Οὔρσουλα Φωσκόλου: Νέκυια

Foskolou,Oursoula-Nekyia-Eikona-01b


Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου


Νέ­κυι­α

 

12-EpsilonΠΕΣΑ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ ἕ­να βρά­δυ, βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ μπάρ. Δὲν εἶ­χα πι­εῖ πο­λύ, πα­ρα­πα­τοῦ­σα, ὡ­στό­σο, ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση καὶ στὸ πρό­σω­πό μου βρι­σκό­ταν, καρ­φω­μέ­νο, ἕ­να ἀ­ναί­τιο χα­μό­γε­λο. Κρα­τοῦ­σα ἀ­κό­μη ἕ­να μπου­κά­λι μπύ­ρας, ποὺ λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ χυ­θεῖ στὸ φό­ρε­μά της. Εἶ­χε τὰ μαλ­λιὰ πια­σμέ­να στὴ βά­ση τοῦ λαι­μοῦ, ἀ­πὸ τὴ μύ­τη της κρε­μό­ταν ἕ­νας κρί­κος ποὺ ἀ­σή­μι­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἀ­ναμ­μέ­νη ἐ­πι­γρα­φὴ τοῦ μα­γα­ζιοῦ. Στὸ φῶς μπο­ροῦ­σες νὰ δι­α­κρί­νεις ὁ­ρι­σμέ­νες λευ­κὲς τρί­χες, ποὺ πε­τά­γον­ταν, σὰν ἠ­λε­κτρι­σμέ­νες, ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ. Εἶ­χε πε­ρα­σμέ­νη στὸν ὦ­μο μιὰ ὑ­φα­σμά­τι­νη τσάν­τα καὶ στὸ χέ­ρι κρα­τοῦ­σε ἕ­να ζευ­γά­ρι ψη­λο­τά­κου­νες γό­βες. Τὴν κοί­τα­ξα, θυ­μᾶ­μαι, ἀ­πὸ τὴν κορ­φὴ ἕ­ως τὰ νύ­χια: δὲν μοῦ φά­νη­κε ὄ­μορ­φη. Λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα, φι­λι­ό­μα­σταν στὸ πί­σω κά­θι­σμα τοῦ Γιά­ρις. Περ­νοῦ­σα τὴν ἀ­νά­στρο­φη τοῦ χε­ριοῦ μου ἀ­πὸ τὴν πλά­τη της κι ἔ­μοια­ζε νὰ γουρ­γου­ρί­ζει εὐ­τυ­χι­σμέ­να, σὰν γα­τί. Ξυ­πνοῦ­σαν, θαρ­ρεῖς, οἱ σπόν­δυ­λοί της κά­τω ἀ­πὸ κά­θε μου ἄγ­γιγ­μα καὶ τὸ σῶ­μα της φού­σκω­νε, ζε­στὸ ζυ­μά­ρι, στὸ πλευ­ρό μου.

        Ὁ­δή­γη­σα μέ­χρι τὸν Λυ­κα­βητ­τὸ καὶ πάρ­κα­ρα κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς. Δὲν πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κε, πα­ρά μοῦ γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη καὶ πῆ­ρε νὰ γδύ­νε­ται. Εἶ­χε ἕ­να με­γά­λο καὶ πε­ρί­ερ­γο τα­του­ὰζ ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ χα­μη­λὰ στὴ μέ­ση, τὴν ἀγ­κά­λια­ζε κι ἔ­φτα­νε ὣς τὴν κλεί­δα. Ἔ­μοια­ζε μὲ τε­ρά­στιο κύ­μα, μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρά­δερ­ναν, πνιγ­μέ­να, χί­λια δυ­ὸ πράγ­μα­τα: κι­νέ­ζι­κα ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα, ὑ­ά­κιν­θοι, παι­ώ­νι­ες, ἕ­να μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νιο πε­ρι­δέ­ραι­ο παρ­μέ­νο, ἔ­λε­γες, ἀ­πὸ τ’ ἀμ­πά­ρια τοῦ Ναυ­τί­λου. Στρά­φη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος μου κι ἔμ­πη­ξε ἐ­λα­φρά τὰ νύ­χια της στὰ μά­γου­λά μου. Μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι τῆς ἔ­πι­α­να σφι­χτὰ τὸ στῆ­θος καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο τὴν τρα­βοῦ­σα ἐ­πά­νω μου. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­βγα­ζε μι­λιά. Μό­νο κοι­τοῦ­σε: ἔ­ξω ἀ­πὸ μέ­να, πί­σω ἀ­π’ τὸ βου­νό, μὲ μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα καὶ μαῦ­ρα.

        Ὅ­πως τε­λεί­ω­να, κόλ­λη­σα τὸ πρό­σω­πό μου στὸ δι­κό της. Ἤ­θε­λα νὰ μὲ βλέ­πει καὶ τῆς τό ‘­πα. Τὴν ἔ­πι­α­σα γε­ρὰ ἀ­π’ τοὺς ὤ­μους, τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ πλά­τη της με­τα­μορ­φω­νό­ταν σὲ ἄ­καμ­πτο τό­ξο. Ἔ­νι­ω­σα κά­θε φλέ­βα στὸ κορ­μί μου νὰ φου­σκώ­νει σὰν τὸ ζω­γρα­φι­σμέ­νο κύ­μα. Τό­σο ποὺ πλέ­ον ἀ­δυ­να­τοῦ­σα νὰ σκε­φτῶ. Ἔ­κλει­σα τὰ μά­τια καὶ φα­νε­ρώ­θη­καν ἐμ­πρός μου χί­λια πρό­σω­πα: ἡ Νί­κη, ἡ Μα­ρί­α, ἡ Ἑ­λέ­νη… κι ἔ­πει­τα ὁ Γι­ῶρ­γος, ὁ Νι­κό­λας, ὁ Φί­λιπ­πος, ἡ μά­να μου. Ξέ­βρα­ζε ἡ θά­λασ­σα στὰ πό­δια μου πό­τε τὸν ἕ­να καὶ πό­τε τὸν ἄλ­λο.

        «Θὰ σὲ ξα­να­δῶ;», ρώ­τη­σα.

        Κι ἔ­πει­τα, σὰν νὰ με­τά­νι­ω­σα: «Μὴν ἀ­παν­τή­σεις». Τῆς ἔ­δω­σα ὅ­σα χρή­μα­τα εἶ­χα καὶ τὴν ἄ­φη­σα ἐ­κεῖ πά­νω, μό­νη της, μπρο­στὰ στὸ ἄ­δει­ο θέ­α­τρο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου (1986). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γρα­φί­στρια. Ἡ πρώ­τη της ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα ἔ­γι­νε τὸ 2012, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Νέ­α Εὐ­θύ­νη, τοῦ Δη­μή­τρη Ἀγ­γε­λῆ. Δι­η­γή­μα­τα, κρι­τι­κὲς καὶ με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Φρέ­αρ, Τὸ Δέν­τρο, Δε(κα­τά), Πλα­νό­διον, Νέ­ο Ἐ­πί­πε­δο, Ἕ­νε­κεν. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Φρέ­αρ, ὅ­που με­τα­ξὺ ἄλ­λων δι­α­χει­ρί­ζε­ται καὶ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα του. Ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει προ­σε­χῶς ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κί­χλη.

Διαφημίσεις

Πίο Μπαρόχα (Pio Baroja): Τὸ ρολόι

.

Baroja,Pio-ToRoloi-Eikona-01-Ρομπ Εβανς

.

Πί­ο Μπα­ρό­χα (Pio Baroja)

.

Τὸ ρο­λό­ι

(El reloj)

.

«ὅ­τι πᾶ­σαι αἱ ἡ­μέ­ραι αὐ­τοῦ ἀλ­γη­μά­των καὶ θυ­μοῦ πε­ρι­σπα­σμὸς αὐ­τοῦ,

καί γε ἐν νυ­κτὶ οὐ κοι­μᾶ­ται ἡ καρ­δί­α αὐ­τοῦ»

Ἐκ­κλη­σια­στής 2,23

.

01-YpsilonΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ τῆς φαν­τα­σί­ας ὄ­μορ­φοι τό­ποι, ὅ­που τὰ δέν­τρα ἀ­να­στε­νά­ζουν καὶ τὰ κρυ­στάλ­λι­να ρυά­κια κυ­λοῦν τρα­γου­δών­τας ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ ὄ­χθες στο­λι­σμέ­νες μὲ λου­λού­δια, γιὰ νὰ χυ­θοῦν στὴ γα­λά­ζια θά­λασ­σα. Μα­κριὰ ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς τό­πους, πο­λὺ μα­κριά, εἶ­ναι ἕ­να μέ­ρος τρο­με­ρὸ καὶ μυ­στη­ρι­ῶ­δες, ὅ­που τὰ δέν­τρα ὑ­ψώ­νουν στὸν οὐ­ρα­νὸ τ’ ἀ­δύ­να­τα σκε­λε­τω­μέ­να χέ­ρια τους καὶ ἡ σι­ω­πὴ καὶ τὸ σκο­τά­δι προ­βάλ­λουν στὴν ψυ­χὴ ἀ­κτί­νες ζο­φε­ρῆς ἐ­ρη­μιᾶς καὶ θα­νά­του.

            Καὶ στὴν πιὸ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ αὐ­τοῦ τοῦ τό­που τῶν σκι­ῶν, ὑ­πάρ­χει ἕ­να κά­στρο, ἕ­να κά­στρο μαῦ­ρο καὶ με­γά­λο, μὲ πυρ­γί­σκους γιὰ ἐ­πάλ­ξεις, μὲ τὸν ἁ­ψι­δω­τὸ ἐ­ξώ­στη του πιὰ δι­α­λυ­μέ­νο καὶ μιὰ τά­φρο γε­μά­τη νε­κρὰ καὶ ἄρ­ρω­στα νε­ρά.

            Ἐ­γὼ τὸ γνω­ρί­ζω, τὸ ξέ­ρω αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος τὸ τρο­με­ρό. Μιὰ νύ­χτα, με­θυ­σμέ­νος ἀ­πὸ τὶς στε­να­χώ­ρι­ες μου καὶ τὸ ἀλ­κο­όλ, προ­χω­ροῦ­σα στὸ δρό­μο τα­λαν­τευ­ό­με­νος σὰν γέ­ρι­κο σκα­ρὶ στὸ ρυθ­μὸ ποὺ ἔ­δι­ναν οἱ νό­τες ἑ­νὸς πα­λιοῦ ναυ­τι­κοῦ τρα­γου­διοῦ. Ἦ­ταν ἕ­να τρα­γού­δι σὲ τό­νο μι­νό­ρε τὸ δι­κό μου, τρα­γού­δι ἑ­νὸς λα­οῦ ἄ­γριου καὶ πρω­τό­γο­νου, στε­νά­χω­ρο σὰν λου­θη­ρα­νι­κὸς ψαλ­μός, γα­λή­νιος σκο­πὸς μιᾶς πί­κρας με­γά­λης καὶ σκο­τει­νῆς, τῆς πί­κρας τοῦ βου­νοῦ καὶ τοῦ δά­σους. Καὶ ἦ­ταν νύ­χτα. Ξαφ­νι­κὰ αἰ­σθάν­θη­κα τρό­μο με­γά­λο. Βρέ­θη­κα κον­τὰ στὸ κά­στρο καὶ μπῆ­κα σὲ μιὰ ἔ­ρη­μη αἴ­θου­σα· ἕ­να γε­ρά­κι, μὲ σπα­σμέ­νο τὸ ἕ­να του φτε­ρό, σερ­νό­ταν στὸ πά­τω­μα.

            Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαι­νό­ταν ἡ σε­λή­νη, ποὺ φώ­τι­ζε μὲ τὸ ἰ­σχνό της φῶς τὸν πα­γω­μέ­νο καὶ γυ­μνὸ κάμ­πο. Στὶς τά­φρους ρι­γοῦ­σε τὸ ἀ­νή­συ­χο καὶ γε­μά­το ἀ­να­θυ­μιά­σεις νε­ρό. Πά­νω, στὸν οὐ­ρα­νό, ὁ λαμ­πε­ρὸς Ἀρ­κτοῦ­ρος ἀ­κτι­νο­βο­λοῦ­σε καὶ τρε­μό­παι­ζε μ’ ἕ­να βλε­φά­ρι­σμα μυ­στη­ρια­κὸ κι ἐμ­πι­στευ­τι­κό. Στὸ βά­θος, οἱ φλό­γες μιᾶς φω­τιᾶς τα­λαν­τεύ­ον­ταν ἀ­πὸ τὸν ἄ­νε­μο. Στὸ εὐ­ρύ­χω­ρο σα­λό­νι, ποὺ ἦ­ταν στο­λι­σμέ­νο μὲ μαῦ­ρες κουρ­τί­νες, το­πο­θέ­τη­σα τὸ κρε­βά­τι μου ἀ­πὸ ξε­ρὲς φτέ­ρες. Τὸ σα­λό­νι ἦ­ταν ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο: τὸ φώ­τι­ζε ἕ­να μι­κρὸ μαγ­κά­λι, ὅ­που ἔ­και­γαν ἕ­νας σω­ρὸς δα­διά. Κον­τὰ σ’ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς τοί­χους του ὑ­πῆρ­χε ἕ­να τε­ρά­στιο ρο­λό­ι, ψη­λὸ καὶ στε­νό, σὰν φέ­ρε­τρο, ἕ­να ρο­λό­ι μὲ μαῦ­ρο πε­ρί­βλη­μα, πού, τὶς γε­μά­τες μὲ ἡ­συ­χί­α νύ­χτες ἐ­ξα­πέ­λυ­ε τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ τὰκ μὲ τὴν ὁρ­μὴ μιᾶς ἀ­πει­λῆς.

       «Ἄ! Εἶ­μαι εὐ­τυ­χὴς —ἐ­πα­να­λάμ­βα­να στὸν ἑ­αυ­τὸ μου— . Δὲν ἀ­κού­ω πιὰ τὴ μι­ση­τὴ ἀν­θρώ­πι­νη φω­νή, πο­τέ, πο­τέ.»

      Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι με­τροῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες μὲ τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ τάκ.

      Ἡ ζω­ή μου ἦ­ταν ὑ­πὸ ἔ­λεγ­χο: εἶ­χα βρεῖ τὴν ἀ­νά­παυ­ση. Τὸ πνεῦ­μα μου ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸν τρό­μο τῆς νύ­χτας, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴ λευ­κὴ ἑ­ω­θι­νὴ κα­θα­ρό­τη­τα.

      Ὤ! Ἤ­μουν ἥ­συ­χος, τί­πο­τα δὲν τά­ρα­ζε τὴν ἠ­ρε­μί­α μου· θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πε­ρά­σω ἐ­κεῖ ὅ­λη μου τὴ ζω­ὴ μό­νος, πάν­τα μό­νος, μη­ρυ­κά­ζον­τας στὴ σι­ω­πὴ τὸν πι­κρὸ σα­νὸ τῶν ἰ­δε­ῶν μου, χω­ρὶς τρε­λὲς ἐλ­πί­δες, χω­ρὶς χα­ζὲς ψευ­δαι­σθή­σεις, μὲ τὸ πνεῦ­μα ξέ­χει­λο ἀ­πὸ μιὰ γκρί­ζα ἠ­ρε­μί­α, σὰν φθι­νο­πω­ρι­νὸ το­πί­ο.

      Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι με­τροῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες μὲ τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ τάκ. Τὶς ἤ­ρε­μες νύ­χτες μὲ συ­νό­δευ­ε μιὰ νό­τα με­λαγ­χο­λι­κή, τὸ τρα­γού­δι ἑ­νὸς βα­τρά­χου.

      — Κι ἐ­σὺ —ἔ­λε­γα στὸν βάρ­δο τῆς νύ­χτας— ζεῖς στὴ μο­να­ξιά. Στὰ βά­θη τῆς κρυ­ψώ­νας σου δὲν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος νὰ σοῦ ἀ­παν­τή­σει, πα­ρὰ ἡ ἠ­χὼ τῶν χτύ­πων τῆς καρ­διᾶς σου.

      Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι με­τροῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες μὲ τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ τάκ.

      Μιὰ νύ­χτα, μιὰ ἥ­συ­χη νύ­χτα, ἔ­νι­ω­σα τρό­μο γιὰ κά­τι ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο ποὺ κρε­μό­ταν πά­νω ἀ­π’ τὴν ψυ­χή μου: κά­τι τό­σο ἀ­ό­ρι­στο, ὅ­πως ἡ σκιὰ ἑ­νὸς ὀ­νεί­ρου στὴ φουρ­του­νι­α­σμέ­νη θά­λασ­σα τῶν ἰ­δε­ῶν. Πῆ­γα στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἐ­κεῖ πέ­ρα, στὸν μαῦ­ρο οὐ­ρα­νό, ἀ­ναρ­ρι­γοῦ­σαν καὶ τρε­μό­παι­ζαν τ’ ἀ­στέ­ρια, στὴν ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη τῶν μο­να­χι­κῶν τους ὑ­πάρ­ξε­ων· οὔ­τε φω­νή, οὔ­τε ἴ­χνος ζω­ῆς στὴ μαύ­ρη γῆ. Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι με­τροῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες μὲ τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ-τάκ.

      Ἔ­στη­σα τὸ ἀ­φτί μου· τί­πο­τα δὲν ἀ­κου­γό­ταν. Σι­ω­πή! Σι­ω­πὴ παν­τοῦ! Τρο­μαγ­μέ­νος, πα­ρα­λη­ρῶν, ἱ­κέ­τευ­σα τὰ δέν­τρα ποὺ ἀ­να­στε­νά­ζουν τὶς νύ­χτες νὰ μὲ συν­τρο­φεύ­σουν μὲ ἀ­να­στε­ναγ­μούς· ἱ­κέ­τευ­σα τὸν ἄ­νε­μο νὰ θρο­ΐσει μὲς ἀ­π’ τὰ φυλ­λώ­μα­τα καὶ τὴ βρο­χὴ νὰ ἀν­τη­χή­σει πά­νω στὰ ξε­ρὰ φύλ­λα τοῦ δρό­μου· καὶ πα­ρα­κά­λε­σα τὰ πράγ­μα­τα καὶ τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ μὴ μ’ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν καὶ ζή­τη­σα ἀ­πὸ τὴ σε­λή­νη νὰ σκί­σει τὸν ἐ­βέ­νι­νο μαν­δύ­α της καὶ νὰ χα­ϊ­δέ­ψει τὰ μά­τια μου, τὰ φτω­χά μου μά­τια, θο­λὰ ἀ­πὸ τὴν ὀ­δύ­νη τοῦ θα­νά­του, μὲ τὴν ἀ­ση­μιὰ καὶ κα­θα­ρὴ μα­τιά της.

      Καὶ τὰ δέν­τρα καὶ τὸ φεγ­γά­ρι καὶ ἡ βρο­χὴ καὶ ὁ ἄ­νε­μος ἔ­μει­ναν κου­φά. Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι ποὺ με­τρά­ει ἀ­δι­ά­φο­ρο τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες στα­μά­τη­σε γιὰ πάν­τα.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Biblioteca Digital Ciudad Seva, (http://www.ciudadseva.com­/textos/cuentos/esp/­baroja/reloj.htm).­ Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Vidas sombrias (1900).

Πί­ο Μπα­ρό­χα (Pio Baroja y Nessi) (Σὰν Σεμ­πα­στιὰν 28 Δε­κεμ­βρί­ου 1872–Μα­δρί­τη 30 Ὀ­κτω­βρί­ου 1956). Ἰ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ για­τρός, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς «Γε­νιᾶς τοῦ ‘98». Ἂν καὶ ἐκ­παι­δεύ­ε­ται ὡς πα­θο­λό­γος, ἀ­σκεῖ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα γιὰ πο­λὺ σύν­το­μο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Θὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὶς ἰ­α­τρι­κές του γνώ­σεις ἀρ­γό­τε­ρα, γιὰ τὸ σπου­δαῖ­ο μυ­θι­στό­ρη­μά του Τὸ δέν­τρο τῆς γνώ­σης (El arbol de la ciencia) (1911), ὅ­που ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς γνώ­σης καὶ τῆς ζω­ῆς. Ὁ Μπα­ρό­χα ἔ­γρα­ψε, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση, σὲ ἕ­να ὕ­φος συ­χνὰ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο, κύ­ριο μέ­λη­μά του ὅ­μως ἦ­ταν νὰ κά­νει γνω­στὸ στὴν Ἰ­σπα­νί­α τὸν κό­σμο τῶν Βά­σκων. Ἀ­σχο­λή­θη­κε ἐ­πί­σης σὲ κά­ποι­ο βαθ­μὸ μὲ τὸ δο­κί­μιο, τὴ λυ­ρι­κὴ ποί­η­ση καὶ τὸ θέ­α­τρο. Ὁ ἴ­διος χώ­ρι­σε τὰ ἔρ­γα του σὲ ἐν­νέ­α τρι­λο­γί­ες καὶ μί­α τε­τρα­λο­γί­α. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των στὴν ὁ­ποί­α ἐμ­φα­νί­ζε­ται τὸ πα­ρὸν δι­ή­γη­μα ὀ­νο­μά­ζε­ται Vidas Sombrias (1900) καὶ εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου (Ἀ­θή­να, 1986). Σπου­δά­ζει Νο­μι­κά. Εἶ­ναι μό­νι­μη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Πε­ρὶ Τή­νου, ποὺ ἐκ­δί­δει ἡ Ἀ­δελ­φό­τη­τα τῶν Τη­νί­ων ἐν Ἀ­θή­ναις. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νέ­α Εὐ­θύ­νη καὶ Τὸ Δέν­τρο.

.

Οὔρσουλα Φωσκόλου: Χέρια σε κινέζικο φόντο

 

 

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου

 

              Χέ­ρια σὲ κι­νέ­ζι­κο φόν­το

 

Α ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ ἔ­παι­ξαν γιὰ λί­γο, μι­κροὶ καὶ με­γά­λοι μαῦ­ροι καὶ κί­τρι­νοι κύ­κλοι ἔ­κα­ναν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στὸ φὶλμ καὶ ἡ με­γά­λη ἐ­πι­γρα­φὴ συ­νο­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ τὸ ἄ­ναμ­μα τῶν φώ­των στὴ σχε­δὸν ἄ­δεια αἴ­θου­σα. Στὸν συ­νοι­κια­κὸ κι­νη­μα­το­γρά­φο «Ἀ­να­ΐς» εἶ­χε φτά­σει ἡ ὥ­ρα τοῦ δι­α­λείμ­μα­τος καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φρέ­σκου ποπ­κὸρν ἀ­νέ­βαι­νε σι­γὰ σι­γὰ ἀ­πὸ τὶς σκά­λες μέ­χρι τὸν ἐ­ξώ­στη, ὅ­που κα­θό­ταν ἡ Να­τα­λί­α. Εἶ­χε δι­α­λέ­ξει τὴν κα­λύ­τε­ρη θέ­ση, ἀ­ρι­στε­ρὰ στὴν πρώ­τη σει­ρά, ἐ­κεῖ ὅ­που μπο­ροῦ­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὰ πό­δια της μπρο­στὰ καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὴν ται­νί­α χω­ρὶς κα­νέ­νας νὰ τῆς κρύ­βει τὴ θέ­α.

       Ἐ­δῶ καὶ μί­α ἑ­βδο­μά­δα τὸ «Ἀ­να­ΐς» εἶ­χε ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν κι­νε­ζι­κὸ κι­νη­μα­το­γρά­φο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ἔ­δει­χνε νὰ ἔ­χει πολ­λοὺς ὀ­πα­δούς. Ἐ­κεί­νη τὴν Πέμ­πτη ἔ­παι­ζε τὸ «Δω­μά­τιο 46», μιὰ πο­λὺ ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ ται­νί­α, μὲ πρω­τό­τυ­πη ὑ­πό­θε­ση καὶ ὑ­πέ­ρο­χη φω­το­γρα­φί­α. Τὸ πρῶ­το μι­σὸ εἶ­χε κα­θη­λώ­σει τὴ Να­τα­λί­α, ἡ ὁ­ποί­α δὲν ση­κώ­θη­κε κὰν ἀ­πὸ τὸ κά­θι­σμά της ὅ­ταν δό­θη­κε τὸ σῆ­μα γιὰ δι­ά­λειμ­μα. Ἔ­μει­νε νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τοὺς ἐ­πεν­δυ­μέ­νους μὲ ξύ­λο τοί­χους καὶ τὴ βε­λού­δι­νη κόκ­κι­νη κουρ­τί­να, ποὺ ἔ­πε­φτε βα­ριά, δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὴν ὀ­θό­νη. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κε ἁ­πλῶς λί­γο καὶ ἔ­ρι­ξε στοὺς ὤ­μους της τὴν πλε­κτὴ γκρί­ζα ζα­κέ­τα, κα­θὼς ἡ ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα ἔ­φερ­νε ἕ­να ρεῦ­μα ψυ­χροῦ ἀ­έ­ρα ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ ἀ­να­τρι­χιά­ζει ἐ­λα­φρά. Συ­σκό­τι­ση καὶ πά­λι, ἡ ται­νί­α ἄρ­χι­ζε.

       «Δὲν ξέ­ρεις τὸ πα­ρελ­θόν μου» φώ­να­ζε ὁ Κιάνγκ.        

       Ἡ Να­τα­λί­α κα­θό­ταν μὲ σταυ­ρω­μέ­να τὰ πό­δια καὶ εἶ­χε πε­ρά­σει τὸ ἀ­ρι­στε­ρό της μπρά­τσο ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὰ κα­θί­σμα­τα, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας σχε­δὸν τὴν πλά­τη τῆς δι­πλα­νῆς κα­ρέ­κλας. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ —σὲ ἀρ­γὴ κί­νη­ση— ἡ πρω­τα­γω­νί­στρια ἀ­νέ­βαι­νε τὰ σκα­λιὰ ἑ­νὸς βρώ­μι­κου ξε­νο­δο­χεί­ου γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν ἐ­ρα­στή της καὶ ἡ ἄ­ρια ἀ­πὸ τὴ «Νόρ­μα» χρω­μά­τι­ζε τρα­γι­κὰ τὴ σκη­νή, ἕ­να ἄ­γνω­στο χέ­ρι πῆ­ρε τὸ δι­κό της καὶ τὸ κρά­τη­σε.

       «Πα­λιά, ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­χαν ἕ­να μυ­στι­κό, τὸ ψι­θύ­ρι­ζαν στὴν κου­φά­λα ἑ­νὸς δέν­τρου…»

       Τὸ ἀ­προσ­δό­κη­το ἄγ­γιγ­μα τὴν αἰφ­νι­δί­α­σε, ὅ­μως δὲ γύ­ρι­σε. Κόλ­λη­σε πί­σω στρέ­φον­τας τὸ κε­φά­λι λί­γο πρὸς τὰ ἀ­ρι­στε­ρά, ἀ­κουμ­πών­τας τὸ μά­γου­λο στὸ βε­λοῦ­δο τοῦ κα­θί­σμα­τος. Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μὲ ἀ­γω­νί­α τὶς εἰ­κό­νες τῆς ται­νί­ας. Ἡ Να­τα­λί­α βρέ­θη­κε νὰ ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι της πρὸς τὰ πί­σω, ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ σφί­ξι­μο τῆς ἄ­γνω­στης πα­λά­μης.

       «…κι ὕ­στε­ρα σφρά­γι­ζαν τὴν τρύ­πα μὲ λά­σπη» ἔ­λε­γε ἡ Μέ­ι.

       Τὸ ἄ­γνω­στο χέ­ρι τὴν κρά­τη­σε καὶ πά­λι. Ἀ­να­τρί­χια­σε καὶ μιὰ ζέ­στη ἁ­πλώ­θη­κε ἀ­πὸ τὰ μά­γου­λα μέ­χρι χα­μη­λά, στὴν κοι­λιά της. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὸ ὑ­πό­λοι­πο ἔρ­γο μὲ τὸν κορ­μὸ στραμ­μέ­νο πρὸς τὰ πί­σω καὶ τὸ χέ­ρι της φω­λι­α­σμέ­νο ἐ­κεῖ. Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἐ­ρευ­νή­σει κά­θε πτυ­χή του, νὰ βρεῖ μὲ τὰ δά­χτυ­λα κά­θε του φλέ­βα, κά­θε μι­κρὸ ση­μά­δι. Ἦ­ταν πο­λὺ ἁ­πα­λὸ καὶ ζε­στὸ κι ὅ­μως νευ­ρῶ­δες. Ἦ­ταν γυ­ναι­κεῖ­ο; Ἴ­σως καὶ νὰ ἦ­ταν. Ἔ­νι­ω­θε ἄ­νε­τα μα­ζί του.

       «Ἔ­λα μα­ζί μου στὴ Σιγ­κα­πού­ρη» πα­ρα­κα­λοῦ­σε ὁ Κιάνγκ.

       Ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς Να­τα­λί­ας ἔ­τρε­χαν δά­κρυ­α. Τὰ δυ­ὸ χέ­ρια πα­ρέ­μει­ναν ἑ­νω­μέ­να μέ­χρι τὸ φι­νά­λε. Σ’ ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο μου­σι­κὸ κρε­σέν­το τὸ ξέ­νο χέ­ρι ἀ­πο­κολ­λή­θη­κε βί­αι­α ἀ­πὸ τὸ σύμ­πλεγ­μα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ὑ­πό­κω­φο ἦ­χο βη­μά­των, τὸ ρεῦ­μα ἀ­έ­ρα ποὺ εἰ­σῆλ­θε ἀ­πὸ τὸ γρή­γο­ρο ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας ἔ­φε­ρε μα­ζί του μιὰ μυ­ρω­διὰ γυ­ναι­κεί­ου ἀ­ρώ­μα­τος. Ἡ Να­τα­λί­α ζά­ρω­σε στὴν κα­ρέ­κλα της.

       «Μὴ φεύ­γεις» ψι­θύ­ρι­ζε ἡ Μέ­ι.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου (Ἀ­θή­να, 1986). Σπου­δά­ζει Νο­μι­κά. Εἶ­ναι μό­νι­μη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Πε­ρὶ Τή­νου, ποὺ ἐκ­δί­δει ἡ Ἀ­δελ­φό­τη­τα τῶν Τη­νί­ων ἐν Ἀ­θή­ναις. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νέ­α Εὐ­θύ­νη καὶ Τὸ Δέν­τρο. Στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Νέ­α Εὐ­θύ­νη δη­μο­σι­εύ­ει πρώ­τη φο­ρὰ τὸ δι­ή­γη­μά της «Τὸ φορ­τί­ο» τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2012.