Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#15]


Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις


ΠΑΡΑΠΑΝΩ φω­το­γρα­φί­α τῶν E­van In­ger­soll καὶ Ga­el Mc­Gill[1] ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ μον­τε­λο­ποί­η­ση ἑ­νὸς εὐ­κα­ρυ­ω­τι­κοῦ κυτ­τά­ρου σὲ τρισ­δι­ά­στα­τη μορ­φὴ ποὺ προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τὸν συν­δυα­σμὸ βι­ο­πλη­ρο­φο­ρι­κῆς, δο­μι­κῆς βι­ο­λο­γί­ας, γε­νε­τι­κῆς καὶ ὀ­πτι­κῆς τέ­χνης. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τὶς πιὸ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἀ­πει­κο­νί­σεις ποὺ δι­α­θέ­του­με μέ­χρι τώ­ρα, ἐ­πει­δὴ ἀ­πει­κο­νί­ζει μὲ ἀ­κρί­βεια τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεῖ­α στὴ βά­ση δο­μι­κῶν καὶ μο­ρια­κῶν ἀ­να­λύ­σε­ων τῶν συ­στα­τι­κῶν κά­θε ὀρ­γα­νι­δί­ου[2] καὶ ἂν ἀ­να­τρέ­ξει κα­νεὶς στὴν πηγὴ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὸν με­τα­σχη­μα­τι­σμὸ τοῦ κυτ­τα­ρι­κοῦ το­πί­ου. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐν­τυ­πω­σια­κὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­πει­κό­νι­ση τοῦ μιτο­χον­δρίου (ὅ­ρος ἀ­πὸ τὴν λέ­ξη «μί­τος» [νῆ­μα] καὶ «χόν­δρος» [σφαι­ρι­κὸ σω­μά­τιο]), τοῦ ὀ­βὰλ ὀρ­γα­νι­δί­ου ἀ­ρι­στε­ρὰ στὴ φω­το­γρα­φί­α, μὲ τὶς πτυ­χώ­σεις τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς μεμ­βρά­νης καὶ τὴ μὼβ ἐ­πι­χρω­μά­τι­ση, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ φυ­λά­ει πολ­λὰ μυ­στι­κὰ κι ἐκ­πλή­ξεις γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ὴ καὶ τὸν θά­να­το. Οἱ Ingersoll καὶ McGill βα­σί­στη­καν στὶς ἀ­πει­κο­νί­σεις κυτ­τα­ρι­κῶν δο­μῶν τοῦ Da­vid Good­sell. Στὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ τε­λευ­ταί­ου ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς μό­το τὸ ποί­η­μα μὲ τί­τλο «Φύ­ση» (1863) τῆς Emily Dickinson: «Φύ­ση εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ βλέ­που­με / Τὸ Ἀ­πό­γευ­μα – ὁ Λό­φος – /  Ὁ Σκί­ου­ρος – Ἡ ἔ­κλει­ψη –  […] Φύ­ση εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρου­με– / Τὴν τέ­χνη ὅ­μως δὲν ἔ­χου­με γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με– / Τό­σο ἀ­δύ­να­μη ἡ Σο­φί­α Μας»[3].


«Γιὰ με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἀ­νά­με­σα στὴν ὑ­ψη­λό­τε­ρη κοι­νω­νί­α, τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τοῦ τε­μα­χι­σμοῦ (τῶν που­λε­ρι­κῶν) ἀ­να­λάμ­βα­νε ὁ κύ­ριος τοῦ σπι­τιοῦ, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ζή­τη­μα τι­μῆς νὰ γνω­ρί­ζει πῶς νὰ τὰ κομ­μα­τιά­ζει καὶ νὰ τὰ πα­ρου­σιά­ζει μὲ ἄ­ψο­γο τρό­πο. Πι­θα­νό­τα­τα ἐ­μεῖς δὲν πρό­κει­ται νὰ ξα­να­δοῦ­με ἕ­να ὑ­ψη­λὸ πρό­σω­πο νὰ τὴν ἐ­κτε­λεῖ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου γεύ­μα­τος, ὅ­πως τὴν ἐ­κτε­λοῦ­σε θαυ­μά­σια ὁ βα­σι­λιὰς Λού­ις Φε­λί­πε, μπρο­στὰ στὰ ἔκ­θαμ­βα μά­τια τῶν κα­λε­σμέ­νων του. Ὅ­λο αὐ­τὸ ἔ­χει ἁ­πλο­ποι­η­θεῖ γιὰ νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἡ κυ­ρί­α τοῦ σπι­τιοῦ ἀλ­λὰ καὶ οἱ συν­δαι­τυ­μό­νες ἀ­πὸ τὴ νευ­ρι­κὴ ἔν­τα­ση ποὺ προ­κα­λεῖ­ται μπρο­στὰ στὶς δυ­σκο­λί­ες ποὺ συ­νε­πά­γε­ται αὐ­τὴ ἡ δι­α­δι­κα­σί­α.» Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[4] μὲ τί­τλο «Νεῦ­ρα», τῆς δη­μο­φι­λοῦς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Petrona C. de Gandulfo, γνω­στῆς ὡς Do­ña Petrona, ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν ἀ­να­φο­ρᾶς μὲ τί­τλο «Anto­­lo­­gía del cu­en­to bre­ve y o­cul­to» (ἔκδ. Suramericana, Buenos Aires, 2001), σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῶν Ἀρ­γεν­τι­νῶν καλ­λι­ερ­γη­τῶν καὶ θε­ω­ρη­τι­κῶν τοῦ εἴ­δους Ra­úl Bra­sca καὶ Luis Chi­tar­roni. Τὸ κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ συρ­ρα­φὴ ἀ­πο­σπα­σμά­των ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα γιὰ τὴν τέ­χνη τοῦ τε­μα­χι­σμοῦ καὶ τὴν ἱ­στο­ρι­κή της δι­ά­στα­ση στὸ βι­βλί­ο μα­γει­ρι­κῆς τῆς Do­ña Petrona μὲ τί­τλο «El li­bro de Do­ña Pe­tro­na» ποὺ πρω­το­εκ­δό­θη­κε τὸ 1933 στὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ ἐ­πέ­δρα­σε κα­τα­λυ­τι­κὰ στὴ δι­α­μόρ­φω­ση κοι­νω­νι­κῶν συμ­πε­ρι­φο­ρῶν, δι­α­τρο­φι­κῶν συ­νη­θει­ῶν κι αἰ­σθη­τι­κῆς πολ­λῶν γε­νε­ῶν τῆς χώ­ρας[5].

       Σύμ­φωνα μὲ τὴν κρι­τι­κὸ Viole­ta Rojo ἡ ἀν­θο­λο­γί­α τῶν Brasca καὶ Chi­tar­roni εἶ­ναι ἀ­πο­λαυ­στι­κή, γε­μά­τη μυ­στι­κὰ κι ἐκ­πλή­ξεις· κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ προ­βλέ­ψει τί τὸν πε­ρι­μέ­νει στὴν ἑ­πό­με­νη σε­λί­δα. Σκο­πὸς τῶν ἐ­πι­με­λη­τῶν ἦ­ταν νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψουν καὶ νὰ ἀ­να­δεί­ξουν τὴν ἔν­τα­ση τοῦ μι­κροῦ μὲ στο­χα­στι­κὴ καὶ χι­ου­μο­ρι­στι­κὴ δι­ά­θε­ση. Ἔ­χουν ἀ­να­μεί­ξει αὐ­τού­σια κεί­με­να μὲ κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν ἐ­πε­ξερ­γα­στεῖ οἱ ἴ­διοι, ἄ­γνω­στων ἀλ­λὰ καὶ δι­α­κε­κρι­μέ­νων δη­μι­ουρ­γῶν, ὅ­πως τῶν Proust, Saw­yer, Jo­yce, Nabo­kov, Salin­ger, Bor­ges, Bioy, Pi­ñe­ra, Cor­tá­zar, Felis­ber­to Her­nán­dez, Yeats, Rul­fo, Mu­sil, Greena­way, Stop­pard, Ber­trand Rus­sell, Ana Ma­ría Shua, Pa­viç, κ.τ.λ.

       Στὴν ἀν­θο­λο­γί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται δύ­ο κεί­με­να τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ συν­θέ­τη John Ca­ge, δη­μι­ουρ­γοῦ τῆς πιὸ ἀμ­φί­ση­μης μου­σι­κῆς σύν­θε­σης τοῦ 20ου αἰ., 4’33’’ (1952), στὴν ὁ­ποί­α ὑ­μνεῖ­ται ἡ σι­ω­πὴ καὶ ἡ διά­δρα­ση καλ­λι­τέ­χνη – ἀ­­πο­δέ­κτη. Τὰ δύ­ο κεί­με­νά του ἔ­χουν ἐ­πι­λε­χθεῖ ἀ­πὸ τὸ βι­βλίο τοῦ A year in Mon­day: New Lec­tu­res and Wri­tings (1967). Σὲ αὐ­­τὸ ἐν­το­πί­ζον­ται πολ­λὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ση­μεῖ­α, ὄ­χι μό­νο γιὰ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, σὲ μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη κα­τα­χώ­ρη­ση ὁ Ca­ge ἀ­να­φέ­ρει τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸν Κι­νέ­ζο ποὺ ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν πε­τα­λού­δα καὶ ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἐ­ὰν ἦ­ταν πε­τα­λού­δα ποὺ ὀ­νει­ρευό­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἄν­θρω­πος. Στὸ δο­κί­μιό του (1975) μὲ τί­τλο «Whe­re are we ea­ting? And what are we ea­ting?» ὁ Ca­ge μνη­μο­νεύ­ει τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ δι­ά­ση­μος Ἀ­με­ρι­κα­νὸς χο­ρευ­τὴς καὶ χο­ρο­γρά­φος Merce Cun­nin­gham ἔ­λα­βε τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Gug­gen­heim καὶ ρω­τή­θη­κε τί θὰ ἔ­κα­νε μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρή­μα­τα κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πάν­τη­σε μο­νο­λε­κτι­κὰ «θὰ φά­ω!». Στὸ ἴ­διο γρά­φει ὅ­τι ὅ­σο γερ­νοῦ­σε, τό­σο κα­τα­λά­βαι­νε τί εἶ­χε στὸ μυα­λὸ του ὁ Wit­tgen­stein ὅ­ταν εἶ­χε πεῖ ὅ­τι ἂν ἔ­βρι­σκε κά­τι ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ φά­ει (μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση), δὲ θὰ τὸ ἄλ­λα­ζε πο­τέ. Ὁ Ca­ge, ἦ­ταν δει­νὸς με­λε­τη­τὴς τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου φι­λο­σό­φου, ἰ­δι­αί­τε­ρα προ­βλη­μα­τι­σμέ­νος γιὰ τὸν ρό­λο τῆς δι­α­τρο­φῆς μας ὡς κοι­νω­νι­κὴ πρά­ξη καὶ λά­τρης τῶν μα­νι­τα­ρι­ῶν. Φη­μο­λο­γεῖ­ται ὅ­τι μυ­ήθη­κε ἀ­πὸ τὸ θρυ­λι­κὸ ζεῦ­γος Len­non-O­no στὶς δι­α­τρο­φι­κὲς συ­νή­θει­ες ποὺ πρό­τει­ναν οἱ ἀ­να­το­λι­κὲς θρη­σκεῖ­ες καὶ ἡ πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ κουλ­τού­ρα ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 καὶ ὅ­τι κέρ­δι­σε του­λά­χι­στον δέ­κα χρό­νια ζω­ῆς ὅ­ταν ἔ­κο­ψε μα­χαί­ρι τὸ ἀλ­κο­ὸλ καὶ τὰ λι­πα­ρὰ τῆς με­σο­δυ­τι­κῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς δι­α­τρο­φῆς.

       Στὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δύ­ο κεί­με­νά του ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α οἱ ἐ­πι­με­λη­τὲς ἔ­χουν δώ­σει τὸν τί­τλο «Αὐ­τα­πά­τη[6]». Ὁ Ca­ge ἀ­φη­γεῖ­ται μιὰ σύν­το­μη συ­νο­μι­λί­α του μὲ τὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸ εἰ­δι­κὸ στὴν μυ­κη­το­λο­γία A­le­xan­der Η. Smith: «[…] Τοῦ εἶ­πα ὅ­τι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα ποὺ μοῦ ἄ­ρε­σε στὴ βο­τα­νι­κὴ ἦ­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν ἐ­γω­ι­σμὸ καὶ τὸν φθό­νο ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν μά­στι­γα γιὰ τὴν τέ­χνη, ὅ­τι γι’ αὐ­τὸν τὸν λό­γο, ἂν ὄ­χι γιὰ κα­νέ­ναν ἄλ­λο, θὰ ἔ­δι­να τὴ ζω­ή μου προ­κει­μέ­νου νὰ ξα­να­ζοῦ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ὡς βο­τα­νο­λό­γος, πα­ρὰ ὡς μου­σι­κός. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε, “Αὐ­τὸ δεί­χνει πό­σα λί­γα γνω­ρί­ζεις πε­ρὶ βο­τα­νι­κῆς”. Στὴν πο­ρεί­α τῆς κου­βέν­τας ἀ­νέ­φε­ρα τυ­χαῖα τὸ ὄ­νο­μα ἑ­νὸς μυ­κη­το­λό­γου ἀ­πὸ ἕ­να ἄλ­λο πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μιν­τ­γου­έ­στ. Ὁ Σμίθ, μὲ κο­φτε­ρὸ τό­νο εἶ­πε: “Μὴν ἀ­να­φέ­ρεις αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα στὸ σπί­τι μου”.»

       Ἡ «Πε­τα­λού­δα» εἶ­ναι μί­α ἀ­κό­μα ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[7] ποὺ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α καὶ εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ἑ­ξῆς: «Ἡ πε­τα­λού­δα εἶ­ναι ἕ­να ζῶ­ο τῆς στιγ­μῆς ποὺ ἐ­φηῦ­ραν οἱ Κι­νέ­ζοι». Εἶ­ναι τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ Salvador Elizondo, ἰ­δι­αί­τε­ρα δη­μο­φι­λοῦς συγ­γρα­φέ­α τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60, ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν του —ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α τοῦ εἴ­δους— μὲ τί­τλο «El retrato de Zoe y otras mentiras» (ἔκδ. Joaquin Mortiz, 1969). Τὸ ὕ­φος τοῦ Elizondo, ἐμ­φα­νί­ζει συ­σχε­τι­σμοὺς μὲ τὸ ὕ­φος τῶν Jo­yce, Pou­nd, Cor­tá­zar, Ru­lfo καὶ Ba­tail­le. Στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ His­pa­nia εἶ­χε γί­νει ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ ἀ­φιέ­ρω­μα τὸ 1967 ὄ­χι μό­νο γιὰ τὴ δει­νό­τη­τά του στὴν πο­λὺ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα καὶ τὶς νέ­ες δυ­να­τό­τη­τες ποὺ ἀ­νέ­δει­ξε ὁ Elizondo στὴν ἀ­φή­γη­ση, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸ βρα­βευ­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλο Farabeuf, o la cronica de un instante, μιὰ σπου­δὴ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τας, ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, ἀ­κρί­βειας καὶ πύ­κνω­σης. Ὁ Luis Farabeuf ἦ­ταν ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος Γάλ­λος χει­ρουρ­γὸς τοῦ 19ου αἰ. καὶ τὸ πά­θος του γιὰ τὴν ἀ­να­το­μί­α ἀ­πο­τυ­πώ­θη­κε ἀ­κό­μα καὶ στὰ ἐγ­χει­ρί­διά του, γνω­στὰ ὡς Precis de manuel operatoire.


       «Λι­μα­σμέ­νη» εἶ­ναι ὁ τί­τλος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[8] τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νο-κι­νέ­ζας κα­θη­γή­τριας Φυ­σι­κῆς Sa­man­tha Xi­ao Co­dy, νι­κή­τριας περ­σι­νοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ The Ma­ster’s Re­view, κρι­τὴς τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν ἡ Kim­berly King Par­sons. «Φί­δι καὶ βά­τρα­χο καὶ ἄ­λο­γο καὶ ἀγ­γού­ρι τῆς θά­λασ­σας καὶ τρι­ζό­νια καὶ σκου­λή­κια. Τὰ ἔ­χω φά­ει ὅ­λα, ἀρ­πά­ζον­τάς τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­στρε­φό­με­νο κέν­τρο ἑ­νὸς ἐ­πί­ση­μου τρα­πε­ζιοῦ· τὰ ἔ­χω χώ­σει στὸ στό­μα μου στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Αὐ­τὸς ὁ τύ­πος βαρ­βα­ρό­τη­τας, λέ­νε, εἶ­ναι ἀ­π’ ὅ­που προ­έρ­χον­ται οἱ νέ­οι θα­να­τη­φό­ροι ἰ­οί. Λευ­κὲς μη­τέ­ρες δι­α­μαρ­τύ­ρον­ται στὴν Τσά­ι­να­τά­ουν τοῦ Μαν­χά­ταν μὲ φω­το­γρα­φί­ες τῶν σκύ­λων τους, ἀ­παι­τών­τας μὲ μα­νί­α τὴν ἀ­πέ­λα­ση τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν ποὺ ρί­ζω­σαν μέ­σα στὴν ἀ­με­ρι­κά­νι­κη μι­κρο­σκο­πι­κὴ πε­ρι­ο­χή τους πρὶν δε­κα­ε­τί­ες. […]». Αὐ­τὰ ἀ­να­φέ­ρει ἡ ἡ­ρω­ί­δα τῆς Cody, ὥ­σπου ἡ κα­χε­κτι­κὴ μη­τέ­ρα της ἀ­να­κα­λύ­πτει τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α τῆς κό­ρης της καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴν ἀν­τι­με­τω­πί­ζει ὡς πραγ­μα­τι­κὸ μί­α­σμα, ἐμ­μέ­νον­τας στὴν ἄ­πο­ψή της ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι κά­νουν ἄ­σχη­μα πράγ­μα­τα ὅ­ταν πει­νᾶ­νε. Ἡ κό­ρη ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ τρώ­ει τὰ πάν­τα, κα­τα­πί­νον­τας ἀ­κό­μα καὶ τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψη, τὴν ἀ­πο­στρο­φὴ καὶ τὸν κοι­νω­νι­κὸ ἀ­πο­κλει­σμό.


       «Ὅ­ταν ἡ πεί­να μπαί­νει ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα, ὁ ἔ­ρω­τας βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, εἶ­πε ἡ για­γιὰ στὸν ἐγ­γο­νό της. Τώ­ρα αὐ­τὸς ἔ­χει σφρα­γί­σει ὅ­λα τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ σπι­τιοῦ. Κι ἐ­δῶ καὶ σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες, δὲ βγαί­νει κα­νείς, ἂν καὶ οἱ ἦ­χοι δυ­να­μώ­νουν ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν εἴ­σο­δο.» Αὐ­τὴ εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[9] μὲ τί­τλο «Ἕ­να ἄλ­λο ρη­τό», τοῦ Πε­ρου­βια­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Ricardo Calderón Inca, ἡ ὁ­ποί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο «Microbios: Minificcionistas Pandémicos» (ἔκδ. Dendro, Lima, 2020). Στὴν τε­λευ­ταί­α συμ­με­τέ­χουν 19 συγ­γρα­φεῖς ἀ­πὸ χῶ­ρες τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς καὶ τὴν Ἱ­σπα­νί­α καὶ τὴν προ­λο­γί­ζει ἡ Ἀρ­γεν­τι­νὴ ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους Patricia Nasello. Η Nasello ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι ἂν καὶ τὰ κεί­με­να γρά­φτη­καν καὶ συγ­κεν­τρώ­θη­καν μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν παν­δη­μί­α ποὺ σα­ρώ­νει ἀ­κό­μα τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα, θί­γουν καὶ ἄλ­λα κοι­νω­νι­κὰ θέ­μα­τα, ὅ­πως ἡ κα­κο­ποί­η­ση ἀ­νη­λί­κων κι ἐ­νη­λί­κων, ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἀ­νέ­χεια, ἡ ἀ­να­σφά­λεια. Ὑ­πορ­ρη­τα, ὅ­μως, φαί­νε­ται ὅ­τι τὰ ἑ­νώ­νει θε­μα­τι­κὰ τὸ νε­ρό, ὅ­λες οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες κο­λυμ­ποῦν στὴν ἄ­βυσ­σο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης καὶ τὴ φω­τί­ζουν. Ἡ Χι­λια­νὴ συγ­γρα­φέ­ας Patricia Martín Rivas στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[10] της «Νε­ρό» γρά­φει: «Βρί­σκο­μαι βυ­θι­σμέ­νη στὴν κοι­λιὰ τῆς μη­τέ­ρας μου, τὰ νε­ρά της εἶ­ναι ζε­στὰ καὶ ἀ­τά­ρα­χα. Εἶ­μαι μι­κρὴ ἀ­κό­μα, ἔ­τσι κα­τα­λαμ­βά­νω ὅ­λο τὸ χῶ­ρο γιὰ νὰ κο­λυμ­πῶ καὶ νὰ παί­ζω. Ἡ ἕ­νω­ση τῆς κοι­λιᾶς μου μὲ τὴ δι­κή της εἶ­ναι ὅ­λο καὶ ὅ­λο ὅ,τι χρει­ά­ζο­μαι: μὲ τρέ­φει, μὲ προ­στα­τεύ­ει καὶ μὲ ἀ­να­μέ­νει, γε­μά­τη ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α μου. Κο­λυμ­πῶ εὐ­γνώ­μων γιὰ τὴν τό­ση φρον­τί­δα της, ὁ σχη­μα­τι­σμὸς φυ­σα­λί­δων ἀ­πὸ τοὺς καρ­δια­κοὺς παλ­μούς μας εὐ­νο­εῖ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξή μου. Ὅ­λα ρέ­ουν εἰ­ρη­νι­κά, καὶ ἡ καρ­διά μου κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι τὸ νε­ρό, τὸ δι­κό μου/μας στοι­χεῖ­ο, εἶ­ναι ἱ­ε­ρό. Τώ­ρα εἶ­μαι ἐ­νή­λι­κη καὶ τὸ ση­μαν­τι­κὸ ὑ­γρὸ ἔ­χει ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Πε­θαί­νω τῆς δί­ψας.»


Τὸν πε­ρα­σμέ­νο Ὀ­κτώ­βριο στὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Soft Mat­­ter τῆς Βα­σι­λι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Χη­μεί­ας τοῦ Λον­δί­νου ἀνα­κοι­νώθη­καν οἱ ἐ­ξε­λί­ξεις στὶς ἔ­ρευ­νες γιὰ τοὺς συν­θε­τι­κοὺς «μι­κρο­κο­λυμ­βη­τές». Πρό­κει­ται γιὰ τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ σω­μα­τί­δια τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες εὐ­ελ­πι­στοῦν ὅ­τι θὰ ἀ­να­λά­βουν καὶ ρό­λο με­τα­φο­ρέ­ων φαρ­μά­κων μέ­σα στὸ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα στὸ ἐγ­γὺς μέλ­λον. Ἐ­κτός των ἄλ­λων με­λε­τᾶ­ται καὶ ποι­ό θὰ ἦ­ταν τὸ ἰ­δα­νι­κό­τε­ρο σχῆ­μα τους. Ἀ­νά­με­σα στὰ νέ­α μον­τέ­λα ποὺ πα­ρου­σι­ά­στη­καν σὲ ἐ­κτύ­πω­ση 3D βρί­σκε­ται καὶ τὸ μικρότερο σκάφος τοῦ κό­σμου.


Στὴ συλ­λο­γὴ 83 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν καὶ 2 δι­η­γη­μά­των τοῦ Ἀρ­γεν­τι­νοῦ Mar­tín Gar­del­la μὲ τί­τλο Los chi­cos cre­cen (Editorial Macedonia, 2015), συ­ναν­τᾶ­με παι­διὰ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν τὴ ζω­ὴ ὡς ἐ­νή­λι­κες με­γα­λώ­νον­τας με­τ’ ἐμ­πο­δί­ων, ἥ­ρω­ες ποὺ μᾶς μι­λοῦν ἀ­πὸ τὴ με­τα­θα­νά­τια ζω­ή, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­νή­λι­κες ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ φο­βοῦν­ται νὰ κοι­τά­ξουν κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι τους ἢ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στὰ μά­τια. Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[11] μὲ τί­τλο «Ἡ δι­α­σκέ­δα­ση» δι­α­βά­ζου­με: «Στὴν πλα­τεί­α ἑ­νὸς ἐ­ρη­μι­κοῦ χω­ριοῦ ὑ­πάρ­χει ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κα­ρου­ζὲλ στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ χρό­νος κυ­λά­ει μυ­στη­ρι­ω­δῶς κα­θὼς πε­ρι­στρέ­φε­ται σύμ­φω­να μὲ τοὺς δεῖ­κτες τοῦ ρο­λο­γιοῦ. Κά­θε στρο­φὴ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἄ­ξο­να του ἰ­σο­δυ­να­μεῖ μὲ ἕ­να ἡ­με­ρο­λο­για­κὸ ἔ­τος. Ἀρ­χι­κὰ εἶ­ναι δι­α­σκε­δα­στι­κὸ νὰ βλέ­πει κα­νεὶς πῶς με­τα­μορ­φώ­νον­ται τὰ παι­διὰ σὲ ἐ­νή­λι­κες. Εἶ­ναι ἀ­κό­μη συ­ναρ­πα­στι­κὸ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νες μη­τέ­ρες νὰ βλέ­πουν ὅ­τι τὰ παι­διά τους δι­α­τη­ροῦν αὐ­τὰ τὰ χα­ρού­με­να χα­μό­γε­λα πα­ρὰ τὰ γκρί­ζα μαλ­λιά τους. Εἶ­ναι τρο­μα­κτι­κό, ὅ­μως, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἕ­να ξύ­λι­νο ἄ­λο­γο παίρ­νει τὴ στρο­φὴ χω­ρὶς τὸν ἀ­να­βά­τη του.»


Στὸ κέν­τρο τῆς Κο­λομ­βί­ας, στὴν εὐ­ρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Chi­ribi­que­te Na­tio­nal Park, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ τμῆ­μα τοῦ τρο­πι­κοῦ δά­σους τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου καὶ εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­πρό­σι­τη λό­γῳ τῆς πυ­κνῆς βλά­στη­σης, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου ποὺ μαι­νό­ταν ἐ­κεῖ, Βρε­τα­νοὶ καὶ Κο­λομ­βια­νοὶ ἀρ­χαι­ο­λό­γοι ἔ­χουν ἀ­να­κα­λύ­ψει ἀπὸ τὸ 2015 προ­ϊ­στο­ρι­κὲς τοι­χο­γρα­φί­ες στὶς προ­σό­ψεις κά­θε­των, πα­νύ­ψη­λων βρά­χων. Ἤ­δη ἀ­πὸ τό­τε ὁ κι­νη­μα­το­γρα­φι­στὴς Mi­ke Slee μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑ­λι­κο­πτέ­ρων κι ἐκ­παι­δευ­μέ­νου προ­σω­πι­κοῦ εἶ­χε συγ­κεν­τρώ­σει ὀ­πτι­κὸ ὑ­λι­κὸ γυ­ρί­ζον­τας τὸ ντο­κι­μαν­τέρ του, Co­lom­bia: Wild Ma­gic καὶ εἶ­χε ση­μει­ώ­σει ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν τό­πο ἐν­τε­λῶς ξε­χα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ χρό­νο. Σὲ συ­νέ­χεια αὐ­τῶν τῶν ἀ­να­κα­λύ­ψε­ων μό­λις στὰ τέ­λη τοῦ πε­ρα­σμέ­νου Νο­εμ­βρί­ου ἀ­να­κοι­νώ­θη­καν κι ἄλ­λα εὐ­ρή­μα­τα, μὲ τὸν διεθ­νῆ κι ἐγχώ­ριο τύ­πο νὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται πλέ­ον στὴν «Κα­πέ­λα Σιξ­τί­να τῶν ἀρ­χαί­ων». Πρό­κει­ται γιὰ ἀ­πει­κο­νί­σεις πο­λε­μι­στῶν καὶ κυ­νη­γῶν νὰ χο­ρεύ­ουν ἢ νὰ συμ­με­τέ­χουν σὲ τε­λε­τές, ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νων ζώ­ων πά­νω ἀ­πὸ 12.500 χρό­νια (μα­στό­δον­τες, πα­λαι­ο­λά­μα, βρα­δύ­πο­δες, ἄ­λο­γα ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τῶν πα­γε­τώ­νων, κ.ἄ.): μιὰ ἐ­ξι­στό­ρη­ση ἀ­μέ­τρη­των μι­κρῶν ἐ­πει­σο­δί­ων ποὺ ἐ­κτεί­νε­ται γύ­ρω στὰ 8 μί­λια καὶ θὰ χρεια­στεῖ πολ­λὲς γε­νε­ὲς ἐ­ρευ­νη­τῶν προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­γρα­φεῖ καὶ νὰ με­λε­τη­θεῖ.


Ἡ πο­λι­το­γρα­φη­μέ­νη Οὐα­λὴ ποι­ή­τρια Pascale Petit, γνω­στὴ ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο The Zoo Father (Seren, 2001), στὴ συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των της Mama Ama­zo­nica[12] (Bloodaxe, 2017) πα­ραλ­λη­λί­ζει μὲ κα­θη­λω­τι­κὸ τρό­πο τὴν κα­τα­στρο­φὴ τοῦ τρο­πι­κοῦ δά­σους τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου μὲ τὴν κα­κο­ποί­η­ση. Εἰ­δι­κὰ στὸ ὁ­μό­τι­τλο ποί­η­μα πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με πῶς ἡ ψυ­χα­σθέ­νεια ἕ­πε­ται τῆς κα­κο­ποί­η­σης καὶ πῶς βι­ώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κό­ρη τῆς κα­κο­ποι­η­μέ­νης μη­τέ­ρας μέ­σα σὲ ἕ­να ψυ­χι­α­τρεῖ­ο ποὺ με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ ζούγ­κλα. Ἰ­α­γουά­ροι, κρο­κό­δει­λοι, βρα­δύ­πο­δες κρε­μα­σμέ­νοι σὲ φουν­τω­τὲς κε­κρο­πί­ες, ὁρ­μη­τι­κὰ ρεύ­μα­τα, ἄν­θη καὶ πτη­νά, τὴν πα­ρα­τη­ροῦν νὰ να­νου­ρί­ζει τὴ μη­τέ­ρα της ἡ ὁ­ποί­α προ­σπα­θεῖ νὰ ξε­πε­ρά­σει τὸν ψυ­χο­λο­γι­κὸ καὶ δι­α­νο­η­τι­κὸ δι­α­με­λι­σμό της, τε­λών­τας ὑ­πὸ θε­ρα­πεί­α ὕ­πνω­σης, κου­λου­ρι­α­σμέ­νη σὲ μιὰ κα­πι­το­νὲ κου­βερ­τού­λα, μέ­σα στὸ φύλ­λω­μα ἑ­νὸς νού­φα­ρου, μὲ «μιὰ ταμ­πέ­λα γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν καρ­πό της – Vi­cto­ria A­ma­zo­ni­ca[13]».

       Τὰ πα­ρα­πά­νω φαί­νε­ται νὰ συ­νο­μι­λοῦν μὲ τοὺς δύ­ο στί­χους τοῦ Τά­σου Λει­βα­δί­τη «Συ­νή­θως τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες μου τὶς περ­νῶ στὸ ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο / καὶ σκέ­φτο­μαι πράγ­μα­τα τό­σο θλι­βε­ρὰ ποὺ τὰ ζῶ­α γρυ­λί­ζουν φο­βι­σμέ­να», στὸ ποί­η­μά του μὲ τί­τλο «Ἡ δί­κη τοῦ αἰ­ῶ­νος» (Μι­κρὸ βι­βλί­ο γιὰ με­γά­λα ὄ­νει­ρα, Κέ­δρος, 1987).

       Ἡ ἱ­στο­ρί­α μᾶς εἶ­ναι γε­νι­κὰ γνω­στή: «Με­τα­ξὺ τῶν ἄ­γρι­ων θη­ρί­ων, τὸ χει­ρό­τε­ρο εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος. Τὸ ξέ­ρω για­τὶ χθὲς τὸ βρά­δυ μπό­ρε­σα νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω αὐ­τὴ τὴ δή­λω­ση. Τὸ κο­πά­δι μου ἦ­ταν ἀ­τε­λὲς καὶ τώ­ρα, ἕ­να ἄλ­λο ἀρ­σε­νι­κὸ θὰ εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νο γιὰ τὴ φρον­τί­δα τῶν νέ­ων. Αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα ἀ­πο­σύ­ρε­ται στὸν πα­ρά­δει­σο τῶν λι­ον­τα­ρι­ῶν, χά­ρη στὸν ἄν­τρα ποὺ εἰ­σέ­βα­λε ἀ­θό­ρυ­βα στὴ φω­λιὰ μὲ τὸ ὅ­πλο του.» Αὐ­τὴ εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[14] τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς συγ­γρα­φέ­α Ildiko Nassr μὲ τί­τλο «Ἄ­γρια θη­ρί­α 1» ἀ­πὸ τὴ σχε­δὸν ὁ­μό­τι­τλη συλλογή της. Ἐ­νῶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[15] με τίτλο «Αδάμ[16]» ὁ Raúl Brasca μᾶς δί­νει τὴ δι­κή του ἐκ­δο­χὴ γιὰ τὸ εἶ­δος μας: «Τὴν ἡ­μέ­ρα πού, μὲ ἱ­ε­ρὴ ἔκ­πλη­ξη, ἐ­κεί­νη ἡ μα­ϊ­μοῦ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­τρω­γε πάν­τα, αὐ­τὸ ποὺ δάγ­κω­νε, ἦ­ταν ἕ­να μῆ­λο, ἐκ­δι­ώ­χθη­κε ἀ­πὸ τὸν ἐ­πί­γει­ο πα­ρά­δει­σο.»

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Ἀλ­λά­ζουν τὰ πάν­τα γύ­ρω μας. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε ἡ ἀ­φή­γη­ση νὰ πα­ρα­μεί­νει ἴ­δια σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ποὺ βι­ώ­νου­με τὴν ἀφηγη­ματι­κότη­τα ὡς κατά­στα­ση; Κά­τω ἀ­πὸ τὸ μι­κρο­σκό­πιο τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἡ τε­λευ­ταία μοιά­ζει μὲ τὸ αἰ­νιγ­μα­τι­κὸ μι­το­χόν­δριο, ἢ φαί­νε­ται νὰ λει­τουρ­γεῖ σὰν μι­κρο­κο­λυμ­βη­τὴς στὸν σύγ­χρο­νο ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ ὠ­κε­α­νό, στὸν ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φο­ροῦν ἄ­πει­ρες ἀ­φη­γή­σεις, ποὺ ἀ­να­μει­γνύ­ον­ται καὶ με­τα­σχη­μα­τί­ζον­ται. Ὁ Ma­ria­no Ves­pa, Ἀρ­γεν­τι­νὸς πο­λι­τι­στι­κὸς συν­τά­κτης εἰ­δι­κὸς στὴ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα, στὴ συνέν­τευ­ξη ποὺ πῆ­ρε τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2020 ἀ­πὸ τὸν Chi­tar­roni εὔ­στο­χα ἐ­πι­ση­μαί­νει δύ­ο ζη­τή­μα­τα: πρῶ­το ὅ­τι καὶ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος δι­α­πρέ­πει σὲ ἕ­ναν δι­α­νο­η­τι­κὸ λα­βύ­ριν­θο μπορ­χε­σια­νοῦ τύ­που, μιὰ τρο­πι­κό­τη­τα τοῦ νοῦ ποὺ ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει σὲ μέ­γι­στο βαθ­μὸ τὴ δι­ά­δο­ση κι ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Δεύ­τε­ρο, ἀ­να­φέ­ρει τὴν ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­πεί­ρου του Ἀ­να­ξίμαν­δρου γιὰ νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει ἐν μέ­ρει αὐ­τὴ τὴ νο­ο­τρο­πί­α καὶ τὸν πα­ρα­φρά­ζει λέ­γον­τας ὅ­τι οἱ ἀ­να­γνώ­σεις με­τα­σχη­μα­τί­ζον­ται ἡ μί­α μέ­σα στὴν ἄλ­λη ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἀ­νάγ­κες καὶ ἀλ­λη­λο­δι­και­ώ­νον­ται σὺν τῷ χρό­νῳ.

       Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­ρευ­νη­τι­κὴ ὑ­πό­θε­ση πι­θα­νὸν νὰ στη­ρί­ζε­ται καὶ ἡ στο­χα­στι­κὴ το­πο­θέ­τη­ση τοῦ Ra­úl Bra­sca ἀ­πέ­ναν­τι στὸ δι­ε­θνὲς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἀρ­χι­κὰ φαί­νε­ται νὰ συμ­φω­νεῖ μὲ τὸν Wit­tgen­stein, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρό­τει­νε σι­ω­πὴ γιὰ ὅ­σα δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με, ἰ­δέ­α ποὺ ἀ­παν­τᾶ­ται καὶ στὸν Bor­ges. Ὡς πρὸς τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τοῦ εἴ­δους θε­ω­ρεῖ τὴ σι­ω­πὴ —τὸ τί δὲ λέ­με— δο­μι­κὸ συ­στα­τι­κό του. Ἰ­δέ­α ποὺ ἐ­ξε­τά­ζει καὶ ὁ κρι­τι­κὸς Ary Ma­la­ver στὸ βι­βλί­ο του La brevedad como poética (ἔκδ. Micropolis, Lima 2019), μὲ μό­το τὴ φρά­ση τοῦ Οὐ­ρου­γουα­νοῦ μου­σι­κοῦ καὶ για­τροῦ Jor­ge Drex­ler: «Δὲν εἶ­ναι τὸ φῶς αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α στὴν ἀ­λή­θεια, εἶ­ναι τὰ δώ­δε­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα τοῦ σκο­τα­διού[17]». Ὁ Bra­sca στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να ἐν­το­πί­ζει[18] δια­ύγεια, ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ κα­θα­ρό­τη­τα, ἔ­κλυ­ση ἐ­νέρ­γειας, πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, λε­πτό­τη­τα καὶ πύ­κνω­ση, τὴν ὁ­ποί­α δι­α­κρί­νει ἀ­πὸ τὴ συμ­πύ­κνω­ση. Θε­ω­ρεῖ, δη­λα­δή, ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὴ συμ­πύ­κνω­ση μί­ας με­γα­λύ­τε­ρης κι ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι τὸ τέ­λος κά­θε μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας φαί­νε­ται νὰ λαμ­βά­νει χώ­ρα στὸ μυα­λὸ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να στιγ­μια­ῖο ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο καὶ ἐ­πα­να­φο­ρὰ στὴν σκέ­ψη καὶ τὸ συ­ναί­σθη­μα, ὑ­πο­νο­ών­τας ὅ­τι ἡ φαν­τα­σί­α εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἑ­νώ­νει συγ­γρα­φέ­α – ἀ­να­γνώ­στη. «Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα ποὺ μὲ ἕ­να γύ­ρι­σμα τῆς φαν­τα­σί­ας νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ γί­νει κά­τι ἄλ­λο[19]» ἀ­πο­φάν­θη­κε ἀ­κρι­βῶς πρὶν ἕ­ναν αἰ­ώ­να ὁ W.C. Williams στὸ βι­βλί­ο του «Ko­ra in hell: impro­visa­tions» (The Four Seas Press, Boston, 1920). Ὅ­πως ἐ­πί­σης ὅ­τι «Φαν­τα­σί­α! Αὐ­τὴ εἶ­ναι τὸ σκου­λή­κι μέ­σα στὸ μῆ­λο».

       Στὸ πλαί­σιο τοῦ πα­ρα­δο­σια­κοῦ ἐγ­κι­βω­τι­σμοῦ ἡ ἀλ­λη­λου­χί­α ἱ­στο­ρι­ῶν, ὅ­πως στὴν «Ἀλληλουχία τῶν κήπων» τοῦ J. Cortázar, εἶ­ναι συ­νή­θης ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Προσ­δί­δει πύ­κνω­ση, βά­θος κι εὐ­νο­εῖ τὴν ἀν­τι­στρο­φὴ (στὸ πνεῦ­μα τοῦ G. Ba­che­lard) τῆς κοι­νῆς ἀν­τί­λη­ψης μι­κροῦ-με­γά­λου σὲ ἕ­να σύν­το­μο κεί­με­νο-κό­σμο ἀ­φ’ ἑ­αυ­τοῦ. Ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ[20] στὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς Lydia Davis μὲ τί­τλο «Happiest Moment», τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ εὔ­κο­λα νὰ με­τα­δι­η­γη­θεῖ κά­ποι­ος, κύ­ριο ζη­τού­με­νο στὸ εἶ­δος, πα­ρὰ τὴν πυ­κνό­τη­τα καὶ τὴ συν­το­μί­α της. Σὲ αὐ­τή, ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ρω­τά­ει μιὰ μα­θή­τριά του ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νη της ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἔ­χει γρά­ψει κι ἐ­κεί­νη ἀ­παν­τά­ει ποι­ά εἶ­ναι ἡ πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νη της ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἔ­χει δι­α­βά­σει: κά­πο­τε στὴν Κί­να ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς ἀγ­γλι­κῶν ρώ­τη­σε τὸν μα­θη­τή του ποι­ά ἦ­ταν ἡ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη στιγ­μὴ στὴ ζω­ή του κι ἐ­κεῖ­νος, με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὴ σκέ­ψη, ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι κά­ποι­α φο­ρὰ εἶ­χε πά­ει ἡ γυ­ναί­κα του στὸ Πε­κί­νο καὶ εἶ­χε φά­ει πά­πια. Αὐ­τὴ ἡ ἐμ­πει­ρί­α τῆς εἶ­χε μεί­νει ἀ­ξέ­χα­στη καὶ τοῦ τὴν ἀ­νέ­φε­ρε συ­χνά, ὁ­πό­τε ὁ Κι­νέ­ζος μα­θη­τὴς ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι ἡ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη στιγ­μὴ στὴ ζω­ή του ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο τὸ τα­ξί­δι τῆς γυ­ναί­κας του καὶ ἡ ἀ­πό­λαυ­ση τοῦ φα­γη­τοῦ τῆς πά­πιας.


Στὸ βι­βλίο τοῦ J. Cage ποὺ εἴ­δα­με πα­ρα­πά­νω ὑ­πεν­θυ­μί­ζε­ται συ­χνὰ ὅ­τι ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι γε­μά­τη μυ­στι­κά, ἐκ­πλή­ξεις καὶ μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις. Γρά­φει κά­που χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Ἡ ζω­ὴ ἀλ­λά­ζει. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρό­πους μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους προ­σπα­θῶ νὰ ἀλ­λά­ξω τὴ δι­κή μου εἶ­ναι νὰ ἀ­παλ­λα­γῶ ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες μου γιὰ νὰ μὴν εἶ­μαι κου­φὸς καὶ τυ­φλὸς στὸν κό­σμο γύ­ρω μου. Ὅ­ταν ἀ­να­φέ­ρο­μαι στὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου στὰ μα­νι­τά­ρια, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι μὲ ρω­τοῦν ἀ­μέ­σως ἂν ἔ­χω νι­ώ­σει πα­ραι­σθή­σεις. Ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ τοὺς πῶ ὅ­τι εἶ­μαι ἰ­δι­αί­τε­ρα ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κός, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που­ρι­τα­νός, ὅ­τι ὅ­λο κι ὅ­λο ποὺ κά­νω εἶ­ναι νὰ κα­πνί­ζω σὰν φου­γά­ρο —πλέ­ον μὲ δύ­ο φίλ­τρα καὶ μὲ ἕ­να κου­πό­νι σὲ κά­θε πα­κέ­το— καὶ νὰ πί­νω κα­φὲ πρω­ί, με­ση­μέ­ρι, βρά­δυ. Θὰ ἔ­πι­να καὶ ἀλ­κο­ὸλ ἀλ­λὰ ἔ­κα­να τὸ λά­θος νὰ ἐ­πι­σκε­φτῶ ἕ­ναν για­τρὸ ποὺ τὸ ἀ­πα­γο­ρεύ­ει. Οἱ πα­ραι­σθή­σεις γιὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­κού­ω δὲ μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρουν. Ὁ Ντὶκ Χίγ­κινς εἶ­πε ὅ­τι ἔ­φα­γε λί­γο ἀ­μα­νί­τη καὶ εἶ­δε ὁ­ρά­μα­τα μὲ λα­γούς. Ἡ Βα­λεν­τί­να Γου­ό­σον ἔ­φα­γε τὰ θε­ϊ­κὰ μα­νι­τά­ρια στὸ Με­ξι­κὸ καὶ φαν­τά­στη­κε ὅ­τι βρι­σκό­ταν στὶς Βερ­σαλ­λί­ες τὸν 18ο αἰ. ἀ­κού­γον­τας Μό­τσαρτ. Χω­ρὶς ἀ­πο­λύ­τως κα­μί­α δι­ε­γερ­τι­κὴ οὐ­σί­α, πέ­ραν τῆς κα­φε­ΐ­νης καὶ τῆς νι­κο­τί­νης, αὔ­ριο θὰ βρί­σκο­μαι στὸν Σὰν Φραν­σί­σκο ἀ­κού­γον­τας λί­γη ἀ­πὸ τὴ μου­σι­κή μου καὶ τὴν Κυ­ρια­κή, Θε­οῦ θέ­λον­τος, θὰ ξυ­πνή­σω στὴ Χα­βά­η μὲ πα­πά­γι­ες καὶ ἀ­να­νά­δες γιὰ πρω­ϊ­νό. Θὰ ὑ­πάρ­χουν λου­λού­δια ποὺ θὰ μο­σχο­βο­λοῦν, χρω­μα­τι­στὰ που­λιά, ἄν­θρω­ποι ποὺ θὰ κο­λυμ­ποῦν στὰ κύ­μα­τα, καὶ (σὲ πά­ω στοί­χη­μα πέν­τε σέν­τς) ἕ­να οὐ­ρά­νιο τό­ξο στὸν οὐ­ρα­νὸ ποὺ θὰ φα­νεῖ στὴ διά­ρκεια τῆς ἡ­μέ­ρας[21]».


προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες Τὸ ραντε­βοῦ μου μὲ μιὰ Νεά­ντερ­ταλ, Μιὰ ἱστο­ρία γιὰ τὸ σῶ­μα καὶ Οἱ φω­νὲς τῆς σιω­πῆς τῶν David Ga­lef, Ro­bert Hass καὶ Κώ­­στα Ἀ­­ξε­­λοῦ, ἀν­τί­στοι­χα.


Τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Πορ­το­γα­λί­δας Teo­lin­da Ger­são Μιὰ ζα­κέ­τα ἀπὸ κόκ­κινη ἀ­λε­ποῦ.


Τὴ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση μὲ τί­τλο The sound­maker τοῦ ντου­έ­του ἀ­κου­στι­κῆς κι­θά­ρας τῶν Με­ξι­κα­νῶν Rodri­go καὶ Gabri­ela.


Τὸ τρα­γού­δι Movi­mi­en­to τοῦ Jo­rge Drex­ler γιὰ τὸν στί­χο «Εἴ­μα­στε ζων­τα­νοὶ ἐ­πει­δὴ εἴ­μα­στε ἐν κι­νή­σει».


Τὴ σει­ρὰ ντο­κι­μαν­τὲρ Jun­gle My­ste­ry: Lost king­doms of the Ama­zon ποὺ ξε­κί­νη­σε τὸν Δε­κέμ­βριο 2020 στὸ channel 4 καὶ πε­ρι­η­γεῖ­ται στὴν πε­ρι­ο­χὴ καὶ τῶν πρό­σφα­των ἀ­να­κα­λύ­ψε­ων τῶν προ­ϊ­στο­ρι­κῶν τοι­χο­γρα­φι­ῶν στὴν Κο­λομ­βί­α.


[1]. Tῆς ἑται­ρείας Digizy­me’s Custom Ma­ya Mole­cu­lar Soft­ware Bio­logía Al In­stan­te, εἰ­δι­κῆς στὶς ἀ­πει­κονί­σεις μο­ρια­κῶν τοπί­ων.
[2]. Εὐχαρι­στοῦμε ἰδιαί­τε­ρα τὸν κ. Ἄκη Παπα­ντώνη, συγ­γρα­φέα καὶ καθη­γη­τὴ στὸ Πα­νε­­πι­στή­μιο τοῦ Göt­tin­gen, γιὰ τὴν ἐπιστη­μονι­κή του ἄπο­ψη σχε­τι­κὰ μὲ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα.
[3]. Emily Dickin­son, Τὸ ἀνε­ξάν­τλητα Σημαῖ­νον. 91 Ποι­ήμα­τα, Ἐπιλογὴ – Μετά­φρα­ση – Πρό­­λο­γος Ἕλ­λη Συνο­δινοῦ, Ἐκ­δό­σεις Ἰδε­ό­γραμ­μα, Ἀθήνα 2006.
[4]. Μετάφραση δική μου.
[5]. Στὸ Pol­lastri La­ura, Los desa­fue­ros del colec­cio­nista: micro­rre­lato, an­tolo­gía y com­pila­ción, στὸ Cua­der­nos del CI­LHA – a. 11 n. 13 – 2010 (p.p.30-37).
[6]. Μετάφραση δική μου.
[7]. Μετάφραση δική μου.
[8]. Μετάφραση δική μου.
[9]. Μετάφραση δική μου.
[10]. Μετάφραση δική μου.
[11]. Μετάφραση δική μου.
[12]. Ἡ σχε­δί­αση τοῦ ἐξωφύλ­λου εἶ­ναι τῆς Dra­ga­na Ni­ko­lic ἀπὸ τὴ Σερ­βία.
[13]. Μετάφραση δική μου.
[14]. Μετάφραση δική μου.
[15]. Μετάφραση δική μου.
[16]. Στὸ Brasca Raúl, Mi poé­tica. Micro­fic­cio­nes, ἀπὸ τὸν συλλογικὸ τόμο A­na Ru­e­da (ed.), Mi­ni­fic­ción y na­no­fi­lo­lo­gía: lati­tu­des de la hiper­bre­ve­dad, ­Ibe­ro­ame­ri­cana, Ma­drid, 2017.
[17]. Μετάφραση δική μου.
[18]. ὅπ. παρ. Brasca Raúl, Mi poé­ti­ca. Micro­fic­cio­nes.
[19] . Μετάφραση δική μου.
[20]. Στὸ Gor­ham Sa­rah, The Edge Effect, E­­co­to­ne, Vo­lu­me 2, Num­ber 1, Fall/Win­ter 2006 (p.p. 99-111), U­niver­si­ty of North Ca­ro­li­na, Wil­ming­ton.
[21]. Μετάφραση δική μου.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#14: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού (21-09-2020)

Δελτίο#13: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς (01-06-2020)

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.


			

Γιά­ννης Πα­τί­λης: Τὰ Μι­κρὰ τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να



Γιά­ννης Πα­τί­λης


Τὰ Μι­κρὰ τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να

Μι­κρο-α­φη­γή­σεις γιὰ τὴν Με­γά­λη Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση


καὶ ποι­ός θ’ ἀρ­νη­θῇ πὼς τὸ ἀ­νέκ­δο­το τὸ ἀ­λη­θι­νὰ ἱ­στο­ρι­κὸ εἶ­ναι μά­θη­μα ἱ­στο­ρί­ας;
Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης

I. Ἱ­στο­ρι­κὴ προ­βο­λὴ τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να στὸ πα­ρόν


Ι ΕΠΕΤΕΙΟΙ εἶ­ναι ἴ­σως ὁ χει­ρό­τε­ρος τρό­πος νὰ τι­μή­σεις ἕναν σπου­δαῖο ἀγώνα τοῦ ἀν­θρώ­που γιὰ ἀξιοπρέπεια. Μέ­σα σὲ μιὰ σχέ­ση κυ­ρι­αρ­χί­ας ἡ αἱματηρὴ προ­σπά­θεια ὑ­πο­δεέ­στε­ρου κοι­νω­νι­κοῦ συ­νό­λου νὰ ἀ­πο­κτή­σει αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ καὶ αὐ­το­νο­μί­α ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἱ­στο­ρι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ἐ­ξου­σια­στή του, πα­ρα­μέ­νει πάν­τα μιὰ τέτοια σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση, ὅ­σο κι ἂν αὐ­τὴ στὴν πο­ρεί­α της, ἀν­τι­στρέ­φον­τας τοὺς ὅ­ρους της, κιν­δυ­νεύ­ει (καὶ κά­πο­τε συμ­βαί­νει) νὰ γί­νει μιὰ με­γά­λη ὑ­πό­θε­ση ντρο­πῆς γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, μιὰ μαύ­ρη σε­λί­δα κα­τε­ξου­σί­α­σης τῶν ἄλ­λων. Ὁ με­γά­λος ξε­ση­κω­μὸς τῶν ὀρ­θό­δο­ξων Ρω­μι­ῶν καὶ Ἀρ­βα­νι­τῶν τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, ἀ­πέ­ναν­τι στὸν Ὀ­θω­μα­νὸ δυ­νά­στη τους, δι­και­ο­λο­γη­μέ­να ἀ­ναρ­ρί­πι­σε στὰ στή­θη τῶν φι­λε­λεύ­θε­ρων ἀν­θρώ­πων τῆς ἐ­πο­χῆς, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­θνι­σμοῦ καὶ δόγ­μα­τος χρι­στι­α­νι­κοῦ, κρί­σι­μα γιὰ τὴν ὕ­παρ­ξη τῶν ἀν­θρώ­πων τοῦ και­ροῦ αἰ­σθή­μα­τα ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σης καὶ αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ ἀ­πὸ πα­ρό­μοι­ους ἢ ἀ­νά­λο­γους κοι­νω­νι­κοὺς δε­σπο­τι­σμούς. Δη­λα­δή: ἀ­πὸ τὴ σκλα­βιά.

       Ὁ νε­ο­ελ­λη­νι­κὸς ἐ­θνι­σμὸς τοὺς τε­λευ­ταί­ους δύ­ο αἰ­ῶ­νες, μ’ ὅ­λες τὶς ἐ­θνι­κι­στι­κὲς του ἀν­τι­φά­σεις καὶ τὶς ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὲς ἐ­κτρο­πές του στὴν με­τα­ξι­κὴ καὶ ἀ­πρι­λια­νὴ δι­κτα­το­ρί­α, κα­τά­φε­ρε νὰ δι­α­σώ­σει στὰ προ­τάγ­μα­τά του κρί­σι­μους πυ­ρῆ­νες πα­τρι­ω­τι­κούς, ἀν­τι­στα­σια­κοὺς καὶ δη­μο­κρα­τι­κούς, ἐ­νῶ μὲ τὴν προ­ϋ­πάρ­χου­σα ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­σή του, τὴν λει­τουρ­γι­κὴ καὶ θε­ο­λο­γι­κή, ὅ­σο καὶ μὲ τὴν βι­ω­μέ­νη μέ­σῳ τῆς γλώσ­σας του ἱ­κα­νό­τη­τα ὄ­σμω­σης τοῦ με­γα­πλη­θοῦς χω­ρο­χρο­νι­κῶς ἱ­στο­ρι­κοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ἀ­πέ­κτη­σε, ταυ­το­χρό­νως, καὶ δυ­να­τό­τη­τα ὑ­πέρ­βα­σης τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ του κρα­τι­σμοῦ καὶ τῆς ἀ­να­κλα­στι­κῆς πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης του ἑλ­λη­νο­κεν­τρι­κό­τη­τας πρὸς δι­ε­ξό­δους φύ­σε­ως οἰ­κου­με­νι­κῆς. Σπου­δαῖ­ες μορ­φὲς τοῦ δευ­τέ­ρου ἡ­μί­σε­ος τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ώ­να, σὰν ἐ­κεῖ­νες τοῦ Κώ­στα Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου, τοῦ Κορ­νή­λιου Κα­στο­ριά­δη, τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη, τοῦ Χρή­στου Γι­αν­να­ρᾶ, μᾶς ἔ­δει­ξαν μὲ τὴν σκέ­ψη τους ὅ­τι τέ­τοι­ες διέξο­δοι εἶ­ναι ἐ­φι­κτές.

       Ἡ πα­ρα­πά­νω οἰ­κου­με­νι­κὴ δι­έ­ξο­δος, ὡς ὑ­πε­ρε­θνι­κὸ ἀ­ξια­κὸ σύμ­παν εἶ­ναι ἡ πρώ­τη καὶ με­γα­λύ­τε­ρη πρό­κλη­ση γιὰ τὴν συγ­κρό­τη­ση ἀν­τι­στα­σια­κῆς πο­λι­τι­σμι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τοῦ σύγ­χρο­νου Νε­ο­έλ­λη­να ἀ­πέ­ναν­τι σὲ μιὰ ἀ­δι­έ­ξο­δη καὶ ἀν­θρω­πο­κα­τα­στρο­φι­κὴ ἐκ­με­ταλ­λευ­τι­κὴ τε­χνο­κα­πι­τα­λι­στι­κὴ παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση ποὺ μὲ τὰ ἐ­ξό­χως ἑλ­κυ­στι­κὰ τε­χνο­λο­γι­κὰ ση­μεῖ­α ταύ­τι­σης πρὸς τὴν ἴ­δια, ὁ­δη­γεῖ παν­τοῦ σὲ μιὰ δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­πο­συ­ναρ­μο­λό­γη­σης ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε πα­ρα­δο­σια­κῆς δι­α­φο­ρο­ποι­η­τι­κῆς συλ­λο­γι­κό­τη­τας σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν πλα­νή­τη, με­τα­τρέ­πον­τας κά­θε ἱ­στο­ρι­κὴ χώ­ρα σὲ ἑ­νια­ῖο ἀ­δι­α­φο­ρο­ποί­η­το γε­ω­γρα­φι­κὸ χῶ­ρο καὶ κά­θε ἱ­στο­ρι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὑ­πο­κεί­με­νο σὲ ἀ­πρό­σω­πη μά­ζα ἀ­γο­ρα­στῶν καὶ κα­τα­να­λω­τῶν.

       Ἡ δεύ­τε­ρη ἐ­ξί­σου σπου­δαί­α πρό­κλη­ση γιὰ τὴν συγ­κρό­τη­ση μιᾶς πα­ρό­μοι­ας ταυ­τό­τη­τας, κα­θὼς εἶ­ναι ἐ­ξί­σου ἱ­στο­ρι­κή, ὡς ἡ ἄλ­λη με­τω­πι­κὴ ὄ­ψη τοῦ Ἰ­α­νοῦ, κοι­τά­ζει αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ πρὸς τὰ πί­σω καὶ τὸ πα­ρελ­θόν, ἀ­να­σύ­ρον­τας, με­τὰ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ παγ­κό­σμιου πο­λι­τι­κοῦ δι­πο­λι­σμοῦ τὸ 1989, ἀρ­χα­ϊ­κὲς πο­λι­τι­σμι­κὲς ἐμ­μο­νὲς ποὺ λί­γες δε­κα­ε­τί­ες πρὶν φαι­νόν­του­σαν στὰ μά­τια τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων μας πα­ρω­χη­μέ­νες. Ἡ ἀ­να­κα­τα­νο­μὴ τῆς παγ­κό­σμιας κυ­ρι­αρ­χί­ας τὶς τρεῖς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες, φέρ­νει στὸ ἱ­στο­ρι­κὸ προ­σκή­νιο τὶς χῶ­ρες τῆς Ἀ­να­το­λῆς, ἄλ­λο­τε ‘εἰ­ρη­νι­κά’ (ἂν καὶ πάν­το­τε ἀν­τα­γω­νι­στι­κά) μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες καὶ τὴν στή­ρι­ξη τῆς Δύ­σης, ὅ­πως στὶς με­γά­λες οἰ­κο­νο­μί­ες τῆς Ἄ­πω Ἀ­να­το­λῆς, καὶ ἄλ­λο­τε ἐ­πι­θε­τι­κά, καὶ κά­πο­τε ὀ­δυ­νη­ρῶς βί­αι­α, μὲ τὴν ἀ­νά­καμ­ψη τῆς ἰσ­λα­μι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας, ὅ­πως στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες χῶ­ρες τῆς Ἐγ­γὺς καὶ Μέ­σης Ἀ­να­το­λῆς. Ἡ ἐ­πα­νεμ­φά­νι­ση, μέ­σα στὴν κί­νη­ση αὐ­τή, τοῦ νε­ο-ο­θω­μα­νι­κοῦ ἀ­να­θε­ω­ρη­τι­κοῦ ἐ­πε­κτα­τι­σμοῦ, ὑ­πο­χρε­ώ­νει τὸν Νε­ο­έλ­λη­να ἰ­σο­μοί­ρως πρὸς μιὰ ἀ­πέ­θαν­τη πο­λι­τι­σμι­κὴ ἐμ­μο­νὴ τοῦ «Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agresti Latiο» τοῦ Ὁ­ρά­τιου καὶ τοῦ τό­σο ὀ­δυ­νη­ρὰ ἐ­πί­και­ρου «Ἕλ­λη­νες ἀ­πο­δη­μοῦ­σι καὶ θά­λασ­σαν πε­ρῶ­σι ἵ­να γράμ­μα­τα μά­θω­σι»[1] τοῦ Με­γά­λου Ἀ­θα­να­σί­ου νὰ σκε­φτεῖ ὡς ἱ­στο­ρι­κὴ «Μοί­ρα τοῦ Τό­που» καὶ τὴν Μοί­ρα τῆς Γε­ω­γρα­φί­ας!

       Πράγ­μα­τι, τὸ Αἰ­γαῖ­ο μὲ τὰ νη­σιά του, εἴ­τε Αἰ­γαῖ­ο Πέ­λα­γος τὸ ὀ­νο­μά­σου­με ἐ­μεῖς εἴ­τε Θά­λασ­σα τῶν Νη­σι­ῶν ὅ­πως οἱ Ἀ­πέ­ναν­τι, δὲν παύ­ει νὰ εἶ­ναι μιὰ θά­λασ­σα ποὺ ἱ­στο­ρι­κή της μοί­ρα, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὰ ψά­ρια της, ἦ­ταν καὶ πα­ρα­μέ­νει νὰ ἑ­νώ­νει καὶ ὄ­χι νὰ χω­ρί­ζει τὶς τέσ­σε­ρις ἐ­δα­φι­κὲς πλευ­ρὲς τοῦ νο­η­τοῦ ὀρ­θο­γώ­νιου πα­ρα­λ­λη­λόγραμ­μου ποὺ τὴν πε­ρι­κλεί­ουν. Ἡ ἀ­κα­τά­παυ­στη ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῶν λα­ῶν τῆς πε­ρι­ο­χῆς πρὸς κά­θε κα­τεύ­θυν­ση τοῦ τε­τρα­πλεύ­ρου, σχε­δὸν πάν­το­τε ὁ­δη­γοῦ­σε, ἄλ­λο­τε βί­αια διὰ τῶν ὅ­πλων ἄλλοτε διὰ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας εἰ­ρη­νι­κά, σὲ ἀ­ξι­ώ­σεις κυ­ρι­αρ­χί­ας πρὸς τὶς ὑ­πό­λοι­πες πλευ­ρὲς τοῦ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρου ἰ­δι­ο­κτή­τη τῆς μιᾶς ἐξ αὐ­τῶν. Ἕ­ξι χι­λιά­δες χρό­νια προ­ϊ­στο­ρί­ας καὶ ἱ­στο­ρί­ας, ἀ­πὸ τοὺς αἰ­ῶ­νες τῆς Ὕ­στε­ρης Με­σο­λι­θι­κῆς Ἐ­πο­χῆς ὣς τὴν Τέ­ταρ­τη Βι­ο­μη­χα­νι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση, ποὺ μό­λις ἀρ­χί­σα­με νὰ δι­α­νύ­ου­με, μο­νό­το­να ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸ ἴ­διο: Εἴ­τε μὲ τὴν Μι­νω­ϊ­κὴ καὶ Μυ­κη­να­ϊ­κὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α, εἴ­τε μὲ ἐ­κεί­νη τῶν Περ­σῶν ἢ τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κὴ Ἡ­γε­μο­νί­α, εἴ­τε τὴν Μα­κε­δο­νι­κὴ καὶ κα­τό­πιν σει­ρα­ϊ­κῶς μὲ τὴν Ρω­μαι­ο-Βυ­ζαν­τι­νὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α καὶ τὴν ἑ­τε­ρο­γε­νῆ θρη­σκευ­τι­κῶς δι­α­δο­χό της Ὀ­θω­μα­νι­κή, τὸ Τε­τρά­πλευ­ρο δὲν ἡ­σύ­χα­ζε πα­ρὰ μό­νον ὅ­ταν πρω­τί­στως δυ­τι­κὴ καὶ ἀ­να­το­λι­κή του πλευ­ρὰ ἀ­πο­κτοῦ­σαν τὸ ἴ­διο ἀ­φεν­τι­κό. Ἡ τε­λευ­ταία ἱ­στο­ρι­κὴ εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­πο­κτή­σουν εἰ­ρη­νι­κῶς οἱ δύ­ο πλευ­ρὲς ἕ­να ἴ­διο ἀ­φεν­τι­κὸ στὸ Εὐ­ρώ[2], φαί­νε­ται πὼς χά­θη­κε, ἂν ὄ­χι διὰ ‘παν­τό­ς’ πάν­τως γιὰ τὶς ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νες γε­νι­ές.

       Τὸ δεύ­τε­ρο, λοι­πόν, στοι­χεῖ­ο συγ­κρό­τη­σης νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ταυ­τό­τη­τας ὡς ἀν­τι­στα­σια­κῆς ἐ­πι­βί­ω­σης καὶ συ­νέ­χειας τῶν ὑ­πο­κει­μέ­νων της στὸν συγ­κε­κρι­μέ­νο ἱ­στο­ρι­κὸ χῶ­ρο, εἶ­ναι ἡ πλή­ρης καὶ δρα­στι­κὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση αὐ­τῆς τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς γε­ω­γρα­φι­κῆς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τας καὶ τῶν συ­νε­πει­ῶν της. Ἡ τά­ση τοῦ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρου κα­τό­χου τῆς μί­ας πλευ­ρᾶς νὰ ἐ­πε­κτα­θεῖ πρὸς κά­θε ἄλ­λη κα­τεύ­θυν­ση, ὅ­σο, ὅ­πως καὶ ὅ­πο­τε μπο­ρεῖ νὰ τὸ ἐ­πι­τε­λέ­σει, ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἱ­στο­ρι­κῶς ἀ­κα­τά­σχε­τη. Καὶ ὅ­λοι ξέ­ρου­με ποι­ό εἶ­ναι —καὶ κυ­ρί­ως ποι­ό θὰ εἶ­ναι, μὲ βά­ση τὶς δη­μο­γρα­φι­κὲς προ­βο­λές— τὸ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο ἀ­φεν­τι­κὸ στὴν πε­ρι­ο­χή! Τὸ ἀ­πο­τρο­πα­ϊ­κὸ τρο­πά­ρι-μάν­τρα τῶν πτο­η­μέ­νων ἑλ­λα­δι­κῶν ἐ­λίτ Τὰ σύ­νο­ρα τῆς Ἑλ­λά­δος εἶ­ναι καὶ σύ­νο­ρα τῆς Εὐ­ρώ­πης εἶ­ναι βα­θειὰ ἀ­νι­στό­ρη­το γιὰ νὰ ἐλ­πί­ζει κα­νεὶς ὅ­τι θὰ ἐ­φαρ­μο­στεῖ πο­τέ – ἀ­κό­μη καὶ ἂν ἡ ΕΕ γι­νό­ταν πράγ­μα­τι κά­τι ἀν­τί­στοι­χο μὲ τὶς ΗΠΑ στὴν πε­ρι­ο­χή!

       Μ’ ὅ­λη τὴν κο­σμο­ϊ­σμο­ρι­κὴ ἥτ­τα ποὺ ὑ­πέ­στη τὸ 1922 ὁ μι­κρα­σι­α­τι­κὸς ἑλ­λη­νι­σμός, στὴν πρά­ξη δι­α­τη­ροῦ­σε, ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ κρά­τους τὸ 1832, τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῶν δύ­ο πλευ­ρῶν ἀ­νοι­χτή. Ἡ Συν­θή­κη τῆς Λω­ζά­νης, ποὺ ἐ­πι­σφρά­γι­σε τὴν δι­άρ­ρη­ξη αὐ­τῆς τῆς συ­νέ­χειας, μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πῆρ­ξε μιὰ ἀ­νυ­πο­λό­γι­στης ση­μα­σί­ας ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­θνι­κὴ ἐ­πι­τυ­χί­α μὲς στὴν Κα­τα­στρο­φή (κά­τι ποὺ σή­με­ρα τὸ κα­τα­λα­βαί­νου­με κα­λύ­τε­ρα), πλὴν ὅ­μως καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δυ­σβά­στα­κτη, κα­θὼς ταυ­το­χρό­νως συ­νι­στοῦ­σε ἕ­ναν γε­ω­στρα­τη­γι­κῶς ἀν­τι-ι­στο­ρι­κὸ συμ­βι­βα­σμό, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν ζή­τη­μα χρό­νου νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ ὁ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρος καὶ πλέ­ον ρε­α­λι­στὴς παί­κτης τῆς πε­ρι­ο­χῆς.

       Ἐ­πει­δὴ χι­λι­ε­τί­ες τώ­ρα, καὶ ὅ­σο ἡ Γε­ω­γρα­φί­α δὲν προ­βλέ­πε­ται νὰ ἀλ­λά­ξει, στὸ νο­η­τὸ τε­τρά­πλευ­ρο τοῦ Αἰ­γαί­ου ἡ κά­θε Μί­α Ἀ­κτὴ θὰ ζη­τά­ει πάν­τα νὰ συ­ναν­τη­θεῖ μὲ τὴν Ἄλ­λη!

 


II. Τὸ Ἀρ­χεῖ­ο τοῦ Αἵ­μα­τος: Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης


Ὁ Μη­τσά­κης γρά­φων πρὸ ἐ­τῶν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πε­ρί­φη­μα κομ­μά­τια του «Ἡ­λί­ου δύ­σις» καὶ βλέ­πων ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­αν τῶν Πα­τρῶν τὰ βου­νὰ τῆς Ναυ­πά­κτου ἀ­πέ­ναν­τι ἐ­φώ­να­ξε: «Γειά σου, Βλα­χο­γιά­ννη!» ὡς νὰ ἤ­θε­λε νὰ συν­δέ­σῃ μί­αν πό­λιν, ἡ ὁ­ποί­α δὲν εἶ­χε εἰς τὴν ση­με­ρι­νήν της ἀ­φά­νειαν νὰ ἐ­πι­δεί­ξῃ τί­πο­τε ἄλ­λο, μὲ μί­αν δό­ξαν.
Γε­ρά­σι­μος Βῶ­κος, «Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης», περ. Καλ­λι­τέ­χνης, ἔ­τος Β’, ἀρ. 23, Φε­βρουά­ριος 1912, σελ. 384.

 


ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ τὸ πα­ρὸν κεί­με­νο μὲ μιὰ ἔκ­φρα­ση κα­τα­φρό­νη­σης πρὸς τὶς ἐ­πε­τεί­ους. Πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να, ποὺ ὁ γρά­φων σὲ βά­θος ἀ­γνο­εῖ, ὅ­πως ἄλ­λω­στε οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι σὲ τού­τη τὴ χώ­ρα, φαν­τα­στή­κα­με τοῦ­το τὸ κεί­με­νο, μα­ζὶ μὲ τὴ μα­κρὰ σει­ρὰ μι­κρο-ἀ­φη­γή­σε­ων ποὺ τὸ συ­νο­δεύ­ουν ὡς πα­ρα­τε­τα­μέ­νο πλὴν εὐ­φραν­τι­κό μας ἐ­λά­χι­στο φό­ρο τι­μῆς σὲ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ὁ­λο­ζών­τα­νη προ­βο­λή ἐ­κεί­νου τοῦ Με­γά­λου Ξε­ση­κω­μοῦ βα­θειὰ μέ­σα στὸν Εἰ­κο­στὸ Αἰ­ώ­να, ἕ­ως τὸν θά­να­τό του τὸ 1945: στὸν Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη καὶ τὴν Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α του ἀ­πὸ ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­νέκ­δο­τα τῆς πε­ρι­ό­δου 1820–1864, ποὺ ἀ­πο­τέ­λε­σε στὸ μέ­γι­στο μέ­ρος τὴν βά­ση καὶ τῆς δι­κῆς μας ἀν­θο­λό­γη­σης. Ἡ συ­ναί­σθη­ση τῆς συ­νέ­χειας ποὺ ὑ­πο­βάλ­λει ἡ ἀ­νά­σα ἑ­νὸς τέ­τοι­ου ἀν­θρώ­που αἰ­σθη­τὴ ἀ­κό­μη στὰ χρό­νια τοῦ γρά­φον­τος εἶ­ναι πολ­λα­πλα­σί­ως πα­ρη­γο­ρη­τι­κὴ γιὰ τὴν ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κὴ ζων­τα­νὴ πα­ρου­σί­α τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἐ­πέ­τει­ο!

       Ἐ­ξάλ­λου εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶς δι­δα­κτι­κὴ ἡ το­πο­θέ­τη­ση στὸ προ­κεί­με­νο μιᾶς τέ­τοι­ας προ­σω­πι­κό­τη­τας, τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ οἱ ἀν­τί­στοι­χες πο­λι­τι­κὲς ἐ­λίτ αὐ­τοῦ τοῦ Τό­που, ἀ­πο­φά­σι­σαν, ὅ­πως ἀ­να­με­νό­ταν, νὰ ἑ­ορ­τά­σουν 100 χρό­νια πρίν, δη­λα­δὴ τὸ 1921, τὴν ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δα τῆς με­γά­λης Ἑλ­λη­νι­κῆς Ε­πα­νά­στα­σης. Χω­ρὶς νὰ ὑ­πο­κύ­ψει στὴν δε­ον­το­λο­γί­α τῆς ἐ­τι­κέ­τας —ποὺ θε­ω­ρη­τι­κὰ ‘ἐ­πέ­βαλ­λε’ σ’ αὐ­τόν, ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ Ἱ­δρυ­τῆ (μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τοῦ παν­το­δύ­να­μου Βε­νι­ζέ­λου τὸ 1914) τῶν Γε­νι­κῶν Ἀρ­χεί­ων τοῦ Κρά­τους, ὅ­σο καὶ ἐ­κεί­νη τοῦ Δι­ευ­θυν­τῆ τους ὣς τὸ 1937— στὴν εἰ­σα­γω­γι­κὴ «Ἀ­φι­έ­ρω­σι» τοῦ τό­μου ποὺ προ­α­να­φέ­ρα­με, καὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐκ­δό­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να τὸ 1927 μὲ τὴν «πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α» τοῦ Ἐμ­μα­νου­ὴλ Μπε­νά­κη, ὁ συν­τά­κτης του Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης ση­μεί­ω­νε με­τ’ ἐμ­φά­σε­ως τὰ πα­ρα­κά­τω:  

Τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸν Κρά­τος ἤρ­χι­σεν ἀ­πὸ τοῦ 1921 καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ κά­θε χρό­νον νὰ τε­λῇ ἑ­ορ­τὰς ἀ­να­μνη­στι­κὰς τῶν Θε­με­λι­ω­τῶν τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς του, κα­τὰ τὸν ἰ­δι­κόν του ἐν­τε­λῶς τρό­πον, τὸν πο­λὺ γνω­στὸν εἰς κά­θε Ἕλ­λη­να. Ἐ­ξα­πο­στέλ­λει ἐ­πὶ τό­που τὰ πο­λε­μι­κά του πλοῖ­α, φι­λο­ξε­νεῖ πλου­σί­ως τοὺς ἐ­πι­σή­μους καὶ τοὺς ἄλ­λους κα­λε­σμέ­νους του, προ­σφέ­ρον πρὸς αὐ­τοὺς πο­λυ­έ­ξο­δα γεύ­μα­τα, καὶ ἀ­παγ­γέ­λει λό­γους πα­νη­γυ­ρι­κούς. Δα­πα­νᾷ ὅ­μως, κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πον, καὶ θὰ δα­πα­νή­σῃ ἀ­κό­μη ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α τί­πο­τα δὲν θὰ μεί­νῃ ποῦ νὰ ἐν­θυ­μί­ζῃ εἰς τοὺς με­τα­γε­νε­στέ­ρους τὸν βί­ον καὶ τὰ ἔρ­γα τῶν Ἀν­δρῶν ἐ­κεί­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἵ­δρυ­σαν τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸν Κρά­τος, τί­πο­τε ποῦ νὰ δι­α­φω­τί­ζῃ πλη­ρέ­στε­ρα τὴν ἱ­στο­ρί­αν τοῦ Ἱ­ε­ροῦ μας Ἀ­γῶ­νος, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ με­γα­λύ­τε­ρον μέ­ρος μέ­νει ἀ­κό­μη σκο­τει­νόν.

       Διὰ τοῦ­το ἡ εὐ­γε­νὴς ἀ­πό­φα­σις τοῦ Κυ­ρί­ου Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη νὰ τυ­πώ­σῃ καὶ τὴν πα­ροῦ­σαν συλ­λο­γήν, εἰς τὴν ὁ­ποί­αν ἀ­να­ζοῦν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ση­μεῖ­α τοῦ βί­ου τῶν Ἀν­δρῶν ἐ­κεί­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­πλα­σαν καὶ ἐ­στε­ρέ­ω­σαν τὴν πο­λι­τι­κήν μας ὕ­παρ­ξιν, ἔρ­χε­ται πά­λιν νὰ τα­ρά­ξῃ τὴν λι­θί­νην ἀ­δι­α­φο­ρί­αν τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Κρά­τους. Ἐ­σύ­στη­σε μὲν τοῦ­το πρὸ χρό­νων Ἐ­πι­τρο­πὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος, συ­σταί­νει δὲ κά­θε φο­ρὰν καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρας ἑ­ορ­τα­στι­κὰς ἐ­πι­τρο­πάς, ἀλ­λ’ αὐ­τὸ τὸ κά­μνει πρὸς φε­να­κι­σμὸν τοῦ πα­τρι­ω­τι­κοῦ αἰ­σθή­μα­τος τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Λα­οῦ καὶ πρὸς σπα­τά­λην τοῦ χρή­μα­τός του.  


Βα­ρύ­τα­τη ἡ ἀ­πό­φαν­ση τοῦ ρου­με­λι­ώ­τη ἱ­στο­ρι­ο­δί­φη, μᾶς ὁ­δη­γεῖ κα­τευ­θεί­αν, 100 χρό­νια με­τά, στὶς τω­ρι­νές μας φι­έ­στες, μὲ τὴν Γιά­ννα Ἀγ­γε­λο­πού­λου καὶ τὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ «Ἑλ­λά­δα 2021», γιὰ νὰ ὑ­πο­γραμ­μι­στεῖ κα­λύ­τε­ρα μὲ τὴ μαύ­ρη της βε­βαι­ό­τη­τα τὸ πό­σο βα­θειὰ καὶ ἐμ­μο­νι­κὴ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἡ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὶς πραγ­μα­τι­κὲς ἀ­νάγ­κες τῆς κοι­νω­νί­ας καὶ τὶς κρα­τι­κὲς πο­λι­τι­κές, τῶν ὁ­ποί­ων οἱ οἰ­κο­νο­μι­κὲς σπα­τά­λες μὲ τὶς πα­νη­γυ­ρι­ώ­τι­κες ρη­το­ρεῖ­ες ποὺ τὶς συ­νο­δεύ­ουν, κα­θὼς συ­νέ­βη καὶ στὴν παγ­κό­σμια φι­έ­στα τῶν Ὀ­λυμ­πια­κῶν τοῦ 2004 στὴν Ἀ­θή­να, προ­ϋ­πο­θέ­τουν καὶ συ­νά­μα ἐμ­πε­δώ­νουν τὸν ἐκ­φε­να­κι­σμὸ θε­με­λι­ω­δῶν κοι­νω­νι­κῶν συ­ναι­σθη­μά­των ὅ­πως εἶ­ναι στὴν πα­ρού­σα συγ­κυ­ρί­α τὸ ἐ­θνι­κό – ἀλ­λὰ καὶ ὅ­πως κά­νουν πάν­τα τι­μὲς πα­νη­γυ­ρι­κὲς καὶ βρα­βεῖ­α ἀ­νέρ­γως, ἐ­κεῖ ποὺ τὴν μό­νη ἁρ­μό­ζου­σα στά­ση ὑ­πο­βάλ­λει ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λαι­ὸ ἀν­δρῶν ἀ­γα­θῶν ἔρ­γῳ γε­νο­μέ­νων ἔρ­γῳ καὶ δη­λοῦ­σθαι τὰς τι­μάς.

       Μό­νον ἔ­τσι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ το­πο­θε­τη­θεῖ στὴ δι­κή του συγ­χρο­νί­α ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ μὲ τὸ τε­ρά­στιο σὲ ὄ­γκο καὶ σπου­δαι­ό­τη­τα ἔρ­γο του τί­μη­σε τὸ ἔρ­γο τῶν Θε­με­λι­ω­τῶν, κα­τὰ τὴν ἔκ­φρα­σή του, τῆς πο­λι­τεια­κῆς μας ὑ­πάρ­ξε­ως, γε­νά­με­νος μὲ τὸν τρό­πο του κι αὐ­τὸς ἕ­νας πραγ­μα­τι­κὸς ἥ­ρω­ας τῆς νε­ώ­τε­ρής μας Ἱ­στο­ρί­ας ποὺ τό­σο ἀ­φο­σι­ω­μέ­να ἀ­γά­πη­σε καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε. Ὄ­χι ἄ­δι­κα, στὸν ἐ­πι­τά­φιο ὕ­μνο ποὺ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σε ὁ Σι­κε­λια­νός, βλέ­πει στὸν Βλα­χο­γιά­ννη ἕ­ναν σύγ­χρο­νο Δι­γε­νῆ Ἀ­κρί­τα ποὺ ἔ­σχα­το πρό­ταγ­μά του στὸ κρε­βά­τι τοῦ θα­νά­του μᾶς ἀ­φή­νει τὴ Λευ­τε­ριὰ ὣς τὰ ὕ­ψη / τὴ Λευ­τε­ριά ὣς τὸ θά­να­το, ποὺ ἂν αὐ­τὴ ὑ­πάρ­χει καὶ τ’ ἄλ­λα εἶ­ναι κα­λά, στὸν ἀ­πά­νω ἢ τὸν κά­τω κό­σμο!


       Ὁ ἐκ­δό­της τῶν Ἀ­πο­μνη­μο­νευ­μά­των τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη, τοῦ Κα­σο­μού­λη καὶ τοῦ Σπυ­ρο­μί­λιου, τοῦ πεν­τά­το­μου Χια­κοῦ Ἀρ­χεί­ου, ἀλ­λὰ καὶ πάμ­πολ­λων ἄλ­λων ἱ­στο­ρι­ο­δι­φι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν, δὲν ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας τυ­πι­κός, ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νος ‘ἀν­τι­κει­με­νι­κὸ­ς’ ἢ ‘ἀ­με­ρό­λη­πτο­ς’, ἱ­στο­ρι­κὸς καὶ ἑρ­μη­νευ­τὴς τοῦ κό­σμου τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να, ἕ­νας ‘ἀ­πα­θὴ­ς’ ἐ­ρευ­νη­τής του. Εἶ­ναι γνω­στὸς καὶ μαρ­τυ­ρεῖ­ται πολ­λα­χῶς ὁ ἁ­δρὸς κι ἁ­ψὺς, μο­νο­κόμ­μα­τος καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νος χα­ρα­κτή­ρας του, τὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ αὐ­το­συ­ναί­σθη­μα ἀ­σφά­λειας ποὺ τοῦ ἔ­δι­νε ἡ σου­λι­ώ­τι­κη ἀ­πὸ τὴ μά­να του καὶ ἡ ρου­με­λι­ώ­τι­κη ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του κα­τα­γω­γή, τό­σο ποὺ νὰ χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­λο­γι­ζό­μα­στε συ­χνὰ πα­ρό­μοι­ες μορ­φὲς (καὶ δὲν ἔ­χει λί­γες ὁ 19ος αἰ­ώ­νας) προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με σή­με­ρα πό­ση Πρω­τεύ­ου­σα ἤ­θους καὶ πο­λι­τι­σμοῦ ἔ­κρυ­βε ἡ κα­τό­πιν λε­γό­με­νη ‘Ἐ­παρ­χί­α’ καὶ πό­ση πα­ρα­μορ­φω­τι­κὴ δύ­να­μη ἐ­παρ­χι­ώ­τι­κης εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς ξι­πα­σιᾶς ἐ­πε­φύ­λασ­σαν στοὺς νε­ή­λυ­δες ἀ­φε­λεῖς αἱ νέ­αι Ἀ­θῆ­ναι, ποὺ τὸν κοι­νω­νι­κό τους τύ­πο προ­δι­έ­γρα­ψε ὡς σὲ μο­νο­κον­τυ­λιὰ ἡ λα­ϊ­κὴ πα­ροι­μί­α «Εἶ­δε κά­πο­τε πα­λά­τι κι ἔ­κα­ψε τὸ σπί­τι του»!

       Ἰ­δοὺ ἐ­λά­χι­στο πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πὸ τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ ἱ­στο­ρι­ο­δί­φη: στὴν συ­νέν­τευ­ξη ποὺ τοῦ πῆ­ρε γιὰ τὴν ἐφ. Ἑ­στί­α τῆς 10.03.1937, κα­τὰ τὴν ἔ­ρευ­νά του μὲ τί­τλο «Νὰ σω­θοῦν τὰ ἱ­στο­ρι­κά μας ὅ­πλα», ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος Κ. Γεν­νι­ώ­της (φ.ψ. τοῦ Κων­σταν­τί­νου Κου­κί­δη[3]), ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Βλα­χο­γιά­ννη νὰ με­τα­φέ­ρει αὐ­το­λε­ξεὶ τὰ λε­γό­με­νά του, προ­κει­μέ­νου νὰ κα­λυ­φθοῦν δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κῶς τὰ νῶ­τα καὶ τῶν δύ­ο, ση­μει­ώ­νει: «Ἡ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ φο­ρὰ μοῦ ἔ­δω­κε τὴν εὐ­και­ρί­αν ν’ ἀ­κού­σω ἀ­πὸ τοῦ βή­μα­τος τῆς Γε­νεύ­ης τὴν ἱ­στο­ρι­κὴν, ἀλ­λὰ καὶ τό­σον ἀ­συμ­βί­βα­στον μὲ τὴν ση­με­ρι­νὴν δι­ε­θνῆ κα­τά­στα­σιν φρά­σιν τοῦ Μπριὰν δι­α­κη­ρύσ­σον­τος, ὅ­τι τὰ κα­νό­νια καὶ ὅ­λα τὰ ὅ­πλα πρέ­πει νὰ το­πο­θε­τη­θοῦν εἰς μου­σεῖ­ον. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τῶν γεν. ἀρ­χεί­ων τοῦ Κρά­τους κ. Βλα­χο­γιά­ννης, μοῦ ἔ­κα­με πρό τι­νων ἡ­με­ρῶν τὸ ἴ­διον κή­ρυγ­μα, ἀλ­λ’ ὑ­πὸ ἄλ­λο πνεῦ­μα, πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κόν, τό­σον μά­λι­στα, ὥ­στε νὰ λά­βῃ, πρὸ κά­θε ὁ­μι­λί­ας του, ὅ­λα τὰ μέ­τρα του. Ἔ­κρι­νε τὸ ζή­τη­μα σο­βα­ρώ­τα­τον καὶ πο­λὺ ἐ­πεῖ­γον. Καὶ μοῦ ἐ­ζή­τη­σε νὰ μὴ τὸ χει­ρι­σθῶ μὲ τὸ “Γαλ­λι­κὸν” ὕ­φος τοῦ γρα­ψί­μα­τός μου, ποὺ τὸ δι­α­ποι­κίλ­λουν πο­λυ­ει­δεῖς “τζι­ρι­τζάν­τζου­λες”, ὡς μὴ συμ­βι­βα­ζό­με­νον, κα­θὼς εἶ­πε, πρὸς τὸ ὑ­πὸ συ­ζή­τη­σιν θέ­μα. Κα­τε­χό­με­νος ἀ­πὸ τὸν ἴ­διον φό­βον, μοῦ ἐ­ζή­τη­σε νὰ κα­τα­γρά­ψω αὐ­τού­σια ὅ­σα μοῦ εἶ­πεν, ὥ­στε ὁ ρό­λος μου νὰ πε­ρι­ο­ρι­σθῇ πε­ρί­που εἰς μί­αν ἐ­πι­βε­βαί­ω­σιν τοῦ πι­στοῦ τῆς ἀν­τι­γρα­φῆς των.»

       Ἡ ἔμ­με­ση πα­ρα­κει­με­νι­κὴ ἀ­να­φο­ρὰ τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου φω­το­γρα­φί­ζει μὲ σπαρ­τα­ρι­στὸ τρό­πο τὸ ­ἦθος τοῦ συ­νεν­τευ­ξι­α­ζό­με­νου. Νὰ προ­στε­θεῖ σχε­τι­κῶς τὸ θρυ­λού­με­νο ὅ­τι σὲ πα­λαι­ό­τε­ρους και­ροὺς ὁ ἐ­πα­χτί­της λο­γο­τέ­χνης δι­έ­κο­ψε τὴν συ­νερ­γα­σί­α του μὲ τὸ σπου­δαῖ­ο πε­ρι­ο­δι­κὸ τῆς ἐ­πο­χῆς Πα­να­θή­ναι­α, ἐ­πει­δὴ ὁ ἐκ­δό­της του του Κί­μων Μι­χα­η­λί­δης τοῦ ἄλ­λα­ξε σὲ κεί­με­νό του μί­α λέ­ξη!

       Δύ­σκο­λα συμ­βι­βά­ζε­ται μὲ τὰ ση­με­ρι­νὰ ἀν­θρω­πο­λο­γι­κὰ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὰ ἤ­θη ἡ εἰ­κό­να τοῦ κουμ­που­ρο­φό­ρου χει­με­ρι­νοῦ κο­λυμ­βη­τὴ τοῦ Φα­λη­ρι­κοῦ Δέλ­τα μὲ τὸν πα­θι­α­σμέ­νο ἐ­ρευ­νη­τή, συλ­λέ­κτη, με­λε­τη­τὴ καὶ ἐκ­δό­τη ἐγ­γρά­φων καὶ ἱ­δρυ­τὴ ἀρ­χεί­ων, καὶ δὴ τοῦ θε­με­λι­ω­δέ­στε­ρου γιὰ τὸν με­τα­γε­νέ­στε­ρο ἱ­στο­ρι­κὸ ἐ­ρευ­νη­τὴ τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να. Λί­γο νοιά­ζει ἡ κρι­τι­κὴ τῶν με­λε­τη­τῶν τοῦ ἔρ­γου του γιὰ «ἐγ­γρα­φο­λα­γνεί­α» καὶ ἀ­δυ­να­μί­α «ἱ­στο­ρι­κῆς συν­θέ­σε­ως», προ­κει­μέ­νου γιὰ ἄν­θρω­πο ποὺ δὲν τὴν ἐ­πε­δί­ω­ξε, μὲ ὁ­λο­φά­νε­ρη τὴν με­ρο­λη­ψί­α ὑ­πὲρ Ἀ­γω­νι­στῶν εἰς βά­ρος Φι­λι­κῶν, λο­γί­ων, Φα­να­ρι­ω­τῶν, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν πο­λι­τι­κῶν, ἀλ­λὰ καὶ πά­λιν ὑ­πέρ… Ρου­με­λι­ω­τῶν Ἀ­γω­νι­στῶν εἰς βά­ρος Μω­ρα­ϊ­τῶν! Κα­νεὶς ὅ­μως δὲν ἀμ­φι­σβή­τη­σε τὸν πλοῦ­το, τὴν ἐν­τι­μό­τη­τα, αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα καὶ ἀ­κρί­βεια τῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν του, ποὺ δί­και­α τὸν κα­τα­τάσ­σουν ὡς τὸν σπου­δαι­ό­τε­ρο ἱ­στο­ρι­ο­δί­φη καὶ ἐκ­δό­τη πη­γῶν τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να[4].

       Ὁ Κ. Δ. Γε­ωρ­γού­λης, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κρι­τι­κὰ με­τρη­μέ­νους με­λε­τη­τές του, στὸ δο­κί­μιό του «Ὁ ἐ­θνι­σμὸς τοῦ Βλα­χο­γιά­ννη» γρά­φει:

       Ἔ­δει­χνε ἔ­τσι ὅ­τι τὴ συλ­λο­γὴ καὶ τὴν ἔκ­δο­ση τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν πη­γῶν τὴν εἶ­χε θε­ω­ρή­σει ὡς τὴ σο­βα­ρώ­τε­ρη ἀ­πα­σχό­λη­ση τῆς ζω­ῆς του. Δὲν τὸν ἔ­φερ­νε πρὸς αὐ­τὴ κα­νέ­να ἄλ­λο κί­νη­τρο πα­ρὰ μο­νά­χα ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἀ­φο­σί­ω­ση. Στὴν ἐρ­γα­σί­α του τὸν ἐ­φώ­τι­ζε θε­ϊ­κὸς ἔ­ρως καὶ λα­τρεί­α πρὸς τὴν ἱ­στο­ρού­με­νη ἐ­πο­χή. Δὲν εἶ­χε ἀ­νάγ­κη νὰ προ­στρέ­ξη στοὺς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες ἱ­στο­ρι­ο­γρά­φους γιὰ νὰ βο­η­θη­θῆ ἀ­πὸ τὴν τε­χνι­κὴ τῶν με­θο­δο­λο­γι­κῶν τους ὁ­δη­γι­ῶν. Τὸν ὁ­δη­γεῖ μὲ ἀ­σφά­λεια ἡ στορ­γή, ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἐ­σώ­ψυ­χη σύν­θε­ση μὲ τὰ ἱ­στο­ρού­με­να καὶ τὴν κρι­τι­κή του ὀ­ξυ­δέρ­κεια ἐν­δυ­να­μώ­νει κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἐ­ναι­σθη­τι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα. Ὁ Βλα­χο­γιά­ννης εἶ­χε τὸ χά­ρι­σμα, νὰ ἐ­ναι­σθά­νε­ται ἄ­με­σα καὶ ἐ­νο­ρα­τι­κὰ μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ τὴ γνη­σι­ό­τη­τα καὶ τὴ ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν. Εἶ­χε τό­σο γνή­σια καὶ ἀ­λη­θι­νὰ ζή­σει τὴν ἰ­δι­ο­τυ­πί­α τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να, ὥ­στε τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του κρι­τή­ριο πο­τέ του δὲν ἐ­λά­θευ­ε. Στη­ριγ­μέ­νος στὶς ἱ­κα­νό­τη­τές του αὐ­τὲς καὶ στὸ θε­ϊ­κό του ζῆ­λο ἀ­νε­δεί­χτη­κε ὄ­χι μό­νο ἀ­κα­τα­πό­νη­τος συλ­λέ­κτης ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ ἀλ­λὰ καὶ ὁ ση­μαν­τι­κώ­τε­ρος ἐκ­δό­της τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν πη­γῶν τῆς Ἐ­θνε­γερ­σί­ας.

       Καὶ ἀλ­λοῦ: Ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ μα­τιὰ τοῦ Ἐ­πα­χτί­τη ἱ­στο­ρι­ο­γρά­φου μας κα­τευ­θύ­νε­ται πάν­το­τε στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ με­ρι­κό. Ἡ φλο­γε­ρή του ἐ­πι­θυ­μί­α εἶ­ναι νὰ ἀ­να­πα­ρα­στή­ση τὸ με­ρι­κὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ στὴν ἰ­δι­ά­ζου­σα ἰ­δι­ο­τυ­πί­α του. Δὲν ἀ­νέ­χε­ται κα­μιὰ ἀ­πο­λύ­τως προ­κα­τά­λη­ψη. Ἡ ἀ­ξί­α τῆς ἐ­πι­μέ­ρους μα­ρτυ­ρί­ας, ὅ­ταν ἀ­πο­δει­χθῆ ἀ­λη­θι­νή, εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸν ὁ­ρι­στι­κὴ καὶ ἀ­πό­λυ­τη. Πε­ρι­μέ­νει πάν­το­τε ὅ­τι ἡ ἔ­ρευ­νά του θὰ τοῦ δώ­σει στοι­χεῖ­α ποὺ ἠμ­πο­ροῦν νὰ ἔ­χουν ἀ­πρό­βλε­πτες συ­νέ­πει­ες γιὰ τὴν ἐ­κτί­μη­ση καὶ ἀ­να­σύν­θε­σή του ἱ­στο­ρι­κῶν γε­γο­νό­των. «Ἂν ἀ­ξι­ω­θῶ νὰ τε­λει­ώ­σω τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη», ἔ­γρα­φε λί­γο και­ρὸ πρὶν ἀ­πὸ τὸ θά­να­το του, «ὁ Ἕλ­λη­νας ἀ­να­γνώ­στης θὰ ἰ­δῆ νέ­α ἄ­γνω­στη καὶ ἀ­πί­στευ­τη ἱ­στο­ρί­α τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να». Ἡ δί­ψα γιὰ ἀ­να­κά­λυ­ψη ἀ­γνώ­στων δε­δο­μέ­νων τὸν πα­ρα­σύ­ρει σὲ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὸ πε­ρι­γρα­φι­σμὸ ποὺ κα­θι­στᾶ δύ­σκο­λη ἂν ὄ­χι ἀ­δύ­να­τη τὴ γε­νι­κὴ σύν­θε­ση. (Νέ­α Ἑ­στί­α, ἀρ. 515, Χρι­στού­γεν­να 1948.)


       Ἡ ρο­πὴ πρὸς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ τὸ με­ρι­κὸ σώ­ζει τὸ τό­δε τι τῆς ἱ­στο­ρί­ας, αὐ­τὸ ποὺ συ­νή­θως χά­νε­ται στὶς ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὲς συν­θέ­σεις, τὶς συ­νή­θως ἰ­δε­ο­λο­γι­κο­ποι­η­μέ­νες μὲ τὰ ὑ­στε­ρό­πρω­τα κρι­τή­ριά τους. Ἡ ἀ­λή­θεια τῆς μαρ­τυ­ρί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια τῶν προ­σώ­πων καὶ τῶν πραγ­μά­των, ὅ­που τὸ προ­τέ­ρη­μα ἢ τὸ ἐ­λάτ­τω­μα, οἱ συγ­κρού­σεις, τὰ πά­θη, οἱ στιγ­μὲς τῆς μι­κρό­τη­τας ἢ τοῦ με­γα­λεί­ου, κα­θὼς αὐ­τὲς συν­δέ­ον­ται μὲ ἀ­πρό­βλε­πτες ὅ­σο κι ἀ­σή­μαν­τες πτυ­χὲς τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, οἱ ἰ­δι­αί­τε­ροι τρό­ποι τῆς ἔκ­φρα­σης ἢ τῆς βι­ο­τῆς, ὅ­λα τους εἶ­ναι ἀ­να­πό­σπα­στα δε­μέ­να μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ καὶ μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε νὰ ἐγ­γυ­ῶν­ται ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­ναι δι­ό­λου εὔ­κο­λο πράγ­μα ἡ φαλ­κί­δευ­σή του, ἰ­δί­ως ἀ­πὸ ἀλ­λό­τρι­ες ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς σκο­πι­μό­τη­τες, ποὺ δια­ρκῶς ἀ­να­κα­τα­σκευά­ζουν κα­τὰ τὰ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὰ συμ­φέ­ρον­τά τους τὴν ἱ­στο­ρί­α.

       Μέ­νον­τας ὁ Βλα­χο­γιά­ννης πι­στὸς στὶς ἱ­στο­ρι­ο­δι­φι­κὲς του ἐρ­γα­σί­ες, προ­ση­λω­μέ­νος στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ τὸ με­ρι­κὸ τῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν καὶ στὸ  μο­να­δι­κὸ ἦ­θος που ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­πὸ κά­θε μιά τους, στὴν οὐ­σί­α μέ­νει κον­τὰ στὸν δαί­μο­νά του, ζεῖ σὲ μέ­γα βά­θος καὶ πλά­τος τὴν ἱ­στο­ρι­κή του ταυ­τό­τη­τα, δη­λα­δὴ τὸ πο­λύ­τι­μο αἴ­σθη­μα τῆς ἰ­θα­γέ­νειάς του, δι­α­δι­κα­σί­α ποὺ ἐ­πι­τε­λεῖ σὲ και­ροὺς ψυ­χι­κῆς ξε­νι­τειᾶς τὸ μέ­γα θαῦ­μα τῆς οἰ­κει­ό­τη­τας, τρο­φο­δο­τών­τας ταυ­τό­χρο­να τὴν ὑ­πε­ρη­φά­νεια τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ στη­ρί­ζον­τάς τους σὲ ἐ­πο­χὴ νε­ω­τε­ρι­κὴ τό­σο δι­α­λυ­τι­κὴ γιὰ ὅ­λα αὐ­τά – ἐ­πο­χὴ ποὺ σχε­δὸν σὲ τί­πο­τα δὲν δι­α­φέ­ρει κι ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς πὼς στὸν και­ρό μας ἔ­γι­νε ἀ­κό­μη πιὸ δι­α­λυ­τι­κὴ γιὰ πα­ρό­μοι­ες στά­σεις!

       Τὰ 724 ἀ­νέκ­δο­τα τῆς Ἱ­στο­ρι­κῆς Ἀν­θο­λο­γί­ας του, ξε­δι­α­λεγ­μέ­να ἀ­πὸ τὸ ἀ­πί­θα­νο εὗ­ρος τῆς ἱ­στο­ρι­ο­δι­φι­κῆς του ἐμ­πει­ρί­ας, μὲ τὸ συ­χνὰ χα­μη­λὸ ξε­χω­ρι­στό τους προ­φίλ, τὰ ἑ­στι­α­σμέ­να ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τὴν ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ μα­τιὰ ποὺ ἀ­πο­τυ­πώ­νει τό­σο τὸν γνω­στὸ ὅ­σο καὶ τὸν ἄ­γνω­στο ἥ­ρω­α μὲ τὰ σώ­ψυ­χα ἀλ­λὰ καὶ τὰ σώ­βρα­κά του (καὶ σὲ κά­ποι­ες ἐμ­βλη­μα­τι­κὲς στιγ­μὲς καὶ δί­χως αὐ­τά), μὲ τὴν με­τα­φο­ρι­κὴ σχε­δὸν μυ­θο­πλα­στι­κὴ τά­ση τῶν πο­λυ­ει­δῶν ἀ­φη­γη­τῶν τους, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν με­γά­λη τους πα­τρι­ω­τι­κὴ ἀλ­λὰ καὶ παι­δα­γω­γι­κὴ προ­σφο­ρὰ καὶ ἀ­ξί­α, συ­νι­στοῦν γιὰ τὸ Ἱ­στο­λό­γιό μας καὶ ἕ­να πρώ­της τά­ξε­ως γραμ­μα­τεια­κὸ ὑ­λι­κὸ ποὺ τὴν εἰ­δο­λο­γι­κή του ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα καὶ προ­σφο­ρό­τη­τα θὰ ἐ­ξε­τά­σου­με ἀ­μέ­σως με­τά.

.

III. Τὸ εἶ­δος τῆς μι­κρο-α­φή­γη­σης: τὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Ἀ­νέκ­δο­το


Ἡ ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α ὑ­φί­στα­το ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σε ἡ συγ­γρα­φὴ καὶ ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ὡς ἀ­φο­ρι­σμός, ἀλ­λη­γο­ρί­α, ἀ­πό­λο­γος, σκη­νή, πε­ρι­στα­τι­κό, πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­πί­γραμ­μα, γκρα­βού­ρα, μύ­θος, πα­ρα­βο­λή, πα­ροι­μί­α, ἀ­πό­φθεγ­μα, βι­νι­έ­τα καὶ μιὰ ἀ­τε­λεί­ω­τη ποι­κι­λί­α πο­λὺ σύν­το­μων ἀρ­χαί­ων λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἡ δι­α­φο­ρὰ μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α; Κα­μί­α ἢ πολ­λές. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι λο­γο­τε­χνί­α τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἑ­ξῆς, καὶ ἔ­χει τὶς ἴ­δι­ες δι­α­φο­ρὲς μὲ τοὺς προ­γό­νους της, ὅ­πως ἔ­χουν τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἡ ποί­η­ση ἢ τὸ δο­κί­μιο τοῦ 20οῦ καὶ τοῦ 21ου αἰ­ώ­να μὲ τοὺς δι­κούς τους προ­γό­νους.
Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo): «Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν: προ­σέγ­γι­ση στὴν ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α» (βλ. ἐ­δῶ).

ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ μί­α στε­νά­χω­ρη πτυ­χὴ στὴ ζω­ὴ τοῦ πα­ρόν­τος Ἱ­στο­λο­γί­ου, ποὺ φέ­τος ἔ­κλει­σε τὰ δέ­κα του χρό­νια, εἶ­ναι γιὰ τὸν ἱ­δρυ­τὴ καὶ ἐκ­δό­τη του ἐ­κεί­νη τῆς μο­νο­εί­δειάς του. Γεν­νη­μέ­νο, ὄ­χι μό­νο ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, ἀλ­λὰ πρω­τί­στως, κα­τὰ τὴν ἑ­τε­ρο­γο­νί­α τῶν σκο­πῶν, ἀ­πὸ τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ δο­κι­μα­στοῦν οἱ ἀν­το­χὲς πα­λι­ῶν ἐκ­δο­τι­κῶν πρα­κτι­κῶν καὶ ἀ­ξι­ῶν στὰ νέ­α μέ­σα, ὁ­δή­γη­σε, κα­τὰ τὴ λει­τουρ­γί­α του, σ’ ἕ­να ἐ­πι­πρό­σθε­το ἐ­νο­χλη­τι­κὸ αἴ­σθη­μα: στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος, ὅ­πως τεί­νει παγ­κο­σμί­ως νὰ δι­α­μορ­φω­θεῖ σή­με­ρα, μπο­ρεῖ, ἂν δὲν τὸ προ­σέ­ξει κα­νείς, ἡ συ­στα­τι­κή ἔν­τα­ση καὶ δι­α­φο­ρά πρὸς τὸν λε­γό­με­νο πο­λι­τι­σμὸ ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὴν καλ­λι­τε­χνι­κὴ δη­μι­ουρ­γί­α, ἢ ἁ­πλᾶ τὴν Τέ­χνη, νὰ ὑ­πο­κα­τα­στα­θεῖ εὔ­κο­λα ἀ­πὸ τὴν ἐρ­γα­λεια­κὴ συμ­πό­ρευ­ση καὶ συγ­χώ­νευ­ση μα­ζί του! Μό­νι­μο πα­ρα­κο­λού­θη­μα τῆς τέ­χνης ὅ­ταν αὐ­τὴ τεί­νει ­νὰ γί­νει εὔ­κο­λη καὶ μα­ζι­κή. Ἡ ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κὴ ἐ­πι­κέν­τρω­ση τῆς προ­σο­χῆς μας στὴν ἀ­να­δυ­ό­με­νη ἐ­λάσ­σο­να λο­γο­τε­χνί­α τοῦ και­ροῦ μας μὲ τοὺς ἀ­πει­ρά­ριθ­μους ‘συγ­γρα­φεῖ­ς’ τῆς μιᾶς σε­λί­δας, τοὺς ἀ­να­ρίθ­μη­τους δι­α­γω­νι­σμοὺς σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο καὶ τὰ ἀ­πί­θα­να βρα­βεῖ­α ποὺ τοὺς συ­νο­δεύ­ουν, οὕ­τως ὥ­στε τὰ 15 λε­πτὰ δη­μο­σι­ό­τη­τας ποὺ κα­τὰ τὸν Γου­ῶρ­χολ ἀν­τι­στοι­χοῦν στὸν κα­θέ­να μας νὰ βρί­σκουν τὸ ἰ­σο­δύ­να­μό τους στοὺς ποι­κι­λώ­νυ­μους τί­τλους δι­ά­κρι­σης τῶν ἐ­πι­τυ­χόν­των σ’ αὐ­τούς, μα­ζὶ μὲ τὸ θέ­ρι­ε­μα τῶν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κῶν σπου­δῶν παν­τοῦ, τὰ συμ­πό­σια καὶ τὰ σε­μι­νά­ρια, τὶς σχο­λὲς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς καὶ τὶς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς θέ­σεις καὶ κα­ρι­έ­ρες ποὺ στή­νον­ται γύ­ρω τους, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πα­ρα­λο­γο­τε­χνι­κὰ κιν­δυ­νεύ­ουν νὰ πλή­ξουν στὴν καρ­διὰ τὴν τέ­χνη ποὺ ἀ­γα­πή­σα­με καὶ στὴν ὁ­ποί­α ἀ­φι­ε­ρώ­σα­με πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ πλέ­ον ζων­τα­νὰ κομ­μά­τια τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, ἂν ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­με νὰ μέ­νου­με ἀ­νυ­πο­ψί­α­στοι καὶ ἐ­φη­συ­χα­μέ­νοι ὡς πρὸς τοὺς κιν­δύ­νους ποὺ τὴν ἀ­πει­λοῦν.

       Γι’ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς, προ­σπά­θη­σε καὶ προ­σπα­θεῖ χρό­νια τώ­ρα τοῦ­το τὸ Ἱ­στο­λό­γιο, ὑ­πη­ρε­τών­τας τὸν ὑ­ψη­λὸ ἐ­ρα­σι­τε­χνι­σμό, νὰ ἐ­ξευ­ρί­σκει τρό­πους καὶ μέ­τρα ἀν­τι­σταθ­μι­στι­κὰ τῶν κιν­δύ­νων αὐ­τῶν, μα­κριὰ ἀ­πὸ τοὺς αὐ­το­μα­τι­σμοὺς καὶ τὶς εὐ­κο­λί­ες τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου, ἐν­θαρ­ρύ­νον­τας ἐμ­βα­θύν­σεις καὶ προ­βλη­μα­τι­σμοὺς γιὰ τὸ εἶ­δος, ψη­λα­φών­τας τὶς ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κές του δι­α­συν­δέ­σεις, δι­ε­ρευ­νών­τας ὅ­ρια καὶ ἀν­το­χές, εὐ­νο­ών­τας, μὲ τὶς ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν ἀ­παι­τη­τι­κό­τε­ρες ἐ­πι­λο­γές του, ἐκ­φρά­σεις ποὺ δι­α­σώ­ζουν τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ ἀν­τι­νο­μι­κό­τη­τα τῶν και­ρῶν ἢ συν­τη­ροῦν ἔ­στω καὶ ἐν σμι­κρῷ τὸ χρο­νι­κῶς ἀ­ναλ­λοί­ω­το τρα­γι­κὸ αἴ­σθη­μα τῆς ζω­ῆς. Ἐ­πει­δὴ συ­νε­χὴς προ­σκόλ­λη­ση στὸ και­νούρ­γιο ἢ ἐ­πι­και­ρι­κὸ μᾶς κά­νει εὐ­κό­λως ἀ­να­λώ­σι­μους, προ­σπα­θή­σα­με νὰ δι­ευ­ρύ­νου­με τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α τῶν ἀ­να­γνω­στῶν καὶ τὴ δι­κή μας πα­λι­ώ­νον­τας τὸν χρό­νο τῶν ἀ­φη­γή­σε­ων μὲ τὴν προ­σφυ­γὴ σὲ κεί­με­να πα­λαι­ο­τέ­ρων συγ­γρα­φέ­ων καὶ ἐ­πο­χῶν, ὅ­πως κά­να­με συμ­βο­λι­κῶς ἐκ­κι­νών­τας τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας στὶς 5 Ἀ­πρι­λί­ου 2010 μὲ τὸν Αἴ­σω­πο, εἴ­τε υἱ­ο­θε­τών­τας δι­α­φο­ρε­τι­κὲς κα­τα­νο­ή­σεις τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ, ὅ­πως στὸ με­γά­λο πρό­σφα­το ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν ὀρ­θό­δο­ξη ἀ­σκη­τι­κή μας πα­ρά­δο­ση μὲ τὰ Μι­κρὰ Πατε­ρι­κά.

       Μέ­σα στὴν ἴ­δια λο­γι­κὴ ἀν­τί­στα­σης ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ἕ­να εἶ­δος ποὺ πά­ει νὰ γί­νει μό­δα, ἐγ­και­νι­ά­ζου­με σή­με­ρα Τὰ Μι­κρὰ τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να, μιὰ ἐ­κτε­τα­μέ­νη σει­ρὰ ἱ­στο­ρι­κῶν μι­κρο-α­φη­γή­σε­ων ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ με­γά­λου ἐ­θνι­κο-α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κοῦ ἀ­γώ­να τοῦ λα­οῦ μας. Ἡ συγ­κυ­ρί­α φέ­τος τῶν δι­α­κο­σί­ων ἐ­τῶν ἀ­πὸ τὴν ἔ­ναρ­ξή του τὸ 1821 εἶ­ναι μό­νον προ­σχη­μα­τι­κή. Ἡ οὐ­σί­α βρί­σκε­ται στὸ ἦ­θος ποὺ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν καὶ τὴν αὐ­το­γνω­σί­α στὴν ὁ­ποί­α κα­λοῦν. Ἐ­ὰν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἡ ταυ­τό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης πο­λι­τι­σμι­κῆς παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης, τῆς ἀ­να­γνω­ρί­σι­μης καὶ με­τα­φρά­σι­μης παν­τοῦ, τὸ Ἱ­στο­λό­γιό μας μὲ Τὰ Μι­κρὰ τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να εἰ­ση­γεῖ­ται στὸ Ἱστορικὸ Ἀνέκδοτο τὸ μι­κρο-α­φή­γη­μα τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ἐν­το­πι­ό­τη­τας ἢ τῆς Ἰ­θα­γέ­νειας, αὐ­τὸ ποὺ σὰν τὸ βα­θύ­τε­ρα ἐγ­κυ­στω­μέ­νο στὴ γλώσ­σα του ποί­η­μα θὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται πάν­τα στὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή του με­τά­φρα­ση.


Στὴν προ­σπά­θειά μας νὰ σκε­φτοῦ­με τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο μι­κρο-α­φή­γη­μα μὲ ὅ­ρους γραμ­μα­τεια­κούς, δι­α­πι­στώ­νου­με πρὸς με­γά­λη μας ἔκ­πλη­ξη ὅ­τι τὸν Γραμ­μα­το­λό­γο ἔ­χει ἤ­δη προ­λά­βει ὁ Ἱ­στο­ρι­ο­δί­φης!

       Σὲ ἕ­να ἐ­κτε­τα­μέ­νο πρό­λο­γο τριά­ντα σε­λί­δων, μὲ τὸν γε­νι­κὸ τί­τλο «Πα­ρα­μυ­θό­λο­γα» ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης προ­σπα­θεῖ νὰ κα­τα­νο­ή­σει, καὶ νὰ ἐ­ξη­γή­σει καὶ σὲ μᾶς, τὸ γραμ­μα­τεια­κὸ εἶ­δος τῶν κει­μέ­νων τῆς συλ­λο­γῆς του, ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ εὐ­ρύ­τε­ρο γραμ­μα­το­λο­γι­κὸ πλαί­σιο στὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ μπο­ρού­σα­νε νὰ ἐν­τα­χτοῦν.

       Ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς πα­ρα­μυ­θό­λο­γους, τοὺς λα­ϊ­κοὺς μύ­θους γιὰ ζῶ­α ἢ ἀν­θρώ­πους (μὲ τὴ στε­νό­τε­ρη στὴ δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση ση­μα­σί­α τοῦ ἀ­πό­λο­γου), συ­νή­θως ἀ­γνώ­στου συγ­γρα­φι­κῆς ταυ­τό­τη­τας, ὁ Βλα­χο­γιά­ννης πα­ρα­θέ­τει τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ ἀ­νέκ­δο­το, μὲ τὴ ση­μα­σί­α «ἱ­στο­ρι­κὸ πα­ρα­κα­τι­νῆς τά­ξης πε­ρι­στα­τι­κό, ποὺ οἱ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κοὶ ἱ­στο­ρι­κοὶ τὸ πα­ρα­λεί­πουν». Ἀ­πο­πει­ρᾶ­ται μά­λι­στα τὸν ὁ­ρι­σμό του: «Λό­γος ἢ πρά­ξη ἱ­στο­ρι­κοῦ προ­σώ­που μὲ νό­η­μα σύν­το­μο (σο­βα­ρὸ εἴ­τε ἀ­στεῖ­ο) ποὺ χρη­σι­μεύ­ει ὡς πα­ρά­δειγ­μα καὶ τύ­πος σὲ πε­ρί­στα­ση βι­ω­τι­κὴ ἀ­νά­λο­γη μ‘ ἐ­κεί­νη ποὺ τὸ γέν­νη­σε.»

       Ἀ­φοῦ κά­νει μιὰ σύν­το­μη ἀ­να­δρο­μὴ μὲ ἀρ­κε­τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα τό­σο στοὺς πα­ρα­μυ­θό­λο­γους (ἱ­στο­ρί­ες γιὰ ζῶ­α), ἀ­να­το­λι­κοὺς καὶ ἑλ­λη­νι­κοὺς ὅ­σο καὶ  στοὺς ἀ­πό­λο­γους (ἱ­στο­ρί­ες γιὰ ἀν­θρώ­πους), ἑλ­λη­νι­κοὺς καὶ ἀ­να­το­λι­κοὺς ἐ­πί­σης, δεί­χνον­τας μὲ τὰ πλού­σια πα­ρα­δείγ­μα­τά τους ποὺ πα­ρα­θέ­τει τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τους, περ­νᾶ στὸ κύ­ριο μέ­λη­μά του ποὺ εἶ­ναι τὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Ἀ­νέκ­δο­το, μὲ τὴν πε­ρι­γρα­φή, κα­τα­νό­η­ση κι ἐ­πι­μέ­τρη­ση τῆς ἀ­ξι­ο­πι­στί­ας του.

       Δε­κα­πέν­τε μῆ­νες δη­λώ­νει ὁ ἀν­θο­λό­γος ὅ­τι χρει­ά­στη­κε νὰ δου­λέ­ψει, ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 1924 ὣς τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1926 γιὰ νὰ συν­θέ­σει τὸ ὑ­λι­κὸ τῆς Ἀν­θο­λο­γί­ας του, ποὺ κα­λύ­πτει μό­νο τὴν πε­ρί­ο­δο 1821-1864 τῆς ἱ­στο­ρί­ας μας – ἔρ­γο ποὺ καὶ πά­λι δὲν θὰ τὸ ἀ­να­λάμ­βα­νε ἂν δὲν τοῦ ἔ­δι­νε τὴν ἀ­φορ­μὴ ὁ χο­ρη­γός του Μπε­νά­κης. Το­νί­σα­με τὸ «νὰ συν­θέ­σει», ἐ­πει­δὴ αὐ­το­νο­ή­τως τὴν ἔ­ρευ­να, με­λέ­τη καὶ κρι­τι­κὴ ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τῶν πλού­σι­ων πη­γῶν του, ὁ ἀν­θο­λό­γος ἐ­ξη­γεῖ ὅ­τι τὴν εἶ­χε ἤ­δη κά­νει ἐ­πὶ τρι­αν­τα­πέν­τε χρό­νια!

       Τὴν σπου­δαι­ό­τη­τα ποὺ ἀ­πο­δί­δει ὁ Βλα­χο­γιά­ννης στὸ ἱ­στο­ρι­κὸ ἀ­νέκ­δο­το γιὰ τὴν συμ­βι­ω­τι­κὴ κα­τα­νό­η­ση καὶ οἰ­κει­ο­ποί­η­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας μας, τὴν γνώ­ση τῆς ἀ­λή­θειας της, κα­τα­λα­βαί­νου­με ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­κρι­ση ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ γιὰ τὴν σπά­νι­δά του στὶς γρα­πτὲς πη­γές, λό­γι­ες ἢ λα­ϊ­κές:

Μέ­σα πά­λι στὴς ἱ­στο­ρί­ες τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης καὶ τῶν πα­ρα­κά­τω χρό­νων, κα­θὼς καὶ στ’ ἀ­πο­μνη­μο­νέ­μα­τα τῆς ἴ­διας ἐ­πο­χῆς, τὸ ἀ­νέκ­δο­το λί­γον τό­πο πιά­νει. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι γρα­φιά­δες ἀν­τὶ νὰ μᾶς πα­ρα­δώ­σουν ὅ­σα εἶ­δαν ἢ πρά­ξαν ἢ ἀ­κού­σα­νε μὲ ζων­τα­νὴ πε­ρι­γρα­φή, νο­μί­σα­νε τὸν ἑ­αυ­τό τους πο­λὺ σπου­δαι­ό­τε­ρο ὑ­πο­κεί­με­νο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ γρά­φα­νε καὶ προ­τι­μή­σα­νε νὰ παί­ξουν πρό­σω­πο τρα­νοῦ ἱ­στο­ρι­ο­γρά­φου, Θυ­κυ­δί­δη κα­θαυ­τό, ἢ νο­μί­σαν πὼς θὰ χά­να­νε πο­λὺ ἀ­πὸ τὴ σο­βα­ρό­τη­τά τους, ἂν μᾶς πα­ρα­δί­να­νε πι­στὰ καὶ φυ­σι­κὰ τὰ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­στα­τι­κὰ τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ἔ­τσι προ­τι­μή­σα­νε μὲ τὴ σο­φή τους νε­κρὴ γλώσ­σα καὶ τὸ ἄ­ψυ­χό τους ὕ­φος, ἂν καὶ θου­κυ­δι­δι­κό, ν’ ἁ­πλώ­σουν ἕ­να σά­βα­νο ψυ­χρὸ καὶ νὰ σκε­πά­σουν τὸ ἐ­ξαί­σιο θέ­α­τρο τοῦ ἱ­ε­ροῦ Ἀ­γῶ­να μας, ἐ­νῷ ἔρ­γο τους ἀ­λη­θι­νὸ ἤ­τα­νε νὰ μᾶς τὸ πα­ρα­δώ­σουν ὁ­λο­ζών­τα­νο.

       Ἐ­ξαί­ρε­ση κά­νει γιὰ τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα τοῦ Φω­τά­κου καὶ τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη (ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­λά­χι­στα στα­χυ­ο­λο­γεῖ, ἐ­πει­δὴ τὰ γρα­πτά του θε­ω­ρεῖ πλέ­ον γνω­στά, δί­νον­τας προ­τε­ραι­ό­τη­τα σὲ ἄλ­λες σπά­νι­ες πη­γές) ἐ­νῶ ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­μνή­σεις τῶν λο­γί­ων, γιὰ κεῖ­νες τοῦ Νι­κο­λά­ου Δρα­γού­μη, τοῦ Ραγ­κα­βῆ καὶ τοῦ Τερ­τσέ­τη. Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐγ­κώ­μιο ἀ­φι­ε­ρώ­νει στὴν ἀ­πο­μνη­μο­νευ­μα­το­γρα­φί­α τοῦ Λά­κω­νος πο­λι­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να Δη­μή­τριου Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη, ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀν­τλεῖ ἀ­να­λο­γι­κῶς τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ἐγ­γρα­φὲς τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας του.

       Γιὰ νὰ προ­βά­λει τὴν κρι­τι­κή του ἐ­ξέ­τα­ση τῶν πη­γῶν, ποὺ ἐ­ξα­σφα­λί­ζει τὸ κύ­ρος τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας του, πα­ρα­θέ­τει σει­ρὰ πα­ρα­δειγ­μά­των πλα­στῆς ταυ­το­ποί­η­σής τους, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ καὶ σή­με­ρα πι­στευ­τὸ ἀ­πὸ πολ­λοὺς σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο εἰ­σα­γω­γῆς τῆς καλ­λι­έρ­γειας τῆς πα­τά­τας στὴν Ἑλ­λά­δα ἀ­πὸ τὸν Κα­πο­δί­στρια.

       Ἀλ­λὰ καὶ τὶς πη­γὲς ποὺ ἔ­τσι ἐ­πι­λέ­γει νὰ συμ­πε­ρι­λά­βει στὴν ἀν­θο­λο­γί­α του δὲν τὶς ἀ­φή­νει πάν­το­τε ἀ­πεί­ρα­χτες! Ὁ ἔν­τον­ος δη­μο­τι­κι­σμός του, ἐ­πι­κου­ρού­με­νος ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἥσ­σο­να συγ­γρα­φι­κή του ἰ­δι­ό­τη­τα, τὴ λο­γο­τε­χνι­κή, τὸν ὁ­δη­γεῖ, ἂν καὶ «σπά­νια» ὅ­πως ἐ­ξη­γεῖ, στὴν αἰ­σθη­τι­κή τους ἀ­νά­πλα­ση, φρον­τί­ζον­τας σχο­λα­στι­κὰ νὰ δι­α­τη­ρη­θεῖ ἀ­πεί­ρα­χτος ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς πυ­ρή­νας τους μὲ τὸ πλη­ρο­φο­ρια­κό του φορ­τί­ο. Μὲ εἰ­λι­κρί­νεια, λοι­πόν, προ­ει­δο­ποι­εῖ τὸν ἀ­να­γνώ­στη γιὰ τὴν ἐκ­δο­τι­κή του μέ­θο­δο:

Πρέ­πει ἀ­μέ­σως νὰ δη­λώ­σω πὼς ἡ ἡ συλ­λο­γὴ τού­τη ποὺ δί­νω στὸ κοι­νὸ δὲν εἶ­ναι συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­νέκ­δο­τα κα­τὰ τὸν αὐ­στη­ρὸν ὁ­ρι­σμό τους. Ἴ­σα-ἴ­σα γιὰ νὰ φύ­γω ἀ­πὸ τὸν κίν­τυ­νο τῆς τε­χνη­τῆς με­τα­μόρ­φω­σης τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν πε­ρι­στα­τι­κῶν σ’ ἀ­νέκ­δο­τα, πρό­σε­ξα πο­λὺ τὸ σκό­πε­λο τῆς «ἀ­νεκ­δο­το­ποί­η­σης» ποὺ μί­λη­σα πιὸ πά­νω· δὲν ξε­μά­κρυ­να οὔ­τε ἀ­πὸ τὸ γράμ­μα οὔ­τε ἀ­πὸ τὸ νό­η­μα τῆς πη­γῆς, ποὺ μοὔ­δω­σε κά­θε φο­ρὰ τὴν ὕ­λη· δὲν πα­ρα­μόρ­φω­σα λοι­πὸν πα­ρὰ ξα­νά­πλα­σα ὅ,τι ηὗ­ρα, κι ὅ­που ηὗ­ρα ἀ­νέκ­δο­το, ἀ­νέκ­δο­το πά­λι ἔ­δω­σα, ὅ­που ηὗ­ρα σύν­το­μο γνω­μι­κό, ἔ­τσι πά­λι τ’ ἄ­φη­σα κτλ. καὶ μο­να­χὰ σπά­νια, ὅ­που ἀ­πάν­τη­σα ἄ­ψυ­χο ὑ­λι­κὸ σχο­λα­στι­κὰ δι­α­τυ­πω­μέ­νο μὲ ἀ­χρω­μά­τι­στη πε­ρι­γρα­φή, σα­χλὸ δι­ά­λο­γο, μ’ ἑλ­λη­νι­κοῦ­ρες βαλ­μέ­νες στὸ στό­μα ζων­τα­νῶν ἀν­θρώ­πων, θέ­λη­σα νὰ τοῦ δώ­σω χρῶ­μα μὲ τὴ γλῶσ­σα τὴν ἀ­λη­θι­νή, με τὴ φρα­στι­κὴ μορ­φὴ ποὺ πά­ει σὲ πρό­σω­πα καὶ σὲ ἤ­θη πε­ρα­σμέ­να. Δι­ά­λο­γο που­θε­νὰ δὲν ἔ­βα­λα τῆς φαν­τα­σιᾶς μου πα­ρὰ ἐ­κεῖ ὅ­που τὸ κεί­με­νο τὸν ἔ­δει­χνε κα­θα­ρὰ εἴ­τε σὲ ἄ­πλα­στη μορ­φή.


       Γι’ αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο εἶ­δος «ἀ­νά­πλα­σης» δί­νει ὁ Βλα­χο­γιά­ννης καὶ δυ­ὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα γιὰ νὰ τὸν ἐ­λέγ­ξου­με. Ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Ἄλ­κης Ἀγ­γέ­λου γιὰ τὰ ἱ­στο­ρι­κά του ἀ­νέκ­δο­τα «ἐ­πει­δὴ ἡ αὐ­στη­ρὴ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ συ­νεί­δη­σή του δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ τὰ πα­ρεμ­βά­λει στὸ κυ­ρί­ως ἔρ­γο του, τὰ συγ­κρό­τη­σε σὲ ἕ­να σῶ­μα καὶ μᾶς τὰ προ­σέ­φε­ρε ὄ­χι ὡς ἀ­πο­σπό­ρια, ἀλ­λὰ ὡς συμ­πλή­ρω­ση τοῦ κυ­ρί­ως ἱ­στο­ρι­κοῦ ἔρ­γου του».

       Μιὰ τέ­τοι­α, λοι­πόν, συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὴ πρὸς τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ ἔρ­γο ἀ­νά­πλα­σή τους, εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­πι­πλέ­ον λό­γος ποὺ κά­νει τὰ συγ­κε­κρι­μέ­να ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­νέκ­δο­τα ἕ­να ἐν­δι­α­φέ­ρον ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ εἶ­δος κα­τάλ­λη­λο γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας.


* * *


ΠΕΡΑΙΝΟΝΤΑΣ στὶς 20 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1926 ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης τὴν εἰ­σα­γω­γή στὴν Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α του, μᾶς ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ δί­χως νὰ κρύ­βει τὶς πο­λὺ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξες σκέ­ψεις του γιὰ τὴν «κα­κὴ μοί­ρα» ποὺ τὴν πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ τὸ κοι­νὸ τῆς ἐ­πο­χῆς του, καὶ ἰ­δί­ως ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ρη­το­ρι­κὴ ἀ­γυρ­τεί­α στὴν Ἑλ­λά­δα ποὺ ἑ­κα­τὸ χρό­νια ἔ­χει ποὺ ἔ­κα­νε τρε­χού­με­νη πα­λι­ο­μο­νέ­δα τὰ ἐ­θνι­κὰ ἰ­δα­νι­κά, τὴν ἱ­στο­ρί­α, τὴ γλῶσ­σα, καὶ τὰ μοι­ρά­ζει τά­χα φυ­λα­χτὰ θα­μα­τουρ­γὰ στοὺς χά­χη­δες ποὺ τὴν πι­στεύ­ουν

       Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τούς, τὴν χα­ρί­ζει, ὅ­πως λέ­ει:

       μ’ ἀ­λα­φρὴ καρ­διὰ ὄ­χι σ’ ἄλ­λους, μὰ στὴ και­νούρ­για μας γε­νιά, για­τὶ ἀ­π’ αὐ­τὴ μο­νά­χα πε­ρι­μέ­νω…


       Ἀ­λί­μο­νο!


       Χρει­ά­στη­καν ἑ­βδο­μῆν­τα τέσ­σε­ρα (74) χρό­νια καὶ πε­ρί­που τεσ­σε­ρι­σή­μι­σι (!) γε­νι­ές, στὸ κα­τώ­φλι πιὰ τοῦ 21ου αἰ­ώ­να, γιὰ νὰ ξα­να­δεῖ τού­τη ἡ Ἀν­θο­λο­γί­α τὸ φῶς τῆς δη­μο­σι­ό­τη­τας τὸ 2000 σὲ μιὰ αὐ­το­τε­λῆ φρον­τι­σμέ­νη ἔκ­δο­ση μὲ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Ἄλ­κη Ἀγ­γέ­λου ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ Βι­βλι­ο­πω­λεί­ου τῆς «Ἑ­στί­ας», ἂν ἐ­ξαι­ρέ­σου­με τὴν δί­χως τὸν πρό­λο­γο συμ­πε­ρί­λη­ψή της στοὺς ἑ­πτὰ τό­μους τῶν «ἁ­πάν­των» τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ἑ­ξήν­τα.


Καὶ τώ­ρα σ’ ἐ­μᾶς ποὺ ξα­να­σκε­φτό­μα­στε τὸ πα­ρὸν ξα­να­ζέ­στα­μά της,

       ἐν μέ­σῳ παν­δη­μί­ας, μὲ τὰ τούρ­κι­κὰ F16 νὰ ἁ­λω­νί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ νη­σιά, τὰ γε­ω­τρύ­πα­να τῆς ‘γεί­το­νο­ς’ νὰ  ἔ­χουν κω­λο­κα­θί­σει γιὰ τὰ κα­λὰ καὶ μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω τους στὰ νε­ρὰ τῆς ἑλ­λη­νό­φω­νης Κύ­πρου, τοὺς δῆ­θεν πιὸ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νους τῆς γε­νιᾶς μας νὰ ἐ­παί­ρον­ται γιὰ τὸν ἐ­θνο­μη­δε­νι­σμό τους, καὶ τὴν πο­λι­τι­κὴ ἐ­λὶτ τῆς χώ­ρας μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς ἕ­να νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο με­τα­πρα­τι­κὸ τζά­κι καὶ μιὰ φαν­τα­σμέ­νη πλου­το­κρά­τισ­σα νὰ ἑ­τοι­μά­ζε­ται νὰ χο­ρέ­ψει μὲ τὴ σει­ρά της καὶ μὲ τὸ πρό­σχη­μα τῆς Πα­λιγ­γε­νε­σί­ας πά­νω στὰ ἡ­μι­θα­νῆ ὁ­ρά­μα­τα γιὰ ἐ­θνι­κὴ ἀ­νε­ξαρ­τη­σία, πο­λι­τι­κὴ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια καὶ κοι­νω­νι­κὴ δι­και­ο­σύ­νη αὐ­τῶν ποὺ ἔ­χυ­σαν τὸ αἷ­μα τους γι’ αὐ­τὰ πρὶν ἀ­πὸ 200 χρό­νια,

       σὰν μιὰ δι­α­δι­κτυα­κὴ πο­λυ­το­νι­κὴ ἀ­νορ­θο­γρα­φί­α καὶ ἐκ­δο­τι­κὴ πα­ρα­ξε­νιὰ τοῦ ἐ­ξω­τι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους μπον­ζά­ϊ μᾶς φαί­νον­ται τοῦτα τὰ ἱστορικὰ ἀνέκδοτα, καὶ ἕ­να λά­θος ἀ­τα­βι­στι­κὸ ὄ­νει­ρο τοῦ ὑ­πε­ρή­λι­κος δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου ποὺ τὰ φι­λο­ξε­νεῖ.


Νέ­α Σμύρ­νη, 1 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2021

[1] Στὸ σχε­τι­κὸ χω­ρί­ο τοῦ ἱ­ε­ράρ­χη τὸ βά­ρος, βέ­βαι­α, πέ­φτει στὴ συ­νέ­χεια τοῦ λό­γου: «ἡ­μεῖς δὲ οὐ χρεί­αν ἔ­χο­μεν ἀ­πο­δη­μῆ­σαι διὰ τὴν βα­σι­λεί­αν τῶν οὐ­ρα­νῶν, οὔ­τε πε­ρᾶ­σαι θά­λατ­ταν διὰ τὴν ἀ­ρε­τήν. Φθά­σας γὰρ εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος· “Ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν ἐν­τὸς ὑ­μῶν ἐ­στιν”.» Εἶ­ναι με­γά­λη ἡ ἀ­πώ­λεια γιὰ τὴν ἀ­γω­νι­ῶ­σα συ­νεί­δη­ση τοῦ ση­με­ρι­νοῦ ἀν­θρώ­που, νὰ κα­τα­νο­εῖ­ται ἡ πα­ρα­πά­νω ἀν­τι­στι­κτι­κὴ ἐ­πι­σή­μαν­ση ὡς ἀ­πο­κλει­στι­κὴ ἀν­τί­θε­ση πρὸς τὸν ἀρ­χαῖ­ο πα­γα­νι­στι­κὸ ἑλ­λη­νι­σμὸ καὶ ὄ­χι ὡς δι­α­φο­ρὰ ποὺ πλου­τί­ζει τὸν πνευ­μα­τι­κὸ κό­σμο τοῦ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νου ἀν­θρώ­που τοῦ πα­ρόν­τος, με­τα­το­πί­ζον­τας τὸ βά­ρος τῆς πο­λι­τι­σμι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας ἀ­πὸ τὸν ἀ­πελ­πι­στι­κὰ κο­ρε­σμέ­νο πλα­νη­τι­κὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ χῶ­ρο στὸν ἀ­νε­ξάν­τλη­το ‘τό­πο’ τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κοῦ βι­ώ­μα­τος.
[2] Μιὰ ἰ­δέ­α ποὺ ἐ­ξέ­φρα­σα σὲ συ­νέν­τευ­ξή μου στὸν Στα­μά­τη Μαυ­ρο­ει­δῆ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Αὐ­γὴ στὶς 18.02.2001, μὲ τὸν μᾶλ­λον ἀ­φε­λῆ τί­τλο «Κλεί­νει ὁ κύ­κλος τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­σμοῦ».
[3] Γιὰ τὴν σύν­δε­ση μὲ τὸ πρό­σω­πο αὐ­τὸ τοῦ ἀ­στι­κοῦ μύ­θου γιὰ τὸν εὔ­ζω­να φρου­ρὸ μὲ τὸ ἴ­διο ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο ποὺ αὐτο­κτό­νη­σε πέ­φτον­τας ἀ­πὸ τὸν βρά­χο τῆς Ἀ­κρό­πο­λης τὴν ἡ­με­ρα ποὺ μπή­κα­νε οἱ Γερ­μα­νοὶ κα­τα­κτη­τὲς στὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ μὴν δεῖ τὴ σβά­στι­κα πά­νω σ’ αὐ­τή, βλ. ἐδῶ.
[4] Νὰ πι­στέ­ψου­με τὸ θρυ­λού­με­νο (βλ. πρό­χει­ρα ἐ­δῶ) πὼς ὁ ‘Μα­κρυ­γι­άν­νη­ς’ τῶν Ἀ­πο­μνη­μο­νευ­μά­των εἶ­ναι μιὰ περ­σό­να τοῦ Βλα­χο­γιά­ννη, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος εἶ­ναι ὁ πραγ­μα­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας; Θὰ εἴ­χα­με μιὰ δι­πλῆ ἐ­πι­τυ­χί­α: ἐ­θνι­κή, μὲ τὸν Βλα­χο­γιά­ννη «πιὸ ση­μαν­τι­κὸ πε­ζο­γρά­φο μας» κα­τὰ τὴν ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α τοῦ Σε­φέ­ρη, καὶ μιὰ παγ­κό­σμια πρω­τιὰ στὸ «φαν­τα­στι­κὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κὸ ἀ­πο­μνη­μό­νευ­μα ἐ­πο­χῆς»!

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε ἐν­νέ­α συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των καὶ δύ­ο συγ­κεν­τρω­τι­κές. Τε­λευ­ταί­α ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή του: Εἰ­κό­νες ἀ­πὸ μιὰ νέ­α (Gutenberg, Ἀ­θή­να, 2015). Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἔκ­δο­ση: Ἄγ­γε­λου Θ. Ση­μη­ρι­ώ­τη, Τὰ Ποι­ή­μα­τα [1893-1943], Τό­μοι Α΄+Β΄ (μὲ τὴν Ἔλ­σα Λι­α­ρο­πού­λου, Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο Νέ­ας Ἰ­ω­νί­ας Ἀτ­τι­κῆς, Νέ­α Ἰ­ω­νί­α 1995) καὶ δη­μο­σί­ευ­σε ἕ­ξι τό­μους δο­κι­μί­ου-κρι­τι­κῆς. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο (1978), συ­νεκ­δό­της τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Νῆ­σος· Μου­σι­κὴ καὶ Ποί­η­ση (1983-85) καὶ Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να (1984-85), καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον (1986-2012). Τὸν  Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε τὸν ἱ­στό­το­πο γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὸν ὁ­ποῖ­ο συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὴν Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ μα­ζί της ἐ­πι­με­λή­θηκε τοὺς ἀνθο­λο­γι­κοὺς τό­μους Μπονζάϊ γιὰ τὰ ἔ­τη 2014, 2015 καὶ 2016 ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πολ­λὲς ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ δύ­ο ἀν­θο­λο­γί­ες ποι­η­μά­των του ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ ἱ­σπα­νι­κά.

♠ ♠ ♠

Γιάννης Βλα­χο­γιά­ννης.  Ἐ­πί­με­τρο ἐργογραφικὸ

μετὰ κρίσεων γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο του

Ὁ Γιάννης Βλαχογιάννης ἔφηβος

Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης (φ.ψ. τοῦ Γιά­ννη Βλά­χου, Ναύ­πα­κτος, 1867– Ἀ­θή­να, 1945). Ὁ πα­τέ­ρας του Ὀ­δυσ­σέ­ας Βλά­χος κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ γε­νιὰ ἀ­γω­νι­στῶν τῆς Ρού­με­λης καὶ ἡ μη­τέ­ρα του Ἀ­να­στα­σί­α Γκι­ώ­νη ἀ­πὸ τὸ Σού­λι. Εἶ­χε τρεῖς ἀ­δερ­φοὺς καὶ τέσ­σε­ρις ἀ­δερ­φές. Οἱ ἀ­να­μνή­σεις τοῦ 1821 δι­α­τη­ρή­θη­καν ζων­τα­νὲς στὴ μνή­μη του καὶ δι­α­μόρ­φω­σαν σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά του. Ἔ­μα­θε τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα στὴ Ναύ­πα­κτο καὶ γιὰ τὰ γυ­μνα­σια­κὰ μα­θή­μα­τα τα­ξί­δε­ψε στὴ Ζά­κυν­θο, τὴν Κό­ριν­θο καὶ τὴν Πά­τρα. Τὸ 1886 γρά­φτη­κε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν στὸ τμῆ­μα Φι­λο­λο­γί­ας. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν σπου­δῶν του (τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν ὁ­λο­κλή­ρω­σε), ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς οἰ­κο­δι­δά­σκα­λος καὶ ὡς δι­ορ­θω­τὴς στὴν Ἐ­φη­με­ρί­δα τοῦ Κο­ρο­μη­λᾶ. Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­γι­νε συν­τά­κτης στὴν Ἑ­στί­α, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ συν­δρο­μὴ ὁ­μο­γε­νῶν (με­τα­ξὺ ἄλ­λων καὶ τοῦ Ἐμ­μα­νου­ὴλ Μπε­νά­κη) πε­ρι­συ­νέ­λε­ξε τε­ρά­στιο σὲ ὄγ­κο ἀρ­χεια­κὸ ὑ­λι­κὸ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να κυ­ρί­ως σχε­τι­κὸ μὲ τὸν Ἀ­γώ­να καὶ κα­τόρ­θω­σε νὰ ἐκ­δώ­σει ἕ­να μέ­ρος του (ὅ­πως τὰ ἀρ­χεῖ­α τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη, τοῦ Κα­σο­μού­λη καὶ τοῦ Σπυ­ρο­μή­λιου, τὸ Χια­κὸ ἀρ­χεῖ­ο, τὸ Ἀ­θη­να­ϊ­κὸ ἀρ­χεῖ­ο καὶ τὴ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη). Στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀρ­χεια­κῆς του ἔ­ρευ­νας ὁ Βλα­χο­γιά­ννης ἀ­φι­έ­ρω­σε ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του καὶ τα­ξί­δε­ψε στὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια καὶ τὸ Λον­δί­νο. Ἡ ἐρ­γα­σί­α του ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ συ­στη­μα­τι­κὴ καὶ συ­νέ­βα­λε ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στὴν κα­τα­γρα­φὴ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να. Τὸ 1914 μὲ δι­κή του εἰ­σή­γη­ση ἱ­δρύ­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Βε­νι­ζέ­λο τὰ Γε­νι­κὰ Ἀρ­χεῖ­α τοῦ Κρά­τους, ὅ­που δι­ε­τέ­λε­σε καὶ πρῶ­τος δι­ευ­θυν­τὴς ὣς τὸ 1937. Πέ­θα­νε τὸ 1945 στὴν Ἀ­θή­να κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νι­κῆς κα­το­χῆς. Ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας το­πο­θε­τεῖ­ται στὰ 1893 μὲ τὸ δι­ή­γη­μα Ὁ ξε­νι­τε­μέ­νος καὶ μὲ τὶς Ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Γιά­ννου Ἐ­πα­χτί­τη, συλ­λο­γὴ τρι­ῶν ἠ­θο­γρα­φι­κῶν διη­γη­μά­των γραμ­μέ­νων στὴ δη­μο­τι­κή. Ἔ­γι­νε γρή­γο­ρα δη­μο­φι­λὴς στοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς κύ­κλους καὶ ἐ­παι­νέ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Κω­στῆ Πα­λα­μά. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ὅ­πως τὰ Τέ­χνη, Ἠ­γη­σώ, Μοῦ­σα), ἐ­φη­με­ρί­δες (ὅ­πως ἡ Ἑ­στί­α, Ἀ­στρα­πή, Ἐ­φη­με­ρίς) καὶ ἡ­με­ρο­λό­για τῆς ἐ­πο­χῆς του. Οἱ οἰ­κο­νο­μι­κὲς δυ­σκο­λί­ες ποὺ τὸν συ­νό­δευ­αν σ’ ὅ­λη τὴ ζω­ή του δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ἐκ­δώ­σει πα­ρὰ ἕ­να μι­κρὸ μέ­ρος τοῦ συ­νο­λι­κοῦ ἔρ­γου του. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Προ­πύ­λαι­α (ἕ­ξι τεύ­χη ἀ­πὸ τὸ 1901 ὡς τὸ 1908), ὅ­που δη­μο­σί­ευ­σε ποι­ή­μα­τα, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ ἱ­στο­ρι­κὲς με­λέ­τες. Μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τῶν ἑ­κα­τὸ χρό­νων ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ Ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α ἐ­ξέ­δω­σε μὲ δι­κά του ἔ­ξο­δα τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Τὰ με­γά­λα χρό­νια (1930, πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση τὸ 1914) καὶ Τὰ πα­λι­κά­ρια τὰ πα­λιά (1931). Στὸ σύ­νο­λο τῶν γρα­πτῶν του πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται ποι­ή­μα­τα, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, ἱ­στο­ρι­κὲς με­λέ­τες, κρι­τι­κὰ δο­κί­μια, ἄρ­θρα, ἀ­κό­μη καὶ ἕ­να μο­νό­πρα­κτο ἔρ­γο γιὰ τὸ θέ­α­τρο (Χή­ρα μά­να). Ὡς λο­γο­τέ­χνης εἶ­ναι γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὴν πε­ζο­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γή του. Ὁ Βλα­χο­γιά­ννης ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ συν­δυά­σει ἱ­στο­ρι­κὰ (ἡ­ρω­ι­κῆς θε­μα­τι­κῆς) καὶ ἠ­θο­γρα­φι­κὰ στοι­χεῖ­α μὲ βα­σι­κὸ στό­χο του νὰ συμ­βά­λει στὸν ὁ­ρι­σμὸ τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ταυ­τό­τη­τας καὶ στὴν ψυ­χο­λο­γι­κὴ σύν­δε­ση τῶν νε­ο­ελ­λή­νων μὲ τὸ πα­ρελ­θόν τους. Ἰ­δι­αί­τε­ρης ση­μα­σί­ας εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ ψυ­χο­γρα­φι­κὲς καὶ συμ­βο­λι­κὲς δι­α­στά­σεις τῶν ἔρ­γων του. Γλώσ­σα τῶν γρα­πτῶν του εἶ­ναι ἡ δη­μο­τι­κὴ τὴν ὁ­ποί­α υἱ­ο­θέ­τη­σε ἐ­ξαρ­χῆς, ἀ­κό­μη καὶ στὶς ἱ­στο­ρι­κὲς με­λέ­τες του, δὲ συμ­με­τεῖ­χε ὅ­μως στὶς γλωσ­σι­κὲς δι­α­μά­χες τῆς ἐ­πο­χῆς του.

[Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ ΕΚΕΒΙ]

♠ ♠ ♠

Ὁ Κ.Θ. Δη­μα­ρᾶς γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη:

ΟΥΤΕ μπο­ροῦ­σε, οὔ­τε, ἀ­λη­θι­νά, δο­κί­μα­σε πο­τὲ ὁ Βλα­χο­γιά­ννης νὰ δεῖ τὸν κό­σμο ὅ­που ζοῦ­σε, τὸν κό­σμο τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἀλ­λοι­ῶς πα­ρὰ σὰν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς μάρ­τυ­ρές της. Ὅ­μως οἱ ἄ­πει­ρες γνώ­σεις του, ἡ γε­ρὴ κρί­ση του καὶ ἡ ἀ­σφα­λέ­στα­τη δι­αί­σθη­σή του, ποὺ εἶ­ναι κι αὐ­τὴ καρ­πὸς τῆς πεί­ρας καὶ τῆς γνώ­σης, τὸν ἔ­φερ­ναν κά­πο­τε σὲ με­ρι­κοὺς γε­νι­κοὺς στο­χα­σμοὺς ποὺ ζοῦν μέ­σα στὸ ἔρ­γο του σὰν αὐ­τό­νο­μα φω­τει­νὰ ση­μά­δια· εἴ­τε συμ­φω­νοῦ­με εἴ­τε δι­α­φω­νοῦ­με μὲ τοὺς στο­χα­σμοὺς αὐ­τούς,  πάν­τα φω­τί­ζουν τὴν ζή­τη­σή μας. Ἡ ἐ­πι­φύ­λα­ξη ποὺ προ­κα­λεῖ τὸ πά­θος του —τὸ πά­θος ποὺ ἔ­βα­ζε εἴ­τε μι­λοῦ­σε γιὰ ἀν­θρώ­πους τῆς ἱ­στο­ρί­ας, εἴ­τε μι­λοῦ­σε γιὰ τοὺς συγ­χρό­νους μας— δὲν πρέ­πει νὰ στα­θεῖ ἐμ­πό­διο στὸν πλου­τι­σμὸ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μᾶς προ­σφέ­ρει ὄ­χι μό­νο ἡ σο­φί­α του, ἀλ­λὰ καὶ ἡ κρί­ση καὶ ἡ δι­αί­σθη­σή του.

       Ἔρ­γο του ἱ­στο­ρι­κὸ σπου­δαι­ό­τα­το πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θοῦν καὶ οἱ συλ­λο­γὲς ποὺ εἶ­χε κα­ταρ­τί­σει. Δὲν ξέ­ρω τί τύ­χη με­λε­τοῦ­σε ὁ ἴ­διος νὰ τοὺς δώ­σει. Μὰ ὅ­πως τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο, τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ καὶ τὸ ἱ­στο­ρι­κό, ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε ὁ­λά­κε­ρο στὴν Ἑλ­λά­δα, ἔ­τσι πι­στεύ­ω πὼς καὶ τὸ συλ­λε­κτι­κό του ἔρ­γο τῆς ἀ­νή­κει. Τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ γέν­νη­μα ὁ Βλα­χο­γιά­ννης, «βγαλ­μέ­νος εἶ­μαι ἀ­πὸ τὴ λα­ϊ­κὴ ψυ­χὴ κ’ ἐ­γὼ» εἶ­χε γρά­ψει κά­που, ἔ­γρα­φε στὴ γλώσ­σα τοῦ λα­οῦ, μί­λη­σε γι’ αὐ­τόν. Ὅ­λα τὰ πλού­τη ποὺ μά­ζε­ψε, ἀ­πὸ τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ λα­ὸ βγῆ­καν καὶ στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ λα­ὸ πρέ­πει νὰ ἐ­πα­νέλ­θουν. Πολ­λὰ τὰ ἀ­πέ­δω­σε ὁ ἴ­διος ἐ­νό­σω ζοῦ­σε: ἀ­γά­πη, σο­φί­α, ἐ­μορ­φιά. Αὐ­τὰ ποὺ μέ­νουν ἂς τὰ ζη­τή­σει ὁ τό­πος του καὶ θὰ τὰ λά­βει πάν­τα, μὲ κά­ποι­ο τρό­πο. Κι ἂν ὅ­μως τοῦ­το πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ, ἄς μὴ ξε­χνοῦ­με πὼς ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ χρέ­ος τὸ με­γά­λο ποὺ θὰ ἔ­χου­με πάν­τως πρὸς τὴν μνή­μη του, θὰ προ­στε­θεῖ κ’ ἕ­να χρέ­ος, ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρο, ἡ ἀ­ξι­ο­ποί­η­ση τῶν κα­τα­λοί­πων του.

[«Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­νης», Νέ­α Ἑ­στί­α, ἀρ. 437-438, 01-15.09.1945, σέλ. 795]

♠ ♠ ♠

Ὁ Βα­σί­λει­ος Λα­ούρ­δας γιὰ τὸ ἦ­θος τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη:

ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη ἡ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ ἔχα­σε μί­αν ἀ­πὸ τὶς ἐ­λά­χι­στες ἐ­κεῖ­νες μορ­φὲς ποὺ μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τους καὶ μὲ τὸ ἔρ­γο τους εἶ­χαν τὴ δύ­να­μη νὰ τὴν δι­και­ώ­νουν καὶ νὰ τὴ σώ­ζουν. Ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης ἦ­ταν καὶ αὐ­τός, ὅ­πως οἱ λι­γο­στοὶ ἄλ­λοι συ­νο­δοι­πό­ροι του, μιὰ στε­ρε­ὴ καὶ βα­θι­ορ­ρι­ζω­μέ­νη δρῦς ἀ­νά­με­σά σὲ πλῆ­θος γρα­φιά­δες καὶ ἀ­χυ­ρο­γρά­φους. Ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­λά­χι­στους ἄν­δρες στὴν πνευ­μα­τι­κή μας ζω­ή.

       Τὴ στιγ­μὴ τού­τη πά­νω ἀ­πὸ τὰ εἰ­δι­κώ­τε­ρα ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τά του, πά­νω ἀ­πὸ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ του κεί­με­να καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ εὐ­ρή­μα­τά του, ἐ­κεῖ­νο ποὺ μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει εἶ­ναι ὁ Νό­μος τῆς ζω­ῆς του. Πό­σοι ἄλ­λοι εἶ­ναι ποὺ νὰ ἔ­χουν νὰ πα­ρου­σιά­σουν πά­νω καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς ἐ­πει­σο­δια­κές τους κα­θη­με­ρι­νὲς ἐμ­φα­νί­σεις ἕ­ναν Νό­μο ζω­ῆς ποὺ νὰ μπο­ρεῖ νὰ θε­με­λι­ώ­νει ψυ­χὲς καὶ νὰ στε­ρι­ώ­νει Ἔ­θνη; Ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης εἶ­χε. Καὶ σὲ τοῦ­το εἶ­ναι πρῶ­τα-πρῶ­τα ἡ με­γά­λη ἀ­ξί­α του μέ­σα στὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ μιᾶς χώ­ρας ποὺ κα­τέ­βα­σε τὴ γλώσ­σα σὲ φλυ­α­ρί­α, τὴ λο­γο­τε­χνί­α σὲ ναρ­κι­σι­σμό, τὴν ἐ­πι­στή­μη σὲ κα­ρι­έ­ρα καὶ τὸ πνεῦ­μα σὲ μι­κρο­πο­λι­τι­κή.

       Ὁ Νό­μος τῆς ζω­ῆς τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη εἶ­ναι ἁ­πλὸς καὶ κα­θα­ρός, σὰν κά­θε γνή­σιο Νό­μο. «Μεῖ­νε στὴν καρ­διὰ τοῦ λα­οῦ σου.» Τὴ φρά­ση τού­τη τὴν εἶ­παν, τὴ λέ­νε κα­θε­μέ­ρα καὶ θὰ τὴν λέ­νε ἀ­δι­ά­κο­πα πολ­λοί. Κα­νέ­νας ὅ­μως ὣς τώ­ρα, χώ­ρια ἀ­πὸ τὸν Σο­λω­μὸ καὶ τὰ πνευ­μα­τι­κά του τέ­χνα, δὲν τὴν ἔ­κα­νε πρά­ξη του, ὅ­πως ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης.

[«Ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­νης», Φι­λο­λο­γι­κὰ Χρο­νι­κά, ἀρ. 32, 01.09.1945, σελ. 319]

♠ ♠ ♠

Ὁ Ἄλ­κης Ἀγ­γέ­λου γιὰ τὴν

Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γι­ν­νη:

ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ λοι­πὸν γί­νε­ται τώ­ρα μᾶλ­λον αὐ­το­νό­η­το, προ­κει­μέ­νου γιὰ τὸν Βλα­χο­γιά­ννη. Τὰ σπου­δαῖ­α ἔρ­γα, οἱ σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι δὲν ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη καὶ ἀ­πὸ σπου­δαῖ­α λό­για γιὰ νὰ ἀ­να­δει­χθοῦν. Ἀν­τι­θέ­τως, ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται κα­λύ­τε­ρα, γί­νον­ται φυ­σι­κό­τε­ροι, εὐ­κο­λο­πλη­σί­α­στοι, καὶ φυ­σι­κὰ ἀν­θρω­πι­νό­τε­ροι, ὅ­ταν τοὺς κα­τε­βά­σου­με ἀ­πὸ τὰ βά­θρα στὰ ὁ­ποῖ­α συ­νή­θι­ζε νὰ τοὺς στή­νει ἡ ἐ­πο­χή, καὶ τοὺς βά­λου­με νὰ περ­πα­τή­σουν χω­ρὶς δε­κα­νί­κια, ἀ­πὸ μό­νοι τους, μέ­σα στὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ κοι­νοῦ θνη­τοῦ, μὲ τὶς ἀ­δυ­να­μί­ες τους καὶ μὲ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τά τους. Αὐ­τὴ ὅ­μως ἡ προ­σγεί­ω­ση, πο­λὺ δύ­σκο­λη γιὰ μιὰ ἐ­πο­χὴ ἀ­πε­ρί­γρα­πτης καὶ ἀ­φάν­τα­στης ρη­το­ρεί­ας, μό­νο μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ «ποι­η­τῆ» εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ γί­νει. Καὶ ἔ­γι­νε μὲ τὸ συ­νο­λι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Βλα­χο­γιά­ννη, τό­σο τὸ κα­θα­ρὰ ἱ­στο­ρι­κό, ὅ­σο καὶ τὸ κα­θα­ρὰ λο­γο­τε­χνι­κό. Ἐ­δῶ ἡ Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α βρί­σκει ἀ­πο­λύ­τως τὴν δι­καί­ω­σή της.

[«Ἡ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τοῦ Βλα­χο­γιά­ννη. Μιὰ νό­μι­μη ‘αὐ­θαι­ρε­σί­α’», στὸ Γιάν­νης Βλα­χο­γιά­ννης, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α, Ἐ­πι­μέ­λεια Ἄλ­κης Ἀγ­γέ­λου, Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς «Ἑ­στί­ας», Ἀ­να­τύ­πω­ση 01.2010 (Α’ ἔκ­δο­ση 2000), σελ. 78.]

Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson): Συνέντευξη γιὰ τὴν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α



Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson)

 

Συ­νέν­τευ­ξη γιὰ τὴν μικρομυθοπλασία

στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008


Πῶς ἀλ­λη­λε­πι­δρᾷ ὁ τί­τλος μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α;


ΟΠΟΤΕ ΕΠΙΛΕΓΩ ἕ­ναν τί­τλο, προ­σπα­θῶ νὰ βρῶ μιὰ συν­θή­κη ποὺ νὰ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ῃ τὴ βα­θύ­τε­ρη οὐ­σί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας, τὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας. Τὸ «Χα­στού­κι» [=«Slam»] συμ­πυ­κνώ­νει γιὰ μέ­να τὴν ἐγ­γε­νῆ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τα ποὺ κρύ­βε­ται στὶς προ­σπά­θει­ες τῆς μη­τέ­ρας νὰ δεί­ξῃ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Εὔ­χο­μαι νὰ κα­τα­φέρ­νῃ [ὁ τί­τλος] νὰ ἐκ­φρά­σῃ τὸ αἴ­σθη­μα μιᾶς γυ­ναῖ­κας ποὺ προ­σπα­θῇ νὰ συμ­πε­ρι­φερ­θῇ ὡς μη­τέ­ρα πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς ζω­ῆς ποὺ χα­στου­κί­ζει τό­σο αὐ­τὴ ὅ­σο καὶ τὸ παι­δί της κα­θὼς προ­σπα­θοῦν νὰ ὑ­περ­πη­δή­σουν τὴ βί­α ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἐμ­πό­διο στὸν διά­βα τους.


Μοῦ ἀ­ρέ­σουν πο­λὺ οἱ εἰ­κό­νες τῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῶν οὐ­λῶν – ἕ­να ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο ἀ­ση­μέ­νιο ψά­ρι, καὶ οἱ στοι­χι­σμέ­νοι με­νε­ξε­δέ­νιοι γυ­μνο­σά­λια­γκες. Ἕ­να ψά­ρι καὶ γυ­μνο­σά­λια­γκες… Πλά­σμα­τα…

 

Μιὰ ἀ­πὸ τὶς χα­ρὲς τῆς συγ­γρα­φῆς εἶ­ναι τὸ νὰ ἔ­χῃς ἕ­ναν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ ἀ­να­κα­λύ­πτῃ στοι­χεῖ­α ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἀ­κά­λε­στα καὶ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴ γρα­φὴ ἀ­θέ­λη­τα. Ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συ­χνὰ κρύ­βει μέ­σα της μυ­στη­ρι­ώ­δεις ποι­ό­τη­τες. Δου­λεύ­ει σ’ ἐ­πί­πε­δα, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στα­δια­κά. Δὲν εἶ­χα πα­ρα­τη­ρή­σει τὴν πα­ρου­σί­α τῶν πλα­σμά­των αὐ­τῶν ὥ­σπου μοῦ τὰ ἐ­πε­σή­μα­νες, ὡ­στό­σο λει­τουρ­γοῦν ἐν προ­κει­μέ­νῳ μιᾶς καὶ ἡ μη­τρό­τη­τα εἶ­ναι τρό­πον τι­νὰ σὰν ἕ­να γλι­στε­ρὸ ψά­ρι.


Τὸ τέ­λος μὲ ἐν­θου­σιά­ζει. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἀ­γῶ­να με­τα­ξὺ τῆς ἐλ­πί­δας καὶ τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας. Ἡ κό­ρη τσα­λα­κώ­νει τὶς ζω­γρα­φι­ές της καὶ τὶς πε­τᾷ στὰ σκου­πί­δια· ἡ μη­τέ­ρα τὶς ἀ­να­σύ­ρει καὶ τὶς σι­δε­ρώ­νει. Ἡ σύγ­κρου­ση, στὴν οὐ­σια, συ­νε­χί­ζε­ται, ὡ­στό­σο ἡ τε­λι­κὴ σκη­νὴ ἀ­νή­κει στὴν ἐλ­πί­δα. Πι­στεύ­εις ὅ­τι ἡ μυ­θο­πλα­σί­α πρέ­πει νὰ κα­τα­λή­γῃ σὲ χαρ­μό­συ­νο μή­νυ­μα;


Ὁ Ρόμ­περτ Μπέρ­ντεττ Σου­ΐτ, στὸ Writing Towards Wisdom: The Writer as Shaman (Helios, 1990) ση­μει­ώ­νει: «Τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῶν δη­μι­ου­ρι­κῶν ἀ­τό­μων εἶ­ναι ἡ τε­ρά­στια ἀ­νο­χὴ ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ουν στὴν ἀμ­φι­ση­μί­α. Ἐ­πι­τρέψ­τε στὸν ἑ­αυ­τό σας τὴν ἄ­γνοι­α. Γρά­φε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σε­τε τί συμ­βαί­νει καὶ για­τί. Ἐ­φό­σον ἡ ἱ­στο­ρί­α αὐ­το­συγ­γρά­φε­ται, δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ γνω­ρί­ζε­τε τὸ τέ­λος. Οὔ­τε τὴ μέ­ση. Ἐν­δε­χο­μέ­νως οὔ­τε κὰν τὴν ἀρ­χή».

     Νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ ἐμ­μο­νὴ μὲ τὸ χαρ­μό­συ­νο τέ­λος ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να μέ­σο ποὺ ἐ­πι­στρα­τεύ­ου­με ἐ­νάν­τια στὴν ἀ­μη­χα­νί­α μας ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἀμ­φι­ση­μί­α. Προσ­λαμ­βά­νεις τὸ σι­δέ­ρω­μα τῆς μη­τέ­ρας ὡς ἐλ­πι­δο­φό­ρα χει­ρο­νο­μί­α. Ἐ­γὼ τὸ βλέ­πω ὡς τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­σή της ὅ­τι ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸ μό­νο ποὺ θὰ λά­βῃ νἆ­ναι τσα­λα­κω­μέ­να σκου­πί­δια ἂν ἡ κό­ρη της προ­βῇ ἐκ νέ­ου σὲ ἐ­πί­θε­ση πρὸς τοὺς Προ­γό­νους της.

     Οἱ ἀμ­φί­ση­μοι ἐ­πί­λο­γοι ἀ­νοί­γουν τὸ πε­δί­ο τῆς πα­ρα­γω­γῆς νο­ή­μα­τος ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν ἀ­να­γνώ­στη.


Πό­τε θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των σου 100 Papers;


Κα­λῶς ἐ­χόν­των τῶν πραγ­μά­των πρό­κει­ται νὰ σε­λι­δο­ποι­η­θῇ αὐ­τὴ τὴν ἑ­βδο­μά­δα καὶ θὰ τυ­πω­θῇ μέ­χρι τὰ τέ­λη Μαρ­τί­ου. Ὁ ἐκ­δό­της μου εὐ­ε­λι­πι­στεῖ νὰ τὸ πα­ρου­σιά­σῃ στὴν Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Κέ­ηπ Τά­ουν φέ­τος τὸν Ἰ­ού­νιο.


Ἐ­νῷ δι­ά­βα­ζα προ­σε­κτι­κὰ τὶς αἰ­τή­σεις τῆς ἐ­τή­σιας ὑ­πο­τρο­φί­ας Kathy Fish, ἐ­ξε­πλά­γην ἀ­πὸ τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς —πα­ρα­φρά­ζον­τας— ἕ­να βο­η­θη­τι­κὸ μέ­σο ἔκ­φρα­σης. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι δὲν ἔ­γρα­φαν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­ποῦ­σαν αὐ­τὴ τὴ φόρ­μα ἢ ἐ­πει­δὴ ἀν­τι­κα­θι­στοῦ­σαν κά­ποι­αν ἄλ­λη μορ­φὴ μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δὲν τοὺς κά­λυ­πτε πλέ­ον. Ἀν­τι­θέ­τως, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ δι­έ­ξο­δο πρὸς τὴ σύν­θε­ση με­γα­λύ­τε­ρων ἔρ­γων – δι­η­γη­μά­των, συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των, μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Ὡς πρω­τα­θλή­τρια τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸ βρῆ­κα ἀ­πο­θαρ­ρυν­τι­κό. Εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α λι­γό­τε­ρο συ­ναρ­πα­στι­κή, εἴ­τε συγ­γρα­φι­κὰ εἴ­τε ἀ­να­γνω­στι­κά, ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρης ἔ­κτα­σης ἔρ­γα; Ἢ εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­γο­ρὰ δὲν ἔ­χει ἀ­πο­δε­χθεῖ ἀ­κό­μα τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ νο­μι­μο­ποι­η­μέ­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα;


Συμ­φω­νῶ ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ καλ­λι­τε­χνι­κὴ φόρ­μα ποὺ δὲν γί­νε­ται ἐ­παρ­κῶς κα­τα­νο­η­τή. Ἡ ἄ­πο­ψή μου εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς κι ἕ­νας πί­να­κας μι­νι­α­τού­ρα, εἶ­ναι ἀ­φ’ ἑ­αυ­τοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νος. Ὅ­πως μιὰ μι­νι­α­τού­ρα δὲν ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὴν πλη­ρό­τη­τα τοῦ με­γα­λεί­ου της μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Ἂν ἤ­μουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὰ προ­σα­να­το­λι­σμέ­νη θὰ ὁ­δη­γοῦ­σα τὴν με­τα­πτυ­χια­κή μου δι­πλω­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α σὲ μιὰ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ ἀ­φι­ε­ρώ­νον­τας ἄλ­λα ἕ­ξι χρό­νια πά­νω-κά­τω, ὡ­στό­σο δὲν εἶ­ν’ αὐ­τὴ ἡ φι­λο­δο­ξί­α μου. Δὲν μπο­ρῶ νὰ φαν­τα­στῶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ δι­έ­ξο­δο πρὸς ὁ­που­δή­πο­τε, πα­ρὰ πρὸς τὸν δι­κό της μυ­στη­ρια­κὸ καὶ ἀ­στα­θῆ πυ­ρή­να. Ἡ αἴ­σθη­σή μου εἶ­ναι ὅ­τι ἡ κα­λύ­τε­ρη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α φι­λο­δο­ξεῖ ἁ­πλὰ νὰ εἶ­ν’ ὁ ἑ­αυ­τός της, προ­σκα­λῶν­τας τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ συλ­λο­γι­στῇ καὶ νὰ ἔρ­θῃ πρὸς αὐ­τήν.

     Ὑ­πο­ψι­ά­ζο­μαι ὅ­τι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­νι­σχύ­ουν τὴ­ φόρ­μα μὲ με­γα­λύ­τε­ρες προσ­δο­κί­ες δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νουν νὰ γρά­ψουν κα­λὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία. Τού­του λε­χθέν­τος, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ἄ­σκη­ση ποὺ δι­δά­σκει οἰ­κο­νο­μί­α καὶ βελ­τι­στο­ποι­εῖ τὴν ποι­η­τι­κὴ φαν­τα­σί­α. Ἡ ἀ­κρί­βεια αὐ­τὴ ὀ­φε­λεῖ ὅ­λες τὶς ὑ­πό­λοι­πες συγ­γρα­φι­κὲς μορ­φὲς μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἐν­δέ­χε­ται νὰ ἐμ­πλα­κῇ κα­νείς.

     Ὅ­πως οἱ πι­α­νί­στες ἐ­ξα­σκοῦν­ται σὲ κλί­μα­κες καὶ ἀρ­πέ­τζιο, νο­μί­ζω ὅ­τι κά­θε συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει νὰ ἐ­ξα­σκῇ τα­κτι­κὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ὡ­στό­σο ἡ ἀ­να­λο­γί­α εἶ­ναι προ­βλη­μα­τι­κή, δι­ό­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι κα­τὰ πο­λὺ πιὸ ἀ­ξι­α­γά­πη­τη κι ἀ­π’ τὶς πιὸ λαμ­πρὲς ἀ­κό­μα μου­σι­κὲς κλί­μα­κες.


Για­τί γρά­φεις μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, καὶ ποῦ βλέ­πεις ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ σὲ ὁ­δη­γή­σῃ αὐ­τό;


Μὲ τὰ λό­για τοῦ Στὴβ Μπά­ι­κο, «Γρά­φω ὅ,τι μοῦ ἀ­ρέ­σει».

     Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ὁ­δη­γεῖ σ’ ἕ­να τα­ξί­δι ἐ­ξε­ρεύ­νη­σης καὶ ἔκ­πλη­ξης, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἐ­πι­χει­ρῶ νὰ δι­αρ­ρή­ξω τὸ δι­ά­φα­νο πε­ρί­βλη­μά της. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ γο­η­τευ­τι­κὴ φόρ­μα, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­φι­ε­ρώ­νω πολ­λὲς ὧ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δος μου ἂν ἀ­φε­θῶ. Κι ὅ­μως, ἀ­κό­μα κι ἂν μοῦ κλέ­βῃ πο­λύ­τι­μο χρό­νο ἢ ἂν ἂ­να­λώ­νο­μαι σ’­αὐ­τό, ὁ­δη­γοῦ­μαι σ’ ἕ­ναν δη­μι­ουρ­γι­κὸ χῶ­ρο ἀ­φάν­τα­στης εὐ­χα­ρί­στη­σης καὶ εὑ­ρη­μα­τι­κῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας.


 

Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008

http://www.smokelong.com/smoking-with-liesl-jobson-3/

 

Ἡ Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson) εἶ­ναι Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νι­κὴ συγ­γρα­φέ­ας καὶ μου­σι­κός. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς στή­λης τῆς ποί­η­σης στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Mad Hatters Review. Κα­τὰ τὴν ἴ­δια, ζεῖ μέ­σα σ’ ἕ­να κλου­βὶ πα­πα­γά­λου, γιὰ πρω­ι­νὸ κα­τα­να­λώ­νει μο­λύ­βια, γρά­φει μ’ ἕ­να φτε­ρὸ βου­τηγ­μέ­νο σὲ παν­τζα­ρό­ζου­μο. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὰ Exquisite Corpse, Pindeldyboz, Gator Springs Gazette, Opium καὶ Lamination Colony. Διαβάστε στὸ ἱστολόγιό μας τὸ διήγημά της “Χαστούκι” (“Slam”).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

 http://ptinologion.wordpress.com


Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#14]

 

Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού


ΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ε­πι­στρέ­φει σπί­τι του και πιά­νει τη γυ­ναί­κα του στα πρά­σα με έ­ναν σκί­ου­ρο στο κρε­βά­τι. Η γυ­ναί­κα του τρο­μαγ­μέ­νη τον κοι­τά­ζει πά­νω α­πό τα σκε­πά­σμα­τα, κα­λυμ­μέ­νη ώς τη μύ­τη. Το κε­φα­λά­κι του σκί­ου­ρου ί­σα που ξε­προ­βάλ­λει κι αυ­τό δί­πλα της. Οι δρά­στες φαί­νον­ται τό­σο γε­λοί­οι μα­ζί που εί­ναι α­δύ­να­το στον άν­τρα να συγ­κρα­τή­σει τον ε­αυ­τό του, ξε­σπά­ει σε γέ­λια. Όρ­θιος στην πόρ­τα κοι­τά­ζει τα σκόρ­πια ρού­χα της γυ­ναί­κας του στο πά­τω­μα, τους ξη­ρούς καρ­πούς ε­δώ κι ε­κεί και η κα­τά­στα­ση πο­λύ γρή­γο­ρα ε­ξε­λίσ­σε­ται σε κλαυ­σί­γε­λο. Ξαφ­νι­κά ο άν­τρας κο­κα­λώ­νει, χλω­μιά­ζει κι ε­ξα­φα­νί­ζε­ται. Η γυ­ναί­κα κοι­τά­ζει έν­τρο­μη τον σκί­ου­ρο, πε­τά­γε­ται γυ­μνή α­πό το κρε­βά­τι και τρέ­χει έ­ξω α­πό το δω­μά­τιο, πί­σω α­πό τον άν­τρα της. Ο σκί­ου­ρος τι­νά­ζε­ται τρο­μαγ­μέ­νος κά­τω α­πό τα σκε­πά­σμα­τα. Α­κού­ει φω­νές, ουρ­λια­χτά και πη­δά­ει στο μα­ξι­λά­ρι, α­πό ε­κεί στο πά­τω­μα, αρ­πά­ζει μια χού­φτα καρ­πούς, σαλ­τά­ρει στο περ­βά­ζι του πα­ρα­θύ­ρου, στέ­κε­ται α­σά­λευ­τος για μια στιγ­μή, ή­συ­χος σα νε­κρός κι έ­πει­τα πη­δά­ει προς την έ­ξο­δο κιν­δύ­νου. Ε­κεί­νη α­κρι­βώς τη στιγ­μή η λε­πί­δα ε­νός τσε­κου­ριού καρ­φώ­νε­ται στο περ­βά­ζι. Ο σκί­ου­ρος τρυ­πώ­νει κι ε­ξα­φα­νί­ζε­ται μέ­σα σε έ­να κον­τι­νό κλα­δί, σκορ­πών­τας καρ­πούς παν­τού. «Ε­σύ και τα α­να­θε­μα­τι­σμέ­να σου κα­τοι­κί­δια!» ουρ­λιά­ζει ο άν­τρας στην κρε­βα­το­κά­μα­ρα α­νά­με­σα στα α­να­φι­λη­τά του. Ο σκί­ου­ρος κά­νει α­γώ­να δρό­μου α­πό δέν­τρο σε δέν­τρο μέ­χρι που α­πο­μα­κρύ­νε­ται. Κά­ποι­α στιγ­μή πι­ά­νε­ται ε­πι­τέ­λους α­πό κά­ποι­α κλα­διά στην κο­ρυ­φή ε­νός δέν­τρου για να πά­ρει α­νά­σα. Η μι­κρή του καρ­διά κον­τεύ­ει να σπά­σει. Φτά­νουν στα αυ­τιά του οι φω­νές α­πό το σπί­τι, η λε­πί­δα του τσε­κου­ριού λαμ­πυ­ρί­ζει καρ­φω­μέ­νη α­κό­μα στο πα­ρά­θυ­ρο. Λου­φά­ζει α­νά­με­σα στα φύλ­λα, κου­νών­τας την ου­ρά του πέ­ρα δώ­θε, και σκέ­φτε­ται, «Πώς στο δι­ά­ο­λο του ήρ­θε να με α­πο­κα­λέ­σει “κα­τοι­κί­διο”!»

       Αυ­τό εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[1] με τί­τλο Οι­κια­κή Φάρ­σα (Domestic Farce) του Barry Your­grau α­πό την πρώ­τη του συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ών A man jumps out of an air­plane (Ar­cade Pu­bli­shing, New York, 2017 [πρώ­τη έκ­δο­ση 1984]) που α­πο­τε­λεί ση­μεί­ο α­να­φο­ράς στο εί­δος. Ο Yourgrau, Α­με­ρι­κα­νός συγ­γρα­φέ­ας και περ­φόρ­μερ, ό­πως έ­χου­με α­να­φέ­ρει και σε προη­γού­με­νο δελ­τίο, έ­χει γεν­νη­θεί στη Ν. Α­φρι­κή και ζει ε­δώ και δε­κα­ε­τί­ες α­νά­με­σα στη Νέ­α Υ­όρ­κη και την Κων­σταν­τι­νού­πο­λη.

       Η φρά­ση του βιρ­του­ό­ζου της βρε­τα­νι­κής χι­ου­μο­ρι­στι­κής λο­γο­τε­χνί­ας Jerome K. Jerome, α­πό τη συλ­λο­γή δο­κι­μί­ων του The Idle thou­ghts of an i­dle fel­low (1886), η ο­ποί­α α­να­γρά­φε­ται στις πρώ­τες σε­λί­δες της συλ­λο­γής του Yourgrau, δι­α­περ­νά ό­χι μό­νο το συ­νο­λι­κό έρ­γο του τε­λευ­ταί­ου, αλ­λά και πολ­λών καλ­λι­ερ­γη­τών της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, προ­δρό­μων και σύγ­χρο­νων: Οι σκέ­ψεις τις ο­ποί­ες εί­μα­στε ι­κα­νοί να συλ­λά­βου­με κα­θα­ρά εί­ναι οι πο­λύ μι­κρές… Ό­λες οι με­γα­λύ­τε­ρες σκέ­ψεις εί­ναι α­σύλ­λη­πτες και τε­ρά­στι­ες για τους παι­δι­κούς εγ­κε­φά­λους μας.

       Στη δι­ε­θνή λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή το έρ­γο του κο­σμο­πο­λί­τη Your­grau συγ­κα­τα­λέ­γε­ται κά­που α­νά­με­σα στους Bre­ton, Ka­fka και Bor­ges. Κι­νεί­ται με ευ­ε­λι­ξί­α και χι­ού­μορ στη με­θό­ριο α­νά­με­σα σε ποί­η­ση, per­for­mance και πρό­ζα, αλ­λά α­πό τα πρώ­τα του βή­μα­τα πα­ρα­μέ­νει πι­στός στην α­φή­γη­ση ως κύ­ριο εκ­φρα­στι­κό του μέ­σο, ό­πως στο α­τα­ξι­νό­μη­το κεί­με­νό του με τί­τλο Apocrypha που συν­δι­α­λέ­γε­ται με την ι­στο­ρί­α του Μω­υ­σή. Δη­μο­σι­εύ­θη­κε ως πε­ζο­ποί­η­μα στο τεύ­χος του α­με­ρι­κα­νι­κού πε­ρι­ο­δι­κού Poetry τον Ι­ού­λιο του 1982[2], πριν συ­στα­θεί το ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δί­ο της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, και συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη συγ­κε­κρι­μέ­νη συλ­λο­γή. Η ι­στο­ρί­α έ­χει ως ε­ξής: έ­νας άν­τρας ψα­ρεύ­ει στην ε­ρη­μιά ό­ταν ξαφ­νι­κά βλέ­πει έ­να μω­ρό μέ­σα σε έ­να ψά­θι­νο κα­λά­θι να ε­πι­πλέ­ει α­κο­λου­θών­τας το ρεύ­μα του πο­τα­μού. Βου­τά­ει στο νε­ρό, πιά­νει το κα­λά­θι και δι­α­πι­στώ­νει ό­τι το μω­ρό εί­ναι κα­λά, τυ­λιγ­μέ­νο με χρυ­σο­ποί­κιλ­το πα­νί. Έκ­πλη­κτος κοι­τά­ζει γύ­ρω του, δεν υ­πάρ­χει ψυ­χή. Α­κουμ­πά­ει το κα­λά­θι με το μω­ρό στην ό­χθη και α­νε­βαί­νει ψη­λό­τε­ρα να ε­λέγ­ξει μή­πως υ­πάρ­χει κά­ποι­ος που το α­να­ζη­τά. Ξαφ­νι­κά έ­να δό­ρυ εκ­σφεν­δο­νί­ζε­ται α­πό το που­θε­νά, δι­α­περ­νά το κρα­νί­ο του και το σώ­μα του κα­τρα­κυ­λά στο πο­τά­μι. Τη στιγ­μή που το ρεύ­μα πα­ρα­σύ­ρει το ά­ψυ­χο σώ­μα του με το κον­τά­ρι να προ­ε­ξέ­χει σαν κα­τάρ­τι, το μω­ρό ξε­σπά­ει σε κλά­μα­τα κι έ­νας σκου­ρό­χρω­μος, σκυ­θρω­πός άν­τρας με λο­φί­ο στο κρά­νος του ξε­προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό τους θά­μνους. Την ί­δια στιγ­μή η γυ­ναί­κα του, η ο­ποί­α δι­α­βά­ζει τη Βί­βλο της στο σπί­τι τους, βλέ­πει την ώ­ρα στο ρο­λό­ι του τοί­χου, κλεί­νει το βι­βλί­ο με κρό­το και σπεύ­δει να βά­λει το βρα­δι­νό τους στο φούρ­νο. Με­τα­νι­ώ­νει που εί­χε μπερ­δέ­ψει τις α­να­γνώ­σεις της κι αι­σθά­νε­ται έ­να κύ­μα δυ­σφο­ρί­ας ό­πως κοι­τά­ζει τον ά­δει­ο δρό­μο.


Η συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των και μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ών της Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νής Stacy Hardy με τί­τλο Because the night (Pocko Editions, UK, 2015) α­πο­τε­λεί­ται α­πό εί­κο­σι μί­α ι­στο­ρί­ες, με συ­νο­δευ­τι­κό φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό του Ι­τα­λού Mario Pischedda. Ο­κτώ α­πό αυ­τές θε­ω­ρούν­ται υ­πο­δειγ­μα­τι­κές μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες για τη δι­ε­θνή κρι­τι­κή, χά­ρη «στην ι­σχυ­ρή πύ­κνω­ση, την τα­χεί­α α­νά­κρου­ση και τον υ­ψη­λό βαθ­μό συ­νέρ­γειας συγ­γρα­φέ­α–α­να­γνώ­στη που ε­πι­τυγ­χά­νουν», σύμ­φω­να με την Liesl Jobson, επίσης γνωστή διεθνώς Νοτιοαφρικανή συγγραφέα μικρομυθοπλασίας.

       Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α με τί­τλο Kisula που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη συλ­λο­γή, η η­ρω­ί­δα φτά­νει στο μα­γα­ζί ό­που δι­α­σκε­δά­ζουν οι φί­λοι της. Πί­νουν α­πό ώ­ρα και συ­ζη­τούν πά­λι το φλέ­γον θέ­μα: πώς γί­νε­ται οι Black Consciousness[3] τύ­ποι να έ­χουν πάν­τα λευ­κές συν­τρό­φους. Ό­λα τα μά­τια στρέ­φον­ται μί­α ε­πά­νω της μί­α σε έ­ναν α­πό τους συν­δαι­τυ­μό­νες, τον Andile, και ξαφ­νι­κά πέ­φτει σι­ω­πή. Ξε­χά­στε το. Δεν εί­μαι το κο­ρί­τσι του α­πλώς πη­δι­ό­μα­στε πε­ρι­στα­σια­κά[4], τους λέ­ει και ό­λοι, πλην του Andile, ξε­σπούν σε γέ­λια. Με­τά α­πό λί­γο η η­ρω­ί­δα φεύ­γει χω­ρίς να πλη­ρώ­σει και παίρ­νει το δρό­μο για το σπί­τι της πε­ζή. Σκέ­φτε­ται το λυ­πη­μέ­νο πρό­σω­πο του Andile και ό­σο πε­ρι­φέ­ρε­ται στην πό­λη, δυ­σφο­ρεί με τη σκέ­ψη ό­τι δεν εί­ναι πα­ρά η α­νε­πι­θύ­μη­τη λευ­κή α­νά­με­σά τους. Ό­ταν μπαί­νει στο θυ­ρω­ρεί­ο του κτι­ρί­ου που βρί­σκε­ται το δι­α­μέ­ρι­σμά της πιά­νει κου­βέν­τα με τον Kisula, τον Κον­γκο­λέ­ζο φύ­λα­κα του κτι­ρί­ου και με­τα­νά­στη, ο ο­ποί­ος έ­χει αλ­λά­ξει το ό­νο­μά του σε Gary και εί­ναι κολ­λη­μέ­νος μπρο­στά στην ο­θό­νη της τη­λε­ό­ρα­σης. Πα­ρα­κο­λου­θεί ζων­τα­νά τον πο­δο­σφαι­ρι­κό α­γώ­να α­νά­με­σα στη Χι­λή και στην ο­μά­δα που υ­πο­στη­ρί­ζει, τη Γαλ­λί­α. Πώς γί­νε­ται να τους υ­πο­στη­ρί­ζεις με­τά α­πό ό­σα έ­κα­ναν στην πα­τρί­δα σου; τον ρω­τά­ει. Ο Kisula α­να­ση­κώ­νει τους ώ­μους. Έ­χουν κα­λύ­τε­ρη ο­μά­δα, κοί­τα, της λέ­ει και κρα­τά­ει την α­νά­σα του ό­πως κι ε­κα­τομ­μύ­ρια φί­λα­θλοι στον πλα­νή­τη ε­κεί­νη τη στιγ­μή. Έ­να κον­τι­νό πλά­νο α­κο­λου­θεί την μπά­λα που σκί­ζει τον α­έ­ρα και τα δί­χτυ­α του τέρ­μα­τος της Χι­λής. Η Γαλ­λί­α κερ­δί­ζει τον α­γώ­να. Το γή­πε­δο σεί­ε­ται, ο Kisula ε­κρή­γνυ­ται α­πό χα­ρά και η η­ρω­ί­δα σε κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου βρί­σκε­ται να χο­ρεύ­ει και να ζη­τω­κραυ­γά­ζει μα­ζί του. Χο­ρεύ­ου­με και οι δύ­ο. Χο­ρεύ­ου­με και γε­λά­με σα να μοι­ρα­ζό­μα­στε κά­τι βα­θύ και α­λη­θι­νό και αι­ώ­νιο[5].

       Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της συλ­λο­γής με τί­τλο Squirreling πα­ρα­κο­λου­θού­με μια σκη­νή αυ­να­νι­σμού ως λύ­τρω­ση α­πό το πά­θος της η­ρω­ί­δας για τον σύν­τρο­φό της, με τον ο­ποί­ο έ­χει μό­λις χω­ρί­σει. Η η­ρω­ί­δα πεν­θεί και αρ­χί­ζει στα­δια­κά να αυ­το­ε­ρε­θί­ζε­ται με δι­ά­φο­ρα αν­τι­κεί­με­νά του, τα ο­ποί­α βρί­σκον­ται δι­ά­σπαρ­τα γύ­ρω της. Λα­χτα­ρά­ει σαν α­χόρ­τα­γος σκί­ου­ρος να τα α­πο­θη­κεύ­σει και να τα φυ­λά­ξει μέ­σα της, α­κό­μα και την ο­δον­τό­βουρ­τσά του, να μην μεί­νει χώ­ρος για τα συ­ναι­σθή­μα­τά της. Σε αυ­τό το ση­μεί­ο του κει­μέ­νου κο­ρυ­φώ­νε­ται η διτ­τή αί­σθη­ση που προ­κα­λούν πολ­λά δείγ­μα­τα γρα­φής της Hardy: α­πό τη μια η χρή­ση μιας κο­φτε­ρής γλώσ­σας προ­κει­μέ­νου να δι­α­τυ­πω­θεί ευ­θαρ­σώς η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της γυ­ναι­κεί­ας ε­ρω­τι­κής ε­πι­θυ­μί­ας α­πό την αν­δρι­κή φαν­τα­σί­α που καλ­λι­έρ­γη­σε ο που­ρι­τα­νι­σμός στη δυ­τι­κή κουλ­τού­ρα προς μια ά­νευ ο­ρί­ων σω­μα­τι­κή κι ε­ρω­τι­κή ε­ξε­ρεύ­νη­ση. Α­πό την άλ­λη η α­νά­δει­ξη της α­σύλ­λη­πτης τα­χύ­τη­τας με την ο­ποί­α το μυα­λό μας μέ­σω της φαν­τα­σί­ας μπο­ρεί να δι­α­κτι­νι­στεί σε έ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κό, σου­ρε­α­λι­στι­κό σύμ­παν. Εί­ναι το ση­μεί­ο στο ο­ποί­ο η η­ρω­ί­δα φαν­τά­ζε­ται την ο­δον­τό­βουρ­τσα του συν­τρό­φου της να με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε σκί­ου­ρο, να φω­λιά­ζει μέ­σα στη μή­τρα της α­νά­με­σα στους α­πο­θη­κευ­μέ­νους καρ­πούς του κι ε­κεί­νη να γεν­νά­ει έ­να στρα­τό χνου­δω­τά σκι­ου­ρά­κια. Για την η­ρω­ί­δα, έ­να τέ­τοι­ο γε­γο­νός, ως δί­δυ­μο α­πο­κύ­η­μα φαν­τα­σί­ας και α­πε­λευ­θέ­ρω­σης, εί­ναι ι­κα­νή να προ­κα­λέ­σει πα­νι­κό στην α­ποι­κί­α.

       Ι­δέ­α που α­παν­τά­ται συ­χνά στο έρ­γο της Hardy, για την ο­ποί­α η Α­φρι­κή μοιά­ζει με μη­χα­νή του χρό­νου: μπο­ρεί να δει κα­νείς ταυ­τό­χρο­να ει­κό­νες α­πό το πα­ρελ­θόν, το πα­ρόν και το μέλ­λον. Η Hardy δρα­στη­ρι­ο­ποι­εί­ται α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά κα­τά του ρα­τσι­σμού, αρ­θρο­γρα­φεί ως δη­μο­σι­ο­γρά­φος και δι­δά­σκει στο Με­τα­πτυ­χια­κό Τμή­μα Δη­μι­ουρ­γι­κής Γρα­φής στο Rhodes U­ni­ver­si­ty. Στην πρό­σφα­τη με­λέ­τη του Peter Blair[6] για την άν­θη­ση της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στην Ν. Α­φρι­κή, η Hardy συγ­κα­τα­λέ­γε­ται α­νά­με­σα στις τρεις κο­ρυ­φαί­ες με­λέ­τες πε­ρί­πτω­σης, μα­ζί με τους (ε­πί­σης λευ­κούς) Tony Eprile και Michael Cawood Green και η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Kisula α­να­λύ­ε­ται ως υ­πο­δειγ­μα­τι­κή.

       Η ι­στο­ρί­α Squirreling εί­ναι πο­λύ ι­δι­αί­τε­ρη. Μας πα­ρο­τρύ­νει να σκε­φτού­με έ­να κε­νό και την α­νάγ­κη να το γε­μί­σου­με; τη ρω­τούν σε μια α­πό τις συ­νεν­τεύ­ξεις της. Ε­πι­στρέ­φου­με στις μαύ­ρες τρύ­πες! α­παν­τά­ει η Hardy. Φταί­ει α­σφα­λώς ο κα­πι­τα­λι­σμός, η κα­τα­να­λω­τι­κή κοι­νω­νί­α…τα ο­ποί­α εί­ναι ε­χθροί της φαν­τα­σί­ας. Σε αυ­τή την ι­στο­ρί­α το θέ­μα μου εί­ναι ε­πί­σης ο­λό­κλη­ρη η κα­τα­σκευ­ή της «ε­νη­λι­κί­ω­σης», και οι συ­νέ­πει­ές της. Οι σκί­ου­ροι εί­ναι έ­να αν­τί­δο­το σε ό­λο αυ­τό – εί­ναι ό­λο ε­νέρ­γεια και ε­κλε­κτι­κοί και ζων­τα­νοί, ό­λο τρί­ζουν τα δόν­τια τους, τρε­μο­παί­ζουν τη φουν­τω­τή ου­ρά τους, εί­ναι ροζ και χνου­δω­τοί και φρε­νή­ρεις και η­λί­θιοι. Αλ­λά φυ­σι­κά οι τρύ­πες εί­ναι με­ρι­κές φο­ρές έ­ξο­δοι κιν­δύ­νου στις ι­στο­ρί­ες μου, θύ­ρες, λα­γού­μια, υ­πό­γεια τού­νελ, μυ­στι­κές δί­ο­δοι δι­α­φυ­γής.


Τον Α­πρί­λιο του 2020 ι­δρύ­θη­κε η πρώ­τη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στις Η.Π.Α στο Harry Ransom Centre (ΗRC) του Πα­νε­πι­στη­μί­ου του Τέ­ξας στο Ό­στιν. Η συλ­λο­γή α­πο­τε­λεί­ται α­πό πε­ρί­που δι­α­κό­σια πε­νήν­τα σπά­νια βι­βλί­α και πε­ρι­ο­δι­κά και εί­ναι δω­ρε­ά πέν­τε Α­με­ρι­κα­νών συγ­γρα­φέ­ων και πα­νε­πι­στη­μια­κών που συ­νέ­βαλ­λαν στην α­να­γνώ­ρι­ση και δι­ά­δο­ση του εί­δους: T. Hazuka, T. L. Masih, P. Painter, R. Scotellaro, και R. Shapard. Μό­λις ο­λο­κλη­ρω­θεί η ψη­φι­ο­ποί­η­σή της θα εί­ναι ε­λεύ­θε­ρης πρό­σβα­σης δι­ε­θνώς. Στο HRC βρί­σκον­ται τα πρω­τό­λεια των Charlotte κι Emily Brontë, τα χει­ρό­γρα­φα του Gabriel García Márquez, το ση­μει­ω­μα­τά­ριο του Jack Kerouac, το ξύ­λι­νο κου­τί του Ε.Ε.Cummings, πρω­τό­τυ­πα έρ­γα της Frida Kahlo, αλ­λά και συλ­λο­γή χει­ρο­γρά­φων και προ­σω­πι­κών αν­τι­κει­μέ­νων του Edgar Allan Poe, ό­πως το γρα­φείο του.

       Το 2008 οι Άγ­γλοι κα­θη­γη­τές στο Chester University Peter Blair και Ashley Chantler ί­δρυ­σαν το πε­ρι­ο­δι­κό Flash: The International Short- Short Story Magazine

       Στο τ.9, Νο2 (Ο­κτώ­βριος 2016) πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Μι­χά­λη Γκα­νά Δι­α­βά­ζει έ­να βι­βλί­ο[7] (She reads a book, μτφρ. Π. Νι­κο­λά­ου) και στο τ.10, Νο1 (Α­πρί­λιος 2017) η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Another night out της Ει­ρή­νης Ι­ω­άν­νου. Το 2015 ί­δρυ­σαν τις εκ­δό­σεις Flash: The international Short-Short Story Press, με πρώ­τη έκ­δο­ση τη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του David Swan με τί­τλο Stronger Faster Shorter: Flash Fictions. Σε αυ­τή εί­κο­σι πέν­τε μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ε­ξε­ρευ­νούν την πο­ρεί­α ε­νη­λι­κί­ω­σης ε­νός α­γο­ριού τη δε­κα­ε­τί­α του ’70. Στην ο­μό­τι­τλη ι­στο­ρί­α ο ε­νή­λι­κος πια ή­ρω­ας, ο ο­ποί­ος δι­α­τη­ρεί την πο­λύ υ­ψη­λή συ­ναι­σθη­μα­τι­κή του νο­η­μο­σύ­νη, α­πο­φαί­νε­ται: Τα σώ­μα­τά μας εί­χαν δι­α­με­λι­στεί σε κα­τα­στρο­φι­κά α­τυ­χή­μα­τα ι­λιγ­γι­ώ­δους τα­χύ­τη­τας, κι έ­πει­τα ε­πα­να­συ­ναρ­μο­λο­γή­θη­καν α­πό ε­πι­στή­μο­νες που χρη­σι­μο­ποι­ού­σαν βι­ο­νι­κή τε­χνο­λο­γί­α[8]. Ε­δώ ο Swan α­να­φέ­ρε­ται στις ρα­γδαί­ες αλ­λα­γές που βι­ώ­νει ο μι­κρός ή­ρω­ας και στις ε­πι­πτώ­σεις τους στην ψυ­χο­σύν­θε­σή του. Αν και χρη­σι­μο­ποι­εί την ει­κό­να με­τα­φο­ρι­κά, τε­λι­κά θο­λώ­νει το ό­ριο α­νά­με­σα στο πραγ­μα­τι­κό και το φαν­τα­στι­κό, δε­δο­μέ­νου ό­τι σή­με­ρα δε φαί­νε­ται τό­σο ε­ξω­πραγ­μα­τι­κή.

       H Seaborne Library, η βι­βλι­ο­θή­κη του πα­νε­πι­στη­μί­ου Chester, δι­α­θέ­τει την πρώ­τη ορ­γα­νω­μέ­νη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δι­ε­θνώς, η ο­ποί­α εμ­πλου­τί­ζε­ται χά­ρη στη δρά­ση των με­λών της έ­νω­σης International Flash Fiction Association (IFFA) που ί­δρυ­σαν οι Blair και Chantler και εί­ναι α­κα­δη­μα­ϊ­κού χα­ρα­κτή­ρα, με ε­στί­α­ση στην αγ­γλο­σα­ξω­νι­κή βι­βλι­ο­γρα­φία.

       Την αλ­μα­τώ­δη ε­ξέ­λι­ξη στη δι­ε­θνή έ­ρευ­να και πα­ρα­γω­γή με ε­στί­α­ση σε Ω­κε­α­νί­α και Α­σί­α μπο­ρεί να πα­ρα­κο­λου­θή­σει κα­νείς κα­τό­πιν α­να­ζή­τη­σης σε βι­βλι­ο­θή­κες πα­νε­πι­στη­μί­ων εδώ κι εδώ.


Η Α­νά­σα (Breath), το συν­το­μό­τε­ρο (1 λ.) θε­α­τρι­κό έρ­γο του Samuel Beckett, γρά­φτη­κε το 1969, εν­νιά χρό­νια με­τά το σε­νά­ριο του À bout de soufflé του Godard, σχε­δόν τέσ­σε­ρις αι­ώ­νες με­τά τη «με­λαγ­χο­λι­κή κω­μω­δί­α» του Shakespeare με τί­τλο Με το ί­­διο μέ­τρο (1604), στην ο­ποί­α ο δού­κας της Βι­έν­νης α­να­φέ­ρε­ται στο ε­φή­με­ρο της ζω­ής και στην α­νά­σα της τέ­χνης[9], κι έ­χει α­πο­τε­λέ­σει σπου­δή για πλή­θος καλ­λι­τε­χνών, ό­πως οι Alan Parson και Tim Burton. Ο Damien Hirst, το 2002, πο­λύ προ παν­δη­μί­ας Covid 19, στη δι­κή του υ­λο­ποί­η­ση της Α­νά­σας, εί­χε γε­μί­σει το χώ­ρο με νο­σο­κο­μεια­κά σκου­πί­δια, έ­ναν υ­πο­λο­γι­στή, έ­να πλη­κτρο­λό­γιο, ου­ρο­δο­χεί­α, λε­ρω­μέ­να σεν­τό­νια, μά­σκες, γάν­τια και στα τε­λευ­ταί­α δευ­τε­ρό­λε­πτα μό­λις που προ­λα­βαί­νου­με να δού­με μέ­σα σε έ­να γυ­ά­λι­νο τα­σά­κι δύ­ο γό­πες τσι­γά­ρου πλεγ­μέ­νες σε σχή­μα σβά­στι­κας. Η Α­νά­σα εί­ναι έ­να α­πό τα τα­χυ­δρά­μα­τα με θέ­μα τον έ­ρω­τα που ζή­τη­σε ο θρυ­λι­κός Βρε­τα­νός συγ­γρα­φέ­ας και κρι­τι­κός θε­ά­τρου Kenneth Tynan α­πό δι­ά­φο­ρους σύγ­χρο­νούς του συγ­γρα­φείς (J. Feiffer, J. Lennon, E. O’Brien, J. Levy, S. Shepard και L. Melfi) με σκο­πό να τα συμ­πε­ρι­λά­βει στην πα­ρά­στα­σή του με τί­τλο Oh! Calcutta, χω­ρίς να α­πο­κα­λύ­πτε­ται το ό­νο­μα της/του δη­μι­ουρ­γού του. Λέ­γε­ται ό­τι ο Beckett έ­γρα­ψε την Α­νά­σα του σε μί­α καρτ πο­στάλ και την τα­χυ­δρό­μη­σε στον Tynan. Έ­γι­νε, ό­μως, έ­ξαλ­λος ό­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ό­τι αν­τί των σκου­πι­δι­ών που έ­γρα­φε ο ί­διος ό­τι έ­πρε­πε να κα­τα­κλύ­ζουν τη σκη­νή, ο Tynan την εί­χε γε­μί­σει με γυ­μνά σώ­μα­τα και ό­τι, ε­πι­πλέ­ον, η πα­ρα­γω­γή α­πο­κά­λυ­ψε τε­λι­κά τη συμ­με­το­χή του. Πα­ρά τη φή­μη του δύ­στρο­που που πε­ρι­βάλ­λει τον Beckett, υ­πάρ­χει πάν­το­τε έ­να ί­χνος μαύ­ρου χι­ού­μορ. Και αν ζη­τή­σεις α­πό τον Beckett να σου γρά­ψει έ­να «ε­ρω­τι­κό σκε­τσά­κι», αυ­τό θα πά­ρεις, τη μα­ται­ό­τη­τα α­πό τη μή­τρα στον τά­φο σε έ­να λε­πτό[10].


Η Ε­σμε­ράλ­ντα α­νοί­γει τα μά­τια της. Το δω­μά­τιο εί­ναι ά­δει­ο. Δεν μπο­ρεί να θυ­μη­θεί πό­σο και­ρό εί­ναι μό­νη. Τη φα­γου­ρί­ζει το χέ­ρι της: φταί­ει το βλα­στά­ρι που φυ­τρώ­νει μέ­σα α­πό τον καρ­πό της. Η Ε­σμε­ράλ­ντα το πα­ρα­κο­λου­θεί να με­γα­λώ­νει και να βγά­ζει φύλ­λα. Τώ­ρα τη φα­γου­ρί­ζει και το πό­δι της, ο ώ­μος και το α­ρι­στε­ρό της μά­γου­λο. Κα­τα­πρά­σι­νοι μί­σχοι βλα­σταί­νουν α­πό μέ­σα τη­ς˙ φύλ­λα ξε­δι­πλώ­νον­ται χα­ϊ­δεύ­ον­τας το δέρ­μα της. Το πρώ­το λου­λού­δι αν­θί­ζει στο πρό­σω­πό της, τα ε­πό­με­να παν­τού στο σώ­μα της. Η Ε­σμε­ράλ­ντα χα­μο­γε­λά­ει και κλεί­νει τα μά­τια της. Ό­ταν τα ξα­να­νοί­γει δεν εί­ναι πια μό­νη. Βρί­σκε­ται γυ­ρι­σμέ­νη στο πλά­ι, ξα­πλω­μέ­νη ε­πά­νω σε φαρ­διά γό­να­τα. Αυ­τός έ­χει ε­πι­στρέ­ψει. Υ­πο­μο­νε­τι­κά, ξε­ρι­ζώ­νει α­γρι­ό­χορ­τα και βλα­στά­ρια, λου­λού­δια και φύλ­λα, ρά­βει τα δά­κρυ­α με με­τα­ξω­τό νή­μα. Γυ­ρί­ζον­τας τα μά­τια της, η Ε­σμε­ράλ­ντα μπο­ρεί να δει τη με­γά­λη βε­λό­να να μπαι­νο­βγαί­νει, να συρ­ρά­πτει τους δερ­μα­τι­κούς κρη­μνούς, να τρα­βά­ει και να σφίγ­γει. Στο πά­τω­μα, τα λου­λού­δια και τα φύλ­λα μα­ραί­νον­ται γρή­γο­ρα. Αυ­τός κό­βει το νή­μα, κά­νει έ­ναν σφι­χτό κόμ­πο, έ­πει­τα τα­κτο­ποι­εί την Ε­σμε­ράλ­ντα α­νά­με­σα στα μα­ξι­λά­ρια στη συ­νη­θι­σμέ­νη πο­λυ­θρό­να και βγαί­νει α­πό το δω­μά­τιο. Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[11] της Ι­τα­λί­δας Emanuela Valentini, με τί­τλο Η αν­θι­σμέ­νη Ε­σμε­ράλ­ντα (Esmeralda in bloom), α­πό το α­φι­έ­ρω­μα του πε­ρι­ο­δι­κού World Without Borders στην ι­τα­λι­κή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία. Η τε­λευ­ταί­α πα­ρου­σιά­ζει με­γά­λη άν­θη­ση, ι­δι­αί­τε­ρα στο εί­δος της λο­γο­τε­χνίας του φα­ντα­στι­κού, πρω­το­πό­ρος της ο­ποί­ας υ­πήρ­ξε ο δη­μι­ουρ­γός του Άρ­χον­τα των δα­χτυ­λι­δι­ών, J. R. R. Tolkien (γεν­νη­μέ­νος στην πό­λη Bloemfontein της Ν. Α­φρι­κής το 1892).


Ο μι­κρός Γκάμ­πορ μοιά­ζει σαν ό­λα τα μω­ρά, έ­νας α­φρά­τος Βού­δας τα μά­τια του ο­ποί­ου γλι­στρούν α­πό ε­δώ κι α­πό ε­κεί και αυ­τό ε­πει­δή δεν έ­χει μά­θει το κόλ­πο να ε­στιά­ζει το βλέμ­μα του. Α­δυ­να­τεί α­κό­μα και να στη­ρί­ξει όρ­θιο το ί­διο του το κε­φά­λι για να κοι­τά­ξει τρι­γύ­ρω, ε­πο­μέ­νως δεν εί­ναι να κα­τη­γο­ρεί κα­νείς τους γο­νείς του που τον βλέ­πουν ως μί­α λευ­κή σε­λί­δα ε­πά­νω στην ο­ποί­α θα γρά­ψουν, με α­γά­πη, ό,τι γνω­ρί­ζουν για τον κό­σμο.

       Αλ­λά α­πό τη στιγ­μή που ά­νοι­ξε τα μά­τια του στον λαμ­πε­ρό α­έ­ρα, α­πό τη στιγ­μή που τα δά­χτυ­λά του έ­σφι­ξαν κα­τά τύ­χη το δά­χτυ­λο της μη­τέ­ρας του, έ­να ση­μεί­ο της κου­βέρ­τας του, ή την κό­χη της κού­νιας του, ο Γκάμ­πορ σκέ­φτε­ται. Ε­δώ εί­ναι η μύ­τη του σκύ­λου, έ­πει­τα δεν εί­ναι, έ­πει­τα εί­ναι ε­δώ ξα­νά. Φω­νές πά­νε κι έρ­χον­ται. Τα πρό­σω­πα εί­ναι πα­νο­μοι­ό­τυ­πα και δι­α­φο­ρε­τι­κά. Το φως δι­α­δέ­χε­ται το σκο­τά­δι. Το υ­γρό δι­α­δέ­χε­ται το στε­γνό. Θέ­λει γά­λα. Δε θέ­λει γά­λα. Έ­νας ή­χος κλά­μα­τος έρ­χε­ται α­πό κά­που, και τον ξαφ­νιά­ζει, κι έ­πει­τα έρ­χε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο κλά­μα. Συμ­πε­ραί­νει δι­ά­φο­ρα, κα­τα­νο­εί τι ση­μαί­νει Εί­ναι. Ε­πι­νο­εί μια γλώσ­σα που πε­ρι­έ­χει ό­λη του τη γνώ­ση. Οι προ­τά­σεις του εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές, κά­θε μί­α πε­ρι­έ­χει έ­να ο­λό­κλη­ρο κε­φά­λαι­ο της φι­λο­σο­φί­ας του. Αγ­κουα­γκού εί­ναι έ­να α­πό αυ­τά. Το πα­ρα­πά­νω εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[12] του Α­με­ρι­κα­νού Bruce Holland Rogers με τί­τλο Aglaglagl που συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη δι­ε­θνή αν­θο­λο­γί­α Flash Fiction International (2015). Ό­πως μπο­ρεί να φαν­τα­στεί κα­νείς, το βρέ­φος θα μά­θει πο­λύ γρή­γο­ρα τη γλώσ­σα των γο­νι­ών του και συ­νη­θί­ζον­τας τα ξυ­ρά­φια μιας τέ­τοι­ας γλώσ­σας, ο μι­κρός Γκάμ­πορ θα ξε­χά­σει σχε­δόν ό,τι γνώ­ρι­ζε κά­πο­τε με βε­βαι­ό­τη­τα.

 

Έ­να ζευ­γά­ρι κέν­ταυ­ροι α­πο­θαυ­μά­ζει το παι­δί του που χο­ρο­πη­δά­ει α­πό δω κι α­πό κει σε μια πα­ρα­λί­α της Με­σο­γεί­ου. Ο πα­τέ­ρας γυρ­νά­ει προς τη μά­να και τη ρω­τά­ει: Πρέ­πει ά­ρα­γε να του πού­με πως δεν εί­ναι πα­ρά έ­νας μύ­θος; Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[13] του Κώ­στα Α­ξε­λού με τί­τλο Πραγ­μα­τι­κό και Φα­ντα­στι­κό, μί­α α­πό τις πολ­λές του ι­δί­ου που πε­ρι­έ­χον­ται στο Ciudad Seva, ση­μαν­τι­κό α­πο­θε­τή­ριο του εί­δους δι­ε­θνώς, του Πορ­το­ρι­κα­νού συγ­γρα­φέ­α Luis López Nieves.

 

Θε­ω­ρη­τι­κές δι­α­κλα­δώ­σεις


Η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α φαί­νε­ται να θέ­τει πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­ρω­τή­μα­τα α­πό ό­σα α­παν­τά­ει, δι­α­τη­ρών­τας ά­σβη­στη τη libido sciendi. Σε αυ­τή τη δί­ψα για γνώ­ση προ­στέ­θη­κε και η ό­ρε­ξη για τα­χύ­τη­τα, ό­πως την συ­νέ­λα­βαν οι Marx, Weber, Darwin, Freud και Nietzsche, οι ο­ποί­οι αμ­φέ­βαλ­λαν, ε­πι­χεί­ρη­σαν νο­η­τι­κά άλ­μα­τα, ό­πως ο Γα­λι­λαί­ος πριν α­πό αυ­τούς, συ­νέ­θε­σαν και συμ­πύ­κνω­σαν ι­δέ­ες, ο­ρά­μα­τα και με­θό­δους και προ­σάρ­μο­σαν το χρό­νο σε νέ­ες τα­χύ­τη­τες με­τα­λαμ­πα­δεύ­ον­τάς μας τον στο­χα­σμό τους για να συ­νε­χί­σου­με την κούρ­σα. Συ­χνά αμ­φι­σβη­τού­σε ο Κ. Κα­στο­ρι­ά­δης την έν­νοι­α του αν­τα­γω­νι­σμού για πρω­το­πο­ρί­ες και νε­ω­τε­ρι­σμούς. Ό­μως αν το κα­λο­σκε­φτού­με, ε­νώ οι ύ­αι­νες γεν­νι­ούν­ται με τα μά­τια α­νοι­χτά, ε­μείς με το που ερ­χό­μα­στε στον κό­σμο συμ­με­τέ­χου­με ό­λοι α­κού­σια σε μια δι­α­νο­η­τι­κή σκυ­τα­λο­δρο­μί­α. Γι’ αυ­τό έ­χει ση­μα­σί­α τι κρα­τάς πά­νω σου ως ε­φό­διο μέ­χρι το τέρ­μα και τι βά­ρος πε­τάς και α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­σαι.

       Κά­πως έ­τσι λει­τουρ­γεί και η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Και στον Βολ­ταί­ρο εν­το­πί­ζε­ται ε­ναλ­λα­γή σκη­νών, έ­νας γρή­γο­ρος ρυθ­μός πρω­τό­γνω­ρος για τα δε­δο­μέ­να της ε­πο­χής του, αλ­λά αυ­τή η σβελ­τά­δα υ­πη­ρε­τεί την α­πλού­στευ­ση[14]. Αν­τί­θε­τα, η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Hélene Cixous, με θέ­μα την α­πώ­λεια και τη μα­ται­ό­τη­τα και τί­τλο Quick Fiction: Death fiction, η ο­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη δη­μο­σί­ευ­ση της δι­ά­λε­ξης που έ­δω­σε το 2013 στον Κα­να­δά ο Άγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας και κρι­τι­κός Nicholas Royle με τί­τλο Quick Fiction: Some Remarks on Writing Today, εί­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή. Αν και θε­ω­ρώ τον ό­ρο «quick fiction» που προ­τεί­νει για τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α α­νε­παρ­κή να προσ­δι­ο­ρί­σει την πρω­τε­ϊ­κή φύ­ση της, ο Royle εύ­στο­χα, α­φού πρώ­τα μας θυ­μί­ζει ό­τι α­κό­μα και στα σαιξ­πη­ρι­κά κεί­με­να έ­χου­με κά­ποι­ες φο­ρές την αί­σθη­ση ό­τι κυ­νη­γά­με τη σκέ­ψη του συγ­γρα­φέ­α, στο κεί­με­νο της Ciroux εν­το­πί­ζει δύ­ο κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: πρώ­το, την τα­χύ­τη­τα με την ο­ποί­α κι­νεί­ται η α­φη­γη­μα­τι­κή πρά­ξη, με την Ciroux ει­δι­κά να κι­νεί­ται σε δι­α­φο­ρε­τι­κές τα­χύ­τη­τες ταυ­τό­χρο­να και να ε­πι­τα­χύ­νει. Δη­λα­δή, αλ­λι­ώς να τρέ­χει ο συλ­λο­γι­σμός της, αλ­λι­ώς το βλέμ­μα και η γλώσ­σα της και το ύ­φος της να ε­ναλ­λάσ­σε­ται α­νά­με­σα σε λυ­ρι­σμό –ρε­α­λι­σμό στην ε­λά­χι­στη κει­με­νι­κή έ­κτα­ση (γύ­ρω στις 250 λέ­ξεις στην αγ­γλι­κή με­τά­φρα­ση της Peggy Kamuf). Δεύ­τε­ρο, το στρο­βο­σκο­πι­κό βλέμ­μα κα­τά Deleuze, το phantasmoneiric fleux κα­τά Derrida, μια ο­πτι­κή γω­νί­α που δεν εί­ναι πια γω­νί­α, τύ­που παν­το­γνώ­στη α­φη­γη­τή του Flaubert, ή του nouveau roman, αλ­λά φά­σμα˙ ού­τε μό­νο ο­πτι­κή, που δι­α­θλά­ται πα­ράλ­λη­λα και α­πό τη συ­νεί­δη­ση, αλ­λά κά­τι πο­λυ­πλο­κό­τε­ρο, το ο­ποί­ο δύ­σκο­λα α­να­λύ­ε­ται βά­σει της α­φη­γη­μα­τι­κής δι­ά­κρι­σης των Stanzel και Genette, ποι­ος βλέ­πει, ποι­ος μι­λά­ει. Κι αν ε­λέγ­ξει κα­νείς τη γλώσ­σα της, βά­σει των τρι­ών ε­πι­πέ­δων που δι­α­κρί­νει ο Barthes στο λο­γο­τε­χνι­κό κεί­με­νο, δη­λα­δή γλώσ­σα, ύ­φος, τό­πος, θα δει ό­τι η γλώσ­σα της εί­ναι α­πλή, λα­κω­νι­κή, σα­φής, αλ­λά πυ­κνή.

       Ση­μει­ω­τέ­ον, τις η­μέ­ρες ε­κεί­νες που της ζή­τη­σε ο Royle να γρά­ψει και να του πα­ρα­δώ­σει το κεί­με­νο εί­χε πε­θά­νει ο α­γα­πη­μέ­νος της φί­λος Carlos Fuentes. Και σε αυ­τό το ση­μεί­ο α­να­τρέ­χει κα­νείς ό­χι στο δεί­χνω, δε λέ­ω, του H. James, ού­τε στην πα­ρό­τρυν­ση του Χι­λια­νού ποι­η­τή Vicente Huidobro, κά­ν’­τε το τρι­αν­τά­φυλ­λο να αν­θί­σει στο ποί­η­μα, ού­τε καν στον Chekhov, ή στον Wittgenstein, αλ­λά κα­τευ­θεί­αν στον Kafka: Α­πό τη στιγ­μή που η γλώσ­σα εί­ναι ά­νυ­δρη κά­ν’­τη να δο­νη­θεί με μια πυ­κνό­τη­τα[15]. Για την ε­πί­τευ­ξη αυ­τής της πύ­κνω­σης τον δι­ευ­κό­λυ­νε και η σύν­τα­ξη της γερ­μα­νι­κής πρό­τα­σης, με το ρή­μα στο τέ­λος, ό­πως υ­πο­νο­εί και η Lydia Davis στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Improving my German[16]. Πα­ρό­λα αυ­τά, ό­μως, δι­α­πι­στώ­νε­ται ό­τι με την πύ­κνω­ση ε­πι­τυγ­χά­νε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό μί­α κί­νη­ση, ό­χι σα να πη­γαί­νει κα­νείς α­πό ση­μεί­ο σε ση­μεί­ο γραμ­μι­κά, ό­πως στις προ­φο­ρι­κές, σύν­το­μες δι­η­γή­σεις, ού­τε α­πό κο­ρυ­φή σε κο­ρυ­φή, ό­πως αρ­γό­τε­ρα στους μύ­θους, τις πα­ρα­βο­λές ή τις βι­νι­έ­τες, ού­τε σα να τρέ­χει στα τυ­φλά με κα­τεύ­θυν­ση προς τη σι­ω­πή α­κο­λου­θών­τας τους Foucault και Beckett, o πρώ­τος να ε­πι­μέ­νει να μά­θει ποι­ος μι­λά­ει στο κεί­με­νο, ο δεύ­τε­ρος να σφυ­ρί­ζει, μα τι ση­μα­σί­α έ­χει[17]. Ού­τε καν ό­πως στις αρ­χές του φαι­νο­μέ­νου της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, εν μέ­σω α­πο­δο­μι­σμού – με­τα­μον­τερ­νι­σμού, να λο­ξο­δρο­μεί και να χά­νε­ται πε­ρι­χα­ρής, αλ­λά σα να δι­α­κτι­νί­ζε­ται στο σύμ­παν και στο κέν­τρο της γης ταυ­τό­χρο­να και να ε­πι­στρέ­φει α­στρα­πια­ία στο αρ­χι­κό ση­μεί­ο. Α­κέ­ραι­ος.

       Ε­πο­μέ­νως, το ζή­τη­μα της τα­χύ­τη­τας στο εί­δος που α­πα­σχο­λεί τη δι­ε­θνή κρι­τι­κή, α­φο­ρά πρω­τί­στως τη συγ­γρα­φι­κή δι­α­δι­κα­σί­α της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας σή­με­ρα, το πώς κι­νεί­ται η σκέ­ψη της/του συγ­γρα­φέ­α και ε­πα­κό­λου­θα πώς ε­νερ­γο­ποι­εί και τη σκέ­ψη κα­τά την α­νά­γνω­ση, ό­χι τον χρό­νο της α­νά­γνω­σης, δι­ό­τι σε αυ­τόν κα­τα­γρά­φε­ται το πα­ρά­δο­ξο να προ­κα­λεί­ται στά­σις. Με­τά την προ­φα­νώς σύν­το­μη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Μπάρ­νες, του Βο­λι­βια­νού Edmundo Paz Soldán, την Kisula ή την Οι­κια­κή Φάρ­σα που εί­δα­με πα­ρα­πά­νω, τα ο­ποί­α συ­νι­στούν έ­να υ­πο­δειγ­μα­τι­κό κεί­με­νο-κό­σμο το κα­θέ­να, δη­λα­δή έ­να α­πό­σταγ­μα α­φη­γη­μα­τι­κής μυ­θο­πλα­σί­ας[18] -α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α-, και εί­ναι σχε­δόν α­δύ­να­το να γρα­φτούν γρή­γο­ρα, με μια α­νά­σα, δύ­σκο­λα συ­νε­χί­ζει κα­νείς την α­νά­γνω­ση άλ­λου κει­μέ­νου μό­λις τα δι­α­βά­σει. Στα πε­ρισ­σό­τε­ρα υ­πο­δειγ­μα­τι­κά κεί­με­να μέ­σα σε λί­γες γραμ­μές βλέ­πει κα­νείς να καλ­πά­ζουν φι­λο­σο­φι­κά corpus, ι­δε­ο­λο­γί­ες, κι­νή­μα­τα, η­θι­κοί κώ­δι­κες, κοι­νω­νι­κές πρα­κτι­κές, πο­λι­τι­σμι­κοί δεί­κτες, μια α­έ­να­η α­να­ζή­τη­ση ερ­μη­νεί­ας των πραγ­μά­των: η υ­πό­γεια δι­α­νο­η­τι­κή αρ­τη­ρί­α που μας ε­νώ­νει ό­λους.

       Αυ­τό το πυ­κνό α­πο­τέ­λε­σμα της α­φη­γη­μα­τι­κής πρά­ξης για τη δη­μι­ουρ­γί­α μιας α­πο­λαυ­στι­κής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μοιά­ζει α­κό­μα δυ­σκο­λό­τε­ρο να ε­πι­τευ­χθεί α­πό μια γεν­νή­τρια πλο­κής, έ­να υ­πο­λο­γι­στι­κό πρό­γραμ­μα που χρη­σι­μο­ποι­εί­ται για την πα­ρα­γω­γή δι­η­γη­μά­των, ή μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ό­πως το φαν­τά­στη­κε ο Άγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας Roald Dahl στο δι­ή­γη­μά του The Great Automatic Grammatizator (1953). Ποι­ος αλ­γό­ριθ­μος θα μπο­ρού­σε να α­πο­φα­σί­σει τι θα κρα­τή­σει και τι θα πα­ρα­λεί­ψει, να πα­ρά­ξει αυ­τό­μα­τα κεί­με­νο με τό­ση πύ­κνω­ση, χι­ού­μορ, ει­ρω­νεί­α, ή φαν­τα­σί­α – τον ε­πι­τα­χυν­τή της σκέ­ψης και του συ­ναι­σθή­μα­τος;


Στο ό­ρα­μα και τη φαν­τα­σί­α βα­σί­στη­καν ε­κα­τό μα­νι­φέ­στα καλ­λιτε­χνι­κών κι­νη­μά­των στη δι­άρ­κεια μό­νο του 20ου αι. Στο α­φι­έ­ρω­μα της Rachel Cordasco που α­να­φέ­ρε­ται πα­ρα­πά­νω, δι­α­πι­στώ­νε­ται άν­θη­ση γε­νι­κά της ι­τα­λι­κής λο­γο­τε­χνί­ας του φαν­τα­στι­κού, ό­σο οι συγ­γρα­φείς συ­νε­χί­ζουν να χρη­σι­μο­ποι­ούν τις λέ­ξεις για να ε­ξε­ρευ­νή­σουν πα­ρά­ξε­νους, νέ­ους κό­σμους[19], και ει­δι­κά της ι­τα­λι­κής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, που προ­τεί­νει νέ­α μον­τέ­λα α­φή­γη­σης[20] με πολ­λούς συ­νε­χι­στές του Kafka[21], και ρο­πή προς το υ­πο­εί­δος του φαν­τα­στι­κού: what if (τι θα γι­νό­ταν ε­άν). Κα­τα­λυ­τι­κός ή­ταν ο ρό­λος του Primo Levi, ο ο­ποί­ος με­τά την κυ­κλο­φο­ρί­α της συλ­λο­γής δι­η­γη­μά­των του Storie naturali το 1967 έ­γρα­φε, Εί­μαι έ­να αμ­φί­βιο, έ­νας κέν­ταυ­ρος: μι­σός χη­μι­κός και μι­σός συγ­γρα­φέ­ας[22], για να α­παν­τή­σει στο ε­ρώ­τη­μα Τι εί­ναι η ζωή, και του Italo Calvino, ο ο­ποί­ος σκι­α­γρά­φη­σε το 1995 μια αι­σθη­τι­κή θε­ω­ρί­α της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[23]. Κομ­βι­κή, ε­πο­μέ­νως, ή­ταν η δε­κα­ε­τί­α του ’60 και στην Ι­τα­λί­α, με την έ­κρη­ξη του πει­ρα­μα­τι­σμού και του γε­νε­α­λο­γι­κού υ­βρι­δι­σμού υ­πό την ε­πί­δρα­ση των νέ­ων τε­χνο­λο­γι­ών και της ε­κτε­τα­μέ­νης α­νά­μει­ξης της φι­λο­σο­φί­ας με τη λο­γο­τε­χνί­α. Την α­σί­γα­στη α­νάγ­κη για την κα­τα­νό­η­ση της θέ­σης του αν­θρώ­που στο σύμ­παν υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται το ι­τα­λι­κό κί­νη­μα Connettivismo (Νexilism στην αγ­γλο­σα­ξω­νι­κή θε­ω­ρί­α), το ο­ποί­ο σύμ­φω­να με το μα­νι­φέ­στο του (2004), προ­σεγ­γί­ζει ο­λι­στι­κά το θέ­μα, με σύν­θε­ση ι­δε­ών, ό­πως α­πό τη συμ­βί­ω­ση της L. Margulis, ή α­πό τις θε­ω­ρί­ες των Latour (δί­κτυ­ο-δρά­στης) και DeLanda (θε­ω­ρί­α συ­ναρ­μο­λό­γη­σης). Το κί­νη­μα αυ­τό βα­σί­ζε­ται στο μα­νι­φέ­στο του Ι­τα­λι­κού Φου­του­ρι­σμού (1910) κι έ­χει συμ­βάλ­λει στη δι­ε­θνή προ­βο­λή της ι­τα­λι­κής fantascienza και micro fantascienza ση­μα­το­δο­τών­τας την ε­πι­κρά­τη­ση του υ­παρ­ξι­σμού (και του εξ­πρεσ­σι­ο­νι­σμού κα­τά πε­ρί­πτω­ση) ε­πί του ι­δε­α­λι­σμού. Ό­πως εί­δα­με πα­ρα­πά­νω, η Ε­σμε­ράλ­ντα α­να­πνέ­ει α­πό τα φύλ­λα, μας κα­λεί προ των ευ­θυ­νών μας για την πε­ρι­βαλ­λον­τι­κή κα­τα­στρο­φή και α­πευ­θύ­νε­ται σε έ­ναν κό­σμο που θε­ω­ρεί ως λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη την α­νι­σό­τη­τα, την ε­πι­τή­ρη­ση, την τρο­μο­κρα­τί­α ή την πο­ρεί­α μας προς έ­ναν γε­νε­τι­κά με­ταλ­λαγ­μέ­νο homo sapiens σε αν­θρω­πό­μορ­φο ρομ­πότ.

       Ο ό­ρος fantascienza πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στην Ι­τα­λί­α τον Ο­κτώ­βριο του 1952, ό­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε το πε­ρι­ο­δι­κό Urania και σε αν­τί­θε­ση με τον ό­ρο science fiction δί­νει προ­βά­δι­σμα στη φαν­τα­σί­α και ό­χι στην ε­πι­στή­μη. Το εν­δι­α­φέ­ρον εί­ναι ό­τι ε­νώ θα πε­ρί­με­νε κα­νείς στην κλί­μα­κα της micro fantascienza η φαν­τα­σί­α να πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται λό­γω μι­κρής κει­με­νι­κής έ­κτα­σης, αν­τί­θε­τα α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται και γι­γαν­τώ­νε­ται.

       Ο πί­να­κας του Umberto Boccioni, με τί­τλο Elasticity (1912), α­πει­κο­νί­ζει μια φαν­τα­σμα­γο­ρι­κή έ­κρη­ξη χρω­μά­των και σχη­μά­των. Σύμ­φω­να με τον Γερ­μα­νό θε­ω­ρη­τι­κό Thorsten Botz-Bornstein, ό­μως, συ­σχε­τί­ζε­ται με τις τρο­μο­κρα­τι­κές ε­νέρ­γει­ες του ISIS, κα­θώς για τους εξ­τρε­μι­στές ισ­λα­μι­στές οι ε­κρή­ξεις που προ­κα­λούν εί­ναι τό­σο ό­μορ­φες ό­σο το έρ­γο του Boccioni. Ο τε­λευ­ταί­ος, δι­α­κρί­θη­κε για τη δυ­να­μι­κό­τη­τα που εκ­πέμ­πουν τα έρ­γα του και ή­ταν έ­νας α­πό τους ση­μαν­τι­κό­τε­ρους θε­ω­ρη­τι­κούς του Ι­τα­λι­κού Φου­του­ρι­σμού. Στο μα­νι­φέ­στο τους οι λέ­ξεις βί­α, ι­σχύς, τα­χύ­τη­τα, ως σύμ­βο­λα της μον­τέρ­νας τε­χνο­λο­γί­ας, α­πο­τέ­λε­σαν το τρί­πτυ­χό τους. Το 1916 ο Boccioni, α­φού κα­τα­τά­χθη­κε στον στρα­τό, σκο­τώ­θη­κε κα­τά την εκ­παί­δευ­σή του στα τρι­αν­τα­τέσ­σε­ρά του χρό­νια α­πό πτώ­ση α­πό ά­λο­γο εν κι­νή­σει. Στην ι­στο­ρί­α του Boccioni, στην πο­λι­τι­κή αι­σθη­τι­κή των με­λών του ISIS, σε ό, τι μας κυ­νη­γά­ει και μας δι­χά­ζει, ί­σως δί­νει μί­α ε­ξή­γη­ση η συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του David Swan: Stronger Faster Shorter, ή α­νά­βει έ­να φως η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Rogers, το Aglaglagl, το ο­ποί­ο σε δι­κή μου ε­λεύ­θε­ρη με­τά­φρα­ση ση­μαί­νει, αν α­να­θε­ω­ρή­σου­με;

 

προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

 

Η ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή του Γι­ώρ­γου Πρε­βε­δου­ρά­κη, μι­κρά ο­νό­μα­τα, Πα­νο­πτι­κόν, 2020.

 

Η νου­βέ­λα του Χρή­στου Χρη­στί­δη, Γυ­μνός, Εκ­δό­σεις Εν­τευ­κτη­ρί­ου, 2020, απ’ ό­που η φρά­ση: το σά­βα­νο α­πό το σπάρ­γα­νο α­πέ­χει μια α­νά­σα.


Η συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των της Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νής Keletso Mopai If you keep digging, Black Bird, 2019.


Το σύν­το­μο δι­ή­γη­μα Salvatore του Somerset Maugham, το ο­ποί­ο δη­μο­σι­εύ­θη­κε το 1936 στο Cosmopolitan, α­π’ ό­που η φρά­ση: I wonder if I can do it.


Ο Γιά­ννης Γο­ρα­νί­της δια­βά­ζει έ­να α­πό­σπα­σμα α­πό Τα κο­σμο­κω­μι­κά (μτφρ. Α. Χρυ­σο­στο­μί­δης) του Italo Calvino στο α­φι­έ­ρω­μα α­να­γνώ­σε­ων κα­τά τη διά­ρκεια της κα­θο­λι­κής κα­ραν­τί­νας στην Ελ­λά­δα που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Α­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης για το πε­ρι­ο­δι­κό Χάρ­της.


Δύ­ο γεν­νή­τρι­ες πλο­κής για ό­λα τα λο­γο­τε­χνι­κά εί­δη, μί­α πα­λιό­τε­ρη και μια πιο πρό­σφα­τη (πη­γή: Jane Freedman).


To ι­στο­λό­γιο του Ι­τα­λού πε­ρι­βαλ­λον­τι­κού φω­το­γρά­φου Luca Locatelli.


To τρα­γού­δι του Paolo Conte, Via con me (Live at Montreux Jazz Festival, 2011).


Μί­α ει­κο­νι­κή ε­πί­σκε­ψη στο Museum of Broken Relationships, στο Ζάγ­κρεμπ (ά­γνω­στο ε­άν εκ­θέ­τει ο­δον­τό­βουρ­τσες).


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


[1]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[2]. H Κου­βα­νέ­ζα Dolores M. Koch (1928-2009) ή­ταν η θε­ω­ρη­τι­κός που έ­θε­σε το 1981 το ε­ρευ­νη­τι­κό ε­ρώ­τη­μα για τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, με την ι­στο­ρι­κή α­να­κοί­νω­σή της στο XX Congreso del Instituto Internacional de Literatura Iberoamericana, το ο­ποί­ο δι­ε­ξή­χθη στο Τέ­ξας.
[3]. Ό­ρος που εμ­φα­νί­στη­κε στα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του­’­60, στο πλαί­σιο της αν­τι-α­παρ­τχά­ιντ κι­νη­το­ποί­η­σης και φι­λο­σο­φί­ας, δι­α­τη­ρή­θη­κε στη με­τά-α­παρ­τχά­ιντ ε­πο­χή κι ε­ξα­κο­λου­θεί να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται μέ­χρι σή­με­ρα, συ­νή­θως με τα αρ­χι­κά BC. Α­να­φέ­ρε­ται στην ε­πα­να­εν­νοι­ο­λό­γη­ση της συ­νεί­δη­σης της φυ­λε­τι­κής ταυ­τό­τη­τας των γη­γε­νών Νο­τιο-α­φρι­κα­νών και της ε­νί­σχυ­σής της με την πραγ­μα­τι­κή α­νά­κτη­ση των αν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των τους.
[4]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[5]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[6]. Blair Peter, Hyper-compressions: The ri­se of flash fi­ction in “post-transi­tio­nal” South A­frica, The Jour­nal of Common­wealth Li­te­ratu­re, 2020, Vol.55 (I), p.p. 38-60, ©The Author (s) 2018.
[7]. Γκα­νάς Μι­χά­λης, Γυ­ναι­κών, μι­κρές και πο­λύ μι­κρές ι­στο­ρί­ες, Με­λά­νι, Α­θή­να, 2010.
[8]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[9]. Motte Warren, Small Worlds, M­ini­malism in Contem­pora­ry French Li­te­rature, University of Nebraska Press, 1999.
[10]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου, α­πό το άρ­θρο του Ted Mills στο ο­ποί­ο πα­ρα­πέμ­πω πα­ρα­πά­νω για την Α­νά­σα.
[11]. Με­τά­φρα­ση α­πό τα ι­τα­λι­κά στα αγ­γλι­κά: Sarah Jane Webb. Με­τά­φρα­ση α­πό τα αγ­γλι­κά δι­κή μου.
[12]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[13]. Α­ξε­λός Κώ­στας, Φι­λο-σο­φι­κά Αν-έκ­δο­τα, μτφρ. Θω­μάς Σκά­σης (πε­ρι­ο­δι­κό Ἡ λέ­ξη τ. 34, Μά­ι­ος 1984).
[14]. Auerbach Erich, Μί­μη­σις, μτφρ. Λ. Α­να­γνώ­στου, ΜΙΕΤ, Α­θή­να, 2005.
[15]. Deleuze Gills & Guattari Félix, Kafka –Toward a minor Literature, translated by D. Polan, University of Minnesota, 1986.
[16]. Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: Improving my German. All my life I have been try­ing to im­prove my Ger­man. At last my German is better—but now I am old and ill and don’t have long to li­ve. Soon I will be dead, with bet­ter Ger­man. The Paris Review, issue 234, Fall 2020.
[17]. Τζι­ό­βας Δη­μή­τρης, Με­τά την αι­σθη­τι­κή, Θε­ω­ρη­τι­κέ δο­κι­μές και ερ­μη­νευ­τι­κές α­να­γνώ­σεις της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας, Ο­δυσ­σέ­ας, 2003.
[18]. Η Slommith Rimmon – Kennan, σύμ­φω­νη με τη δο­μι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή θε­ω­ρί­α του Gérard Genette, ο­ρί­ζει την α­φη­γη­μα­τι­κή μυ­θο­πλα­σί­α ως α­φή­γη­ση μιας σει­ράς φαν­τα­στι­κών γε­γο­νό­των —κά­τι συμ­βαί­νει που μπο­ρεί να ει­πω­θεί με έ­να ρή­μα ή με το ό­νο­μα μιας πρά­ξης και ό­ταν συμ­βαί­νει κά­τι αλ­λά­ζει α­πό μί­α κα­τά­στα­ση σε μί­α άλ­λη— που τη δι­α­φο­ρο­ποι­εί α­πό άλ­λα λο­γο­τε­χνι­κά εί­δη, ό­πως τη λυ­ρι­κή ποί­η­ση ή τον πε­ρι­γρα­φι­κό πε­ζό λό­γο. Στο Rimmon-Kenan Shlomith, Narrative Fiction, Contemporary Poetics, 2nd edit., Routledge, New York, 2002.
[19]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[20]. Contadini Luigi, Le sug­gestio­ni del mi­cror­rela­to, στο Le For­me Del Nar­ra­re: Nel Tem­po e Tra i Gene­ri, vol. 2 Uni­ver­sitá degli Studi di Trento, 2016.
[21]. Ziolkowski, Saskia E­lizabeth, Kafka’s I­ta­li­an Pro­ge­ny, Uni­ver­sity of To­ro­nto Press, To­ro­nto 2020
[22]. Cassata Francesco, Fan­ta­scien­za? Scie­nce Fi­ction?, Eina­udi, σει­ρά Le­zio­ni Pri­mo Le­vi, To­rino, 2016 κι εδώ.
[23]. Στο Fra­ti­cel­li Bar­ba­ra, Ita­lia: Po­éti­cas de lo mí­ni­mo en el pa­nora­ma con­tempo­rá­neo, α­πό τον συλ­λο­γι­κό τό­μο Ana Ru­eda (ed.), Mini­fic­ción y nano­filo­lo­gía: la­titu­des de la hiper­bre­ve­dad, Ibe­roa­meri­cana, Ma­drid, 2017.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#13: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς (01-06-2020)

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#13]

 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς

 

ΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑ νὰ σὲ πε­ρι­γρά­ψω σὲ κά­ποι­ον τὶς προ­άλ­λες. Δὲ μοιά­ζεις μὲ κα­νέ­να κο­ρί­τσι ἀ­π’ ὅ­σα ἔ­χω γνω­ρί­σει. Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ: «Λοι­πόν, εἶ­ναι φτυ­στὴ ἡ Τζέ­ιν Φόν­τα, μό­νο ποὺ εἶ­ναι κοκ­κι­νο­μάλ­λα, μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ στό­μα καὶ φυ­σι­κὰ δὲν εἶ­ναι ἀ­στέ­ρι τοῦ σι­νε­μά. Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ πῶ αὐ­τὸ ἐ­πει­δὴ δὲ μοιά­ζεις σὲ τί­πο­τα μὲ τὴν Τζέ­ιν Φόν­τα[1]. Ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «I was try­ing to de­scri­be you to so­me­one», τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Richard Brautigan, ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη πε­ζο­γρα­φι­κὴ συλ­λο­γή του Reve­nge of the Lawn, Sto­ries 1962-1970, μὲ ἑ­ξήν­τα δύ­ο σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1971 (N.York: Simon and Schuster) καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ θε­ω­ρί­α τοῦ εἴ­δους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

       Ὁ ἥ­ρω­ας στὴν προ­σπά­θειά του νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του θυ­μᾶ­ται τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ἦ­ταν γύ­ρω στὰ ἑ­πτά, τὸ 1940-41. Στὴ γε­νέ­τει­ρά του, στὴν Τα­κό­μα τῆς πο­λι­τεί­ας τῆς Οὐ­ά­σιν­γκτον, εἶ­χε πα­ρα­κο­λου­θή­σει μιὰ ται­νί­α ἠ­θι­κο­πλα­στι­κοῦ, προ­πα­γαν­δι­στι­κοῦ σκο­ποῦ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ πρό­βα­λαν συ­χνὰ στὰ παι­διὰ καὶ τοὺς νέ­ους κα­τὰ τὶς δε­κα­ε­τί­ες ’30-‘40, με­τὰ τὴ Με­γά­λη Ὕ­φε­ση καὶ στὸ πνεῦ­μα τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ New Deal. Στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ται­νί­α το­νι­ζό­ταν ἡ δυ­σκο­λί­α δι­α­βί­ω­σης τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν ἀ­γρο­τῶν χω­ρὶς ἠ­λε­κτρι­σμό, το­στι­έ­ρες, πλυν­τή­ρια καὶ ἄλ­λες ἠ­λε­κτρι­κὲς συ­σκευ­ές. Ἔ­δει­χνε τὰ φα­νά­ρια ποὺ ἀ­νά­βαν τὰ βρά­δια γιὰ νὰ δι­α­βά­σουν καὶ ὑ­πο­γράμ­μι­ζε τὸ πό­σο ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νοι ἦ­ταν χω­ρὶς ρα­δι­ό­φω­νο. Ἡ ἀ­φή­γη­ση ἑ­στί­α­ζε στὸ πό­σο θὰ ἄλ­λα­ζε ἡ ζω­ή τους μὲ τὴν ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ ἠ­λε­κτρο­φό­ρου δι­κτύ­ου καὶ μὲ τὸ πά­τη­μα ἑ­νὸς δι­α­κό­πτη, κα­θὼς θὰ γέ­μι­ζε στα­δια­κὰ ἡ ἀ­χα­νὴς Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἤ­πει­ρος μὲ ξύ­λι­νους στύ­λους καὶ πυ­λῶ­νες. Ὁ δὲ ἠ­λε­κτρι­σμὸς πα­ρου­σι­α­ζό­ταν στὴν ται­νί­α σὰν νε­α­ρὸς Ἕλ­λη­νας θε­ὸς ποὺ με­τέ­φε­ρε φῶς στὸν κά­θε ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ἀ­γρό­τη γλυ­τώ­νον­τάς τον ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι. Ἡ ἀν­τί­θε­ση τῶν εἰ­κό­νων τοῦ πρὶν καὶ τοῦ με­τὰ εἶ­χε κα­θο­ρι­στι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὸν ἥ­ρω­α. Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν τὸν ἠ­λε­κτρι­σμὸ νὰ φτά­νει σὲ κά­θε γω­νιὰ τῆς γῆς.

       Ἔ­τσι σὲ βλέ­πω, κα­τα­λή­γει ἡ ἱ­στο­ρί­α, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα ἔγ­κει­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι πα­ρὰ τὴ συν­το­μί­α της, ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ δο­μή της ἐ­κτεί­νε­ται ἐ­ξω­κει­με­νι­κὰ σὲ ἕ­να πυ­κνὸ πλέγ­μα ἐμ­βλη­μα­τι­κῶν εἰ­κό­νων, πο­λι­τι­σμι­κῶν δει­κτῶν καὶ συγ­κει­μέ­νων. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ σχε­τι­κὸ θέ­μα της, ἐκ­πέμ­πει ἕ­να ἐ­σω­τε­ρι­κὸ φῶς. Εἶ­ναι σα­φὴς καὶ ἀ­κρι­βὴς ὡς πρὸς τὴν κα­τα­νό­η­ση καὶ ἀ­πό­δο­ση τῶν νο­η­μά­των, εὔ­γλωτ­τη καὶ δὲν κρύ­βει τί­πο­τα, πα­ρό­τι εἶ­ναι δι­α­κει­με­νι­κὴ καὶ πο­λυ­ε­πί­πε­δη ὡς πρὸς τὰ ἐ­πί­πε­δα ἀ­νά­γνω­σης (ἰ­δε­ο­λο­γι­κό, πο­λι­τι­κό, πο­λι­τι­σμι­κό, λο­γο­τε­χνι­κό, ἀ­φη­γη­μα­τι­κό, κ.ἄ.). Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ ἀ­πο­δέ­κτης αὐ­τῆς τῆς πρω­τό­τυ­πης ἐ­ρω­τι­κῆς ἐ­ξο­μο­λό­γη­σης εἶ­ναι ἐ­ξα­ϋ­λω­μέ­νη, ἄ­φαν­τη στὸ κεί­με­νο, ἀλ­λὰ συ­νε­χῶς πα­ροῦ­σα. Σὰ μιὰ δι­α­χρο­νι­κὴ ἰ­δέ­α, τὴν ὁ­ποί­α θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ἐ­ρω­τευ­μέ­νος ἄν­θρω­πος γιὰ τὸ πῶς βλέ­πει τὸ ἄ­το­μο ποὺ ἀ­γα­πά­ει.


Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Lights» τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Stuart Dybek, γνω­στοῦ ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους, ἡ ἀ­φή­γη­ση ἑ­στιά­ζει σὲ πα­ρέ­ες νε­α­ρῶν σὲ κά­ποι­ο προ­ά­στιο μιᾶς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς πό­λης ποὺ στέ­κον­ταν σὲ ἀ­πό­με­ρες γω­νί­ες χα­ζεύ­ον­τας τὰ δι­ερ­χό­με­να αὐ­το­κί­νη­τα ἀ­πὸ τοὺς δρό­μους τῆς γει­το­νιᾶς τους. Ὅ­πο­τε ἔ­βλε­παν κά­ποι­ο αὐ­το­κί­νη­το νὰ περ­νά­ει μὲ σβη­στὰ φῶ­τα φώ­να­ζαν ἐν χο­ρῷ: Φῶ­τα! Καὶ δὲ στα­μα­τοῦ­σαν μέ­χρι νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ ὁ ὁ­δη­γός, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἴ­τε τοὺς εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε μὲ ἕ­να ρυθ­μι­κὸ κορ­νά­ρι­σμα ἢ κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὸ τι­μό­νι του μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ γιὰ νὰ ἀ­νά­ψει τὰ φῶ­τα του. Ἐ­νί­ο­τε, ὅ­μως, με­θυ­σμέ­νοι, πει­σμα­τά­ρη­δες, ἢ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι ὁ­δη­γοὶ συ­νέ­χι­ζαν νὰ ὁ­δη­γοῦν χω­ρὶς φῶ­τα πα­ρὰ τὶς φω­νὲς τῶν νε­α­ρῶν. Τό­τε, κα­τὰ μῆ­κος τοῦ δρό­μου ξε­πε­τά­γον­ταν σὰν πυ­γο­λαμ­πί­δες κι ἄλ­λες φω­νὲς ἀ­πὸ κα­τώ­φλια σπι­τι­ῶν, εἰ­σό­δους κα­τα­στη­μά­των καὶ ἄλ­λες γω­νί­ες ποὺ φώ­να­ζαν Φῶ­τα! Τὰ φῶ­τα σου! Ἔ,ἔ,ἔ, φῶ­τα!


Ὁ ἥ­ρω­ας στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Βρε­τα­νοῦ Tim Craig μὲ τί­τλο «Northern Lights»[2] τα­ξί­δευ­ε ἕ­να βρά­δυ μὲ ὠ­το­στὸπ πρὸς τὰ βό­ρεια τῆς Ἀγ­γλί­ας. Ἀ­πὸ τὸ σκιά­διο τοῦ φορ­τη­γα­τζῆ ποὺ τὸν με­τέ­φε­ρε κρε­μό­ταν ἕ­να δόν­τι μὲ χρυ­σὸ σφρά­γι­σμα ποὺ λαμ­πύ­ρι­ζε κά­θε φο­ρᾶ ποὺ περ­νοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ φω­τει­νοὺς κόμ­βους. Ὁ ἥ­ρω­ας τὸ πα­ρα­τη­ροῦ­σε σι­ω­πη­λός. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ φορ­τη­γα­τζὴς ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ: Ἦ­ταν τοῦ πα­τέ­ρα μου. Τὸ μό­νο χρυ­σὸ ποὺ πῆ­ρα πο­τὲ ἀ­πὸ αὐ­τόν, εἶ­πε. Αὐ­τὸς χτύ­πη­σε τὴ μη­τέ­ρα μου, ἐ­γὼ χτύ­πη­σα αὐ­τόν. Ἔ­φυ­γε. Δὲν τὸν ξα­να­εῖ­δα. Ἤ­μουν δε­κα­ε­πτά, συ­νέ­χι­σε. Ὁ ἥ­ρω­ας γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε. Βρῆ­κα τὸ δόν­τι δυ­ὸ μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα. Εἶ­χε προ­σγει­ω­θεῖ σὲ μιὰ γλά­στρα καὶ σκέ­φτη­κα νὰ τὸ πά­ρω μα­ζί μου σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ φύ­τρω­νε ἀ­κό­μα ἕ­νας ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­νος κω­λο­γε­ρὸς ἀ­πὸ αὐ­τό[3], κα­τέ­λη­ξε ὁ φορ­τη­γα­τζὴς καὶ γέ­λα­σε. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ ἥ­ρω­ας δι­έ­κρι­νε ἕ­να λαμ­πύ­ρι­σμα ἀ­πὸ χρυ­σὸ στὸ σκο­τει­νὸ στό­μα τοῦ ὁ­δη­γοῦ. Δὲν ξα­να­μί­λη­σαν ὥ­σπου ἔ­φτα­σαν σὲ ἕ­να σταθ­μὸ ἀ­νε­φο­δια­σμοῦ. Ὁ ἥ­ρω­ας ἀ­πο­βι­βά­στη­κε καὶ πα­ρέ­μει­νε ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα στὴ γέ­φυ­ρα τοῦ σταθ­μοῦ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τὰ φῶ­τα τῶν δι­ερ­χο­μέ­νων ὀ­χη­μά­των.


Ἡ Βρε­τα­νί­δα An­gela Car­ter, ἡ ὁ­ποί­α θαύ­μα­ζε τὸν Edgar Allan Poe, ἀ­πο­τέ­λε­σε καὶ ἡ ἴ­δια ση­μαν­τι­κὴ ἐκ­πρό­σω­πο τοῦ εἴ­δους[4]. Κον­τὰ στὸ πνεῦμα τῆς Carter, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ De­nis John­son (μα­θη­τῆ τοῦ Ray­mond Car­ver) κι­νεῖ­ται ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Kim­ber­ly King Par­sons. Στὴν πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της μὲ τί­τλο Black Lights (Vintage, 2019) ἡ Parsons δι­η­γεῖ­ται ἱ­στο­ρί­ες ἐ­φή­βων κι ἐ­νη­λί­κων ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­τει­ρά της, τὸ Τέ­ξας, ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦν τὸ φῶς στὴ ζω­ή τους. Τε­λει­ο­ποι­εῖ τὶς ἀφη­γημα­τικές τεχνι­κὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ στὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες της ποὺ ἔ­χουν δι­α­κρι­θεῖ καὶ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ε­θνεῖς ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ εἴ­δους: λα­κω­νι­κό­τη­τα, ἀ­κρί­βεια καὶ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ ὡς ἀν­τί­δο­το στὸν ὠ­μὸ ρε­α­λι­σμό της (στὰ ὅ­ρια τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ). Οἱ συ­νή­θως ἀ­νώ­νυ­μοι, κα­θη­με­ρι­νοὶ ἥ­ρω­ές της φλέ­γον­ται ἀ­πὸ πά­θη καὶ ὀρ­γὴ καὶ ἡ Parsons φω­τί­ζει μὲ τοὺς εὔ­στο­χους τί­τλους της καὶ τὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ προ­βο­λέ­α της ὀ­δυ­νη­ρὲς ἐ­φη­βι­κὲς φι­λί­ες καὶ κα­τα­δι­κα­σμέ­νες ἐ­ρω­τι­κὲς σχέ­σεις.

       Ὅ,τι ­ξί­ζει νὰ συμ­βεῖ, συμ­βαί­νει στὰ σκο­τει­νὰ δά­ση. του­λά­χι­στον ­τσι μοῦ λέ­ει κό­ρη μου, γρά­φει ἡ Parsons στὴν ἀρ­χὴ τοῦ δι­η­γή­μα­τος «Foxes» στὴ συλ­λο­γή. Ὑ­φο­λο­γι­κὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα φαί­νε­ται νὰ συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὸ «La Petite Roque»  (1886) τοῦ Guy de Mau­pas­sant, ποὺ δι­η­γεῖ­ται τὴ δο­λο­φο­νί­α τῆς ἔ­φη­βης Louise ποὺ βρέ­θη­κε ἡ­μί­γυ­μνη ἀ­πὸ τὸν τα­χυ­δρό­μο-ἥ­ρω­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας πλά­ι στὸ πο­τά­μι στὸ δά­σος, λου­σμέ­νη στὸ φῶς καὶ ἀ­να­στά­τω­σε συ­θέ­με­λα μιὰ μι­κρὴ κοι­νω­νί­α. Ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­νά­γνω­σής του, ὅ­μως, προ­κα­λεῖ ἐ­πι­πλέ­ον συ­νειρ­μοὺς μὲ τὴ φι­γού­ρα τοῦ Γιά­ννη Ἁ­γιά­ννη ἀ­πὸ τοὺς ­θλιους τοῦ Victor Hugo, εἰ­δι­κὰ μὲ τὸ πῶς ἡ προ­στα­τευ­τι­κὴ πα­ρου­σί­α του στὴ σκη­νὴ ὅ­που συ­ναν­τᾶ στὸ σκο­τει­νὸ δά­σος τὴν μι­κρὴ Τι­τί­κα λει­τούρ­γη­σε σὰν φῶς ἀ­φ’ ἑαυ­τοῦ.

       Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Ai­mee Ben­der ἔ­χει ξε­χω­ρί­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς μὲ τί­τλο «Guts». Σὲ αὐ­τό, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ ἡ­ρω­ί­δα Sheila γνω­ρί­ζει τὸν Tim, φοι­τη­τὴ ἰ­α­τρι­κῆς, ­λοι οἱ ἄρ­ρω­στοι, κλο­νι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι στὸν κό­σμο ­χουν ἀρ­χί­σει νὰ λάμ­πουν. Ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ξαφ­νι­κὰ μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βλέ­ψει διὰ γυ­μνοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ, κά­τω ἀ­πὸ ροῦ­χα καὶ δέρ­μα, ὄγ­κους κι ἐ­πι­κεί­με­νες καρ­δια­κὲς προ­σβο­λὲς σὲ ἀ­γνώ­στους καὶ ὅ­τι ἔ­χει ἀ­πο­κτή­σει συ­νεί­δη­ση τοῦ δι­κοῦ της σώ­μα­τος, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν τῆς προ­σφέ­ρει ἀ­πό­λαυ­ση. Θὰ ­πρε­πε νὰ ­γα­πῶ τὸ σῶ­μα μου πε­ρισ­σό­τε­ρο, σκέ­φτε­ται, ἀλ­λὰ δὲν τὸ κά­νει. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ δὲν ἔ­χει νὰ πα­ρου­σιά­σει κά­ποι­α ἐ­πι­φά­νεια τῆς ἡ­ρω­ί­δας – μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ Joyce, συ­νή­θης ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ στὴ δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ Parsons δι­α­στέλ­λει τὸ χρό­νο, τὴν ἀ­να­μο­νὴ καὶ τὴν ἐν­δο­σκό­πη­ση στὰ «σω­θι­κὰ» τῆς συ­νεί­δη­σής της, τὴν ὁ­ποί­α φέρ­νει στὴν ἐ­πι­φά­νεια μὲ χει­ρουρ­γι­κὸ τρό­πο φω­τί­ζον­τας τὴν πο­λυ­ε­στια­κά.


Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των A tran­quil star (Penguin, 2008) τοῦ Ἰ­τα­λοῦ Primo Levi, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς, ἐ­πι­ζή­σαν­τα τοῦ Ἄ­ου­σβιτς, ἡ ὁ­μό­τι­τλη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία του μὲ τὴν πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση μοιά­ζει ἁ­πλῆ. Ἀ­πο­τε­λεῖ ὅ­μως ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ θε­ω­ρί­α τοῦ εἴ­δους. Εἶ­ναι ἕ­να σύν­το­μο κεί­με­νο μὲ στοι­χεῖ­α με­τα­μυ­θο­πλα­σί­ας, αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τας καὶ δι­α­δρα­στι­κῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς τε­χνι­κῆς στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἥ­ρω­ας πα­ρα­τη­ρών­τας τὰ ἀ­στέ­ρια στὸ νυ­χτε­ρι­νὸ οὐ­ρα­νὸ μᾶς κι­νη­το­ποι­εῖ νὰ στο­χα­στοῦ­με ἐ­πά­νω στὴ γλώσ­σα, τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.


Για­τί εἶ­ναι σκο­τει­νὸς ὁ οὐ­ρα­νὸς τὴ νύ­χτα; Εὔ­λο­γη ἀπο­ρία πολ­λῶν ἀ­νὰ τοὺς αἰ­ῶ­νες, ὅ­πως καὶ τοῦ Edgar Allan Poe[5] ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὸ κύ­κνει­ο ἄ­σμα του, τὸ Εὕ­ρη­κα (1848), ὅ­που ἀ­να­πτύσ­σει τὴν κοσμο­λογι­κή του θε­ω­ρία. Ὅ­πως εὔ­στο­χα ση­μει­ώ­νει ὁ Φώ­της Θα­λασ­σινός, στὸ Εὕ­ρη­κα ὁ Poe πε­ρι­γρά­φει πῶς ἡ ἀ­δι­αί­ρε­τη μο­νά­δα κε­νώ­θη­κε γιὰ νὰ γί­νει ὁ κό­σμος, προ­δι­α­γρά­φον­τας ἔ­τσι τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ στὸ πλή­ρω­μα τῶν ἡ­με­ρῶν τοῦ ἀ­πεί­ρου καὶ πά­λι στὴ μο­νά­δα. Ἡ ἰ­δέ­α ποὺ συ­νέ­λα­βε καὶ ἡ και­νο­τό­μος σκέ­ψη του ἀ­να­γνω­ρί­στηκε πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα, ἂν λά­βει κα­νεὶς ὑ­πό­ψη του τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­ϊν­στά­ιν, τὴν πιὸ πρό­σφα­τη θε­ω­ρί­α τῆς Με­γάλης Ἔκρη­ξης (Bing Bang), ἀλ­λὰ καὶ τὰ ἀνα­πάν­τητα ἐρω­τή­ματα ποὺ ἀ­φή­νει.

       Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς τρα­γου­δι­στῆς Johnny Cash στὸ τρα­γού­δι του «Far­mer’s Al­ma­nac» (ἀ­πὸ τὸ album του Boom Chica Boom, 1990), ἀ­παν­τά­ει στὸ ἐ­ρώ­τη­μα: Ὁ Θε­ὸς μᾶς δί­νει τὸ σκο­τά­δι γιὰ νὰ μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με τὰ ἀ­στέ­ρια. Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ὅ­μως δὲν εἶ­ναι οὔ­τε τὸ φαι­νο­με­νι­κὰ λο­γι­κὸ ἐ­πει­δὴ ὁ ἥ­λιος ἔ­δυ­σε. Ὁ Γερ­μα­νὸς για­τρὸς καὶ ἀ­στρο­νό­μος Heinrich Olbers ἔ­δω­σε τὴν πρώ­τη ἐμ­πε­ρι­στα­τω­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση τὸν 19ο αἰ., γνω­στὴ ἔ­κτο­τε ὡς τὸ πα­ρά­δο­ξο τοῦ Ol­bers. Τὸ σύμ­παν, ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με σή­με­ρα, προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τὴ Με­γά­λη Ἔ­κρη­ξη, πε­ρί­που 13,8 δὶς χρό­νια πρίν, ἀ­πὸ μιὰ ὑ­περ­βο­λι­κὰ πυ­κνὴ καὶ θερ­μὴ κα­τά­στα­ση, ἔ­χει πε­πε­ρα­σμέ­νη ἡ­λι­κί­α καὶ δι­α­στέλ­λε­ται συ­νε­χῶς. Ὑ­πάρ­χουν ἀ­στέ­ρια καὶ γα­λα­ξί­ες ποὺ πι­θα­νὸν δὲ θὰ δοῦ­με πο­τέ, τὸ φῶς τους δὲ θὰ εἶ­χε χρό­νο νὰ φτά­σει τὴ γῆ. Ἡ ζω­ὴ δὲ θὰ ἦ­ταν ὅ­πως τὴ γνω­ρί­ζου­με ἂν δὲν ἴ­σχυ­ε τὸ πα­ρά­δο­ξό του Olbers, δι­ό­τι ὁ νυ­χτε­ρι­νὸς οὐ­ρα­νὸς θὰ ἦ­ταν φω­τει­νὸς καὶ ζε­στός. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸ φυ­σι­κὸ Clif­ford Pick­over, τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ θὰ χα­ζέ­ψου­με τὸν νυ­χτε­ρι­νὸ οὐ­ρα­νό, μπο­ροῦ­με νὰ αἰ­σθαν­θοῦ­με εὐ­γνώ­μο­νες ποὺ δὲ μᾶς τυ­φλώ­νει τὸ φῶς[6].

       Κι ἐ­δῶ προ­κύ­πτει ἕ­να ἀ­κό­μα ἐ­ρώ­τη­μα: εἴ­μα­στε μό­νοι μας στὸ σύμ­παν; Ναί, ἀ­παν­τά­ει ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Ἰ­τα­λοῦ En­ri­co Fer­mi, γνω­στὴ ὡς τὸ πα­ρά­δο­ξο του Φέρ­μι. Ἀ­κό­μα καὶ ἂν δι­α­ψευ­στεῖ αὐ­τὴ ἡ θε­ω­ρί­α καὶ οἱ σύγ­χρο­νες ἐ­ξε­λί­ξεις της ποὺ εἰ­κά­ζουν ὅ­τι o ἄν­θρω­πος εἶ­ναι τὸ μονα­δικὸ νοῆ­μον εἶ­δος, ὁ Stephen Hawking εἶ­χε ἐκ­φρά­σει τὶς ἐ­πι­φυ­λά­ξεις του γιὰ τὸ κα­τὰ πό­σο θὰ χαι­ρό­μα­σταν τε­λι­κὰ νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σου­με μὲ ἐ­ξω­γή­ι­νες μορ­φὲς ζω­ῆς.


Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Σκω­τσέ­ζου Neil Clark μὲ τί­τλο «Out of hand», ὁ ἥ­ρω­ας βρί­σκε­ται σὲ κά­ποι­ο ἀ­ε­ρο­δρό­μιο κι ἕ­νας κα­θα­ρι­στὴς περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα του τὸν ρω­τά­ει τί θὰ ἔ­κα­νε ἐ­ὰν δι­έ­θε­τε μιὰ μη­χα­νὴ τοῦ χρό­νου. Ὁ ἥ­ρω­ας ἀ­παν­τά­ει ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρος καὶ ἀν­τι­κρού­ει τὴν ἐ­ρώ­τη­σή του, Ἐ­σὺ τί θὰ ἔ­κα­νες; Θὰ πή­γαι­να κα­τευ­θεί­αν στὴ Με­γά­λη Ἔ­κρη­ξη. Νὰ κα­τα­σβή­σω αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα πρὶν βγεῖ ἐ­κτὸς ἐ­λέγ­χου. Γιὰ νὰ εἶ­μαι μό­νος μου, ἀ­πάν­τη­σε ὁ κα­θα­ρι­στὴς καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ σφουγ­γα­ρί­ζει.


Ἡ για­γιά μου, ἡ Ρό­ζα  —ἔ­χω ἀλ­λά­ξει με­ρι­κὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α— φί­λη­σε τὸν Γι­ού­ρι Γκαγ­κά­ριν τὸ 1961 σὲ ἕ­να ἀ­σαν­σὲρ στὴ Μό­σχα. Δη­λα­δή, αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν ὁ Γκαγ­κά­ριν, αὐ­τὸ δὲ συ­νέ­βη σ΄ ἕ­να ἀ­σαν­σέρ, καὶ κυ­ρί­ως τὸ 1961 ἡ για­γιά μου κα­τοι­κοῦ­σε ἤ­δη στὴν Ἄγ. Πε­τρού­πο­λη. Δὲν ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ στὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α, ποὺ εἶ­δα τὸν παπ­ποῦ μου νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται πλά­ι της μέ­σα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά τους, μό­λις λί­γα ἑ­κα­το­στὰ πά­νω ἀ­πὸ τὸ ξύ­λι­νο πά­τω­μα. Δὲν ξα­νά­δα πο­τὲ ἄλ­λον ἄν­θρω­πο νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται ψη­λό­τε­ρα. Αὐ­τὴ[7] εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Gravity» («Βα­ρύ­τη­τα») τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νοῦ, γεν­νη­μέ­νου στὸ Λέ­νιν­γκραντ, Alex Epstein, γνω­στοῦ ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς. Στὰ ἑ­βραϊ­κὰ τὸ εἶ­δος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­ναι δι­α­κρι­τὸ ἀ­πὸ τὸ δι­ή­γη­μα ἀπὸ τὰ τέ­λη τοῦ ‘90, μὲ τὸν ὅ­ρο ktsar­tsa­rim.


Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας Sara Hills, εἶ­ναι ἡ νι­κή­τρια τοῦ φε­τι­νοῦ δι­ε­θνοῦς δι­α­γω­νι­σμοῦ ποὺ δι­ορ­γα­νώ­θη­κε ἐ­νό­ψει της Ἐ­θνι­κῆς Ἡ­μέ­ρας Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α τὸν προ­σε­χῆ Ἰ­ού­νιο. Ἡ ἱ­στο­ρί­α της μὲ τί­τλο «When Neil Armstrong Walks on the Moon» ἀ­φο­ρᾶ στὶς ἀ­μει­βό­με­νες ἐ­ρω­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες Βι­ετ­να­μέ­ζων νε­α­ρῶν γυ­ναι­κὼν σὲ Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς στρα­τι­ῶ­τες τῶν GIs, ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τα πε­ζι­κοῦ καὶ ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες μέ­σα στὸ με­θύ­σι τους μι­λοῦ­σαν συ­χνὰ γιὰ Ἕ­να τε­ρά­στιο ἄλ­μα[8]. Ἔ­δει­χναν ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, ψη­λα­φοῦ­σαν τοὺς λαι­μοὺς τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ ἰ­χνη­λα­τοῦ­σαν τοὺς μη­ρούς τους μὲ φι­λιά. Ἐ­κτο­ξεύ­ουν τοὺς πυ­ραύ­λους τους, φυ­τεύ­ουν τὶς ση­μαῖ­ες τοὺς μέ­σα μας καὶ πε­τοῦν μα­κριά[9], λέ­ει ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα. Ὅ­ταν χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ὁ γιός της τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὸν πα­τέ­ρα του, τοῦ εἶ­πε ὅ­τι τὸ ὄ­νο­μά του ἦ­ταν Neil.


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς νέ­ο εἶ­δος καὶ δη­μο­φι­λὴς λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα ἔ­χει ἀ­να­νε­ώ­σει τὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­μως στὴν πε­ρί­πτω­σή της τὸ ἐ­πί­τευγ­μα εἶ­ναι ἡ συ­ναρ­μο­γὴ πολ­λῶν πα­ρα­μέ­τρων, ποὺ ἔ­χουν ση­μει­ω­θεῖ σὲ ὅ­λα τα δελ­τί­α μας μέ­χρι τώ­ρα. Γιὰ τὴ σύν­θε­ση ἑ­νὸς ἑ­νια­ίου, ξε­κά­θα­ρου καὶ ἀ­ξι­ό­λο­γου ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος μό­νο ἡ συν­το­μί­α, μό­νο το τα­λέν­το ἢ ἡ ἄρ­τια τε­χνι­κὴ δὲν ἀρ­κοῦν. Ἡ δι­ε­ρεύ­νη­σή της συ­νε­χί­ζε­ται, εἴ­τε τὴν προ­σεγ­γί­σει κα­νεὶς ὡς τὸ πρω­τε­ϊ­κό, ἀ­τα­ξι­νό­μη­το εἶ­δος τῆς Mose, ποὺ θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν 21ο αἰ. σύμ­φω­να μὲ τὸν Zavala, ἢ κα­τὰ τὶς Tomassini καὶ Colombo ὡς μη­χα­νὴ σκέ­ψης, ἀλ­λὰ κρι­τι­κῆς, θὰ πρό­σθε­τα, ποὺ τὴ δι­α­κρί­νει ἀ­πὸ πα­λαι­ό­τε­ρα δι­δα­κτι­κὰ ἢ μὴ σύν­το­μα κεί­με­να.

       Φαί­νε­ται ὅ­τι εἶ­ναι στραμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν μον­τερ­νι­σμὸ πρὸς τὰ γε­γο­νό­τα, ἀλ­λὰ πλέ­ον πε­ρισ­σό­τε­ρο πρὸς τὰ γε­γο­νό­τα τὰ ἴ­δια, μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ λο­γι­κὴ ἀ­πὸ τὰ εὐ­κλεί­δεια συ­στή­μα­τα[10]. Πῶς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­νέ­πτυ­ξε ὁ Hawking τὴ θε­ω­ρί­α τοῦ πε­ρὶ ἀκτι­νο­βο­λίας στὶς μαῦ­ρες τρύ­πες; Συν­δυά­ζον­τας τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Σχε­τι­κό­τη­τας, τὴν κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κὴ καὶ τὴ θερ­μο­δυ­να­μι­κή. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μαῦ­ρες τρύ­πες εἶ­ναι ἕ­να ἔμ­βιο, ἀ­νε­ξάν­τλη­το, ψη­φια­κὰ δι­κτυ­ω­μέ­νο, πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὸ δί­κτυ­ο: ἡ σύγ­χρο­νη ζωὴ καὶ ἡ δι­α­μόρ­φω­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης συ­νεί­δη­σης. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ δε­ξα­με­νὴ ἀν­τλεῖ κυ­ρί­ως τὴ θε­μα­το­λο­γί­α της καὶ αὐ­τὴ δι­ε­ρευ­νᾶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μα­ζι­κὰ κι ἐν­τα­τι­κὰ στὴ μι­κρό­τε­ρη κλί­μα­κα.

       Ἡ σύν­δε­ση γνώ­σης-ἐ­ξου­σί­ας-ἐ­πι­θυ­μί­ας, εἰ­δι­κὰ ἀ­πὸ τὸν 20ο αἰ. ἕ­ως σή­με­ρα, ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να τρί­γω­νο ποὺ μᾶς ἔ­χει ρί­ξει σὲ βα­θιὰ νε­ρά. Ἐ­δῶ ποὺ βρι­σκό­μα­στε, εἴ­τε ὡς ἀ­να­γνῶ­στες, συγ­γρα­φεῖς, ἢ ὡς ἐ­ρευ­νη­τές, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς δι­ε­θνὲς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἀλ­λά­ζει ρα­γδαῖ­α ἔ­χει θέ­σει ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἐ­ρω­τή­μα­τα. Τὸ σύν­θε­το ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ σχῆ­μα mocio-emocion (κί­νη­ση–συ­ναίσθη­μα) τοῦ Et­te ἀ­πο­τε­λεῖ μό­νο τὴν ἀρ­χὴ τῆς χαρ­το­γρά­φη­σής του. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α φαί­νε­ται νὰ λει­τουρ­γεῖ σὰν ἕ­νας αὐ­τό­μα­τος προ­βο­λέ­ας, ἀ­ναμ­μέ­νος ἀ­δι­ά­κο­πα στὴν ἄ­βυσ­σο τῆς ὑ­πὲρ(πα­ρα)πλη­ρο­φό­ρη­σης καὶ τῆς συσ­σω­ρευ­μέ­νης, οἰ­κου­με­νι­κῆς γνώ­σης. Πε­ρι­στρέ­φε­ται πρὸς κά­θε ση­μεῖ­ο τοῦ πλα­νή­τη, ἐ­πε­ξερ­γά­ζε­ται κρι­τι­κὰ τὰ δε­δο­μέ­να καὶ μᾶς στέλ­νει ρεύ­μα­τα ζωῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα. Γρή­γο­ρα, ἐ­νί­ο­τε ἀ­κα­ρια­ῖα καὶ συ­χνὰ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά.



Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Tὸ τρα­γού­δι «How blue can you get» (1949) τοῦ B.B. King.


Τὴν κω­μι­κὴ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους To plant a flag, σὲ σκη­νο­θε­σί­α τοῦ Bobbie Peers, (2018, Δι­ε­θνὲς Φε­στι­βὰλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου, Το­ρόν­το). Ἀ­φο­ρᾶ τὴ συ­νάν­τη­ση δύ­ο ἀ­στρο­ναυ­τῶν τῆς NASA μὲ ἕ­ναν Ἰσ­λαν­δὸ βο­σκὸ κα­τὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­σή τους (1966) στὸ σε­λη­νια­κὸ το­πί­ο τῆς Ἰσ­λαν­δί­ας (διά­ρκεια 14:25λ.)


Τὴν πα­ρου­σί­α­ση στὰ ἱσ­πα­νι­κὰ μὲ τί­τλο ¿Qué es la mi­ni­fic­ción? (Τί εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία;) στὸ προ­σω­πι­κό, νε­ο­σύ­στα­το  κα­νά­λι τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ La­u­ro Za­va­la στὸ You tube (δι­άρ­κεια 07:39λ.)


Τὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες «Τὸ δῶρο», τῆς Rose Andersen, Φου­του­ρι­στι­κή ανερ­γία, 2807 μ.Χ., τοῦ Δη­μή­τρη Κα­ρα­κί­τσου (μὲ ὑ­πό­κρου­ση τὸ «Harbor Light Rag» τῶν Good­bye Ku­mi­ko ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ κεί­με­νο) καὶ «Vi­ta Bre­vis» τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη.


[1]. Μετάφραση δική μου.

[2]. Ἡ μικρομυθοπλασία αὐτὴ περιλαμβάνεται στὶς ἀνθολογίες Best micro­fi­ction 2019 καὶ Best Bri­tish and Irish Flash Fic­tion 2018-2019.

[3]. Μετάφραση δική μου.

[4]. Botha Marc, «Micro­fiction», στὸ (ἐπ.) Ein­­haus Ann-Marie, The Cam­bridge Com­pa­nion to the English Short Story. Cam­­bri­dge: Cam­­bri­­dge Uni­­ver­sity Press (Cam­bri­dge Com­pa­­nions to Li­te­ra­tu­re), 2016, σ.σ. 201–220.

[5]. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ συμ­βο­λή του στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐδῶ κι ἐδῶ. Εἴ­δη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ψη­φια­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τὴν ψη­φι­ο­ποί­η­ση τοῦ συ­νό­λου τοῦ ἔρ­γου του μιὰ πρό­σφα­τη μελέτη ὑ­πο­λο­γι­στι­κῆς γλωσ­σο­λο­γί­ας δια­τεί­νε­ται ὅ­τι μᾶλ­λον δὲν αὐ­το­κτό­νη­σε, ὅ­πως πί­στευ­αν πολ­λοὶ με­λε­τη­τές του ἕ­ως τώ­ρα, κα­θὼς δὲ βρέ­θη­κε πο­τὲ τὸ πι­στο­ποι­η­τι­κὸ θα­νά­του του.

[6]. Μετάφραση δική μου.

[7]. Μετάφραση δική μου.

[8]. Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ φρά­ση τοῦ Neil Armstrong, ὅ­ταν πά­τη­σε στὸ φεγ­γά­ρι τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1969, Ἕ­να μι­κρὸ βῆ­μα γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, ἕ­να τε­ρά­στιο ἅλ­μα γιὰ τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα.

[9]. Μετάφραση δική μου.

[10]. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅ­τι πολ­λοὶ θε­ω­ρη­τι­κοὶ καὶ συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ἡ Βρε­τα­νί­δα Ta­nia Hersh­­man, δι­ε­ρευ­νοῦν τὸ εἶ­δος συν­δυ­ά­ζον­τας τὶς ἀν­θρω­πι­στι­κὲς καὶ φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

 

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

 

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Φω­το­γρα­φί­α: πη­γή:

https://www.facebook.com/tavakultur/photos/a.10150143091848575/10157107340013575/?type=3&theater


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (ἐπιμ.): Proyecto GreQuerías



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (ἐπιμ.)


Proyecto GreQuerías


[Πληροφοριακὸ σημείωμα γιὰ τὴν ἔκ­δοση, τὴν κυ­κλο­φο­ρία καὶ τὴν πα­ρου­σί­α­σή της:]
  ἔκ­δο­ση μιᾶς Ἀν­θο­λο­γί­ας
       Στὶς 23 Ἀ­πρι­λί­ου 2020 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴν Ἱ­σπα­νί­α, ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο EDA Libros, ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ Μά­λα­γα, τὸ Ρroyecto GreQuerías. Antologia del minicuento griego contemporaneo (ἐ­ξώ­φυλ­λο: Δη­μή­τρης Χαν­τζό­που­λος). Ὁ ἐν λό­γω τό­μος, ἡ ἔκ­δο­ση τοῦ ὁ­ποί­ου χρη­μα­το­δο­τή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ Τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ, ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πιὸ ἐ­κτε­νῆ πα­ρου­σί­α­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἔ­χει γί­νει στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ μέ­χρι σή­με­ρα: 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­πὸ ἰ­σά­ριθ­μους συγ­γρα­φεῖς. Δη­μι­ουρ­γοὶ τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας εἶ­ναι ὁ κα­θη­γη­τὴς τοῦ ΑΠΘ καὶ με­τα­φρα­στῆς, Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ ὁ φι­λο­λό­γος καὶ με­τα­φρα­στῆς Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να. Καὶ τὰ 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ, ὡς πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση ἢ ὡς ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση, στὸ Ἱ­στο­λό­γιον Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι, ἐ­νῶ ἡ με­τά­φρα­σή τους εἶ­ναι συλ­λο­γι­κή, προ­ϊ­ὸν δε­κά­δων ἐρ­γα­στη­ρί­ων ποὺ δι­ορ­γα­νώ­θη­καν, κα­τὰ τὴν τε­λευ­ταί­α πεν­τα­ε­τί­α, ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θο­λό­γους στὸ ΑΠΘ, στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γας, στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Θερ­βάν­τες τῆς Ἀ­θή­νας καὶ στὸ κέν­τρο Ἱ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας, Abanico.
       Ἡ Ἀν­θο­λο­γί­α, κο­ρο­νο­ϊ­οῦ ἐ­πι­τρέ­πον­τος, θὰ πα­ρου­σια­στεῖ στὴν Ἀ­θή­να, στὴ Στο­ὰ τοῦ Βι­βλί­ου, στὸ πλαί­σιο τοῦ 12ου Φε­στι­βὰλ ΛΕΑ, στὶς 29 Σε­πτεμ­βρί­ου 2020, στὶς 19.00  [https://lea-festival.com/book-presentation/].
[Τὰ Πε­ριε­χό­με­να τῆς Ἀν­θο­λο­γίας μπο­ρεῖ­τε νὰ τὰ δεῖ­τε ἐδῶ (ἐγ­γρα­φὴ 31.05.2020).]
 
La edición de una Antología
       El 23 de abril de 2020 salió en España, de la editorial malagueña EDA Libros, Ρroyecto GreQuerías. Antología del mini­cuento griego conte­mporáneo (portada de Dimitris Hantzópoulos). Dicho tomo, cuya edición contó con el apoyo económico del Departa­mento de Filología Italiana de la Universidad Aristó­te­les de Salónica, constituye la más amplia presentación de la minificción griega actual en otra lengua: 78 mini­cuentos de otras tantas y tantos autores. Cre­adores de esta antología son el profesor da la Unive­rsidad Aristóteles de Salónica y traductor, Konstanti­nos Paleo­logos y el filólogo y traductor Eduardo Lucena. Todos los micror­relatos provienen de la página web Planodion-Bonsái, y su traduc­ción al español es grupal, fruto de decenas de talleres que han tenido lugar, a lo largo de los últimos cinco años, en las Uni­versi­da­des de Málaga y de Salónica, en el Insti­tuto Cervantes de Atenas y en el Centro de lenguas española, portu­gu­esa y catalana, Abanico.
       La Antología, con el permiso del coronavirus, será presentada en Atenas (Stoá tu Vivliou), en el marco del XII Festival LEA, el 29 de septiembre de 2020, a las 19.00  [https://lea-festival.com/book-presentation/].
[Pue­des ver el Con­teni­do de la An­to­lo­gía aq­uí (nota 31.05.2020).]

Π ρ ό λ ο γ ο ς


Σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


ΥΠΕΡΒΡΑΧΕΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗ, μὲ σκο­ποὺς ἀ­φη­γη­μα­τι­κοὺς ἢ δι­δα­κτι­κούς, ἦ­ταν πάν­τα πα­ροῦ­σα σὲ ὅ­λους τους ση­μαν­τι­κοὺς πο­λι­τι­σμοὺς τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Ἡ­σι­ό­δου, τοῦ Αἰ­σώ­που ἢ τοῦ Ἠ­ρα­κλεί­του τοῦ Ἐ­φε­σί­ου μέ­χρι τὶς μέ­ρες μας, μὲ ἐν­δι­ά­με­σους σταθ­μοὺς τὰ ἀ­να­το­λί­τι­κα πα­ρα­μύ­θια, τὴν πα­ρα­δο­ξο­γρα­φί­α (ἀ­πὸ τὸν 4ο αἰ­ώ­να π.Χ. μέ­χρι τὸν 3ο αἰ­ώ­να τῆς ἐ­πο­χῆς μας: Ἀν­τι­γό­νος ἀ­πὸ τὴν Κά­ρυ­στο, Ἀ­πολ­λώ­νιος, Ἀν­τι­γό­νος, Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἄλ­λοι), τὸν Ἀ­πολ­λό­δω­ρο, τὸν Λου­κια­νὸ τὸν Σα­μο­σα­τέ­α, τοὺς λα­τί­νους συγ­γρα­φεῖς (Κι­κέ­ρων, Πε­τρώ­νιος καὶ ἄλ­λοι), τὸν Πλού­ταρ­χο καί, ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν Βο­κά­κιο, τὰ ἀ­σκη­τι­κὰ κεί­με­να τῆς με­σαι­ω­νι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας κ.λπ. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα πιὸ ἔν­το­να ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, μπο­ροῦν νὰ ἐν­το­πι­στοῦν πα­ρα­δείγ­μα­τα ὑ­πε­βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ πολ­λῶν χω­ρῶν, κυ­ρί­ως ἱ­σπα­νό­φω­νων, γαλ­λό­φω­νων ἢ ἀγ­γλό­φω­νων. Με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους ἐκ­προ­σώ­πους αὐ­τοῦ τοῦ τρό­που ἀ­φή­γη­σης ἦ­ταν οἱ Πό­ε, Λάβ­κρα­φτ, Ντα­ρί­ο, Οὐ­ι­δόμ­προ ἢ Ταγ­κόρ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Κα­θὼς ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ὁ 20ὸς αἰ­ώ­νας, ἡ ὑ­περ­βρα­χεί­α ἀ­φή­γη­ση ἐμ­πλου­τί­ζε­ται μὲ τὴ συ­νει­σφο­ρὰ ση­μαν­τι­κῶν εὐ­ρω­παί­ων καὶ ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων· ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ δη­μι­ουρ­γοὺς τοῦ με­γέ­θους τῶν Τσέ­χοφ, Κάφ­κα, Μπέρ­νχαρντ, Μπόρ­χες, Μπήρς, Κορ­τά­σαρ, Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, Ἄπ­ντάϊκ καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων.

       Ὡ­στό­σο, μό­νο ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἔ­πει­τα ἀρ­χί­ζουν νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται οἱ ὅροι «mi­cror­re­la­to» [«μι­κρο­α­φή­γη­ση»], «minicuento» [«μι­κρο­δι­ή­γη­μα»], «mi­nir­re­la­to» [«να­νο­δι­ή­γη­μα»] κ.λπ. (ἢ τὰ ἰ­σο­δύ­να­μά τους «flash fiction» ἢ «short short story», στὰ ἀγ­γλι­κά), ὀ­δη­γών­τας ἔ­τσι στὴ συγ­κρό­τη­ση αὐ­τοῦ ποὺ πλέ­ον ὀ­νο­μά­ζε­ται —με­τὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, τὴ νου­βέ­λα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα— «τέ­ταρ­το πε­ζο­γρα­φι­κὸ εἶ­δος». Πιὸ συγ­κε­κρι­μέ­να, στὸν ἱ­σπα­νό­φω­νο κό­σμο, τὸ 1981, ἡ κου­βα­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς κα­θη­γή­τρια, κά­τοι­κος Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν Ἀ­με­ρι­κῆς, Ντο­λό­ρες Κὸχ δη­μο­σι­εύ­ει, στὸ νού­με­ρο 30 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Hispamerica, τὸ πρῶ­το θε­ω­ρη­τι­κὸ κεί­με­νο στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ μι­κρο-ἀ­φή­γη­μα (πρώ­τη ἐ­πί­ση­μη ἐμ­φά­νι­ση τοῦ ἐν λό­γῳ ὅ­ρου), μὲ τί­τλο «El micro-relato en Mexico: Τorri, Αrreola, Μο­n­t­e­r­r­o­so». Δέ­κα δὲ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ 1991, ὁ χι­λια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κα­θη­γη­τὴς Χου­ὰν Ἀρ­μάν­το Ἔ­πλε, καὶ αὐ­τὸς κά­τοι­κος ΗΠΑ, χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ὅ­ρο «μι­κρο-δι­ή­γη­μα» στὴν ἀν­θο­λο­γί­α του γιὰ τὸ ἱ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο μι­κρο­δι­ή­γη­μα (Brevisima relacion. Antologia del micro-cuento hispanoamericano). Ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ­τε, σὲ ἀμ­φό­τε­ρες τὶς πε­ρι­πτώ­σεις το­πο­θε­τεῖ­ται ἕ­να ἑ­νω­τι­κὸ γιὰ νὰ ἑ­νω­θεῖ τὸ πρό­θε­μα «μι­κρὸ» μὲ τὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ ὅ­ρο.

       Στὴν Ἑλ­λά­δα, οἱ ὅ­ροι «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» ἢ «μι­κρο­δι­ή­γη­μα», χω­ρὶς ἑ­νω­τι­κό, ἄρ­γη­σαν ἀρ­κε­τὰ νὰ κα­θι­ε­ρω­θοῦν, μιᾶς καὶ αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὰ πρῶ­τα χρό­νια τῆς τρέ­χου­σας χι­λι­ε­τί­ας. Μέ­χρι τό­τε χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν οἱ ὅ­ροι «σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α» ἢ «σύν­το­μο δι­ή­γη­μα» γιὰ νὰ ὁ­ρι­στοῦν τὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ προ­ϊ­όν­τα ποὺ δὲν ὑ­πε­ρέ­βαι­ναν τὶς χί­λι­ες λέ­ξεις. Ὡ­στό­σο, τό­σο κα­τὰ τὸν 19ο αἰ­ώ­να ὅ­σο καὶ κα­τὰ τὸν 20ὸ εἶ­ναι πολ­λοὶ οἱ ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς ποὺ γρά­φουν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, ἀρ­κε­τὲς δε­κα­ε­τί­ες πρὶν τὴν κα­θι­έ­ρω­ση τοῦ ἐν λό­γῳ ὅ­ρου στὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α. Πρό­κει­ται, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, γιὰ πε­ρι­πτώ­σεις συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως οἱ Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της, Ἰ­ω­άν­νης Μ. Δαμ­βέρ­γης, Ἰ­ω­άν­νης Κον­δυ­λά­κης, Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Κώ­στας Βάρ­να­λης ἢ Στρα­τῆς Μυ­ρι­βή­λης, με­τα­ξὺ πολ­λῶν ἄλ­λων, ποὺ γρά­φουν καὶ δη­μο­σι­εύ­ουν τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες τους κα­τὰ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 19ου αἰ­ώ­να ἢ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ.

       Ὁ κα­τά­λο­γος τῶν ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ γρά­φουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως ἦ­ταν ἀ­να­με­νό­με­νο, ἀρ­χί­ζει νὰ με­γα­λώ­νει ση­μαν­τι­κὰ κα­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο μι­σὸ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ φτά­νει σὲ ὕ­ψη ποὺ πο­τὲ δὲν εἴ­χα­με φαν­τα­στεῖ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 21οῦ αἰ­ώ­να. Στὴν πα­ροῦ­σα ἀν­θο­λο­γί­α πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται 78 ἀ­φη­γη­τὲς καὶ ἀ­φη­γή­τρι­ες ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα (47 ἄν­δρες καὶ 31 γυ­ναῖ­κες συγ­γρα­φεῖς), γεν­νη­μέ­νοι/ες ὅ­λοι/ες τὸν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ώ­να (τὸ 1924 ὁ με­γα­λύ­τε­ρος καὶ τὸ 1990 ὁ νε­ό­τε­ρος). Ἐν­τὸς αὐ­τῆς τῆς «ὁ­μά­δας» συ­ναν­τι­οῦν­ται μορ­φὲς κα­τα­ξι­ω­μέ­νες τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ὅ­πως εἶ­ναι οἱ Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Νί­κος Δή­μου, Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος, Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης, Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης, Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης, Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου, Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου, Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ ἢ ὁ πα­τριά­ρχης τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης, Ἐ­πα­μει­νών­δας Χ. Γο­να­τᾶς, ἀλ­λὰ καὶ νε­α­ρό­τε­ροι συγ­γρα­φεῖς, ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ποὺ βρῆ­καν στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἕ­να νέ­ο εἶ­δος/μέ­σο ἔκ­φρα­σης.

       Ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴ χρο­νο­λο­γί­α δη­μο­σί­ευ­σης τῶν 78 μι­κρο­δι­η­γη­μά­των τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας (ἕ­να ἀ­πὸ κά­θε συγ­γρα­φέ­α), τὸ πρῶ­το γρά­φτη­κε τὸ 1977, ἐ­νῶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α, πρό­σφα­της ἐ­σο­δεί­ας, τὸ 2019: ἀ­πὸ αὐ­τά, 10 εἶ­χαν γρα­φτεῖ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, 4 τὴν πρώ­τη δε­κα­ε­τί­α τοῦ 21ου καὶ 64 τὴν δε­κα­ε­τί­α ποὺ μό­λις ἀ­φή­σα­με πί­σω μας. Ἔ­χου­με ἔ­τσι μιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ προ­φα­νῆ ἔν­δει­ξη τῆς ἄν­θι­σης τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ το­πί­ο τῶν τε­λευ­ταί­ων ἐ­τῶν, ἄν­θι­ση στὴν ὁ­ποί­α ἔ­χουν παί­ξει ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο, τό­σο γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α ὅ­σο καὶ γιὰ τὴ δι­ά­δο­ση τοῦ εἴ­δους, οἱ νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες καὶ τὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ὄ­χι μά­ται­α, 44 ἀ­πὸ τὰ 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας ἔ­χουν ἀρ­χι­κῶς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἱ­στο­λό­γιο ποὺ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (τό­σο τὴ γραμ­μέ­νη στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅ­σο καὶ σὲ 14 ἀ­κό­μα γλῶσ­σες, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἡ κα­τα­λα­νι­κή, καὶ με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἑλ­λη­νι­κά), ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ 2010, καὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ ἐμ­πλου­τί­ζουν, ὁ ποι­η­τὴς Γιά­ννης Πα­τί­λης καὶ ἡ συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζω­γρά­φος Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο: Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (https://bon­sai­sto­ri­es­flash­fi­ction.wordpress.com/). Τὰ ὑ­πό­λοι­πα 34 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας εἶ­χαν ἀρ­χι­κῶς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ συλ­λο­γὲς (μι­κρο)δι­η­γη­μά­των. Ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴν ἔ­κτα­ση, τὸ πιὸ σύν­το­μο («Vita Brevis») με­τρά­ει 4 λέ­ξεις, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ τί­τλου, καὶ τὸ πιὸ μα­κρύ («Πορ­σε­λά­νη»), 833.

       Αὐ­τὰ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα δὲν μᾶς ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α ἐ­πο­χὴ τῶν ἡ­ρώ­ων καὶ τῶν θε­ῶν στὴν ὁ­ποί­α κυ­ο­φο­ρή­θη­κε τὸ θέ­α­τρο, ἡ φι­λο­σο­φί­α ἢ ἡ δη­μο­κρα­τί­α: βγαί­νουν κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὸ φοῦρ­νο μιᾶς Ἑλ­λά­δας μον­τέρ­νας καὶ τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ποὺ συ­νη­θί­σα­με νὰ με­λε­τοῦ­με στὶς ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες καὶ στὰ ἐγ­χει­ρί­δια μυ­θο­λο­γί­ας.

       Ἐν­τού­τοις, σὲ αὐ­τὰ τὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα οἱ θνη­τοὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ μά­χον­ται ἐ­νάν­τια στὰ σχέ­δια κά­ποι­ου θε­οῦ, συ­νε­χί­ζουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρουν τὰ κα­πρί­τσια τοῦ ἔ­ρω­τα καὶ τοῦ μί­σους, συ­νε­χί­ζουν νὰ νι­ώ­θουν μο­να­ξιὰ ἢ φό­βο, εὐ­τυ­χί­α ἢ ἀλ­λη­λεγ­γύ­η μὲ τὸν πλη­σί­ον, συ­νε­χί­ζουν νὰ φέ­ρουν σὲ πέ­ρας κα­τορ­θώ­μα­τα ὅ­μοι­α ἢ τὸ ἴ­διο με­γά­λα μὲ ἐ­κεῖ­να κά­ποι­ου ἀ­χαι­οῦ πο­λε­μι­στῆ, μιᾶς ἀ­ρι­στο­φα­νι­κῆς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νης γυ­ναί­κας ἢ ἑ­νὸς θε­οῦ με­ταμ­φι­ε­σμέ­νου σὲ ταῦ­ρο ἢ σὲ χρυ­σὴ βρο­χή.

       Μὲ ἄλ­λα λό­για, αὐ­τὰ τὰ ἐ­κλε­κτὰ σύγ­χρο­να ἑλ­λη­νι­κὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα μᾶς σερ­βί­ρουν, εὐ­φραί­νον­τάς μας, τὰ αἰ­ώ­νια πα­ναν­θρώ­πι­να ζη­τή­μα­τα, ἀλ­λά, ὅ­πως εἶ­ναι λο­γι­κό, μὲ τρό­πο ἑλ­λη­νι­κό, γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης ποὺ δι­εισ­δύ­ει σὲ αὐ­τὰ θὰ πρέ­πει νὰ ἐ­ξοι­κει­ω­θεῖ μὲ κά­ποι­ες ἐμ­μο­νὲς ἢ θέ­μα­τα ποὺ ἀ­νη­συ­χοῦν καὶ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὸ μυα­λὸ ὄ­χι μό­νο των ἴ­δι­ων των συγ­γρα­φέ­ων, ἀλ­λὰ καὶ ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε κα­θη­με­ρι­νοῦ Ἕλ­λη­να ἢ με­τρί­ως ἐ­ξελ­λη­νι­σμέ­νου. Ἡ Ἀ­θή­να καὶ τὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια τῶν κα­τοί­κων της (τὸ ὄ­νο­μα «Κυ­ψέ­λη», μιὰ ἱ­στο­ρι­κὴ ἀ­θη­να­ϊ­κὴ γει­το­νιά, ση­μαί­νει κα­τ’ ἀ­κρι­βο­λο­γί­α «Colmena»)· ἡ τρί­τη ἡ­λι­κί­α, ποὺ φέρ­νει μα­ζί της τὴ γνώ­ση τῶν πα­ροι­μι­ῶν καὶ τῶν συν­τα­γῶν, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη στὴν τύ­χη της καὶ τὸν ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμό της σὲ ἕ­ναν κό­σμο ἰ­λιγ­γι­ώ­δη· ἡ με­τα­νά­στευ­ση, καὶ ὄ­χι μό­νο ἡ προ­ερ­χό­με­νη ἀ­πὸ τὰ Βαλ­κά­νια ἢ ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­σι­α­τι­κὲς χῶ­ρες, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ τὰ χω­ριὰ καὶ τὰ νη­σιὰ (ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ ἕ­να φτω­χὸ πλά­σμα ποὺ πε­ρι­φέ­ρει μὲν τὸ σαρ­κί­ο του στὴν πρω­τεύ­ου­σα, κα­τά­γε­ται ὅ­μως ἀ­πὸ μιὰ κοι­νό­τη­τα τῆς ἐν­δο­χώ­ρας ποὺ λέ­γε­ται, τί εἰ­ρω­νεί­α, Και­νούρ­γιο)· ἡ πα­ρου­σί­α τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­δελ­φὴ ἀ­πὸ τὸν Βορ­ρᾶ (αὐ­τὴ ἡ με­γά­λη ἄ­γνω­στη), ἀλ­λὰ καὶ τοῦ το­πί­ου μὲ τὰ λι­ό­δεν­τρα καὶ τὰ κύ­μα­τα ἀ­πὸ χω­ρά­φια καὶ πε­λά­γη, τῶν ἡ­ρώ­ων τῆς Ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας καὶ τῆς ὑ­πο­χρε­ω­τι­κῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς θη­τεί­ας, τῶν ἐ­κλο­γῶν κά­θε τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς μπα­γα­πον­τιᾶς…

       Καὶ μέ­σα σὲ ὅ­λα αὐ­τά, ἕ­να σκη­νι­κὸ ἀ­πὸ κα­φε­νεῖ­α (αὐ­τὴ ἡ ὄ­α­ση μὲ κα­φέ­δες, ρα­κὶ ἢ τσί­που­ρο, πο­δο­σφαι­ρι­κὲς δι­α­μά­χες καὶ με­ζέ­δες, ἀ­πο­λι­θω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν χρό­νο σὲ κά­θε ἀ­στι­κὴ γει­το­νιὰ ἢ στὶς πλα­τεῖ­ες τῶν χω­ρι­ῶν), κομ­πο­λό­για (αὐ­τὲς οἱ γυ­ά­λι­νες χάν­τρες ποὺ παί­ζουν μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι ἄν­δρες μὲ ἱ­στο­ρί­α καὶ βα­ρε­μά­ρα), κόλ­λυ­βα (πιά­το ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ βρα­σμέ­νο σι­τά­ρι ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ ξη­ροὺς καρ­ποὺς καὶ ζά­χα­ρη, τὸ ὁ­ποῖ­ο προ­σφέ­ρε­ται στὶς κη­δεῖ­ες καὶ στὶς λει­τουρ­γί­ες ὑ­πὲρ ἀ­νά­παυ­σης τῶν ψυ­χῶν) καὶ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ στοι­χεῖ­α ποὺ κά­νουν τὴ σύγ­χρο­νη Ἑλ­λά­δα ἕ­να τέ­λει­ο πρό­σχη­μα γιὰ νὰ τα­ξι­δέ­ψεις, νὰ σκε­φτεῖς, νὰ γρά­ψεις καί, ὅ­πως θὰ κά­νουν οἱ ἀ­να­γνῶ­στες μας, νὰ δι­α­βά­σεις.

       Στὸ Ρroyecto GreQuerias συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται, ἐ­πι­πλέ­ον τοῦ πα­ρόν­τος προ­λό­γου καὶ τῶν 78 μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, μιὰ ἑ­νό­τη­τα μὲ τὰ σύν­το­μα βι­ο­γρα­φι­κὰ ὅ­λων τῶν συγ­γρα­φέ­ων (τῶν ὁ­ποί­ων τὰ ὀ­νό­μα­τα ἔ­χουν «με­τα­φερ­θεῖ» στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ἐ­πι­δι­ώ­κον­τας νὰ τη­ρη­θεῖ μιά, ἀ­δύ­να­τη, ἰ­σορ­ρο­πί­α ἀ­νά­με­σα στὴν ἑλ­λη­νι­κή τους γρα­φὴ καὶ στὴν ἱ­σπα­νι­κὴ προ­φο­ρά), κα­θὼς καὶ ἕ­να κε­φά­λαι­ο ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ὁ­μα­δι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ συ­νό­λου τῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των. Ξε­κι­νᾶ­με!


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να
Ἀ­θή­να, 2019


Πηγή: Ρroyecto GreQuerías. Antologia del minicuento griego contemporaneo (EDA Libros, ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ Μά­λα­γα, 2020, ἐ­ξώ­φυλ­λο: Δη­μή­τρης Χαν­τζό­που­λος).


Με­τά­φρα­ση: Κα­νέλ­λα Λι­α­κο­πού­λου.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (Eduardo Lucena) γεν­νή­θη­κε στὴν Κόρ­δο­βα τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να ὡς κα­θη­γη­τὴς ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, με­τα­φρα­στῆς καὶ θε­α­τρι­κὸς σκη­νο­θέ­της.


 

Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#12]


Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo)

Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν:

προ­σέγ­γι­ση στὴν ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α


Ι ΕΙΝΑΙ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α; Εἶ­ναι εἶ­δος[i] ἢ ὑ­πο­εῖ­δος; Ἔ­χει ὁ­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­ση; Ποι­ά εἶ­ναι τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ κα­ταλ­λη­λό­τε­ρη ὀ­νο­μα­σί­α; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α της; Εἶ­ναι μιὰ μον­τέρ­να φόρ­μα πε­ζο­γρα­φί­ας; Γνω­ρί­ζου­με ποῦ καὶ πό­τε ἔ­κα­νε τὴν ἐμ­φά­νι­σή της; Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως μὲ τὶς καλ­λι­τε­χνι­κὲς ἐκ­φρά­σεις, ὑ­πάρ­χουν πολ­λὲς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­παν­τή­σεις· κά­ποι­ες φο­ρὲς εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κές, ἄλ­λες φο­ρὲς συμ­πί­πτουν, ὅ­μως, ἂν καὶ ὅ­λες εἶ­ναι ἐ­ξί­σου κα­λὰ τεκ­μη­ρι­ω­μέ­νες, δὲν ὑ­πάρ­χει ἰ­δι­αί­τε­ρη ὁ­μο­φω­νί­α ὡς πρὸς τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξή τους.

       Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὴν εὔ­κο­λη ὁ­δὸ καὶ νὰ προσ­δι­ο­ρί­σου­με τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ καὶ μυ­θο­πλα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα. Ἡ ἔ­κτα­ση ἑ­νὸς ἔρ­γου μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποι­κίλ­λει, δὲν πρέ­πει, ὡ­στό­σο, νὰ ὑ­περ­βαί­νει τὴ μί­α τυ­πω­μέ­νη σε­λί­δα, δη­λα­δὴ πε­ρὶ τοὺς 1.500 χα­ρα­κτῆ­ρες· ὑ­πάρ­χει δι­ά­στα­ση ἀ­πό­ψε­ων ὡς πρὸς τὸ ὄ­νο­μα: μι­κρὸ– ἢ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α, νά­νο– ἢ μι­κρο­α­φή­γη­ση, μι­κρὸ– ἢ να­νο­δι­ή­γη­μα καὶ πα­ραλ­λα­γὲς αὐ­τῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­δη­λώ­νουν τὴν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ μι­κρὴ ἔ­κτα­σή του καὶ τὸ χα­ρα­κτή­ρα του ποὺ συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση. Τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ εἴ­δους εἶ­ναι ἡ συγ­γρα­φι­κὴ κομ­ψό­τη­τα (μιᾶς καὶ σὲ τό­σο λί­γο χῶ­ρο πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη)·  ἡ ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα, ὁ πρω­τε­ϊ­σμὸς καὶ ἡ μὴ σύμ­πλευ­ση μὲ κα­νέ­να εἶ­δος (δι­ό­τι ἀλ­λά­ζει φόρ­μες καὶ εἴ­δη)·  ἡ χρή­ση τῆς δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας ―δι­ό­τι μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ὁ ἀ­να­γνώ­στης γνω­ρί­ζει ὅ­σα προ­η­γοῦν­ται καὶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρή­σει δε­δο­μέ­να πολ­λὰ πράγ­μα­τα― ὅ­πως, ἐ­πί­σης, καὶ ἡ χρή­ση τῆς πα­ρω­δί­ας, τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἔλ­λει­ψης καὶ τοῦ χι­οῦ­μορ. Θε­ω­ρεῖ­ται εἶ­δος ποὺ γεν­νή­θη­κε στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, ἀ­πὸ ὅ­που προ­έρ­χον­ται οἱ πρω­το­πό­ροι του: ὁ Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, ὁ Χού­λιο Τό­ρι, ὁ Λε­ο­πόλ­δο Λου­γό­νες καὶ ὁ Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, ἐ­πί­σης, συ­νέ­χι­σε νὰ ἐ­ξε­λίσ­σε­ται μὲ με­γά­λη ὁρ­μὴ ἀ­πὸ τοὺς Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο, Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες καὶ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, κυ­ρί­ως τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 καὶ μὲ εὐ­ρέ­ως δι­α­δε­δο­μέ­νο τρό­πο ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’90 τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να μέ­χρι σή­με­ρα, ἐ­πο­χὴ ποὺ πα­ρα­τη­ροῦν­ται πλέ­ον (πα­ρα)δείγ­μα­τα σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ χῶ­ρες.

       Μα­κά­ρι νὰ ἦ­ταν τό­σο εὔ­κο­λο. Ὅ­λα ὅ­σα μό­λις προ­εί­πα­με θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἰ­δω­θοῦν μὲ ἄλ­λο τρό­πο, λι­γό­τε­ρο ἁ­πλό, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἀρ­χί­σου­με νὰ τὰ ἀ­να­λύ­ου­με σὲ βά­θος. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι κά­θε βε­βαι­ό­τη­τα ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται: ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να και­νούρ­γιο εἶ­δος, μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι·  δὲν εἶ­ναι γνω­στὸ πό­τε ξε­κί­νη­σε, οὔ­τε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρα, οὔ­τε τὸ ὄ­νο­μά της, ἐ­νῶ εἶ­ναι πολ­λοὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ δι­εκ­δι­κοῦν τὴν πα­τρό­τη­τά της. Καὶ ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ ἂν ὑ­πάρ­χει ὡς ἀ­νε­ξάρ­τη­το εἶ­δος εἶ­ναι για­τί οἱ θε­ω­ρη­τι­κοὶ ὅ­ρι­σαν τὴν ὕ­παρ­ξή της καὶ ἀ­πὸ κά­ποι­α στιγ­μὴ καὶ ἔ­πει­τα οἱ συγ­γρα­φεῖς ἀ­νέ­πτυ­ξαν δείγ­μα­τα γρα­φῆς ποὺ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τοὺς με­λε­τη­τές.

       Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­σεις ἔ­χουν λό­γο ποὺ ὑ­φί­σταν­ται. Ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει ἕ­να εἶ­δος ποὺ ἀ­πορ­ρί­πτει τὶς ἀ­πο­λυ­τό­τη­τες, τὶς βε­βαι­ό­τη­τες, τὶς ἀ­δι­άλ­λα­κτες ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σεις εἶ­ναι τὸ εἶ­δος ποὺ μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ. Ἡ ἔ­κτα­σή του ποι­κίλ­λει ἐν­τὸς τῆς ἴ­διας τῆς μι­κρῆς του κλί­μα­κας·  ἡ ἔκ­φρα­σή του ὡς εἶ­δος εἶ­ναι πε­ρί­πλο­κη, ἀμ­φί­ση­μη, ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη, δι­α­φεύ­γου­σα·  τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του εἶ­ναι λί­γα ἢ ὑ­περ­βο­λι­κὰ πολ­λά, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ ποι­ὸς τὰ ἀ­πα­ριθ­μεῖ·  ὁ ὁ­ρι­σμός του δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ξε­κά­θα­ρος, τὸ ὄ­νο­μά του ποι­κίλ­λει ἀ­πὸ χώ­ρα σὲ χώ­ρα καὶ ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­α σὲ συγ­γρα­φέ­α. Μπο­ροῦν νὰ κα­τα­τε­θοῦν μό­νο προ­τά­σεις, προ­σεγ­γί­σεις, συμ­βου­λές, ἀμ­φι­βο­λί­ες, ἐ­κτι­μή­σεις. Ὁ­ποι­α­δή­πο­τε βε­βαι­ό­τη­τα σύν­το­μα ἀ­πορ­ρί­πτε­ται ἐ­νώ­πιον ἑ­νὸς νέ­ου πα­ρα­δείγ­μα­τος τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀρ­νεῖ­ται τὴν προ­η­γού­με­νη προ­ϋ­πό­θε­ση. Ἐ­ὰν αὐ­τὸ ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τὸ ἄ­πια­στο καὶ τὸ ἀμ­φί­ση­μο, οἱ τα­ξι­νο­μή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­κο­λου­θοῦν­ται τό­σο πι­στὰ στὴν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ κοι­νό­τη­τα, κα­τα­λή­γουν νὰ εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­στι­κὲς καὶ ὄ­χι πο­λὺ ἀ­ξι­ό­πι­στες. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ σχε­τί­ζον­ται μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μοιά­ζουν μὲ work in progress, ὥ­στε, αὐ­τὸ ποὺ σή­με­ρα μᾶς φαί­νε­ται ἡ ἀρ­χή, ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ ἀρ­γό­τε­ρα, χά­ρη σὲ νέ­ες ἀ­να­κα­λύ­ψεις, θὰ ἀ­πο­δει­χθεῖ ὅ­τι εἶ­ναι κά­τι ποὺ βρι­σκό­ταν ἤ­δη στὰ μι­σά του δρό­μου.

       Βέ­βαι­α, αὐ­τὴ ἡ «ἀ­να­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα» προ­κα­λεῖ πολ­λὰ ἐμ­πό­δια καὶ πα­ρα­νο­ή­σεις: τὸ εἶ­δος πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α, στὴν ὑ­πο­τί­μη­ση ―ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι κά­τι ἀλ­λό­κο­το―, στὴ συ­νέ­χεια ἔ­γι­νε τά­ση, παν­τα­χοῦ πα­ρόν, μιὰ ὑ­περ­βο­λὴ καί, στὸ τέ­λος, ξα­νὰ ἄ­ξιο πε­ρι­φρό­νη­σης ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι κά­τι ὑ­περ­βο­λι­κὰ κοι­νό. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σες δε­κα­ε­τί­ες, κά­ποι­οι ἀ­κό­μη δὲν τὸ θε­ω­ροῦν λο­γο­τε­χνί­α καί, πα­ρὰ τὰ πολ­λὰ δι­ε­θνῆ καὶ μὴ συ­νέ­δρια, τὶς δη­μο­σι­εύ­σεις, τὶς ἐκ­δό­σεις ποὺ ἀ­φι­ε­ρώ­νον­ται στὸ ἐν λόγῳ θέ­μα, ἀ­κό­μη ὑ­πάρ­χουν ἄ­το­μα ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐκ­κεν­τρι­κή, ὅ­ταν εἶ­ναι γεν­ναι­ό­δω­ροι, ἢ ἀ­σή­μαν­τη, ἰ­δα­νι­κὴ γιὰ τοὺς ὀ­κνη­ροὺς τῆς γρα­φῆς καὶ τῆς ἀ­νά­γνω­σης. Καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ σχε­τί­ζον­ται ἐ­πί­σης μὲ τὴ συν­το­μί­α, κα­θὼς φαί­νε­ται ὑ­περ­βο­λι­κὰ σύν­το­μο γιὰ νὰ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό. Καὶ τὸ δο­κί­μιο ὅ­μως στὸ ξε­κί­νη­μά του θε­ω­ροῦν­ταν κά­τι πα­ρά­ξε­νο, ἡ ποί­η­ση χω­ρὶς μέ­τρο καὶ ὁ­μοι­ο­κα­τα­λη­ξί­α εἶ­χε τὴ φή­μη ὅ­τι εἶ­ναι τὸ κα­τα­φύ­γιο τῶν φυ­γό­πο­νων καὶ ἡ πο­λε­μι­κὴ ἐ­ναν­τί­ον τῶν μὴ πα­ρα­στα­τι­κῶν πλα­στι­κῶν τε­χνῶν συ­νε­χί­ζε­ται καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ 21ου αἰ­ώ­να.

       Ἡ συν­το­μί­α ἐ­πί­σης συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ φαι­νο­με­νι­κὴ εὐ­κο­λί­α τῆς συγ­γρα­φῆς – δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο νὰ γρά­ψεις ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρο. Αὐ­τὸ ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα πολ­λοὶ νὰ πι­στεύ­ουν ὅ­τι ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ ἐ­πι­νό­η­μα θε­ω­ρεῖ­ται δεῖγ­μα τοῦ εἴ­δους, ἀ­πελ­πί­ζον­τας τοὺς ἀ­να­λυ­τὲς καὶ τοὺς σο­βα­ροὺς μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρά­φους. Τὰ γεν­ναι­ό­δω­ρα βρα­βεῖ­α ποὺ προ­σφέ­ρον­ται σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς τοῦ χώ­ρου (λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν χα­ρα­κτή­ρων) ἔ­χουν ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα δε­κά­δες χι­λιά­δες συμ­με­το­χές, ποὺ «προ­σπα­θοῦν νὰ δοῦν» ἂν λει­τουρ­γεῖ τὸ κει­με­νά­κι τους. Ἡ συν­το­μί­α λοι­πόν, ἡ ὁ­ποί­α συ­νε­πά­γε­ται τό­ση προ­σπά­θεια γιὰ τοὺς εὐ­συ­νεί­δη­τους μύ­στες, ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἐ­πί­σης καὶ τὴν κοι­νο­τυ­πί­α ὁ­ρι­σμέ­νων προ­τά­σε­ων καὶ τὸν ἐκ­φυ­λι­σμὸ τοῦ εἴ­δους. Μὲ τὴν αὔ­ξη­ση τοῦ σώ­μα­τος κει­μέ­νων μὲ γε­ω­με­τρι­κὴ πρό­ο­δο, γί­νε­ται πε­ρί­πλο­κο νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει κα­νεὶς τὶς προ­τά­σεις τῆς κά­θε χώ­ρας καὶ τῆς κά­θε γλώσ­σας. Ἡ πλη­θώ­ρα, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, με­τα­τρέ­πε­ται σὲ ζούγ­κλα, ὅ­που εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ ἐν­το­πί­σει κα­νεὶς τὰ δι­α­μάν­τια. Πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα, ὅ­μως, ἡ ἀ­φθο­νί­α συ­νε­πά­γε­ται ἐ­πί­σης ὅ­τι ἕ­να τό­σο με­γά­λο εὖ­ρος προ­τά­σε­ων κά­νει δύ­σκο­λό το νὰ ἔ­χει κά­ποι­ος μιὰ σχε­τι­κὰ πιὸ ξε­κά­θα­ρη ὀ­πτι­κὴ τοῦ τί πα­ρά­γε­ται.

       Κι ἔ­τσι περ­νᾶ­με σὲ κά­τι ση­μαν­τι­κό: τὸ ὅ­τι εἶ­ναι τό­σο ἀ­σα­φής, εὐ­με­τά­βλη­τη καὶ ὀ­λι­σθη­ρὴ ση­μαί­νει ἄ­ρα­γε ὅ­τι τὰ πάν­τα εἶ­ναι ἄ­ξια λό­γου; Ὄ­χι, βέ­βαι­α. Οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι μι­κρὰ ἔρ­γα τέ­χνης, κι αὐ­τό, ὅ­πως ξέ­ρου­με κα­λά, εἶ­ναι πάν­τα πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ.


Ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἐ­λά­χι­στου


Ὅ­πως στὸ ἀ­νέκ­δο­το μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ καὶ τὴν ὕ­παρ­ξη/ἀ­νυ­παρ­ξί­α τοῦ Θε­οῦ, θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α, πα­ρό­λο ποὺ ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων εἶ­ναι πα­νάρ­χαι­α. Βρί­σκε­ται στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ρω­μα­ϊ­κὰ Σύμ­μει­κτα, στὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ Makura no Soshi (Βι­βλί­α τοῦ μα­ξι­λα­ριοῦ) ποὺ χρο­νο­λο­γοῦν­ται στὸ 1000 μ.Χ. καὶ ἀ­νή­κουν στὸ εἶ­δος Zuihitsu (σύν­το­μα κεί­με­να, γραμ­μέ­να μο­νο­κον­τυ­λιὰ) καὶ τὰ ἀγ­γλι­κὰ Commonplace books τοῦ Με­σαί­ω­να καὶ τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης. Ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­σης σύν­το­μα ἔρ­γα, τὰ ὁ­ποῖ­α στὰ ἀγ­γλι­κὰ ὀ­νο­μά­ζον­ται Hodgepodge (Συ­νον­θύ­λευ­μα), τὰ γερ­μα­νι­κὰ Gemeinplatze, τὰ γαλ­λι­κὰ Lieux Communs καὶ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ Zibaldone τοῦ 19ου αἰ­ώ­να (Rojo, 2010). Ἡ Francisca Noguerol (2009) τὸ συν­δέ­ει μὲ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ Dietarios, ἡ Laura Pollastri (2007) μὲ τὶς ἐ­πι­γρα­φὲς στὶς ἐ­πι­τύμ­βι­ες στῆ­λες τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας, ὁ David Lagmanovich (2006) μὲ τὰ χα­ϊ­κού, ὁ Paul Davila (2014) μὲ τὰ κο­άν… θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι ἐ­π’ ἄ­πει­ρον. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ ἔ­πει­τα ἀ­κο­λου­θεῖ ἕ­να ἅλ­μα ἀρ­κε­τῶν αἰ­ώ­νων. Ὁ Lagmanovich (2006) θε­ω­ρεῖ τὰ Μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζό τοῦ Σὰρλ Μπων­τλὲρ ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ πρό­δρο­μο. Ἀ­νά­με­σα στοὺς «προ­γό­νους» συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται ἐ­πί­σης ὁ Ἄμ­προζ Μπὶρς καὶ ὁ Να­θά­νι­ελ Χό­θορν μὲ τὰ American Notebooks του, σύμ­φω­να μὲ τὴν Graciela Tomassini (2008 καὶ 2011). Ὁ Juan Armando Epple (2006) κα­το­νο­μά­ζει τοὺς Ἀ­λο­ΐ­σιους Μπερ­τράν, Βι­λι­ὲ ντὲ Λ’Ἴλ, Ὄ­σκαρ Γουά­ιλντ, Ζὶλ Ρε­νάρ, Φραν­τς Κάφ­κα, Τζὸρτζ Λό­ρινγκ Φρό­στ, Ἰ. A. Ἄιρ­λαντ καὶ τὸν βα­ρῶ­νο τοῦ Ντάν­σα­νι. Καὶ ἐ­κεῖ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να ἀ­κό­μα ἅλ­μα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ πρὸς τοὺς Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να: Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, Ἀλ­φόν­σο Ρέ­γες, Χού­λιο Τό­ρι, Χο­σὲ Ἀν­τό­νιο Ρά­μος Σοῦ­κρε, Λου­ὶς Βι­δά­λες, Βι­σέν­τε Οὐ­ι­δόμ­προ, Ἐρ­νέ­στο Λου­γό­νες, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Ἡ Stella Maris Colombo (2011) συγ­κεν­τρώ­νει τοὺς δι­ά­φο­ρους προ­δρό­μους, σύμ­φω­να μὲ μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ με­λε­τη­τές, στοὺς ὁ­ποί­ους συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει τὸν ἤ­δη προ­α­να­φερ­θέν­τα Φραν­τς Κάφ­κα, τὸν Μπέρ­τολτ Μπρὲ­χτ καὶ τὸν Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ (σύμ­φω­να μὲ τὸν Lagmanovich), τὸν ἤ­δη προ­α­να­φερ­θέν­τα Ἄμ­προζ Μπὶρς (σύμ­φω­να μὲ τὴν Tomassini) καὶ τὸν Τζι­ο­βά­νι Πα­πί­νι (σύμ­φω­να μὲ τοὺς Colombo, Roas καὶ Anderson Imbert). Σύμ­φω­να μὲ τὴν Dolores Koch (1981), πρω­το­πό­ρος ἦ­ταν ὁ με­ξι­κα­νὸς Χού­λιο Τό­ρι. Οἱ David Lagmanovich καὶ Laura Pollastri με­λέ­τη­σαν σὲ βά­θος τὶς ἐ­πιρ­ρο­ὲς τῆς λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας καὶ τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὸ εἶ­δος. Ἀ­σφα­λῶς, πρέ­πει νὰ λη­φθοῦν ὑ­πό­ψη οἱ Greguerias τοῦ Ρα­μὸν Γκό­μεθ δὲ λὰ Σέρ­να. Ὅ­μως ἐ­κεῖ ὑ­πάρ­χει καὶ ἄλ­λο ἕ­να ἅλ­μα μέ­χρι τὸ 1955, ὅ­ταν δη­μο­σι­εύ­ε­ται τὸ Σύν­το­μες καὶ πα­ρά­ξε­νες ἱ­στο­ρί­ε­ς τῶν Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες καὶ Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, ἡ ὁ­ποί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὡς ἡ πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α ἑ­νὸς εἴ­δους ποὺ ἕ­ως τό­τε δὲν ὑ­φί­στα­το ὡς ἀν­τι­κεί­με­νο με­λέ­της καὶ συγ­κεν­τρώ­νει πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ ὑ­περ­βρα­χέ­α κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α σή­με­ρα κα­τα­λο­γο­γρα­φοῦν­ται ὡς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Καὶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ 1959, ὁ Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο δη­μο­σι­εύ­ει τὸ πιὸ δι­ά­ση­μο μι­κρο­δι­ή­γη­μα ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν, «Ὁ δει­νό­σαυ­ρος», ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κεί­με­να τῆς συλ­λο­γή­ς Obras completas (y otros cuentos). Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ πέ­ρα εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ συ­νε­χί­σει ἡ λί­στα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ἀρ­χί­ζουν νὰ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­πὸ τὸν Με­ξι­κα­νὸ Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα, τὸν Κο­λομ­βια­νὸ Ἄλ­βα­ρο Σε­πέ­δα Σα­μού­διο, μέ­χρι τοὺς Ἀρ­γεν­τι­νοὺς Μάρ­κο Ντε­νέ­βι καὶ Ἐν­ρί­κε Ἀν­τερ­σον Ἰμ­πέρτ, τὸν Κου­βα­νὸ Βιρ­χί­λιο Πι­νι­έ­ρα, τὸν Βε­νε­ζο­λά­νο Ἀλ­φρέ­δο Ἄρ­μας Ἀλ­φόν­σο καὶ πολ­λοὺς ἄλ­λους. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἔ­κρη­ξη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’70, ἄλ­λο ἅλ­μα στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’90 ―πα­ρό­λο ποὺ με­ρι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 ― ὅ­ταν καὶ πά­λι τὸ εἶ­δος ἀ­να­πτύσ­σε­ται μὲ πλη­θώ­ρα λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νων, ἱ­σπα­νῶν, ἀγ­γλό­φω­νων, βρα­ζι­λιά­νων, κο­ρε­α­τῶν συγ­γρα­φέ­ων… Καὶ ἄλ­λο ἅλ­μα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ πο­σο­τι­κό, μὲ τὸ ξε­κί­νη­μα τοῦ νέ­ου αἰ­ώ­να καὶ τὴν ἔ­ξαρ­ση τῶν μέ­σων κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἔ­χει τὴν ἰ­δα­νι­κὴ ἔ­κτα­ση γιὰ νὰ δι­α­βα­στεῖ σὲ blog, στὸ Twitter, στὸ Facebook, στὸ Tumblr καὶ στὰ λοι­πὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης, γι’ αὐ­τὸ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο ὑ­πάρ­χουν χι­λιά­δες σε­λί­δες ποὺ κα­τα­πι­ά­νον­ται μὲ αὐ­τὴ τὴ φόρ­μα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὑ­πάρ­χουν πιὰ συγ­γρα­φεῖς (Ρα­γου­σέ­ο, Σαμ­πρά­νο) οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­να­πτύσ­σουν συγ­κε­κρι­μέ­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ θε­ω­ρί­α σχε­τι­κὰ μὲ τὴν twitteroποίηση, δη­λα­δὴ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δὲν ξε­περ­νᾶ τοὺς 140 χα­ρα­κτῆ­ρες. Πλέ­ον τὰ ὑ­περ­βρα­χέ­α κεί­με­να εἶ­ναι τό­σο παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τα ὥ­στε, ὅ­πως λέ­ει ἡ Χού­λια Ὀ­τσό­α, «ση­κώ­νεις μιὰ πέ­τρα, μιὰ σαύ­ρα, μιὰ ψί­χα ψω­μὶ καὶ πέ­φτεις πά­νω σὲ ἕ­να». Ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τὴ νί­κη, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἔ­χει πολ­λοὺς πα­τέ­ρες καί, ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τοὺς ἥ­ρω­ες, ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­σης πολ­λοὶ τό­ποι ποὺ ἐ­ρί­ζουν γιὰ τὸν τί­τλο τῆς γε­νέ­τει­ράς της.

       Ὅ­πως εἶ­ναι προ­φα­νὲς μὲ αὐ­τὴ τὴν προ­σπά­θεια ἱ­στο­ρι­κῆς συ­στη­μα­το­ποί­η­σης, δὲν ὑ­πάρ­χει σα­φὴς καὶ συ­νε­χὴς ἐ­ξέ­λι­ξη, πα­ρὰ χα­ο­τι­κὲς ἐ­κρή­ξεις στὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­να­μει­γνύ­ον­ται πολ­λὰ εἴ­δη, συγ­γρα­φεῖς ποὺ κά­πο­τε, ἀλ­λὰ ὄ­χι πάν­τα, γρά­φουν ὑ­περ­βρα­χέ­α κεί­με­να, κεί­με­να πε­ρισ­σό­τε­ρο ἢ λι­γό­τε­ρο σύν­το­μα, τά­σεις ποὺ ἔρ­χον­ται καὶ πα­ρέρ­χον­ται, πει­ρα­μα­τι­σμοὶ ποὺ δί­νουν ἀ­φορ­μὴ γιὰ ἄλ­λες ἀ­να­ζη­τή­σεις καὶ ἀ­πο­κλει­στι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὸ εἶ­δος ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς.

       Τὸ πρό­βλη­μα μὲ τὶς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ὅ­τι εἶ­ναι πάν­τα σχε­τι­κές, γι’ αὐ­τὸ καὶ τέ­τοι­ο πλῆ­θος προ­δρό­μων ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι, ὅ­πως πάν­τα στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ φαι­νό­με­να, οἱ ἐ­πιρ­ρο­ὲς εἶ­ναι πολ­λές, πολ­λα­πλὲς καὶ προ­σω­πι­κές. Ὅ­λοι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ προ­α­να­φέρ­θη­καν γιὰ κά­ποι­ον θὰ ἦ­ταν πρό­δρο­μοι, καὶ γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λον ὄ­χι. Ἴ­σως ὑ­πάρ­χει ἕ­να Zeitgeist ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὴ συν­το­μί­α, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ὑ­πῆρ­ξαν πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν κει­μέ­νων πο­λὺ με­γά­λης πνο­ῆς, ἑ­πο­μέ­νως ὁ­ποι­α­δή­πο­τε χρο­νι­κὴ σύν­δε­ση μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἡ ὕ­παρ­ξη τό­σων θε­με­λι­ω­τῶν μὲ κά­νει νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι ἴ­σως ἡ ἀ­πάν­τη­ση νὰ εἶ­ναι πιὸ ἁ­πλή. Ἡ ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α ὑ­φί­στα­το ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σε ἡ συγ­γρα­φὴ καὶ ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ὡς ἀ­φο­ρι­σμός, ἀλ­λη­γο­ρί­α, ἀ­πό­λο­γος, σκη­νή, πε­ρι­στα­τι­κό, πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­πί­γραμ­μα, γκρα­βού­ρα, μύ­θος, πα­ρα­βο­λή, πα­ροι­μί­α, ἀ­πό­φθεγ­μα, βι­νι­έ­τα καὶ μιὰ ἀ­τε­λεί­ω­τη ποι­κι­λί­α πο­λὺ σύν­το­μων ἀρ­χαί­ων λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἡ δι­α­φο­ρὰ μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α; Κα­μί­α ἢ πολ­λές. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι λο­γο­τε­χνί­α τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἑ­ξῆς, καὶ ἔ­χει τὶς ἴ­δι­ες δι­α­φο­ρὲς μὲ τοὺς προ­γό­νους της, ὅ­πως ἔ­χουν τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἡ ποί­η­ση ἢ τὸ δο­κί­μιο τοῦ 20οῦ καὶ τοῦ 21ου αἰ­ώ­να μὲ τοὺς δι­κούς τους προ­γό­νους.

       Ὁ ὅ­ρος μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ―καὶ οἱ πολ­λα­πλὲς ἐκ­δο­χές του― ἄρ­χι­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται πρό­σφα­τα, πράγ­μα ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­κα­λοῦ­με ἔ­τσι μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ σκε­φτεῖ ὅ­τι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς με­λε­τη­τὲς τοῦ χώ­ρου, ὅ­τι τῆς προσ­δώ­σα­με θε­ω­ρη­τι­κὴ ὑ­πό­στα­ση, δι­α­μορ­φώ­νον­τας σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος αὐ­τὸ ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἦ­ταν ποι­κί­λα σύν­το­μα εἴ­δη ποὺ οἱ συγ­γρα­φεῖς καλ­λι­ερ­γοῦ­σαν δί­χως νὰ νοι­ά­ζον­ται γιὰ τὴν τα­ξι­νό­μη­σή τους.


Τὸ ζή­τη­μα τοῦ ὀ­νό­μα­τος


Λί­γα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη ἔ­χουν τό­σες πολ­λὲς ὀ­νο­μα­σί­ες: ἀ­κρι­βὴς τέ­χνη, σύν­το­μο δι­ή­γη­μα, πε­ρι­στα­τι­κό (ὅ­ρος ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση τοῦ Ἀν­τερ­σον Ἰμ­πέρτ), σχε­δὸν δι­ή­γη­μα, δι­η­γη­μα­τί­διον, βρα­χὺ δι­ή­γη­μα, ὑ­περ­βρα­χὺ δι­ή­γη­μα, σύν­το­μο δι­ή­γη­μα, συν­το­μό­τα­το δι­ή­γη­μα, μι­κρο­σκο­πι­κὸ δι­ή­γη­μα, δι­ή­γη­μα-μι­νι­α­τού­ρα, λι­πό­σαρ­κο δι­ή­γη­μα, στιγ­μια­ῖο δι­ή­γη­μα, τα­χυ­δι­ή­γη­μα, γρή­γο­ρο δι­ή­γη­μα, δι­ή­γη­μα μπον­ζά­ι, μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ ἑ­νὸς λε­πτοῦ, γρή­γο­ρη μυ­θο­πλα­σί­α, αἰφ­νί­δια μυ­θο­πλα­σί­α, ὑ­περ­σύν­το­μο, ἐ­λά­χι­στη ἱ­στο­ρί­α, μι­κρο­δι­ή­γη­μα, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, μι­κρο­α­φή­γη­ση, μι­κρο­κεί­με­νο, μι­νι­δι­ή­γη­μα, μι­νι­μυ­θο­πλα­σί­α, μι­νι­κεί­με­νο, να­νο­δι­ή­γη­μα, να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α, να­νο­κεί­με­νο, δι­η­γη­μα­τί­διο, μι­κρὴ ἀ­φή­γη­ση, σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἐ­λά­χι­στη ἀ­φή­γη­ση, μι­κρο­σκο­πι­κὴ ἀ­φή­γη­ση, πα­ρα­βα­τι­κὸ δι­ή­γη­μα, ὑ­περ­βρα­χύ­τα­το κεί­με­νο, δι­ή­γη­μα ἐξ­πρές, ποι­κί­λη ἐ­πι­νό­η­ση (γιὰ τὰ ἔρ­γα τοῦ Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα), κει­με­νί­διο, με­τα­ξὺ πολ­λῶν ἄλ­λων.

       Αὐ­τοὶ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο εἶ­ναι οἱ ὅ­ροι μι­νι­μυ­θο­πλα­σί­α, μι­κρο­α­φή­γη­ση, μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἡ δι­ά­κρι­ση ὑ­πο­νο­εῖ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να δι­ή­γη­μα πο­λὺ σύν­το­μο, μιὰ ἀ­φή­γη­ση πο­λὺ βρα­χεί­α ἢ μιὰ ἐ­λά­χι­στη μυ­θο­πλα­στι­κὴ φόρ­μα (ὄ­χι ἀ­πα­ραί­τη­τα δι­ή­γη­μα ἢ ἀ­φή­γη­ση). Ἂν καὶ ἡ ἔλ­λει­ψη ἀ­κρι­βοῦς ὀ­νό­μα­τος ἀ­πελ­πί­ζει ἀρ­κε­τούς, τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι στε­ρεῖ­ται συγ­κε­κρι­μέ­νου ὀ­νό­μα­τος καὶ ἔ­χει τό­σες ὀ­νο­μα­σί­ες εἶ­ναι ὅ,τι πρέ­πει γιὰ μιὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα δι­φο­ρού­με­νη καὶ ὑ­βρι­δι­κή. Μο­λο­νό­τι θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἐ­φι­κτὴ μό­νο ὅ­ταν ἀ­φη­γεῖ­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α, ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χουν ἀμ­φι­βο­λί­ες. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα σα­φεῖς, ἀν­τι­θέ­τως ἡ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ συμ­πλη­ρώ­νει τὴν πρό­θε­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἐν προ­κει­μέ­νῳ, ἡ ἱ­στο­ρί­α σὲ ἀρ­κε­τὲς πε­ρι­πτώ­σεις ἁ­πλῶς σκι­α­γρα­φεῖ­ται καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης κα­λεῖ­ται νὰ τὴ συμ­πλη­ρώ­σει. Γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τὸ οἱ Tomassini καὶ Colombo, τὸ 2013, βά­φτι­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «μη­χα­νὴ σκέ­ψης».

       Ἐ­ξε­τά­ζον­τας τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ εἴ­δους, μπο­ροῦ­με νὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σου­με ὅ­τι οἱ ὅ­ροι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α / μι­κρο­α­φή­γη­ση / μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι πρό­σφα­τοι. Στὰ ἡ­με­ρο­λό­για τοῦ Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, ὅ­ταν γί­νε­ται λό­γος γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Σύν­το­μες καὶ πα­ρά­ξε­νες ἱ­στο­ρί­ες, λέ­ει ὅ­τι ὁ Μπόρ­χες καὶ ἐ­κεῖ­νος ἔ­γρα­ψαν δι­η­γή­μα­τα ἢ δι­η­γη­μα­τί­δια. Ὁ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο, ὅ­ταν μι­λά­ει γιὰ τὸν «Δει­νό­σαυ­ρο» τοῦ Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο, τὸν ἀ­πο­κα­λεῖ δι­ή­γη­μα. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Javier Perucho (2006) ὁ ὅ­ρος μι­κρο­α­φή­γη­ση χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τὸν Χο­σὲ Ἐ­μί­λιο Πα­τσέ­κο στὴ στή­λη του μὲ τί­τλο «Inventario» τὸ 1977. Ἡ Dolores Koch, πι­θα­νό­τα­τα ἡ πρώ­τη θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ εἴ­δους, χρη­σι­μο­ποί­η­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ὅ­ρο μι­κρο-ἀ­φή­γη­ση τὸ 1981. Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν ἐ­πί­σης ὁ ὅ­ρος μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα. Ὁ ὅ­ρος μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἔ­γι­νε πιὸ κοι­νὸς ἀ­πὸ τὸ Πρῶ­το Δι­ε­θνὲς Colloquium στὸ Με­ξι­κὸ τὸ 1998 καὶ ἔ­πει­τα. Ἐ­γὼ χρη­σι­μο­ποί­η­σα τὸν ὅρο μι­κρο­δι­ή­γη­μα τὸ 1992, δι­ό­τι μοῦ φαι­νό­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να δι­ή­γη­μα πο­λὺ σύν­το­μο, μὲ ὅ­λα τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς κα­νο­νι­κῆς φόρ­μας τοῦ εἴ­δους, μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὴν ἔ­κτα­ση. Ὡ­στό­σο σή­με­ρα δὲν ἔ­χω τὴν ἴ­δια βε­βαι­ό­τη­τα, γι’ αὐ­τὸ καὶ προ­τι­μῶ τὸν ὅρο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἂν καὶ ὑ­πάρ­χουν ἔ­ρευ­νες ποὺ τεκ­μη­ρι­ώ­νουν τὶς δι­α­φο­ρὲς ἀ­νά­με­σα στὸ ἕ­να καὶ στὸ ἄλ­λο, λό­γῳ τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τους, μὲ τὸ «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν ὅρο-ὀμ­πρέ­λα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει τὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἀ­φη­γή­σεις καὶ δι­η­γή­μα­τα, πι­στεύ­ω ὅ­τι αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους οἱ δι­α­κρί­σεις πε­ρι­πλέ­κουν τὰ πράγ­μα­τα.

       Σὲ θέ­μα­τα ὁ­ρο­λο­γί­ας, ἴ­σως ἀρ­κεῖ μό­νο ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Οὐ­ί­λιαμ Σαίξ­πηρ: «What’s in a name? Τhat which we call a rose / By any other name would smell as sweet» (Ρω­μαῖ­ος καὶ ­ου­λι­έ­τα, ΙΙ, 2)[ii].


­κτα­ση, ­ρι­σμὸς καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά


Ὅ­πως ἤ­δη προ­εί­πα­με, ἡ μό­νη βε­βαι­ό­τη­τα γιὰ τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα. Καὶ ἡ συν­το­μί­α αὐ­τὴ εἶ­ναι κα­τη­γο­ρια­κή. Τὰ πάν­τα στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α κα­τα­λή­γουν νὰ ὁ­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ τὴν ἔ­κτα­σή τους. Ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ γεν­νᾶ πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ἀ­ρε­τὲς καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ προ­βλή­μα­τα. Λό­γῳ του ὅ­τι εἶ­ναι τό­σο σύν­το­μη, οἱ ἀ­δα­εῖς θε­ω­ροῦν ὅ­τι εἶ­ναι εὔ­κο­λη καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἀρ­χί­ζουν νὰ γρά­φουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­ναι­σχυν­τί­α καὶ ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τα ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, ἐ­νῶ ἄλ­λοι κα­τα­λή­γουν στὸ συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει ἀ­πο­τύ­χει εἶ­ναι τὸ εἶ­δος καὶ ὄ­χι τὰ κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν γρα­φτεῖ μέ­σα σὲ λί­γα λε­πτά.

       Πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα, ὅ­μως, ἡ συν­το­μί­α ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴ με­γά­λη ἔ­κτα­ση τοῦ σώ­μα­τος κει­μέ­νων. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ εἴ­δους μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει ἑ­κα­τὸ κεί­με­να, κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα ὡς πρὸς τὴ μορ­φή του. Μὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­πί­στευ­τα εὐ­ρὺ δεῖγ­μα ὑ­πάρ­χουν πά­ρα πολ­λὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα καὶ οἱ ἐ­ξαι­ρέ­σεις δὲν μπο­ροῦν νὰ δι­και­ο­λο­γη­θοῦν μὲ τὸ εὔ­κο­λο ἐ­πι­χεί­ρη­μα ὅ­τι ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸν κα­νό­να. Εἶ­ναι τό­σες πολ­λὲς οἱ ἐ­ξαι­ρέ­σεις ποὺ ὁ κα­νό­νας στὸ τέ­λος δὲν ὑ­φί­στα­ται. Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμός, ἂν δὲν εἶ­ναι πο­λὺ εὐ­ρύς, κα­τα­λή­γει νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα σχε­τι­κός, κα­θό­τι αὐ­τὸ ποὺ θε­ω­ροῦν­ταν προ­ϊ­στο­ρί­α τε­λι­κὰ ἐ­πε­κτεί­νε­ται μέ­χρι τὴν ἀρ­χὴ τῶν πάν­των καὶ εἶ­ναι τό­σο εὐ­έ­λι­κτο ποὺ μπο­ροῦ­με στὸ τέ­λος νὰ συ­ναν­τᾶ­με μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες σὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε κεί­με­νο.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, ἡ συν­το­μί­α θὰ δη­μι­ουρ­γή­σει τὰ ἴ­δια της τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση τὸ εἶ­δος: αὐ­τὴ εἶ­ναι ποὺ προ­κα­λεῖ τὴν προ­σε­κτι­κὰ ἐ­πι­λεγ­μέ­νη γλώσ­σα, τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ βρε­θεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη, κα­θό­σον εἶ­ναι λί­γες αὐ­τὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται. Λό­γῳ τῆς συν­το­μί­ας της, θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρι­σμέ­νη ὡς εἶ­δος καὶ δι­α­κει­με­νι­κή, ὥ­στε ὁ ἀ­να­γνώ­στης νὰ ἔ­χει ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς ἀλ­λὰ καὶ προ­η­γού­με­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες καὶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας νὰ μὴν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­πτύσ­σει πλευ­ρὲς ποὺ θε­ω­ρεῖ γνω­στές·  αὐ­τὸ ἐ­πί­σης συ­νε­πά­γε­ται ὅ­τι ἡ εἰ­ρω­νεί­α, ἡ ἐ­πα­νερ­μη­νεί­α καὶ ἡ πα­ρω­δί­α πάν­το­τε θὰ εἶ­ναι πα­ροῦ­σες·  μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο, θὰ πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἐ­πί­σης πο­λὺ σα­φὴς γλώσ­σα, ἐ­νῶ δὲν θὰ μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­φευ­χθοῦν οἱ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις καὶ οἱ ὑ­παι­νιγ­μοί. Ἐν ὀ­λί­γοις, τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας θὰ συν­δέ­ον­ται μὲ τὰ κει­με­νι­κὰ παι­χνί­δια τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­πι­βάλ­λει ἡ συν­το­μί­α της.

       Δὲν ὑ­πάρ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νος ἀ­ριθ­μὸς οὔ­τε χα­ρα­κτή­ρων οὔ­τε λέ­ξε­ων, ἀλ­λὰ τὸ κεί­με­νο θὰ πρέ­πει νὰ χω­ρά­ει σὲ μιὰ μα­τιά. Ὁ Lauro Zavala (2004) δι­α­κρί­νει τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες: σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα (1.000 ἕ­ως 2.000 λέ­ξεις), πο­λὺ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα (200 ἕ­ως 1.000 λέ­ξεις) καὶ ὑ­περ­σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα (1 ἕ­ως 200 λέ­ξεις). Ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς προ­τι­μοῦν νὰ μὴν ὁ­ρί­ζουν συγ­κε­κρι­μέ­νη μέ­γι­στη ἔ­κτα­ση·  γιὰ αὐ­τοὺς εἶ­ναι σύν­το­μα καὶ τέ­λος.

       Ἀ­πα­ριθ­μών­τας τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: γιὰ τὴν Dolores Koch (1981) πρό­κει­ται γιὰ ἀ­φη­γή­σεις χω­ρὶς εἰ­σα­γω­γή, πε­ρι­στα­τι­κὰ ἢ δρά­ση, χω­ρὶς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νους χα­ρα­κτῆ­ρες, καὶ χω­ρὶς ἀ­πο­κο­ρύ­φω­ση καί, γι’ αὐ­τό, χω­ρὶς τέ­λος. Ἐ­πι­πλέ­ον, ση­μει­ώ­νει, ἡ πρό­ζα εἶ­ναι ἁ­πλή, προ­σεγ­μέ­νη, σα­φὴς καὶ δι­σή­μαν­τη: χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ χι­οῦ­μορ, τὸ πα­ρά­δο­ξο, τὴν εἰ­ρω­νεί­α καὶ τὴ σά­τι­ρα·  ἀ­να­σύ­ρει ἀρ­χαῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φόρ­μες καὶ τὶς ἐν­τάσ­σει σὲ μὴ λο­γο­τε­χνι­κὲς φόρ­μες. Γιὰ τὴ Laura Pollastri (2007) τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της θὰ ἦ­ταν: χι­οῦ­μορ, πο­λυ­ση­μί­α, δι­α­κεί­με­νο, ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα, συμ­φω­νί­α με­τα­ξὺ ἀ­να­γνώ­στη καὶ συγ­γρα­φέ­α. Γιὰ τὴ Francisca Noguerol (1996) εἶ­ναι σκε­πτι­κι­στι­κὰ κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τα­φεύ­γουν στὸ πα­ρά­δο­ξο, εὐ­νο­οῦν τὰ κά­θε εἴ­δους πε­ρι­θώ­ρια καὶ πει­ρα­μα­τί­ζον­ται μὲ θέ­μα­τα, προ­σω­πι­κό­τη­τες καὶ μορ­φές, εἶ­ναι ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κά, ἀ­παι­τοῦν τὴ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, εἶ­ναι πο­λυ­σή­μαν­τα, δι­α­κει­με­νι­κά, χρη­σι­μο­ποι­οῦν τὸ χι­οῦ­μορ καὶ τὴν εἰ­ρω­νεί­α. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Lauro Zavala (2004) ἔ­χει πέν­τε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: συν­το­μί­α, ποι­κι­λί­α, πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, μορ­φο­κλα­σμα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ φευ­γα­λέ­ου. Ἡ Νana Rodriguez (2007) συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει στὰ θε­με­λι­ώ­δη στοι­χεῖ­α τὸ χι­οῦ­μορ, τὴν εἰ­ρω­νεί­α καὶ τὴ συμ­βο­λι­κὴ γλώσ­σα, τὸ ποι­η­τι­κό, τὸ ὀ­νει­ρι­κό, τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ τὴ σύν­δε­ση με­τα­ξὺ τί­τλου καὶ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου.

       Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ συ­νε­χί­σου­με τὴν ἀ­πα­ρίθ­μη­ση τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ποὺ προ­τεί­νει κά­θε με­λε­τη­τὴς καὶ ἐ­πί­σης αὐ­τῶν ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στοὺς δε­κά­λο­γους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας [δεῖτε καὶ ἐδῶ], ἀλ­λὰ πι­στεύ­ω ἐ­πί­σης ὅ­τι, δε­δο­μέ­νου τοῦ τε­ρά­στιου σω­μα­τος κει­μέ­νων, θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ βρί­σκου­με κά­θε φο­ρᾶ πε­ρισ­σό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να ἀ­να­λύ­ον­ται, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ἐν­δε­χο­μέ­νως, θὰ ἐν­το­πί­ζον­ται.

       Ἂν ἐ­πι­χει­ρού­σα­με νὰ κα­τα­λή­ξου­με σὲ ἕ­ναν μι­νι­μα­λι­στι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­σμό, ἴ­σως θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἐ­πα­να­βε­βαι­ώ­σου­με ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι σύν­το­μη καὶ σί­γου­ρα μυ­θο­πλα­στι­κή, ἀλ­λὰ ἐ­δῶ μπαί­νου­με σὲ ἕ­να ζή­τη­μα ποὺ ξε­φεύ­γει ἀ­πὸ τὰ ὅ­ρια τοῦ πα­ρόν­τος κει­μέ­νου.

       Δὲν εἶ­ναι ἄ­ρα­γε μυ­θο­πλα­στι­κὸ κά­θε γρα­πτὸ κεί­με­νο; Νο­μί­ζω ὅ­τι πιὰ στὸν 21ο αἰ­ώ­να ξέ­ρου­με ὅ­τι τὰ ὅ­ρια με­τα­ξὺ τῆς τεκ­μη­ρι­ω­τι­κῆς καὶ τῆς μὴ τεκ­μη­ρι­ω­τι­κῆς γρα­φῆς εἶ­ναι λε­πτὰ καὶ ἀ­δύ­να­τον νὰ κα­θο­ρι­στοῦν. Εἶ­ναι πράγ­μα­τι ση­μαν­τι­κὴ ἡ ἐ­πι­νό­η­ση τῆς πλο­κῆς ἢ προ­τι­μᾶ­ται τὸ κα­λο­γραμ­μέ­νο κεί­με­νο; Ὅ­ταν ὁ Ὀ­βι­έ­δο ἰ Μπά­νιος λέ­ει γιὰ τὸ Κα­ρά­κας τοῦ 1723 «τὸ ἴ­διο ἤ­πιο κλί­μα ὅ­λο τὸν χρό­νο, οὔ­τε τὸ κρύ­ο ἐ­νο­χλεῖ, οὔ­τε ἡ ζέ­στη ἐ­ξορ­γί­ζει, οὔ­τε τὸ χει­μω­νι­ά­τι­κο ψύ­χος θλί­βει», πε­ρισ­σό­τε­ρη αἴ­σθη­ση προ­κα­λεῖ ὁ ρυθ­μὸς τοῦ κα­λοῦ λό­γου πα­ρὰ ἡ ἀ­κρι­βὴς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ κλί­μα­τος τοῦ Κα­ρά­κας. Εἶ­ναι μυ­θο­πλα­στι­κὸ κεί­με­νο; Μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει τί εἶ­ναι;

       Ἐν κα­τα­κλεί­δι, αὐ­τὲς οἱ πο­λὺ σύν­το­μες φόρ­μες εἶ­ναι τό­σο ἢ τό­σο λί­γο μυ­θο­πλα­στι­κές, ὅ­σο ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο. Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι τί λέ­γε­ται καὶ πῶς λέ­γε­ται. Ὅ­πως λέ­ει ὁ Γκι­γέρ­μο Μπου­στα­μάν­τε Σα­μού­διο: «Πρό­κει­ται, ἑ­πο­μέ­νως, γιὰ σύν­το­μη κα­λὴ λο­γο­τε­χνία, ὅ­που το ἀ­ναγ­καῖ­ο κρι­τή­ριο εἶ­ναι τὸ νὰ εἶ­ναι κα­λή» (2010).

       Οἱ πο­λὺ σύν­το­μοι ὁ­ρι­σμοὶ καὶ χα­ρα­κτη­ρι­σμοὶ εἶ­ναι τό­σο λί­γο συγ­κε­κρι­μέ­νοι ὅ­σο καὶ οἱ πο­λὺ εὐ­ρεῖς. Ὑ­πάρ­χουν ἄ­ρα­γε συγ­κε­κρι­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας; Καὶ ναὶ καὶ ὄ­χι, ὅ­πως πάν­τα. Θὰ ἐ­ξαρ­τη­θεῖ ἀ­πὸ τὸ δεῖγ­μα, ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πὸ τὸν ἀ­να­γνώ­στη.


Τὸ ζή­τη­μα τοῦ εἴ­δους


Ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἀ­φη­γη­μα­τι­κή. Γι’ αὐ­τὸ πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ὀ­νο­μα­σί­ες της πε­ρι­έ­χουν τὴ λέ­ξη ἀ­φή­γη­ση ἢ δι­ή­γη­μα. Τὸ πρό­βλη­μα εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­φή­γη­ση μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι πα­ροῦ­σα σὲ πολ­λὰ εἴ­δη, ὅ­πως στὴν ποί­η­ση καὶ στὸ δο­κί­μιο. Τὸ ἄλ­λο πρό­βλη­μα εἶ­ναι ὅ­τι τὸ δι­ή­γη­μα πιὰ δὲν ἀ­φη­γεῖ­ται μό­νο.

       Γιὰ τοὺς συγ­γρα­φεῖς Τσὰρ­λς Τζόν­σον καὶ Στι­ού­αρτ Ντά­ιμ­πεκ (στὸ Shapard καὶ Thomas, 1989) ἡ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι πρω­τε­ϊ­κή, δι­ό­τι ἀλ­λά­ζει δια­ρκῶς φόρ­μα, ὅ­πως ὁ μυ­θι­κὸς Πρω­τέ­ας. Τὴ χα­ρα­κτή­ρι­σα μὴ-εἶ­δος, ἐ­πει­δὴ στρι­φο­γυ­ρί­ζει γύ­ρω ἀ­πὸ ποι­κί­λες φόρ­μες καὶ ἐ­πι­λέ­γει σὲ ποι­ὸ εἶ­δος θὰ προ­σαρ­τη­θεῖ [2009]. Εἶ­ναι πολ­λοὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ συ­νέ­δε­σαν τὴ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἄλ­λες φόρ­μες: ὁ Miguel Gomes (2004), ὁ Guillermo Samperio (2004) καὶ ἡ Francisca Noguerol (2004) τὴ συν­δέ­ουν μὲ τὴν ποί­η­ση. Ὁ Jose Manuel Trabado Cabado (2010) τὴν ἀ­πο­κα­λεῖ ὅ­μο­ρο εἶ­δος, λό­γῳ τῶν ἐμ­φα­νῶν της σχέ­σε­ων μὲ τὸ ποι­η­τι­κό. Ὁ Lauro Zavala (2004), κα­τα­λο­γο­γρα­φών­τας ὑ­περ­βρα­χεῖ­ες φόρ­μες πε­ρι­λαμ­βά­νει πε­ζο­γρα­φι­κά, ποι­η­τι­κὰ καὶ ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κὰ κεί­με­να καί, στὸ «El cuento ultracorto» (1996), κά­νει λό­γο γιὰ τὴν τά­ση πρὸς τὴν εἰ­δο­λο­γι­κὴ ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα, εἰ­δι­κὰ στὸ ποί­η­μα σὲ πρό­ζα, στὸ δο­κί­μιο, στὸ χρο­νι­κὸ καὶ στὰ εἴ­δη μὴ πε­ζο­γρα­φι­κῆς φύ­σε­ως. Ο Raul Brasca (2004) πε­ρι­λαμ­βά­νει στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες του ὄ­χι μό­νο ὑ­περ­βρα­χέα κεί­με­να ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πο­σπά­σμα­τα λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ μὴ ἔρ­γων. Γιὰ τὸν Taha (2010) ἀ­πο­τε­λεῖ «δι­α­εῖ­δος» ὄ­χι λόγῳ τῆς σύν­δε­σής της μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ ἔ­χει κά­ποι­α κοι­νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ μὲ αὐ­τά. Ὁ Guillermo Siles (2007) τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὑ­βρι­δι­κὸ εἶ­δος, ἐ­πει­δὴ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ ποί­η­μα σὲ πρό­ζα, τὸ σύν­το­μο δο­κί­μιο καὶ τὸ χρο­νι­κό, ἀλ­λὰ συγ­κε­κρι­με­νο­ποι­εῖ ὅ­τι ἡ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α με­τα­το­πί­ζε­ται καὶ δια­δρᾶ μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, σὲ μιὰ δι­α­δι­κα­σί­α ἐ­πα­να­νά­γνω­σης καὶ οἰ­κει­ο­ποί­η­σης ἀρ­χαί­ων καὶ σύγ­χρο­νων εἰ­δο­λο­γι­κῶν φορ­μῶν. Ὁ Siles ἀ­να­γνω­ρί­ζει ὅ­τι ὅ­λα τὰ εἴ­δη εἶ­ναι ὑ­βρι­δι­κά, ἀλ­λὰ ὅ­τι στὴ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α ἡ ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα εἶ­ναι σα­φής. Ὁ Juan Armando Epple (1990) συν­δέ­ει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ ἕ­να ἢ τὸ ἄλ­λο εἶ­δος ὡς «ἁ­πλὸ συγ­κυ­ρια­κὸ μέ­σο», μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς φόρ­μες ἁ­πλὲς ἢ πιὸ θε­ω­ρη­τι­κές. Γιὰ τὴν Graciela Tomassini καὶ τὴ Stella Maris Colombo (1996), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ κει­με­νι­κὴ δι­α­ει­δο­λο­γι­κὴ τά­ξη, μιᾶς καὶ ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴ με­λέ­τη τοῦ σώ­μα­τος κει­μέ­νων δι­α­φαί­νε­ται ὅ­τι «ἀ­νή­κουν σὲ μιὰ ἴ­δια κει­με­νι­κὴ τά­ξη μο­λο­νό­τι ἐμ­φα­νί­ζουν δο­μι­κὴ δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα. Σὲ ἄλ­λο ἄρ­θρο (2013) ἀ­να­φέ­ρουν:


Ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας αὐ­τὴν τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, τὴν ὁ­ποί­α προσ­δώ­σα­με κα­θο­λι­κὰ στὴν κει­με­νι­κὴ τά­ξη τῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας μυ­θο­πλα­σί­ας, τῆς ἀ­πο­δί­δου­με τὸ γνώ­ρι­σμα τῆς δι­α­ει­δο­λο­γί­ας. Μὲ αὐ­τὸν τὸν ὅρο δὲν ἐ­πι­χει­ροῦ­με νὰ κα­λύ­ψου­με κά­τω ἀ­πὸ μιὰ βο­λι­κὴ ὀμ­πρέ­λα τὴν πλού­σια ποι­κι­λί­α τῶν εἰ­δι­κῶν φορ­μῶν, ὅ­πως ἐ­κτί­θε­ται στὸ σῶ­μα κει­μέ­νων, ἀλ­λὰ νὰ ἑ­στι­ά­σου­με στὴν ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα ὡς πα­ρα­βα­τι­κὸ ἐγ­χεί­ρη­μα καὶ φο­ρέ­α πο­λι­τι­σμοῦ ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ει δια­ρκῶς αὐ­ξα­νό­με­νη ση­μα­σί­α σὲ πολ­λα­πλὰ πε­δί­α τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.


Ἡ Dolores Koch (1981) ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὡς πα­ρα­βά­τρια τῶν εἰ­δῶν, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι δὲν ἐ­ναρ­μο­νί­ζε­ται μὲ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἤ­δη γνω­στὰ εἴ­δη, ἀλ­λὰ κά­θε κεί­με­νο ἀ­πὸ μό­νο του μπο­ρεῖ νὰ φέ­ρει ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο μι­κρο­δι­ή­γη­μα.

       Πι­στεύ­ω πὼς εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι ἡ κρι­τι­κὴ θε­ω­ρεῖ πὼς ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «πα­τά­ει» σὲ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη καὶ θέ­τει τὶς βά­σεις της σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ ὁ­ποῖ­ο θέ­λει νὰ υἱ­ο­θε­τή­σει σὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη χρο­νι­κὴ στιγ­μή. Καὶ ἂν ὁ Lagmanovich εἶ­χε δί­κιο ὅ­ταν ἔ­λε­γε ὅ­τι: «Ὑ­βρι­δι­κὰ εἶ­ναι ὅ­λα τα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη» (2007), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἰ­δι­κὰ εἶ­ναι ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρι­σμέ­νη ὡς εἶ­δος. Εἶ­ναι ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο ποὺ υἱ­ο­θε­τεῖ τὶς πιὸ ποι­κί­λες φόρ­μες: δι­ή­γη­μα, ἀ­φή­γη­ση, ὁ­ρι­σμὸ σὲ λε­ξι­κό, συν­τα­γὴ μα­γει­ρι­κῆς, δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὸ ἄρ­θρο, δο­κί­μιο, ἁ­γι­ο­γρα­φί­α, ἱ­στο­ρι­κὴ ἀ­να­φο­ρά, ποί­η­μα σὲ πρό­ζα, δι­α­φη­μι­στι­κὸ σλόγ­καν, ἀ­νέκ­δο­το, δι­ά­λο­γο, κα­θὼς καὶ τὶς ὑ­περ­βρα­χεῖ­ες ἀρ­χαῖ­ες φόρ­μες ποὺ προ­α­νέ­φε­ρα καὶ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε γρα­πτὴ φόρ­μα μπο­ρεῖ νὰ σκε­φτεῖ κα­νείς. Γε­νι­κὰ μι­λών­τας, αὐ­τὲς οἱ γε­νε­τι­κὲς οἰ­κει­ο­ποι­ή­σεις συμ­βαί­νουν ἔ­χον­τας ὡς ἐκ­κί­νη­ση τὴν εἰ­ρω­νεί­α, τὴν πα­ρω­δί­α, τὴ λο­ξὴ μα­τιὰ καὶ τὸ χι­οῦ­μορ.


Συμ­πε­ρά­σμα­τα;

Κά­πο­τε ἀ­νέ­φε­ρα ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­νό­η­ση πει­ρα­μα­τι­κή, ψυ­χα­γω­γι­κή, δι­α­κει­με­νι­κή, ἐ­κτὸς κα­νό­να, ἐλ­λει­πτι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­παι­τεῖ συμ­με­το­χὴ (2009). Ἰ­σχύ­ει, ἀλ­λὰ ἔ­τσι συμ­βαί­νει μὲ κά­θε κα­λὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­που πάν­τα ὑ­πάρ­χει πει­ρα­μα­τι­σμός, παι­χνί­δι, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα, ἔλ­λει­ψη. Σὲ κά­θε κα­λὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ἐ­νερ­γὸς ἀ­να­γνώ­στης καί, ἐ­ὰν εἶ­ναι ἐ­φι­κτό, ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νος. Στὶς κα­λὲς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­φρά­σεις δὲν ὑ­πάρ­χει κα­θα­ρό­τη­τα καὶ τὰ εἴ­δη μπο­ροῦν νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν, νὰ συγ­χω­νευ­θοῦν, νὰ ἀ­να­μει­χθοῦν.

       Ἔ­τσι λοι­πόν, μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀ­να­λύ­σου­με πο­λύ, νὰ στύ­ψου­με τὸ κε­φά­λι μας, νὰ ἀ­πο­δο­μή­σου­με ἐ­σω­τε­ρι­κοὺς μη­χα­νι­σμούς, νὰ ρί­ξου­με μιὰ μα­τιὰ σὲ πα­ρα­κλά­δια, νὰ θε­σπί­σου­με δι­α­φο­ρὲς (μα­κρο­πρό­θε­σμα ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση θὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­κό­μα εἶ­δος, ἐν­δε­χο­μέ­νως μυ­θο­πλα­στι­κό), ἀλ­λὰ ὅ­λα τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ποὺ μᾶς φαί­νον­ται τό­σο συγ­κε­κρι­μέ­να ἴ­σως νὰ μὴν εἶ­ναι: ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι σὰν κά­θε ἄλ­λη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα, ἀλ­λὰ πιὸ σύν­το­μη.


[i] Ὁ ὅ­ρος λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ τὴν πα­ρα­δο­σια­κή του ση­μα­σί­α ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ Λε­ξι­κὸ τῆς Βα­σι­λι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας τῆς Ἱ­σπα­νί­ας: «Κα­θε­μί­α ἀ­πὸ τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες ἢ τά­ξεις στὶς ὁ­ποῖ­ες δύ­ναν­ται νὰ κα­τα­τα­χθοῦν τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα.»
[ii] «Τί ἔ­χει ἕ­να ὄ­νο­μα; / Αὐ­τὸ ποὺ λέ­με ρό­δον, ὅ­πως κι ἂν τὸ πεῖς / τὸ ἴ­διο θὰ μο­σκο­βο­λά­ει», Οὐ­ί­λιαμ Σαίξ­πηρ, Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα, Τρα­γω­δί­α σὲ πέν­τε πρά­ξεις, Εἰ­σα­γω­γὴ καὶ με­τά­φρα­ση, Βα­σί­λη Ρώ­τα, Ἀ­θή­να: Ἴ­κα­ρος, 1970.
Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὲς ­να­φο­ρές
Andrés-Suárez, Irene. «Poligé­nesis del micror­relato y estatuto gené­rico» στὸ La huella de la clepsidra: el micror­relato en el siglo XXI (ἐ­πιμ. Laura Pol­la­stri). Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες, Katatay, 2010.
Brasca, Raúl. «Criterio de selección y concepto de minificción: un der­ro­­tero de seis años y cuatro antologías» στὸ Escritos discon­formes: nuevos modelos de lectura (ἐ­πιμ. Francisca Noguerol). Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Uni­versidad, 2004, σελ. 107-119.
Bustamante Zamudio, Guillermo. «Ekuóreo: nuestra entrada al mini­cu­ento» στὸ La huella de la clepsidra: el microrrelato en el siglo XXI (ἐ­πιμ. Laura Pol­lastri). Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες, Katatay, 2010, σελ. 527-542.
Colombo, Stella Maris. «Giovanni Papini: un antecedente despre­stigiado» στὸ La minificción en español e inglés (ἀν­θο­λό­γη­ση Graciela Tomas­sini καὶ Stella Maris Colombo). Ρο­σά­ριο, UNR Editora/UCEL, 2011, σελ. 63-80.
Dávila, Paul. «Explorando el koan, la prosa antigua del zen y su aporte a la mini­ficción actual», στὸ La minificción en el siglo XXI. Aproximaxiones teóricas (ἐ­πιμ. Henry González Martínez). Μπογ­κο­τά, Universidad Nacional de Colombia, 2014, σελ. 270-285.
Epple, Juan Armando. Brevísima relación: antología del micro-cuento hispa­noa­mericano. Σαν­τιά­γο, Mosquito, 1990.
__. «Orígenes de la minificción» στὸ La era de la brevedad: el microrrelato hispánico. Actas del IV Congreso Inter­nacional de Minificción, Univer­sidad de Neu­châ­tel, 6-8 de noviembre de 2006 (ἐ­πιμ. Irene Andrés-Suárez καὶ Antonio Rivas). Πα­λέν­θια, Menoscuarto, 2006, σελ. 123-136.
Escritos disconformes: nuevos modelos de lectura. Ἐκδ. Francisca Noguerol. Σα­λα­μάν­κα, Edi­ci­ones de la Univer­sidad de Salamanca, 2004.
Ficción súbita (ἐ­πιμ. Robert Shapard καὶ James Thomas). Βαρ­κε­λώ­νη, Ana­­grama, 1989.
__. «Género». Diccionario de la Real Aca­de­mia de la Lengua Española. 23η ἔκ­δο­ση. 2014.
Gomes, Miguel. «Los dominios de lo menor: modula­ciones epigra­má­ticas de la narrativa hispánica moderna» στὸ Escritos disconformes: nuevos mo­delos de lectura (ἐ­πιμ. Francisca Noguerol). Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Uni­ver­si­dad de Salamanca, 2004, σελ. 35-45.
Koch, Dolores. «El micro-relato en México: Torri, Arreola, Monterroso y Avilés Fabila». Hispa­mérica, τεῦ­χος 30, 1981, σελ. 123-130.
__. «El microrrelato hispanoamericano ¿Nuevo género?». Hostos Review, τεῦ­χος 6, 2009, σελ. 103-112.
Lagmanovich, David. El microrrelato hispa­noameri­cano. Μπο­γο­τά, Uni­ver­sidad Peda­gógica Nacional, 2007.
__. El microrrelato: teoría e historia. Πα­λέν­θια, Menoscuarto, 2006.
Noguerol, Francisca. «Líneas de fuga: el triunfo de los dietarios en la última nar­rativa en español». Ínsula: Revista de Letras y Ciencias Humanas, τεῦ­χος 754, 2009, σελ. 22-26.
__. «Fronteras umbrías» στὸ Escritos discon­formes: nuevos modelos de le­ctu­ra (ἐ­πιμ. Francisca Noguerol). Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Universidad, 2004.
__. «Micro-relato y posmo­derni­dad: textos nuevos para un final de milenio». Revista Iberoamericana de Bibliografía, XLVI.1-4, 1996, σελ. 49-66.
Otxoa, Julia. «Breve entrevista a Julia Otxoa». Internacional Micro­cuen­tista, 16 Σε­πτεμ­βρί­ου 2010.
Oviedo y Baños, José. Historia de la Provin­cia de Vene­zuela. Κα­ρά­κας, Los libros de El Nacional, 2004.
Perucho, Javier. El cuento jíbaro: antología del micror­relato mexicano. Με­ξι­κό, Ficticia/ Editorial Univer­sidad Veracruzana, 2006.
Pollastri, Laura. El límite de la palabra. Πα­λέν­θια: Menoscuarto, 2007.
Raguseo, Carla. «Twitter Fiction: Social Net­working and Micro­fiction in 140 Characters» στὸ La mini­ficción en español e inglés (ἀν­θο­­λό­γη­ση Graciela Tomas­sini καὶ Stella Maris Colombo). Ρο­σά­ριο, UNR Editora/UCEL, 2011, σελ. 213-220.
Rodríguez Romero, Nana. Elementos para una teoría del mini­cuento. Τούν­χα, Uni­versidad Pedagógica y Tecnológica de Colombia, 2007.
Rojo, Violeta. Breve manual (ampliado) para reconocer minicuentos. Κα­ρά­κας, Equinoc­cio, 2009.
__. «La tradición de lo novísimo: libros de sentido común, libros de almo­hada, cajones de sastre y blogs de minificción» στὸ Minificción: tradición de lo noví­simo (ἐ­πιμ. Brasca, et al.). Κιν­τί­ο, Cuadernos Negros, 2010, σελ. 48-53.
Samperio, Guillermo. «La ficción breve» στὸ Escritos disconformes: nuevos modelos de lectura. Ἐκδ. Francisca Noguerol. Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Universidad de Salamanca, 2004, σελ. 65-70.
Siles, Guillermo. El micror­relato hispa­noa­mericano: la formación de un género en el siglo XX. Μπου­έ­νος Ά­ι­ρες, Corregidor, 2007.
Taha, Ibrahim. «La semiótica de las ficciones minimalistas» στὸ Poéticas del micror­relato (Ἀν­θο­λό­γη­ση David Roas). Μα­δρί­τη, Arco, 2010, σελ. 255-272.
Tomassini, Graciela. «Ambrose Bierce, el Diablo y el microrrelato hispa­noame­ricano» στὸ La pluma y el bisturí, πρα­κτι­κὰ τῆς 1ης Ἐ­θνι­κῆς Συ­νάν­τη­σης Να­νο­μυ­θο­πλα­σί­ας (ἐ­πιμ. Sandra Bianchi, Raúl Brasca και Luisa Valen­zuela). Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες, Catálogos, 2008, σελ. 353-364.
__. «Escrituras privadas: un hilo secreto en la trama de la minificción» στὸ La mini­ficción en español e inglés (ἀν­θο­λό­γη­ση Graciela Tomas­sini καὶ Stella Maris Colombo). Ρο­σά­ριο, UNR Editora/UCEL, 2011, σελ. 241-255.
__ καὶ Stella Maris Colombo. «La mini­ficción como clase textual trans­gené­rica». Revista Iberoamericana de Bibliografía, XLVI.1-4, 1996, σελ. 79-93.
__ καὶ Stella Maris Colombo. «La microficción como máquina de pensar». El cuento en red, 28, 2013, σελ. 30-42.
Trabado Cabado, José Manuel. «El microrrelato como género fronte­rizo» στὸ Poéticas del microrrelato (ἀν­θο­λό­γη­ση David Roas). Μα­δρί­τη, Arco, 2010, σελ. 113-131.
Zambrano Yánez, Francys. «Interrelaciones entre las plataformas sociales y las formas literarias: Twitter y la minificción». Δι­α­τρι­βή, Κα­θο­λι­κὸ Πα­­νε­πι­στή­μιο Andrés Bello, Κα­ρά­κας, 2013.
Zavala, Lauro. «El cuento ultracorto: hacia un nuevo canon literario». Revi­sta Iberoa­mericana de Bibliografía XLVI. 1-4, 1996, σελ. 67-78.
__. La minificción bajo el microscopio. Μπογ­κο­τά, Universidad Peda­gó­gica Nacional, 2004.


Πη­γή: Rojo, Violeta, «La minificcion ya no es lo que era: una aproxi­macion a la literatura brevisima», Cuadernos de Literatura, τόμ. 20, τεῦ­χος 39, 2016, σελ. 374-386.

Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo) (Κα­ρά­κας τῆς Βε­νε­ζου­έ­λας, 1959). Κα­θη­γή­τρια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Simón Bolívar τῆς Βε­νε­ζου­έ­λας. Συ­νερ­γά­ζε­ται, ὡς προ­σκε­κλη­μέ­νη κα­θη­γή­τρια μὲ τὰ πα­νε­πι­στή­μια: Uni­versi­dad del Coma­hue (Ἀρ­γεν­τι­νή), Universidad de los Andes (Ἀρ­γεν­τι­νή) καὶ Uni­versi­dad Central de Vene­zuela (Βε­νε­ζου­έ­λα). Ἔ­χει συγ­γρά­ψει τὰ βι­βλί­α: Las he­ri­das de la li­te­ra­tura vene­zo­lana y otros ensa­yos (2018), La le­ctura de mini­ficción (2016) και Li­be­rán­do­se de la tira­nía de los géne­ros y otros ensa­yos sobre mini­ficción (2015). Θε­ω­ρεί­ται α­πό τις με­γα­λύ­τε­ρες ει­δι­κούς παγ­κο­σμί­ως σε θέ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

Συ­νερ­γα­τι­κὴ με­τά­φρα­ση:

Χρι­στί­να Μπα­τσί­λα, Χρύ­σα Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Ναυ­σι­κᾶ Πέτ­κου [Δι­α­τμη­μα­τι­κὸ ΠΜΣ «Με­τά­φρα­ση-Δι­ερ­μη­νεί­α», ΑΠΘ]

Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖνος Πα­λαι­ο­λό­γος, Κα­θη­γη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νης Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας, ΑΠΘ καὶ δι­δά­σκων στὸ Δι­α­τμη­μα­τι­κὸ ΠΜΣ «Με­τά­φρα­ση-Δι­ερ­μη­νεία», ΑΠΘ.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#11]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo[1]


ΜΙΚΡΟΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Emi­ly Ra­bo­teau, ποὺ δια­κρί­θη­κε στὴν πρώ­τη θέ­ση στὸν IV διε­θνῆ δια­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Mu­se­um of Words – Ce­sar Edi­go Ser­rano Foun­dation τὸ 2015, εἶ­χε τί­τλο Στρεί­δια[2] καὶ ἦ­ταν ἡ ἑ­ξῆς:

       Στα­μα­τῶ συ­χνὰ κα­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή μου στὸ σπί­τι, με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς συ­ναν­τή­σεις στὸ κέν­τρο, στὸ Ὄ­ϊ­στερ μπὰρ στὸ Γκρὰντ Σέν­τραλ Στέ­ι­σιον γιὰ ἕ­να πιά­το μὲ ἕ­ξι Blue Points[3] στὸν πά­γο. Ἐ­χθὲς μιὰ νε­α­ρὴ μη­τέ­ρα κά­θι­σε δί­πλα μου στὸν πάγ­κο, τρώ­γον­τας σὲ ἕ­να μπὸλ βε­λου­τὲ σού­πα μὲ ὀ­στρα­κο­ει­δῆ μὲ τὸ μω­ρό της στὴν ἀγ­κα­λιά της. Χα­μο­γέ­λα­σα στὸ μω­ρό, τὸ ὁ­ποῖ­ο πέ­τα­ξε ἕ­να κου­τά­λι στὸ πά­τω­μα. Ἡ νε­α­ρὴ ἦ­ταν ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη. «Πε­ρι­μέ­νω μὲ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ μπο­ρῶ νὰ τρώ­ω μό­νη μου μὲ ἕ­να βι­βλί­ο», εἶ­πε. Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ κοί­τα­ζα πρὸς τὰ πί­σω. Τὸ μω­ρὸ ποὺ ἔ­χα­σα, μι­κρὸ σὰν στρεί­δι, θὰ ἦ­ταν δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν κο­ρί­τσι ἂν εἶ­χε ζή­σει.


Tὸ 2004, δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὸ Quar­ter­ly West ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α —ση­μεῖο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ εἴ­δους— μὲ τί­τλο «Ρεύ­μα­τα» («Currents») τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Han­nah Bot­to­my Vos­kuil. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ξε­κι­νά­ει ἕ­να βρά­δυ μὲ τὸν Gary νὰ πί­νει οὐ­ί­σκι στὸ σκο­τει­νὸ μπαλ­κό­νι τοῦ σπι­τιοῦ του μὲ θέ­α τὸν ὠ­κε­α­νό. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε κλεί­σει ἀ­φη­ρη­μέ­νη τὰ φῶ­τα, κα­θὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἠ­ρε­μή­σει τὶς δί­δυ­μες δω­δε­κά­χρο­νες ἐγ­γο­νές της. Θέ­λω καὶ οἱ δυ­ό σας νὰ πᾶ­τε γιὰ κο­λύμ­πι αὔ­ριο πρω­ῒ-πρω­ΐ. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἔ­χω δύ­ο φώ­κι­ες σὰν κι ἐ­σᾶς νὰ φο­βοῦν­ται τὸ νε­ρό, τοὺς ἔ­λε­γε ἐν­θαρ­ρυν­τι­κά. Νω­ρί­τε­ρα ἡ μί­α ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐγ­γο­νές της κρα­τοῦ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ή της τὸ χέ­ρι ἑ­νὸς συ­νο­μί­λη­κού της Φι­λιπ­πι­νέ­ζου, κα­θὼς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τοὺς ἀν­θρώ­πους τῶν πρώ­των βο­η­θει­ῶν νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸν νε­κρὸ ἀ­δελ­φό του μὲ τὸ φο­ρεῖ­ο ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἡ ἀ­δερ­φὴ τοῦ κο­ρι­τσιοῦ ἄ­δεια­ζε τὸ στο­μά­χι της πά­νω ἀ­πὸ μιὰ λε­κά­νη του­α­λέ­τας. Ἕ­ως τό­τε πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸ χέ­ρι τοῦ νε­κροῦ ἀ­γο­ριοῦ νὰ πα­ρα­δέρ­νει ἄ­ψυ­χο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ φο­ρεῖ­ο ὥ­σπου νὰ τὸ με­τα­φέ­ρουν τρέ­χον­τας ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Νω­ρί­τε­ρα ὁ Gary εἶ­χε δι­α­κρί­νει ἕ­να κε­φά­λι ἀ­νά­με­σα στὰ κύ­μα­τα, ἀλ­λά, λό­γῳ τῆς ξαφ­νι­κῆς θα­λασ­σο­τα­ρα­χῆς καὶ ἀ­να­στά­τω­σης, κα­θὼς ὅ­λοι κο­λυμ­ποῦ­σαν πα­νι­κό­βλη­τοι πρὸς τὰ ἔ­ξω, τὸ εἶ­χε πε­ρά­σει γιὰ μιὰ συ­στά­δα φύ­κια. Ὁ ναυ­α­γο­σώ­στης εἶ­χε μό­λις ση­μά­νει συ­να­γερ­μὸ γιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να πα­λιρ­ροια­κὰ ρεύ­μα­τα ποὺ πλη­σί­α­ζαν στὴν πα­ρα­λί­α. Μό­λις πρίν, ὅ­μως, τοὺς εἶ­χε κα­λέ­σει ὅ­λους ἀ­πὸ τὸ με­γά­φω­νο νὰ σχη­μα­τί­σουν μιὰ ἀν­θρώ­πι­νη ἁ­λυ­σί­δα ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτὴ ἕ­ως τὰ ἀ­βα­θῆ, ἀ­νά­με­σά τους ὁ Gary καὶ οἱ δί­δυ­μες κό­ρες του, προ­κει­μέ­νου νὰ σώ­σουν ἕ­να ἀ­γό­ρι ποὺ πνι­γό­ταν, σύμ­φω­να μὲ τὸν ἀ­δερ­φό του. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος εἶ­χε τρέ­ξει νὰ εἰ­δο­ποι­ή­σει τὸν ναυ­α­γο­σώ­στη δεί­χνον­τάς του ξέ­πνο­ός τα κύ­μα­τα, λέ­γον­τας μό­νο ὁ ἀ­δερ­φός μου. Πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τὸ ἦ­ταν μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη, κα­λο­και­ρι­νὴ μέ­ρα.


Τὸ 2010 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ ἱ­στο­ρί­ες ἕ­ως 25 λέ­ξεις Hint Fi­ction: an an­tho­lo­gy of Sto­ri­es in 25 Words or Fe­wer (ἐπ. Robert Swart­wood), στὴν ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χε καὶ ἡ Joy­ce Ca­rol Oa­tes. Ἡ ἱ­στο­ρί­α της εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ἑ­ξῆς: Ὁ πρῶ­τος χρό­νος τῆς χή­ρας, Μὲ κρά­τη­σα ζων­τα­νή (Widows First Year, I kept myself alive). Σὲ αὐ­τὴ συμ­πυ­κνώ­νει μὲ ἀ­κρί­βεια τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ βι­ώ­νου­με με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πώ­λεια ἀ­γα­πη­μέ­νων προ­σώ­πων. Ὁ Geor­ges Bra­que[4] εἶ­χε πεῖ ὅ­τι Ἡ ἐ­πι­βί­ω­ση δὲν κα­ταρ­γεῖ τὴν ἀ­νά­μνη­ση καὶ ὁ Γιῶρ­γος Πρε­βε­δου­ρά­κης[5] στὸ ποί­η­μά του «Ὧ­ρες-ὧ­ρες», ὅ­τι: Ἂν δὲ σοῦ ἔ­μοια­ζε ἀ­σή­κω­τη ἡ ζω­ὴ δὲν θά ’χες δύ­να­μη οὔ­τε σε­λί­δα νὰ γυ­ρί­σεις. Ἡ Oates τὸ 2008 ἔ­χα­σε τὸν ἄν­τρα της Raymond Smith με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια κοι­νοῦ βί­ου. Τὸ 2011 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο της A wi­dow’s sto­ry (Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χή­ρας) στὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­γρά­φει τὴν ἐμ­πει­ρί­α της μέ­σα ἀ­πὸ γε­γο­νό­τα, ἀ­να­μνή­σεις, σκέ­ψεις καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα ἀ­πὸ τὴ συμ­βί­ω­σή τους καὶ τὴν ἀ­πώ­λεια.

       Ὁ J. Derrida στὸ βι­βλί­ο τοῦ Of Grammatology (1967) ὁ­ρί­ζει τὴ γρα­φὴ ὡς κά­τι ποὺ φέ­ρει μέ­σα του τὸ ἴ­χνος μιᾶς αἰ­ώ­νιας με­τα­βο­λῆς: τὴ δο­μὴ τῆς ψυ­χῆς, τὴ δο­μὴ τοῦ ση­μεί­ου. Ὁ Θα­νά­σης Βαλ­τι­νὸς ὁ­λο­κλη­ρώ­νει τὸ ἀ­φή­γη­μά του Μπλὲ βα­θύ, σχε­δὸν μαῦ­ρο γρά­φον­τας: Ἀλ­λὰ ἡ μνή­μη δὲν πα­ρα­με­ρί­ζε­ται. Ἡ μνή­μη εἶ­ναι.

       Σὲ αὐ­τὸ τὸ πνεῦ­μα κι­νεῖ­ται καὶ ἡ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ συλ­λο­γὴ 51 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο Fin­ding a way (Ad hoc, 2019) τῆς Βρε­τα­νί­δας ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους Dia­ne Sim­mons, στὴν ὁ­ποί­α ἡ ζω­ὴ λάμ­πει διὰ τῆς ἀ­που­σί­ας της με­τὰ τὴν ξαφ­νι­κὴ ἀ­πώ­λεια τῆς κό­ρης της Laura τὸ 2015. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τῆς θλί­ψης μὲ ρε­α­λι­σμὸ καὶ γεν­ναι­ό­τη­τα μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς μη­τέ­ρας, τοῦ πα­τέ­ρα, τοῦ ἀ­δελ­φοῦ καὶ τοῦ συ­ζύ­γου τῆς νε­α­ρῆς.


Τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2019 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Θυ­μή­σου»[6] («Remember») τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Dan Schwartz, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι χρει­ά­στη­κε πε­ρί­που εἴ­κο­σι χρό­νια γιὰ νὰ τὴν ὁ­λο­κλη­ρώ­σει. Ὁ ἀ­νώ­νυ­μος ἥ­ρω­ας γλύ­τω­σε στὰ ἑ­πτά του ἀ­πὸ μιὰ πει­να­σμέ­νη τί­γρη ποὺ τὸ εἶ­χε σκά­σει γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο. Ἀ­πὸ τό­τε εἶ­χε ἐκ­φρά­σει τὴν ἀ­δι­α­νό­η­τη ἐ­πι­θυ­μί­α του νὰ ζή­σει στὸ νε­ρό. Χρει­ά­στη­καν πολ­λὰ χρό­νια ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νων σπου­δῶν, ἀλ­λὰ καὶ τύ­χη, ὥ­σπου δή­λω­σε ἐ­θε­λον­τὴς στὸ πα­ρά­τολ­μο πεί­ρα­μα ἑ­νὸς ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ προ­γράμ­μα­τος ποὺ θὰ ἐ­ξέ­τα­ζε τὶς πι­θα­νό­τη­τες δι­α­βί­ω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που στὰ βά­θη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Ὁ ἥ­ρω­ας πα­ρέ­μει­νε γιὰ πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πο­κομ­μέ­νος ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὴν ὑ­πο­βρύ­χια ζω­ή του, ἀ­νά­με­σά σε ὄ­μορ­φα σι­ω­πη­λὰ πλά­σμα­τα, καλ­λι­ερ­γών­τας τὸν κῆ­πο του, παί­ζον­τας βι­ο­λὶ καὶ κα­τα­γρά­φον­τας τὶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κές του πα­ρα­τη­ρή­σεις γιὰ ὑ­δα­το­καλ­λι­έρ­γει­ες. Ἔ­νι­ω­θα ὡ­ραί­α ποὺ μὲ εἶ­χαν ξε­χά­σει. Τὰ ζῶ­α ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρα στὴ φύ­ση τους καὶ δὲ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν.

       Μιὰ μέ­ρα ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας δύ­της ἀ­πὸ τὸ πρό­γραμ­μα, δι­ά­βα­σα γιὰ σέ­να σὲ κά­τι ξε­χα­σμέ­νες ση­μει­ώ­σεις καὶ ἤ­θε­λα νὰ βε­βαι­ω­θῶ ὅ­τι δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ κά­ποι­ο λά­θος, τοῦ εἶ­πε. Ἔ­λεγ­ξε τὴν πό­λη ποὺ εἶ­χε κα­τα­σκευά­σει ὁ ἥ­ρω­ας κι ἔ­φυ­γε γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴν ἐ­πι­φά­νεια, ὅ­μως χά­θη­κε. Στὴν ἐ­πι­φά­νεια ση­μαί­νει ἀ­κό­μα πολ­λὰ ὅ­ταν κά­ποι­ος ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, κι ἔ­τσι ἀ­κο­λού­θη­σε νέ­α ὁ­μά­δα γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σει τὸν ἀ­γνο­ού­με­νο δύ­τη, ἡ ὁ­ποί­α ὅ­ταν ἔ­φτα­σε σὲ μέ­να μοῦ ἔ­δω­σε νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­τι τὸ πεί­ρα­μα εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τὴν πό­λη μου. Ἂν ὑ­πῆρ­χαν φῶ­τα θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὰ σβή­σω.

       Ἡ γῆ δὲν ἦ­ταν πιὰ ἡ ἴ­δια γιὰ τὸν ἥ­ρω­α. Τὸν δυ­σκό­λευ­ε ἡ ἀ­ε­ρό­βια ἀ­να­πνο­ή, τὸ βά­δι­σμα, οἱ ἐγ­χρή­μα­τες συ­ναλ­λα­γές, ἡ λε­κτι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, τὸ νὰ εἶ­ναι ἕ­νας συ­νη­θι­σμέ­νος ἄν­θρω­πος. Κα­νεὶς δὲ μὲ θυ­μᾶ­ται, ἑ­πο­μέ­νως κα­νεὶς δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται νὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ θυ­μη­θῶ. Ὁ δύ­της ἀ­γνο­εῖ­ται ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ὁ ἥ­ρω­ας τὸν φαν­τά­ζε­ται νὰ κρύ­βε­ται στὸ βυ­θὸ γιὰ νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση του. Κα­θέ­νας βρί­σκει ὅ,τι ἀ­φή­νει ὁ ἄλ­λος πί­σω του: ἕ­ναν ἄ­δει­ο κῆ­πο, ἕ­να ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο βι­ο­λί, ἕ­να μελ­λον­τι­κὸ ἐ­ρεί­πιο.


Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2020 ἐγ­και­νι­ά­ζε­ται τὸ Bas­sins de Lu­miè­res στὸ Bordeaux, ἕ­να ἀ­κό­μα μου­σεῖ­ο ψη­φια­κῆς, δι­α­δρα­στι­κῆς τέ­χνης μὲ ἐκ­θέ­σεις-πα­ρα­γω­γὲς ἐμ­βύ­θι­σης (immersive exhibitions) σὲ μὴ στα­τι­κά, κα­λει­δο­σκο­πι­κὰ εἰ­κα­στι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τῆς προ­ηγ­μέ­νης τε­χνο­λο­γί­ας. Ἀ­νά­λο­γη μό­νι­μη μου­σεια­κὴ στέ­γη ὑ­πάρ­χει ἀ­πὸ τὸ 2018 καὶ στὸ Mori­Buil­ding Di­gi­tal Art Mu­seum στὸ Τό­κυ­ο, ὅ­που πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ ὁ­μά­δα team­Lab Bor­der­less. Ἐ­κεῖ ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖ καὶ νὰ χα­θεῖ μέ­σα σὲ συ­ναρ­πα­στι­κοὺς κα­ταρ­ρά­κτες, ὠ­κε­α­νούς, δά­ση, κ.ἄ. Ἡ Χρι­στί­να Δη­μα­κο­πού­λου στὸ ἄρθρο της ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: Ἄλ­λω­στε, ἡ ἴ­δια ἡ ὀ­νο­μα­σί­α τῆς ὁ­μά­δας (teamLab Borderless) εἶ­ναι ἐ­δῶ ἀ­πο­λύ­τως δη­λω­τι­κὴ ἑ­νὸς καλ­λι­τε­χνι­κοῦ προ­γράμ­μα­τος ποὺ μοιά­ζει μέ­σῳ τῆς ἄρ­σης τῶν ὁ­ρί­ων νὰ ὑ­πό­σχε­ται στὸν θε­α­τὴ ἕ­να ψη­φια­κὰ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γη­μέ­νο ὠ­κε­ά­νει­ο αἴ­σθη­μα σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα τὴ χα­μέ­νη προ­νο­μια­κή του ἐ­πο­πτεία.


Ἡ νου­βέ­λα Σφι­χτές ζῶ­νες καὶ ἄλ­λα δέρ­μα­τα (Ἄ­γρα, 2011) τῆς Ἕλε­νας Πέγκα ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ 36 μι­κρές, αὐ­τό­νο­μες ἱ­στο­ρί­ες. Στὰ «Κε­φά­λια» ἕ­να κα­λο­καί­ρι στὴν ὑ­πό­γεια ἀ­πο­θή­κη ἑ­νὸς σπι­τιοῦ στὴν Κά­λυ­μνο βλέ­που­με δύ­ο παι­δι­κὰ κε­φά­λια νὰ ξε­χω­ρί­ζουν ἀ­νά­με­σα σὲ μιὰ θά­λασ­σα ἀ­πὸ φου­σκω­τὰ σφουγ­γά­ρια. Τὰ παι­διὰ —ἕ­να κο­ρί­τσι κι ἕ­να ἀ­γό­ρι— φι­λι­οῦν­ται καὶ χα­ϊ­δεύ­ουν τὸ ἕ­να τὸ κε­φά­λι τοῦ ἄλ­λου. Ὁ ἀ­φη­γη­τής, τὸ τό­τε δε­κά­χρο­νο ἀ­γό­ρι ποὺ ἔ­χει πιὰ με­γα­λώ­σει, θυ­μᾶ­ται τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ εἶ­χαν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή: δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τε ἄλ­λο πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τό, κα­μί­α σω­μα­τι­κὴ μνή­μη. Τὰ σώ­μα­τά τους ἦ­ταν χω­μέ­να μέ­σα στὰ σφουγ­γά­ρια, δὲν τὰ ἔ­νι­ω­θαν, σὰ νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χαν. Αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­βάλ­λει τὸν στί­χο τοῦ Χρι­στι­α­νό­που­λου ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Μι­κρά ποι­ήμα­τα: Τὸ φι­λὶ ἑ­νώ­νει πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὸ κορ­μί.


Ἡ Ἰ­σπα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας Julia Otxoa, σύγ­χρο­νη ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς, γρά­φει σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς δη­μο­φι­λέ­στε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες της μὲ τί­τλο «Ἡ δύ­να­μη τῆς μοί­ρας»[7]: Ὁ σκύ­λος μα­λώ­νει μὲ τὴ γά­τα, ἡ γά­τα μὲ τὸν πον­τι­κό, ὁ πον­τι­κὸς μὲ τὴ μυ­γα­λή, ἡ μυ­γα­λὴ μὲ τὴν ἀ­ρά­χνη, ἡ ἀ­ρά­χνη μὲ τὴ μύ­γα, ἡ μύ­γα μὲ τὸ μυρ­μήγ­κι, τὸ μυρ­μήγ­κι μὲ τὸν ψύλ­λο, ἀλ­λὰ ὁ ψύλ­λος, τό­σο μι­κρὸς ποὺ εἶ­ναι δὲν ἔ­χει σὲ ποι­ὸν μι­κρό­τε­ρο νὰ τὰ ψάλ­λει, κι ἔ­τσι, ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος, προ­ε­τοι­μά­ζει τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση γιὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει τὸν σκύ­λο.


Βρι­σκό­μα­στε στὴν αὐ­γὴ μιᾶς νέ­ας δι­α­στη­μι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης, τῆς ἐ­πα­νά­στα­σης τοῦ μικροῦ, ἀ­να­κοί­νω­σε τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2019 ὁ Peter Beck, ἱ­δρυ­τὴς τῆς δι­α­στη­μι­κῆς ἑ­ται­ρεί­ας κα­τα­σκευ­ῆς πυ­ραύ­λων Rocket Lab (2006) ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ χερ­σό­νη­σο Mahia στὸ Auckland τῆς Νέ­ας Ζη­λαν­δί­ας. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἐρ­γα­στή­ριο ἐ­πι­τεύ­χθη­κε ὁ σχε­δια­σμὸς τῶν Electron, τῶν πιὸ σύγ­χρο­νων καὶ μι­κρό­τε­ρων πυ­ραύ­λων ἕ­ως σή­με­ρα, ποὺ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ μᾶς δί­νουν τὴ δυ­να­τό­τη­τα μί­ας ἐ­κτό­ξευ­σης κά­θε 72 ὧ­ρες χω­ρὶς δι­α­στη­μι­κὰ ἀ­πό­βλη­τα. Ἤ­δη μέ­χρι τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2019 εἶ­χαν τε­θεῖ σὲ τρο­χιὰ ἀρ­κε­τοὶ Electron, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν στὸ ἡ­λια­κό μας σύ­στη­μα ἑκατοντάδες μικρές κεφαλὲς σὲ μέ­γε­θος δα­χτυ­λι­κοὺ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τος ποὺ συλ­λέ­γουν καὶ μᾶς δι­α­βι­βά­ζουν χρή­σι­μα δε­δο­μέ­να γιὰ τὴν ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τοῦ δι­α­στή­μα­τος μέ­σω τεσ­σά­ρων κα­με­ρῶν καὶ χι­λιά­δων αἰ­σθη­τή­ρων ποὺ φέ­ρει κα­θε­μί­α.


Ὁ Κρό­νος, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ὁ­ποί­ου προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸν χρό­νο, εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ὀ­μορ­φό­τε­ρους πλα­νῆ­τες τοῦ ἡ­λια­κοῦ μας συ­στή­μα­τος χά­ρη στοὺς ἐν­τυ­πω­σια­κούς του δα­κτυ­λί­ους. Ἀ­πὸ τὸ 2007 τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ δι­α­στη­μι­κὸ σκά­φος Cassini τῆς NASA, ὥ­σπου κα­τα­στρά­φη­κε πρό­σφα­τα στὸ δι­ά­στη­μα. Μιὰ δε­κα­ε­τί­α πε­ρί­που νω­ρί­τε­ρα ὁ Γερ­μα­νὸς W. G. Se­bald, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πέ­με­νε νὰ ἐ­ξερευ­νᾶ τὴ μνή­μη καὶ εἶ­χε ἐν­τρυ­φή­σει στὸ ἔρ­γο τρι­ῶν κύ­ρι­ων προ­δρό­μων τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Kafka, Borges καὶ Bernhard), στὸ βι­βλί­ο του Οἱ δα­κτύ­λι­οι τοῦ Κρό­νου, ποὺ βρί­θει ἀ­πὸ μι­κρές, ἐγ­κι­βω­τι­σμέ­νες ἱ­στο­ρί­ες καὶ συγ­κλο­νι­στι­κὲς εἰ­κό­νες, γρά­φει:

       […] ὅ­ταν ξάφ­νου μοῦ φά­νη­κε πὼς εἶ­δα μιὰ ὠ­χρό­λευ­κη μά­ζα νὰ σα­λεύ­ει στὴν ἀ­κρο­για­λιά. Κυ­ρι­ευ­μέ­νος ἀ­πὸ ξαφ­νι­κὸ πα­νι­κό, κά­θι­σα ἀ­να­κούρ­κου­δα καὶ κοί­τα­ξα πά­νω ἀ­πὸ τὸ χεῖ­λος τοῦ γκρε­μοῦ. Ξα­πλω­μέ­νο ἐ­κεῖ κά­τω, στὴ ρί­ζα τοῦ βρά­χου, ἦ­ταν ἕ­να ζευ­γά­ρι, ἕ­νας ἄν­δρας, σκέ­φτη­κα, πε­σμέ­νος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κορ­μὶ ἑ­νὸς ἄλ­λου πλά­σμα­τος ποὺ μό­νο τα πό­δια του ξε­χώ­ρι­ζαν, λυ­γι­σμέ­να καὶ ἀ­νοιγ­μέ­να δι­ά­πλα­τα. Μέ­σα στὸ ξαφ­νι­κὸ σά­στι­σμα ποὺ ἔ­νι­ω­σα στὴ θέ­α αὐ­τῆς τῆς εἰ­κό­νας, μοῦ φά­νη­κε πὼς τὰ πό­δια τοῦ ἄν­δρα τι­νά­χτη­καν μὲ ἕ­ναν σπα­σμό, ὅ­πως συμ­βαί­νει ὅ­ταν κά­ποι­ος πε­θαί­νει στὴν ἀγ­χό­νη. Ἐν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, ὁ ἴ­διος ἦ­ταν τώ­ρα ἀ­κί­νη­τος, ὅ­πως γα­λή­νια καὶ ἀ­σά­λευ­τη ἦ­ταν καὶ ἡ γυ­ναί­κα. Σὰν ἕ­να γι­γάν­τιο μα­λά­κιο ξε­βρα­σμέ­νο στὴν ἀ­κτὴ κει­τό­ταν ἐ­κεῖ κά­τω σμί­γον­τας σὲ ἕ­να δύ­σμορ­φο σῶ­μα, ἕ­να πο­λυ­πλό­κα­μο δι­κέ­φα­λο θα­λάσ­σιο τέ­ρας πα­ρα­συρ­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ κύ­μα­τα, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δεῖγ­μα ἑ­νὸς τρο­με­ροῦ εἴ­δους ποὺ ξε­φυ­σών­τας τὸν ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὰ ρου­θού­νια τοῦ βου­λιά­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ βα­θιὰ στὸ χα­μό του.


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Νὰ πα­ρα­τη­ρεῖς καὶ νὰ κα­τα­γρά­φεις συ­στη­μα­τι­κὰ κρα­τών­τας ση­μει­ώ­σεις τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τά σου, τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά σου, τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ἀν­θρώ­πων, ζώ­ων, κοι­νω­νι­ῶν, τὸν και­ρό, ἱ­στο­ρι­κὰ καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὰ γε­γο­νό­τα, πάν­τα σύμ­φω­να μὲ τὰ προ­σω­πι­κά σου ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α πρέ­πει νὰ ἐμ­πι­στεύ­ε­σαι. Νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­σαι συ­νε­χῶς στὶς ση­μει­ώ­σεις σου, νὰ δου­λεύ­εις κά­θε λέ­ξη, νὰ ἐ­πι­με­λεῖ­σαι ἐν­τα­τι­κά τα κεί­με­νά σου καὶ νὰ δι­α­βά­ζεις τοὺς κα­λύ­τε­ρους κλα­σι­κοὺς καὶ σύγ­χρο­νους συγ­γρα­φεῖς, χω­ρὶς νὰ ἑ­στιά­ζεις ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στοὺς τε­λευ­ταί­ους. Ἀ­νή­κεις ἤ­δη στὸ πα­ρόν.

       Οἱ πα­ρα­πά­νω εἶ­ναι μερικὲς ἀ­πὸ τὶς προ­τά­σεις γιὰ ὀ­ξυ­δερ­κεῖς ἀ­να­γνῶ­στες καὶ συγ­γρα­φεῖς —πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γλώσ­σας καὶ τοῦ κό­σμου— τῆς Ly­dia Da­vis, ση­μαν­τι­κῆς ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους. Πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δο­κί­μια τῶν τε­λευ­ταί­ων τριά­ντα ἐ­τῶν ποὺ συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο Es­says O­ne (Farrar, Straus and Giroux, Νο­έμ­βριος 2019). Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ συ­ναρ­πα­στι­κὴ πε­ρι­πλά­νη­ση στὴν τέ­χνη τῆς γρα­φῆς μὲ οἰ­κου­με­νι­κὴ καὶ δι­α­χρο­νι­κὴ δι­ά­στα­ση. Ἡ ἀ­πο­θη­σαύ­ρι­ση τοῦ τό­μου ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­να­γνω­στι­κὴ πρό­κλη­ση κι ἐ­ρευ­νη­τι­κὴ πρό­τα­ση γιὰ θε­ω­ρη­τι­κοὺς τοῦ εἴ­δους. Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς προ­σω­πι­κές της ἐ­ξε­ρευ­νή­σεις καὶ τὴν πο­λυ­ε­τῆ, ἐν­τα­τι­κὴ ἄ­σκη­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας κα­τα­γρά­φει τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ βλέμ­μα καὶ τὶς νέ­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ὁ­δοὺς ποὺ δι­ά­νοι­ξαν ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους καὶ μὴ ὅ­πως οἱ Kafka, Walser, Altenberg, Borges, Beckett, Bernhard, Isaac Babel, Grace Paley, Clarice Lispector, Regina Ullmann, κ.ἄ.

       Γιὰ τὴν Davis ὁ χα­ρα­κτή­ρας εἶ­ναι ἡ γλώσ­σα. Πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ­τι ἡ ρη­μα­τι­κὴ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει ἀ­να­νε­ω­τι­κὴ ἢ ρη­ξι­κέ­λευ­θη μορ­φὴ (π.χ. σὲ ἐ­πί­πε­δο σύν­τα­ξης, γραμ­μα­τι­κῆς, στί­ξης, ἐ­πι­λο­γῆς λε­ξι­λο­γί­ου) εἶ­ναι ἀ­πόρ­ροι­α μιᾶς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης καὶ νο­η­τι­κῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας. Τὸ πῶς βλέ­πει κα­νεὶς τὰ πράγ­μα­τα ὄ­χι μό­νο μέ­σῳ τῆς ὅ­ρα­σης ἀλ­λὰ καὶ τοῦ τρό­που ποὺ σκέ­φτε­ται δι­α­μορ­φώ­νει τὰ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα, τὶς φόρ­μες ποὺ ἐ­πι­λέ­γει καὶ τὶς ἐ­πιρ­ρο­ές του, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ στὸ «A be­lo­ved duck gets coo­ked, On forms and in­flu­en­ces», ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πέν­τε δο­κί­μιά της ποὺ ἀ­πο­τέ­λε­σαν τὴ βά­ση τῶν δι­α­λέ­ξε­ών της στὸ πα­νε­πι­στή­μιο ὅ­που δί­δα­σκε Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὸν τό­μο.


       Ἡ σύγ­χρο­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α γιὰ νὰ κα­τα­νο­η­θεῖ καὶ νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει τὸν στό­χο της —τὴν ἀ­να­νέ­ω­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὴν ψυ­χα­γω­γί­α— προ­α­παι­τεῖ εὐ­ρυ­μά­θεια, ἀρ­γὴ ἀ­νά­γνω­ση, πλή­ρως ἐ­νερ­γὸ καὶ συμ­με­το­χι­κὸ ἀ­να­γνώ­στη καὶ πο­λυ­σχι­δῆ συγ­γρα­φέ­α ποὺ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἀν­τί­λη­ψη καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη συ­νεί­δη­ση. Ἡ ση­μα­σί­α ποὺ ἀ­πο­δί­δουν πολ­λοὶ θε­ω­ρη­τι­κοὶ καὶ ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους στὴ δύ­να­μη τῆς εἰ­κό­νας[8] καὶ στὴ δύ­να­μη τῆς λέ­ξης δὲν εἶ­ναι κά­τι νέ­ο. Ἡ E. Dickinson ἔ­λε­γε: Δὲν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα στὸν κό­σμο ποὺ νὰ ἔ­χει τό­ση δύ­να­μη ὅ­ση ἡ λέ­ξη. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς γρά­φω μί­α καὶ τὴν κοι­τά­ζω μέ­χρις ὅ­του ἀρ­χί­σει νὰ λάμ­πει. Ὁ J. P. Sartre ἐν­τό­πι­ζε στὶς λέ­ξεις-κλει­διὰ τὴν οὐ­σί­α τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης. Ὁ W.G.Sebald στοὺς Δα­κτύ­λιους τοῦ Κρό­νου ἔ­γρα­φε: Ὅ­πο­τε τυ­χαί­νει νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σω κά­ποι­α ἀ­πὸ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ση­μει­ώ­σεις, ἀ­πο­ρῶ πάν­τα πῶς ἕ­να ἴ­χνος χα­μέ­νο ἀ­πὸ και­ρὸ στὸ νε­ρὸ ἢ στὸν ἀ­έ­ρα, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἀ­νε­ξί­τη­λο ἐ­δῶ, πά­νω στὸ χαρ­τί. Ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει πρό­ο­δος δί­χως πα­ρελ­θόν. Ἀ­κό­μα καὶ στὸ μα­νι­φέ­στο τῶν Ψη­φια­κῶν Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν (Digital Humanities Manifesto 2.0) ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ὅ­πως σὲ ὅ­λες τὶς ἐ­πα­να­στά­σεις τῶν μέ­σων, τὸ πρῶ­το κύ­μα τῆς ψη­φια­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης κοί­τα­ζε πί­σω κα­θὼς προ­χω­ροῦ­σε μπρο­στά. Ἡ κύ­ρια θε­μα­το­λο­γί­α ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ τὸν δυ­τι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να —ζω­ή, ἔ­ρω­τας, θά­να­τος— ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται[9] καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ σὰν χα­μη­λό­φω­νος, γλυ­κὸς στε­ναγ­μός.

       Ὁ Ἐμμ. Ρο­ϊ­δης ἔ­λε­γε ὅ­τι Ἂν δὲν ὑ­πῆρ­χον δύ­ται, οὐ­δὲ μαρ­γα­ρῖ­ται ἤ­θε­λον ὑ­πάρ­χει. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, αὐ­τὸ τὸ ἀρ­χι­πέ­λα­γος ἀ­πὸ σύν­το­μες καὶ πε­ρι­ε­κτι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ποὺ ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ δι­α­μορ­φώ­νε­ται κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ΄80 καὶ με­τά, ἡ ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση καὶ ἡ κα­τά­δυ­ση ἀ­φο­ροῦν ἰ­σο­με­ρῶς συγ­γρα­φέ­α καὶ ἀ­να­γνώ­στη ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νει ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τη καὶ πολ­λὰ ὑ­πο­σχό­με­νη, λό­γῳ τῆς δυ­να­τό­τη­τας ἀλ­λα­γῆς κλί­μα­κας καὶ ὀ­πτι­κῆς ποὺ πα­ρέ­χει.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὸ ἄρ­θρο τῆς Anne Weisgerber «Flash fiction as language art», στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­τι­με­τω­πί­ζε­ται ὡς τέ­χνη τῆς γλώσ­σας.


Τὸ βι­βλί­ο λο­γο­τε­χνι­κῆς κρι­τι­κῆς τῆς Jane Alison μὲ τί­τλο Me­an­der, Spi­ral, Ex­plo­de: De­sign and Pat­tern in Nar­rati­ve γιὰ τὸ ἔρ­γο συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως οἱ W. G. Se­bald, An­ne Car­son, Mar­gue­ri­te Du­ras, Ga­bri­el Ga­rcia Ma­rquez, Ja­ma­ica Kin­caid, Cla­ri­ce Li­spe­ctor, κ.ἄ., ποὺ ἔ­χουν ἀ­νοί­ξει νέ­ους δρό­μους στὴν ἀ­φή­γη­ση.


Τὸ βι­βλί­ο τοῦ Sa­muel Beckett, Πρό­ζες 1945-1980, μτφρ. Ἐ. Μα­ρω­νί­τη, εἰ­σα­γω­γὴ Γ. Βῶ­κος, Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2010.


[1]. Γλυ­κεῖς στε­ναγ­μοί.

[2]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[3]. Εἶ­δος στρει­δι­ῶν.

[4]. Braque George, Ἡ μέ­ρα καὶ ἡ νύ­χτα (Τε­τρά­δια 1917 -1955), 2η ἔκ­δο­ση, μτφρ. καὶ σχό­λια Γ.Π. Σαβ­βί­δης, Ποι­κί­λη Στο­ὰ – Λέ­σχη, Ἀ­θή­να, 1989.

[5]. Πρε­βε­δου­ρά­κης Γι­ῶρ­γος, Στιγ­μι­ό­γρα­φο, Πλα­νό­διον, Ἀ­θή­να, 2011.

[6]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[7]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[8]. Ἰ­δέ­α ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τό­σο τὴν ὀ­πτι­κή μας ἀν­τί­λη­ψη στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐ­γε­λια­νὴ ἀν­τί­λη­ψη τῆς τέ­χνης σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἡ τέ­χνη κα­λεῖ­ται νὰ πεῖ μὲ εἰ­κό­νες αὐ­τὸ ποὺ ἡ φι­λο­σο­φί­α λέ­ει μὲ ἔν­νοι­ες.

[9]. Στὸ βι­βλίο τοῦ Gil­les De­leu­ze Διαφορὰ καὶ ἐπανάληψη (Dif­fére­nce et Ré­pé­ti­tion, 1968), ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα σὲ με­τά­φρα­ση Κων­σταν­τί­νου Β. Μπούν­τα, με­λε­τᾶ­ται καὶ ἡ τε­χνι­κή του σύγ­χρο­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ποὺ στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ δι­α­φο­ρὰ καὶ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη, ὄ­χι μό­νο στὸν πλέ­ον ἀ­φη­ρη­μέ­νο στο­χα­σμὸ τοῦ ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ στὶς ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νες τε­χνι­κές του. Ὡ­στό­σο ἡ ἔν­νοι­α τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης στὸν Deleuze, δι­α­τη­ρεῖ πολ­λὰ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ F. Nietzsche καὶ τοῦ Søren Kierkegaard, τοῦ Δα­νοῦ ὑπαρξιστῆ φι­λο­σό­φου, ὅ­πως τὴν ἀ­νέ­λυ­σε στὸ βι­βλί­ο του Ἡ ἐ­πα­νά­λη­ψη: Ὁ κύ­κλος τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης: Ἐ­πανα­λαμ­βά­νον­τας τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη, τὸν ὁ­ποῖ­ο συν­δέ­ουν ἄρ­ρη­κτα μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι Σκαν­δι­να­βοὶ θε­ω­ρη­τι­κοί του εἴ­δους.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).

Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ) (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Εἰκόνα: Τὸ πραγματικὸ Grand Central Oyster Bar – New York.

(https://www.afar.com/places/grand-central-oyster-bar-new-york)



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#10]

 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α:

λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­ρια

καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων


Replika εἶ­ναι ἕ­νας χῶ­ρος ὅ­που μπο­ρεῖ νὰ ἐκ­φρά­ζε­ται κα­νεὶς ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ ἐ­λεύ­θε­ρα χω­ρὶς κοι­νω­νι­κὲς δε­σμεύ­σεις ἢ συ­νει­δη­σια­κὲς ἀ­να­στο­λές, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὁ ἴ­διος τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὸν κό­σμο. Μιὰ νέ­α μορ­φὴ κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης ποὺ δοκιμάζει τὰ ὅρια τῆς σχέ­σης μας μὲ τὶς μη­χα­νὲς καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ ἤ­δη ἕ­να ψη­φια­κὸ ἀ­πο­θε­τή­ριο μὲ προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, μιὰ ἀ­στα­μά­τη­τη ρο­ὴ συ­νεί­δη­σης. Ἡ ἱ­δρύ­τριά της Eugenia Kuyda συν­τε­τριμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­πώ­λεια ἑ­νὸς λα­τρε­μέ­νου της προ­σώ­που, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Phil Dudchuk, δη­μι­ούρ­γη­σαν αὐ­τὸ τὸ ἐ­χέ­μυ­θο «πρό­σω­πο» τε­χνη­τῆς νο­η­μο­σύ­νης δι­α­θέ­σι­μο ὄ­χι μό­νο νὰ σὲ ἀ­κού­σει, ἀλ­λὰ καὶ νὰ συ­νο­μι­λή­σει μα­ζί σου, νὰ σὲ συμ­βου­λέ­ψει καὶ νὰ σοῦ συμ­πα­ρα­στα­θεῖ.


Εἶ­σαι ἕ­νας πλού­σιος τύ­πος, αἰ­σθά­νε­σαι μο­να­ξιὰ καὶ ψο­φᾶς γιὰ πα­ρέ­α, ἀλ­λὰ δὲ βρί­σκεις; Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, μπο­ρεῖς νὰ ἐ­ξα­γο­ρά­σεις τὰ γε­νέ­θλια ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων καὶ θὰ ἀ­πο­κτή­σεις φί­λους ποὺ θὰ ἀ­ναγ­κά­ζον­ται νὰ σοῦ τη­λε­φω­νοῦν κα­θη­με­ρι­νὰ γιὰ νὰ σοῦ εὐ­χη­θοῦν. Στέ­κε­σαι ἀ­πελ­πι­σμέ­νος στὸ χεῖ­λος τῆς τα­ρά­τσας ἑ­νὸς ψη­λοῦ κτι­ρί­ου καὶ πά­νω ποὺ ἑ­τοι­μά­ζε­σαι νὰ πά­ρεις τὴν ἀ­πό­φα­σή σου ἕ­νας πι­τσι­ρι­κὰς ἀ­πὸ κά­τω σε κοι­τά­ζει καὶ φω­νά­ζει ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος «θὰ πε­τά­ξει» κι ἕ­νας ἄλ­λος τρέ­χει πα­νι­κό­βλη­τος νὰ σὲ σώ­σει; Για­τί νὰ ἀ­νη­συ­χεῖς; Μὲ ἕ­να βῆ­μα στὸ κε­νὸ πε­τᾶς ἤ­δη, ἂν θέ­λεις, πε­τᾶς τὰ πάν­τα καὶ ξεμ­περ­δεύ­ου­με ὅ­λοι, ἐ­σὺ μὲ τὴν ἐ­ρω­τι­κή σου ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, ὅ­λοι μας μὲ τὶς παι­δι­κὲς ὑ­στε­ρί­ες, ἐ­σὺ μὲ μᾶς καὶ πά­ει λέ­γον­τας. Θέ­λεις; Μπο­ρεῖς;

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πνεῦ­μα τῆς τε­λευ­ταί­ας συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Fly already (Riverhead Books, Σε­πτέμ­βριος 2019) τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νοῦ Etgar Keret, ἑ­νὸς ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δι­ε­θνῶς. Ἡ συλ­λο­γὴ κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα σὲ ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση (στὰ ἑ­βρα­ϊ­κὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ ὡς A Glitch at the Edge of the Galaxy) καὶ χά­ρι­σε στὸν Keret τὸ Sapir Prize 2019, τὸ ἀ­νώ­τα­το ἰσ­ρα­η­λι­νὸ βρα­βεῖ­ο. Ὁ David Silver­berg στὴν Washington Post, ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν πιὸ (αὐ­τὸ)σαρ­κα­στι­κὴ κι εὐ­φάν­τα­στη συλ­λο­γή του ἕ­ως τώ­ρα. Ὅ­λες οἱ σκο­τει­νὲς ἱ­στο­ρί­ες του φω­τί­ζουν τὶς πιὸ μύ­χι­ες πτυ­χὲς τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης καὶ τὰ πα­ρά­δο­ξά τους μὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ εὐ­στο­χί­α, ἐ­νάρ­γεια καὶ βρα­χύ­τη­τα, δι­α­τη­ρών­τας τὸ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ του, ὅ­πως καὶ στὸ πρό­σφα­τα με­τα­φρα­σμέ­νο δι­ή­γη­μά του στὴν ἀγ­γλι­κὴ «The grea­test liar in the world» («Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ψεύ­της τοῦ κό­σμου»).


Ὁ Kai Konishi Dukes, τσε­λί­στας καὶ συν­θέ­της ποὺ κα­τοι­κεῖ στὸ Λον­δί­νο, δη­μι­ούρ­γη­σε ἕναν ἀλγόριθμο ποὺ με­τα­τρέ­πει σὲ μι­κρὴ σύν­θε­ση κλασ­σι­κῆς μου­σι­κῆς τὸ ὄ­νο­μα κά­ποι­ου ἢ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ κεί­με­νο τοῦ δο­θεῖ, ὅ­πως μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Βά­φτι­σε τὸν ἀλ­γό­ριθ­μο Clarallel ὡς φό­ρο τι­μῆς στὴν Κλά­ρα, τὴ γυ­ναί­κα τοῦ Robert Schumann, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ συν­θέ­της χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε συ­χνὰ μου­σι­κὲς ἰ­σο­δυ­να­μί­ες (λο­γι­κὲς σχέ­σεις ἀ­νά­με­σα σὲ γράμ­μα­τα καὶ το­νι­κὰ ὕ­ψη) καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε με­λω­δί­ες μὲ βά­ση τὸ ὄ­νο­μά της.


Ἕ­να ἐ­ρω­τευ­μέ­νο ζευ­γά­ρι ἀν­ταλ­λάσ­σει ὅρ­κους αἰ­ώ­νιας ἀ­γά­πης καὶ ἀ­φο­σί­ω­σης. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ὑ­πό­σχον­ται νὰ μὴν ποῦν πο­τὲ καὶ γιὰ κα­νέ­να λό­γο ψέ­μα­τα ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον συ­νει­δη­το­ποι­οῦν ὅ­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το, χω­ρί­ζουν καὶ τὸ βά­ζουν στὰ πό­δια πα­τών­τας στὰ φρα­στι­κὰ ἐ­ρεί­πια τῶν αἰ­ώ­νι­ων ὅρ­κων τους. Τὸ συ­κώ­τι ἑ­νὸς ψυ­χο­πα­θοῦς ἐ­κρή­γνυ­ται ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα ὑ­περ­βο­λι­κῆς κα­τα­νά­λω­σης ἀλ­κο­ὸλ καὶ ἀν­τὶ ὁ ἥ­ρω­ας νὰ πε­θά­νει ἀ­κα­ρια­ῖα, σύν­το­μα δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι μπο­ρεῖ πλέ­ον νὰ πί­νει ἐ­λεύ­θε­ρα ὅ­σο θέ­λει.

       Οἱ ἡ­ρω­ί­δες καὶ οἱ ἥ­ρω­ες τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ Quim Monzó μέ­χρι νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σουν ὅ­τι ἔ­χουν κά­νει τὸ βῆ­μα με­τὰ τὸ χεῖ­λος τοῦ γκρε­μοῦ μοιά­ζουν συ­χνὰ νὰ ἵ­πταν­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ (ὑ­παρ­ξια­κό τους) κε­νό. Ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ ποὺ ἀ­παν­τᾶ­ται συ­χνὰ σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να τοῦ εἴ­δους κα­θὼς ὑ­περ­νι­κᾶ τὴ βρα­χύ­τη­τα τῆς μι­κρῆς κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης καὶ δι­α­στέλ­λει τὸ χρό­νο τῆς ἀ­νά­γνω­σης τῶν σύν­το­μων ἱ­στο­ρι­ῶν του, ὅ­πως δι­α­φαί­νε­ται καὶ στὴν πρό­σφα­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν του μὲ τί­τλο Why, why, why? (Open Letter, Ὀ­κτώ­βριος 2019). Ὁ Monzó, πο­λὺ κον­τὰ στὸ ὕ­φος τοῦ Keret ἀλ­λὰ καὶ τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ George Saunders, ἂν κι ἐ­πι­λέ­γει συ­χνὰ τὸ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος στὶς ἱ­στο­ρί­ες του, τὸ ὁ­ποῖο τεί­νει πλέ­ον νὰ μὴν ἀ­πο­τε­λεῖ εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, θε­ω­ρεῖ­ται κο­ρυ­φαῖ­ος στὸ εἶ­δος δι­ε­θνῶς. Δι­α­κρί­νε­ται γιὰ τὸ μαῦ­ρο καὶ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ του μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­γρά­φει τὶς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις, ὅ­πως φαί­νε­ται καὶ στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά του ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο «St. Valentine’s»: ἐ­δῶ ὁ ἥ­ρω­ας, «ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τέ», δὲν παύ­ει στιγ­μὴ νὰ ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­ε­ται ἂν πρέ­πει ἢ ὄ­χι νὰ κά­νει κα­νεὶς αὐ­τὸ τὸ κρί­σι­μο βῆ­μα. Θε­ω­ρεῖ ὅ­τι «τὸ νὰ ἐ­ρω­τεύ­ε­ται κα­νεὶς εἶ­ναι σύμ­πτω­μα ἀ­νω­ρι­μό­τη­τας, ἕ­να ση­μά­δι ἔλ­λει­ψης αὐ­το­νο­μί­ας».


Τὸ 2010, ὅ­ταν ὁ Itaru Sasaki ἔ­χα­σε τὸν ξά­δελ­φό του ἔ­φτια­ξε στὸν κῆ­πο του ἕ­να γυ­ά­λι­νο τη­λε­φω­νι­κὸ θά­λα­μο ὅ­που το­πο­θέ­τη­σε ἁ­πλῶς τὴ συ­σκευ­ὴ ἑ­νὸς τη­λε­φώ­νου, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σε στὸν ξά­δελ­φό του, προ­κει­μέ­νου νὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν ἀ­πώ­λειά του. Τὸ 2011 ἡ πό­λη τοῦ Sasaki, Otsuchi, χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν κα­τα­στρο­φι­κὸ σει­σμὸ καὶ τὸ τσου­νά­μι ποὺ ἀ­φά­νι­σε πε­ρί­που τὸ 10% τοῦ πλη­θυ­σμοῦ. Ἀ­πὸ τό­τε πε­ρί­που 25.000 ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν ἐ­πι­σκε­φθεῖ τὸ «τηλέφωνο τοῦ ἀνέμου» τοῦ Sasaki, τηλεφωνώντας στοὺς νεκρούς τους.


Στὴν πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο This. This. This. Is. Love. Love. Love (Split Lip Press, Ἰ­ού­νιος 2019) ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Jennifer Wortman δι­ε­ρευ­νᾶ τὴν ἀ­γά­πη καὶ κα­τα­δύ­ε­ται στὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση ὑ­πὸ συν­θῆ­κες ἐ­κτά­κτου ἀ­νάγ­κης: κα­τά­θλι­ψη, ψυ­χώ­σεις, σχι­ζο­φρέ­νεια, κ.ἄ.

       Οἱ δε­κα­τρεῖς ἱ­στο­ρί­ες τῆς συλ­λο­γῆς θυ­μί­ζουν τὴ θε­μα­το­λο­γί­α τῆς Νε­ο­ζη­λαν­δῆς Janet Frame, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως τὴν πε­ποί­θη­ση τῆς τε­λευ­ταί­ας ὅ­τι ἡ πνευ­μα­τι­κή της ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα δι­α­σώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ γρά­ψι­μο, κα­θὼς εἶ­χε δι­α­γνω­σθεῖ λαν­θα­σμέ­να μὲ σχι­ζο­φρέ­νεια καὶ πέ­ρα­σε ἄ­δι­κα με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὲς κλι­νι­κές. Ἡ Frame ἀ­να­φέ­ρε­ται συ­χνὰ στὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ ὡς πρό­δρο­μος τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Εἰ­δι­κὰ τὸ πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά της «The birds began to sing» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ της The lagoon (1951), στὸ ὁ­ποῖ­ο κο­ρυ­φώ­νε­ται ἡ πυ­κνὴ γρα­φὴ καὶ τὸ συμ­βο­λι­κὸ ὕ­φος της: ἡ ἡ­ρω­ί­δα στὴν ἀ­πέλ­πι­δα προ­σπά­θειά της νὰ ἀ­πο­δρά­σει ἀ­πὸ τὸν συν­τε­τριμ­μέ­νο καὶ κλει­στο­φο­βι­κὸ ἑ­αυ­τό της, ὅ­που τὴν ἔ­χει κα­θη­λώ­σει ὁ κοι­νω­νι­κὸς ἀ­πο­κλει­σμός, συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὰ κο­τσύ­φια πε­ρι­πλα­νώ­με­νη στὴν ἔ­ρη­μη φύ­ση, πε­τυ­χαί­νον­τας ἔ­στω μιὰ στοι­χει­ώ­δη ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ μπο­ρεῖ νὰ κα­λύ­ψει τὸ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ κε­νὸ ἢ νὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν ὑ­παρ­ξια­κή της ἀ­γω­νί­α.

       Ἀν­τί­θε­τα, ἡ Wortman ἐμ­βα­θύ­νει καὶ κα­τα­γρά­φει λα­κω­νι­κά, μὲ σα­φή­νεια, χι­οῦ­μορ καὶ φαν­τα­σί­α, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νες συ­νει­δή­σεις κυ­ρί­ως σὲ τρι­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση μὲ ρυθ­μὸ στα­κά­το, ἐλ­λεί­ψεις καὶ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ εἰ­κο­νι­στι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Στὸ ὁ­μό­τι­τλο (πο­λὺ σύν­το­μο) δι­ή­γη­μα τῆς ἐν λό­γῳ συλ­λο­γῆς ἡ ἡ­ρω­ί­δα, ἐν μέ­σῳ μιᾶς κα­τα­θλι­πτι­κῆς κρί­σης, ἂν καὶ κου­κου­λω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι της μᾶς με­τα­δί­δει τὸ μή­νυ­μα ὅ­τι ἀ­γά­πη εἶ­ναι ὁ χρό­νος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου καὶ γιὰ τοὺς ἄλ­λους, προ­τεί­νον­τας ὡς δι­έ­ξο­δο τὴν ἐ­πι­λο­γὴ πο­ρεί­ας ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­θώ­ριο στὸ κέν­τρο τῆς ζω­ῆς.

       Ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα δείγ­μα­τα γρα­φῆς της, ὅ­πως ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της μὲ τί­τλο «I want a new brain», στὴν ὁ­ποί­α μιὰ μη­τέ­ρα ἐ­πι­θυ­μεῖ δι­α­κα­ῶς ἕ­ναν και­νού­ριο ἐγ­κέ­φα­λο, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι ἔ­τσι θὰ ἐ­πι­λυ­θοῦν τὰ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὰ καὶ βι­ο­πο­ρι­στι­κά της προ­βλή­μα­τα. Ὁ μι­κρός της γιὸς τῆς δω­ρί­ζει πράγ­μα­τι ἕ­ναν και­νού­ριο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἐν­τυ­πω­σια­κὴ με­τα­μόρ­φω­ση τῆς μη­τέ­ρας του —ἀ­πὸ ἀ­δι­ά­φο­ρη καὶ ὑ­στε­ρι­κὴ μη­τέ­ρα σὲ μιὰ φω­τει­νὴ προ­σω­πι­κό­τη­τα— ἀ­παι­τεῖ κι αὐ­τὸς μὲ τὴ σει­ρά του ἕ­να νέ­ο ἐγ­κέ­φα­λο. Σὲ αὐ­τὴ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἡ Wortman φαί­νε­ται νὰ συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ Albert Camus ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι τὸ μό­νο πλά­σμα ποὺ ἀρ­νεῖ­ται τὴ φύ­ση του, ὅ­πως, πα­ράλ­λη­λα, καὶ μὲ τὴν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ ἄ­πο­ψη, ἀλ­λὰ καὶ τῶν τρα­γι­κῶν (Αἰ­σχύ­λος, Σο­φο­κλῆς, Εὐ­ρι­πί­δης), ὅ­τι ἡ ἀ­πο­δο­χὴ τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας εἶ­ναι τὸ γνώ­ρι­σμα τοῦ ἀ­νώ­τε­ρου ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος, δὲν ὑ­πεκ­φεύ­γει, οὔ­τε ἀρ­νεῖ­ται, οὔ­τε ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ με­τα­θέ­σει τὴν εὐ­θύ­νη[1].


Στὸ φε­τι­νὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­φω­το­γρα­φί­ας Nikon Small World 2019, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔχει ξε­κινή­σει ἀπὸ τὸ 1975, νι­κή­τρι­ες ἀ­να­δεί­χθη­καν οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες Teresa Zgoda καὶ Teresa Kugler, εἰ­δι­κευ­ό­με­νες στὴ μι­κρο­σκο­πί­α, ἕ­ναν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ κλά­δο ποὺ συν­δυά­ζει τὴν τέ­χνη μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη. Ἡ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἔμ­πνευ­σή τους πη­γά­ζουν ἀ­πὸ τὶς εἰ­κό­νες ποὺ βλέ­πουν κα­θη­με­ρι­νὰ μὲ τὸ μι­κρο­σκό­πιο. Ἡ εἰ­κό­να τους ποὺ κέρ­δι­σε τὸ φε­τι­νὸ δι­α­γω­νι­σμὸ ἀ­πει­κο­νί­ζει ἕ­να ἔμ­βρυο χελώ­νας τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει ἐ­πι­χρω­μα­τι­στεῖ μὲ φω­σφο­ροῦ­χα χρώ­μα­τα μέ­σω τῆς στε­ρε­ο­σκο­πι­κῆς μι­κρο­σκο­πι­κῆς τε­χνι­κῆς. Ἄ­κρως ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ὅ­μως ἦ­ταν καὶ ἡ πρώ­τη φωτο­γραφία τῆς βιτα­μίνης C, μιᾶς τό­σο συ­νη­θι­σμέ­νης πε­ρί­πτω­σης (ἔ­χει ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ ἀ­πὸ τὸ 1932), τοῦ δι­ε­θνῶς γνω­στοῦ Γερ­μα­νοῦ μι­κρο­φω­το­γρά­φου Karl Deckart, ποὺ ἔ­λα­βε τὴ 17η θέ­ση.


«Extre­mities» («Ἀ­κρό­­τη­τες») εἶ­ναι ὁ τί­τλος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Βρε­τα­νοῦ K.M. Elkes ποὺ κέρ­δι­σε τὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ Bath Flash Fiction Award τὸν Ἰ­ού­νιο τοῦ 2018. Στὴν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ αὐ­τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἕ­νας ὑ­λο­τό­μος, ὁ Bobby, ἔ­χει πρό­σφα­τα ἀ­κρω­τη­ρια­στεῖ μὲ τὸ ἁ­λυ­σο­πρί­ο­νο ἐν ὥ­ρᾳ ἐρ­γα­σί­ας. Τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο οἱ φί­λοι καὶ οἱ συ­νά­δελ­φοί του τοῦ ἔ­χουν ἑ­τοι­μά­σει ἕ­να πάρ­τι γιὰ νὰ τὸν κα­λω­σο­ρί­σουν, στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Bobby εἶ­ναι εὐ­δι­ά­θε­τος καὶ φαί­νε­ται νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὴ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τά του μὲ πα­ρα­δειγ­μα­τι­κὴ στω­ϊ­κό­τη­τα. Ἂν καὶ ἀ­κό­μα τὰ βρά­δια αἰ­σθά­νε­ται νὰ τὸν πο­νοῦν τὰ δά­χτυ­λα-φαν­τά­σμα­τα τοῦ ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νου του χε­ριοῦ, ὅ­πως ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ε­ται στὸν ἀ­φη­γη­τὴ καὶ φί­λο του, ἀλ­λὰ ὄ­χι συ­νά­δελ­φό του. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος εἶ­ναι ὑ­πάλ­λη­λος ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ ἀ­πο­τα­μι­εύ­σει χρή­μα­τα γιὰ νὰ φύ­γει ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος μὲ τὰ πυ­κνὰ δά­ση ποὺ τὸν πνί­γει. Οἱ συ­νά­δελ­φοι τοῦ Bobby, σο­κα­ρι­σμέ­νοι ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­στα­τι­κό, δι­η­γοῦν­ται ὅ­τι στὴν προ­σπά­θειά τους νὰ σώ­σουν τὴ ζω­ή του ἀ­πὸ τὴν ἀ­κα­τά­σχε­τη αἱ­μορ­ρα­γί­α δὲν ἐν­δι­α­φέρ­θη­καν γιὰ τὴν πα­λά­μη τοῦ Bobby ποὺ κό­πη­κε, τι­νά­χτη­κε στὸν ἀ­έ­ρα κι ἔ­πε­σε στὸ φα­ράγ­γι. Ὁ ἀ­φη­γη­τὴς – φί­λος του Bobby, ὅ­ταν ἀ­πο­χω­ρεῖ ἀ­πὸ τὸ πάρ­τι γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο σκέ­φτε­ται τὸν Bobby, τὸ πῶς τέν­τω­νε τὸ ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο του χέ­ρι, σὰ νὰ πε­ρί­με­νε κα­τὰ βά­θος κά­τι νέ­ο νὰ φυ­τρώ­σει ἀ­πὸ τὸν ἀ­νύ­παρ­κτο καρ­πό του. Συ­νει­δη­το­ποι­εῖ, ὅ­μως, ὅ­τι δὲν λυ­πή­θη­κε τό­σο γιὰ τὸν φί­λο του. Πε­ρισ­σό­τε­ρο λυ­πό­ταν τὸ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο του χέ­ρι στὸ δά­σος, τὰ σφιγ­μέ­να δά­χτυ­λα ποὺ τὰ φαν­τα­ζό­ταν νὰ γρα­πώ­νουν τὸ κε­νό.

       Ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ τοῦ K. M. Elkes All That Is Betwe­en Us (Ὅ,τι ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σά μας) μὲ σα­ράν­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα (Ad Hoc Fiction, Ἰ­ού­νιος 2019). Οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες του, πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες δι­α­τη­ροῦν τὴν εὐ­ε­λι­ξί­α καὶ τὸ χι­οῦ­μορ τους, χω­ρὶς νὰ ἀ­να­κό­πτουν τὴν πο­ρεί­α τῆς ζω­ῆς τους. Στὶς πο­λὺ σύν­το­μες, ἀλ­λὰ πυ­κνὲς ἱ­στο­ρί­ες του δι­ε­ρευ­νᾶ σὲ βά­θος τὴν πε­ρί­πλο­κη, εὔ­θραυ­στη φύ­ση τῶν ἀν­θρω­πί­νων σχέ­σε­ων, τοὺς μη­χα­νι­σμοὺς τῆς ζω­ῆς ἐν κι­νή­σει, ὅ­πως γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὁ Βρε­τα­νὸς David Gaf­fney, κρι­τὴς τοῦ ἐν λό­γῳ δι­α­γω­νι­σμοῦ καὶ ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς. Τὰ ρομ­πὸτ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὁ ἥ­ρω­ας τοῦ Gaffney σὲ μιὰ πο­λὺ γνω­στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του («We are the ro­bots»), κα­θὼς με­τὰ ἀ­πὸ μί­α ἀ­κό­μα ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νη προ­σπά­θεια νὰ πλη­σιά­σει καὶ νὰ κερ­δί­σει μιὰ γυ­ναί­κα σὲ ἕ­να κλάμπ, ὄν­τας ὁ ἑ­αυ­τός του καὶ μὴ ἀ­κο­λου­θών­τας τὶς τυ­πο­ποι­η­μέ­νες συμ­βου­λὲς ἑ­νὸς φί­λου, ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι του δὲν αἰ­σθά­νε­ται τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μέ­ρος μιᾶς μη­χα­νῆς, μιὰ βαλ­βί­δα στὴν καρ­διὰ ἑ­νὸς με­ταλ­λι­κοῦ κτή­νους ποὺ τρί­ζει τὰ δόν­τια του.

       Ὁ K.M. Elkes στὴν ἐρώ­τηση ἐ­ὰν σκό­πι­μα ἐ­πι­λέ­γει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἢ ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῆς φόρ­μας γί­νε­ται κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς συγ­γρα­φῆς πα­ρα­πέμ­πει στὴ δη­μο­φι­λῆ ἄ­πο­ψη τοῦ Etgar Keret, σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θέ­μα: ἡ συγ­γρα­φὴ μοιά­ζει μὲ τὸ σέρ­φινγκ. Κά­θε­σαι καὶ πε­ρι­μέ­νεις γιὰ τὸ ἰ­δα­νι­κὸ κύ­μα καὶ ὅ­ταν τὸ πιά­σεις, πα­ρα­μέ­νεις στὴν κο­ρυ­φο­γραμ­μή του γιὰ ὅ­σο μπο­ρεῖς. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­ναι μιὰ σύν­το­μη πο­ρεί­α, ἄλ­λο­τε δια­ρκεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ­χρι ποὺ σὲ με­τα­φέ­ρει πί­σω στὴν ἀ­κρο­για­λιά. Ἁ­πλῶς δὲν τὸ γνω­ρί­ζεις μέ­χρι νὰ ἀ­νέ­βεις στὸ κύ­μα. Ὡς πρὸς τὶς προ­τά­σεις του γιὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀνα­φέρει ἐν­δει­κτι­κά: «Ὁ τζό­κερ μου» τῆς Lucia Berlin, τὰ «Μικρο­πράγματα» τοῦ Raymond Carver, ἡ «Μητέρα» («Mother») τῆς Grace Paley, τὸ «Κορί­τσι» τῆς Jamaica Kincaid, τὸ «Roll and Curl» τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Ingrid Jendrze­jewski[2], ἀλ­λὰ καὶ τὸ πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα «Reu­nion» τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ John Cheever, τὸ ὁ­ποῖ­ο πρω­το­δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸν Ὀκτώ­βριο τοῦ 1962 στὸ New Yor­ker καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ σταθ­μὸ καὶ γιὰ τὴν ἐν ἐ­ξε­λί­ξει θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ Jendr­zeje­wski σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ δευ­τε­ρο­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση γιὰ τό­σο σύν­το­μα δείγ­μα­τα λο­γο­τε­χνι­κῆς γρα­φῆς, μὲ σα­φή­νεια κι ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα, πε­ρι­γρά­φει μιὰ τυ­πι­κὴ σκη­νὴ σὲ ἕ­να ἐ­παρ­χια­κὸ κομ­μω­τή­ριο: μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη πε­λά­τισ­σα πρό­κει­ται νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ τὸ θά­να­το ἑ­νὸς μέ­λους τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς της, ὅ­πως γνω­ρί­ζει ὁ ἀ­να­γνώ­στης, ἀ­φοῦ ὅ­μως πρῶ­τα ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ τὸ τύ­λιγ­μα τῶν μαλ­λι­ῶν, τὸ χτέ­νι­σμα καὶ τὸ στή­σι­μο τῆς τέ­λειας (δυ­να­τῆς) εἰ­κό­νας της μὲ τὴ λάκ.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση τοῦ Chee­ver πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ συ­νάν­τη­ση ἑ­νὸς ἐ­φή­βου μὲ τὸν πα­τέ­ρα του στὴν καρ­διὰ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης τρί­α χρό­νια με­τὰ τὸ χω­ρι­σμό του μὲ τὴ μη­τέ­ρα του. Ὅ­πως προ­οι­κο­νο­μεῖ­ται μὲ τὸ ποὺ δι­α­κρί­νει ὁ ἔ­φη­βος ἥ­ρω­ας τὸν πα­τέ­ρα τοῦ ἀ­νά­με­σα στὸ πο­λύ­βου­ο πλῆ­θος, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι γνω­ρί­ζει ἤ­δη ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το νὰ εἶ­ναι ἕ­να ξα­να­σμί­ξι­μο μὲ τὴ σάρ­κα καὶ τὸ αἷ­μα του, τὸ μέλ­λον καὶ τὴν κα­τα­δί­κη του.


Τὸν πε­ρα­σμέ­νο Μά­ι­ο τὸ Tiny House, ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ σπί­τι ὑ­περ­σύγ­χρο­νης ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς καὶ τε­χνο­λο­γί­ας, ἐ­πι­φά­νειας 16,25m2, κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο ἐ­ξ’ ὁ­λο­κλή­ρου ἀ­πὸ ἐ­πα­να­χρη­σι­μο­ποι­ού­με­να ὑ­λι­κὰ καὶ μὲ μη­δε­νι­κὴ κα­τα­νά­λω­ση συμ­βα­τι­κῆς ἐ­νέρ­γειας, το­πο­θε­τή­θη­κε στὴν Times Square τῆς Ν. Ὑ­όρ­κης, θυ­μί­ζον­τας μιὰ μι­κρὴ ὄ­α­ση βγαλ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ μέλ­λον. Πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης αὐ­τῆς τῆς ἐγ­κα­τά­στα­σης τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ γλύ­πτη καὶ εἰ­κα­στι­κοῦ Fernan­do Mastran­gelo ἀ­πο­τέ­λε­σε ἡ εὐ­αι­σθη­το­ποί­η­σή (του) γιὰ τὴν κλι­μα­τι­κὴ ἀλ­λα­γή, ἀλ­λὰ καὶ ἡ πε­ποί­θη­σή του γιὰ τὴν ὀρ­γα­νι­κὴ σχέ­ση φύ­σης-ἀν­θρώ­που, ἡ ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρι­στεῖ, κα­θὼς «ἡ σύγ­χρο­νη τε­χνο­λο­γί­α καὶ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ μᾶς ἔ­χουν εἰ­σαγά­γει σὲ μιὰ νέ­α ὑ­λι­κό­τη­τα κι ἔ­χουν ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σει τὰ ὅ­ρια τῆς φαν­τα­σί­ας μας σὲ αὐ­τὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ροῦ­με νὰ οἰ­κο­δο­μή­σου­με στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα».


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

 

Ἡ Renate Brosch, κα­θη­γή­τρια ἀγ­γλι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Στουτ­γάρ­δης, στὴν ἀ­να­κοί­νω­σή της στὸ περ­σι­νὸ 15ο Διε­θνὲς Συνέ­δριο Ἀγγλό­φω­νου Διηγή­­μα­τος στὴ Λισα­βόνα ἐ­ξέ­τα­σε τὸ δι­ή­γη­μα – φαι­νό­με­νο τῆς Kristen Rou­penian μὲ τί­τλο «Cat person» (πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ New Yorker τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2017). Ἡ Brosch, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἄρ­τια ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, ἐ­ξέ­τα­σε καὶ τοὺς πο­λι­τι­σμι­κοὺς δεῖ­κτες ποὺ συγ­κέν­τρω­σε ἡ Roupe­nian σὲ ἕ­να κεί­με­νο 7.000 λέ­ξε­ων ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὶς σχέ­σεις τῶν δύ­ο φύ­λων καὶ τὸ μεῖ­ζον ζή­τη­μα τῆς ἰ­σό­τη­τας, ἐ­φό­σον τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο κεί­με­νο ἐ­πη­ρέ­α­σε δρα­στι­κὰ καὶ τὸ κί­νη­μα #MeToo. H Brosch ἀ­να­φέρ­θη­κε ἐ­πί­σης στὴν τε­ρά­στια συ­νει­δη­σια­κὴ κρί­ση καὶ δι­α­νο­η­τι­κὴ σύγ­χυ­ση ποὺ προ­κά­λε­σε τὸ δι­ή­γη­μα γιὰ τὸ ποῦ τε­λει­ώ­νουν τὰ ὅ­ρια τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ξε­κι­νοῦν τὰ ὅ­ρια τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, κα­θὼς ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀ­να­γνῶ­στες λο­γο­μα­χοῦ­σαν ἐ­πὶ μῆ­νες τό­σο στὸ δι­α­δί­κτυ­ο ὅ­σο καὶ σὲ ἔγ­κρι­τα δι­ε­θνῆ ἔν­τυ­πα καὶ ἀμ­φι­θέ­α­τρα με­γά­λων ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν ἱ­δρυ­μά­των ἀ­νὰ τὸν κό­σμο γιὰ τὸ ποι­ός ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο ἥ­ρω­ες —ἡ γυ­ναί­κα ἢ ὁ ἄν­τρας— εἶ­χαν δί­κιο.

       Ἂν καί, πα­ρα­δό­ξως, πρό­κει­ται γιὰ μιὰ κοι­νό­το­πη ἱ­στο­ρί­α, στὴν ὁ­ποί­α μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα συ­νά­πτει ἐ­ρω­τι­κὴ σχέ­ση μὲ ἕ­ναν με­γα­λύ­τε­ρο ἄν­τρα, τὸν ὁ­ποῖ­ο τε­λι­κὰ χω­ρί­ζει δι­ό­τι δὲν τὴν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ σὲ κα­νέ­να ἐ­πί­πε­δο κι ἐ­κεῖ­νος τὴν προ­σβά­λει, οὐ­σι­α­στι­κὰ μὴ ἀ­πο­δε­χό­με­νος τὸ δι­καί­ω­μά της νὰ ἐ­πι­λέ­γει τοὺς (ἐ­ρω­τι­κοὺς) συν­τρό­φους της ἐ­πὶ ἴ­σοις ὄ­ροις μὲ τὸν ὑ­πό­λοι­πο ἀν­τρι­κὸ πλη­θυ­σμὸ τῆς γῆς, ἡ Brosch στὰ συμ­πε­ρά­σμα­τά της ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι ἡ πρω­το­φα­νὴς ἔν­τα­ση καὶ δυ­να­μι­κὴ αὐ­τοῦ του δι­η­γή­μα­τος ὀ­φεί­λε­ται τε­λι­κὰ στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ Rou­penian φαί­νε­ται ὅ­τι δη­μι­ούρ­γη­σε στὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νὸ «μί­α αἴ­σθη­ση πραγ­μα­τι­κῶν qualia»[3].


Je sens sens le sens, αἰ­σθά­νο­μαι τὴν αἴ­σθη­ση τῆς αἴ­σθη­σης, γρά­φει ἡ οὐ­λι­πο­γρά­φος ποι­ή­τρια Michelle Grangaud στὸ Poèmes fondus τὸ 1997. Προ­η­γου­μέ­νως, τὸ 1991, με­τὰ ἀ­πὸ τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ συν­θέ­σει μι­κρὰ ἀ­φη­γή­μα­τα στὴ συλ­λο­γὴ Geste, ἕ­να γιὰ κά­θε ἡ­μέ­ρα ἑ­νὸς φαν­τα­στι­κοῦ ἔ­τους, ἡ ὁ­ποί­α, σύμ­φω­να μὲ τὸν Peter Consen­stein, συ­νι­στᾶ μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ qualia.

       Στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὰ κεί­με­να τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­να­φέ­ρον­ται ὡς δείγ­μα­τα τοῦ νέ­ου εἴ­δους ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ξε­χω­ρι­στὴ ἐκ­πρό­σω­πο τοῦ Ou.Li.Po. Ἐ­ξάλ­λου, ὅ­πως καὶ ἡ Δυ­νη­τι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους στό­χους τῆς ὁ­ποί­ας ἦ­ταν τὸ χτί­σι­μο τῆς συ­νεί­δη­σης μέ­σω τῆς σχέ­σης μνή­μη-συ­νεί­δη­ση-λο­γο­τε­χνι­κοὶ πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ καὶ ἐ­πη­ρέ­α­σε ὣς ἕ­να βαθ­μὸ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ δι­ά­δο­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ τε­λευ­ταί­α φαί­νε­ται νὰ συ­νι­στᾶ ἤ­δη ἕ­να ἀρ­χι­πέ­λα­γος ἀ­πὸ εὑ­ρή­μα­τα γιὰ τὸν σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο καὶ γιὰ τὸ πῶς αὐ­τὸς ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὸν κό­σμο γύ­ρω του ποὺ ἀλ­λά­ζει μὲ ἀ­σύλ­λη­πτη τα­χύ­τη­τα.



Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

 


Τὸ βι­βλί­ο τῆς Dorrit Cohn, Δι­α­φα­νῆ πρό­σω­πα, ἀ­φη­γη­μα­τι­κοὶ τρό­ποι γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α­ση τῆς συ­νεί­δη­σης στὴ μυ­θο­πλα­σί­α (μτφρ. Δή­μη­τρα Μπε­χλι­κού­δη, Ἐκ­δό­σεις Παπαζήση, Ἀ­θή­να 2001).


Τὸ ἄρ­θρο τῆς Maria Popova γιὰ τὸ πῶς τὰ qualia τῶν ἐμπειριῶν μας φωτίζουν τὸ κεντρικὸ μυστήριο τῆς συνείδησης, σύμ­φω­να μὲ τὸν νευ­ρο­ε­πι­στή­μο­να Christof Koch (στὴν ἀγ­γλι­κή).


Ἡ δι­ε­θνὴς ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Forward: 21st century flash fiction (Aforemen­tion­ed Produ­ctions, 2019) σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Ἀ­φρο-Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Me­gan Gid­dings, γνω­στῆς ἐκπρο­σώπου τοῦ εἴδους, μὲ συγ­γρα­φεῖς ἐ­κτός του ἀγ­γλο­σα­ξω­νι­κοῦ κι εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ πε­δί­ου πα­ρα­γω­γῆς (στὴν ἀγ­γλι­κή).


Ὁ K.M. Elkes δια­βάζει στὰ ἀγ­γλι­κὰ τὶς «Ἀ­κρό­τη­τες» («Extremities») τὸν Ὀ­κτώ­βριο 2019 (διά­ρκεια 2:33 λ.).




Τὸ Inter­national Wri­ting Pro­gram (IWP) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Iowa ξε­κι­νά­ει στὶς 15 Νο­εμ­βρί­ου ἕως 31 Δε­κεμ­βρί­ου, τὸ δι­ε­θνὲς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸ πρό­γραμ­μα (MOOC) μὲ τί­τλο Hid­den Mea­nings: Crea­tive Fi­ction, Non-fi­ction, and Facts, τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει κα­νεὶς δω­ρε­ὰν μέ­σῳ δι­α­δι­κτύ­ου.


Ἀ­πὸ 1η Δε­κεμ­βρί­ου 2019 ἕως 15η Φε­βρου­α­ρί­ου 2020 θὰ εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὴ ἡ πρό­σκλη­ση ὑ­πο­βο­λῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν πρὸς ἐ­πι­λο­γὴ γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἐκ­δί­δε­ται κά­θε χρό­νο στὸ πλαί­σιο τῆς Ἐθνι­κῆς Ἡμέ­ρας Μικρο­μυθο­πλασίας στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α.


[1] . Easterling P.E.– Knox B.B.W., Ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας, μτφρ. Κ. Κο­νο­μῆ, Χ. Γρίμ­πα, Μ. Κο­νο­μῆ, 5η ἔκ­δο­ση, Ἐκ­δό­σεις Πα­πα­δή­μα, Ἀ­θή­να 2000.
[2] . Δι­α­κρί­θη­κε στὸν δι­α­γω­νι­σμὸ Bath Flash Fi­ction Award τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 2016 καὶ εἶ­ναι συ­νε­πι­κε­φα­λῆς μὲ τὴν Βρε­τα­νί­δα Dia­ne Sim­mons τῆς Ἐθνι­κῆς Ἡμέ­ρας Μικρο­μυθο­πλα­σίας γιὰ τὸ 2020 στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α.
[3] . Τί ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι τὰ qua­lia; Ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε ὁ Luis Armstrong τί εἶ­ναι ἡ μου­σι­κὴ jazz, ἀ­πάν­τη­σε, Ἐ­ὰν χρει­ά­ζε­ται νὰ ρω­τή­σεις, πο­τὲ δὲν πρό­κει­ται νὰ μά­θεις, ἀ­να­φέ­ρει ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς φιλό­σοφος  Daniel C. Dennett σὲ σχε­τικὸ ἄρθρο του, ὅ­που ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἀ­νοί­κει­ο ὄ­ρο, τὸν ὁ­ποῖ­ο πρῶ­τος χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸ 1929 ὁ C.I. Lewis, γιὰ ὅ,τι μᾶς εἶ­ναι πιὸ οἰ­κεῖ­ο, δη­λα­δὴ γιὰ τὸ πῶς φαί­νον­ται τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ ἐ­μᾶς τοὺς ἴ­διους.
            Αὐ­τὲς οἱ φαι­νό­με­νες ποι­ό­τη­τες εἶ­ναι οἱ δευ­τε­ρεύ­ου­σες ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν ἐμ­πει­ρι­κῶν μας δε­δο­μέ­νων (τὰ αἰ­σθη­τη­ρια­κὰ δε­δο­μέ­να, τὰ ὑ­πο­κει­με­νι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των ἐμ­πει­ρι­ῶν μας, π.χ. ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ κόκ­κι­νου χρώ­μα­τος, ἢ τοῦ πό­νου, κα­θε­αυ­τ;eς) καὶ ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­κό­μα ἕ­να δυ­σε­πί­λυ­το πρό­βλη­μα γιὰ τὴν ἐ­πι­στή­μη, ἐ­φό­σον δὲν ὑ­πάρ­χει θε­ω­ρη­τι­κὴ θε­με­λί­ω­ση τῆς ὕ­παρ­ξής τους, πα­ρὰ τὴ μα­κρὰ ἱ­στο­ρί­α τους. Ἐν­το­πί­ζον­ται ἤ­δη στὴ δι­ά­κρι­ση τῶν αἰ­σθή­σε­ων σὲ πρω­τεύ­ου­σες καὶ δευ­τε­ρεύ­ου­σες ἀ­πὸ τὸν Γα­λι­λαῖ­ο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Ric­car­do Man­zotti (The case for qualia, ed. Edmond Wright, Bradford Books, 2008), στὶς προ­σπά­θει­ες τοῦ Goethe νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σει τὴν ψυ­χο­λο­γί­α τῆς ἀν­τί­λη­ψης καὶ τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος τῶν χρω­μά­των, ἀ­κό­μα καὶ στὴν ἀ­πο­ρί­α τοῦ Alan Tu­ring γιὰ τὸ ἂν ἕ­νας ὑ­πο­λο­γι­στὴς θὰ μπο­ροῦ­σε ποτὲ νὰ ἀπο­λαύ­σει φρά­ου­λες καὶ κρέ­μα γά­λα­κτος, ἀλ­λὰ ἂν ἰ­σχύ­ουν ἐν­δέ­χε­ται νὰ ὑ­πό­κειν­ται σὲ ἀλ­λα­γές, ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ συ­νά­δει μὲ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καὶ τὴ ζω­ὴ ἐν γέ­νει.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μι
κροῦ) (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.


Εἰκόνα: Ἔμβρυο χελώνας τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει ἐ­πι­χρω­μα­τι­στεῖ μὲ φω­σφο­ροῦ­χα χρώ­μα­τα μέ­σῳ τῆς στε­ρε­ο­σκο­πι­κῆς μι­κρο­σκο­πι­κῆς τε­χνι­κῆς. Πρῶτο βρα­βεῖο στὸ φε­τι­νὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­φω­το­γρα­φί­ας Nikon Small World 2019, μὲ νι­κή­τρι­ες τὶς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες Teresa Zgoda καὶ Teresa Kugler, εἰ­δι­κευ­ό­με­νες στὴ μι­κρο­σκο­πί­α, ἕ­ναν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ κλά­δο ποὺ συν­δυά­ζει τὴν τέ­χνη μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»]

[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#9]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου



ΤΟ 2014 ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸ 8ο Διε­θνές Συνέ­δριο Μικρο­μυ­θο­πλασίας στὸ Kentucky ἡ ἀν­θο­λο­γί­α Short, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ κα­θη­γη­τῆ στὸ Columbia Alan Zie­gler. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ κα­λύ­ψει πέν­τε αἰ­ῶ­νες τῆς (πο­λὺ) σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, μὲ κεί­με­να ἕ­ως 1.250 λέ­ξεις σὲ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρά, ἀ­πὸ 24 χῶ­ρες τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου. Στὴν ἀν­θο­λο­γί­α πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται 193 κυ­ρί­ως ἀγ­γλό­φω­νοι λο­γο­τέ­χνες, ἕ­πον­ται οἱ γαλ­λό­φω­νοι καὶ ἀ­κο­λου­θοῦν λι­γό­τε­ροι ἱ­σπα­νό­φω­νοι, ἰ­τα­λό­φω­νοι καὶ ἄλ­λοι ποὺ τὴν καλ­λι­έρ­γη­σαν, συ­στη­μα­τι­κὰ ἢ πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, πα­λαι­ό­τε­ροι (π.χ. Bierce, Chopin, Woolf, Borges, Renard, Queneau, Beckett, Cortazar, Barthes, Calvino, O’Hara, Lispe­ctor) καὶ σύγ­χρο­νοι (π.χ. At­wood, Valen­zuela, Hempel, Keret, Bender, Eggers, Alomar). Μύ­θοι, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, πε­ζο­ποι­ή­μα­τα, ἀ­φο­ρι­σμοί, ἀ­νέκ­δο­τα, λί­στες, στο­χα­σμοί, ψευ­δο-δο­κί­μια, ψευ­δο-λε­ξι­κο-λήμ­μα­τα, ψευ­δο-ἀγ­γε­λί­ες καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα σύν­το­μα κεί­με­να ἀν­θο­λο­γοῦν­ται στὸν τό­μο.

       Εὑ­ρη­μα­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ Ziegler, ἀν­τὶ εἰ­σα­γω­γι­κοῦ ση­μει­ώ­μα­τος νὰ πα­ρου­σιά­σει μιὰ φαν­τα­στι­κὴ δη­μό­σια συ­νο­μι­λί­α τὴν ὁ­ποία συν­το­νί­ζει στὸ κα­τά­με­στο Thé­âtre de Splen­dide Hotel. Μὲ σει­ρὰ ἐμ­φά­νι­σης στὴ ζω­γρα­φι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸν Manet σκη­νή, ἀλ­λὰ καὶ δι­ά­σπαρ­τους ἀ­νά­με­σα στοὺς θε­α­τές, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι ἐ­πί­τι­μα μέ­λη μιᾶς ἐ­πι­νο­η­μέ­νης δι­ε­θνοῦς Ἑ­ται­ρεί­ας Σύν­το­μης Πε­ζο­γρα­φί­ας, ὁ­μι­λη­τὲς εἶ­ναι οἱ Luis «Aloysius» Ber­trand, Poe, Bau­delaire, Mal­larmé, Rim­baud, Patti Smith, Paul Simon, Mon­taigne, Jean-Jacques Rous­seau, Breton, Juan Ramón Jimé­nez, Alten­berg, Kafka, Edson, Lydia Davis, Deb Olin Un­ferth, Paz, Gu­stave Kahn, Stuart Merril, Max Jacob καὶ Maxine Cher­noff. Στὸ κλεί­σι­μο αὐ­τῆς τῆς συ­ναρ­πα­στι­κῆς βρα­διᾶς ὁ Ziegler τοὺς εὐ­χα­ρι­στεῖ ὅ­λους καὶ τοὺς εὔ­χε­ται νὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν ἀ­σφα­λεῖς στοὺς τό­πους τους καὶ κυ­ρί­ως στὶς χρο­νι­κὲς πε­ρι­ό­δους στὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­ζη­σαν καὶ με­γα­λούρ­γη­σαν.

       Πα­ρό­λα αὐ­τά, τό­σο στὴν ἀν­θο­λο­γί­α, ὅ­σο καὶ σὲ αὐ­τὸ τὸ φαν­τα­στι­κὸ συμ­πό­σιο εἶ­ναι αἰ­σθη­τὴ ἡ ἀ­που­σί­α κά­ποι­ων κύ­ρι­ων ἐκ­προ­σώ­πων τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως οἱ Chekhov, Torri, Kawa­bata, Heming­way, Aub, Brau­tigan, Carver, Jaeg­gy, Oxtoa, κ.λπ.

       Ὡς ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὸ δεῖγ­μα ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση στὴν ἀν­θο­λο­γί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ «Συμ­πλή­ρω­σις Φορ­τη­γοῦ Ἀ­τμό­πλοι­ου» τοῦ Ἀν­δρέ­α Ἐμ­πει­ρί­κου ἀ­πὸ τὴν Ὑ­ψι­κά­μι­νο, τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ ἑ­ξήν­τα-τρι­ῶν πε­ζό­μορ­φων ποι­η­μά­των (Ἐκ­δό­σεις Κα­στα­λί­α, Ἀ­θή­να, 1935), ὅ­που πε­ρι­έ­χε­ται καὶ τὸ «Τρι­αν­τά­φυλ­λα στὸ πα­ρά­θυ­ρο», στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Ἐμ­πει­ρί­κος γρά­φει: «[…] Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη. Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι ἡ ἀ­τε­λεύ­τη­τη μά­ζα μας. Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι ἡ λυ­σι­τε­λὴς πα­ρα­δο­χὴ τῆς ζω­ῆς μας καὶ τῆς κά­θε μας εὐ­χῆς ἐν παν­τὶ τό­πῳ εἰς πᾶ­σαν στιγ­μὴν εἰς κά­θε ἔν­θερ­μον ἀ­να­μό­χλευ­σιν τῶν ὑ­παρ­χόν­των. Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι τὸ σε­ση­μα­σμέ­νον δέ­ρας τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς μας».


Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ 1960 Οἰκογενειακοί δεσμοί (Ἀν­τί­πο­δες, 2019) τῆς Βρα­ζι­λιά­νας Clarice Lispector, ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ziegler. Ἡ ἐμ­βρι­θής, ἀ­φαι­ρε­τι­κὴ μα­τιά της, ἡ ἐκ­φρα­στι­κὴ ἁ­πλό­τη­τα καὶ ἡ φαν­τα­σί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὸ ὕ­φος της. Στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς μὲ τί­τλο Ἡ μι­κρό­τε­ρη γυ­ναί­κα στὸν κό­σμο ὁ Γάλ­λος ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴς Marcel Pretre ἀ­να­κα­λύ­πτει στὰ βά­θη τῆς Ἀ­φρι­κῆς μί­α φυ­λὴ Πυγ­μαί­ων. Πλη­ρο­φο­ρεῖ­ται, ὅ­μως, ὅ­τι βα­θύ­τε­ρα στὴ ζούγ­κλα ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα πιὸ μι­κρό­σω­μα πλά­σμα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐν­το­πί­ζει στὸ ἀ­να­το­λι­κὸ Κον­γκὸ καὶ σπεύ­δει νὰ τὰ με­λε­τή­σει μὲ ἀ­δη­φά­γο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἀ­νά­με­σά τους ὑ­πάρ­χει μί­α ἔγ­κυ­ος νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ ζεῖ στὴν κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς δέν­τρου μα­ζὶ μὲ τὸν σύν­τρο­φό της, τὴν ὁ­ποί­α ὁ ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴς ἀ­πο­κα­λεῖ Μι­κρὸ Λου­λού­δι, κι ἔκ­πλη­κτος δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­το­μὴ τῆς ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς ἀ­γά­πης, τῆς κα­τά­φα­σης ἑ­αυ­τοῦ καὶ τῆς χα­ρᾶς τῆς ζω­ῆς. Ἡ γλωσ­σι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τους εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­δύ­να­τη, ὅ­μως τὸ μυ­στή­ριο, πη­γαῖ­ο καὶ ζε­στὸ γέ­λιο της, δι­ορ­θώ­νει ὄ­χι μό­νο αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὴ δυσ­λει­τουρ­γί­α, ἀλ­λά, μὲ μπερ­ξο­νι­κοὺς ὅ­ρους[1], ἀν­τι­στρέ­φει τὸ δί­πο­λο τοῦ πο­λι­τι­σμέ­νου-ἀ­πο­λί­τι­στου καὶ δι­α­σφα­λί­ζει τὴν ἁρ­μο­νι­κὴ συμ­βί­ω­ση, συμ­πά­θεια καὶ συ­νεν­νό­η­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἄ­γνω­στα καὶ ἀ­νό­μοι­α πλά­σμα­τα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους ποὺ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κό­σμους[2].

       Στὸ με­τα­ξύ, ἡ φω­το­γρα­φί­α της γί­νε­ται πρω­το­σέ­λι­δο σὲ κυ­ρι­α­κά­τι­κες ἐ­φη­με­ρί­δες. Οἱ ἀν­τι­δρά­σεις ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ θέ­α­ση αὐ­τῆς τῆς μαυ­ρι­δε­ρῆς —σὰν πί­θη­κος— καὶ μι­κρο­σκο­πι­κῆς ἐγ­κυ­μο­νού­σας, εἶ­ναι ποι­κί­λες κι ἐ­γεί­ρουν δι­α­χρο­νι­κὰ κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὰ καὶ φι­λο­σο­φι­κὰ ζη­τή­μα­τα γιὰ τὴ δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἡ Lispector ἐ­πι­νο­εῖ καὶ με­τα­φέ­ρει μὲ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ εὐ­στο­χί­α. Ἄλ­λοι θαυ­μά­ζουν, χλευά­ζουν, ἀ­πε­χθά­νον­ται ἢ λυ­ποῦν­ται τὴ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα, ἄλ­λοι ταυ­τί­ζον­ται μα­ζί της. Μιὰ γυ­ναί­κα θυ­μᾶ­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει γιὰ κά­ποι­α κο­ρί­τσια ποὺ με­γά­λω­ναν σὲ ἕ­να ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο χω­ρὶς παι­χνί­δια καὶ κοῦ­κλες καὶ ὅ­ταν πέ­θα­νε ἕ­να κο­ρι­τσά­κι ἀ­πέ­κρυ­ψαν τὸ γε­γο­νὸς ἀ­πὸ τὶς ὑ­πεύ­θυ­νες του ἱ­δρύ­μα­τος καὶ νε­κρὸ τὸ ἐ­πλε­ναν, τὸ τά­ϊ­ζαν καὶ τὸ τι­μω­ροῦ­σαν γιὰ νὰ τὸ πα­ρη­γο­ρή­σουν με­τὰ φι­λών­τας το στορ­γι­κά.

       Ἡ Lispector ἐγ­κι­βω­τί­ζον­τας δι­ά­φο­ρες ἱ­στο­ρί­ες στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά της φω­τί­ζει καὶ τὴν πα­θο­λο­γι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς ἀ­γά­πης. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, το­νί­ζει καὶ τὴ γο­η­τεί­α ποὺ μᾶς ἀ­σκεῖ τὸ μικρό, τὸ ὁποῖο εἶναι ὡραῖο, σύμ­φω­να καὶ μὲ τὴ θε­ω­ρί­α τοῦ Claude Levi-Strauss γιὰ τὸ modèle rèduit.

       «Τὰ παι­διὰ δι­α­θέ­τουν τὴ φαν­τα­σί­α τους. Εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρα», ἀ­να­φέ­ρει ἡ Lispector στὴ μοναδικὴ τηλεοπτικὴ συνέντευξή της τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1977, ἐν­νιὰ μῆ­νες πρὶν ἀ­πο­βι­ώ­σει. «Στὰ δεκα­τρία μου δι­ά­βα­σα τὸν Λύ­κο τῆς στέπ­πας τοῦ Hesse. Ἦ­ταν σόκ. Τό­τε ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ δὲν θὰ εἶ­χε τέ­λος. Τὴν ἔ­σκι­σα καὶ τὴν πέ­τα­ξα τε­λι­κά – με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια», λέ­ει σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο, ἐ­νῶ δύ­ο φο­ρὲς το­νί­ζει: «Γρά­φω ἁ­πλά, ξέ­ρε­τε. Δὲν ἐ­πεν­δύ­ω ὅ,τι γρά­φω.» Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου «Ποι­ός θε­ω­ρεῖ­τε ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ρό­λος τοῦ Βρα­ζι­λιά­νου συγ­γρα­φέ­α σή­με­ρα;» ἀ­παν­τά­ει: «Νὰ μιλάει ὅσο λιγότερο γίνεται». Ἐ­νῶ σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὅ­που ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος θί­γει τὸ θέ­μα τῆς ἑρ­μη­τι­κό­τη­τας ποὺ ἔ­χουν κά­ποι­α κεί­με­νά της ἀ­πο­δέ­χε­ται τὴν κρι­τι­κὴ αὐ­τή, λέ­γον­τας ὅ­τι ἡ ἴ­δια τὰ κα­τα­λα­βαί­νει, ὅ­πως καὶ με­ρι­κοὶ ἀ­να­γνῶ­στες της ποὺ ἔ­μα­θαν νὰ τὴν κα­τα­νο­οῦν μὲ τὸν και­ρὸ καὶ αὐ­τὸ τῆς εἶ­ναι ἀρ­κε­τό. Πα­ρό­λα αὐ­τά, πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ μό­νο δι­ή­γη­μά της ποὺ πα­ρα­μέ­νει μυ­στή­ριο ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τὴν ἴ­δια[3] εἶ­ναι τὸ «O ovo e a galinha» («Τὸ αὐ­γὸ καὶ ἡ κό­τα» – «The egg and the chicken»). Πράγ­μα­τι, σὲ αὐ­τὸ ἀν­τα­να­κλᾶ­ται ἡ ἄ­πο­ψή της ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α δὲν ἀλλάζει τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­τι ἡ ζω­ὴ προ­η­γεῖ­ται καὶ ὅ­τι ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη ση­μαί­νει ἀ­νι­δι­ο­τέ­λεια. Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου, «Πο­λε­μᾶ­τε μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Clarice Lispector;» ἀ­παν­τά­ει: «Ὄ­χι. Ἀ­φή­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι.»


«Λοι­πόν, αὐ­τὸς ποὺ γύ­ρευ­α εἶ­μαι» εἶ­ναι ὁ πέμ­πτος ἀ­πὸ τοὺς δέ­κα συ­νο­λι­κὰ στί­χους τοῦ ποι­ή­μα­τος «Λα­κω­νι­κόν» του Ὀ­δυσ­σέ­α Ἐ­λύ­τη ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Ἕ­ξι καὶ μί­α τύ­ψεις γιὰ τὸν οὐ­ρα­νό ποὺ πρω­το­εκ­δό­θη­κε τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ μὲ τοὺς Οἰ­κο­γε­νεια­κοὺς δε­σμούς τῆς Lispector. Σὲ αὐ­τὸν τὸν στί­χο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Μ. Ζ. Κο­πι­δά­κη[4], ἐν­το­πί­ζε­ται τὸ πυ­κνὸ πλέγ­μα δι­ά­φο­ρων φι­λο­σο­φι­κῶν κα­τα­βο­λῶν ἀ­πὸ τὸν Ἠ­ρά­κλει­το, τὸν Πίν­δα­ρο, τὸν Καρ­τέ­σιο καὶ τὴ φι­λο­σο­φί­α τοῦ ὑ­παρ­ξι­σμοῦ.


Ὁ Σύ­ριος ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος Osama Alomar, Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ὑ­πή­κο­ος πλέ­ον, ὅ­ταν τὸ 2008 με­τα­νά­στευ­σε στὶς Η.Π.Α. βι­ο­πο­ρι­ζό­ταν ὡς ὁ­δη­γὸς τα­ξὶ στὸ Σι­κά­γο. Τὸ 2010 δη­μο­σι­εύ­θη­καν ἑ­πτὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες του στὸ ἴ­διο τεῦ­χος μὲ τὴν Lydia Davis στὸ Noon, τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τῆς Diane Williams. Τὸ 2014 συμ­πε­ρι­λή­φθη­κε στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ziegler, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔχει ἐ­πι­ση­μά­νει τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τά του. Τὸ 2017 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ The teeth of the comb & other stories (Τὰ δόν­τια τῆς χτέ­νας καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες). Σὲ μιὰ συ­νέν­τευ­ξή του ἀ­φη­γεῖ­ται τὰ χρό­νια της ἐ­κρί­ζω­σής του ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα τοῦ πρὶν ξε­σπά­σει ὁ πό­λε­μος καὶ τὴν πε­ρι­πέ­τειά του νὰ ξα­να­βρεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ νὰ ἐν­σω­μα­τω­θεῖ στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ κουλ­τού­ρα. Σχε­τι­κὰ μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (al-qisa al-qasira jiddanal-uqsusa al-qasira στὰ ἀ­ρα­βι­κὰ) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι τὸν ἐκ­φρά­ζει ἐ­πει­δὴ εὐ­νο­εῖ καὶ τὸ στο­χα­σμό. Στὴ συ­νέν­τευ­ξη δι­α­βά­ζει μί­α ἀ­πὸ τὶς γνω­στό­τε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες του, «The stake» («Τὸ πα­λού­κι»): ἕ­νας σπου­δαῖ­ος συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξα­ναγ­κά­ζε­ται νὰ κα­θί­σει ἐ­πά­νω στὴν ἴ­δια τοῦ τὴν πέ­να μέ­χρι τὸ αἷ­μα του νὰ γί­νει μπλέ, ὡς ποι­νὴ γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κή του ὀ­ξυ­δέρ­κεια καὶ τὴν ἀν­τί­δρα­σή του στὴν κα­θε­στω­τι­κὴ λο­γο­κρι­σί­α. Ἔ­τσι με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ἐ­κλε­κτοὺς δι­α­νο­ού­με­νους τῆς χώ­ρας του καὶ βά­ζει μυα­λὸ διὰ παν­τός.

       Ἴ­σως ὑ­πόρ­ρη­τα αὐ­τὴ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Alomar νὰ συν­δι­α­λέ­γε­ται μὲ τὴν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «Ba­rnes» τοῦ Βο­λι­βια­νοῦ Ed­mu­ndo Paz Sol­dán, στὴν ὁ­ποί­α ἕ­νας ἄν­τρας κα­τα­δι­κά­ζε­ται σὲ θά­να­το γιὰ τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ προ­έ­δρου τῆς χώ­ρας του κι ἑ­κα­τον­τά­δων στρα­τι­ω­τῶν καὶ λό­γῳ του ὅ­τι εἰ­σπράτ­τει ἀ­να­γνώ­ρι­ση καὶ ἀ­πο­κτᾶ νό­η­μα ἡ ὕ­παρ­ξή του δη­λώ­νει ἔ­νο­χος γιὰ ὅ­λα τα φρι­χτὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ τοῦ κα­τα­λο­γί­ζουν, ἐ­νῶ εἶ­ναι ἀ­θῶ­ος, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἄποψη τοῦ T.S. Eliot ὅ­τι σκο­πὸς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­ναι νὰ με­τα­τρέ­ψει τὸ αἷ­μα σὲ με­λά­νι.


«Τὸ ὀ­ξεί­διο τοῦ σι­δή­ρου προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ τὶς κόκ­κι­νες φλέ­βες ἑ­νὸς πε­τρώ­μα­τος στὸν γκρε­μὸ γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να κλει­στὸ φα­ράγ­γι τῆς ἐ­ρή­μου.» Ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «For Those of You Who Don’t Un­derstand, That’s What You Call Real Love» στὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῶν John Brantin­gham καὶ Grant Hier ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα μὲ τί­τλο Cali­fornia Conti­nuum (Pelekinesis, 2019). Τὸ τοῦ­βλο ποὺ εἶ­χε κα­τα­σκευα­στεῖ ἀ­πὸ τo συγ­κε­κρι­μέ­νο πέ­τρω­μα ἔ­σπα­σε στὸ κε­φά­λι τοῦ ἥ­ρω­α, Denny Reginald, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν ταρα­χῶν τοῦ 1992 στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες μὲ τοὺς 63 νε­κροὺς καὶ τοὺς χι­λιά­δες τραυ­μα­τί­ες καὶ συλ­λη­φθέν­τες. Οἱ κα­τα­σταλ­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν, ἡ δι­ά­σω­ση τοῦ Denny, ὁ ἐγ­κλει­σμός του στὸ ἀ­να­μορ­φω­τή­ριο καὶ ἡ ἀ­θώ­ω­σή του στὴ δί­κη ἐ­ξι­στο­ροῦν­ται μὲ ρε­α­λι­σμὸ καὶ οἰ­κο­νο­μί­α λό­γου. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται μὲ τὴν αἰ­σι­ό­δο­ξη μα­τιὰ τοῦ ἥ­ρω­α ἀ­πέ­ναν­τι σὲ αὐ­τὴ τὴν πα­ρά­νοι­α: πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ­τι κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν πολ­λῶν με­ταγ­γί­σε­ών του γιὰ νὰ σω­θεῖ ἡ ζω­ή του κα­νέ­νας δὲν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α στὸ χρῶ­μα τοῦ αἵ­μα­τος, «ἀλ­λὰ ἦ­ταν πι­θα­νὸν κόκ­κι­νο», ἴ­διο γιὰ ὅ­λους.

       Ἡ συλ­λο­γὴ ἀ­παρ­τί­ζε­ται ἀ­πὸ 70 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, μὲ θέ­μα τὴ με­τα­νά­στευ­ση, τὸ ρα­τσι­σμό, τὸν πό­λε­μο καὶ τὶς κλο­νι­σμέ­νες δι­α­πο­λι­τι­σμι­κὲς σχέ­σεις στὸ δι­α­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να, κα­θὼς τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα τῶν δύ­ο συγ­γρα­φέ­ων στό­χευ­ε ἐ­ξαρ­χῆς νὰ κα­λύ­ψει 13.000 χρό­νια συν­δέ­σε­ων καὶ με­τα­το­πί­σε­ων στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς Κα­λι­φόρ­νιας.


 

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Σύμ­φω­να μὲ τὴν Vio­le­ta Ro­jo, κα­θη­γή­τρια στὸ Uni­versi­dad Si­mon Bo­li­var (Κα­ρά­κας, Βε­νε­ζου­έ­λα), με­τὰ ἀ­πὸ 30 ἔ­τη ἐν­δε­λε­χοῦς ἔ­ρευ­νας τῆς (ἱ­σπα­νό­φω­νης) μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὸ νε­ο­φα­νὲς τοῦ εἴ­δους ἔγ­κει­ται στὴ συντομία. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ ἐκ­κι­νοῦν οἱ θε­ω­ρη­τι­κὲς ἀ­πό­πει­ρες τα­ξι­νό­μη­σης καὶ οἱ ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις καὶ σὲ αὐ­τὴ ὀ­φεί­λον­ται ἡ συγ­γρα­φι­κὴ δυ­σκο­λί­α καὶ τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα. Στὴ συν­το­μί­α κυ­ρί­ως ἀ­πο­δί­δε­ται ὁ ἀ­να­νε­ω­τι­κὸς ρό­λος καὶ ἡ πα­ρα­δο­ξό­τη­τα τοῦ εἴ­δους, νὰ πε­τυ­χαί­νει ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα κι αἰ­σθη­τι­κὴ τέρ­ψη σὲ (πο­λὺ) μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο.

       Ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι τὸ βα­σι­κὸ κρι­τή­ριο σύμ­φω­να μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο το­πο­θε­τεῖ­ται πλη­σι­έ­στε­ρα εἴ­τε στὴν πρω­τε­ϊ­κὴ φύ­ση τοῦ μύ­θου (L. Rour­ke, C. John­son, S. Dy­beck), ἢ στὴν ποί­η­ση (M. Go­mes, G. Sam­pe­rio, F. No­gu­e­rol, J. C. Oa­tes) ἢ στὸ δι­ή­γη­μα (D. Ro­as, J. Gui­ma­ra­es), ἢ στὴν ὑ­βρι­δι­κὴ[5] μορ­φὴ (Brix­vold καὶ Jor­gen­sen, L. Za­va­la, R. Bra­sca, I. Ta­ha, G. Si­les) ἢ σὲ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος (D. Koch, W. Nel­les, B. M. Blan­co, G. Ami­hud[6]).

       Χά­ρη στὴ συν­το­μί­α της ρέ­ει σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ μορ­φὴ καὶ συ­σπει­ρώ­νει τὰ δύ­ο μέ­σα. Οἱ ἐ­ρευ­νή­τρι­ες Gra­cie­la To­mas­sini καὶ Stel­la Maris Colo­mbo[7] τὴν ἔ­χουν χα­ρα­κτη­ρί­σει εὔ­στο­χα ὄ­χι ὡς τὴ δυ­τι­κό­τρο­πη, ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κὴ «τρο­φὴ γιὰ σκέ­ψη» («food for thought»), ποὺ ἔ­χει συ­χνὰ ἀ­το­μι­κι­στι­κὸ κι ἐ­λι­τι­στι­κὸ πρό­ση­μο, ἀλ­λὰ «μη­χα­νὴ τοῦ σκέ­πτε­σθαι[8]» («ma­qui­na de pen­sar»). Ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι φέρ­νει τὴ λο­γο­τε­χνί­α στὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα κα­θὼς δι­α­πνέ­ε­ται ἀ­πὸ συλ­λο­γι­κὸ πνεῦ­μα, δι­α­θέ­τει πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­ση καὶ σύγ­χρο­νη, πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ μορ­φή, ποὺ ται­ριά­ζει στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας πα­ρα­μέ­νον­τας, πα­ράλ­λη­λα, δι­α­κρι­τὴ ἀ­πὸ τὴν ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α (e-literature).

       Ἔ­τσι, συ­νο­ψί­ζουν τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο μὲ τὰ πολ­λὰ ὀ­νό­μα­τα, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρῶ ὅ­τι συν­δέ­ει σὰν ἁ­λυ­σί­δα δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς πο­λι­τι­σμοὺς με­τα­ξύ τους, ἀλ­λὰ καὶ σὰν ἀ­δι­ά­σπα­στος κρί­κος τὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση μὲ τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Αὐ­τὸς ὁ κρί­κος πε­ρι­κλεί­ει ἕ­να πε­δίο ὤ­σμω­σης εἰ­δῶν καὶ ἰ­δε­ῶν καὶ συμ­βί­ω­σης δι­α­φο­ρε­τι­κῶν (πο­λι­τι­σμι­κῶν συγ)κει­μέ­νων κι ἐν­δεί­κνυ­ται γιὰ στά­ση[9]: ἐμ­πέ­δω­ση τῆς συσ­σω­ρευ­μέ­νης γνώ­σης καὶ τῆς πρα­κτι­κῆς αἰ­ώ­νων στὴ συν­το­μί­α καὶ ἀλ­λα­γὴ σκέ­ψης καὶ λό­γου.


Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας Da­vid Dru­ry πα­ρο­μοιά­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία μὲ ἀ­πύθ­με­νη λι­μνού­λα, ἡ κα­τα­βύ­θι­ση στὴν ὁ­ποί­α δη­μι­ουρ­γεῖ τὴν ἐκ­πλη­κτι­κὴ αἴ­σθη­ση ποὺ βι­ώ­νει κα­νεὶς σὲ μιὰ αἰ­ω­ρού­με­νη ἀ­νε­μό­σκα­λα, ὅ­ταν γλι­στρά­ει μέ­σα σὲ ἕ­να πη­γά­δι ἢ σὲ μιὰ ἀ­πό­το­μη νε­ρο­τσου­λή­θρα. Στὴν προ­σπά­θειά του νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει τὸ φαι­νό­με­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­φω­νεῖ ὅ­τι συν­δέει τὴ λογο­τε­χνία μὲ τὴν ἐπι­στη­μο­νικὴ καὶ τε­χνο­λο­γικὴ ἐξέ­λι­ξη καὶ ἴ­σως χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν 21ο αἰ. (ὅ­πως δι­α­τεί­νε­ται καὶ ὁ Με­ξι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς Lau­ro Zava­la), προ­σο­μοιά­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἕ­να ὑ­περ­σύγ­χρο­νο, μι­κρο­σκο­πι­κὸ δεν­τρό­σπι­το μὲ πε­ρι­φε­ρεια­κὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ φεγ­γί­τη, ἀπ’ ὅ­που μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει κα­νεὶς τὴν πα­νο­ρα­μι­κὴ θέ­α καὶ νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σει τὸ σύμ­παν.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

 

Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Ἱστο­ρίες τοῦ Βαρ­­θο­λο­­μαί­ου Ὀλί­βιε τοῦ Δημή­τρη Κα­ρα­κίτσου.


Ἡ συλ­λο­γὴ If I don’t ma­ke it, I lo­ve you 84 σύν­το­μων μαρ­τυ­ρι­ῶν μα­θη­τρι­ῶν καὶ μα­θη­τῶν, ἐ­πι­ζών­των ἀ­πὸ μα­ζι­κὲς δο­λο­φο­νι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις σὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ ἱ­δρύ­μα­τα ἀ­πὸ τὸ 1966 ἕ­ως τὸ 2018. Ἐ­πι­μέ­λεια: Amye Ar­cher καὶ Loren Klein­man.


Τὸ βι­βλί­ο Micro­style, The Art of Wri­ting Lit­tle τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ γλωσ­σο­λό­γου Chri­sto­pher John­son.



Ἡ ἰ­στο­σε­λί­δα τοῦ Sto­ryCorps τοῦ Da­ve I­say, ὁ ὁ­ποῖ­ος ξε­κί­νη­σε τὸ 2003 στὴ Ν. Ὑ­όρ­κη ἕ­να ἀρ­χεῖ­ο ἠ­χο­γρα­φή­σε­ων μὲ θέ­μα τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου καὶ συ­νε­χί­ζει ἕ­ως σή­με­ρα νὰ κα­τα­γρά­φει προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ δι­ά­φο­ρες πο­λι­τεῖ­ες των Η.Π.Α.


Τὸ ἄρ­θρο τῆς Micah Perks «7 Dark Sto­ries About Mi­nia­ture Peo­ple» στὸ ὁ­ποῖ­ο προ­τεί­νει ἑ­πτὰ ἱ­στο­ρί­ες μὲ ἥ­ρω­ες μι­κρο­σκο­πι­κὰ πλά­σμα­τα, ποὺ φω­τί­ζουν σκο­τει­νὲς πτυ­χὲς τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης. Ἀ­νά­με­σά τους δι­η­γή­μα­τα τῶν Aimee Ben­der, Ma­nuel Gonza­les καὶ Cla­rice Lispe­ctor.


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν ἀ­γά­πη τοῦ δι­α­δι­κτυα­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τῆς Ν. Ζη­λαν­δί­ας Flash Frontier τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2019 μὲ 57 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ δι­α­κρί­θη­καν δι­ε­θνῶς καὶ ἀ­νά­με­σά τους καὶ αὐτή τῆς Ἑλ­λη­νί­δας Κωνσταντίνας Σώζου–Κύρκου.


Σεπτέμβριος 2019

[1]. Γιὰ τὸν Henri Bergson, στὸ δο­κί­μιό του γιὰ τὴ ση­μα­σί­α τοῦ κω­μι­κοῦ, Tο γέλιο, «εἶ­ναι μιὰ κοι­νω­νι­κὴ χει­ρο­νο­μί­α ποὺ ὑ­πο­γραμ­μί­ζει καὶ κα­τα­στέλ­λει μιὰ εἰ­δι­κὴ ἀ­φη­ρη­μά­δα τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ τῶν συμ­βάν­των κι ἐκ­φρά­ζει μιὰ ἀ­το­μι­κὴ ἢ συλ­λο­γι­κὴ ἀ­τέ­λεια ἡ ὁ­ποί­α ἀ­ξι­ώ­νει δι­όρ­θω­ση. Τὸ γέ­λιο εἶ­ναι αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ δι­όρ­θω­ση».
[2]. Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ πα­ρά­ξε­νου, πε­ρι­θω­ρια­κοῦ στοι­χεί­ου ὡς φλέ­βα ζω­ῆς δι­α­τέ­μνει καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Agua Viva (Ζων­τα­νὸ νε­ρὸ) στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φει: «Καὶ ὅ­ταν πι­στεύ­ω ὅ­τι μί­α λέ­ξη εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νη τό­τε εἶ­ναι ποὺ πε­τυ­χαί­νει τὸ νό­η­μά της. Καὶ ὅ­ταν πι­στεύ­ω ὅ­τι ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νη τό­τε εἶ­ναι ποὺ ἀρ­χί­ζει ἡ ζω­ή.»
[3]. Σὲ αὐ­τὸ κο­ρυ­φώ­νε­ται ἡ ἐσω­τε­ρικὴ σχέ­ση ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξε τὸ σύ­νο­λο τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου της μὲ τὴ φι­λο­σο­φί­α, ἐ­φό­σον ἐμ­πλού­τι­σε τὴ φι­λο­σο­φι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κή, ὅ­πως ὁ Kafka μὲ τὴ Με­τα­μόρ­φω­ση. Ὁ Δα­νὸς καλ­λι­τέ­χνης καὶ στο­χα­στῆς Asger Jorn, μέν­το­ρας τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε ὁ Ga­ston Bache­lard, στὸ κεί­με­νό του «τί ἐστὶ ἀνθρώ­πι­νο ζῶο», ἀ­φοῦ με­λέ­τη­σε τὸ ἔρ­γο τοῦ Kafka καὶ δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι τὸ κλει­δί στὸ ἔργο του εἶναι ἡ ἀγά­πη, στὴ συ­νέ­χεια ἐν­τρύ­φη­σε στὸ ἔρ­γο τοῦ Lautré­a­mont, τὸν ὁ­ποῖ­ο πρῶ­τος με­τέ­φρα­σε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὁ Ὄδ. Ἐ­λύ­της.
[4]. Κο­πι­δά­κης Μ. Ζ., «Λοι­πὸν αὐ­τὸς ποὺ γύ­ρευ­α, εἶ­μαι». Οἱ φι­λο­σο­φι­κὲς κα­τα­βο­λὲς τοῦ ἐ­λυ­τι­κοῦ στί­χου, Co­gito 3, 2005, σ.σ. 22-25.
[5]. Ἂν καὶ ὁ Ἀρ­γεν­τι­νὸς Da­vid Lagma­novich (1927-2010), ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θε­με­λι­ω­τὲς τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, δὲν ἀ­πέ­δι­δε τὸ νε­ο­φα­νὲς τοῦ εἴ­δους στὴν ὑ­βρι­δι­κό­τη­τά του, κα­θὼς πί­στευ­ε ὅ­τι ὅ­λα τα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη εἶ­ναι ὑ­βρι­δι­κὰ (Lagma­novich, Da­vid, El micror­relato hispa­noa­meri­cano, Bo­gota: Uni­ver­sidad Peda­go­gica Na­cio­nal, 2007).
[6]. Amihud Gilead, «How few words can the shor­test story have», στὸ Philo­sophy and Li­tera­ture, Vol. 32, No 1, 2008.
[7]. Colom­bo Stel­la Maris καὶ Tomas­sini Gra­ciela, «La micro­ficcion como maqui­na de pen­sar», στὸ El cue­nto en red 28, 2013, σ.σ. 30-42.
[8]. Χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς ποὺ ἴ­σως πα­ρα­πέμ­πει στὴν ἄ­πο­ψη τοῦ U. Eco ὅ­τι ἕ­να κεί­με­νο εἶ­ναι «μιὰ μη­χα­νὴ ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­νο­η­θεῖ μὲ στό­χο νὰ ἐκ­μαι­εύ­ει ἑρ­μη­νεῖ­ες» καὶ ἀρ­χι­κὰ φαί­νε­ται νὰ συ­σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ καρ­τε­σια­νὸ «σκέ­φτο­μαι, ἄ­ρα ὑ­πάρ­χω». Ὅ­μως, βά­σει τῆς ἀ­νά­λυ­σης καὶ τεκ­μη­ρί­ω­σής του ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐ­ρευ­νή­τρι­ες, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς αὐ­τὸς ὑ­πορ­ρη­τα δι­α­σταυ­ρώ­νε­ται καὶ μὲ τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κὸ «σκέ­ψαι» ποὺ κι­νη­το­ποι­εῖ τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τοῦ προ­σθέ­τει τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ δρῶν­τος ὑ­πο­κει­μέ­νου, τοῦ πο­λι­τι­κοῦ ὄν­τος. Τὸν προ­τρέ­πει νὰ βρί­σκε­ται μέ­σα στὴ ζω­ή, νὰ συμ­με­τέ­χει στὰ κοι­νά, νὰ ἔ­χει δι­α­νο­η­τι­κὴ ἐ­γρή­γορ­ση, νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ, νὰ κα­τα­γρά­φει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση καὶ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, νὰ ἐκ­φέ­ρει λό­γο καὶ νὰ (ἀ­νὰ)στο­χά­ζε­ται.
[9]. Botha Marc, «Micro­fiction», στὸ (ἐπ.) Ein­haus Ann-Marie, The Cam­bridge Com­pa­nion to the English Short Story. Cam­bridge: Cam­bri­dge Uni­ver­sity Press (Cambri­dge Compa­nions to Li­te­ra­tu­re), 2016, σ.σ. 201–220.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).

Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ) (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Φω­το­γρα­φί­α: ἐ­πε­ξερ­γα­σμέ­νη κὰρτ-πο­στὰλ τοῦ ΕΚΕΒΙ, γιὰ τὴν Παγ­κό­σμια Ἡ­μέ­ρα Ποί­η­σης, 21 Μαρ­τί­ου 2003.