Νάνσυ Ἀγγελῆ: Θανατόριο



Νάνσυ Ἀγγελῆ


Θανατόριο


ΕΝ ΑΡΧΗι ἦν ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α.

       Δὲν ξέ­ρω κὰν ποιό εἶ­ναι τὸ σω­στὸ ὄ­νο­μα γι’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη στὰ ὁ­ποῖ­α οἱ ἄν­θρω­ποι τῶν με­γά­λων πό­λε­ων συγ­κεν­τρώ­νον­ται γιὰ νὰ κλά­ψουν, γιὰ νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σουν αὐ­τὸν ποὺ φεύ­γει. Δὲν ξέ­ρω κὰν ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να σω­στὸ ὄ­νο­μα γιὰ τὰ μέ­ρη αὐ­τὰ ἢ ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χουν τὰ μέ­ρη αὐ­τά, ἐ­κτὸς ἂν πρό­κει­ται γιὰ τὴν αὐ­λὴ ἑ­νὸς σπι­τιοῦ ἢ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ἑ­νὸς σπι­τιοῦ, αὐ­τοῦ τοῦ σπι­τιοῦ μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­ζη­σε, ὅ­σο ἦ­ταν ζων­τα­νός, ὁ νε­κρὸς καὶ μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ συ­νε­χί­σουν νὰ ζοῦν αὐ­τοὶ ποὺ θὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ θυ­μοῦν­ται αὐ­τὸν ποὺ ἔ­φυ­γε, τὸ κρε­βά­τι πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο κοι­μό­ταν, οἱ κουρ­τί­νες ποὺ ἀ­νοί­γον­ταν κά­θε πρω­ί, ἡ κού­πα τοῦ κα­φέ, ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα ποὺ τρί­ζει.

       Τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει μέ­σα στὰ μον­τέρ­να, δυ­τι­κὰ νε­κρο­το­μεῖ­α. «Νε­κρο­το­μεῖ­ο» εἶ­ναι ἄλ­λο ἕ­να πι­θα­νὸ ὄ­νο­μα γι’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη, ἂν καὶ μᾶλ­λον ὄ­χι ἀρ­κε­τὸ ἢ ἀρ­κε­τὰ σω­στό. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α τὸ ὄ­νο­μα, ὅ­μως, οὔ­τε ἡ με­τά­φρα­σή του, ση­μα­σί­α ἔ­χει ἡ αἴ­σθη­ση κι ἄλ­λω­στε δὲν παύ­ει νὰ εἶ­ναι «θά­να­τος» τὸ ὄ­νο­μα σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, σὲ κά­θε γλώσ­σα κι ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ σκέ­ψεις μοῦ ἦρ­θαν στὸ μυα­λὸ μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το κα­θὼς δι­α­σχί­ζα­με τὴν Λε­ω­φό­ρο τῆς Νί­κης, «Ἀ­βε­νί­δα ντὲ λὰ Βι­κτώ­ρια». Ἐ­σὺ καὶ γὼ μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το, τὸ ρά­διο ἀ­νοι­χτό, τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἐ­πί­σης, τὸ μό­νο σχε­τι­κὸ μὲ τὸ θά­να­το ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν ἡ ζέ­στη, μιὰ ζέ­στη τοῦ θα­να­τᾶ ποὺ ἔ­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα. Κι ἔ­τσι ὅ­πως γλι­στροῦ­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το πά­νω στὴν καυ­τὴ ἄ­σφαλ­το, νο­μί­ζω μᾶς ἔ­πι­α­σε κά­ποι­ο φά­να­ρι, εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτο, πάν­τα ὑ­πάρ­χουν φα­νά­ρια στὶς λε­ω­φό­ρους, πάν­τα κά­τι σοῦ κό­βει τὴ φό­ρα, καὶ τό­τε τὸ βλέμ­μα μου ἀ­νυ­ψώ­θη­κε, ἔ­πε­σε πά­νω στὴν δι­α­φη­μι­στι­κὴ ἐ­πι­γρα­φή, κόκ­κι­να γράμ­μα­τα γραμ­μέ­να μὲ χον­τρὸ πι­νέ­λο πά­νω στὸν γυ­μνὸ τοῖ­χο ἑ­νὸς ἐγ­κα­τα­λε­λει­μέ­νου βι­ο­μη­χα­νι­κοῦ κτη­ρί­ου. Ἔ­λε­γε: «Ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἡ ἀ­σφα­λι­στι­κή σας ἑ­ται­ρί­α δὲν σᾶς ἄ­φη­σε νὰ ἐ­πι­λέ­ξε­τε τὸ θα­να­τό­ριο τῆς ἀ­ρε­σκεί­ας σας;». Ὑ­πάρ­χουν θα­να­τό­ρια γιὰ ὅ­λα τὰ γοῦ­στα μοῦ λὲς κι αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ο δυ­στο­πι­κὸ μέλ­λον, μὰ τὸ πα­ρόν. Ὑ­πάρ­χουν «θα­να­τό­ρια ἀ­ρε­σκεί­ας» καὶ «θα­να­τό­ρια μὴ ἀ­ρε­σκεί­ας» κα­τὰ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ ὑ­πάρ­χουν ἀ­σφα­λι­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες γιὰ ὅ­λα τὰ βα­λάν­τια καὶ γοῦ­στα, ἢ νε­κροὶ κά­θε τύ­που, ποι­ό­τη­τος, χρώ­μα­τος. Ὅ­λα μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἀν­τι­κεί­με­νο ἐ­πι­λο­γῆς καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια δι­α­φη­μι­στι­κῆς καμ­πά­νιας σ’ αὐ­τὸ τὸ πα­ρὸν ποὺ μοιά­ζει μὲ δυ­στο­πι­κὸ μέλ­λον, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ πα­ρόν. Ὑ­πάρ­χει δη­λα­δή, σκέ­φτο­μαι, μιὰ ἀ­πό­λυ­τα μὴ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μη πλευ­ρὰ τοῦ θα­νά­του, ἡ ἀ­πώ­λεια κα­θαυ­τή, κι ὑ­πάρ­χουν τό­σες ἄλ­λες πλευ­ρὲς τοῦ θα­νά­του ἀ­πό­λυ­τα δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μες ἐ­δῶ, τώ­ρα, σ’ ὅ­λες τὶς σύγ­χρο­νες δυ­τι­κὲς κοι­νω­νί­ες καὶ ἡ ἐ­πι­λο­γὴ θα­να­το­ρί­ου εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ ἀ­π’ αὐ­τές. Κά­θε θα­να­τό­ριο ἔ­χει τὸν δι­κό του κα­τά­λο­γο ὑ­πη­ρε­σι­ῶν καὶ τι­μῶν ἀ­κό­μα καὶ τὴν δι­κή του ἱ­στο­σε­λί­δα στὴν ὁ­ποί­α, ἂν πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να κα­λὰ ὀρ­γα­νω­μέ­νο θα­να­τό­ριο, θὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται ἀ­κό­μα καὶ τὰ τε­τρα­γω­νι­κὰ μέ­τρα, τὸ συ­νο­λι­κὸ ἐμ­βα­δὸν τοῦ κτη­ρί­ου καὶ ἄλ­λες τέ­τοι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες ποὺ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὲς μιὰ τέ­τοι­α στιγ­μή. Τὰ θα­να­τό­ρια «Ἀ­φοὶ Σουά­ρεθ», γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­χουν ἐ­θνι­κὴ κά­λυ­ψη ἐ­νῶ προ­σφέ­ρουν καὶ κέ­τε­ρινγκ, τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει με­νοὺ γιὰ χορ­το­φά­γους, γιὰ ἄ­το­μα μὲ ἀλ­λερ­γί­α στὴ λα­κτό­ζη καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ἡ μου­σι­κὴ εἶ­ναι ἐ­πί­σης μιὰ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες και­νο­το­μί­ες στὸν το­μέ­α αὐ­τό: μου­σι­κὴ δω­μα­τί­ου, κλα­σι­κὴ μου­σι­κὴ ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, ἕ­να εἶ­δος χα­λα­ρω­τι­κῆς μου­σι­κῆς ποὺ θὰ ἠ­ρε­μεῖ τὴν ψυ­χὴ καὶ τὸ πνεῦ­μα, με­λω­δί­ες κα­τάλ­λη­λες γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σουν ἢ νὰ συ­νο­δεύ­σουν δά­κρυ­α… Κι εἶ­ναι κι ἄλ­λα τό­σα πράγ­μα­τα ποὺ τώ­ρα δὲν σκέ­φτε­ται κα­νεὶς μὰ εἶ­ναι χρή­σι­μα στὴν ὀρ­γά­νω­ση ἑ­νὸς θρή­νου, ἑ­νὸς εὐ­πα­ρου­σί­α­στου τε­λευ­ταί­ου ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ, ὅ­πως ὁ στο­λι­σμὸς τοῦ νε­κροῦ, τὰ λου­λού­δια, ὁ χῶ­ρος ὑ­πο­δο­χῆς, ὁ κλι­μα­τι­σμός, τὸ ἀ­να­μνη­στι­κὸ λεύ­κω­μα μὲ τὶς ὑ­πο­γρα­φὲς τῶν πα­ρόν­των ποὺ το­πο­θε­τεῖ­ται συ­νή­θως στὴν εἴ­σο­δο, τό­σα ἄλ­λα πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ δύ­σκο­λο νὰ σκε­φτεῖ κα­νεὶς ἂν δὲν βρε­θεῖ στὴν δυ­σά­ρε­στη θέ­ση νὰ βι­ώ­σει μιὰ τέ­τοι­α δύ­σκο­λη στιγ­μὴ ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, ὄν­τας ἐν τῷ μέ­σῳ μιᾶς τέ­τοι­ας δύ­σκο­λης στιγ­μῆς. Τὰ θα­να­τό­ρια, ὅ­μοια μὲ τὶς σύγ­χρο­νες κοι­νω­νί­ες, ἔ­χουν προ­βλέ­ψει γιὰ ὅ­λα, για­τὶ δὲν ξέ­ρω ἂν τὸ ἔ­χει κα­νεὶς συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι οἱ νε­κροὶ πλη­θαί­νουν, τὰ σπί­τια με­τα­τρέ­πον­ται σὲ δι­α­με­ρί­σμα­τα, οἱ αὐ­λὲς σὲ φεγ­γί­τες, οἱ ζων­τα­νοὶ σὲ ζόμ­πι ποὺ παίρ­νουν τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ κά­θε πρω­ὶ κι ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φουν σπί­τι τους εἶ­ναι πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νοι γιὰ νὰ ξε­νυ­χτή­σουν ἀ­κού­γον­τας τὸν θρῆ­νο τοῦ γεί­το­να, οὔ­τε κὰν ξέ­ρουν ποι­ός εἶ­ναι ὁ γεί­το­νας, πό­σο μᾶλ­λον ὁ νε­κρὸς τοῦ γεί­το­να, κι ἄλ­λω­στε, γι’ αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χουν τὰ θα­να­τό­ρια, αὐ­τὰ τὰ τε­τρά­γω­να λευ­κὰ κου­τιὰ στὴν πε­ρι­φέ­ρεια τῶν με­γα­λου­πό­λε­ων, γιὰ νὰ γί­νε­ται ὁ θρῆ­νος ἀ­θό­ρυ­βα, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ κά­νει θέ­μα κα­νείς, ἄν­θρω­ποι πε­θαί­νουν κά­θε μέ­ρα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὑ­πάρ­χει ἔλ­λει­ψη χώ­ρου, παι­διὰ ποὺ κοι­μοῦν­ται, ἐ­νή­λι­κες ποὺ πά­σχουν ἀ­πὸ ἀ­ϋ­πνί­α, ἐρ­γα­ζό­με­νοι μὲ σπα­σμέ­να νεῦ­ρα, ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος κό­σμος, μιὰ ἀ­πό­λυ­τα ὀρ­γα­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ στα­μα­τή­σει μό­νο καὶ μό­νο για­τί κά­ποι­ος θέ­λει νὰ κλά­ψει.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάνσυ Ἀγγελῆ  (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


 

Χαί­ρε­σαι νά… πε­θαί­νεις!

(μι­κρὸ ἐ­πι­λο­γι­κὸ σχό­λιο τοῦ ἐκ­δό­τη)

Γιὰ τὶς ἄ­ψο­γες καὶ ἀ­ση­πτι­κὲς δι­α­βα­τή­ρι­ες τε­λε­τουρ­γί­ες ἀ­ξι­ο­πρε­ποῦς κη­δεί­ας στὸν δυ­τι­κὸ ‘πο­λι­τι­σμέ­νο’ κό­σμο μᾶς εἶ­χε προ­ϊ­δε­ά­σει τὸ σαρ­κα­στι­κὸ δι­ή­γη­μα «Ὑστεροφημία» τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ποὺ εἴ­χα­με ἀ­ναρ­τή­σει πρὸ δι­ε­τί­ας στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας. Μὲ τὸ πρω­το­δη­μο­σι­ευ­ό­με­νο πα­ρα­πά­νω πε­ζὸ τῆς συ­νερ­γά­τι­δός μας Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ, τὸ ἴ­διο θέ­μα προ­σεγ­γί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν ἥ­ρε­μο με­λαγ­χο­λι­κὸ στο­χα­σμὸ πά­νω σὲ μιὰ κοι­νω­νί­α ποὺ θέ­λει νὰ ‘ἐ­ξη­με­ρώ­σει’ τὸν θρῆ­νο ‘στε­γνώ­νον­τά­ς’ τον ἀ­πὸ κά­θε με­τα­φυ­σι­κὸ ρί­γος μὲ τὴν ἔν­τα­ξή του σ’ ἕ­να ὑ­ψη­λὸ ἐ­μπο­ρι­κὸ τε­χνο­λο­γι­κὸ πρό­γραμ­μα ὅ­που ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή, δι­α­κό­σμη­ση, μου­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον κά­νουν τὸν θά­να­το ἕ­να κερ­δο­φό­ρο κο­σμι­κὸ γε­γο­νός… Τέ­τοι­ες ὑ­ψη­λὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες δι­α­φη­μί­ζον­ται πιὰ ἀ­πὸ τὸ δί­κτυ­ο,  ὅ­πως τῆς ἐπιχείρησης Los Jardines στὴν πό­λη Λε­ὸν στὴ βό­ρει­ο Ἱ­σπα­νί­α. Γιὰ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τῶν χώ­ρων αὐ­τῶν ἡ ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα προ­σφεύ­γει στὴν ἑλ­λη­νό­πλα­στη ἰ­σπα­νι­κὴ λέ­ξη «Tanatorio», ἢ «θα­να­τό­ριο» ὅ­πως θὰ τὴν με­τα­φέ­ρα­με στὰ νε­ο­ελ­λη­νι­κά, ἀλ­λὰ χω­ρὶς τοὺς ἄ­με­σους μα­κά­βριους συ­νειρ­μοὺς ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ στὸν ἑ­λλη­νό­γλωσ­σο ἡ λέ­ξη «θά­να­τος», μιὰ καὶ γι΄ αὐ­τὸν στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ ὑ­πάρ­χει ἡ κα­θη­με­ρινὴ λέ­ξη «muerte». Εἶ­ναι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ σί­γου­ρο ὅ­τι ἡ κα­θο­λι­κὴ Ἰ­σπα­νί­α τῆς ἐ­φι­αλ­τι­κῆς Ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξέ­τα­σης ἀ­νή­κει ἀ­με­τά­κλη­τα στὸ πα­ρελ­θόν!  Ὁ θά­να­τος τοῦ ἀν­θρώ­που —ὅ­πως ἀ­ξί­ζει σ’ ἔ­ναν ‘πο­λι­τι­σμέ­νο’ ἀποϊεροποιημένο κό­σμο— δὲν ἔ­χει πιὰ τί­πο­τα τὸ τρο­μα­κτι­κό…

            Ἤ­δη ὁ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νος καλ­λι­τέ­χνης τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου δι­αι­σθα­νό­με­νος τὸν δυ­στο­πι­κὸ ἐ­φιά­λτη τοῦ σύγ­χρο­νου τε­χνο­κα­πι­τα­λι­σμοῦ δὲν πα­ρα­λεί­πει νὰ τὸν σχο­λιά­ζει μὲ δρα­στι­κὸ τρό­πο, ὅ­πως ὁ Βρετ­τα­νὸς Mark Wallinger μὲ τὴν βίν­τε­ο ἐγ­κα­τά­στα­σή του Δρα­σκε­λών­τας τὸ Κα­τώ­φλι τῆς Βα­σι­λεί­ας (Threshold to the Kingdom), ἔρ­γο τοῦ 2000, ποὺ εἴ­χα­με τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ δοῦ­με καὶ στὴν Ἀ­θή­να τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2017 στὴν ἔκ­θε­ση Ἡ Ὑ­πέρ­βα­ση τῆς Ἀ­βύσ­σου στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν. Ἡ με­τά­βα­ση στὸν ἄλ­λο κό­σμο κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «International Arrivals» (!), πα­ρω­δεῖ­ται στὸ ἔρ­γο αὐ­τὸ ὡς ‘πο­λι­τι­σμέ­νη’ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ ἄ­φι­ξη τῶν τε­θνε­ώ­των σὲ ἀ­σφα­λῆ δι­ε­θνῆ ἀ­ε­ρο­λι­μέ­να, κά­τω ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους τοῦ Miserere mei, Deus τοῦ ἀ­να­γεν­νη­σια­κοῦ συν­θέ­τη Gregorio Allegri (1582-1652), ποὺ ψάλ­λε­ται κα­τὰ τὴν Ἑ­βδο­μά­δα τῶν Πα­θῶν στὴν Κα­πέ­λα Σιξ­τί­να (παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βίντεο):

       Δι­α­βά­ζον­τας τὴν κα­τα­λη­κτή­ρια πε­ρί­ο­δο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ πε­ζο­γρα­φή­μα­τος, «μιὰ ἀ­πό­λυ­τα ὀρ­γα­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ στα­μα­τή­σει μό­νο καὶ μό­νο για­τί κά­ποι­ος θέ­λει νὰ κλά­ψει», ἀ­να­κα­λῶ στὴ μνή­μη μου τὴν φρά­ση τοῦ Πεν­τζί­κη «πρὸ τοῦ τά­φου τοῦ προ­σφι­λοῦς, μά­ται­ος εἶ­ναι ὁ θρῆ­νος, δί­χως τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ ἱ­ε­ρέ­α» καὶ κα­τα­λα­βαί­νω βα­θιὰ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Κύπριου συγγραφέα Σάβ­βα Παύ­λου νὰ μπεῖ τὸ σκή­νω­μα του στὸ χῶ­μα δί­χως ἐ­πι­κή­δει­ους λό­γους καὶ ἄλ­λες κο­σμι­κὲς ἐκ­δη­λώ­σεις πέν­θους μὲ μο­να­δι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ἔν­δυ­μά του, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ σημαία, τὴν νε­κρώ­σι­μη ἐ­ξό­διο ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Δα­μα­σκη­νοῦ τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας…

Γιάννης Πατίλης


		
Advertisements

Ἕλενα Σανχουανμπενίτο (Elena Sanjuanbenito): Ὁ ταξιδιώτης

sanjuanbenitoelena-otaksidiotis-eikona-01


Ἕλε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito)


Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της

(El viajero)


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initial ΓΚΙΓΙΕΡΜΟ ΝΙΕΜΠΛΑ μι­σεῖ τοὺς ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμούς, γι’ αὐ­τὸ ἀ­μέ­σως μό­λις φτά­νει ἀρ­χί­ζει νὰ φεύ­γει: δὲν θὰ κά­τσω πο­λύ, πρέ­πει νὰ φύ­γω σύν­το­μα, αὔ­ριο ξυ­πνά­ω νω­ρίς. Φρά­σεις μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή του, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μα κα­λὰ-κα­λὰ προ­λά­βει νὰ ἔρ­θει. Δι­στά­ζει νὰ βγά­λει τὸ παλ­τό του καὶ τὸ κρα­τά­ει πάν­τα στὸ χέ­ρι γιὰ νὰ τὸ φο­ρέ­σει ξα­νά. Δὲν ἔ­χει πά­νω του πο­τὲ μαν­τή­λι, κά­νει με­γά­λους κύ­κλους προ­κει­μέ­νου νὰ μὴν πε­ρά­σει κον­τὰ ἀ­πὸ σταθ­μοὺς καὶ δὲν ἔ­χει πα­τή­σει οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ τὸ πό­δι του σὲ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο.

        Ἔ­χει πεῖ ἀν­τί­ο τό­σες φο­ρὲς ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρου­με πὼς δὲν πρό­κει­ται νὰ φύ­γει πο­τέ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο: Razones para ir a Arkansas (ἐκδ. ESJB, 2014) (αὐ­το­έκ­δο­ση).

Ἕ­λε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito) (Μα­δρί­τη, 1970). Οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ἀν­θο­λο­γί­ες. Τὸ Λό­γοι γιὰ νὰ πᾶς στὸ Ἀρ­κάν­σας εἶ­ναι τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φί­α τοῦ Noell Oszvald.


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Καθημερινὴ ζωή


CristinaPeriRossi-KathimeriniZoi-Eikona-01


Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi)


Κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή

(Vida cotidiana)


09-Mi-589px-M_LeMannequinΟΥ ΔΙΝΕΙ τὸ κα­σκὸλ καὶ μοῦ χα­μο­γε­λᾶ τρυ­φε­ρά. Ἔ­χει τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι φτά­νον­τας στὴν γω­νί­α μιὰ ρι­πὴ ἀ­νέ­μου θὰ μὲ πνί­ξει ἢ ὅ­τι ἐ­γὼ θὰ ἀ­πο­φα­σί­σω νὰ αὐ­το­κτο­νή­σω μὲ τὴν βε­λό­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α μοῦ ἔ­ρα­ψε τὸ που­κά­μι­σο. Παίρ­νω τὸ κα­σκὸλ καὶ ἀ­φή­νω τὸ χα­μό­γε­λο. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ἔ­ξω κά­νει κρύ­ο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Por fin solos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2004.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.



		

	

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Ἡ ἀντάμωση

Aggeli,Nansy-IAntamosi-Eikona-01

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ



Ἡ ἀν­τά­μω­ση


04-Taph-489px-Comic_History_of_Rome_p_107_Initial_TΟΝ ΕΒΛΕΠΕ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ καὶ ἔ­πει­τα τὸν ἔ­χα­νε, πά­λι στιγ­μια­ῖα, σὲ κά­θε κί­νη­ση τῶν συ­ρό­με­νων με­ταλ­λι­κῶν φύλ­λων. Τὸν ἔ­ψα­χνε μὲ τὰ μά­τια στὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ με­σο­λα­βοῦ­σαν ἀ­νά­με­σα στὸ δι­α­δο­χι­κὸ ἀ­νοι­γό­κλει­σμα τῶν θυ­ρῶν, χω­ρὶς ἐ­κεῖ­νος νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν δεῖ. Τὴ δι­α­σκέ­δα­ζε αὐ­τό. Νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τὴν ἀ­γω­νί­α του, τὶς συ­σπά­σεις τοῦ προ­σώ­που του κα­θὼς πε­ρί­με­νε νὰ τὴν ἀν­τι­κρί­σει, ὅ­σο ἡ λα­χτά­ρα του ἔ­φτα­νε στὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της. Χα­μο­γε­λοῦ­σε για­τὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, για­τὶ ἦ­ταν πάν­τα ἐ­κεῖ, καὶ για­τί μέ­σα σὲ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα θὰ ἔ­σβη­νε τὰ ση­μά­δια τῆς ἀ­να­μο­νῆς καὶ τῆς ἐγ­καρ­τέ­ρη­σής του σφίγ­γον­τάς τον στὴν ἀγ­κα­λιά της. Νά­ ‘τος πά­λι. Βη­μα­τί­ζει νευ­ρι­κὰ μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες. Δὲν πρέ­πει νὰ τὴν δεῖ, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι τό­σο ἀ­πρό­σμε­νη ἡ ἐμ­φά­νι­σή της ποὺ νὰ τὸν κά­νει νὰ πα­ρα­λύ­σει ἀ­πὸ χα­ρά. Τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­να­μο­νῆς ἦ­ταν τώ­ρα ἐ­λεγ­χό­με­νο, μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­τα­θεῖ λί­γο ἀ­κό­μη, μιᾶς καὶ ἡ ἀ­να­κού­φι­ση ἦ­ταν πιὰ στὰ πρό­θυ­ρα. Τὸ παι­χνί­δι δὲν δι­αρ­κοῦ­σε πα­ρὰ μό­νο λί­γες στιγ­μές, μὰ τῆς ἔ­δι­νε μιὰ σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση, μιὰ αἴ­σθη­ση παν­το­δυ­να­μί­ας, ὅ­τι ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ κι­νοῦ­σε τὰ νή­μα­τα καὶ ἀ­πο­φά­σι­ζε τὴν ἐμ­φά­νι­ση τῶν ἡ­ρώ­ων στὴ σκη­νή. Ἀλ­λά, καὶ γιὰ κεί­νη ἦ­ταν κά­πως δύ­σκο­λο. Ἔ­πρε­πε νὰ συγ­κρα­τή­σει τὴ χα­ρά της ποὺ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, τὴν ὄ­ρε­ξή της νὰ τὴν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε ἡ ἀ­να­μο­νή. Ἤ­θε­λε κού­ρε­μα, τὰ μαλ­λιὰ του εἶ­χαν μα­κρύ­νει, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ γκρι­ζά­ρει ἐ­λα­φρῶς ἢ ἦ­ταν ἰ­δέ­α της;

        Νὰ ἦ­ταν ἰ­δέ­α της ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ κου­ρα­σμέ­νο, ἀ­νή­συ­χο, ἐκ­φρα­στι­κὸ πρό­σω­πο πά­νω ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο φυ­σοῦ­σε πάν­τα ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι πί­κρας, κά­νον­τας τὴν ὑ­πο­ψί­α χα­ρᾶς στὸ βά­θος τῶν μα­τι­ῶν του ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα φευ­γα­λέ­α, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν γέν­νη­μα θρέμ­μα ἄλ­λου τό­που, ἄλ­λης γῆς καὶ ἄλ­λων και­ρῶν; Τὸν κοί­τα­ζε καὶ συ­νέ­κρι­νε τὴ μορ­φή του μὲ αὐ­τὴ τῶν ξέ­νων, εὐ­ϋ­πό­λη­πτων πο­λι­τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν χω­ρῶν ποὺ τὴν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζαν, καὶ ἐ­κεῖ­νος ἔ­μοια­ζε νὰ βγαί­νει πάν­τα λί­γο χα­μέ­νος καὶ ὡ­στό­σο νὰ δί­νει ταυ­τό­χρο­να τὴν ἐν­τύ­πω­ση μιᾶς φθαρ­μέ­νης ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, μιᾶς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ψυ­χι­κῆς ἀ­νά­τα­σης ποὺ ἂν καὶ τὴν κα­μου­φλά­ρι­ζε ἀρ­κε­τὰ κα­λὰ (πί­σω ἀ­πὸ τὸν μό­χθο μιᾶς ζω­ῆς, τὴν αἰ­ώ­νια ἀ­γα­νά­κτη­σή του, τὰ πα­ρά­πο­νά του γιὰ τὸν κό­σμο, τὸ με­τα­χει­ρι­σμέ­νο αὐ­το­κί­νη­τό του), ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν αἰ­σθαν­θεῖ ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­να­δύ­ον­ταν ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα του, ποὺ τώ­ρα βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ τὴ βάρ­κα του, τὴ θά­λασ­σα καὶ τὸ πε­ρι­βό­λι του, μέ­σα σ’ ἕ­ναν κλι­νι­κὰ λευ­κὸ χῶ­ρο ποὺ τὸν κοι­τοῦ­σε ὑ­πο­τι­μη­τι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ κά­θε αὐ­τό­μα­το μη­χά­νη­μα ποὺ τοῦ πρό­σφε­ρε, δῆ­θεν, τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες του. Ναί, βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ τοῦ ἔ­δι­ναν ζω­ὴ καὶ ὑ­πό­στα­ση, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ βρί­σκε­ται κον­τά της. Ἀλ­λά, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι, ἦ­ταν μέ­ρος ἑ­νὸς ἀ­νε­παί­σθη­του συ­νό­λου ποὺ μό­νο ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ καὶ νὰ νι­ώ­σει ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­πὸ ψη­λὰ ὅ­σο τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἔ­φτα­νε στὸν προ­ο­ρι­σμό του καὶ ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πα­τοῦ­σε στὴ γῆ. Για­τί στὸ πρό­σω­πό του κα­θε­φτί­ζον­ταν ὅ­λη ἡ νο­σταλ­γί­α γι’ αὐ­τὴν τὴν πα­τρί­δα ποὺ εἶ­χε ἀ­φή­σει πί­σω της καὶ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε πιὰ πα­ρὰ μό­νο σὰν ἐ­πι­σκέ­πτης ἐ­φή­με­ρος καὶ —ἀ­να­πό­φευ­κτα— λί­γο ξέ­νος. Ἀ­γα­ποῦ­σε (τώ­ρα ποὺ ζοῦ­σε μα­κριὰ τὸ ἤ­ξε­ρε) τὶς ρωγ­μὲς τῶν μαρ­μά­ρι­νων μνη­μεί­ων, σὰν τὶς ρυ­τί­δες τοῦ προ­σώ­που του, τὴ σκό­νη τῶν γκρί­ζων τοί­χων σὰν τὰ με­λαγ­χο­λι­κά του μά­τια, τὶς τσι­μεν­τέ­νι­ες τα­ρά­τσες καὶ τὶς δί­πα­τες, τε­τρά­γω­νες κα­τοι­κί­ες σὰν τὸ σκλη­ρὸ καὶ ἡ­λι­ο­καμ­μέ­νο δέρ­μα τῶν χε­ρι­ῶν του. Τὴ μυ­ρω­διὰ αὐ­τῆς τῆς πο­λύ­πα­θης καὶ πο­λύ­βου­ης πρω­τεύ­ου­σας, σὰν τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­πνοῦ ποὺ πό­τι­ζε τοὺς πό­ρους του. Για­τί, ὅ­ταν ἄ­να­βε τὸ τσι­γά­ρο καὶ φούν­τω­νε ἡ καύ­τρα σὲ κά­θε ρου­φη­ξιά, ἦ­ταν σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ βά­λει μέ­σα του ὅ­λη τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φὴ τοῦ κό­σμου, αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου ποὺ τὸν ἔ­φτια­ξε. Καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει, τὸ νὰ ρου­φά­ει ἔ­τσι ἀ­νε­λέ­η­τα τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φή, σὰν νὰ τὸν ἔ­θρε­φε ἡ προ­σπά­θειά του νὰ πά­ει κόν­τρα σ’ ὅ­λα, νὰ σπά­σει καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α του πα­ΐ­δια σ’ αὐ­τὴ τὴ σύγ­κρου­ση, ἀ­π’ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­βγαι­νε πα­ρα­παί­ον­τας, ἀλ­λὰ ζων­τα­νός. Ναί, οἱ μπαμ­πά­δες ἦ­ταν γιὰ κεί­νη σὰν ἀ­κλό­νη­τοι βρά­χοι, ἐ­κεῖ ποὺ γεν­νι­οῦν­ται, ἐ­κεῖ πε­θαί­νουν, ἐ­κεῖ στέ­κον­ται ὄρ­θιοι ὅ­σος ἀ­έ­ρας κι ἂν φυ­σᾶ, ὅ­σες κα­ται­γί­δες κι ἂν προ­μη­νύ­ον­ται. Ἐ­κεῖ ποὺ τοὺς ἀ­φή­νει κα­νείς, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς τοὺς βρί­σκει σὰν νὰ μὴν πέ­ρα­σε και­ρός, σὰν ὁ χρό­νος νὰ μὴν εἶ­ναι πα­ρὰ μιὰ ψευ­δαί­σθη­ση, ἕ­να δα­χτυ­λί­δι κα­πνοῦ ποὺ δι­α­λύ­ε­ται στὸν ἄ­νε­μο. Γιὰ κεί­νη ἦ­ταν ὁ βρά­χος ποὺ ἀ­νέ­μι­ζε ἡ δι­κή της ση­μαί­α, ἡ μο­να­δι­κὴ δι­κή της ση­μαί­α, ἡ δι­κή της πα­τρί­δα. Αὐ­τὴ ποὺ ἄ­φη­σε πί­σω της γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ μεί­νει μέ­σα της.

        Πῆ­ρε τὶς ἀ­πο­σκευ­ές της καὶ πέ­ρα­σε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ συ­ρό­με­να με­ταλ­λι­κὰ φύλ­λα. Γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρά, εἶ­χε φτά­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας ( διηγήματα, ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες μέ­ρες, 2015)


Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Ὁ ἐξόριστος


06-CristinaPeriRossi-OEksoristos-Eikona-01


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Ὁ ἐξόριστος

(El exiliado)


01-HttaΠΡΟΦΟΡΑ ΤΟΥ τὸν προ­δί­νει. Πα­ρα­τεί­νει λί­γο τὰ σίγ­μα καὶ προ­φέ­ρει μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο τὸ β καὶ τὸ μπ. Δη­μι­ουρ­γεῖ­ται τό­τε μιὰ σχε­τι­κὴ σι­ω­πὴ γύ­ρω του. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ κα­μιὰ με­γά­λη σι­ω­πή, ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως συλ­λαμ­βά­νει κά­ποι­α πε­ρι­έρ­γεια στὰ βλέμ­μα­τα καὶ ἕ­ναν μι­κρὸ ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ στὶς κι­νή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες γί­νον­ται πιὸ ἐμ­φα­τι­κές. (Ἀ­νε­παί­σθη­τες ἀλ­λα­γὲς γιὰ ἕ­ναν κοι­νὸ πα­ρα­τη­ρη­τή, ἀλ­λὰ ἡ ἐ­ξο­ρί­α εἶ­ναι ἕ­νας με­γε­θυν­τι­κὸς φα­κός.) Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ (καὶ ἀ­πὸ ἄλ­λες ἐ­πί­σης) ἐ­κεῖ­νος νι­ώ­θει τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­πο­ζη­μι­ώ­σει τοὺς ἄλ­λους. Ὤ, εἶ­ναι βέ­βαι­ο πὼς αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος καὶ ὀ­φεί­λει νὰ κά­νει τοὺς ἄλ­λους νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σουν. Εὐ­γνω­μο­νεῖ τὴν κα­λὴ θέ­λη­ση τῶν πλη­σί­ον του, αὐ­τὴ ποὺ συ­νί­στα­ται στὸ νὰ μὴν τὸν ρω­τοῦν πο­τὲ ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται, οὔ­τε τί ἔ­κα­νε πρίν, ἂν ἔ­λυ­σε ἢ ὄ­χι τὰ προ­βλή­μα­τα μὲ τὰ χαρ­τιά, πῶς ἦ­ταν τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­με­νε, ἂν ἔ­χα­σε κά­τι στὴ δι­α­δρο­μή, ἂν νιώ­θει μό­νος. Ὅ­λοι φαί­νον­ται δι­α­τε­θει­μέ­νοι νὰ πα­ρα­βλέ­ψουν αὐ­τὴν τὴν μι­κρὴ ἀ­νω­μα­λί­α, νὰ τὸ λά­βουν ὑ­πό­ψιν τους πά­ρα ταῦ­τα, νὰ μὴν τοῦ κά­νουν ἐ­ρω­τή­σεις καὶ κυ­ρί­ως νὰ μὴν δεί­ξουν κα­νε­νὸς εἴ­δους πε­ρι­έρ­γεια γιὰ τὴν ζωή του. Ὡς ἀ­πάν­τη­ση στὴν τό­ση προ­σή­νεια, ἐ­κεῖ­νος προ­σπα­θεῖ μὲ πεῖ­σμα νὰ ξε­χά­σει τὸ πα­ρελ­θὸν του (κά­νει σὰν νὰ μὴν τὸ εἶ­χε πο­τέ), κα­τα­πι­έ­ζει κά­θε τύ­πο ἀ­δι­α­θε­σί­ας καὶ ἐ­πι­δει­κνύ­ει τὶς γνώ­σεις του σχε­τι­κὰ μὲ τὶς πλα­τεῖ­ες τῆς πό­λης, τὰ μνη­μεῖ­α, τὸ ὄ­νο­μα καὶ τὴν το­πο­θε­σί­α τῶν δρό­μων, τὶς δη­μό­σι­ες ὑ­πη­ρε­σί­ες καὶ τὴν λι­γο­στὴ βλά­στη­ση τοῦ τό­που.

       Μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­φερ­θεῖ μὲ ἀ­κρί­βεια στὴν δι­α­δρο­μὴ τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων καὶ τοῦ με­τρό, κα­θὼς καὶ στὴν σύν­θε­ση τῆς Δη­μαρ­χί­ας, ἀλ­λὰ τὸ γε­γο­νὸς ἀ­κρι­βῶς πὼς γνω­ρί­ζει ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς πλη­ρο­φο­ρί­ες (κυ­ρί­ως τὸ ὄ­νο­μα τῶν φυ­τῶν τῆς δη­μό­σιας δεν­τρο­φύ­τευ­σης καὶ τὴν το­πο­θε­σί­α τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων μνη­μεί­ων) προ­κα­λεῖ ὁ­ρι­σμέ­νη κα­χυ­πο­ψί­α γύ­ρω του καὶ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τὸ γε­γο­νὸς πὼς πρό­κει­ται πράγ­μα­τι γιὰ ἕ­ναν ξέ­νο ποὺ ζεῖ ἀ­νά­με­σά μας. Ἀ­πο­φεύ­γει πο­λὺ προ­σε­κτι­κὰ τὴν χρή­ση τοῦ πρώ­του προ­σώ­που τοῦ πλη­θυν­τι­κοῦ γιὰ νὰ μὴν σπεί­ρει ἀμ­φι­βο­λί­ες στὸ πέ­ρα­σμά του, για­τί τὰ ἄ­το­μα εἶ­ναι συ­νή­θως πο­λὺ κτη­τι­κὰ ὅ­ταν πρό­κει­ται γιὰ τὴν κοι­νω­νί­α στὴν ὁ­ποί­α ἀ­νή­κουν, κι ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ προ­σβάλ­λει κα­νέ­ναν. Εἶ­ναι πο­λὺ εὐ­γνώ­μων στὸν ἥ­λιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ζε­σταί­νει ἐ­πί­σης τὸν ἴ­διο, καὶ χά­ρη σ’ ἕ­ναν εὐ­φυ­ῆ μη­χα­νι­σμὸ ἀ­πο­φεύ­γει τὶς πα­γί­δες ποὺ τοῦ στή­νον­ται γιὰ νὰ τὸν ἀ­πο­θαρ­ρύ­νουν: ὅ­ταν κά­ποι­ος μι­λᾶ γιὰ ἕ­να ἐ­θνι­κὸ ἐ­λάτ­τω­μα, ἐ­κεῖ­νος τὸ με­τα­τρέ­πει κα­τευ­θεί­αν σὲ ἀ­ρε­τή. Ὅ­ταν ὁ συ­νο­μι­λη­τής του γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, χω­ρὶς νὰ στρέ­ψει τὸ βλέμ­μα του σ’ αὐ­τὸν συγ­κε­κρι­μέ­να, ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν τσιγ­κου­νιὰ τῶν κα­τοί­κων τῆς πό­λης, ἐ­κεῖ­νος δι­α­τεί­νε­ται ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὸ ὑ­γι­ὲς πνεῦ­μα τῆς ἀ­πο­τα­μί­ευ­σης τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πέ­τρε­ψε στὶς οἰ­κο­γέ­νει­ες νὰ εὐ­η­με­ρή­σουν. Ἂν ἡ κου­βέν­τα ἀ­φο­ρᾶ στὴν τρα­χύ­τη­τα καὶ τὴν ἔλ­λει­ψη εὐ­γέ­νειας τῶν πε­ρα­στι­κῶν, ἐ­κεῖ­νος δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ αὐ­θορ­μη­τι­σμὸς καὶ ἔλ­λει­ψη πε­ρι­ο­ρι­σμῶν. Ἂν κά­ποι­ος σχο­λιά­σει ὅ­τι σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη δὲν ὑ­πάρ­χει ἀρ­κε­τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ὅ­τι οἱ κά­τοι­κοί της εἶ­ναι βα­ρε­τοί, ἐ­κεῖ­νος ἀν­τα­παν­τᾶ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν κοι­νὴ λο­γι­κὴ τοῦ ἔ­θνους, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν προ­βαί­νει —δό­ξᾳ τῷ Θεῷ!— σὲ δρά­μα­τα καὶ ρι­ψο­κίν­δυ­νες ἀ­πο­φά­σεις. Ἂν ὁ συ­νο­μι­λη­τὴς ἐ­πι­μέ­νει νὰ ἀ­πα­ριθ­μεῖ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα καὶ τὶς κα­κὲς συ­νή­θει­ες τῆς χώ­ρας, ἐ­κεῖ­νος βά­ζει τέρ­μα στὴν συ­ζή­τη­ση μ’­ἕ­να ἐμ­φα­τι­κὸ «Ἄχ, δὲν ξέ­ρε­τε τί ἔ­χε­τε!» καὶ ὁ πο­λί­της ἀ­φή­νει στὴ μέ­ση τὴν ὁ­μι­λί­α του, κοι­τά­ζει γύ­ρω του κά­πως μπερ­δε­μέ­νος, πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι ὁ ἐ­ξό­ρι­στος ἀ­γα­πᾶ τὸν τό­πο του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο. Ἀ­μέ­σως, ὅ­μως, συ­νέρ­χε­ται. Δὲν εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἐ­πι­τρέ­ψει σὲ κα­νέ­ναν νὰ μι­λᾶ γιὰ τὴν πα­τρί­δα του σὲ ὑ­περ­θε­τι­κὸ βαθ­μό, ἂν δὲν ἔ­χει γεν­νη­θεῖ σ’ αὐ­τήν. Εἶ­ναι τό­τε ποὺ ὁ Ἐ­ξό­ρι­στος κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι δι­έ­πρα­ξε ἕ­να ἀ­συγ­χώ­ρη­το λά­θος καὶ ὅ­τι ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θή­σει, θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἕ­νας ξέ­νος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Cuentos reunidos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2007.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

Εἰκόνα: Φωτογραφία τοῦ Jonas Torres (2015).



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Τελεία


04-CristinaPeriRossi-Teleia-Eikona-01


Κριστίνα Πέ­ρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Τελεία

(Punto final)


02-OmikronΤΑΝ ΓΝΩΡΙΣΤΗΚΑΜΕ, ἐ­κεί­νη μοῦ εἶ­πε: «Σοῦ δί­νω τὴν τε­λεί­α. Εἶ­ναι μιὰ τε­λεί­α πο­λύ­τι­μη, μὴν τὴ χά­σεις. Κρά­τη­σέ τη γιὰ νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή. Εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ μπο­ρῶ νὰ σοῦ δώ­σω καὶ τὸ κά­νω για­τὶ σὲ ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι. Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν μὲ ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις.» Γιὰ πο­λὺ και­ρὸ εἶ­χα στὴν τσέ­πη μου τὴν τε­λεί­α. Ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μὲ τὰ ψι­λά, τὰ τρίμ­μα­τα κα­πνοῦ καὶ τὰ σπίρ­τα, εἶ­χε λι­γά­κι βρω­μί­σει. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἴ­μα­σταν τό­σο εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ποὺ πί­στε­ψα πὼς πο­τὲ δὲν θὰ χρει­α­ζό­ταν νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω. Ἀ­γό­ρα­σα τό­τε μιὰ μαύ­ρη θή­κη καὶ τὴ φύ­λα­ξα ἐ­κεῖ. Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν ἀ­νέ­με­λες, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καὶ τὴν πλή­ξη. Τὸ πρω­ὶ ξυ­πνού­σα­με χα­ρού­με­νοι, εὐ­γνώ­μο­νες ποὺ εἴ­μα­σταν μα­ζί. Ἡ κά­θε μέ­ρα ἀ­νοί­γον­ταν μπρο­στά μας σὰν ἕ­νας με­γά­λος ἄ­γνω­στος κό­σμος, γε­μά­τος ἐκ­πλή­ξεις ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψου­με. Τὰ οἰ­κεῖ­α πράγ­μα­τα ἐ­πα­νέ­κτη­σαν μιὰ χα­μέ­νη φρε­σκά­δα καὶ ἄλ­λα, ὅ­πως τὰ πάρ­κα ἢ οἱ λί­μνες, ξα­νά­γι­ναν φι­λό­ξε­να, μη­τρι­κά. Δι­α­σχί­ζα­με τοὺς δρό­μους πα­ρα­τη­ρών­τας πράγ­μα­τα ποὺ ὁ ὑ­πό­λοι­πος κό­σμος δὲν ἔ­βλε­πε καὶ τὰ ἀ­ρώ­μα­τα, τὰ χρώ­μα­τα, τὰ φῶ­τα, ὁ χρό­νος καὶ ὁ χῶ­ρος ἦ­ταν πιὸ ἔν­το­να. Ἡ ἀν­τί­λη­ψή μας εἶ­χε ὀ­ξυν­θεῖ σὰν ὑ­πὸ τὴν ἐ­πήρ­εια ἑ­νὸς ἰ­σχυ­ροῦ ναρ­κω­τι­κοῦ. Ἀλ­λὰ δὲν εἴ­μα­σταν ζα­λι­σμέ­νοι, πα­ρὰ δια­υγεῖς καὶ γα­λή­νιοι, προι­κι­σμέ­νοι μὲ μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἱ­κα­νό­τη­τα ἐ­ναρ­μό­νι­σης μὲ τὸν κό­σμο. Εἴ­χα­με μα­ζὶ μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μας μιὰ μο­να­δι­κὴ με­λω­δί­α ποὺ σε­βό­ταν τὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ τά­ξη, χω­ρὶς νὰ στη­ρί­ζε­ται σ’ αὐ­τή.

       Μὲ τὴν εὐ­τυ­χί­α ξέ­χα­σα τὴ θή­κη, ἢ τὴν ἔ­χα­σα ἀ­συ­ναί­σθη­τα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ξέ­ρω. Τώ­ρα ποὺ ἡ εὐ­τυ­χί­α τε­λεί­ω­σε δὲν βρί­σκω που­θε­νὰ τὴν τε­λεί­α. Αὐ­τὸ δη­μι­ουρ­γεῖ καυ­γά­δες καὶ πε­ραι­τέ­ρω ἐ­χθρό­τη­τα. «Ποῦ τὴν ἔ­βα­λες;», μὲ ρω­τά­ει ἐ­κεί­νη ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη, «Τί πε­ρι­μέ­νεις γιὰ νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις; Μὴν κα­θυ­στε­ρεῖς ἄλ­λο ἀλ­λι­ῶς ὅ­λα ὅ­σα προ­η­γή­θη­καν θὰ χά­σουν ὀ­μορ­φιὰ καὶ νό­η­μα». Ψά­χνω στὶς ντου­λά­πες, στὰ παλ­τά, στὰ συρ­τά­ρια, στὴ φό­δρα τῆς πο­λυ­θρό­νας, κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ τὸ τρα­πέ­ζι. Ἀλ­λὰ ἡ τε­λεί­α δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, οὔ­τε ἡ θή­κη. Ἡ ἀ­να­ζή­τη­σή μου ἔ­γι­νε ἔν­το­νη, ἐμ­μο­νι­κή. Εἶ­ναι πι­θα­νὸ νὰ τὴν ἔ­χα­σα στὴ διά­ρκεια μιᾶς ἀ­πὸ τὶς εὐ­τυ­χι­σμέ­νες μας στιγ­μές. Δὲν εἶ­ναι στὸ σα­λό­νι, οὔ­τε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα, οὔ­τε στὸ τζά­κι. Νὰ τὴν ἔ­φα­γε ὁ γά­τος;

       Ἡ ἀ­που­σί­α της αὐ­ξά­νει τὴν δυ­στυ­χί­α μας μὲ τρό­πο ἐ­πώ­δυ­νο. Ὅ­σο ἡ τε­λεί­α δὲν ἐμ­φα­νί­ζε­ται εἴ­μα­στε δε­μέ­νοι ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἄλ­λο καὶ αὐ­τοὶ οἱ κρί­κοι τῆς ἁ­λυ­σί­δας εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ ἐ­χθρό­τη­τα, ἀ­πά­θεια, ντρο­πὴ καὶ μί­σος. Πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δε­χτοῦ­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι θὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι, χα­ρα­μί­ζον­τας τὴν πι­θα­νό­τη­τα μιᾶς και­νούρ­γιας ζω­ῆς. Οἱ νύ­χτες μας εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τες ὄν­τας ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νὰ μοι­ρα­ζό­μα­στε τὴν ἴ­δια κρε­βα­το­κά­μα­ρα ὅ­που ἡ μνη­σι­κα­κί­α ἔ­χει τὸ ὕ­ψος ἑ­νὸς τοί­χου καὶ προ­κα­λεῖ ἀ­σφυ­ξί­α σὰν μιὰ νο­ση­ρὴ ἀ­να­θυ­μία­ση. Τυ­λί­γει τὰ ἔ­πι­πλα, τὰ ντου­λά­πια, τὰ βι­βλί­α, δι­ά­σπαρ­τα στὸ πά­τω­μα. Δι­α­φω­νοῦ­με γιὰ τὰ πάν­τα ἂν καὶ κα­τὰ βά­θος ξέ­ρου­με ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς τε­λεί­ας, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­κεί­νη μὲ κα­τη­γο­ρεῖ. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς νο­μί­ζω ὅ­τι ἔ­χει τὴν ὑ­πο­ψί­α πὼς στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τὴν ἔ­χω κρυμ­μέ­νη γιὰ νὰ τὴν ἐκ­δι­κη­θῶ. «Δὲν ἔ­πρε­πε νὰ σὲ ἐμ­πι­στευ­τῶ», κα­τη­γο­ρεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της. «Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ φαν­τα­στῶ ὅ­τι θὰ μὲ πρό­δι­νες».

       Ἦ­ταν μιὰ μα­κριά, ἀ­ση­μέ­νια θή­κη, ἀ­π’ αὐ­τὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν πα­λιὰ γιὰ νὰ φυ­λᾶ­νε τὸν κα­πνό. Τὴν ἀ­γό­ρα­σα σὲ μιὰ ἀ­γο­ρὰ πα­λαι­ῶν εἰ­δῶν. Μοῦ φά­νη­κε τὸ πιὸ κα­τάλ­λη­λο μέ­ρος γιὰ νὰ τὴν βά­λω. Ἡ τε­λεί­α ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στρογ­γυ­λή, μι­κρο­σκο­πι­κή, βο­λε­μέ­νη μιὰ χα­ρά. Ἀλ­λὰ πέ­ρα­σαν τό­σα χρό­νια. Εἶ­ναι πι­θα­νὸ νὰ χά­θη­κε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια μιᾶς με­τα­κό­μι­σης ἢ ἴ­σως νὰ τὴν ἔ­κλε­ψε κά­ποι­ος νο­μί­ζον­τας πὼς ἦ­ταν πο­λύ­τι­μη.

       Ἀ­φοῦ τὴν ψά­χνω μά­ται­α σχε­δὸν ὅ­λη τὴ μέ­ρα, φεύ­γω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι γιὰ νὰ μὴν συ­ναν­τή­σω τὸ κα­τη­γο­ρη­τή­ριο βλέμ­μα της, τὴ φω­νή της γε­μά­τη μί­σος. Ὅ­λη ἡ προ­η­γού­με­νη εὐ­τυ­χί­α μας ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε καὶ θὰ ἦ­ταν ἀ­νώ­φε­λο νὰ σκε­φτεῖ κα­νεὶς πὼς θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει. Ἀλ­λὰ οὔ­τε νὰ χω­ρί­σου­με μπο­ροῦ­με. Αὐ­τὴ ἡ τε­λεί­α ποὺ ἔ­χει τὴν τά­ση νὰ ξε­γλι­στρᾶ μᾶς ἑ­νώ­νει, μᾶς δέ­νει, μᾶς γε­μί­ζει κα­κί­α καὶ θυ­μό, κα­τα­σπα­ρά­ζει μί­α πρὸς μί­α τὶς προ­η­γού­με­νες μέ­ρες, αὐ­τὲς ποὺ ὑ­πῆρ­ξαν ὄ­μορ­φες.

       Τὸ μό­νο ποὺ ἐλ­πί­ζω εἶ­ναι νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ κά­ποι­α στιγ­μή, κα­τὰ τύ­χη, χα­μέ­νη σὲ κά­ποι­α τσέ­πη, ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μα­ζὶ μὲ ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να. Τό­τε θὰ εἶ­ναι μιὰ χον­τρή, θλι­βε­ρή, βρώ­μι­κη καὶ σκο­νι­σμέ­νη τε­λεί­α ἐ­κτὸς χρό­νου, σὰν αὐ­τὴ ποὺ βά­ζουν οἱ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι συγ­γρα­φεῖς.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Por fin solos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2004.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Οἱ ξεριζωμένοι


03-CristinaPeriRossi-OiKserrizomenoi-Eikona-01


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Οἱ ξεριζωμένοι

(Los desarraigados)


02-TaphΟΥΣ ΒΛΕΠΕΙ κα­νεὶς συ­χνὰ νὰ περ­πα­τοῦν στοὺς δρό­μους τῶν με­γα­λου­πό­λε­ων, ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­πι­πλέ­ουν στὸν ἀ­έ­ρα, σὲ χρό­νο καὶ τό­πο στα­μα­τη­μέ­νο. Τοὺς λεί­πουν ρί­ζες στὰ πό­δια καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ τοὺς λεί­πουν ἀ­κό­μη καὶ πό­δια. Ἀ­π’ τὰ μαλ­λιά τους δὲν ξε­φυ­τρώ­νουν ρί­ζες, οὔ­τε ἁ­πα­λὲς ἴ­νες δέ­νουν τὸν κορ­μό τους σὲ κά­ποι­ο εἶ­δος ἐ­δά­φους. Μοιά­ζουν μὲ φύ­κια ποὺ πα­ρα­σύ­ρουν τὰ θα­λασ­σι­νὰ ρεύ­μα­τα καὶ ὅ­ταν στα­θε­ρο­ποι­οῦν­ται πά­νω σὲ κά­ποι­α ἐ­πι­φά­νεια εἶ­ναι κα­τὰ τύ­χη καὶ δια­ρκεῖ μό­νο μιὰ στιγ­μή. Ἀ­μέ­σως ἐ­πι­πλέ­ουν ἐκ νέ­ου καὶ ὑ­πάρ­χει σ’ αὐ­τὸ ὁ­ρι­σμέ­νη νο­σταλ­γί­α. Ἡ ἀ­που­σί­α ρι­ζῶν τοὺς προσ­δί­δει ἕ­ναν ἀ­έ­ρα ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τας, ἀ­να­κρί­βειας. Εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸ ποὺ νι­ώ­θουν παν­τοῦ ἄ­βο­λα καὶ δὲν τοὺς προ­σκα­λοῦν σὲ γι­ορ­τές, οὔ­τε σὲ σπί­τια, για­τί φαί­νον­ται ὕ­πο­πτοι. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι φαι­νο­με­νι­κὰ πραγ­μα­το­ποι­οῦν τὶς ἴ­δι­ες ἐ­νέρ­γει­ες μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα: τρῶ­νε, κοι­μοῦν­ται, περ­πα­τοῦν, μέ­χρι καὶ πε­θαί­νουν, ἀλ­λὰ ὁ προ­σε­κτι­κὸς πα­ρα­τη­ρη­τὴς θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει πὼς ὑ­πάρ­χει μιὰ ἐ­λα­φριὰ καὶ σχε­δὸν ἀ­νε­παί­σθη­τη δι­α­φο­ρὰ στὸν τρό­πο ποὺ ἔ­χουν νὰ τρῶ­νε, νὰ κοι­μοῦν­ται, νὰ περ­πα­τοῦν καὶ νὰ πε­θαί­νουν. Τρῶ­νε χάμ­πουρ­γκερς Mac Donalds ἢ σάν­του­ιτς μὲ κο­τό­που­λο Pokins, εἴ­τε βρί­σκον­ται στὸ Βε­ρο­λί­νο, εἴ­τε στὴ Βαρ­κε­λώ­νη, εἴ­τε στὸ Μον­τε­βι­δέ­ο. Καὶ τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα, πα­ραγ­γέλ­νουν ἕ­να ἀ­νορ­θό­δο­ξο με­νοὺ ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ γκα­σπά­τσο, σού­πα ἢ ἀγ­γλι­κὴ κρέ­μα. Κοι­μοῦν­ται τὴ νύ­χτα, ὅ­πως ὅ­λος ὁ κό­σμος, ἀλ­λὰ ὅ­ταν ξυ­πνοῦν μὲς στὸ σκο­τά­δι ἑ­νὸς ἀ­ξι­ο­θρή­νη­του δω­μα­τί­ου ξε­νο­δο­χεί­ου τοὺς κα­τα­λαμ­βά­νει μιὰ στιγ­μὴ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τας: δὲν θυ­μοῦν­ται ποῦ βρί­σκον­ται, οὔ­τε τί μέ­ρα εἶ­ναι, οὔ­τε τὸ ὄ­νο­μα τῆς πό­λης στὴν ὁ­ποί­α ζοῦν. Ἡ ἔλ­λει­ψη ρι­ζῶν δί­νει στὸ βλέμ­μα τους ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ἕ­ναν τό­νο γα­λά­ζιο καὶ νε­ρου­λό, φευ­γα­λέ­ο, αὐ­τὸν κά­ποι­ου ποὺ ἀν­τὶ νὰ κρα­τι­έ­ται στα­θε­ρὰ ἀ­πὸ ρί­ζες ποὺ ἀ­πορ­ρέ­ουν ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν καὶ ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ἐ­πι­πλέ­ει μέ­σα ἕ­να χῶ­ρο θο­λὸ καὶ ἀ­να­κρι­βῆ.

       Ἂν καὶ με­ρι­κοὶ εἶ­χαν κα­τὰ τὴ γέν­νη­σή τους με­ρι­κὰ ρο­ζι­α­σμέ­να νή­μα­τα ποὺ μὲ τὸν και­ρὸ θὰ με­τα­τρέ­πον­ταν ἀ­ναμ­φί­βο­λα σὲ γε­ρὲς ρί­ζες, γιὰ τὸν ἕ­να ἢ τὸν ἄλ­λο λό­γο τὰ ἔ­χα­σαν, τοὺς ἀ­φαι­ρέ­θη­καν ἢ τοὺς τὰ ἀ­κρω­τη­ρί­α­σαν καὶ αὐ­τὸ τὸ ἀ­τυ­χὲς γε­γο­νὸς τοὺς κα­θι­στᾶ ἕ­να εἶ­δος ἀ­πω­θη­τι­κὸ. Ἀλ­λά, ἀν­τὶ νὰ προ­κα­λοῦν τὴν συμ­πό­νοι­α τοῦ κό­σμου, ξυ­πνοῦν συ­νή­θως ἔ­χθρα. Πλα­νᾶ­ται ἡ ὑ­πο­ψί­α ὅ­τι εἶ­ναι ἔ­νο­χοι κά­ποι­ου σκο­τει­νοῦ πα­ρα­πτώ­μα­τος, ἡ δι­αρ­πα­γή τους χρή­ζει ἐ­νό­χους. Ἀ­π’ τὴ στιγ­μὴ ποὺ χά­νον­ται οἱ ρί­ζες δὲν μπο­ροῦν πιὰ νὰ ἐ­πα­να­κτη­θοῦν. Μά­ται­α μέ­νει ὁ ξε­ρι­ζω­μέ­νος γιὰ ὧ­ρες στα­μα­τη­μέ­νος σὲ μιὰ γω­νιὰ ἢ δί­πλα σ’ ἕ­να δέν­τρο, κοι­τών­τας λο­ξὰ τὰ μα­κριὰ προ­σαρ­τή­μα­τα ποὺ ἑ­νώ­νουν τὸ φυ­τὸ μὲ τὴ γῆ· οἱ ρί­ζες δὲν εἶ­ναι με­τα­δο­τι­κές, οὔ­τε προ­σκολ­λοῦν­ται σὲ ξέ­νο σῶ­μα. Ἄλ­λοι νο­μί­ζουν ὅ­τι πα­ρα­μέ­νον­τας γιὰ πο­λὺ και­ρὸ στὴν ἴ­δια πό­λη ἢ χώ­ρα εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ τοὺς πα­ρα­χω­ρη­θοῦν κά­ποι­α στιγ­μὴ τε­χνη­τὲς ρί­ζες, πλα­στι­κὲς γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀλ­λὰ κα­μιὰ πό­λη δὲν εἶ­ναι τό­σο γεν­ναι­ό­δω­ρη.

       Ὑ­πάρ­χουν ὡ­στό­σο ξε­ρι­ζω­μέ­νοι αἰ­σι­ό­δο­ξοι. Εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ φρον­τί­ζουν νὰ βλέ­πουν τὴν κα­λὴ πλευ­ρὰ τῶν πραγ­μά­των καὶ δι­α­τεί­νον­ται ὅ­τι ἡ ἔλ­λει­ψη ρι­ζῶν δί­νει με­γά­λη ἐ­λευ­θε­ρί­α κι­νή­σε­ων, συμ­βάλ­λει στὴν ἀ­πο­φυ­γὴ ἄ­βο­λων ἐ­ξαρ­τή­σε­ων καὶ προ­ά­γει τὶς με­τα­κι­νή­σεις. Στὴ μέ­ση τῆς ὁ­μι­λί­ας τους φυ­σά­ει ἕ­νας δυ­να­τὸς ἄ­νε­μος καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται σὰν νὰ τοὺς κα­τά­πι­ε ὁ ἀ­έ­ρας.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: La ciudad de Luzbel y otros relatos, 1992.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.