Τζένιφερ Γουόρτμαν (Jennifer Wortman): Θέλω καινούργιο ἐγκέφαλο


Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman)


Θέ­λω και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο

(I Want a New Brain)


ΘΕΛΑ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ἐγ­κέ­φα­λο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ στα­μα­τή­σω νὰ μι­λά­ω γι’ αὐ­τό, για­τὶ τέ­τοι­ος ἦ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ εἶ­χα: Ἕ­νας ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ ἐ­πέ­με­νε κι ἐ­πέ­με­νε. Εἶ­χε ἐμ­μο­νὴ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ μὲ εἶ­χαν πλη­γώ­σει καὶ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ εἶ­χα πλη­γώ­σει ἐ­γώ. Ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γιὰ τὴ μέ­ρα ποὺ ξη­μέ­ρω­νε καὶ γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα. Μὲ κα­τέ­κρι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα ὅ­ταν ἐ­πι­κεν­τρω­νό­μουν στὴν κα­λο­πέ­ρα­σή μου. Ὅ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἤ­θε­λε κά­τι, δὲν στα­μα­τοῦ­σε μὲ τί­πο­τα. Ἦ­ταν χει­ρό­τε­ρος κι ἀπ’ τὸ γιό μου ποὺ μὲ ζά­λι­ζε ζη­τών­τας κα­ρα­μέ­λες μέ­χρι νὰ τοῦ βά­λω τὶς φω­νές. Ἂν ἔ­βα­ζα τὶς φω­νὲς στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ τὶς ἔ­βα­ζε κι ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴ σει­ρά του. Ἀλ­λά, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πά­λι μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νές. Κι ὁ γιὸς μου μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νὲς κα­μιὰ φο­ρὰ ἢ ἁ­πλῶς δὲν μὲ ἄ­κου­γε, εἴ­τε τοῦ ἔ­βα­ζα τὶς φω­νές, εἴ­τε τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά. Τό­τε, ὅ­μως, τοῦ ἔ­κλει­να συ­νή­θως τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κλεί­σω τὴν τη­λε­ό­ρα­ση στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου. Ἀ­κό­μα καὶ χω­ρὶς αὐ­τή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου δὲν ἔ­παυ­ε.

        «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴν οἰ­κο­γέ­νειά μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στοὺς φί­λους μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴ ψυ­χο­θε­ρα­πεύ­τρια μου, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κὰ ὅ­σο ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου αἰ­σθάν­θη­κε τὴν πε­ρι­φρό­νη­σή της.

        Ἔ­δω­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου φάρ­μα­κα. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἔ­λε­γε πράγ­μα­τα ὅ­πως, «Εἶ­σαι συ­νέ­νο­χη μὲ τὴ Big Pharm» ἢ «Εἶ­σαι ἀ­κό­μα ἐ­σύ;» καὶ «Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, δὲν ἔ­χει ἀ­πο­τέ­λε­σμα». Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πα­ρα­δέ­χον­ταν πὼς τὰ φάρ­μα­κα βο­η­θοῦ­σαν, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἁ­πλῶς με­γά­λω­νε τὴ σύγ­χυ­σή μου: Μὲ ἄλ­λα λό­για, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου, συ­νέ­χι­ζε νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, εἶ­χα ξα­πλώ­σει στὸν κα­να­πέ, ὅ­πως ἔ­κα­να συ­χνά. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­πει­σε νὰ δου­λέ­ψω μὲ τὸ λά­πτοπ, ξα­πλω­μέ­νη. Δὲν εἶ­χα τὸ λά­πτοπ, ὅ­μως, για­τί ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ εἶ­χε πεί­σει ὅ­τι θὰ δού­λευ­α κα­λύ­τε­ρα ἂν πρῶ­τα ξε­κου­ρα­ζό­μουν. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­κα­νε με­τὰ νὰ νι­ώ­σω ἔ­νο­χη ἐ­πει­δὴ ξε­κου­ρα­ζό­μουν καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια ἀ­νί­κα­νη τό­σο γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στῶ, ὅ­σο καὶ γιὰ νὰ ἐρ­γα­στῶ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι σύ­νη­θες γιὰ μέ­να. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἦ­ταν σύ­νη­θες ἦ­ταν ὅ­τι ὁ γιὸς μου γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο πιὸ ἀρ­γὰ ἀ­π’ ὅ­σο συ­νή­θως μ’ ἕ­να κου­τὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο μό­λις ποὺ πρό­σε­ξα, καὶ ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ ὑ­πεν­θύ­μι­σε πὼς εἶ­μαι ἀ­παί­σια μη­τέ­ρα.

        «Εἶ­ναι γιὰ σέ­να», μοῦ εἶ­πε. Ἔ­σκι­σε τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα τοῦ κου­τιοῦ. «Και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος!».

        «Μά, πῶς;»

        Μοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι εἶ­χε ἀ­δειά­σει τὸν κουμ­πα­ρά του ἀ­πὸ τὰ λε­φτὰ τῶν γε­νε­θλί­ων του καὶ εἶ­χε πά­ει σ’ ἕ­να κα­τά­στη­μα ἐγ­κε­φά­λων ποὺ εἶ­χε ἀ­νοί­ξει σ’ ἕ­να κομ­μά­τι τῆς πό­λης ποὺ μι­σοῦ­σα, ἀ­νά­με­σα σ’ ἕ­να και­νούρ­γιο μπα­ρά­κι κι ἕ­να στούν­τιο γι­όγ­κα καὶ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­α μὲ χει­ρο­ποί­η­τα γλυ­κὰ καὶ μι­κρὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα ποὺ ἄ­ναγ­κα­ζαν τοὺς κα­τοί­κους μὲ χα­μη­λὰ εἰ­σο­δή­μα­τα νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ κεῖ. «Μὰ ἔ­χεις πά­ει κι ἐ­σὺ σ’ αὐ­τὸ τὸ μπα­ρά­κι καὶ στὸ στούν­τιο γι­όγ­κα», εἶ­πε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        «Ἄς τὸ κά­νου­με, λοι­πόν!», εἶ­πα στὸ γιό μου.

        Ὁ και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος, μὲ τὶς πλη­θω­ρι­κὲς πτυ­χὲς του ἀ­πὸ ρὸζ μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νια σάρ­κα, ἔ­μοια­ζε σὰ νὰ εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο πε­ρι­ο­δι­κοῦ. Συμ­βου­λευ­τή­κα­με τὸ ἐγ­χει­ρί­διο, ἀ­φαι­ρέ­σα­με τὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου καὶ ἐγ­κα­τα­στή­σα­με τὸ νέ­ο ἐγ­κέ­φα­λο. Τι­νά­χτη­κα ἀ­π’ τὸν κα­να­πέ, ἑ­τοί­μα­σα στὸ γιό μου ἕ­να κο­λα­τσιὸ κι ὕ­στε­ρά τοῦ ἔ­θε­σα τὰ κα­τάλ­λη­λα ὅ­ρια σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πό­σο χρό­νο μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη μπο­ρεῖ νὰ περ­νά­ει. Ἄ­νοι­ξα τὸ λά­πτοπ μου καὶ δού­λε­ψα δί­χως δι­α­λείμ­μα­τα μέ­χρι τὴν ὥ­ρα ποὺ τε­λεί­ω­σα καὶ ρώ­τη­σα τὸ γιό μου ἂν ἤ­θε­λε νὰ πᾶ­με μιὰ βόλ­τα μὲ τὰ πο­δή­λα­τα. Θὰ γυρ­νού­σα­με γρή­γο­ρα για­τί ἤ­θε­λα νὰ φτιά­ξω ἕ­να γευ­στι­κὸ καὶ ὑ­γι­ει­νὸ δεῖ­πνο, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα σκο­πὸ νὰ ἑ­τοι­μά­σω ἐ­πι­με­λῶς, χω­ρὶς τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μου Netflix πε­ρι­σπα­σμό.

        Καὶ ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς θὰ σᾶς πῶ ὅ­τι ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος δὲν ἦ­ταν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὸς ἀ­π’ τὸν πα­λιό, ἢ ὅ­τι ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κός, ἀλ­λὰ σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα εἶ­χα χά­σει κά­τι, τὴν ἀν­θρω­πιά μου ἢ τὴν ψυ­χή μου ἢ ὅ­πως θέ­λε­τε νὰ τὸ πεῖ­τε. Ὅ­μως, ὄ­χι. Ἤ­θε­λα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ἀ­πέ­κτη­σα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ὅ­λα ἄλ­λα­ξαν πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο.

        Ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τό: Ὁ γιὸς μου, ἔ­χον­τας πα­ρα­στεῖ στὸ θαῦ­μα τοῦ νέ­ου μου ἐγ­κε­φά­λου, ἤ­θε­λε ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. «Θέ­λω ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ πρω­ί. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ βρά­δυ. Ἐ­κεῖ ποὺ πρὶν πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ γλυ­κά, τώ­ρα πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Στὴν ἀρ­χή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τὰ πα­ρα­κά­λια του μὲ ψυ­χραι­μί­α. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σα ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ πά­ρει και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του βρί­σκον­ταν ἀ­κό­μα σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα σχη­μα­τι­στεῖ. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του ἦ­ταν μιὰ χα­ρά. Κα­μιὰ φο­ρὰ ὑ­πέ­φε­ρε ἐ­ξαι­τί­ας του, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­νε μό­νο νὰ τὸν βο­η­θή­σει νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει.

        «Μὰ ἔ­χεις ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο.»

        «Κα­μιὰ φο­ρά» ἔ­λε­γα, «οἱ ἐγ­κέ­φα­λοι τὸ πα­ρα­τρα­βᾶ­νε καὶ μᾶς κά­νουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με. Κά­νουν πιὸ πο­λὺ κα­κό, πα­ρὰ κα­λό».

        «Ναί, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος αὐ­τὸς ποὺ σοῦ εἶ­πε ὅ­τι χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Πῶς ξέ­ρεις ὅ­τι δὲν τὸ ἔ­κα­νε ἁ­πλῶς γιὰ νὰ ὑ­πο­φέ­ρεις;»

        «Για­τί ὁ πα­λιός μου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο.»

        «Ἂν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο, για­τί χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο;» Ὅ­σο ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος προ­σπα­θοῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ μιὰ ξε­κά­θα­ρη, συ­νε­κτι­κὴ ἀ­πάν­τη­ση, ἐ­κεῖ­νος ἔ­λε­γε, «Για­τί, ἔ; Για­τί;»

        «Γιὰ νὰ μὴν ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ σοῦ φω­νά­ζω», τοῦ φώ­να­ζα.

        Με­τά μοῦ φώ­να­ζε ἐ­κεῖ­νος ἢ τοῦ φώ­να­ζα πά­λι ἐ­γὼ κι ὕ­στε­ρα κλεί­νον­ταν στὸ δω­μά­τιό του καὶ ‘γὼ στὸ δι­κό μου. Χρει­α­ζό­μουν μή­πως μιὰ και­νούρ­για καρ­διά, μιὰ και­νούρ­για φω­νή; Μιὰ και­νούρ­για ψυ­χή, ἕ­ναν και­νούρ­γιο κό­σμο, ἕ­ναν και­νούρ­γιο Θε­ό; «Σώ­πα τώ­ρα», ἔ­λε­γε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου. «Πή­γαι­νε νὰ μι­λή­σεις στὸ γιό σου.»

        Τὸν ἔ­βρι­σκα στὸ κρε­βά­τι του, τὰ μά­γου­λά του αὐ­λα­κω­μέ­να μὲ δά­κρυ­α. «Σώ­πα» τοῦ ἔ­λε­γα. «Σώ­πα τώ­ρα, σώ­πα.»



Πη­γή: Ἄ­πο τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Connotation Press. An Online Artifact (Τεῦ­χο­ς VΙ, Τό­μος X: Ἰ­ού­λιος, 2019): https://connotationpress.com/fiction/3398-jennifer-wortman-fiction

Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman). Δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ με­τα­ξὺ ἄλ­λων στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Glimmer Train, Normal School, Diagram, The CollagistSmokeLong Quarterly, The Collapsar. Ζεῖ μὲ τὸ σύ­ζυ­γο καὶ τὰ δυ­ό της παι­διὰ στὸ Κο­λο­ράν­το. Εἶ­ναι συν­τά­κτρια στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Colorado Review καὶ δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ «Lighthouse Writers Workshop». Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες, πα­τῆ­στε ἐδῶ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Νάνσυ Ἀγγελῆ: Μεγάλη ἰδέα


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Με­γά­λη ἰ­δέ­α


Ο ΧΕΡΙ ΤΗΣ ξε­πρό­βαλ­λε μέ­σα ἀ­π’ τὰ σκε­πά­σμα­τα λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν χτυ­πή­σει ἡ ἀ­φύ­πνι­ση. Πά­τη­σε τὸ κουμ­πὶ ἀ­κύ­ρω­σης. Ἦ­ταν ξύ­πνια. Εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι οἱ 8.30 εἶ­ναι μιὰ κα­λὴ ὥ­ρα γιὰ νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι —ἐν­νιὰ πα­ρὰ τέ­ταρ­το τὸ πο­λὺ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ὄρ­θια— πα­ρὰ τὸ ὅ­τι δὲν τὴν πε­ρί­με­νε κα­νέ­νας καὶ τί­πο­τα. Ἂν ἐ­πέ­τρε­πε, ὡ­στό­σο, στὸν ἑ­αυ­τό της νὰ πα­ρα­κοι­μη­θεῖ οἱ τύ­ψεις θὰ τὴν χτυ­ποῦ­σαν ἀ­λύ­πη­τα γιὰ ὅ­λο τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς ἡ­μέ­ρας. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι τὸ πρω­ι­νὸ θὰ περ­νοῦ­σε ἀ­νεμ­πό­δι­στο χω­ρὶς νὰ ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὴν βο­ή­θειά της, χω­ρὶς κὰν νὰ τὴν κοι­τά­ξει, μὰ ἐ­κεί­νη ἐ­πέ­με­νε πει­σμα­τι­κὰ ν’ ἀ­δρά­ξει τὴ μέ­ρα ἢ του­λά­χι­στον αὐ­τὸ προ­σποι­οῦν­ταν. Τὶς φο­ρὲς ποὺ ἔ­νι­ω­θε πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἀ­π’ τὴν μα­ται­ό­τη­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς αὐ­τῆς προ­σπά­θειας καὶ δε­δο­μέ­νου ὅ­τι δὲν τὴν κοί­τα­ζε κα­νείς, φο­ροῦ­σε βα­ρι­ε­στη­μέ­να τὶς παν­τό­φλες, κούμ­πω­νε τὴ ρόμ­πα καὶ ἔ­σερ­νε τὰ βή­μα­τά της ὣς τὴν κου­ζί­να, ὅ­που οἱ πρω­ι­νὲς ἀ­χτί­δες φω­τὸς ποὺ τρύ­πω­ναν ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὴν ἔ­κα­ναν νὰ ξε­χνᾶ γιὰ λί­γο τὸ κε­νὸ ποὺ φώ­λια­ζε μέ­σα της καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε ἀ­χνά. Ἄλ­λες φο­ρὲς ξυ­πνοῦ­σε ἀ­νε­ξή­γη­τα αἰ­σι­ό­δο­ξη καὶ τά­χα φου­ρι­ό­ζα ἀπ΄ τὴ χα­ρὰ ἔ­σπευ­δε στὴν κου­ζί­να, ἄ­νοι­γε τὰ πα­ρά­θυ­ρα, ἔ­παιρ­νε βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες εὐ­γνω­μο­σύ­νης καὶ ἔ­φτια­χνε τὸν κα­φὲ κά­νον­τας τὸ κου­τα­λά­κι ν’ ἀν­τη­χεῖ χα­ρού­με­να. Ἔ­χε­τε πα­ρα­τη­ρή­σει πο­τὲ ὅ­τι οἱ χα­ρού­με­νοι καὶ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι θο­ρυ­βώ­δεις, ἐ­νῶ ὅ­σοι εἶ­ναι θλιμ­μέ­νοι ἔ­χουν τὴν τά­ση νὰ φο­βοῦν­ται πάν­τα μή­πως ἐ­νο­χλή­σουν μὲ τὶς κι­νή­σεις τους, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­σι­ω­ποῦν, μὴ καὶ τρα­βή­ξουν τὴν προ­σο­χή;

        Ὅ­πως καὶ νὰ ’χει, καὶ πα­ρὰ τὶς ἀ­χτί­δες φω­τός, τὰ πρω­ϊ­νὰ περ­νοῦ­σαν συ­νή­θως ἀρ­γὰ καὶ βα­σα­νι­στι­κά. Κά­θον­ταν στὸ αὐ­το­σχέ­διο γρα­φεῖ­ο καὶ τὸ πρῶ­το ποὺ ἔ­κα­νε ἦ­ταν νὰ ἀ­νοί­ξει τὰ μέ­ηλ της. Στὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ με­σο­λα­βοῦ­σαν με­τα­ξύ τοῦ πρώ­του καὶ τοῦ δεύ­τε­ρου κλὶκ τοῦ πον­τι­κιοῦ, ὅ­ταν εἶ­χε πιὰ πα­τή­σει «ἄ­νοιγ­μα», ἡ καρ­διά της πάν­τα φτε­ρού­γι­ζε ἀ­κα­τά­στα­τα γε­μά­τη προσ­δο­κί­α, κι ὕ­στε­ρα, τοὺς γορ­γοὺς χτύ­πους δι­α­δέ­χον­ταν χτύ­ποι βα­ριοί, ἄ­με­ση συ­νέ­πεια τῆς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης ποὺ τὴν κα­τέ­κλυ­ζε στὴ θέ­α τῆς ἔν­δει­ξης «Κα­νέ­να νέ­ο μή­νυ­μα». Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα ἦ­ταν αὐ­τὴ ἡ προσ­δο­κί­α, ἡ τυ­φλὴ σχε­δὸν ἐλ­πί­δα ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ον­ταν μῆ­νες τώ­ρα, χρό­νος σχε­δόν, μά­ται­α. Χω­ρὶς τὴν προσ­δο­κί­α, δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε ἴ­σως ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Μὰ τὸ ’χε βί­τσιο ἀ­πὸ πάν­τα νὰ πι­στεύ­ει ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λὺ στὸν ἑ­αυ­τό της. Εἶ­χε ἀ­πὸ μι­κρὴ αὐ­τὴν τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι κά­πο­τε θὰ ἔ­κα­νε κά­τι με­γά­λο, κά­τι σπου­δαῖ­ο, κά­τι ἀ­ξι­ό­λο­γο γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια. Τώ­ρα τό ‘βλεπε ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἀ­κρά­δαν­τη πί­στη ποὺ μπο­ρεῖ νὰ τῆς χά­ρι­σε χρό­νια σε­βα­σμοῦ ἀ­πὸ φί­λους, γνω­στοὺς καὶ συμ­μα­θη­τὲς στὰ νε­α­νι­κά της χρό­νια, δὲν ἦ­ταν πιὰ τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω πα­ρὰ ἡ σα­νί­δα σω­τη­ρί­ας μιᾶς αἰ­θε­ρο­βά­μονος καὶ κα­λο­μα­θη­μέ­νης ἄ­νερ­γης. Δὲν εἶ­ναι ὅ­τι δὲν προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ δου­λειά, ἁ­πλῶς δὲν ἔ­φτα­νε πο­τὲ νὰ τὴν θε­ω­ρεῖ τό­σο ἀ­να­πό­φευ­κτα ἀ­πα­ραί­τη­τη γι’ αὐ­τήν, ὥ­στε νὰ κά­νει τ’ ἀ­δύ­να­τα δυ­να­τὰ γιὰ μιὰ πρόσ­λη­ψη. Ἔ­νι­ω­θε, βα­θιὰ μέ­σα της, κά­πως ὑ­πε­ρά­νω, κι αὐ­τό, ναὶ τώ­ρα τό ‘βλέ­πε, τὴν ἔ­κα­νε νὰ κοι­τά­ζει τὸν κό­σμο μὲ ἀ­πο­στρο­φὴ ἢ πα­ρά­πο­νο, ἀλ­λὰ ὄ­χι νὰ συμ­με­τέ­χει ἐ­νερ­γὰ σ’ αὐ­τόν. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δὲν ἔ­φτα­νε πο­τὲ στὴ θέ­ση τοῦ νὰ τὴν χρει­ά­ζε­ται πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­πελ­πι­σμέ­να, ὥ­στε νὰ πα­λέ­ψει, νὰ κυ­λι­στεῖ γιὰ νὰ τὴν ἀ­πο­κτή­σει, μιὰ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, θέ­ση ἐρ­γα­σί­ας μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βγά­ζει τὰ πρὸς τὸ ζεῖν. Ἔ­τσι, ἂν καὶ οἱ ἐκ­δό­τες καὶ οἱ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες τῆς ἔ­κλει­ναν τὴν πόρ­τα, ἐ­κεί­νη εἶ­χε τὴν πο­λυ­τέ­λεια νὰ ἐ­πι­μέ­νει νὰ θέ­λει νὰ κά «μό­νο αὐ­τὸ ποὺ τῆς ἀ­ρέ­σει πραγ­μα­τι­κά», τὸ ὁ­ποῖ­ο στή­ρι­ζε φυ­σι­κὰ πά­νω στοὺς πυ­λῶ­νες αὐ­τῆς τῆς ἔμ­φυ­της ὑ­ψη­λῆς ἰ­δέ­ας γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Βέ­βαι­α, τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου, ἡ ἀ­ναλ­γη­σί­α τῶν τε­λευ­ταί­ων αὐ­τῶν μη­νῶν χω­ρὶς «κα­νέ­να νέ­ο μή­νυ­μα» ἀ­πάν­τη­σης στὰ χι­λιά­δες βι­ο­γρα­φι­κὰ ποὺ εἶ­χε στεί­λει, τὴν εἶ­χε ἀ­φή­σει ἀρ­κε­τὰ τσα­κι­σμέ­νη ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη πε­ρη­φά­νιας. Πα­ραλ­λή­λι­ζε τὴν εἰ­κό­να της μ’ αὐ­τὴν κά­ποι­ου ποὺ ἐ­νῶ πα­σχί­ζει νὰ ἰ­σι­ώ­σει τὸ πα­πι­γιόν του ὅ­ταν βρί­σκε­ται μπρο­στὰ στὸν κό­σμο, ἡ ἀ­να­μαλ­λι­α­σμέ­νη του ὄ­ψη καὶ τὸ φθαρ­μέ­νο του σα­κά­κι, μαρ­τυ­ροῦν, ἐν­τού­τοις, ἄ­θε­λά τους μὰ εὔ­γλωτ­τα, τὸν ξε­πε­σμὸ καὶ τὴν πλα­στὴ εὐ­πρέ­πεια, ὅ­ταν ἀ­παν­τοῦ­σε χα­μο­γε­λα­στὰ «εἶ­μαι με­τα­φρά­στρια» στὴν καί­ρια καὶ ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως κου­ρα­στι­κὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση «τί δου­λειὰ κά­νε­τε;». Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­παν­τή­σει «λο­γί­στρια» ἢ «δα­σκά­λα» ἢ «φουρ­νά­ρισ­σα» ἢ «νο­σο­κό­μα», ὁ­τι­δή­πο­τε, δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α, ἀρ­κεῖ νὰ ἔ­δι­νε τὴν ἀ­πάν­τη­ση στὸ σω­στὸ χρό­νο καὶ μὲ φυ­σι­κό­τη­τα, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, χω­ρὶς ν’ ἀ­φή­σει νὰ με­σο­λα­βή­σουν δευ­τε­ρό­λε­πτα, ἀ­πο­σι­ω­πη­τι­κὰ ἢ με­τέ­ω­ρες μα­τι­ές, δεύ­τε­ρες σκέ­ψεις ἢ ὑ­πο­ψί­ες. Για­τὶ ὁ κό­σμος ἤ­ξε­ρε. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κά­τι δὲν πά­ει κα­λὰ μ’ ἐ­κεί­νη, κι ἴ­σως νὰ πί­στευ­αν ὅ­τι ἦ­ταν ἄ­χρη­στη ἢ ἀ­κό­μη τεμ­πέ­λα. Κι ἐ­κεί­νη ντρέ­πον­ταν, μὰ πῶς νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σει καὶ πῶς νὰ τὴν πι­στέ­ψουν, ὅ­τι ἐ­νῶ αὐ­τὴ προ­σπα­θοῦ­σε ἦ­ταν οἱ ἄλ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ τῆς ἔ­κλει­ναν τὶς πόρ­τες, κι ἐ­κεί­νη, ὤ ἐ­κεί­νη, ἦ­ταν πο­λὺ πε­ρή­φα­νη γιὰ νὰ ξα­να­χτυ­πή­σει. Ἔ­τσι, ὅ­σο περ­νοῦ­σε ὁ και­ρὸς καὶ οἱ δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ τὴν ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὶς ἄλ­λες, τὶς ἐκ­δο­τι­κές της ἀ­σχο­λί­ες, ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι εἶ­ναι ἴ­σως τε­λι­κά, πα­ρὰ τὰ με­γά­λα ὄ­νει­ρα, ἕ­να πλά­σμα δί­χως ἔρ­γο, τὴν ἔ­ζω­νε ὅ­λο καὶ πιὸ σφι­χτά. Τό­τε πα­ρά­παι­ε ἐ­πι­κίν­δυ­να με­τα­ξὺ αὐ­το­σε­βα­σμοῦ καὶ αὐ­το­μα­στί­γω­σης καὶ ἔ­φτα­νε στὸ ση­μεῖ­ο νὰ ζη­λεύ­ει φρι­χτὰ κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πο­τὲ πρὶν δὲν εἶ­χε νι­ώ­σει πα­ρὰ μο­νά­χα ἀ­δι­α­φο­ρί­α: τὸν ἀν­θρώ­πι­νο μό­χθο κι αὐ­τὸν ποὺ γυ­ρί­ζει τὰ βρά­δια σπί­τι κου­ρα­σμέ­νος.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­κρι­βῶς στὶς 8.40, σύμ­φω­να μὲ τὸ τε­λε­τουρ­γι­κό τῶν τε­λευ­ταί­ων μη­νῶν. Ἡ ἀ­νερ­γί­α, εἶ­χε κι αὐ­τὴ τὸ δι­κό της ὡ­ρά­ριο, τὴ δι­κή της ρου­τί­να. Ὁ ἐ­λεύ­θε­ρος χρό­νος τῆς πε­ρίσ­σευ­ε τό­σο ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­ζει νὰ γί­νον­ται ὅ­λα μέ­σα σὲ προ­κα­θο­ρι­σμέ­να χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα, ἀλ­λι­ῶς ἡ βα­ρε­μά­ρα θὰ τὴν κα­τά­πι­νε ἀ­νε­πι­στρε­πτί. Αὐ­τὸ τὸ πρω­ι­νὸ δὲν δι­έ­φε­ρε ἀ­π’ ὅ­λα τὰ προ­η­γού­με­να. Κα­μιὰ προ­αί­σθη­ση, κα­μιὰ ἀ­πει­λή, κα­νέ­νας ἦ­χος δὲν δι­α­τά­ρασ­σε τὴ γα­λή­νη τοῦ ἄ­δει­ου σπι­τιοῦ. Ἄ­νοι­ξε τὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Κα­νέ­να νέ­ο μή­νυ­μα. Ἡ ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της δὲν μαρ­τυ­ροῦ­σε πολ­λά. Κά­τι με­τα­ξὺ καρ­τε­ρι­κό­τη­τας, ἀ­να­κού­φι­σης καὶ ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης ταυ­τό­χρο­να. Ἔ­βα­λε ἀ­θό­ρυ­βα τὸ κε­φά­λι της νὰ φω­λιά­σει μέ­σα στὰ μπρά­τσα της κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διη­γη­μά­των Μιὰ μέρα ἀ­πό­λυτης ἡ­συ­χίας (Πα­ρά­ξε­νες Μέρες, 2015).

Νάν­συ Ἀγ­γε­λὴ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις τῆς συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Τζάνετ Φρέιμ (Janet Frame): Τὰ πουλιὰ ἄρχισαν τὸ τραγούδι


Τζά­νετ Φρέ­ιμ (Janet Frame)


Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι

(The birds began to sing)


Α ΠΟΥΛΙΑ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι. Ὑ­πῆρ­χαν τέσ­σε­ρα ἐ­κεῖ καὶ κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ ἀ­π’ αὐ­τὰ τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ ἦ­ταν κό­τσυ­φες. Καὶ ‘γὼ τοὺς εἶ­πα, τί τρα­γου­δᾶ­τε μέ­ρα καὶ νύ­χτα, κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο καὶ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴ βρο­χὴ καὶ μὲς στὸν ἄ­νε­μο ποὺ κά­νει τὶς κορ­φὲς τῶν δέν­τρων ἀ­ση­μι­ές;

        Τρα­γου­δᾶ­με, εἶ­παν. Τρα­γου­δᾶ­με καὶ μό­λις ἀρ­χί­σα­με καὶ ἔ­χου­με πο­λὺ ἀ­κό­μα νὰ τρα­γου­δή­σου­με καὶ δὲν μπο­ροῦ­με νὰ στα­μα­τή­σου­με, πρέ­πει νὰ συ­νε­χί­σου­με καὶ νὰ συ­νε­χί­σου­με τὸ τρα­γού­δι.

        Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι.

        Ἔ­βα­λα τὸ παλ­τό μου καὶ περ­πά­τη­σα στὴ βρο­χὴ πέ­ρα ἀ­π’ τὸ λό­φο. Περ­πά­τη­σα μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­λη γε­μά­τα κόκ­κι­νο νε­ρό, κα­τέ­βη­κα χαν­τά­κια γε­μά­τα συμ­φο­ρί­καρ­πους κι ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κα πά­λι μέ­σα ἀ­πὸ χαν­τά­κια ὅ­που φύ­τρω­ναν ἀ­γρι­ό­χορ­τα κι ἀμ­μό­φι­λα καὶ πέ­ρα­σα ρυά­κια ποὺ δί­πλα τους φύ­τρω­νε λι­νά­ρι, χορ­τά­ρι καὶ μα­νού­κα.

        Εἶ­δα ἕ­να πεῦ­κο στὴν κορ­φὴ ἑ­νὸς λό­φου.

        Εἶ­δα ἕ­ναν κο­ρυ­δαλ­λὸ νὰ βου­τά­ει μὲς στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται.

        Εἶ­δα ὅ­τι χι­ό­νι­ζε κά­που πέ­ρα ἀ­π’ τοὺς λό­φους, ἀλ­λὰ ὄ­χι ἐ­κεῖ ποὺ ἤ­μουν ἐ­γώ.

        Στά­θη­κα πά­νω σ’ ἕ­να λό­φο καὶ κοί­τα­ξα γιὰ ὥ­ρα πολ­λή.

        Δὲν τρα­γου­δοῦ­σα. Προ­σπά­θη­σα νὰ τρα­γου­δή­σω, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ σκε­φτῶ κά­ποι­ο τρα­γού­δι.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πί­σω στὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο ὅ­που ἔ­με­να καὶ κά­θη­σα στὰ σκα­λιὰ τῆς πόρ­τας κι ἀ­φουγ­κρά­στη­κα. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κα μὲ τὸ κε­φά­λι καὶ τὰ μά­τια μου, μὲ τὸ μυα­λὸ καὶ μὲ τὰ χέ­ρια μου.

        Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι.

        Ἦ­ταν κό­τσυ­φες ποὺ κά­θον­ταν πά­νω στὸ τη­λε­γρα­φό­ξυ­λο καὶ πη­δοῦ­σαν πά­νω στὶς μη­λι­ές.

        Ἦ­ταν τέσ­σε­ρεις καὶ εἴ­κο­σι ἀ­π’ αὐ­τοὺς τρα­γου­δοῦ­σαν.

        Ποι­ό εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι, εἶ­πα. Πεῖ­τε μου τὸ ὄ­νο­μά του.

        Εἶ­μαι ἕ­να ἀν­θρώ­πι­νο ὃν καὶ δι­α­βά­ζω βι­βλί­α, ἀ­κού­ω μου­σι­κὴ καὶ μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ βλέ­πω τυ­πο­γρα­φη­μέ­νες εἰ­κό­νες. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ βλέ­πω λέ­ξεις σὲ ζω­η­ρὸ ἀν­τάν­τε ρυθ­μὸ νὰ τρα­γου­δι­οῦν­ται, νὰ ἐ­κτε­λοῦν­ται στὴ σκη­νή, νὰ γρά­φον­ται. Ἔ­τσι εἶ­πα ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ ὄ­νο­μα τοῦ τρα­γου­διοῦ, πεῖ­τέ το μου καὶ θὰ τὸ γρά­ψω ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸ ἀ­κοῦ­τε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου παιγ­μέ­νο ἀ­π’ τοὺς κα­λύ­τε­ρους μου­σι­κούς, θὰ νι­ώ­θε­τε τό­σο ὡ­ραῖ­α ἀ­κού­γον­τάς το, γι’ αὐ­τὸ πεῖ­τε μου τὸ ὄ­νο­μά του.

        Στα­μά­τη­σαν τὸ τρα­γού­δι. Ἔ­ξω ἦ­ταν σκο­τει­νά, ἂν καὶ ὁ ἥ­λιος ἔ­λαμ­πε. Ἦ­ταν σκο­τει­νὰ καὶ τὸ τρα­γού­δι εἶ­χε σι­ω­πή­σει.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα https://timehasflewn.tumblr.com/ || Janet Frame The Birds Began to Sing ἀπὸ τὸ Janet Frame, Sto­ries and Poems (2004). Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε ὡς The Lagoon and Other Stories (1951), καὶ ἀρ­γό­τε­ρα ὡς The Pocket Mirror (1967):

https://timehasflewn.tumblr.com/post/20487219689/the-birds-began-to-sing-a-short-story-by-janet

 

Janet Frame (Τζά­νετ Φρέ­ιμ): Ἡ Nene Janet Paterson Clutha (28 Αὐ­γού­στου 1924 – 29 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2004) εἶ­ναι Νε­ο­ζη­λαν­δὴ συγ­γρα­φέ­ας, γνω­στὴ μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τζά­νετ Φρέ­ιμ. Ἔ­γρα­ψε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, νε­α­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ μιὰ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνι­κή της κα­ρι­έ­ρα, ἡ Φρέ­ιμ ἔ­γι­νε γνω­στὴ καὶ λό­γω τῆς τρα­γι­κῆς προ­σω­πι­κῆς της ἱ­στο­ρί­ας. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ χρό­νια ψυ­χι­α­τρι­κοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ, γλί­τω­σε ὡς ἐκ θαύ­μα­τος τὴ λο­βο­το­μή, λί­γες μέ­ρες πρὶν τὴ χει­ρουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α, ὅ­ταν ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των κέρ­δι­σε ἀ­πρό­σμε­νά το κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας. Με­τὰ τὴ βρά­βευ­σή της, ἡ ἐ­πέμ­βα­ση ἀ­κυ­ρώ­θη­κε. Ἡ Τζά­νετ Φρέ­ιμ, ἔ­γρα­ψε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της, ἕν­τε­κα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τέσ­σε­ρεις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, ἕ­να βι­βλί­ο νε­α­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α της σὲ τρεῖς τό­μους. Πέ­θα­νε στὸ Ντού­νεν­τιν τῆς Φλό­ριν­τας στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2004, σὲ ἡ­λι­κί­α 79 ἐ­τῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ: Λό­για στὸ κε­νό

 



Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Λό­για στὸ κε­νό


ΟΓΙΑ ποὺ πέ­φτουν στὸ κε­νὸ σὰν κλού­βια αὐ­γὰ πά­νω σὲ τοῖ­χο εἶ­ναι τὰ λό­για ποὺ εἶ­πες μὲ λά­θος λέ­ξεις. Εἶ­ναι οἱ λά­θος λέ­ξεις. Ὅ­ταν μι­λᾶ­με, πιὸ πο­λὺ κι ἀ­π’ ὅ­ταν γρά­φου­με, ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἕ­ναν αὐ­τό­μα­το δι­ορ­θω­τὴ λέ­ξε­ων, ἕ­ναν δι­ορ­θω­τὴ ποὺ νὰ δι­ορ­θώ­νει ὄ­χι μό­νο τὴ στί­ξη, ἀλ­λὰ καὶ τὸν τό­νο —πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸς ὁ τό­νος– ἀλ­λὰ καὶ τὴν λέ­ξη. Ὅ­πως ὅ­ταν γρά­φου­με μη­νύ­μα­τα στὸ κι­νη­τό μας τη­λέ­φω­νο καὶ μιὰ συλ­λα­βὴ ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ μπεῖ ἢ νὰ βγεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη ἀ­πὸ τὴν φρά­ση. Συ­χνά, τὸ κι­νη­τὸ ἐ­πι­μέ­νει, ξέ­ρει κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ μᾶς ποι­ά εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ χρει­ά­ζε­ται, ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη. Συ­χνά, μιὰ λέ­ξη ποὺ ἀρ­χι­κὰ θέ­λα­με νὰ γρά­ψου­με, δὲν ὑ­πάρ­χει στὸ λε­ξι­λό­γιο τοῦ τη­λε­φώ­νου. Τὸ τη­λέ­φω­νο τὴν ἀν­τι­κα­θι­στᾶ τό­τε χω­ρὶς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη ἀ­πὸ ἄλ­λη. Εἶ­ναι πρα­κτι­κὸ τὸ θέ­μα. Ποῦ πῆ­γε, ὅ­μως, ἡ λέ­ξη ποὺ δὲν γρά­ψα­με, ὅ­μοι­α μὲ τὴν λέ­ξη ποὺ δὲν εἴ­πα­με;

       Πρό­σφα­τα ἄ­κου­σα γιὰ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων. Ὅ­πως ὅ­λες οἱ τρά­πε­ζες τοῦ κό­σμου ἔ­χει τὴν ἕ­δρα της στὴν Ἐλ­βε­τί­α, γι’ αὐ­τὸ καὶ δὲν εἶ­ναι εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στὴ στὰ μέ­ρη μας. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν τρά­πε­ζα ὅ­που ἀ­πο­θη­κεύ­ον­ται οἱ λέ­ξεις ποὺ πά­ψα­με νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με. Λέ­ξεις κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α νε­κρές, μό­νο ποὺ ἀν­τὶ νὰ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται ἄ­σκο­πα ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ νὰ στοι­χει­ώ­νουν τὶς φρά­σεις μας, ἀ­να­παύ­ον­ται ἀλ­φα­βη­τι­κὰ τα­ξι­νο­μη­μέ­νες σὲ με­ταλ­λι­κὲς θυ­ρί­δες. Μπο­ρεῖ κά­ποι­ος, κλεί­νον­τας ἕ­να ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὸ εἰ­σι­τή­ριο, νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ ἀ­νὰ πά­σα ὥ­ρα καὶ στιγ­μὴ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων καὶ νὰ πε­ρι­η­γη­θεῖ στὰ γράμ­μα­τα. Βρί­σκεις πραγ­μα­τι­κοὺς θη­σαυ­ρούς. Λέ­ξεις ποὺ ἀ­μυ­δρὰ θυ­μᾶ­ται κα­νεὶς νὰ βγαί­νουν ἀ­π’ τὸ στό­μα πο­λὺ μα­κρι­νῶν γέ­ρων καὶ γρι­ῶν τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας, πε­θα­μέ­νοι κι αὐ­τοὶ ὅ­πως οἱ λέ­ξεις τους, λέ­ξεις ἐ­πί­ση­μες ποὺ κά­πο­τε εἶ­χαν πε­ρί­ο­πτη θέ­ση σὲ δελ­τί­α εἰ­δή­σε­ων, κι ἄλ­λες λέ­ξεις ποὺ γρά­φον­ταν ἢ λέ­γον­ταν, ἀλ­λὰ ποὺ τώ­ρα κα­νεὶς δὲν γρά­φει, οὔ­τε μι­λά­ει μ’ αὐ­τές. Τὰ λήμ­μα­τα εἶ­ναι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­τέ­λει­ω­τα, ὅ­πως καὶ οἱ γλῶσ­σες ἢ οἱ τρά­πε­ζες, για­τί ὅ­σο ζοῦ­με ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες νέ­ες λέ­ξεις πε­θαί­νουν. Συμ­βαί­νει, βέ­βαι­α, νὰ ὑ­πάρ­χουν καὶ λέ­ξεις ποὺ με­τοι­κοῦν «εἰς τό­πον χλο­ε­ρόν», ὅ­πως ἔ­λε­γαν κά­πο­τε, τε­λεί­ως ἀ­θό­ρυ­βα, κι ἔ­τσι δὲν κα­τα­γρά­φον­ται που­θε­νά, πρό­κει­ται πραγ­μα­τι­κὰ γιὰ κα­τα­δι­κα­σμέ­νες ψυ­χές, σπά­νια κά­ποι­ος νὰ τὶς ἀ­να­κα­λύ­ψει κά­που τυ­χαῖ­α σὲ τί­πο­τα κι­τρι­νι­σμέ­νες ἐ­φη­με­ρί­δες, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἀ­ό­ρα­τα, ἄϋ­λα σω­μα­τί­δια σκό­νης. Οἱ λέ­ξεις ποὺ σβή­στη­καν στα­δια­κά, ποὺ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι τῆς λή­θης δί­χως ν’ ἀ­φή­σουν πί­σω τους κα­νέ­να ἴ­χνος, μοιά­ζουν μὲ ἄ­στε­γους ἀ­γύρ­τες, κα­νεὶς δὲν φαί­νε­ται να τὴν νι­ώ­θει τὴν ἀ­που­σί­α τους, ὅ­πως δὲν ἔ­νι­ω­θε κα­νεὶς τὴν πα­ρου­σί­α τους, δὲν ἔ­χουν θυ­ρί­δα, οὔ­τε κὰν πρό­σβα­ση, σὲ κα­μιὰ τρά­πε­ζα σὲ κα­νέ­να μέ­ρος τοῦ κό­σμου.

       Ἔ­τσι, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴ συ­ζή­τη­ση στὴν ὁ­ποί­α ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νὰ μι­λοῦν γιὰ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων, ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι τὸ θέ­μα τῶν λέ­ξε­ων. Εἶ­ναι ἕ­να ἀρ­κε­τὰ πο­λύ­πλο­κο θέ­μα. Δὲν εἶ­ναι μό­νο το πα­ρά­δο­ξο τοῦ θα­νά­του τους ποὺ προ­βλη­μα­τί­ζει, ἀλ­λὰ καὶ ἡ γέν­νη­σή τους. Αὐ­τό, ὅ­μως, ποὺ κί­νη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου εἶ­ναι, ὅ­πως εἶ­πα, τὸ θέ­μα μὲ τὶς λέ­ξεις ποὺ πέ­φτουν στὸ κε­νό. Πι­στεύ­ω πὼς οἱ λέ­ξεις αὐ­τὲς χά­νουν τὴν ψυ­χή τους ἀ­μέ­σως μό­λις βγοῦν ἀ­π’ τὸ στό­μα κά­ποι­ου γιὰ τὸν ἁ­πλὸ λό­γο ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ βγοῦν, οὔ­τε κι αὐ­τὲς ἦ­ταν οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις. Οἱ λέ­ξεις αὐ­τές, τὰ λό­για αὐ­τά, ἔ­χον­τας χά­σει τὴν μο­να­δι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τά τους, τὸ νό­η­μὰ τους δη­λα­δή, ξε­κι­νοῦν μιὰ μὴ ἀ­να­στρέ­ψι­μη ἐ­λεύ­θε­ρη πτώ­ση ἀ­π’ τὰ ἀν­θρώ­πι­να χεί­λη ὣς τὸ πά­τω­μα. Κα­τα­λή­γουν στὸ ἔ­δα­φος σὰν μι­κρο­σκο­πι­κὰ σκου­πι­δά­κια. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ αὐ­τὴ καὶ με­τὰ ἡ μοί­ρα τους εἶ­ναι προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νη. Συ­νή­θως σκου­πί­ζον­ται ἢ σφουγ­γα­ρί­ζον­ται, κα­τα­λή­γουν μὲ τὸν ἕ­ναν ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο, πρῶ­τα στοὺς κά­δους σκου­πι­δι­ῶν καί, στὴ συ­νέ­χεια, στὶς χω­μα­τε­ρές, μα­ζὶ μὲ τό­σα ἄλ­λα νε­κρὰ —πρώ­ην χρη­στι­κά– ἀν­τι­κεί­με­να, μέ­χρι τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὴ ἀ­πο­σύν­θε­σή τους. Σπά­νια, ὅ­μως, μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ ἕ­να θαῦ­μα. Κά­ποι­ος γλά­ρος ποὺ πε­τᾶ ἀ­νέ­με­λα πά­νω ἀ­π’ τὸν σκου­πι­δό­το­πο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τυ­χαῖ­α κά­ποι­α ἀ­π’ αὐ­τὲς καὶ νὰ τὴν πά­ρει μα­ζί του. Ἀ­φοῦ τα­ξι­δέ­ψουν μα­ζὶ μέ­ρες καὶ νύ­χτες, λέ­ξη καὶ που­λί, ὁ ἰ­δι­ό­τυ­πος αὐ­τὸς με­τα­φο­ρέ­ας ἀ­πο­θέ­τει συ­νή­θως τὴ λέ­ξη σὲ μιὰ νέ­α ἀ­κτή, μιᾶς νέ­ας χώ­ρας, ὅ­που τὴν βρί­σκουν τυ­χαῖ­α πρῶ­τοι οἱ ναυ­τι­κοὶ ἢ οἱ ψα­ρά­δες καὶ τὴν παίρ­νουν σπί­τι τους. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ ἄ­γνω­στη αὐ­τὴ λέ­ξη προ­σαρ­μό­ζε­ται στὴ νέ­α της ζω­ὴ καὶ ἐν­σω­μα­τώ­νε­ται στὰ νέ­α πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη κι ἔ­θι­μα. Εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ οἱ γλωσ­σο­λό­γοι ὀ­νο­μά­ζουν «γλωσ­σι­κὸ δά­νει­ο».

       Τέ­λος, κά­τι ἄλ­λο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ κα­μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν τὰ ἄ­χρη­στα λό­για κα­τα­λή­γουν στοὺς σκου­πι­δό­το­πους, εἶ­ναι νὰ βγά­λουν ρί­ζες κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πο­σύν­θε­σης. Με­τα­τρέ­πον­ται μὲ τὸν και­ρὸ σὲ δέν­τρα. Εἶ­ναι τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τρώ­νουν μό­να τους, αὐ­τὰ ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά σου, τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τρώ­νουν ἐ­κεῖ ποὺ δὲν τὰ σπέρ­νουν, σὰν τὰ λά­θος λό­για ποὺ προ­φέ­ρεις ἄ­θε­λά σου.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis): Σι­ω­πή, Ἀ­κι­νη­σί­α



Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis)


Σι­ω­πή, ­κι­νη­σί­α

(Silence, Stilness)


ΕΝ ΛΕΩ πο­τὲ κα­κο­ποί­η­ση. Ἀντ’ αὐ­τοῦ, κα­τα­φεύ­γω σὲ κλι­σέ. Δὲν ἦ­ταν πε­ρί­πα­τος, λέ­ω. Ἔ­ζη­σα δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια, ἀλ­λὰ ἡ ἔκ­φρα­ση δὲν ση­μαί­νει τί­πο­τα γιὰ κα­νέ­ναν. Δύ­σκο­λα: τὰ τρα­χιὰ χέ­ρια τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ ἦ­χος ποὺ ἔ­βγα­ζαν κα­θὼς σέρ­νον­ταν στὶς κου­βέρ­τες ψα­χου­λεύ­ον­τας τὸ κου­βα­ρι­α­σμέ­νο μου σῶ­μα, χέ­ρια γε­μά­τα στα­τι­κό­τη­τα καὶ πρό­θε­ση. Ἢ τὸ τσού­ξι­μο ἀ­πὸ ἕ­να σκλη­ρό, ἀ­ξύ­ρι­στο κρό­τα­φο: γέ­νια, ἡ ἔκ­φρα­ση τῆς συ­γ­γνώ­μης.

       Στὸν δι­ά­δρο­μο τοῦ γυ­μνα­σί­ου μας, ὁ Τσάντ* ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ λέ­ει, θὰ βγά­λεις τὶς μπό­τες σου καὶ θὰ βά­λεις τὶς δι­κές μου. Δὲν μοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι μπο­ρῶ νὰ ἀρ­νη­θῶ. Οἱ ἄν­τρες μι­λοῦν μὲ εὐ­φρά­δεια τὴ γλώσ­σα τῆς Δι­α­τα­γῆς. Οἱ δι­κές του ζυ­γί­ζουν σχε­δὸν τέσ­σε­ρα κι­λὰ καὶ εἶ­ναι δυ­ὸ νού­με­ρα με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς δι­κές μου, ἀλ­λὰ εἶ­ναι γε­μά­τες μα­κριὰ φερ­μου­ὰρ καὶ ἀγ­κρά­φες καὶ φο­ρών­τας τες νι­ώ­θει κα­νεὶς πὼς ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ μά­χη. Πά­ει τό­σος και­ρὸς ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος μοῦ μί­λη­σε ποὺ δὲν ἀ­κού­ω τί μοῦ λέ­ει με­τά, τὸ πο­τά­μι τοῦ αἵ­μα­τος ποὺ ρέ­ει ἀ­π’ τὰ ἀ­φτιά μου σκε­πά­ζει τὰ λό­για του.

       Πό­τε εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λη χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ γιὰ νὰ πεῖς σὲ κά­ποι­ον ὅ­τι μιὰ φο­ρὰ ὁ πα­τέ­ρας σου μα­γεί­ρε­ψε τὸ κου­νέ­λι ποὺ εἶ­χες γιὰ κα­τοι­κί­διο καὶ στὸ ἔ­δω­σε νὰ τὸ φᾶς; Ὅ­τι τὸ βρά­δυ πα­ρα­τη­ροῦ­σες τὴν ἁ­πα­λὴ γραμ­μὴ τῆς ρα­χο­κο­κα­λιᾶς τοῦ κου­νε­λιοῦ σου, τὸ δά­χτυ­λό σου γλι­στροῦ­σε κα­τὰ μῆ­κος κά­θε σπόν­δυ­λου, τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἄ­δει­ο κλου­βί, στι­φά­δο.

       Ὁ Τσὰντ λέ­ει πὼς εἶ­ναι ποι­η­τὴς καὶ ἔ­χω μεί­νει ἐμ­βρό­νη­τη ἀ­π’ τὴν ἔκ­πλη­ξη πῶς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ γρά­ψει ποι­ή­μα­τα γιὰ μέ­να, γιὰ ἕ­να τό­σο ἀ­νό­η­το κο­ρί­τσι, ἕ­να ἀ­σή­μαν­το κο­ρί­τσι, ἕ­να κο­ρί­τσι ποὺ δὲν ξέ­ρει πό­τε νὰ τὸ βου­λώ­σει, ποὺ μοιά­ζει τό­σο χον­τρό, τό­σο χον­τρό, καὶ τί μ’ αὐ­τό; Θὰ βά­λεις τὰ κλά­μα­τα τώ­ρα; Ἐμ­πρός, λοι­πόν, κλά­ψε, νὰ δοῦ­με τί θὰ κα­τα­φέ­ρεις. Νο­μί­ζεις ὅ­τι εἶ­σαι τό­σο χά­λια; Ἔ! Κοί­τα με ὅ­ταν σοῦ μι­λά­ω. Ξέ­ρεις πό­σο τυ­χε­ρὴ εἶ­σαι;

       Στὰ δε­κα­έ­ξι μου γνω­ρί­ζω πράγ­μα­τα: πῶς νὰ παίρ­νω τὸ με­τρὸ στὸ Πα­ρί­σι. Τὴν δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸν Βου­δι­σμὸ καὶ τὸν Ντα­ο­ϊ­σμό, τὴν λο­γο­τε­χνί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας καὶ αὐ­τὴ τῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν φύ­λων. Χά­ρα­ξε μὲ μιὰ λε­πί­δα X-ACTO τὴν ρα­χια­ία πλευ­ρὰ μιᾶς σκου­λη­καν­τέ­ρας, ξε­φλού­δι­σέ την καὶ θὰ ἀ­να­κα­λύ­ψεις πὼς δὲν ἔ­χει καρ­διά. Τὰ τσι­γά­ρα κα­πνί­ζον­ται κα­λύ­τε­ρα πί­σω ἀ­πὸ τὸ κα­τά­στη­μα αὐ­το­κι­νή­των. Ὁ τύ­πος μὲ τὸ Chevy Cavalier θὰ μοῦ δι­ο­χε­τεύ­σει τὰ ξύ­δια ποὺ πί­νω βα­θιὰ στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους πί­σω ἀ­π’ τὸ σπί­τι μου. Τὸ Sam Goody εἶ­ναι τὸ πιὸ εὔ­κο­λο μα­γα­ζὶ γιὰ κλέ­ψι­μο. Ξέ­ρω ποῦ που­λᾶ­νε χόρ­το, κό­κα, σκό­νη, με­σκα­λί­νη, μα­νι­τά­ρια, LSD καὶ ἡ­ρω­ΐ­νη. Μπο­ρῶ νὰ δι­α­βά­σω καὶ νὰ γρά­ψω στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρω νὰ ξε­χω­ρί­ζω ἀ­νά­με­σα στὴ κα­λὴ καὶ κα­κὴ ἀ­γά­πη καὶ δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ μὲ πλη­γώ­σει καὶ ποι­ός ὄ­χι. Με­τὰ τὸν πα­τέ­ρα μου, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι μοῦ φαί­νον­ται ἀ­βλα­βεῖς.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου κλαί­ει ἐ­νῶ μὲ ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ ὅ­πλο καὶ ‘γὼ κοι­τά­ζω τὰ δά­κρυ­α ποὺ γλι­στροῦν ἀπ΄τὸ μά­γου­λό του στὸ χέ­ρι του, αὐ­τὸ ποὺ ἀγ­κα­λιά­ζει τὴ σκαν­δά­λη. Τὸ σχέ­διό του εἶ­ναι νὰ μὲ σκο­τώ­σει, με­τὰ νὰ σκο­τώ­σει τὴ μη­τέ­ρα μου, για­τὶ εἶ­ναι σί­γου­ρος ὅ­τι τὸν ἀ­πα­τά, καὶ θέ­λω νὰ πῶ κά­τι ποὺ νὰ τὸν πεί­σει γιὰ τὸ ἀν­τί­θε­το, ἀλ­λὰ ὁ πα­ρα­μι­κρὸς ἦ­χος ποὺ θὰ βγεῖ ἀ­π’ τὸ στό­μα μου μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ θὰ μὲ ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει, κι ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α πι­θα­νό­τη­τα νὰ σω­θῶ, ἡ σι­ω­πή, ἡ ἀ­κι­νη­σί­α, εἶ­ναι τὰ μό­να ποὺ μπο­ρεῖ νὰ βο­η­θή­σουν. Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ πό­ση ὥ­ρα εἴ­μα­στε στὴ κου­ζί­να, ἡ κάν­νη στο­χεύ­ει τὸ κε­φά­λι μου, ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος πέ­φτει στὸ κρε­βά­τι. Μό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸν ἀ­κού­ω νὰ ρο­χα­λί­ζει, βγαί­νω ἔ­ξω στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν μου, σω­ρι­ά­ζο­μαι σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ κα­ρέ­κλα. Ψη­λά: ὁ κα­τα­γά­λα­νος οὐ­ρα­νός, σύν­νε­φα βγαλ­μέ­να λὲς ἀ­πὸ καρ­τούν, ἕ­νας καρ­δι­νά­λιος κε­λα­η­δά­ει μὲ στα­κά­το ρυθ­μὸ καὶ εἶ­ναι ἡ ἀν­τί­θε­ση —ἡ ἀ­δι­α­νό­η­τη τε­λει­ό­τη­τα ἔ­ξω, ὅ­ταν τὸ μέ­σα εἶ­ναι τό­σο ἀ­πό­λυ­τα σά­πιο— ποὺ μὲ κά­νει ν’ ἀ­να­τρι­χιά­ζω ὣς τὸ κόκ­κα­λο.

       Ὁ Τσὰντ καὶ ‘γὼ κά­νου­με σὲξ ὑ­πὸ τὸ φῶς μιὰ κόκ­κι­νης λάμ­πας, ἕ­νας ρα­γι­σμέ­νος κα­θρέ­φτης πλά­ι στὸ κρε­βά­τι, καὶ γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γω τὸ βλέμ­μα τοῦ Τσὰντ κοι­τά­ζω τὸ εἴ­δω­λό μου, σί­γου­ρη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λο, κά­ποι­ο ἄλ­λο πλά­σμα εἶ­ναι πά­νω στὴν πλά­τη της, τὸ βαμ­μέ­νο της στό­μα δὲν φαί­νε­ται στὸ κόκ­κι­νο φῶς, ἕ­να σι­ω­πη­λὸ τέ­ρας δί­χως στό­μα.

       Με­τὰ τὸ δι­α­ζύ­γιο, ὁ πα­τέ­ρας μου στέ­κε­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ φω­νά­ζει εἶ­ναι σπί­τι μου, σπί­τι μου, σπί­τι μου, ἡ ἠ­χώ του εἶ­ναι ἀ­παί­σια, κι ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, κα­τα­φεύ­γει κι αὐ­τός σε κλι­σέ: κλω­τσά­ει, οὐρ­λιά­ζει, ἀ­κού­ρα­στος. Γιὰ σχε­δὸν ἕ­να χρό­νο, ὁ χτύ­πος τοῦ σφυγ­μοῦ μου μὲ ξυ­πνᾶ τὴ νύ­χτα, σὲ ἐ­πι­φυ­λα­κὴ σὰν κου­νέ­λι, σί­γου­ρη ὅ­τι ἀ­κού­ω τὰ βή­μα­τά του στὴν πόρ­τα, τὸ γρα­τζού­νι­σμα καὶ τὸ κου­δού­νι­σμα τῶν κλει­δι­ῶν ποὺ δὲν ἐ­φαρ­μό­ζουν πιὰ στὴν κλει­δα­ριά.

       Ὁ Τσὰντ λέ­ει ὅ­τι θέ­λει νὰ παί­ξει ἕ­να παι­χνί­δι καὶ ‘γὼ τὸ μό­νο ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι πῶς νὰ συγ­κα­τα­νεύ­ω, νὰ εὐ­χα­ρι­στῶ τὸν ἄλ­λον, κι ἔ­τσι λέ­ω ναί ὅ­ταν κα­τε­βά­ζει τὴν κυ­λό­τα μου, ναί ὅ­ταν μo­ῦ δέ­νει τὰ μά­τια. Τὰ χέ­ρια του εἶ­ναι λι­πό­σαρ­κα καὶ κρύ­α, σκλη­ρὰ στὶς ἀρ­θρώ­σεις, ἀλ­λὰ μα­λα­κὰ κα­θὼς μὲ κα­τε­βά­ζει στὰ μα­ξι­λά­ρια. Ὅ­ταν γλι­στρά­ει μέ­σα τὸ πρῶ­το πράγ­μα καὶ λέ­ει μάν­τε­ψε, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τὴν ἐ­ρώ­τη­ση κι ἀ­μέ­σως με­τὰ ναί. Δὲν λέ­ω ὄ­χι, δὲν οὐρ­λιά­ζω, δὲν σφίγ­γω κὰν τοὺς μη­ρούς μου. Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τό, τὸν ἀ­φή­νω νὰ βά­λει μέ­σα μου τὸ ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο με­τὰ τὸ ἄλ­λο —ἕ­ναν μαρ­κα­δό­ρο, τὸ με­ταλ­λι­κὸ πη­νί­ο ἑ­νὸς λαμ­πτή­ρα, τὸν δρο­σε­ρὸ λαι­μὸ ἀ­πὸ ἕ­να μπου­κά­λι μπύ­ρα— καὶ γε­λά­ω.

       Ὅ­ταν, στὰ εἴ­κο­σί μου, μα­θαί­νω πὼς ὁ πα­τέ­ρας μου δο­λο­φό­νη­σε τὴ φι­λε­νά­δα του, τὴν δε­κα­πεν­τά­χρο­νη κό­ρη της, κι ὕ­στε­ρα σκο­τώ­θη­κε, τὰ χά­νω, τὸ μυα­λό μου ἐ­λα­φρὺ σὰ φύλ­λο. Ὁ κό­σμος λέ­ει, εἶ­σαι τυ­χε­ρὴ ποὺ δὲν ἤ­σουν ἐ­σύ, κι αὐ­τὸ ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σω, ὅ­σες φο­ρὲς κι ἂν ἔ­χω κά­νει πρό­βα τὰ λό­για, εἶ­ναι ὅ­τι, μὲ τό­σους πολ­λοὺς τρό­πους, ἤ­μουν ἐ­γώ.


*Τὸ ὄ­νο­μα ἔ­χει ἀλ­λα­χτεῖ [ΣτΣ].


Πηγή: Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Ἱππόκαμπος

(https://www.hippocampusmagazine.com/2015/10/silence-stillness-by-lisa-nikolidakis/)

Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis). Τὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα τῆς Lisa Niko­li­dakis βρα­βεύ­τη­καν μὲ τὸ «Orlando Prize» τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος A Room Of Her Own’s (Φθι­νό­πω­ρο, 2014) καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Los Angeles Review. Τὸ δο­κί­μιό της «Candy» κέρ­δι­σε τὴν πρώ­τη θέ­ση στὸν ἐ­τή­σιο δι­α­γω­νι­σμὸ The Briar Cliff Review τὸ 2015. Ἐ­πὶ τοῦ πα­ρόν­τος, ζεῖ στὶς Με­σο­δυ­τι­κὲς Πο­λι­τεῖ­ες των Η.Π.Α. ὅ­που δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνι­κὴ γρα­φή.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder): Κη­ρύτ­του­με πό­λε­μο στὸ πρω­ϊ­νό

 



Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder)


Κη­ρύτ­του­με πό­λε­μο στὸ πρω­ϊ­νό

(We declare the war over breakfast)


ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ συσ­σω­ρεύ­ε­ται ἐ­δῶ καὶ κάμ­πο­σο και­ρό, ἀλ­λὰ σή­με­ρα ἔ­χω προ­σε­κτι­κὰ το­πο­θε­τή­σει τὸ ἁ­λά­τι δί­πλα στὸν δε­ξί μου ἀγ­κώ­να. Τὸ νὰ τὸ φτά­σεις θὰ σή­μαι­νε μιὰ ἀ­προ­κά­λυ­πτη εἰ­σβο­λὴ στὸν προ­σω­πι­κό μου χῶ­ρο, κι ἔ­τσι, ἀντ’ αὐ­τοῦ, χα­μη­λώ­νεις τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να.

       «Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μοῦ δώ­σεις τὸ ἁ­λά­τι.»

       Συ­νε­χί­ζω νὰ πρι­ο­νί­ζω τὸ μί­ζε­ρο λευ­κὸ λί­πος τοῦ μπέ­ι­κον ποὺ ἔ­χω στὸ πιά­το μου. Ἔ­χει μεί­νει ἀ­κό­μα λί­γος κρύ­ος κα­φὲς στὴν κα­φε­τι­έ­ρα ποὺ ἀ­γό­ρα­σα πρὶν τρί­α χρό­νια καὶ τὴν ὁ­ποί­α ἀρ­νεῖ­σαι νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις, για­τὶ λὲς ὅ­τι ὁ κα­φὲς ποὺ κά­νει ἔ­χει με­ταλ­λι­κὴ γεύ­ση.

       «Τζέ­ι­σον. Τὸ ἁ­λά­τι.»

       Ἀ­νοι­γο­κλεί­νω τὰ μά­τια μου σὰν νὰ ἔ­χω μό­λις ξυ­πνή­σει καὶ σὲ κοι­τά­ζω μὲ ἔκ­φρα­ση ἤ­πιας ἔκ­πλη­ξης. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να προ­σε­κτι­κὰ σχε­δι­α­σμέ­νο βλέμ­μα ποὺ ζυ­γί­ζει τὸν βαθ­μὸ ἀ­πο­ρί­ας στὸν τό­νο σου καὶ τὸν βαθ­μὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει πλη­γω­θεῖ ὁ ἐ­γω­ι­σμός σου, μα­ζὶ μὲ λί­γη πα­ρα­πά­νω δό­ση ἀ­νο­χῆς. Κα­νεὶς ἀ­π’ τοὺς δυ­ό μας δὲν ἔ­χει τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ τί ση­μαί­νει.

       «Μμ;» ρω­τά­ω.

       «Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ.» Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἁρ­πά­ζεις τὸ ἁ­λά­τι καὶ τὸ ρί­χνεις θυ­μω­μέ­να πά­νω στὸ τε­μα­χι­σμέ­νο φα­γη­τό. Σὲ πα­ρα­τη­ρῶ ποὺ τὸ κά­νεις μὲ συ­νο­φρυ­ω­μέ­νο μέ­τω­πο, ὕ­στε­ρα ση­κώ­νω τὰ φρύ­δια μου καὶ φου­σκώ­νω ἐ­λα­φρῶς πρὸς τὰ ἔ­ξω τὰ χεί­λη μου σὲ μιὰ εὔ­θυ­μη ἔκ­φρα­ση. Στὴν μά­χη γιὰ τὸ ποι­ός κερ­δί­ζει τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις μπρο­στὰ στὸ ἀ­ό­ρα­το κοι­νό μας, μό­λις κα­τά­φε­ρα ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ χτύ­πη­μα.

       Τώ­ρα εἶ­ναι ὥ­ρα γιὰ μιὰ ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­ση τα­κτι­κῆς, γιὰ νὰ φα­νῶ συγ­κα­τα­βα­τι­κός. Ὅ­ταν τε­λει­ώ­νεις τὸ τε­μα­χι­σμέ­νο φα­γη­τό σου καὶ τὴν ἐ­λα­στι­κὴ μά­ζα τῆς ὀ­με­λέ­τας, σοῦ τεί­νω συμ­φι­λι­ω­τι­κά το χέ­ρι γιὰ νὰ πά­ρω τὸ πιά­το σου, ἀλ­λὰ μὲ προ­σπερ­νᾶς μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ νε­ρο­χύ­τη.

       Εἶ­μαι φι­λι­κός, ἤ­ρε­μος καὶ σὲ στρα­τη­γι­κὰ προ­νο­μια­κὴ θέ­ση.

       Δὲν ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λα ἐ­πει­σό­δια αὐ­τὴ τὴ βδο­μά­δα. Και­ρο­φυ­λα­κτοῦ­με. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, ὅ­μως, πέ­φτεις γιὰ ὕ­πνο νω­ρὶς ἰ­σχυ­ρι­ζό­με­νη πο­νο­κέ­φα­λο καὶ ‘γὼ κά­νω ὅ­λο τὸν ἀ­πα­ραί­τη­το συμ­πα­θη­τι­κὸ θό­ρυ­βο, ἐ­νῶ βλέ­πω μὲ τὸ ἕ­να μά­τι τὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Jonathan Ross.  Δὲν εἶ­ναι μέ­χρι ποὺ ἀ­κού­ω τὸ μουγ­κρη­τὸ ἀ­πὸ τὸ σκου­πι­δι­ά­ρι­κο τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ ὅ­ταν τὸ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ καὶ κα­τε­βαί­νω τὴ σκά­λα τρέ­χον­τας γιὰ νὰ πε­τά­ξω τὸν πα­ρα­γε­μι­σμέ­νο σά­κο. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σες, βέ­βαι­α, νὰ εἶ­χες τη­ρή­σει τὴν συμ­φω­νί­α γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ εἴ­χα­με κά­νει ἔ­χον­τας πο­νο­κέ­φα­λο, κι ἔ­τσι ἤ­μουν ἐ­γὼ αὐ­τὸς ποὺ ἔ­γι­να ρε­ζί­λι σέρ­νον­τας μὲ τὶς πι­τζά­μες ἔ­ξω τὸν κά­δο.

       Δὲν πει­ρά­ζει. Θὰ ξα­να­πέ­σω στὸ κρε­βά­τι. Θὰ πι­ῶ μι­σὸ φλυ­τζά­νι τσά­ι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα φρον­τί­σω νὰ σκορ­πί­σω λί­γη ζά­χα­ρη στὸν πάγ­κο δί­πλα στὸν βρα­στή­ρα καὶ ἀ­φή­σω τὴν ὑ­πό­λοι­πη πά­νω στὸν μι­σο­ά­δει­ο στε­γνω­τή­ρα πιά­των, τὸ φα­κε­λά­κι τοῦ τσα­γιοῦ πα­ρα­τη­μέ­νο στὸ πο­τή­ρι, ἕ­τοι­μο γιὰ τὸ δεῖς ὅ­ταν θὰ κα­τέ­βεις.

       Πρό­κει­ται γιὰ πό­λε­μο, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση. Καὶ ὅ­λα τα μέ­σα δι­και­ο­λο­γοῦν­ται.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα https://thepygmygiant.com/2016/01/31/the-art-of-war/.

Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder) ζεῖ, δι­α­βά­ζει καὶ γρά­φει στὸ νό­τιο Λον­δί­νο καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­τι οἱ ἥ­ρω­ες τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Ρό­ουζ Ἀν­τερ­σεν (Rose Andersen): Τὸ δῶ­ρο



Ρό­ουζ Ἀν­τερ­σεν (Rose Andersen)


Τὸ δῶ­ρο

(The Gift)


ΛΟΥΣΥ ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος. Τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ τὴν εἶ­χε ἀ­φή­σει ἔκ­θαμ­βη, για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μη­θεῖ κα­μί­α πρά­ξη της ποὺ νὰ ὁ­δη­γοῦ­σε σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἀλ­λὰ τὸ πῆ­ρε ψύ­χραι­μα. Ἡ ζω­ή της εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ἐ­λά­χι­στα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι κοι­μό­ταν, ἔ­χε­ζε κι ἔ­τρω­γε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τὸ ἀ­γρό­κτη­μα ἐ­κτει­νό­ταν σι­ω­πη­λὸ γύ­ρω της ὅ­σο ἡ κοι­λιά της φού­σκω­νε. Ξυ­πνοῦ­σε κα­θη­με­ρι­νὰ ἀ­πὸ τὰ ἐ­λα­φριὰ κλω­τσή­μα­τα τῆς ἀ­γέν­νη­της κό­ρης της στὰ ἤ­δη με­λα­νι­α­σμέ­να της πλευ­ρὰ καὶ ἀ­να­κά­λυ­πτε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα σὲ θέ­ση νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει. Τί ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ παι­διά; Τῆς ἄ­ρε­σε ποὺ ἦ­ταν μό­νη, μὲ φύ­λα­κες τὰ βου­νὰ καὶ τὴ φι­λεύ­σπλα­χνη γῆ ν’ ἀ­κού­ει τὶς σι­ω­πη­λές της σκέ­ψεις.

       Τὶς νύ­χτες ὀ­νει­ρευ­ό­ταν ἐ­ρη­μι­κὲς ἀμ­μου­δι­ές, ἕ­ναν ἄ­νε­μο ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­φύ­γει καὶ ἄ­πια­στα ἄ­γρια ἄ­λο­γα. Τὴ μέ­ρα ποὺ γεν­νή­θη­κε ἡ κό­ρη της, ἡ Λού­συ ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ὄ­νει­ρο, τὸ κρε­βά­τι της μου­σκε­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ξαφ­νι­κή, ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἀ­νάγ­κη τοῦ σώ­μα­τός της νὰ φέ­ρει στὸν κό­σμο τὴν κό­ρη της. Ἡ Λού­συ κά­θη­σε ἀ­να­κού­κουρ­δα στὴ μπα­νι­έ­ρα ποὺ βρι­σκό­ταν στὰ πό­δια τοῦ κρε­βα­τιοῦ, σφί­χτη­κε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει. Κα­νεὶς δὲν τὴν ἄ­κου­σε, ὅ­λοι οἱ συγ­γε­νεῖς της εἶ­χαν πε­θά­νει πρὸ πολ­λοῦ καὶ τὸ σπί­τι της ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ βα­θιὰ στὸ δά­σος γιὰ νὰ φτά­σει κα­νεὶς ὣς ἐ­κεῖ.

       Ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτη ὅ­ταν αὐ­τὸ ποὺ γλί­στρη­σε ἀ­πὸ μέ­σα της ἦ­ταν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἕ­να που­λά­ρι. Ἡ Λού­συ δὲν θυ­μό­ταν νὰ εἶ­χε πά­ει πο­τὲ μὲ ἄ­λο­γο, ἀλ­λὰ ἔ­νι­ω­σε ἀ­να­κού­φι­ση ποὺ αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν ὁ ἀ­πό­γο­νός της. Μιὰ μά­να ξέ­ρει. Ἔ­κα­νε ὅ,τι τῆς εἶ­χε δι­δά­ξει ὁ πα­τέ­ρας της κά­θε φο­ρὰ ποὺ γεν­νοῦ­σε κά­ποι­ο ζῶ­ο τοῦ ἀ­γρο­κτή­μα­τος. Σκού­πι­σε τὶς βλέν­νες ἀ­π’ τὸ στό­μα τῆς κό­ρης της καὶ τὴν ἀ­πό­θε­σε ἁ­πα­λὰ στὸ πά­τω­μα τοῦ μπά­νιου γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὸ ἐμ­βρυϊ­κὸ σμῆγ­μα ποὺ κά­λυ­πτε τὴν ἁ­πα­λὴ ἐ­πι­δερ­μί­δα της. Προ­σπά­θη­σε νὰ βο­η­θή­σει τὸ που­λά­ρι νὰ στα­θεῖ στὰ πό­δια του καὶ με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὲς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες προ­σπά­θει­ες, ἡ κό­ρη της περ­πα­τοῦ­σε. Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ εἶ­ναι κά­ποι­ο δῶ­ρο, σκέ­φτη­κε ἡ Λού­συ, μιᾶς καὶ εἶ­χε ζή­σει γιὰ τό­σο και­ρὸ τό­σο μό­νη.

       Ἡ Λού­συ ἄρ­χι­σε νὰ τὴν ἐ­ξε­τά­ζει, κοί­τα­ξε τὶς ὁ­πλὲς καὶ τὰ πό­δια της, τ’ ἀ­φτιὰ καὶ τὰ μά­τια της. Κά­θη­σε, σταύ­ρω­σε τὰ πό­δια της, καὶ γλί­στρη­σε ἁ­πα­λὰ τὰ δά­χτυ­λά της στὸ στό­μα τῆς κό­ρης της γιὰ νὰ με­τρή­σει τὰ δόν­τια της. Ἄ­κου­γε ἕ­ναν πα­ρά­ξε­νο θό­ρυ­βο ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ τὸ στό­μα τοῦ που­λα­ριοῦ. Κρα­τών­τας τὰ τρε­μά­με­να χεί­λη του, ἡ Λού­συ πε­ρι­ερ­γά­στη­κε τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ καὶ εἶ­δε ἕ­να σύμ­παν, ἕ­να σω­ρὸ ἀ­στέ­ρια ποὺ στρο­βι­λι­ζό­ταν, δέ­σμες γα­λά­ζιου καὶ χρυ­σοῦ καὶ ἄ­πει­ρο χῶ­ρο στὸν ὁ­ποῖ­ο βυ­θι­ζό­ταν μιὰ γλώσ­σα ποὺ νό­μι­ζε πὼς γνώ­ρι­ζε.

       Ἡ Λού­συ ἀ­να­λο­γί­στη­κε αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε μπρο­στά της, τὴν κό­ρη της καὶ τὸν κό­σμο. Σκέ­φτη­κε αὐ­τὸ ποὺ ἐ­κτει­νό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο. Τὰ βου­νὰ τὴν κα­λοῦ­σαν καὶ ἡ γῆ ψι­θύ­ρι­ζε μὲ λα­χτά­ρα, ἀλ­λὰ τὸ τρα­γού­δι τοῦ που­λα­ριοῦ κυ­ρί­ευ­σε τὸ σῶ­μα τῆς Λού­συ. Ἄ, σκέ­φτη­κε, αὐ­τὸ εἶ­ναι, λοι­πόν, ἡ ἀ­γά­πη καὶ σκαρ­φά­λω­σε μέ­σα στὸ στό­μα τῆς κό­ρης της.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα http://journal.gonelawn.net/issue26/Andersen.php.

Ρό­ουζ Ἀν­τερ­σεν (Rose Andersen) εἶ­ναι τε­λει­ό­φοι­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A program) τοῦ Ἰν­στι­τού­του Τε­χνῶν California Institute of Arts. Ἡ δι­πλω­μα­τι­κή της ἐρ­γα­σί­α πρό­κει­ται νὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ ἑ­πό­με­νο φλι­τζά­νι κα­φέ. Γρά­φει ὑ­πὸ τὴν ἁ­πα­λὴ μου­σι­κὴ τῶν ρο­χα­λη­τῶν τοῦ μπό­στον τε­ρι­έ της, Σάρ­λοτ, καὶ κα­τα­φέρ­νει νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς ἱ­στο­ρί­ες της πα­ρὰ τὴ βρο­χὴ ἀ­πὸ λε­κτι­κὰ παι­χνί­δια τοῦ συν­τρό­φου της, Τζός. Τῆς ἄ­ρε­σει νὰ γρά­φει ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα καὶ ἀλ­λό­κο­τες ἱ­στο­ρί­ες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández): Ἡ μπά­λα



Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández)


μπά­λα

(La Pelota)


ΤΑΝ ἤ­μουν ὀ­χτὼ χρο­νῶν πέ­ρα­σα ἕ­να με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα μα­ζὶ μὲ τὴν για­γιά μου σ’ ἕ­να φτω­χι­κὸ σπι­τά­κι. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα τῆς ζή­τη­σα πολ­λὲς φο­ρὲς μιὰ πο­λύ­χρω­μη μπά­λα ποὺ ἔ­βλε­πα συ­νέ­χεια στὸ κα­τά­στη­μα. Στὴν ἀρ­χὴ ἡ για­γιά μου μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ τὴν ἀ­γο­ρά­σει καὶ νὰ μὴν τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σα ἄλ­λο. Με­τὰ μὲ ἀ­πεί­λη­σε πὼς θὰ μὲ δεί­ρει, ἀλ­λὰ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο, ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ —ἕ­τοι­μος νὰ τρέ­ξω ἂν χρει­α­ζό­ταν— τῆς ξα­να­ζή­τη­σα νὰ μοῦ ἀ­γο­ρά­σει τὴν μπά­λα. Πέ­ρα­σαν λί­γα λε­πτὰ κι ὅ­ταν ση­κώ­θη­κε ἀ­π’ τὴν ρα­πτο­μη­χα­νή, ἐ­γὼ βγῆ­κα ἔ­ξω τρέ­χον­τας. Ἀλ­λά, ἐ­κεί­νη, δὲν μὲ πῆ­ρε στὸ κυ­νή­γι, πα­ρὰ ἄρ­χι­σε νὰ ψά­χνει μέ­σα σὲ ἕ­να μπα­οῦ­λο καὶ νὰ βγά­ζει ἔ­ξω κου­ρέ­λια. Ὅ­ταν κα­τά­λα­βα ὅ­τι σκό­πευ­ε νὰ φτιά­ξει μιὰ μπά­λα ἀπ’ τὰ κου­ρέ­λια, θύ­μω­σα πο­λύ. Αὐ­τὴ ἡ μπά­λα δὲν θὰ ἦ­ταν πο­τὲ σὰν ἐ­κεί­νη τοῦ κα­τα­στή­μα­τος. Ὅ­σο τὴν γέ­μι­ζε καὶ τὴν ἔ­ρα­βε μοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ ἀ­γο­ρά­σει τὴν ἄλ­λη κι ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λη λύ­ση ἀ­π’ τὸ νὰ συμ­βι­βα­στῶ μ’ αὐ­τή. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν ὅ­τι μου ἔ­λε­γε ὅ­τι αὐ­τὴ μὲ τὰ κου­ρέ­λια θὰ ἦ­ταν πιὸ ὡ­ραῖ­α, αὐ­τὸ μὲ ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ὅ­ταν τὴν εἶ­χε σχε­δὸν τε­λει­ώ­σει, εἶ­δα πὼς τῆς ἔ­δι­νε σχῆ­μα καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­ξε­πλά­γην καὶ ἕ­να χα­μό­γε­λο ζω­γρα­φί­στη­κε στὸ πρό­σω­πό μου, ἀ­μέ­σως, ὅ­μως, πεί­σμω­σα πά­λι. Ὅ­ταν τὴν κλώ­στη­σα στὸν τοῖ­χο τῆς αὐ­λῆς τὸ λευ­κὸ ὕ­φα­σμα τοῦ κα­λύμ­μα­τός της γέ­μι­σε λά­σπες. Ὅ­σο τὴν τί­να­ζα, ἡ μπά­λα ἔ­χα­νε τὸ σχῆ­μα της. Μὲ ἔ­θλι­βε νὰ τὴν βλέ­πω τό­σο ἄ­σχη­μη, αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν μπά­λα, ἐ­γὼ εἶ­χα ἀ­κό­μα στὸ μυα­λό μου τὴν ἄλ­λη κι ἄρ­χι­σα ξα­νὰ νὰ θυ­μώ­νω. Ἀ­φοῦ τὴν κλώ­τση­σα μὲ ὅ­σο θυ­μὸ εἶ­χα, εἶ­δα πὼς ἡ μπά­λα ἄρ­χι­σε νὰ κου­νι­έ­ται: ἔ­παιρ­νε δι­κές της κα­τευ­θύν­σεις καὶ πή­γαι­νε σὲ μέ­ρη ποὺ δὲν ἦ­ταν αὐ­τὰ ποὺ ἐ­γὼ εἶ­χα στὸ μυα­λό μου. Ἦ­ταν σὰν νὰ εἶ­χε δι­κή της θέ­λη­ση καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ ζω­ά­κι. Ἔ­κα­νε πράγ­μα­τα ποὺ μὲ ἔ­κα­ναν νὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­τι οὔ­τε ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ παί­ξει μα­ζί μου. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς γι­νό­ταν ἐ­πί­πε­δη καὶ ἔ­τρε­χε μὲ τό­ση δυ­σκο­λί­α ποὺ ἦ­ταν γε­λοῖ­ο νὰ τὴ βλέ­πεις, ξαφ­νι­κὰ ἔ­μοια­ζε σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ στα­μα­τή­σει, με­τὰ ὅ­μως, ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ κά­νει ἄλ­λες μιὰ-δυ­ὸ βόλ­τες. Μιὰ ἀ­πὸ τὶς φο­ρὲς ποὺ τὴν χτύ­πη­σα μὲ ὅ­λη μου τὴ δύ­να­μη, δὲν κου­νή­θη­κε ἀ­π’ τὴν θέ­ση της κι ἄρ­χι­σε νὰ πε­ρι­στρέ­φε­ται μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα. Θέ­λη­σα νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βω, ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Ὅ­ταν κου­ρά­στη­κα νὰ τὸ προ­σπα­θῶ, σκέ­φτη­κα ὅ­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να πο­λὺ χα­ζὸ παι­χνί­δι, ὅ­τι ὅ­λη τὴν προ­σπά­θεια ἔ­πρε­πε νὰ τὴν κά­νω ἐ­γώ. Εἶ­χε πλά­κα νὰ χτυ­πᾶς τὴν μπα­λά, ἀλ­λὰ με­τὰ κου­ρα­ζό­σουν νὰ τρέ­χεις συ­νέ­χεια νὰ τὴν πιά­σεις. Ἔ­τσι, τὴν πα­ρά­τη­σα στὴ μέ­ση της αὐ­λῆς. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἄρ­χι­σα πά­λι νὰ σκέ­φτο­μαι τὴν μπά­λα τοῦ κα­τα­στή­μα­τος καὶ νὰ ζη­τά­ω ἀ­π’ τὴν για­γιά μου νὰ μοῦ τὴν ἀ­γο­ρά­σει. Ἐ­κεί­νη ἀρ­νή­θη­κε πά­λι, μὲ ἔ­στει­λε ὅ­μως νὰ πά­ω νὰ πά­ρω γλυ­κὸ ἀ­πὸ κυ­δώ­νι. (Ὅ­ταν ἦ­ταν γι­ορ­τι­νὴ μέ­ρα ἢ ὅ­ταν εἴ­μα­σταν στε­να­χω­ρη­μέ­νοι τρώ­γα­με γλυ­κὸ ἀ­πὸ κυ­δώ­νι.) Τὴ στιγ­μὴ ποὺ δι­έ­σχι­ζα τὴν αὐ­λὴ γιὰ νὰ πά­ω στὸ κα­τά­στη­μα, εἶ­δα τὴν μπά­λα νὰ στέ­κε­ται τό­σο ἥ­συ­χα ποὺ μοῦ ἦρ­θε ἡ ὄ­ρε­ξη νὰ τὴν κλω­τσή­σω δυ­να­τὰ στὸ κέν­τρο. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τὸ προ­σπα­θή­σω πολ­λὲς φο­ρὲς γιὰ νὰ τὸ κα­τα­φέ­ρω, ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ πή­γαι­να στὸ κα­τά­στη­μα ἡ για­γιά μου μοῦ πῆ­ρε τὴν μπά­λα καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ μοῦ τὴν ἔ­δι­νε με­τά. Στὸ κα­τά­στη­μα δὲν θέ­λη­σα νὰ κοι­τά­ξω τὴν ἄλ­λη, ἂν καὶ ἔ­νι­ω­θα τὸ βλέμ­μα της πά­νω μου μὲ τὰ ἔν­το­να χρώ­μα­τά της. Ἀ­φοῦ φά­γα­με τὸ γλυ­κό, ἐ­γὼ ἄρ­χι­σα νὰ θέ­λω πά­λι τὴν μπά­λα ποὺ μοῦ εἶ­χε πά­ρει ἡ για­γιά μου, ὅ­ταν μοῦ τὴν ἔ­δω­σε ὅ­μως κι ἔ­παι­ξα λί­γο, γρή­γο­ρα βα­ρέ­θη­κα. Ἀ­πο­φά­σι­σα τό­τε νὰ τὴν ἀ­φή­σω δί­πλα στὴν αὐ­λό­πορ­τα κι ὅ­ταν θὰ περ­νοῦ­σε κά­ποι­ος νὰ τὴν κλω­τσοῦ­σα. Κά­θι­σα πά­νω της καὶ πε­ρί­με­να, ἀλ­λὰ δὲν πέ­ρα­σε κα­νείς. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο στα­μά­τη­σα γιὰ νὰ συ­νε­χί­σω νὰ παί­ζω καὶ ὅ­πως κοί­τα­ξα τὴν μπά­λα μοῦ φά­νη­κε πιὸ γε­λοί­α ἀ­πὸ πο­τέ. Εἶ­χε γί­νει πλά­κα σὰν τη­γα­νό­ψω­μο. Στὴν ἀρ­χὴ μοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ο καὶ τὴν ἔ­βα­ζα στὸ κε­φά­λι μου, τὴν πε­τοῦ­σα στὸ ἔ­δα­φος γιὰ ν’ ἀ­κού­σω τὸν ξε­ρὸ ἦ­χο ποὺ ἔ­βγα­ζε κα­θὼς ἔ­σκα­γε στὸ χῶ­μα καί, τέ­λος, τὴν γύ­ρι­ζα στὸ πλά­ι καὶ τὴν ἔ­κα­να νὰ τρέ­χει σὰν νὰ ἦ­ταν ρό­δα.


Ὅ­ταν μὲ κα­τέ­λα­βαν ἐκ νέ­ου ἡ κού­ρα­ση καὶ ἡ θλί­ψη, πῆ­γα νὰ πῶ στὴ για­γιά μου ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν μπά­λα, ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να τη­γα­νό­ψω­μο κι ὅ­τι ἂν δὲν μοῦ ἀ­γό­ρα­ζε αὐ­τὴν τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, θὰ πέ­θαι­να ἀ­πὸ στε­να­χώ­ρια. Ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε νὰ γε­λά­ει καὶ τραν­τα­ζό­ταν ἡ με­γά­λη της κοι­λιὰ καὶ ἐ­γὼ τό­τε ἔ­σκυ­ψα τὸ κε­φά­λι μου πά­νω της καὶ χω­ρὶς νὰ κου­νη­θῶ κά­θη­σα σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα ποὺ ἡ για­γιά μου ἔ­φε­ρε κον­τά της. Ἡ κοι­λιά της ἦ­ταν σὰν μιὰ με­γά­λη ζε­στὴ μπά­λα ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε καὶ κα­τέ­βαι­νε μὲ τὴν ἀ­να­πνο­ή της μέ­χρι ποὺ ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα.


 


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Talleres Bbarravento (Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση Mon­te­vi­deo, 1945):

http://talleresbarravento.cl/la-pelota-un-cuento-de-felisberto-hernandez/

Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández) (Μοντεβιδέο, Οὐ­ρου­γου­άη 1902-1964). Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­ας, ὑ­πῆρ­ξε μου­σι­κo­συν­θέ­της καὶ πι­α­νί­στας. Στὰ δε­κα­έ­ξι του χρό­νια, λό­γῳ τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς δυ­σχέ­ρειας τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς του, ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται σὰν κα­θη­γη­τὴς πιά­νου, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συ­νό­δευ­ε μου­σι­κὰ ται­νί­ες βω­βοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου. Λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἄρ­χι­σε ἐμ­φα­νί­σεις σὰν σό­λο μου­σι­κὸς καὶ συν­θέ­της, θή­τευ­σε μα­θη­τὴς τοῦ Guillermo Kolischer, ἱ­δρυ­τῆ τοῦ μου­σι­κοῦ Ὠ­δεί­ου τῆς πό­λης, καὶ ἔ­φτα­σε νὰ θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀρ­κε­τὰ κα­λὸς πι­α­νί­στας. Ὡ­στό­σο, πα­ρὰ τὶς μου­σι­κές του ἐ­πι­δό­σεις, ἡ λο­γο­τε­χνί­α μπῆ­κε ἀ­πὸ νω­ρὶς στὴν ζω­ὴ τοῦ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ὥ­στε νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ τῆς ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ 1925 καὶ με­τά. Ὄ­χι τυ­χαῖ­α, λοι­πόν, ὁ κό­σμος τῆς μου­σι­κῆς, ἔ­χει κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο στὰ ἔρ­γα του, τό­σο ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴ θε­μα­τι­κή τους, ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­πί­πε­δο γρα­φῆς. Δὲν πρό­κει­ται, ὡ­στό­σο, γιὰ μιὰ με­λω­δί­α ἁρ­μο­νι­κή, μιᾶς ποὺ ὁ Ἐρ­νάν­τεθ, πα­ρα­μορ­φώ­νει ἢ λα­θεύ­ει σκό­πι­μα στὴν σύν­τα­ξη προ­κει­μέ­νου νὰ ἐκ­φρά­σει αὐ­τὸ ποὺ θέ­λει. Ἡ ἀ­νορ­θο­δο­ξί­α αὐ­τὴ βρί­σκε­ται συ­χνὰ στὸ στό­χα­στρο τῶν ἐ­πι­κρι­τῶν του, ἀλ­λὰ χά­ρη σ’ αὐ­τὸν τὸν προ­σω­πι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς καὶ κυ­ρί­ως στὴν λο­ξὴ μα­τιὰ τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν του, ἱ­στο­ρί­ες βα­σι­σμέ­νες κα­τὰ κύ­ριο λό­γο σὲ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ καὶ νε­α­νι­κή του ἡ­λι­κί­α, ὁ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ εἶ­ναι γιὰ πολ­λοὺς ἕ­νας μο­να­δι­κὸς δη­μι­ουρ­γός. Τὰ δι­η­γή­μα­τά του, τὰ ὁ­ποῖ­α με­τα­φρά­στη­καν με­τα­γε­νέ­στε­ρα σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες, χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν πρω­τί­στως ὡς φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν Κορ­τά­θαρ, ἕ­νας τέ­τοι­ος χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς εἶ­ναι ἐλ­λι­πὴς καὶ πε­ρι­ο­ρι­στι­κός. Πα­ρὰ τὶς δι­ά­φο­ρες με­τα­φρα­στι­κὲς πρω­το­βου­λί­ες, ὡ­στό­σο, καὶ κυ­ρί­ως τὸ ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το τα­λέν­το του ἢ τὸ ἄ­κρως πρω­τό­τυ­πο καὶ προ­σω­πι­κὸ συγ­γρα­φι­κό του σύμ­παν (ὁ Χου­ὰν Κάρ­λος Ὀ­νέ­τι, ὁ Γκαρ­θί­α Μάρ­κες ἢ ὁ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο εἶ­ναι με­τα­ξὺ ἄλ­λων θαυ­μα­στές του, ἐ­νῶ στὶς προ­σπά­θει­ες τῆς Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι ὀ­φεί­λε­ται σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ δι­ά­δο­ση τοῦ ἔρ­γου του στὴν Ἱ­σπα­νί­α), τὸ ἔρ­γο τοῦ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ δὲν ἔ­γι­νε πο­τὲ εὐ­ρέ­ως γνω­στὸ καὶ πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι σή­με­ρα στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ρευ­μά­των, ἕ­νας ἐ­λεύ­θε­ρος σκο­πευ­τὴς ἔ­ξω ἀ­πὸ κά­θε κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips): Ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α



Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips)


Ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α

(The Impossible Angle)


Α ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­α. Δὲν γνώ­ρι­ζαν, ὅ­ταν ἡ καρ­διά τους ὅ­μοι­α μὲ σκύ­λου, φού­σκω­σε ἀ­πὸ χα­ρὰ γιὰ τὴν ἀ­γο­ρά τους λί­γα χρό­νια πρίν, πῶς θὰ κα­τέ­λη­γε ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τους. Εἶ­χαν ἁ­πλές, ἀλ­λὰ ἐ­πι­τα­κτι­κὲς ἀ­ναγ­κές: νὰ περ­πα­τή­σουν καί, πε­ρι­στα­σια­κά, νὰ τρέ­ξουν, νὰ πε­ρι­πλα­νη­θοῦν σὲ πε­ζο­δρό­μια πό­λε­ων, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ σὲ ἐ­ξο­χι­κοὺς δρό­μους. Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες ἔ­γι­ναν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, κρέ­μον­ται μὲ δερ­μα­το­ει­δῆ ἀ­θω­ό­τη­τα ἀ­π’ τὰ πό­δια του, δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.

       Οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­ες. Τὶς ἀ­πα­σχο­λοῦν κυ­ρί­ως οἱ δί­δυ­μες τρύ­πες τους, μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ δε­ξιοῦ πο­διοῦ καὶ μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ πο­διοῦ. Θυ­μοῦν­ται ἀό­ρι­στα ἐ­κεί­νη τὴν φο­ρὰ ποὺ μιὰ γυ­ναί­κα μὲ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα τὶς μαν­τά­ρι­σε, και­ρὸ πρίν. Ἀλ­λὰ ἔ­χουν πε­ρά­σει μῆ­νες ἀ­πὸ τό­τε, ἂν ὄ­χι χρό­νια. Θυ­μοῦν­ται τὰ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά της δά­χτυ­λα. Θυ­μοῦν­ται ἐ­πί­σης πὼς κά­πο­τε ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἄ­σπρες, πα­ρὰ κα­φέ. Ὅ­μοι­α μὲ τὰ πα­πού­τσια του, οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.

       Τὸ παν­τε­λό­νι τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τοῦ εἶ­ναι πο­λὺ κον­τὸ καὶ ἔ­τσι ἦ­ταν πάν­τα. Μιὰ φο­ρά, ἕ­να κο­ρί­τσι κο­ρό­ι­δε­ψε τὸν νε­κρὸ ἄν­τρα γιὰ τὸ κον­τό του παν­τε­λό­νι ποὺ δὲν ἔ­φτα­νε νὰ κα­λύ­ψει τοὺς ἀ­στρα­γά­λους του. Ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας ὑ­πε­ρα­σπί­στη­κε τὸ παν­τε­λό­νι του. Εἶ­πε στὸ κο­ρί­τσι ὅ­τι τὸ παν­τε­λό­νι τὸ εἶ­χε ρά­ψει μιὰ κα­λὴ γυ­ναί­κα σ’ ἕ­να κα­λὸ μέ­ρος. Τὸ παν­τε­λό­νι ἀ­γνο­εῖ τὴν ὁ­λο­έ­να αὐ­ξα­νό­με­νη ὑ­πο­ψί­α του ὅ­τι ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας εἶ­ναι ἴ­σως νε­κρός.

       Τὸ ἐ­σώ­ρου­χο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα, γε­μά­το τώ­ρα κό­πρα­να καὶ οὖ­ρα, δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τὸ που­κά­μι­σο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα, μου­σκε­μέ­νο ὣς τὸ κόκ­κα­λο, δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τὸ κα­πέ­λο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο, κεί­τε­ται μέ­τρα μα­κριά.

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ χω­νέ­ψω. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ ἔ­χει σφηνω­θεῖ στὸ μυα­λό μου σὰν ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φία. Ἡ ὄ­ψη τῶν πο­δι­ῶν τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα καὶ κά­τω ποὺ μοιά­ζει μὲ τὴν ὄ­ψη τῶν πο­δι­ῶν ἑ­νὸς ζων­τα­νοῦ ἄν­τρα, ὁ στε­νὸς βρώ­μι­κος δρό­μος, τὰ χα­λί­κια καὶ οἱ τρο­χοὶ τῶν ἐ­λα­στι­κῶν, τὸ παν­τε­λό­νι του, οἱ κάλ­τσες του, τὰ πα­πού­τσια του, ἡ ἀ­καμ­ψί­α τοῦ δε­ξιοῦ του πο­διοῦ, ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α κλί­σης τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ http://newlimestonereview.as.uky.edu/2017/09/01/two-flash-fictions/#more-307

Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τέσ­σε­ρα βι­βλί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τῆς τε­λευ­ταί­ας της συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των So­me Pos­sible So­lu­tions ποὺ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο John Gar­dner Fi­ction Book A­ward γιὰ τὸ 2017. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Beau­ti­ful Bu­reau­crat ἦ­ταν μέ­σα στὴ λί­στα τῶν New York Times γιὰ τὰ βι­βλί­α ποὺ ξε­χώ­ρι­σαν τὸ 2015 καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α The Los An­ge­les Ti­mes Book Pri­ze καὶ New York Pu­blic Li­bra­ry’s Young Li­ons A­ward. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ ἐ­πί­σης, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Ro­na Jaf­fe Foun­da­tion Wri­ter’s A­ward, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο I­ta­lo Cal­vi­no Pri­ze. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ ἔν­τυ­πα The Atlan­­ticThe New York Ti­mesTin Hou­se καὶ Se­le­cted Shorts. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­πί­κου­ρη κα­θη­γή­τρια στὸ Broo­klyn Col­lege. https://www.helencphillips.com/home/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016),  ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Τζούλια Στρέϊερ (Julia Strayer): Ἂς ποῦμε



Τζού­λια Στρέ­ϊ­ερ (Julia Strayer)


Ἂς ποῦ­με

(Let’s Say)


Σ ΠΟΥΜΕ πὼς πέ­φτω θύ­μα κλο­πῆς, ἀλ­λὰ προ­τι­μῶ νὰ πι­στέ­ψω ὅ­τι σπρώ­χνω τὴν κό­ρη μου στὶς κού­νι­ες τοῦ πάρ­κου ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Με­θο­δι­στῶν, τὰ φύλ­λα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου χο­ρεύ­ουν στὸ γρα­σί­δι κα­θὼς ὁ ἄ­νε­μος φυ­σᾶ, καὶ σὲ κά­θε σπρώ­ξι­μο ἐ­κεί­νη γί­νε­ται ἕ­να χρό­νο με­γα­λύ­τε­ρη, μέ­χρι ποὺ φτά­νει στὴν ἡ­λι­κί­α μου ἐ­νῶ ἐ­γὼ πα­ρα­μέ­νω στὴν ἡ­λι­κί­α ποὺ εἶ­μαι, κι ὡ­στό­σο ἐ­κεί­νη ξέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σα ἐ­γώ, για­τὶ ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ παι­διὰ σή­με­ρα. Ξέ­ρει τί θὰ φᾶ­με γιὰ βρά­δυ, ὅ­τι τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ στὶς ὀ­χτὼ θὰ βρέ­ξει κι ὅ­τι πε­θαί­νω. Ὁ κλέ­φτης δὲν εἶ­χε σκο­πὸ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σει, ἀλ­λὰ εἶ­ναι νέ­ος κι εὐ­έ­ξα­πτος, κι ἔ­χω δεῖ τὸ πρό­σω­πό του. Δὲν τὸ σκέ­φτη­κε δυ­ὸ φο­ρὲς ὅ­ταν σχε­δί­α­ζε τὸ ὅ­λο σκη­νι­κὸ καὶ ἡ προ­νο­η­τι­κό­τη­τα δὲν ἦ­ταν τὸ δυ­να­τό του ση­μεῖ­ο. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ μά­να του τὸ ξέ­ρει αὐ­τό. Τοῦ ἔ­λε­γε καὶ τοῦ ξα­νά­λε­γε ὅ­σο με­γά­λω­νε ὅ­τι δὲν θὰ ἔ­κα­νε πο­τὲ τί­πο­τα, ἂν δὲν μά­θαι­νε νὰ σκέ­φτε­ται τὰ πάν­τα ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πρίν, ὅ­μως αὐ­τὸς δὲν ἄ­κου­γε, δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νός, κι ἔ­τσι τὸ νὰ γί­νει κλέ­φτης ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ κα­ρι­έ­ρας ποὺ εἶ­χε, καὶ δὲν εἶ­ναι καὶ πο­λὺ κα­λὸς οὔ­τε καὶ σ’ αὐ­τό, γι’ αὐ­τὸ μὲ πυ­ρο­βο­λεῖ στὸ στῆ­θος καὶ τρέ­χει. Κοι­τά­ζω ἔκ­πλη­κτη πρὸς τὰ κά­τω καὶ βου­λώ­νω τὴν τρύ­πα μὲ τὸν δεί­κτη μου προ­σπα­θών­τας νὰ θυ­μη­θῶ τί εἶ­χα πιά­σει μ’ αὐ­τὸν τὸν δεί­κτη καὶ φαν­τά­ζο­μαι ὅ­λα τὰ ἀν­θε­κτι­κὰ μι­κρό­βια νὰ σπεύ­δουν μέ­σα στὴν ρο­ὴ τοῦ αἵ­μα­τος, κι ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν σκο­τω­θῶ ἀ­πὸ σφαί­ρα, θὰ τὸ πά­θω σί­γου­ρα ἀ­πὸ μό­λυν­ση. Δὲν πρό­λα­βα νὰ πῶ στὴν κό­ρη μου ποῦ ἦ­ταν ἡ δι­α­θή­κη ἢ ἡ ἀ­σφά­λεια ζω­ῆς, ἢ γιὰ τὸν μυ­στι­κὸ τρα­πε­ζι­κὸ λο­γα­ρια­σμὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τα­μι­εύ­ω χρή­μα­τα γιὰ κά­τι τρε­λό, ὅ­πως γιὰ μα­θή­μα­τα slackline ἢ γιὰ ἕ­να ἐ­τή­σιο road trip σ’ ὅ­λη τὴ χώ­ρα, περ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ μιὰ μι­κρὴ πό­λη στὴν ἄλ­λη, ἢ γιὰ νὰ ζή­σου­με στὴν ἐ­ξο­χή, νὰ χτί­σου­με ἕ­ναν ἀ­νε­μό­μυ­λο, νὰ ἔ­χου­με κό­τες καὶ νὰ καλ­λι­ερ­γοῦ­με τὸ δι­κό μας πε­ρι­βό­λι, ἁ­πλῶς καὶ μό­νο γιὰ νὰ δοῦ­με ἂν θὰ τὰ κα­τα­φέρ­να­με. Θέ­λω νὰ συ­νε­χί­σω νὰ τὴν σπρώ­χνω στὶς κού­νι­ες, ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω νὰ με­γα­λώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο ἐ­γώ. Θὰ μὲ κα­τη­γο­ρή­σει μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν θὰ κα­τα­λά­βει πό­σα χρό­νια ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α ἔ­χα­σε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς κού­νιας. Ναί, θὰ εἶ­ναι σί­γου­ρα θυ­μω­μέ­νη. Μπο­ρῶ ἤ­δη νὰ δῶ τὸν θυ­μὸ νὰ συσ­σω­ρεύ­ε­ται μέ­σα της, λε­πτὲς γραμ­μὲς ὑ­φαί­νουν τὴν πλε­κτά­νη τους στὶς ἄ­κρες των μα­τι­ῶν της κα­θὼς οἱ ἐ­ρευ­νη­τὲς προ­σπα­θοῦν νὰ τῆς ποῦν ὅ­τι κά­νουν ὅ,τι μπο­ροῦν γιὰ νὰ βροῦν τὸ εὐέ­ξα­πτο παι­δὶ τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ μά­να κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι της ὅ­ταν τὸ βλέ­πει νὰ μπαί­νει σπί­τι μὲ τρε­μά­με­να χέ­ρια καὶ τὸ αἷ­μα μου νὰ ἔ­χει πι­τσι­λί­σει τὴν μπλού­ζα του. Καὶ ξέ­ρει πὼς ἔ­χει κά­νει κά­τι ἀ­νό­η­το ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει, γι’ αὐ­τὸ σκου­πί­ζει μὲ τὴν πο­διά της κεν­τη­μέ­νη μὲ βι­ο­λέ­τες τὸν ἱ­δρώ­τα ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πό της καὶ κά­θε­ται στὸν κα­να­πὲ μέ­χρι οἱ χτύ­ποι τῆς καρ­διᾶς της νὰ μει­ω­θοῦν καὶ νὰ μπο­ρέ­σει ἡ ἀ­να­πνο­ή της νὰ ξα­να­βρεῖ τὸν ρυθ­μό της, ὅ­σο τὰ μά­τια της πε­ρι­ερ­γά­ζον­ται τὸ δω­μά­τιο κι ἐ­κεῖ­νος κά­νει νευ­ρι­κὲς κι­νή­σεις, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ὅ­λη ἱ­στο­ρί­α ἐ­νῶ ἐ­γὼ κεί­το­μαι ἀ­κό­μα στὸ ἔ­δα­φος κι ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν τὸ νὰ ἀ­νε­βά­σω τὴν κό­ρη μου στὸ γύ­ρω-γύ­ρω-ὅ­λοι θὰ τῆς ἀ­φαι­ρέ­σει τὰ χρό­νια ζω­ῆς ποὺ τῆς πρό­σθε­σαν οἱ κού­νι­ες, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ ξα­να­γί­νει παι­δί, ὅ­πως ἀ­κρί­βως τὴν θυ­μᾶ­μαι ἐ­γὼ ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὴ γιὰ νὰ πά­ει μό­νη της μὲ τὰ πό­δια ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο στὸ σπί­τι, ἡ σχο­λι­κή της τσάν­τα πιὸ με­γά­λη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη, ὅ­ταν δὲν εἶ­χε πά­ρα μό­νο εὐ­και­ρί­ες μπρο­στά της. Κά­νω τὶς ἴ­δι­ες σκέ­ψεις ποὺ κά­νει ἡ μη­τέ­ρα τοῦ νευ­ρι­κοῦ ἀ­γο­ριοῦ ὅ­ταν ὁ γιὸς της ἦ­ταν μι­κρός, μὲ τὶς μα­κρι­ὲς μαῦ­ρες βλε­φα­ρί­δες του ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ κο­ρί­τσια νὰ τρέ­χουν πί­σω του, κι ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀ­κό­μα ἐλ­πί­δες. Καὶ παί­ζου­με καὶ οἱ δυ­ὸ τὸ παι­χνί­δι Τί θὰ γι­νό­ταν ἄν, ἐ­γὼ δι­ε­ρω­τώ­με­νη ἂν τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἂν εἶ­χα στα­μα­τή­σει στὸ στε­γνο­κα­θα­ρι­στή­ριο πρὶν ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα, ἡ μη­τέ­ρα του δι­ε­ρω­τώ­με­νη ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸν εἶ­χε προ­τρέ­ψει πε­ρισ­σό­τε­ρο πρὸς τὸν ἀ­θλη­τι­σμὸ ἢ τὸ μου­σι­κὸ συγ­κρό­τη­μα ἢ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ λέ­σχη κι ἂν αὐ­τὸ θὰ εἶ­χε κά­ποι­α ση­μα­σί­α, ἂν καὶ πά­λι θὰ στε­κό­ταν μπρο­στά της κλαί­γον­τας για­τὶ πυ­ρο­βό­λη­σε μιὰ γυ­ναί­κα στὸ πάρ­κινγκ τῆς ὁ­δοῦ Ἒλμ καὶ τὸ ἔ­βα­λε στὰ πό­δια. Ἡ μη­τέ­ρα του ξέ­ρει ὅ­τι δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α τί ἔ­κα­νε ἢ τί δὲν ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη κά­πο­τε. Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι ἂν θὰ τὸν στεί­λει γιὰ ντοὺς ὅ­σο ἐ­κεί­νη θὰ καί­ει τὰ ροῦ­χα του μα­ζὶ μὲ τὰ φύλ­λα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου ποὺ στοί­βα­ξε στὸ βα­ρέ­λι τῆς πί­σω αὐ­λῆς ἢ ἂν θὰ ση­κώ­σει τὸ ἀ­κου­στι­κό.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν τρί­μη­νη δι­αδι­κτυακὴ ἐ­πιθε­ώρη­ση SmokeLong, στὶς 15 Δε­κεμ­βρί­ου 2014 (δεῖτε ἐδῶ καὶ μιὰ συ­νέντευ­ξη μὲ τὴ συγ­γρα­φέα γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα).

Τζού­λια Στρέϊ­ερ (Julia Strayer). Ἀ­πό­φοι­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A Program) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Sarah Lawrence, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Smokelog Quarterly. Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ σύν­το­μα ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Glimmer Train.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016),  ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/