Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips): Ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α



Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips)


Ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α

(The Impossible Angle)


Α ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­α. Δὲν γνώ­ρι­ζαν, ὅ­ταν ἡ καρ­διά τους ὅ­μοι­α μὲ σκύ­λου, φού­σκω­σε ἀ­πὸ χα­ρὰ γιὰ τὴν ἀ­γο­ρά τους λί­γα χρό­νια πρίν, πῶς θὰ κα­τέ­λη­γε ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τους. Εἶ­χαν ἁ­πλές, ἀλ­λὰ ἐ­πι­τα­κτι­κὲς ἀ­ναγ­κές: νὰ περ­πα­τή­σουν καί, πε­ρι­στα­σια­κά, νὰ τρέ­ξουν, νὰ πε­ρι­πλα­νη­θοῦν σὲ πε­ζο­δρό­μια πό­λε­ων, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ σὲ ἐ­ξο­χι­κοὺς δρό­μους. Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες ἔ­γι­ναν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, κρέ­μον­ται μὲ δερ­μα­το­ει­δῆ ἀ­θω­ό­τη­τα ἀ­π’ τὰ πό­δια του, δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.

       Οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­ες. Τὶς ἀ­πα­σχο­λοῦν κυ­ρί­ως οἱ δί­δυ­μες τρύ­πες τους, μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ δε­ξιοῦ πο­διοῦ καὶ μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ πο­διοῦ. Θυ­μοῦν­ται ἀό­ρι­στα ἐ­κεί­νη τὴν φο­ρὰ ποὺ μιὰ γυ­ναί­κα μὲ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα τὶς μαν­τά­ρι­σε, και­ρὸ πρίν. Ἀλ­λὰ ἔ­χουν πε­ρά­σει μῆ­νες ἀ­πὸ τό­τε, ἂν ὄ­χι χρό­νια. Θυ­μοῦν­ται τὰ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά της δά­χτυ­λα. Θυ­μοῦν­ται ἐ­πί­σης πὼς κά­πο­τε ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἄ­σπρες, πα­ρὰ κα­φέ. Ὅ­μοι­α μὲ τὰ πα­πού­τσια του, οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.

       Τὸ παν­τε­λό­νι τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τοῦ εἶ­ναι πο­λὺ κον­τὸ καὶ ἔ­τσι ἦ­ταν πάν­τα. Μιὰ φο­ρά, ἕ­να κο­ρί­τσι κο­ρό­ι­δε­ψε τὸν νε­κρὸ ἄν­τρα γιὰ τὸ κον­τό του παν­τε­λό­νι ποὺ δὲν ἔ­φτα­νε νὰ κα­λύ­ψει τοὺς ἀ­στρα­γά­λους του. Ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας ὑ­πε­ρα­σπί­στη­κε τὸ παν­τε­λό­νι του. Εἶ­πε στὸ κο­ρί­τσι ὅ­τι τὸ παν­τε­λό­νι τὸ εἶ­χε ρά­ψει μιὰ κα­λὴ γυ­ναί­κα σ’ ἕ­να κα­λὸ μέ­ρος. Τὸ παν­τε­λό­νι ἀ­γνο­εῖ τὴν ὁ­λο­έ­να αὐ­ξα­νό­με­νη ὑ­πο­ψί­α του ὅ­τι ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας εἶ­ναι ἴ­σως νε­κρός.

       Τὸ ἐ­σώ­ρου­χο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα, γε­μά­το τώ­ρα κό­πρα­να καὶ οὖ­ρα, δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τὸ που­κά­μι­σο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα, μου­σκε­μέ­νο ὣς τὸ κόκ­κα­λο, δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τὸ κα­πέ­λο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο, κεί­τε­ται μέ­τρα μα­κριά.

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ χω­νέ­ψω. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ ἔ­χει σφηνω­θεῖ στὸ μυα­λό μου σὰν ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φία. Ἡ ὄ­ψη τῶν πο­δι­ῶν τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα καὶ κά­τω ποὺ μοιά­ζει μὲ τὴν ὄ­ψη τῶν πο­δι­ῶν ἑ­νὸς ζων­τα­νοῦ ἄν­τρα, ὁ στε­νὸς βρώ­μι­κος δρό­μος, τὰ χα­λί­κια καὶ οἱ τρο­χοὶ τῶν ἐ­λα­στι­κῶν, τὸ παν­τε­λό­νι του, οἱ κάλ­τσες του, τὰ πα­πού­τσια του, ἡ ἀ­καμ­ψί­α τοῦ δε­ξιοῦ του πο­διοῦ, ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α κλί­σης τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ http://newlimestonereview.as.uky.edu/2017/09/01/two-flash-fictions/#more-307

Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τέσ­σε­ρα βι­βλί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τῆς τε­λευ­ταί­ας της συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των So­me Pos­sible So­lu­tions ποὺ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο John Gar­dner Fi­ction Book A­ward γιὰ τὸ 2017. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Beau­ti­ful Bu­reau­crat ἦ­ταν μέ­σα στὴ λί­στα τῶν New York Times γιὰ τὰ βι­βλί­α ποὺ ξε­χώ­ρι­σαν τὸ 2015 καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α The Los An­ge­les Ti­mes Book Pri­ze καὶ New York Pu­blic Li­bra­ry’s Young Li­ons A­ward. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ ἐ­πί­σης, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Ro­na Jaf­fe Foun­da­tion Wri­ter’s A­ward, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο I­ta­lo Cal­vi­no Pri­ze. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ ἔν­τυ­πα The Atlan­­ticThe New York Ti­mesTin Hou­se καὶ Se­le­cted Shorts. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­πί­κου­ρη κα­θη­γή­τρια στὸ Broo­klyn Col­lege. https://www.helencphillips.com/home/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016),  ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


		
Διαφημίσεις

Τζούλια Στρέϊερ (Julia Strayer): Ἂς ποῦμε



Τζού­λια Στρέ­ϊ­ερ (Julia Strayer)


Ἂς ποῦ­με

(Let’s Say)


Σ ΠΟΥΜΕ πὼς πέ­φτω θύ­μα κλο­πῆς, ἀλ­λὰ προ­τι­μῶ νὰ πι­στέ­ψω ὅ­τι σπρώ­χνω τὴν κό­ρη μου στὶς κού­νι­ες τοῦ πάρ­κου ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Με­θο­δι­στῶν, τὰ φύλ­λα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου χο­ρεύ­ουν στὸ γρα­σί­δι κα­θὼς ὁ ἄ­νε­μος φυ­σᾶ, καὶ σὲ κά­θε σπρώ­ξι­μο ἐ­κεί­νη γί­νε­ται ἕ­να χρό­νο με­γα­λύ­τε­ρη, μέ­χρι ποὺ φτά­νει στὴν ἡ­λι­κί­α μου ἐ­νῶ ἐ­γὼ πα­ρα­μέ­νω στὴν ἡ­λι­κί­α ποὺ εἶ­μαι, κι ὡ­στό­σο ἐ­κεί­νη ξέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σα ἐ­γώ, για­τὶ ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ παι­διὰ σή­με­ρα. Ξέ­ρει τί θὰ φᾶ­με γιὰ βρά­δυ, ὅ­τι τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ στὶς ὀ­χτὼ θὰ βρέ­ξει κι ὅ­τι πε­θαί­νω. Ὁ κλέ­φτης δὲν εἶ­χε σκο­πὸ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σει, ἀλ­λὰ εἶ­ναι νέ­ος κι εὐ­έ­ξα­πτος, κι ἔ­χω δεῖ τὸ πρό­σω­πό του. Δὲν τὸ σκέ­φτη­κε δυ­ὸ φο­ρὲς ὅ­ταν σχε­δί­α­ζε τὸ ὅ­λο σκη­νι­κὸ καὶ ἡ προ­νο­η­τι­κό­τη­τα δὲν ἦ­ταν τὸ δυ­να­τό του ση­μεῖ­ο. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ μά­να του τὸ ξέ­ρει αὐ­τό. Τοῦ ἔ­λε­γε καὶ τοῦ ξα­νά­λε­γε ὅ­σο με­γά­λω­νε ὅ­τι δὲν θὰ ἔ­κα­νε πο­τὲ τί­πο­τα, ἂν δὲν μά­θαι­νε νὰ σκέ­φτε­ται τὰ πάν­τα ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πρίν, ὅ­μως αὐ­τὸς δὲν ἄ­κου­γε, δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νός, κι ἔ­τσι τὸ νὰ γί­νει κλέ­φτης ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ κα­ρι­έ­ρας ποὺ εἶ­χε, καὶ δὲν εἶ­ναι καὶ πο­λὺ κα­λὸς οὔ­τε καὶ σ’ αὐ­τό, γι’ αὐ­τὸ μὲ πυ­ρο­βο­λεῖ στὸ στῆ­θος καὶ τρέ­χει. Κοι­τά­ζω ἔκ­πλη­κτη πρὸς τὰ κά­τω καὶ βου­λώ­νω τὴν τρύ­πα μὲ τὸν δεί­κτη μου προ­σπα­θών­τας νὰ θυ­μη­θῶ τί εἶ­χα πιά­σει μ’ αὐ­τὸν τὸν δεί­κτη καὶ φαν­τά­ζο­μαι ὅ­λα τὰ ἀν­θε­κτι­κὰ μι­κρό­βια νὰ σπεύ­δουν μέ­σα στὴν ρο­ὴ τοῦ αἵ­μα­τος, κι ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν σκο­τω­θῶ ἀ­πὸ σφαί­ρα, θὰ τὸ πά­θω σί­γου­ρα ἀ­πὸ μό­λυν­ση. Δὲν πρό­λα­βα νὰ πῶ στὴν κό­ρη μου ποῦ ἦ­ταν ἡ δι­α­θή­κη ἢ ἡ ἀ­σφά­λεια ζω­ῆς, ἢ γιὰ τὸν μυ­στι­κὸ τρα­πε­ζι­κὸ λο­γα­ρια­σμὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τα­μι­εύ­ω χρή­μα­τα γιὰ κά­τι τρε­λό, ὅ­πως γιὰ μα­θή­μα­τα slackline ἢ γιὰ ἕ­να ἐ­τή­σιο road trip σ’ ὅ­λη τὴ χώ­ρα, περ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ μιὰ μι­κρὴ πό­λη στὴν ἄλ­λη, ἢ γιὰ νὰ ζή­σου­με στὴν ἐ­ξο­χή, νὰ χτί­σου­με ἕ­ναν ἀ­νε­μό­μυ­λο, νὰ ἔ­χου­με κό­τες καὶ νὰ καλ­λι­ερ­γοῦ­με τὸ δι­κό μας πε­ρι­βό­λι, ἁ­πλῶς καὶ μό­νο γιὰ νὰ δοῦ­με ἂν θὰ τὰ κα­τα­φέρ­να­με. Θέ­λω νὰ συ­νε­χί­σω νὰ τὴν σπρώ­χνω στὶς κού­νι­ες, ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω νὰ με­γα­λώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο ἐ­γώ. Θὰ μὲ κα­τη­γο­ρή­σει μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν θὰ κα­τα­λά­βει πό­σα χρό­νια ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α ἔ­χα­σε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς κού­νιας. Ναί, θὰ εἶ­ναι σί­γου­ρα θυ­μω­μέ­νη. Μπο­ρῶ ἤ­δη νὰ δῶ τὸν θυ­μὸ νὰ συσ­σω­ρεύ­ε­ται μέ­σα της, λε­πτὲς γραμ­μὲς ὑ­φαί­νουν τὴν πλε­κτά­νη τους στὶς ἄ­κρες των μα­τι­ῶν της κα­θὼς οἱ ἐ­ρευ­νη­τὲς προ­σπα­θοῦν νὰ τῆς ποῦν ὅ­τι κά­νουν ὅ,τι μπο­ροῦν γιὰ νὰ βροῦν τὸ εὐέ­ξα­πτο παι­δὶ τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ μά­να κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι της ὅ­ταν τὸ βλέ­πει νὰ μπαί­νει σπί­τι μὲ τρε­μά­με­να χέ­ρια καὶ τὸ αἷ­μα μου νὰ ἔ­χει πι­τσι­λί­σει τὴν μπλού­ζα του. Καὶ ξέ­ρει πὼς ἔ­χει κά­νει κά­τι ἀ­νό­η­το ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει, γι’ αὐ­τὸ σκου­πί­ζει μὲ τὴν πο­διά της κεν­τη­μέ­νη μὲ βι­ο­λέ­τες τὸν ἱ­δρώ­τα ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πό της καὶ κά­θε­ται στὸν κα­να­πὲ μέ­χρι οἱ χτύ­ποι τῆς καρ­διᾶς της νὰ μει­ω­θοῦν καὶ νὰ μπο­ρέ­σει ἡ ἀ­να­πνο­ή της νὰ ξα­να­βρεῖ τὸν ρυθ­μό της, ὅ­σο τὰ μά­τια της πε­ρι­ερ­γά­ζον­ται τὸ δω­μά­τιο κι ἐ­κεῖ­νος κά­νει νευ­ρι­κὲς κι­νή­σεις, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ὅ­λη ἱ­στο­ρί­α ἐ­νῶ ἐ­γὼ κεί­το­μαι ἀ­κό­μα στὸ ἔ­δα­φος κι ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν τὸ νὰ ἀ­νε­βά­σω τὴν κό­ρη μου στὸ γύ­ρω-γύ­ρω-ὅ­λοι θὰ τῆς ἀ­φαι­ρέ­σει τὰ χρό­νια ζω­ῆς ποὺ τῆς πρό­σθε­σαν οἱ κού­νι­ες, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ ξα­να­γί­νει παι­δί, ὅ­πως ἀ­κρί­βως τὴν θυ­μᾶ­μαι ἐ­γὼ ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὴ γιὰ νὰ πά­ει μό­νη της μὲ τὰ πό­δια ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο στὸ σπί­τι, ἡ σχο­λι­κή της τσάν­τα πιὸ με­γά­λη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη, ὅ­ταν δὲν εἶ­χε πά­ρα μό­νο εὐ­και­ρί­ες μπρο­στά της. Κά­νω τὶς ἴ­δι­ες σκέ­ψεις ποὺ κά­νει ἡ μη­τέ­ρα τοῦ νευ­ρι­κοῦ ἀ­γο­ριοῦ ὅ­ταν ὁ γιὸς της ἦ­ταν μι­κρός, μὲ τὶς μα­κρι­ὲς μαῦ­ρες βλε­φα­ρί­δες του ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ κο­ρί­τσια νὰ τρέ­χουν πί­σω του, κι ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀ­κό­μα ἐλ­πί­δες. Καὶ παί­ζου­με καὶ οἱ δυ­ὸ τὸ παι­χνί­δι Τί θὰ γι­νό­ταν ἄν, ἐ­γὼ δι­ε­ρω­τώ­με­νη ἂν τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἂν εἶ­χα στα­μα­τή­σει στὸ στε­γνο­κα­θα­ρι­στή­ριο πρὶν ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα, ἡ μη­τέ­ρα του δι­ε­ρω­τώ­με­νη ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸν εἶ­χε προ­τρέ­ψει πε­ρισ­σό­τε­ρο πρὸς τὸν ἀ­θλη­τι­σμὸ ἢ τὸ μου­σι­κὸ συγ­κρό­τη­μα ἢ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ λέ­σχη κι ἂν αὐ­τὸ θὰ εἶ­χε κά­ποι­α ση­μα­σί­α, ἂν καὶ πά­λι θὰ στε­κό­ταν μπρο­στά της κλαί­γον­τας για­τὶ πυ­ρο­βό­λη­σε μιὰ γυ­ναί­κα στὸ πάρ­κινγκ τῆς ὁ­δοῦ Ἒλμ καὶ τὸ ἔ­βα­λε στὰ πό­δια. Ἡ μη­τέ­ρα του ξέ­ρει ὅ­τι δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α τί ἔ­κα­νε ἢ τί δὲν ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη κά­πο­τε. Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι ἂν θὰ τὸν στεί­λει γιὰ ντοὺς ὅ­σο ἐ­κεί­νη θὰ καί­ει τὰ ροῦ­χα του μα­ζὶ μὲ τὰ φύλ­λα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου ποὺ στοί­βα­ξε στὸ βα­ρέ­λι τῆς πί­σω αὐ­λῆς ἢ ἂν θὰ ση­κώ­σει τὸ ἀ­κου­στι­κό.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν τρί­μη­νη δι­αδι­κτυακὴ ἐ­πιθε­ώρη­ση SmokeLong, στὶς 15 Δε­κεμ­βρί­ου 2014 (δεῖτε ἐδῶ καὶ μιὰ συ­νέντευ­ξη μὲ τὴ συγ­γρα­φέα γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα).

Τζού­λια Στρέϊ­ερ (Julia Strayer). Ἀ­πό­φοι­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A Program) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Sarah Lawrence, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Smokelog Quarterly. Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ σύν­το­μα ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Glimmer Train.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016),  ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Κά­θυ Φίς (Kathy Fish): Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα



Κά­θυ Φίς (Kathy Fish)


Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα

(Baby Baby: Eight Micros)


ΛΟΙ βι­ά­ζον­ται.

Εἰ­δι­κὰ οἱ ἄν­τρες, ποὺ τρέ­χουν νὰ προ­λά­βουν τρέ­να καὶ θυ­σιά­ζουν τοὺς χαρ­το­φύ­λα­κές τους στὶς αὐ­τό­μα­τες πόρ­τες γιὰ νὰ τὶς ἐμ­πο­δί­σουν νὰ κλεί­σουν. Ἄν­τρες στὰ κα­θί­σμα­τα, δι­α­βά­ζον­τας τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τους ἢ ἕ­να βι­βλί­ο τσέ­πης. Ἡ Λὶνγκ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ αὐ­τοὺς τοὺς ἄν­τρες. Θέ­λει νὰ κολ­λή­σει τὴν φου­σκω­μέ­νη της κοι­λιὰ στὴ μού­ρη τους. Κοι­τά­ζει τὸ εἴ­δω­λό της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Φο­ρά­ει ἕ­να κου­στού­μι ψα­ρο­κό­κα­λο γιὰ ἐγ­κύ­ους μὲ ἕ­να με­γά­λο κόκ­κι­νο φι­όγ­κο στὸ λαι­μό. Μοιά­ζει χον­τρὴ καὶ θυ­μω­μέ­νη, ἀλ­λὰ γι­ορ­τι­νή.


* * *


Ἕ­ξι ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴ γέν­να, ἡ Λὶνγκ ἐ­πι­στρέ­φει στὴ δου­λειά της στὸ κέν­τρο τῆς πό­λης. Βγά­ζει γά­λα μὲ τὸ θή­λα­στρο μέ­σα στὶς γυ­ναι­κεῖ­ες του­α­λέ­τες κα­θι­σμέ­νη πά­νω στὴ λε­κά­νη. Οἱ συ­νά­δελ­φοί της μπαί­νουν μέ­σα γιὰ νὰ κα­του­ρή­σουν ἢ νὰ πλύ­νουν τὰ δόν­τια τους καὶ τὸ θή­λα­στρο σφυ­ρί­ζει καὶ ἡ Λὶνγκ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση της ζη­τά­ει συ­γνώ­μη… λέ­ει λυ­πᾶ­μαι.


* * *


Πρὶν ξη­με­ρώ­σει, βά­ζει τὴ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας στὸ μω­ρὸ μέ­σα στὸ Escort καὶ τοῦ χώ­νει στὸ στό­μα ἕ­να μπιμ­πε­ρό. Ἀ­φή­νει τὸ παι­δι­κὸ κά­θι­σμα αὐ­το­κι­νή­του στὸ σπί­τι τῆς μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ τὸ πά­ρει ὁ ἄν­τρας της ποὺ παίρ­νει τὸ παι­δὶ ὅ­ταν σχο­λά­ει ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ πη­γαί­νει σπί­τι μὲ τὸ Toyota του. Τὸ μω­ρὸ ἀ­κού­ει Bruce Springsteen στὸ Toyota καὶ τὴ Σο­νά­τα τοῦ Σε­λη­νό­φω­τος στὸ Escort.


* * *


Ἡ Λὶνγκ δί­νει στὴν μπείμ­πι σί­τερ μι­σὸ φλι­τζά­νι μη­τρι­κὸ γά­λα ἀ­π’ τὴν κα­τά­ψυ­ξη σὲ μιὰ σα­κού­λα. Ἡ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γνέ­φει ἀ­δι­ά­φο­ρα. «Θὰ τὸ ἀ­να­μεί­ξω μὲ τὸ γά­λα σὲ σκό­νη ποὺ παίρ­νει», λέ­ει. «Σοῦ ἔ­φυ­γε ἕ­νας πόν­τος ἀπ’ τὸ καλ­σόν.»


* * *


Ἡ Λὶνγκ δὲν κοι­μᾶ­ται κα­θό­λου καὶ δὲν εἶ­ναι ἀ­πο­δο­τι­κὴ στὴ δου­λειά της. Θὰ πα­ραι­τοῦν­ταν, ἀλ­λὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ἄ­φραγ­κοι. Ξαφ­νι­κά, δὲν κα­τα­λα­βαί­νει τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά. Τί ση­μαί­νουν ὅ­λα αὐ­τά; Ρω­τά­ει τοὺς συ­να­δέλ­φους της. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ κώ­δι­κες; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ δι­α­δι­κα­σί­α; Πλη­κτρο­λο­γεῖ μιὰ σει­ρὰ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, τρώ­ει λαί­μαρ­γα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τσάν­τα πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο της. Κα­μιὰ φο­ρὰ κλεί­νει τὰ μά­τια της καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ὅ­τι τὸ μω­ρὸ ἔ­χει μπεῖ πά­λι μέ­σα στὸ στο­μά­χι της. Μό­νο ποὺ τώ­ρα τὸ μω­ρὸ εἶ­ναι μιὰ μα­ϊ­μοῦ.


* * *


Τὰ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα παίρ­νει τὸ μω­ρὸ καὶ πά­ει μα­κριοὺς πε­ρι­πά­τους. Μιὰ φο­ρὰ εἶ­χαν κά­νει σχε­δὸν πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα καὶ τὸ μω­ρὸ πεί­να­σε καὶ ἡ Λὶνγκ εἶ­χε ξε­χά­σει νὰ πά­ρει μα­ζί της μπιμ­πε­ρό. Γύ­ρι­σε πί­σω τρέ­χον­τας, σκον­τά­φτων­τας στὶς ρωγ­μὲς τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου, ἐ­νῶ τὸ μω­ρὸ οὔρ­λια­ζε.


* * *


Ὁ ἄν­τρας της κα­νο­νί­ζει νὰ βρεῖ μιὰ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ πᾶ­νε σ’ ἕ­να Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πάρ­τυ. Τὸ πάρ­τυ εἶ­ναι μιὰ βρα­διὰ στὸ Λὰς Βέγ­κας καὶ πον­τά­ρουν στὶς ρου­λέ­τες καὶ κου­τσομ­πο­λεύ­ουν μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους τοῦ ἄν­τρα της καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες τους. Στὸ τρα­πέ­ζι τῶν ζα­ρι­ῶν, ἡ Λὶνγκ λέ­ει στὴν με­γα­λύ­τε­ρη γυ­ναί­κα δί­πλα της, ἔ­χω ἕ­να βρέ­φος τρι­ῶν μη­νῶν. Δὲν τὸ πι­στεύ­ω ὅ­τι εἶ­μαι ἐ­δῶ καὶ ἡ γυ­ναί­κα τῆς δί­νει μιὰ γου­λιὰ ἀ­π’ τὸ κο­κτέ­ιλ της.


* * *


Κά­θε ἐρ­γά­σι­μη μέ­ρα κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, ἡ Λὶνγκ μπαί­νει στὸ σπί­τι τρέ­χον­τας καὶ πε­τά­ει τ’ ἀ­θλη­τι­κά της πα­πού­τσια. Ξε­κουμ­πώ­νει τὴν φού­στα της καὶ κα­τε­βά­ζει τὸ καλ­σόν της καὶ παίρ­νει τὸ μω­ρὸ ἀ­πὸ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄν­τρα της. Ξα­πλώ­νει πί­σω, ση­κώ­νει τὸ μω­ρὸ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι της καὶ τὸ κου­νά­ει στὸν ἀ­έ­ρα μπρὸς καὶ πί­σω μέ­σα στὰ τεν­τω­μέ­να της χέ­ρια. Τρα­γου­δᾶ:

ἂχ μω­ρά­κι μω­ρά­κι

πά­νω ἀ­π’ τὸν κό­σμο πε­τᾶς

ψά­χνον­τας παι­χνί­δια καὶ κα­ρα­μέ­λες.



Πη­γή: http://www.friggmagazine.com/issuetwentyfour/poemsstories/fiction/fish/babybaby.htm

Κά­θυ Φὶς (Kathy Fish). Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ σύμ­βου­λος στὸ με­τα­πτυ­χια­κὸ πρό­γραμ­μα Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A program) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ντέν­βερ, Regis University. Ἡ τέ­ταρ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Rift (Ρωγ­μή), γραμ­μέ­νη σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Robert Vaughan, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2015 ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Unknown Press. Διατηρεῖ τὴν ἱστοσελίδα: https://www.kathy-fish.com/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Κά­ρα Ὄ­ου­κλιφ (Kara Oakleaf): Μει­ω­μέ­νη βα­ρύ­τη­τα



Κά­ρα Ὄ­ου­κλιφ (Kara Oakleaf)


Μει­ω­μέ­νη βα­ρύ­τη­τα

(Gravity reduced)


ΡΩΤΑ τὸ κα­τα­λά­βα­με ἀ­π’ τὰ κέρ­μα­τα. Τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ, μιὰ Τρί­τη, πέ­σα­με γιὰ ὕ­πνο στὸν κα­νο­νι­κὸ κό­σμο καί, κά­ποι­α στιγ­μὴ μὲς στὴ νύ­χτα, ἡ ἕλ­ξη τῆς γῆς χα­λά­ρω­σε. Ξυ­πνή­σα­με ἀ­νά­με­σα σὲ δε­κά­ρες καὶ πεν­τά­ρες ποὺ ἐ­πέ­πλε­αν πά­νω ἀ­π’ τὸ κο­μο­δί­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο εἴ­χα­με ἀ­δειά­σει τὶς τσέ­πες μας, τὰ χτε­σι­νὰ ψι­λὰ αἰ­ω­ρού­με­να στὸν ἀ­έ­ρα σὰν μον­τέ­λο ἡ­λια­κοῦ συ­στή­μα­τος.

       Εἴ­δα­με τὰ παι­διά μας νὰ περ­πα­τοῦν στὸν ἀ­έ­ρα, τὰ πό­δια τους δι­έ­σχι­ζαν τὸ κε­νὸ λί­γα μό­λις ἑ­κα­το­στὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ πά­τω­μα. Ὅ­ταν ση­κω­θή­κα­με ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι, τὸ νι­ώ­σα­με πὼς οἱ φτέρ­νες μας δὲν βυ­θί­στη­καν ἀ­κρι­βῶς στὸ χα­λί. Τέ­λος οἱ πα­τη­μα­σι­ές. Στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ μπά­νιου εἴ­δα­με τὰ μαλ­λιά μας νὰ ἀ­νε­μί­ζουν μα­κριὰ ἀπ’ τὰ πρό­σω­πά μας, ἐ­λεύ­θε­ρα καὶ ἀ­τί­θα­σα, ἕ­να καρ­του­νί­στι­κο πορ­τρέ­το ἔκ­πλη­ξης.

       Ἀ­να­κα­λύ­ψα­με νέ­ους τρό­πους νὰ κρα­τᾶ­με τὰ πράγ­μα­τα στὴ γῆ. Σύν­το­μα, τὰ σοῦ­περ-μάρ­κετ ξέ­μει­ναν ἀ­πὸ κολ­λη­τι­κὴ ται­νί­α καὶ αὐ­το­κόλ­λη­τα Velcro, χρή­σι­μα γιὰ νὰ κολ­λή­σει κα­νεὶς μπου­κά­λια καὶ κου­τιὰ πά­νω στὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας, γιὰ νὰ δι­α­τη­ρή­σει στὴ θέ­ση τους τὰ μπιμ­πε­λὸ στὸ τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο, τὰ φω­τι­στι­κὰ στὸ τρα­πε­ζά­κι. Προ­σθέ­σα­με πόρ­τες στὰ ρά­φια μας γιὰ νὰ κρα­τή­σουν τὰ βι­βλί­α νὰ μὴν πέ­σουν καὶ κρα­τᾶ­με πάν­τα σπάγ­κο γιὰ νὰ δέ­σου­με ὁ­τι­δή­πο­τε κιν­δυ­νεύ­ει νὰ πλεύ­σει μα­κριά. Κα­νεὶς δὲν φο­ρά­ει πιὰ φοῦ­στες. Προ­σπα­θοῦ­με νὰ προ­σαρ­μο­στοῦ­με.

       Τὸ φαῒ εἶ­ναι ἀ­κό­μα δύ­σκο­λο. Ὁ που­ρὲς πε­ρι­φέ­ρε­ται σὰν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι, τὰ πο­τὰ δὲν μέ­νουν στὸ πο­τή­ρι. Προ­σθέ­του­με πε­ρισ­σό­τε­ρο βού­τυ­ρο στὴ συν­τα­γὴ μὲ τὶς πα­τά­τες στὴν προ­σπά­θειά μας νὰ γί­νει πιὸ βα­ρὺς καὶ γλεί­φου­με τὶς στα­γό­νες νε­ροῦ στὸν ἀ­έ­ρα, ὅ­πως τὰ παι­διὰ κυ­νη­γᾶ­νε νι­φά­δες χι­ο­νιοῦ μὲ τὴν γλώσ­σα τους.

       Σ’ ἕ­ναν κό­σμο χω­ρὶς βα­ρύ­τη­τα δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ κα­τα­κρή­μνι­ση, κι ἔ­τσι μᾶς λεί­πει ἡ βρο­χή. Τὰ σύν­νε­φα ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν τὸ νε­ρὸ ποὺ ἔ­χουν συγ­κρα­τή­σει καὶ οἱ στα­γό­νες συσ­σω­ρεύ­ον­ται ὅ­λες μα­ζὶ καὶ στρο­βι­λί­ζον­ται ψη­λὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ ἔ­δα­φος. Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται κα­ται­γί­δα, κοι­τά­ζου­με πά­νω καὶ εἶ­ναι σὰν νὰ βλέ­που­με τὸν οὐ­ρα­νὸ μέ­σα ἀ­π’ τὸν βυ­θὸ μιᾶς λί­μνης, ὁ ἥ­λιος φαί­νε­ται θαμ­πὸς πί­σω ἀ­π’ τὸ σεν­τό­νι τοῦ νε­ροῦ, μα­κριὰ πά­νω ἀ­π’ τὰ μά­τια μας. Χω­ρὶς τὶς βρο­χο­πτώ­σεις, τὸ γρα­σί­δι ξε­ραί­νε­ται, κι ἔ­τσι κου­ρέ­ψα­με τὸ γκα­ζὸν μιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Τὰ κομ­μέ­να ὑ­πο­λείμ­μα­τα γε­μί­ζουν τὸν ἀ­έ­ρα γύ­ρω μας, χοῦ­φτες ἀ­πὸ κομ­φε­τὶ ποὺ δὲν θὰ πέ­σουν κά­τω πο­τέ.

       Κά­θε πρω­ὶ ὅ­ταν ἀ­νοί­γου­με τὶς ντου­λά­πες μας, τὰ μα­νί­κια ἀ­π’ τὰ που­κά­μι­σά μας ἀ­νε­μί­ζουν στὸν ἀ­έ­ρα, προ­σπα­θοῦν νὰ φτά­σουν κά­τι ποὺ δὲν βλέ­που­με. Κα­μιὰ φο­ρά, κα­θὼς δι­α­σχί­ζου­με τὸ χώλ, μᾶς ξαφ­νιά­ζει ἡ θέ­α κά­ποι­ου φου­λα­ριοῦ ποὺ λύ­θη­κε, ἕ­να με­τα­ξω­τὸ φάν­τα­σμα στὸ κε­νὸ ποὺ γλι­στρᾶ ἀ­θό­ρυ­βα μέ­σα στὸ σπί­τι.

       Φω­νά­ζουν τό­σα πράγ­μα­τα στὸν κό­σμο αὐ­τό. Οἱ ἀ­σπι­ρί­νες κρο­τα­λί­ζουν μέ­σα στὸ πλα­στι­κὸ κου­τί τους, τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να κου­δου­νί­ζουν πί­σω ἀ­π’ τὰ κλει­στὰ συρ­τά­ρια τῆς κου­ζί­νας.  Κοῦ­κλες ποὺ χτυ­πᾶ­νε τὸ κα­πά­κι τοῦ κου­τιοῦ τους. Ὅ­λα ὅ­σα προ­σπα­θού­σα­με νὰ συγ­κρα­τή­σου­με, ξε­χύ­νον­ται ἐ­λεύ­θε­ρα. Μέ­χρι καὶ τὸ φεγ­γά­ρι πι­σω­γύ­ρι­σε πιὸ μα­κριὰ μέ­σα στὸ φόν­το τοῦ οὐ­ρα­νοῦ.

       Ὅ­ταν ὁ θό­ρυ­βος γί­νε­ται ὑ­περ­βο­λι­κὰ δυ­να­τός, περ­πα­τᾶ­με μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα, ἐ­κεῖ ποὺ βλέ­πει κα­νεὶς τὸν ὠ­κε­α­νὸ ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νο, καὶ τὰ ἀ­φτιά μας γε­μί­ζουν ἀπ’ τὴν ἡ­συ­χί­α αὐ­τῆς τῆς ἀ­κτῆς δί­χως κύ­μα­τα. Κα­λύ­πτου­με τὸ πρό­σω­πο μας πί­σω ἀ­πὸ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου καὶ μαν­τή­λια ποὺ κρα­τοῦν τοὺς ἐ­λεύ­θε­ρους κόκ­κους τῆς ἄμ­μου μα­κριὰ ἀ­π’ τὰ μά­τια μας.

       Με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς ὀ­νει­ρευ­ό­μα­στε τὴ μέ­ρα ποὺ ἡ γῆ θὰ θυ­μη­θεῖ τὸν πα­λιό της ἑ­αυ­τὸ καὶ ἡ βα­ρύ­τη­τα θὰ ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ. Ζοῦ­με μέ­σα στὸν μό­νι­μο φό­βο μή­πως ἔ­χου­με ξε­χά­σει κά­τι νὰ δέ­σου­με. Φαν­τα­ζό­μα­στε τὸ μα­χαί­ρι κά­ποι­ου σὲφ νὰ γλι­στρᾶ ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν ξύ­λι­νη θή­κη του καὶ νὰ προ­σγει­ώ­νε­ται μπρο­στὰ στὰ πό­δια κά­ποι­ου παι­διοῦ. Βλέ­που­με τοὺς πι­λό­τους ποὺ μα­θαί­νουν νὰ πε­τοῦν μέ­σα στὸν νέ­ο οὐ­ρα­νὸ κι ἀ­κοῦ­με τὰ οὐρ­λια­χτά τους κα­θὼς τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να κλί­νουν ἀ­πό­το­μα πρὸς τὸ ἔ­δα­φος.

       Ἐλ­πί­ζου­με.

       Κα­νεὶς δὲν μι­λά­ει γι’ αὐ­τό, ἀλ­λὰ με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς πι­στεύ­ου­με πὼς ἡ χα­λά­ρω­ση ἔ­χει μό­λις ἀρ­χί­σει, πὼς ὅ,τι κι ἂν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ κρα­τοῦ­σε τὴν γῆ στα­θε­ρὴ ἔρ­χε­ται ὁ και­ρὸς ποὺ θὰ ἀρ­χί­σει τε­λι­κὰ νὰ χαί­νει. Φαν­τα­ζό­μα­στε τοὺς ἑ­αυ­τούς μας, τὰ παι­διά μας καὶ τὰ σπί­τια μας καὶ τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τέ­ψα­με στὶς αὐ­λές μας, ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χου­με ρι­ζώ­σει στὸ ἔ­δα­φος, νὰ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὴν λά­σπη καὶ νὰ ἀ­νυ­ψώ­νον­ται. Βλέ­που­με στὸ μέλ­λον τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση τῶν πό­λε­ων, σει­ρὲς ἀ­πὸ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ποὺ ἀ­πο­σχί­ζον­ται, τὰ κτί­ρια μοιά­ζουν μὲ παι­δι­κὰ δόν­τια ποὺ πέ­φτουν ἀ­π’ τὴν γῆ. Ὅ­ταν ὁ κό­σμος μας δὲν θὰ εἶ­ναι πλέ­ον ἀρ­κε­τὰ στέ­ρε­ος ὥ­στε νὰ μᾶς κρα­τή­σει στὴ θέ­ση μας, θὰ ἐ­κτρο­χι­α­στοῦ­με ὅ­λοι μα­κριὰ σὰν ἕ­να σύμ­παν ποὺ δι­α­στέλ­λε­ται.

       Γιὰ τὴν ὥ­ρα τὰ κα­τα­φέρ­νου­με. Ὅ­ταν τὰ παι­διά μας, μὲ μιὰ χα­ρὰ ποὺ δὲν ἔ­χει συ­ναί­σθη­ση τοῦ κιν­δύ­νου, ἐ­πι­δει­κνύ­ουν τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά τους νὰ πε­τοῦν, χα­μο­γε­λᾶ­με συμ­βα­τι­κά.

       Τὴ νύ­χτα, κα­θὼς κλεί­νου­με τὰ μά­τια μας σ’ αὐ­τὴ τὴ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, σκε­φτό­μα­στε τὰ παι­διὰ ποὺ γεν­νή­θη­καν ἀ­πὸ τὴν χα­λά­ρω­ση καὶ με­τά, πὼς μπο­ρεῖ νὰ μὴν κα­τα­λά­βουν πο­τὲ τὸ νό­η­μα τοῦ ἴ­διου τους τοῦ βά­ρους.

       Σ’ ὅ­λη τὴν ὑ­φή­λιο οἱ γο­νεῖς δέ­νουν κορ­δέ­λες στοὺς ἀ­στρα­γά­λους τῶν μω­ρῶν ποὺ γεν­νι­οῦν­ται κά­θε βρά­δυ. Τυ­λί­γουν τὴ μιὰ ἄ­κρη γύ­ρω ἀ­π’ τὸ κάγ­κε­λο τῆς κού­νιας ἢ γύ­ρω ἀ­π’ τὸν καρ­πό τους πρὶν πέ­σουν γιὰ ὕ­πνο, κρα­τών­τας τη σφι­χτὰ κον­τά τους. Τὰ παι­διὰ ἀ­νε­μί­ζουν σὰν χαρ­τα­ε­τοὶ κά­τω ἀ­π’ τὰ σκο­τει­νὰ τα­βά­νια τῶν ὑ­πνο­δω­μα­τί­ων. Κοι­μοῦν­ται βα­θιά, ἀ­νε­νό­χλη­τα ἀ­π’ τὸν πα­ρά­δο­ξο αὐ­τὸ νέ­ο κό­σμο. Τὰ μι­κρά τους σώ­μα­τα θυ­μοῦν­ται ἀ­κό­μα πὼς νὰ πλέ­ουν.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα SmokeLong Quarterly, στὶς 30 Ἰανουαρίου 2017.

Κά­ρα Ὄ­ου­κλιφ (Kara Oakleaf). Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ Monkeybicycle, Ta­ho­ma Li­te­ra­ry Re­view, Nim­rod κα­θὼς καὶ στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Wa­shington In­de­pen­dent Re­view of Books. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τo­ῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A Program)  τοῦ George Mason U­ni­ver­si­ty καὶ εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ φε­στι­βὰλ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Ἄνχελ Ὀλγόσο: Φυσικὸ περιβάλλον


Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso)

 

Φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον

 

ΤΙΣ ΔΩΔΕΚΑ καὶ εἴ­κο­σι, ἕ­να ἡ­λι­ό­λου­στο Σάβ­βα­το τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου, σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς κου­ζί­νας τοῦ σπι­τιοῦ, σ’ ἕ­να χω­ρι­ου­δά­κι κον­τὰ στὴν βι­ο­μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νη πρω­τεύ­ου­σα τῆς ἐ­παρ­χί­ας, ὁ ἄν­δρας χτυ­πᾶ τὴ γυ­ναί­κα ἡ ὁ­ποί­α θὰ τι­μω­ρή­σει τὸν γιὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ κλω­τσή­σει τὸν σκύ­λο ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ δαγ­κώ­σει τὴ γά­τα ἡ ὁ­ποί­α θὰ κυ­νη­γή­σει τὸ πον­τί­κι τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­σει τὴν κα­τσα­ρί­δα ἡ ὁ­ποί­α θὰ γρα­πώ­σει τὸ σκου­λή­κι τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ κα­τα­σπα­ρά­ξει τὸν ἄν­δρα.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).


Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/. Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.


Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .


Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid): Κορίτσι



Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid)


Κο­ρί­τσι

(Girl)


Α ΠΛΕΝΕΙΣ τὰ ἀ­σπρό­ρου­χα τὶς Δευ­τέ­ρες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις πά­νω στὶς πέ­τρες. Νὰ πλέ­νεις τὰ χρω­μα­τι­στὰ τὶς Τρί­τες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις στὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Μὴν βγαί­νεις στὸν καυ­τὸ ἥ­λιο μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κά­λυ­πτο. Νὰ μα­γει­ρεύ­εις τὴν τη­γα­νη­τὴ κο­λο­κύ­θα σὲ πο­λὺ καυ­τὸ γλυ­κὸ λά­δι. Μού­λια­ζε στὸ νε­ρὸ τὰ ἐ­σώ­ρου­χά σου ἀ­μέ­σως μό­λις τὰ βγά­ζεις. Ὅ­ταν ἀ­γο­ρά­ζεις βαμ­βά­κι γιὰ νὰ φτιά­ξεις γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου μιὰ ὡ­ραί­α μπλού­ζα, πρό­σε­χε νὰ μὴν ἔ­χει κόλ­λα, για­τὶ ἀλ­λι­ῶς θὰ χα­λά­σει στὸ πλύ­σι­μο. Ξαλ­μύ­ρι­ζε ἀ­πο­βρα­δὶς τὸ πα­στὸ ψά­ρι πρὶν τὸ μα­γει­ρέ­ψεις. Ἀ­λη­θεύ­ει ὅ­τι τρα­γου­δᾶς benna(1) στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο τὶς Κυ­ρια­κές; Νὰ τρῶς πάν­τα μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­κα­τεύ­ει τὸ στο­μά­χι τοῦ ἄλ­λου, ὅ­ταν σὲ βλέ­πει. Τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ περ­πα­τᾶς σὰν κυ­ρί­α, ὄ­χι σὰν τὴν τσού­λα ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ μὴν τρα­γου­δᾶς benna στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ τὶς Κυ­ρια­κές. Νὰ μὴν μι­λᾶς σὲ ἀ­λῆ­τες, οὔ­τε κὰν ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε ὁ­δη­γί­ες. Μὴν τρῶς φροῦ­τα στὸ δρό­μο, θὰ σὲ πά­ρουν στὸ κυ­νή­γι οἱ μύ­γες. Μὰ δὲν τρα­γου­δά­ω πο­τὲ benna τὶς Κυ­ρια­κὲς καὶ εἰ­δι­κὰ στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἕ­να κουμ­πί. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἡ κουμ­πό­τρυ­πα γιὰ τὸ κουμ­πὶ ποὺ μό­λις ἕ­ρα­ψες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται τὸ στρί­φω­μα τοῦ πο­δό­γυ­ρου ὅ­ταν βλέ­πεις ὅ­τι ἔ­χει ξη­λω­θεῖ, γιὰ νὰ μὴν κυ­κλο­φο­ρεῖς σὰν τὴν πόρ­νη ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Ἔ­τσι σι­δε­ρώ­νε­ται τὸ χα­κὶ παν­τε­λό­νι τοῦ πα­τέ­ρα σου γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει τσα­κί­σεις. Ἔ­τσι φυ­τεύ­ε­ται ἡ μπά­μια – μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι για­τὶ στὸ φυ­τὸ τῆς μπά­μιας φω­λιά­ζουν τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια. Ὅ­ταν φυ­τεύ­εις κο­λο­κά­σι(2), βε­βαι­ώ­σου ὅ­τι ἔ­χει πάν­τα ἀρ­κε­τὸ νε­ρό, ἀλ­λι­ῶς σοῦ καί­ει τὸν λαι­μὸ ὅ­ταν τὸ τρῶς. Ἔ­τσι σκου­πί­ζεις μιὰ γω­νί­α, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις τὸν αὐ­λό­γυ­ρο. Ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς πο­λύ, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς κα­θό­λου, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ συμ­πα­θεῖς πο­λύ. Ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ τσά­ι, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο μὲ ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ προ­σκε­κλη­μέ­νο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ με­ση­με­ρια­νό, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ πρω­ι­νό. Ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι πα­ρου­σί­ᾳ ἀν­δρῶν οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν σὲ γνω­ρί­ζουν κα­λά, κι ἔ­τσι δὲν θὰ κα­τα­λά­βουν ἀ­μέ­σως τὴν πόρ­νη ποὺ σὲ προ­ει­δο­ποί­η­σα νὰ μὴν γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ πλέ­νε­σαι κά­θε μέ­ρα, ἐν ἀ­νάγ­κῃ μὲ τὸ ἴ­διο σου τὸ σά­λιο. Μὴν γο­να­τί­ζεις στὸ χῶ­μα γιὰ νὰ παί­ξεις μὲ τοὺς βό­λους, δὲν εἶ­σαι ἀ­γό­ρι, ξέ­ρεις. Μὴν ἀγ­γί­ζεις τὰ φυ­τὰ τῶν ἄλ­λων, μπο­ρεῖ νὰ κολ­λή­σεις τί­πο­τα. Μὴν πε­τᾶς πέ­τρες στοὺς κό­τσυ­φες, για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι κό­τσυ­φες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἡ ζύ­μη γιὰ τὸ ψω­μί, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πί­τες ἀ­πὸ πλα­τα­νό­φυλ­λα, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πι­πε­ρι­ὲς στὴν κα­τσα­ρό­λα. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ κα­τὰ τοῦ κρυ­ώ­μα­τος. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ γιὰ νὰ ρί­ξεις τὸ παι­δί, πρὶν ἀ­κό­μα γί­νει κα­λὰ-κα­λὰ παι­δί. Ἔ­τσι πι­ά­νε­ται ἕ­να ψά­ρι. Ἔ­τσι πε­τᾶς πί­σω στὴ θά­λασ­σα ἕ­να ψά­ρι ποὺ δὲν σοῦ ἀ­ρέ­σει, κι ἔ­τσι κα­νέ­να κα­κὸ δὲν θὰ σὲ βρεῖ ποὺ τὸ πέ­τα­ξες. Ἔ­τσι ἐκ­φο­βί­ζεις ἕ­ναν ἄν­δρα, ἔ­τσι σὲ ἐκ­φο­βί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας. Ἔ­τσι ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­δρα. Ἂν αὐ­τὸ δὲν λει­τουρ­γή­σει, ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λοι τρό­ποι, κι ἂν κι αὐ­τοὶ δὲν λει­τουρ­γή­σουν, μὴν νι­ώ­θεις καὶ τό­σο ἄ­σχη­μα ἂν πα­ραι­τη­θεῖς ἀ­π’ τὴν προ­σπά­θεια. Ἔ­τσι φτύ­νεις στὸν ἀ­έ­ρα, ἂν νι­ώ­σεις τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ κά­νεις, κι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ κου­νη­θεῖς γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μὴν πέ­σει πά­νω σου. Ἔ­τσι τὰ βγά­ζεις πέ­ρα οἰ­κο­νο­μι­κὰ μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ μή­να. Νὰ ζου­λᾶς πάν­τα το ψω­μὶ γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖς ὅ­τι εἶ­ναι φρέ­σκο. Κι ἂν ὁ φούρ­να­ρης δὲν μ’ ἀ­φή­σει νὰ πιά­σω τὸ ψω­μί; Θὲς νὰ πεῖς ὅ­τι με­τὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά, θὰ γί­νεις πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ὁ φούρ­να­ρης δὲν ἀ­φή­νει νὰ πλη­σιά­σει τὸ ψω­μί;


       (1) Εἶ­δος ὁ­μα­δι­κοῦ τρα­γου­διοῦ (calypso music) τῶν κα­τοί­κων τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς σὲ μορ­φὴ ἐ­ρω­τα­παν­τή­σε­ων, μέ­σῳ τοῦ ὁ­ποί­ου ἀν­τάλ­λα­σαν σκαν­δα­λώ­δη νέ­α ἢ κου­τσομ­πο­λιά.
       (2) Κο­λο­κα­σί­α ἡ ἐ­δώ­δι­μος ἢ ἁ­πλά, κο­λο­κά­σι, εἶ­ναι ἕ­να φυ­τὸ ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται γιὰ τοὺς βρώ­σι­μους κον­δύ­λους του ποὺ μοιά­ζουν μὲ γλυ­κο­πα­τά­τα. Ἂν καὶ εὐ­δο­κι­μεῖ κυ­ρί­ως σὲ τρο­πι­κὲς πε­ρι­ο­χές, ὅ­πως στὰ νη­σιὰ τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ, τὴν Ἀ­σί­α ἢ τὴν Δυ­τι­κὴ Ἀ­φρι­κή, ἀ­παν­τᾶ­ται σὲ πολ­λὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς Κύ­πρου.


Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Κο­ρί­τσι», ἢ «Girl» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker στὸ τεῦ­χος Ἰ­ου­νί­ου τοῦ 1978 καὶ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των At the Bottom of the River ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1983.

Ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ διαβάζει τὸ πεζό της «Κορίτσι» («Girl»):

Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid), ἢ ἀλ­λι­ῶς Maria Elaine Cynthia Potter Richardson, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ ἀ­λη­θι­νό της ὄ­νο­μα, γεν­νή­θη­κε στὶς Ἀν­τίλ­λες τὸ 1949 καὶ εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σὲ ἡ­λι­κί­α 17 χρο­νῶν ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν Β. Ἀ­με­ρι­κή, ὅ­που σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker κα­θὼς καὶ σὲ ἄλ­λα ἔν­τυ­πα. Δί­δα­ξε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ θή­τευ­σε ὡς κα­θη­γή­τρια Ἀ­φρι­κα­νι­κῶν καὶ Ἀ­φρο­α­με­ρι­κά­νι­κων Σπου­δῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Χάρ­βαρντ. Στὰ βι­βλί­α της θί­γον­ται θέ­μα­τα ὅ­πως ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­α καὶ ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά, ὁ δι­α­χω­ρι­σμὸς τῶν φύ­λων καὶ ἡ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα, οἱ σχέ­σεις μη­τέ­ρας-κό­ρης, κα­θὼς καὶ οἱ τα­ξι­κὲς καὶ φυ­λε­τι­κὲς δι­α­φο­ρές.

       Ὁ τρό­πος γρα­φῆς τῆς Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ δι­χά­ζει τοὺς με­λε­τη­τές της, κα­θὼς κά­ποι­οι ἀ­π’ αὐ­τοὺς θε­ω­ροῦν πὼς τὸ ἔρ­γο της ἑ­στι­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ κρι­τι­κὴ ποὺ ἀ­σκεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς At the Bottom of the River, κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Autobiography of My Mother, ἀν­τα­να­κλοῦν τὰ πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη καὶ ἔ­θι­μα τῆς χώ­ρας της καὶ τοὺς ἔ­χει ἀ­πο­δο­θεῖ ὁ ὅ­ρος «μα­γι­κὸς ρε­α­λι­σμός». Ἡ ἴ­δια ἡ Κίνκεϊντ μι­λών­τας σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο γρα­φῆς της, πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς στὰ βι­βλί­α της συ­ναν­τῶν­ται τὸ «μα­γι­κὸ» καὶ τὸ «ρε­α­λι­στι­κὸ» στοι­χεῖ­ο, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ἀ­πα­ραί­τη­τα πὼς τὰ ἔρ­γα ἀ­παν­τοῦν στὰ κρι­τή­ρια τοῦ «μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ». Ἄλ­λοι, ὡ­στό­σο, κα­τα­τάσ­σουν πρω­τί­στως τὸ ἔρ­γο της στὰ πλαί­σια τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, χά­ρη στὸν πο­λι­τι­στι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο καὶ πει­ρα­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς γρα­φῆς της. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ δεῖγ­μα αὐ­τοῦ εἶ­ναι τὸ δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο «Κορίτσι» («Girl»). Σ’ αὐ­τὴν τὴν σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ με­τα­τρέ­πει σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἀ­φή­γη­μα τὶς ὁ­δη­γί­ες συμ­μόρ­φω­σης μιᾶς μη­τέ­ρας ἀ­πὸ ἕ­να χω­ριὸ τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς πρὸς τὴν κό­ρη της καὶ μᾶς με­τα­φέ­ρει μέ­σῳ τῶν εἰ­κό­νων, τῶν γεύ­σε­ων καὶ τῶν ἀ­ρω­μά­των στὸν δι­κό της τό­πο κα­τα­γω­γῆς, ἐμ­πνευ­σμέ­νη κα­τὰ πά­σα πι­θα­νό­τη­τα ἀ­π’ τὴν δι­κή της παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α. Πρό­κει­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ γιὰ μιὰ λί­στα προ­τρο­πῶν καί, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς σὲ μιὰ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ ζων­τα­νὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν ἠ­θῶν τῆς ἀν­τιλ­λι­ά­νι­κης κοι­νω­νί­ας μοιά­ζει νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζει τὸ κεί­με­νο γε­ω­γρα­φι­κὰ ἢ νὰ τοῦ ἀ­πο­δί­δει ἕ­ναν κα­θα­ρὰ το­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, τὸ ἔρ­γο κα­τα­φέρ­νει τε­λι­κὰ νὰ με­τα­δώ­σει ἕ­να πο­λὺ εὐ­ρύ­τε­ρο μή­νυ­μα ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ οἰ­κου­με­νι­κὰ σχε­δὸν τὶς ἀν­τι­λή­ψεις ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τὸ πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ νε­α­ρὸ κο­ρί­τσι σὲ γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι, στὸ δι­ή­γη­μα ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται οἱ ὁ­μοι­ό­τη­τες στὴν δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὶς προ­κα­τα­λή­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο φύ­λο ἀ­νά­με­σα στὶς «πρω­τό­γο­νες» καὶ τὶς «πο­λι­τι­σμέ­νες» κοι­νω­νί­ες. Πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς φαι­νο­με­νι­κὰ πρό­κει­ται γιὰ δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κό­σμους ποὺ λει­τουρ­γοῦν ἀρ­χι­κὰ σὰν ἀν­τι­θε­τι­κοὶ πό­λοι, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τό­σο ὁ ἐ­ξω­τι­κὸς κό­σμος τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς, ὅ­σο καὶ ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­πτυγ­μέ­νος οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ τε­χνο­λο­γι­κὰ δυ­τι­κὸς κό­σμος, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο βα­θιὰ ἀν­δρο­κρα­τού­με­νοι.

       Τέ­λος, πολ­λοὶ εἶ­ναι ἐ­πί­σης αὐ­τοὶ ποὺ ξε­χω­ρί­ζουν τὸ ἔρ­γο τῆς Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­ως, ἀ­νά­με­σά τους ἡ λο­γο­τέ­χνις καὶ φι­λό­σο­φος Susan Sontag (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1933-2004), γιὰ τὴν συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα ποὺ τὸ δι­α­κρί­νει, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἀ­τρό­μη­τη καὶ μὲ ἀ­κρί­βεια ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ μι­λᾶ γι’ αὐ­τὰ ποὺ θέ­λει νὰ πεῖ, ἀν­τι­βαί­νον­τας τὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ πρό­τυ­πα γρα­φῆς. Ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γρά­φει ἡ Giovanna Covi, κα­θη­γή­τρια Ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Σπου­δῶν Φύ­λου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Τρέν­το καὶ με­λε­τή­τρια τῆς Κίνκεϊντ, «οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς χο­ρεύ­ουν στὸν χτύ­πο τῶν ταμ­πούρ­λων καὶ τὸν ρυθ­μὸ τῆς τζάζ (…)».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φία καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ καὶ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὴν ἐ­τή­σια ἀν­θο­λο­γί­α «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (τό­μοι 2014-2017), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/.



		

	

Νάνσυ Ἀγγελῆ: «Ταμπλὸ βιβάν»

 

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


«Ταμ­πλὸ βι­βάν»


Τὰ συν­τρι­βά­νια
εἶ­ναι μιὰ πρό­κλη­ση
μιὰ προ­δι­ά­θε­ση
νὰ σκέ­φτε­σαι
λο­ξά!

Γ. Πα­τί­λης

ΑΘΕ ΦΟΡΑ ποὺ περ­νοῦ­σε ἀ­π’ τὴν Πλα­τεί­α Θε­ά­τρου, τὴν πιὸ πο­λυ­σύ­χνα­στη πλα­τεί­α τῆς πό­λης, μὲ τὸ μαρ­μά­ρι­νο συν­τρι­βά­νι σὲ σχῆ­μα ρό­δου καὶ τὶς γυ­μνὲς νύμ­φες στὴ μέ­ση, τὰ κορ­μιά τους τεν­τω­μέ­να σὰν τό­ξα νὰ κρα­τοῦν ἕ­να τε­ρά­στιο φύλ­λο στὴν δρο­σε­ρὴ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ὁ­ποί­ου κεί­τον­ταν ρά­θυ­μα, ὅ­μοι­α μὲ τρυ­φε­ρὸ χοι­ρο­μέ­ρι πά­νω σὲ μπρούν­τζι­νη πι­α­τέ­λα, ὁ ἴ­διος ὁ Ἔ­ρως, μιὰ σκέ­ψη περ­νοῦ­σε πάν­τα ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ τοῦ ἥ­ρω­ά μας. Ἢ μᾶλ­λον δυ­ὸ σκέ­ψεις. Ἡ πρώ­τη σκέ­ψη δὲν μᾶς ἀ­φο­ρᾶ. Κι ὅ­σο γιὰ τὴ δεύ­τε­ρη, δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ κα­θα­ρὸς συγ­γρα­φι­κὸς οἶ­στρος, για­τὶ ὁ ἥ­ρω­άς μας κά­θε φο­ρὰ ποὺ δι­έ­σχι­ζε τὸ πλαι­σι­ω­μέ­νο μὲ φα­νο­στά­τες γυ­α­λι­στε­ρὸ δά­πε­δο πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­σταυ­ρω­νό­ταν μὲ χά­ρη ἀ­μέ­τρη­τες σό­λες καὶ τα­κού­νια, ἤ­θε­λε μὲ ὅ­λο του τὸ εἶ­ναι νὰ γρά­ψει ἕ­να δι­ή­γη­μα ποὺ θὰ ὑ­μνοῦ­σε τὴν Πλα­τεί­α καὶ τὸν κό­σμο της. Δὲν ἦ­ταν κά­τι ἁ­πλὸ τὸ νὰ περ­νᾶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο τῆς πό­λης: μιὰ εὐ­φο­ρί­α τύ­λι­γε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κορ­μί του καὶ μιὰ αἴ­σθη­ση αἰ­σι­ο­δο­ξί­ας, μιὰ ἐ­κρη­κτι­κὴ ὄ­ρε­ξη γιὰ ζω­ὴ τὸν συ­νέ­παιρ­νε. Εἴ­τε περ­νοῦ­σε βι­α­στι­κὸς γιὰ κά­ποι­α δου­λειά, εἴ­τε περ­νοῦ­σε τυ­χαῖ­α για­τὶ ἔ­τσι τὸ ἤ­θε­λε ὁ δρό­μος του, εἴ­τε ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο κυ­ρι­α­κά­τι­κο πε­ρί­πα­τό του, πάν­τα, σὲ κά­θε στιγ­μή, ὁ ἥ­ρω­άς μας ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε στὸν ἑ­αυ­τό του τὴν συγ­γρα­φι­κή του ἔμ­πνευ­ση. Μιὰ ἔμ­πνευ­ση με­γα­λε­πί­βο­λη, μιὰ ἔμ­πνευ­ση χει­μαρ­ρώ­δης, μιὰ ἔμ­πνευ­ση… Ἀ­δύ­να­το νὰ ἐ­ξη­γή­σει! Ἡ ζω­ὴ ἡ ἴ­δια σὲ ὅ­λες της τὶς ἐκ­φάν­σεις ἔ­μοια­ζε νὰ ξε­τυ­λί­γε­ται μπρο­στὰ στὰ μά­τια του μέ­σα ἀ­πὸ τὰ κου­νή­μα­τα, τὰ περ­πα­τή­μα­τα καὶ τὰ φερ­σί­μα­τα μιᾶς ἀ­τέ­λει­ω­της σει­ρᾶς ἀν­θρώ­πι­νων χα­ρα­κτή­ρων ποὺ εἶ­χαν σὰν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς τὴν Πλα­τεί­α. Καὶ δὲν ἦ­ταν μό­νο οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λὰ καὶ τὰ ἴ­δια τὰ κτή­ρια ποὺ συ­νει­σέφε­ραν μὲ τὸν δι­κό τους τρό­πο στὴν δη­μι­ουρ­γί­α μιᾶς τέ­τοι­ας γι­ορ­τι­νῆς ἀ­τμό­σφαι­ρας. Λου­σμέ­να φῶς, πάλ­λον­ταν στὸν σφυγ­μὸ τῆς πό­λης κι ἔ­μοια­ζαν νὰ τοῦ χα­μο­γε­λοῦν τσαχ­πί­νι­κα κά­θε φο­ρὰ ποὺ στέ­κον­ταν νὰ τὰ χα­ζέ­ψει, σὰν γυ­ναῖ­κες ποὺ δὲν φο­βοῦν­ται τὸν θαυ­μα­σμό. Για­τί τὰ κτή­ρια ποὺ πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζαν τὴν Πλα­τεί­α Θε­ά­τρου εἶ­χαν καμ­πύ­λες ποὺ ξε­μυ­ά­λι­ζαν, στρογ­γυ­λὰ μπαλ­κό­νια ρυθ­μοῦ ἄ­κρως χο­ρευ­τι­κοῦ, ἐν­τυ­πω­σια­κοὺς τρού­λους κι ἀ­να­το­λί­τι­κα σκα­λι­στὰ πα­ρά­θυ­ρα μὲ πε­ρι­τέ­χνες δι­α­κο­σμή­σεις σὰν ἀ­ρα­χνο­ΰ­φαν­τα φου­στά­νια. Τὰ κτή­ρια τῆς Πλα­τεί­ας Θε­ά­τρου ἔ­κα­ναν κά­ποι­ον νὰ νι­ώ­θει ση­μαν­τι­κός. Ἐ­δῶ δὲν ἔ­βλε­πες πο­τὲ σκου­ρι­α­μέ­νους κά­δους, κολ­λη­μέ­νες τσί­χλες, κι­τρι­νι­σμέ­νες δι­α­φη­μί­σεις κλει­δα­ρά­δων, οὔ­τε ἕ­να σκου­πι­δά­κι, οὔ­τε μιὰ πα­ρα­φω­νί­α, δὲν ἐ­πρό­κει­το πα­ρὰ γιὰ μιὰ ὑ­παί­θρια κα­λο­στη­μέ­νη σκη­νή, ἕ­να tableau vivant κα­θω­σπρε­πι­σμοῦ καὶ πο­λι­τι­στι­κοῦ με­γα­λεί­ου! Γι’ αὐ­τόν, γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸν λό­γο ὁ ἥ­ρω­άς μας ἀ­γα­ποῦ­σε τό­σο τὴν Πλα­τεί­α Θε­ά­τρου, για­τὶ ἐ­κεῖ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς ν’ ἀ­πο­λαύ­σει τὴν πλά­νη τῆς ζω­ῆς, μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ ξε­χά­σει, νὰ με­θύ­σει ἀ­πὸ ὀ­μορ­φιά! Δὲν προ­λά­βαι­νες νὰ πα­τή­σεις τὸ πό­δι σου στὴν Πλα­τεί­α καὶ τὰ ἀ­ρώ­μα­τα σὲ ἔπι­α­ναν ἀ­π’ τὰ μοῦ­τρα. Ἀ­ρώ­μα­τα ἀ­πὸ δῶ, ἀ­ρώ­μα­τα ἀ­πὸ κεῖ… Καμ­παρ­ντί­νες, παλ­τό, ποῦ καὶ ποῦ κα­νὰ χα­ρού­με­νο κα­πέ­λο, κα­λο­σι­δε­ρω­μέ­να που­κά­μι­σα, κου­στού­μια τῆς τε­λευ­ταί­ας μό­δας, ὅ­λα τὰ ροῦ­χα —συγ­γνώ­μη οἱ ἄν­θρω­ποι— ἔ­βα­ζαν τὰ κα­λά τους ὅ­ταν ἐ­πρό­κει­το νὰ δι­α­σχί­σουν τὴν Πλα­τεί­α. Κι ἂν ὅ­λες τὶς ἡ­μέ­ρες τοῦ χρό­νου ἡ Πλα­τεί­α προ­σέ­φε­ρε πάν­τα ἕ­να τέ­τοι­ο εὐ­χά­ρι­στο θέ­α­μα, τό­τε ἡ κα­λύ­τε­ρη τῶν πα­ρα­στά­σε­ων δί­νον­ταν πάν­τα τὶς Κυ­ρια­κές! Οἱ Κυ­ρια­κὲς ἔ­χουν αὐ­τὴν τὴν κυ­ρι­α­κά­τι­κη ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ δὲν πε­ρι­γρά­φε­ται μ’ ἄλ­λη λέ­ξη. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ποὺ τὶς Κυ­ρια­κὲς οἱ ἄν­θρω­ποι φο­ροῦν τὰ κυ­ρι­α­κά­τι­κά τους, βγαί­νουν κυ­ρι­α­κά­τι­κα, περ­πα­τοῦν κυ­ρι­α­κά­τι­κα, χα­μο­γε­λοῦν, χαι­ρε­τοῦν καὶ δί­νουν κυ­ρι­α­κά­τι­κες χει­ρα­ψί­ες. Ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου τυ­χαῖα, για­τὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς λί­γη μα­ται­ο­δο­ξί­α κά­νει τὴ σχό­λη πιὸ γλυ­κειὰ κι ἂν κά­ποι­ος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται τὸ ἀν­τί­θε­το εἶ­ναι για­τὶ δὲν εἶ­ναι κα­νο­νι­κὸς ἄν­θρω­πος τὶς ὑ­πό­λοι­πες μέ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δας. Δὲν χρει­ά­ζε­ται με­γά­λη ἐ­ξυ­πνά­δα γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει κα­νεὶς ὅ­τι πρέ­πει νὰ εἶ­ναι κα­νο­νι­κὸς ἀ­πὸ τὴ Δευ­τέ­ρα μέ­χρι τὸ Σάβ­βα­το γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ νι­ώ­σει τὴν ξε­χω­ρι­στὴ μα­ται­ο­δο­ξί­α τῆς Κυ­ρια­κῆς. Ἡ ξε­χω­ρι­στό­τη­τα τῆς Κυ­ρια­κῆς, νὰ ἕ­νας ὡ­ραῖ­ος τί­τλος. Μιὰ μέ­ρα σὰν αὐ­τή, τὸ βά­δι­σμα τῶν ἀν­θρώ­πων γί­νε­ται πιὸ ἀρ­γό, τὸ σῶ­μα πιὸ νω­χε­λι­κό, τὸ πρό­σω­πο πιὸ χα­μο­γε­λα­στό, οἱ κα­στα­νά­δες βγαί­νουν στοὺς δρό­μους —ὅ­ταν εἶ­ναι Χει­μώ­νας— πλα­νό­διοι πω­λη­τὲς συρ­ρέ­ουν ἀ­π’ ­ὅ­λες τὶς πάν­τες, ἄ! νὰ καὶ ὁ κ. Χα­τζη­βα­σι­λεί­ου, πῶς εἶ­στε, τί κά­νε­τε, τί ἔ­λε­γα, ἄ ναί, πό­σο ὡ­ραί­α εἶ­ναι ἡ Πλα­τεί­α Θε­ά­τρου, σφύ­ζει ἀ­πὸ ζω­ή! πό­σο ἡ­λι­ό­λου­στη εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ Κυ­ρια­κή, ὅ­λοι εἶ­ναι πα­ρόν­τες, ἡ δη­μο­τι­κὴ ἀ­στυ­νο­μί­α κό­βει βόλ­τες, ὁ ζη­τιά­νος στὴν γω­νιά του, ἕ­νας-δυὸ συν­τα­ξι­οῦ­χοι στὸ παγ­κά­κι, ἡ λα­χει­ο­πώ­λισ­σα, παι­δά­κια τρέ­χουν ἀ­νέ­με­λα, μπλέ­κον­ται σὲ φοῦ­στες σὲ γραμ­μὴ ἀμ­πίρ, ζη­τοῦν πα­γω­τό, ἕ­νας πο­δη­λά­της περ­νᾶ ξυ­στά, ἕ­να μπα­λό­νι ξε­φεύ­γει ἀ­π’ τὸ χέ­ρι κά­ποι­ου μι­κροῦ, κλάμ­μα­τα, νου­θε­σί­ες, γέ­λια —τί­πο­τα σο­βα­ρό— το μπα­λό­νι αἰ­ω­ρεῖ­ται, ἀ­νυ­ψώ­νε­ται σι­γὰ-σι­γά, ὅ­λο καὶ πιὸ ψη­λά, ὅ­λο καὶ πιὸ ψη­λά, χά­νε­ται μὲς στὰ σύν­νε­φα… δὲν μοιά­ζει πα­ρὰ μὲ κουκ­κί­δα, μια πο­λὺ μι­κρή, ἀ­σή­μαν­τη μαύ­ρη κουκ­κί­δα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λειο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/