­ξω πρὸς τὶς Ἀρ­χές, «γι’ αὐ­τὸ ἀ­κού­σα­με ἕ­να σω­ρὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α»: ἂς πά­ρου­με τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ πρώ­του μας ἀ­νε­μο­πλό­ου Κου­σμὰ Ζι­ό­μοφ, ποὺ τὸν μα­στί­γω­σαν δη­μό­σια, ὄ­χι μό­νο μιὰ φο­ρά, γιὰ τὴν ἐ­φεύ­ρε­ση τοῦ ἀ­νε­μό­πτε­ρου. Ὅ­μως οἱ πο­λι­τι­σμέ­νοι μας ἀ­πό­γο­νοι ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ ξέ­ρουν ὅ­τι τὸ γό­νι­μο ρω­σι­κὸ μυα­λὸ δὲν λα­γο­κοι­μό­ταν οὔ­τε κὰν στοὺς πιὸ σι­χα­με­ροὺς και­ρούς. Με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρι­μη σκέ­ψη ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω πε­ρί­λη­ψη τοῦ σχε­δί­ου μου καὶ νὰ τὴ στεί­λω στὰ «παι­διὰ» τοῦ ὑ­πουρ­γι­κοῦ συμ­βου­λί­ου, τὸ πι­θα­νό­τε­ρο ἀ­πὸ μα­ται­ο­δο­ξί­α, καὶ ἔ­τσι πῆ­ραν τὰ μυα­λά μου ἀ­έ­ρα.

       Θαυ­μα­στὰ τὰ ἔρ­γα σου, Κύ­ρι­ε: ἔ­στει­λα τὸ πα­κέ­το τὴ Δευ­τέ­ρα καὶ ἤ­δη τὸ Σάβ­βα­το μοῦ τη­λε­φώ­νη­σαν. Μιὰ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαι­νό­ταν νε­α­νι­κὴ μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε:

       — Τώ­ρα θὰ σᾶς μι­λή­σει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κά­τι ἄ­να­ψε μέ­σα μου τὴν πε­ρη­φά­νια καὶ εἶ­χα καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ κρα­τι­κοῦ στε­λέ­χους. Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι, ἂν μὲ αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα ὁ­λο­κλη­ρω­νό­τα­νε ἡ μοί­ρα τοῦ σχε­δί­ου μου, ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α μου θὰ εἶ­χε ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό. Φυ­σι­κά, ἐ­γὼ ἔ­κα­να ἕ­να μορ­φα­σμό, κού­νη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι μου κά­νον­τας νό­η­μα στὴ γυ­ναί­κα μου, γιὰ νὰ ση­κώ­σει τὴν πα­ράλ­λη­λη συ­σκευ­ὴ καὶ μ΄ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ὁ ἄν­τρας της κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ πα­λα­βὸς ὀ­νει­ρο­πό­λος εἶ­ναι, ἀλ­λὰ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ κρα­τι­κὸ στέ­λε­χος.

       — Χαί­ρε­τε, Ἀ­λε­ξάντρ Ἰ­βά­νιτς, – λέ­ει ξαφ­νι­κὰ ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς, — τί κά­νε­τε, πῶς εἶ­σθε;

       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τά­ω: — Ἀ­π’ ὅ,τι ξέ­ρω, ὅ­λα κα­λά.

       — Γιὰ ἐ­σᾶς δὲν εἶχα ἀ­κού­σει κά­τι νω­ρί­τε­ρα, – συ­νε­χί­ζει τὸ λόγο του ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ποῦ ἐρ­γά­ζε­σθε: στὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Ἐ­πι­στη­μῶν ἢ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τοῦ Ἀμ­πάλ­κιν;

       — Ἐ­γώ, – ἀ­παν­τά­ω: γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, εἶ­μαι πρα­κτι­κὸς ποὺ ἀ­σχο­λοῦ­μαι ἄ­με­σα στὴ βι­ο­μη­χα­νί­α.

       — Καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τά σας καὶ ὁ βαθ­μός σας ποι­οί εἶ­ναι;

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἁ­πλό: εἶ­μαι ἐρ­γά­της με­τάλ­λου ἀ­νώ­τα­της βαθ­μί­δας – νά καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τα, νά καὶ ὁ βαθ­μός μου!

       — Μὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τὲ Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νιτς, θὰ πρέ­πει νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με νὰ συ­ζη­τή­σου­με σο­βα­ρά. Οἱ ἰ­δέ­ες σας μᾶς κί­νη­σαν «ἔν­το­να» τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χουν στὸ ση­μεί­ω­μά σας, νὰ ποῦ­με, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σκο­τει­νὰ ση­μεῖ­α ποὺ χρει­ά­ζον­ται «ἀ­πο­σα­φή­νι­ση» ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α. Τί λέ­τε, εἶστε νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με, νὰ μι­λή­σου­με σο­βα­ρά;

       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τῶ καὶ κά­νω μα­τά­κι στὴ γυ­ναί­κα μου. (Μὰ ποι­ός εἶ­μαι! Ἔ­ζη­σες δέ­κα πέν­τε χρό­νια μα­ζί μου καὶ στὴν οὐ­σί­α δὲν ξέ­ρεις ποι­ός εἶ­μαι.)

       — Τό­τε, μᾶλ­λον, ἂς μὴ κα­θυ­στε­ρή­σου­με αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ – λέ­ει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ἂς συ­ναν­τη­θοῦ­με καὶ σή­με­ρα. Ἐ­μεῖς, ἐν­νο­εῖ­ται, θὰ στεί­λου­με αὐ­το­κί­νη­το νὰ σᾶς πά­ρει…

       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τά­ω.

       Με­τά, συν­δέ­ε­ται πά­λι ἡ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαί­νε­ται νε­α­νι­κὴ καὶ ἀ­να­κοι­νώ­νει: τὸ αὐ­το­κί­νη­το θὰ ἔρ­θει σὲ δε­κα­πέν­τε λε­πτά, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι δε­κα­ε­πτὰ-εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα.

       Βά­ζον­τας στὴ θέ­ση του τὸ ἀ­κου­στι­κό, ἔ­ρι­ξα χα­ρού­με­νες μα­τι­ὲς στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να καὶ ξε­κί­νη­σα νὰ ντύ­νο­μαι. Ἀλ­λὰ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να πῆ­ρε τὸν μπαλ­τά, στά­θη­κε στὴν πόρ­τα καὶ κα­τὰ τὴ συ­νή­θειά της εἶ­πε:

       — Τὸ Σάβ­βα­το καὶ τὴν Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι ἐ­δῶ!

       — Μά, εἶ­σαι μὲ τὰ κα­λά σου…! – ἀ­να­φω­νῶ, τὴ στιγ­μὴ ποὺ χώ­νω τὰ πό­δια μου στὰ και­νούρ­για τσε­χοσ­λο­βά­κι­κα μπο­τά­κια. Ἔ­χεις ἰ­δέα;… Ποιός μὲ κα­λεῖ, για­τί καὶ σὲ ποι­ό μέ­ρος; Αὐ­τὸ εἶ­ναι κρα­τι­κὴ ὑ­πό­θε­ση! Τώ­ρα φθά­νει γιὰ μέ­να μιὰ «Τσά­ι­κα»(2)… Ποῦ κολ­λά­ει τὸ Σάβ­βα­το καὶ ἡ Κυ­ρια­κή;

       — Κολ­λά­ει, – ξε­κα­θα­ρί­ζει ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, στὸ ὅ­τι καὶ τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το ποὺ εἶ­χες κρα­τι­κὲς ὑ­πο­θέ­σεις ἐμ­φα­νί­σθη­κες με­τὰ τὶς δύ­ο τὴ νύ­χτα, καὶ ἤ­σου­να καὶ στου­πί! Καὶ τὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το ἦρ­θε νὰ σὲ πά­ρει, μό­νο ποὺ δὲν ἦ­ταν «Τσά­ι­κα» ἀλ­λὰ «Πρώ­των Βο­η­θει­ῶν», – ἢ τὸ ξε­χνᾶς Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νο­βιτς ἐ­πει­δὴ ἤ­σουν σου­ρω­μέ­νος;

       Μὰ καὶ πῶς νὰ τὸ ξέ­χνα­γα, φυ­σι­κὰ καὶ δὲν τὸ ξέχασα: τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το μὲ ἔ­πι­α­σε ξαφ­νι­κὰ τό­ση με­λαγ­χο­λί­α, —αὐ­τὸ συ­νέ­βη τὸ πρω­ὶ ποὺ δι­ά­βα­σα γιὰ τὴν ἐ­περ­χό­με­νη οἰ­κο­νο­μι­κὴ κα­τάρ­ρευ­ση— πού, ἁ­μαρ­τί­α ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νη, τη­λε­φώ­νη­σα σὲ ἕ­να φί­λο ποὺ ἐρ­γά­ζε­ται στὶς «πρῶ­τες βο­ή­θει­ες» καὶ μὲ πή­ρα­νε γιὰ πι­θα­νὴ «σαλ­μο­νέ­λω­ση» ποὺ δῆ­θεν εἶ­χε πέ­σει στὸ ἐρ­γο­στά­σιό μας.

       Μὲ δυ­ὸ λό­για, μὲ κα­νέ­να τρό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ φέ­ρω ἀν­τίρ­ρη­ση στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να, για­τί τό­τε πραγ­μα­τι­κὰ ἐμ­φα­νί­στη­κα στὶς δύο τὸ πρω­ὶ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἤ­μουν στου­πί.

(1) Ἐν­νο­εῖ τὴ Με­γά­λη Αἰ­κα­τε­ρί­νη ποὺ ἀ­νέ­τρε­ψε τὸν σύ­ζυ­γό της Πέ­τρο.

(2) Πο­λυ­τε­λὲς σο­βι­ε­τι­κὸ αὐ­το­κί­νη­το.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἀνθολογία И.И. Яцен­ко: Рус­ская «нет­ра­диц­ионная» про­за ко­нца ХХ века, Санкт-Пе­те­рбург, «Зла­тоуст» 2004 (Ρω­σι­κὴ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α τοῦ τέ­λους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, ἐκ­δό­σεις Ζλα­τα­ού­στ 2004). Πρώτη δημοσίευση τῆς με­τά­φρα­σης στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Βακ­χι­κόν (30-03-2015).

Pietsouch,Bitseslaf-Eikona-02Βιτσεσλάφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух) (Вячеслав Пьецух) (Μό­σχα, 1946). Τε­λεί­ω­σε τὸ παι­δα­γω­γι­κὸ ἰν­στι­τοῦ­το. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν βι­βλί­ων Ἀλ­φά­βη­το (1983), Νέ­α μο­σχο­βί­τι­κη φι­λο­σο­φί­α (1989), Ραμ­μάτ (1990), Ἐ­γὼ καὶ οἱ ἄλ­λοι (1990), Κύ­κλοι (1992), Παι­δά­κι τοῦ κρά­τους (1997). Ζεῖ στὴ Μό­σχα. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ γρά­φτη­κε τὸ 1989. Εἶ­ναι ἐκ­πρό­σω­πος τῆς «εἰ­ρω­νι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας». Σκο­πός της εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῶν λαν­θα­σμέ­νων ἐ­κτι­μή­σε­ων. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἡ ἀ­φή­γη­ση τοῦ Πι­έ­τσουχ φτά­νει στὸ μον­τερ­νι­σμό, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸν πα­ρα­λο­γι­σμὸ τοῦ κό­σμου. Τὸν ἥ­ρω­α τοῦ Πι­έ­τσουχ τὸν σώ­ζει ἡ ρή­ξη του μὲ τὸν κό­σμο, τὸ κλεί­σι­μο στὸν ἑ­αυ­τό του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Μου­σι­κός. Σπού­δα­σε ρω­σι­κὰ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πού­σκιν καὶ στὸ Κέν­τρο Ρω­σι­κῶν Σπου­δῶν Μίρ. Ἔ­χει πά­ρει τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης «Ἄντον Τσέχωφ» 2010 καὶ ἔ­χει ἀ­ναρ­τή­σεις στὸ ἱστολόγιο Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι καὶ στὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ σε­νά­ρια τῆς β’ γυ­μνα­σί­ου τῆς ἱ­στο­σε­λί­δας τοῦ ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου.

Βίκτωρ Γκολιάφκιν (Виктор ГОЛЯВКИН): Διήγημα γιὰ ἕνα πίνακα τοῦ Σεζάν…

.

Gkoliafkin,Biktor-DiigimaGiaEnanPinaka...-Eikona-01

.

Βίκτωρ Γκολιάφκιν (Виктор ГОЛЯВКИН)

 .

Δι­ή­γη­μα γιὰ ἕ­ναν πί­να­κα τοῦ Σε­ζάν,

ἕ­να ἀ­γό­ρι καὶ μιὰ λα­χα­νο­πώ­λισ­σα

.

02-PiΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ἦ­ταν ὁ Πὼλ Σε­ζάν! Ζω­γρά­φι­ζε ἕ­ναν πί­να­κα ἀ­πί­στευ­της ὀ­μορ­φιᾶς, καὶ ξαφ­νι­κὰ δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε. Τό­τε τὸν ἔ­κο­βε μὲ τὸ μα­χαί­ρι, στὰ δύο, τρί­α κομ­μά­τια καὶ τὸν πέ­τα­γε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       Καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ἀ­τε­λι­έ του κοι­τοῦ­σε στὸν κῆ­πο. Στὸ κῆ­πο συ­χνὰ ἔ­παι­ζαν παι­διά. Ἔ­φτια­χναν ἀ­σπί­δες καὶ πα­νο­πλί­ες ἀ­πὸ τοὺς πε­τα­μέ­νους μου­σα­μά­δες τοῦ Πὼλ Σε­ζὰν καὶ ἔ­τρε­χαν μὲ κραυ­γὲς στὸν κῆ­πο. Τρυ­ποῦ­σαν τὴ ζω­γρα­φι­κὴ μὲ ξύ­λα, ἔ­φτια­χναν ἀ­πὸ τοὺς μου­σα­μά­δες βαρ­κοῦ­λες καὶ τὶς ἔ­ρι­χναν στὰ ἀ­πό­νε­ρα.

      Μό­νον ἕ­να πο­λὺ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι, ποὺ ζοῦ­σε ἀ­πέ­ναν­τι, βρῆ­κε μιὰ φο­ρὰ τὸ μου­σα­μὰ τοῦ Σε­ζὰν καὶ τὸν κου­βά­λη­σε στὸ σπί­τι. Ἡ μη­τέ­ρα τοῦ ἀ­γο­ριοῦ, πο­λὺ γκρι­νιά­ρα γυ­ναί­κα, μό­λις εἶ­δε τὸ μου­σα­μὰ φώ­να­ξε: «Τί ἀ­η­δί­ες κου­βα­λᾶς στὸ σπί­τι!» – καὶ τὸ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

      Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μιὰ λα­χα­νο­πώ­λισ­σα περ­νοῦ­σε γιὰ νὰ πά­ει στὴ λα­ϊ­κή. Σή­κω­σε τὸ μου­σα­μὰ καὶ τὸν ἔ­βα­λε στὸ κα­ρο­τσά­κι της. «Εἶ­ναι πο­λὺ ὡ­ραῖα λου­λού­δια, εἶ­πε, θὰ τὰ κρε­μά­σω στὸ σπί­τι μου.»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Β. Γκο­λιά­φκιν, Ἔ­ρω­τας καὶ κα­θρέ­φτης (δι­η­γή­μα­τα. – Λ, ἐκδ. Συν­τά­κτης, 1991).

Biktor Gkoliafkin (Виктор ГОЛЯВКИН) - 04Βί­κτωρ Γκο­λιά­φκιν (Виктор ГОЛЯВКИН) (1929-2001) Ζω­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας. Γιὰ εὐ­νό­η­τους λό­γους στὴν ἀρ­χὴ δη­μο­σί­ευ­ε μι­κρὰ παι­δι­κὰ δι­η­γή­μα­τα στὰ παι­δι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, κι ἔ­γι­νε γνω­στὸς ὡς παι­δι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δι­η­γή­μα­τα γιὰ με­γά­λους ἐμ­φα­νί­στη­καν στὴν ἀρ­χὴ σὲ Σα­μιζ­ντάτ.

.

Ἀλεξάντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын): Τὸ σακίδιο τοῦ κολχόζ

 .

 Solzenitsin,Aleksandr-ToSakkidioTouKolchoz-01

 .

Ἀ­λε­ξάν­τρ Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Солженицын)

.

Τὸ σα­κί­διο τοῦ κολ­χόζ

(Колхозный рюкзак)

 .

05-OmikronΤΑΝ σ’ ἕ­να προ­α­στια­κὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σᾶς πι­έ­ζουν στὸ στῆ­θος ἢ στὰ πλευ­ρὰ μὲ τὴ σκλη­ρή του γω­νιὰ καὶ πο­νᾶ­τε – μὴν βρί­ζε­τε, ἀλ­λὰ κοι­τάξ­τε κα­λὰ αὐ­τὸ τὸ πλεγ­μέ­νο ἀ­πὸ σομ­φὸ κου­τί, μὲ τὸ φαρ­δύ, ξε­φτι­σμέ­νο λου­ρί του ἀ­πὸ κα­ρα­βό­πα­νο. Μέ­σα σ’ αὐ­τὸ κου­βα­λοῦν γιὰ τὴν πό­λη γά­λα, μυ­ζή­θρα καὶ ντο­μά­τες, δι­κά τους κι ἀ­κό­μα δύ­ο γει­τό­νων τους, ἐ­νῶ ἀ­π’ τὴν πό­λη φέρ­νουν κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ φραν­τζό­λες γιὰ τρεῖς οἰ­κο­γέ­νει­ες.

       Αὐ­τὸ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο σα­κί­διο ἔ­χει με­γά­λη χω­ρη­τι­κό­τη­τα, εἶ­ναι γε­ρὸ καὶ φτη­νό. Μ’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦν νὰ συγ­κρι­θοῦν οὔ­τε τὰ πο­λύ­χρω­μα ἀ­θλη­τι­κὰ ἀ­δέλ­φια του, μὲ τὶς τσε­ποῦ­λες τους καὶ τ’ ἀ­στρα­φτε­ρὰ θη­λυ­κω­τή­ρια. Ση­κώ­νει τό­σο βά­ρος πού, ἀ­κό­μα καὶ φο­ρών­τας ἕ­ναν χον­τρό, χει­μω­νιά­τι­κο ἐ­πεν­δύ­τη ἐρ­γα­σί­ας, ὁ μα­θη­μέ­νος χω­ρι­ά­τι­κος ὦ­μος δὲν μπο­ρεῖ ν’ ἀν­τέ­ξει τὸ λου­ρί του.

      Γι’ αὐ­τὸ οἱ χω­ρι­ά­τισ­σες υἱ­ο­θέ­τη­σαν τού­τη τὴν πρα­κτι­κή: ση­κώ­νουν τὸ πλεγ­μέ­νο σα­κί­διο ὣς τὴ μέ­ση της πλά­της καὶ περ­νοῦν τὸ λου­ρὶ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι τους. Ἔ­τσι τὸ φορ­τί­ο ἰ­σο­μοι­ρά­ζε­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς δυ­ὸ ὤ­μους καὶ τὸ στῆ­θος.

      Ἀ­δελ­φοί μου ἐν τῇ γρα­φί­δι καὶ τῇ συγ­γρα­φῇ! Δὲν σᾶς λέ­ω νὰ προ­βά­ρε­τε ἕ­να τέ­τοι­ο κα­λα­θά­κι στὴν πλά­τη σας. Ἂν ὅ­μως σᾶς ἔ­σπρω­ξαν ἀ­πό­το­μα μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο – τό­τε κα­λύ­τε­ρα νὰ πά­ρε­τε τα­ξί.

  .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Александр Солженицын: Крохотки 1958-1963, Из­да­тельство Эксмо, Мо­сква 2006.

Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­σά­γι­ε­βιτς Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Исаевич Сол­же­ниц­ын) (Κισ­λο­βόν­τσκ, 11 Δε­κεμ­βρί­ου 1918 – Μό­σχα, 3 Αὐ­γού­στου 2008). Συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­λό­γος, ποι­η­τής, πο­λι­τι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὸς πα­ρά­γων. Πέ­ρα­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν πό­λη Ρο­στὼφ ἐ­πὶ τοῦ Ντόν. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ρο­στὼφ τὸ 1941. Τὸ 1945 δι­κά­στη­κε ἐ­ρή­μην σὲ ὀ­κτὼ χρό­νια κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Τὸ 1974 στε­ρή­θη­κε τὴν ἰ­θα­γέ­νειά του καὶ ἀ­πε­λά­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Γερ­μα­νί­α. Τὸ 1975 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Βερ­μόντ, στὶς Η.Π.Α., ὅ­που ἔ­ζη­σε γιὰ εἴ­κο­σι χρό­νια. Τὸ 1995, ἀ­φοῦ εἶ­χε πλέ­ον κα­ταρ­ρεύ­σει ἡ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν πα­τρώ­α του γῆ.  Τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι ὀγ­κῶ­δες. Σ’ αὐ­τὸ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πα­σί­γνω­στη μαρ­τυ­ρί­α Ἀρ­χι­πέ­λα­γος Γκου­λάγκ, ὅ­πως καὶ τὰ ἔρ­γα Μιὰ ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἰ­βὰν Ντε­νί­σο­βιτς, Ὁ πρῶ­τος κύ­κλος, Πτέ­ρυ­γα καρ­κι­νο­πα­θῶν, Ὁ κόκ­κι­νος τρο­χός κ.ἄ. Τὸ 1970 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

.

Μιχαὴλ Μπουλγκάκωφ (Михаил Булгаков): Αἰ­γυ­πτι­α­κὴ μού­μια

 

 

Μιχαὴλ Μπουλγκάκωφ (Михаил Булгаков)

 

Αἰ­γυ­πτι­α­κὴ μούμια

(Египетская мумия)

 

Ε ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς φτά­σα­με στὸ Λε­νιν­γκράτ, εὑ­ρι­σκό­με­νοι σὲ ἀ­πο­στο­λή.

Ὅ­ταν ξεμ­περ­δέ­ψα­με ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς μι­κρο­ϋ­πο­θέ­σεις, μοῦ λέ­ει ὁ πρό­ε­δρος:

       — Ξέ­ρεις κά­τι, Βά­σια; Ἂς πᾶ­με στὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ(1).

       Τὸν ρω­τά­ω: — Καὶ τί ξέ­χα­σα ἐ­κεῖ;

       — Ἀλ­λό­κο­τος ποὺ εἶ­σαι —μοῦ ἀ­παν­τᾶ ὁ πρό­ε­δρός μας τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς—, στὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ θὰ ψυ­χα­γω­γη­θεῖς μὲ τὸν πρέ­πον­τα τρό­πο καὶ θὰ ξε­κου­ρα­στεῖς, σύμ­φω­να μὲ τὸ ἄρ­θρο 98 τοῦ Ἐρ­γα­τι­κοῦ Κώ­δι­κα (ὁ πρό­ε­δρος γνω­ρί­ζει ἀ­π’ ἔ­ξω ὅ­λα τὰ ἄρ­θρα, ἔ­τσι ποὺ ὅ­λοι τὸν θε­ω­ροῦν θαῦ­μα τῆς φύ­σης).

       Ἐν­τά­ξει. Πή­γα­με. Πλη­ρώ­σα­με, ὡς εἴ­θι­σται, καὶ ἀρ­χί­σα­με νὰ ἐ­φαρ­μό­ζου­με τὸ ἄρ­θρο 98. Ἡ πρώ­τη μας ὑ­πο­χρέ­ω­ση ἦ­ταν νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τὸν τρο­χὸ τοῦ θα­νά­του. Ἕ­νας συ­νη­θι­σμέ­νος, τε­ρά­στιος τρο­χὸς καὶ στὴ μέ­ση ἕ­να πα­λού­κι. Ὁ τρο­χὸς ἀρ­χί­ζει νὰ πε­ρι­στρέ­φε­ται ἀ­πὸ ἄ­γνω­στη αἰ­τί­α μὲ ἀ­πί­στευ­τη τα­χύ­τη­τα, ἀ­πο­τι­νά­ζον­τας στὸν δι­ά­βο­λο κά­θε μέ­λος τῆς ἕ­νω­σης ποὺ θὰ κα­θί­σει πά­νω του. Πο­λὺ ἀ­στεῖ­ο κόλ­πο, ἀ­να­λό­γως τοῦ τρό­που ποὺ θὰ τι­να­χτεῖς. Ἐ­γὼ ἐ­κτι­νά­χτη­κα ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ κω­μι­κά, πά­νω ἀ­πὸ κά­ποι­α δε­σποι­νί­δα, σχί­ζον­τας τὸ παν­τε­λό­νι μου. Καὶ ὁ πρό­ε­δρος στραμ­πού­λι­ξε μὲ πρω­τό­τυ­πο τρό­πο τὸ πό­δι του, σπά­ζον­τας πα­ράλ­λη­λα τὸ μπα­στού­νι ἑνὸς πο­λί­τη, ποὺ ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο ξύ­λο, μὲ μιὰ φο­βε­ρὴ κραυ­γὴ φρί­κης. Ἐ­νό­σω πε­τοῦ­σε, ὅ­λοι τρι­γύ­ρω ἔ­πε­φταν στὴ γῆ, κα­θὼς ὁ πρό­ε­δρός μας τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς εἶ­ναι ἄν­θρω­πος βα­ρέ­ων βα­ρῶν. Μὲ μιὰ λέ­ξη, ὅ­ταν ἔ­πε­σε, σκέ­φτη­κα ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­κλέ­ξου­με νέ­ον πρό­ε­δρο. Ὅ­μως ὁ πρό­ε­δρος στά­θη­κε στὰ πό­δια του ρω­μα­λέ­ος, σὰν τὸ Ἄ­γαλ­μα τῆς Ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἐ­νῶ, ἀ­πε­ναν­τί­ας, ἐ­κεῖ­νος ὁ πο­λί­της μὲ τὸ σπα­σμέ­νο μπα­στού­νι ἔ­βη­ξε αἷ­μα.

       Ἔ­πει­τα κι­νή­σα­με γιὰ τὸ Στοι­χει­ω­μέ­νο Δω­μά­τιο, ἡ ὀ­ρο­φὴ καὶ οἱ τοῖ­χοι τοῦ ὁ­ποί­ου πε­ρι­στρέ­φον­ται. Ἐ­δῶ βγῆ­καν ἀ­πὸ μέ­σα μου με­ρι­κὰ μπου­κά­λια μπύ­ρας «Νέ­α Βαυ­α­ρί­α», ποὺ τὰ εἴ­χα­με πι­εῖ μὲ τὸν πρό­ε­δρο στὸ κυ­λι­κεῖ­ο. Πο­τὲ ἄλ­λο­τε στὴ ζω­ή μου δὲν ξέ­ρα­σα, ὅ­πως σ’ αὐ­τὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο δω­μά­τιο. Ὁ πρό­ε­δρος ὅ­μως ἄν­τε­ξε.

       Ὅ­ταν βγή­κα­με, τοῦ εἶ­πα:

       — Φί­λε, ἀ­πο­κη­ρύσ­σω τὸ ἄρ­θρο σου. Τὴν κα­τά­ρα μου νὰ ἔ­χει ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ψυ­χα­γω­γί­α μὲ τὸ νού­με­ρο 98!

       Ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε:

       — Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἤ­δη ἤρ­θα­με καὶ πλη­ρώ­σα­με, θὰ πρέ­πει ἀ­κό­μα νὰ δεῖς τὴ δι­ά­ση­μη αἰ­γυ­πτια­κὴ μού­μια.

       Φτά­σα­με λοι­πὸν στὸ σχε­τι­κὸ δω­μά­τιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας νε­α­ρός, μέ­σα σὲ γα­λά­ζιο φῶς, καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε:

       — Καὶ τώ­ρα, πο­λί­τες, θὰ ἀν­τι­κρί­σε­τε ἕ­να φαι­νό­με­νο ἄ­νευ προ­η­γου­μέ­νου – μιὰν αὐ­θεν­τι­κὴ αἰ­γυ­πτια­κὴ μού­μια, φερ­μέ­νη ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρελ­θὸν 2500 χρό­νων. Ἡ μού­μια αὐ­τὴ δί­νει χρη­σμοὺς γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν, προ­φη­τεύ­ει τὸ πα­ρὸν καὶ τὸ μέλ­λον, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­παν­τά­ει σὲ ἐ­ρω­τή­σεις καὶ δί­νει συμ­βου­λὲς πά­νω σὲ δύ­σκο­λα θέ­μα­τα τῆς ζω­ῆς. Ἐ­πί­σης, συμ­βου­λεύ­ει μὲ ἐ­χε­μύ­θεια τὶς ἐγ­κυ­μο­νοῦ­σες.

       Ὅ­λοι ἔ­βγα­λαν ἕ­να «ἄχ» ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ τὸν τρό­μο καί, πράγ­μα­τι, γιὰ βάλ­τε μὲ τὸ νοῦ σας, ἐμ­φα­νί­στη­κε μιὰ μού­μια μὲ τὴ μορ­φὴ γυ­ναι­κεί­ου κε­φα­λιοῦ, πλαι­σι­ω­μέ­νη ἀ­πὸ αἰ­γυ­πτια­κὰ ἱ­ε­ρο­γλυ­φι­κά. Κο­κά­λω­σα ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξη, δι­α­πι­στώ­νον­τας ὅ­τι ἡ μού­μια ἦ­ταν νε­ό­τα­τη, ἔ­τσι ὅ­πως δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ὄ­χι μό­νο ἕ­νας ἄν­θρω­πος 2500 χρό­νων, ἀλ­λὰ οὔ­τε κὰν 100.

       Ὁ νε­α­ρὸς προ­σκά­λε­σε εὐ­γε­νι­κά:

       — Κά­νε­τε ἐ­ρω­τή­σεις. Κά­τι ἁ­πλό.

       Ὁ πρό­ε­δρος πε­τά­χτη­κε ἀ­μέ­σως καὶ ρώ­τη­σε:

       — Καὶ σὲ ποι­ά γλώσ­σα νὰ ρω­τή­σω; Ἐ­γὼ δὲν γνω­ρί­ζω αἰ­γυ­πτια­κά.

       Ὁ νε­α­ρός, δί­χως νὰ τὰ χά­σει, ἀ­πο­κρί­νε­ται:

       — Ρω­τῆ­στε στὰ ρω­σι­κά.

       Ὁ πρό­ε­δρος ξε­ρό­βη­ξε καὶ ρώ­τη­σε:

       — Καὶ γιὰ πές μου, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, τί ἔ­κα­νες ὣς τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ Φε­βρου­α­ρί­ου;

       Ἀ­μέ­σως ἡ μού­μια χλώ­μια­σε καὶ εἶ­πε:

       — Φοι­τοῦ­σα στὸ πα­νε­πι­στή­μιο.

       — Μπά… Καὶ γιὰ πές μου, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, δι­α­τέ­λε­σες πο­τὲ ὑ­πό­δι­κος κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας, καὶ ἂν ναί, τό­τε γιὰ ποι­όν λό­γο;

       Ἡ μού­μια ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ σι­ώ­πη­σε.

       Ὁ νε­α­ρὸς φώ­να­ξε:

       — Τί τρέ­χει μὲ σᾶς, πο­λί­τη, καὶ βα­σα­νί­ζε­τε τὴ μού­μια γιὰ 15 κα­πί­κια;

       Ὁ πρό­ε­δρος ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­σκεῖ κρι­τι­κὴ μὲ δρι­μύ­τη­τα:

       — Καί, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, ποι­ά εἶ­ναι ἡ σχέ­ση σου μὲ τὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ θη­τεί­α;

       Ἡ μού­μια ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα καὶ εἶ­πε:

       — Ἤ­μουν ἀ­δελ­φὴ τοῦ ἐ­λέ­ους.

       — Καὶ τί θὰ ἔ­κα­νες, ἐ­ὰν ἔ­βλε­πες κομ­μου­νι­στὲς μέ­σα σὲ μιὰ ἐκ­κλη­σί­α; Καὶ ποι­ός εἶ­ναι ὁ σύν­τρο­φος Στού­τσκα(2); Καὶ ποῦ ζεῖ τώ­ρα ὁ Κὰρλ Μάρξ;

       Ὁ νε­α­ρός, βλέ­πον­τας ὅ­τι ἡ μού­μια ἔ­χει ἀ­πο­τύ­χει στὸν ρό­λο της, ἀρ­χί­ζει νὰ φω­νά­ζει ὁ ἴ­διος σὲ σχέ­ση μὲ τὸν Μάρξ:

       — Πέ­θα­νε!

       Ὁ πρό­ε­δρος κραύ­γα­σε:

       — Ὄ­χι! Ζεῖ στὴν καρ­διὰ τοῦ προ­λε­τα­ριά­του.

       Ἀ­μέ­σως ἔ­σβη­σε τὸ φῶς, καὶ ἡ μού­μια ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε στὰ τάρ­τα­ρα μὲ λυγ­μούς, ἐ­νῶ τὸ κοι­νὸ φώ­να­ξε πρὸς τὸν πρό­ε­δρο:

       — Ζή­τω! Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με γιὰ τὴν ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς ψεύ­τι­κης μού­μιας.

       Καὶ ἤ­θε­λε νὰ τὸν ση­κώ­σει στὰ χέ­ρια. Ὅ­μως ὁ πρό­ε­δρος ἀ­πέ­φυ­γε τὸ τι­μη­τι­κὸ λί­κνι­σμα, κι ἐ­μεῖς βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ, τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς στιγ­μὴ ποὺ ἕ­να πλῆ­θος προ­λε­τά­ρι­ων μᾶς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε μὲ κραυ­γές.

 

    1924

 

(1) Σ.τ.Μ.: Τὰ πρῶ­τα «Σπί­τια τοῦ Λα­οῦ» ἱ­δρύ­θη­καν στὴ Ρω­σί­α τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1880. Δι­έ­θε­ταν συ­νή­θως θέ­α­τρο, αἴ­θου­σα δι­α­λέ­ξε­ων, βι­βλι­ο­θή­κη, ἀ­να­γνω­στή­ριο καὶ αἴ­θου­σες γιὰ δι­ά­φο­ρες ἐκ­δη­λώ­σεις. Τὶς Κυ­ρια­κὲς δι­ορ­γα­νώ­νον­ταν σ’ αὐ­τὰ μα­θή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ γιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους. Με­τὰ τὸ 1917 ὁ ὅ­ρος «Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ» ἐγ­κα­τα­λεί­φθη­κε, ὡ­στό­σο οἱ σχε­τι­κοὶ χῶ­ροι δι­α­τή­ρη­σαν τὴ λει­τουρ­γί­α τους ὑ­πὸ τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ νέ­ου κα­θε­στῶ­τος. Τὰ «Σπί­τια τοῦ Λα­οῦ» ἦ­ταν δη­μο­φι­λῆ καὶ σὲ χῶ­ρες τῆς Δυ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης.

(2) Σ.τ.Μ.: Ὁ Πι­ὸ­τρ Ἰ­βά­νο­βιτς Στού­τσκα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δη­μι­ουρ­γοὺς καὶ τοὺς θε­ω­ρη­τι­κούς τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς νο­μο­θε­σί­ας. Δι­ε­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης τῆς Λετ­το­νί­ας.

 

 

Πη­γή: Ἰ­στό­το­πος Lib.ru//Библиотека Максима Мошкова (Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Μα­ξὶμ Μο­σκώφ).

 

Μι­χα­ὴλ Ἀ­φα­νά­σι­ε­βιτς Μπουλ­γκά­κωφ (Михаил Афанасьевич Булгаков) (Κί­ε­βο, 15 Μα­ΐ­ου 1891 – Μό­σχα, 10 Μαρ­τί­ου 1940). Ρῶ­σος καὶ Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ σκη­νο­θέ­της. Συ­νέ­γρα­ψε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ σε­νά­ρια καὶ λιμ­πρέ­τα ὄ­πε­ρας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ πε­ρί­φη­μου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Ὁ Μαὶ­τρ καὶ ἡ Μαρ­γα­ρί­τα, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρή­θη­κε ὡς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να.

 

Με­τά­φρα­ση Ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ον Πε­τρού­πο­λης (Πλανόδιον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα «Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α», τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов): Τὸ παραξήλωσε

 

 

 

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов)

 

Τὸ παραξήλωσε

(Пересолил)

 

ΤΟ­ΠΟ­ΓΡΑ­ΦΟΣ Γκλὲμπ Γκα­βρί­λο­βιτς Σμιρ­νὸφ ἔ­φθα­σε στὸ σταθ­μὸ «Γκνι­λού­σκι». Μέ­χρι τὸ ἀ­γρό­κτη­μα, ὅ­που τὸν εἶ­χαν κα­λέ­σει γιὰ ὁ­ρι­ο­θέ­τη­ση, ἔ­με­ναν ἀ­κό­μα νὰ δι­α­νύ­σει τριά­ντα μὲ σα­ράν­τα βέρ­τσια. (Ἂν ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν εἶ­ναι πι­ω­μέ­νος καὶ δὲν ἔ­χει ψω­ρά­λο­γα, τό­τε τριά­ντα βέρ­τσια μπο­ρεῖ νὰ τὰ κά­νει, κι ἐ­φό­σον ὁ ἁ­μα­ξὰς ἔ­χει γρή­γο­ρα ἄ­λο­γα τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πιά­σει κα­τευ­θεί­αν καὶ τὰ πε­νήν­τα).

       — Πεῖ­τε μου, πα­ρα­κα­λῶ, ποῦ μπο­ρῶ νὰ βρῶ ἐ­δῶ κον­τὰ τα­χυ­δρο­μι­κὰ ἄ­λο­γα; εἶ­πε ὁ το­πο­γρά­φος, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸν χω­ρο­φύ­λα­κα τοῦ σταθ­μοῦ.

       — Τί; Τα­χυ­δρο­μι­κά; Ἐ­δῶ γιὰ ἑ­κα­τὸ βέρ­τσια δρό­μο δὲν ἀ­κοῦς οὔ­τε σκυ­λί, ὄ­χι τα­χυ­δρο­μι­κά… Καὶ σεῖς ποῦ θέ­λε­τε νὰ πᾶ­τε;

       — Στὸ Δέφ­κι­νο, στὰ κτή­μα­τα τοῦ στρα­τη­γοῦ Χα­χό­τοφ.

       — Λοι­πόν; χα­σμου­ρή­θη­κε ὁ χω­ρο­φύ­λα­κας. Πη­γαί­νε­τε μέ­χρι τὸ σταθ­μό, ἐ­κεῖ στὴν πόρ­τα συ­χνὰ βρί­σκον­ται χω­ρι­κοί, με­τα­φέ­ρουν τα­ξι­δι­ῶ­τες.

       Ὁ το­πο­γρά­φος ξε­φύ­ση­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ βα­δί­ζει πρὸς τὸν σταθ­μό. Ἐ­κεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὲς ἀ­να­ζη­τή­σεις, συ­ζη­τή­σεις καὶ δι­σταγ­μούς, βρῆ­κε ἕ­ναν ρω­μα­λέ­ο χω­ρι­κό, κα­τσού­φη, βλο­γι­ο­κομ­μέ­νο, ντυ­μέ­νο μὲ ἕ­να κου­ρε­λια­σμέ­νο τσό­χι­νο κα­φτά­νι καὶ πλε­χτὰ χορ­το­πά­που­τσα.

       Ὁ δι­ά­ο­λος ξέ­ρει τί σό­ι κά­ρο ἔ­χει! Συ­νο­φρυ­ώ­θη­κε ὁ το­πο­γρά­φος, σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο. Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις ποῦ εἶ­ναι τὸ πί­σω καὶ τὸ μπρός…

       — Μὰ τί νὰ κα­τα­λά­βεις; Ὅ­που εἶ­ναι ἡ οὐ­ρὰ εἶ­ναι καὶ τὸ μπρός, καὶ ἐ­κεῖ ποὺ κά­θε­ται ἡ εὐ­γέ­νειά σας εἶ­ναι τὸ πί­σω…

       Τὸ που­λα­ρά­κι ἦ­ταν λι­πό­σαρ­κο, μὲ ἁ­πλω­τὰ πό­δια καὶ φα­γω­μέ­να αὐ­τιά. Ὅ­ταν ὁ ἁ­μα­ξὰς ἀ­να­ση­κώ­θη­κε καὶ τὸ χτύ­πη­σε μὲ τὸ σχοι­νέ­νιο μα­στί­γιο, αὐ­τὸ κού­νη­σε μό­νο τὸ κε­φά­λι, ὅ­ταν ἀ­γρί­ε­ψε καὶ τὸ χτύ­πη­σε ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, τό­τε τὸ κά­ρο ἔ­τρι­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει σὰν δαι­μο­νι­σμέ­νο. Με­τὰ τὸ τρί­το χτύ­πη­μα τὸ κά­ρο κύ­λη­σε λί­γο καὶ πιὰ μὲ τὸ τέ­ταρ­το κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του.

       Ἔ­τσι θὰ πᾶ­με ὅ­λο τὸ δρό­μο; ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, νι­ώ­θον­τας τὸ δυ­να­τὸ τράν­ταγ­μα καὶ πα­ρα­μέ­νον­τας ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τῶν Ρώ­σων ἁ­μα­ξά­δων νὰ κά­νουν, μὲ μιὰ ἤ­ρε­μη χε­λω­νί­σια δι­α­δρο­μή, τὴν ψυ­χὴ νὰ ξε­βι­δώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ τράν­ταγ­μα.

       Θά-α-α φτά­σου­με! – τὸν κα­θη­σύ­χα­σε ὁ ἁ­μα­ξάς. Ἡ φο­ρά­δα εἶ­ναι νέ­α, ἔ­ξυ­πνη…Ἄσ’ τὴν μό­νο νὰ πά­ρει φό­ρα καὶ με­τὰ δὲν στα­μα­τά­ει… Ἄιν­τε, κα­τα­ρα­μέ…νη!

       Ὅ­ταν τὸ κά­ρο βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸν σταθ­μό, ἦ­ταν σού­ρου­πο. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ το­πο­γρά­φου ἁ­πλω­νό­ταν ἡ πε­διά­δα, σκο­τει­νή, πα­γω­μέ­νη, χω­ρὶς τέ­λος καὶ ἄ­κρη… (Δι­α­σχί­ζον­τάς την εἶ­ναι σὰν νὰ ξε­κι­νᾶς γιὰ τοῦ δι­α­ό­λου τὴ μά­να.) Στὸν ὁ­ρί­ζον­τα, ἐ­κεῖ ποὺ χα­νό­ταν καὶ ἑ­νω­νό­ταν μὲ τὸν οὐ­ρα­νό, ἔ­σβη­νε νω­χε­λι­κὰ τὸ κρύ­ο φθι­νο­πω­ρι­νὸ σού­ρου­πο… Ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸν δρό­μο, στὸν σκο­τει­νι­α­σμέ­νο ἀ­έ­ρα ξε­χώ­ρι­ζαν κά­ποι­α βου­να­λά­κια, ὄ­χι σὰν περ­σι­νὲς θη­μω­νι­ές, οὔ­τε σὰν χω­ριό. Τί ἦ­ταν μπρο­στὰ στὸ χω­ρά­φι δὲν ἔ­βλε­πε ὁ το­πο­γρά­φος, ἐ­πει­δὴ ἀπ΄ αὐ­τὴ τὴν πλευ­ρὰ ὅ­λο τὸ ὀ­πτι­κὸ πε­δί­ο τὸ κά­λυ­πτε ἡ φαρ­διά, ἄ­γαρ­μπη πλά­τη τοῦ ἁ­μα­ξᾶ. Ἦ­ταν ἥ­συ­χα, ἀλ­λὰ κρύ­α καὶ πα­γω­μέ­να.

       «Τί ἐ­ρη­μιὰ εἶ­ναι αὐ­τή! (σκε­φτό­ταν ὁ το­πο­γρά­φος, προ­σπα­θών­τας νὰ προ­στα­τεύ­σει τὰ αὐ­τιά του μὲ τὸ για­κὰ τοῦ μαν­δύα) παν­τοῦ ἐ­ρη­μιά!» Ἂν τοῦ ἐ­πι­τε­θοῦν ξαφ­νι­κὰ καὶ τὸν λη­στέ­ψουν; Δὲν ξέ­ρει κα­νεὶς ἂν θὰ εἶ­ναι ἀ­πὸ πυ­ρο­βό­λο!­.. Καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς εἶ­ναι ἀ­να­ξι­ό­πι­στος… Γιὰ δές τον, τί πλα­τά­ρα! Αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ τῆς φύ­σης καὶ δά­χτυ­λο νὰ κου­νή­σει, ἡ ψυ­χή σου πά­ει στὴν Κού­λου­ρη! Καὶ ἡ μού­ρη του εἶ­ναι ἄ­γρια, ὕ­πο­πτη.»

      — Ἔ! κα­λέ μου, ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, πῶς σὲ λέ­νε;

      — Ἐ­μέ­να; Κλή­μη.

      — Λοι­πόν, Κλή­μη, πῶς εἶ­ναι ἐ­δῶ; Δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Δὲν γί­νον­ται ἐ­πι­θέ­σεις;

      — Ὄ­χι, μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ… Σὲ ποι­ὸν νὰ κά­νουν ἐ­πι­θέ­σεις;

      — Εἶ­ναι κα­λὸ ποὺ δὲν κά­νουν ἐ­πι­θέ­σεις… Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κὸ ἔ­χω πά­ρει μα­ζί μου τρί­α ρε­βόλ­βερ, εἶ­πε ψέ­μα­τα ὁ το­πο­γρά­φος. Καὶ μὲ τὸ ρε­βόλ­βερ, ξέ­ρεις, δὲν ἀ­στει­εύ­ε­ται κα­νείς. Μὲ δέ­κα λη­στὲς μπο­ρεῖς νὰ τὰ βγά­λεις πέ­ρα…

      Σκο­τει­νιά. Τὸ κά­ρο ξαφ­νι­κὰ ἔ­τρι­ξε, τσί­ρι­ξε, τρε­μού­λια­σε, καί, σὰν ἄ­θε­λά του, ἔ­κα­νε ἀ­ρι­στε­ρά.

      «Ποῦ μὲ πά­ει; σκέ­φτη­κε ὁ το­πο­γρά­φος. Πή­γαι­νε ὅ­λο εὐ­θεία καὶ ξαφ­νι­κὰ ἔ­στρι­ψε ἀ­ρι­στε­ρά. Πι­θα­νὸν νὰ μὲ πη­γαί­νει σὲ κά­ποι­α λόχ­μη ὁ πα­λιάν­θρω­πος, καί… καί… συμ­βαί­νουν τέ­τοια πε­ρι­στα­τι­κά!»

      — Ἄ­κου, ἀ­πευ­θύν­θη­κε στὸν ἁ­μα­ξά. — Ἔ­τσι λές! Ὅ­τι ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Κρί­μα… Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ πα­λεύ­ω μὲ λη­στές… Στὴν ὄ­ψη εἶ­μαι ἀ­δύ­να­τος, ἀρ­ρω­στιά­ρης, ἀλ­λὰ οἱ δυ­νά­μεις μου, λὲς καὶ εἶ­ναι ταύ­ρου… Μιὰ φο­ρὰ μοῦ ἐ­πι­τέ­θη­καν τρεῖς λη­στές… Καὶ τί νο­μί­ζεις; Τὸν ἕ­να τὸν χτύ­πη­σα τό­σο ἄ­σχη­μα, πού… πού, κα­τα­λα­βαί­νεις, πα­ρέ­δω­σε τὴν ψυ­χὴ στὸν Θε­ό, καὶ οἱ ἄλ­λοι δύ­ο ἐ­ξαι­τί­ας μου πῆ­γαν στὰ κά­τερ­γα τῆς Σι­βη­ρί­ας. Καὶ ἀ­πὸ ποῦ παίρ­νω αὐ­τὴ τὴ δύ­να­μη, δὲν ξέ­ρω… Παίρ­νεις τὸ χέ­ρι κά­ποι­ου δυ­να­τοῦ, κά­ποι­ου σὰν καὶ σέ­να, καί… καὶ τὸν χτυ­πᾶς.

      Ὁ Κλή­μης ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν το­πο­γρά­φο, ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο.

      — Ναί, ἀ­δελ­φέ… συ­νέ­χι­σε ὁ το­πο­γρά­φος. Νὰ μὴ δώ­σει ὁ Θε­ὸς νὰ μπλε­χτεῖς μὲ μέ­να. Δὲν φτά­νει ποὺ ὁ λη­στὴς μέ­νει δί­χως χέ­ρια καὶ δί­χως πό­δια, ἀλ­λὰ πρέ­πει καὶ νὰ δι­κα­στεῖ… Σὲ μέ­να ὅ­λοι οἱ δι­κα­στὲς καὶ οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ εἶ­ναι γνω­στοί. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἄν­θρω­πος τοῦ κρά­τους, μὲ χρει­ά­ζον­ται… Τὸ ὅ­τι ἐ­γὼ τα­ξι­δεύ­ω εἶ­ναι γνω­στὸ στὴ δι­οί­κη­ση… καὶ γι΄ αὐ­τὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦν γιὰ νὰ μή μοῦ κά­νει κά­ποι­ος κα­κό. Παν­τοῦ στὸν δρό­μο πί­σω ἀ­πὸ τοὺς θά­μνους εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νὰ ὁρ­μή­σουν ἑ­κα­τον­τά­δες ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τῶν Κο­ζά­κων… Ἄ-α-αλτ! Ἔμ­πη­ξε τὶς φω­νὲς ὁ το­πο­γρά­φος. — Ποῦ βγῆ­κες; Ποῦ μὲ πᾶς;

      — Μὰ τί­πο­τε δὲν βλέ­πε­τε; Εἶ­ναι δά­σος!

      «Ὁ­πωσ­δή­πο­τε εἶ­ναι δά­σος… σκέ­φτη­κε ὁ το­πο­γρά­φος. Μὰ ἐ­γὼ φο­βή­θη­κα! Ὅ­μως δὲν πρέ­πει νὰ τοῦ φα­νε­ρώ­σω τὴν ἀ­νη­συ­χί­α μου… Ἤ­δη πρό­σε­ξε πὼς τρέ­μω. Για­τί μὲ κλε­φτο­κοί­τα­ζε τό­σο συ­χνά; Ἴ­σως σχε­διά­ζει κά­τι… Προ­η­γου­μέ­νως πή­γαι­νε σι­γὰ-σι­γά, βῆ­μα-βῆ­μα, καὶ τώ­ρα γιὰ δές τον, πά­ει σὰν ἀ­στρα­πή!»

      — Ἄ­κου, Κλή­μη, για­τί βιά­ζεις τό­σο τὸ ἄ­λο­γο;

      — Δὲν τὸ βιά­ζω, μό­νο του πῆ­ρε φό­ρα… Καὶ ὅ­ταν παίρ­νει φό­ρα τί­πο­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ στα­μα­τή­σει… Καὶ τὸ ἴ­διο δὲν εἶ­ναι χα­ρού­με­νο μὲ τέ­τοι­α πό­δια ποὺ ἔ­χει.

      — Λὲς ψέ­μα­τα, ἀ­δελ­φέ! Βλέ­πω ὅ­τι λὲς ψέ­μα­τα! Μό­νο σὲ συμ­βου­λεύ­ω νὰ μὴν τρέ­χεις τό­σο γρή­γο­ρα. Κά­νε λί­γο κρά­τει… Ἀ­κοῦς; Κά­νε λί­γο κρά­τει!

      — Για­τί;

      — Ἐ­πει­δή… ἐ­πει­δή, μα­ζί μου ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔρ­θουν τέσ­σε­ρις φί­λοι. Πρέ­πει νὰ μᾶς ἔ­φτα­ναν… Ὑ­πο­σχέ­θη­καν νὰ μὲ προ­λά­βουν σ΄ αὐ­τὸ τὸ δά­σος… Εἶ­ναι ὡ­ραῖ­α νὰ πη­γαί­νεις μα­ζί τους… Εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ὑ­γι­εῖς, γε­ρο­δε­μέ­νοι… ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει πε­ρί­στρο­φο… Για­τί συ­νέ­χεια στρί­βεις πί­σω καὶ κοι­τά­ζεις, σὰν νὰ κά­θε­σαι σὲ βε­λό­νες; Ἔ! Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φέ, ἔ… ἀ­δελ­φέ… Σὲ μέ­να τί­πο­τε δὲν ὑ­πάρ­χει νὰ κοι­τά­ζεις… τί­πο­τε ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ μέ­να… Ἴ­σως μό­νο τὰ ρε­βόλ­βερ… Πα­ρα­κα­λῶ, ἂν θέ­λεις, θὰ σοῦ τὰ δεί­ξω, πα­ρα­κα­λῶ…

      Ὁ το­πο­γρά­φος ἔ­κα­νε ὅ­τι ψα­χου­λεύ­ει τὶς τσέ­πες, καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ συ­νέ­βη κά­τι ποὺ κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ κά­ποι­ον, ὅ­σο δει­λὸς καὶ ἂν ἦ­ταν. Ὁ Κλή­μης ξαφ­νι­κὰ ρί­χτη­κε ἀ­πὸ τὸ κά­ρο καὶ στὰ τέσ­σε­ρα ἔ­τρε­ξε πρὸς τὸ ρου­μά­νι.

     — Βο­ή­θεια! Φώ­να­ξε κλα­ψι­ά­ρι­κα. Βο­ή­θεια! Πάρε, κα­τα­ρα­μέ­νε, καὶ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, μό­νο μὴ μὲ χα­λά­σεις! Βο­ή­θεια!

      Ἀ­κού­στη­καν γρή­γο­ρα βή­μα­τα ποὺ χά­νον­ταν, τριγ­μὸς ξε­ρό­κλα­δων – καὶ τέ­λος σι­ω­πή… Ὁ το­πο­γρά­φος, μὴ πε­ρι­μέ­νον­τας τέ­τοι­α συμ­πε­ρι­φο­ρά, στα­μά­τη­σε πρῶ­τα τὸ ἄ­λο­γο, με­τὰ κά­θι­σε πιὸ βο­λι­κὰ στὸ κά­ρο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ σκέ­φτε­ται.

      «Ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας… ὁ βλά­κας… φο­βή­θη­κε. Καὶ τώ­ρα τί θὰ γί­νει; Μό­νος νὰ προ­χω­ρή­σω δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν, για­τί δὲν ξέ­ρω τοὺς δρό­μους καὶ μπο­ρεῖ νὰ νο­μί­ζουν ὅ­τι ἔ­κλε­ψα τὸ ἄ­λο­γό του… Τί θὰ γί­νει;» — Κλή­μη! Κλή­μη!

     — Κλή­μη!­..  ἀ­πάν­τη­σε ἡ ἠ­χώ.

      Στὴ σκέ­ψη ὅ­τι ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ τὴν πε­ρά­σει κα­θι­σμέ­νος στὸ σκο­τει­νὸ δά­σος, μέ­σα στὸ κρύ­ο, ἀ­κού­γον­τας μό­νο τοὺς λύ­κους καὶ τὴν ἠ­χὼ ἀ­πὸ τὰ ρου­θου­νί­σμα­τα τῆς λι­πό­σαρ­κης φο­ρά­δας τὸν ἔ­πια­σε σύγ­κρυ­ο.

      — Κλη­μού­λη! –φώ­να­ξε. — Κα­λέ μου! Ποῦ εἶ­σαι, Κλη­μού­λη;

      Δυ­ὸ ὧ­ρες φώ­να­ζε ὁ το­πο­γρά­φος, καὶ μό­νο ἀ­φοῦ βρά­χνια­σε καὶ συμ­φι­λι­ώ­θη­κε μὲ τὴ δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σή του στὸ δά­σος, τό­τε τὸ ἐ­λα­φρὸ ἀ­ε­ρά­κι τοῦ ἔ­φε­ρε κά­ποι­ο βογ­κη­τό.

      — Κλή­μη! Ἐ­σὺ εἶ­σαι κα­λέ μου; Πᾶ­με.

      — Θὰ μέ… σκο­τώ­σεις;

      — Ἀ­στει­εύ­τη­κα, κα­λέ μου! Τι­μώ­ρη­σέ με, κύ­ρι­ε, ἀ­στει­εύ­τη­κα! Τί ρε­βόλ­βερ! Ἐ­γὼ εἶ­πα ψέ­μα­τα ἀ­πὸ φό­βο! Κά­νε μου τὴ χά­ρη, πᾶ­με! Πα­γώ­νω!

      Ὁ Κλή­μης συλ­λο­γί­στη­κε ὅ­τι, μᾶλ­λον, ἕ­νας πραγ­μα­τι­κὸς λη­στὴς θὰ εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ πρὸ πολ­λοῦ μὲ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δά­σος καὶ ἀ­να­πο­φά­σι­στα πλη­σί­α­σε τὸν ἐ­πι­βά­τη του.

      — Μὰ ἀ­πὸ τί φο­βή­θη­κες, βλά­κα; Ἐ­γώ… ἐ­γὼ ἀ­στει­ευ­ό­μου­να καὶ σὺ φο­βή­θη­κες… κά­τσε!

   — Ὁ θε­ὸς μα­ζί σου, ἀ­φέν­τη, μουρ­μού­ρι­σε ὁ Κλή­μης σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο. Ἂν τὸ ἤ­ξε­ρα οὔ­τε μὲ ἑ­κα­τὸ ὁ­λό­κλη­ρα δὲν θὰ σὲ πή­γαι­να. Πα­ρα­λί­γο νὰ πε­θά­νω ἀ­π’ τὸν φό­βο…

      Ὁ Κλή­μης μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο. Τὸ κά­ρο τραν­τά­χτη­κε. Ὁ Κλή­μης τὸ ξα­να­μα­στί­γω­σε καὶ τὸ κά­ρο κου­νή­θη­κε. Με­τὰ τὸ τέ­ταρ­το χτύ­πη­μα, ὅ­ταν τὸ κά­ρο κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του, ὁ το­πο­γρά­φος σκέ­πα­σε τ’ αὐ­τιά του μὲ τὸν για­κὰ καὶ βυ­θί­στη­κε σὲ σκέ­ψεις. Ὁ δρό­μος καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν τοῦ φαι­νόν­του­σαν πιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νοι.

 

Δρα­μα­το­πο­ίη­ση: Ρω­σι­κὴ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ μι­κροῦ μή­κους μὲ κι­νού­με­να σχέ­δια (1959). Σκη­νο­θε­σία Βλα­ντί­μιρ Ντι­ά­κτε­ρεφ, σε­νάριο: E. Μι­γκου­νόφ.

 

 

 

Πη­γή: Δι­ή­γη­μα τοῦ 1885. П­о­л­н­ое с­о­б­р­а­н­ие с­о­ч­и­н­е­н­ий и п­и­с­ем в 30-ти т­о­м­ах. С­о­ч­и­н­е­н­ие Т­ом 4 М. «Н­а­у­ка», 1984. (Πλή­ρης συλ­λο­γὴ ἔρ­γων 30 τό­μων, 4ος τό­μος. Ἐκ­δό­σεις Να­ού­κα, 1984).

 

Ἄν­τον Τσέ­χωφ (А­н­т­он Ч­е­х­ов) (Ταγ­καν­ρὸγκ Ρω­σί­ας 1860 – Μπαν­τεν­βά­ι­λερ Γερ­μα­νί­ας 1904). Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Μό­σχα. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἰ­α­τρι­κὲς σπου­δὲς ἄρ­χι­σε καὶ τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Πο­τὲ δὲν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν ἰ­α­τρι­κή. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους θε­α­τρι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ 19ου αἰ. καὶ ὄ­χι μό­νο. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Τὸ ­στυ, στὶς 30/8/1901 σὲ με­τά­φρα­ση, ἀ­πὸ τὴ γαλ­λι­κὴ γλώσ­σα, τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Πα­πα­δι­α­μάν­τη.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Μου­σι­κός. Σπού­δα­σε ρω­σι­κὰ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πού­σκιν καὶ στὸ Κέν­τρο Ρω­σι­κῶν Σπου­δῶν Μίρ. Γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ πῆ­ρε τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης Ἄντον Τσέχωφ 2010.