Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ: Live your myth in Greece



Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ

Live your myth in Greece

(με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ μὲ τὸ πρό­γραμ­μα google-translate)


AYTO το ω­ραί­ο, πο­λυ­τε­λές, ζε­στό και πλή­ρως εκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νο ρε­τι­ρέ βρί­σκε­ται συ­νοι­κί­α Μα­κρυ­γιά­ννης, στον 7ο ό­ρο­φο με­τα­μον­τέρ­νου κτι­ρί­ου, κον­τά πρό­πο­δες του λό­φου Α­κρό­πο­λης.

       Α­πέ­χει 5 λε­πτά με τα πό­δια α­πό το Με­τρό Α­κρό­πο­λη, το Μου­σεί­ο Α­κρό­πο­λη και την Πλά­κα (πα­λιά πό­λη).

       Το μπαλ­κό­νι δι­α­θέ­τει ε­ξαι­ρε­τι­κή πα­νο­ρα­μι­κή θέ­α Α­κρό­πο­λη, το αρ­χαί­ο θέ­α­τρο Η­ρώ­δει­ο, το λό­φο Λυ­κα­βητ­τός, το λό­φο Φι­λό­παπ­πος και το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος Α­θή­να.

       Έ­χει ευ­ρύ­χω­ρο κα­θι­στι­κό και κου­ζί­να, δύ­ο υ­πνο­δω­μά­τια και δύ­ο μπά­νια.

       Μπο­ρεί να φι­λο­ξε­νή­σει 4 ά­το­μα στα υ­πνο­δω­μά­τια και άλ­λα δύ­ο πεν­τα­θέ­σιοι κα­να­πέ­δες-κρε­βά­τια.

       Έ­χει μέ­γε­θος 132 τ.μ., και μπαλ­κό­νι 35 τ.μ. (γε­μά­το με υ­πέ­ρο­χη ε­πί­πλω­ση, άν­θη, λου­λού­δια, καλ­λω­πι­στι­κά φυ­τά και υ­φά­σμα­τα) ό­που μπο­ρείς να πά­ρε­τε τον πρω­ι­νό κα­φέ, να κά­νει η­λι­ο­θε­ρα­πεί­α, ή να α­πο­λαύ­σε­τε το κρα­σί το βρά­δυ κά­τω α­πό ατ­τι­κό ου­ρα­νό και εκ­πλη­κτι­κή θέ­α φω­τι­σμέ­νης Α­κρό­πο­λη.

       Το δι­α­μέ­ρι­σμα δι­α­θέ­τει δύ­ο υ­πνο­δω­μά­τια, το κυ­ρί­ως υ­πνο­δω­μά­τιο με έ­να king size κρε­βά­τι και δεύ­τε­ρο υ­πνο­δω­μά­τιο με δι­πλό κρε­βά­τι.

       Εί­ναι πλή­ρως ε­πι­πλω­μέ­νο, με ξε­χω­ρι­στά κλι­μα­τι­στι­κά σε κά­θε δω­μά­τιο και σα­λό­νι. Το δι­α­μέ­ρι­σμα δι­α­θέ­τει αυ­τό­νο­μη θέρ­μαν­ση φυ­σι­κού α­έ­ριου, ε­πί­πε­δη τη­λε­ό­ρα­ση home cinema 44 ίν­τσες, γρα­φεί­ο με φο­ρη­τό υ­πο­λο­γι­στή, χρη­μα­το­κι­βώ­τιο, πλυν­τή­ριο πιά­των, πλυν­τή­ριο ρού­χων (χρω­μί­ου), στε­γνω­τή­ριο ρού­χων, σί­δε­ρο και σι­δε­ρώ­στρα, στε­γνω­τή­ρα μαλ­λι­ών, μη­χα­νή κα­φέ Espresso (με κά­ψου­λες), φούρ­νο μι­κρο­κυ­μά­των, κα­φε­τι­έ­ρα φίλ­τρου, το­στι­έ­ρα (αγ­γλι­κού τύ­που) και βρα­στή­ρα.

       Το σα­λό­νι, έ­να μείγ­μα σύγ­χρο­νη κομ­ψό­τη­τα με ι­δι­αί­τε­ρο σχε­δια­σμό, α­πο­τε­λεί­ται α­πό λευ­κά έ­πι­πλα και κα­φέ ξύ­λι­να δά­πε­δα, ε­πι­με­λη­μέ­νη τέ­χνη, αυ­θεν­τι­κοί πί­να­κες ζω­γρα­φι­κής, τζά­κι, vintage χα­λιά και πο­λυ­ε­λαί­ους αι­σθη­τι­κής νέ­ο-Baroque.

       Πα­ρέ­χει ε­πί­σης τα υ­λι­κά για πρω­ι­νό σας: αυ­γά και μπέ­ι­κον, γά­λα και κα­λό γι­α­ούρ­τι, χω­ρι­ά­τι­κο ψω­μί, μαρ­με­λά­δα και σπι­τι­κό κέ­ικ, δι­ά­φο­ρες ποι­κι­λί­ες κα­φέ και τσα­γιού, πολ­λά φρέ­σκα φρού­τα! Συν έ­να μπου­κά­λι κα­λό κρα­σί (ό­λα πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στην τι­μή)!

       Ση­μαν­τι­κό: για λό­γους α­σφα­λεί­ας υ­πάρ­χει πυ­ρο­σβε­στή­ρας και κι­βώ­τιο πρώ­των βο­ή­θει­ες.

       Σχε­τι­κά με τον ι­δι­ο­κτή­τη:

       Ο ι­δι­ο­κτή­της του εν λό­γω ρε­τι­ρέ εί­ναι σχε­διά­ζω μό­δα που εί­ναι πα­θι­α­σμέ­νος με την αρ­χαί­α ελ­λη­νι­κή ι­στο­ρί­α και εί­ναι ο ι­θύ­νων νους ό­σο α­φο­ρά τον ε­σω­τε­ρι­κό σχε­δια­σμό του δι­α­μέ­ρι­σμα. Ο σχε­δια­σμός συν­δυά­ζει σύγ­χρο­νο γρα­νί­τη, δά­πε­δα παρ­κέ, έν­θε­τα πλα­κά­κια αι­σθη­τι­κής art nouveau και vintage ο­ρο­φή. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι έ­νας ζε­στός, α­τμο­σφαι­ρι­κός χώ­ρος που εί­ναι ε­ξί­σου πο­λυ­τε­λής και ά­νε­τος.

       Ο ι­δι­ο­κτή­της θα εί­ναι ευ­τυ­χής να ε­πι­κοι­νω­νή­σω με τους κα­λε­σμέ­νους του για ο­τι­δή­πο­τε θα έ­κα­νε τη δι­α­μο­νή πιο ευ­χά­ρι­στη. Έ­χει λί­στα με ε­ξαι­ρε­τι­κά ε­στι­α­τό­ρια και μπαρ και μπο­ρεί να σας δώ­σω πλη­ρο­φο­ρί­ες για τα­ξί­δια στην υ­πό­λοι­πη Ατ­τι­κή και Ελ­λά­δα. Θα εί­μαι πο­λύ χα­ρού­με­νος αν μπο­ρεί να βο­η­θή­σω σε ο­ποι­εσ­δή­πο­τε ε­ρώ­τη­ση φι­λο­ξε­νου­μέ­νων. Μι­λά ά­πται­στα αγ­γλι­κά και βα­σι­κά γαλ­λι­κά.

       Κα­νό­νες σπι­τιού:

Α­πα­γο­ρεύ­ε­ται το κά­πνι­σμα (ε­πι­τρέ­πε­ται μό­νο στη βε­ράν­τα).

Α­κα­τάλ­λη­λο για κα­τοι­κί­δια.

Α­πα­γο­ρεύ­ον­ται τα πάρ­τι και οι εκ­δη­λώ­σεις.

Α­πα­γο­ρεύ­ε­ται η χρή­ση ναρ­κω­τι­κών ου­σι­ών.

Τυ­χόν φθο­ρές ή ζη­μι­ές θα α­πο­ζη­μί­ω­ση ά­με­σα.

Πα­ρέ­χον­ται πε­τσέ­τες αλ­λά δεν πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται ως ψά­θες μπά­νιου, ή για α­φαί­ρε­ση του μα­κι­γι­άζ.

Σύμ­φω­να με τους νό­μους εί­ναι α­πα­ραί­τη­το να ση­μει­ω­θεί πλή­ρες ό­νο­μα, ε­θνι­κό­τη­τα και α­ριθ­μός δι­α­βα­τη­ρί­ου του ε­πι­σκέ­πτη κα­τά την ά­φι­ξη.

       Κου­ζί­να:

Α­να­μέ­νου­με α­πό τους κα­λε­σμέ­νους, πριν α­πό την α­να­χώ­ρη­ση, να κα­θα­ρί­σουν τα πιά­τα και α­φή­νω την κου­ζί­να κα­θα­ρή. Σε πε­ρί­πτω­ση που δεν θέ­λω να κα­θα­ρί­σε­τε τα πιά­τα ή δεν έ­χε­τε χρό­νο για να το κά­νεις, μπο­ρεί­τε να α­φή­σε­τε 14 ευ­ρώ σε με­τρη­τά στην κου­ζί­να για υ­πη­ρε­σί­α κα­θα­ρι­σμού.

       Του­α­λέ­τα:

Με κά­θε δι­α­μο­νή, α­νε­ξάρ­τη­τα διά­ρκεια, προ­σφο­ρά 4 ρο­λά χαρ­τιού υ­γεί­ας.

       Κά­δος α­πορ­ριμ­μά­των:

       Οι ε­πι­σκέ­πτες κα­λούν­ται να κα­τά­θε­ση τα α­πορ­ρίμ­μα­τά τα­κτι­κά στον γκρί­ζους κά­δους α­πορ­ριμ­μά­των στο δρό­μο. Πα­ρα­κα­λού­με να α­να­κυ­κλώ­νε­τε. Οι μπλε κά­δοι προ­ο­ρί­ζον­ται για α­να­κύ­κλω­ση υ­λι­κών.

       Δι­ά­φο­ρα:

Σεν­τό­νια και πε­τσέ­τες στο δι­α­μέ­ρι­σμα εί­ναι κα­λύ­τε­ρη ποι­ό­τη­τα και πλέ­νον­ται και σι­δε­ρώ­νον­ται με τους υ­ψη­λό­τε­ρους ευ­ρω­πα­ϊ­κούς κα­νο­νι­σμούς.

       Το δι­α­μέ­ρι­σμα εί­ναι φι­λι­κό προς ο­μο­φυ­λό­φι­λος, φι­λι­κό προς lesbian, seniors τα­ξι­δι­ώ­της και single γυ­ναί­κα.

       Ση­μαν­τι­κό πλε­ο­νέ­κτη­μα: ε­νώ βρί­σκε­ται δί­πλα σε ό­λα τα κύ­ρια α­ξι­ο­θέ­α­τα, ταυ­τό­χρο­να εί­ναι έ­να πο­λύ ή­συ­χο και α­σφα­λές μέ­ρος.

       Υ­πάρ­χει μια δω­ρε­άν ε­φαρ­μο­γή ό­νο­μα TfA που μπο­ρεί­τε να α­γο­ρά­σω ει­σι­τή­ρια για ό­λες δη­μό­σι­ες συγ­κοι­νω­νί­ες χρη­σι­μο­ποι­ών­τας α­πευ­θεί­ας πι­στω­τι­κή ή χρε­ω­στι­κή κάρ­τα.

       Η πε­ρι­ο­χή πή­ρε το ό­νο­μα α­πό Ι­ω­άν­νη Μα­κρυ­γιά­ννη, Έλ­λη­να στρα­τη­γό του Α­γώ­να Α­νε­ξαρ­τη­σί­ας 1821-1830, λό­γω κα­τοι­κί­ας του στην πε­ρι­ο­χή.

       Α­πέ­ναν­τι α­πό το σπί­τι του χτί­στη­κε έ­να στρα­τι­ω­τι­κό νο­σο­κο­μεί­ο α­πό αρ­χι­τέ­κτο­να Weiler το ο­ποί­ο χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε αρ­γό­τε­ρα ως έ­δρα της χω­ρο­φυ­λα­κής ό­που έ­λα­βε χώ­ρα μια δι­ά­ση­μη βί­αι­η α­να­μέ­τρη­ση κα­τά τη διά­ρκεια Δε­κέμ­βριος 1944.

       Στην πε­ρι­ο­χή Μα­κρυ­γιά­ννη βρί­σκε­ται το νέ­ο μου­σεί­ο Α­κρό­πο­λη που εγ­και­νι­ά­στη­κε το 2009 με το ο­ποί­ο οι κά­τοι­κοι συν­δέ­ον­ται με την ι­στο­ρί­α τους – ι­στο­ρί­α 4000 ε­τών – και εί­ναι μάρ­τυ­ρες της συ­νέ­χι­σης του αρ­χαί­ου ελ­λη­νι­κού πο­λι­τι­σμού.

       Σή­με­ρα πολ­λά μι­κρά κα­τα­στή­μα­τα και υ­πη­ρε­σί­ες ε­ξα­κο­λου­θούν να α­κο­λου­θούν τις δι­κές τους πα­ρα­δό­σεις, σε μια γει­το­νιά που ε­ξα­κο­λου­θεί να έ­χει την αί­σθη­ση μιας κοι­νό­τη­τας.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ (1976, φι­λο­λο­γι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Ἀ­λέ­ξη Πα­πα­δι­α­μάν­τη). Πε­ζο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἕ­νε­κε­ν μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Για­τί νὰ μὴ δι­α­βά­ζου­με τοὺς κλα­σι­κούς» (Φε­βρ. ’14). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Θρά­κα.


			
Διαφημίσεις

Π. Ἔνιγουεϊ: Ἐγὼ καὶ… ὁ ἑαυτός μου


Anyway,P.(Theodorakis,Panagiotis)-EgoKai...OEaytosMou-Eikona-01


Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ


Ἐ­γὼ καί… ὁ ἑ­αυ­τός μου

 

10-Taph-Chronica_Polonorum_TΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ (καὶ ἐλ­πί­ζω γιὰ τε­λευ­ταῖ­α) φο­ρὰ ἀ­πό­γευ­μα γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, τὸν πε­ρα­σμέ­νο μή­να. Κα­θό­ταν στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἔ­γρα­φε κά­τι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή μου (ἀ­παν­τοῦ­σε στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μη­νύ­μα­τα τῶν φί­λων μου). Ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα καὶ κον­το­στά­θη­κα. Μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ ξα­να­γύ­ρι­σε πρὸς τὴν ὀ­θό­νη.

       «Τί θέ­λεις;» τὸν ρώ­τη­σα καὶ ἄ­να­ψα τὸ θερ­μο­σί­φω­να.

       «Ἔ­χει ζε­στὸ νε­ρό. Πρὶν λί­γο πλύ­θη­κα» ἀ­πάν­τη­σε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο.

       Πῆ­γα γε­μά­τος νεῦ­ρα στὴν κου­ζί­να. Ἄ­νοι­ξα μη­χα­νι­κά τὸ ψυ­γεῖ­ο.

       «Στὸ φοῦρ­νο ἔ­χει μπρι­ζό­λες. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μη ζε­στὲς» τὸν ἄ­κου­σα ἀ­πὸ μέ­σα.

       Ἔ­φτια­ξα μιὰ σα­λά­τα καὶ δο­κί­μα­σα μί­α ἀ­πὸ τὶς μπρι­ζό­λες του ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά. Φο­βό­μουν μὴ μὲ δη­λη­τη­ριά­σει. Σκε­φτό­μουν πό­σο και­ρὸ θὰ μεί­νει μα­ζί μας. Καὶ βέ­βαι­α τί ἀν­τί­δρα­ση θὰ ἔ­χει ἡ Στέλ­λα, ἡ γυ­ναί­κα μου, μό­λις τὸν δεῖ.

       Ἔ­κα­να μπά­νιο, ξυ­ρί­στη­κα καὶ πῆ­γα στὸ σα­λό­νι.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ ἄλ­λη φο­ρὰ νὰ μα­ζεύ­εις τὶς τρί­χες ἀ­πὸ τὴν μπα­νι­έ­ρα, ὅ­ταν τε­λει­ώ­νεις», τὸν ἐ­πέ­πλη­ξα, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ἔ­κα­νε πὼς δὲν ἄ­κου­σε. «Καὶ ἐ­πί­σης θέ­λω νὰ δῶ τὰ email μου…»

       «Δὲν μπο­ρεῖς. Ἄλ­λα­ξα τοὺς κω­δι­κούς. Στὸ ἑ­ξῆς θὰ τὰ βλέ­πω μό­νο ἐ­γώ.»

       Ἤ­μουν ἕ­τοι­μος νὰ τοῦ πε­τά­ξω τὸ βά­ζο μὲ τὰ μπαμ­ποὺ ποὺ ἦ­ταν στὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα. Ἦ­ταν ἡ Στέλ­λα.

       «Κα­λη­σπέ­ρα. Τί κά­νουν τὰ ἀ­γό­ρια; Πῶς ἦ­ταν ἡ μέ­ρα σας;», καὶ ἄ­να­ψε τὸ θερ­μο­σί­φω­να.

       «Ἔ­χει ζε­στὸ νε­ρό. Πρὶν λί­γο πλύ­θη­κα», ἀ­πάν­τη­σα, καὶ ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο.

       Ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα ἡ Στέλ­λα ἦ­ταν φι­λι­κὴ μα­ζί του, σὰν νὰ τὸν ἤ­ξε­ρε χρό­νια. Ἐ­γὼ εἶ­χα ἀ­πο­μο­νω­θεῖ στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό μου ἦ­ταν στὸ σα­λό­νι. Βλέ­πα­νε κά­ποι­α ται­νί­α πί­νον­τας μπί­ρες καὶ τσιμ­πο­λο­γών­τας πα­τα­τά­κια.

       «Μω­ρό μου, δὲ θὲς νὰ δεῖς τὴν ται­νί­α; Πε­ρι­πέ­τεια εἶ­ναι, θὰ σ’ ἀ­ρέ­σει… Ἔ­λα, κά­τσε μα­ζί μας, ἔ­στω γιὰ τὴν πα­ρέ­α…»

       Τοὺς κα­λη­νύ­χτι­σα, βούρ­τσι­σα τὰ δόν­τια καὶ ξά­πλω­σα στὸ κρε­βά­τι. Ἤ­μουν τό­σο­  ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος ποὺ ἄρ­γη­σα νὰ ἀ­πο­κοι­μη­θῶ. Στρι­φο­γύ­ρι­ζα στὸ κρε­βά­τι πολ­λὴ ὥ­ρα.

       Ξύ­πνη­σα λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ κά­τι φω­νές. Πη­δοῦ­σε τὴ γυ­ναί­κα μου, ὁ ἀ­λή­της, καὶ μά­λι­στα ἀ­κρι­βῶς δί­πλα μου! Γύ­ρι­σα πλευ­ρὸ νὰ μὴν τοὺς βλέ­πω. Λέ­γα­νε καὶ βρο­μό­λο­γα ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο! Σκέ­τη ἀ­η­δί­α! Ἡ Στέλ­λα πρώ­τη φο­ρὰ φώ­να­ζε τό­σο δυ­να­τά! Μοῦ πή­ρα­νε τ’ αὐ­τιά, ὅ­ταν τε­λει­ώ­σα­νε…

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ση­κώ­θη­κα. Πῆ­γα στὴν κου­ζί­να νὰ πι­ῶ νε­ρό. Ἔ­κα­νε τρο­με­ρὴ ζέ­στη. Ἦ­ταν κι ὁ ἐ­κνευ­ρι­σμὸς μὲ ὅ­σα γι­νόν­του­σαν μέ­σα στὸ ἴ­διο μου τὸ σπί­τι ποὺ μὲ εἶ­χε ἀ­φυ­δα­τώ­σει. Τὰ «πι­τσου­νά­κια» κοι­μόν­του­σαν στὸ κρε­βά­τι μου ἀγ­κα­λι­α­σμέ­να. Ἔ­πρε­πε νὰ βά­λω ἕ­να τέ­λος. Δὲν πή­γαι­νε ἄλ­λο. Ἦ­ταν ἡ χει­ρό­τε­ρη μέ­ρα τῆς ζω­ῆς μου.

       Ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι μὲ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἅρ­πα­ξα τὸ πιὸ κο­φτε­ρὸ μα­χαί­ρι, αὐ­τὸ γιὰ τὰ κρέ­α­τα, καὶ ἐ­πέ­στρε­ψα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ ξεμ­περ­δέ­ψω μὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α τὸ τα­χύ­τε­ρο. Ἡ Στέλ­λα εἶ­χε ση­κω­θεῖ γιὰ νὰ κά­νει ἕ­να ντούς.

       «Μή! Τί πᾶς νὰ κά­νεις;» φώ­να­ξε.

       «Φύ­γε Στέλ­λα! Κρα­τά­ω μα­χαί­ρι…!», τὴν προ­ει­δο­ποί­η­σα καὶ ὅρ­μη­σα κα­τὰ πά­νω του. Κοι­μό­ταν σὲ «ἐμ­βρυα­κὴ θέ­ση». Τοῦ τὸ κάρ­φω­σα στὸ πλευ­ρό. Ἡ Στέλ­λα ἄρ­χι­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει. Με­τὰ λι­πο­θύ­μη­σε.

       Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια, ὅ­λα ἦ­ταν θο­λὰ καὶ σκο­τει­νά. Μὲ εἶ­χαν κα­λω­δι­ω­μέ­νο στὴν ἐν­τα­τι­κὴ κά­ποι­ου νο­σο­κο­μεί­ου. Δυ­σκο­λευ­ό­μουν ν’ ἀ­να­πνεύ­σω. Ἡ Στέλ­λα κα­θό­ταν δί­πλα μου καὶ μοῦ ἔ­τρι­βε τὸ χέ­ρι.

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἄ­κου­σα γορ­γὰ βή­μα­τα νὰ μὲ πλη­σιά­ζουν.

       «Πῶς νι­ώ­θε­τε;», ρώ­τη­σε ἕ­νας για­τρὸς ὅ­λο ἀ­γω­νί­α στὸ αὐ­τί μου.

       «Για­τρέ… Για­τρέ… Πο­νά­ω στὰ πλευ­ρά… Σὰν κά­ποι­ος νὰ μὲ μα­χαί­ρω­σε…»

       Γύ­ρι­σα ἀρ­γὰ πρὸς τὴ Στέλ­λα. Ἔ­κλαι­γε.


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔνιγουεϊ ἔ­χει γρά­ψει μί­α ἀνέκδοτη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο «Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα».


Π. Ἔνιγουεϊ: Έκθεση Τετάρτης Δημοτικού

.

 863AEEC985E00B3340726972C759865E

 .

Π. Ἔνιγουεϊ

Έκθεση Τετάρτης Δημοτικού

  

Θέ­μα: Πε­ρι­γράψ­τε εν συ­ντο­μί­α μία έ­ντο­νη ε­μπει­ρί­α που ζή­σα­τε με τους γο­νείς σας.

 

«Α­α­α! Α­α­α!»

       Ξύ­πνη­σα.

       «Α­α­α! Α­α­α! Α­α­α!», η φω­νή συ­νέ­χι­σε. Ή­ταν η μα­μά. Φώνα­ζε α­πό το δω­μά­τιό της. Κά­τι συ­νέ­βαι­νε. Ζη­τού­σε βο­ή­θεια. Κα­λού­σε τον μπα­μπά – πού βρι­σκό­ταν, α­φού εί­χα­με ξα­πλώ­σει ό­λοι μα­ζί;

       Ε­γώ, έ­να μι­κρό παι­δί πέ­ντε χρο­νών, ξα­πλω­μέ­νος στο κρε­βά­τι μου να α­κού­ω τις φω­νές της μα­μάς και να κοι­τά­ζω την ο­ρο­φή με α­γω­νί­α, με φό­βο, αλ­λά και α­πο­ρία. Τι συ­ναί­βε­νε; Εί­χε μπει στο σπί­τι μας κα­νέ­νας κλέ­φτης; Τι έ­κα­νε στη μα­νού­λα; Τι εί­χε κά­νει στον μπα­μπά; Τον εί­χε χτυ­πή­σει; Θα ερ­χό­ταν και στο δι­κό μου δω­μά­τιο αρ­γό­τε­ρα; Τι θα μου έ­κα­νε;

       «Α­α­α! Α­α­α!» α­κού­στη­κε τό­τε η φω­νή του μπα­μπά, το ί­διο α­γω­νιώ­δης, το ί­διο φοβι­σμέ­νη με αυ­τή της μα­μάς. Ο κλέ­φτης τούς χτυ­πού­σε; Τους α­πει­λού­σε; Κρα­τούσε μα­χαί­ρι; Πι­στό­λι; Αλ­λά για­τί δεν α­κου­γό­ταν; Για­τί δε μι­λού­σε; Φο­ρού­σε μάσκα; Δε μι­λού­σε για να μην τον α­να­γνω­ρή­σουν; Ή­ταν λοι­πόν γνω­στός μας; Συγ­γενής μας; Ή­ταν δει­λός! Το μό­νο βέ­βαιο. Ή­ταν δει­λός και φο­βό­ταν ό­σο κι ε­γώ. Έ­πρεπε ό­μως να κά­νω κά­τι. Να α­ντει­δρά­σω. Να μο­νο­μα­χή­σω με τον τρο­με­ρό λη­στή και να τον νι­κή­σω – δεν εί­χα άλ­λη. Έ­πρε­πε να δρά­σω, και μά­λι­στα γρή­γο­ρα. Να ε­πιτε­θώ. Αλ­λά με τι; Το βρή­κα! Με το νε­ρο­πί­στο­λο! Θα το γε­μί­σω νε­ρο­μπο­γιά και θα του ρί­ξω στα μά­τια! Θα τον τη­φλώ­σω!

       Ση­κώ­θη­κα α­θό­ρυ­βα α­πό το κρε­βά­τι και ό­πλι­σα γρή­γο­ρα το νε­ρο­πί­στο­λο με πράσι­νη νε­ρο­μπο­γιά. Περ­πά­τη­σα στις μύ­τες των πο­διών και έ­φτα­σα έ­ξω α­πό την κρε­βα­το­κά­μα­ρα κρα­τώ­ντας με τα δυο μου χέ­ρια το νε­ρο­πί­στο­λο, έ­τοι­μο να… εκπηρ­σο­κρο­τή­σει! Η πόρ­τα ή­ταν μι­σά­νοι­χτη. Α­κού­μπη­σα την πλά­τη μου στο κούφο­μα και έ­φε­ρα στο στή­θος το νε­ρο­πί­στο­λο με το δά­χτυ­λο στη σκαν­δά­λη. Έ­στριψα αρ­γά το πρό­σω­πό μου και κοί­τα­ξα α­πό τη χα­ρα­μά­δα της πόρ­τας. Αλ­λά τι να δω! Ού­τε κλέ­φτης υ­πήρ­χε, ού­τε κα­νέ­νας δια­ρή­κτης, ού­τε τί­πο­τα! Μό­νο η μα­μά κι ο μπα­μπάς να χο­ρεύ­ουν γυ­μνοί και α­γκα­λια­σμέ­νοι πά­νω στο κρε­βά­τι! Τη μί­α φο­ρά α­νά­σκε­λα, την άλ­λη μπρού­μυ­τα, πλά­ι πλά­ι, όρ­θιοι, γο­να­τι­στοί… Και συ­νέχεια να φω­νά­ζουν, ό­λο να φω­νά­ζουν… «Α­α­α!Α­α­α!» και «Ουου! Ουου!». Τι ή­ταν ό­λα αυτά μες στη νύ­χτα; Γιορ­τά­ζα­με τί­πο­τα; Εί­χα­με κα­μιά ε­πέ­τειο; Αλ­λά α­πο­ρώ, δεν κου­ρά­ζο­νται να χο­ρεύ­ουν τό­ση ώ­ρα α­στα­μά­τη­τα; Δε βα­ριού­νται έ­τσι ά­τσα­λα και μο­νό­το­να ό­πως κου­νιού­νται;

       Τό­τε ο μπα­μπάς έ­κα­νε κά­τι που με ε­ξόρ­γι­σε: Γύ­ρι­σε στο πλά­ι και άρ­χι­σε να θυλά­ζει τη μα­μά! Αυ­τό δεν ή­ταν σω­στό! Δεν ή­ταν δί­καιο! Αυ­τό ά­ρε­σε και σ’ ε­μένα! Για­τί να θυ­λά­ζει ο μπα­μπάς τη μα­μά κι ε­γώ ό­χι; Για ποιο λό­γο η μα­μά το εί­χε α­πα­γο­ρεύ­σει σε ε­μέ­να ε­νώ τον μπα­μπά τον ά­φη­νε α­νε­μπό­δει­στο; «Γιωρ­γά­κη, τα με­γά­λα παι­διά δε θυ­λά­ζουν!», μου εί­χε πει τό­τε, και τώ­ρα μπρο­στά στα μά­τια μου υ­πέ­κυ­πτε α­διαρ­μα­τή­ρη­τα στις ε­πι­θυ­μί­ες του μπα­μπά! Ή­μουν έ­τοι­μος να βά­λω τα κλά­μα­τα! Δεν μπο­ρού­σα ν’ α­να­πνεύ­σω, έ­νας κό­μπος εί­χε κά­τσει στο λαι­μό μου, τα χέ­ρια μου τρέ­μα­νε α­πό το θυ­μό μου!

       «Δεν υ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση! Σή­με­ρα θα θυ­λά­σω κι ε­γώ!», σκέ­φτη­κα και έ­σπρω­ξα σιγά σι­γά την πόρ­τα. Εί­χαν α­πό ώ­ρα στα­μα­τή­σει το χο­ρό. Εί­χαν κου­ρα­στεί και κοι­μό­ντου­σαν α­γκα­λια­σμέ­νοι. Μπή­κα στο υ­πνο­δω­μά­τιο με το νε­ρο­πί­στο­λο να δεί­χνει τη μα­μά και με το χέ­ρι στη σκαν­δά­λη. Αν τυ­χόν έ­φερ­νε α­ντίρ­ρη­ση, θα της έ­ρι­χνα! Πλη­σί­α­σα στο στή­θος της και άρ­χι­σα να θυ­λά­ζω… Ό­μως τι έκ­πλη­ξη! Δε γεύ­τη­κα το πολ­λυ­πό­θη­το γά­λα! Κα­τα­στρο­φή! Α­τυ­χί­α!

       Τό­τε ξύ­πνη­σε η μα­μά:

       «Γιωρ­γά­κη, τι κά­νεις ε­δώ πέ­ρα;»

       «Μα­μά, ο μπα­μπάς ή­πιε μό­νος του ό­λο το γά­λα! Δε μου ά­φη­σε κα­θό­λου!», και ξέ­σπα­σα σε κλά­μα­τα.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Π. ’Ένιγουεϊ, ἔχει γράψει μία ἀνέκδοτη συλλογή διηγημάτων μὲ τίτλο «Δὲν θὰ ξαναγράψω ποτὲ πιὰ ἄλλα διηγήματα καὶ ἄλλα διηγήματα».