Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λέ­ω τὴν ἱ­στο­ρί­α



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#16]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λέ­ω τὴν ἱ­στο­ρί­α


Blyde River Canyon εἶ­ναι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο πρά­σι­νο φα­ράγ­γι τῆς γῆς, μὲ πλού­σια ὑ­πο­τρο­πι­κὴ βλά­στη­ση, στὴν πε­ρι­ο­χὴ Mpumalanga, στὴ Ν. Ἀ­φρι­κή. «Bly­de» ση­μαί­νει εὐ­τυ­χὴς στὰ πα­λαι­ό­τε­ρα ὀλ­λαν­δι­κά, ὀ­νο­μα­σί­α ποὺ τοῦ ἀ­πο­δό­θη­κε τὸ 1844 ἀ­πὸ τὸν ὀλ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς Hen­drik Pot­gie­ter καὶ ἄλ­λους ἐ­ξε­ρευ­νη­τές. Σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φές του ὑ­πάρ­χει ἕ­να ση­μεῖ­ο γνω­στὸ ὡς «τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ Θε­οῦ» (God’s win­dow). Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­πο­λαύ­σου­με τὴ θέα τοῦ ἐ­θνι­κοῦ πάρ­κου Kru­ger, τὴν ὁ­ρο­σει­ρὰ Le­bom­bo στὰ σύ­νο­ρα μὲ τὴ Μο­ζαμ­βί­κη, ἐ­νῶ θε­ω­ρεῖ­ται κι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἰ­δα­νι­κό­τε­ρα ση­μεῖ­α γιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση καὶ με­λέ­τη πτη­νῶν στὴ χώ­ρα.

Ὁ θεῖ­ος μου ὁ Τζί­μι στέ­κε­ται στὸ ὑ­γρό του δι­α­μέ­ρι­σμα, αὐ­τὸ μὲ τὶς βρώ­μι­κες βε­λό­νες καὶ σύ­ριγ­γες ἂν καὶ τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ ξάρ­τια καὶ ὄ­χι σύ­ριγ­γες, καὶ ἡ με­θα­δό­νη ἀ­νά­θε­μα καὶ ἂν ἔ­χει κά­νει τί­πο­τα γι’ αὐ­τὸν καὶ δὲν ἔ­χει χρή­μα­τα γιὰ τὴ δό­ση του, ἔ­τσι σή­με­ρα εἶ­ναι ἡ μέ­ρα ποὺ θὰ πε­θά­νει.

       Ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι θὰ πά­ει στὴ συ­νέν­τευ­ξη στὸ ἐρ­γο­στά­σιο μπου­ζὶ σὲ μιὰ ὥ­ρα, ντυ­μέ­νος μὲ τὸ κο­στού­μι ποὺ τοῦ ἀ­γό­ρα­σε ὁ πα­τέ­ρας του —ὁ παπ­ποῦς μου—, ἀλ­λὰ δὲ θὰ πε­ρά­σει τὴν ἐ­ξέ­τα­ση οὔ­ρων, καὶ ἔ­χει ἁ­πλῶς ἀ­παυ­δή­σει μὲ ὅ­λα αὐ­τά. Ὁ θεῖ­ος Τζί­μι ἱ­δρώ­νει καὶ τρέ­μει, μο­νο­λο­γεῖ ὅ­τι φταί­ει ἡ στέ­ρη­ση ἀ­πὸ τὴ δό­ση του καὶ Χρι­στέ μου αὐ­τὴ ἡ ζέ­στη, για­τί εἶ­ναι Σε­πτέμ­βριος στὸ Το­λέ­δο καὶ εἶ­ναι ἄ­θλια, καὶ πιά­νει τὸ μά­τι του τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ κα­λώ­διο πά­νω στὸ χα­λα­σμέ­νο ψυ­γεῖ­ο καὶ τὴν πε­τα­μέ­νη ζώ­νη στὸ πά­τω­μα ἡ ὁ­ποί­α θὰ ἔ­πρε­πε νὰ συγ­κρα­τεῖ τὸ παν­τε­λό­νι του, ἀλ­λὰ δὲν τὸ κά­νει καὶ ἀ­πο­φα­σί­ζει ποι­ό θὰ εἶ­ναι τὸ πιὸ γε­ρό, τὸ κα­λύ­τε­ρο νὰ ἀν­τέ­ξει τὸ βά­ρος του γιὰ νὰ κρε­μα­στεῖ ἀ­πὸ τὶς σω­λῆ­νες στὸ ὑ­πό­γει­ο αὐ­τοῦ τοῦ σκα­το­κτι­ρί­ου.

       Καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ εἶ­ναι ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται τὸ που­λί.

       Ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ εἶ­μαι ξε­κά­θα­ρη: αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι κα­νέ­να με­λίρ­ρυ­το, μὲ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ φτέ­ρω­μα κε­λα­η­δο­πού­λι, οὔ­τε κα­νέ­να κο­τσύ­φι μὲ κο­φτε­ρὸ βλέμ­μα, οὔ­τε κα­νέ­να χνου­δω­τὸ πα­πά­κι βγαλ­μέ­νο ἀ­πὸ πα­ρα­μύ­θι. Ὄ­χι. Εἶ­ναι ἕ­να κα­κά­σχη­μο που­λὶ μό­α, τό­σο γι­γάν­τιο ποὺ μό­λις ποὺ χω­ρά­ει στὸ δω­μά­τιο, καὶ δὲν ἔ­χει κὰν πού­που­λα, εἶ­ναι γε­μά­το τρί­χες, δὲν σᾶς κά­νω πλά­κα. Καὶ ἀ­κοῦ­στε κι αὐ­τό, δὲν ἔ­χει κὰν φτε­ρά. Ἀ­κρι­βῶς, ἕ­να που­λὶ χω­ρὶς φτε­ρά. Στρι­μώ­χνει τὸν πε­λώ­ριο ἑ­αυ­τό του μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, για­τὶ βέ­βαι­α δὲν ὑ­πάρ­χει πλαί­σιο, καὶ μπου­κά­ρουν καὶ μπαι­νο­βγαί­νουν οἱ μύ­γες, ἑ­πο­μέ­νως για­τί ὄ­χι κι ἕ­να γα­μη­μέ­νο που­λί, ἕ­να τε­ρά­στιο ἀ­πε­χθὲς πράγ­μα ποὺ κα­τα­λαμ­βά­νει ὅ­λο τὸ χῶ­ρο; Ὁ θεῖ­ος Τζί­μι δὲν ἔ­χει ξα­να­δεῖ που­λὶ μό­α, ἀλ­λὰ οὔ­τε κι ἐ­σεῖς, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν κά­που ἑ­ξα­κό­σια χρό­νια πρίν. Καὶ ὁ θεῖ­ος μου αἰ­σθά­νε­ται μιὰ στε­νὴ συγ­γέ­νεια μὲ αὐ­τὸ τὸ που­λὶ ἐ­πει­δὴ τὰ πτη­νὰ μό­α ἔ­χουν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ γιὰ ἕ­ναν λό­γο: οἱ πρῶ­τοι ἄν­θρω­ποι ποὺ ἔ­φτα­σαν στὸ νη­σὶ τὰ κυ­νή­γη­σαν καὶ τὰ ἔ­φα­γαν. Μέ­χρι καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο.

       Ἔ­τσι ὁ θεῖ­ος Τζί­μι καὶ τὸ που­λὶ μό­α, καρ­φώ­νουν μὲ τὰ μά­τια ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, κι ἐ­ξαι­τί­ας τῆς κα­τά­στα­σης στὴν ὁ­ποί­α βρί­σκε­ται ὁ θεῖ­ος μου, δὲ σκέ­φτε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἔ­στω καὶ λί­γο πα­ρα­νο­ϊ­κὸ ὅ­ταν τὸ που­λὶ ἀ­νοί­γει τὸ ράμ­φος του καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ μι­λά­ει.

       «Θὰ χα­ρα­μί­σεις αὐ­τὸ τὸ και­νού­ριο κο­στού­μι σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀ­η­δί­α;» λέ­ει τὸ που­λί. Κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να τὸν θεῖ­ο μου ἀ­πὸ κά­τω του, τὸ μά­τι του στρογ­γυ­λὸ καὶ ὑ­γρὸ σὰν κουμ­πί.

       Καὶ ὁρ­κί­ζο­μαι στὸν Θε­ό, ὁ θεῖ­ος Τζί­μι βά­ζει τὰ γέ­λια. Γε­λά­ει! Για­τί τό’ ξε­ρε ὅ­τι ἐ­ὰν τὸ που­λὶ εἶ­χε πεῖ κα­μί­α ἄλ­λη χα­ζο­μά­ρα —εἶ­σαι μό­λις σα­ραν­τα­πέν­τε, τί θὰ ἀ­πο­γί­νει τὸ μι­κρὸ ξαν­θο­μάλ­λι­κο ἀ­γό­ρι σου, ἡ ἀ­δερ­φή σου θὰ πε­θά­νει κι αὐ­τὴ ἀ­πὸ ναρ­κω­τι­κὰ σὲ λί­γα χρό­νια, δὲ λυ­πᾶ­σαι κα­νέ­ναν;— ὁ θεῖ­ος Τζί­μι θὰ τὸ κλω­τσοῦ­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο μό­νο γιὰ τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση νὰ τὸ δεῖ νὰ σκά­ει κά­τω.

       Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ τὸ που­λὶ μό­α, εἶ­ναι ἔ­ξυ­πνο που­λί. Καὶ μι­λά­ει σὰ νὰ εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ Ντι­τρό­ιτ. Καὶ ἐ­ξαι­τί­ας ὅ­λων αὐ­τῶν, σκά­ει τὸ γε­μά­το χα­μό­γε­λο μὲ τὰ ὡ­ραῖ­α δόν­τια τοῦ θεί­ου Τζί­μι καὶ αὐ­τὸ τὸ βα­θύ, νε­α­νι­κὸ γέ­λιο ἀ­να­βλύ­ζει καί…ἐν­τά­ξει. Πά­ει πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ γέ­λα­σε, καὶ δι­ά­ο­λε, ὅ­λο αὐ­τὸ εἶ­ναι θε­ό­τρε­λο.

       Τὸ που­λὶ συ­νε­χί­ζει νὰ τὸν κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να, χα­μο­γε­λών­τας πο­νη­ρά, κι ἔ­πει­τα λέ­ει στὸν θεῖ­ο Τζί­μι: τσα­κί­σου καὶ βγὲς ἔ­ξω. Ὅ­ταν ὁ θεῖ­ος Τζί­μι δὲν κου­νι­έ­ται ρού­πι, τὸ που­λὶ σέρ­νει τὰ με­γά­λα του πό­δια μὲ τὰ γαμ­ψὰ νύ­χια πά­νω στὸν ξε­φλου­δι­σμέ­νο λι­νο­τά­πη­τα καὶ λέ­ει ἐν­νο­ῶ μπίζ­νες, ἀ­δερ­φέ. Καὶ ὁ θεῖ­ος μου ξα­να­βά­ζει τὰ γέ­λια —πό­σο λα­τρεύ­ω αὐ­τὸ τὸ γέ­λιο! Ἡ ἐν­το­νό­τε­ρη ἀ­νά­μνη­σή μου ἀ­πὸ αὐ­τόν, τό­σο ἔν­το­νη ποὺ πο­νά­ει σὰν βε­λό­να ποὺ τρυ­πά­ει τὸ δέρ­μα— καὶ ἡ ξαν­θιά του τού­φα τραν­τά­ζε­ται ἀ­πὸ τὰ γέ­λια του. Φυ­σι­κὰ δὲν πρό­κει­ται νὰ πά­ει στὴ συ­νέν­τευ­ξη, ἐ­πει­δὴ τὸ που­λὶ μπο­ρεῖ νὰ μι­λά­ει ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι μα­γι­κό, δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἐ­ξέ­τα­σης οὔ­ρων, ἀλ­λὰ ὁ θεῖ­ος Τζί­μι φεύ­γει. Βγαί­νει ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν σκου­πι­δό­το­πο, ἀ­φή­νον­τας πί­σω τα ξάρ­τια καὶ τὶς βε­λό­νες του καὶ τὴ ζώ­νη καὶ τὸ κα­λώ­διο τοῦ ψυ­γεί­ου καὶ ἴ­σως πά­ει σὲ κα­νέ­να κέν­τρο ἀ­πε­ξάρ­τη­σης ἀλ­λὰ μᾶλ­λον ὄ­χι, ἀλ­λὰ ἔ, φεύ­γει. Ἐ­πει­δὴ σὲ κά­ποι­ον, σὲ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε, πρέ­πει νὰ πεῖ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, ἀ­κό­μα καὶ ἂν πο­τέ, σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση, δὲν πρό­κει­ται νὰ τὴν πι­στέ­ψουν.

            Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[1] τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Amy Col­lini μὲ τί­τλο «Στὴν ὁ­ποία φα­ντά­ζομαι ἕ­να δια­φορε­τι­κὸ τέλος γιὰ τὸν θεῖο Τζί­μι», μί­α ἀ­πὸ τὶς πε­νήν­τα κα­λύ­τε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες τοῦ 2020 στὴ λί­στα τοῦ Wig­leaf, ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ἀ­να­φο­ρᾶς στὸ εἶ­δος.


Micro­me­ria Acro­po­li­tana εἶ­ναι ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κό, ἐν­δη­μι­κὸ φυ­τὸ μὲ ρὸζ ἄν­θη, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐν­το­πί­ζε­ται μό­νο σὲ ἕ­να ση­μεῖ­ο στὸν κό­σμο: στὸν βρά­χο τῆς Ἀ­κρό­πο­λης. Κα­τα­γρά­φη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸ 1906, ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, τὸ 1981 θε­ω­ρή­θη­κε προ­στα­τευ­ό­με­νο εἶ­δος κι ἐντο­πί­στηκε ξα­νὰ τὸ 2006. Σύμ­φω­να μὲ ἄρ­θρο τῆς Περι­βαλ­λοντι­κῆς Ἀρ­χαι­ολο­γίας, ἀν­θί­ζει ἀ­πὸ Μά­ϊ­ο ἕ­ως Ἰ­ού­νιο πά­νω σὲ πέ­τρες τει­χῶν καὶ σχι­σμὲς μὲ λί­γο χῶ­μα, καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ «ἕ­να φυ­τὸ-μύ­θο».


Ἐ­πί­σης στὴν πα­ρα­πά­νω λί­στα τοῦ Wig­leaf πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[2] μὲ τί­τλο «Ὅ­λα φρι­κτὰ εἶ­ναι ἀλ­λά πρέ­πει νὰ δια­βά­σεις αὐ­τὴ τὴν ἱστο­ρία» τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Amber Sparks, κρι­τὴ τῆς δι­ε­θνοῦς ἀν­θο­λο­γί­ας Best micro­fi­ction 2021. Ξε­κι­νά­ει ὡς ἑ­ξῆς: «Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ γεν­νή­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη. Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ χρει­ά­ζε­σαι νὰ δι­α­βά­σεις αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α μί­ας μη­τέ­ρας καὶ μί­ας κό­ρης στὴν ὁ­ποί­α ἡ μη­τέ­ρα δὲν ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, δὲν ἀ­πο­χαι­ρε­τά­ει, δὲν πε­θαί­νει. Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ἡ μη­τέ­ρα μέ­νει. Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ σοῦ εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα σου ὅ­ταν ἤ­σουν μι­κρή, αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ὁ Τει­ρε­σί­ας τυ­φλώ­θη­κε ἀ­κα­ρια­ῖα ὅ­ταν εἶ­δε τὴ μη­τέ­ρα του νὰ κά­νει μπά­νιο μὲ τὴν Ἀ­θη­νᾶ· ἀλ­λὰ ἡ θε­ὰ τὸν ἀ­πο­ζη­μί­ω­σε μὲ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ ὁ­ρα­μα­τί­ζε­ται τὸ μέλ­λον. Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ἡ μη­τέ­ρα σου σοῦ ψι­θύ­ρι­σε, “θὰ ἔ­χου­με τέ­τοι­α μυ­στι­κὰ με­τα­ξὺ μας”, κι ἔ­νι­ω­σες ἀ­γά­πη ἀν­τὶ γιὰ τρό­μο. Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α πε­ρη­φα­νευ­ό­σουν γιὰ τὶς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ σοῦ δι­η­γοῦν­ταν ἡ μη­τέ­ρα σου. […] Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ἡ μη­τέ­ρα ἔ­γι­νε κλα­σι­κὴ ἐ­πει­δὴ σα­γη­νεύ­τη­κε ἀ­πὸ τὴ μυ­θο­λο­γί­α, καὶ ὄ­χι ἐ­πει­δὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Φι­λο­μή­λας[3] ἀν­τη­χοῦ­σε τό­σο βα­θιὰ μέ­σα της. […] Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α […] ὅ­ταν ρώ­τη­σες τὸ ἀ­γό­ρι σου “Μὲ θε­ω­ρεῖς ἀλ­λό­κο­τη”, ἀν­τὶ τοῦ γέ­λιου του καὶ τῆς ἀρ­νη­τι­κῆς ἀ­πάν­τη­σής του […] ἀ­παν­τᾶ ναί· σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α εἶ­πε “ναί, ναὶ εἶ­σαι ἀλ­λό­κο­τη” καὶ ἡ φλό­γα φούν­τω­σε μέ­χρι ἐ­πά­νω κι ἔ­κα­ψε τὴν προ­η­γού­με­νη ζω­ή σου ἀ­κα­ρια­ῖα καὶ ξε­κά­θα­ρα καὶ σὲ ἀ­να­γέν­νη­σε, ἀ­πα­στρά­πτου­σα, μὲ φτε­ρὰ φοί­νι­κα.» Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ὅ­ταν με­τὰ τὸ χω­ρι­σμὸ τῶν γο­νι­ῶν της ἡ κό­ρη ρω­τά­ει τὴ μη­τέ­ρα της τί σκέ­φτε­ται «ἐ­κεί­νη δὲν ἀ­παν­τά­ει “νὰ πε­θά­νω”, ἀλ­λὰ “νὰ πε­τά­ξω”, καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρία σοῦ εἶ­πε πῶς δου­λεύ­ουν τὰ φτε­ρά. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α ὁ Ἴ­κα­ρος κόλ­λη­σε τὰ φτε­ρά του μὲ κά­τι ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο ἀ­πὸ κε­ρὶ καὶ πέ­τα­ξε στὴν καρ­διὰ τοῦ ἥ­λιου μέ­χρι ποὺ τὸν τρά­βη­ξε ὁ Ἀ­πόλ­λω­νας καὶ τὸν ἐ­πι­βρά­βευ­σε. Ἐ­δῶ, ὁ Ἀ­πόλ­λω­νας εἶ­ναι ὁ κα­λὸς πα­τέ­ρας ποὺ ὁ Ἴ­κα­ρος δὲν εἶ­χε πο­τέ. […] Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, τὸ σχοι­νὶ εἶ­ναι γιὰ ἀ­ναρ­ρί­χη­ση, ὄ­χι γιὰ πτώ­ση. […] Δὲ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει θλί­ψη σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες χρει­ά­ζον­ται συγ­κρού­σεις, καὶ τὸ κλά­μα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ὀ­νει­ρῶ­δες. Ἀλ­λὰ ἡ θλί­ψη, σὰν τὰ κα­ρά­βια, πρέ­πει νὰ στρί­βει καὶ αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α δὲν προ­κύ­πτει ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη γιὰ κά­θαρ­ση. […] Δὲν ὑ­πάρ­χουν κρε­μα­σμέ­να σώ­μα­τα ἀ­πὸ ἀ­νε­μι­στῆ­ρες στὰ τα­βά­νια. […]». Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α δω­ρο­δο­κεῖς ὅ­πο­τε θέ­λεις τὸν Κέρ­βε­ρο μὲ ἀ­χνι­στὸ ψω­μὶ ἀ­λειμ­μέ­νο μὲ μέ­λι, ἐ­πα­να­φέ­ρεις τὴ μη­τέ­ρα σου συ­χνὰ ἀ­πὸ τὸν Ἅ­δη, ὅ­λοι εἶ­ναι ἀ­σφα­λεῖς, τὰ παι­διὰ εἶ­ναι εὐ­πρόσ­δε­κτα, οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ δέ­χον­ται ἐ­πί­θε­ση ἀ­να­πτύσ­σουν ἄ­μυ­νες καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α ἔ­χει χω­ρέ­σει τὸ σύμ­παν. «Εἶ­ναι μιὰ ξε­πε­ρα­σμέ­νη ἱ­στο­ρί­α: ἡ κα­λο­σύ­νη ρέ­ει μέ­σα της σὰν τεμ­πέ­λι­κο πο­τά­μι, τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­σχί­ζει κά­θε χα­ρα­κτή­ρας.» Τέ­λος, «Δὲν ὑ­πάρ­χουν ὅ­πλα σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Ἴ­σως ὑ­πάρ­χουν ξυ­ρά­φια, ναί, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ χρει­ά­ζε­σαι γιὰ νὰ κό­ψεις τὰ δυ­σά­ρε­στα μέ­ρη καὶ νὰ ἀ­φή­σεις τὰ κα­λά, ἐ­κεῖ­να ποὺ θὰ σώ­σουν τὴ ζω­ή σου».

       «Ὑ­πάρ­χει πάν­το­τε ἕ­νας πυ­ρή­νας ἀ­λή­θειας στὶς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ περ­νοῦν ἀ­πὸ γε­νιὰ σὲ γε­νιά», ἰσχυ­ρί­ζεται ὁ ἀρχαι­ο­λό­γος Jack Da­vis ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Cincinnati στὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Archaeology σὲ ἄρ­θρο τοῦ 2019 γιὰ τὶς ἐ­ξε­λί­ξεις τῶν ἀ­να­σκα­φῶν κον­τὰ στὸ μυ­κη­να­ϊ­κὸ ἀ­νά­κτο­ρο τοῦ Νέ­στο­ρος, στὴν πε­ρι­ο­χὴ Πυ­λί­α τῆς Μεσ­ση­νί­ας. Ἐ­κεῖ, μα­ζὶ μὲ τὴν Sha­ron Sto­cker καὶ δι­ε­θνῆ ὁ­μά­δα ἀρ­χαι­ο­λό­γων ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2015 τὸν ἀ­σύ­λη­το καὶ πλού­σια κτε­ρι­σμέ­νο λακ­κο­ει­δῆ τά­φο νε­α­ροῦ ἄν­δρα, τοῦ ἀ­πο­κα­λού­με­νου Γρύ­πα Πο­λε­μι­στῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος χρο­νο­λο­γεῖ­ται πε­ρί­που στὸ 1500 π.Χ. (Ὑ­στε­ρο­ελ­λα­δι­κὴ ΙΙ πε­ρί­ο­δος). Σύμ­φω­να μὲ τὶς σχε­τι­κὲς ἀ­να­κοι­νώ­σεις τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Ἀ­θλη­τι­σμοῦ, «ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πιὸ ἐντυ­πω­σια­κή περί­πτω­ση ἐ­πί­δει­ξης προ­ϊ­στο­ρι­κοῦ πλού­του σὲ τα­φι­κὰ μνη­μεῖ­α τῆς Ἠ­πει­ρω­τι­κῆς Ἑλ­λά­δας, ποὺ ἔ­χει ἔρ­θει στὸ φῶς τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἑ­ξῆν­τα πέν­τε χρό­νια». Μά­λι­στα «ἡ ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἡ Πύ­λος, ὅ­πως καὶ οἱ Μυ­κῆ­νες στὴ ΒΑ Πε­λο­πόν­νη­σο, εἶ­χε ἔν­το­να ἐ­πη­ρε­α­στεῖ ἀ­πὸ τὴ μι­νω­ϊ­κὴ τέ­χνη γύ­ρω στὸ 1500 π.Χ.» καὶ ἡ σχέ­ση τους ἐπανε­ξετά­ζεται. Ἀ­νά­με­σα στὰ εὐ­ρή­μα­τα ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐν­τυ­πω­σια­κὸς εἶ­ναι ἕ­νας σφρα­γιδό­λι­θος πε­ρί­που 3,5 ἑκα­το­στῶν, οἱ λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ ὁ­ποί­ου δὲν εἶ­ναι εὐ­δι­ά­κρι­τες μὲ γυ­μνὸ μά­τι, ὅ­πως οἱ φλέ­βες στὰ σώ­μα­τα τῶν πο­λε­μι­στῶν. Ἡ ταυ­τό­τη­τα τοῦ καλ­λι­τέ­χνη πα­ρα­μέ­νει ἄ­γνω­στη. Εἰ­κά­ζε­ται ὅ­τι ἦ­ταν κρη­τι­κῆς κα­τα­γω­γῆς, κα­θὼς δὲν ἔ­χουν βρε­θεῖ στοι­χεῖ­α γιὰ τε­χνί­τες τῆς ἠ­πει­ρω­τι­κῆς χώ­ρας ποὺ νὰ γνώ­ρι­ζαν αὐ­τὴ τὴν τε­χνο­τρο­πί­α. Ἀ­πει­κο­νί­ζει ἕ­ναν πο­λε­μι­στὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος μα­χαι­ρώ­νει ἕ­ναν ὁ­πλι­σμέ­νο ἐ­χθρό, ἐ­νῶ ἕ­νας ἄλ­λος πε­θαί­νει στὰ πό­δια του. Στὴν μι­κρο­σκο­πι­κή του πε­ρί­με­τρο ἐ­σω­κλεί­ει μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη, ἄ­γνω­στη ἱ­στο­ρί­α ἐ­δῶ καὶ τό­σους αἰ­ῶ­νες, ἡ ὁ­ποί­α μέ­νει νὰ ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ.


Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Me­gan Pin­to μὲ τί­τλο From Mars, ἐ­πί­σης ἀ­πὸ τὴ λί­στα τοῦ Wig­leaf, δὲν δι­ευ­κρι­νί­ζε­ται ἐ­ὰν πρό­κει­ται γιὰ ἡ­ρω­ΐ­δα ἢ ἥ­ρω­α ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται, οὔ­τε σὲ ποι­ό ση­μεῖ­ο τοῦ Ἄ­ρη βρί­σκε­ται αὐ­τὴ/αὐ­τός. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βρί­σκε­ται στὸ βό­ρει­ο ἠ­μι­σφαί­ριο, στὸν κρα­τή­ρα Jezero, ἐ­κεῖ ὅ­που προ­σε­δα­φί­στη­κε πρόσφα­τα το Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­νο ρομ­πὸτ ἐ­δά­φους Mars 2020 Perseverance γιὰ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει ἴ­χνη μι­κρο­βια­κῆς ζω­ῆς. Τὸ ση­μεῖ­ο βρί­σκε­ται κον­τὰ στὴν πε­ρι­ο­χὴ U­to­pia Pla­ni­tia, ὅ­που σύν­το­μα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ προ­σε­δα­φι­στεῖ καὶ ἡ πρώ­τη Κι­νε­ζι­κὴ δι­α­στη­μο­συ­σκευ­ή. Ἡ ἡ­ρω­ί­δα ἢ ὁ ἥ­ρω­ας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τῆς Pinto θὰ μπο­ροῦ­σε ὅ­μως νὰ εἶ­ναι καὶ στὸ νό­τιο ἡ­μι­σφαί­ριο, στὴν κα­τὰ πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρη πε­διά­δα ἀ­πὸ τὸ ὁ­μώ­νυ­μο κρά­τος μὲ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α Ἑλ­λάς, ἡ ὁ­ποί­α θε­ω­ρεῖ­ται ὡς σή­με­ρα ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους κρα­τῆ­ρες στοὺς πλα­νῆ­τες τοῦ ἡ­λια­κοῦ μας συ­στή­μα­τος καὶ ἡ με­γα­λύ­τε­ρη δο­μὴ ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε πρὶν 4,1-3,8 δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια ἀ­πὸ πρό­σκρου­ση ἄλ­λου σώ­μα­τος στὸν Ἄ­ρη. Τὸ θέ­μα τῆς ἱ­στο­ρί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη ἀ­γά­πη καὶ τὸ κε­νὸ ποὺ ἀ­φή­νει, οἱ ρή­ξεις στὶς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις καὶ ἡ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου ὄν­τος, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­χει δι­α­τη­ρή­σει μέ­χρι τώ­ρα στὴν ἱ­στο­ρί­α του καὶ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ τι­θα­σεύ­σει, ἀ­κό­μα καὶ στὰ δι­α­πλα­νη­τι­κά του τα­ξί­δια. Ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα ἢ ὁ ἥ­ρω­ας τῆς Pinto, ὅ­μως, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μᾶς δι­η­γοῦν­ταν τὴν ἱ­στο­ρί­α της/του ἀ­πὸ τὸν Ό­λυμ­πο· ἀ­πὸ τὸ ἀ­νε­νερ­γὸ ἡ­φαί­στει­ο κον­τὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ ψη­λό­τε­ρο γνω­στὸ βου­νὸ στὸ ἡ­λια­κό μας σύ­στη­μα, μὲ τρι­πλά­σιο ὑ­ψό­με­τρο ἀ­πὸ τὸ Ἔ­βε­ρε­στ. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως νὰ δεῖ κα­λύ­τε­ρα τὴ Γῆ, πού, ὅ­πως λέ­ει, εἶ­ναι μι­κρο­σκο­πι­κὴ σὲ μιὰ ἄ­κρη τοῦ σύμ­παν­τος καὶ «μοιά­ζει μὲ ὄ­μορ­φο βῶ­λο[4]». Εἰ­κό­να ποὺ θυ­μί­ζει τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ φω­το­γρα­φί­α τῆς Γῆς ποὺ τρά­βη­ξε τὸ Voyager 1 στὶς 14 Φε­βρου­α­ρί­ου 1990 ἀ­πὸ τὸ δι­ά­στη­μα, τὴ γνω­στὴ ὡς Pa­le blue dot (Χλω­μή, μπλὲ κουκ­κί­δα), ποὺ ἀλ­λά­ζει τὴν ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κή μας ἀν­τί­λη­ψη γιὰ τὸν κό­σμο.


 

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Ἡ Ἀγ­γλί­δα Hol­ly Howitt–Dring στὴ δι­α­τρι­βή[5] της μὲ θέ­μα τὴ νου­βέ­λα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, στοι­χει­ο­θε­τεῖ τὴ βα­σι­κὴ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α της γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ὑ­πό­θε­ση ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­νε­ώ­νει τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ δὲν ἐ­πι­θυ­μεῖ, οὔ­τε χρει­ά­ζε­ται νὰ ὁ­ρι­στεῖ. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὴν εἰ­δο­λο­γι­κὴ κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση καὶ ὅ­σο τὸ κα­τα­φέρ­νει, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἀμ­φί­δρο­μες καὶ ὑ­βρι­δι­κὲς σχέ­σεις ποὺ ἀ­να­πτύσ­σει μὲ ἄλ­λα τα­ξι­νο­μη­μέ­να εἴ­δη, τό­σο θὰ δι­α­τη­ρεῖ τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κό της ρό­λο. Ἡ Howitt πα­ρου­σιά­ζει ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να γιὰ νὰ τεκ­μη­ρι­ώ­σει τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς φόρ­μας καὶ τὴν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κή της ἱ­κα­νό­τη­τα, ὅ­πως ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[6] τοῦ Οὐα­λοῦ Ri­chard Gwyn, μὲ τί­τλο «Σπαρ­τιά­τες»:

            Στὴν πό­λη τῆς Σπάρ­της ἡ δι­α­βί­ω­ση ἦ­ταν δύ­σκο­λη. Πα­ρα­τη­μέ­νος στὴν πλα­γιὰ ἑ­νὸς λό­φου ὡς νε­ο­γέν­νη­το γιὰ μιὰ νύ­χτα, ἔ­μα­θες γρή­γο­ρα τὸ τί καὶ τὸ πῶς. Ἔ­πει­τα ἦρ­θαν μά­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νουν, τό­ποι νὰ κα­τα­κτή­σεις, λε­η­λα­σί­α καὶ ὑ­πο­δού­λω­ση νὰ φέ­ρεις εἰς πέ­ρας. Ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια κι ἕ­νας τά­φος πρὸς τι­μή σου. Καὶ δια­ρκῶς νὰ πρέ­πει νὰ ὑ­περ­τε­ρεῖς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς δι­πρό­σω­πους Κο­ρίν­θιους καὶ τοὺς ὑ­πε­ρό­πτες Ἀ­θη­ναί­ους σὲ θα­να­τη­φό­ρες συγ­κρού­σεις καὶ στὸ νὰ μὴ μέ­νει οὔ­τε τρί­χα ἄ­θι­κτη. Λόγ­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γυ­α­λι­στοῦν ἕ­ως ὅ­του ξε­πε­ρά­σουν σὲ λάμ­ψη τὶς ἀ­κτί­νες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, σπα­θιὰ νὰ ἀ­κο­νι­στοῦν μέ­χρι καὶ τὸ ἐ­λα­φρύ­τε­ρο ἄγ­γιγ­μα νὰ ἔ­σχι­ζε στὰ δύ­ο τὸ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο νεῦ­ρο. Ἐ­ὰν με­γά­λω­σες νι­ώ­θον­τας ἀ­δύ­να­μος μπρο­στά σε ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ σκλη­ρα­γώ­γη­ση, ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ἀ­παί­τη­ση γιὰ αἷ­μα καὶ θά­να­το, καὶ λα­χτά­ρη­σες ἔ­στω μιὰ ἱκ­μά­δα μυ­στη­ρί­ου ἢ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἤ­σουν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὸν χλευα­σμὸ καὶ τὴν προ­σβο­λή. Τοὺς ἄ­κου­σα στὸ προ­αύ­λιο τοῦ σχο­λεί­ου, τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους Σπαρ­τιά­τες πο­λε­μι­στές. Ἀ­κό­μα καὶ οἱ βλα­σφη­μί­ες τους ἦ­ταν κα­θα­ρό­αι­μες, ἐ­νῶ τὸ δι­κό μου στό­μα ἦ­ταν γε­μά­το βώ­λους.

       Ἡ Howitt στὴ δι­α­τρι­βή της ἀ­να­φέ­ρει τὴν ἄ­πο­ψη τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ κρι­τι­κοῦ Jerome Stern ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως πρῶ­τος ἀ­πο­κά­λε­σε τὸ 1996 αὐ­τὸ τὸ νέ­ο εἶ­δος, «εἶ­ναι βα­θιὰ ρι­ζω­μέ­νη στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χὴ καὶ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πι­νων κοι­νω­νι­ῶν». Αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­σή του βρί­σκε­ται στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς δι­ε­θνοῦς ἀν­θο­λο­γί­ας Mi­cro Fi­ction: an an­tho­lo­gy of real­ly short sto­ries, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ, καὶ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ δι­ό­τι συ­σχε­τί­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τὴν ἀ­φή­γη­ση per se, ἀ­κό­μα καὶ μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ὄ­χι μό­νο μὲ τὰ προ­φα­νῆ εἴ­δη, ὅ­πως τὴ νου­βέ­λα, τὸ δι­ή­γη­μα καὶ τὴν ποί­η­ση. Ὡς ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­ναν ἀ­κό­μα λό­γο γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρῶ ὅ­τι ὀ­φεί­λου­με νὰ τὴν ἐ­ρευ­νοῦ­με καὶ νὰ τὴν πα­ρά­γου­με στὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φή­γη­σης, ἐ­κεῖ ὅ­που δὲν ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις καὶ τὸ κεί­με­νο πα­ρα­μέ­νει ἀ­φη­γη­μα­τι­κό: λέ­με τὴν ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­πι­πλέ­ον, τὸ μι­κρὸ μέ­γε­θός της εἶ­ναι μιὰ ἀ­κό­μα ψευ­δαί­σθη­ση, ὅ­πως ἡ μι­μη­τι­κὴ ψευ­δαί­σθη­ση στὴν ὁ­ποί­α στο­χεύ­ει αἰ­ῶ­νες τώ­ρα ἡ ἀ­φή­γη­ση, προ­φο­ρι­κὴ ἢ γρα­πτή, κα­τὰ τὸν G. Genette[7]. Στὴν ἴ­δια εἰ­σα­γω­γὴ ὁ Stern ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­πο­τε­λεῖ «μιὰ πρό­κλη­ση, ἕ­να πρό­βλη­μα στὴν ἀ­φή­γη­ση»[8], κομ­βι­κὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα, ὅ­πως ἔ­χω ἐ­πι­ση­μά­νει καὶ σὲ προ­η­γού­με­να δελ­τί­α. Ἂν ἰ­σχύ­ει τὸ πρῶ­το, δη­λα­δὴ τὸ ρί­ζω­μά της στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χή, προ­φα­νῶς ἰ­σχύ­ει καὶ τὸ δεύ­τε­ρο: πῶς ὁ­ρί­ζε­ται ἡ ψυ­χή, ἢ ποι­ά ἡ σχέ­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὴ συνεί­δη­ση; Ὁ­πό­τε ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι γιὰ τὴ δι­ε­ρεύ­νη­σή της ἔ­χου­με μα­κρὺ δρό­μο νὰ δι­α­νύ­σου­με.

       Πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴ μιᾶς ἀ­νε­πι­θύ­μη­της πρό­σκρου­σης στὸν τοῖ­χο τοῦ σχε­τι­κι­σμοῦ καὶ γιὰ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἀ­πό­λαυ­σης σὲ αὐ­τὴ τὴν πο­ρεί­α, μπο­ροῦ­με νὰ κρα­τᾶ­με κά­ποι­α στοι­χεῖ­α προ­σα­να­το­λι­σμοῦ ποὺ ἔ­χω ἐ­πι­ση­μά­νει σὲ προ­η­γού­με­να δελ­τί­α, ὅ­πως καὶ τὸ ἑ­ξῆς: ὁ Ri­chard Gwyn, στὸ ἱ­στο­λό­γιό του ἐ­ξαί­ρει τὰ δέ­κα ση­μεῖα ποὺ ἔ­χει ἐν­το­πί­σει ὁ Ἀρ­γεν­τι­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κρι­τι­κὸς An­drés Neu­man τὰ ὁ­ποῖ­α χα­ρα­κτη­ρί­ζουν ὡς ἕ­να βαθ­μὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὅ­πως τὴν ἐν­νο­οῦ­με σή­με­ρα. Ἀ­πὸ αὐ­τά, τὸ πιὸ χρή­σι­μο, ὄ­χι τό­σο γιὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­σή της ὅ­σο γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τῆς συγ­γρα­φῆς καὶ ἀ­νά­γνω­σής της, θε­ω­ρῶ ὅ­τι εἶ­ναι ἡ δι­α­πί­στω­ση ὅ­τι στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «Τὰ ρή­μα­τα πε­τοῦν, τὰ οὐ­σι­α­στι­κὰ τρέ­χουν, τὰ ἐ­πί­θε­τα κάμ­πτον­ται».


 

προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὶς ἱ­στο­ρί­ες Παρα­δεί­σια που­λιά, τῆς Mo­lia Dum­ble­ton καὶ Τὸ ψα­ρόνι τοῦ ὀνό­μα­τός της, τῆς Να­τα­λί­ας Θε­ο­δω­ρί­δου.


Τὴ συλ­λο­γὴ ἀ­φη­γή­σε­ων μὲ τί­τλο Βλαδι­βο­στόκ τοῦ Κώ­στα Βρα­χνοῦ.


Τὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Short Cir­cuits: A­pho­risms, Frag­ments, and Li­te­rary A­no­ma­lies τῶν James Lough καὶ Alex Stein.


Τοὺς δι­ε­θνεῖς δι­α­γω­νι­σμοὺς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ δι­η­γή­μα­τος The Cam­bri­dge Pri­zes (προ­θε­σμί­α ὑ­πο­βο­λῆς κει­μέ­νων στὴν ἀγ­γλι­κὴ ἕ­ως 14.5 καὶ 14.6.2021 ἀν­τί­στοι­χα).


Τοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς ἀ­στε­ρι­σμοὺς ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ ὁ καλ­λι­τέ­χνης ψη­φια­κῶν δε­δο­μέ­νων Nick Rou­geux με­λε­τών­τας τὶς πρῶ­τες προ­τά­σεις κλα­σι­κῶν δι­η­γη­μά­των καὶ μυ­θι­στο­ρη­μά­των μὲ βά­ση τὰ μέ­ρη τοῦ λό­γου ποὺ κα­τα­γρά­φει (ρή­μα­τα, οὐ­σι­α­στι­κά, ἐ­πί­θε­τα, κ.τ.λ.)


Τὴν πρώ­τη ἀ­να­δρο­μι­κὴ ἔκ­θε­ση τῆς Ya­yoi Ku­sa­ma στὸ Gropius Bau στὸ Βε­ρο­λί­νο (23.4-1.8.2021).


To νέ­ο ἐγ­χεί­ρη­μα ἀ­πὸ τὴν Google Arts+Culture Ex­pe­ri­ence Kan­din­sky’s Art Through Si­mu­la­ted Sy­ne­sthe­sia, μέ­σω τοῦ ὁ­ποί­ου μπο­ροῦ­με νὰ βι­ώ­σου­με μέ­ρος τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τῆς τέ­χνης τοῦ Kandinsky, «νὰ ἀ­κού­σου­με τί μπο­ρεῖ νὰ ἄ­κου­γε» σὲ ἔρ­γα τοῦ ὅ­πως τὸ Κί­τρι­νο-Κόκ­κι­νο-Μπλέ, ἢ τὸν Μπλὲ οὐρα­νό.


[1] . Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[2] . Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[3] . Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ Φι­λο­μῆ­λα ἐ­δῶ.
[4] . Μετάφραση δική μου.
[5]. Howitt–Dring Hol­ly, Mea­ning and In­comple­teness, Car­diff Uni­ver­sity, 2008. Στο άρθρο της με τίτλο Ma­king mi­cro mea­nings: rea­ding and wri­ting micro­fi­ction στο περιοδικό Short fi­ction in the­ory and pra­ctice, τ. Ιανουαρίου 2011, συνοψίζει τους βασικούς άξονες της διατριβής της.
[6] . Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[7]. Genette G., Σχή­μα­τα ΙΙΙὉ λό­γος τῆς ἀ­φή­γη­σης: Δο­κί­μιο με­θο­δο­λο­γί­ας καὶ ἄλ­λα κεί­με­να, μτφ. Λυ­κού­δης Μπάμ­πης, ἐπ. Κα­ψω­μέ­νος Ἐ­ρα­το­σθέ­νης, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να 2007.
[8]. Stern Jerome (ed.), Mi­cro Fi­ction: An an­tho­lo­gy of real­ly short sto­ries, New York: W. W. Norton & Company, 1996.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#15: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις (21-01-2021)

Δελτίο#14: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού (21-09-2020)

Δελτίο#13: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς (01-06-2020)

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Πηγή φωτογραφίας: https://www.instagram.com/elculture/?hl=el